Κάποιους ανθρώπους είναι γραφτό να τους γνωρίσεις επειδή, τελικά, πρέπει να πληρώσεις για τα κρίματά σου σε αυτή τη ζωή (λόγω ελλείψεως άλλης). Δεν ξέρω τι αμαρτίες έχω κάνει, αλλά ένα μεγάλο κομμάτι τους θα πρέπει να ανήκει στη θεωρητική σφαίρα –γι΄αυτό γνώρισα τον Σκιές. Είναι η τρίτη φορά που κάνω ποστ με αφορμή κάτι που αυτός έγραψε και, τώρα, προσπάθησα να το αποφύγω όσο γινόταν περισσότερο.
Όμως είχαν έρθει εκείνα τα τρία ποστάκια του pikei (άλλο βάσανο αυτός –φαίνεται πως οι θεωρητικές μου αμαρτίες είναι βαρύτερες από του Κάουτσκυ και του Γκορμπατσόφ μαζί) -υπάρχει μια ατέλειωτη κουβέντα στο δικό του μπλογκ που μου άφησε κενά κατανόησης.
Το ποστ του Σκιές είναι
εδώ και την κουβέντα να πας
εκεί να τη διαβάσεις, γιατί είναι πολύ πιθανό να παραφράσω τις απόψεις, προσπαθώντας να τις παρουσιάσω συνοπτικά.
Ο Σκιές, λοιπόν, εκφράζει την άποψη πως αν γραφόταν σήμερα η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή θα έπρεπε να ονομάζεται «Ισμήνη» και την τεκμηριώνει επαρκώς. Δανείζομαι δυο κομμάτια από δικά του σχόλια (γιατί το ποστ είναι πολύ μασίφ και δεν τεμαχίζεται ούτε με ηλεκτρικό πριόνι):
«To “πρόβλημα” με την Ισμήνη είναι οτι δεν μπορεί να βαδίσει σε συγκρουσιακές λογικές. Δεν μπορεί να έρθει σε ρήξη. Κι εκεί πηγαίνει και ο παραλληλισμός με μια μερίδα σημερινών ανθρώπων: οτι ενώ μεν είναι κατανοητή η ανάγκη της σύγκρουσης, η ανάγκη αυτή δρά αντιστρόφως ανάλογα βουλιάζοντας τον ολοένα και περισσότερο στον καναπέ».«Μέσα σε αυτό το κλίμα οντολογικής διαφοράς, είναι νομίζω εύκολο να σχετικοποιηθεί και η πολιτική και κοινωνική ανάλυση, να επιχειρηματολογήσει κανείς τόσο υπέρ όσο και κατά της συγκρουσιακής ανάγκης και λογικής. Πόσοι μπαίνουν στην διαδικασία να αναρωτηθούν για τα θέματα αυτά είναι ένα άλλο θέμα, αλλά από οποιαδήποτε θέση κι αν ξεκινήσει κάποιος δύσκολα θα αποφύγει την ισοσθενική αντί-θεση. Κι όπως όταν στο διάνυσμα μιας διελκυστίνδας δρούν δυο ισοσθενείς δυνάμεις με αντίθετη φορά φτάνουμε στην αμηχανία και την ακινησία, έτσι και σε ένα διάλογο για ένα ζήτημα από δύο αντίθετες κι εξίσου ισοσθενείς απόψεις φτάνεις στην α-μηχανία της μη-ενέργειας».Συνοπτικά, στου pikei, κουβεντιάζεται το θέμα της εισόδου στη Βουλή ακροδεξιών και λοιπών φασιστοειδών. Υπάρχει μια διαφωνία σχετικά με την στάση που θα πρέπει κανείς να τηρήσει απέναντι σε αυτό το φαινόμενο. Κάποιοι υποστηρίζουμε την, ακόμα και βίαιη αν χρειαστεί, αφαίρεση του δικαιώματος των ανθρώπων αυτών να νομιμοποιήσουν τις θέσεις του μέσω του (οποιουδήποτε) διαλόγου, κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν την αντιμετώπισή τους σε επίπεδο επιχειρημάτων και την συνακόλουθη γελοιποίησή τους μέσα από τον παραλογισμό των ίδιων τους των θέσεων.
Πιστεύω πως, χρησιμοποιώντας τις θέσεις του Σκιές, μπορεί να βγουν κάποια συμπεράσματα σχετικά με την «αντιπαράθεση» στο ποστ του pikei. Χρήσιμα συμπεράσματα; Το μόνο χρήσιμο είναι η οδοντογλυφίδα όταν πέφτεις πάνω στη γυναίκα της ζωής σου, ενώ πριν λίγο έτρωγες σπανακόπιτα. Όλα τα άλλα τίθενται υπό αμφισβήτηση.
Μετά τα αποτελέσματα των τελευταίων εκλογών παρατηρήθηκε αύξηση των θιασωτών ξενοφοβικών, «πατριωτικών», αλυτρωτικών, εθνικιστικών, ομοφοβικών –με λίγα λόγια φασιστικών –τάσεων, εντός του κοινοβουλίου. Δεν είναι μόνο το ΛΑΟΣ –ακόμα και μέσα στη Ν.Δ. υπάρχει εκπροσώπηση των συγκεκριμένων τάσεων. Και το χειρότερο είναι πως η κυβέρνηση, λόγω της μικρής πλειοψηφίας εδρών που εξασφάλισε, πιάνεται, σαν τον πνιγμένο, από τα ακροδεξιά μαλλιά της. Αλήθεια, τι έχουν να πουν όσοι φώναζαν για «μη αυτοδυναμία»; Κοντά έπεσαν –μόνο που αν ερχόταν αυτή η «μη αυτοδυναμία», μάλλον θα ορκιζόταν υπουργός ο Θανασάκης ο Πλεύρης δίπλα στον Παυλόπουλο και τον Στυλιανίδη.
Είχα χρησιμοποιήσει το παράδειγμα της Γαλλίας την εποχή της ανόδου Λεπέν και τις αντιδράσεις που προκάλεσε στην κοινωνία η συγκεκριμένη εξέλιξη. Και είχα αναρωτηθεί (ρητορικά προφανώς): εμείς, εδώ, τι κάνουμε; Η ακόμα πιο προφανής απάντηση ήταν «τίποτα».
Αυτό το «τίποτα» μπορούμε να το λέμε και «αδράνεια» ή «παθητικότητα» -μη φοβάστε, δεν θα παρεξηγηθεί το «τίποτα». Είχα κάνει ένα ποστ παλιότερα, περί αδράνειας –με αφορμή κάποιο άλλο γεγονός. Δυστυχώς, φαίνεται να ισχύει η ρήση «ίδια σκατά –διαφορετική μέρα».
Μιλάει ο Σκιές για σχετικοποίηση, της οποίας αποτέλεσμα είναι η αδρανοποίηση –η αποχή από τη δράση, εφόσον «τίποτα δεν είναι μόνο έτσι, όλα μπορούν να είναι κι αλλιώς». Με σοκάρει αυτό! Από τα φοιτητικά μου χρόνια (μιλάμε για πολύ παλιά, δηλαδή) υπήρξα υποστηρικτής της σχετικότητας. Οι σπουδές μου βασίστηκαν στο θεώρημα «τίποτα δεν μπορεί να αξιολογηθεί ξεκομμένο από τις συνθήκες ύπαρξής του». Δεν υπάρχει απόλυτο καλό, ούτε απόλυτο κακό –δεν έχει νόημα να μιλάμε για θετική ή αρνητική ενέργεια αν δεν προσδιορίζουμε τον σκοπό που επιδιώκεται να εκπληρωθεί. Αυτό φταίει, τελικά, που χοντραίνουν οι κώλοι μας στους καναπέδες; Παραμένουμε διστακτικοί λόγω αμφιταλάντευσης; Μα, ακόμα και η αμφιταλάντευση προϋποθέτει κίνηση! Παλινδρομική, αλλά πάντως κίνηση.
«Όταν η θεωρία σε μπερδεύει κάνε την αναγωγή σε πρακτικά δεδομένα» –έτσι υποστήριζε κάποιος (δεν θυμάμαι ποιος). Αλλά με βολεύει αυτή η άποψη γιατί καμιά θεωρία δεν έχει αξία, ξεκομμένη από την πρακτική εφαρμογή της. Εγώ, ας πούμε, μπορώ θεωρητικά, να καταργήσω τον νόμο της βαρύτητας –αλλά όσο το μήλο πέφτει κάτω από τη μηλιά, η θεωρία μου θα είναι πρακτικά άχρηστη. Ωφέλιμη για θεωρητικές αναζητήσεις, αλλά ανεφάρμοστη στα περιβόλια.
Μια μικρή παρουσίαση της «σχετικοποίησης» στον τομέα των επιστημών γίνεται από τον Σκιές. Εγώ, θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί του και θα προσθέσω κάποια ιστορικά στοιχεία για να προσεγγίσω τη «σχετικότητα» με την «αδράνεια»:
- Όλα άρχισαν, λοιπόν, με τη θεωρία του Αϊνστάιν. Οι κοινωνικές επιστήμες, για μια ακόμα φορά, πιάστηκαν στον ύπνο και αναγκάστηκαν να τρέξουν προκειμένου να προλάβουν την κατάρρευση του «υπάρχοντος κόσμου». Τα κατάφεραν βγάζοντας τον Ντυρκάιμ και τον Βέμπερ από τα πάνω ράφια της βιβλιοθήκης και διαμορφώνοντας τον δομολειτουργισμό, τα κατάφεραν «αναποδογυρίζοντας» τον Μαρξ στη Σχολή της Φρανκφούρτης.
- Και μετά ήρθαν οι «κοινωνικοί αρνητές». Μπήτνικς που ανακάλυπταν τον εαυτό τους διασχίζοντας την Αμερική, χίπηδες που αντιστέκονταν στην ομοιομορφοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας, φιλόσοφοι που αμφισβητούσαν τα πάντα –ακόμα και την ίδια την, οποιαδήποτε, κοινωνική οργάνωση –για χάρη του υπαρξιακού αδιέξοδου. «Η μόνη υπαρκτή θεωρία είναι η άρνηση κάθε θεωρίας» -κάπως έτσι.
- Στοπ. Εδώ χάθηκε η μπάλα! Το σύστημα κατέπνιξε βίαια τις ανατρεπτικές, φυγόκεντρες, τάσεις και ενσωμάτωσε όσες δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει κατασταλτικά. Δώσε μια έδρα πανεπιστημίου στον αμφισβητία κι αυτός θα πάψει να αμφισβητεί. Όχι επειδή θα αλλάξουν οι απόψεις του. Ούτε λόγω συμβιβασμού. Απλά, επειδή θα χάσει το αντικείμενο στόχευσής του. Όταν υποστηρίζεις πως «το μόνο φωτεινό πανεπιστήμιο είναι αυτό που καίγεται» -αμφισβητείς μια εξουσιαστική δομή. Αν το υποστηρίζεις όμως, μέσα σε μια πανεπιστημιακή αίθουσα, γίνεσαι απλά ανακόλουθος. Πως θα το κάψεις το ρημάδι; Με γραπτές εξετάσεις και υποχρεωτικές παρακολουθήσεις;
- Μεγάλο μέρος της αμφισβήτησης εγκλωβίστηκε στο φυσικό της περιβάλλον. Από που προέρχεται η αμφισβήτηση; Από αριστερά φυσικά! Αλλά, ο αριστερός έπρεπε πρώτα να αποδείξει πως δεν είναι πράκτορας του «σοβιετικού αίσχους». Στο επιχείρημα -«δεν γίνεται να υπερασπίζεσαι τη δεξιά που εκτελούσε τον κοσμάκη με το ‘ιδιώνυμο’», ερχόταν το αντεπιχείρημα «ναι, αλλά και εσείς τα ίδια κάνετε στη Ρωσία». Μια όμορφη παγίδα! Γιατί το γεγονός πως «αυτά γίνονται και αλλού» δεν νομιμοποιεί τα «γεγονότα εδώ». Ούτε το παρελθόν δίνει άφεση αμαρτιών στο «τώρα». Η αριστερά διχάστηκε περισσότερο απ΄ότι ήδη ήταν. Οι «νομοταγείς» απέκρυπταν τη σοβιετική καταστολή, όσο οι υπόλοιποι ενδοσκοπούσαν την κατάσταση. «Τι πήγε στραβά;» «Τι έφταιξε;» Που; Στη Σοβιετική Ένωση; Στ΄αρχίδια μας σύντροφοι –εδώ καίγεται ο κώλος μας! Εδώ!
- Η ενδοσκόπηση της αριστεράς κατέληξε σε ενοχικότητα και θεωρητική φλυαρία. Μιλάμε πάντα για την συνολική εικόνα –υπήρξαν φωνές που ασχολούνταν με τη φρίκη γύρω τους, αλλά χάθηκαν, εν πολλοίς αστήρικτες. Η οργανωμένη αριστερά περιχαρακώθηκε πίσω από τον ακατανόητο λόγο της, για να μην είναι αναγκασμένη να πάρει θέση. Ο «κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός», ο «ιμπεριαλισμός», η «ταξική αντιπαράθεση» είναι χρήσιμες επικεφαλίδες αν θέλεις να οργανώσεις μια απεργία. Γιατί, ακριβώς από κάτω, κοτσάρεις τα αιτήματά σου και ησυχάζουν οι συνειδήσεις. Αν όμως θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο –όλα αυτά ηχούν τετριμμένα. «Χρόνια τα φωνάζουμε κι ο κόσμος χειροτερεύει». Δυστυχώς.
- «Όταν ξεδοντιάσεις τον κροκόδειλο μπορείς μέχρι και να τον φορέσεις άφοβα» -αυτό είναι γεγονός. Ξεδοντιάζοντας τις θεωρίες της, η αριστερά τις προσέφερε, φρεσκοκατεψυγμένες, στους Κεϋνσιανούς του «ελεγχόμενου παρεμβατισμού». Ο σοσιαλισμός γκρεμίστηκε από το θεωρητικό του υπόβαθρο και κατέληξε συνθετικό αστικού κόμματος. Τι δουλειά έχει ο σοσιαλισμός με την αστική δημοκρατία; Απολύτως καμμία! Ο κομμουνισμός μέσα στην αγωνία του να αποτάξει τον «σοβιετικό δαίμονα», έχασε και την στόχευσή του για μια αταξική κοινωνία. Μόνο οι διεκδικήσεις του τύπου «ζητάω 10 για να μου δώσουν 5» -μόνο αυτό απόμεινε. Τα «σοσιαλιστικά» κόμματα σάρωσαν την Ευρώπη βγάζοντας το σύστημα από τη δομική του κρίση με ασπιρίνες «κοινωνικού κράτους».
- «Και ο Μίκλος; Και ο Μίκλος;», ρωτούσε εκτός τόπου και χρόνου ο Λογοθετίδης στο «Βότσαλο στη λίμνη». Έτσι ακριβώς και η αριστερά, ρωτούσε εκτός τόπου και χρόνου επειδή ουσιαστικά δεν ενδιαφερόταν για τις εξελίξεις στο «αντίπαλο θεωρητικό στρατόπεδο»!
Τι συνέβαινε με τους θιασώτες του υπάρχοντος συστήματος; Με τι ασχολιόταν η «αστική φιλοσοφία»; Μα φυσικά, με την εξασφάλιση του αποτελέσματος –μην ξεχνάμε οτι το σύστημα είχε κλυδωνιστεί για τα καλά, λόγω των μεταπολεμικών κρίσεων και άλλων συνακόλουθων παραγόντων.
Η Σοβιετική Ένωση κατέρρεε μέσα σε πανηγυρισμούς των αριστερών! Χαίρονταν οι άνθρωποι γιατί δεν θα χρειαζόταν πια να απολογούνται! Την ώρα που ακόμα και οι χαρτοκλέφτες της πολιτικής σαν τον «εθνάρχη» Καραμανλή προειδοποιούσαν για την επικινδυνότητα που συνεπαγόταν η ύπαρξη μονάχα ενός ισχυρού πόλου σε παγκόσμιο επίπεδο!
«Τι –ο Μίκλος; Μια χαρά ήταν ο Μίκλος ....» «Σωστά –αυτό να μου πεις! Τι ανάγκη είχε αυτός; Ο άλλος πήγε και κρατσάνισε τις φλέβες του!» Όσο η αριστερά έκοβε τις φλέβες της, η «αστική διανόηση» φρόντιζε ώστε να μην χρειαστεί να περάσει από άλλη, παρόμοια, κρίση, το σύστημα.
«Μια χαρά ήταν ο Μίκλος!»- Και εμφανίστηκε ο Φουκουγιάμα. Παρέα με βιολόγους που ανέλυαν τον ρόλο των χρωμοσωμάτων στην κοινωνική διαδρομή του ατόμου. «Τέλος της Ιστορίας» όπως την ξέρατε –τώρα καταντήσαμε «επιστημονική φαντασία»!
Όσο οι αριστεροί κατέρριπταν τα στερεότυπά τους, μαζί με την θεωρία τους για έναν καλύτερο κόσμο –οι «άλλοι» αγόραζαν φτηνά. Θυσίασαν κάτι άχρηστες απόψεις αποικιακού τύπου, κάποιους ανεφάρμοστους ορισμούς για να αποκτήσουν την «απόλυτη ισχύ του πραγματισμού». Δεν υπάρχει καλύτερος κόσμος, δεν υπάρχει κανένας λόγος να ονειρεύεσαι –δούλευε, κατανάλωσε, χρεώσου –ο παράδεισος άνοιξε υποκατάστημα στη γειτονιά σου και είναι κρίμα να μείνεις απέξω.
«Τέλος της θεωρίας γιατί μέχρι σήμερα δεν εφαρμόστηκε»! Τι αστείο! Με την ίδια λογική, αν αύριο αυξηθούν υπέρμετρα οι δολοφονίες θα καταργήσουμε τον νόμο που τις απαγορεύει, αφού θα τον θεωρήσουμε ανεφάρμοστο! Τραβηγμένο; Μα αυτό ακριβώς έκανε πριν 3 χρόνια η κυβέρνηση –κατάργησε το νόμο για τις υπερωρίες επειδή οι εταιρείες δεν τον εφάρμοζαν!
Σκέψεις όπως «η θεωρία δεν είναι μάνιουαλ, αλλά δείχνει απλά τις κατευθύνσεις», απόψεις του τύπου «η κοινωνική θεωρία χρειάζεται συνεχείς αναπροσαρμογές, αφού αναφέρεται σε μια δυναμική κοινωνία –αλλά αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να καταργηθούν απαραίτητα οι κατευθυντήριοι άξονες» -τέτοιες σκέψεις αντιμετωπίστηκαν με απαξίωση. Γιατί άραγε;
- Ίσως, για να εμφανιστεί το οικολογικό κίνημα. Μεγάλο κομμάτι της αριστεράς, αλλά και πολίτες από παρεμφερείς χώρους εγκλωβίστηκαν στη νέα σταυροφορία προστασίας του πλανήτη. Τα έλεγε τότε ο Μπούκτσιν –η οικολογία, ουσιαστικά, αποπροσανατολίζει τα αριστερά κινήματα. Χωρίς θεωρητικό υπόβαθρο, μόνο με άμεσες δράσεις αντιμετώπισης των προβλημάτων, η οικολογία έγινε η νέα πρακτική διεκδίκησης. «Ζήτα φίλτρα στα φουγάρα των εργοστασίων και ξέχνα την κατάληψη των εργοστασίων από τους εργάτες τους» -αυτή ήταν η λογική. Ο πλανήτης έχει πρόβλημα, ας ασχοληθούμε με το πως θα το αντιμετωπίσουμε κι ας ξεχάσουμε τους υπαίτιους. Σφάλμα και μάλιστα ύποπτο!
Η αριστερά διεκδικεί έναν καλύτερο κόσμο, μια κοινωνία «ισότητας αλλά όχι ομοιομορφίας». «Όλα για όλους», σωστά;
Θέλουμε τον κόσμο γιατί είμαστε ο κόσμος –και τον θέλουμε ολόκληρο.
Τα δάση ανήκουν σε όλους μας, άρα εγκληματείτε όταν τα καίτε.
Τα ποτάμια είναι δικά μας κι αν θέλουμε να τα μολύνουμε θα το κάνουμε εμείς –με τα δικά μας σκατά. Δεν χρειαζόμαστε τα δικά σας απόβλητα.
Η μόλυνση των φουγάρων σας είναι ένα ακόμα πρόβλημα που προκύπτει από το γεγονός πως εμείς δουλεύουμε κι εσείς μας κλέβετε την εργασία, μας κλέβετε τα προϊόντα που εμείς παράγουμε –προσανατολισμένοι στην αύξηση του δικού σας κέρδους.
Αν φύγετε από τη διαχείριση, αν τα μέσα παραγωγής δουλεύουν για να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα για την επιβίωση μας –θα σταματήσουν να μολύνουν. Γιατί η μόλυνση απειλεί την επιβίωσή μας –τόσο απλό είναι.
Δε μου αρκούν τα φίλτρα, οι καταλύτες και οι συναυλίες του Αλ Γκορ. Θέλω τα εργοστάσια να ανήκουν στους εργάτες τους, τα αυτοκίνητα να δίνονται σε αυτούς που πραγματικά τα έχουν ανάγκη και οι συναυλίες να με διασκεδάζουν –όχι να προμοτάρουν ξεχασμένους καλλιτέχνες και αποτυχημένους πολιτικούς.
Είμαι αριστερός άρα αγωνίζομαι κατά των δουλοκτητικών συνθηκών εργασίας, κατά της μόλυνσης του περιβάλλοντος, κατά των διακρίσεων μεταξύ των ανθρώπων. Δύσκολο; Ανέφικτο ίσως; Εντάξει –συμφωνώ.
Αλλά, από την άλλη πλευρά, αν κάποιος πιστεύει πως με οικολογικά ημίμετρα μπορείς να αντιμετωπίσεις την τάση του συστήματος για συνεχή αύξηση του κέρδους των κατόχων των μέσων παραγωγής –είναι περισσότερο ουτοπιστής από εμένα. Και η διαφορά μας είναι πως η δική μου ουτοπία έχει θεωρητικό, κατευθυντήριο, υπόβαθρο. Από την άλλη πλευρά –η ουτοπία που αντιμετωπίζει τον εαυτό της σαν δραστική πρακτική, δεν έχει καν κατεύθυνση για να τη χάσει. Και μόνη διέξοδός της θα παραμένει ο εκτονωτικός συμβιβασμός.
Επιτέλους, μπορούμε να μιλήσουμε για τον «θαυμαστό καινούργιο κόσμο» του παρόντος. Αφού έκανα τη δική μου, υποκειμενική, ιστορική αναδρομή –είναι πιο εύκολο να παρουσιάσω κάποια κυρίαρχα χαρακτηριστικά της σημερινής κατάστασης (ή α-καταστασίας, αν προτιμάς).
Υπάρχει σήμερα, αριστερά και δεξιά; Προφανώς υπάρχει –και ο ενδιάμεσος χώρος είναι το ίδιο υπαρκτός. Η διαφοροποίηση με το παρελθόν ξεκινάει από το γεγονός πως το κεφαλαιοκρατικό σύστημα διαλέγει πλέον τους αντιπάλους του. Με το πείραμα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ήδη ακυρωμένο σε κρατικό επίπεδο (μια Κούβα έχει μείνει, ίσως και η Αγκόλα –και κάποιες μικροεστίες στη Βενεζουέλα και τη Βολιβία), το σύστημα επιλέγει να αντιπαρατεθεί πλέον με ισλαμιστές φονταμενταλιστές. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στην ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο και στην συντήρηση του υπάρχοντος status quo, έγινε πλέον πόλεμος μεταξύ του θρησκευτικού φανατισμού και της οικονομικής κυριαρχίας των πολυεθνικών. Τι θα διαλέξεις; Τον παράφρονα ή τον δολοφόνο; Αστεία πράγματα!
Το έγραψα και παραπάνω –όσο η αριστερά αναδιπλωνόταν αμφισβητώντας τις δομές της, το σύστημα αλώνιζε. Όσο δαιμονοποιούνταν τα αριστερά στερεότυπα, τόσο τείθονταν σε ισχύ τα σκοταδιστικά αντίστοιχα του συστήματος.
Κάποτε ήταν αδιαπραγμάτευτη η ελευθερία του καθενός να ορίζει τη σεξουαλική του ζωή, τώρα ασχολούμαστε σε τηλεοπτικές εκπομπές με το αν είναι «μίασμα», ή «αρρώστια» η ομοφυλοφιλία.
Κάποτε οι αμβλώσεις ήταν αναφαίρετο δικαίωμα της γυναίκας, τώρα οι παπάδες απέκτησαν δικαιοδοσία πάνω στο γυναικείο σώμα.
Κάποτε τα μίνιμουμ εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα εξασφαλίζονταν από το κράτος, τώρα οι εργοδότες νομοθετούν απευθείας «για το καλό της εθνικής οικονομίας».
Κάποτε γίνονταν πορείες για την παροχή πολιτικού ασύλου σε αλλοδαπούς, σήμερα μιλάνε για έλεγχο της λαθρομετανάστευσης.
Κάποτε οι σημαίες είχαν συμβολική σημασία, τώρα έχουν αναγορευτεί σε φετίχ.
Κάποτε η ιστορική ανάλυση ήταν αποτέλεσμα συσχετισμού πηγών, τώρα έχει καταλήξει να δαιμονοποιείται η αμφισβήτηση της κυρίαρχης εθνικιστικής άποψης.
Κάποτε οι χαρακτηρισμοί «δεξιός» και «εθνικιστής» προκαλούσαν αποστροφή σε μεγάλη μερίδα του κόσμου –σήμερα είναι αντικείμενο διαλεκτικής αντιπαράθεσης.
Κάποτε οι χαρακτηρισμοί «αριστερός» και «κομμουνιστής» ήταν τίτλοι τιμής –σήμερα αποτελούν συνώνυμα του «αιθεροβάμονα» ή του «κολλημένου».
Κάποτε τα ΜΜΕ αντιμετωπίζονταν σαν φερέφωνα του κράτους (ή άλλων συμφερόντων), σήμερα οι απόψεις που προβάλλονται από αυτά, αποστηθίζονται με θρησκευτική ευλάβεια. «Είναι έτσι επειδή έτσι το είπαν –τέρμα της κουβέντας».
Αυτά είναι τα αποτελέσματα της επικράτησης συντηρητικών στερεοτύπων, την κοινωνική αποδοχή των οποίων θα ζήλευε κι ο Χίτλερ. Κι αυτά είναι τα αποτελέσματα της πλήρους ακύρωσης των αντίστοιχων αριστερών στερεοτύπων –η αριστερά αντιμετωπίζει τα πάντα με τον «σχετικισμό» που αναφέρει ο Σκιές. Και γι΄αυτό δεν κάνει τίποτα –ή μάλλον δεν έχει κανένα ενδοιασμό προκειμένου να κάνει οτιδήποτε.
Η κοινοβουλευτική «αριστερά» έχει αποβάλλει κάθε έννοια ιδεολογικού προσδιορισμού –ο καθένας μπορεί να συμμετάσχει σε αυτά τα κόμματα, αρκεί να το ζητήσει. Και να «γράφει» στα Μέσα βεβαίως!
Τι κι αν το ΚΚΕ είναι Μαρξιστικό –Λενινιστικό; Δεν έχουν κανένα πρόβλημα να βγάλουν φανατικούς χριστιανούς στα βουλευτικά έδρανα –«η θρησκεία» δεν είναι πια «το όπιο των λαών», σύντροφοι;
Τι κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει όλα τα κοινωνικά κινήματα; Δεν έχουν κανένα πρόβλημα να δώσουν βήμα σε κάποιον ομοφοβικό βουλευτή –η έννοια της διαγραφής μέλους υπάρχει ακόμα στο καταστατικό σας σύντροφοι;
Η εξωκοινοβουλευτική αριστερά ταλανίζεται ανάμεσα σε ασφαλείς, ανέφικτες, δυσνόητες και ανεδαφικές διατυπώσεις και σε δυναμικές κινητοποιήσεις. Οι ακίνδυνες διατυπώσεις κυκλοφορούν ελεύθερα, αφού δεν ενοχλούν το σύστημα –οι δυναμικές κινητοποιήσεις καταστέλλονται αθόρυβα και μέσα σε κατευθυνόμενη λαϊκή κατακραυγή. Μπορείς, για παράδειγμα, να θυμηθείς μια πορεία αναρχικών τα τελευταία χρόνια; Δεν εννοώ τα σπασμένα τζάμια που δείχνουν στις ειδήσεις –μιλάω για αιτήματα. Θυμάσαι κανένα αίτημα; Μη μου πεις για την απελευθέρωση των φυλακισμένων τους συντρόφων –γιατί θα σε ρωτήσω αν ξέρεις τον λόγο για τον οποίο βρίσκονται εκείνοι στη φυλακή.
Και αν θέλουμε να μιλήσουμε για τον δημόσιο λόγο της αριστεράς –θα μας πιάσει κατάθλιψη. Κομματικοί, οργανωμένοι, ανοργάνωτοι περιφέρουμε τη μοναξιά του «θλιμμένου πρίγκιπα», ενώ έχουμε καταντήσει οι «τρελοί του χωριού». Είμαστε πρόθυμοι να συζητήσουμε με άτομα που δεν μας αναγνωρίζουν, που απλώς μας ανέχονται σαν ενοχλητικά παράσιτα περιμένοντας την εξαφάνισή μας!
Επιστρέφω για μια ακόμα φορά στη συζήτηση που έγινε στου pikei. Να μιλήσουμε με τους φασίστες, λένε. Να τους αναγνωρίσουμε το δικαίωμα έκφρασης της γνώμης τους. Τι είδους διάλογος θα είναι αυτός; Ο διάλογος προϋποθέτει αμοιβαίο σεβασμό των θέσεων –σέβεστε τις θέσεις τους ή σέβονται τις δικές μας;
Ας υποθέσουμε πως διαλεγόμαστε με τις ακραίες και παράλογες (δεν νομίζω να το αμφισβητείτε) απόψεις τους. Ποιο θα είναι το κέρδος; Νομίζετε πως (ακόμα και σε συνθήκες ισότιμου διαλόγου –οι οποίες πάντως δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή, ας μην το ξεχνάμε) θα μπορέσετε να αποδείξετε τον παραλογισμό των θέσεών τους; Να σας πω κάτι; Οι φασίστες θα έχουν δίκιο!
Θα υποστηρίξουν τον έλεγχο της λαθρομετανάστευσης γιατί η χώρα δεν είχε τις υποδομές να υποδεχτεί τους «ξένους» ανεξέλεγκτα. Σωστό ακούγεται!
Θα υποστηρίξουν την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες στηριζόμενοι στο δικαίωμα του καθενός να αυτοπροσδιορίζεται. Κι αυτό μοιάζει δίκαιο!
Θα προασπιστούν τις Συνταγματικές αρχές του ορθόδοξου χαρακτήρα του κράτους και της απαγόρευσης του προσηλυτισμού από άλλα δόγματα. Έτσι λέει το Σύνταγμα! Θα υποστηρίξουν, συνταγματικοί και νομότυποι, τις κυρώσεις που προβλέπονται για την προσβολή των δημόσιων συμβόλων. Προβλέπεται κι αυτό!
Θα μιλήσουν για κρατική διαφθορά –εντάξει, αυτά τα λένε μέχρι και οι κυβερνώντες! Θα αναφέρουν ιστορικές πηγές για να δικαιολογήσουν τον εθνικισμό τους και βιολογικές θεωρίες για να δικαιολογήσουν τον ρατσισμό τους. Εσείς μπορείτε να αναφερθείτε σε άλλες πηγές –τι σημασία έχει; Ποιος θα κρίνει την εγκυρότητα των πηγών; Και, όπως ξέρετε, οι επιστήμονες μπορούν να πουν τα πάντα –ακόμα και την αλήθεια.
Ξαναρωτάω, ποιο θα είναι το κέρδος από έναν τέτοιο διάλογο; Να δείξουμε πως είμαστε «υπεράνω»; Πως σεβόμαστε όσους δεν μας σέβονται; Ευχαριστώ –δεν θα πάρω. Εγώ δεν είμαι έτσι.
Δεν θα υπάρξει κέρδος για άλλους, εκτός από τους φασίστες. Γιατί ο διάλογος θα είναι σε λάθος βάση. Τι σημασία έχει να συζητήσεις, ας πούμε, με έναν βιαστή για την προστασία των αστικών πάρκων; Θα συμφωνήσετε πως τα πάρκα είναι πολύτιμα και πρέπει να προστατευτούν –μόνο που εσύ θα μιλάς για «πνεύμονες πρασίνου και αναψυχής», όσο εκείνος θα αναφέρεται σε σκοτεινά μέρη, προκειμένου να βιάζει ανενόχλητος.
Πως σου φαίνεται; Στο όνομα ποιας ελευθερίας, στο όνομα ποιας ισότητας, ποιας δημοκρατίας θα παρακάμψεις την βασική ιδιότητα του «συνομιλητή σου»; Κι αυτή δεν είναι άλλη από τον εθνικισμό που χορταίνει μόνο με βία, την ομοφοβία και τον ρατσισμό που εκφράζονται με ξυλοδαρμούς, την πατριδοκαπηλεία και τον θρησκευτικό φανατισμό που εμποδίζουν κάθε προσπάθεια βελτίωσης των συνθηκών ζωής μας.
Πως θα αγνοήσεις οτι η ιδεολογία των συγκεκριμένων ατόμων αντιστρατεύεται τη δική σου ζωή και σκοπεύει στην κατάλυση της, όποιας, ελευθερίας σου;
Με ποιο δικαίωμα θα κοροϊδέψεις τον κόσμο, αφήνοντας τους λύκους να καθίσουν δίπλα σου, σαν ισότιμοι συνομιλητές –τη στιγμή που αυτοί οι ίδιοι θα σε τσακίσουν όταν σε πετύχουν, μόνο στο δρόμο;
Αυτή τη στιγμή υπάρχει μια δεξιά κυβέρνηση (με εθνικιστικές αποχρώσεις). Ας υποθέσουμε πως σε κάποιες εκλογές θα βγει μια ακροδεξιά κυβέρνηση (με φασιστικές καταβολές). Θα είναι το ίδιο; Καθόλου! Γιατί λοιπόν δεν το λες, χαμένος στη νιρβάνα της σχετικοποίησης και απενεργοποιημένος λόγω διαλλακτικότητας;
Ας ξαναγυρίσουμε στα στερεότυπα. Είναι κακό πράγμα τα στερεότυπα –σε εμποδίζουν να σκεφτείς αναλυτικά, σου αφαιρούν την κριτική ικανότητα. Ναι, έτσι είναι –το έχω πει και παλιότερα. Αλλά –φτάνει πια ρε γαμώτο!
Τα στερεότυπα είναι χρήσιμα σε καιρό πολέμου! Όταν βρίσκεσαι σε πεδίο μάχης, ή θα πυροβολήσεις την μελανή στολή απέναντί σου ή θα σε καθαρίσει ο «απέναντι». Και μη μου πεις πως είσαι ειρηνιστής και απορρίπτεις αυτά τα αισχρά φαινόμενα του πολέμου και της βίας. Κι εγώ το ίδιο, αλλά δεν ξεκινήσαμε εμείς τον πόλεμο. Αν η μόνη λύση είναι να υπερασπιστούμε τις θέσεις μας, ας το κάνουμε ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! Αν η θέση μας είναι η ανοχή απέναντι στο οτιδήποτε, ας αποχωρήσουμε. Υπάρχουν μοναστήρια και υπάρχουν καναπέδες απέναντι σε τηλεοπτικούς δέκτες που μας περιμένουν.
Αν όμως σκοπεύουμε ακόμα να διατηρήσουμε τις ελπίδες μας, για έναν καλύτερο κόσμο, ζωντανές –θα πρέπει να βγούμε στο δρόμο. Εκεί δίνονται οι μάχες. Και οι μάχες χρειάζονται στερεότυπα για λόγους αυτοπροστασίας. Ας τα ξαναθυμηθούμε λοιπόν:
-Ο δεξιός είναι, είτε ανόητος που δεν γνωρίζει το συμφέρον του, είτε πλούσιος. Στην πρώτη περίπτωση τον φτύνω απαξιωτικά, στη δεύτερη περίπτωση τον κατανοώ (αλλά θέλω να του πάρω πίσω όσα μου έκλεψε).
-Ο φασίστας είναι επικίνδυνος για την κοινωνική συμβίωση. Τόσο επικίνδυνος που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν ισότιμο κοινωνικό ον.
-Η αριστερά, ή θέλει να αλλάξει τον κόσμο, ή δεν είναι αριστερά.
Αυτά είναι τα δικά μου στερεότυπα. Αν έχεις άλλα, χρησιμότερα, ευχαρίστως να τα δεχτώ.
Και κάτι συμπληρωματικό –που οι περισσότεροι το ξέρουμε, άσχετα αν προσποιούμαστε οτι το αγνοούμε. Η αριστερή τοποθέτηση είναι, πρώτα, προσωπική υπόθεση του καθενός. Οι οργανώσεις, τα κόμματα, οι ομάδες έχουν μικρότερη σημασία. Η αριστερή τοποθέτηση σημαίνει τον καθημερινό, ατομικό μας αγώνα για να αντιμετωπίσουμε ένα σύστημα που μας συνθλίβει. Δεν παίζει ρόλο μόνο η ένταξη –το σημαντικό είναι η στάση ζωής. Ο κόσμος θα γίνει καλύτερος αν εμείς τον κάνουμε καλύτερο. Κάθε μέρα –και αυτή είναι η ατομική μας ευθύνη που διαπερνάει οποιαδήποτε συλλογικότητα.