Τι έγινε ρε μάγκες; Που πήγαν όλοι οι μεγάλοι θεωρητικοί του συνεδριακού τουρισμού, που πήγαν οι γκουρού της χρηματοπιστωτικής ανάλυσης, οι θαυματοποιοί των διεθνών χρηματιστηριακών συναλλαγών, οι μύστες της παγκοσμιοποιημένης αγοράς; Που πήγαν όλοι εκείνοι που έσκιζαν τα γκούτσι τους διαμαρτυρόμενοι για τον κρατικό παρεμβατισμό, τι συνέβη στους λάτρεις της ελεύθερης οικονομίας;
Όταν οι χρηματιστές και οι τραπεζίτες ψάχνουν για θαλασσοδάνεια από το κράτος, πόσο σίγουρος νιώθεις για την δική σου επιβίωση; Αύριο θα πάρουν το φαγητό από το τραπέζι σου, θα το ρίξουν στη χωματερή και θα σε αναγκάσουν να το ξαναγοράσεις –αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, έτσι θα στο πουν.
Άκου τώρα ένα παραμύθι με κακές μάγισσες, ζητιάνους και μεσόκοπες πριγκίπισσες. Ένα παραμύθι που ξεκινάει από την εποχή που το χαρτί αυτονομήθηκε –κάτσε να στο εξηγήσω αυτό. Λοιπόν, τα παλιά χρόνια παρουσιάστηκε η ανάγκη χρήσης μιας ενιαίας ανταλλακτικής αξίας στις συναλλαγές. Επειδή ήταν πολύ δύσκολο ας πούμε να πηγαίνεις στην αγορά κουβαλώντας 50 κιλά πατάτες, παραγωγής σου, και μετά να δίνεις πατάτες στον παπουτσή για να πάρεις παπούτσια, να δίνεις άλλες πατάτες στον χασάπη για να πάρεις μοσχαρίσιο νουά –είπαν τα τζιμάνια να βρουν ένα ενιαίο ισοδύναμο. Βολικό ακούγεται, έτσι;
Αλλά αυτό το ρημάδι το ισοδύναμο δεν έπρεπε να κρέμεται στα δέντρα γιατί θα γινόταν ξεφτίλα η κατάσταση, αν δηλαδή χρησιμοποιούσαν μούσμουλα σαν ανταλλακτικό ισοδύναμο ο κάθε κοπρίτης θα γινόταν ζάμπλουτος με μια απλή βόλτα στους μπαξέδες. Γι΄αυτό βρήκαν τον χρυσό (όχι τον Τέρρυ που τραγούδαγε το ‘Μεγεμελέ’ αλλά το μέταλλο). Ο χρυσός λοιπόν ήταν σπάνιο μέταλλο, άρα δεν μπορούσε να του βάλει χέρι ο κάθε πεινάλας, άσε που ήταν και εύκολος στην κατεργασία. Χάραζες, να πούμε, πάνω του τη μουτσούνα της Ελισάβετ, ή τη φαλάκρα του Εδουάρδου –το ονόμαζες αυτό το καλλιτέχνημα «λίρα» και πορευόσουν άνετα στο υπόλοιπο της ζωής σου. Καλή φάση! Έχωνες στο πουγκί τα χρυσά σου νομίσματα που απέκτησες πουλώντας τις πατάτες και τα αντάλλασσες με παπούτσια, κρέας, ανθρώπους –ότι τράβαγε η ψυχή σου.
Αλλά μετά δυσκόλεψαν τα πράγματα, πλήθυναν οι ανάγκες και αυξήθηκε η παραγωγή. Έφτασε κάποτε η εποχή που τα ορυχεία χρυσού κατέβασαν ρολά –σπάνιο το μέταλλο, είπαμε, κάποτε λοιπόν τελείωσε. Όμως τα τζιμάνια είχαν μάθει ήδη το κόλπο –«που να ξεγοφιαζόμαστε τώρα κουβαλώντας χρυσά νομίσματα; δεν τα χώνουμε σε μια τράπεζα και να μας δώσουν αυτοί μια βεβαίωση κατοχής χρυσού να πορευόμαστε ανάλαφροι μέσα στη χλίδα;» Είπαν. Κι έτσι έγινε. Καβατζώθηκε το χρυσάφι στις τράπεζες κι αυτές, κανόνισαν με τα κράτη να εκδωθούν χαρτάκια που έγραφαν επάνω ένα νουμεράκι κι από κάτω «Πληρωτέο επί τη εμφανίσει» -πάει να πει, το πας στην τράπεζα και σου το αλλάζουν με ατόφιο χρυσάφι. Αν θυμάσαι μάλιστα, τα χαρτονομίσματα είχαν και μια συρμάτινη κλωστή για να ξέρεις σε πόσο χρυσάφι αντιστοιχούν. Έγινε κι αυτό –πάμε παρακάτω.
Κάπου στο ’30 αν έχεις ακουστά, συνέβη εκείνη η τεράστια κρίση στις ΗΠΑ, που την είπανε και «κραχ» λες και έκατσε χοντρός σε σκαμνί κι έσπασε το σκαμνί, ας πούμε. Τι είχε συμβεί τότε; Μια μεγάλη άνοδος του χρηματιστηρίου γύρισε σε ιλιγγιώδη πτώση, οι άνθρωποι έχασαν λεφτά και οι επιχειρηματίες κονόμησαν (επειδή, ως γνωστόν, άλλο άνθρωποι και άλλο επαγγελματίες) –έτρεξαν τότε όλοι στις τράπεζες να σηκώσουν τις οικονομίες τους. Εκεί ανακάλυψαν ότι οι τράπεζες είχαν κάνει στους εαυτούς τους κάποιες μικρές διευκολύνσεις με τα λεφτά των καταθετών. Είχαν χώσει τα χρήματα σε επενδύσεις και μετοχές για να τα αυγατίσουν και τώρα δεν ήταν σε θέση να τα επιστρέψουν! Πανικός; «Εντάξει, μην ψαρώνετε», είπαν τα τζιμάνια της κυβέρνησης, «να τυπώσουμε εμείς χαρτονομίσματα όσα γουστάρετε κι ας μην αντιστοιχούν στο χρυσάφι που υπάρχει στα θησαυροφυλάκιά μας». Και τύπωσαν χαρτί άχρηστο και το έκαναν τόσο καλά που έπηξε η αγορά στο χαρτί και πλέον δεν αγόραζες τίποτα μ΄αυτό, ούτε για να σκουπίσεις τον πισινό σου δεν άξιζε –καθότι στενό και λεπτό.
Από τότε άρχισε αυτό το παιχνιδάκι του σπασίματος της αντιστοιχίας χρυσού-χαρτονομίσματος. Επειδή βλέπεις, κάνανε οι ισχυροί έναν Παγκόσμιο Πόλεμο και επανέφεραν την οικονομική ισορροπία, αλλά δεν είχαν καμιά όρεξη μετά να βρεθεί κάποιος πονηρός και να τους ξαναχρεοκοπήσει. Γιατί αυτό θα γινόταν αν πολλοί μαζεμένοι κάτοχοι χαρτονομισμάτων πήγαιναν να ανταλλάξουν τα χαρτιά τους με χρυσάφι. Πρόβλημα; Μεγάλο –διότι:
1.Έπρεπε οι άνθρωποι να αλλάξουν λατρευτικό είδωλο –μέχρι τότε, το χρυσάφι ήταν ο θεός, τώρα θα έπρεπε να ψηθούν να λατρεύουν χρωματιστά χαρτιά. Δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο.
2.Υπήρχε πάντα ο κίνδυνος να αρχίσει κάποιο κράτος να εκδίδει χαρτιά σωρηδόν και να ξεφτιλιστεί το νόμισμα (νόμισμα= αυτό που ΝΟΜΙΖΕΙΣ ότι είναι).
Πριν γίνουν όλα αυτά είχε έρθει ένα παλικαράκι, ίσα με 60 χρονών, ονόματι Καρλ Μαρξ και μίλαγε για «φετιχοποίηση του χρήματος» και για «δομική αντίφαση του καπιταλιστικού συστήματος» η οποία θα υπέσκαπτε τα θεμέλια του εν λόγω συστήματος. Αλλά επειδή το παλικαράκι ήτανε μουσάτος και στρυφνός τον είπανε «παλιοκουμούνι» και τον άφησαν να τραβιέται με τους φτωχομπινέδες –κι έτσι έγινε.
Κάτσε τώρα να σου εξηγήσω αυτά τα φετιχιστικά τα περί χρήματος. Θυμάσαι τον Σκρουτζ Μακ Ντακ, το ζάπλουτο παπί που έκανε βουτιές στο θησαυροφυλάκιό του; Αυτό είναι με απλά λόγια ο φετιχισμός. Να αντιμετωπίζεις το χρήμα σαν αυτόνομη οντότητα και ΟΧΙ σαν μέσο ανταλλαγής. Να ξεχνάς ότι τα σημαντικά είναι ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙΣ να αποκτήσεις δίνοντας χρήματα ΚΑΙ ΟΧΙ τα ίδια τα χρήματα.
Πάμε τώρα στη «δομική αντίφαση του καπιταλιστικού συστήματος». Από τη μια οι μάγκες σε ψήνουν να λατρέψεις το χαρτί παύλα χρήμα κι από την άλλη έχουν ανάγκη να κυκλοφορεί αυτό το ίδιο χρήμα στην αγορά, να συγκεντρώνεται στους κεφαλαιούχους, «να αυξάνεται η επιχειρηματική κερδοφορία». Πως θα γίνει αυτό; Με δυο τρόπους:
1.Με τη δημιουργία συνεχώς αυξανόμενων και ενίοτε πλαστών αναγκών για την απόκτηση προϊόντων.
2.Με τη λειτουργία των τραπεζών.
Από τη μια λοιπόν σε ψήνουν οτι χρειάζεσαι ότι σκατολοϊδι βγάζουν –κι αυτό εσύ το ξέρεις, αλλά εξακολουθείς να αγοράζεις, όντας καλοψημένος. Κι από την άλλη σου φοράνε έναν εισοδηματικό νταβατζή που τον ονομάζουν «τράπεζα». Θέλεις να κρατήσεις το χάρτινο χρήμα για «μια ώρα ανάγκης», για τα γεράματά σου, επειδή τελικά ηδονίζεσαι από την ίδια την κατοχή του; Κανένα πρόβλημα. Βάλτο στην τράπεζα κι αυτοί θα σου το αυγατίσουν. Κι όσο εσύ νομίζεις ότι έχεις λεφτά στην καβάτζα, αυτοί, οι τραπεζίτες, τζογάρουν με το δικό σου χρήμα. Το παίρνουν, το επενδύουν, το πουλάνε, το ξαναγοράζουν και βγάζουν κέρδος.
Από την άλλη, εσύ έχεις ανάγκες –κάθε μέρα αυξανόμενες. Πως θα τις καλύψεις; Κανένα πρόβλημα! Αν σου τελειώσουν τα λεφτά, μπορείς να πάρεις δάνειο από την τράπεζα!
Που είναι λοιπόν η αντίφαση;
Κατά πρώτον στη λατρεία του χρήματος και την αποσύνδεσή του από την ανταλλακτική του αξία. Κατά δεύτερον στην ανάγκη των (ας χρησιμοποιήσω τον παλιό όρο, για χάρη συντομίας) καπιταλιστών για συνεχή αύξηση των κερδών τους. Πως αυξάνονται τα κέρδη; Με ακόλουθη αύξηση των πωλήσεων. Τι χρειάζεται να αυξηθούν οι πωλήσεις; Περισσότερα προϊόντα προς πώληση. Μέσα είσαι ρε δικέ μου, αλλά όσο περισσότερα ομοειδή προϊόντα βγαίνουν στην αγορά τόσο πέφτει η τιμή τους! Επειδή η τιμή καθορίζεται από την έλλειψη –κατάλαβες; Αν η Μαντόνα, ας πούμε, κάνει συναυλία στο Μπαράκι του Βασίλη, το εισιτήριο θα πουλιέται 10 χιλιάρικα έκαστο, αν κάνει συναυλία στον θεσσαλικό κάμπο, το εισιτήριο θα πέσει στα 10 ευρώ και βγάλε. Αλλά η Μαντόνα για να βγάζει φράγκα πρέπει να πουλάει όλο και περισσότερα εισιτήρια –με πιάνεις;
Έρχονται λοιπόν οι διακινητές του χρήματος –δηλαδή οι τράπεζες ρε αδερφάκι μου, να ανακαλύψουν ότι ακόμα και το χαρτί ξεπεράστηκε. Δεν επαρκεί ρε παιδί μου και δεν μπορούν να τυπώνουν αβέρτα καινούργιο γιατί θα ξεφτιλιστεί η αξία του. Στρίμωγμα όσο να πεις! Αλλά –όχι αδιέξοδο! Διότι, δεν είπαμε ότι οι άνθρωποι έχουν φετιχοποιήσει το χάρτινο χρήμα; Το είπαμε. Άρα, μήπως θα μπορούσαμε να φτιάξουμε ένα ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΟ;
Έτσι γεννήθηκε το πλαστικό. Σου λένε οι γάτοι –«πάρε μια κάρτα, πάρε ένα ανοιχτό δάνειο και πορέψου εις τους αιώνας των αιώνων». Το πλαστικό χρήμα ΔΕΝ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΕΙ πλέον σε ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙΣ, αλλά ΣΕ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΧΡΩΣΤΑΣ. Μαγκιά; Μεγάλη. Καθότι, αφού σου φάνε όσα έχεις, σου τρώνε και ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ!
Έρχονται τώρα κάτι άπλυτοι που θυμούνται το παλικαράκι, Καρλ Μαρξ, και γκρινιάζουν, «που βαίνομεν κύριοι;» καθότι δεν το βλέπουν τόσο σόι να χρωστάς αιωνίως και ποτέ να μην ξεπληρώνεις. Τους βλέπουν αυτούς τους άπλυτους οι γκουρού που λέγαμε στην αρχή και γελάνε μέσα από τα τζακούζια τους. «Αφήστε την αγορά στην ησυχία της γιατί διαθέτει μηχανισμούς αυτορύθμισης». «Μην επεμβαίνετε στην ελεύθερη διακίνηση –ξουτ οπισθοδρομικοί, ζήτω η ελευθερία (του χρήματος)!» Όμορφα!
Έρχονται τώρα οι αμερικάνικες τράπεζες και δίνουν δάνεια με το σωρό. Είσαι ψηλός; Πάρε στεγαστικό. Είσαι κοντός; Πάρε κι εσύ, να μη φωνάζεις. Είσαι χοντρός; Πάρε για να μη λες ότι κάνουμε διακρίσεις. Δεν μπορείς να το ξεχρεώσεις; Μην αγχώνεσαι –όλα καλά. Και πήγαν τα Αμερικανά και πήραν δάνεια για σπίτια σούπερ χλιδάτα κι ας μην είχαν λεφτά ούτε κουνουπίδι να βράσουν. Θα μου πεις «τόσο μαλάκες είναι οι τραπεζίτες; δίνουν δάνεια σε άτομα που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα; πως θα πάρουν πίσω τα λεφτά τους;» Δώσε βάση. Οι τράπεζες φυσικά και ξέρουν ότι οι φτωχομπινέδες δεν θα μπορέσουν να τους ξεχρεώσουν. Μαζεύουν λοιπόν τις αιτήσεις των δανείων και τις «πουλάνε» σε κάτι off shore εταιρείες, όχι του Βουλγαράκη, αλλά δικές τους –με πιάνεις; Εταιρείες που οι ίδιες οι τράπεζες έχουν στήσει στα νησιά Κάυμαν, στην Αντίγκουα και στου διαόλου το κέρατο, άμα λάχει. Νάτες λοιπόν οι καινούργιες εταιρείες με τρελά κεφάλαια (στο μιλητό) –μπαίνουν και στα χρηματιστήρια και μοσχοπουλάνε τις μετοχές τους! Πριν από αυτές, έχουν ήδη μοσχοπουλήσει τις δικές τους μετοχές οι τράπεζες που λέγαμε! Μετά βγαίνουν στη γύρα και παίρνουν πίσω τα σπίτια των κακομοίρηδων που δεν μπορούν να πληρώσουν τη δόση –και τα βγάζουν σε δημοπρασία! Καλή φάση;
Όχι μάγκα μου, δεν είναι καλή η φάση –επειδή έχει γίνει μια τεράστια πουστιά εδώ πέρα. Διότι, ποιο είναι το απτό, το χειροπιαστό, ας πούμε; Μα φυσικά, τα σπίτια. Αυτή είναι η μοναδική πραγματική (ας την πούμε) αξία στην όλη συναλλαγή. Ε, αυτά τα σπίτια «πουλήθηκαν» μια φορά στους φτωχούς οι οποίοι για να τα αποκτήσουν πήραν δάνεια. Τα οποία δάνεια «πουλήθηκαν» μετά στο χρηματιστήριο ανεβάζοντας τις μετοχές των τραπεζών. Τα οποία δάνεια «ξαναπουλήθηκαν» στις off shore. Οι οποίες off shore «ματαξαναπούλησαν» τα ίδια δάνεια στο χρηματιστήριο! Και τελικά αποφάσισαν «ξαναματαξαναπουλήσουν» τα σπίτια σε δημοπρασίες! Δηλαδή, το προϊόν που κόστιζε, ας πούμε, 1 δολάριο –έφερε έσοδα 5 δολάρια στις τράπεζες, μέσα από τις συνεχείς αγοραπωλησίες! Νόμος της αγοράς! Αυτορύθμιση! Παπάρια μάντολες!
Καθότι, όταν βγήκε στη φόρα η μηχανή –έτρεξαν οι επενδυτές να ρευστοποιήσουν τις μετοχές τους που αποδείχτηκαν φούσκες. Αλλά μπορείς να πάρεις πίσω τα λεφτά σου όταν έχεις αγοράσει σαπουνόφουσκα; Πιάνεται η σαπουνόφουσκα; Απλώνεις να την αρπάξεις και ΚΡΑΧ, σκάει στα μούτρα σου. Κατανοητό;
Τι γίνεται τώρα;
Οι τράπεζες θα προσπαθήσουν να βγάλουν τα σπασμένα από τους καημένους τους δανειολήπτες. Θα τους ανεβάσουν τα επιτόκια στο θεό –φτάνει αυτό; Δεν φτάνει. Τι άλλο;
Το κράτος θα έρθει να βοηθήσει τις τράπεζες για να μην καταρρεύσουν οι διεθνείς οικονομίες. Πάει να πει, θα πάρει κι άλλα λεφτά από τους κατακαημένους και θα τα δώσει δανεικά κι αγύριστα στις τράπεζες –μπας και ισιώσουν. Σωστοί;
Είναι αυτό «ελεύθερη οικονομία»; Είναι φιλελευθερισμός; Είναι «ελεύθερη αγορά»; Είναι «αυτορύθμιση από τους ίδιους τους μηχανισμούς της αγοράς»; Όλοι αυτοί που άνοιγαν σαμπάνιες με το φαινόμενο που ΟΙ ΙΔΙΟΙ αποφάσισαν να ονομάσουν «χρεοκοπία του κομμουνισμού», μήπως θα πρέπει να μιλήσουν τώρα και για χρεοκοπία του καπιταλισμού (χωρίς εισαγωγικά αυτή τη φορά); Ή επειδή η μπάλα είναι πλέον στη μικρή μας περιοχή «θα γυρίσουμε πίσω την ομάδα, να χάσουμε 1-0 και να τα ρίξουμε στη διαιτησία», που έλεγε και ο φιλόσοφος Αναστό;
Άνοιγμα παρένθεσης:
Και μέσα στον κουρνιαχτό έρχεται το ισχνό άτομο ονόματι Προβόπουλος να διαβεβαιώσει ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν διατρέχουν κίνδυνο, εντάξει, μπορεί να κουνηθούν λίγο, αλλά δε μασάνε. Επειδή, λέει, οι ελληνικές τράπεζες τζογάρουν ΜΟΝΟ με τα λεφτά των αποταμιευτών και ΟΧΙ με αέρα-χρήματα που δεν έχουν! Αλήθεια κύριε "Διευθυντά των δίσκων";
Δηλαδή, οι ελληνικές τράπεζες δεν έχουν δανείσει σε άτομα που δεν μπορούν να ξεχρεώσουν;
Δηλαδή οι ελληνικές τράπεζες δεν έχουν τζογάρει τα χρήματα των αποταμιευτών στα διεθνή χρηματιστήρια που καταρρέουν;
Δηλαδή οι ελληνικές τράπεζες έχουν «αντίκρισμα» αν αύριο το πρωί πάει ο κόσμος κι αρχίσει να ζητάει τα λεφτά του πίσω;
Δηλαδή οι ελληνικές τράπεζες που παρουσίασαν κάτι τρομακτικούς δείκτες κερδοφορίας τα δυο τελευταία χρόνια, έχουν επενδύσει τα κέρδη τους ή τα έχουν παντελονιάσει μειώνοντας το αποθεματικό τους;
Κλείσιμο παρένθεσης.
Έλεγε ο Μαρξ ότι το χρήμα είναι η «υλική ενσάρκωση» των σχέσεων που χαρακτηρίζουν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής («Η αξία, που εμφανίζεται σαν αφαίρεση, είναι δυνατή σαν τέτοια αφαίρεση μόνο από τη στιγμή που έχει τοποθετηθεί το χρήμα») –να το δεχτούμε, ή να αποφασίσουμε ότι επρόκειτο περί γεροξούρα; Γιατί, αν το δεχτούμε, θα πρέπει να δεχτούμε επίσης ότι αυτές οι σχέσεις στον συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής ξεκίνησαν από το σπάνιο μέταλλο, πέρασαν στα χάρτινα υποκατάστατα και σήμερα πλέον, κατέληξαν τόσο νεφελώδεις και μεταφυσικές που δεν διαφέρουν σε τίποτα από τις οργανωμένες θρησκείες.
Αν λοιπόν λεβέντες της ελεύθερης αγοράς, αυτό που ευαγγελίζεστε για ένα καλύτερο μέλλον είναι ένας διαφορετικός γέροντας με θρόνο στα σύννεφα, ο οποίος αντί για μετά θάνατον ζωή υπόσχεται τηλεοράσεις πλάσμα και πισίνες με υδρομασάζ, συγνώμη –αλλά δεν ψήνομαι. Επειδή ο προηγούμενος γέροντας απαιτούσε μόνο νηστεία και προσευχή ενώ εσείς απαιτείτε να δεσμεύσετε τον μισθό μου για τα επόμενα 100 χρόνια.
Πάμε παρακάτω;
Όταν οι χρηματιστές και οι τραπεζίτες ψάχνουν για θαλασσοδάνεια από το κράτος, πόσο σίγουρος νιώθεις για την δική σου επιβίωση; Αύριο θα πάρουν το φαγητό από το τραπέζι σου, θα το ρίξουν στη χωματερή και θα σε αναγκάσουν να το ξαναγοράσεις –αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, έτσι θα στο πουν.
Άκου τώρα ένα παραμύθι με κακές μάγισσες, ζητιάνους και μεσόκοπες πριγκίπισσες. Ένα παραμύθι που ξεκινάει από την εποχή που το χαρτί αυτονομήθηκε –κάτσε να στο εξηγήσω αυτό. Λοιπόν, τα παλιά χρόνια παρουσιάστηκε η ανάγκη χρήσης μιας ενιαίας ανταλλακτικής αξίας στις συναλλαγές. Επειδή ήταν πολύ δύσκολο ας πούμε να πηγαίνεις στην αγορά κουβαλώντας 50 κιλά πατάτες, παραγωγής σου, και μετά να δίνεις πατάτες στον παπουτσή για να πάρεις παπούτσια, να δίνεις άλλες πατάτες στον χασάπη για να πάρεις μοσχαρίσιο νουά –είπαν τα τζιμάνια να βρουν ένα ενιαίο ισοδύναμο. Βολικό ακούγεται, έτσι;
Αλλά αυτό το ρημάδι το ισοδύναμο δεν έπρεπε να κρέμεται στα δέντρα γιατί θα γινόταν ξεφτίλα η κατάσταση, αν δηλαδή χρησιμοποιούσαν μούσμουλα σαν ανταλλακτικό ισοδύναμο ο κάθε κοπρίτης θα γινόταν ζάμπλουτος με μια απλή βόλτα στους μπαξέδες. Γι΄αυτό βρήκαν τον χρυσό (όχι τον Τέρρυ που τραγούδαγε το ‘Μεγεμελέ’ αλλά το μέταλλο). Ο χρυσός λοιπόν ήταν σπάνιο μέταλλο, άρα δεν μπορούσε να του βάλει χέρι ο κάθε πεινάλας, άσε που ήταν και εύκολος στην κατεργασία. Χάραζες, να πούμε, πάνω του τη μουτσούνα της Ελισάβετ, ή τη φαλάκρα του Εδουάρδου –το ονόμαζες αυτό το καλλιτέχνημα «λίρα» και πορευόσουν άνετα στο υπόλοιπο της ζωής σου. Καλή φάση! Έχωνες στο πουγκί τα χρυσά σου νομίσματα που απέκτησες πουλώντας τις πατάτες και τα αντάλλασσες με παπούτσια, κρέας, ανθρώπους –ότι τράβαγε η ψυχή σου.
Αλλά μετά δυσκόλεψαν τα πράγματα, πλήθυναν οι ανάγκες και αυξήθηκε η παραγωγή. Έφτασε κάποτε η εποχή που τα ορυχεία χρυσού κατέβασαν ρολά –σπάνιο το μέταλλο, είπαμε, κάποτε λοιπόν τελείωσε. Όμως τα τζιμάνια είχαν μάθει ήδη το κόλπο –«που να ξεγοφιαζόμαστε τώρα κουβαλώντας χρυσά νομίσματα; δεν τα χώνουμε σε μια τράπεζα και να μας δώσουν αυτοί μια βεβαίωση κατοχής χρυσού να πορευόμαστε ανάλαφροι μέσα στη χλίδα;» Είπαν. Κι έτσι έγινε. Καβατζώθηκε το χρυσάφι στις τράπεζες κι αυτές, κανόνισαν με τα κράτη να εκδωθούν χαρτάκια που έγραφαν επάνω ένα νουμεράκι κι από κάτω «Πληρωτέο επί τη εμφανίσει» -πάει να πει, το πας στην τράπεζα και σου το αλλάζουν με ατόφιο χρυσάφι. Αν θυμάσαι μάλιστα, τα χαρτονομίσματα είχαν και μια συρμάτινη κλωστή για να ξέρεις σε πόσο χρυσάφι αντιστοιχούν. Έγινε κι αυτό –πάμε παρακάτω.
Κάπου στο ’30 αν έχεις ακουστά, συνέβη εκείνη η τεράστια κρίση στις ΗΠΑ, που την είπανε και «κραχ» λες και έκατσε χοντρός σε σκαμνί κι έσπασε το σκαμνί, ας πούμε. Τι είχε συμβεί τότε; Μια μεγάλη άνοδος του χρηματιστηρίου γύρισε σε ιλιγγιώδη πτώση, οι άνθρωποι έχασαν λεφτά και οι επιχειρηματίες κονόμησαν (επειδή, ως γνωστόν, άλλο άνθρωποι και άλλο επαγγελματίες) –έτρεξαν τότε όλοι στις τράπεζες να σηκώσουν τις οικονομίες τους. Εκεί ανακάλυψαν ότι οι τράπεζες είχαν κάνει στους εαυτούς τους κάποιες μικρές διευκολύνσεις με τα λεφτά των καταθετών. Είχαν χώσει τα χρήματα σε επενδύσεις και μετοχές για να τα αυγατίσουν και τώρα δεν ήταν σε θέση να τα επιστρέψουν! Πανικός; «Εντάξει, μην ψαρώνετε», είπαν τα τζιμάνια της κυβέρνησης, «να τυπώσουμε εμείς χαρτονομίσματα όσα γουστάρετε κι ας μην αντιστοιχούν στο χρυσάφι που υπάρχει στα θησαυροφυλάκιά μας». Και τύπωσαν χαρτί άχρηστο και το έκαναν τόσο καλά που έπηξε η αγορά στο χαρτί και πλέον δεν αγόραζες τίποτα μ΄αυτό, ούτε για να σκουπίσεις τον πισινό σου δεν άξιζε –καθότι στενό και λεπτό.
Από τότε άρχισε αυτό το παιχνιδάκι του σπασίματος της αντιστοιχίας χρυσού-χαρτονομίσματος. Επειδή βλέπεις, κάνανε οι ισχυροί έναν Παγκόσμιο Πόλεμο και επανέφεραν την οικονομική ισορροπία, αλλά δεν είχαν καμιά όρεξη μετά να βρεθεί κάποιος πονηρός και να τους ξαναχρεοκοπήσει. Γιατί αυτό θα γινόταν αν πολλοί μαζεμένοι κάτοχοι χαρτονομισμάτων πήγαιναν να ανταλλάξουν τα χαρτιά τους με χρυσάφι. Πρόβλημα; Μεγάλο –διότι:
1.Έπρεπε οι άνθρωποι να αλλάξουν λατρευτικό είδωλο –μέχρι τότε, το χρυσάφι ήταν ο θεός, τώρα θα έπρεπε να ψηθούν να λατρεύουν χρωματιστά χαρτιά. Δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο.
2.Υπήρχε πάντα ο κίνδυνος να αρχίσει κάποιο κράτος να εκδίδει χαρτιά σωρηδόν και να ξεφτιλιστεί το νόμισμα (νόμισμα= αυτό που ΝΟΜΙΖΕΙΣ ότι είναι).
Πριν γίνουν όλα αυτά είχε έρθει ένα παλικαράκι, ίσα με 60 χρονών, ονόματι Καρλ Μαρξ και μίλαγε για «φετιχοποίηση του χρήματος» και για «δομική αντίφαση του καπιταλιστικού συστήματος» η οποία θα υπέσκαπτε τα θεμέλια του εν λόγω συστήματος. Αλλά επειδή το παλικαράκι ήτανε μουσάτος και στρυφνός τον είπανε «παλιοκουμούνι» και τον άφησαν να τραβιέται με τους φτωχομπινέδες –κι έτσι έγινε.
Κάτσε τώρα να σου εξηγήσω αυτά τα φετιχιστικά τα περί χρήματος. Θυμάσαι τον Σκρουτζ Μακ Ντακ, το ζάπλουτο παπί που έκανε βουτιές στο θησαυροφυλάκιό του; Αυτό είναι με απλά λόγια ο φετιχισμός. Να αντιμετωπίζεις το χρήμα σαν αυτόνομη οντότητα και ΟΧΙ σαν μέσο ανταλλαγής. Να ξεχνάς ότι τα σημαντικά είναι ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙΣ να αποκτήσεις δίνοντας χρήματα ΚΑΙ ΟΧΙ τα ίδια τα χρήματα.
Πάμε τώρα στη «δομική αντίφαση του καπιταλιστικού συστήματος». Από τη μια οι μάγκες σε ψήνουν να λατρέψεις το χαρτί παύλα χρήμα κι από την άλλη έχουν ανάγκη να κυκλοφορεί αυτό το ίδιο χρήμα στην αγορά, να συγκεντρώνεται στους κεφαλαιούχους, «να αυξάνεται η επιχειρηματική κερδοφορία». Πως θα γίνει αυτό; Με δυο τρόπους:
1.Με τη δημιουργία συνεχώς αυξανόμενων και ενίοτε πλαστών αναγκών για την απόκτηση προϊόντων.
2.Με τη λειτουργία των τραπεζών.
Από τη μια λοιπόν σε ψήνουν οτι χρειάζεσαι ότι σκατολοϊδι βγάζουν –κι αυτό εσύ το ξέρεις, αλλά εξακολουθείς να αγοράζεις, όντας καλοψημένος. Κι από την άλλη σου φοράνε έναν εισοδηματικό νταβατζή που τον ονομάζουν «τράπεζα». Θέλεις να κρατήσεις το χάρτινο χρήμα για «μια ώρα ανάγκης», για τα γεράματά σου, επειδή τελικά ηδονίζεσαι από την ίδια την κατοχή του; Κανένα πρόβλημα. Βάλτο στην τράπεζα κι αυτοί θα σου το αυγατίσουν. Κι όσο εσύ νομίζεις ότι έχεις λεφτά στην καβάτζα, αυτοί, οι τραπεζίτες, τζογάρουν με το δικό σου χρήμα. Το παίρνουν, το επενδύουν, το πουλάνε, το ξαναγοράζουν και βγάζουν κέρδος.
Από την άλλη, εσύ έχεις ανάγκες –κάθε μέρα αυξανόμενες. Πως θα τις καλύψεις; Κανένα πρόβλημα! Αν σου τελειώσουν τα λεφτά, μπορείς να πάρεις δάνειο από την τράπεζα!
Που είναι λοιπόν η αντίφαση;
Κατά πρώτον στη λατρεία του χρήματος και την αποσύνδεσή του από την ανταλλακτική του αξία. Κατά δεύτερον στην ανάγκη των (ας χρησιμοποιήσω τον παλιό όρο, για χάρη συντομίας) καπιταλιστών για συνεχή αύξηση των κερδών τους. Πως αυξάνονται τα κέρδη; Με ακόλουθη αύξηση των πωλήσεων. Τι χρειάζεται να αυξηθούν οι πωλήσεις; Περισσότερα προϊόντα προς πώληση. Μέσα είσαι ρε δικέ μου, αλλά όσο περισσότερα ομοειδή προϊόντα βγαίνουν στην αγορά τόσο πέφτει η τιμή τους! Επειδή η τιμή καθορίζεται από την έλλειψη –κατάλαβες; Αν η Μαντόνα, ας πούμε, κάνει συναυλία στο Μπαράκι του Βασίλη, το εισιτήριο θα πουλιέται 10 χιλιάρικα έκαστο, αν κάνει συναυλία στον θεσσαλικό κάμπο, το εισιτήριο θα πέσει στα 10 ευρώ και βγάλε. Αλλά η Μαντόνα για να βγάζει φράγκα πρέπει να πουλάει όλο και περισσότερα εισιτήρια –με πιάνεις;
Έρχονται λοιπόν οι διακινητές του χρήματος –δηλαδή οι τράπεζες ρε αδερφάκι μου, να ανακαλύψουν ότι ακόμα και το χαρτί ξεπεράστηκε. Δεν επαρκεί ρε παιδί μου και δεν μπορούν να τυπώνουν αβέρτα καινούργιο γιατί θα ξεφτιλιστεί η αξία του. Στρίμωγμα όσο να πεις! Αλλά –όχι αδιέξοδο! Διότι, δεν είπαμε ότι οι άνθρωποι έχουν φετιχοποιήσει το χάρτινο χρήμα; Το είπαμε. Άρα, μήπως θα μπορούσαμε να φτιάξουμε ένα ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΟ;
Έτσι γεννήθηκε το πλαστικό. Σου λένε οι γάτοι –«πάρε μια κάρτα, πάρε ένα ανοιχτό δάνειο και πορέψου εις τους αιώνας των αιώνων». Το πλαστικό χρήμα ΔΕΝ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΕΙ πλέον σε ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙΣ, αλλά ΣΕ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΧΡΩΣΤΑΣ. Μαγκιά; Μεγάλη. Καθότι, αφού σου φάνε όσα έχεις, σου τρώνε και ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ!
Έρχονται τώρα κάτι άπλυτοι που θυμούνται το παλικαράκι, Καρλ Μαρξ, και γκρινιάζουν, «που βαίνομεν κύριοι;» καθότι δεν το βλέπουν τόσο σόι να χρωστάς αιωνίως και ποτέ να μην ξεπληρώνεις. Τους βλέπουν αυτούς τους άπλυτους οι γκουρού που λέγαμε στην αρχή και γελάνε μέσα από τα τζακούζια τους. «Αφήστε την αγορά στην ησυχία της γιατί διαθέτει μηχανισμούς αυτορύθμισης». «Μην επεμβαίνετε στην ελεύθερη διακίνηση –ξουτ οπισθοδρομικοί, ζήτω η ελευθερία (του χρήματος)!» Όμορφα!
Έρχονται τώρα οι αμερικάνικες τράπεζες και δίνουν δάνεια με το σωρό. Είσαι ψηλός; Πάρε στεγαστικό. Είσαι κοντός; Πάρε κι εσύ, να μη φωνάζεις. Είσαι χοντρός; Πάρε για να μη λες ότι κάνουμε διακρίσεις. Δεν μπορείς να το ξεχρεώσεις; Μην αγχώνεσαι –όλα καλά. Και πήγαν τα Αμερικανά και πήραν δάνεια για σπίτια σούπερ χλιδάτα κι ας μην είχαν λεφτά ούτε κουνουπίδι να βράσουν. Θα μου πεις «τόσο μαλάκες είναι οι τραπεζίτες; δίνουν δάνεια σε άτομα που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα; πως θα πάρουν πίσω τα λεφτά τους;» Δώσε βάση. Οι τράπεζες φυσικά και ξέρουν ότι οι φτωχομπινέδες δεν θα μπορέσουν να τους ξεχρεώσουν. Μαζεύουν λοιπόν τις αιτήσεις των δανείων και τις «πουλάνε» σε κάτι off shore εταιρείες, όχι του Βουλγαράκη, αλλά δικές τους –με πιάνεις; Εταιρείες που οι ίδιες οι τράπεζες έχουν στήσει στα νησιά Κάυμαν, στην Αντίγκουα και στου διαόλου το κέρατο, άμα λάχει. Νάτες λοιπόν οι καινούργιες εταιρείες με τρελά κεφάλαια (στο μιλητό) –μπαίνουν και στα χρηματιστήρια και μοσχοπουλάνε τις μετοχές τους! Πριν από αυτές, έχουν ήδη μοσχοπουλήσει τις δικές τους μετοχές οι τράπεζες που λέγαμε! Μετά βγαίνουν στη γύρα και παίρνουν πίσω τα σπίτια των κακομοίρηδων που δεν μπορούν να πληρώσουν τη δόση –και τα βγάζουν σε δημοπρασία! Καλή φάση;
Όχι μάγκα μου, δεν είναι καλή η φάση –επειδή έχει γίνει μια τεράστια πουστιά εδώ πέρα. Διότι, ποιο είναι το απτό, το χειροπιαστό, ας πούμε; Μα φυσικά, τα σπίτια. Αυτή είναι η μοναδική πραγματική (ας την πούμε) αξία στην όλη συναλλαγή. Ε, αυτά τα σπίτια «πουλήθηκαν» μια φορά στους φτωχούς οι οποίοι για να τα αποκτήσουν πήραν δάνεια. Τα οποία δάνεια «πουλήθηκαν» μετά στο χρηματιστήριο ανεβάζοντας τις μετοχές των τραπεζών. Τα οποία δάνεια «ξαναπουλήθηκαν» στις off shore. Οι οποίες off shore «ματαξαναπούλησαν» τα ίδια δάνεια στο χρηματιστήριο! Και τελικά αποφάσισαν «ξαναματαξαναπουλήσουν» τα σπίτια σε δημοπρασίες! Δηλαδή, το προϊόν που κόστιζε, ας πούμε, 1 δολάριο –έφερε έσοδα 5 δολάρια στις τράπεζες, μέσα από τις συνεχείς αγοραπωλησίες! Νόμος της αγοράς! Αυτορύθμιση! Παπάρια μάντολες!
Καθότι, όταν βγήκε στη φόρα η μηχανή –έτρεξαν οι επενδυτές να ρευστοποιήσουν τις μετοχές τους που αποδείχτηκαν φούσκες. Αλλά μπορείς να πάρεις πίσω τα λεφτά σου όταν έχεις αγοράσει σαπουνόφουσκα; Πιάνεται η σαπουνόφουσκα; Απλώνεις να την αρπάξεις και ΚΡΑΧ, σκάει στα μούτρα σου. Κατανοητό;
Τι γίνεται τώρα;
Οι τράπεζες θα προσπαθήσουν να βγάλουν τα σπασμένα από τους καημένους τους δανειολήπτες. Θα τους ανεβάσουν τα επιτόκια στο θεό –φτάνει αυτό; Δεν φτάνει. Τι άλλο;
Το κράτος θα έρθει να βοηθήσει τις τράπεζες για να μην καταρρεύσουν οι διεθνείς οικονομίες. Πάει να πει, θα πάρει κι άλλα λεφτά από τους κατακαημένους και θα τα δώσει δανεικά κι αγύριστα στις τράπεζες –μπας και ισιώσουν. Σωστοί;
Είναι αυτό «ελεύθερη οικονομία»; Είναι φιλελευθερισμός; Είναι «ελεύθερη αγορά»; Είναι «αυτορύθμιση από τους ίδιους τους μηχανισμούς της αγοράς»; Όλοι αυτοί που άνοιγαν σαμπάνιες με το φαινόμενο που ΟΙ ΙΔΙΟΙ αποφάσισαν να ονομάσουν «χρεοκοπία του κομμουνισμού», μήπως θα πρέπει να μιλήσουν τώρα και για χρεοκοπία του καπιταλισμού (χωρίς εισαγωγικά αυτή τη φορά); Ή επειδή η μπάλα είναι πλέον στη μικρή μας περιοχή «θα γυρίσουμε πίσω την ομάδα, να χάσουμε 1-0 και να τα ρίξουμε στη διαιτησία», που έλεγε και ο φιλόσοφος Αναστό;
Άνοιγμα παρένθεσης:
Και μέσα στον κουρνιαχτό έρχεται το ισχνό άτομο ονόματι Προβόπουλος να διαβεβαιώσει ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν διατρέχουν κίνδυνο, εντάξει, μπορεί να κουνηθούν λίγο, αλλά δε μασάνε. Επειδή, λέει, οι ελληνικές τράπεζες τζογάρουν ΜΟΝΟ με τα λεφτά των αποταμιευτών και ΟΧΙ με αέρα-χρήματα που δεν έχουν! Αλήθεια κύριε "Διευθυντά των δίσκων";
Δηλαδή, οι ελληνικές τράπεζες δεν έχουν δανείσει σε άτομα που δεν μπορούν να ξεχρεώσουν;
Δηλαδή οι ελληνικές τράπεζες δεν έχουν τζογάρει τα χρήματα των αποταμιευτών στα διεθνή χρηματιστήρια που καταρρέουν;
Δηλαδή οι ελληνικές τράπεζες έχουν «αντίκρισμα» αν αύριο το πρωί πάει ο κόσμος κι αρχίσει να ζητάει τα λεφτά του πίσω;
Δηλαδή οι ελληνικές τράπεζες που παρουσίασαν κάτι τρομακτικούς δείκτες κερδοφορίας τα δυο τελευταία χρόνια, έχουν επενδύσει τα κέρδη τους ή τα έχουν παντελονιάσει μειώνοντας το αποθεματικό τους;
Κλείσιμο παρένθεσης.
Έλεγε ο Μαρξ ότι το χρήμα είναι η «υλική ενσάρκωση» των σχέσεων που χαρακτηρίζουν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής («Η αξία, που εμφανίζεται σαν αφαίρεση, είναι δυνατή σαν τέτοια αφαίρεση μόνο από τη στιγμή που έχει τοποθετηθεί το χρήμα») –να το δεχτούμε, ή να αποφασίσουμε ότι επρόκειτο περί γεροξούρα; Γιατί, αν το δεχτούμε, θα πρέπει να δεχτούμε επίσης ότι αυτές οι σχέσεις στον συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής ξεκίνησαν από το σπάνιο μέταλλο, πέρασαν στα χάρτινα υποκατάστατα και σήμερα πλέον, κατέληξαν τόσο νεφελώδεις και μεταφυσικές που δεν διαφέρουν σε τίποτα από τις οργανωμένες θρησκείες.
Αν λοιπόν λεβέντες της ελεύθερης αγοράς, αυτό που ευαγγελίζεστε για ένα καλύτερο μέλλον είναι ένας διαφορετικός γέροντας με θρόνο στα σύννεφα, ο οποίος αντί για μετά θάνατον ζωή υπόσχεται τηλεοράσεις πλάσμα και πισίνες με υδρομασάζ, συγνώμη –αλλά δεν ψήνομαι. Επειδή ο προηγούμενος γέροντας απαιτούσε μόνο νηστεία και προσευχή ενώ εσείς απαιτείτε να δεσμεύσετε τον μισθό μου για τα επόμενα 100 χρόνια.
Πάμε παρακάτω;
