1. Σφραγίζοντας πλαστά διαβατήρια
2. Ο χρόνος δεν είναι φίλος κανενός
3. Η ανασφάλεια των ομαδικών παιχνιδιών
4. Περιστροφή γύρω από ένα "βιβλίο -ευαγγέλιο"
5. Η αποξένωση των διπλανών δρόμων
6. Ο νεκρός του επάνω ορόφου
7. Φτερά πεταλούδας στη γλώσσα ενός φιδιού
8. Ο φόβος είναι οικογενειακή υπόθεση
9. Μια μεγάλη βόλτα
Πόρτα –πόρτα. Μέθοδος δοκιμασμένη σε γκάλοπ, δειγματοδιανομές, προεκλογικές εκστρατείες … Και αντίσταση κατά της αρχής. Πόρτα –πόρτα. Ουρλιαχτά στις συνοικιακές συγκεντρώσεις, παροτρύνσεις μέσα από το δίκτυο, αγωνιώδεις παραινέσεις …
«Πόρτα –πόρτα. Να μας βρουν μπροστά τους. Κάθε σπίτι να γίνει παγίδα, κάθε κτίριο θα γίνει ο τάφος τους».
«Πόρτα –πόρτα. Να πουλήσουμε ακριβά το τομάρι μας».
«Πόρτα –πόρτα. Να μην τους χαρίσουμε ούτε εκατοστό».
Πόρτα –πόρτα.
Η προέλαση του στρατού στις συνοικίες διακόπηκε σταδιακά. Δεν ήταν οι δρόμοι, ούτε οι πλατείες –αυτά παραδόθηκαν μετά τις πρώτες αψιμαχίες, σχεδόν αμαχητί. Οι αρβύλες τσαλαπατούσαν καχεκτικά παρτέρια όσο ο κόσμος υποχωρούσε. Οι αξιωματικοί ξεροστάλιαζαν άυπνοι –εκνευρισμένοι. Οι φαντάροι έχαναν την αποφασιστικότητά τους παραταγμένοι σε άδειους δρόμους. Η πρωτεύουσα είχε γεμίσει στρατό, αλλά δεν ελεγχόταν. Στα βόρεια οι ιδιωτικές εταιρείες φύλαξης έπαιζαν σκοποβολή μεταξύ τους –ένας ιδιωτικός φρουρός νεκρός κάθε νύχτα. Στα νότια επικρατούσε ηλεκτρισμένη ησυχία. Στα δυτικά, οι δυνάμεις κατοχής δεν κατείχαν τίποτα συγκεκριμένο.
Μύγα γύρω από αναμμένη λάμπα.
Ο Γιάννης σχημάτισε τον αριθμό στο καρτοτηλέφωνο του αεροδρομίου –κάθε πάτημα πλήκτρου διαρκούσε αιώνες. Στη μέση της πληκτρολόγησης ανακάλυψε πως έκανε λάθος νούμερο –ξεκίνησε πάλι από την αρχή. Το αεροδρόμιο βούιζε σαν κουδουνίστρα μωρού.
«Αλό;»
«Εγώ είμαι –δώσε μου τη Βίκυ».
«Που εξαφανίστηκες;»
«Γυρίζω πίσω. Να μου τις προσέχεις –ακούς;»
«Ναι, ούτε συζήτηση. Όμως –το σκέφτηκες καλά;»
«Όχι βέβαια! Γι΄αυτό το αποφάσισα. Δώσε μου τη Βίκυ».
Περίμενε, ελπίζοντας να μην ακούσει τη φωνή της στο τηλέφωνο. Τι σκατά να της έλεγε;
«Είσαι καλά;» η φωνή της τον χάραξε σα γυαλί στο μάγουλο.
«Ναι. Καλά. Ήθελα να σου πω …»
«Δεν χρειάζεται. Ξέρω πως έπρεπε να το κάνεις. Καλύτερα να σε περιμένω με την αγωνία, παρά να σε βλέπω να σέρνεσαι».
«Φαινόμουν;»
«Εσύ τι λες;»
«Δεν μπόρεσα να σας αποχαιρετήσω …»
«Ούτε εμείς θα μπορούσαμε. Προτιμότερο έτσι».
«Η μικρή …»
«Θα καταλάβει».
«Μακάρι».
«Γιάννη;»
«Ναι;»
«Ένα πράγμα μόνο …»
«Τι;»
«Να γυρίσεις».
«Στο υπόσχομαι».
«Μην υπόσχεσαι. Μόνο να γυρίσεις. Εντάξει;»
«Εντάξει».
«Καλό ταξίδι».
«Να προσέχετε».
Ακούμπησε το ακουστικό και πάλεψε να σταθεροποιήσει την αίθουσα του αεροδρομίου που στροβιλιζόταν, συνθλίβοντάς τον.
Ακούμπησε το ακουστικό και έβαλε τα κλάματα, βουβά, για να μην την ακούσει η μικρή.
Προσπάθησε να βολέψει τα πόδια του στον ελάχιστο χώρο που άφηνε η μπροστινή θέση. Την ώρα που διπλωνόταν, μισογυρισμένος στα πλάγια, η μπροστινή θέση μετακινήθηκε προς τα πίσω –μηδενίζοντας τον ελεύθερο χώρο.
«Γαμώ το ξεσταύρι σου μπινέ!» έσφιξε τα δόντια του ο Γιάννης.
Ένα κεφάλι πετάχτηκε από την μπροστινή θέση, κοντοκουρεμένα μαλλιά –τίγκα στο τζελ. Από τον ξυρισμένο σβέρκο ξεκινούσε η στολή εκστρατείας.
«Είπατε κάτι;» ρώτησε ο κοντοκουρεμένος.
«Πρόσεχε ρε φίλε. Με τσάκισες», δυσανασχέτησε ο Γιάννης.
«Εντάξει, συγνώμη. Αλλά δεν είναι λόγος να βρίζεις …»
«Τράβηξε τώρα τη θέση μπροστά και άσε τα πολλά», προειδοποίησε ο Γιάννης.
Ο κοντοκουρεμένος σκαρφάλωσε στο κάθισμα για να δει καλύτερα προς τα πίσω.
«Θα σε περιποιηθούμε κι εσένα, μια χαρά, όταν φτάσουμε –μην ανησυχείς», απείλησε.
Ο Γιάννης κοίταξε τη σβηστή επιγραφή –δεν είχε ξεκινήσει ακόμα το αεροπλάνο. Έλυσε τη ζώνη και πετάχτηκε από τη θέση του. Ο κοντοκουρεμένος δεν είχε δεθεί ακόμα, κάτι τέτοιοι περίμεναν μέχρι την τελευταία στιγμή για να κάνουν εντύπωση στις αεροσυνοδούς. Ο Γιάννης τον άρπαξε από τα πέτα.
«Τι είπες ρε;»
Τον τράβηξε προς το μέρος του, σέρνοντας για να μπλοκάρει το σώμα ανάμεσα στις θέσεις. Κοίταξε τα γαλόνια σφίγγοντας τη λαβή του –επιλοχίας, αυτοί δεν έχουν συνηθίσει να κοντράρονται.
«Τι είπες ρε καραγκιόζη;» κόλλησε το πρόσωπό του στα γουρλωμένα μάτια του στρατιωτικού.
Κάποιες αεροσυνοδοί έτρεξαν αλαφιασμένες, οι επιβάτες σηκώθηκαν αμήχανα από τα διπλανά καθίσματα και μπλόκαραν τις διόδους. Ο στρατιωτικός είχε καταπιεί τη γλώσσα του.
«Αν τολμήσεις να κάνεις τίποτα όταν κατέβουμε, θα σε βρω και θα σε γαμήσω. Κι αν νομίζεις πως είμαι μόνος, κάνεις λάθος μαλάκα μου. Εντάξει;»
Ο στρατιωτικός τον κοίταζε παγωμένος.
«Μίλα ρε γαμημένε. Απάντα!»
Ο στρατιωτικός κούνησε το κεφάλι.
«Ξέρεις ποιος είμαι ρε πούστη; Ξέρεις ποιοι είμαστε; Που θα μας απειλήσεις κιόλας …», ούρλιαξε ο Γιάννης.
Ο στρατιωτικός χαλάρωσε σαν άδειο σακί και ο Γιάννης τον άφησε να σωριαστεί στη θέση του. Η αεροσυνοδός έφτασε αναστατωμένη.
«Τι έγινε …»
«Τίποτα, μην ασχολείστε. Είμαστε φίλοι με το παιδί μπροστά –πλάκα κάναμε», γέλασε ο Γιάννης.
«Μα…»
«Πλάκα κάναμε», βεβαίωσε ξέπνοα ο στρατιωτικός.
Ο Γιάννης έκλεισε τα μάτια καθώς απογειωνόταν το αεροπλάνο. Γιατί επέστρεφε σε αυτή την σκατοχώρα; Ο στρατόκαυλος μπροστά του ήταν μόνο μια προειδοποίηση –πίσω, τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα. Αφηνιασμένοι στρατιωτικοί, τρελαμένοι από εξουσία –ότι χειρότερο. Γιατί δεν καθόταν με αυτούς που αγαπούσε; Τι θα κατάφερνε επιστρέφοντας;
«Να γλιτώσεις για πάντα –γι΄αυτό επιστρέφεις, για να γλιτώσεις», μουρμούρισε η φωνή από δίπλα του.
«Πως θα γλιτώσω ρε συ; Το πιο πιθανό είναι να με βρουν ανάσκελα σε κανένα χαντάκι», απάντησε ο Γιάννης.
«Ακόμα κι έτσι… ακόμα κι έτσι …»
Μισάνοιξε τα μάτια, κοίταξε στη διπλανή θέση. Κανένας δεν καθόταν εκεί. Αποκοιμήθηκε αμέσως μετά.
Μονόδρομος.
Το αυτοκίνητο ταρακουνήθηκε πέφτοντας στη λακκούβα –οι επιβάτες πετάχτηκαν ξαφνιασμένοι.
«Πρόσεχε ρε άνθρωπε. Θα καταπιώ τη μασέλα μου», φώναξε ο Νίκος.
«Καλύτερα –μπας και κόψεις τη γκρίνια», απάντησε ο Γρηγόρης.
«Εγώ γκρινιάζω;» απηύδησε ο Νίκος. Κανένας δεν απάντησε. Σκούντηξε τον Αντώνη. «Εγώ γκρινιάζω;» ξαναρώτησε. Στράφηκε στη Μαριάνα. «Γκρινιάζω εγώ;» επέμεινε.
«Χειρότερα από τη θειά μου τη γεροντοκόρη», τον πληροφόρησε εκείνη.
Ο Νίκος έμεινε με στόμα ανοιχτό όσο ο Γρηγόρης χτυπιόταν πάνω στο τιμόνι.
«Σε πήρανε χαμπάρι νωρίς, χρυσή μου», σχολίασε πνιγμένος στα γέλια.
«Εντάξει, αν δεν ήταν σαν τα μούτρα σας –θα την παίρνατε μαζί σας;» ξίνισε ο Νίκος.
Καθώς το αυτοκίνητο σταθεροποίησε την ταχύτητά του, ο Αντώνης σκούντηξε τον Γρηγόρη.
«Τσιγάρα», είπε.
Ο Γρηγόρης του έδειξε την τσέπη του με τον αγκώνα –ο άλλος έβαλε δυο δάχτυλα και ψάρεψε το πακέτο. Άναψε δυο με τον αναπτήρα του αυτοκινήτου και στράφηκε στη Μαριάνα.
«Τσιγάρο;» πρότεινε.
«Είναι σκέτα στούκας», σχολίασε εκείνη παίρνοντάς το.
«Μαριάνα λοιπόν», είπε ξεκάρφωτα ο Αντώνης.
«Έτσι λέω», απάντησε εκείνη.
«Και τι κάνεις με τη ζωή σου Μαριάνα;»
«Την περιμένω να περάσει».
«Ενδιαφέρουσα ασχολία», πετάχτηκε ο Νίκος.
Ο Αντώνης τον κοίταξε με μισό μάτι πριν συνεχίσει.
«Παντρεμένη;» ξαναρώτησε.
«Κανονικά», απάντησε εκείνη.
«Παιδιά;»
«Ναι αμέ».
«Πραγματική Μαριάνα σα να λέμε», σχολίασε ο Αντώνης. «Μήπως είχες ρίξει κάποια χυλόπιτα σε κομπλεξικό συμμαθητή σου παλιότερα;»
«Τι πράγμα;»
«Άστο, παραμιλάω», είπε ο Αντώνης.
«Που πάμε τέλος πάντων;» πετάχτηκε πάλι ο Νίκος.
«Να βρούμε τον Βασίλη», είπε ο Γρηγόρης.
«Ε, τότε πας λάθος μαλάκα μου. Έπρεπε να στρίψεις αριστερά στην προηγούμενη διασταύρωση».
«Πρώτη φορά θα είναι που πηγαίνουμε λάθος;» αναρωτήθηκε ο Γρηγόρης.
«Ή τελευταία;» συμπλήρωσε ο Αντώνης.
«Είσαστε μεγάλα σούργελα», αποφάνθηκε ο Νίκος κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο.
Ανάμεσα στα σιδερένια δόντια.
Η πόρτα του αεροπλάνου κόλλησε στην μεταλλική φυσούνα και οι λιγοστοί επιβάτες ξεβράστηκαν τεντώνοντας μουδιασμένα πόδια. Ο Γιάννης δεν έχανε από τα μάτια του τον κοντοκουρεμένο στρατιωτικό. Πόση επίδραση θα είχε τελικά η απειλή του; Τι σκεφτόταν ο βλαμμένος επιλοχίας; Τώρα βρισκόταν δυο βήματα από τους γλίτσηδες με τα κοστούμια που σφύριζαν «Στρατιωτική Αστυνομία» από διακόσια μέτρα. Ο Γιάννης σφίχτηκε καθώς τον είδε να κοντοστέκεται δίπλα τους. Ο επιλοχίας έβγαλε κάποια ταυτότητα και τους την έδειξε –ο Γιάννης ακούμπησε ασυναίσθητα τον μεταλλικό τοίχο στο πλάι του. Ο επιλοχίας στράφηκε πίσω, κοίταξε τους επιβάτες, μίλησε με τους κουστουμάτους. Μετά έφυγε σέρνοντας τις αρβύλες του. Ο Γιάννης ξεκόλλησε και χώθηκε σε μια μικρή ομάδα επιβατών. Κατευθύνθηκαν προς την έξοδο.
«Ταυότητες παρακαλώ», είπε ο ένας κουστουμάτος.
Όλοι ψάχτηκαν. Ο Γιάννης επέλεξε να δώσει την δική του ταυτότητα με τους τελευταίους.
«Είστε δημοσιογράφος;» ρώτησε ο ένας κουστουμάτος.
«Ακριβώς», απάντησε ο Γιάννης.
«Και ήσασταν στο εξωτερικό;»
«Ξέρω ΄γω … για να επιστρέφω με αυτή την πτήση …»
Ο κουστουμάκιας τον κοίταξε.
«Για ποιο λόγο, αν επιτρέπεται …»
«Πήγα την οικογένειά μου για ταξίδι αναψυχής».
«Τέτοια εποχή;»
«Γιατί –τι έχει η εποχή;»
Ο άλλος κουστουμάκιας έκανε νόημα να επιστραφεί η ταυτότητα. Ο Γιάννης την άρπαξε στον αέρα και εξαφανίστηκε με αργά, βιαστικά, βήματα.
Αναγκαστική στάση.
«Γιατί σταματήσαμε;»
«Επειδή κατουριέμαι»
«Ψέματα λες».
«Σαφέστατα. Κατεβείτε».
Οι τρεις άντρες άδειασαν το παρκαρισμένο αμάξι και κατευθύνθηκαν προς το ανήλιαγο εσωτερικό του μπαρ. Πίσω τους, διστακτικά ακολούθησε η γυναίκα.
«Τι είναι εδώ;» ρώτησε.
«Παλιό μαγαζί –ορόσημο των επώνυμων αλκοολικών», απάντησε ο Αντώνης.
Κατέβηκαν τα σκαλοπάτια μυρίζοντας την ξεραμένη μπύρα. Δεν υπήρχε ψυχή εκεί μέσα, εκτός από κάποιον βαριεστημένο μπάρμαν. Βολεύτηκαν σε έναν μακρόστενο πάγκο με θέα τον τοίχο –ο Γρηγόρης μαζί με τον Νίκο ανέλαβαν να φέρουν ποτά χωρίς να ρωτήσουν τους υπόλοιπους.
«Πως έγινε και βρέθηκες μαζί με τον Γρηγόρη;» ρώτησε ο Αντώνης.
«Τυχαία. Πέρασε από το σπίτι για να δει τον γιο μου και τον ακολούθησα», απάντησε η Μαριάνα.
«Αυτό που λέμε ‘αμοιβαία έλξη’;»
«Αυτό που λέμε ‘απόδραση’».
Οι άλλοι επέστρεψαν με τα ποτά.
«Μήπως να ξεκαθαρίζαμε τον λόγο της συνάντησής μας;» αναρωτήθηκε ο Νίκος.
«Τώρα;» είπε ο Αντώνης, κοιτάζοντας την Μαριάνα.
«Γιατί όχι τώρα; Το παραμυθάκι τελείωσε και περάσαμε στη φάση ‘βάλτε τώρα που γυρίζει’. Καλό είναι να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε από εδώ και πέρα», είπε ο Γρηγόρης.
«Κι αυτή;» γκρίνιαζε ο Νίκος.
«Κι αυτή. Αν θέλει … όλα εντάξει. Αν δεν θέλει … χαρήκαμε για τη γνωριμία», τον αντέκρουσε ο Γρηγόρης.
«Δεν μου αρέσει να κανονίζουν άλλοι για μένα», αγρίεψε η Μαριάνα.
«Αυτό αγαπητή μου … αν συνυπολογιστεί η, μέχρι σήμερα, πορεία σου στο καλλιτεχνικό στερέωμα … αποτελεί μια … κάπως ασυνήθιστη δήλωση –δε νομίζεις;» γέλασε ο Γρηγόρης.
«Άντε γαμήσου», του απάντησε εκείνη.
«Με τις καλύτερες προϋποθέσεις ξεκινάμε», ψευτοθαύμασε ο Αντώνης.
«Κομμένο το αντικάρφωμα –λέω εγώ», πετάχτηκε ο Νίκος. «Γιατί τίναξες την κάλυψή μας στον αέρα; Τόσα χρόνια πασχίζαμε σαν τους τυφλοπόντικες … Και σήμερα, έρχεσαι με το γοητευτικό κουρσάκι σου για να καλέσεις προσκλητήριο ζωντανών –νεκρών. Τι μαλακία είναι τώρα αυτή; Μου λες;»
«Άστο –απαντάω εγώ», πετάχτηκε ο Αντώνης. «Λοιπόν, δεν υπάρχει κανένας λόγος να κρυβόμαστε, πλέον. Η δουλειά έγινε, τα αποτελέσματα θα φανούν ή δεν θα φανούν –κανένας δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Επιχειρησιακά -είμαστε άχρηστοι. Εκτός αυτού, οι μυστικοί είναι ήδη έξω από την πόρτα μας. Ήταν φανερό πως κάποτε θα έβγαζαν άκρη σχετικά με το ‘ποιος’ και το ‘τι’. Δεν ξέρω αν έχουν δέσει ακόμα τους σπάγκους, αλλά εμένα με έχουν πάρει γραμμή στα σίγουρα. Έχω έναν χαφιέ στην πλάτη μου εδώ και μέρες. Μπορεί και να σας είδε όταν ήρθατε να με πάρετε. Καταλάβαμε όλοι ή να τα ξαναπώ;»
«Έτσι λοιπόν …», μουρμούρισε ο Νίκος.
«Έτσι και χειρότερα», επικρότησε ο Γρηγόρης.
«Από την πρόσφατη εμπειρία μου πάντως … θα πρέπει να σας προειδοποιήσω. Αν σκεφτόμαστε να κατεβούμε προς τις γειτονιές του Βασίλη … δεν αγαπάνε φάτσες σαν τις δικές μας εκεί κάτω. Θα μας αλείψουν μέλι και θα μας δέσουν σε πασσάλους να περιμένουμε τα μυρμήγκια. Στην καλύτερη περίπτωση», είπε ο Νίκος.
«Παχαίνει το μέλι όταν γίνεται εξωτερική επάλειψη;» αναρωτήθηκε ο Γρηγόρης.
«Δεν παχαίνει –ομορφαίνει», τον διαβεβαίωσε ο Αντώνης.
«Μήπως θέλετε να μου εξηγήσετε για τι πράγμα συζητάτε;» πετάχτηκε η Μαριάνα.
«Αυτό αγαπητή μου σηκώνει δεύτερο γύρο ποτών», είπε ο Νίκος. «Και κάντα πραγματικά λοοοόνγκ τα ντρινκς», πρότεινε, γυρίζοντας προς τον Αντώνη που ήταν ήδη όρθιος.
Ψάχνοντας. Εξηγήσεις.
Κουρνιασμένος στο πίσω κάθισμα του ταξί –κρυώνοντας ανεξήγητα. Η πόλη ήταν ένας βάλτος με σάπια νούφαρα που καραδοκούσε να τον ρουφήξει, θόρυβοι από το πουθενά που έμοιαζαν με αδικαιολόγητες εκρήξεις. Τζούφιες εκρήξεις –ανησυχία –ήταν εκρήξεις πριν την κανονική ή αμέσως μετά από αυτήν; Ανασφάλεια.
«Επιστρέψατε από το εξωτερικό;» ενδιαφέρθηκε να μάθει ο ταξιτζής.
«Όχι –κάποιους δικούς μου περίμενα να έρθουν», είπε ο Γιάννης προσπαθώντας να αποφύγει την κουβέντα.
«Και δεν ήρθαν;» ξαναρώτησε ο ταξιτζής.
«Εσύ τι λες;» ξέκοψε την κουβέντα ο Γιάννης.
«Δεν τους αδικώ», σχολίασε ο ταξιτζής.
Το σπίτι του Γρηγόρη φαινόταν ήδη στο τέρμα του δρόμου.
«Άσε με εδώ», είπε ο Νίκος.
«Ώστε εσείς είσαστε υπεύθυνοι για όλο αυτό το μπουρδέλο!» φώναξε η Μαριάνα.
«Μας κολακεύεις τώρα», είπε ο Νίκος.
«Σαφέστατα», επικρότησε ο Αντώνης.
«Γιατί τα κάνατε όλα αυτά;» απαίτησε να μάθει η Μαριάνα.
«Ρωτάς λες και δεν έχεις δει πως είναι ο κόσμος τριγύρω σου», είπε ο Γρηγόρης.
«Και τώρα δηλαδή τι έγινε; Άλλαξαν τα πράγματα στο καλύτερο;» αναρωτήθηκε η Μαριάνα.
«Τώρα υπάρχει μια ευκαιρία. Για όλους αυτούς εκεί έξω. Αν θέλουν την αρπάζουν και φτιάχνουν μικρές διαφορετικές κοινότητες, ή κάποια μεγάλη διαφορετική κοινωνία. Αν θέλουν. Αλλιώς … ας βυθιστούν στα παλιά καλά σκατά. Αυτό μπορούσαμε, αυτό κάναμε».
«Και ποιος σας το ζήτησε;»
«Γιατί θα έπρεπε κάποιος να το ζητήσει; Ποιος ζήτησε από τους καταπιεστές να μας πηδάνε τόσα χρόνια; Ποιος ρωτήθηκε αν συμφωνεί με αυτό; Ποιος δέχτηκε;» πετάχτηκε ο Νίκος.
«Και οι νεκροί; Βάλατε το χεράκι σας κι ο κόσμος σφάζεται στους δρόμους. Ποιος έχει ευθύνη για τους νεκρούς;»
«Αυτοί που τους σκοτώνουν Μαριάνα. Όποιος βάφει τα χέρια του με αίμα δεν μπορεί να τα ξεπλύνει πάνω σε ηθικούς αυτουργούς, ή … στην περίπτωσή μας … σε ανήθικους συνωμότες», είπε ο Αντώνης.
«Μου ακούγονται παρανοϊκά όλα αυτά. Κι εσείς … δε φαίνεται να στέκεστε καλά στα μυαλά σας».
«Ναι, πες μας γι΄αυτό Μαριάνα! Μίλα μας για παραφροσύνη, εσύ που πέρασες τη ζωή σου ακούγοντας τη φωνή του Θεού από το στόμα της γειτόνισσας. Δείξε μας πως υπήρξε έστω και μια λογική πράξη στη δική σου ζωή. Εξήγησέ μας –πότε ευχαριστήθηκες; Τι ευχαριστήθηκες όταν σε πουλάγανε σα σφαχτάρι στον άντρα σου; Μίλα μας για τη ζωή σου Μαριάνα –και μετά θα κουβεντιάσουμε τις απόψεις σου περί παραφροσύνης», ο Γρηγόρης κατέβασε το ποτό του μονορούφι.
Απογοήτευση. Απογοήτευση.
Έμεινε με το χέρι κολλημένο στο κουδούνι αν και ήταν σίγουρος πως δεν υπήρχε ψυχή στο διαμέρισμα. Ο Γρηγόρης έλειπε –τι θα γινόταν αν δεν έβρισκε κανέναν από τους υπόλοιπους; Θα τους έβρισκε –ήταν σίγουρος. Στην τελική ανάλυση, υπήρχε κι ο Βασίλης. Γύρισε την πλάτη, έσπρωξε με το πόδι την πόρτα –ποτέ δεν ξέρεις. Η πόρτα αντιστάθηκε κλειδωμένη. Έπρεπε να βρει ταξί.
«Δεν υπάρχει λόγος να τα συζητάμε αυτά. Έγιναν. Από εδώ και πέρα τι κάνουμε –αυτό είναι το θέμα», είπε ο Αντώνης.
Η Μαριάνα σκούπισε τα μάτια της.
«Πάμε να βρούμε τον Βασίλη –το είπαμε αυτό», διευκρίνισε ο Γρηγόρης.
«Και μετά –τι;» αναρωτήθηκε ο Νίκος.
«Μετά, θα σκεφτούμε το ‘μετά’», είπε ο Αντώνης.
«Ας γίνει έτσι λοιπόν», μουρμούρισε η Μαριάνα.
Ο Γρηγόρης έσκυψε και την φίλησε στο μάγουλο.
«Παράτα με», ανατρίχιασε εκείνη.
«Ζόρικη η γκόμενα και με διαταραγμένη ψυχολογία!» κορόιδεψε ο Νίκος.
Το χαστούκι έσκασε στο μάγουλό του σαν χειροκρότημα.
«Δεν τις αντέχω τις εξυπνάδες σου!» τσίριξε η Μαριάνα.
«Ε μα … καλά σου είπε!» είπε ο Γρηγόρης.
«Και καλά σου έκανε!» επικρότησε ο Αντώνης.
«Σκατοκαριόλες», σφύριξε ο Νίκος, σκουπίζοντας το σάλιο από την άκρη των χειλιών του.
Διαψεύσεις.
Έδωσε τη διεύθυνση για το σπίτι του Αντώνη στον ταξιτζή –καθαρά μοιρολατρικά. Είχε τη βεβαιότητα πως δεν θα έβρισκε κανέναν –ούτε εκεί. Άλλωστε το είχαν γράψει. Τον περίμεναν για να βοηθήσει. Που; Σίγουρα όχι στα σπίτια τους, παρακολουθώντας τις ειδήσεις από οθόνες plasma. Μάλλον στους δρόμους –προσπαθώντας να φτιάξουν τις ειδήσεις. Είδε την εξώπορτα της πολυκατοικίας του Αντώνη και ετοιμάστηκε να κατέβει. Κοίταξε λίγο καλύτερα. Ένας στεγνός τύπος σκάλιζε κάτι, δίπλα στα κουδούνια. Άφησε τον ταξιτζή να προσπεράσει την πολυκατοικία –γύρισε το κεφάλι όταν βρέθηκαν ακριβώς απέξω. Ο τύπος παραβίαζε το γραμματοκιβώτιο.
«Σταμάτα εδώ», είπε απότομα στον ταξιτζή.
Κατέβηκε αφήνοντας κάποιο τυχαίο χαρτονόμισμα –ο τύπος στο γραμματοκιβώτιο κοίταζε προς το μέρος του. Τον κράτησε στην άκρη του ματιού του μέχρι να στρίψει στη γωνία. «Ποιος είναι αυτός ο πούστης;» αναρωτήθηκε.
«Ποιος πλήρωσε τα ποτά;» ρώτησε η Μαριάνα καθώς ξανάμπαιναν στο αυτοκίνητο.
«Γιατί –θέλεις να μας δώσεις το μερίδιό σου;» γέλασε ο Νίκος.
«Πας καρφί για δεύτερη σφαλιάρα», τον προειδοποίησε ο Αντώνης.
«Δεν πληρώνω μερίδια σε φραγκάτους σαν και τα μούτρα σας», είπε η Μαριάνα. «Απλά ο μπάρμαν μου έδωσε τα ρέστα, φεύγοντας».
«Κράτα τα», είπε ο Αντώνης. «Έτσι κι αλλιώς, όλοι μαζί θα ψοφήσουμε ή όλοι μαζί θα γλιτώσουμε»».
«Μάλλον προς το ‘ψοφήσουμε’ το κόβω πάντως», είπε ο Γρηγόρης.
«Αλλά όλοι μαζί», επανέλαβε ο Αντώνης.
«Λέτε να έρθει κι ο Γιάννης;» ρώτησε ο Γρηγόρης.
«Δεν έχει τ΄αρχίδια», είπε ο Νίκος.
«Πολύ σίγουρο σε κόβω», παρατήρησε ο Γρηγόρης.
«Ποτέ δεν είχε τ΄αρχίδια», επανέλαβε ο Νίκος κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο.
Αδιέξοδο.
Περίμενε. Άκουγε τα βήματα του άλλου στο πλακόστρωτο καθώς πλησίαζε τη γωνιά στην οποία ήταν κρυμμένος. Σταθερά βήματα –μετρούσε, υπολόγιζε. Λίγο ακόμα –τώρα. Πετάχτηκε μπροστά του.
«Τι τρέχει φιλαράκο;»
Ο κύριος Αλεξίου ξαφνιάστηκε, αλλά ξαναβρήκε την αυτοκυριαρχία του σχεδόν αμέσως.
«Δεν κατάλαβα», είπε ήρεμα.
«Ούτε εγώ –γι΄αυτό και σε ρωτάω. Τι τρέχει; Είσαι κάποιος ανώμαλος; Ηδονίζεσαι να διαβάζεις ξένα γράμματα;» ξαναρώτησε ο Γιάννης μπλοκάροντας το πεζοδρόμιο μπροστά σον κύριο Αλεξίου.
«Κάνε στην άκρη», είπε εκείνος.
«Όχι πριν μου πεις τι έψαχνες στο γραμματοκιβώτιο».
«Μένεις σε εκείνη την πολυκατοικία;» ρώτησε ο κύριος Αλεξίου.
«Εγώ ρωτάω μάγκα», προειδοποίησε ο Γιάννης. «Εκτός αν θέλεις να φέρουμε τίποτα μπάτσους να ρωτήσουν αυτοί».
Ο κύριος Αλεξίου γέλασε. Ο Γιάννης έξυσε το κεφάλι του.
«Μάλιστα –το ΄πιασα. Είσαι μπάτσος -σωστά;»
«Μπορείς να το δεις κι έτσι», παραδέχτηκε ο κύριος Αλεξίου. Αμέσως μετά, προσπάθησε να συνεχίσει τον δρόμο του.
«Όχι ακόμα!» φώναξε ο Γιάννης αρπάζοντάς τον από το μανίκι.
Ο κύριος Αλεξίου κοίταξε τα δάχτυλα στο σακάκι του με σιχασιά.
«Πάρε το χέρι σου», προειδοποίησε.
«Πάρε τ΄αρχίδια μου», απάντησε ο Γιάννης και τον χτύπησε απότομα στη μύτη.
Ο κύριος Αλεξίου σωριάστηκε αλλά δεν έχασε τον αυτοέλεγχο του. Σκούπισε κάποιες σταγόνες αίμα και μετά φύσηξε τη μύτη του σε ένα μαντήλι. Σηκώθηκε αργά.
«Είσαι από αυτούς ε;» φώναξε καθώς το πρόσωπό του φωτιζόταν. «Τι ηλίθιος! Έπρεπε να το είχα καταλάβει αμέσως!»
Ο Γιάννης κοίταξε τον άντρα απέναντί του –είχαν τελειώσει όλα λοιπόν. Οι μπασκίνες ήξεραν –μήπως οι υπόλοιποι είχαν συλληφθεί;
«Πάμε κάπου ήσυχα να μιλήσουμε;» πρότεινε ο κύριος Αλεξίου.
«Σε κανένα μπουντρούμι ίσως;» είπε ο Γιάννης.
«Είχα υπόψη μου μια καφετέρια εδώ πιο κάτω», χαμογέλασε ο κύριος Αλεξίου.
Το αυτοκίνητο φρέναρε απότομα στη θέα των στρατιωτικών οχημάτων.
«Αμφέβαλλε κανείς ότι θα ήταν μπλοκαρισμένη η περιοχή από παντού;» αναρωτήθηκε ο Νίκος.
«Κι αυτό θα μας κρατήσει απέξω;» μουρμούρισε ο Γρηγόρης.
«Παλιότερα … πριν καμιά εικοσαετία … σίγουρα όχι. Τώρα όμως …», είπε σκεπτικός ο Αντώνης.
«Όποιος δεν είναι ικανός να περάσει, δεν είναι ικανός και να γαμήσει», φώναξε η Μαριάνα καθώς πεταγόταν έξω.
«Μας απασχολεί το γαμήσι;» ρώτησε ο Γρηγόρης κοιτάζοντάς τους.
«Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο …» σχολίασε ο Νίκος καθώς πετάχτηκε πίσω από τη γυναίκα.
Οι άλλοι δυο ακολούθησαν με πιο αργό βήμα.
Διερευνητικές κινήσεις.
«Οι καφέδες κερασμένοι από μένα», είπε ο κύριος Αλεξίου.
«Δημόσια δαπάνη –έτσι;» γέλασε ο Γιάννης.
«Μπα, δεν θα το έλεγα. Είμαι εδώ χωρίς να έχω ενημερώσει την Υπηρεσία μου», απάντησε ο κύριος Αλεξίου. «Δεν νομίζετε πως θα έπρεπε να μου πείτε το όνομά σας;»
Κοίταζαν τους στρατιώτες κολλημένοι σε κάποιο παραμελημένο παρτέρι. Μεσολαβούσε ένας ολόκληρος δρόμος μεταξύ τους –ένας δρόμος γεμάτος μπάζα και ερήμωση.
«Πως θα τους περάσουμε;» ρώτησε ο Αντώνης.
«Τρέχοντας», πρότεινε ο Νίκος.
«Μαλακίες», είπε η Μαριάνα. «Δεν θα τους περάσουμε, θα τους παρακάμψουμε».
Κοίταξαν εκεί που έδειχνε. Ένα ερειπωμένο σπίτι έχασε πίσω από το παρτέρι.
«Μπορεί να είναι γεμάτο στρατιώτες», είπε ο Γρηγόρης.
«Τότε την πουτσίσαμε», απάντησε η Μαριάνα και κατευθύνθηκε προς το σπίτι.
«Γιάννης Καστρινός».
«Αλεξίου –χάρηκα».
«Σκέτο;»
«Ναι –σκέτο. Εμείς δεν έχουμε την πολυτέλεια του ονόματος».
«Κερδίζεις κάτι –χάνεις κάτι», σχολίασε ο Γιάννης προσφέροντάς του τσιγάρο.
Πέρασαν την αυλόπορτα βιαστικά, βρέθηκαν σε μια χωμάτινη αυλή με λασπωμένα υπολείμματα μπουκαλιών μπύρας. Κάποιοι χρησιμοποιούσαν αυτό το σπίτι –δεν πήγαινε πολύς καιρός –αλλά δεν είχε μείνει, πλέον, κανένας από αυτούς τριγύρω.
«Δεν φαίνεται ψυχή εκεί μέσα», είπε ο Αντώνης δείχνοντας τα ερείπια.
Ο Νίκος έτρεξε βιαστικά, αλλά δεν πρόσεξε τον κισσό που μπλέχτηκε στα πόδια του. Έπεσε με τα μούτρα στις λάσπες σαν σακί με πατάτες.
Οι υπόλοιποι κοκάλωσαν.
Διαπιστευτήρια.
«Θα προσπαθήσω να κερδίσω την εμπιστοσύνη σας, μιλώντας ειλικρινά κύριε Καστρινέ. Μελετώντας μια σειρά από περίεργες συμπτώσεις κατέληξα στο συμπέρασμα πως είναι περισσότερο περίεργες και λιγότερο συμπτώσεις. Λόγω κάποιων εξω-υπηρεσιακών ενδιαφερόντων μου, είχα την εμπειρία παρακολούθησης της ανταλλαγής μηνυμάτων σε κάποια φόρα συλλεκτών. Μουσικής κυρίως. Κι εκεί αντιλήφθηκα μερικές περίεργες αντιδράσεις που δεν ταίριαζαν στην λογική του συλλέκτη –με καταλαβαίνετε, υποθέτω».
Ο Γιάννης προτίμησε να περιμένει, ψάχνοντας στο μυαλό του. Που είχαν κάνει λάθος; Που είχαν βρεθεί ανοιχτοί;
«Έχω ανακαλύψει συντονισμένες ενέργειες, δεν ξέρω ακόμα τον αριθμό των ατόμων που βρίσκονται πίσω από αυτές. Εικάζω πως δεν πρόκειται για περισσότερους των 5 ή 6. Μπορώ να εντοπίσω τις ταυτότητές τους, ήδη, όπως αντιληφθήκατε, ξέρω για τον κύριο Ανδριτσάκη. Οπότε, δεν πρόκειται να σας ζητήσω ονόματα».
«Αλλά τότε –τι;» αναρωτήθηκε αυθόρμητα ο Γιάννης.
«Θέλω μόνο να μάθω το ‘γιατί’ κύριε Καστρινέ. Γιατί έγιναν όλα αυτά», ο κύριος Αλεξίου ήπιε μια ζεστή γουλιά καφέ και κάηκε εμφανώς.
«Κι αν σας το πω;»
«Τότε θα σας αφήσω στην ησυχία σας για κάποιο διάστημα. Η παρούσα κατάσταση … οι υπάρχουσες συνθήκες …», έδειχνε να διαλέγει προσεκτικά τις λέξεις μετρώντας τον άγνωστο άντρα απέναντί του, «λοιπόν, στις παρούσες συνθήκες έχω χάσει την θέση μου στην Υπηρεσία. Είμαι περισσότερο … αναπληρωματικός θα έλεγα …»
«Κατεψυγμένος», τον διόρθωσε ο Γιάννης.
«Κατεψυγμένος, όπως ακριβώς το θέσατε. Δεν πρόκειται λοιπόν να σας ενοχλήσω ιδιαίτερα. Όταν όμως αποκατασταθούν οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί …»
«Χαίρομαι που δεν μιλήσατε για ‘αποκατάσταση της Δημοκρατίας’», σχολίασε ο Γιάννης.
«Μα ελάτε τώρα κύριε Καστρινέ! Είμαστε σοβαροί άνθρωποι –δεν έχουμε χρόνο για θεωρητικολαγνείες!»
«Τότε φοβάμαι πως δεν θα καταλάβετε τους λόγους μας κύριε Αλεξίου», είπε ο Γιάννης ανάβοντας τσιγάρο.
Μουσική. Δυνατή μουσική.
«Κύριε ίλαρχε κάποιοι είναι στα ερείπια. Να στείλω το απόσπασμα;»
«Για ποιο λόγο υπίλαρχε; Δεν σκοπεύουμε να μεταφέρουμε πολίτες στα στρατόπεδα. Δώστε διαταγή να ισοπεδωθεί το ρημάδι».
«Όπως επιθυμείτε».
«Τι εννοείτε κύριε Καστρινέ; Πως όλη αυτή η φασαρία προκλήθηκε στη βάση μιας ιδεολογίας;»
«Πείτε το κι έτσι».
«Ειλικρινά, αδυνατώ να παραδεχτώ τέτοια ηλιθιότητα σαν δικαιολογία».
«Τότε, λυπάμαι κύριε Αλεξίου. Δεν διαθέτω άλλη».
«Για μισό λεπτό …»
«Στη διάθεσή σας».
«Αν ισχύουν αυτά που λέτε, σημαίνει πως δεν καταφέραμε να ελέγξουμε μια τρομακτική απειλή και μάλιστα στον ιδεολογικό τομέα ο οποίος ήταν κάτω από την ενδελεχή παρακολούθησή μας, τις τελευταίες …», ο κύριος Αλεξίου σταμάτησε απότομα.
«Συνεχίστε παρακαλώ», τον προέτρεψε ο Γιάννης.
«Καλύτερα όχι», ο κύριος Αλεξίου σηκώθηκε με χαμένο βλέμμα.
«Φεύγετε;»
«Ναι και θα σας συνιστούσα να κάνετε το ίδιο. Μοιάζει να τα καταφέρατε εσείς και οι φίλοι σας. Μην προκαλείτε άλλο την τύχη σας».
«Δεν υπάρχει τύχη κύριε Αλεξίου. Όπως δεν υπάρχουν και συμπτώσεις».
«Σωστά. Αλλά δεν βλέπω τι άλλο επιδιώκετε».
«Κι όμως κύριε Αλεξίου. Αφού στήσαμε το πάρτι θα ήταν αγένεια να αποχωρήσουμε τώρα που άρχισε η μουσική».
«Η μουσική;»
«Μη μου πείτε πως δεν την ακούτε».
«Η μουσική …»
«Η μουσική μας κύριε Αλεξίου».
Ο καταιγισμός πυρών διήρκεσε γύρω στα 10 λεπτά. Ξεκίνησε από τα πλάγια, ελαφρά πυροβόλα του τανκς και ολοκληρώθηκε με δυο βολές από το κεντρικό κανόνι, από τις οποίες καμιά δεν βρήκε στόχο. Η ησυχία ήταν πιο εκκωφαντική από τις προηγούμενες εκρήξεις.
«Να στείλω μερικούς άντρες στα ερείπια;»
«Δεν υπάρχει λόγος υπίλαρχε. Όποιος γλίτωσε ας συρθεί στο λαγούμι του, όποιος τραυματίστηκε –κακό ψόφο».
Τρέξιμο στα χαλάσματα. Με σταθερά βήματα.
Παρακολούθησε τον κύριο Αλεξίου καθώς απομακρυνόταν με κουρασμένο βήμα. Υπολόγισε ασυναίσθητα τις πιθανότητες που διέθετε προκειμένου να τον βγάλει από τη μέση, αθόρυβα, σε κάποιο από τα διπλανά στενά. «Τζάμπα το σκέφτεσαι –είσαι ανίκανος για τέτοια πράγματα», μουρμούρισε καθώς σηκωνόταν. Ο Νίκος ίσως, ο Βασίλης σίγουρα … Όμως οι Καστρινοί δεν σκότωναν στα μουλωχτά. «Γι΄αυτό και τους τρώνε λάχανο», γέλασε βγαίνοντας στον δρόμο.
«Έρχονται;»
«Δεν βλέπω τίποτα»
«Πρέπει να τρέξουμε».
«Είμαστε όλοι εντάξει;»
«Εσύ τι λες ρε μαλάκα;»
«Δεν βλέπω τη Μαριάνα».
«Επειδή έχει ήδη περάσει μέσα από τα χαλάσματα. Ηλίθιε!»
«Είσαι!»
«Τσακιστείτε γαμώ το στανιό σας!»
Πήρε ένα ακόμα ταξί για να φτάσει πιο κοντά στον Βασίλη.
Έτρεξαν ανάμεσα σε έρημους δρόμους για να βρουν τον Βασίλη.
Λογικό φαινόταν –δεν μπορούσαν να ξέρουν, δεν μπορούσαν να φανταστούν.
(και που να ξέρω αν συνεχίζεται;)
2. Ο χρόνος δεν είναι φίλος κανενός
3. Η ανασφάλεια των ομαδικών παιχνιδιών
4. Περιστροφή γύρω από ένα "βιβλίο -ευαγγέλιο"
5. Η αποξένωση των διπλανών δρόμων
6. Ο νεκρός του επάνω ορόφου
7. Φτερά πεταλούδας στη γλώσσα ενός φιδιού
8. Ο φόβος είναι οικογενειακή υπόθεση
9. Μια μεγάλη βόλτα
Πόρτα –πόρτα. Μέθοδος δοκιμασμένη σε γκάλοπ, δειγματοδιανομές, προεκλογικές εκστρατείες … Και αντίσταση κατά της αρχής. Πόρτα –πόρτα. Ουρλιαχτά στις συνοικιακές συγκεντρώσεις, παροτρύνσεις μέσα από το δίκτυο, αγωνιώδεις παραινέσεις …
«Πόρτα –πόρτα. Να μας βρουν μπροστά τους. Κάθε σπίτι να γίνει παγίδα, κάθε κτίριο θα γίνει ο τάφος τους».
«Πόρτα –πόρτα. Να πουλήσουμε ακριβά το τομάρι μας».
«Πόρτα –πόρτα. Να μην τους χαρίσουμε ούτε εκατοστό».
Πόρτα –πόρτα.
Η προέλαση του στρατού στις συνοικίες διακόπηκε σταδιακά. Δεν ήταν οι δρόμοι, ούτε οι πλατείες –αυτά παραδόθηκαν μετά τις πρώτες αψιμαχίες, σχεδόν αμαχητί. Οι αρβύλες τσαλαπατούσαν καχεκτικά παρτέρια όσο ο κόσμος υποχωρούσε. Οι αξιωματικοί ξεροστάλιαζαν άυπνοι –εκνευρισμένοι. Οι φαντάροι έχαναν την αποφασιστικότητά τους παραταγμένοι σε άδειους δρόμους. Η πρωτεύουσα είχε γεμίσει στρατό, αλλά δεν ελεγχόταν. Στα βόρεια οι ιδιωτικές εταιρείες φύλαξης έπαιζαν σκοποβολή μεταξύ τους –ένας ιδιωτικός φρουρός νεκρός κάθε νύχτα. Στα νότια επικρατούσε ηλεκτρισμένη ησυχία. Στα δυτικά, οι δυνάμεις κατοχής δεν κατείχαν τίποτα συγκεκριμένο.
Μύγα γύρω από αναμμένη λάμπα.
Ο Γιάννης σχημάτισε τον αριθμό στο καρτοτηλέφωνο του αεροδρομίου –κάθε πάτημα πλήκτρου διαρκούσε αιώνες. Στη μέση της πληκτρολόγησης ανακάλυψε πως έκανε λάθος νούμερο –ξεκίνησε πάλι από την αρχή. Το αεροδρόμιο βούιζε σαν κουδουνίστρα μωρού.
«Αλό;»
«Εγώ είμαι –δώσε μου τη Βίκυ».
«Που εξαφανίστηκες;»
«Γυρίζω πίσω. Να μου τις προσέχεις –ακούς;»
«Ναι, ούτε συζήτηση. Όμως –το σκέφτηκες καλά;»
«Όχι βέβαια! Γι΄αυτό το αποφάσισα. Δώσε μου τη Βίκυ».
Περίμενε, ελπίζοντας να μην ακούσει τη φωνή της στο τηλέφωνο. Τι σκατά να της έλεγε;
«Είσαι καλά;» η φωνή της τον χάραξε σα γυαλί στο μάγουλο.
«Ναι. Καλά. Ήθελα να σου πω …»
«Δεν χρειάζεται. Ξέρω πως έπρεπε να το κάνεις. Καλύτερα να σε περιμένω με την αγωνία, παρά να σε βλέπω να σέρνεσαι».
«Φαινόμουν;»
«Εσύ τι λες;»
«Δεν μπόρεσα να σας αποχαιρετήσω …»
«Ούτε εμείς θα μπορούσαμε. Προτιμότερο έτσι».
«Η μικρή …»
«Θα καταλάβει».
«Μακάρι».
«Γιάννη;»
«Ναι;»
«Ένα πράγμα μόνο …»
«Τι;»
«Να γυρίσεις».
«Στο υπόσχομαι».
«Μην υπόσχεσαι. Μόνο να γυρίσεις. Εντάξει;»
«Εντάξει».
«Καλό ταξίδι».
«Να προσέχετε».
Ακούμπησε το ακουστικό και πάλεψε να σταθεροποιήσει την αίθουσα του αεροδρομίου που στροβιλιζόταν, συνθλίβοντάς τον.
Ακούμπησε το ακουστικό και έβαλε τα κλάματα, βουβά, για να μην την ακούσει η μικρή.
Προσπάθησε να βολέψει τα πόδια του στον ελάχιστο χώρο που άφηνε η μπροστινή θέση. Την ώρα που διπλωνόταν, μισογυρισμένος στα πλάγια, η μπροστινή θέση μετακινήθηκε προς τα πίσω –μηδενίζοντας τον ελεύθερο χώρο.
«Γαμώ το ξεσταύρι σου μπινέ!» έσφιξε τα δόντια του ο Γιάννης.
Ένα κεφάλι πετάχτηκε από την μπροστινή θέση, κοντοκουρεμένα μαλλιά –τίγκα στο τζελ. Από τον ξυρισμένο σβέρκο ξεκινούσε η στολή εκστρατείας.
«Είπατε κάτι;» ρώτησε ο κοντοκουρεμένος.
«Πρόσεχε ρε φίλε. Με τσάκισες», δυσανασχέτησε ο Γιάννης.
«Εντάξει, συγνώμη. Αλλά δεν είναι λόγος να βρίζεις …»
«Τράβηξε τώρα τη θέση μπροστά και άσε τα πολλά», προειδοποίησε ο Γιάννης.
Ο κοντοκουρεμένος σκαρφάλωσε στο κάθισμα για να δει καλύτερα προς τα πίσω.
«Θα σε περιποιηθούμε κι εσένα, μια χαρά, όταν φτάσουμε –μην ανησυχείς», απείλησε.
Ο Γιάννης κοίταξε τη σβηστή επιγραφή –δεν είχε ξεκινήσει ακόμα το αεροπλάνο. Έλυσε τη ζώνη και πετάχτηκε από τη θέση του. Ο κοντοκουρεμένος δεν είχε δεθεί ακόμα, κάτι τέτοιοι περίμεναν μέχρι την τελευταία στιγμή για να κάνουν εντύπωση στις αεροσυνοδούς. Ο Γιάννης τον άρπαξε από τα πέτα.
«Τι είπες ρε;»
Τον τράβηξε προς το μέρος του, σέρνοντας για να μπλοκάρει το σώμα ανάμεσα στις θέσεις. Κοίταξε τα γαλόνια σφίγγοντας τη λαβή του –επιλοχίας, αυτοί δεν έχουν συνηθίσει να κοντράρονται.
«Τι είπες ρε καραγκιόζη;» κόλλησε το πρόσωπό του στα γουρλωμένα μάτια του στρατιωτικού.
Κάποιες αεροσυνοδοί έτρεξαν αλαφιασμένες, οι επιβάτες σηκώθηκαν αμήχανα από τα διπλανά καθίσματα και μπλόκαραν τις διόδους. Ο στρατιωτικός είχε καταπιεί τη γλώσσα του.
«Αν τολμήσεις να κάνεις τίποτα όταν κατέβουμε, θα σε βρω και θα σε γαμήσω. Κι αν νομίζεις πως είμαι μόνος, κάνεις λάθος μαλάκα μου. Εντάξει;»
Ο στρατιωτικός τον κοίταζε παγωμένος.
«Μίλα ρε γαμημένε. Απάντα!»
Ο στρατιωτικός κούνησε το κεφάλι.
«Ξέρεις ποιος είμαι ρε πούστη; Ξέρεις ποιοι είμαστε; Που θα μας απειλήσεις κιόλας …», ούρλιαξε ο Γιάννης.
Ο στρατιωτικός χαλάρωσε σαν άδειο σακί και ο Γιάννης τον άφησε να σωριαστεί στη θέση του. Η αεροσυνοδός έφτασε αναστατωμένη.
«Τι έγινε …»
«Τίποτα, μην ασχολείστε. Είμαστε φίλοι με το παιδί μπροστά –πλάκα κάναμε», γέλασε ο Γιάννης.
«Μα…»
«Πλάκα κάναμε», βεβαίωσε ξέπνοα ο στρατιωτικός.
Ο Γιάννης έκλεισε τα μάτια καθώς απογειωνόταν το αεροπλάνο. Γιατί επέστρεφε σε αυτή την σκατοχώρα; Ο στρατόκαυλος μπροστά του ήταν μόνο μια προειδοποίηση –πίσω, τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα. Αφηνιασμένοι στρατιωτικοί, τρελαμένοι από εξουσία –ότι χειρότερο. Γιατί δεν καθόταν με αυτούς που αγαπούσε; Τι θα κατάφερνε επιστρέφοντας;
«Να γλιτώσεις για πάντα –γι΄αυτό επιστρέφεις, για να γλιτώσεις», μουρμούρισε η φωνή από δίπλα του.
«Πως θα γλιτώσω ρε συ; Το πιο πιθανό είναι να με βρουν ανάσκελα σε κανένα χαντάκι», απάντησε ο Γιάννης.
«Ακόμα κι έτσι… ακόμα κι έτσι …»
Μισάνοιξε τα μάτια, κοίταξε στη διπλανή θέση. Κανένας δεν καθόταν εκεί. Αποκοιμήθηκε αμέσως μετά.
Μονόδρομος.
Το αυτοκίνητο ταρακουνήθηκε πέφτοντας στη λακκούβα –οι επιβάτες πετάχτηκαν ξαφνιασμένοι.
«Πρόσεχε ρε άνθρωπε. Θα καταπιώ τη μασέλα μου», φώναξε ο Νίκος.
«Καλύτερα –μπας και κόψεις τη γκρίνια», απάντησε ο Γρηγόρης.
«Εγώ γκρινιάζω;» απηύδησε ο Νίκος. Κανένας δεν απάντησε. Σκούντηξε τον Αντώνη. «Εγώ γκρινιάζω;» ξαναρώτησε. Στράφηκε στη Μαριάνα. «Γκρινιάζω εγώ;» επέμεινε.
«Χειρότερα από τη θειά μου τη γεροντοκόρη», τον πληροφόρησε εκείνη.
Ο Νίκος έμεινε με στόμα ανοιχτό όσο ο Γρηγόρης χτυπιόταν πάνω στο τιμόνι.
«Σε πήρανε χαμπάρι νωρίς, χρυσή μου», σχολίασε πνιγμένος στα γέλια.
«Εντάξει, αν δεν ήταν σαν τα μούτρα σας –θα την παίρνατε μαζί σας;» ξίνισε ο Νίκος.
Καθώς το αυτοκίνητο σταθεροποίησε την ταχύτητά του, ο Αντώνης σκούντηξε τον Γρηγόρη.
«Τσιγάρα», είπε.
Ο Γρηγόρης του έδειξε την τσέπη του με τον αγκώνα –ο άλλος έβαλε δυο δάχτυλα και ψάρεψε το πακέτο. Άναψε δυο με τον αναπτήρα του αυτοκινήτου και στράφηκε στη Μαριάνα.
«Τσιγάρο;» πρότεινε.
«Είναι σκέτα στούκας», σχολίασε εκείνη παίρνοντάς το.
«Μαριάνα λοιπόν», είπε ξεκάρφωτα ο Αντώνης.
«Έτσι λέω», απάντησε εκείνη.
«Και τι κάνεις με τη ζωή σου Μαριάνα;»
«Την περιμένω να περάσει».
«Ενδιαφέρουσα ασχολία», πετάχτηκε ο Νίκος.
Ο Αντώνης τον κοίταξε με μισό μάτι πριν συνεχίσει.
«Παντρεμένη;» ξαναρώτησε.
«Κανονικά», απάντησε εκείνη.
«Παιδιά;»
«Ναι αμέ».
«Πραγματική Μαριάνα σα να λέμε», σχολίασε ο Αντώνης. «Μήπως είχες ρίξει κάποια χυλόπιτα σε κομπλεξικό συμμαθητή σου παλιότερα;»
«Τι πράγμα;»
«Άστο, παραμιλάω», είπε ο Αντώνης.
«Που πάμε τέλος πάντων;» πετάχτηκε πάλι ο Νίκος.
«Να βρούμε τον Βασίλη», είπε ο Γρηγόρης.
«Ε, τότε πας λάθος μαλάκα μου. Έπρεπε να στρίψεις αριστερά στην προηγούμενη διασταύρωση».
«Πρώτη φορά θα είναι που πηγαίνουμε λάθος;» αναρωτήθηκε ο Γρηγόρης.
«Ή τελευταία;» συμπλήρωσε ο Αντώνης.
«Είσαστε μεγάλα σούργελα», αποφάνθηκε ο Νίκος κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο.
Ανάμεσα στα σιδερένια δόντια.
Η πόρτα του αεροπλάνου κόλλησε στην μεταλλική φυσούνα και οι λιγοστοί επιβάτες ξεβράστηκαν τεντώνοντας μουδιασμένα πόδια. Ο Γιάννης δεν έχανε από τα μάτια του τον κοντοκουρεμένο στρατιωτικό. Πόση επίδραση θα είχε τελικά η απειλή του; Τι σκεφτόταν ο βλαμμένος επιλοχίας; Τώρα βρισκόταν δυο βήματα από τους γλίτσηδες με τα κοστούμια που σφύριζαν «Στρατιωτική Αστυνομία» από διακόσια μέτρα. Ο Γιάννης σφίχτηκε καθώς τον είδε να κοντοστέκεται δίπλα τους. Ο επιλοχίας έβγαλε κάποια ταυτότητα και τους την έδειξε –ο Γιάννης ακούμπησε ασυναίσθητα τον μεταλλικό τοίχο στο πλάι του. Ο επιλοχίας στράφηκε πίσω, κοίταξε τους επιβάτες, μίλησε με τους κουστουμάτους. Μετά έφυγε σέρνοντας τις αρβύλες του. Ο Γιάννης ξεκόλλησε και χώθηκε σε μια μικρή ομάδα επιβατών. Κατευθύνθηκαν προς την έξοδο.
«Ταυότητες παρακαλώ», είπε ο ένας κουστουμάτος.
Όλοι ψάχτηκαν. Ο Γιάννης επέλεξε να δώσει την δική του ταυτότητα με τους τελευταίους.
«Είστε δημοσιογράφος;» ρώτησε ο ένας κουστουμάτος.
«Ακριβώς», απάντησε ο Γιάννης.
«Και ήσασταν στο εξωτερικό;»
«Ξέρω ΄γω … για να επιστρέφω με αυτή την πτήση …»
Ο κουστουμάκιας τον κοίταξε.
«Για ποιο λόγο, αν επιτρέπεται …»
«Πήγα την οικογένειά μου για ταξίδι αναψυχής».
«Τέτοια εποχή;»
«Γιατί –τι έχει η εποχή;»
Ο άλλος κουστουμάκιας έκανε νόημα να επιστραφεί η ταυτότητα. Ο Γιάννης την άρπαξε στον αέρα και εξαφανίστηκε με αργά, βιαστικά, βήματα.
Αναγκαστική στάση.
«Γιατί σταματήσαμε;»
«Επειδή κατουριέμαι»
«Ψέματα λες».
«Σαφέστατα. Κατεβείτε».
Οι τρεις άντρες άδειασαν το παρκαρισμένο αμάξι και κατευθύνθηκαν προς το ανήλιαγο εσωτερικό του μπαρ. Πίσω τους, διστακτικά ακολούθησε η γυναίκα.
«Τι είναι εδώ;» ρώτησε.
«Παλιό μαγαζί –ορόσημο των επώνυμων αλκοολικών», απάντησε ο Αντώνης.
Κατέβηκαν τα σκαλοπάτια μυρίζοντας την ξεραμένη μπύρα. Δεν υπήρχε ψυχή εκεί μέσα, εκτός από κάποιον βαριεστημένο μπάρμαν. Βολεύτηκαν σε έναν μακρόστενο πάγκο με θέα τον τοίχο –ο Γρηγόρης μαζί με τον Νίκο ανέλαβαν να φέρουν ποτά χωρίς να ρωτήσουν τους υπόλοιπους.
«Πως έγινε και βρέθηκες μαζί με τον Γρηγόρη;» ρώτησε ο Αντώνης.
«Τυχαία. Πέρασε από το σπίτι για να δει τον γιο μου και τον ακολούθησα», απάντησε η Μαριάνα.
«Αυτό που λέμε ‘αμοιβαία έλξη’;»
«Αυτό που λέμε ‘απόδραση’».
Οι άλλοι επέστρεψαν με τα ποτά.
«Μήπως να ξεκαθαρίζαμε τον λόγο της συνάντησής μας;» αναρωτήθηκε ο Νίκος.
«Τώρα;» είπε ο Αντώνης, κοιτάζοντας την Μαριάνα.
«Γιατί όχι τώρα; Το παραμυθάκι τελείωσε και περάσαμε στη φάση ‘βάλτε τώρα που γυρίζει’. Καλό είναι να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε από εδώ και πέρα», είπε ο Γρηγόρης.
«Κι αυτή;» γκρίνιαζε ο Νίκος.
«Κι αυτή. Αν θέλει … όλα εντάξει. Αν δεν θέλει … χαρήκαμε για τη γνωριμία», τον αντέκρουσε ο Γρηγόρης.
«Δεν μου αρέσει να κανονίζουν άλλοι για μένα», αγρίεψε η Μαριάνα.
«Αυτό αγαπητή μου … αν συνυπολογιστεί η, μέχρι σήμερα, πορεία σου στο καλλιτεχνικό στερέωμα … αποτελεί μια … κάπως ασυνήθιστη δήλωση –δε νομίζεις;» γέλασε ο Γρηγόρης.
«Άντε γαμήσου», του απάντησε εκείνη.
«Με τις καλύτερες προϋποθέσεις ξεκινάμε», ψευτοθαύμασε ο Αντώνης.
«Κομμένο το αντικάρφωμα –λέω εγώ», πετάχτηκε ο Νίκος. «Γιατί τίναξες την κάλυψή μας στον αέρα; Τόσα χρόνια πασχίζαμε σαν τους τυφλοπόντικες … Και σήμερα, έρχεσαι με το γοητευτικό κουρσάκι σου για να καλέσεις προσκλητήριο ζωντανών –νεκρών. Τι μαλακία είναι τώρα αυτή; Μου λες;»
«Άστο –απαντάω εγώ», πετάχτηκε ο Αντώνης. «Λοιπόν, δεν υπάρχει κανένας λόγος να κρυβόμαστε, πλέον. Η δουλειά έγινε, τα αποτελέσματα θα φανούν ή δεν θα φανούν –κανένας δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Επιχειρησιακά -είμαστε άχρηστοι. Εκτός αυτού, οι μυστικοί είναι ήδη έξω από την πόρτα μας. Ήταν φανερό πως κάποτε θα έβγαζαν άκρη σχετικά με το ‘ποιος’ και το ‘τι’. Δεν ξέρω αν έχουν δέσει ακόμα τους σπάγκους, αλλά εμένα με έχουν πάρει γραμμή στα σίγουρα. Έχω έναν χαφιέ στην πλάτη μου εδώ και μέρες. Μπορεί και να σας είδε όταν ήρθατε να με πάρετε. Καταλάβαμε όλοι ή να τα ξαναπώ;»
«Έτσι λοιπόν …», μουρμούρισε ο Νίκος.
«Έτσι και χειρότερα», επικρότησε ο Γρηγόρης.
«Από την πρόσφατη εμπειρία μου πάντως … θα πρέπει να σας προειδοποιήσω. Αν σκεφτόμαστε να κατεβούμε προς τις γειτονιές του Βασίλη … δεν αγαπάνε φάτσες σαν τις δικές μας εκεί κάτω. Θα μας αλείψουν μέλι και θα μας δέσουν σε πασσάλους να περιμένουμε τα μυρμήγκια. Στην καλύτερη περίπτωση», είπε ο Νίκος.
«Παχαίνει το μέλι όταν γίνεται εξωτερική επάλειψη;» αναρωτήθηκε ο Γρηγόρης.
«Δεν παχαίνει –ομορφαίνει», τον διαβεβαίωσε ο Αντώνης.
«Μήπως θέλετε να μου εξηγήσετε για τι πράγμα συζητάτε;» πετάχτηκε η Μαριάνα.
«Αυτό αγαπητή μου σηκώνει δεύτερο γύρο ποτών», είπε ο Νίκος. «Και κάντα πραγματικά λοοοόνγκ τα ντρινκς», πρότεινε, γυρίζοντας προς τον Αντώνη που ήταν ήδη όρθιος.
Ψάχνοντας. Εξηγήσεις.
Κουρνιασμένος στο πίσω κάθισμα του ταξί –κρυώνοντας ανεξήγητα. Η πόλη ήταν ένας βάλτος με σάπια νούφαρα που καραδοκούσε να τον ρουφήξει, θόρυβοι από το πουθενά που έμοιαζαν με αδικαιολόγητες εκρήξεις. Τζούφιες εκρήξεις –ανησυχία –ήταν εκρήξεις πριν την κανονική ή αμέσως μετά από αυτήν; Ανασφάλεια.
«Επιστρέψατε από το εξωτερικό;» ενδιαφέρθηκε να μάθει ο ταξιτζής.
«Όχι –κάποιους δικούς μου περίμενα να έρθουν», είπε ο Γιάννης προσπαθώντας να αποφύγει την κουβέντα.
«Και δεν ήρθαν;» ξαναρώτησε ο ταξιτζής.
«Εσύ τι λες;» ξέκοψε την κουβέντα ο Γιάννης.
«Δεν τους αδικώ», σχολίασε ο ταξιτζής.
Το σπίτι του Γρηγόρη φαινόταν ήδη στο τέρμα του δρόμου.
«Άσε με εδώ», είπε ο Νίκος.
«Ώστε εσείς είσαστε υπεύθυνοι για όλο αυτό το μπουρδέλο!» φώναξε η Μαριάνα.
«Μας κολακεύεις τώρα», είπε ο Νίκος.
«Σαφέστατα», επικρότησε ο Αντώνης.
«Γιατί τα κάνατε όλα αυτά;» απαίτησε να μάθει η Μαριάνα.
«Ρωτάς λες και δεν έχεις δει πως είναι ο κόσμος τριγύρω σου», είπε ο Γρηγόρης.
«Και τώρα δηλαδή τι έγινε; Άλλαξαν τα πράγματα στο καλύτερο;» αναρωτήθηκε η Μαριάνα.
«Τώρα υπάρχει μια ευκαιρία. Για όλους αυτούς εκεί έξω. Αν θέλουν την αρπάζουν και φτιάχνουν μικρές διαφορετικές κοινότητες, ή κάποια μεγάλη διαφορετική κοινωνία. Αν θέλουν. Αλλιώς … ας βυθιστούν στα παλιά καλά σκατά. Αυτό μπορούσαμε, αυτό κάναμε».
«Και ποιος σας το ζήτησε;»
«Γιατί θα έπρεπε κάποιος να το ζητήσει; Ποιος ζήτησε από τους καταπιεστές να μας πηδάνε τόσα χρόνια; Ποιος ρωτήθηκε αν συμφωνεί με αυτό; Ποιος δέχτηκε;» πετάχτηκε ο Νίκος.
«Και οι νεκροί; Βάλατε το χεράκι σας κι ο κόσμος σφάζεται στους δρόμους. Ποιος έχει ευθύνη για τους νεκρούς;»
«Αυτοί που τους σκοτώνουν Μαριάνα. Όποιος βάφει τα χέρια του με αίμα δεν μπορεί να τα ξεπλύνει πάνω σε ηθικούς αυτουργούς, ή … στην περίπτωσή μας … σε ανήθικους συνωμότες», είπε ο Αντώνης.
«Μου ακούγονται παρανοϊκά όλα αυτά. Κι εσείς … δε φαίνεται να στέκεστε καλά στα μυαλά σας».
«Ναι, πες μας γι΄αυτό Μαριάνα! Μίλα μας για παραφροσύνη, εσύ που πέρασες τη ζωή σου ακούγοντας τη φωνή του Θεού από το στόμα της γειτόνισσας. Δείξε μας πως υπήρξε έστω και μια λογική πράξη στη δική σου ζωή. Εξήγησέ μας –πότε ευχαριστήθηκες; Τι ευχαριστήθηκες όταν σε πουλάγανε σα σφαχτάρι στον άντρα σου; Μίλα μας για τη ζωή σου Μαριάνα –και μετά θα κουβεντιάσουμε τις απόψεις σου περί παραφροσύνης», ο Γρηγόρης κατέβασε το ποτό του μονορούφι.
Απογοήτευση. Απογοήτευση.
Έμεινε με το χέρι κολλημένο στο κουδούνι αν και ήταν σίγουρος πως δεν υπήρχε ψυχή στο διαμέρισμα. Ο Γρηγόρης έλειπε –τι θα γινόταν αν δεν έβρισκε κανέναν από τους υπόλοιπους; Θα τους έβρισκε –ήταν σίγουρος. Στην τελική ανάλυση, υπήρχε κι ο Βασίλης. Γύρισε την πλάτη, έσπρωξε με το πόδι την πόρτα –ποτέ δεν ξέρεις. Η πόρτα αντιστάθηκε κλειδωμένη. Έπρεπε να βρει ταξί.
«Δεν υπάρχει λόγος να τα συζητάμε αυτά. Έγιναν. Από εδώ και πέρα τι κάνουμε –αυτό είναι το θέμα», είπε ο Αντώνης.
Η Μαριάνα σκούπισε τα μάτια της.
«Πάμε να βρούμε τον Βασίλη –το είπαμε αυτό», διευκρίνισε ο Γρηγόρης.
«Και μετά –τι;» αναρωτήθηκε ο Νίκος.
«Μετά, θα σκεφτούμε το ‘μετά’», είπε ο Αντώνης.
«Ας γίνει έτσι λοιπόν», μουρμούρισε η Μαριάνα.
Ο Γρηγόρης έσκυψε και την φίλησε στο μάγουλο.
«Παράτα με», ανατρίχιασε εκείνη.
«Ζόρικη η γκόμενα και με διαταραγμένη ψυχολογία!» κορόιδεψε ο Νίκος.
Το χαστούκι έσκασε στο μάγουλό του σαν χειροκρότημα.
«Δεν τις αντέχω τις εξυπνάδες σου!» τσίριξε η Μαριάνα.
«Ε μα … καλά σου είπε!» είπε ο Γρηγόρης.
«Και καλά σου έκανε!» επικρότησε ο Αντώνης.
«Σκατοκαριόλες», σφύριξε ο Νίκος, σκουπίζοντας το σάλιο από την άκρη των χειλιών του.
Διαψεύσεις.
Έδωσε τη διεύθυνση για το σπίτι του Αντώνη στον ταξιτζή –καθαρά μοιρολατρικά. Είχε τη βεβαιότητα πως δεν θα έβρισκε κανέναν –ούτε εκεί. Άλλωστε το είχαν γράψει. Τον περίμεναν για να βοηθήσει. Που; Σίγουρα όχι στα σπίτια τους, παρακολουθώντας τις ειδήσεις από οθόνες plasma. Μάλλον στους δρόμους –προσπαθώντας να φτιάξουν τις ειδήσεις. Είδε την εξώπορτα της πολυκατοικίας του Αντώνη και ετοιμάστηκε να κατέβει. Κοίταξε λίγο καλύτερα. Ένας στεγνός τύπος σκάλιζε κάτι, δίπλα στα κουδούνια. Άφησε τον ταξιτζή να προσπεράσει την πολυκατοικία –γύρισε το κεφάλι όταν βρέθηκαν ακριβώς απέξω. Ο τύπος παραβίαζε το γραμματοκιβώτιο.
«Σταμάτα εδώ», είπε απότομα στον ταξιτζή.
Κατέβηκε αφήνοντας κάποιο τυχαίο χαρτονόμισμα –ο τύπος στο γραμματοκιβώτιο κοίταζε προς το μέρος του. Τον κράτησε στην άκρη του ματιού του μέχρι να στρίψει στη γωνία. «Ποιος είναι αυτός ο πούστης;» αναρωτήθηκε.
«Ποιος πλήρωσε τα ποτά;» ρώτησε η Μαριάνα καθώς ξανάμπαιναν στο αυτοκίνητο.
«Γιατί –θέλεις να μας δώσεις το μερίδιό σου;» γέλασε ο Νίκος.
«Πας καρφί για δεύτερη σφαλιάρα», τον προειδοποίησε ο Αντώνης.
«Δεν πληρώνω μερίδια σε φραγκάτους σαν και τα μούτρα σας», είπε η Μαριάνα. «Απλά ο μπάρμαν μου έδωσε τα ρέστα, φεύγοντας».
«Κράτα τα», είπε ο Αντώνης. «Έτσι κι αλλιώς, όλοι μαζί θα ψοφήσουμε ή όλοι μαζί θα γλιτώσουμε»».
«Μάλλον προς το ‘ψοφήσουμε’ το κόβω πάντως», είπε ο Γρηγόρης.
«Αλλά όλοι μαζί», επανέλαβε ο Αντώνης.
«Λέτε να έρθει κι ο Γιάννης;» ρώτησε ο Γρηγόρης.
«Δεν έχει τ΄αρχίδια», είπε ο Νίκος.
«Πολύ σίγουρο σε κόβω», παρατήρησε ο Γρηγόρης.
«Ποτέ δεν είχε τ΄αρχίδια», επανέλαβε ο Νίκος κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο.
Αδιέξοδο.
Περίμενε. Άκουγε τα βήματα του άλλου στο πλακόστρωτο καθώς πλησίαζε τη γωνιά στην οποία ήταν κρυμμένος. Σταθερά βήματα –μετρούσε, υπολόγιζε. Λίγο ακόμα –τώρα. Πετάχτηκε μπροστά του.
«Τι τρέχει φιλαράκο;»
Ο κύριος Αλεξίου ξαφνιάστηκε, αλλά ξαναβρήκε την αυτοκυριαρχία του σχεδόν αμέσως.
«Δεν κατάλαβα», είπε ήρεμα.
«Ούτε εγώ –γι΄αυτό και σε ρωτάω. Τι τρέχει; Είσαι κάποιος ανώμαλος; Ηδονίζεσαι να διαβάζεις ξένα γράμματα;» ξαναρώτησε ο Γιάννης μπλοκάροντας το πεζοδρόμιο μπροστά σον κύριο Αλεξίου.
«Κάνε στην άκρη», είπε εκείνος.
«Όχι πριν μου πεις τι έψαχνες στο γραμματοκιβώτιο».
«Μένεις σε εκείνη την πολυκατοικία;» ρώτησε ο κύριος Αλεξίου.
«Εγώ ρωτάω μάγκα», προειδοποίησε ο Γιάννης. «Εκτός αν θέλεις να φέρουμε τίποτα μπάτσους να ρωτήσουν αυτοί».
Ο κύριος Αλεξίου γέλασε. Ο Γιάννης έξυσε το κεφάλι του.
«Μάλιστα –το ΄πιασα. Είσαι μπάτσος -σωστά;»
«Μπορείς να το δεις κι έτσι», παραδέχτηκε ο κύριος Αλεξίου. Αμέσως μετά, προσπάθησε να συνεχίσει τον δρόμο του.
«Όχι ακόμα!» φώναξε ο Γιάννης αρπάζοντάς τον από το μανίκι.
Ο κύριος Αλεξίου κοίταξε τα δάχτυλα στο σακάκι του με σιχασιά.
«Πάρε το χέρι σου», προειδοποίησε.
«Πάρε τ΄αρχίδια μου», απάντησε ο Γιάννης και τον χτύπησε απότομα στη μύτη.
Ο κύριος Αλεξίου σωριάστηκε αλλά δεν έχασε τον αυτοέλεγχο του. Σκούπισε κάποιες σταγόνες αίμα και μετά φύσηξε τη μύτη του σε ένα μαντήλι. Σηκώθηκε αργά.
«Είσαι από αυτούς ε;» φώναξε καθώς το πρόσωπό του φωτιζόταν. «Τι ηλίθιος! Έπρεπε να το είχα καταλάβει αμέσως!»
Ο Γιάννης κοίταξε τον άντρα απέναντί του –είχαν τελειώσει όλα λοιπόν. Οι μπασκίνες ήξεραν –μήπως οι υπόλοιποι είχαν συλληφθεί;
«Πάμε κάπου ήσυχα να μιλήσουμε;» πρότεινε ο κύριος Αλεξίου.
«Σε κανένα μπουντρούμι ίσως;» είπε ο Γιάννης.
«Είχα υπόψη μου μια καφετέρια εδώ πιο κάτω», χαμογέλασε ο κύριος Αλεξίου.
Το αυτοκίνητο φρέναρε απότομα στη θέα των στρατιωτικών οχημάτων.
«Αμφέβαλλε κανείς ότι θα ήταν μπλοκαρισμένη η περιοχή από παντού;» αναρωτήθηκε ο Νίκος.
«Κι αυτό θα μας κρατήσει απέξω;» μουρμούρισε ο Γρηγόρης.
«Παλιότερα … πριν καμιά εικοσαετία … σίγουρα όχι. Τώρα όμως …», είπε σκεπτικός ο Αντώνης.
«Όποιος δεν είναι ικανός να περάσει, δεν είναι ικανός και να γαμήσει», φώναξε η Μαριάνα καθώς πεταγόταν έξω.
«Μας απασχολεί το γαμήσι;» ρώτησε ο Γρηγόρης κοιτάζοντάς τους.
«Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο …» σχολίασε ο Νίκος καθώς πετάχτηκε πίσω από τη γυναίκα.
Οι άλλοι δυο ακολούθησαν με πιο αργό βήμα.
Διερευνητικές κινήσεις.
«Οι καφέδες κερασμένοι από μένα», είπε ο κύριος Αλεξίου.
«Δημόσια δαπάνη –έτσι;» γέλασε ο Γιάννης.
«Μπα, δεν θα το έλεγα. Είμαι εδώ χωρίς να έχω ενημερώσει την Υπηρεσία μου», απάντησε ο κύριος Αλεξίου. «Δεν νομίζετε πως θα έπρεπε να μου πείτε το όνομά σας;»
Κοίταζαν τους στρατιώτες κολλημένοι σε κάποιο παραμελημένο παρτέρι. Μεσολαβούσε ένας ολόκληρος δρόμος μεταξύ τους –ένας δρόμος γεμάτος μπάζα και ερήμωση.
«Πως θα τους περάσουμε;» ρώτησε ο Αντώνης.
«Τρέχοντας», πρότεινε ο Νίκος.
«Μαλακίες», είπε η Μαριάνα. «Δεν θα τους περάσουμε, θα τους παρακάμψουμε».
Κοίταξαν εκεί που έδειχνε. Ένα ερειπωμένο σπίτι έχασε πίσω από το παρτέρι.
«Μπορεί να είναι γεμάτο στρατιώτες», είπε ο Γρηγόρης.
«Τότε την πουτσίσαμε», απάντησε η Μαριάνα και κατευθύνθηκε προς το σπίτι.
«Γιάννης Καστρινός».
«Αλεξίου –χάρηκα».
«Σκέτο;»
«Ναι –σκέτο. Εμείς δεν έχουμε την πολυτέλεια του ονόματος».
«Κερδίζεις κάτι –χάνεις κάτι», σχολίασε ο Γιάννης προσφέροντάς του τσιγάρο.
Πέρασαν την αυλόπορτα βιαστικά, βρέθηκαν σε μια χωμάτινη αυλή με λασπωμένα υπολείμματα μπουκαλιών μπύρας. Κάποιοι χρησιμοποιούσαν αυτό το σπίτι –δεν πήγαινε πολύς καιρός –αλλά δεν είχε μείνει, πλέον, κανένας από αυτούς τριγύρω.
«Δεν φαίνεται ψυχή εκεί μέσα», είπε ο Αντώνης δείχνοντας τα ερείπια.
Ο Νίκος έτρεξε βιαστικά, αλλά δεν πρόσεξε τον κισσό που μπλέχτηκε στα πόδια του. Έπεσε με τα μούτρα στις λάσπες σαν σακί με πατάτες.
Οι υπόλοιποι κοκάλωσαν.
Διαπιστευτήρια.
«Θα προσπαθήσω να κερδίσω την εμπιστοσύνη σας, μιλώντας ειλικρινά κύριε Καστρινέ. Μελετώντας μια σειρά από περίεργες συμπτώσεις κατέληξα στο συμπέρασμα πως είναι περισσότερο περίεργες και λιγότερο συμπτώσεις. Λόγω κάποιων εξω-υπηρεσιακών ενδιαφερόντων μου, είχα την εμπειρία παρακολούθησης της ανταλλαγής μηνυμάτων σε κάποια φόρα συλλεκτών. Μουσικής κυρίως. Κι εκεί αντιλήφθηκα μερικές περίεργες αντιδράσεις που δεν ταίριαζαν στην λογική του συλλέκτη –με καταλαβαίνετε, υποθέτω».
Ο Γιάννης προτίμησε να περιμένει, ψάχνοντας στο μυαλό του. Που είχαν κάνει λάθος; Που είχαν βρεθεί ανοιχτοί;
«Έχω ανακαλύψει συντονισμένες ενέργειες, δεν ξέρω ακόμα τον αριθμό των ατόμων που βρίσκονται πίσω από αυτές. Εικάζω πως δεν πρόκειται για περισσότερους των 5 ή 6. Μπορώ να εντοπίσω τις ταυτότητές τους, ήδη, όπως αντιληφθήκατε, ξέρω για τον κύριο Ανδριτσάκη. Οπότε, δεν πρόκειται να σας ζητήσω ονόματα».
«Αλλά τότε –τι;» αναρωτήθηκε αυθόρμητα ο Γιάννης.
«Θέλω μόνο να μάθω το ‘γιατί’ κύριε Καστρινέ. Γιατί έγιναν όλα αυτά», ο κύριος Αλεξίου ήπιε μια ζεστή γουλιά καφέ και κάηκε εμφανώς.
«Κι αν σας το πω;»
«Τότε θα σας αφήσω στην ησυχία σας για κάποιο διάστημα. Η παρούσα κατάσταση … οι υπάρχουσες συνθήκες …», έδειχνε να διαλέγει προσεκτικά τις λέξεις μετρώντας τον άγνωστο άντρα απέναντί του, «λοιπόν, στις παρούσες συνθήκες έχω χάσει την θέση μου στην Υπηρεσία. Είμαι περισσότερο … αναπληρωματικός θα έλεγα …»
«Κατεψυγμένος», τον διόρθωσε ο Γιάννης.
«Κατεψυγμένος, όπως ακριβώς το θέσατε. Δεν πρόκειται λοιπόν να σας ενοχλήσω ιδιαίτερα. Όταν όμως αποκατασταθούν οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί …»
«Χαίρομαι που δεν μιλήσατε για ‘αποκατάσταση της Δημοκρατίας’», σχολίασε ο Γιάννης.
«Μα ελάτε τώρα κύριε Καστρινέ! Είμαστε σοβαροί άνθρωποι –δεν έχουμε χρόνο για θεωρητικολαγνείες!»
«Τότε φοβάμαι πως δεν θα καταλάβετε τους λόγους μας κύριε Αλεξίου», είπε ο Γιάννης ανάβοντας τσιγάρο.
Μουσική. Δυνατή μουσική.
«Κύριε ίλαρχε κάποιοι είναι στα ερείπια. Να στείλω το απόσπασμα;»
«Για ποιο λόγο υπίλαρχε; Δεν σκοπεύουμε να μεταφέρουμε πολίτες στα στρατόπεδα. Δώστε διαταγή να ισοπεδωθεί το ρημάδι».
«Όπως επιθυμείτε».
«Τι εννοείτε κύριε Καστρινέ; Πως όλη αυτή η φασαρία προκλήθηκε στη βάση μιας ιδεολογίας;»
«Πείτε το κι έτσι».
«Ειλικρινά, αδυνατώ να παραδεχτώ τέτοια ηλιθιότητα σαν δικαιολογία».
«Τότε, λυπάμαι κύριε Αλεξίου. Δεν διαθέτω άλλη».
«Για μισό λεπτό …»
«Στη διάθεσή σας».
«Αν ισχύουν αυτά που λέτε, σημαίνει πως δεν καταφέραμε να ελέγξουμε μια τρομακτική απειλή και μάλιστα στον ιδεολογικό τομέα ο οποίος ήταν κάτω από την ενδελεχή παρακολούθησή μας, τις τελευταίες …», ο κύριος Αλεξίου σταμάτησε απότομα.
«Συνεχίστε παρακαλώ», τον προέτρεψε ο Γιάννης.
«Καλύτερα όχι», ο κύριος Αλεξίου σηκώθηκε με χαμένο βλέμμα.
«Φεύγετε;»
«Ναι και θα σας συνιστούσα να κάνετε το ίδιο. Μοιάζει να τα καταφέρατε εσείς και οι φίλοι σας. Μην προκαλείτε άλλο την τύχη σας».
«Δεν υπάρχει τύχη κύριε Αλεξίου. Όπως δεν υπάρχουν και συμπτώσεις».
«Σωστά. Αλλά δεν βλέπω τι άλλο επιδιώκετε».
«Κι όμως κύριε Αλεξίου. Αφού στήσαμε το πάρτι θα ήταν αγένεια να αποχωρήσουμε τώρα που άρχισε η μουσική».
«Η μουσική;»
«Μη μου πείτε πως δεν την ακούτε».
«Η μουσική …»
«Η μουσική μας κύριε Αλεξίου».
Ο καταιγισμός πυρών διήρκεσε γύρω στα 10 λεπτά. Ξεκίνησε από τα πλάγια, ελαφρά πυροβόλα του τανκς και ολοκληρώθηκε με δυο βολές από το κεντρικό κανόνι, από τις οποίες καμιά δεν βρήκε στόχο. Η ησυχία ήταν πιο εκκωφαντική από τις προηγούμενες εκρήξεις.
«Να στείλω μερικούς άντρες στα ερείπια;»
«Δεν υπάρχει λόγος υπίλαρχε. Όποιος γλίτωσε ας συρθεί στο λαγούμι του, όποιος τραυματίστηκε –κακό ψόφο».
Τρέξιμο στα χαλάσματα. Με σταθερά βήματα.
Παρακολούθησε τον κύριο Αλεξίου καθώς απομακρυνόταν με κουρασμένο βήμα. Υπολόγισε ασυναίσθητα τις πιθανότητες που διέθετε προκειμένου να τον βγάλει από τη μέση, αθόρυβα, σε κάποιο από τα διπλανά στενά. «Τζάμπα το σκέφτεσαι –είσαι ανίκανος για τέτοια πράγματα», μουρμούρισε καθώς σηκωνόταν. Ο Νίκος ίσως, ο Βασίλης σίγουρα … Όμως οι Καστρινοί δεν σκότωναν στα μουλωχτά. «Γι΄αυτό και τους τρώνε λάχανο», γέλασε βγαίνοντας στον δρόμο.
«Έρχονται;»
«Δεν βλέπω τίποτα»
«Πρέπει να τρέξουμε».
«Είμαστε όλοι εντάξει;»
«Εσύ τι λες ρε μαλάκα;»
«Δεν βλέπω τη Μαριάνα».
«Επειδή έχει ήδη περάσει μέσα από τα χαλάσματα. Ηλίθιε!»
«Είσαι!»
«Τσακιστείτε γαμώ το στανιό σας!»
Πήρε ένα ακόμα ταξί για να φτάσει πιο κοντά στον Βασίλη.
Έτρεξαν ανάμεσα σε έρημους δρόμους για να βρουν τον Βασίλη.
Λογικό φαινόταν –δεν μπορούσαν να ξέρουν, δεν μπορούσαν να φανταστούν.
(και που να ξέρω αν συνεχίζεται;)



