Πέμπτη, Ιουνίου 28, 2007

"... και ο Νόμος νίκησε"

Ποιος θυμάται τον Δικαστή Ντρεντ; Πολλοί τον θυμούνται κι ακόμα περισσότεροι θέλουν να ξεχάσουν εκείνη την αποτυχημένη μεταφορά κάποιας ιστορίας του στον κινηματογράφο –με τον χάλια τον Σταλόνε. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Καθόλου. «Είμαι ο νόμος» έλεγε ο Δικαστής και έβγαζε ετυμηγορίες σε κλάσματα δευτερολέπτων. Ενίοτε δε, τις εκτελούσε κιόλας –πατώντας τη σκανδάλη.

Ποιος είναι ο νόμος τελικά; Σε κείνο το φουτουριστικό κόμικ, οι Δικαστές είχαν συγκεντρώσει νομοθετική και εκτελεστική εξουσία –μια ακόμα ιστορία φρίκης στην οποία οδηγούν τα αδιέξοδα της δημοκρατίας. Αλλά ποιος είναι ο νόμος;

Οι Αρχαίοι Έλληνες που ήταν γνωστοί ξερόλες –είχαν αποτυπώσει ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που δημιουργήθηκαν με τη γέννεση του νομικού πλαισίου. «Νόμος ή εθιμικό δίκαιο»; Θυμάσαι την «Αντιγόνη»; Το γνωστό δίλημμα της ηρωίδας –να θάψει τον αδερφό της, όπως απαιτούν τα έθιμα, «ο νόμος που έδωσαν οι θεοί στους ανθρώπους», ή να τον αφήσει να τον φάνε τα σκυλιά, όπως διατάζει ο ανθρώπινος νόμος; Τελικά τον έθαψε κι έφαγε το κεφάλι της –γνωστά πράγματα αυτά.

Έθιμο ο «άγραφος νόμος», το κανονιστικό πρότυπο που καθορίζει την συμπεριφορά των ανθρώπων και έχει καθιερωθεί στις ανθρώπινες κοινότητες μέσω της επαναληπτικής εφαρμογής του, ή/και λόγω κάποιας «άνωθεν» εντολής. Η τελευταία πρακτική (της «άνωθεν», θεϊκής, παρέμβασης) αφορά περιπτώσεις όπου η αδράνεια στην εφαρμογή του κανονιστικού προτύπου μπορεί να επιφέρει σημαντικά προβλήματα στα μέλη της κοινότητας. Αν αφήσεις άθαφτους ή άκαυτους τους νεκρούς σου, για παράδειγμα, ο κίνδυνος πανούκλας είναι σημαντικός. Άρα, όλες οι θρησκείες φροντίζουν σχολαστικά τα ταφικά έθιμα.

Νόμος, το γραπτό (στο σύνολο των περιπτώσεων) κείμενο ρύθμισης της συμπεριφοράς των πολιτών μιας κοινωνίας. Ο νόμος γίνεται άμεσα γνωστός, από την στιγμή που αρχίζει να εφαρμόζεται και προβλέπει ξεκάθαρες ποινές στις περιπτώσεις παραβιάσεών του. Ας αφήσουμε, για την ώρα, τα προβλήματα εφαρμογής-ερμηνείας των νόμων στις σύγχρονες κοινωνίες.

Η διαφοροποίηση του νόμου από το έθιμο έχει να κάνει, κυρίως, με την αλλαγή του πλαισίου αναφοράς. Το έθιμο απευθύνεται στην κοινότητα, ο νόμος στην κοινωνία. Και όπως μαθαίνει κάθε φοιτητής κοινωνιολογίας, από το πρώτο έτος ακόμα, το συστατικό στοιχείο της κοινότητας είναι οι δεσμοί αίματος, ενώ το συστατικό στοιχείο της κοινωνίας είναι το νομικό πλαίσιο. Την εποχή που παιζόταν η «Αντιγόνη» σε όλα τα μεγάλα θέατρα (πριν ξεπέσει στην Επίδαυρο), το δίλημμα ήταν υπαρκτό. Βλέπεις, γινόταν η μετάβαση από την κοινότητα στην κοινωνία.

Εντάξει λοιπόν, οι νόμοι υπάρχουν για να διατηρείται μια ένωση ανθρώπων που φέρνει περισσότερο σε σύμβαση -αυτό είναι οι σύγχρονες κοινωνίες. Και όποια έθιμα είχαν χρηστική, ή «ιστορική» αξία, ενσωματώθηκαν στο νομικό πλαίσιο. Και αφού η κοινωνική μορφή είναι δεδομένη («καπιταλισμός», «οικονομία της ελεύθερης αγοράς», όπως θέλεις πες το) –είναι εξίσου δεδομένο πως το νομικό πλαίσιο θα υποστηρίζει (υπηρετεί) τη συγκεκριμένη κοινωνική μορφή. Αυτά όλα είναι ντεφακτιές και δεν υπάρχει λόγος να τα ψειρίζουμε –ας πάμε παρακάτω.

Το παρακάτω έχει να κάνει με απόψεις που ακούω συνήθως, και μου δημιουργούν απορίες. Όσοι τις εκφράζουν, δεν γνωρίζουν ή βαφτίζουν «το κρέας, ψάρι» για να τους βγει ακέραιο το συμπέρασμα που θέλουν;

Άποψη: «Θέλουμε να περιοριστεί (καταπολεμηθεί) η γραφειοκρατία και να εφαρμόζονται οι νόμοι». Σοβαρά;

Δεν σκοπεύω να ψάξω τον φορέα αυτής της άποψης ή να εξετάσω τι έχει κάνει ο συγκεκριμένος φορέας (στα πλαίσια των δυνατοτήτων του) για την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας. Απλά λέω πως η συγκεκριμένη άποψη είναι το ίδιο ανεδαφική με το να λες πως θέλεις να σταματήσει η βροχή για να ποτιστεί το χώμα. Η γραφειοκρατία ΕΙΝΑΙ οι νόμοι.

Σε τι συνίσταται το «γραφειοκρατικό φαινόμενο»; Στην δημιουργία μιας κοινωνικής ομάδας που εφαρμόζει την κρατική πολιτική χωρίς να έχει εκλεγεί και όντας αποκομμένη από τα μέσα παραγωγής. Ο δημόσιος υπάλληλος (γραφειοκράτης) δεν είναι κάτοχος, είναι απλά διαχειριστής «στο όνομα άλλων». Τον γέννησε ο νόμος προκειμένου να επιμεληθεί της ίδιας του της εφαρμογής. Και αν θέλουμε την «ουδέτερη» (σαφώς σε εισαγωγικά), την «αμερόληπτη» εφαρμογή του νόμου, θα πρέπει να επιζητούμε την ενίσχυση των γραφειοκρατικών δομών. Αλλά, την θέλουμε;

Θυμάμαι μια διαφωνία που είχα παλιότερα με τον αρχισυντάκτη ενός περιοδικού μοτοσυκλέτας, στο οποίο δούλευα. Ήταν η εποχή που ξεκινούσε το μέτρο των λεωφορειολωρίδων. Έλεγα πως αν σκοπεύουν να κάνουν κάτι με το συγκεκριμένο μέτρο θα πρέπει να απαγορευτεί η είσοδος στις λεωφορειολωρίδες σε όλους. Εκτός, φυσικά, από τα λεωφορεία και –άντε –τα οχήματα έκτακτης ανάγκης. Ο αρχισυντάκτης έλεγε πως αυτό δεν στέκει γιατί οι δρόμοι είναι, έτσι κι αλλιώς, ανεπαρκείς για να καλύψουν τον κυκλοφοριακό φόρτο. Να μπαίνουν λοιπόν οι μοτοσυκλέτες στις λεωφορειολωρίδες –αφού δεν παρακωλύουν την κίνηση των μέσων μαζικής μεταφοράς. Είχε δίκιο –ήταν μια λογική, ανθρωπιστική παρατήρηση. Και γι΄αυτό είχε απολύτως άδικο! Ο νόμος δεν είναι ανθρωπιστικός, ο νόμος δεν είναι λογικός! Ο νόμος είναι ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΟΣ. Ορίζει, απαγορεύει, τιμωρεί. Αυτό είναι ο νόμος. Αν θέλεις ανθρωπιά, ψάξε την στα έθιμα.

Φυσικά, οι μοτοσυκλέτες επιτράπηκε να κυκλοφορούν στις λεωφορειολωρίδες, τα ταξί επιτράπηκε να μπαίνουν για παίρνουν πελάτες, τα αυτοκίνητα επιτράπηκε να «πατάνε» λίγο μέσα σε αυτές για να στρίψουν, οι γιατροί έμπαιναν για να γιατρέψουν, οι πολιτικοί για να προλάβουν, οι χούλιγκανς για να δείρουν … –με αποτέλεσμα να αυτοκαταργηθεί σχεδόν ο νόμος από τις εξαιρέσεις του.

Την επόμενη φορά λοιπόν που θα αναρωτηθείς «μα είναι δυνατόν να είναι τόσο μαλάκες και να ζητάνε πιστοποιητικό γέννησης για να εκδώσουν βεβαίωση θανάτου», μην τα βάλεις με τη γραφειοκρατία. Ο νόμος σου φταίει –μην μπερδεύεσαι.

Κι όταν σε πιάσει η «δημοκρατική διάθεση» και θυμηθείς το αποτυχημένο «σοσιαλιστικό πείραμα» του πρώην ανατολικού μπλοκ –μη μασήσεις την καραμέλα της «έλλειψης δημοκρατικών διαδικασιών διακυβέρνησης». Το σύστημα δεν κατέρρευσε γιατί ήταν ισόβιος ο οποιασδήποτε Μπρέζνιεφ, Τσαουσέσκου ή Γιαρουζέλσκι. Το σύστημα γέννησε από μόνο του την αιτία διάλυσής του, δημιουργώντας μια αυτόνομη «γραφειοκρατική τάξη –κάστα». Η οποία δούλεψε για το δικό της συμφέρον (άρα την μακροημέρευσή της). Και θυσίασε την αποτελεσματικότητα στον βωμό της φαινομενικότητας. Άρα; Τι έφταιγε; Οι άνθρωποι που βρήκαν προνόμια και τα εκμεταλλεύτηκαν σε δύσκολες περιόδους ή ο νόμος που τους έδωσε αυτά τα προνόμια; Και ποιος ήταν τελικά ο «δικτάτορας»; Ο Γενικός Γραμματέας του Κόμματος –γέννημα του νομικού πλαισίου ή το ίδιο το νομικό πλαίσιο;

Μα, θα μου πεις, άνθρωποι έφτιαξαν τους νόμους. Σαφώς! Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως οι άνθρωποι διαθέτουν εξουσία ελέγχου πάνω στα ίδια τους τα έργα.

Άποψη: «Εδώ έχουμε μια κακή εφαρμογή του νόμου που προήλθε από λάθος ερμηνεία του». Α, μπα;

Έχεις απόλυτο δίκιο σε αυτό που λες –αρκεί να είσαι ορισμένος ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΟΝ ΝΟΜΟ, σχετικά με την ερμηνεία των νομικών διατάξεων. Τι θα πει αυτό; Απλά πράγματα: αν, για παράδειγμα, ο δικαστής σε κλείσει μέσα γιατί φοράς πράσινα παπούτσια δεν φταίει ο δικαστής, αλλά ο νόμος που του δίνει την αρμοδιότητα να τον ερμηνεύει με αυτό τον τρόπο. Θα ξέρεις βέβαια, πως έχεις την δυνατότητα έφεσης μιας «κακής» δικαστικής απόφασης –αλλά, ακόμα κι όταν καταρρίπτεται η απόφαση δεν παθαίνει τίποτα ο δικαστής –σωστά; Άρα;

Ο νόμος ορίζει πως εσύ, ο πολίτης της χώρας, πρέπει να γνωρίζεις την ύπαρξή του. Αν θέλεις να τον ερμηνεύσεις όμως –δεν είναι δική σου δουλειά, γι΄αυτό υπάρχουν τα δικαστήρια. Αν θέλεις να εφαρμόσεις τις κυρώσεις του νόμου –δεν είναι δική σου δουλειά, γι΄αυτό υπάρχει η αστυνομία. Αν θέλεις να αμφισβητήσεις τη χρησιμότητα του νόμου –δεν είναι δική σου δουλειά, γι΄αυτό υπάρχει το κοινοβούλιο.

Άρα, η ερμηνεία του νόμου (στο συγκεκριμένο σύστημα) δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια κουβέντα καφενείου (σε επίπεδο επιπτώσεων), όταν αυτή γίνεται από απλούς πολίτες.

Άποψη: «Ο νόμος με ευνοεί αλλά δεν μου δίνεται η δυνατότητα να τον χρησιμοποιήσω». Λάθος –ο νόμος ΔΕΝ σε ευνοεί.

Ας υποθέσουμε πως υπάρχει ένας νόμος που λέει πως ο άπορος πολίτης πρέπει να αποκτήσει (με κρατική μέριμνα) τα αναγκαία, για να μην πεθάνει στο δρόμο. Έξοχος νόμος (αν υπήρχε)! Τίγκα στην κοινωνική μέριμνα και στην αγάπη για τον συνάνθρωπο! Ναι;

Εντάξει, αν αυτός ο νόμος υπάρχει και βγει κάποιος κυβερνητικός και (κάνοντας χρήση του) αρχίσει να μοιράζει καταλύματα, φαγητό και χρήματα στους άπορους –όλα τα παραπάνω ισχύουν. Τι γίνεται όμως όταν δεν εφαρμόζεται ο νόμος;

Θα πρέπει ο άπορος να πάει το κράτος στο δικαστήριο (η ερμηνεία που έλεγα παραπάνω). Αν το κράτος καταδικαστεί πρωτοβάθμια, θα εφεσιβάλλει την απόφαση κι αυτό θα κάνει μέχρι να φτάσει σε τελικό βαθμό. Ας πούμε λοιπόν ότι το κράτος καταδικάζεται συνέχεια. Ζήτω! Ο άπορος κέρδισε! Με μια μικρή λεπτομέρεια –οτι θα πρέπει να έχει ξοδέψει γύρω στα 5 χιλιάρικα για δικαστική εκπροσώπηση και δικαστικά έξοδα! Για πες μου τώρα –ποιον ευνοεί ο νόμος;

Άποψη: «Η ανυπακοή στο νόμο είναι θεσπισμένο, από το Σύνταγμα, δικαίωμα των πολιτών». Βουνό το δίκιο σου!

Μόνο που το παραπάνω δικαίωμα μπήκε στον Συντακτικό νόμο του κράτους από το παράθυρο, μαζί με τις πέτρες των διαδηλωτών. Για αυτό και υπάρχει τυπικά, αλλά είναι αποδυναμωμένο ουσιαστικά. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, πως ένας νόμος είναι καταφανώς αντισυνταγματικός. Κι ας δεχτούμε πως το αρμόδιο όργανο –το Συμβούλιο της Επικράτειας, έχει αποφανθεί σχετικά. Αλλά ο αρμόδιος Υπουργός εξακολουθεί να υποστηρίζει τον νόμο και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τον υπογράφει. Μετά από αυτά –έρχεσαι εσύ, ο ευσυνείδητος πολίτης και δεν τον εφαρμόζεις. Για πες μου –ποιος από όλους θα τιμωρηθεί; Ο Υπουργός, ο Πρόεδρος ή εσύ; Σαφέστατα εσύ γιατί ΕΙΣΑΙ Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣΕΣ.

«Η τήρηση του παρόντος Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων» -κάτι αστεία που λέτε, ώρες-ώρες!

Και λοιπόν; Μήπως θα ήταν καλύτερο να ξαναγυρίσουμε στα έθιμα; Ορίζουν και δεν καθορίζουν, παροτρύνουν αλλά δεν καταναγκάζουν. Μήπως; Όποιος έχει ζήσει στην επαρχία, σε περιοχές που τα έθιμα έχουν ακόμα ισχύ, ξέρει ήδη την απάντηση.

Έθιμο: «Η γυναίκα θα πρέπει να είναι παρθένα την πρώτη νύχτα του γάμου της». Η αιτία προφανής –δεν υπάρχει λόγος να σκοτώνονται οι άντρες μεταξύ τους για γυναικοδουλειές. Εφαρμόζουμε την αποκλειστικότητα στις σχέσεις και καθαρίσαμε!

Έθιμο: «Είναι ντροπή για την οικογένεια να υπάρχει ένα μέλος της με ειδικές ανάγκες». Λύσαμε και το θέμα της δημιουργίας δομών για την διευκόλυνση της ζωής των ατόμων με ειδικές ανάγκες –με την καταπληκτική λύση «κλειδώστε τους στο δωμάτιο μην τους δει ανθρώπου μάτι κι αν ζορίσουν τα πράγματα –σκοτώστε τους».

Μπορώ να συνεχίσω με άπειρα παραδείγματα, αλλά είναι προφανείς οι δυσλειτουργίες του εθίμου. Με σημαντικότερη απ΄όλες την μεγάλη καθυστέρηση ανάμεσα στη δημιουργία μιας ανάγκης (ή την τροποποίηση κάποιας ήδη υπάρχουσας) και την εμφάνιση-τροποποίηση του σχετικού εθίμου.

Τι θέλω να πω με όλα αυτά; Τίποτα περισσότερο από τα προφανή (τα θυμάσαι από την εποχή που τα έλεγαν οι Clash;):

Μάθε τα δικαιώματά σου

Αυτά είναι τα δικαιώματά σου

Πρώτον:

Έχεις το δικαίωμα να μη σκοτωθείς

Ο φόνος είναι έγκλημα!

Εκτός αν γίνει από αστυνομικό ή πλούσιο

Μάθε τα δικαιώματά σου
Δεύτερον:

Έχεις δικαίωμα στην τροφή και στα λεφτά

Αν βεβαίως δεν σε ενοχλεί

Λίγος έλεγχος, κάποιος εξευτελισμός

(κι αν σταυρώσεις τα δάχτυλά σου)

Επανένταξη


Τρίτον:

Έχεις το δικαίωμα να μιλάς ελεύθερα

Εφόσον βέβαια δεν είσαι τόσο ηλίθιος

Ώστε να το δοκιμάσεις.

Μάθε τα δικαιώματά σου

Αυτά είναι τα δικαιώματά σου.

Και, φυσικά, για όλα τα παραπάνω, ελπίζω να μπορείς να ξεχωρίσεις την αιτία από το αποτέλεσμα. Μπορείς;

Δευτέρα, Ιουνίου 25, 2007

"Ο Μικρός Θάνατος"

Άνοιξα τότε το ραδιόφωνο -και όλοι άκουσαν εκείνη την chicken jazz….

Κοίτα τον άντρα εκεί πέρα …
Έχει κρύα πόδια
Θα τα κούναγε στο ρυθμό των ντραμς
Αλλά ο ντράμερ παίζει
Έναν πεθαμένο ρυθμό
Είναι εύθραυστος απόψε
Αλλά λέει πως είναι καθαρός
Διστάζει όταν μιλάει
Αλλά ξέρει τι εννοεί
Ναι, τρέμει τώρα
Αλλά δεν φαίνεται να κρυώνει
Λέει
«Άνοιξε τον καιρό
Για να κάνω όπως μου είπαν
Δεν ξέρεις για το κενό
Που πεθαίνει λίγο μέσα»
Γιατί δεν έχει ζήσει μέχρι να πεθάνει
Δεν θα μπορούσες να έχεις ζήσει μέχρι να πεθάνεις
Δεν έζησε μέχρι που πέθανε

Ο Μικρός Θάνατος ….


Κοίτα τη γυναίκα εκεί πέρα …
Έχει κρύα πόδια
Θα τα κούναγε στο ρυθμό των ντραμς
Αλλά ο ντράμερ παίζει
Έναν πεθαμένο ρυθμό
Σηκώνεται να αγγίξει τα σύννεφα
Αλλά τα σύννεφα γίνονται μαύρα
Γραπώνεται με τα νύχια της
Αλλά μόλις έσπασαν οι αστράγαλοί της
Λέει, «Είναι περίεργο αλλά όμορφο να μην έχεις
Μέλλον ή παρελθόν
Αν δεν μπορείς να αντέξεις την ένταση
Απλά άνοιξε τη στρόφιγγα του γκαζιού»
Συμφωνώ σα να ξέρω πως δεν μπορεί να πει ότι δεν προσπάθησα
Γιατί αυτή δεν έχει ζήσει μέχρι να πεθάνει
Δεν γίνεται να έχεις ζήσει μέχρι να προσπαθήσεις
Δεν έζησε μέχρι που πέθανε

Ο Μικρός Θάνατος ….




Υ.Γ.: Οι στίχοι είναι από το "The little death" των Boomtown Rats. Όσο κι αν προσπάθησα, δεν μπόρεσα να βρω το τραγούδι σε ηλεκτρονική μορφή -μόνο σε κάποιον γρατζουνισμένο δίσκο το έχω. Ο δίσκος λέγεται "V Deep".

Τετάρτη, Ιουνίου 20, 2007

Catherine Holly

Catherine Holly: Αυτό λοιπόν είναι η αγάπη; Να χρησιμοποιείς ανθρώπους; Και ίσως τότε αυτό είναι το μίσος –να μην μπορείς πλέον να χρησιμοποιήσεις ανθρώπους.

Έκλεισα την τηλεόραση με το κεφάλι σφιγμένο στη συνηθισμένη μέγγενη. Το παθαίνω όταν βλέπω τηλεόραση με το φως της μέρας –δεν ξέρω τι φταίει όμως. Ο ήλιος; Το φως της οθόνης; Ο συνδυασμός; Μπορεί. Μάλλον.

Αλλά δεν έκλεισα γι΄αυτό τη συσκευή –είχα να προλάβω κάποιο καράβι στο λιμάνι κι αυτό ήταν σημαντικότερο από την ασπρόμαυρη ταινία. Σημαντικότερο κι από τον πονοκέφαλο, γιατί δεν μπορούσα να με φανταστώ σε αυτό το σπίτι ούτε μια ώρα ακόμα. Ούτε δέκα λεπτά. Τράβηξα το φερμουάρ και έριξα το σακίδιο στην πλάτη. Έπρεπε να βρω ταξί –άμεσα. Πότε γινόταν αλλαγή βάρδιας; Μπα, δεν ήταν ακόμα τόσο μεσημέρι. Είχα ώρα. Έφυγα βιαστικός.

Ο ταξιτζής άκουγε φανατικά τον ασύρματό του –παράσιτα, διακοπτόμενες φράσεις, παράσιτα, συναδελφικά πειράγματα, «με λαμβάνεις δεκαοκτώ;», «δεν υπάρχει λόγος να κοροϊδευόμαστε άλλο», «έτερος;», «ας μείνουμε με τις ευχάριστες αναμνήσεις», «λόφος Αρδηττού;» «έτερος;», «δεν έχει νόημα», «έτερος;», «δεν αντέχω άλλο –δεν αντέχω», «έτερος;»

Οι δυο πλευρές του δρόμου εναλλάσσονταν μέσα από τα τζάμια του ταξί. Πεζοδρόμιο -κιγκλίδωμα γέφυρας, κτίριο -λεωφορείο, φανάρι –φανάρι, βιαστικοί πεζοί –τριγύρω, μηχανές –τροχονόμος …

«…και την κυρία;»

Σε μένα μίλαγε. Τώρα τον πρόσεξα. Νεαρός με πρόωρα κατεστραμμένο σώμα από την οδήγηση, σε μένα μίλαγε ο ταξιτζής.

«Ορίστε;»

«Την κυρία λέω. Να την πάρουμε; Στο λιμάνι πάει κι αυτή».

«Όπως θέλετε, δεν με πειράζει».

Ούτε καν γύρισα να τη δω όταν άνοιγε την πόρτα πλάι μου. Ήμουν απορροφημένος από κάποιο φορτηγό –έβλεπα μόνο τις πίσω ρόδες. Και τα ψαλίδια που τις συγκρατούσαν, ανοιγόκλειναν υδραυλικά. Σταγόνες λάδι, ψέκαζαν για λίγο τον αέρα μετά στην άσφαλτο. Κηλίδα λαδιού στη σχισμή του βράχου.

Εκείνη: Που βρέθηκε το λάδι εδώ πέρα;

Εγώ: Από κάποιο καΐκι μάλλον. Θα το ξέβρασε η θάλασσα.

Εκείνη: Σιχαμένο!

Εγώ: Τι περίμενες; Μαγευτικό ηλιοβασίλεμα δίπλα στο κύμα;

Εκείνη: Θα λερώσω το φόρεμά μου αν καθίσουμε. Ποιος ξέρει που αλλού έχει λάδια.

Εγώ: Μη γίνεσαι υπερβολική.

Εκείνη: Με θεωρείς υπερβολική; Άλλο πάλι κι αυτό!

Εγώ: Εντάξει, ξέχασέ το και πάμε να φύγουμε.

Εκείνη: Όχι, να το συζητήσουμε. Με θεωρείς υπερβολική;

Εγώ: Ξέχασέ το.

Μύριζε κατράμι και καυσαέριο ανακατεμένο. Με μπόχα από μεθάνιο –κλούβιο αυγό, αυτό ήταν το λιμάνι. Πλήρωσα πριν κατέβω. Η γυναίκα δίπλα μου ήθελε βοήθεια για να πάρει τη βαλίτσα της από το πορτ μπαγκάζ. Σιτεμένη. Μυρωδιά από κάτι σαν τριαντάφυλλο –από αυτή προερχόταν; Και είχα την ενόχληση τόση ώρα! Κατέβηκα.

«Τα ρέστα σας».

«Ευχαριστώ».

Δεν είχα χρόνο να τα βάλω στο πορτοφόλι που κρυβόταν σε κάποια θήκη του σακιδίου. Ας μείνουν στην πίσω τσέπη του τζιν. Για την ώρα. Είδα το καράβι εύκολα –κυρίως, γιατί ήταν ακριβώς μπροστά μου. Επιβλητικά ερειπωμένο. Πάντα είχα τον φόβο πως θα βρεθώ μέσα στα βρωμόνερα της αποβάθρας, γιατί θα διαλυθεί κάτω από τα παπούτσια μου η ξύλινη σκάλα. Περπάτησα γρήγορα –ο πιο σίγουρος τρόπος να γκρεμοτσακιστείς στη μετέωρη σκάλα. Αλλά ήθελα να φύγω –αυτές ήταν οι διακοπές της αναγκαστικής διαγραφής αναμνήσεων.

Έστριψα τσιγάρο και βγήκα στην κουπαστή να το καπνίσω. Λευκή γραμμή στο νερό, θολός από τη ζέστη ο Πειραιάς. Εκεί πίσω ήθελα να αφήσω τα 7 τελευταία χρόνια από τη ζωή μου, δίπλα στα ψωραλέα σκυλιά της προκυμαίας. Γιατί εκείνη την είχα αφήσει στο κέντρο της πόλης. Να σμίγει με τον αέρα.

Εκείνη: Τι θέλεις από μένα;

Εγώ: Εσένα.

Εκείνη: Πρόσεχε –δεν είμαι για λίγο.

Εγώ: Δεν χρειάζεται να προσέξω. Άλλωστε, σε θέλω για πάντα.

Εκείνη: Για πάντα! Φουσκωμένα λόγια!

Εγώ: Για πάντα. Γιατί δεν υπάρχει πριν και δεν θα αφήσουμε να υπάρξει μετά. Άρα, για πάντα.

Εκείνη: Είσαι σίγουρος;

Εγώ: Μείνε μαζί μου και θα το δεις.

Πέταξα το τσιγάρο στα απόνερα του πλοίου. Έτσι θα την άφηνα πίσω; Απομακρύνθηκα πισωπατώντας, δεν τολμούσα να πάρω τα μάτια μου από την προκυμαία –εντάξει, ας μείνουν όλα εκεί μακριά μου πλέον, αλλά όχι απότομα. Θέλω τον χρόνο μου δεν μπορώ να ξεκόψω μια κι έξω. Αυτό είναι το νόημα των καλοκαιρινών διακοπών, ξέρω, ξέρω –τα αφήνουμε όλα πίσω κι εκείνα κάθονται -μας περιμένουν μέχρι να γυρίσουμε. Στο λιμάνι θα μας περιμένουν, όπως ακριβώς τα αφήσαμε –μπορεί και λίγο χειρότερα, διογκωμένα από τον καιρό. Πρησμένα. Αλλά είναι καλοκαίρι γι΄αυτό τα αφήνουμε πίσω.

Mrs. Venable: Ω, Sebastian –τι όμορφο καλοκαίρι! Μόνο οι δυο μας. Ο Sebastian και η Violet. Η Violet και ο Sebastian. Όπως ακριβώς πρέπει να είναι –πάντα. Ω μα είμαστε τόσο τυχεροί, αγαπημένε μου, να έχουμε ο ένας τον άλλον και να μην χρειαζόμαστε τίποτα περισσότερο.

Έκλεισα τα μάτια αποφεύγοντας να κοιτάξω την οθόνη –έκλεισα τα αυτιά, προσπαθώντας να αποφύγω την πολυλογία της μητέρας με τον τριαντάχρονο γιο. Μιλούσαν ακατάπαυστα –καλή σχέση, φιλική σχέση, άρρωστη σχέση. Ο γιος φρόντιζε να της ανανεώνει το νερό –όπως κάνουμε όταν προσπαθούμε να διατηρήσουμε τα φυτά εποχής μετά την εποχή τους. Έκλεισα τα μάτια, βουλιαγμένος στη θέση μου.

Οι πρώτες μας διακοπές. Μαζί. Μόνοι από παρέες, μόνοι οι δυο μας. Στο νοικιασμένο δωμάτιο κοιμόμασταν ελάχιστα, αποκαμωμένοι. Λες και έπρεπε να πατσίσουμε σε μια βδομάδα τον έρωτα που είχαμε στερηθεί όλη μας την προηγούμενη ζωή. Βγαίναμε έξω, πριν ξημερώσει –λίγο πριν. Μόνοι μας. Εγώ ένιωθα το κενό, κάποια στέρηση, αυτό λένε, μάλλον, «ανεκπλήρωτο». Ήμουν ευτυχισμένος λίγο πριν περπατήσουμε στα γυαλιστερά πλακόστρωτα –και το πριν δεν μπορούσε να συγκριθεί με το μετά. Όχι πως την ήθελα μόνο για να κάνουμε έρωτα. Δεν ήταν αυτό. Με ευχαριστούσε να τη βλέπω δίπλα μου, να την ακούω, να της μιλάω. Όμως η σύγκριση του πριν με το μετά … Τι κάναμε εκεί έξω; Τι γυρεύαμε στις παραλίες με τον καυστικό ήλιο; Η θάλασσα, εντάξει, η θάλασσα … Αλλά και πάλι …

Εκείνη: Τι θέλεις να κάνουμε τώρα;

Εγώ: Τίποτα.

Εκείνη: Μα … δεν μπορεί. Μόνο να κάνουμε έρωτα θέλεις;

Εγώ: Όχι μόνο. Απλά, όταν το κάνουμε χάνω το ενδιαφέρον μου για όλα τα υπόλοιπα.

Εκείνη: Έχεις πλάκα –το ξέρεις;

Εγώ: Το προσπαθώ πάντως –είμαι σίγουρος γι΄αυτό.

Η μητέρα σηκώνεται και σκουντάει τα απλωμένα μου πόδια για να περάσει. Ξυπνάω. Ο γιος ζητάει συγνώμη και κάτι της λέει. Αυτή αδιαφορεί. Εγώ εκνευρίζομαι. Ήταν ωραίο το όνειρο. Όσο κράτησε. 7 χρόνια περίπου. Όχι 7 συνεχόμενα χρόνια. Είχαμε εντάσεις –έτσι το λένε. Μάχες σώμα με σώμα χωρίς να ακουμπάνε τα σώματά μας. Μάχες που πλήγωναν το απέναντι σώμα –αυτό εννοώ. Γιατί ο εγωισμός, η ανεξαρτησία, η ανασφάλεια, η μοναξιά είναι κομμάτια του σώματός μας. Εγώ, όταν με ξεφτιλίσεις, ας πούμε, το νιώθω στους αγκώνες μου που παραλύουν. Όταν με ειρωνευτείς το νιώθω να παγώνει στο στήθος μου. Κάπως έτσι. Για εκείνη δεν ξέρω σε ποια σημεία του κορμιού της ένιωθε τις προσβολές, την αδιαφορία, την προδοσία.

Πότε θα φτάσουμε; Έχω βαρεθεί να πηγαινοέρχομαι, από το σαλόνι στο κατάστρωμα. Κοντεύω να πάθω κλειστοφοβία –το πλοίο μοιάζει να συμπιέζεται, οι ξύλινοι τοίχοι θέλουν να συναντηθούν –ε, μισό λεπτό! Είμαι εγώ ανάμεσα! Κι άλλος κόσμος δηλαδή, αλλά χέστηκα –είμαι εγώ ανάμεσα! Από τα φινιστρίνια μόνο θάλασσα. Περάσαμε κάποιο μεγάλο βράχο, δεν είναι αυτό το νησί που θα κατέβουμε. Ένας βράχος με κάτι βρομιάρηδες γλάρους. Πότε θα φτάσουμε;

Παραγγέλνω ένα ουίσκι στο μπαρ –δεν έχω δοκιμάσει τα σκαμπό, έτσι αποφασίζω να το πιω εκεί. Σχεδόν μονορούφι –σα γράσο είναι το ποτό με τα παγάκια που έλιωσαν ακαριαία, ουίσκι δεν είναι πάντως.

«Θέλετε άλλο ένα;» με ρωτάει ο μπάρμαν.

Κοιτάζω το πουκάμισό του, ιδρώτας στις μασχάλες και στίγματα κάτω από το παπιγιόν. Γιατί φοράνε λευκά πουκάμισα στα καράβια; Γιατί φοράνε λευκά γενικώς δηλαδή. Ακόμα και η θάλασσα να τους πιτσιλίσει φαίνονται βρώμικοι. Αυτός πάντως –και φαίνεται και είναι.

«Ναι, θα πάρω ακόμα ένα».

Μου γεμίζει το ποτήρι, το κατεβάζω μονορούφι πάλι. Ανακατεύομαι.

«Πολύ πίνετε», χαμογελάει αμήχανα.

«Ευτυχώς που δεν καπνίζω κιόλας», του λέω στρίβοντας ένα τσιγάρο. Τα κάνω αυτά, κάποιες φορές. Άνοστα αστεία από την εποχή που περπατούσα στο νερό χωρίς να βρέχομαι. Τώρα και ψωμί να φάω –λεκιάζομαι.

Επιτέλους έφτασε το ρημάδι. Κάθομαι στην καλύτερη θέση του σαλονιού, αυτή που ήταν μονίμως πιασμένη –και χαζεύω την άτακτη φυγή. Ένα πλοίο την ώρα που αδειάζει από επιβάτες, ένα μαγαζί λίγο πριν σφουγγαρίσουν τα χυμένα ποτά, ένας σταθμός όταν όλοι έχουν επιβιβαστεί –για άλλους εγκατάλειψη, για μένα κυριαρχία. Έχω μείνει πίσω και μαζεύω τις μυρωδιές που βιαστικά αφήσατε. Συγνώμη κύριε, σας έπεσε η ανάμνηση μερικών χαμένων ωρών –δεν τη θέλετε; Κρίμα –γιατί είναι το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής σας. Καπνίζω μέχρι να με διώξουν οι σερβιτόροι.

Φοράω μαύρα γυαλιά για να αποφύγω όσους νοικιάζουν κοτέτσια με θέα το βουνό. Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να μείνω στο λιμάνι του νησιού. Ψάχνω τη στάση λεωφορείου –δεν μπορεί, κάπου δίπλα στην έξοδο της προβλήτας θα είναι. Τη βρίσκω τελευταίος, όλη η σκιά έχει καταληφθεί από φορτωμένους παραθεριστές. Και τις βαλίτσες τους. Ανοίγω το κινητό –έχω σήμα, βρίσκω την πιο ηλιόλουστη μεριά, έξω από το πέτρινο κουβούκλιο της στάσης, τηλεφωνώ. Περιμένω.

«Εμπρός;» νυσταγμένη φωνή –σίγουρα κοιμόταν για να ξεπεράσει τον καύσωνα.

«Έλα, εγώ είμαι. Σε ξύπνησα ρε μαλάκα;»

«Εντάξει, αυτό είναι το λιγότερο. Τι θες;»

«Έκανα κάτι …»

«Και τι με νοιάζει εμένα;»

«Πρέπει να φύγω».

«Εντάξει. Έχεις την άδειά μου», γέλιο σα σκίσιμο σελίδας από τετράδιο, στην άλλη άκρη.

«Ξύπνα. Και κόψε τις αηδίες».

«Μάλιστα».

«Θα σε ξαναπάρω όταν τακτοποιηθώ».

«Θα περιμένω με αγωνία», δεύτερη σελίδα που σκίζεται.

«Σάλτα γαμήσου».

Στο λεωφορείο είμαι στριμωγμένος δίπλα στη μητέρα του καραβιού –ο γιος στέκεται κρεμασμένος από τη χειρολαβή. Στηρίζει τις βαλίτσες με κάτι ασπρουλιάρικα πόδια.

«Πρώτη φορά έρχεστε στο νησί;» το σώμα της αχνίζει κλεισούρα.

«Όχι, έχω ξανάρθει».

«Α, εμείς όχι. Είμαι με τον γιο μου –μόλις γύρισε από την Αμερική. Έρχεται κάθε χρόνο για διακοπές. Δουλεύει εκεί ξέρετε –στο πανεπιστήμιο».

Ο γιος καταλαβαίνει πως μιλάει γι΄αυτόν και δυσανασχετεί σα ντίβα του Χόλυγουντ. Πιάνω το βλέμμα του –δεν θέλω πολλές επαφές αλλά δεν δείχνει να το καταλαβαίνει. Χαμένος στη μητρική θαλπωρή.

«Ενδιαφέρον», λέω τελικά.

«Αχ, δεν ξέρετε πόσο χαίρομαι που τον έχω μαζί μου! Μέχρι και το κατάστημά μου έκλεισα για χάρη του! Έχω μαγαζί με εξωτικά αξεσουάρ στο κέντρο και τώρα είναι φουλ σεζόν για μένα. Αλλά χαλάλι του», κοιτάζει προς τα ασπρουλιάρικα πόδια στοργικά.

«Χαλάλι του –ελπίζω να το αξίζει», μου ξεφεύγει. Είχα πάντα το απωθημένο να γίνομαι αρεστός στις μαμάδες, να λέω τη σωστή κουβέντα –μου ξέφυγε τώρα κι ας μην έχω καμιά όρεξη.

«Το αξίζει, το αξίζει … κι ακόμα περισσότερα. Είναι καταπληκτικό παιδί!»

Κρατιέμαι να μη γελάσω. Άραγε ο μαλάκας καταλαβαίνει το ρεζιλίκι; Τον ενδιαφέρει καθόλου;

«Τα σημερινά παιδιά θέλουν προσοχή στην ανατροφή τους, γιατί στο τέλος, πάντα τον γονιό θα κατηγορήσουν» λέω προσπαθώντας να κρατήσω τα γέλια μου. Αν δεν μπορείς να το αποφύγεις –καφρίλεψέ το, έτσι ίσχυε από παλιά.

Mrs. Venable: Εντάξει, εντάξει. Θα καθίσω στο εδώλιο, κατηγορούμενη για γενναιοδωρία.

«Τι πράγμα;» πετάγομαι.

«Όπως τα λέτε. Έτσι είναι –συμφωνώ», λέει εκείνη με μια σκεπτική κίνηση του κεφαλιού.

Βρήκα ένα δωμάτιο με θέα την πλατεία. Δεν θέλω να βλέπω θάλασσα, δεν είμαι διακοπές με γυναίκα για να βλέπω θάλασσα. Το νερό βγάζει απεραντοσύνες και τέτοια –αγκαλιάζεσαι με τη γυναίκα για να προστατευτείς. Αλλά τώρα δεν θέλω. Δεν έχω κιόλας. Κοιτάζω τις παρέες που τρώνε εκεί κάτω. Ταβέρνες με ξένους κυρίως. Λίγοι Έλληνες, δεν είναι κοσμοπολίτικο το μέρος. Μυρίζει μέχρι το δωμάτιό μου –κρεμμύδι από χωριάτικες σαλάτες. Δεν πρόκειται να πάω για μπάνιο δεν είναι έτσι οι διακοπές μου. Φοβάμαι τη θάλασσα γιατί μου θυμίζει αποτυχημένες προσπάθειες αυτοκτονίας. Ήξερα κάποιον που ήθελε να πνιγεί –κολυμπούσε μέχρι εκεί που δεν άντεχε άλλο. Περίμενε να βουλιάξει. Στο τέλος ξεκουραζόταν και γύριζε πίσω. Πνίγηκε με ένα ψαροκόκαλο τελικά, δεν πρόλαβαν να τον πάνε στο νοσοκομείο –η θάλασσα σε βρίσκει, άμα θέλει.

Ακούω θόρυβο στο διπλανό δωμάτιο –παρακαλάω σιωπηλά κάθε υπαρκτό και ανύπαρκτο θεό να μην είναι η μητέρα με το γιο της. Δεν αντέχω τόση κοινωνικότητα, άσε που θα ξυπνήσω το επόμενο πρωί με τις φωνές της –«φάε όλο το πρωινό σου για να είσαι δυνατός». Τελικά δεν είναι –ευτυχώς. Μάλλον ζευγάρι μένει δίπλα. Δυστυχώς. Οι θεοί ήταν ειρωνικοί μαζί μου για μια ακόμα φορά.

Θα βγω τελικά έξω. Άρχισαν να πηδιούνται οι διπλανοί.

Παραγγέλνω φαγητό απλά για να καθίσω στην ταβέρνα. Ο σκοπός μου είναι το κρασί. Υπήρξε η εποχή της προδοσίας. Το κρύβαμε πίσω από απελευθερωμένες απόψεις –«δεν θέλουμε αποκλειστικότητα, τίποτα δεν ανήκει σε κανέναν». Τέτοια. Δεν ήμασταν έτοιμοι –κρύβαμε την ανασφάλειά μας πίσω από βαριές δηλώσεις. Την ήθελα. Μόνο δική μου και για πάντα. Νομίζω πως κι αυτή, κάπως έτσι ένιωθε. Απλά φοβόμασταν να το πούμε. Και κάποια γαμημένη αίσθηση επιβεβαίωσης –να δούμε πόσο μετράμε. Ακόμα. Έκλαιγα κρυμμένος στα παγκάκια κάθε πλατείας όταν πήγε με άλλον. Μου έριξε τη μηχανή, έσπασε ο αριστερός καθρέφτης, βούλιαξε το ντεπόζιτο –όταν πήγα με άλλη. Ποτέ δεν παραδεχτήκαμε τις ανασφάλειές μας. «Δεν θέλουμε αποκλειστικότητα, τίποτα δεν ανήκει σε κανέναν», αλλά η δική της περίπτωση ήταν διαφορετική. Και η δική μου περίπτωση ήταν διαφορετική. Όλα είναι διαφορετικά όταν αφορούν εμάς.

Mrs. Venable: Ο Sebastian έλεγε -«η αλήθεια είναι ο πυθμένας ενός απύθμενου πηγαδιού».

Εγώ: Και γιατί θέλεις να φύγεις;

Εκείνη: Γιατί δεν αντέχω άλλο –δεν αντέχω άλλο.

Εγώ: Ας προσπαθήσουμε, δεν μπορεί να τελείωσαν όλα.

Εκείνη: Δεν έχει νόημα.

Εγώ: Έχει να κάνει με τις παλιές ιστορίες;

Εκείνη: Με όλα έχει να κάνει.

Εγώ: Δεν φαινόταν να μας δημιουργούν πρόβλημα μέχρι σήμερα.

Εκείνη: Δεν υπάρχει λόγος να κοροϊδευόμαστε άλλο.

Εγώ: Δεν κοροϊδευόμαστε. Απλά προσπαθούμε να σώσουμε ότι έχουμε.

Εκείνη: Δεν ωφελεί.

Εγώ: Μήπως έχεις γνωρίσει κάποιον;

Εκείνη: Πάντα εκεί είναι το θέμα για εσάς τους άντρες –έτσι;

Εγώ: Δεν είναι δυνατό να χωρίσουμε. Δεν μπορούμε να βγούμε ζωντανοί από αυτό.

Mrs. Venable: Ο γιος μου ο Sebastian κι εγώ δημιουργούσαμε τις μέρες μας. Κάθε μέρα σμιλεύαμε την καινούργια μέρα σαν κομμάτι κάποιου γλυπτού, αφήνοντας πίσω μας ίχνη των περασμένων ημερών σαν γλυπτά σε γκαλερί, μέχρι που ξαφνικά, πέρσι το καλοκαίρι…

Περπατάω σε απόμερα σοκάκια ζαλισμένος από το κρασί. Ήταν ξύδι τελικά –καλύτερα να το ξερνούσα. Αν μπορούσα -θα ήταν πολύ βολικό για το στομάχι μου. Αλλά έχω χάσει κι αυτή την ικανότητα –κάποτε πήγαινα στην τουαλέτα ενός μπαρ για να ξεράσω και είδα μια κοπελίτσα της παρέας μας με τα μούτρα στη λεκάνη. Έπεσα πάνω της, να την βοηθήσω, να πλύνω το πρόσωπό της, να την ηρεμήσω από τα κλάματα. Από τότε έχασα την ικανότητα του εμετού. Με τον καιρό έχασα κάθε ικανότητα αντίδρασης. Στην αρχή έφυγαν οι ακραίες, οι καθαρτικές. Δεν απαντούσα στα χτυπήματα, δεν σηκωνόμουν μετά την πτώση, δεν έβγαινα εκτός εαυτού. Δεν άδειαζα.

Μετά έχασα τις αντιστάσεις μου στην προσβολή, στο ψέμα, στην λάθος άποψη. Δεν διαφωνούσα, δεν μιλούσα, δεν ενδιαφερόμουν. Ψέματα, ενδιαφερόμουν. Απλά δεν αντιδρούσα –δεν είχα όρεξη. Κουράγιο. Ικανότητα. Νεύρο. Ψυχή.

Μέχρι που, ξαφνικά, όλα ήρθαν πίσω -με έψαξαν και με βρήκαν. Μάλλον η αδράνειά μου οφειλόταν σε εκείνη. Εκείνη τη γυναίκα και εκείνη τη σχέση –όπως την είχαμε οδηγήσει. Μέσα από τους δρόμους της ακρότητας σε πεζοδρόμια παρατηρητικότητας. Προειδοποιούσαμε τους πάντες να τραβηχτούν στην άκρη –δεν θέλαμε να έχουμε θύματα. Πιάσαμε τοίχο, ακόμα κι εμείς, κάποια στιγμή –για να μην έχουμε απώλειες, λες κι αυτό ήταν ποτέ δυνατό!

Αλλά ήρθαν όλα και με βρήκαν όταν εκείνη σήμανε το τέλος –η επιθετικότητα, η τυφλή αντίδραση … Κι αυτή είναι ακόμα εκεί, δίπλα σε μια λίμνη εμετού, όσο εγώ δραπετεύω στις διακοπές μου.

Dr. Cukrowicz: Κάτι τρομακτικό συνέβη σε αυτό το κορίτσι, πέρσι το καλοκαίρι.

Κοιμήθηκα με το κλιματιστικό ανοιχτό και είχα την αίσθηση πως κρυβόμουν πλάι στη γραμμή παραγωγής ενός αθέατου εργοστασίου. Στο λεβητοστάσιο κάποιου πλοίου. Δίπλα στις γραμμές του ηλεκτρικού. Αυτό ήταν καλό γιατί δεν ένιωθα μόνος. Κι αυτό ήταν κακό γιατί είχα την αίσθηση πως με παρακολουθούν συνέχεια. Κρύωνα, ίδρωνα, στριφογύριζα ψάχνοντάς την δίπλα μου. Έβρισκα αποτσίγαρα και τσακισμένα κουτιά μπύρας, προσπαθούσα να τα παραμερίσω κι αυτά έκαναν θόρυβο χτυπώντας στις πέτρες. Όπως τότε που έπρεπε να σβήσουμε τη φωτιά στο βουνό. Αποκομμένοι –άνθρωποι κυκλωμένοι από σπίθες, αδιάφοροι για τις φλόγες που έγλυφαν κάθε μονοπάτι διαφυγής, κρυώνοντας κάτω από βρεγμένες πετσέτες. Είχαμε πέσει επί τόπου, σε πουπουλένια μαξιλάρια που φύτρωσαν ανάμεσα στα αγκάθια. Μαλακά, ορθοπεδικά στρώματα –το πρωί ξυπνήσαμε και το κεφάλι μας ακουμπούσε στις κοτρόνες, χαλίκια έβγαιναν από τις τσέπες μας. Το πρωί ξύπνησα τινάζοντας χώμα από το πρόσωπό μου –έκανα προσπάθεια για να σταθώ στα πόδια μου. Μια μπετονιέρα ανακάτευε χαλίκι στην απέναντι οικοδομή.

Φρόντισα περισσότερο μπορούσα να φαίνομαι αξιοπρεπής το πρωί. Πλύθηκα, χτενίστηκα –φόρεσα τα λιγότερο τσαλακωμένα μου ρούχα. Το ζευγάρι στο διπλανό δωμάτιο γκρίνιαζε σχεδιάζοντας το πρόγραμμα της ημέρας. Εκείνη ήθελε να γυρίσουν το νησί, αυτός ήθελε να αράξουν στην παραλία. Μετά, εκείνος ήθελε να πάνε στην πίσω πλευρά, την ερημική –αυτή ήθελε να πάνε στην πλαζ. Θα τους περνούσε μέχρι το μεσημέρι, πήγαινα στοίχημα. Άκουσα την πόρτα να κλείνει πίσω τους και βγήκα στο μπαλκόνι για να τους δω όταν κατέβαιναν. Μικρότεροι σε ηλικία από εμάς, ντυμένοι με αθλητικές φίρμες –αταίριαστες στον σωματότυπό τους. Γέλασα και επέστρεψα βιαστικά στο δωμάτιο για να το σχολιάσω μαζί της. Τι μαλάκες! Κλασσικοί παραθεριστές! Το σχόλιό μου πάγωσε στο άδειο δωμάτιο –και το κλιματιστικό δεν λειτουργούσε.

Αγόρασα εφημερίδα –να την ξεφυλλίσω μαζί με τον καφέ μου. Στην πλατεία ξεφόρτωναν ψωμί και κρουασάν. Μύριζε όμορφα. Δεν έγραφαν τίποτα γι΄αυτό που με ενδιέφερε. Καμιά ένδειξη, κανένα ίχνος. Περίμενα να τελειώσει το πρώτο μου τσιγάρο πριν τηλεφωνήσω.

«Έλα –έκανες τίποτα με αυτό που σου ζήτησα χτες;»

«Έχεις τρελαθεί; Τόσο γρήγορα;»

«Ξέρω πως μπορείς να το κάνεις και γρηγορότερα».

«Ναι –αλλά αν υπάρχει ανάγκη».

«Υπάρχει»

«Δηλαδή;»

«Σκότωσα τη γυναίκα μου», κοίταξα τα γύρω τραπέζια –ήταν ακόμα άδεια.

«Τι έκανες ρε μαλάκα;»

«Αυτό που είπα. Καυγαδίσαμε … ήθελε να φύγει …»

«Τι είναι αυτά που μου λες ρε;»

«Όπως στα λέω»

«Και μετά τι έγινε;»

«Έφυγα».

«Κι αυτή –τι την έκανες;»

«Την άφησα εκεί που ήταν. Μέσα στο σπίτι».

Mrs. Venable: Οι ζωές των περισσότερων ανθρώπων … Τι άλλο είναι, παρά ίχνη από συντρίμμια; Κάθε μέρα πιο πολλά συντρίμμια, πιο πολλά συντρίμμια: μακριά, μακριά ίχνη από συντρίμμια. Και δεν υπάρχει τίποτα για να τα καθαρίσει όλα αυτά, εκτός από τον θάνατο, τελικά.

«Τι είπες;»

«Ότι είσαι μαλάκας!»

«Πες μου κάτι καινούργιο. Λοιπόν, θέλω να φύγω. Έξω. Προτιμώ νότια. Κανόνισέ το».

«Καλά θα δω».

«Και κάτι ακόμα».

«Ναι;»

«Μπορείς να περάσεις από το σπίτι μου; Να δεις τι γίνεται;»

«Εντάξει ρε μαλάκα. Θα μιλήσουμε».

Είχα την υπόλοιπη μέρα για σκότωμα –όσο ανατριχιαστικά άσχετο κι αν ακούγεται αυτό. Πέρασα μια βόλτα από την παραλία και αποφάσισα να καθίσω εκεί -φύσαγε κάποιος δροσερός αέρας και υπήρχε αυτό το beach bar. Παράγγειλα κάτι εξωτικό, κάνοντας τα γλυκά μάτια στην γκαρσόνα. Μου χρειαζόταν, γιατί σκόπευα να μείνω ώρες εκεί –μερικά κερασμένα ποτά δεν θα με ενοχλούσαν. Αλλά έπρεπε να αποκτήσω επαφή με τη γκαρσόνα πριν πλακώσει ο πολύς κόσμος. Ασχημούλα με ξεχειλωμένο μαγιό.

«Δεν έχετε πολύ κίνηση. Είναι νωρίς ε;»

«Μπα. Φταίει που πάνε στην άλλη πλευρά της παραλίας –είναι ένα μπαρ ξενοδοχείου που παίζει ελληνικά».

«Α κατάλαβα γλεντζέδες! Εσείς όμως βάζετε μια χαρά μουσική».

«Ναι και την ακούμε μόνοι μας».

«Ε, μην το λέτε –είμαι κι εγώ εδώ».

«Σωστά –ένας πελάτης!»

«Μην ανησυχείτε –ξέρω να πίνω για 10. Θα σας το γεμίσω από μόνος μου το μαγαζί».

Γέλασε πηγαίνοντας να μου φτιάξει το ποτό. Δεν ήμουν σίγουρος πως αυτή ήταν η σωστή μέθοδος για να πιω τζάμπα. Δε βαριέσαι.

Ο ήλιος είχε ήδη κάψει την άμμο –κόντευε να αχνίσει μέχρι και τη θάλασσα. Σκεφτόμουν να βουτήξω μήπως δροσιστώ, αλλά δεν με κρατούσαν τα πόδια μου. Τα κοκτέιλ είναι ο θάνατος της θέλησης –ζάχαρη ανακατεύεται με αναθυμιάσεις αφήνοντας βαρύ στομάχι και ασήκωτο κεφάλι. Μουδιασμένη γλώσσα.

«Θέλετε κάτι ακόμα;»

Της δείχνω το ποτήρι προσπαθώντας να σφίξω τα δάχτυλά μου –«το ίδιο». Ελπίζω να κατάλαβε.

Είμαι λιώμα. Δεν ξέρω τι έχω πιει, αλλά υπολογίζω πως κοντεύει απόγευμα. Ένας μοναχικός άντρας, γοητευτικός (ας πούμε ότι το θολό, ζαλισμένο βλέμμα προσδίδει γοητεία), ήρεμος, παρατηρητικός -πίνει στις διακοπές του. Έχει αφήσει πίσω του τις σκοτούρες, την εργασιακή ρουτίνα, τις υποχρεώσεις –πίνει πολύ γιατί έχει σημαντικές υποχρεώσεις. Πίνει για να αποτοξινωθεί, να ξεσκάσει. Αυτός ήταν ο ρόλος που έπαιζα στη γκαρσόνα. Και γενικότερα. Στο άδειο μπαρ.

Είναι αδύνατο να σηκωθώ κι αν πάμε έτσι, η κοπέλα δεν θα μπορέσει να κλείσει ποτέ το μαγαζί.

«Πρέπει να κλείσεις;» τη ρωτάω.

«Μην ανησυχείς –το βράδυ κλείνουμε».

Έχουμε περάσει στον ενικό –δεν θυμάμαι από πότε. Ούτε πως και γιατί. Ανάμεσα στα ποτά που μου φέρνει, όταν δεν πλένει ποτήρια ή δεν γεμίζει το ψυγείο. Κάθεται στο τραπέζι μου για να καπνίσει κάποιο τσιγάρο.

«Πως και μόνος στο νησί;»

«Ε πως αλλιώς;»

«Φοράς βέρα, θέλω να πω …».

Κοιτάζω το χέρι μου. Έχει δίκιο.

«Συμβαίνουν αυτά. Αγαπάς κάποιον και είναι όλη σου η ζωή. Το χειρότερο είναι να σε αγαπάει κι αυτός. Γιατί αποκτάς σιγουριά. Εσύ κι εγώ, μωρό μου –και όλος ο κόσμος απέναντί μας, καταλαβαίνεις τι εννοώ; Δεν σε νοιάζει για τίποτα –είσαι σίγουρος, τέλειος, πατάς γερά. Και μετά … μια μέρα …».

«Χωρίσατε;»

«Μπα –αυτό θα ήταν αδύνατο. Τη σκότωσα».

Κοιτάζω λιγότερο ζαλισμένος από πριν. Την κοιτάζω. Πάει το προφίλ που καλλιεργούσα τόσες ώρες. Με κοιτάζει κι αυτή, σκεφτική. Πριν σκάσει στα γέλια. Γελάω μαζί της. Στην αρχή κάλπικα, μετά ξεκαρδίζομαι στ΄αλήθεια. Τελικά έχω χτίσει καλά το προφίλ μου.

Σηκώνεται.

«Το επόμενο κερασμένο από μένα. Να πάνε κάτω τα φαρμάκια».

«Και οι ενοχές», λέω. Το μετανιώνω αλλά ευτυχώς δεν άκουσε.

Έχει βραδιάσει και πονάω. Το κεφάλι μου. Πρέπει να φάω, δεν θα αντέξω για πολύ ακόμα. Η φιλενάδα μου η γκαρσόνα σχόλασε πριν από ώρες και ο τύπος που την αντικατέστησε δεν ήταν για πολλές κουβέντες. Μου έδωσε ραντεβού για αύριο –η γκαρσόνα. Να ξανάρθω, να ξαναπιώ. Πόσα με κέρασε; Μαλακίες! Δεν περνάει πλέον η μπογιά μου, πρέπει να το πάρω απόφαση. Περπατάω σε κυματιστά πλακόστρωτα.

Το φαγητό είναι εναντίον μου –είναι προφανές αυτό. Ξεφεύγει από το μαχαίρι και με ανατριχιάζει. Το μαχαίρι ξύνεται στο πιάτο. Στριγκλίζοντας. Και ξανά. Το ουρλιαχτό της. Θα έκλεινα τα αυτιά μου αλλά τότε θα το άκουγα δυνατότερο. Θα έκλεινα τα μάτια –δεν το κάνω γιατί δεν αντέχω να την αντικρίσω. Ξαφνικά τρέμω. Όλοι με κοιτάζουν. Χτυπάει το τηλέφωνο.

«Ποιος είναι;» ουρλιάζω.

«Τι έπαθες ρε; Έχεις φρικάρει;»

«Πες μου».

«Δεν έχω τίποτα να σου πω. Πήγα από το σπίτι σου».

«Και;»

«Τίποτα. Ησυχία. Άκρα του τάφου …»

«Κόφτο».

«Συγνώμη. Πάντως δεν φαίνεται τίποτα».

«Καλά. Ευχαριστώ».

«Θα σε ξαναπάρω για τα άλλα».

Δεν ξέρω πως κατάφερα να πληρώσω τον λογαριασμό στην ταβέρνα. Όλοι με κοιτούσαν ή ήταν η ιδέα μου –πράγμα ακόμα χειρότερο. Περπάτησα αργά. Μέχρι να στρίψω στη γωνία. Μετά περπάτησα με προφυλάξεις. Έτρεξα τα τελευταία μέτρα μέχρι τη σκάλα. Μπήκα στο δωμάτιο μου –δεν άναψα φώτα. Έκλεισα, κλείδωσα, ακούμπησα στην πόρτα. Γλίστρησα σιγά μέχρι το πάτωμα και είπα να μείνω εκεί. Απέναντι από το ανοιχτό παράθυρο –πηχτός αέρας, τσίκνα και μουρμούρα μουσικής έμπαιναν. Το διπλανό ζευγάρι έκανε μπάνιο για να ετοιμαστεί. Βραδινή έξοδος. Είχαν πηδηχτεί άραγε πριν; Ελπίζω ναι –δεν θα άντεχα να τους ακούω πάλι. Αποκοιμήθηκα κρατώντας τα μάτια μου ορθάνοιχτα.

Κρύο. Που βρέθηκε το κρύο μια τόσο ζεστή νύχτα; Βρέθηκε ακριβώς απέναντι μου –μάλλον επειδή μούδιασαν τα διπλωμένα μου γόνατα. Έτρεμα. Να πάω μέχρι το κρεβάτι. Έτρεμα να πάω μέχρι το κρεβάτι. Τράβηξα τελικά τη λεπτή κουβέρτα, διπλώθηκα και κύλησα στο ενδιάμεσο. Το πόδι μου ακουμπάει στην πόρτα. Το χέρι μου μπερδεμένο σε κάποιο χαλάκι. Ξεφτισμένο. Υπερλούξ το δωμάτιο! Κοιμάμαι δύσκολα, προσπαθώντας να ξανακοιμηθώ. Αύριο είναι μια άλλη μέρα. Ελπίζω να μην έρθει ποτέ.

Κουδουνίζει στην τσέπη μου. Ο ήλιος που μπαίνει από το παράθυρο. Φρέσκος ήλιος, δεν καίει. Ακόμα. Κουδουνίζει στην τσέπη μου το τηλέφωνο. Επιτέλους –ελπίζω να βρήκε αυτά που του ζήτησα. Ανοίγω τη συσκευή πριν ακόμα την φέρω κοντά στο αυτί μου.

Εγώ: Έλα τι έγινε ρε; Το κανόνισες;

Εκείνη: Εγώ είμαι.

Εγώ: …

Εκείνη: Που είσαι; Έφυγες τόσο απότομα!

Εγώ: Που είσαι;

Εκείνη: Εκεί που με άφησες. Που αλλού;

Εγώ: …

Εκείνη: Είσαι καλά;

Εγώ: Ναι.

Εκείνη: Πρέπει να μιλήσουμε. Ίσως …

Εγώ: Είναι πολύ αργά πλέον.

Αφήνω το τηλέφωνο δίπλα μου. Σηκώνομαι. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Κρατιέμαι σφιχτά –νύχια στο ξύλο. Ο ήλιος προχωράει, γυρίζοντάς μου την πλάτη. Δεν έχει καμιά διαφορά.

Catherine Holly: Είναι εδώ γιατρέ. Η δις Catherine είναι εδώ.

Παρασκευή, Ιουνίου 15, 2007

Το "1984" ποτέ δεν τελείωσε

Ξεκινήσαμε κάποια κουβέντα τις τελευταίες μέρες, με τον Σκιές –για ένα ποστ που θέλει να γράψει. Ελπίζω να το κάνει σύντομα, γιατί είναι πολύ ενδιαφέρον το θέμα που τον απασχολεί και πολύ συναρπαστική η προσέγγισή του. Αλλά, με έβαλε σε σκέψεις. Έτσι είμαι εγώ, σα βαγόνι τρένου, θέλω ατμομηχανή για να κινηθώ.

Σκέφτηκα λοιπόν για το κομμάτι εκείνο που αφήσαμε σχεδόν ανέγγιχτο στην κουβέντα μας, γιατί το θεωρήσαμε προφανές, πασίγνωστο, πολυσυζητημένο. Δεν μιλήσαμε καθόλου για την «παγκοσμιοποίηση», με άλλα λόγια. Μα, θα μου πεις, δεν υπάρχει τίποτα να συζητηθεί σχετικά με την παγκοσμιοποίηση –το ξέρουμε πια, η παγκοσμιοποίηση είναι κακό, είναι ο διάβολος, ο 666. Μπορεί να έχεις δίκιο, μπορεί και να είσαι φειδωλός στην περιγραφή σου. Αλλά, ας μιλήσουμε λίγο για την παγκοσμιοποίηση.

Και, για να αρχίσουμε μαζί της –ο όρος είναι λάθος. Δεν είναι δικό μου αυτό, το διάβασα κάπου –γεγονός όμως είναι πως ο όρος «παγκοσμιοποίηση» είναι σκέτος ευφημισμός. Ξέμεινε από την εποχή της πρωτόλειας διαφήμισης του φαινομένου, από την εποχή που μιλούσαν όλοι για ένα «πλανητικό χωριό», για την «κοινωνία της πληροφορίας» και άλλα τέτοια φουτουριστικά. Όμως, στην εφαρμογή αποκαλύφθηκε η ουτοπικότητα του όρου –δεν ήταν «παγκοσμιοποίηση» αυτό, ήταν «δυτικοποίηση».

Θυμήσου το ξεκίνημα της πληροφοριακής έκρηξης –τότε που οι υπολογιστές μας δεν ήταν σε θέση να διαβάσουν άλλες γραμματοσειρές εκτός από την λατινική στο διαδίκτυο. Υπήρχε τότε το πρόβλημα -ο θείος μου στην Αμερική δεν μπορούσε να διαβάσει ειδήσεις από τις αθλητικές ιστοσελίδες γιατί ο υπολογιστής του δεν υποστήριζε άλλους χαρακτήρες πέραν των λατινικών. Στην πορεία, το πρόβλημα ξεπεράστηκε, αλλά η αιτία παρέμεινε.

Ο προηγμένος δυτικός κόσμος (βλέπε ΗΠΑ και μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη), μέσω των αυξημένων τεχνολογικών δυνατοτήτων του κατάφερε να κυριαρχήσει στη διακίνηση και τη διαχείριση της πληροφορίας. Χωρίς αντίπαλο στο γήπεδο (μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ) έθεσε τους δικούς του κανόνες στο παιχνίδι –εύκολο ήταν. «Αν ελέγχεις τα μέσα, ελέγχεις και την πληροφορία» -αυτό δεν είναι τίποτα καινούργιο. Μόνο που, πλέον, τα μέσα δεν είναι ο ραδιοφωνικός και ο τηλεοπτικός σταθμός της πρωτεύουσας –τα μέσα οριοθετούνται στο διαδίκτυο. Γι΄αυτό η κατοχή τους ξεκίνησε από τις βασικές πλατφόρμες –πάει να πει από τα λειτουργικά συστήματα. «Δημιουργώντας το περιβάλλον επικοινωνίας, ελέγχεις και την ίδια την επικοινωνία» –αυτή είναι, μάλλον, η εξελιγμένη μορφή του παραπάνω ορισμού. Τι χρειάζεται για την δημιουργία του επικοινωνιακού περιβάλλοντος; Κατοχή τεχνογνωσίας. Ο δυτικός κόσμος την έχει και μάλιστα, αυστηρά πατενταρισμένη. Πες μου ένα λειτουργικό σύστημα που δημιουργήθηκε στην Ασία, τη Λατινική Αμερική, ή την Αφρική. Δεν υπάρχει –αυτό ακριβώς εννοώ. Κατέχοντας τις γραμμές κώδικα, κατέχουμε τη δύναμη να κατευθύνουμε την πληροφορία, να την παρακολουθήσουμε και να την εμπλουτίσουμε τόσο πολύ ώστε να την αχρηστεύσουμε.

Ο όρος «παγκοσμιοποίηση» το έκρυβε επιμελώς –ο όρος «δυτικοποίηση» το αναδεικνύει. Ποιο; Μα το γεγονός της ισοπέδωσης των τοπικών ιδιαιτεροτήτων. «Είμαστε το πλανητικό χωριό και μπορούμε πλέον να επικοινωνούμε μεταξύ μας χωρίς να μας εμποδίζουν τα σύνορα», έλεγαν τότε. Ξεχνούσαν να προσθέσουν ότι «μπορούμε να επικοινωνούμε μεταξύ μας, αλλά μόνο στη δίκη μας γλώσσα». Η δυτικοποίηση ήταν τελικά η νέα μέθοδος εισβολής –μόνο που γινόταν με έξυπνο τρόπο. Δεν ήταν πλέον αναγκαία η εδαφική κατοχή, έφτανε η κυριαρχία του κώδικα επικοινωνίας.

«Παγκόσμια αγορά», είπαν ζητωκραυγάζοντας –τι ευτυχία! «Δυτική αγορά» εννοούσαν, αφού η μονάδα συναλλαγής είναι το δολάριο ή το ευρώ και όχι το ρούβλι, το πέσο ή η ρουπία. Και ξέρεις κάτι; Αν όλα πωλούνται και αγοράζονται σε συγκεκριμένο νόμισμα, αυτός που κατέχει το νόμισμα είναι σε πλεονεκτική θέση. Εσύ που ζεις στην άλλη πλευρά και πληρώνεσαι σε πέσος θα πρέπει να ανταλλάξεις πριν συναλλαγείς. Κι όπως έλεγε ένας παλιός καθηγητής μου, «αν θέλεις να εξατμίσεις τα χρήματά σου –ο μόνος σίγουρος τρόπος είναι να τα μετατρέπεις συνέχεια σε διαφορετικό νόμισμα».

Φυσικά, πέρα από το νόμισμα, υπάρχει και η τιμολογιακή πολιτική. Που συντάσσεται ο τιμοκατάλογος; Μα φυσικά στον δυτικό κόσμο. Στη βάση των οικονομικών δυνατοτήτων των υπηκόων της Δύσης –ο υπόλοιπος κόσμος μπορεί να δουλεύει για την παραγωγή των προϊόντων, αλλά δεν θα αποκτήσει ποτέ πρόσβαση στην διανομή τους. Έχεις αντίρρηση; Σύγκρινε τον κατώτατο μισθό του Γερμανού πολίτη με τον αντίστοιχο μισθό του Ινδού και έλα μετά να μου μιλήσεις για «ελεύθερη αγορά». Το «παγκόσμια» άστο καλύτερα –ηχεί πλέον σαν μακάβριο αστείο.

Που εντοπίζεται το σφάλμα της «δυτικοποίησης»; Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για καπιταλιστικές δομές και ιμπεριαλιστικές τάσεις –αλλά θα οδηγούμασταν σε μια ακόμα γενικόλογη θεώρηση. Εντάξει, αυτές είναι οι αιτίες, αλλά ας ασχοληθούμε με το αποτέλεσμα. Κι αυτό δεν είναι άλλο από την επίδειξη συγκεκριμένης συμπεριφοράς που κατευθύνει τις ενέργειες δυτικοποίησης.

Ο δυτικός άνθρωπος θέλει να δίνει, αλλά δεν έχει μάθει να παίρνει. Και λοιπόν; Είναι κακό αυτό; Μάλλον ναι. Και για να το εξηγήσω θα πρέπει να πάμε λίγο πίσω, στις γενεσιουργές αιτίες του φαινομένου:

Υπήρχε μια παραδοχή, κοινή στις περισσότερες κουλτούρες, που απλά εκφραζόταν με διαφορετικούς τρόπους. Και αυτή δεν ήταν άλλη από την «υποχρέωση ανταπόδοσης που δημιουργείται με το δώρο». Το δώρο δεν ήταν ποτέ δωρεάν –«το δώρο θέλει αντίδωρο», έλεγε το υπόλειμμα της συγκεκριμένης παραδοχής στο χωριό μου (το κανονικό, όχι το «πλανητικό» –μη χέσω). Δεν σε βάζανε φυλακή αν δεν ανταπέδιδες το δώρο, αλλά έχανες μέρος της κοινωνικής σου καταξίωσης –αυτό λέγεται «θεσμός» και έχει δημιουργηθεί «από κάτω», γι΄αυτό και διαφέρει από τον «νόμο» που έρχεται «από πάνω».

Με την επικράτηση του χριστιανισμού, η συγκεκριμένη παραδοχή κλονίστηκε. Βλέπεις, ο χριστιανισμός πρέσβευε το αξίωμα «δώσε χωρίς περιμένεις αντάλλαγμα». Αλλά ήταν έτσι; Όχι ακριβώς –γιατί το συγκεκριμένο αξίωμα έλεγε τη μισή ιστορία. Το κομμάτι που συμπλήρωνε την πρόταση ήταν «γιατί η ανταμοιβή σου σε περιμένει μετά θάνατον». Μην συγχέεις το συγκεκριμένο κομμάτι με ανάλογες ισλαμικές δοξασίες –γιατί, στο Ισλάμ η «μετά θάνατον ανταμοιβή» αφορά πράξεις που γίνονται για χάρη του Προφήτη (που δεν είναι εδώ τριγύρω για να μας τις ξεπληρώσει) και, άλλωστε, δεν είναι ο ισλαμισμός κυρίαρχος στις δυτικές κοινωνίες.

Ο χριστιανισμός αναπλάστηκε στις δυτικές κοινωνίες, αγκαλιά με τον, τότε, νεοφερμένο καπιταλισμό και έτσι τροποποιήθηκε το προτεσταντικό δόγμα. Όπου, η ανταμοιβή για τις καλές πράξεις των ανθρώπων έρχεται μεν στη «μετά θάνατον ζωή», αλλά κάποια σημάδια της θεϊκής εύνοιας εμφανίζονται στην «παρούσα ζωή». Ο πιστός δεν χρειάζεται να αγωνιά γιατί ο Θεός θα του δείξει άμεσα αν περιλαμβάνεται στους «εκλεκτούς» του. Πως; Μα ευλογώντας τις δουλειές του και βοηθώντας τον να πλουτίσει. Άρα, οι «εκλεκτοί» περνάνε «ζωή χαρισάμενη» ήδη –όσοι πεινάνε και δυστυχούν, απλά πληρώνουν τα κρίματά τους ΚΑΙ σε αυτή τη ζωή. Ούτε αυτό είναι δικό μου –ο Μαξ Βέμπερ το λέει στην «Προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού» κι ο Μαξ Βέμπερ δεν ήταν κομμουνιστής –εντάξει;

Αυτό το συνονθύλευμα «φαίνεσθαι» και «υπάρχειν», μπολιασμένο με την ανώτατη επιδίωξη του καπιταλιστικού συστήματος για την «μεγιστοποίηση του κέρδους» είναι ότι κυριαρχεί στον δυτικό τρόπο σκέψης και ότι προκαθορίζει τις σχέσεις του δυτικού κόσμου με τους υπόλοιπους λαούς.

Δες λίγο τις ανθρωπιστικές οργανώσεις και τον τρόπο με τον οποίο βοηθάνε τον Τρίτο Κόσμο. Ρίξε μια ματιά στις αποστολές (θρησκευτικού ή άλλου προσανατολισμού) που επιστρέφουν από τις αφρικανικές ή ασιατικές χώρες. Τι πήραν αυτοί οι άνθρωποι από τους λαούς με τους οποίους συναναστράφηκαν; Σε τι άλλαξε η οπτική τους; Σε τίποτα! Απλώς πήγαν, έδωσαν την ελεημοσύνη τους, εισέπραξαν χαμόγελα ευγνωμοσύνης και έφυγαν όπως ακριβώς είχαν έρθει. Αφήνοντας πίσω τους κάτι χειρότερο από την αισχροκέρδεια με την οποία διαχειρίζονται οι κρατικές αρχές την ανθρωπιστική βοήθεια. Αφήνοντας πίσω τους προσβολές. Γιατί οι άνθρωποι τους οποίους επισκέφτηκαν, αντιμετωπίζουν το «χωρίς ανταπόδοση δώρο» σαν κατευθείαν πλήγμα στον τομέα της κοινωνικής τους καταξίωσης. Περίεργο ε; Όλοι αυτοί οι «βρωμιάρηδες του Τρίτου Κόσμου» δεν είναι, τελικά, ζητιάνοι! Κοίτα κάτι πράγματα!

Όταν φύγουν οι «ελεήμονες λευκοί» εμφανίζονται τα μεγαλοστελέχη, για τα οποία, έχει ήδη προετοιμαστεί το έδαφος. Και τα μεγαλοστελέχη αγοράζουν. Γη, ανθρώπους, πλουτοπαραγωγικούς πόρους –τα πάντα. «Παγκοσμιοποίηση» με λίγα λόγια. Να φοράς παπούτσια αμερικάνικης σχεδίασης, από δέρμα αφρικανικών ζώων, που φτιάχτηκαν σε ασιατική χώρα και συσκευάστηκαν στη Λατινική Αμερική –λειτουργία ενός νέου δουλοκτητικού συστήματος με άλλα λόγια και προς όφελος των δυτικών.

Τελικά λοιπόν η «δυτικοποίηση» είναι ολέθρια για τους υπόλοιπους λαούς –πέραν της Δύσης. Αλλά γιατί θα πρέπει να με νοιάζει εμένα; «Εμείς ανήκομεν εις την Δύσιν», που έλεγε και ο αείμνηστος Τριανταφυλλίδης. Εμείς καθόμαστε και καλοπερνάμε πίνοντας το αίμα των άλλων –δεν τρέχει τίποτα. Λάθος! Και δεν το εννοώ από ανθρωπιστικής πλευράς –αυτά είναι προσωπικές επιλογές ενώ εδώ το θέμα μπαίνει σε γενικό επίπεδο.

Η δυτικοποίηση πολτοποιεί κι εμάς τους Δυτικούς. Η έννοια της «δυτικότητας» (γαμώ τους νεολογισμούς μου!), στην οποία αναφέρομαι, δεν έχει καμιά σχέση με τις παραδόσεις και τις παραδοχές του Δυτικού πολιτισμού. Δεν υπάρχει τίποτα από την Αναγέννηση, τη Γαλλική επανάσταση, τη Γερμανική πολιτική παράδοση, την Αμερικάνικη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας (και φυσικά δεν υπάρχει τίποτα από την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία) σε αυτή τη «δυτικότητα». Εντάξει, ας μη γινόμαστε υπερβολικοί –κάτι υπάρχει. Κι αυτό είναι το ντρεσάρισμα όλων των παραπάνω παραδόσεων, το καλούπωμα των παραδοχών τους προκειμένου να ταιριάξουν στο καινούργιο δόγμα.

Η περίφημη αρχή της υπεράσπισης της ανεξιθρησκίας, που θεμελιώθηκε στη Γαλλική επανάσταση, μετατράπηκε σε απαγόρευση της θρησκευτικής έκφρασης εφόσον αυτή σε διαφοροποιεί από τους συμπολίτες σου, σε μια Γαλλία που απαγορεύει να κυκλοφορούν γυναίκες με μαντίλα.

Οι φιλελεύθερες αρχές της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας μετατράπηκαν σε επιθετικούς πολέμους που χαρακτηρίζονται ως αμυντικοί και σε κρατική τρομοκρατία με το πρόσχημα της υπεράσπισης αυτής της ίδιας της Αμερικάνικης Ανεξαρτησίας.

Και η εκπληκτική σχετικοποίηση των αξιών που αποτέλεσε τη βάση ανάπτυξης της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, μετατράπηκε σε νεκροφιλική ανωτερότητα από τους σύγχρονους τιμητές των αρχαίων φιλοσόφων.

Με αυτή τη λογική, αν θέλαμε να προσωποποιήσουμε τους εκφραστές της «παγκοσμιοποίησης»-«δυτικοποίησης» θα μιλούσαμε εξίσου για τον Μπους, τον Μπλερ, τον Σαρκοζί, τη Μέρκελ και τον Σόρος όσο και για τον Λεπέν, τον πάπα Βενέδικτο αλλά και τον Ζουράρι, τον Καρατζαφέρη, τον Χριστόδουλο και τον Ανδρουλάκη. Αν βολεύει σε κάτι η προσωποποίηση ενός δογματισμού.

Το ερώτημα λοιπόν τίθεται κάπως έτσι: Σε ενοχλεί να είσαι κακέκτυπο οργουελιανού μυθιστορήματος;

Σε ενοχλεί να μην έχεις ιστορία (αφού η ιστορία αλλάζει κάθε μέρα, ανάλογα με τα κυρίαρχα συμφέροντα); Σε ενοχλεί να μην έχεις τη δυνατότητα διαμόρφωσης της δικής σου πολιτιστικής ταυτότητας (αφού η κυρίαρχη προπαγάνδα διαμορφώνει τον κώδικα συμπεριφοράς μαζικά και σε παγκόσμιο επίπεδο); Σε ενοχλεί να σου επιβάλουν άλλοι ακόμα και το τι θα ονειρευτείς (αυτό που προβάλλεται στα μέσα χειραγώγησης-ενημέρωσης κι αυτό που κυριαρχεί στο διαδίκτυο); Σε ενοχλεί να είσαι αποκομμένος από τη δυνατότητα πληροφόρησης (λόγω του όγκου της πληροφορίας); Σε ενοχλεί να είναι προδιαγεγραμμένη η ζωή σου από την κούνια ως το μνήμα (μέσα από συγκεκριμένες και αυστηρά οριοθετημένες θεσμικές διαδικασίες);

Αν ναι –είσαι εναντίον της «παγκοσμιοποίησης»-«δυτικοποίησης». Αν όχι, τρέχα γρήγορα στο καινούργιο πολυκατάστημα. Έχουν προσφορά μια τηλεόραση wide screen μαζί με το τελευταίο μοντέλο του αυτοκινήτου που ήδη οδηγείς!

Και, αν είναι έτσι τα πράγματα –ποια θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν λύση; Να σπάσουμε τους υπολογιστές, να κάψουμε τα αυτοκίνητα, πετώντας πάνω τους αναμμένους δέκτες τηλεόρασης; Γιατί όχι; Και μετά να επιστρέψουμε στις σπηλιές και να πάρουμε τα πράγματα πάλι από την αρχή! Ε; Ας σοβαρευτούμε.

Η λύση, μάλλον βρίσκεται σε προσωπικό επίπεδο και δεν είναι άλλη από την συνειδητοποίηση της κατάστασης. Αλλά αυτό προβλέπει ανοιχτά αυτιά και ανοιχτά μάτια –για να βλέπουμε και όσα δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε. Γιατί βλέποντας, ακούγοντας, ρωτώντας -διαμορφωνόμαστε. Κυρίως ρωτώντας –έτσι νομίζω. Ρωτώντας και ακούγοντας την απάντηση, όχι ρωτώντας απλά για να έχουμε χρόνο προετοιμασίας του επόμενου τσιτάτου μας. «Ρωτώντας προχωράμε», όπως λένε κι εκείνοι.

Δευτέρα, Ιουνίου 11, 2007

Αστερόσκονη σε σκονισμένα γραφεία

Δεν έχω γνωρίσει πολλούς σημαντικούς ανθρώπους. Εννοώ, ότι ξέρω πολλούς καταπληκτικούς, ξεχωριστούς, ιδιαίτερους –ακόμα και ηρωικούς. Αλλά είναι κάποιοι που περπατάνε στο νερό και μετά το κάνουν κρασί για να κεράσουν ανάπηρους που περπατάνε κουβαλώντας τα κρεβάτια τους. Έχεις την εικόνα; Γι’ αυτό ακριβώς μιλάω –μην το ψάχνεις.

Αυτή λοιπόν ήταν σημαντική κι αν θέλεις να βάλεις κάτι ακόμα σε προτρέπω να το κάνεις, δεν θα πέσεις πολύ έξω. Όταν εγώ ήμουν νέος υπάλληλος στο Δημόσιο, σε μια Υπηρεσία με «ανθρώπινο πρόσωπο» -περίεργο, αλλά συμβαίνει καμιά φορά. Κάποια μέρα ήρθε η φήμη της, σαρωτική σαν αύξηση φορολογικού συντελεστή, τρομακτική σαν ανεμοστρόβιλος σε παραπήγματα και απλώθηκε στα διπλανά γραφεία για να της στρώσει τον δρόμο.

«Επιστρέφει από τις Βρυξέλλες, έληξε η θητεία της στην Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία, έρχεται για Διευθύντρια σε μας!» Μαζική υστερία! Γυναίκες που έψαχναν τη νομοθεσία για πρόωρη συνταξιοδότηση, άντρες που παρακαλούσαν για μετάταξη, κοπέλες που πηδούσαν από τα μπαλκόνια. Εντάξει –όχι κι έτσι. Αλλά περίπου.

Δεν ήξερα. Είχα και τις δικές μου σκοτούρες –τραβιόμουν με κάποιο πρόγραμμα που με είχε βάλει στις παρυφές του κυκλώνα, αφού ήμουν επαρκώς ασήμαντος για να μπω στο μάτι του. Ρώτησα.

«Ποια είναι αυτή ρε παιδιά;»

«Σκύλα!»

«Τόσο πολύ;»

«Και λίγα λέμε. Ξέχνα τις άδειες, ξέχνα τη χαλαρότητα, ξέχνα την κατανόηση. Θα πήξεις όσο δεν μπορείς να φανταστείς και μετά τα πράγματα θα σφίξουν ακόμα περισσότερο».

«Τι λέτε ρε;»

«Αυτό που ακούς. Σκύλα αφιονισμένη».

Έτσι έλεγαν οι φήμες. Άκουγα ιστορίες για κοπέλες που έκλαιγαν κρυμμένες στις τουαλέτες γιατί αυτή σιχαινόταν να βλέπει γυναίκες που κλαίνε. Γινόταν έξαλλη και τις ξεφορτωνόταν –σα μύγες που ζουζουνίζουν σε ξενοδοχείο 5 αστέρων. Άκουγα διηγήσεις για Γενικούς Γραμματείς που έψαχναν τον Υπουργό για να υποβάλλουν παραίτηση –τσακισμένοι από την επιμονή της. Άκουγα, άκουγα …

Και μετά άλλαξα Διεύθυνση. Δεν το επεδίωξα –απλά έτυχε να χρειάζονται κάποιον ασήμαντο σε μια σημαντική θέση -δεν δυσκολεύτηκαν να με εντοπίσουν.

Ήμουν πάνω στη μεταφορά των προσωπικών μου ειδών όταν την συνάντησα στο πλάι του παλιού μου γραφείου. Είχα ανοιχτό ακόμα εκείνο το πρόγραμμα, χρειαζόμουν τον παλιό μου υπολογιστή για να κανονίσω κάποιες συναντήσεις. Μια μικροκαμωμένη γυναίκα που είχε μπει στην πέμπτη της δεκαετία –ήσυχη μου φάνηκε, ευγενική.

«Δεν σας πειράζει που χρησιμοποιώ τον χώρο σας. Δεν είναι έτοιμο ακόμα το γραφείο μου …»

«Μα τι λέτε; Κάντε δουλειά σας!»

Αυτά. Μετά την ξέχασα, μέχρι την επόμενη φορά που γύρισα στο παλιό μου γραφείο και την βρήκα ακόμα εκεί.

«Καλημέρα σας».

«Γεια σας. Ακόμα δεν τακτοποιηθήκατε;»

«Ακόμα».

Στοίβαξα κάτι έγγραφα σε φακέλους για να τα μεταφέρω …

«Βλέπω, φροντίσατε να δραπετεύσετε από τη Διεύθυνση πριν ακόμα έρθω».

«Εγώ; Μα τι λέτε;»

«Στον ενικό παρακαλώ!»

Το σκέφτηκα. Τι ακριβώς ήταν αυτή η γυναίκα;

«Δεν δραπέτευσα, ούτε την κοπάνησα. Απλά με έβαλαν σε διαφορετική Διεύθυνση, δεν τους το ζήτησα εγώ. Ούτε σε ήξερα από παλιότερα –άρα, γιατί να την κοπανήσω;»

«Κρίμα», είπε κουρασμένα. «Γιατί θα αλλάξουν πολλά σε αυτή τη Διεύθυνση και χρειαζόμουν καινούργια άτομα».

«Ναι κρίμα», συμφώνησα καθαρά από ευγένεια. Και μετά, αποφάσισα να τη δοκιμάσω. Θέλεις γιατί χρειαζόμουν κάποια στήριξη στο κολλημένο μου πρόγραμμα και ήξερα πως αυτή ήταν αρκετά δυνατή για να μου την παράσχει; Θέλεις από περιέργεια; Ποιος ξέρει.

«Δηλαδή, τι θα αλλάξεις; Δεν καταλαβαίνω. Εδώ δεν γίνεται τίποτα. Εδώ έχουμε υποθέσεις που δεν κουνιούνται ούτε με μπουλντόζα».

Εκείνη την εποχή, κάποιο από τα ερευνητικά ιδρύματα που εποπτεύαμε, είχε μείνει χωρίς Διοικητικό Συμβούλιο. Ο Υπουργός δεν δεχόταν να υπογράψει την Απόφαση Σύστασης, γιατί υπήρχαν δυο κενές θέσεις και βαριόταν να ψάξει ποιοι θα τις καλύψουν. Ο Γενικός Γραμματέας δεν πρότεινε άτομα για να μην τσακωθεί με αυτούς που θα άφηνε απέξω. Κι ο απερχόμενος Διευθυντής περίμενε να πέσουν τα άτομα από τον ουρανό. Όσο αυτό δεν γινόταν, οι εργαζόμενοι δεν πληρώνονταν, οι καθαρίστριες δεν μάζευαν τα σκουπίδια και τα καλοριφέρ δεν ζέσταιναν. Γραφειοκρατική παράλυση. Της τα είπα.

«Εντάξει, αυτό λύνεται εύκολα», μου απάντησε και φαινόταν να το εννοεί.

Ακόμα ένα άτομο χωρίς επαφή με την πραγματικότητα –συμπέρανα. Το συγκεκριμένο θέμα βάλτωνε για περισσότερο από ένα χρόνο. Την λυπόμουν προκαταβολικά! Αλλά, όχι πολύ. Γιατί είχε αρχίσει να μου τη δίνει η σιγουριά της που μετατρεπόταν σε απαξίωση για όλους εμάς τους υπόλοιπους. «Τι δηλαδή; Μπρίκια κολλάμε εμείς; Ήρθε η κυρία από τας Βρυξέλλας να μας μάθει τη δουλειά μας;»

Γι΄αυτό ακριβώς είχε έρθει. Πήρε την απόφαση που λίμναζε στα βαλτόνερα του πρωτοκόλλου, συμπλήρωσε δυο ονόματα από τον κατάλογο υποψηφίων, «γιατί αυτοί;» εξοργίστηκε ο Γενικός Γραμματέας, «έχεις άλλους να προτείνεις;» τον ρώτησε εκείνη, «δεν είναι έτσι απλά τα πράγματα, θέλει σκέψη», ομολόγησε ο Γενικός, «σκέψου το εσύ όσο θέλεις –εγώ πάω την Απόφαση στον Υπουργό, με ή χωρίς την υπογραφή σου». Είχε πει.

Και το είχε κάνει. Στρώθηκε έξω από το γραφείο του Υπουργού, μια ολόκληρη βδομάδα, με την Απόφαση στα χέρια. Από το πρωί ως το βράδυ και πάλι πίσω. Μέχρι που βαρέθηκε να την αγνοεί ο Υπουργός και υπέγραψε πανηγυρικά την Απόφαση.

Είχε γυρίσει νικήτρια, αλλά χωρίς χαμόγελα και τυμπανοκρουσίες. Κάποιοι ήθελαν να τη συγχαρούν –δεν είχε χρόνο. Κάποιοι άλλοι ήθελαν να την αμφισβητήσουν –και, όντως το έκαναν γιατί αυτοί είχαν χρόνο.

Εμένα πάντως με έπεισε. Όχι ότι μπορεί να κάνει τα πάντα –όχι ακόμα –αλλά πως έχει διάθεση να το παλέψει. Γι΄αυτό και την έμπλεξα στο κολλημένο μου πρόγραμμα. Μαλακία μεγάλη! Ανευθυνότητα νέου υπαλλήλου που νομίζει πως όλα μπορούν να γίνουν αδιαφορώντας για το κόστος. Ξεκόλλησε πρόσκαιρα το πρόγραμμά μου και τσακώθηκε για χάρη του με όλους τους πολιτικούς της φίλους. Γιατί η γυναίκα ήταν πολιτικό πρόσωπο –οργανωμένη από την εποχή της δικτατορίας, στα πρώτα ψευτοαριστερίστικα βήματα του ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια κάπου εκεί γύρω μέσα –έξω από το Κόμμα που ήθελε να λέγεται «Κίνημα». Καταλήγοντας δίπλα στους τεχνοκράτες του Σημίτη πλέον –ένα προφίλ που της πήγαινε γιατί η γυναίκα ήταν μηχανή αποτελεσματικότητας. Και τώρα βρισκόταν, ανεπιθύμητη –από τις πρώτες μέρες που πάτησε το πόδι της στην Ελλάδα. Έφταιγα γι΄αυτό –όχι απόλυτα, βλέπεις έτσι ήταν η φύση αυτής της γυναίκας –αλλά έφταιγα.

Την πήραν από την Υπηρεσία μου και της έδωσαν μια θέση Ειδικής Γραμματέως σε άλλο, κουλτουριάρικο, Υπουργείο –να ησυχάσει το κεφάλι τους. Κι εκείνη πήγε μέσα στην τρελή χαρά γιατί είχε κάποιο σχετικό όραμα, έτσι έλεγε. Αποχαιρετώντας την πρόσεξα τα χέρια της. Πρησμένες παλάμες και δάχτυλα στρεβλωμένα –σαν παιδικό μπαλόνι με πέντε ουρές. Φουσκωμένο το μπαλόνι, ξεφούσκωτες οι ουρές. «Παραμορφωτική αρθρίτιδα» -έτσι μου το είπαν. Χτυπάει σε χέρια και πόδια, ο άτυχος ασθενής είναι σχεδόν ανάπηρος ακόμα κι όταν δεν υποφέρει από φρικτούς πόνους. Ανάπηρη; Αυτή; Μπορείς να το πεις και έτσι. Μόνο που διέθετε περισσότερη ενεργητικότητα από 10 υγιείς υπαλλήλους και έγραφε περισσότερα χιλιόμετρα με το αυτοκίνητό της από ταξιτζή σε πρωινή βάρδια. Ανάπηρη; Αυτή; Ωραίο αστείο!

Δεν είχε περάσει ούτε μήνας στην καινούργια της θέση, όταν με πήρε τηλέφωνο.

«Έλα εδώ, πάρε απόσπαση. Θα κάνουμε φοβερά πράγματα».

«Μα … έχω ένα κάρο υποχρεώσεις εδώ που είμαι!»

«Μαλακίες έχεις! Γραφειοκρατική διεκπεραίωση κάνεις –εδώ μιλάμε για σχεδιασμό! Μην το σκέφτεσαι –πάρε απόσπαση και έλα».

Όσο καιρό δούλευα στο Δημόσιο είχα πάρει ειδίκευση στα Κοινοτικά Προγράμματα. Εκείνη την εποχή κλείναμε το Δεύτερο –πολλή δουλειά, έλεγχοι έργων, μεταφορές αδιάθετων κονδυλίων … Τρέχαμε σαν τα στρουμφάκια με δύσπιστους Κοινοτικούς υπάλληλους πάνω από τα κεφάλια μας, αγωνιζόμασταν να μη χάσουμε δραχμή. Ελέγχαμε, διορθώναμε, υποβάλλαμε … γραφειοκρατική διεκπεραίωση, είχε δίκιο. Εκείνη με ήθελε για τον σχεδιασμό του Τρίτου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης –δημιουργική δουλειά, πάει να πει.

Πέρασα για μια εθιμοτυπική επίσκεψη από το γραφείο της και κατάλαβα αμέσως γιατί τρωγόταν να δουλέψω μαζί της. Ένα καλαίσθητο γραφείο με ακριβά έπιπλα σε κάποιες κυριλέ εγκαταστάσεις –αλλά, αυτό ήταν όλο. Δεν είχε ούτε στυλό να κάνει τη δουλειά της (για υπολογιστή δεν το συζητάμε). Ήταν ξένη σε ένα Υπουργείο που φημιζόταν για τις οικογενειακές του σχέσεις –άνοιγες τον τηλεφωνικό κατάλογο –500 υπάλληλοι μοιράζονταν 50 επώνυμα. Που να χωρέσει αυτή και το όραμά της; Χρειαζόταν κάποιον συνεργάτη και της είχαν δώσει μια γραμματέα κλεπτομανή –δεν κάνω πλάκα. Κλεπτομανής γραμματέας, αλλά με 5 θείες και 25 ξαδέρφια να δουλεύουν στο Υπουργείο. Τέτοια πράγματα.

Το σκέφτηκα. Δεν ήθελα να φύγω –ήμουν καλά βολεμένος στη θέση μου, είχα φίλους και ανθρώπους που χαιρόμουν να τους λέω «καλημέρα». Ήμουν σχεδόν εργασιακά ευτυχισμένος –αν εξαιρέσεις την πανωλεθρία από εκείνο το πρόγραμμα που έλεγα παραπάνω. Μετά την αποχώρησή της μας πήρε η μπάλα και μας σκόρπισε σαν κορίνες του μπόουλινγκ. Τέλος πάντων, έχω γράψει γι΄αυτά παλιότερα –να μην επανέρχομαι.

Δεν ήθελα να φύγω –αυτό ήταν το θέμα, αλλά ένιωθα πως της είχα κάποια υποχρέωση. Με συνάρπαζε και η δουλειά που υποσχόταν, δέχτηκα λοιπόν να ζητήσω απόσπαση. Μετά ήρθε ένας μαρτυρικός μήνας, όπου δούλευα, παράλληλα, και στα δύο Υπουργεία, έτρωγα βρισίδι σε ημερήσια βάση από τον Γενικό μου Γραμματέα –«θέλεις να φύγεις ε; την έχετε δει όλοι σας μεγάλα κεφάλια –τρομάρα σας!» -και περίμενα να γεννηθεί η κόρη μου. «Μια εποχή στην κόλαση» που λέει κι ο ποιητής, μέχρι να πάρω την απόσπασή μου, οπότε είδα τα δόντια της πραγματικής κόλασης –εκείνης που δεν περιγράφουν ούτε καν οι ποιητές.

Ώρες ατέλειωτες, μέρες ολόκληρες πάνω σε προτάσεις, κείμενα σχεδιασμού, πίνακες τεχνικών προδιαγραφών. Αδιάκοπες σελίδες ξεβράζονταν από τον εκτυπωτή –σελίδες που τις είχα μάθει απέξω, γιατί εκείνη έδινε καινούργια έννοια στον χαρακτηρισμό «απαιτητική». Έγραφα, έσβηνα, τύπωνα, έσκιζα -ψάχνοντας να αποτυπώσω τις ιδέες που είχε στο μυαλό της και προσπαθώντας να τις θωρακίσω από όλες τις πάντες. Συνέχεια και συνέχεια. Βρέθηκαν δίπλα μου κι άλλοι δυο άτυχοι –όλοι μαζί πληρώναμε τα ξεσπάσματά της.

«Δεν ξέρετε τίποτα, δεν αξίζετε για τίποτα! Δεν είστε ικανοί να κάνετε το παραμικρό!»

Σε κάποια φάση φόρτωσα.

«Αν δεν σου κάνουμε να μη μένουμε με το ζόρι. Άσε μας να γυρίσουμε στις παλιές μας δουλειές και βρες καλύτερους. Δεν υπάρχει λόγος να σε ταλαιπωρούμε».

Μαζεύτηκε. Ίσως είδε τα όριά μας.

«Πήγαινε στο γραφείο σου και κάνε τη δουλειά σου. Και άσε τις γκρίνιες», μουρμούρισε ενώ εγώ θα την έπνιγα ευχαρίστως.

Μετά από μερικές μέρες, όταν πίναμε κάποιο χαλαρό καφέ μου είχε εκμυστηρευτεί …

«Εντάξει, μπορεί να το παράκανα με τους άλλους. Όμως εσύ είσαι δική μου επιλογή και πρέπει να είμαι αυστηρή μαζί σου. Για να μη νομίζουν οι άλλοι πως σε έφερα βυσματικά –πρέπει να αποδεικνύεις πως αξίζεις τη θέση σου κάθε μέρα. Κατάλαβες;»

«Κατάλαβα ότι δεν μου τα είχες πει αυτά όταν ζήτησες να δουλέψω εδώ. Και δεν μπορώ να παίζω τον σάκο του μποξ, αυτό κατάλαβα».

«Δεν κατάλαβες! Δεν υπάρχουν επιλογές –έτσι είναι τα πράγματα και πρέπει να τα καταφέρουμε. Και, άλλη φορά μη μου αντιμιλήσεις μπροστά στους υπόλοιπους. Αν βλέπεις κάτι λάθος να μου το λες κατ΄ιδίαν. Ο διευθυντής δεν μπορεί να παραδεχτεί το σφάλμα του μπροστά στους υφισταμένους –δεν το ξέρεις αυτό;»

Αμίλητος, σκεφτόμουν που είχα μπλέξει. Άσε που ήξερα πως δεν υπήρχε πλέον διέξοδος –ήμασταν σε αυτό τον δρόμο και έπρεπε να τον τραβήξουμε μέχρι όσο μας έπαιρνε.

Η κόρη μου γεννήθηκε και, με το ζόρι πήρα άδεια να πάω στο μαιευτήριο. Τα μωρά έχουν σκοτούρες, το ξέρεις αυτό και η δουλειά ερχόταν να με βρει κάθε πρωί, άυπνο, διαλυμένο. Δε γαμιέται; Φάση είχε και στην τελική ανάλυση κάναμε όντως πράγματα και θάματα. Εκείνη είχε αναπτύξει μια στρατηγική –έδινε στο ελεεινό υπαλληλικό κατεστημένο του Υπουργείου ένα κομμάτι από την πίτα και αξιοποιούσε το υπόλοιπο, με τον καλύτερο τρόπο. Σαν κατάβαση από καταρράχτη με πατίνι, έτσι έμοιαζε εκείνη η εποχή.

Εκείνη βρισκόταν μονίμως στην τσίτα. Συναντήσεις, διαβουλεύσεις, σχεδιασμός, πολιτική –μια γυναίκα με παραμορφωμένα άκρα προσπαθούσε να σπρώξει ένα ολόκληρο Υπουργείο. Επισκέψεις Κοινοτικών υπαλλήλων, ξεναγήσεις στα κατσάβραχα κι αυτή εκεί –δίπλα τους, με το υπηρεσιακό της ταγέρ και τα τακούνια. Συμφώνησαν σε όλα οι Κοινοτικοί, ενέκριναν τα πάντα –μετά έφυγαν κι αυτή διαλύθηκε. Τα πόδια της δεν την κρατούσαν πλέον –«πρέπει να εγχειρισθεί επειγόντως για ολική ανάταξη οστών» ήταν η διάγνωση.

«Γαμώ το στανιό μου –τι τα ήθελες τα κατσάβραχα με τη γόβα, αφού τα πόδια σου ήταν σε τέτοια κατάσταση;» γκρίνιαζα χαζεύοντας καμιά δεκαριά βελόνες βιδωμένες σε κάθε κόκαλο που υπήρχε στα πέλματά της. Την είχα επισκεφτεί στο σπίτι της –ανίκανη να περπατήσει, ανίκανη να εξυπηρετηθεί από μόνη της ήταν.

«Και τι ήθελες δεν κατάλαβα δηλαδή! Να με περνάνε για ανάπηρη οι Κοινοτικοί ή να αφήσω τον κάθε γελοίο μόνο του μαζί τους; Άσε τις γκρίνιες και πες μου. ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΟΥ ΕΦΕΡΕΣ ΤΟΥΣ ΦΑΚΕΛΛΟΥΣ ΠΟΥ ΣΟΥ ΖΗΤΗΣΑ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ; ΛΕΙΠΩ ΚΑΙ ΤΟ ΕΧΕΤΕ ΡΙΞΕΙ ΣΤΟΝ ΧΑΒΑΛΕ; ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΔΟΥΛΕΙΕΣ!»

«Ρε παιδί μου, μια χαρά πάμε, κάτσε να γίνεις καλά …»

«Δεν περιμένουν αυτά τα πράγματα. Αύριο σας θέλω όλους εδώ να με ενημερώσετε. Εντάξει;»

«Μα …»

«Άσε τις γκρίνιες είπα!»

Έφυγα βρίζοντας για μια ακόμα φορά –μαζί της είχα καταλάβει πως τα όρια της ανθρώπινης υπομονής, μπορούν (υπό προϋποθέσεις) να γίνουν ανεξάντλητα.

Μετά γίναμε αυτοκινούμενη Υπηρεσία. Κάθε δεύτερη μέρα την περνάγαμε σπίτι της –μας περίμενε πάντα ετοιμοπόλεμη.

«Να σε ρωτήσω –ποιος κάνει τις δουλειές του σπιτιού; Ποιος σε βοηθάει; Δεν βλέπω κανέναν όσες φορές έχουμε έρθει».

«Κανένας δεν με βοηθάει. Γιατί να με βοηθάει; Ανήμπορη είμαι;»

Κοίταξα τις βελόνες απέναντι μου κι έβγαλα τον σκασμό. Είχε κάποιο δίκιο –μόνο ανήμπορη δεν ήταν.

Εκείνες τις μέρες μας είχε μιλήσει για τα νεανικά της χρόνια, για τις δύσκολες εποχές που «Πανεπιστήμιο» και «γυναίκα» ήταν όροι ασυμβίβαστοι. Πως είχε φύγει από το χωριό για την πρωτεύουσα, πως είχε φύγει από την πρωτεύουσα για τη Γερμανία. Διδακτορικό τον καιρό της χούντας –εξωφρενικά πράγματα!

Στη Γερμανία είχε γνωρίσει τον έρωτα της ζωής της –έναν φοιτητή με τον οποίο γύρισε τη μισή Ευρώπη, συνεπιβάτης σε μοτοσυκλέτα. Πήγαν και στο χωριό της, όταν τους είδαν οι συχωρεμένοι οι γονείς της κόντεψαν να μείνουν στον τόπο. Δυο φαντάσματα πάνω σε μια σκισμένη σέλα –αργότερα χώρισε με τον φοιτητή.

«Τι να τον κάνω; Εγώ δεν μπορώ να ανεχτώ ούτε τον εαυτό μου, θα ανέχομαι άλλους; Άσε με στην ησυχία μου».

Μόνο αυτά έμαθα για το παρελθόν της.

Όσο ανάρρωνε στο σπίτι, άλλαξε ο Υπουργός. Όταν επέστρεψε στη θέση της βρήκε το χαρτί της παραίτησης να την περιμένει πάνω στο γραφείο. Ο καινούργιος Υπουργός το είχε ετοιμάσει με κάθε επισημότητα –μόνο η υπογραφή της έλειπε. Γιατί ο καινούργιος Υπουργός είχε κάποιο δικό του άτομο –έτσι πάνε τα πράγματα. Άμα έχεις εμπνευσμένη πολιτική θέλεις και τους δικούς σου πεφωτισμένους για να την υλοποιήσουν. Εκείνη δεν χώραγε στο καινούργιο σχήμα –τόσο απλά. Της έβγαλαν κι έναν δεκάρικο για την άοκνη προσφορά της και μετά τράβηξαν το καζανάκι.

Έφυγε και μας άφησε μαλάκες. Σε ένα εχθρικό Υπουργείο με τη στάμπα «άνθρωποι της προηγούμενης ηγεσίας». Μας τύλιξαν, λοιπόν, με σελοφάν και μας έχωσαν στο ψυγείο. Φοβήθηκαν, βλέπεις, να μας διώξουν κι εμάς –γιατί ήξεραν πως έχει ο καιρός γυρίσματα. «Θες να ξαναγυρίσει και να τρέχουμε; Άστους στα αζήτητα –μην τύχει και τους ψάχνει κανένας αύριο!»

Εκείνη έγινε Διοικήτρια νοσοκομείου –ήταν το επόμενο κόλλημά της, με τόσα τρεξίματα που είχε φάει λόγω υγείας. Κόντεψαν να μου πέσουν τα μαλλιά όσο τη φανταζόμουν να κοντράρει το ιατρικό κατεστημένο –εκεί είχαν σπάσει τα μούτρα τους ολόκληροι «πολιτικοί ογκόλιθοι», αυτή, η εύθραυστη, η καχεκτική θα γλίτωνε;

Κι όμως γλίτωσε. Είχα πάει να τη δω μετά από 3-4 μήνες και τρόμαξα να καταλάβω πως έμπαινα σε νοσοκομείο. Κόσμος που χαμογελούσε στους διαδρόμους, καθόλου ουρές έξω από τα ιατρεία, νοσοκόμες που έτρεχαν –διαστημικά πράγματα! Έξω από το γραφείο της ένας άντρας με κινητικά προβλήματα έκανε γραμματεία.

«Πετάτε εδώ μέσα –μπράβο ρε συ!» παρατήρησα.

«Ναι καλά είναι. Βέβαια μου έχουν κάνει 6-7 ΕΔΕ μέχρι σήμερα, αλλά κάτι γίνεται. Τα νοσοκομεία πρέπει να είναι προσανατολισμένα στην ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου. Δεν γίνεται να παθαίνεις κατάθλιψη όταν μπαίνεις για νοσηλεία. Δεν μπορούμε να ανοίγουμε μια πληγή για κάθε μια που θεραπεύουμε», είπε ψάχνοντας κάτι χαρτιά.

«Μεγάλα λόγια», απάντησα πικρόχολα.

«Από κάπου πρέπει να αρχίσει κανείς», γέλασε.

Μιλήσαμε για διάφορα. Η ώρα είχε πάει 8 το βράδυ όταν φύγαμε παρέα. Με το αυτοκίνητό της -πάντα ήθελα να δω πως κατάφερνε να οδηγεί. Στην πίσω πλευρά του νοσοκομείου σταμάτησε, βλέποντας κάποιον να περιφέρεται.

«Τι έγινε Γιάννη; Ήρθαν οι πανσέδες που παραγγείλαμε;»

«Μάλιστα, μάλιστα –θα τους φυτέψουμε αύριο».

«Θα φτιάξουμε έναν καταπληκτικό κήπο εδώ πίσω», είπε σε μένα.

«Γιατί;» αναρωτήθηκα. «Ποιος θα τον βλέπει;»

«Αν τον φτιάξουμε όλο και κάποιος θα τον βλέπει. Άσε που θα βρει λόγο ύπαρξης κι ο κηπουρός. Δέκα χρόνια τον πληρώνουμε για να χτυπάει κάρτα. Ας έχει και κάτι να περιποιείται», μου απάντησε.

Έκανα καιρό να ακούσω νέα της, αφοσιωμένος στην πλήξη μου. Την ξαναθυμήθηκα μετά τις εκλογές –όταν οι ψηφοφόροι αποφάσισαν να αλλάξουν το ΠΑΣΟΚ με τη Ν.Δ., χρησιμοποιώντας το γνωστό κριτήριο ταβέρνας. «Τόσον καιρό, όλο χοιρινό παραγγέλνουμε –δεν δοκιμάζουμε και το μοσχάρι, να δούμε τι λέει;» Κάπως έτσι παίζει η πολιτική συνείδηση της μειοψηφίας που επιλέγει κυβερνήσεις, σε μια δημοκρατία που μπορείς να επιλέξεις μόνο μεταξύ δύο. Δημοκρατία είπα; Δυοκρατία πες καλύτερα.

Μόνο που οι Δεξιοί ήταν πολύ καιρό έξω από τα κόλπα και ήρθαν με μάτι αγριεμένο. Σκούπισαν τα πόστα στο πλαίσιο της εφαρμογής της δικής τους «μεταρρύθμισης» –ξήλωσαν και τους Διοικητές νοσοκομείων μέσα στη γενική καθαριότητα. Εκείνη ξαναγύρισε στην παλιά της Υπηρεσία –εκεί που την είχα πρωτογνωρίσει. Μαζί με πρώην Ειδικούς και Γενικούς Γραμματείς, πρώην Διοικητές, πρώην Διευθυντές –όλοι μαζί στοιβαγμένοι σε ένα γραφειάκι 3 επί 3, με προϊστάμενο κάποιο πρώην εξαφανισμένο τυφλοπόντικα. Από αυτούς που ζουν στον Δημόσιο τομέα και είναι τόσο άχρηστοι που δεν βρίσκεται θέση να αξιοποιηθούν, ακόμα κι όταν το κυβερνών κόμμα έχει βολέψει όλους τους δικούς του, του εν δυνάμει δικούς του, τους εχθρούς του και 5-10 περαστικούς.

Γιατί κάπως έτσι ήταν. Είκοσι χρόνια κυβέρνηση οι προηγούμενοι, είχαν αξιοποιήσει σχεδόν τους πάντες. Οι μόνοι που έμεναν στα αζήτητα ήταν οι καταφανώς άχρηστοι. Αυτοί που επικαλέστηκαν διώξεις και καβατζάρισαν θέσεις χωρίς το παραμικρό, άλλο, προσόν.

Εγώ πάλι, περνούσα τις μέρες μου κάνοντας συγκριτικές διαπιστώσεις. Οι προηγούμενοι ήταν αλαζόνες, αυτοί ήταν πεινασμένοι. Οι προηγούμενοι ήταν έμπειροι στην αρπαγή, αυτοί ήταν άσχετοι. Απατεώνες που σου άνοιγαν το χρηματοκιβώτιο με λοστό, ενώ ο κωδικός ήταν κολλημένος σε εμφανές σημείο. Με αποτέλεσμα να μπλέκουν δημόσιους υπάλληλους στις βρωμιές τους. Κράτα το λίγο αυτό, θα σου το εξηγήσω αργότερα.

Γιατί προηγήθηκε η διάλυση του Τρίτου Κοινοτικού Πλαισίου –των πακέτων που έχει η χώρα και πορεύεται την τελευταία εφταετία. Επί ΠΑΣΟΚ, οι υπεύθυνοι ήταν κάτι έμπειροι τύποι που μπορούσαν να πουλήσουν κλιματιστικό σε Εσκιμώο. Σκατά έκαναν, καλά έκαναν οι Κοινοτικοί υπάλληλοι έλεγαν κι «ευχαριστώ» από πάνω. Οι Δεξιοί τους ξήλωσαν αυτούς και έβαλαν κάτι δικούς τους. Αδέξιους. Μετά, θέλησαν να κάνουν αναδιανομή στο φαγωμένο (από τους προηγούμενους) πακέτο, για να ρίξουν χρήματα στις δικές τους εκλογικές περιφέρειες και να φάνε οι δικές τους εταιρείες –το γάμησαν και ψόφησε το Τρίτο.

Έπειτα άρχισαν να βάζουν χέρι στα λιμά –κάτι μελέτες, κάτι απευθείας αναθέσεις, ψιλοπράγματα για τους ημέτερους. Εκεί τραβήχτηκα εγώ, που έπρεπε να πληρώσω μια παράνομη απευθείας ανάθεση με υπογραφή Υπουργού. «Βρε καλοί μου, βρε χρυσοί μου –σπάστε τη σύμβαση στα δύο να μην είναι παράνομη –όπως έκαναν οι προηγούμενοι!» Τίποτα αυτοί. «Οι προηγούμενοι ήτο απατεώναι. Εμείς δεν θα υποπέσουμε στα ίδια σφάλματα. Πληρώστε και βγάλτε το σκασμό –ολόκληρος Υπουργός υπογράφει».

Τους έβαλα να φτιάξουν κάποιο χαρτί που έλεγε πως έχουν πλήρη την ευθύνη για τη σύμβαση, πως εγώ απλά ελέγχω τα δικαιολογητικά πληρωμής, τους προειδοποίησα πως έτσι έσωζα το δικό μου κεφάλι, αδειάζοντάς τους πλήρως –δεν είχαν καμιά αντίρρηση –να πάρουν μόνο τα φράγκα νοιάζονταν. «Κι αύριο βλέπουμε».

Αλλά αυτοί καρφώνονταν από μόνοι τους –ο Υπουργός τον Υφυπουργό –γυρόφερνε, επίσημος προσκεκλημένος στα γραφεία ο Τριανταφυλλόπουλος. Τριγύριζαν εκείνοι, φοβισμένοι σαν κουτάβια, έτρεμαν να κατουρήσουν όρθιοι στις τουαλέτες μην τους πάρει κανένα μάτι. Και όταν έληξε η απόσπασή μου δεν την ανανέωσαν –με γύρισαν πίσω στην παλιά μου Υπηρεσία, πετώντας χαλαρά τα δύο χρόνια ειδικής εκπαίδευσης που είχα πάρει για τη συγκεκριμένη θέση. Πήρα το καπελάκι που δεν είχα κι έφυγα –αν αυτούς δεν τους ένοιαζε γιατί θα έπρεπε εγώ να αγχωθώ;

Στην παλιά μου Υπηρεσία βρήκα καθεστώς «σοκ και δέους». Οι παλιοί διευθυντές ήταν υπάλληλοι ατόμων που δεν ήξεραν ούτε καν μια ξένη γλώσσα. Κάθε νέος Διευθυντής είχε από δίπλα του έναν κολαούζο για να του διαβάζει τα μέιλ –γιατί οι υπολογιστές είναι μηχανήματα του διαβόλου, δεν πρέπει να τα ανοίγεις μόνος σου. Ένας παλιός Διευθυντής, Δεξιός βαμμένος, είχε παραιτηθεί δυο μέρες πριν συνταξιοδοτηθεί. Βλέπεις, τον είχε κάνει Διευθυντή η προηγούμενη κυβέρνηση γιατί είχε προσόντα ο άνθρωπος και οι καινούργιοι δεν του το συγχώρεσαν ποτέ. Τον ξέχεζαν σε βάρδιες μέχρι που δεν άντεξε άλλο! Και οι καραγκιόζηδες έκαναν την παραίτησή του δεκτή –δυο μέρες πριν βγει στη σύνταξη! Μέχρι και στη Βουλή έκαναν ερώτηση γιατί φεύγει τόσος κόσμος, κυνηγημένος από την Υπηρεσία. Αλλά δεν ίδρωσε κανενός το αυτί –τι περίμενες δηλαδή;

Εφάρμοζαν επίσης, το σύστημα «ρολόι» -προφανώς εμπνευσμένοι από τις ομάδες βόλεϊ. Έπαυαν κάποιον παλιό προϊστάμενο και μετά τον έκαναν τουρνέ. 2 μήνες στην Α’ διεύθυνση, 3 μήνες στη Β’, 2 μήνες στη Γ’ και πάει λέγοντας. Τουριστικό πρακτορείο είχε καταντήσει η παλιά, καλή μου Υπηρεσία –κάτι λένε πως θα την καταργήσουν κιόλας, γι΄αυτό οι παλιοί μου συνάδελφοι είχαν βγει στους δρόμους δίπλα στους φοιτητές. Τις προάλλες.

Και χαφιέδες, οι κλασσικοί δεξιοί χαφιέδες –σε ρωτούσαν τη γνώμη σου με στυλάκι εξομολογητή στη Μακρόνησο. «Πες μου τέκνο μου, άνοιξε την ψυχή σου, εξομολογήσου». Κι ότι έλεγες πήγαινε τσιφ στους αποπάνω.

«Μην πεις σε ποια θέση θέλεις να σε τοποθετήσουν. Κρύψε τα προσόντα σου, μην τους πεις για ειδικές εκπαιδεύσεις. Μόνο έτσι μπορεί να σε βάλουν στη θέση που θέλεις –κατά λάθος. Αλλιώς θα σε πετάξουν στο ακριβώς αντίθετο από αυτό που ξέρεις», μου έλεγε μια παλιά συνάδελφος. Αυτό λέγεται «αξιοποίηση στελεχιακού δυναμικού», για να μη μπερδεύεσαι το αναφέρω.

Τη βρήκα πίσω από κάποιο γραφείο με διαστάσεις ένα επί μισό. Έχεις δει τα βοηθητικά γραφειάκια που κολλάνε δίπλα στα κανονικά για να βάζουν τον υπολογιστή; Τέτοιο πράγμα. Αγωνιζόταν με έναν μισοτελειωμένο bic να συμπληρώσει κάποια αναφορά –δεν τα κατάφερνε όμως, γιατί τα δάχτυλά της δεν δίπλωναν. «Παραμορφωτική αρθρίτιδα» -θυμάσαι;

«Καλά, τόσο γαϊδούρια είναι; Ούτε ένα πισί δεν σου έχουν δώσει;»

«Ποιο πισί; Και η καρέκλα που κάθομαι δανεική είναι –όταν γυρίσει η κοπέλα από το απέναντι γραφείο θα την πάρει πίσω», γέλασε.

«Αυτό ρε γαμώτο είναι πολιτική δίωξη! Γιατί δεν κάνεις κάτι;»

«Κάνω».

«Τι κάνεις;»

«Το υπομένω».

«Βγες στη σύνταξη τότε. Θα σπάσουν τα νεύρα σου μ΄αυτή την κατάσταση».

«Όχι δα! Δεν θα τους δώσω τη χαρά να με ξεφορτωθούν τόσο εύκολα. Εδώ θα μείνω μέχρι να φύγουν».

«Κι αν δεν φύγουν;»

«Θα φύγουν. Όλοι φεύγουν. Μόνο εμείς μένουμε –δεν το έμαθες τόσον καιρό;»

«Να σε βοηθήσω στην αναφορά που φτιάχνεις; Να τη γράψω εγώ;»

«Γιατί; Κουλή είμαι;»

Έσκυψε το κεφάλι της πάνω στο χαρτί και έμεινα να κοιτάζω τον αέρα πάνω της. Δεν ξέρω τι έψαχνα –κάποιο φωτοστέφανο ίσως. Αλλά αυτά χορηγούνται κατόπιν αιτήσεως στην Αρχιεπισκοπή –κι έτσι δεν βρήκα τίποτα εκεί πέρα.

Δεν τη χαιρέτησα για να μην τη διακόψω. Κάποια κοινή γνωστή μου είχε πει πως το τελευταίο διάστημα ασχολιόταν με τη ζωγραφική. Είχε ήδη συμμετάσχει σε μια έκθεση, με περιορισμένη επιτυχία.

Έκλεισα την πόρτα του, ασφυκτικά γεμάτου, γραφείου και κατευθύνθηκα προς το δικό μου. Στις σκάλες τσακώνονταν δυο τύποι –κατακόκκινοι, στα πρόθυρα του εγκεφαλικού. Μια κοπέλα κάρφωνε στον πίνακα ανακοινώσεων την προκήρυξη κρίσεων για κάποια διευθυντική θέση. Ακόμα μια διευθύντρια είχε παραιτηθεί –από τις παλιές. «Και πολύ το άργησε, απορούσαμε πως άντεχε», μουρμούριζαν κάποιοι αργόσχολοι που είχαν μαζευτεί μπροστά στον πίνακα.

Έκλεισα την πόρτα του γραφείου μου. Κοίταξα τις καταστάσεις μισθοδοσίας που έπρεπε να ενημερώσω –αυτές ήταν οι καινούργιες μου αρμοδιότητες. Και ξεράθηκα στα γέλια.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι