2. Ο χρόνος δεν είναι φίλος κανενός
3. Η ανασφάλεια των ομαδικών παιχνιδιών
4. Περιστροφή γύρω από ένα "βιβλίο -ευαγγέλιο"
Κοίταξε τον πεσμένο άντρα σκεπτικός, αφήνοντας τα χέρια του να κρεμάσουν. Ο πεσμένος αναστέναξε, χαλάρωσε λίγο το σώμα του, εγκαταλείποντας την εμβρυακή στάση στην οποία ήταν κλειδωμένος. Ο Νίκος σημάδεψε τις δίπλες της κοιλιάς του –δεν χρειάστηκε να πάρει φόρα, κάρφωσε εκεί τη μύτη του παπουτσιού, με την δεξιοτεχνία αμυντικού που χτυπάει πέναλτι. Ο πεσμένος άντρας ούρλιαξε.
«Τελικά μαλάκα, δεν είμαι γκέι. Βρωμόπουστας είμαι –το κατάλαβες;». Γύρισε την πλάτη χωρίς να περιμένει την αντίδραση του πεσμένου άντρα. Τα φώτα του μπαρ στο απέναντι πεζοδρόμιο τρεμόπαιζαν. Ήταν ένα άθλιο μαγαζί, σα στρατόπεδο συγκέντρωσης έμοιαζε. Με συρματοπλέγματα στην είσοδο –αποθέωση κάποιας μινιμάλ αισθητικής. Με ανθρώπους ερμητικά κλεισμένους στη σεξουαλική τους προτίμηση -φοβισμένους από την εχθρική καθημερινότητα, βολεμένους στην άκρη της γραμμής –εκεί που τους πέταξαν, αυτό οικειοποιήθηκαν. Ανθρώπους κλειστούς. Ποιος φταίει; Η κοινωνία που περιθωριοποιεί ή εσύ που περιχαρακώνεσαι; Κυκλικές, ατέρμονες ερωτήσεις.
Ένα σκουπίδι στο δρόμο
«Θα έρθει η μέρα που οι διαφορές θα ενώνουν τους ανθρώπους», μουρμούρισε ο Νίκος όπως κάθε φορά που σκεφτόταν τα ίδια ζητήματα. Σύχναζε στο συγκεκριμένο μπαρ από ξεροκεφαλιά. Κόντευαν να κλείσουν 20 χρόνια από τη στιγμή που είχε συνειδητοποιήσει δυο βασικά χαρακτηριστικά του γνωρίσματα: ήταν ομοφυλόφιλος και συνεσταλμένος. Με μια συστολή που βρώμαγε κοινωνικά κατάλοιπα –δεν τολμούσε να εξωτερικεύσει την σεξουαλική του προτίμηση γιατί ένιωθε εκ προοιμίου γελοίος. Φανταζόταν τον εαυτό του να μιλάει ερωτικά με κάποιον άλλο άντρα και τρόμαζε. Κυκλοφορούσε στα γκέι μπαρ προσπαθώντας να συνηθίσει τη φοβερή εικόνα –μάταια. Παράγγελνε πάντα δυο ποτά, έπινε με το κεφάλι σκυμμένο, απέκρουε όσους τον πλησίαζαν. Έφευγε. Αμήχανος, όπως και σήμερα.
Ο άντρας έπεσε πάνω του καθώς έβγαινε από το μπαρ. Δεν ήταν μόνος –υπήρχαν άλλοι δύο που παραμόνευαν στις σκιές. Είχαν στείλει τον χοντρό για να προσελκύσει το θήραμα.
«Γουστάρεις παιχνιδάκια γλυκιά μου;»
Ο Νίκος είχε τραβηχτεί πιο πίσω για να απαλλαγεί από την βρώμικη αναπνοή του χοντρού. Έσκυψε το κεφάλι και πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο ακούγοντας βήματα στην άσφαλτο. Βαριά, ασθματικά βήματα –κοντά του. Ήξερε πως ο τύπος δεν ήταν μόνος.
«Διώξε τους άλλους και θα τα βρούμε», είπε στον χοντρό.
Εκείνος έκανε νόημα χωρίς να γυρίσει το κεφάλι του, ο Νίκος είδε ανθρώπους να ξεκολλάνε από τις σκιές και να στρίβουν στην επόμενη γωνία. Χάρηκε.
«Νομίζεις ότι είμαι γκέι;» ψιθύρισε γλυκά στον χοντρό.
Εκείνος χαμογέλασε ηλίθια. Παρατεταμένα. Ακόμα και τη στιγμή που η σιδερογροθιά εμφανίστηκε στο αριστερό χέρι του Νίκου –τα χείλη του χοντρού άνοιξαν σα φιλέτο τόνου με το πρώτο χτύπημα, αν δεν χαμογελούσε μπορεί και να γλίτωνε κάποια από τα μπροστινά του δόντια.
Ούρλιαξε ξαφνιασμένος –δεν είχε προλάβει ακόμα να πονέσει. Ο Νίκος τον ξαναχτύπησε ήρεμα. Μεθοδικά. Σημάδευε το κόκαλο της μύτης. Αστόχησε και γι΄αυτό προσπάθησε ακόμα μια φορά. Ο χοντρός έπεσε άτσαλα στο πεζοδρόμιο. Ο Νίκος περίμενε λίγο πριν τον κλωτσήσει στην κοιλιά.
«Τελικά μαλάκα, δεν είμαι γκέι. Βρωμόπουστας είμαι –το κατάλαβες;»
Μερικά θηριώδη οχήματα
Ο Νίκος έβαλε μπροστά το θηριώδες τζιπ κοιτάζοντας τριγύρω για τους φίλους του χοντρού. Άφαντοι. Ευτυχώς. Δεν είχε όρεξη να πατήσει κανένα μαλάκα νυχτιάτικα –ήταν και ψόφιος. Είχε κλείσει δωδεκάωρο στο γραφείο –το μόνο που ζητούσε ήταν ένα γρήγορο ποτό, παρέα με τις αναστολές του. Ο χοντρός είχε επιβαρύνει ένα εξοντωτικό ημερήσιο πρόγραμμα. Αλλά, τουλάχιστον, η υπόθεση προχωρούσε.
Η επιχείρηση ισοπέδωσης του Πάρκου ξεκίνησε όσο πιο άσχημα γινόταν. Από την προηγούμενη μέρα είχε ήδη κυκλοφορήσει η βρώμα ότι την επόμενη «θα έρθουν οι μπουλντόζες». Ο κόσμος ειδοποιήθηκε εγκαίρως και μαζεύτηκε με την ησυχία του. Η αστυνομία απέσυρε δυνάμεις από τις διαδηλώσεις του κέντρου και διοργάνωσε ολόκληρη εισβολή για την προστασία των σκαπτικών μηχανημάτων. Εκείνη τη μέρα έγινε κόλαση στο κέντρο με τους ανεξέλεγκτους διαδηλωτές και οι ομάδες περιφρούρησης του πάρκου ταμπουρώθηκαν πίσω από τα δέντρα καθυστερώντας την ισοπέδωση. Η πόλη μάτωνε σε δυο μεριές –ταυτόχρονα. Το μίσος κατάντησε ασυγκράτητο. Η «αποκατάσταση της τάξης» ακουγόταν σαν άκαιρο αστείο.
«Ξεκόλλα –άλλαξε και καμιά ταχύτητα. Σα γουρούνι τσιρίζει το αυτοκίνητο. Ρε δεν πάει να τσιρίζει όσο θέλει; Μετρημένες είναι οι μέρες του. Όλο και κάποιος θα βρεθεί να το λαμπαδιάσει –τζιπ σαν αυτό είναι σκέτη πρόκληση. Σύμβολο κύρους! Μακάρι να κάψουν όχι μόνο τα σύμβολα, αλλά και ότι συμβολίζεται. Εντάξει, αλλά δεν υπάρχει λόγος να γίνεσαι προκλητικός. Κάνεις κύκλο για το σπίτι σου, σε λίγο θα περάσεις δίπλα στις φωτιές –τι τρέχει με σένα; Θέλεις να γυρίσεις σπίτι περπατώντας; Με πρησμένη μούρη; Σύνελθε! Μια χαρά είμαι –ποτέ δεν ένιωθα καλύτερα. Έφτασε η ώρα να βγάλω τα βρωμόρουχα, να ξαναγίνω άνθρωπος. Ότι έπρεπε να κάνω το έκανα –δεν έχω άλλη υποχρέωση απέναντι σε κανέναν –παρά μόνο στον εαυτό μου. Και δεν σκοπεύω να χάσω τη γιορτή. Τι τώρα, τι σε λίγες μέρες –έτσι κι αλλιώς, ο κόσμος τους θα καεί».
Το "βαμμένο πουλί" -εισαγωγή
Διέκρινε ήδη τις πρώτες σιλουέτες να κινούνται δίπλα σε σκελετωμένα αυτοκίνητα. Σε σκοτεινά δρομάκια, παραμονεύοντας την κίνηση στη λεωφόρο. Χαμογέλασε. «Να γίνεσαι ένα με τους δικούς σου και να πεθαίνεις μαζί τους –ακόμα κι αν είναι να πεθάνεις από το χέρι τους», μουρμούρισε κόβοντας το τιμόνι αριστερά. Απέφυγε έναν βιαστικό οδηγό, κανένας δεν έκοβε ταχύτητα όταν περνούσε από τις εξεγερμένες συνοικίες, σκαρφάλωσε τις τερατώδεις ρόδες στο πεζοδρόμιο και άνοιξε το τζάμι. Έσβησε τον κινητήρα για να μη χαλάσει τη μουσική των ανθρώπων. Περίμενε.
«Τρέχει τίποτα;» ο άνθρωπος πλησίασε το ανοιχτό παράθυρο κρατώντας έναν σιδερένιο κυλινδρικό σωλήνα. Ο σωλήνας ήταν κούφιος, αντηχούσε στις πλάκες του πεζοδρομίου κάθε φορά που ο άνθρωπος τον ανεβοκατέβαζε.
«Σαν τι να τρέχει δηλαδή;» ρώτησε ο Νίκος κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Ο άνθρωπος ήταν περίπου στην ηλικία του, βαρύτερος από αυτόν και καμπουριασμένος. Μεροκαματιάρης σίγουρα –οικοδόμος, υδραυλικός αν συνυπολόγιζες τον σωλήνα.
«Έχεις κάποιο λόγο που σταμάτησες εδώ;»
«Σκέφτηκα μήπως χρειάζεστε κάποια βοήθεια».
Κόσμος άρχισε να μαζεύεται, αλλά ο άνθρωπος δεν γύρισε καν να κοιτάξει. Είχε καρφωμένο το βλέμμα στο καντράν του τζιπ –επιφυλακτικός.
«Δεν χρειαζόμαστε καμιά βοήθεια –μπορείς να φύγεις».
«Είσαστε σίγουροι; Έχω αυτό το τζιπ και αν θέλετε …»
«Να το βάλεις στον κώλο σου το τζιπ! Και, κοπάνα τη πριν στο κάψουν –κατάλαβες κουστουμάκια;»
Ο Νίκος άνοιξε την πόρτα με αργές κινήσεις –δεν ήθελε να εξαγριώσει κανέναν. Κατέβηκε αφήνοντας τα κλειδιά πάνω στη μηχανή.
«Εσύ δεν κατάλαβες αδερφέ. Είπα ότι έχω αυτό το τζιπ και το δίνω. Κάντε το ασθενοφόρο, κάντε το οδόφραγμα, κάψτε το… Δεν έχω τι άλλο να δώσω».
Έστριψε το σώμα του για να αποφύγει την επαφή με τον άλλο και προχώρησε στο πεζοδρόμιο. Μάντευε πως κανένας δεν τον πίστευε –κανένας δεν θα έμπαινε στο τζιπ. Όσο αυτός ήταν κοντά. Βιάστηκε να απομακρυνθεί. Ο άνθρωπος έτρεξε για να βγει μπροστά του.
«Τρέχει κάτι με σένα κουστουμάκια; Σου είπα πως δεν χρειαζόμαστε το αμάξι σου».
«Και λοιπόν; Απαγορεύεται να το αφήσω στο πεζοδρόμιο; Μπορεί κάποιος άλλος να το χρειάζεται».
Ο άνθρωπος έξυσε το κεφάλι του αμίλητος. Μια γυναίκα με ρυτιδιασμένο πρόσωπο πλησίασε.
«Τι συμβαίνει Βαγγέλη; Τι θέλει ο κύριος;»
«Ανάθεμά με αν καταλαβαίνω. Ήρθε, λέει, να μας αφήσει το τζιπ του».
«Τι κόλπο είναι αυτό πάλι; Τους τελείωσαν οι λέτσοι χαφιέδες και βγάλανε τους κουστουμάτους τώρα;»
Ο Νίκος χαμογέλασε.
«Δεν θα πάτε πουθενά με τόση καχυποψία», παρατήρησε.
«Ναι, σίγουρα δεν θα πάμε σε κανένα μπουντρούμι, ούτε και επίσκεψη στην Ασφάλεια. Σκοπεύουμε να μείνουμε έξω, κύριος …», γέλασε η γυναίκα.
«Έξω για το έξω ή έξω για κάποιο λόγο;» αντιγύρισε ο Νίκος.
Η γυναίκα κοίταξε τον άντρα δίπλα της και γέλασε άγρια.
«Βαγγέλη μας την πέσανε οι διανοούμενοι! Από ποιο κόμμα είσαι ομορφούλη;»
«Από το δικό σας, αλλά δεν το έχετε πάρει είδηση ακόμα», είπε ο Νίκος.
«Καλώς τους συμπαθούντες λοιπόν!» κορόιδεψε ο Βαγγέλης. «Γουστάρεις να μας υποστηρίξεις λεβέντη μου; Έχουμε κάτι δουλίτσες με τα φρεάτια –βούλωσαν και χρειάζονται χέρια. Ξέρεις να φτυαρίζεις σκατά κύριε κουστουμάκια;»
«Αυτό έκανα όλη μου τη ζωή», απάντησε αδιάφορα ο Νίκος.
Ο άντρας του γύρισε την πλάτη. Η γυναίκα ακολούθησε.
«Ξεφορτώσου μας, εδώ τα πράγματα είναι ζόρικα –δεν έχουμε καφετέρια για τα στελέχη», του είπε εκείνη φεύγοντας.
Έψαξε τις τσέπες του για τσιγάρο καθώς ο κόσμος διαλυόταν ήσυχα πίσω του. Κανένας δεν πήρε το τζιπ, μάταια περίμενε ν΄ακούσει το γουργούρισμα της πολυκύλινδρης μηχανής. Θυμήθηκε εκείνο το τραγούδι της Siouxsie.
«Με δηλητηριασμένα από τον μόλυβδο φτερά, προσπαθείς να τραγουδήσεις/ φρικιαστικές κραυγές από ράμφη επιτίθενται στο παρεξηγήσιμο χρώμα σου/ μάτια παγωνιών που κραυγάζουν χωρίς έλεος, χωρίς έλεος/ ένα βαμμένο πουλί είναι σκέτος παραλογισμός».
Και ξεκίνησε να περπατάει.
Το "βαμμένο πουλί" -πρώτη στροφή
Ο κόσμος κυκλοφορούσε έξω από τις ανοιχτές πόρτες κακοσυντηρημένων σπιτιών. Κάποια παιδιά έπαιζαν δίπλα σε κατεστραμμένα αυτοκίνητα. Υπήρχαν φωνές που δυνάμωναν συνέχεια και μετά, απότομα, ξεμάκραιναν. Περπατούσε κάνοντας κύκλους σε σκοτεινά δρομάκια, καθυστερώντας την έξοδό του από τη συνοικία. Ήξερε πως δεν υπήρχε λόγος –η συνοικία ήταν τεράστια, μια κωμόπολη από μόνη της, αλλά εξακολουθούσε να περπατάει σε κύκλους. Μια υπαίθρια καντίνα στεκόταν μισοφωτισμένη στη μέση κάποιου οικοπέδου. Διέκρινε κόσμο καθώς πλησίαζε, άκουσε το ρυθμικό βουητό της γεννήτριας. Κάμποσοι ήταν μαζεμένοι εκεί γύρω –μέτρησε τρία βαρέλια που, μέσα τους, καίγονταν σκουπίδια. Τάχυνε το βήμα του.
Κάποιοι ζαλισμένοι τον κοίταξαν πίσω από άδεια κουτάκια μπύρας –τα γέλια κόπηκαν μονομιάς. Ένιωσε άντρες να ψάχνουν τις τσέπες των τριμμένων μπουφάν, αλλά δεν ήταν σίγουρος. Έψαχναν να προστατευτούν από την παρουσία του, ή απλώς αναζητούσαν κάποιο μισοτελειωμένο πακέτο τσιγάρα;
«Απλά ένα μολυσμένο πουλί που πληγώνει το οπτικό τους νεύρο/ το κοπάδι θα σε κάνει να πνιγείς από τα γέλια με αυτό το σαδιστικό αστείο».
Το "βαμμένο πουλί" -δεύτερη στροφή
Πλησίασε τον χοντρό που δίπλωνε σάντουιτς ιδρωμένος κάτω από τη λάμπα αλογόνου. Πρόλαβε να κοιτάξει μέσα στο τζαμάκι της καντίνας –τι σκατά δίπλωνε ο χοντρός; Δεν υπήρχε τίποτα εκεί πέρα.
«Έχετε μπύρες;» ρώτησε.
«Απ΄όλα έχουμε», απάντησε ο χοντρός χωρίς να τον κοιτάξει.
«Μια … ότι να ‘ναι», αποφάνθηκε ο Νίκος.
«Δεν πουλάμε», μουρμούρισε ο χοντρός.
Κάνοντας δυο βήματα πίσω, ανακάλυψε με τι γέμιζαν τα ψωμάκια. Κάτι κονσέρβες ξεκοιλιασμένες έχασκαν γύρω από τον πλαστικό σκουπιδοτενεκέ.
«Και γιατί παρακαλώ;» ρώτησε απαιτητικά.
«Γιατί έτσι γουστάρουμε. Άδειαζέ μας τη γωνία», του σφύριξε ένας πιτσιρικάς από το πλάι.
«Ποιος σε ρώτησε εσένα;» είπε σιγά ο Νίκος, κοιτάζοντάς τον.
«Κανένας. Από μόνος μου απάντησα –τραβάς ζόρι;» πλησίασε πιο κοντά του ο πιτσιρικάς.
Κόσμος άρχισε να μαζεύεται γύρω τους, ο Νίκος ένιωθε εκτεθειμένος για μια ακόμα φορά. Ακούμπησε την πλάτη στο βρώμικο σίδερο της καντίνας και προσπάθησε να κατανικήσει την αγοραφοβία του.
«Δεν καταλαβαίνω. Μια μπύρα ζήτησα –δεν υπάρχει λόγος να γίνει φασαρία …», ψιθύρισε.
«Φύγε, ξεκουμπίσου από τα μέρη μας παλιοπούστη!» ακούστηκε η φωνή –δυνατή και απροσδιόριστη.
«Ποιος το είπε αυτό;» μαγκώθηκε ο Νίκος.
Κοίταξε τους άντρες που έσφιγγαν τον κλοιό γύρω του. Μισόκλεισε τα μάτια. Οι άντρες περίμεναν. Αμίλητοι.
«Ποιος το είπε αυτό;» ξαναρώτησε.
«Εσύ δεν ήσουν στο κωλόμπαρο –σήμερα; Αδερφάρα!»
Ξεκόλλησε από το σίδερο με τα χέρια στις τσέπες. Άνοιξε δρόμο ανάμεσα στους απειλητικούς άντρες χρησιμοποιώντας τους ώμους του. Είχε βρει από πού ερχόταν η φωνή. Πλησίασε έναν κρεμανταλά που τον κοίταζε επίμονα.
«Εσύ μίλησες;»
«Γιατί; Ψέματα λέω;» φώναξε εκείνος.
«Μισή αλήθεια λες. Που ξέρεις ότι ήμουνα σ΄εκείνο το μπαρ;»
«Περνάγαμε και σε είδαμε».
«Δεν περνάγατε καργιόλη! Την είχατε στήσει απέξω για να πηδήξετε όποιον βγει».
Ο κρεμανταλάς πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο διπλανός του έπεσε πάνω στο Νίκο με φόρα. Προσπάθησε να τον πιάσει από τη μέση, όμως διπλώθηκε απότομα σα να είχε φάει ληγμένη κονσέρβα. Ο Νίκος τραβήχτηκε δυο βήματα πίσω –η σιδερογροθιά γυάλιζε στο χέρι του.
«Τον σακάτεψε η παλιαδερφή!» τσίριξε ο κρεμανταλάς.
Κόσμος άρχισε να στριμώχνεται κόβοντας τον αέρα. Αβέβαιοι, αναποφάσιστοι, έτοιμοι για καθοδήγηση. Μια απειλητική σιωπή που μύριζε λαχανιασμένες ανάσες.
«Άκουσα τη θλίψη σου, ίσως αύριο/ να χάσεις τη θλίψη σου/ όταν τα βαριά σύννεφα θα την ξεπλύνουν/ αυτές τις βαμμένες φτερούγες κι αυτή τη θλίψη».
Το "βαμμένο πουλί" -επίλογος
Ο Νίκος πονούσε παντού. Δεν άντεχε να αγγίξει το πρόσωπό του –ήταν σίγουρος πως είχε ένα σκίσιμο που αιμορραγούσε στο δεξί φρύδι, από εκεί ερχόταν το αίμα. Μια λεπτή γραμμή που γλιστρούσε δίπλα στα χείλη του –αλμυρή γραμμή, αλλά δεν ήταν τίποτα σοβαρό. Οι άντρες τον είχαν χτυπήσει ταυτόχρονα από όλες τις πάντες. Είχε καταφέρει να μη χάσει τη σιδερογροθιά, ήξερε πως μπορούσε να αντέξει την αρχική οργή αλλά δεν ήθελε να είναι έκθετος σε καλοζυγισμένα χτυπήματα. Όταν το πλήθος ξεθυμάνει –εκεί παραμονεύει ο πραγματικός πόνος. Γιατί τότε οι πολλοί κάνουν πίσω –μένουν μόνο οι άρρωστοι και οι θρασύδειλοι. Εκείνοι που χτυπάνε με σκοπό.
Ο Νίκος προσπάθησε να καθαρίσει τις λάσπες από το παντελόνι του όσο σηκωνόταν. Ήταν ακόμα ζεστός, αλλά δεν είχε σπάσει κανένα κόκαλο. Ίσως κάποιες θλάσεις και μελανιές. Μπόλικες μελανιές. Το οικόπεδο γύρω του είχε ακόμα κίνηση, αλλά οι άνθρωποι δεν ασχολούνταν πλέον μαζί του.
«Σου τις βρέξανε για τα καλά –έτσι;»
Ο Νίκος έψαξε να βρει από πού ερχόταν η φωνή. Μάλλον πίσω του ήταν ο άνθρωπος, αλλά δεν μπορούσε να είναι σίγουρος –τα αυτιά του βούιζαν. Κάτι οικείο υπήρχε στην ειρωνεία αυτής της φωνής.
«Δεν τρέχει τίποτα –αντέχω ακόμα», μουρμούρισε.
«Έλα να σε βοηθήσω –το κοστούμι αχρηστεύτηκε, αλλά η γραβάτα σώζεται», γέλασε η φωνή.
Χέρια χώθηκαν κάτω από τις μασχάλες του και η ώθηση τον βοήθησε να σταθεί όρθιος. Γύρισε να ανακαλύψει την οικεία φωνή. Βρέθηκε λίγα εκατοστά μακρύτερα από το πρόσωπο του κοντού άντρα με τα αραιωμένα μαλλιά –πάσχισε να χαμογελάσει.
«Ζεις ρε μαλάκα Βασίλη;»
Ο άλλος ξεκαρδίστηκε.
«Εξαρτάται πως το βλέπεις», απάντησε.
Σύρθηκαν αγκαλιασμένοι μέχρι την άκρη του οικοπέδου –ο Βασίλης άνοιγε δρόμο και έλυνε απορίες.
«Δικός μου είναι –μην ψαρώνετε».
«Ξηγημένο άτομο –τζάμπα του την πέσατε».
«Όλο μαλακίες κάνετε –είναι μαζί μας ο άνθρωπος».
Χώθηκαν σε μια ταβέρνα με σβηστά φώτα, 50 μέτρα μακρύτερα από το οικόπεδο. Ένας γέρος λαγοκοιμόταν απλωμένος σε δυο καρέκλες.
«Μην ταράζεσαι μπάρμπα Σπύρο. Θα βολευτούμε μόνοι μας», είπε ο Βασίλης.
Μετά τον τράβηξε μέχρι μια ξεχαρβαλωμένη τουαλέτα για να πλυθεί. Κοιτάχτηκε στον θολωμένο καθρέφτη –χάλια μαύρα!
«Πως κι από τη γειτονιά μας αδερφέ;» αναρωτήθηκε ο Βασίλης πίσω από μια κανάτα με κρασί. Η άδεια ταβέρνα παρέμενε μισοσκότεινη –ο γέρος δυσανασχέτησε στο άκουσμα της βροντερής φωνής και άλλαξε πλευρό μέσα στον ύπνο του.
«Μη φωνάζεις!» έκανε ο Νίκος καθώς τραβούσε την καρέκλα απέναντί του. Ξέπλυνε το στόμα του με μια στυφή γουλιά κρασιού.
«Τι θέλεις εδώ κάτω ρε ηλίθιε; Δεν έπρεπε να είσαι στο πόστο σου;» σφύριξε ο Βασίλης.
«Δεν υπάρχει λόγος πλέον. Η δουλειά πάει από μόνη της», απάντησε ο Νίκος.
«Και είναι αυτό δικαιολογία;»
Ο Νίκος κόμπιασε. Ξαναγέμισε το ποτήρι, προσπάθησε να πιει για να αποφύγει την απάντηση. Μάταια. Ο Βασίλης περίμενε και το κρασί ήταν σκέτο πετρέλαιο.
«Δε με νοιάζουν πια οι δικαιολογίες –τσάκισα ρε φίλε. Ο κόσμος καίγεται, η πόλη είναι στους δρόμους κι εγώ κοιμάμαι σε ρετιρέ με κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης. Δεν αντέχω άλλο –γιατί τα κάναμε όλα αυτά; Για να βγούμε έξω, να πολεμήσουμε –ένα αύριο που να αξίζει σε ανθρώπους. Το θυμάσαι;»
«Και από πού θα πολεμήσεις γι΄αυτό το αύριο; Από εδώ; Κρυμμένος πίσω από φλεγόμενους σκουπιδοτενεκέδες με ένα καδρόνι αγκαλιά; Μπορείς να σηκώσεις καδρόνι, ή θα καταστρέψεις το μανικιούρ σου φίλε; Κι όταν μας την πέσουν; Θα αρπάξεις καμιά σφαίρα για να γίνουν οι νεκροί ‘ένας περισσότερος’; Βλέπεις κάποιο όφελος σε όλα αυτά;»
«Δε με νοιάζει! Ότι ήταν να κάνω το έκανα. Τι άλλο να περιμένω;»
«Νίκο, στους δρόμους υπάρχουν πολλοί. Θα βγουν κι άλλοι –θα έρθει κόσμος, θα φύγει κόσμος. Δεν είναι φοιτητικό πανηγυράκι εδώ πέρα –ο κόσμος μετριέται σε εκατοντάδες πλέον. Είσαι άχρηστος, σα μονάδα. Ενώ στο πόστο σου …»
«Δεν υπάρχει πλέον πόστο άνθρωπέ μου! Πόσο νομίζεις θα τους πάρει για να με σχολάσουν; Πήρα όλη την υπόθεση του Πάρκου πάνω μου –η εταιρεία χάνει ήδη λεφτά και κύρος. Θα με πετάξουν σαν την τρίχα από το ρυζόγαλο, λίαν συντόμως»
«Και τι έγινε; Ποτέ δεν ξέρεις ποιος θα προσεγγίσει ένα απολυμένο στέλεχος! Άσε που χρειάζονται άνθρωποι να δίνουν οδηγίες στο ίντερνετ. Εδώ πέρα δεν έχουμε ούτε ρεύμα –το ξέρεις;»
Ο Νίκος έγειρε στην καρέκλα του. Άναψε τσιγάρο γλύφοντας κάτι κομματάκια καπνού ανάμεσα σε πονεμένα χείλια.
«Δηλαδή να γίνω επαναστατική ιντελιγκέτσια; Αυτό λες; Η φωτισμένη πρωτοπορία που κατευθύνει μυστικά τις μάζες;»
«Αν είναι ανάγκη …»
«Ανάγκη είναι να μην καταντήσουμε σαν τους γαμιόληδες που κοροϊδεύαμε! Ποιος είμαι εγώ που θα καθοδηγήσω; Καθοδήγηση ίσον ποδηγέτηση –το θυμάσαι; Ή θα ξεχάσουμε αυτά που λέγαμε, τώρα που ξεκίνησε το πανηγύρι;»
Ο Βασίλης τον κοίταξε σκεφτικός. Μετά στράφηκε στον κοιμισμένο γέρο –«έχεις τίποτα στην κουζίνα μπάρμπα Σπύρο;» ρώτησε. Σηκώθηκε και χάθηκε πίσω από μια πλαστική κουρτίνα χωρίς να περιμένει απάντηση.
Ο Νίκος χάζευε κάτι κοπέλες που περνούσαν έξω από τη τζαμαρία της ταβέρνας. Έπαιρνε να ξημερώνει –οι κοπέλες περπατούσαν άσκοπα. Αν ήταν διαφορετικές οι συνθήκες θα κυνηγούσαν το πρωινό λεωφορείο για τη φάμπρικα –τώρα όμως δεν είχαν τι να κάνουν. Ή έτσι φάνηκε στο Νίκο –η κατάρα του πρωινού ξυπνήματος δεν φεύγει ποτέ. Όσα χρόνια κι αν περάσουν. Μια κοπέλα τον έδειξε από το τζάμι –οι άλλες ταράχτηκαν πίσω της. Έκαναν να το βάλουν στα πόδια, αλλά κοντοστάθηκαν. Τότε πρόσεξε ο Νίκος τις πλαστικές σακούλες. Δυο, τρεις, τέσσερις σακούλες –λες και γύριζαν από το σούπερ μάρκετ τα κορίτσια. Αυτή που τον είχε δει πρώτη ξεκόλλησε από τις υπόλοιπες και άνοιξε την πόρτα της ταβέρνας. Αργά βήματα –αβέβαια.
«’σαιχαφιές;» μουρμούρισε μπαίνοντας μέσα.
«Τι;» έξυσε το κεφάλι του ο Νίκος.
«’θεσεδώ;» συνέχισε αυτή.
«Δεν καταλαβαίνω», προσπάθησε να χαμογελάσει εκείνος.
Η κοπέλα έψαξε την αριστερή τσέπη του παλτού της. Μετά από λίγο έβγαλε ένα σκουριασμένο λούγκερ και τον σημάδεψε.
«’σεσκοτώσωπουστη!» ούρλιαξε.
Ο Νίκος έκλεισε τα μάτια. Πάντα αισθανόταν νευρικότητα πριν τις εκρήξεις. Περίμενε. Άκουσε τον κόκορα να σηκώνεται –έσφιξε το σαγόνι, πόνεσε.
«Κάτσε ήσυχα μωρή ζουρλή!» ακούστηκε η φωνή του Βασίλη από το βάθος.
Ο γέρος ξαφνιάστηκε και έπεσε από τις καρέκλες του. Η κοπέλα πάτησε τη σκανδάλη τρομοκρατημένη –το όπλο μπλόκαρε.
Ο Νίκος πρόλαβε ν΄ανοίξει τα μάτια, είδε τον Βασίλη φουριόζο, να παίρνει τραπέζια στο διάβα του καθώς χαστούκιζε την κοπέλα.
«Μη μαλακίζεσαι μωρή σκρόφα!» φώναξε.
«’ναιμπασκίνας!» είπε η κοπέλα δακρυσμένη. Οι υπόλοιπες λούφαξαν απέξω.
«Τον κακό σου τον καιρό! Σήκω φύγε μη σου βάλω τις μολότωφ στον κώλο!»
Η κοπέλα βγήκε έξω με κατεβασμένο το κεφάλι. Ο Νίκος ήθελε να βάλει τα κλάματα –για την κοπέλα και για το μπλοκαρισμένο πιστόλι.
«Βλέπεις που σου τα ΄λεγα;» μούγκρισε ο Βασίλης. «Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ –οι δικοί μας θα σε φάνε λάχανο».
Ο Νίκος περίμενε με σκυμμένο κεφάλι όσο ο Βασίλης έφερνε ένα πιάτο με ζαρωμένες ελιές και τυρί.
«Αυγά θέλεις;» ρώτησε.
«Όχι, εντάξει», απάντησε ο Νίκος.
Το πιάτο έμενε ανέγγιχτο ανάμεσά τους –ο γέρος το πήρε απόφαση και πήγε να κοιμηθεί πίσω από την πλαστική κουρτίνα.
«Σκέψου λίγο ρε φίλε. Έχεις κονέ με πολιτικούς, λεφτάδες –τα πάντα. Θέλεις να βοηθήσεις; Κάτσε εκεί που είσαι. Περίμενε. Μπορεί να χρειαστείς. Να ζωστείς δυναμίτη και να σκάσεις στην επόμενη δεξίωση … ξέρω ‘γω;»
«Τρομοκρατία ρε Βασίλη;»
«Απ’ όλα μαλάκα μου! Γιατί όχι;»
«Δεν το θέλω έτσι».
«Και ποιος σε ρώτησε; Ή μήπως νόμισες ότι τα σαμποτάζ που κάνατε όλοι σας είναι διαφορετικό πράγμα από την τρομοκρατία;»
«Ναι αλλά …»
«Αλάτι χοντρό! Άκου να σου πω ρε Νικόλα –εγώ έφαγα τη ζωή μου εδώ πέρα. Ξέρεις τι το έκανα το πτυχίο; Στον κώλο μου το έβαλα –στη φάμπρικα δούλεψα μέχρι να ανοίξω το τυπογραφείο. Και μετά –κοντεύουν 10 χρόνια, τι νομίζεις; Από τις 6 το πρωί ως τις 11 το βράδυ –να τυπώνω πουστριλίκια, ημερολόγια με βρυσούλες και ψηλά βουνά, διαφημιστικά για μπιντέδες –κολοκύθια με τη ρίγανη. Και μετά τις 11 τύπωνα προκηρύξεις. Αφίσες για συγκεντρώσεις –100, 200 αφίσες και δεν μαζεύονταν ούτε 10 άτομα. Έφαγα τη ζωή μου όσο εσύ σουλατσάριζες με τις καλύτερες πουτάνες στα σαλόνια …», σταμάτησε –κοίταξε το απορημένο βλέμμα του Νίκου, «… έστω, με τα καλύτερα τεκνά», διόρθωσε.
Μπουκώθηκε ένα χοντρό κομμάτι τυρί, ήπιε κρασί για να το σπρώξει στον λαιμό του.
«Και τώρα είμαι κάποιος γι΄αυτούς τους ανθρώπους. Σταμπαρισμένος, αναρχοκομμουνιστής, πιο πριν με είχανε για γραφικό στα καφενεία. ‘Ο Βασίλης, καλό παιδί –αλλά με τα μυαλά πάνω απ΄το κεφάλι του’ –μιλούσα και κοιτάγανε αλλού, από ευγένεια. Μέχρι που ήρθε κι έδεσε το πράμα –βγήκα στο δρόμο καμαρωτός –‘σας τα ΄λεγα εγώ, αλλά δε με πιστεύατε!’ Και ήρθαν σε μένα οι άνθρωποι, φοβισμένοι, τι να κάνουν, πώς να οργανωθούν –‘εσείς οι αναρχικοί τα ξέρετε αυτά, τόσα χρόνια στο κυνήγι σας έχουν’. Άμα βρεθείς εδώ το μεσημέρι θα πέσεις σε λαϊκά συσσίτια, δυο δρόμους παρακάτω έχουμε στήσει νοσοκομείο, τα βράδια κυκλοφορούν ομάδες περιφρούρησης –που τα έμαθαν όλα αυτά; Από τις ειδήσεις; Από τα κόμματα; Τώρα το τυπογραφείο βγάζει προκηρύξεις κάθε μέρα και οι άνθρωποι τις λιώνουν στο διάβασμα –οδηγίες για την αντιμετώπιση των δακρυγόνων, εκατό βγάζω και χίλιοι τις διαβάζουν γιατί δεν μας βρίσκεται ούτε χαρτί πλέον. Γι΄αυτό σου λέω –ο καθένας στο πόστο του. Εγώ δούλεψα εδώ, εσύ ήσουν αλλού. Δεν εγκαταλείπω –μην εγκαταλείπεις. Κι αν τύχει και σε γαμήσουν οι δικοί μας άνθρωποι, θα σου στήσω ανδριάντα σαν τις γαλλίδες πουτάνες που δούλευαν για την αντίσταση και εκτελέστηκαν από την αντίσταση μέσα στον πανικό. Εντάξει ρε φίλε;» σταμάτησε για να ψαρέψει ένα τσιγάρο από το πακέτο του Νίκου –το άναψε και περίμενε.
Ο Νίκος δεν τολμούσε να κοιτάξει τον άλλο στα μάτια –δεν υπήρχε τίποτα να πει, δεν έμενε άλλη ψευδαίσθηση να υπερασπιστεί. Σηκώθηκε ήσυχα, όπως το παιδί που το κατσάδιασαν για τη σκανταλιά του.
«Ελπίζω να τα ξαναπούμε», ψιθύρισε.
«Θα σε πάω παρακάτω. Έμαθα πως έχεις αφήσει το αυτοκίνητό σου …»
«Δεν είναι ανάγκη. Άσε με να κερδίσω τον ανδριάντα με την αξία μου ..»
Ο άλλος γέλασε. Σηκώθηκε από το τραπέζι, όσο ο Νίκος έβγαινε έξω –έπεσε πάνω του, τον αγκάλιασε.
«Ξέρεις ρε αδερφέ … εγώ … μακάρι … κι εσύ να ήσουν μαζί μου και όλοι οι άλλοι … παρέα όπως τότε … ξέρεις πόσο το θέλω …»
Ο Νίκος τον παραμέρισε ήσυχα.
«Ξέρω. Δε χρειάζεται να μου πεις –σε ξέρω. Και θα είμαστε μαζί όταν δεν μένει τίποτα να καεί, όταν θα χτίζουμε πάνω στα γκρεμισμένα. Να λέμε ιστορίες και να το παίζουμε κάποιοι μεγάλοι αγωνιστές –έτσι μαλάκα μου;»
Ο άλλος –αμίλητος –κρεμασμένος στον ώμο του.
«Καλή μας αντάμωση λοιπόν», είπε ο Νίκος.
«Κακό μας ψόφο», γέλασε για να πνίξει τη συγκίνησή του ο Βασίλης. Δεν τα κατάφερε –η φωνή του βγήκε σπασμένη, στριγκή.
Ο Νίκος άνοιξε το βήμα του όταν βρέθηκε έξω, βιαζόταν να γυρίσει στο αυτοκίνητό του, βιαζόταν για να μην κοιτάξει πίσω του –δεν έπρεπε να κοιτάξει πίσω του.
Κάτι παιδιά μπαινόβγαιναν στο θηριώδες τζιπ κακαρίζοντας. Κανένας δεν είχε πάρει τα κλειδιά, τίποτα δεν είχε συμβεί –μόνο τα παιδιά αγνοούσαν τις εντολές. Ο Βασίλης και η σφαίρα επιρροής του. Ο Βασίλης και οι σύντροφοί του. Προετοιμασμένος –διαθέτοντας το πλεονέκτημα της συνωμοτικότητας. Ο Βασίλης που θα άλλαζε τον κόσμο από κάτω, όσο αυτοί ψαλίδιζαν την κορυφή. Πλησίασε κι άλλο το τζιπ.
«Παιδιά, αδειάστε μου τη γωνιά –θέλω να φύγω».
Ένας δεκάχρονος πετάχτηκε από τη θέση του οδηγού και τον μέτρησε από πάνω ως κάτω. Σοβαρός –τα γέλια κόπηκαν στο εσωτερικό του αυτοκινήτου.
«Δικό σου είναι το τζιπ;» ρώτησε.
«Εσύ τι λες;» χαμογέλασε ο Νίκος.
«Λέω πως δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Το τζιπ βρίσκεται σε ελεύθερο έδαφος και είναι ελεύθερο για όλους».
Ο Νίκος ξεκαρδίστηκε. Σκέφτηκε την κατήχηση του Βασίλη –μακάρι να ήταν εδώ, τώρα.
«Κι αν προσπαθήσω να το πάρω τι θα κάνετε δηλαδή;» ρώτησε.
Από το τζιπ πετάχτηκαν δυο πιτσιρίκια με σφεντόνες. Στις άκρες από τα λάστιχα κρατούσαν σκαλωμένα ρουλεμάν. Δυο κοριτσάκια ξεπρόβαλαν τα κεφάλια τους δίπλα σε σκουπόξυλα γεμάτα πρόκες. Ο πιτσιρικάς πήρε θάρρος και έκανε δυο βήματα προς το μέρος του. Ο Νίκος χαμογέλασε ανοιχτόκαρδα.
«Δικό σας ρε μάγκες –προσέξτε μόνο μην σκοτωθείτε με δαύτο», είπε καθώς απομακρυνόταν αργά.
«Όχι δικό μας –ελεύθερο», του φώναξε ο πιτσιρικάς «κι εσύ να προσέχεις μη σε πατήσουμε με το τζιπ!»
«Γιατί εδώ είμαστε βαμμένα πουλιά με τα δικά μας χρώματα/ στα δικά μας χρώματα δεν υπάρχει θλίψη/ έχεις ακούσει για το βαμμένο πουλί;/ απλά ένα μολυσμένο πουλί που πληγώνει το οπτικό τους νεύρο/ χάσαμε τη θλίψη μας, το αύριο είναι εδώ/ δεν χρειάζεται πια να κρύβεις τα φτερά σου κάτω από τα βαριά σύννεφα/ όχι άλλη θλίψη …/ τώρα είμαστε όλοι βαμμένα πουλιά που χλευάζουν εκείνο το οπτικό νεύρο».
Και μια σοβαρή υπόθεση
Χρειάστηκε να περπατήσει τρία χιλιόμετρα στη λεωφόρο μέχρι να βρει ταξί. Η πόλη ξημέρωνε αλλά κανείς δεν έτρεχε για να προλάβει το λεωφορείο. Τίποτα δεν δούλευε κι ο ταξιτζής πέρασε τέσσερα κόκκινα φανάρια στη σειρά –από βαρεμάρα.
«Τίποτα δε δουλεύει –έχει διαλυθεί το σύμπαν κύριος», σχολίασε καθώς επιτάχυνε για να περάσει το επόμενο κόκκινο.
«Καλύτερα έτσι», σχολίασε ο Νίκος.
«Ναι -εμένα μου λες; Για σένα μπορεί να είναι καλύτερα, αλλά για μας ποτέ δεν φτιάχνουν τα πράγματα. Χρωστάω το μισό ταξί –πως θα δουλέψω να το ξεπληρώσω;»
«Γιατί να το ξεπληρώσεις; Εγώ άκουσα ότι καίνε τις τράπεζες …»
«Ναι –καλά! Ότι κάψανε –κάψανε, τώρα, τα κεφάλια μέσα! Έγινε κυβέρνηση Εθνικής Ανάγκης και βγάλανε ήδη τον στρατό. Απορώ πως δεν έχουμε πέσει σε κανένα μπλόκο ακόμα –είδα κι έπαθα πριν μισή ώρα για να ξεκολλήσω από τα REO. Έχουνε φρακάρει οι δρόμοι στο κέντρο!»
Ο Νίκος άπλωσε τα πόδια του αφήνοντας την κούραση να τα μουδιάσει. «Αυτό ήταν λοιπόν –ξύπνησαν. Ούτε νωρίς, ούτε αργά –στην ώρα τους. Πρόλαβαν το τελευταίο τρένο –μένει να δούμε πόσο έχουν πριονίσει οι άλλοι τις γραμμές. Γιατί οι καραμέλες τέλειωσαν σύντροφοι». Του ξέφυγε ένα πνιχτό γέλιο.
«Είπες τίποτα κύριος;»
«Όχι. Άσε με εδώ –θα περπατήσω μέχρι το σπίτι».
Ο ταξιτζής τον κοίταξε από τον καθρέφτη παραξενεμένος.
«Είσαι με τα καλά σου; Γίνεται της πουτάνας έξω –έχει βγει ο στρατός!»
Ο Νίκος του έσπρωξε ένα χαρτονόμισμα σιωπηλός και κατέβηκε όταν σταμάτησε το ταξί.
Περπάτησε στο πεζοδρόμιο νωχελικά. Αυτή την ανατολή δεν ήθελε, με τίποτα, να τη χάσει.
(λέει να συνεχιστεί)


