Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2007

5. Η αποξένωση των διπλανών δρόμων

1. Σφραγίζοντας πλαστά διαβατήρια
2. Ο χρόνος δεν είναι φίλος κανενός
3. Η ανασφάλεια των ομαδικών παιχνιδιών
4. Περιστροφή γύρω από ένα "βιβλίο -ευαγγέλιο"

Κοίταξε τον πεσμένο άντρα σκεπτικός, αφήνοντας τα χέρια του να κρεμάσουν. Ο πεσμένος αναστέναξε, χαλάρωσε λίγο το σώμα του, εγκαταλείποντας την εμβρυακή στάση στην οποία ήταν κλειδωμένος. Ο Νίκος σημάδεψε τις δίπλες της κοιλιάς του –δεν χρειάστηκε να πάρει φόρα, κάρφωσε εκεί τη μύτη του παπουτσιού, με την δεξιοτεχνία αμυντικού που χτυπάει πέναλτι. Ο πεσμένος άντρας ούρλιαξε.
«Τελικά μαλάκα, δεν είμαι γκέι. Βρωμόπουστας είμαι –το κατάλαβες;». Γύρισε την πλάτη χωρίς να περιμένει την αντίδραση του πεσμένου άντρα. Τα φώτα του μπαρ στο απέναντι πεζοδρόμιο τρεμόπαιζαν. Ήταν ένα άθλιο μαγαζί, σα στρατόπεδο συγκέντρωσης έμοιαζε. Με συρματοπλέγματα στην είσοδο –αποθέωση κάποιας μινιμάλ αισθητικής. Με ανθρώπους ερμητικά κλεισμένους στη σεξουαλική τους προτίμηση -φοβισμένους από την εχθρική καθημερινότητα, βολεμένους στην άκρη της γραμμής –εκεί που τους πέταξαν, αυτό οικειοποιήθηκαν. Ανθρώπους κλειστούς. Ποιος φταίει; Η κοινωνία που περιθωριοποιεί ή εσύ που περιχαρακώνεσαι; Κυκλικές, ατέρμονες ερωτήσεις.

Ένα σκουπίδι στο δρόμο
«Θα έρθει η μέρα που οι διαφορές θα ενώνουν τους ανθρώπους», μουρμούρισε ο Νίκος όπως κάθε φορά που σκεφτόταν τα ίδια ζητήματα. Σύχναζε στο συγκεκριμένο μπαρ από ξεροκεφαλιά. Κόντευαν να κλείσουν 20 χρόνια από τη στιγμή που είχε συνειδητοποιήσει δυο βασικά χαρακτηριστικά του γνωρίσματα: ήταν ομοφυλόφιλος και συνεσταλμένος. Με μια συστολή που βρώμαγε κοινωνικά κατάλοιπα –δεν τολμούσε να εξωτερικεύσει την σεξουαλική του προτίμηση γιατί ένιωθε εκ προοιμίου γελοίος. Φανταζόταν τον εαυτό του να μιλάει ερωτικά με κάποιον άλλο άντρα και τρόμαζε. Κυκλοφορούσε στα γκέι μπαρ προσπαθώντας να συνηθίσει τη φοβερή εικόνα –μάταια. Παράγγελνε πάντα δυο ποτά, έπινε με το κεφάλι σκυμμένο, απέκρουε όσους τον πλησίαζαν. Έφευγε. Αμήχανος, όπως και σήμερα.

Ο άντρας έπεσε πάνω του καθώς έβγαινε από το μπαρ. Δεν ήταν μόνος –υπήρχαν άλλοι δύο που παραμόνευαν στις σκιές. Είχαν στείλει τον χοντρό για να προσελκύσει το θήραμα.
«Γουστάρεις παιχνιδάκια γλυκιά μου;»
Ο Νίκος είχε τραβηχτεί πιο πίσω για να απαλλαγεί από την βρώμικη αναπνοή του χοντρού. Έσκυψε το κεφάλι και πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο ακούγοντας βήματα στην άσφαλτο. Βαριά, ασθματικά βήματα –κοντά του. Ήξερε πως ο τύπος δεν ήταν μόνος.
«Διώξε τους άλλους και θα τα βρούμε», είπε στον χοντρό.
Εκείνος έκανε νόημα χωρίς να γυρίσει το κεφάλι του, ο Νίκος είδε ανθρώπους να ξεκολλάνε από τις σκιές και να στρίβουν στην επόμενη γωνία. Χάρηκε.
«Νομίζεις ότι είμαι γκέι;» ψιθύρισε γλυκά στον χοντρό.
Εκείνος χαμογέλασε ηλίθια. Παρατεταμένα. Ακόμα και τη στιγμή που η σιδερογροθιά εμφανίστηκε στο αριστερό χέρι του Νίκου –τα χείλη του χοντρού άνοιξαν σα φιλέτο τόνου με το πρώτο χτύπημα, αν δεν χαμογελούσε μπορεί και να γλίτωνε κάποια από τα μπροστινά του δόντια.
Ούρλιαξε ξαφνιασμένος –δεν είχε προλάβει ακόμα να πονέσει. Ο Νίκος τον ξαναχτύπησε ήρεμα. Μεθοδικά. Σημάδευε το κόκαλο της μύτης. Αστόχησε και γι΄αυτό προσπάθησε ακόμα μια φορά. Ο χοντρός έπεσε άτσαλα στο πεζοδρόμιο. Ο Νίκος περίμενε λίγο πριν τον κλωτσήσει στην κοιλιά.
«Τελικά μαλάκα, δεν είμαι γκέι. Βρωμόπουστας είμαι –το κατάλαβες;»

Μερικά θηριώδη οχήματα
Ο Νίκος έβαλε μπροστά το θηριώδες τζιπ κοιτάζοντας τριγύρω για τους φίλους του χοντρού. Άφαντοι. Ευτυχώς. Δεν είχε όρεξη να πατήσει κανένα μαλάκα νυχτιάτικα –ήταν και ψόφιος. Είχε κλείσει δωδεκάωρο στο γραφείο –το μόνο που ζητούσε ήταν ένα γρήγορο ποτό, παρέα με τις αναστολές του. Ο χοντρός είχε επιβαρύνει ένα εξοντωτικό ημερήσιο πρόγραμμα. Αλλά, τουλάχιστον, η υπόθεση προχωρούσε.

Η επιχείρηση ισοπέδωσης του Πάρκου ξεκίνησε όσο πιο άσχημα γινόταν. Από την προηγούμενη μέρα είχε ήδη κυκλοφορήσει η βρώμα ότι την επόμενη «θα έρθουν οι μπουλντόζες». Ο κόσμος ειδοποιήθηκε εγκαίρως και μαζεύτηκε με την ησυχία του. Η αστυνομία απέσυρε δυνάμεις από τις διαδηλώσεις του κέντρου και διοργάνωσε ολόκληρη εισβολή για την προστασία των σκαπτικών μηχανημάτων. Εκείνη τη μέρα έγινε κόλαση στο κέντρο με τους ανεξέλεγκτους διαδηλωτές και οι ομάδες περιφρούρησης του πάρκου ταμπουρώθηκαν πίσω από τα δέντρα καθυστερώντας την ισοπέδωση. Η πόλη μάτωνε σε δυο μεριές –ταυτόχρονα. Το μίσος κατάντησε ασυγκράτητο. Η «αποκατάσταση της τάξης» ακουγόταν σαν άκαιρο αστείο.

«Ξεκόλλα –άλλαξε και καμιά ταχύτητα. Σα γουρούνι τσιρίζει το αυτοκίνητο. Ρε δεν πάει να τσιρίζει όσο θέλει; Μετρημένες είναι οι μέρες του. Όλο και κάποιος θα βρεθεί να το λαμπαδιάσει –τζιπ σαν αυτό είναι σκέτη πρόκληση. Σύμβολο κύρους! Μακάρι να κάψουν όχι μόνο τα σύμβολα, αλλά και ότι συμβολίζεται. Εντάξει, αλλά δεν υπάρχει λόγος να γίνεσαι προκλητικός. Κάνεις κύκλο για το σπίτι σου, σε λίγο θα περάσεις δίπλα στις φωτιές –τι τρέχει με σένα; Θέλεις να γυρίσεις σπίτι περπατώντας; Με πρησμένη μούρη; Σύνελθε! Μια χαρά είμαι –ποτέ δεν ένιωθα καλύτερα. Έφτασε η ώρα να βγάλω τα βρωμόρουχα, να ξαναγίνω άνθρωπος. Ότι έπρεπε να κάνω το έκανα –δεν έχω άλλη υποχρέωση απέναντι σε κανέναν –παρά μόνο στον εαυτό μου. Και δεν σκοπεύω να χάσω τη γιορτή. Τι τώρα, τι σε λίγες μέρες –έτσι κι αλλιώς, ο κόσμος τους θα καεί».

Το "βαμμένο πουλί" -εισαγωγή
Διέκρινε ήδη τις πρώτες σιλουέτες να κινούνται δίπλα σε σκελετωμένα αυτοκίνητα. Σε σκοτεινά δρομάκια, παραμονεύοντας την κίνηση στη λεωφόρο. Χαμογέλασε. «Να γίνεσαι ένα με τους δικούς σου και να πεθαίνεις μαζί τους –ακόμα κι αν είναι να πεθάνεις από το χέρι τους», μουρμούρισε κόβοντας το τιμόνι αριστερά. Απέφυγε έναν βιαστικό οδηγό, κανένας δεν έκοβε ταχύτητα όταν περνούσε από τις εξεγερμένες συνοικίες, σκαρφάλωσε τις τερατώδεις ρόδες στο πεζοδρόμιο και άνοιξε το τζάμι. Έσβησε τον κινητήρα για να μη χαλάσει τη μουσική των ανθρώπων. Περίμενε.

«Τρέχει τίποτα;» ο άνθρωπος πλησίασε το ανοιχτό παράθυρο κρατώντας έναν σιδερένιο κυλινδρικό σωλήνα. Ο σωλήνας ήταν κούφιος, αντηχούσε στις πλάκες του πεζοδρομίου κάθε φορά που ο άνθρωπος τον ανεβοκατέβαζε.
«Σαν τι να τρέχει δηλαδή;» ρώτησε ο Νίκος κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Ο άνθρωπος ήταν περίπου στην ηλικία του, βαρύτερος από αυτόν και καμπουριασμένος. Μεροκαματιάρης σίγουρα –οικοδόμος, υδραυλικός αν συνυπολόγιζες τον σωλήνα.
«Έχεις κάποιο λόγο που σταμάτησες εδώ;»
«Σκέφτηκα μήπως χρειάζεστε κάποια βοήθεια».
Κόσμος άρχισε να μαζεύεται, αλλά ο άνθρωπος δεν γύρισε καν να κοιτάξει. Είχε καρφωμένο το βλέμμα στο καντράν του τζιπ –επιφυλακτικός.
«Δεν χρειαζόμαστε καμιά βοήθεια –μπορείς να φύγεις».
«Είσαστε σίγουροι; Έχω αυτό το τζιπ και αν θέλετε …»
«Να το βάλεις στον κώλο σου το τζιπ! Και, κοπάνα τη πριν στο κάψουν –κατάλαβες κουστουμάκια;»
Ο Νίκος άνοιξε την πόρτα με αργές κινήσεις –δεν ήθελε να εξαγριώσει κανέναν. Κατέβηκε αφήνοντας τα κλειδιά πάνω στη μηχανή.
«Εσύ δεν κατάλαβες αδερφέ. Είπα ότι έχω αυτό το τζιπ και το δίνω. Κάντε το ασθενοφόρο, κάντε το οδόφραγμα, κάψτε το… Δεν έχω τι άλλο να δώσω».
Έστριψε το σώμα του για να αποφύγει την επαφή με τον άλλο και προχώρησε στο πεζοδρόμιο. Μάντευε πως κανένας δεν τον πίστευε –κανένας δεν θα έμπαινε στο τζιπ. Όσο αυτός ήταν κοντά. Βιάστηκε να απομακρυνθεί. Ο άνθρωπος έτρεξε για να βγει μπροστά του.
«Τρέχει κάτι με σένα κουστουμάκια; Σου είπα πως δεν χρειαζόμαστε το αμάξι σου».
«Και λοιπόν; Απαγορεύεται να το αφήσω στο πεζοδρόμιο; Μπορεί κάποιος άλλος να το χρειάζεται».
Ο άνθρωπος έξυσε το κεφάλι του αμίλητος. Μια γυναίκα με ρυτιδιασμένο πρόσωπο πλησίασε.
«Τι συμβαίνει Βαγγέλη; Τι θέλει ο κύριος;»
«Ανάθεμά με αν καταλαβαίνω. Ήρθε, λέει, να μας αφήσει το τζιπ του».
«Τι κόλπο είναι αυτό πάλι; Τους τελείωσαν οι λέτσοι χαφιέδες και βγάλανε τους κουστουμάτους τώρα;»
Ο Νίκος χαμογέλασε.
«Δεν θα πάτε πουθενά με τόση καχυποψία», παρατήρησε.
«Ναι, σίγουρα δεν θα πάμε σε κανένα μπουντρούμι, ούτε και επίσκεψη στην Ασφάλεια. Σκοπεύουμε να μείνουμε έξω, κύριος …», γέλασε η γυναίκα.
«Έξω για το έξω ή έξω για κάποιο λόγο;» αντιγύρισε ο Νίκος.
Η γυναίκα κοίταξε τον άντρα δίπλα της και γέλασε άγρια.
«Βαγγέλη μας την πέσανε οι διανοούμενοι! Από ποιο κόμμα είσαι ομορφούλη;»
«Από το δικό σας, αλλά δεν το έχετε πάρει είδηση ακόμα», είπε ο Νίκος.
«Καλώς τους συμπαθούντες λοιπόν!» κορόιδεψε ο Βαγγέλης. «Γουστάρεις να μας υποστηρίξεις λεβέντη μου; Έχουμε κάτι δουλίτσες με τα φρεάτια –βούλωσαν και χρειάζονται χέρια. Ξέρεις να φτυαρίζεις σκατά κύριε κουστουμάκια;»
«Αυτό έκανα όλη μου τη ζωή», απάντησε αδιάφορα ο Νίκος.
Ο άντρας του γύρισε την πλάτη. Η γυναίκα ακολούθησε.
«Ξεφορτώσου μας, εδώ τα πράγματα είναι ζόρικα –δεν έχουμε καφετέρια για τα στελέχη», του είπε εκείνη φεύγοντας.

Έψαξε τις τσέπες του για τσιγάρο καθώς ο κόσμος διαλυόταν ήσυχα πίσω του. Κανένας δεν πήρε το τζιπ, μάταια περίμενε ν΄ακούσει το γουργούρισμα της πολυκύλινδρης μηχανής. Θυμήθηκε εκείνο το τραγούδι της Siouxsie.
«Με δηλητηριασμένα από τον μόλυβδο φτερά, προσπαθείς να τραγουδήσεις/ φρικιαστικές κραυγές από ράμφη επιτίθενται στο παρεξηγήσιμο χρώμα σου/ μάτια παγωνιών που κραυγάζουν χωρίς έλεος, χωρίς έλεος/ ένα βαμμένο πουλί είναι σκέτος παραλογισμός».
Και ξεκίνησε να περπατάει.

Το "βαμμένο πουλί" -πρώτη στροφή
Ο κόσμος κυκλοφορούσε έξω από τις ανοιχτές πόρτες κακοσυντηρημένων σπιτιών. Κάποια παιδιά έπαιζαν δίπλα σε κατεστραμμένα αυτοκίνητα. Υπήρχαν φωνές που δυνάμωναν συνέχεια και μετά, απότομα, ξεμάκραιναν. Περπατούσε κάνοντας κύκλους σε σκοτεινά δρομάκια, καθυστερώντας την έξοδό του από τη συνοικία. Ήξερε πως δεν υπήρχε λόγος –η συνοικία ήταν τεράστια, μια κωμόπολη από μόνη της, αλλά εξακολουθούσε να περπατάει σε κύκλους. Μια υπαίθρια καντίνα στεκόταν μισοφωτισμένη στη μέση κάποιου οικοπέδου. Διέκρινε κόσμο καθώς πλησίαζε, άκουσε το ρυθμικό βουητό της γεννήτριας. Κάμποσοι ήταν μαζεμένοι εκεί γύρω –μέτρησε τρία βαρέλια που, μέσα τους, καίγονταν σκουπίδια. Τάχυνε το βήμα του.

Κάποιοι ζαλισμένοι τον κοίταξαν πίσω από άδεια κουτάκια μπύρας –τα γέλια κόπηκαν μονομιάς. Ένιωσε άντρες να ψάχνουν τις τσέπες των τριμμένων μπουφάν, αλλά δεν ήταν σίγουρος. Έψαχναν να προστατευτούν από την παρουσία του, ή απλώς αναζητούσαν κάποιο μισοτελειωμένο πακέτο τσιγάρα;
«Απλά ένα μολυσμένο πουλί που πληγώνει το οπτικό τους νεύρο/ το κοπάδι θα σε κάνει να πνιγείς από τα γέλια με αυτό το σαδιστικό αστείο».

Το "βαμμένο πουλί" -δεύτερη στροφή
Πλησίασε τον χοντρό που δίπλωνε σάντουιτς ιδρωμένος κάτω από τη λάμπα αλογόνου. Πρόλαβε να κοιτάξει μέσα στο τζαμάκι της καντίνας –τι σκατά δίπλωνε ο χοντρός; Δεν υπήρχε τίποτα εκεί πέρα.
«Έχετε μπύρες;» ρώτησε.
«Απ΄όλα έχουμε», απάντησε ο χοντρός χωρίς να τον κοιτάξει.
«Μια … ότι να ‘ναι», αποφάνθηκε ο Νίκος.
«Δεν πουλάμε», μουρμούρισε ο χοντρός.
Κάνοντας δυο βήματα πίσω, ανακάλυψε με τι γέμιζαν τα ψωμάκια. Κάτι κονσέρβες ξεκοιλιασμένες έχασκαν γύρω από τον πλαστικό σκουπιδοτενεκέ.
«Και γιατί παρακαλώ;» ρώτησε απαιτητικά.
«Γιατί έτσι γουστάρουμε. Άδειαζέ μας τη γωνία», του σφύριξε ένας πιτσιρικάς από το πλάι.
«Ποιος σε ρώτησε εσένα;» είπε σιγά ο Νίκος, κοιτάζοντάς τον.
«Κανένας. Από μόνος μου απάντησα –τραβάς ζόρι;» πλησίασε πιο κοντά του ο πιτσιρικάς.
Κόσμος άρχισε να μαζεύεται γύρω τους, ο Νίκος ένιωθε εκτεθειμένος για μια ακόμα φορά. Ακούμπησε την πλάτη στο βρώμικο σίδερο της καντίνας και προσπάθησε να κατανικήσει την αγοραφοβία του.
«Δεν καταλαβαίνω. Μια μπύρα ζήτησα –δεν υπάρχει λόγος να γίνει φασαρία …», ψιθύρισε.
«Φύγε, ξεκουμπίσου από τα μέρη μας παλιοπούστη!» ακούστηκε η φωνή –δυνατή και απροσδιόριστη.
«Ποιος το είπε αυτό;» μαγκώθηκε ο Νίκος.
Κοίταξε τους άντρες που έσφιγγαν τον κλοιό γύρω του. Μισόκλεισε τα μάτια. Οι άντρες περίμεναν. Αμίλητοι.
«Ποιος το είπε αυτό;» ξαναρώτησε.
«Εσύ δεν ήσουν στο κωλόμπαρο –σήμερα; Αδερφάρα!»
Ξεκόλλησε από το σίδερο με τα χέρια στις τσέπες. Άνοιξε δρόμο ανάμεσα στους απειλητικούς άντρες χρησιμοποιώντας τους ώμους του. Είχε βρει από πού ερχόταν η φωνή. Πλησίασε έναν κρεμανταλά που τον κοίταζε επίμονα.
«Εσύ μίλησες;»
«Γιατί; Ψέματα λέω;» φώναξε εκείνος.
«Μισή αλήθεια λες. Που ξέρεις ότι ήμουνα σ΄εκείνο το μπαρ;»
«Περνάγαμε και σε είδαμε».
«Δεν περνάγατε καργιόλη! Την είχατε στήσει απέξω για να πηδήξετε όποιον βγει».
Ο κρεμανταλάς πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο διπλανός του έπεσε πάνω στο Νίκο με φόρα. Προσπάθησε να τον πιάσει από τη μέση, όμως διπλώθηκε απότομα σα να είχε φάει ληγμένη κονσέρβα. Ο Νίκος τραβήχτηκε δυο βήματα πίσω –η σιδερογροθιά γυάλιζε στο χέρι του.
«Τον σακάτεψε η παλιαδερφή!» τσίριξε ο κρεμανταλάς.
Κόσμος άρχισε να στριμώχνεται κόβοντας τον αέρα. Αβέβαιοι, αναποφάσιστοι, έτοιμοι για καθοδήγηση. Μια απειλητική σιωπή που μύριζε λαχανιασμένες ανάσες.
«Άκουσα τη θλίψη σου, ίσως αύριο/ να χάσεις τη θλίψη σου/ όταν τα βαριά σύννεφα θα την ξεπλύνουν/ αυτές τις βαμμένες φτερούγες κι αυτή τη θλίψη».

Το "βαμμένο πουλί" -επίλογος
Ο Νίκος πονούσε παντού. Δεν άντεχε να αγγίξει το πρόσωπό του –ήταν σίγουρος πως είχε ένα σκίσιμο που αιμορραγούσε στο δεξί φρύδι, από εκεί ερχόταν το αίμα. Μια λεπτή γραμμή που γλιστρούσε δίπλα στα χείλη του –αλμυρή γραμμή, αλλά δεν ήταν τίποτα σοβαρό. Οι άντρες τον είχαν χτυπήσει ταυτόχρονα από όλες τις πάντες. Είχε καταφέρει να μη χάσει τη σιδερογροθιά, ήξερε πως μπορούσε να αντέξει την αρχική οργή αλλά δεν ήθελε να είναι έκθετος σε καλοζυγισμένα χτυπήματα. Όταν το πλήθος ξεθυμάνει –εκεί παραμονεύει ο πραγματικός πόνος. Γιατί τότε οι πολλοί κάνουν πίσω –μένουν μόνο οι άρρωστοι και οι θρασύδειλοι. Εκείνοι που χτυπάνε με σκοπό.
Ο Νίκος προσπάθησε να καθαρίσει τις λάσπες από το παντελόνι του όσο σηκωνόταν. Ήταν ακόμα ζεστός, αλλά δεν είχε σπάσει κανένα κόκαλο. Ίσως κάποιες θλάσεις και μελανιές. Μπόλικες μελανιές. Το οικόπεδο γύρω του είχε ακόμα κίνηση, αλλά οι άνθρωποι δεν ασχολούνταν πλέον μαζί του.
«Σου τις βρέξανε για τα καλά –έτσι;»
Ο Νίκος έψαξε να βρει από πού ερχόταν η φωνή. Μάλλον πίσω του ήταν ο άνθρωπος, αλλά δεν μπορούσε να είναι σίγουρος –τα αυτιά του βούιζαν. Κάτι οικείο υπήρχε στην ειρωνεία αυτής της φωνής.
«Δεν τρέχει τίποτα –αντέχω ακόμα», μουρμούρισε.
«Έλα να σε βοηθήσω –το κοστούμι αχρηστεύτηκε, αλλά η γραβάτα σώζεται», γέλασε η φωνή.
Χέρια χώθηκαν κάτω από τις μασχάλες του και η ώθηση τον βοήθησε να σταθεί όρθιος. Γύρισε να ανακαλύψει την οικεία φωνή. Βρέθηκε λίγα εκατοστά μακρύτερα από το πρόσωπο του κοντού άντρα με τα αραιωμένα μαλλιά –πάσχισε να χαμογελάσει.
«Ζεις ρε μαλάκα Βασίλη;»
Ο άλλος ξεκαρδίστηκε.
«Εξαρτάται πως το βλέπεις», απάντησε.
Σύρθηκαν αγκαλιασμένοι μέχρι την άκρη του οικοπέδου –ο Βασίλης άνοιγε δρόμο και έλυνε απορίες.
«Δικός μου είναι –μην ψαρώνετε».
«Ξηγημένο άτομο –τζάμπα του την πέσατε».
«Όλο μαλακίες κάνετε –είναι μαζί μας ο άνθρωπος».
Χώθηκαν σε μια ταβέρνα με σβηστά φώτα, 50 μέτρα μακρύτερα από το οικόπεδο. Ένας γέρος λαγοκοιμόταν απλωμένος σε δυο καρέκλες.
«Μην ταράζεσαι μπάρμπα Σπύρο. Θα βολευτούμε μόνοι μας», είπε ο Βασίλης.
Μετά τον τράβηξε μέχρι μια ξεχαρβαλωμένη τουαλέτα για να πλυθεί. Κοιτάχτηκε στον θολωμένο καθρέφτη –χάλια μαύρα!

«Πως κι από τη γειτονιά μας αδερφέ;» αναρωτήθηκε ο Βασίλης πίσω από μια κανάτα με κρασί. Η άδεια ταβέρνα παρέμενε μισοσκότεινη –ο γέρος δυσανασχέτησε στο άκουσμα της βροντερής φωνής και άλλαξε πλευρό μέσα στον ύπνο του.
«Μη φωνάζεις!» έκανε ο Νίκος καθώς τραβούσε την καρέκλα απέναντί του. Ξέπλυνε το στόμα του με μια στυφή γουλιά κρασιού.
«Τι θέλεις εδώ κάτω ρε ηλίθιε; Δεν έπρεπε να είσαι στο πόστο σου;» σφύριξε ο Βασίλης.
«Δεν υπάρχει λόγος πλέον. Η δουλειά πάει από μόνη της», απάντησε ο Νίκος.
«Και είναι αυτό δικαιολογία;»
Ο Νίκος κόμπιασε. Ξαναγέμισε το ποτήρι, προσπάθησε να πιει για να αποφύγει την απάντηση. Μάταια. Ο Βασίλης περίμενε και το κρασί ήταν σκέτο πετρέλαιο.
«Δε με νοιάζουν πια οι δικαιολογίες –τσάκισα ρε φίλε. Ο κόσμος καίγεται, η πόλη είναι στους δρόμους κι εγώ κοιμάμαι σε ρετιρέ με κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης. Δεν αντέχω άλλο –γιατί τα κάναμε όλα αυτά; Για να βγούμε έξω, να πολεμήσουμε –ένα αύριο που να αξίζει σε ανθρώπους. Το θυμάσαι;»
«Και από πού θα πολεμήσεις γι΄αυτό το αύριο; Από εδώ; Κρυμμένος πίσω από φλεγόμενους σκουπιδοτενεκέδες με ένα καδρόνι αγκαλιά; Μπορείς να σηκώσεις καδρόνι, ή θα καταστρέψεις το μανικιούρ σου φίλε; Κι όταν μας την πέσουν; Θα αρπάξεις καμιά σφαίρα για να γίνουν οι νεκροί ‘ένας περισσότερος’; Βλέπεις κάποιο όφελος σε όλα αυτά;»
«Δε με νοιάζει! Ότι ήταν να κάνω το έκανα. Τι άλλο να περιμένω;»
«Νίκο, στους δρόμους υπάρχουν πολλοί. Θα βγουν κι άλλοι –θα έρθει κόσμος, θα φύγει κόσμος. Δεν είναι φοιτητικό πανηγυράκι εδώ πέρα –ο κόσμος μετριέται σε εκατοντάδες πλέον. Είσαι άχρηστος, σα μονάδα. Ενώ στο πόστο σου …»
«Δεν υπάρχει πλέον πόστο άνθρωπέ μου! Πόσο νομίζεις θα τους πάρει για να με σχολάσουν; Πήρα όλη την υπόθεση του Πάρκου πάνω μου –η εταιρεία χάνει ήδη λεφτά και κύρος. Θα με πετάξουν σαν την τρίχα από το ρυζόγαλο, λίαν συντόμως»
«Και τι έγινε; Ποτέ δεν ξέρεις ποιος θα προσεγγίσει ένα απολυμένο στέλεχος! Άσε που χρειάζονται άνθρωποι να δίνουν οδηγίες στο ίντερνετ. Εδώ πέρα δεν έχουμε ούτε ρεύμα –το ξέρεις;»
Ο Νίκος έγειρε στην καρέκλα του. Άναψε τσιγάρο γλύφοντας κάτι κομματάκια καπνού ανάμεσα σε πονεμένα χείλια.
«Δηλαδή να γίνω επαναστατική ιντελιγκέτσια; Αυτό λες; Η φωτισμένη πρωτοπορία που κατευθύνει μυστικά τις μάζες;»
«Αν είναι ανάγκη …»
«Ανάγκη είναι να μην καταντήσουμε σαν τους γαμιόληδες που κοροϊδεύαμε! Ποιος είμαι εγώ που θα καθοδηγήσω; Καθοδήγηση ίσον ποδηγέτηση –το θυμάσαι; Ή θα ξεχάσουμε αυτά που λέγαμε, τώρα που ξεκίνησε το πανηγύρι;»
Ο Βασίλης τον κοίταξε σκεφτικός. Μετά στράφηκε στον κοιμισμένο γέρο –«έχεις τίποτα στην κουζίνα μπάρμπα Σπύρο;» ρώτησε. Σηκώθηκε και χάθηκε πίσω από μια πλαστική κουρτίνα χωρίς να περιμένει απάντηση.

Ο Νίκος χάζευε κάτι κοπέλες που περνούσαν έξω από τη τζαμαρία της ταβέρνας. Έπαιρνε να ξημερώνει –οι κοπέλες περπατούσαν άσκοπα. Αν ήταν διαφορετικές οι συνθήκες θα κυνηγούσαν το πρωινό λεωφορείο για τη φάμπρικα –τώρα όμως δεν είχαν τι να κάνουν. Ή έτσι φάνηκε στο Νίκο –η κατάρα του πρωινού ξυπνήματος δεν φεύγει ποτέ. Όσα χρόνια κι αν περάσουν. Μια κοπέλα τον έδειξε από το τζάμι –οι άλλες ταράχτηκαν πίσω της. Έκαναν να το βάλουν στα πόδια, αλλά κοντοστάθηκαν. Τότε πρόσεξε ο Νίκος τις πλαστικές σακούλες. Δυο, τρεις, τέσσερις σακούλες –λες και γύριζαν από το σούπερ μάρκετ τα κορίτσια. Αυτή που τον είχε δει πρώτη ξεκόλλησε από τις υπόλοιπες και άνοιξε την πόρτα της ταβέρνας. Αργά βήματα –αβέβαια.
«’σαιχαφιές;» μουρμούρισε μπαίνοντας μέσα.
«Τι;» έξυσε το κεφάλι του ο Νίκος.
«’θεσεδώ;» συνέχισε αυτή.
«Δεν καταλαβαίνω», προσπάθησε να χαμογελάσει εκείνος.
Η κοπέλα έψαξε την αριστερή τσέπη του παλτού της. Μετά από λίγο έβγαλε ένα σκουριασμένο λούγκερ και τον σημάδεψε.
«’σεσκοτώσωπουστη!» ούρλιαξε.
Ο Νίκος έκλεισε τα μάτια. Πάντα αισθανόταν νευρικότητα πριν τις εκρήξεις. Περίμενε. Άκουσε τον κόκορα να σηκώνεται –έσφιξε το σαγόνι, πόνεσε.
«Κάτσε ήσυχα μωρή ζουρλή!» ακούστηκε η φωνή του Βασίλη από το βάθος.
Ο γέρος ξαφνιάστηκε και έπεσε από τις καρέκλες του. Η κοπέλα πάτησε τη σκανδάλη τρομοκρατημένη –το όπλο μπλόκαρε.
Ο Νίκος πρόλαβε ν΄ανοίξει τα μάτια, είδε τον Βασίλη φουριόζο, να παίρνει τραπέζια στο διάβα του καθώς χαστούκιζε την κοπέλα.
«Μη μαλακίζεσαι μωρή σκρόφα!» φώναξε.
«’ναιμπασκίνας!» είπε η κοπέλα δακρυσμένη. Οι υπόλοιπες λούφαξαν απέξω.
«Τον κακό σου τον καιρό! Σήκω φύγε μη σου βάλω τις μολότωφ στον κώλο!»
Η κοπέλα βγήκε έξω με κατεβασμένο το κεφάλι. Ο Νίκος ήθελε να βάλει τα κλάματα –για την κοπέλα και για το μπλοκαρισμένο πιστόλι.
«Βλέπεις που σου τα ΄λεγα;» μούγκρισε ο Βασίλης. «Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ –οι δικοί μας θα σε φάνε λάχανο».
Ο Νίκος περίμενε με σκυμμένο κεφάλι όσο ο Βασίλης έφερνε ένα πιάτο με ζαρωμένες ελιές και τυρί.
«Αυγά θέλεις;» ρώτησε.
«Όχι, εντάξει», απάντησε ο Νίκος.
Το πιάτο έμενε ανέγγιχτο ανάμεσά τους –ο γέρος το πήρε απόφαση και πήγε να κοιμηθεί πίσω από την πλαστική κουρτίνα.
«Σκέψου λίγο ρε φίλε. Έχεις κονέ με πολιτικούς, λεφτάδες –τα πάντα. Θέλεις να βοηθήσεις; Κάτσε εκεί που είσαι. Περίμενε. Μπορεί να χρειαστείς. Να ζωστείς δυναμίτη και να σκάσεις στην επόμενη δεξίωση … ξέρω ‘γω;»
«Τρομοκρατία ρε Βασίλη;»
«Απ’ όλα μαλάκα μου! Γιατί όχι;»
«Δεν το θέλω έτσι».
«Και ποιος σε ρώτησε; Ή μήπως νόμισες ότι τα σαμποτάζ που κάνατε όλοι σας είναι διαφορετικό πράγμα από την τρομοκρατία;»
«Ναι αλλά …»
«Αλάτι χοντρό! Άκου να σου πω ρε Νικόλα –εγώ έφαγα τη ζωή μου εδώ πέρα. Ξέρεις τι το έκανα το πτυχίο; Στον κώλο μου το έβαλα –στη φάμπρικα δούλεψα μέχρι να ανοίξω το τυπογραφείο. Και μετά –κοντεύουν 10 χρόνια, τι νομίζεις; Από τις 6 το πρωί ως τις 11 το βράδυ –να τυπώνω πουστριλίκια, ημερολόγια με βρυσούλες και ψηλά βουνά, διαφημιστικά για μπιντέδες –κολοκύθια με τη ρίγανη. Και μετά τις 11 τύπωνα προκηρύξεις. Αφίσες για συγκεντρώσεις –100, 200 αφίσες και δεν μαζεύονταν ούτε 10 άτομα. Έφαγα τη ζωή μου όσο εσύ σουλατσάριζες με τις καλύτερες πουτάνες στα σαλόνια …», σταμάτησε –κοίταξε το απορημένο βλέμμα του Νίκου, «… έστω, με τα καλύτερα τεκνά», διόρθωσε.
Μπουκώθηκε ένα χοντρό κομμάτι τυρί, ήπιε κρασί για να το σπρώξει στον λαιμό του.
«Και τώρα είμαι κάποιος γι΄αυτούς τους ανθρώπους. Σταμπαρισμένος, αναρχοκομμουνιστής, πιο πριν με είχανε για γραφικό στα καφενεία. ‘Ο Βασίλης, καλό παιδί –αλλά με τα μυαλά πάνω απ΄το κεφάλι του’ –μιλούσα και κοιτάγανε αλλού, από ευγένεια. Μέχρι που ήρθε κι έδεσε το πράμα –βγήκα στο δρόμο καμαρωτός –‘σας τα ΄λεγα εγώ, αλλά δε με πιστεύατε!’ Και ήρθαν σε μένα οι άνθρωποι, φοβισμένοι, τι να κάνουν, πώς να οργανωθούν –‘εσείς οι αναρχικοί τα ξέρετε αυτά, τόσα χρόνια στο κυνήγι σας έχουν’. Άμα βρεθείς εδώ το μεσημέρι θα πέσεις σε λαϊκά συσσίτια, δυο δρόμους παρακάτω έχουμε στήσει νοσοκομείο, τα βράδια κυκλοφορούν ομάδες περιφρούρησης –που τα έμαθαν όλα αυτά; Από τις ειδήσεις; Από τα κόμματα; Τώρα το τυπογραφείο βγάζει προκηρύξεις κάθε μέρα και οι άνθρωποι τις λιώνουν στο διάβασμα –οδηγίες για την αντιμετώπιση των δακρυγόνων, εκατό βγάζω και χίλιοι τις διαβάζουν γιατί δεν μας βρίσκεται ούτε χαρτί πλέον. Γι΄αυτό σου λέω –ο καθένας στο πόστο του. Εγώ δούλεψα εδώ, εσύ ήσουν αλλού. Δεν εγκαταλείπω –μην εγκαταλείπεις. Κι αν τύχει και σε γαμήσουν οι δικοί μας άνθρωποι, θα σου στήσω ανδριάντα σαν τις γαλλίδες πουτάνες που δούλευαν για την αντίσταση και εκτελέστηκαν από την αντίσταση μέσα στον πανικό. Εντάξει ρε φίλε;» σταμάτησε για να ψαρέψει ένα τσιγάρο από το πακέτο του Νίκου –το άναψε και περίμενε.
Ο Νίκος δεν τολμούσε να κοιτάξει τον άλλο στα μάτια –δεν υπήρχε τίποτα να πει, δεν έμενε άλλη ψευδαίσθηση να υπερασπιστεί. Σηκώθηκε ήσυχα, όπως το παιδί που το κατσάδιασαν για τη σκανταλιά του.
«Ελπίζω να τα ξαναπούμε», ψιθύρισε.
«Θα σε πάω παρακάτω. Έμαθα πως έχεις αφήσει το αυτοκίνητό σου …»
«Δεν είναι ανάγκη. Άσε με να κερδίσω τον ανδριάντα με την αξία μου ..»
Ο άλλος γέλασε. Σηκώθηκε από το τραπέζι, όσο ο Νίκος έβγαινε έξω –έπεσε πάνω του, τον αγκάλιασε.
«Ξέρεις ρε αδερφέ … εγώ … μακάρι … κι εσύ να ήσουν μαζί μου και όλοι οι άλλοι … παρέα όπως τότε … ξέρεις πόσο το θέλω …»
Ο Νίκος τον παραμέρισε ήσυχα.
«Ξέρω. Δε χρειάζεται να μου πεις –σε ξέρω. Και θα είμαστε μαζί όταν δεν μένει τίποτα να καεί, όταν θα χτίζουμε πάνω στα γκρεμισμένα. Να λέμε ιστορίες και να το παίζουμε κάποιοι μεγάλοι αγωνιστές –έτσι μαλάκα μου;»
Ο άλλος –αμίλητος –κρεμασμένος στον ώμο του.
«Καλή μας αντάμωση λοιπόν», είπε ο Νίκος.
«Κακό μας ψόφο», γέλασε για να πνίξει τη συγκίνησή του ο Βασίλης. Δεν τα κατάφερε –η φωνή του βγήκε σπασμένη, στριγκή.
Ο Νίκος άνοιξε το βήμα του όταν βρέθηκε έξω, βιαζόταν να γυρίσει στο αυτοκίνητό του, βιαζόταν για να μην κοιτάξει πίσω του –δεν έπρεπε να κοιτάξει πίσω του.


Κάτι παιδιά μπαινόβγαιναν στο θηριώδες τζιπ κακαρίζοντας. Κανένας δεν είχε πάρει τα κλειδιά, τίποτα δεν είχε συμβεί –μόνο τα παιδιά αγνοούσαν τις εντολές. Ο Βασίλης και η σφαίρα επιρροής του. Ο Βασίλης και οι σύντροφοί του. Προετοιμασμένος –διαθέτοντας το πλεονέκτημα της συνωμοτικότητας. Ο Βασίλης που θα άλλαζε τον κόσμο από κάτω, όσο αυτοί ψαλίδιζαν την κορυφή. Πλησίασε κι άλλο το τζιπ.
«Παιδιά, αδειάστε μου τη γωνιά –θέλω να φύγω».
Ένας δεκάχρονος πετάχτηκε από τη θέση του οδηγού και τον μέτρησε από πάνω ως κάτω. Σοβαρός –τα γέλια κόπηκαν στο εσωτερικό του αυτοκινήτου.
«Δικό σου είναι το τζιπ;» ρώτησε.
«Εσύ τι λες;» χαμογέλασε ο Νίκος.
«Λέω πως δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Το τζιπ βρίσκεται σε ελεύθερο έδαφος και είναι ελεύθερο για όλους».
Ο Νίκος ξεκαρδίστηκε. Σκέφτηκε την κατήχηση του Βασίλη –μακάρι να ήταν εδώ, τώρα.
«Κι αν προσπαθήσω να το πάρω τι θα κάνετε δηλαδή;» ρώτησε.
Από το τζιπ πετάχτηκαν δυο πιτσιρίκια με σφεντόνες. Στις άκρες από τα λάστιχα κρατούσαν σκαλωμένα ρουλεμάν. Δυο κοριτσάκια ξεπρόβαλαν τα κεφάλια τους δίπλα σε σκουπόξυλα γεμάτα πρόκες. Ο πιτσιρικάς πήρε θάρρος και έκανε δυο βήματα προς το μέρος του. Ο Νίκος χαμογέλασε ανοιχτόκαρδα.
«Δικό σας ρε μάγκες –προσέξτε μόνο μην σκοτωθείτε με δαύτο», είπε καθώς απομακρυνόταν αργά.
«Όχι δικό μας –ελεύθερο», του φώναξε ο πιτσιρικάς «κι εσύ να προσέχεις μη σε πατήσουμε με το τζιπ!»
«Γιατί εδώ είμαστε βαμμένα πουλιά με τα δικά μας χρώματα/ στα δικά μας χρώματα δεν υπάρχει θλίψη/ έχεις ακούσει για το βαμμένο πουλί;/ απλά ένα μολυσμένο πουλί που πληγώνει το οπτικό τους νεύρο/ χάσαμε τη θλίψη μας, το αύριο είναι εδώ/ δεν χρειάζεται πια να κρύβεις τα φτερά σου κάτω από τα βαριά σύννεφα/ όχι άλλη θλίψη …/ τώρα είμαστε όλοι βαμμένα πουλιά που χλευάζουν εκείνο το οπτικό νεύρο».

Και μια σοβαρή υπόθεση
Χρειάστηκε να περπατήσει τρία χιλιόμετρα στη λεωφόρο μέχρι να βρει ταξί. Η πόλη ξημέρωνε αλλά κανείς δεν έτρεχε για να προλάβει το λεωφορείο. Τίποτα δεν δούλευε κι ο ταξιτζής πέρασε τέσσερα κόκκινα φανάρια στη σειρά –από βαρεμάρα.
«Τίποτα δε δουλεύει –έχει διαλυθεί το σύμπαν κύριος», σχολίασε καθώς επιτάχυνε για να περάσει το επόμενο κόκκινο.
«Καλύτερα έτσι», σχολίασε ο Νίκος.
«Ναι -εμένα μου λες; Για σένα μπορεί να είναι καλύτερα, αλλά για μας ποτέ δεν φτιάχνουν τα πράγματα. Χρωστάω το μισό ταξί –πως θα δουλέψω να το ξεπληρώσω;»
«Γιατί να το ξεπληρώσεις; Εγώ άκουσα ότι καίνε τις τράπεζες …»
«Ναι –καλά! Ότι κάψανε –κάψανε, τώρα, τα κεφάλια μέσα! Έγινε κυβέρνηση Εθνικής Ανάγκης και βγάλανε ήδη τον στρατό. Απορώ πως δεν έχουμε πέσει σε κανένα μπλόκο ακόμα –είδα κι έπαθα πριν μισή ώρα για να ξεκολλήσω από τα REO. Έχουνε φρακάρει οι δρόμοι στο κέντρο!»
Ο Νίκος άπλωσε τα πόδια του αφήνοντας την κούραση να τα μουδιάσει. «Αυτό ήταν λοιπόν –ξύπνησαν. Ούτε νωρίς, ούτε αργά –στην ώρα τους. Πρόλαβαν το τελευταίο τρένο –μένει να δούμε πόσο έχουν πριονίσει οι άλλοι τις γραμμές. Γιατί οι καραμέλες τέλειωσαν σύντροφοι». Του ξέφυγε ένα πνιχτό γέλιο.
«Είπες τίποτα κύριος;»
«Όχι. Άσε με εδώ –θα περπατήσω μέχρι το σπίτι».
Ο ταξιτζής τον κοίταξε από τον καθρέφτη παραξενεμένος.
«Είσαι με τα καλά σου; Γίνεται της πουτάνας έξω –έχει βγει ο στρατός!»
Ο Νίκος του έσπρωξε ένα χαρτονόμισμα σιωπηλός και κατέβηκε όταν σταμάτησε το ταξί.

Περπάτησε στο πεζοδρόμιο νωχελικά. Αυτή την ανατολή δεν ήθελε, με τίποτα, να τη χάσει.

(λέει να συνεχιστεί)

Σάββατο, Δεκεμβρίου 22, 2007

Καπέλα στα Φώτα -το βιβλίο

Ναι λοιπόν! Μετά από ασκήσεις πανικού και ομίχλης, τα Καπέλα έβγαλαν βιβλίο. Και όταν λέμε "έβγαλαν", κυριολεκτούμε. Μέχρι και βιβλιοδεσία έκαναν -μέχρι εξώφυλλα κόλλησαν!!

Τα έσοδα του βιβλίου θα διατεθούν αποκλειστικά στην Καμπάνια για την Τσιάπας, στόχος της οποίας είναι η κατασκευή μιας φαρμακαποθήκης, ενός νοσοκομειακού κέντρου και η αγορά ενός φορτηγού -κινητού ιατρείου, για τις περιοχές που ελέγχονται από τους Ζαπατίστας.

Αν θέλεις να προμηθευτείς το βιβλίο -πήγαινε αύριο (Κυριακή 23 Δεκεμβρίου) στο Παζάρι αλληλεγγύης στους Ζαπατίστας στον πεζόδρομο της Κοραή. Ή πέρνα από τον Σπόρο (Σπύρου Τρικούπη 21, στα Εξάρχεια) οποιαδήποτε εργάσιμη μέρα.



Παρασκευή, Δεκεμβρίου 21, 2007

"Όμορφα άδειοι"

Υπάρχει, λοιπόν, ένα πείραμα –βάζεις ένα καρφί (μεταλλικό, ταβανόπροκα) μέσα σε ένα ποτήρι κοκακόλα, το αφήνεις για μια νύχτα και, όταν ξημερώσει, το καρφί έχει διαβρωθεί. Έτσι λένε –εγώ δεν το έχω δοκιμάσει ποτέ –προτιμώ να την πίνω την κοκακόλα, παρά να την πειραματίζομαι.

Θυμήθηκα το πείραμα γιατί σκέφτηκα σχετικά με τη διάβρωση. Όχι τη διάβρωση των μετάλλων σε όξινο περιβάλλον (δεν σκαμπάζω από χημεία), ούτε τη διάβρωση των βράχων από τους χείμαρρους (δεν σκαμπάζω από συμβολισμό). Σκέφτηκα για τη διάβρωση των ανθρώπων από το περιβάλλον τους. Τι εννοώ;

Μας είπαν ότι ζούμε σε μια ρασιοναλιστική κοινωνία, μας γαλούχησαν με την αποθέωση της αποτελεσματικότητας και μας τρομοκρατούσαν, από τα παιδικά μας χρόνια, με τη σπατάλη. Χρημάτων, δυνάμεων, ακόμα και λέξεων. «Βάλε τα λεφτά σου στον κουμπαρά και μην τα σπαταλάς σε σοκολάτες», «γιατί σπας τα γόνατά σου παίζοντας μπάλα στο δρόμο; θα σου δώσει να φας η μπάλα;», «τι σαχλαμάρες γράφεις εκεί; δεν ασχολείσαι καλύτερα με τα μαθήματά σου;» Απόψεις!

Εντάξει, τις άκουσα, τις έμαθα, τις εμπέδωσα. Κι εγώ και άλλοι πολλοί. Όταν όμως ρωτήσαμε –«αφού όλα γίνονται με σκοπό την εξυπηρέτηση του συμφέροντός μας, τι χρειάζονται οι νόμοι και οι κανόνες;», «αφού κοινό συμφέρον των ανθρώπων είναι η αποδοτική συμβίωση –τι τους θέλουμε τους μπάτσους για να την εξασφαλίσουμε;» -τότε το τροπάρι άλλαξε. «Η κοινωνία», λέει, «είναι ζούγκλα και ο δυνατός τρώει τον αδύνατο». «Τα συμφέροντα των ανθρώπων είναι αλληλοσυγκρουόμενα και όλοι θέλουν να επιβληθούν». Τέτοια πράγματα!

Πως συνδέεται το ένα με το άλλο; Πως γίνεται να νοιαζόμαστε για το συμφέρον μας, αλλά, ταυτόχρονα να το υποσκάπτουμε; Το συμφέρον μου είναι να δουλεύω λιγότερο και να απολαμβάνω περισσότερα -κι αυτό θα γινόταν αν οι δουλειές ήταν σωστά μοιρασμένες και οι απολαβές πήγαιναν σύμφωνα με τις ανάγκες. Γιατί, τελικά, δουλεύω περισσότερο και απολαμβάνω λιγότερα από τις ανάγκες μου; Είμαι θηρίο σε ζούγκλα; Ποιο θηρίο είναι τόσο ηλίθιο; Είναι αυτή η φύση μου; Ποια φύση ωθεί το είδος στην αυτοκαταστροφή του; Μαλακίες!

Εγώ νομίζω πως για όλα φταίει η διάβρωση. Πιάνουν έναν άνθρωπο, τον βυθίζουν σε ένα ποτήρι φαινομενικότητας και το πρωί, αυτός, έχει σκουριάσει. Νομίζει πως η σκουριά του είναι χρυσόσκονη, νομίζει πως το σημαντικό είναι να ξεχωρίσει από τους υπόλοιπους, να αναδείξει τη διαφορετικότητά του σε αντιπαράθεση με την κοινοτυπία των υπολοίπων, να ορίσει την ύπαρξή του σε αντίθεση και όχι σε συνεργασία με τους υπόλοιπους.

Θα δώσω ένα παράδειγμα:
Ποιος είναι σημαντικότερος; Ο τυπογράφος που τυπώνει ένα βιβλίο ή ο συγγραφέας του βιβλίου; Εντάξει, αν δεν υπήρχε ο συγγραφέας δεν θα υπήρχε το βιβλίο. Αν δεν υπήρχε όμως ο τυπογράφος; Τι θα έκανε ο συγγραφέας; Θα σκάλιζε τα γραπτά του σε πέτρες και θα τα μοίραζε πόρτα –πόρτα; Και όταν ο συγγραφέας σταματήσει να γράφει, ο τυπογράφος θα εξακολουθήσει να τυπώνει. Βιβλία άλλων συγγραφέων, συνταγές μαγειρικής, οδηγίες χρήσεως πλυντηρίων … Ποιος είναι, λοιπόν, σημαντικότερος;

Αν στην αρχή θεωρούσες σημαντικότερο τον συγγραφέα –έχεις φάει μπόλικη διάβρωση. Αν στο τέλος θεωρούσες σημαντικότερο τον τυπογράφο –έχεις φάει μπόλικη διάβρωση.
Γιατί το ερώτημα είναι ένοχο. Δεν υπάρχει περισσότερο και λιγότερο σημαντικός. Και γιατί να υπάρχει; Στ΄αρχίδια μας ο σημαντικότερος –εμείς θέλουμε να διαβάσουμε το βιβλίο. Η διάβρωση, έχει να κάνει λοιπόν με το ίδιο το ερώτημα. Κανένας δεν είναι σημαντικότερος ρε θείο! –σημαντικοί είμαστε όλοι μας και σημαντικότερο είναι το γεγονός της έκδοσης του βιβλίου. Το αποτέλεσμα. Και γι΄αυτό χρειάζεται συνεργασία.

Συνεργασία! Στα πλαίσια αυτής, υποτίθεται πως, λειτουργούμε στο εργασιακό περιβάλλον. Και στη διαχείριση των οικογενειακών μας ζητημάτων, στη διαχείριση των διαπροσωπικών μας σχέσεων, στη διαχείριση της καθημερινότητάς μας. Κάνω λάθος;

Στις δουλειές μας είμαστε έτοιμοι να υποσκάψουμε τον άλλο –προκειμένου να μην περάσει η δική του πρόταση. Όχι γιατί η δική μας είναι καλύτερη –αλλά επειδή είναι δική του. Στις οικογένειές μας γαμάμε στεγνά το μέλλον των παιδιών μας για να ικανοποιήσουμε τα δικά μας ανεκπλήρωτα όνειρα. Στις διαπροσωπικές μας σχέσεις αγωνιζόμαστε να κυριαρχήσουμε σε ερωτικό και φιλικό επίπεδο. Κοιτάζουμε να κονιορτοποιήσουμε τον άλλο –για να πανηγυρίσουμε τη νίκη μας πάνω στην υποταγή του. Γιατί;

Τι είναι εκείνο που μας εμποδίζει να δούμε πως η δουλειά θα πάει καλύτερα όταν ακολουθηθεί η αποδοτικότερη πρόταση; Τι μας εμποδίζει να ακούσουμε τα παιδιά μας όταν μας μιλάνε; Τι μας κάνει να ξεχνάνε την εγγύτητα απέναντι στους φίλους και τους ερωτικούς συντρόφους –όσο αυτοί δεν είναι στα γόνατα εκλιπαρώντας για την υποστήριξή μας;

Ας το πούμε εγωισμό –για να πλησιάσουμε κάπως την ορολογία των τηλεοπτικών ψυχαναλυτών. Αν κάτι δεν προέρχεται από εμάς –απλώς δεν είναι άξιο λόγου. Αν κάποια άποψη διαφέρει από τη δική μας, είναι, εκ προοιμίου, λανθασμένη. Εμείς ξέρουμε, εμείς μπορούμε –εμείς και μόνο. Υμνήστε μας και θα σας οδηγήσουμε στη Γη της Επαγγελίας. Αμφισβητήστε μας και θα σας λιώσουμε σαν κουνούπια. Διαφωνεί κανείς; Μην τολμήσετε –θα σας πατήσω κάτω!

Αυτό που το είπαμε εγωισμό –είναι κάτι «φυσιολογικό»; Είναι «εγγεγραμμένο στο DNA μας»; Τι παπαριές είναι αυτές; Το «εγωιστικό γονίδιο» φαίνεται να είναι καταστροφικό γονίδιο και κανένας δεν γεννιέται κουβαλώντας τον σπόρο της αυτοκαταστροφής του. Ακόμα κι εκείνα τα αυτοκαταστροφικά Λέμινγκς –λέγεται πως έγιναν έτσι από μετάλλαξη.

Μετάλλαξη! Αυτό μου αρέσει. Γεννηθήκαμε για να συμβιώνουμε πριν μας βάλουν στο ποτήρι της «κοκακόλας» και μας «σκουριάσουν». Γεννηθήκαμε για να παίζουμε μπάλα παρέα –πριν μας μπολιάσουν με το αμερικάνικο ρητό «ο πρώτος είναι πρώτος –ο δεύτερος δεν είναι τίποτα». Ο πρώτος είναι πρώτος, όσο υπάρχει δεύτερος –αλλιώς ο πρώτος θα ήταν, απλά, μόνος. Ποιος είναι λοιπόν σημαντικότερος; «Στάσου –να χαρείς! Μην το ξαναπάμε από την αρχή τώρα!»

Έχω γνωρίσει ανθρώπους που συνεργάζονται, προσπαθώντας να μην θυσιάσουν την προσωπική τους ηθική για χάρη της αποτελεσματικότητας. Έχω δει ανθρώπους να αναλαμβάνουν εργολαβικά τη σωτηρία του κόσμου και να σταυρώνουν όποιους τολμάνε να αμφισβητήσουν την αποστολή τους. Έχω συναντήσει ανθρώπους που κλειδώθηκαν στην αυταρέσκειά τους και έχασαν το λεωφορείο γιατί ο οδηγός δεν βγήκε στην πόρτα να τους κάνει υποκλίσεις. Έχω ακούσει για ανθρώπους που υπηρετούν φανατικά ένα σκοπό, ακόμα κι αν χρειαστεί να σκοτώσουν αυτούς που θέλουν να βοηθήσουν. Έχω δει τα περισσότερα από αυτά στον καθρέφτη του μπάνιου μου, κάθε φορά που ξυρίζομαι. Γι΄αυτό αφήνω πάντα αξύριστα μέρη στο πρόσωπό μου –αλλά όταν το καταλαβαίνω είναι –πάντα –αργά.

Και τι να γίνει δηλαδή; Είναι περίεργο –αλλά ξέρουμε τι είναι πιο αποτελεσματικό, το μάθαμε παίζοντας μπάλα στις αλάνες και μας το υπενθυμίζουν οι τσιρίδες των προπονητών σε κάθε ποδοσφαιρικό αγώνα:
«Δώσε γρήγορα πάσα και κράτα τη θέση σου!»

Ο κόσμος έχει πήξει από βιρτουόζους ντριπλαδόρους που προκαλούν επιφωνήματα θαυμασμού, επιδεικνύοντας την τεχνική τους κατάρτιση. Και είναι κρίμα που όλοι αυτοί φεύγουν από το γήπεδο με κατεβασμένο το κεφάλι, γιατί η ομάδα τους, έχασε το παιχνίδι για μια ακόμα φορά.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 19, 2007

ΤΑ ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΖΩΑ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται η αθρόα μεταφορά αδέσποτων ζώων (κυρίως σκύλων αλλά και γάτων), από την Ελλάδα σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εκτιμήσεις κυμαίνονται από 8.000 μέχρι και 150.000 αδέσποτα ζώα ετησίως! Δεν είναι λίγες οι φορές που, φιλόζωοι έχουν παρεμποδίσει τη μεταφορά ζώων, αφού έχουν διαπιστώσει πως δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις υιοθεσίας αδέσποτων ζώων –όπως αυτές ορίζονται από τη σχετική νομοθεσία, με συνέπεια να μην διασφαλίζεται, ούτε στο ελάχιστο, η τύχη των ζώων όταν μεταφέρονται εκτός συνόρων!

Που πάνε τα αδέσποτα; Ποια η κατάληξή τους, όταν δεν είναι καταγεγραμμένα από τις αρμόδιες δημοτικές υπηρεσίες και όταν δεν υπάρχουν ούτε καν οι υπεύθυνες δηλώσεις των ατόμων που θα τα υιοθετήσουν, οι οποίες να αναφέρουν πως τα συγκεκριμένα ζώα δεν θα χρησιμοποιηθούν σε πειράματα; Πόσο φιλοζωική ενέργεια είναι η μαζική μεταφορά τους κάτω από άθλιες συνθήκες;

Ας θυμηθούμε τη μεταφορά αδέσποτων που εμποδίστηκε στο αεροδρόμιο ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, το 2004, ας θυμηθούμε την κατάσχεση 39 σκυλιών (που είχαν φορτωθεί στην Κέρκυρα), στην Πάδοβα της Ιταλίας τον Απρίλιο του 2006, ας θυμηθούμε τον πρόσφατο εντοπισμό δυο φορτηγών (που είχαν ξεκινήσει από την Κέρκυρα) στην Ανκόνα της Ιταλίας, με προορισμό τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε αυτή την περίπτωση, ο μεταφορέας στην αρχή δήλωσε οτι μεταφέρει 45 σκύλους στις νέες τους οικογένειες, αλλά βρέθηκαν 102 σκύλοι (μεταξύ τους και αρκετά κουτάβια) οι οποίοι μεταφέρονταν σε άθλιες συνθήκες, ανάμεσα σε άλογα, με ελλιπή συνοδευτικά έγγραφα και κατασχέθηκαν από την ιταλική αστυνομία. Αυτά είναι τα γεγονότα!

Όπως γεγονός είναι οτι όσοι προσπάθησαν να παρεμποδίσουν την παράνομη μεταφορά αδέσποτων σκύλων σύρθηκαν σε δίκες από αυτούς που (και κατά δήλωσή τους) παρέβησαν τη σχετική νομοθεσία. Όσοι αναρωτήθηκαν για τη σκοπιμότητα της μεταφοράς ζώων στο εξωτερικό και όσοι ζήτησαν να τηρούνται οι νόμοι σε τέτοιες ενέργειες μηνύθηκαν για συκοφαντική δυσφήμιση των «ελληνικών φιλοζωϊκών σωματείων»! Αναγκάστηκαν να υπερασπιστούν τις απόψεις τους σε αλλεπάλληλες δίκες, οι οποίες αναβάλλονταν διαρκώς, μέχρι την τελική αθώωση των κατηγορουμένων! Το αποτέλεσμα δεν ήταν άλλο από την οικονομική κατάρρευση και, τελικά, τη φίμωση όσων διαμαρτύρονταν για τη μη τήρηση της νομοθεσίας –όπως έγινε στην περίπτωση του ΤΕΤΡΑΠΟΔΟΛΟΓΕΙΝ (η ιστοσελίδα του οποίου έχει αποσυρθεί πλέον από το διαδίκτυο), αλλά και σε αρκετές ακόμα περιπτώσεις μεμονωμένων ατόμων. Αν αυτό δεν συνιστά λογοκρισία και παρεμπόδιση της ελεύθερης έκφρασης, τότε οι συγκεκριμένοι όροι έχουν χάσει πλήρως το νόημά τους.

Πολλοί από αυτούς που μεταφέρουν ζώα στο εξωτερικό ισχυρίζονται πως το κάνουν γιατί οι συνθήκες διαβίωσής τους στην Ελλάδα είναι άθλιες. Και, προκειμένου να τα σώσουν από τη βαρβαρότητα, παραβαίνουν την, κατά την άποψή τους «ανεφάρμοστη ισχύουσα νομοθεσία». Ελπίζουμε να μην βρεθούν αύριο κάποιοι, το ίδιο φιλεύσπλαχνοι, οι οποίοι θα αρπάζουν τα παιδιά των φαναριών, θα τα τσουβαλιάζουν σε κοντέινερ και θα τα στέλνουν για υιοθεσία στο εξωτερικό, προκειμένου να τα σώσουν από την κακομεταχείριση!

Πολλοί από αυτούς που μεταφέρουν ζώα στο εξωτερικό υποστηρίζουν πως οι συνθήκες στις Ευρωπαϊκές χώρες είναι «παραδεισένιες». Θυμίζουμε οτι αναφέρονται σε χώρες που εφαρμόζουν την ευθανασία στα κυνοκομεία τους, χώρες για τις οποίες υπάρχουν στοιχεία σχετικά με την κατασκευή και εμπορία γούνας από γάτες και σκύλους και έχουν προϊστορία, τόσο στην βαρβαρότητα κατά ζώων, όσο και στην χρησιμοποίησή τους σαν πειραματόζωα. Και να υπενθυμίσουμε πως ο ισχυρισμός της αδυναμίας χρησιμοποίησης αδέσποτων για πειραματικούς σκοπούς δεν ευσταθεί, τόσο σύμφωνα με σχετικό πόρισμα Ελλήνων κτηνιάτρων, όσο και με βάση τη λογική. Γιατί αδυνατούμε να αντιληφθούμε τη σημασία της γονιδιακής καθαρότητας σε περιπτώσεις όπου οι δοκιμές αφορούν το τρίχωμα των ζώων (π.χ. σαμπουάν) ή όταν σπάνε τα κόκαλα των σκύλων σε πειράματα σχετικά με κατάγματα ή ακόμα και στις περιπτώσεις όπου τα ζώα χρησιμοποιούνται σε δοκιμές αποτελεσματικότητας όπλων.

Πολλοί από αυτούς που μεταφέρουν ζώα στο εξωτερικό αποδεικνύουν το γεγονός της υιοθεσίας τους από οικογένειες παρουσιάζοντας φωτογραφίες σκύλων σε εσωτερικούς χώρους σπιτιών. Να μας συγχωρέσουν την καχυποψία, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Μεμονωμένες φωτογραφίες σκύλων δεν αποδεικνύουν πως αυτά είναι τα ζώα που μεταφέρθηκαν εκτός Ελλάδος, ούτε αποδεικνύουν πως αυτά είναι όλα τα ζώα.

Μόνο η τήρηση των νομικών προϋποθέσεων μπορεί να εξασφαλίσει, σε κάποιο, έστω, περιορισμένο βαθμό τη μεταφορά των ζώων για υιοθεσία.


ΖΗΤΑΜΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΦΙΛΟΖΩΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ:

-Να φροντίζουν για την απαρέγκλιτη τήρηση της νομοθεσίας σχετικά με την εξαγωγή ζώων από τη χώρα.

-Να φροντίζουν για τη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών επιβίωσης των αδέσποτων στην ίδια τους τη χώρα και να μην εξάγουν τα ζώα αφήνοντας αμετάβλητες τις συνθήκες επιβίωσής τους στην Ελλάδα. Η εξαγωγή ενός προβλήματος, κάθε άλλο παρά επιλύει το πρόβλημα.

-Να επενδύουν τους οικονομικούς τους πόρους στη δημιουργία συνθηκών περίθαλψης των αδέσποτων και όχι σε αναποτελεσματικές μηνύσεις.

ΖΗΤΑΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ:

-Να καλύψει το νομικό κενό του ν. 3170/2003, προβλέποντας την τιμωρία όσων μεταφέρουν, παράνομα, αδέσποτα σε χώρες του εξωτερικού και εφαρμόζοντας επιτέλους τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 998/2003 (βάσει του οποίου κατασχέθηκαν τα ζώα στην Ανκόνα και παραπέμφθηκαν οι παραβάτες στη Δικαιοσύνη).

-Να εντατικοποιήσει τους ελέγχους του στις εξόδους της χώρας, προκειμένου να αποτρέψει την παράνομη εξαγωγή αδέσποτων ζώων.

-Να βοηθήσει έμπρακτα τους Δήμους στις προσπάθειές τους για περισυλλογή, πιστοποίηση και απελευθέρωση των αδέσποτων ζώων στο φυσικό τους περιβάλλον.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 11, 2007

"Δεν θα μας ξαναπιάσετε κορόιδα"

«Μπορείς να κοροϊδέψεις λίγους ανθρώπους για πάντα, μπορείς να κοροϊδέψεις όλους τους ανθρώπους για λίγο, αλλά δεν μπορείς να κοροϊδέψεις όλους τους ανθρώπους για πάντα», έλεγε ο Αβραάμ «με κυνηγάει ο Πλεύρης» Λίνκολν. Πως το βλέπεις; Ισχύει ακόμα το απόφθεγμα;

«Δεν θα αυξηθούν τα όρια συνταξιοδότησης, δεν θα μειωθούν οι συντάξεις, δεν θα αυξηθούν οι εισφορές», έλεγε … θυμάσαι ποιος; Θυμάσαι πότε; Μην κουράζεσαι –αυτό το σλόγκαν έσερνε από κανάλι σε μπαλκόνι ο Καραμανλής και ζητούσε να ξαναεκλεγεί το κόμμα του.

«Άλλο όταν είσαι στην κυβέρνηση και άλλο όταν κάνεις γενικού χαρακτήρα εξαγγελίες». Ποιος το είπε αυτό; Πότε το είπε; Θυμάσαι; Μήπως ήταν ο Αλογοσκούφης όταν απαντούσε σε δημοσιογράφο σχετικά με την τήρηση των προεκλογικών δεσμεύσεων του κόμματός του, μετά την επανεκλογή του;

«Δεν αισθανθήκατε ποτέ ότι σας κοροϊδεύουν;» είχε ρωτήσει, στην τελευταία συναυλία των Sex Pistols ο Johnny Rotten. Δεν το αισθάνθηκες;

Η κυβέρνηση μιλάει τώρα για ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων, για εξομοίωση των ορίων συνταξιοδότησης αντρών και γυναικών, για αύξηση (κυρίως των έμμεσων, άρα άδικων) φόρων και για αύξηση των μισθών κατά 3% επί του βασικού μισθού (πράγμα που σημαίνει, αύξηση περίπου 1,5% στο καθαρό ποσόν που φτάνει στα χέρια μας, ενώ ο «πειραγμένος» πληθωρισμός τρέχει με 3,7%). Η κυβέρνηση ξεσκίζεται προκειμένου να ιδιωτικοποιήσει τους δημόσιους οργανισμούς με τη μέθοδο «είναι ζημιογόνοι, άρα τους πουλάω».

Εντάξει λοιπόν!

Να ενοποιηθούν τα ταμεία. Αλλά όχι με τον συγκερασμό όλων στο χειρότερο (βλέπε ΙΚΑ). Να ενοποιηθούν με την ένταξή τους στο καλύτερο ταμείο. Να έχουν όλοι τις ασφαλιστικές παροχές των προνομιούχων και όχι να χάσουν τα προνόμιά τους όσοι τα έχουν εξασφαλίσει. Μην γίνεσαι μαλάκας. Μην τσιμπάς στο διχαστικό κολπάκι της κόντρας με τους προνομιούχους. Το θέμα δεν είναι να έρθουν αυτοί στη θέση μας, αλλά να φτάσουμε εμείς στη δική τους.

Να εξομοιωθούν τα όρια συνταξιοδότησης. Αλλά προς τα κάτω. Να παίρνουμε σύνταξη νωρίτερα –σαν τις γυναίκες, όχι να παίρνουν αυτές σύνταξη αργότερα. Δεν είμαι ηλίθιος! Καλά κάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση και ζητάει εξομοίωση των ορίων. Αλλά, όπως προβλέπεται από τη συλλογική σύμβαση των δημοσίων υπαλλήλων (Δημοσιοϋπαλληλικός Κώδικας) –«η επιδείνωση του εργασιακού καθεστώτος χωρίς να υπάρχει παράπτωμα από την πλευρά του υπαλλήλου είναι παράνομη». Αυτό προβλεπόταν και από τη συλλογική σύμβαση εργασίας των ιδιωτικών υπαλλήλων –πριν την καταργήσει η συγκεκριμένη κυβέρνηση. Μην τσιμπάς στις κορώνες των δημοσιογράφων –«εργασιακή ισότητα» σημαίνει βελτίωση της θέσης των εργαζομένων, ενώ η επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων ονομάζεται «εργασιακή εξαθλίωση».

Να αυξηθούν οι φόροι. Αλλά, να αυξηθούν ανάλογα με τα εισοδήματα γιατί οι έμμεσοι φόροι είναι άδικοι επειδή ακριβώς δεν λαμβάνουν υπόψη τους το εισόδημα. Όταν ανεβαίνει η τιμή της κιλοβατώρας –πληρώνω ίδια την αύξηση κι εγώ και ο Βαρδινογιάννης. Όταν αυξάνεται ο φόρος καπνού, αυξάνεται η τιμή των τσιγάρων το ίδιο και για μένα και για τον Λαμπράκη. Αν θέλεις να αυξήσεις τους φόρους –πάρτα από αυτούς που τα έχουν και σου χρωστάνε –όχι από μένα που μου χρωστάς κιόλας! Μη με δουλεύεις τόσο χοντρά!

Να προφυλάξουν το εισόδημά μας –αυτό είναι η δουλειά τους. Δεν φταίμε για τον πληθωρισμό, δεν φταίμε που οι βασικοί μας μισθοί είναι ψίχουλα και χρειάζεται να προστεθούν ένα κάρο επιδόματα για να φτάσουν σε επίπεδο υποτυπώδους εξασφάλισης της επιβίωσής μας. Είναι άλλο πράγμα να δίνεις αύξηση 3% στα 400 ευρώ του βασικού μου και άλλο να δίνεις την ίδια αύξηση στα 1.000 ευρώ που παίρνω καθαρά. Να τελειώνει λοιπόν το δούλεμα –θέλω τα λεφτά μου, αυτά που δικαιούμαι και όχι ένα φιλοδώρημα. Δεν θα με καταντήσεις ζητιάνο, έξω από το Μέγαρο Μαξίμου –θέλω αυτά που μου ανήκουν. Τώρα! Χτες!

Να πουληθούν όλες οι ΔΕΚΟ, να πουληθούν τα πάντα αν δεν μπορείτε να τα διαχειριστείτε. Είμαι μεγαλόψυχος και σας συγχωρώ την ανικανότητα. Αλλά εγώ έχω πληρώσει για να στηθούν αυτοί οι Οργανισμοί. Έχω πληρώσει τα αεροπλάνα της Ολυμπιακής, τις κολώνες της ΔΕΗ, τα καλώδια του ΟΤΕ και τα βαγόνια του ΕΛΤΑ. Τώρα που πουλάτε, μήπως ήρθε η ώρα να μου δώσετε τα λεφτά μου πίσω; Συνέταιροι ήμασταν στους Οργανισμούς –γιατί πάτε να με κλέψετε; Ή μήπως δεν θα βγάλετε χρήματα γιατί «οι Οργανισμοί είναι προβληματικοί»; Πως γίνεται ρε Γκαλμπράιθ να είναι προβληματικό ένα μονοπώλιο; Ρωτάω γιατί είσαστε και λάτρεις της ελεύθερης αγοράς! Και τελικά, πως σκοπεύετε να πουλήσετε τα μαγαζιά αυτά όταν τα δυσφημίζετε; Ποιος λογικός κεφαλαιούχος θα πληρώσει για να αγοράσει ένα χρεωμένο και ζημιογόνο μαγαζί; Δεν πάει να πάρει τον ΠΑΟΚ καλύτερα –που επιχορηγείται κιόλας; Και τελικά, όταν λέτε ότι «κλείνοντας π.χ. την Ολυμπιακή θα εξοικονομούμε 1 εκατομμύριο το μήνα», γιατί δεν λέτε και τι θα τα κάνετε αυτά τα χρήματα; Γιατί δεν περνάτε π.χ. ένα νομοσχέδιο που να αναφέρει πως «τα φράγκα που γλιτώνει το κράτος (με σαφή αναφορά στο ποσόν, παρακαλώ) από την Ολυμπιακή θα πηγαίνουν στην υγεία (ή την παιδεία), αποκλειστικά»; Μήπως τελικά θέλετε να κλείσετε την Ολυμπιακή και τον ΟΣΕ (που ξεκινήσατε να υπονομεύετε εδώ και 4 χρόνια) γιατί όντως σας αρέσουν τα μονοπώλια; Όχι τα κρατικά μονοπώλια! Τα ιδιωτικά –σαν αυτό της Aegean ας πούμε.

Ζητάω πολλά; Ζητάω πράγματα ανέφικτα; Μπορεί. Αλλά δεν ζητάω τίποτα περισσότερο από αυτά που εξαγγείλατε πριν τις εκλογές. Κυβέρνηση δεν ήσασταν και πριν; Δεν ξέρατε την κατάσταση; Γιατί τα λέγατε, αν δεν μπορούσατε να τα κάνετε; Να υποθέσω πως ψάχνατε για μαλάκες; Εντάξει, τους βρήκατε –αλλά η μαλακία δεν είναι μόνιμη κατάσταση. Το έλεγε κι ο Αβραάμ. Και αν δεν μπορείτε να κάνετε αυτά που πρέπει, αν δεν μπορείτε να κάνετε αυτά που εσείς οι ίδιοι υποσχεθήκατε –είμαι φιλεύσπλαχνος. Δεν θα ζητήσω να ελεγχθείτε δικαστικά (όπως συμβαίνει σε όσους διαπράττουν απάτη). Θα ζητήσω απλά, να σηκωθείτε να φύγετε από εδώ. Κι εσείς και όσοι δεν μπορούν να διαχειριστούν την διακυβέρνηση ενός κράτους. Αν είναι να γαμήσετε τα πάντα –αφήστε το καλύτερα. Δεν σας έχουμε ανάγκη, μπορούμε να το κάνουμε και μόνοι μας αυτό. Ξεκουμπιστείτε λοιπόν, για να μη σας πληρώνουμε κιόλας.

Σε κορόιδεψαν για λίγο και τώρα το αισθάνεσαι; Αδιαφόρησες για τα τερτίπια τους γιατί οι κυβερνήσεις είναι εξ ορισμού διεφθαρμένες; Δεν έχει σημασία τι από τα δυο ισχύει.
Το σημαντικό είναι να συμμετάσχεις στη γενική απεργία γιατί, όπως είπαν και άλλοι πριν από μένα, αυτή η κυβέρνηση κουμαντάρεται από τις δημοσκοπήσεις. Δεν τους νοιάζει να φτιάξουν ασφαλιστικό σύστημα, δεν τους ενδιαφέρει να αναμορφώσουν τη φορολογική κλίμακα. Μόνο οι εκλογές τους καίνε, να μην χάσουν, να ξαναβγούν. Γιατί όντας κυβέρνηση, θα έχουν τη δυνατότητα διαχείρισης του δημόσιου χρήματος (αυτό λέγεται και κάπως αλλιώς –όμως δεν θέλω να το χοντρύνω).
Και κάτι ακόμα –η μαζική συμμετοχή στην απεργία θα ενθαρρύνει τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα. Αν απεργήσουν λίγοι θα είναι εύκολο να απολυθούν –αν απεργήσουν όλοι δεν θα συμβεί τίποτα. Απλό δεν είναι;

«Θα βγάλω το καπέλο μου στους νέους θεσμούς
θα υποκλιθώ στη νέα επανάσταση
θα χαμογελάσω επιδοκιμάζοντας τις αλλαγές γύρω μου
θα πάρω την κιθάρα μου και θα παίξω
όπως έκανα και χτες.
Μετά θα γονατίσω και θα φωνάξω
δεν θα μας ξαναπιάσετε κορόιδα

όχι, όχι
».
Έλεγαν κάποτε οι Who.


Αύριο έχει γενική απεργία –μην το ξεχάσεις.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 10, 2007

4. Περιστροφή γύρω από ένα "βιβλίο -ευαγγέλιο"

1. Σφραγίζοντας πλαστά διαβατήρια
2. Ο χρόνος δεν είναι φίλος κανενός
3. Η ανασφάλεια των ομαδικών παιχνιδιών

«… εξηγήσεις που δικαιούσαι. Γι΄αυτό σου γράφω, ξέρω πως θα το βρεις και θα τις διαβάσεις –είναι μια προσπάθεια να σου χρωστάω λιγότερα –όχι να ξοφλήσω μαζί σου. Από τότε που έφυγες προετοιμαζόμουν, αλλά δεν ήταν η κατάλληλη ώρα. Τώρα ρισκάρω μόνο την πάρτη μου γιατί τα πράγματα πηγαίνουν μόνα τους και τίποτα δεν μένει να κάνουμε. Μόνο παρακολουθούμε. Περιμένουμε. Μπορεί να βγούμε κάποια στιγμή στους δρόμους, να ενωθούμε με τον υπόλοιπο κόσμο –αν ο υπόλοιπος κόσμος μας δεχτεί.

Έπρεπε να ήσουν εδώ –να τους έβλεπες! Συνοικίες ολόκληρες, οχυρωμένες, να λειτουργούν αυτόνομα! Τρομοκρατημένοι μικροαστοί που χάνουν τις ψευδαισθήσεις τους. Παιδιά! Ζωντανά φωνακλάδικα παιδιά –αποφασισμένα! Πόσον καιρό είχαμε να δούμε ζωντανά παιδιά; Που κρύβονταν αυτά τα παιδιά; Έπρεπε να ήσουν εδώ, τώρα -έπρεπε να κάνεις υπομονή. Να αντέξεις.

Αλλά πως θα ήταν αυτό δυνατό; Από τη μια οι παραξενιές μου, η κρυψίνοια –συνεχώς, αδικαιολόγητα, απών. Απαιτώντας να με ανεχτείς. Από την άλλη, ο δικός σου δρόμος. Δεν διαλέγει κανείς τον δρόμο του –απλά βρίσκεται εκεί και πρέπει να τον περπατήσει. Τι άλλο να κάνει; Τι άλλο να έκανες; Αν έμενες θα ήσουνα μισή κι ανερμάτιστη. Όταν έφυγες πήρες μαζί σου τις ευτυχισμένες μέρες. Κράτα τες».

Επιστροφή
Έσωσε το κείμενο με κωδικό και ανανέωσε τη σελίδα. Περίμενε να φορτώσει η οθόνη –το κείμενο δεν φαινόταν πουθενά. Μόνο μια εγγραφή από ανώνυμο χρήστη, μόνο αυτό έμεινε –ο Γρηγόρης χαμογέλασε ενώ αποσυνδεόταν από τον σέρβερ που βολόδερνε κάπου στις Φιλιππίνες. Είχε φτάσει μέχρι εκεί σε ασύμμετρους κύκλους, ξεκινώντας από μια πληρωτή τσοντοσελίδα που υποσχόταν «τις πιο καυτές Ασιάτισσες και τις πιο έκφυλες Λατίνες» κόβοντάς σου τη σύνδεση, αντικαθιστώντας την με κύκλωμα χρονοχρέωσης, αν έκανες τη μαλακία να πατήσεις το κουμπί της «Εισόδου». Εντελώς ασφαλής μέθοδος, αφού κανείς δεν ψάχνει τι κάνεις όσο σου βουτάνε το πορτοφόλι!

Κοίταξε έξω από τη μπαλκονόπορτα, πέρα από τη βεράντα. Ο ήλιος έφευγε με μια θεατρινίστικη ματαιότητα –ήδη ξεχώριζαν οι φωτιές στα βουνίσια προάστια της πόλης. Θα το γλεντούσαν και πάλι απόψε. Άνθρωποι οπλισμένοι με καδρόνια και σιδερολοστούς θα ξενυχτούσαν περιμένοντας κάποια πιθανολογούμενη επίθεση. Φορτωμένες συμμορίες θα τους παραμόνευαν μέχρι να αποφασίσουν πως δεν άξιζε τον κόπο. Τα βόρεια προάστια παρέμεναν ταμπουρωμένα πίσω από ιδιωτικές εταιρείες σεκιούριτι, οι δυτικές συνοικίες είχαν μετατραπεί σε φρούρια, πίσω από κάδους απορριμμάτων και αναποδογυρισμένα λεωφορεία. Η κατάσταση ήταν ρευστή μόνο στα νότια. Οι άνθρωποι έτρεμαν εκεί πέρα –αμπαρωμένοι στα σπίτια τους, μόνοι και ευάλωτοι. Νευρικά άγρυπνοι. Το επόμενο πρωί, τρεις διαδηλώσεις είχαν δώσει ραντεβού μπροστά στη Βουλή –η αστυνομία θα παρακολουθούσε αμέτοχη τους ανθρώπους να δέρνονται μεταξύ τους –για μια ακόμα φορά. Η καινούργια έκρηξη ταρακούνησε τα τζάμια του σπιτιού –ήταν η έκτη μέσα στις τελευταίες δυο ώρες και έγινε πολύ κοντά στο σπίτι του. Ο Γρηγόρης χαμογέλασε στη σκέψη της περιουσίας που χανόταν.

Κατάδυση
Έφτιαξε ένα ποτό λογαριάζοντας να το συνοδεύσει με κάποιο πλαστικό κατεψυγμένο γεύμα –άλλαξε γνώμη στη διαδρομή από το ψυγείο μέχρι τον φούρνο μικροκυμάτων. Δεν πεινούσε τελικά. Το φαγητό μπορούσε να περιμένει λίγο ακόμα γιατί το φαγητό είχε καταντήσει μια δυσάρεστη υποχρέωση. Έψαξε για τα τσιγάρα του, αγχώθηκε βλέποντας πως το πακέτο ήταν σχεδόν άδειο, ηρέμησε όταν θυμήθηκε ότι είχε ακόμα ένα πακέτο στην τσέπη του παλτού του. Ξανακάθισε μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, νιώθοντας έξαψη.

Ξεκίνησε ένα ακόμα ταξίδι ανάμεσα στους σέρβερ πριν λασπώσει, με τις δικτυακές καουμπόικες μπότες του, τη βάση δεδομένων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Στράβωσε τα χείλη, κοροϊδευτικά, καθώς δεν χρειαζόταν καν να σπάσει τους κωδικούς –εδώ και δυο χρόνια αποκτούσες δικαιώματα διαχειριστή της βάσης αρκεί να πληκτρολογούσες τη μαγική λέξη «admin»! Έτρεξε βαριεστημένα τους καταλόγους μεταθέσεων –κάτι άρχιζε να κινείται στο Υπουργείο. Οι αξιωματικοί που δεν ήταν αποδεδειγμένα κυβερνητικοί θα απομακρύνονταν ευγενικά από την πρωτεύουσα –μέσω προαγωγών. «Ετοιμάζετε τον στρατό χέστηδες;» μουρμούρισε ο Γρηγόρης. Ήξερε πως για να βγει ο στρατός στους δρόμους χρειαζόταν πάνω από ένα μήνα δουλειάς. Δεν ανησυχούσε γι΄αυτό –αλλού ήταν το πρόβλημα.

Ένας από τους σημαντικότερους λόγους επιλογής της συγκεκριμένης χρονικής στιγμής για τα συντονισμένα χτυπήματα των σφυριών ήταν η προσωπικότητα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Όταν ο φιλόδοξος κοντούλης αντικατέστησε τον συγκαταβατικά ηττοπαθή πρόεδρο του κόμματος –όλοι ήξεραν πως είχε φτάσει η ώρα. Ο κοντούλης ήταν ικανός να ισοπεδώσει τη χώρα, αν αυτό χρειαζόταν για να εκλεγεί πρωθυπουργός, ο κοντούλης ήταν το ιδανικό άτομο για την επιδιωκόμενη πόλωση. Και μέχρι τώρα, τραβούσε το σκοινί, δικαιώνοντας τα σφυριά. Αλλά αυτό δεν θα διαρκούσε για πάντα. Όσο η κατάσταση ξέφευγε από τον έλεγχο, τόσο οι πιέσεις του εγχώριου οικονομικού παράγοντα θα γίνονταν μεγαλύτερες. Οι πιέσεις των διεθνών σταθεροποιητών είχαν ήδη αρχίσει –αλλά η αργοπορία ενσωμάτωσης των οδηγιών δεν τις είχε, ακόμα, κάνει επιτακτικές. Πότε θα καταλάβαιναν οι πολιτικές παρατάξεις πως έπρεπε να μαζέψουν τον κόσμο τους από το δρόμο;

Ο Γρηγόρης μπήκε στο φουρτουνιασμένο τσατ ρουμ και στάθηκε αμέτοχος σε μια σκοτεινή γωνιά. Ο καυγάς μεταξύ κυβερνητικών και αντιπολίτευσης συντηρούσε την ασυνεννοησία, όσο οι αντιεξουσιαστές σφήνωναν τις παραινέσεις τους.
«Eisaste oloi koroida! Sas douleuoun parte to xampari. Ti tha kerdisete an vgei enas apo tous dio stin kibernisi?»
«Ase mas re anarxa! Edo milame gia dimokratia! Pigaine na kapseis kanena autokinito!»
«Eseis diladi seveste ti dimokratia? Kai kratate me to zori tin eksousia exontas xasei tis ekloges?»
«Pou to ksereis oti tis xasame? Afou den exoun vgei alla apotelelesmata»
«Afou den afinete na vgoun! Diktatoria!»
«Plakotheite me tis eklogikes sas autapates oso emeis tha kiriarxisoume stous dromous. Oi meres sas einai metrimenes re!»
Ο Γρηγόρης δαγκώθηκε. Αυτό δεν χρειαζόταν να ειπωθεί –όσο προειδοποιείς τόσο συσπειρώνονται. Και οι μπάτσοι διαβάζουν τα πάντα αυτές τις μέρες –μαλάκα αναρχικέ!

Κάπου πιο ήσυχα
Στο φόρουμ τα πράγματα ήταν πιο ήσυχα. Έφταιγε που ήταν προσανατολισμένος ο χώρος, μόνο εγγεγραμμένα μέλη μπορούσαν να δουν τα σχετικά θέματα. Κάποιος από τους stone ανέλυε την πρόοδο που είχε σημειωθεί μέσω της διείσδυσης σε συγγενικά δίκτυα. Ο Γρηγόρης δεν συμμεριζόταν την αισιοδοξία του. Άφησε ένα σχόλιο στην άκρη του θέματος.
Anvil: «Thelei prosoxi! Mexri tora den exete kataferei ikanopoiitiki dieisdisi, alla exete karfothei stous mpatsous eparkos! Iparxei kaxipopsia ekei ekso kai eseis den kanete tipota gia na peisete. Mono oi mpatsoi kseroun pos den eisaste xafiedes. Min ipodeikniete! Apla akoloutheiste!»

Ακούμπησε το κεφάλι του δίπλα στο πληκτρολόγιο –ξαφνικά ένιωσε τη θανατηφόρα κατατονία. Ματαιότητα, απαισιοδοξία, αμφιβολία. Δεν θέλησαν ποτέ να γίνουν καθοδηγητές –η απέχθειά τους για την καθοδήγηση συντόνιζε την κοινή τους δράση. Και τώρα έδινε οδηγίες με τη μορφή συμβουλών στο άγνωστο εκείνο παιδί που κράταγε σφιχτά τις απαντήσεις –θωρακισμένες με τον φανατισμό του. Με ποιο δικαίωμα; Αυτού που «ξέρει καλύτερα»; Τι μαλάκας! Πάτησε το κουμπί και ανανέωσε την οθόνη.
Anvil: «Giati to thema den exei pleon na kanei me tis theories. Kapste, an amfivallete kapste, an fovaste kapste, an distazete kapste. Den ofeloun oi kouventes. As gkremistoun ola kai meta tha exoume to xrono na analisoume».

Χαμογέλασε. Ποιος ήταν τώρα; Μάλλον ο Νίκος –οι τοποθετήσεις του Αντώνη, συνήθως, μύριζαν διαλλακτικότητα. Ο Νίκος είχε αποστηθίσει εκείνα τα παλιά συνθήματα, μιας εποχής που δεν έζησαν -αλλά ένιωσαν. Άπλωσε το χέρι του, αποφασίζοντας να γίνει αχρείαστα παράτολμος –η μοναξιά και η παραίτηση σημάδεψαν την πρώτη σελίδα του «βιβλίου –ευαγγελίου», η ματαιότητα ευθυνόταν για την αντιγραφή της εισαγωγικής φράσης.

-"Όνομα" ...
-Απόψε θα μας κάνουν κακό. Θα μας σκοτώσουν.
Το δωμάτιο ήταν άσπρο. Οι τοίχοι γαζωμένοι με σφαίρες.
Τους κοίταζα ...
-"Όνομα" ...
Καθάρισε με τα νύχια του ένα σκουπιδάκι απ΄την άκρη της πέννας. Μετά κάτι είπε.
"Διατάξτε". Απάντησε πνιχτά κάποιος δίπλα μου ...
Έδιωξε το κείμενο. Χάιδεψε το εξώφυλλο του βιβλίου. Περίμενε.

Με άφησαν.
Η απάντηση φάνηκε στην επόμενη ανανέωση της οθόνης. Είχε δίκιο –ο Νίκος ήταν. Καταπτοημένος, απελπισμένος, αβέβαιος, σκονισμένος κι εκείνος από τις αμφιβολίες –στην άλλη άκρη του νήματος. Έσβησε την εισαγωγική του φράση. Περίμενε μια ακόμα ανανέωση. Η απάντηση του Νίκου είχε εξαφανιστεί κι αυτή. Δεν υπήρχε, βέβαια, σχεδόν κανένας λόγος. Έτσι γραμμένες, με ελληνικούς χαρακτήρες, οι φράσεις δεν μπορούσαν να διαβαστούν από τους υπόλοιπους –μόνο οι δυο τους διέθεταν τη συγεκριμένη κωδικοποίηση. Οι τρεις τους για την ακρίβεια. Άντε –οι τέσσερίς τους –αν θεωρήσεις ότι …

Κάπου απολογητικά
Καιγόταν να της ξαναγράψει. Ακολούθησε τη διαδρομή της τσοντοσελίδας για μια ακόμα φορά.
«Μεγάλωσα ψάχνοντας για σένα –δεν θυμάμαι να σου το είχα πει ποτέ. Τα κοριτσάκια ψάχνουν για τον γαλάζιο πρίγκιπα, ή κάπως έτσι. Τα αγοράκια ονειρεύονται το τέλειο ραντεβού στα τυφλά. Να βρίσκεται εκείνη –εκεί. Κι εσύ να εμφανίζεσαι υπακούοντας σε κάποιον ανώτερο προγραμματισμό, τίποτα δεν κανόνισες, κανένας δεν την ειδοποίησε να βρίσκεσαι εκεί. Τη βλέπεις και είναι ότι ονειρευόσουν. Είσαι σίγουρος πως έχει γίνει παρεξήγηση, δεν είναι αυτή, δεν πρόκειται καν να γυρίσει το βλέμμα της πάνω σου. Και τότε σε κοιτάζει. Ίσως να χαμογελάει αμήχανα. Σπας σαν παιχνίδι που το κούρδισαν περισσότερο από όσο έπρεπε. Γιατί μεγάλωσες ψάχνοντάς την και δεν ξέρεις αν θα της το πεις ποτέ.

Ξέρεις όμως ότι κάπου θα στραβώσει το θέμα –δεν γίνεται αλλιώς. Βρήκες αυτό που έψαχνες, το έχεις μπροστά σου, κατευθείαν υλοποίηση του ονείρου και σου χαμογελάει αμήχανα. Τι δεν πάει καλά; Μα φυσικά, ότι βρήκες αυτό που έψαχνες, αλλά είναι πολύ αργά πλέον. Είσαι τέρμα δεξιά λωρίδα στην λεωφόρο υπερταχείας κυκλοφορίας κι εκεί –στα αριστερά σου, ανοίγεται η έξοδος για τον παράδεισο. Η μοναδική έξοδος για τον μοναδικό παράδεισο γιατί όλα αυτά είναι δικό σου δημιούργημα. Τι θα κάνεις; Θα συνεχίσεις το δρόμο σου βλαστημώντας την ατυχία σου ή θα προσπαθήσεις να καρφωθείς με το κεφάλι στην έξοδο του προσωπικού σου παραδείσου; Ηττημένος ή διαλυμένος –τι προτιμάς; Εγώ λοιπόν δεν διάλεξα. Προσπάθησα να είμαι παντού, δεξιά, αριστερά –εκτός πορείας και εντός σχεδίου. Κι αυτά τα πράγματα δεν γίνονται και αυτό το πράγμα δεν έγινε. Δεν μπορούσε. Έτσι, ποτέ δεν έμαθα πόσο σε έδιωξα και πόσο έφυγες γιατί δεν μπορούσες να κάνεις διαφορετικά. Έτσι, έμεινα πίσω –δραστικά αναποφάσιστος. ‘Όταν αμφιβάλλεις –κάψε’. Αυτό δεν έλεγαν τότε; Αυτό έκανα».

Θα με περιμένεις στο σταθμό και θα βρέχει.
Θάμαι κουρασμένος, σκονισμένες οι βαλίτσες, ριχτό τ΄αδιάβροχο επάνω μου. -Αλλά θα με περιμένεις.
Θα κατέβω,
θα μπερδευτούνε τα πόδια μας μεσ΄στις βαλίτσες.
_______________________________________________
-Μα βάστα με.
_________________________________________________
Σαν αγκαλιαστούμε, θα γλυστρήσει τ΄αδιάβροχο απ΄τους ώμους.
-Αν με περιμένεις.

Αυτό το βιβλίο με τα ποιήματα που σέρνω στα ταξείδια μου, δεν το διάβασα ποτέ. Μ΄απασχολούσανε οι κάμποι, τα σύρματα των τηλέγραφων, η ησυχία. Κι΄ακόμα κάτι ιστορίες που λένε για τους ταξειδιώτες ...
-"Ήτανε μια φορά ..."

Μα διάβαζέ μου ... Πιο κοντά, έμπα στο φως.

Χτένισε τα μαλλιά σου, η πολυθρόνα με ζαλίζει. -Τι είναι αυτά τα σίδερα στο λαιμό σου.
Σκέπασέ τα.

Κάνει ζέστη εδώ μέσα, θα ξεκουμπώσω το κολλάρο ....
Γυαλίζουν τα σφυριά στον κρόταφο ....

Αυτό το σφύριγμα. Η μουσική που βγαίνει απ΄τα δόντια.

Κοχλάκιασα πια μεσ' το φως, πάρε με στο σκοτάδι.

Μέσ' το σκοτάδι το κρύο, τυλιγμένοι τα ζεστά μαλλιά σου, οδηγημένοι απ΄την τροχιά της πέτρας, της βλαστήμιας που μας πετάνε, πάμε να δούμε ο,τι και οι άλλοι αφηνιασμένοι.

Αγκάλιασέ με. Κοίτα τις αφίσσες, κρυώνουν. Κρυώνουν τα χρώματα. -Έλα να τις ζεστάνουμε.

Αυτός που τις χρωμάτισε, δεν λυπάται που κρυώνουν; Δεν παγώνουν τα χέρια του, δεν μένουν έτσι, κρεμασμενα;

Τα εγκληματικά χέρια που ξεχνάνε.


Κάπου εκεί πίσω
Ξύπνησε νιώθοντας βελόνες να καρφώνουν την αριστερή πλευρά του προσώπου του, η επιφάνεια του γραφείου έδειχνε λεία αλλά δεν ήταν. Ειδικά αν σε είχε πάρει ο ύπνος πάνω της. Κοίταξε την οθόνη που τρεμόπαιζε. Δεν θυμόταν τι είχε γράψει –αλλά ήταν σίγουρος πως είχε πάρει όλες τις προφυλάξεις –μετά από τόσα χρόνια ήταν καθαρά θέμα αυτοματισμών. Το «βιβλίο –ευαγγέλιο» βρισκόταν σφηνωμένο ανάμεσα στα καλώδια του υπολογιστή –το τράβηξε αργά, αποφεύγοντας να το ξανανοίξει. Σηκώθηκε για να ξεπιαστούν τα πόδια του.

Είχε δει για πρώτη φορά τον Γιάννη στο Πανσπουδαστικό Συνέδριο. Κάποιος εντυπωσιακός τύπος με αρκετό τσαμπουκά για να ακουστεί μέσα στη χάβρα. Και να πείσει μπόλικους από τους παρευρισκόμενους, που έψαχναν ασπιρίνες για να αντιμετωπίσουν ότι απομεινάρι ούζου κυλούσε στις φλέβες τους. Στην καλύτερη περίπτωση. Σημείωσε τη φάτσα σε κάποια άκρη της μνήμης του και χειροκρότησε όταν ο Γιάννης κατέβαινε από την έδρα. Ήταν από τους λίγους που χειροκρότησαν –οι περισσότεροι περιορίστηκαν στο αμήχανο ψάξιμο ενός αναπτήρα. Δεν ασχολήθηκε περισσότερο μέχρι εκείνη τη μέρα που ο Αντώνης τον σύστησε στην υπόλοιπη παρέα.

«Κάντε ησυχία όλοι σας! Αυτός εδώ είναι ο Γιάννης. Γιάννη, αυτοί είναι οι ‘όλοι’», είχε πει ο Αντώνης. Για να ακολουθήσει η χάβρα των μεθυσμένων.

Τον συμπαθούσε τον Γιάννη, από τότε στο Πανσπουδαστικό. Του είχε κιόλας, προσφέρει μια ευκαιρία προσέγγισης της μεθυσμένης παρέας. Αλλά ποτέ δεν έγιναν φίλοι. Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που είναι πολύ καλοί, πολύ ενδιαφέροντες, πολύ αξιόπιστοι. Ξηγημένα άτομα. Είναι οι άνθρωποι που θέλεις να έχεις δίπλα σου στις φασαρίες για να μη μείνουν οι πλάτες σου ακάλυπτες. Είναι οι αριθμοί τηλεφώνων που χρειάζεσαι για να κρυφτείς, όταν σκίζεται η κουρτίνα –απελευθερώνοντας διαβόλους. Αλλά δεν έχεις καμιά όρεξη να πιεις μια μπύρα μαζί τους. Να μοιραστείς τις ώρες χαλάρωσης –να κάνετε παρέα. Μόνο στις δυσκολίες τους θυμάσαι –τέτοιος ήταν ο Γιάννης.

Όταν τους είχε ανακοινώσει την αποχώρησή του, ο Νίκος πρότεινε να τον σκοτώσουν.

Παρένθεση
«Τι λες ρε μαλάκα; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα!»
«Αλήθεια; Μήπως προτιμάς να μας δώσει στεγνά και να πάνε όλα στο βρόντο;»
«Δεν είναι τέτοιος τύπος ο Γιάννης. Γιατί να το κάνει άλλωστε;»
«Επειδή είναι ερωτευμένος. Αύριο θα παντρευτεί και θα αραδιάσει κουτσούβελα. Υποχρεώσεις. Οικονομικά στενέματα. Και ξαφνικά εμφανίζεται η καλύτερη θέση, με τα πολλά λεφτά! Θα την θελήσει για να στείλει τα παιδιά του σε ακριβά σχολεία, θα την θελήσει για να πάρει μεγαλύτερο αυτοκίνητο και εξοχικό. Για τα παιδιά και τη γυναίκα του! Θα την θελήσει τόσο που θα είναι πρόθυμος να πουλήσει ακόμα και την ψυχή του –τι λες να γίνει τότε;»
«Τίποτα. Υπάρχουν και όρια στον κάθε άνθρωπο –υπάρχει και κάποια ηθική».
«Παπαριές! Αν υπήρχαν όλα αυτά θα ζούσαμε καλύτερα! Αν ίσχυαν, έστω και στο ελάχιστο, δεν θα είχαμε γεμίσει μετανοημένους επαναστάτες, πρώην αγωνιζόμενους υπουργούς και πουτάνες ακτιβιστές!»
«Έστω … υπάρχει η πιθανότητα …»
«Αυτό λέω κι εγώ. Τη ρισκάρουμε;»
«Δεν σκοτώνω άνθρωπο, έτσι στα καλά καθούμενα. Ειδικά τον Γιάννη που είναι φίλος».
«Ήταν φίλος! Τώρα έφυγε».
«Παραμένει φίλος γαμώ τη ζωή μου! Δεν είναι όλα στο σχέδιο. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ!»
«Μη φωνάζεις ηλίθιε!»
«Με τόση φασαρία αποκλείεται να μας ακούσουν».
«Πριν είχε φασαρία. Τώρα παίζει το ‘Sad Waters’ κόπανε! Σε λίγο θα ανάψουν τους αναπτήρες οι πρώτοι γελοίοι!»
«Είναι όλα το σχέδιο κι έτσι πρέπει να είναι. Αλλιώς κοροϊδευόμαστε και σπαταλιόμαστε. Δεν το θέλω αυτό».
«Σου λέει τίποτα η λέξη ‘μονομανία’;»
«Γιατί; Γίνεται και διαφορετικά;»
«Ούτε εγώ σκοτώνω άνθρωπο, έτσι στην ψύχρα –πάντως».
«Επειδή είσαι ένας χέστης υποκριτής! Θέλεις να γαμήσεις το σύμπαν, να βγάλεις τον κόσμο στους δρόμους με θολωμένο μάτι, θέλεις να σκάσει το απόστημα σαν κακό σπυρί … Υπολογίζεις πόσοι θα αλληλοσκοτωθούν από τις δικές σου ενέργειες; Εκατό; Διακόσιοι; Χίλιοι; Εντάξει –ναι, αν αποτύχουμε κάπου τόσοι θα είναι. Γιατί αν πετύχουμε θα είναι περισσότεροι! Και μου λες τώρα ότι …»
Ο Νίκος προσπαθούσε να καταπιεί την αγανάκτηση. Ούτε αυτός μπορούσε να σκοτώσει άνθρωπο εν ψυχρώ.
«Έχεις δίκιο, αλλά δεν μπορούμε να το κάνουμε. Πες το υποκρισία, πες το αστικά κατάλοιπα, πες το όπως θέλεις. Απλά δεν μπορούμε ακόμα κι αν αυτό μας γαμήσει».
«Τίποτα δεν θα μας κάνει. Ακόμα κι αν ο Γιάννης πήγαινε να τα ξεράσει όλα, κανένας δεν θα τον πίστευε. Τι να πει δηλαδή; Ότι υπάρχουν κάτι τύποι που σκοπεύουν να βάλουν σε λειτουργία τα σφυριά από μέσα; Και τι κάνουν αυτοί οι τύποι τώρα; Αναρριχώνται στην ιεραρχία για να το πετύχουν! Θα γελάσουν μέχρι και οι τσιμεντόπλακες!»
Ο Γρηγόρης είχε μιλήσει σφυριχτά –σα φίδι που ετοιμαζόταν ν΄αλλάξει πουκάμισο. Μετά αφιερώθηκε στην παρακολούθηση της συναυλίας –επάνω στη σκηνή τεμάχιζαν το «Sunny’s burning», δείχνοντας ψεύτικη αδιαφορία για ένα μάτσο ξεκοιλιασμένα ακόρντα.
«Τελειώνουν όπου νάναι»
«Μέχρι την επόμενη φορά …»
«Ναι. Του χρόνου πάλι».
«Θα μας βάλουν στο μάτι αν μιλήσει».
«Και λοιπόν; Αυτό δεν μπορεί να μας εμποδίσει! Το πολύ να μας τσιμπήσουν αμέσως μετά. Αλλά θα είναι ήδη αργά».
Κατέβηκαν τον λόφο χωριστά. Και με διαφορετικές παρέες.

Κάπου έξω
Τα τσιγάρα ήταν πάντα μια καλή δικαιολογία για βόλτα. Έστω και στις περίεργες ώρες της νύχτας. Ο Γρηγόρης φόρεσε το παλτό του και στήθηκε μπροστά στην πόρτα του ασανσέρ. Υπήρχε ένα περίπτερο που διανυκτέρευε –δυο τετράγωνα πιο κάτω, ο Γρηγόρης άνοιξε τη βαριά, ξύλινη πόρτα, διστακτικά. Τέτοιες ώρες κάνει ανελέητο κρύο για τους μοναχικούς ανθρώπους. Σήκωσε τον γιακά του χαζεύοντας τα σκοτεινά πεζοδρόμια. Δεν κυκλοφορούσε σχεδόν κανένα αυτοκίνητο, τέτοια ώρα. Είδε τους πιτσιρικάδες να τρέχουν πριν τον πάρουν χαμπάρι εκείνοι. Όταν βρέθηκε στη στροφή μπόρεσε να διακρίνει φλόγες που πετάγονταν από το συνοικιακό μπαρ. Οι πιτσιρικάδες έτρεχαν κατά πάνω του πλέον.

Κόλλησε την πλάτη στον τοίχο –ετοιμάστηκε.

«Τρέχα ρε αρχίδι!»
«Έχω κόψει το πόδι μου μαλάκες!»
«Δε θα σε περιμένουμε!»
Οι πιτσιρικάδες παρά λίγο να τον ρίξουν στο πεζοδρόμιο περνώντας πλάι του, αλλά ήταν προετοιμασμένος. Κράτησε τα χέρια μπροστά στο πρόσωπο και άνοιξε τα πόδια σαν πυγμάχος στριμωγμένος στα σκοινιά. Οι πιτσιρικάδες χάθηκαν στην επόμενη γωνία. Αυτός έσκυψε πάνω στο πεσμένο παιδί.

«Είσαι καλά;»
«Σκατά είμαι!», το παιδί βόγκηξε ενώ προσπαθούσε να σύρει μια γάμπα γεμάτη κομμάτια τζαμιού.
«Να καλέσω ασθενοφόρο;»
«Όχι, μη μου το κάνεις αυτό! Θα με χώσουν μέσα!»
«Γιατί το κάψατε το μαγαζί;»
«Ήταν γεμάτο νταβατζήδες. Φασίστες νταβατζήδες –μας την έπεσαν πριν κάτι μέρες».
«Είχε και κοπέλες όμως. Και πελάτες».
«Για τις κοπέλες είναι αδικία. Για τους πελάτες στ΄αρχίδια μας. Καλά καθίκια ήταν για να βρίσκονται εκεί!»
Κοίταξε το παιδί που προσπαθούσε να συρθεί σα σκουλήκι ανάμεσα στις πλάκες του πεζοδρομίου. Από την πόρτα του μαγαζιού έβγαιναν ματωμένα σώματα. Μαζί με πανικό.

Έπιασε το παιδί από τις μασχάλες και το τράβηξε προς την πολυκατοικία του. Ήταν σίγουρος πως κάποιοι θα είχαν γλιτώσει. Ήταν σίγουρος πως μειωνόταν ο χρόνος που απέμενε μέχρι ν’ αρχίσει το κυνήγι. Έφτασαν στην πολυκατοικία με τα χίλια ζόρια.

«Γιατί το κάνεις;»
«Επειδή δεν έχω όρεξη να σε δω χαλκομανία. Όσοι γλίτωσαν θα σας κυνηγήσουν».
Το παιδί αναστέναξε. Ήταν ένα χοντρό, άσχημο παιδί με κουρεμένα ασύμμετρα μαλλιά. Ο Γρηγόρης έκλεισε την ξύλινη πόρτα πίσω τους.
«Και τώρα;»
«Έχεις κινητό για να ειδοποιήσουμε τους δικούς σου;»
«Το έχασα στη φασαρία».
Ο Γρηγόρης κοίταξε από το τζαμάκι στο πλάι της πόρτας. Τρία άτομα περπατούσαν επιφυλακτικά. Στα χέρια τους γυάλιζαν κάτι τεράστιοι σουγιάδες.
«Θα ανέβουμε σπίτι μου», αποφάσισε.

Κάπου στ΄αλήθεια
Ο πιτσιρικάς έτρεμε ξαπλωμένος στον καναπέ –κάθε του κίνηση τσαλάκωνε το πλαστικό που είχε στρώσει από κάτω ο Γρηγόρης. Δεν είχε όρεξη να γεμίσει ο τόπος αίμα για τους περίεργους. Κάποιο τζάμι είχε κόψει τον τένοντα στο πόδι του μικρού, σε λίγο θα σφάδαζε από τους πόνους. Ο Γρηγόρης έψαξε το φαρμακείο στο μπάνιο –ευτυχώς βρήκε μερικά παυσίπονα.
«Το πρωί θα σε πάω σπίτι σου. Για τώρα, κοιμήσου. Αν μπορείς».
«Ευχαριστώ –έτσι;»
«Δεν κάνει τίποτα. Εδώ κοντά μένεις;»
«Ναι … σχεδόν …»
«Καλά –θα τα βρούμε το πρωί».
Ο πιτσιρικάς κοιτάζει τριγύρω.
«Φαίνεσαι ματσωμένος!»
«Και είμαι!»
«Οι ματσωμένοι συνήθως δεν είναι μαζί μας. Παίρνουν τηλέφωνο τους μπάτσους με το που μας βλέπουν».
«Και καλά κάνουν. Αφού πάτε να τους κάψετε!»
«Όπως μας καίνε κι αυτοί τόσα χρόνια τώρα!»
«Τα παραλές».
«Και λίγα λέω! Ένα χρόνο έχω τελειώσει το σχολείο και δουλειά δεν υπάρχει ούτε για δείγμα. Οι γέροι μου γκρινιάζουν στο σπίτι –τι να κάνουν; Μια σύνταξη -πως να βγούμε ολόκληρη οικογένεια; Να γραφτώ στην Ανεργία, να παίρνω επίδομα, λένε. Μαλακίες! Πήγα, στήθηκα στην ουρά. Με είδε ο καργιόλης και μ΄έδιωξε. Είχε περάσει η ώρα που εξυπηρετούν τον κόσμο, είπε. Πήγα την επόμενη και τη μεθεπόμενη. Η ουρά έφτανε τα δυο τετράγωνα απέξω. Για να κάνεις τα χαρτιά σου αυτό! Για να σου δώσουν κάτι ψίχουλα μετά από έξη μήνες! Να πάνε να γαμηθούν! Θα τους κάψω ζωντανούς –το αποφάσισα εκεί απέξω!»
Ο Γρηγόρης έβλεπε ιδρώτα να στάζει στο μέτωπο του πιτσιρικά. Ένταση.
«Εντάξει, κοιμήσου τώρα και από αύριο τους καις με την ησυχία σου».
Τον άκουσε να μουρμουρίζει όσο προχωρούσε προς το μπαλκόνι. Ο δρόμος είχε γεμίσει ασθενοφόρα και περιπολικά. Μια πυροσβεστική πάσχιζε να πλησιάσει. Και η φωτιά δυνάμωνε καταπίνοντας κάτι πλαστικούς φοίνικες στην είσοδο του μαγαζιού.

Η φωτιά. Μια κάποια λύση. Όχι η καλύτερη. Ούτε καν η δεύτερη καλύτερη. Αλλά ήταν η μόνη λύση –γι΄αυτούς τουλάχιστον. Η μόνη λύση αν αγαπάς τον κόσμο όσο ακριβώς μισείς τον εαυτό σου. Ο Γρηγόρης άναψε ένα τσιγάρο καθώς άκουγε τον πιτσιρικά να κλαίει μέσα στον ύπνο του. Αυτά τα παιδιά μισούσαν τον κόσμο. Μισούσαν τις ευκαιρίες των άλλων –ήξεραν πως οι ευκαιρίες πάντα κλέβονται και ποτέ δεν δίνονται. Και το μέλλον; Ένα καλύτερο αύριο; Αν το έλεγες στα παιδιά θα γελούσαν. Γιατί δεν τα είχαν αφήσει να δουν μακρύτερα από τη μιζέρια της μέρας –κι αυτά τα παιδιά αντιδρούσαν από πείνα και ένστικτο. Τι θα έκαναν αν βρίσκονταν ανάμεσα στα ερείπια; Θα μάθαιναν άραγε να χτίζουν; Ή θα ακολουθούσαν πιστά όσα έμαθαν από τα σχολεία και τις τηλεοράσεις τους; Ο Γρηγόρης πέταξε το αποτσίγαρο σημαδεύοντας τον φάρο ενός περαστικού περιπολικού. Αστόχησε. Το αποτσίγαρο προσγειώθηκε στην άλλη άκρη του δρόμου, μέσα σε ένα κάδο απορριμμάτων. Ο Γρηγόρης χαμογέλασε.

«Το είδες αυτό;» είπε πανηγυρικά στον Αντώνη.

Ο παγωμένος αέρας δεν απάντησε τίποτα.

«Μαλακίες! Στην τύχη το έκανες», είπε καθώς έμπαινε στο σαλόνι. Ο πιτσιρικάς δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει το αστείο του –άσε που είχε πάψει να είναι αστείο εδώ και χρόνια. «Ας τελειώσει κάποτε αυτό το πράγμα –ξεμένω από αντοχές», μουρμούρισε.

«Θα το τελειώσω στην ώρα του –μη βιάζεσαι», μουρμούρισε με μυστήριο ύφος ο Αντώνης.

Υ.Γ.: Τα αποσπάσματα με τα έντονα γράμματα (τα έντονα αποσπάσματα δηλαδή) είναι δανεισμένα από δυο ιστορίες του βιβλίου του Νίκου Νικολαϊδη, ΟΙ ΤΥΜΒΩΡΥΧΟΙ (De civitate dei, Το Ταξείδι) -αυτό είναι και το πραγματικό "βιβλίο -ευαγγέλιο". Αυτά και όσα ακολουθήσουν είναι φυσικά αφιερωμένα στο γνωστό Κάθαρμα -εντάξει;

(συνεχίζεται αργοπορημένα)

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι