Τρίτη, Σεπτεμβρίου 30, 2008

Ζόρικοι καιροί για τη Λιμνούπολη

Τι έγινε ρε μάγκες; Που πήγαν όλοι οι μεγάλοι θεωρητικοί του συνεδριακού τουρισμού, που πήγαν οι γκουρού της χρηματοπιστωτικής ανάλυσης, οι θαυματοποιοί των διεθνών χρηματιστηριακών συναλλαγών, οι μύστες της παγκοσμιοποιημένης αγοράς; Που πήγαν όλοι εκείνοι που έσκιζαν τα γκούτσι τους διαμαρτυρόμενοι για τον κρατικό παρεμβατισμό, τι συνέβη στους λάτρεις της ελεύθερης οικονομίας;

Όταν οι χρηματιστές και οι τραπεζίτες ψάχνουν για θαλασσοδάνεια από το κράτος, πόσο σίγουρος νιώθεις για την δική σου επιβίωση; Αύριο θα πάρουν το φαγητό από το τραπέζι σου, θα το ρίξουν στη χωματερή και θα σε αναγκάσουν να το ξαναγοράσεις –αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, έτσι θα στο πουν.

Άκου τώρα ένα παραμύθι με κακές μάγισσες, ζητιάνους και μεσόκοπες πριγκίπισσες. Ένα παραμύθι που ξεκινάει από την εποχή που το χαρτί αυτονομήθηκε –κάτσε να στο εξηγήσω αυτό. Λοιπόν, τα παλιά χρόνια παρουσιάστηκε η ανάγκη χρήσης μιας ενιαίας ανταλλακτικής αξίας στις συναλλαγές. Επειδή ήταν πολύ δύσκολο ας πούμε να πηγαίνεις στην αγορά κουβαλώντας 50 κιλά πατάτες, παραγωγής σου, και μετά να δίνεις πατάτες στον παπουτσή για να πάρεις παπούτσια, να δίνεις άλλες πατάτες στον χασάπη για να πάρεις μοσχαρίσιο νουά –είπαν τα τζιμάνια να βρουν ένα ενιαίο ισοδύναμο. Βολικό ακούγεται, έτσι;
Αλλά αυτό το ρημάδι το ισοδύναμο δεν έπρεπε να κρέμεται στα δέντρα γιατί θα γινόταν ξεφτίλα η κατάσταση, αν δηλαδή χρησιμοποιούσαν μούσμουλα σαν ανταλλακτικό ισοδύναμο ο κάθε κοπρίτης θα γινόταν ζάμπλουτος με μια απλή βόλτα στους μπαξέδες. Γι΄αυτό βρήκαν τον χρυσό (όχι τον Τέρρυ που τραγούδαγε το ‘Μεγεμελέ’ αλλά το μέταλλο). Ο χρυσός λοιπόν ήταν σπάνιο μέταλλο, άρα δεν μπορούσε να του βάλει χέρι ο κάθε πεινάλας, άσε που ήταν και εύκολος στην κατεργασία. Χάραζες, να πούμε, πάνω του τη μουτσούνα της Ελισάβετ, ή τη φαλάκρα του Εδουάρδου –το ονόμαζες αυτό το καλλιτέχνημα «λίρα» και πορευόσουν άνετα στο υπόλοιπο της ζωής σου. Καλή φάση! Έχωνες στο πουγκί τα χρυσά σου νομίσματα που απέκτησες πουλώντας τις πατάτες και τα αντάλλασσες με παπούτσια, κρέας, ανθρώπους –ότι τράβαγε η ψυχή σου.

Αλλά μετά δυσκόλεψαν τα πράγματα, πλήθυναν οι ανάγκες και αυξήθηκε η παραγωγή. Έφτασε κάποτε η εποχή που τα ορυχεία χρυσού κατέβασαν ρολά –σπάνιο το μέταλλο, είπαμε, κάποτε λοιπόν τελείωσε. Όμως τα τζιμάνια είχαν μάθει ήδη το κόλπο –«που να ξεγοφιαζόμαστε τώρα κουβαλώντας χρυσά νομίσματα; δεν τα χώνουμε σε μια τράπεζα και να μας δώσουν αυτοί μια βεβαίωση κατοχής χρυσού να πορευόμαστε ανάλαφροι μέσα στη χλίδα;» Είπαν. Κι έτσι έγινε. Καβατζώθηκε το χρυσάφι στις τράπεζες κι αυτές, κανόνισαν με τα κράτη να εκδωθούν χαρτάκια που έγραφαν επάνω ένα νουμεράκι κι από κάτω «Πληρωτέο επί τη εμφανίσει» -πάει να πει, το πας στην τράπεζα και σου το αλλάζουν με ατόφιο χρυσάφι. Αν θυμάσαι μάλιστα, τα χαρτονομίσματα είχαν και μια συρμάτινη κλωστή για να ξέρεις σε πόσο χρυσάφι αντιστοιχούν. Έγινε κι αυτό –πάμε παρακάτω.

Κάπου στο ’30 αν έχεις ακουστά, συνέβη εκείνη η τεράστια κρίση στις ΗΠΑ, που την είπανε και «κραχ» λες και έκατσε χοντρός σε σκαμνί κι έσπασε το σκαμνί, ας πούμε. Τι είχε συμβεί τότε; Μια μεγάλη άνοδος του χρηματιστηρίου γύρισε σε ιλιγγιώδη πτώση, οι άνθρωποι έχασαν λεφτά και οι επιχειρηματίες κονόμησαν (επειδή, ως γνωστόν, άλλο άνθρωποι και άλλο επαγγελματίες) –έτρεξαν τότε όλοι στις τράπεζες να σηκώσουν τις οικονομίες τους. Εκεί ανακάλυψαν ότι οι τράπεζες είχαν κάνει στους εαυτούς τους κάποιες μικρές διευκολύνσεις με τα λεφτά των καταθετών. Είχαν χώσει τα χρήματα σε επενδύσεις και μετοχές για να τα αυγατίσουν και τώρα δεν ήταν σε θέση να τα επιστρέψουν! Πανικός; «Εντάξει, μην ψαρώνετε», είπαν τα τζιμάνια της κυβέρνησης, «να τυπώσουμε εμείς χαρτονομίσματα όσα γουστάρετε κι ας μην αντιστοιχούν στο χρυσάφι που υπάρχει στα θησαυροφυλάκιά μας». Και τύπωσαν χαρτί άχρηστο και το έκαναν τόσο καλά που έπηξε η αγορά στο χαρτί και πλέον δεν αγόραζες τίποτα μ΄αυτό, ούτε για να σκουπίσεις τον πισινό σου δεν άξιζε –καθότι στενό και λεπτό.

Από τότε άρχισε αυτό το παιχνιδάκι του σπασίματος της αντιστοιχίας χρυσού-χαρτονομίσματος. Επειδή βλέπεις, κάνανε οι ισχυροί έναν Παγκόσμιο Πόλεμο και επανέφεραν την οικονομική ισορροπία, αλλά δεν είχαν καμιά όρεξη μετά να βρεθεί κάποιος πονηρός και να τους ξαναχρεοκοπήσει. Γιατί αυτό θα γινόταν αν πολλοί μαζεμένοι κάτοχοι χαρτονομισμάτων πήγαιναν να ανταλλάξουν τα χαρτιά τους με χρυσάφι. Πρόβλημα; Μεγάλο –διότι:

1.Έπρεπε οι άνθρωποι να αλλάξουν λατρευτικό είδωλο –μέχρι τότε, το χρυσάφι ήταν ο θεός, τώρα θα έπρεπε να ψηθούν να λατρεύουν χρωματιστά χαρτιά. Δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο.
2.Υπήρχε πάντα ο κίνδυνος να αρχίσει κάποιο κράτος να εκδίδει χαρτιά σωρηδόν και να ξεφτιλιστεί το νόμισμα (νόμισμα= αυτό που ΝΟΜΙΖΕΙΣ ότι είναι).

Πριν γίνουν όλα αυτά είχε έρθει ένα παλικαράκι, ίσα με 60 χρονών, ονόματι Καρλ Μαρξ και μίλαγε για «φετιχοποίηση του χρήματος» και για «δομική αντίφαση του καπιταλιστικού συστήματος» η οποία θα υπέσκαπτε τα θεμέλια του εν λόγω συστήματος. Αλλά επειδή το παλικαράκι ήτανε μουσάτος και στρυφνός τον είπανε «παλιοκουμούνι» και τον άφησαν να τραβιέται με τους φτωχομπινέδες –κι έτσι έγινε.

Κάτσε τώρα να σου εξηγήσω αυτά τα φετιχιστικά τα περί χρήματος. Θυμάσαι τον Σκρουτζ Μακ Ντακ, το ζάπλουτο παπί που έκανε βουτιές στο θησαυροφυλάκιό του; Αυτό είναι με απλά λόγια ο φετιχισμός. Να αντιμετωπίζεις το χρήμα σαν αυτόνομη οντότητα και ΟΧΙ σαν μέσο ανταλλαγής. Να ξεχνάς ότι τα σημαντικά είναι ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙΣ να αποκτήσεις δίνοντας χρήματα ΚΑΙ ΟΧΙ τα ίδια τα χρήματα.

Πάμε τώρα στη «δομική αντίφαση του καπιταλιστικού συστήματος». Από τη μια οι μάγκες σε ψήνουν να λατρέψεις το χαρτί παύλα χρήμα κι από την άλλη έχουν ανάγκη να κυκλοφορεί αυτό το ίδιο χρήμα στην αγορά, να συγκεντρώνεται στους κεφαλαιούχους, «να αυξάνεται η επιχειρηματική κερδοφορία». Πως θα γίνει αυτό; Με δυο τρόπους:

1.Με τη δημιουργία συνεχώς αυξανόμενων και ενίοτε πλαστών αναγκών για την απόκτηση προϊόντων.
2.Με τη λειτουργία των τραπεζών.

Από τη μια λοιπόν σε ψήνουν οτι χρειάζεσαι ότι σκατολοϊδι βγάζουν –κι αυτό εσύ το ξέρεις, αλλά εξακολουθείς να αγοράζεις, όντας καλοψημένος. Κι από την άλλη σου φοράνε έναν εισοδηματικό νταβατζή που τον ονομάζουν «τράπεζα». Θέλεις να κρατήσεις το χάρτινο χρήμα για «μια ώρα ανάγκης», για τα γεράματά σου, επειδή τελικά ηδονίζεσαι από την ίδια την κατοχή του; Κανένα πρόβλημα. Βάλτο στην τράπεζα κι αυτοί θα σου το αυγατίσουν. Κι όσο εσύ νομίζεις ότι έχεις λεφτά στην καβάτζα, αυτοί, οι τραπεζίτες, τζογάρουν με το δικό σου χρήμα. Το παίρνουν, το επενδύουν, το πουλάνε, το ξαναγοράζουν και βγάζουν κέρδος.
Από την άλλη, εσύ έχεις ανάγκες –κάθε μέρα αυξανόμενες. Πως θα τις καλύψεις; Κανένα πρόβλημα! Αν σου τελειώσουν τα λεφτά, μπορείς να πάρεις δάνειο από την τράπεζα!

Που είναι λοιπόν η αντίφαση;

Κατά πρώτον στη λατρεία του χρήματος και την αποσύνδεσή του από την ανταλλακτική του αξία. Κατά δεύτερον στην ανάγκη των (ας χρησιμοποιήσω τον παλιό όρο, για χάρη συντομίας) καπιταλιστών για συνεχή αύξηση των κερδών τους. Πως αυξάνονται τα κέρδη; Με ακόλουθη αύξηση των πωλήσεων. Τι χρειάζεται να αυξηθούν οι πωλήσεις; Περισσότερα προϊόντα προς πώληση. Μέσα είσαι ρε δικέ μου, αλλά όσο περισσότερα ομοειδή προϊόντα βγαίνουν στην αγορά τόσο πέφτει η τιμή τους! Επειδή η τιμή καθορίζεται από την έλλειψη –κατάλαβες; Αν η Μαντόνα, ας πούμε, κάνει συναυλία στο Μπαράκι του Βασίλη, το εισιτήριο θα πουλιέται 10 χιλιάρικα έκαστο, αν κάνει συναυλία στον θεσσαλικό κάμπο, το εισιτήριο θα πέσει στα 10 ευρώ και βγάλε. Αλλά η Μαντόνα για να βγάζει φράγκα πρέπει να πουλάει όλο και περισσότερα εισιτήρια –με πιάνεις;

Έρχονται λοιπόν οι διακινητές του χρήματος –δηλαδή οι τράπεζες ρε αδερφάκι μου, να ανακαλύψουν ότι ακόμα και το χαρτί ξεπεράστηκε. Δεν επαρκεί ρε παιδί μου και δεν μπορούν να τυπώνουν αβέρτα καινούργιο γιατί θα ξεφτιλιστεί η αξία του. Στρίμωγμα όσο να πεις! Αλλά –όχι αδιέξοδο! Διότι, δεν είπαμε ότι οι άνθρωποι έχουν φετιχοποιήσει το χάρτινο χρήμα; Το είπαμε. Άρα, μήπως θα μπορούσαμε να φτιάξουμε ένα ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΟ;

Έτσι γεννήθηκε το πλαστικό. Σου λένε οι γάτοι –«πάρε μια κάρτα, πάρε ένα ανοιχτό δάνειο και πορέψου εις τους αιώνας των αιώνων». Το πλαστικό χρήμα ΔΕΝ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΕΙ πλέον σε ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙΣ, αλλά ΣΕ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΧΡΩΣΤΑΣ. Μαγκιά; Μεγάλη. Καθότι, αφού σου φάνε όσα έχεις, σου τρώνε και ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ!

Έρχονται τώρα κάτι άπλυτοι που θυμούνται το παλικαράκι, Καρλ Μαρξ, και γκρινιάζουν, «που βαίνομεν κύριοι;» καθότι δεν το βλέπουν τόσο σόι να χρωστάς αιωνίως και ποτέ να μην ξεπληρώνεις. Τους βλέπουν αυτούς τους άπλυτους οι γκουρού που λέγαμε στην αρχή και γελάνε μέσα από τα τζακούζια τους. «Αφήστε την αγορά στην ησυχία της γιατί διαθέτει μηχανισμούς αυτορύθμισης». «Μην επεμβαίνετε στην ελεύθερη διακίνηση –ξουτ οπισθοδρομικοί, ζήτω η ελευθερία (του χρήματος)!» Όμορφα!

Έρχονται τώρα οι αμερικάνικες τράπεζες και δίνουν δάνεια με το σωρό. Είσαι ψηλός; Πάρε στεγαστικό. Είσαι κοντός; Πάρε κι εσύ, να μη φωνάζεις. Είσαι χοντρός; Πάρε για να μη λες ότι κάνουμε διακρίσεις. Δεν μπορείς να το ξεχρεώσεις; Μην αγχώνεσαι –όλα καλά. Και πήγαν τα Αμερικανά και πήραν δάνεια για σπίτια σούπερ χλιδάτα κι ας μην είχαν λεφτά ούτε κουνουπίδι να βράσουν. Θα μου πεις «τόσο μαλάκες είναι οι τραπεζίτες; δίνουν δάνεια σε άτομα που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα; πως θα πάρουν πίσω τα λεφτά τους;» Δώσε βάση. Οι τράπεζες φυσικά και ξέρουν ότι οι φτωχομπινέδες δεν θα μπορέσουν να τους ξεχρεώσουν. Μαζεύουν λοιπόν τις αιτήσεις των δανείων και τις «πουλάνε» σε κάτι off shore εταιρείες, όχι του Βουλγαράκη, αλλά δικές τους –με πιάνεις; Εταιρείες που οι ίδιες οι τράπεζες έχουν στήσει στα νησιά Κάυμαν, στην Αντίγκουα και στου διαόλου το κέρατο, άμα λάχει. Νάτες λοιπόν οι καινούργιες εταιρείες με τρελά κεφάλαια (στο μιλητό) –μπαίνουν και στα χρηματιστήρια και μοσχοπουλάνε τις μετοχές τους! Πριν από αυτές, έχουν ήδη μοσχοπουλήσει τις δικές τους μετοχές οι τράπεζες που λέγαμε! Μετά βγαίνουν στη γύρα και παίρνουν πίσω τα σπίτια των κακομοίρηδων που δεν μπορούν να πληρώσουν τη δόση –και τα βγάζουν σε δημοπρασία! Καλή φάση;

Όχι μάγκα μου, δεν είναι καλή η φάση –επειδή έχει γίνει μια τεράστια πουστιά εδώ πέρα. Διότι, ποιο είναι το απτό, το χειροπιαστό, ας πούμε; Μα φυσικά, τα σπίτια. Αυτή είναι η μοναδική πραγματική (ας την πούμε) αξία στην όλη συναλλαγή. Ε, αυτά τα σπίτια «πουλήθηκαν» μια φορά στους φτωχούς οι οποίοι για να τα αποκτήσουν πήραν δάνεια. Τα οποία δάνεια «πουλήθηκαν» μετά στο χρηματιστήριο ανεβάζοντας τις μετοχές των τραπεζών. Τα οποία δάνεια «ξαναπουλήθηκαν» στις off shore. Οι οποίες off shore «ματαξαναπούλησαν» τα ίδια δάνεια στο χρηματιστήριο! Και τελικά αποφάσισαν «ξαναματαξαναπουλήσουν» τα σπίτια σε δημοπρασίες! Δηλαδή, το προϊόν που κόστιζε, ας πούμε, 1 δολάριο –έφερε έσοδα 5 δολάρια στις τράπεζες, μέσα από τις συνεχείς αγοραπωλησίες! Νόμος της αγοράς! Αυτορύθμιση! Παπάρια μάντολες!

Καθότι, όταν βγήκε στη φόρα η μηχανή –έτρεξαν οι επενδυτές να ρευστοποιήσουν τις μετοχές τους που αποδείχτηκαν φούσκες. Αλλά μπορείς να πάρεις πίσω τα λεφτά σου όταν έχεις αγοράσει σαπουνόφουσκα; Πιάνεται η σαπουνόφουσκα; Απλώνεις να την αρπάξεις και ΚΡΑΧ, σκάει στα μούτρα σου. Κατανοητό;

Τι γίνεται τώρα;

Οι τράπεζες θα προσπαθήσουν να βγάλουν τα σπασμένα από τους καημένους τους δανειολήπτες. Θα τους ανεβάσουν τα επιτόκια στο θεό –φτάνει αυτό; Δεν φτάνει. Τι άλλο;

Το κράτος θα έρθει να βοηθήσει τις τράπεζες για να μην καταρρεύσουν οι διεθνείς οικονομίες. Πάει να πει, θα πάρει κι άλλα λεφτά από τους κατακαημένους και θα τα δώσει δανεικά κι αγύριστα στις τράπεζες –μπας και ισιώσουν. Σωστοί;

Είναι αυτό «ελεύθερη οικονομία»; Είναι φιλελευθερισμός; Είναι «ελεύθερη αγορά»; Είναι «αυτορύθμιση από τους ίδιους τους μηχανισμούς της αγοράς»; Όλοι αυτοί που άνοιγαν σαμπάνιες με το φαινόμενο που ΟΙ ΙΔΙΟΙ αποφάσισαν να ονομάσουν «χρεοκοπία του κομμουνισμού», μήπως θα πρέπει να μιλήσουν τώρα και για χρεοκοπία του καπιταλισμού (χωρίς εισαγωγικά αυτή τη φορά); Ή επειδή η μπάλα είναι πλέον στη μικρή μας περιοχή «θα γυρίσουμε πίσω την ομάδα, να χάσουμε 1-0 και να τα ρίξουμε στη διαιτησία», που έλεγε και ο φιλόσοφος Αναστό;

Άνοιγμα παρένθεσης:

Και μέσα στον κουρνιαχτό έρχεται το ισχνό άτομο ονόματι Προβόπουλος να διαβεβαιώσει ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν διατρέχουν κίνδυνο, εντάξει, μπορεί να κουνηθούν λίγο, αλλά δε μασάνε. Επειδή, λέει, οι ελληνικές τράπεζες τζογάρουν ΜΟΝΟ με τα λεφτά των αποταμιευτών και ΟΧΙ με αέρα-χρήματα που δεν έχουν! Αλήθεια κύριε "Διευθυντά των δίσκων";

Δηλαδή, οι ελληνικές τράπεζες δεν έχουν δανείσει σε άτομα που δεν μπορούν να ξεχρεώσουν;
Δηλαδή οι ελληνικές τράπεζες δεν έχουν τζογάρει τα χρήματα των αποταμιευτών στα διεθνή χρηματιστήρια που καταρρέουν;
Δηλαδή οι ελληνικές τράπεζες έχουν «αντίκρισμα» αν αύριο το πρωί πάει ο κόσμος κι αρχίσει να ζητάει τα λεφτά του πίσω;
Δηλαδή οι ελληνικές τράπεζες που παρουσίασαν κάτι τρομακτικούς δείκτες κερδοφορίας τα δυο τελευταία χρόνια, έχουν επενδύσει τα κέρδη τους ή τα έχουν παντελονιάσει μειώνοντας το αποθεματικό τους;

Κλείσιμο παρένθεσης.

Έλεγε ο Μαρξ ότι το χρήμα είναι η «υλική ενσάρκωση» των σχέσεων που χαρακτηρίζουν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής («Η αξία, που εμφανίζεται σαν αφαίρεση, είναι δυνατή σαν τέτοια αφαίρεση μόνο από τη στιγμή που έχει τοποθετηθεί το χρήμα») –να το δεχτούμε, ή να αποφασίσουμε ότι επρόκειτο περί γεροξούρα; Γιατί, αν το δεχτούμε, θα πρέπει να δεχτούμε επίσης ότι αυτές οι σχέσεις στον συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής ξεκίνησαν από το σπάνιο μέταλλο, πέρασαν στα χάρτινα υποκατάστατα και σήμερα πλέον, κατέληξαν τόσο νεφελώδεις και μεταφυσικές που δεν διαφέρουν σε τίποτα από τις οργανωμένες θρησκείες.
Αν λοιπόν λεβέντες της ελεύθερης αγοράς, αυτό που ευαγγελίζεστε για ένα καλύτερο μέλλον είναι ένας διαφορετικός γέροντας με θρόνο στα σύννεφα, ο οποίος αντί για μετά θάνατον ζωή υπόσχεται τηλεοράσεις πλάσμα και πισίνες με υδρομασάζ, συγνώμη –αλλά δεν ψήνομαι. Επειδή ο προηγούμενος γέροντας απαιτούσε μόνο νηστεία και προσευχή ενώ εσείς απαιτείτε να δεσμεύσετε τον μισθό μου για τα επόμενα 100 χρόνια.

Πάμε παρακάτω;

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 26, 2008

9. Πενταροδεκάρες για τους αμαρτωλούς

Προηγουμένα:
1. Ο τελευταίος κροκόδειλος του πλανήτη
2. Τιλτ
3. Ο σκλάβος της Κυριακής
4. Λίγος, πολύ λίγος
5. Με τον διακόπτη στη ρεζέρβα
6. Το ιγκουάνα που μάσαγε τριαντάφυλλα
7. "Κράτα το χέρι μου και θα είσαι για πάντα καταραμένος"
8. Εξόριστος από τη Μητρόπολη

Είμαστε λοιπόν εδώ, τρεις κι ο κούκος, αραγμένοι στο ξύλινο πεζούλι κάτω από το κλουβί του ντιτζέι και περιμένουμε το Ρόδον να γεμίσει. Ο ξάδερφός μου από πάνω, ανοίγει το τζαμάκι και μας καταβρέχει με εμφιαλωμένο σε τακτά χρονικά διαστήματα, «ξυπνάτε μαλάκες, δεν πρόκειται να βγει κανένα συγκρότημα όσο ροχαλίζετε».
Κοιτάζουμε προς το μέρος του, βαριόμαστε να του πετάξουμε τα πλαστικά μας ποτήρια με τις μπύρες, άσε που έχει δανειστεί και κάτι δίσκους μου για σήμερα –δεν έχω όρεξη να τους λερώσω. Χαμογελάμε φιλικά.
«’σου πω!» κάνει ο Τάκης. «Εκείνη τη γκομενίτσα που σε είχα δει τις προάλλες;»
«Ποια ρε;» πετάγεται ο ξάδερφος με αναπτερωμένο ενδιαφέρον. «Την ξανθιά με το αγορέ μαλλί;»
«Ναι αυτή», λέει ο Τάκης.
«Καλή ε; Κάνουμε κατάσταση εδώ και δυο μήνες!» κορδώνεται ο ξάδερφος.
«Ναι καλή, πολύ καλή», ψευτοθαυμάζει ο Τάκης. «Την είχαμε πάρει παρτούζα πριν μια βδομάδα, πολύ καλή, πρώτο πράμα, αλλά φωνάζει πολύ ρε αδερφάκι μου!»
«Άντε γαμήσου!» φορτώνει ο ξάδερφος και μας αδειάζει το τασάκι στα κεφάλια.
Ο Τάκης ψυλλιασμένος σκύβει να το αποφύγει, εγώ τρώω τα αποτσίγαρα κατακέφαλα σα μαλάκας.
Ωραία περνάμε.

«Και λοιπόν; Τι έγινε παρακάτω;» ρωτάει ο Τάκης όσο εγώ τινάζομαι σα νευρόσπαστο για να πέσει μια γόπα που χώθηκε μέσα από τη μπλούζα μου.
«Τι να γίνει; Σηκώθηκε κι έφυγε –αυτό ήταν όλο», λέω.
«Έτσι απλά; Δηλαδή την πήδηξες και μετά ‘άντε γειά’;»
«Αφού έχει γκόμενο ρε!»
«Αυτό όμως δεν σε εμπόδισε να την πηδήξεις!»
«Θα ΄πρεπε;»
«Ξέρω ΄γω; Δεν είναι γνωστός σου ο γκόμενός της;»
«Και λοιπόν;»
«Κάποια μπέσα απέναντι στους γνωστούς μας ίσως;»
«Ναι, μάλιστα», μουρμουρίζω.
«Τι ‘μάλιστα΄ ρε αρχίδι; Δηλαδή τώρα θα πρέπει να το ψάχνω μη μου πηδήξεις και τη δική μου γκόμενα;» αγανακτεί ο Τάκης.
«Μπα, δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Επειδή, πρώτον, δε μου κάνουν κέφι οι γκόμενες που τραβολογιέσαι και δεύτερον, δεν έχεις γκόμενα ρε μαλάκα!»
«Έτσι νομίζεις;» γελάει πονηρά.
Ανάβω επιτόπου τσιγάρο.
«Για λέγε, για λέγε!»
«Νανά!»
«Τι μου λες!»
«Λαβ φορέβερ και η παραλία δώρο!»
«Τόσο πολύ;»
«Ε, εντάξει –όχι και τόσο … αλλά …»
«Το κάνατε σα να λέμε;»
Ο Τάκης κάθεται αναπαυτικότερα στο πεζούλι.
«Λοιπόν … όπως λέει κι ο μέγας Ευθύμης … έχω κατακτήσει πλήρως στήθος, πάνω από σουτιέν, και έχω προχωρήσει μέχρι το μη περαιτέρω, πάνω από τζιν …»
Ξεκαρδίστηκα.
«Τι κάνει ο Ευθύμης ρε; Πόσο καιρό έχουμε να τον δούμε;»
«Μια χαρά! Του δώσανε να προπονεί τη ομάδα θηλέων μπάσκετ του συλλόγου …»
«Του Ευθύμη;»
«Ναι!»
«Κι εμείς καθόμαστε ακόμα εδώ;»
«Μην την ψάχνεις –είναι σκύλος σε κάτι τέτοια ο Ευθύμης! Τσοπανόσκυλος!»
«Θες να πεις ότι δεν έχει χουφτώσει καμιά τους μέχρι τώρα;»
Ο Τάκης με κοιτάζει με προσποιητή έκπληξη.
«Ο Ευθύμης;»
Καταλαβαίνω τι εννοεί. Δεν υπήρχε καλύτερο παιδί στην πιάτσα από τον Ευθύμη, αλλά δεν υπήρχε και πιο χαζό άτομο από αυτόν, συνάμα. Μιλάμε για μυαλό μικρού παιδιού –πράγμα το οποίο έχει τα καλά του όσο να πεις, επειδή έβλεπε όσα εμείς δεν μπορούσαμε πια και ήταν ο βασικός υπεύθυνος κάθε ατάκας που κυκλοφορούσε μεταξύ μας. Το διασκέδαζε κιόλας, πέταγε μια καινούργια ατάκα που είχε προετοιμάσει βδομάδες ολόκληρες, ξινίζαμε εμείς –«δεν σας άρεσε ε;» ρώταγε. «Δεν πειράζει, θα σας τη λέω συνέχεια μέχρι να τη συνηθίσετε!» Γιγαντιαίο άτομο ο Ευθύμης.
«Θα πάμε Πόρο», μου εκμυστηρεύεται ο Τάκης.
«Ε;»
«Θα πάμε Πόρο. Με τη Νανά. Για να συμβεί το μοιραίο».
«Σένια».
«Δεν έρχεσαι κι εσύ;»
«Μόνος μου;»
«Φέρε κάποια μαζί σου».
«Ποια ρε μαλάκα; Αφού είμαι ρέστος! Με όλες σκατά τα έχω κάνει!»
«Βρες μια καινούργια τότε!»
Κοιτάζω τριγύρω. Δεν είναι πάνω από 15 άτομα στο Ρόδον, η συναυλία έπρεπε να έχει ήδη αρχίσει. Οι χαχόλοι βούλιαξαν τις προάλλες το ΟΑΚΑ για ν΄ακούσουν Στινγκ και Γκάμπριελ και Σπρίνγκστιν να τραγουδάνε παρέα με τον Νταλάρα, «σήκω-στάσου/ για τα δικαιώματά σου», αλλά ούτε το ένα δέκατο απ΄αυτούς τους αγωνισταράδες δεν καταδέχτηκε να έρθει σήμερα στους New Model Army. Ξεκουράζονται φαίνεται ακόμα από τον λυσσαλέο αγώνα που έδωσαν υπέρ της Διεθνούς Αμνηστίας! Καραγκιοζαραίοι.
«Βλέπεις εσύ καμιά εύκαιρη εδώ μέσα;» κάνω στον Τάκη.
«Μα, εδώ που μ΄έφερες! Πιο πολλές γκόμενες θα βρίσκαμε στο γήπεδο!»
Τότε έσβησαν τα φώτα και βγήκαν οι Τρύπες.

Ο κόσμος ήταν τόσο αραιός ώστε μπορούσαμε ν΄ακουμπήσουμε τις μπύρες μας πάνω στη σκηνή. Και έτσι κάναμε. Μετά περάσαμε την ώρα μας κοροϊδεύοντας τις Τρύπες, ο Τάκης περισσότερο, καθότι ψιλοάσχετος από μουσική.
«Γιατί κάνει ‘τσουρουτσουτσουτσουρου’ αυτός;»
«Άποψη –τι γουστάρεις τώρα;»
«Πως το λένε αυτό το κομμάτι;»
«Ερωτευμένοι Σχιζοφρενείς».
«Μάλλον ‘Ερωτευμένοι Παραπληγικοί’ θα του ταίριαζε καλύτερα».
«Σκάσε ρε ν΄ακούμε!»
«Έχει μια γκόμενα εκεί πέρα –καλή μου φαίνεται».
«Ε, άντε να της την πέσεις –ξεφορτώσου με».
Ησύχασε λίγο το κεφάλι μου, άραξα ν΄ακούσω το υπόλοιπο σετ. Δεν λιποθύμησα κιόλας από συγκίνηση αλλά εντάξει. Μόνο που είχαν κοπιάρει ασύστολα το «Damaged Goods» κάνοντάς το «Ταξιδιάρα Ψυχή» και σπάστηκα κάπως. Δυο τρεις φρίκουλες χοροπήδαγαν δίπλα μου.

«Τέσσερις το πρωί κι ακόμα δεν μπορούμε να κοιμηθούμε/ γυρίζουμε από δω, γυρίζουμε από κει, στριφογυρνάμε μέσα στον ιδρώτα μας./ Λένε ότι δεν υπάρχει ανάπαυση για τους αμαρτωλούς/ Θεούλη μου τι έχουμε κάνει;/ Δεν υπάρχει ανάπαυση για τους αμαρτωλούς/ Θεούλη μου τι κακό έχουμε κάνει;»
Ο κόσμος είναι απελπιστικά αραιωμένος τώρα, πάει να πει, δεν είμαστε πάνω από 5-6 οι τυχεροί που ερχόμαστε φάτσα με το σιδερένιο στόμα του Τζάστιν Σάλιβαν –μπροστά μου ακριβώς το χαρτί με τη σειρά των τραγουδιών κι εκείνος σαράντα πόντους ψηλότερά μου, τρομακτικός, να φτύνει ατσαλόπρογκες. Και μετά την πρώτη στροφή μπήκαν οι κιθάρες, πεταχτήκαμε στον αέρα σαν κουνούπια που ξέφυγαν από παντόφλα, πόσοι ήμασταν; Τι σημασία είχε;
«Μήπως είναι επειδή ζητήσαμε περισσότερα απ΄όσα μας έδωσες;/ Γιατί όμως μας έθαψες σ΄αυτό το κωλοχώρι;/ Ταπεινότητα –αυτό θέλεις;/ Τότε γιατί μας έφτιαξες έτσι όπως είμαστε;/ Ναι, έχουμε περηφάνια –είναι αμαρτία αυτό;»
Ακούμπησα λίγο στην άκρη της σκηνής, να το σκεφτώ –που είχε πάει η δική μου περηφάνεια; Αυτό βέβαια, αν την είχα ποτέ!
«Μήπως είναι επειδή περνάμε τις ώρες μας παλεύοντας εκεί έξω;/ Λοιπόν, θα σου πω κάτι – όλες εκείνες τις ώρες δεν πληγώσαμε κανέναν στ΄αλήθεια./ Ή μήπως φταίει που έχουμε φαγητό/ όσο άλλοι άνθρωποι πεινάνε;/ Αυτό είναι το έγκλημά μας;»
Ναι, δεν πληγώσαμε παρά μόνο τους εαυτούς μας. Λες και παλεύαμε με συρματοπλέγματα –ποιος μας τιμωρεί επειδή ξηλώσαμε μερικά συρματοπλέγματα;
«Τέσσερις το πρωί κι ακόμα δεν μπορούμε να κοιμηθούμε/ γυρίζουμε από δω, γυρίζουμε από κει, στριφογυρνάμε μέσα στον ιδρώτα μας./ Λένε ότι δεν υπάρχει ανάπαυση για τους αμαρτωλούς/ Θεούλη μου τι έχουμε κάνει;/ Δεν υπάρχει ανάπαυση για τους αμαρτωλούς/ Θεούλη μου τι κακό έχουμε κάνει;»
Ο Τάκης κοπανάει τις αρβύλες του δίπλα, τραντάζοντας το ξύλινο πάτωμα. Τον κοιτάζω –γελάω, χαμογελάει. Κάτι θέλει να μου πει, πλησιάζω.
«Μ’ έφτυσε η γκόμενα εκεί πέρα!»
«Καθότι πάνκισσα! Συνηθίζεται», απαντάω.
«Μήπως είναι επειδή περάσαμε ώρες πολλές γελώντας για όλα αυτά/ εκείνες τις νύχτες τις πνιγμένες στο ουίσκι, πέρα μακριά από δω;/ Ναι, σε προδώσαμε –αυτό είναι το έγκλημά μας;»
«ΠΕΣΤΑ ΡΕ ΓΑΜΗΜΕΝΕ ΤΖΑΣΤΙΝ!»τσιρίζω όταν τελειώνει το κομμάτι. Όντως, ο Τζάστιν μού κάνει τη χάρη και τα λέει. Απίστευτο!

«Δηλαδή αυτοί ήτανε καλοί;»
Τον κοιτάζω.
«Αυτοί καλοί ήτανε –εσύ γιατί είσαι τόσο κάλος, μου λες;»
«Άσε μας ρε μαλάκα, τζάμπα χάσαμε την ώρα μας … Πάμε τώρα να πιούμε καμιά μπύρα πλατεία;»
Κουνάω το κεφάλι. Άμα ο άνθρωπος είναι άμουσος …

Βγαίνουμε από τη Μάρνης στην Πατησίων –δυο μηχανές, στη λογική ότι κάθε μας βραδινή βόλτα θα καταλήξει στην κάλυψη των πίσω θέσεων από κορίτσια. Άγνωστα κορίτσια που μας περιμένουν να τις εντυπωσιάσουμε. Δεν έχει αυτό σχεδόν ποτέ. Αλλά κυκλοφορούμε συνέχεια με δυο μηχανές και άδειες πίσω θέσεις.
«Κοίτα δεξιά στο πεζοδρόμιο!» μου κάνει νόημα ο Τάκης.
Κοιτάζω. Ένα παπί αραγμένο και κάποιο άτομο σκυφτό. Του κάνω νόημα –δεν καταλαβαίνω.
«Πάμε;» με πλευρίζει.
«Που;»
«Να τη βοηθήσουμε».
«Ποια;»
«Την κοπέλα με το παπί ρε γκαβέ!»
Μάλιστα.
Παρκάρουμε πάνω στο πεζοδρόμιο, η κοπέλα αλαφιάζεται κάπως αλλά δεν τρομάζει. Εμφανώς τουλάχιστον.
«Τι έγινε;»
«Έμεινα από βενζίνη».
«Σένια».
Ο Τάκης ήδη έχει φύγει για τον πλησιέστερο σκουπιδοτενεκέ, ψάχνει κάποιο πλαστικό μπουκάλι, οτιδήποτε για να μεταφέρει τη βενζίνη.
«Μην ανησυχείς, θα τραβήξουμε από τα δικά μας και θα σου δώσουμε», λέω στην κοπέλα. Συνηθισμένα πράγματα, βγάζεις το σωληνάκι από το καρμπυρατέρ, παίρνεις βενζίνη, την αδειάζεις στο άλλο ρεζερβουάρ … Είναι όμορφη αυτή η κοπέλα. Πολύ όμορφη!
«Πως σε λένε;» τολμάω να ρωτήσω.
«Αλεξάνδρα… Άλεξ …» ψιθυρίζει.
Έχει κατάμαυρα κοντά μαλλιά, αγορίστικα, είναι λεπτή –σηκώνεται από το πεζοδρόμιο και διακρίνω κάτι θολό όσο η κίνησή της ανακατεύεται με τον αέρα. Χάνεται, σα να μην έχει σαφές περίγραμμα.
«Άλεξ;» κάνω χαζά.
«Ναι, γιατί;» δείχνει κάποια ενόχληση.
«Τίποτα, τίποτα», βιάζομαι να προσθέσω.
«Δεν υπάρχει ούτε λέπι γαμώ τη φάκλαρή μου!» βρίζει ο Τάκης.
«Πλάκα κάνεις;»
«Τι πλάκα ρε; Δεν υπάρχει μπουκάλι, κουτάκι μπύρας, ούτε καν κυπελλάκι παγωτού! Τίποτα! Μόνο ένα πλαστικό κουτάλι βρήκα!» αγανακτεί.
«Και τι θα κάνουμε; Θα της ρίξουμε γλυκό του κουταλιού μέσα;» αναρωτιέμαι.
«Μα σε τι κόσμο ζούμε ρε πούστη μου! Το 70% του ανθρώπινου σώματος είναι υγρά, κανένας δεν νοιάζεται γι΄αυτό;» κλωτσάει τον κάδο ο Τάκης.
Εκείνη γελάει κάπως νευρικά.
«Τι κάνουμε τώρα;» ρωτάω.
«Πάμε μέχρι ένα βενζινάδικο –όλο και κάτι θα έχουν εκεί», λέει ο Τάκης.
«Τι ζυμβαίνει …παιδιά;»
Πεταγόμαστε. Ένας γουρουνοκέφαλος πάνω σε κτηνώδες Ζ καβαλάει ήδη το πεζοδρόμιο. Που βρέθηκε αυτός; Κολλάω με το ανοιχτό του πουκάμισο μέσα από σακάκι, ένας χρυσός σταυρός μπλεγμένος στις τρίχες του στήθους.
«Τίποτα φίλε, απλά η κοπέλα έμεινε από βενζίνη», λέω αλλά το μετανιώνω αμέσως. Πως καταφέρνω να είμαι τόσο ηλίθιος; Ο Τάκης με κοιτάζει πίσω από την πλάτη του γομαριού και αλληθωρίζει σε στυλ «μας γάμησες τώρα».
«Κανένα …μπρόβλημα! Έλα κοπελιά, ανέβα ….ζτη μηχανή να μπάμε …να φέρουμε μπενζίνη», προτείνει τρισχαριτωμένα ο τύπος.
Τότε το συνειδητοποιώ. Σε κάθε φράση κάνει παύσεις και είναι γεμάτες ζζζ και μπ οι λέξεις του. Φτιαγμένος! Ή ίσως απλά σουρωμένος.
«Εντάξει φίλε, το έχουμε κανονίσει. Θα πάμε εμείς με την κοπέλα μέχρι το βενζινάδικο», λέει ο Τάκης.
Την κοιτάζω. Έχει δέσει τα δάχτυλα των χεριών σαν φοβισμένο παιδάκι.
«Μαααα …. Όχιιιιιι! Ζα μπάω εγώ μαζί της …» διαβεβαιώνει ο άλλος πλησιάζοντας απειλητικά.
Πως στον πούτσο μπλέξαμε πάλι έτσι; Ένα αυτοκίνητο φρενάρει πίσω μου, γυρίζω να κοιτάξω –περιπολικό! Αυτοί μας έλειπαν τώρα! Αλλά μου έρχεται η ιδέα ότι οι μπάτσοι δεν είναι απαραιτήτως κακή εξέλιξη. Τουλάχιστον θα τρομάξουν τον σουρωμένο και θα ησυχάσουμε. Ένα φαλακρό κεφάλι σκάει από το παράθυρο.
«Τι συμβαίνει εδώ;»
Κάνω ένα βήμα μπροστά για να εξηγήσω. Αλλά ο σούρας με περνάει σα σταματημένο.
«Να σας εξηγήσω εγώ κύριοι αστυφύλακες! Η κοπέλα έμεινε από βενζίνη και σταμάτησα να τη βοηθήσω».
Ο μπάτσος κοιτάζει την κοπέλα.
«Εντάξει. Οι υπόλοιποι τι είναι;»
«Περαστικοί, αλλά δεν υπάρχει θέμα. Θα το τακτοποιήσω εγώ με την κοπέλα, μπορούν να φύγουν», λέει ο λιώμας.
Ξύνω το κεφάλι μου –που πήγε η σούρα του; Αυτός ακούγεται τώρα σαν παρουσιαστής ειδήσεων!
«Καλώς. Εσείς …» ο μπάτσος μας δείχνει. «Ξεκουμπιστείτε μη σας κόψω καμιά κλήση για παράνομο παρκάρισμα!»
Μένουμε ξεροί! Ευτυχώς οι μπάτσοι φεύγουν χωρίς να κοιτάξουν πίσω τους. Επιτέλους μόνοι!

Ο μαλάκας την έχει πλησιάσει, κάτι λέει, πάμε κι εμείς κοντά. Τη βλέπω να τινάζεται.
«Άσε μου το χέρι!» φωνάζει.
Μπαίνουμε στη μέση.
«Ας μην το κουράζουμε άλλο, θα πάω εγώ με την κοπέλα για βενζίνη», λέει παγωμένα ο Τάκης.
Είμαι δίπλα του, την έχουμε κρύψει πίσω από τις πλάτες μας κι ο μαλάκας μάς μετράει από πάνω μέχρι κάτω. Ο Τάκης ανεβαίνει στη μηχανή του, η Άλεξ καβαλάει πίσω, μένω μόνος με τον άλλο.
«Μα … δηλαδή … ντι έγινε τώρα δηλαδή;» μουρμουρίζει.
«Μην τρελαίνεσαι, θα βρουν βενζίνη και ο καθένας θα πάει στο σπιτάκι του», απαντάω.
«Ζμπιτάκι!!» με κοιτάζει. «’εν υπάρχουν αυτά φιλάρα! Πουθενά δεν είμαστε ασφαλείς».
Τον κοιτάζω κάπως γουρλωμένος.
«Μαζ ακούν ακόμα κι όταν κοιμόμαζτε …»
Δε λέω τίποτα.
«Μπρέπει να κάνουμε κάτι μπριν είναι αργά …»
Τι λέει τώρα ο μαλάκας; Γιατί όλοι σε μένα γαμώτο;
«Τουζ έχειζ δει;»
«Ποιους;»
«Δεν τουζ έχειζ δει;»
Ρε μ΄έναν πούστη που μπλέξαμε!
«Είναι μπαντού!»
«Ναι ξέρω, ζουν ανάμεσά μας», λέω στο ξεκάρφωτο.
Μάλλον αυτό τον ενθουσιάζει επειδή με παίρνει επιτόπου αγκαλιά, βρωμάει αλκοόλ και καπνό, τραβιέμαι πίσω.
«Ζουν ανάμεζά μας αυτό είναι! Με καταλαβαίνειζ αδερφάκι!»
Τον σπρώχνω μαλακά, δε λέω κουβέντα.
«Ο δικόζου είναι απαυτούζ;» ρωτάει μετά.
«Όχι. Δικός μας είναι», τον διαβεβαιώνω σοβαρά.
Δε λέει τίποτα, βγάζει κάποιο τσιγάρο με άσπρο φίλτρο, ανάβει, σκέφτεται.
«Δα ντο μπάρω εγώ το κορίτσι …» μουρμουρίζει στο τέλος.
Εκείνη τη στιγμή εμφανίζονται οι άλλοι, γελάνε πάνω στη μηχανή του Τάκη.
«Που πήγατε γαμώ το στανιό σας; Στον Ασπρόπυργο στα διυλιστήρια;» γκρινιάζω.
Δε μου απαντάνε. Βάζουν τη βενζίνη στο παπί της Άλεξ, ο μαλάκας μας κοιτάζει από δίπλα. Είμαστε πλέον έτοιμοι.
«Θα πάμε κονβόι την κοπέλα, έχε το νου σου», μου σφυρίζει ο Τάκης ξεκινώντας.
Είμαστε μια ευτυχισμένη παρέα. Μπροστά η Άλεξ με το παπί, από πίσω εγώ, ο Τάκης κι ο μαλάκας. Δίπλα –δίπλα.
«Για μπου μπάτε μπαιδιά;» μας πλευρίζει ο τύπος.
«Για τ’ ανάθεμα», κάνει ο Τάκης.

Τίποτα δεν αλλάζει μέχρι την Ακαδημίας -αρχίζει να γίνεται μπελάς αυτή η ιστορία. Κοιτάζω τον Τάκη, ανασηκώνω τους ώμους, συμφωνεί με ένα κλείσιμο του ματιού. Φεύγει κάπως απότομα, πλευρίζει την Άλεξ, κάτι της λέει και μετά χάνεται μπροστά. Η Άλεξ τον ακολουθεί πιέζοντας το παπί της. Εγώ μένω πίσω με τον μαλάκα, μου παίρνει λίγη ώρα, αλλά το πιάνω τελικά. Γκαζώνω και φεύγω καρφωμένος. Ο ηλίθιος ανεβάζει στροφές στο Ζ, μάλλον πιστεύει ότι προσπαθούμε να του ξεφύγουμε. Επειδή είναι ηλίθιος –κατάλαβες; Από Τρικούπη βγαίνουμε στη Σόλωνος κι από κει Μπενάκη, την έχουμε δει κασκαντέρ για να κρατάμε τον ηλίθιο απασχολημένο. Ο Τάκης στο φανάρι καταφέρνει να ξύσει μαρσπιέ στρίβοντας, εγώ πάλι –όχι. Έχουμε βάλει το παπί ανάμεσά μας, η Άλεξ οδηγεί εντελώς αφηρημένα όσο εμείς μαλακιζόμαστε. Ο ηλίθιος μπαίνει πίσω μας, αλλά έχουμε πλέον 10 μέτρα απόσταση, που γίνονται 20, φτάνουμε πρώτοι στην πλατεία. Ο άλλος ψυλλιάζεται τι κάνουμε, κόβει ταχύτητα, το σκέφτεται. Βλέπω μπροστά μου τον Τάκη να κάνει νοήματα σε κάτι παιδιά, μάλλον δικούς μας, και να δείχνει προς τα πίσω. Τα παιδιά ξεκινάνε τσαμπουκαλεμένα. Γυρίζω, κοιτάζω τον ηλίθιο που φεύγει σφυρίζοντας αδιάφορα. Χαμογελάω –έπιασε!

«Άλεξ λοιπόν;»
«Ναι, κάπως έτσι».
«Χαρήκαμε που σε γνωρίσαμε».
«Κι εγώ που με ξεμπλέξατε».
«Μόνο γι΄αυτό;»
«Το πάμε για καμάκι τώρα δηλαδή; Πες μου να το ξέρω».
«Κι αν στο πω δηλαδή τι θα γίνει;»
«Ε… θα το ξέρω».
Ακουμπάω στη μπάρα του Ίρις και τους κοιτάζω που χαζολογάνε. Κατεβάζω μια βότκα τόνικ στη μνήμη του Σιντ Βίσιους και είμαι χαλαρός, όπως πρέπει. Μάλλον τη γουστάρει ο Τάκης, δηλαδή, σβήσε το ‘μάλλον’, δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον που να μη γουστάρει την Άλεξ. Σκέφτομαι την πιθανότητα να μας περιμένει απέξω ο μαλάκας -την απορρίπτω σχεδόν αμέσως. Όχι επειδή δεν τον έκοψα για κάργα κολλημένο, το αντίθετο μάλιστα. Αλλά γιατί θα σκελετώσει στο περίμενε –δεν πρόκειται να το διαλύσουμε πριν ξημερώσει, αυτό είναι σίγουρο.
«Εσύ που κόλλησες;» με ρωτάει η Άλεξ.
«Πουθενά … ξέρω ΄γω … παντού …» μουρμουρίζω.
«Μην του δίνεις σημασία, είναι κατατονικός», γελάει ο Τάκης.
«Ναι, μη μου δίνεις σημασία, είμαι μονοτονικός», προσθέτω.
Εκείνη γελάει ανοιξιάτικα.
«Πλάκα έχετε οι δυο σας! Και με σώσατε λες και είσαστε, ξέρω ‘γω; οι Δυο Σωματοφύλακες;»
«Τρεις είμαστε κανονικά, αλλά ο τρίτος έχει ρεπό σήμερα», διορθώνει ο Τάκης.
«Αλήθεια που είναι ο Πέτρος;» αναρωτιέμαι.
«Άσε, θα σου πω άλλη ώρα…» απαντάει μυστήρια.
Μετά, κάτι γίνεται και χανόμαστε. Δηλαδή, κάτσε να σου εξηγήσω –στην αρχή είναι εκείνο το κομμάτι από Ραμόνς που παίζει στα πλατό, ο Τάκης το ξεκινάει εντελώς αρκουδιάρικα και γίνεται σύντομα κουβάρι με τις παρέες που πίνουν στο κέντρο του μαγαζιού. Μετά σκάνε στο καπάκι οι Ντεντ Κένεντις και δένει η σάλτσα, οι κουβαριασμένοι στο κέντρο αρχίζουν να πληθαίνουν. Παίρνω μάτι τον Χάβοκ από τη γωνία του μπαρ, συνεννοείται με τον μπάρμαν, «να τους πλακώσω;», «άστους λίγο ακόμα και βλέπουμε». Γελάω κάπως.
«Τι είναι τώρα αυτό;» ρωτάει η Άλεξ.
«Ποιο αυτό;» κάνω.
«Εεε, όλο αυτό …» και δείχνει τους κουβαριασμένους.
«Αααα, αυτό! Ξέρω ΄γω; Η Φιέστα των Μάο-Μάο;»
«Εεε;»
«Δεν ξέρεις; Η Φιέστα των Μάο-Μάο! Φτιάχνουν κρασί από τη σπονδυλική στήλη των μπουλντόγκ τους! Καρφώνουν τα δάχτυλά τους στα μάτια τους και βγάζουν …;»
Την κοιτάζω ερωτηματικά.
«Τι βγάζουν;» αναρωτιέται στο τέλος.
«Βγάζουν ελιές!»
Εξακολουθεί να με κοιτάζει κάπως πιο ορθάνοιχτη τώρα. Αποφασίζω να της εξηγήσω.
«Κοίτα -αυτό γίνεται. Ή, ας πούμε, κάνεις μια έτσι στο στήθος του άλλου και του τραβάς έξω τα παΐδια, με πιάνεις; Ή παρακαλάς να σε αφήσουν να δαγκώσεις μια ουρά γάτας –διαβολικά πράγματα. Διαβολικά! Και τελικά;»
Με κοιτάζει ακόμα.
«Τελικά, μήπως μπορώ να έχω ένα τηγανητό αυτί παρακαλώ;»
Ξεκαρδίζομαι με την έκφραση στη φάτσα της, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο ‘ηλίθιος’ και το ‘ψυχάκιας’;.
«Σκρίμιν Τζέι Χόκινς», την πληροφορώ τελικά. Κι αυτοί εκεί πέρα προσπαθούν να χορέψουν πόγκο».
«Ααααα», ξεφουσκώνει σα λάστιχο.
«Έλα ρε μουνννννίιιιι!» με τραβάει ο Τάκης.
«Όχι άστο, θα κάτσω με την Άλεξ», κοντράρω.
Με κοιτάζει –καταλαβαίνει. Πρόσεξε κάτι, υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «αραίωνε λίγο για να την πέσω στη γκόμενα» και σ΄αυτό. Ο Τάκης το ξέρει κι εγώ το ξέρω –είναι μεγάλη η διαφορά.
«Τι πάει να πει, θα κάτσεις μαζί μου;» σκάει δίπλα στο μάγουλό μου η Άλεξ. «Τι θα πει αυτό; Και μη μου αρχίσεις πάλι για Μάο-Μάο!»
«Θα πει ότι σήμερα σε συνοδεύουμε και δε σ΄αφήνουμε μόνη σου ούτε για κατούρημα … καλά, τέλος πάντων … μόνο για κατούρημα! Αυτό θα πει».
«Και ποιος αποφάσισε ότι θέλω τέτοια συνοδεία; Τι μου το παίζετε; Νταντάδες;» στραβώνει τα χείλη.
Κάνω δυο βήματα πίσω με τα χέρια στις κωλότσεπες. Την κοιτάζω σοβαρά.
«Αν δε σου αρέσει, από κει είναι η πόρτα», λέω στο τέλος.
Μετά της γυρίζω την πλάτη. Πάνω στην ώρα δηλαδή γιατί έρχεται ένας μαλλιάς ιπτάμενος προς το μέρος μου. Βάζω ώμο για να του αλλάξω την πορεία, ο μαλλιάς σκάει συστημένος σ’ ένα τραπέζι και σαρώνει τα ποτά. Κοιτάζω, υπολογίζω –πριν μετρήσω μέχρι το 10 ο Χάβοκ τον έχει βάλει κάτω από τη μασχάλη σα γατί και τον κουτρουβαλάει στις σκάλες. Σκέτη ποίηση! Γυρίζω προς το κέντρο, τώρα χορεύουν λίγο πιο ήρεμα, αλλά πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να φας κανέναν πάνκη κατακέφαλα.
Με σκουντάει στον ώμο, δε γυρίζω.
«Μ’ αρέσει», ψιθυρίζει στο αυτί μου.
Το εκτιμώ αυτό. Επειδή βαριέμαι τις χειραφετημένες που σε δουλεύουν ψιλό γαζί. Αλλά δεν της το λέω.
«Όλα καλά λοιπόν», προτιμώ να πω κι ο Τάκης που έχει πάρει γραμμή φεύγει από την «πίστα» για ανεφοδιασμό. Θα λιώσουμε απόψε, είναι σίγουρο.
«Θα λιώσουμε απόψε», πανηγυρίζει ο Τάκης φέρνοντας καινούργια ποτά.
«Εντάξει, μέσα», κάνει η Άλεξ.
«Να σου πω … εσένα σ΄αρέσουν οι Μόντελ Άρμυ;» τη ρωτάει ο Τάκης.
«Μπαα, πολύ αντρίλα μου βγάζουν …» λέει εκείνη.
«Ααα, έτσι», κάνει ο Τάκης σκεφτικός. «Εμένα πάντως είναι το αγαπημένο μου συγκρότημα!»
Κατουριέμαι στα γέλια.
«Εσένα;» με ρωτάει η Άλεξ.
«Όχι, όχι δεν τους μπορώ. Προτιμώ τους Ντιπές Μοντ», λέω λιγωμένα.
«Ναι ε;»
«Ναι. Και τους Καζαγκούγκου».
«Ποιοι είναι οι Καζαμπούμπου;» πετάγεται ο Τάκης.
«Φύλαρχοι αφρικανικών φυλών», λέω σοβαρά.
«Τι φυλών; Των Μάο-Μάο ας πούμε;»
«Ναι -κι αυτών».
«Φτιάχνουν κρασί από την σπονδυλική στήλη των μπουλντόγκ τους δηλαδή;» εκστασιάζεται ο Τάκης.
«Ναι, ναι! Και …»
«Ε, σκάστε πια! Θα ξεράσω αν το ξανακούσω από την αρχή!» αγανακτεί η Άλεξ.
«Το ξέρει ε;» απογοητεύεται ο Τάκης. «Της το είπες;»
Κουνάω το κεφάλι.
«Τι μαλάκας! Δεν σου έχω πει ότι ποτέ, ποτέ, δεν λένε τέτοια πράγματα στα κορίτσια;»
Σκύβω το κεφάλι με συστολή.

Είναι εδώ τώρα κάτι παιδιά από το Πολυτεχνείο, μια φασαριόζικη παρέα, γνωστοί του Τάκη. Έχουν αράξει πίσω μας δυο-τρεις Εξαρχειώτες που λιβανίζουν τις μπύρες τους. Στο βάθος κάτι πολιτικοποιημένες μούρες που κοιτάζουν μυστήρια και κάνουν οτι διασκεδάζουν. Ο μπάρμαν έχει ανάψει κάτι σφηνάκια-πυροφάνια με τεκίλα στον πάτο και όλοι περιμένουμε αυτή την καταπληκτική Ελπίδα να μας τα σερβίρει. Η οποία έχει ξεθεωθεί εμφανώς, αλλά αντέχει επειδή όλοι για μια Ελπίδα ζούμε εδώ μέσα.
«Θρι Τζονς!» τσιρίζει ένας σπυριάρης από την παρέα του Πολυτεχνείου.
Ακούω από τα ηχεία –έχει δίκιο. Ωραίοι κι ας έχουν ντραμ μασίν.
«Τι σκατά είναι αυτό;» διαμαρτύρεται ο Τάκης.
«Καλοί είναι ρε!» λέει η Άλεξ.
«Καλοί είναι», συμφωνεί ο Τάκης. «Δε βάζει τίποτα άλλο τώρα;»
«Τους αφήσανε τους δικούς σας από την αντιφασιστική;» με πλευρίζει ένας κρεμανταλάς.
«Ναι, τους αφήσανε μπόλικα κουσούρια, με το ζόρι περπατάνε», απαντάω.
«Τι μαλακία!» αποφαίνεται.
«Πες μου γι΄αυτό», τον παροτρύνω έτσι για πλάκα, αλλά δεν πιάνει το χιουμοράκι.
«Έχω χοντρογίνει!» ψευδίζει η Άλεξ κρεμασμένη από το μπράτσο μου.
«Ναι ε;» αναρωτιέμαι. Και πράγματι –αναρωτιέμαι. Φαίνεται κάπως εκτός ελέγχου, γιατί δεν έχω καμιά διάθεση να της την πέσω; Πρόθυμες μεθυσμένες γκόμενες –αυτό δεν ήταν πάντα η επιδίωξή μας;
«Πρέπει να την ξεκουβαλήσουμε –αρχίζει να ρετάρει», ψιθυρίζει στο αυτί μου ο Τάκης.
Αποφασίζω να το ψάξω περισσότερο το θέμα –μη μείνω με την απορία.
«Δε νομίζεις ότι είναι πλέον σε φάση εκμεταλλεύσιμη;» χαμογελάω δείχνοντάς την πονηρά.
Ο Τάκης κάνει δυο βήματα πίσω, με κοιτάζει σα μετεωρίτη.
«Δε ντρέπεσαι ρε; Τόσο γουρούνι είσαι; Την Άλεξ ρε θα εκμεταλλευτείς;»
«Γιατί;» το παίζω κινέζος. «Αυτό δεν είναι πάντα ο σκοπός; Τις μεθάμε, τις πηδάμε. Εντάξει, σπανίως το καταφέρνουμε, αλλά όταν …»
«Τις άλλες πηδάμε ρε ζώο –όχι την Άλεξ!»
«Γιατί, τι έχει η Άλεξ; Τον κώλο πίσω;»
Με πλησιάζει στους δέκα πόντους.
«Πρόσεχε τα λόγια σου!»
Χαμογελάω, δεν ήταν μόνο δική μου εντύπωση τελικά. Η Άλεξ μας έχει ήδη περάσει χαλκά στη μύτη. Το οποίο είναι εντάξει για μένα –επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, κατάλαβες;
«Εμείς θα συνεχίσουμε σε ρεμπετάδικο», διαλαλεί η παρέα από το Πολυτεχνείο.
Τους κοιτάζω καλύτερα, έχουν μαζί τους δυο κορίτσια αξιόλογα, μήπως έπρεπε να τους ακολουθήσουμε;
«Πάμε ακόμα μια γύρα», λέω στην Ελπίδα κι εκείνη μου βγάζει τη γλώσσα. Αλλά θα τα φέρει.
Μετά βουτάω τον Τάκη για μια πρόχειρη σύσκεψη τύπου τάιμ-άουτ σε αγώνα μπάσκετ. Αλλά ο κύκλος των παικτών έχει ανοίξει –βλπέπω τον Τάκη να τραβάει και την Άλεξ στη σύσκεψη, βρισκόμαστε αγκαλιασμένοι με τα κεφάλια μέσα και οι τρεις μας. Το αφήνω ασχολίαστο.
«Τι κάνουμε;» ρωτάω.
«Γουστάρεις ρεμπετάδικο;» αναρωτιέται ο Τάκης. Μάλλον τον εαυτό του ρωτάει.
«Ανάλογα με τις προοπτικές», απαντάει η Άλεξ.
Την κοιτάζουμε.
«Εννοώ … δυο γκομενάκια καλά παίζουν εκεί πέρα και εκείνος ο ψηλός φαίνεται ενδιαφέρουσα περίπτωση…»
Κοιταζόμαστε με τον Τάκη.
«Με τίποτα!» φωνάζουμε ταυτόχρονα.
Οι άλλοι πίσω πίνουν τα πετρέλαιά τους, άγγιξα το δικό μου ποτήρι και κόντεψα να ξεράσω από τη μυρωδιά.
«Και τους κέρασες ακόμα μια γύρα!» μου σφύριξε ο Τάκης.
«Είδες ο μαλάκας;» συμφώνησα.
«Ποιος μαλάκας;» ρωτάει η Άλεξ.
Όσο ψάχναμε τι να της πούμε μας παράτησε στα κρύα και χώθηκε ανάμεσα στους Εξαρχειώτες της μπάρας. Κοιτάζουμε μπερδεμένοι. Τι διάολο κάνει;
«Θα ΄ρθειτε τελικά;» ρωτάει κάποιος.
«Μπα, δεν ψηνόμαστε …», κάνει ο Τάκης.
«Γιατί ρε; Θα έχει φάση!»
«Άστο καλύτερα».
Ο κάποιος μας τραβολογάει στο συνωμοτικό.
«Ελάτε ρε –οι κοπέλες με ρωτάγανε για σας».
Μπήκε μπροστά μας, κόβοντας τη θέα. Τον σπρώχνω.
«Ξεφορτώσου μας ρε! Δεν γουστάρουμε ν΄ακούσουμε σκυλιά νυχτιάτικα. Κι αν θέλουν κάτι οι κοπέλες να περάσουν αύριο που θα είμαστε ανοιχτά για το κοινό».
Με κοιτάζει απορημένος.
«Είμαστε λιώμα μη δίνεις σημασία. Άντε και καλή διασκέδαση», τον έδιωξε ήρεμα ο Τάκης.
Μετά γυρίζει σε μένα.
«Τελατίνη μας κάνει αυτή η γυναίκα», παρατηρεί.
«Έτσι πρέπει», τον καθησυχάζω.
«Είσαι σίγουρος; Επειδή το μέλλον κάπως ζοφερό, γι΄αυτό ρωτάω».
«Πρόσεξε», τον πιάνω από τους ώμους. «Ξέρω ότι σε έχω ονειρευτεί, μια αμαρτία κι ένα ψέμα. Έχω την ελευθερία μου, αλλά δεν έχω πολύ χρόνο. Η πίστη έχει ήδη ραγίσει, δάκρυα πρέπει να χυθούν. Ας ζήσουμε λοιπόν για λίγο αφού έχουμε πεθάνει».
Σταματάω, κοιταζόμαστε.
«Τι είναι αυτό;» ρωτάει.
«Στόουνς. Άγρια Άλογα».
Κοιταζόμαστε πάλι.
«Θα τη μαζέψεις εσύ από τους μαλάκες ή να πάω εγώ και να τους αρχίσω στις σφαλιάρες;» με ρωτάει στο τέλος.
Πηγαίνω. Έχουν πέσει με τα μούτρα στη μπάρα –εμένα ούτε να με χέσουν. Σπρώχνω τον πρώτο εύκαιρο, χώνομαι. Η μπάρα τίγκα στο πολύχρωμο κουμπί και στην κάψουλα. Αγκαλιάζω την Άλεξ, σχεδόν αγγίζω το λαιμό της –μυρίζει ξεθυμασμένο νυχτολούλουδο κάτω από την καπνίλα.
«Φεύγουμε», της λέω.
«Όλοι μαζί;» ρωτάει.
«Πως αλλιώς;» νευριάζω.
«Καλά ντε!» κάνει μια αστεία γκριμάτσα. «Μισό λεπτό».
Και ξεχωρίζει κάμποσα σκατολοϊδια, τα χώνει στην πολύχρωμη τσάντα της. Δεν λέω τίποτα.
«Που πάτε ρε;» σκαλώνει πάνω μου ένας Εξαρχειώτης.
«Για βρούβες», μουγκρίζω.
«Καθίστε λίγο», με πλευρίζει ο άλλος.
«Άστο δικέ μου», προσπαθώ να τον γειώσω και κουτρουβαλάμε τις σκάλες όσο πιο γρήγορα γίνεται σέρνοντας την Άλεξ.

Έξω ψιλοβρέχει. Είμαστε ιδρωμένοι και παγώνουμε.
«Που πάμε τώρα;» ρωτάει ο Τάκης.
«Σπίτι μου να ξεραθούμε», απαντάω.
Καβαλάμε τις μηχανές, κοιτάζουμε τριγύρω –ούτε ίχνος του μαλάκα. Μετά τη θυμόμαστε.
«Έρχεσαι έτσι;» ρωτάω την Άλεξ.
Κουνάει τους ώμους παλεύοντας να ξεκινήσει το παπί της.

Είμαι στην κουζίνα και φτιάχνω ζεστές σοκολάτες. Ο ξάδερφός μου φωνάζει «σκασμός» σε τακτά χρονικά διαστήματα, επειδή έρχεται συνέχεια ο Τάκης ή η Άλεξ στην κουζίνα και έχουν σπάσει δυο ποτήρια προσπαθώντας να πιουν νερό. Επιτέλους κουβαλάω τις σοκολάτες στο δωμάτιό μου, πάω να στρίψω στον διάδρομο, τα ποτήρια κουνιούνται, παχύ υγρό χύνεται, καίγομαι, βρίζω, ξυπνάω. Ο Τάκης έχει ήδη αράξει σα σαλιγκάρι στο πάτωμα.
«Που είναι η Άλεξ;» ρωτάω.
«Τουαλέτα, εδώ και ώρα».
«Μα … πηγαίνουν τουαλέτα τέτοιες γυναίκες;»
«Κι εμένα περίεργο μου φάνηκε», λέει ο Τάκης.
«Πάμε για μάτι;» προτείνω.
«Είσαι πολύ μαλάκας!» αγανακτεί ο Τάκης. Και αμέσως μετά σηκώνεται. «Φύγαμε».
Η κουζίνα έχει ένα μικρό μπαλκονάκι για τα σκουπίδια. Αν κρεμαστείς λίγο προς τα έξω, βλέπεις το παράθυρο της τουαλέτας. Περπατάμε αθόρυβα, δεν αναπνέουμε. Σέρνουμε τα πόδια για να μην πατήσουμε τίποτα θορυβώδες στο σκοτάδι. Το φως της τουαλέτας αναμμένο –κοντοστεκόμαστε.
«Εγώ πρώτος», λέει ο Τάκης.
Κάνω χώρο, κρεμιέται έξω, πλησιάζει το κεφάλι στο παράθυρο. Κοιτάζει για λίγο, μετά τραβιέται πίσω.
«Πάμε μέσα», μου σφυρίζει.
«Θέλω να δω κι εγώ», διαμαρτύρομαι.
«Πάμε ρε πούστη μη σε πλακώσω επιτόπου!» λέει πιο δυνατά.
Τον γράφω κανονικά. Βγαίνω πάνω από τα κάγκελα, με τραβάει αλλά τον σπρώχνω πίσω –κοιτάζω. Εκείνη τη στιγμή η Άλεξ ξεπλένει τη βελόνα στο νιπτήρα προσεκτικά, στο αριστερό της μπράτσο είναι ακόμα δεμένο το λάστιχο. Μια σταγόνα παγωμένο αίμα. Κάνω πίσω.
«Εντάξει μαλάκα; Ικανοποιήθηκες;» βρίζει ο Τάκης.
Τρέχουμε να πιάσουμε πάλι τις θέσεις μας στο δωμάτιο.

Εμφανίζεται μετά από λίγο –τρεκλίζοντας κάπως.
«Όλα ΟΚ;» ρωτάει ο Τάκης.
«Ναι… γιατί;» λέει εκείνη κοιτάζοντας τη λάμπα στο ταβάνι.
«Πολύ φως», το πιάνω αμέσως. Σηκώνομαι, ανάβω κάτι κεριά στα πέριξ. «Να βάλω μουσική;» λέω σβήνοντας το κεντρικό φως.
«Βάλε παρακαλώ», απαντάει η Άλεξ.
Μέσα στο μισοσκόταδο δεν βλέπω τον πούτσο μου. Ευτυχώς είναι μπροστά οι Τράφικ με τον «Χάρτινο Ήλιο τους» κι αυτό είναι πολύ μεγάλη τύχη με τις δεδομένες συνθήκες. Αφήνω τη βελόνα να κυλήσει και βολεύομαι κοντά τους, στριμωγμένοι στο πάτωμα με τις πλάτες στη βάση του κρεβατιού, ζεσταίνουμε τα χέρια μας από τις αχνιστές κούπες πριν αγκαλιαστούμε. Αδιαχώρητα.

«Όταν νιώθεις μόνη και κουρασμένη/ Όταν οι άνθρωποι γυρίζουν σπίτια τους/ Κι εσύ δεν έχεις λεφτά ούτε για ένα εισιτήριο τρένου/ Ή έστω 6 πένες για ένα τηλεφώνημα/ Και το κλάμα σου παγάκια/ κρέμεται από το σαγόνι σου/ Μην είσαι λυπημένη/ Οι καλές μέρες θα περάσουν/ Κάτω από τον Χάρτινο Ήλιο».

Τελικά θα κοιμηθούμε. Εκεί που καθόμαστε, μουδιασμένοι ντυμένοι, πονεμένες πλάτες, κάποια στιγμή τραβάμε την Άλεξ στο κρεβάτι, ρίχνουμε πάνω της μια λεπτή κουβέρτα, εμείς βολευόμαστε κάπως στις μαξιλάρες, ο Τάκης μου κάνει νόημα –«κοίτα την». Τη βλέπω να κοιμάται και μου αρέσει αυτό που βλέπω, αλλά τα μάτια μου κλείνουν. Τα μάτια μας.

Με ξυπνάει ο θόρυβος ενός κομπρεσέρ, είμαι σίγουρος, θα περάσω ακόμα μια μέρα με πονοκέφαλο, νεκροζώντανος από τον ύπνο ημέρας. Το πικάπ κάπου έχει κολλήσει, σηκώνομαι, το κλείνω, δεν έχω δύναμη να κοιτάξω αν χαράχτηκε ο δίσκος. Δυο δρόμοι –να φτιάξω καφέ ή να ξαναπέσω ανάμεσα στις μαξιλάρες;
«Τι κάνετε εκεί κάτω;» η Άλεξ μιλάει με μισόκλειστα μάτια.
«Ζούμε τον έρωτά μας», λέω βραχνά.
«Ελάτε ρε στο κρεβάτι, θα χωρέσουμε όλοι!»
«Αποκλείεται! Θα μπερδευτείς ανάμεσά μας και θα μας χαλάσεις τη σχέση!» κοροϊδεύω, αλλά δεν ξέρω πόσο. Πολύ; Λίγο; Και ποιον; Την Άλεξ ή εμάς;
«Ανέβα να σου πω», ψιθυρίζει η Άλεξ.
Ξαπλώνω δίπλα της κι εκείνη κουρνιάζει στην αγκαλιά μου. Είναι πιο μικροκαμωμένη απ΄ότι νόμιζα.
«Δεν μπορώ να κοιμηθώ και το έχω ανάγκη. Που έχω αφήσει την τσάντα μου;»
«Γιατί; Για να κατεβάσεις καμιά χούφτα χάπια ας πούμε; Ή έχεις κι άλλο φιξάκι σε στυλ κολατσιό;»
Ξυλιάζει κάπως.
«Μου ψάξατε την τσάντα;»
«Όχι, δεν είμαστε αδιάκριτοι. Σε πήραμε μάτι στην τουαλέτα».
Πάει να σηκωθεί, την κρατάω κάτω.
«Ηρέμησε, υπάρχουν και χειρότερα», της λέω.
«Τι είδατε;» ρωτάει και μετά –«δε με νοιάζει τι είδατε, αυτό που κάνατε είναι σιχαμένο».
«Καλά μην τρελαίνεσαι, έχουμε κάνει και χειρότερα».
Κάνει ακόμα μια προσπάθεια να σηκωθεί, δεν την αφήνω.
«Κάτσε κάτω», της λέω.
«Ποιος είσαι που θα μου πεις τι θα κάνω; Άντε γαμήσου!» φιδιάζει η Άλεξ.
«Μη νοιάζεσαι, έχω γαμηθεί ήδη», την καθησυχάζω. «Κάτσε τώρα κάτω και μην κάνεις σπαστικά. Εντάξει, τρυπιέσαι, κανείς δεν είναι τέλειος. Ακόμα κι εγώ ας πούμε έχω κοντές βλεφαρίδες κι αναγκάζομαι να φοράω ψεύτικες …»
Σκάει κάποιο χαμόγελο.
«Εννοώ … μαλακία μας που πήγαμε να σε πάρουμε μάτι, εντάξει, όταν μεσημεριάσει τράβα μας μια ξεγυρισμένη διαγραφή από τα κομματικά όργανα. Αλλά δε σε κρίνουμε, κανέναν δεν κρίνουμε επειδή δεν γουστάρουμε κανένας να μας κρίνει. Τώρα, δεν ξέρω ποια κατάρα το’φερε να τακιμιάσουμε, πρόσεξε όμως τι θα σου πω. Κάνε ότι γουστάρεις, τρυπήσου, πλακώσου στις Χημείες, κρεμάσου με τσιγκέλια από το ταβάνι –δεν τρέχει κάστανο. Αλλά αν τολμήσεις να πάθεις τίποτα θα σε αναστήσουμε για να σε σκοτώσουμε μετά με τα ίδια μας τα χέρια –ξηγηθήκαμε;»
Μια ταχυπαλμία όταν τελειώνω την αγόρευση. Την περιμένω αλλά δε λέει τίποτα.
«Που σας πέτυχα ρε γαμώτο!» ψευτοαγανακτεί.
«Στην καρδιά με τη μία. Εκεί μας πέτυχες. Εσύ που σημάδευες;» ρωτάω.
Γελάει.
«Κράτα με σφιχτά να κοιμηθώ. Δεν μπορώ άλλο», παρακαλεί.
Κι αυτό κάνω. Ο ύπνος μου έχει φύγει με την υπερταχεία., αλλά κάθομαι εκεί, ακίνητος σαν αγγούρι και την κρατάω μετρώντας τις αναπνοές της. Υπολογίζοντας το ρυθμό που γίνεται όλο και πιο αργός. Συντονίζω κιόλας την ανάσα μου με τη δική της για να μην ακούγομαι –είναι δύσκολο αλλά όχι αδύνατο. Στο τέλος βρίσκομαι με το ένα πόδι στο δωμάτιο και το άλλο στα σύννεφα.
«Τι κάνεις εκεί πέρα ρε μουνί;» ακούω το σφύριγμα του Τάκη στο αυτί μου. Τινάζομαι.
«Την κοίμισα ρε –σκάσε μην την ξυπνήσεις!» μουγκρίζω.
«Καλά. Σήκω τώρα να πιούμε καφέ μη σας πηδήξω και τους δυο εκεί πέρα. Γιατί είμαι κάπως επικίνδυνος τα πρωινά –ξέρεις».
Τραβάω το χέρι μου κάτω από το σώμα της κι αυτή κυλάει άψυχη μέχρι ν’ ακουμπήσει το κεφάλι στο μαξιλάρι. Τινάζεται λίγο στην επαφή με το παγωμένο ύφασμα, την χαϊδεύω στους ώμους, ηρεμεί πάλι. Σηκώνομαι από το κρεβάτι που τρίζει.

Θέλω επειγόντως μια ασπιρίνη αν είναι να συνεχίσω να κουβαλάω το κεφάλι μου ανάμεσα στους ώμους. Αλλά δεν το σκέφτομαι, κοιτάζω μόνο την Άλεξ όσο πισωπατάω για να βγω από το δωμάτιο και είναι η Άλεξ μια θανάσιμη παγίδα, απ΄αυτές που παρακαλάς να πέσεις, σπρώχνεις τους μπροστινούς σου και κλέβεις τη σειρά τους, βιάζεσαι.

Χαμογελάω όσο την καλωσορίζω.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 22, 2008

8. Εξόριστος από τη Μητρόπολη

Προηγουμένα:
1. Ο τελευταίος κροκόδειλος του πλανήτη
2. Τιλτ
3. Ο σκλάβος της Κυριακής
4. Λίγος, πολύ λίγος
5. Με τον διακόπτη στη ρεζέρβα
6. Το ιγκουάνα που μάσαγε τριαντάφυλλα
7. "Κράτα το χέρι μου και θα είσαι για πάντα καταραμένος"

Έρχεται από το πουθενά και μετά, τίποτα πια δεν φαίνεται ίδιο. Σκελετωμένα δάχτυλα σού αρπάζουν την καρδιά -μένεις άγαλμα όσο η καρδιά σου σφίγγεται, στραγγίζει από ζωή. Δεν σου έχει ξανασυμβεί, χτες ακόμα, ήσουνα στην τσίτα -πρώτα έβγαινες μπροστά και μετά σκεφτόσουν. Αν σκεφτόσουν δηλαδή, αν προλάβαινες. Αλλά τώρα κάθεσαι εκεί, λουφαγμένος, να νιώθεις κιόλας τον πόνο από το χτύπημα που δεν έχει έρθει, νοκ-άουτ πριν μπεις στο ρινγκ, ξαφνικά βλέπεις ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΣΥΜΒΕΙ! Σινεμπασκόπ μπροστά στα μάτια σου οι συνέπειες, θα σε χτυπήσουν αλύπητα, θα πονέσεις, αίμα και σάλια –θα παρακαλάς για το έλεός τους κι εκείνοι αδίστακτοι θα συνεχίζουν. Μοιάζει με την υψοφοβία, μέχρι χτες κρεμιόσουν στα κάγκελα σαν τη μαϊμού, σήμερα ανεβαίνεις πεζοδρόμιο και ζαλίζεσαι. Το κενό σε τραβάει σα μαγνήτης και ο πόνος είναι εδώ πριν ακόμα εμφανιστεί και τρέμεις, θέλεις να φύγεις αλλά δεν μπορείς να κουνήσεις. Παγωμάρα. Φόβος.

Κι αν γραπώσει την καρδιά σου δεν φεύγει ποτέ.

Τσαλάκωσα το άδειο πακέτο και το σούταρα στο καλάθι απέναντί μου. Φυσικά αστόχησα –όταν τίποτα δεν πάει καλά, δεν πάει καλά τίποτα -απλό είναι. Δεν είχα όρεξη να σηκώσω τα μάτια, δεν άντεχα κυρίως να τους μετρήσω. Η Αναστασία προτίμησε να μείνει στο κρεβάτι, τη Σόνια την κρατάγανε ακόμα στα Κεντρικά της Ασφάλειας, μαζί με τον Άκη και πέντε ακόμα δικούς μας. Είχαμε άλλους 5-6 στον Ευαγγελισμό με διασείσεις και θλαστικά τραύματα. Οι υπόλοιποι ήμασταν εδώ. Δεύτερος όροφος, αίθουσα 205, σε μια ώρα την χρειάζονταν οι δευτεροετείς για κάποια συνάντηση.
«Που ήταν οι άλλες σχολές;» είχε ρωτήσει ο Κύπριος. Πριν κάτι αιώνες. Κανένας δεν απάντησε –περιμέναμε το Άγιο Πνεύμα.
«Που ήταν οι άλλες σχολές; Δεν έχει κανένας να πει τίποτα πάνω σ΄αυτό;»
Ο Παντελής σήκωσε επιτέλους το κεφάλι, τον κοίταξα, έκανα νόημα, «άστο».
«Δεν ήρθαν οι άλλες σχολές. Μιλήσαμε μαζί τους, μας είπαν ότι θα κατέβουν …» ξεκίνησα.
«Ποιοι σας το είπαν;» με έκοψε ο Κύπριος.
«Αυτοί που βρήκαμε από τις άλλες σχολές …»
«Ναι, εντάξει αλλά ποιοι; Ονόματα δεν έχουν;»
«Και ονόματα έχουν και διευθύνσεις –αλλά δεν τα κράτησα», μούγκρισα σιχτιρισμένος.
«Δεν είπα αυτό. Απλά ρωτάω πού στο διάολο ήταν όλοι και τι σκατά κανόνισες;» πετάχτηκε ο Κύπριος.
«Και γιατί ρωτάς εμένα; Αν θέλεις να μάθεις που ήταν, πήγαινε ρώτα τους».
«Εσύ δεν έπρεπε να κανονίσεις να είναι εκεί;»
«Έπρεπε».
«Και;»
«Και –τίποτα. Έπρεπε να κανονίσω, μίλησα με κάποιους, έγινε ότι έγινε, κλάσε μας τ΄αρχίδια τώρα. Ευχαριστημένος;» κλώτσησα την καρέκλα καθώς σηκωνόμουν. «Για να προλάβω μάλιστα τις συζητήσεις που συνήθως διαρκούν 2 μέρες στη σειρά, σου λέω ότι εγώ τελείωσα. Βάλτε κάποιον άλλο στη θέση μου και μη με υπολογίζετε. Αντίο και φιλιά στον θείο», σάρωσα το θρανίο μαζεύοντας την πραμάτεια μου, έναν πλαστικό αναπτήρα και τα κλειδιά της μηχανής.
«Κάτσε μισό λεπτό», φώναξε ο Παντελής.
Έμεινα με την πλάτη γυρισμένη.
«Πήγαμε μαζί στην ΑΣΟΕ και οι τύποι εκεί πέρα μας είπαν ότι θα έρθουν. Για το ΕΜΠ …»
«Άστο ρε Παντελή, δεν αξίζει τον κόπο. Μιλήσαμε με κάποιους που μας έγραψαν κανονικά, μίλησα κι εγώ με κάτι άλλους, τελικά δεν ήρθε κανένας. Έχει σημασία το ‘ποιος’ και το ‘γιατί’; Δικιά μου δουλειά ήταν και τα σκάτωσα κανονικά. Μην το παιδεύουμε άλλο», άνοιξα την πόρτα.
«Κάτσε ρε να το κουβεντιάσουμε», φώναξε ο Κύπριος.
Έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Τι να κουβεντιάζαμε; Και τι θα βγάζαμε με τις κουβέντες; Τι βγάλαμε γενικότερα δηλαδή; Το πόμολο μάγκωσε στη σιδερένια βάση, τράβηξα πιο δυνατά, να κλείσω την πόρτα. Πρέπει πάντα να κλείνεις καλά την πόρτα όταν φεύγεις για να μη σε ακολουθήσουν κι άλλοι. Για το δικό τους καλό.

Η μέρα εκεί έξω μύριζε καμένο λάδι κι αγιόκλημα. Πήρα τη μηχανή προσπαθώντας να μην συναντήσω ψυχή ζώσα, σκόπευα να τραβηχτώ οπουδήποτε, με μια προϋπόθεση. Να μην υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να τρακάρω κάποιον γνωστό μου. Δεν ήθελα να δω και, κυρίως, δεν ήθελα να με δουν. Αλλά, ποτέ δεν γίνεται έτσι –το ξέρεις καλά αυτό.

Διέκρινα λοιπόν τα μακριά μαλλιά της, όλο μπούκλες ν΄ανεμίζουν όσο έτρεχε περνώντας τη λεωφόρο. Πενήντα μέτρα παραπέρα αλλά μπορούσα να μυρίσω το άγχος της. Κανονικά θα την απέφευγα, θα κοίταζα αλλού, δεν θα την έβλεπα. Όμως χρωστούσα στη Ράνια, από εκείνο το βράδυ στην κατάληψη, όταν με περίμενε να φύγουμε παρέα κι εγώ την είχα πουλήσει στεγνά για να φύγω με κάποια άλλη. Κοίταζε αλλού όσο περνούσαμε δίπλα της, κενό στα πράσινα μάτια της –είχε περάσει ένας χρόνος σχεδόν από τότε, αλλά ακόμα τα έβλεπα εκείνα τα πράσινα μάτια, δεν μαθαίνεις ποτέ να ζεις με τις τύψεις –έτσι νομίζω.
Την πλεύρισα όταν ανέβηκε το πεζοδρόμιο.
«Γιατί τρέχεις ρε; Τι έγινε;»
Δε με γνώρισε στην αρχή –χαμένη στο μέσα τού μυαλού της.
«Αααα … εεεε … να προλάβω το λεωφορείο…. Ο Λεωνίδας είναι στο νοσοκομείο …» ψέλλισε.
Ο Λεωνίδας ήταν ένας απ΄αυτούς που η μαλακία μου είχε στείλει στον Ευαγγελισμό, μάλλον κάτι έτρεχε ανάμεσα σ΄εκείνον και τη Ράνια, δεν το ήξερα.
«Έλα, θα σε πάω εγώ», προσφέρθηκα.
Το σκέφτηκε, θυμήθηκε μάλλον την προηγούμενη εμπειρία της μαζί μου.
«Ξέρεις … εγώ κι ο Λεωνίδας …»
«Ανέβα ρε παιδάκι μου να τελειώνουμε!» δυσανασχέτησα. Δεν ήθελα ν΄ακούσω πολλά.
Ανέβηκε. Στριμώχτηκε κιόλας πίσω στη σέλα της μηχανής, πιάστηκε από τη σχάρα για να μη μ΄ακουμπάει λες κι είχα ψώρα. Την καταλάβαινα πλήρως.
Έκανα κάτι σφήνες χαζοχαρούμενες στο μποτιλιάρισμα της Συγγρού, την τίναξα σα χαλάκι, μέχρι που κόλλησε πάνω μου, ένιωσα τη ζεστασιά της στην πλάτη μου. Ο Λεωνίδας –σιγά το μαλάκα! Χαμογέλασα αλλάζοντας καρφωτές τις ταχύτητες και ένιωσα εντελώς γελοίος, αλλά δεν μπορούσα να κάνω πολλά γι΄αυτό.
«Ευχαριστώ», μουρμούρισε όσο κατέβαινε στο πεζοδρόμιο του νοσοκομείου.
«Δεν κάνει τίποτα», απάντησα. «Δώστου φιλιά κι από μένα».
Με κοίταξε.
«Εντάξει. Γεια σου τώρα …» ψιθύρισε.
«Γεια σου», είπα χωρίς να κουνήσω από τη θέση μου.
Μείναμε να κοιταζόμαστε μέχρι που βαρέθηκε –μου γύρισε την πλάτη και μπήκε στο νοσοκομείο. Εγώ κατέβασα το σταντ της μηχανής και έμεινα εκεί, άνευ λόγου. Κάτι γερόντια έβγαιναν κουτσαίνοντας, κόσμος έμπαινε βρίζοντας, πίσω μου σταμάτησε ένα περιπολικό και βγάλανε τραβώντας κάποιον άγριο με χειροπέδες. Κοίταξα καλύτερα, τον είχαν τρελάνει στο ξύλο τον άγριο. Ψάχτηκα για τσιγάρα, θυμήθηκα ότι είχα πετάξει το πακέτο πιο πριν, στη συνάντηση, κατέβηκα για να βρω περίπτερο.
«Ένα Κάμελ άφιλτρο».
Ο περιπτεράς μού το σβούριξε ζοχαδιασμένα στον αέρα –άφησα να περάσει δίπλα μου το πακέτο.
«Ένα Κάμελ άφιλτρο», ξανάπα.
«Σου το ‘δωσα», μούγκρισε ο άλλος.
«Όχι σε μένα. Στη σχάρα του υπονόμου το ‘δωσες. Ένα Κάμελ άφιλτρο».
Κοίταξε πάνω από τον ώμο μου, σκέφτηκε λίγο.
«Άντε πιάστο», είπε αδιάφορα.
Πήγα πειθήνια. Πήρα το πακέτο, είχε βραχεί κάπως αλλά εντάξει. Το έβαλα στην τσέπη μου και έκανα να φύγω.
«Δεν θα πληρώσεις;» φώναξε ο περιπτεράς.
«Για ποιο πράγμα; Στον υπόνομο το ψάρεψα –έχεις ιδιοκτησία στον υπόνομο;» έκανα.
«Μη μου λες μαλακίες ρε κωλόπαιδο!» κοκκίνισε.
Γύρισα να τον κοιτάξω. Ευκαιρία έψαχνα, μέρες τώρα.
«Θες κάτι;» φίδιασα.
«Άντε φύγε, πάρτο χάρισμά σου», μαζεύτηκε ο περιπτεράς.

Τίναξα το αποτσίγαρο σημαδεύοντας τα κάγκελα του νοσοκομείου –αστόχησα ως συνήθως. Αλλά δεν έτρεχε τίποτα, εκείνη την ώρα έβγαινε η Ράνια, με είδε, κοντοστάθηκε πριν πλησιάσει.
«Ακόμα εδώ είσαι;»
«Ναι, έτσι φαίνεται. Πως είναι ο …;»
«Εντάξει. Τον κρατάνε μέχρι να βγουν οι εξετάσεις του, μάλλον αύριο θα πάρει εξιτήριο».
«Εντάξει».
Κοιταχτήκαμε.
«Ήθελα να σου πω …» ξεκίνησα.
«Άστο δεν πειράζει. Καταλαβαίνω».
«Καταλαβαίνεις;»
Τίναξε τα μαλλιά της πίσω, χαμογέλασε.
«Καταλαβαίνω … δεν καταλαβαίνω…. τι τα σκαλίζουμε τώρα; Πάνε αυτά, πέρασαν».
«Για σένα πέρασαν, για μένα όχι».
Θύμωσε κάπως, δεν την είχα ξαναδεί έτσι. Η Ράνια ήταν μελιστάλαχτο κορίτσι –μέχρι βαρεμάρας. Θύμωσε, αλλά δεν είπε τίποτα.
«Που να σε πάω;» άλλαξα κουβέντα.
«Πουθενά, θα πάρω λεωφορείο».
«Έλα μωρέ τώρα», διαμαρτυρήθηκα. «Ανέβα –χάρη θα μου κάνεις!»
Ανέβηκε. Ξεκίνησα χωρίς να περιμένω υποδείξεις, χώθηκα γρήγορα στο Κολωνάκι, πήγαινα κουτουρού.
«Δεν θα πάμε Πάντειο;» με σκούντηξε η Ράνια.
«Κερνάω καφέ», είπα.
Δεν άκουσα αντιρρήσεις, συνέχισα λοιπόν μέχρι την πλατεία χωρίς να σκεφτώ περισσότερο.

«Το βράδυ είναι η συναυλία …»
«Ποια συναυλία;» ρώτησα ρουφώντας τον φραπέ μου.
«Στο Πεδίο του Άρεως …» είπε η Ράνια.
Πως το είχα ξεχάσει; Σήμερα ήταν λοιπόν! Χτύπησα το μέτωπό μου.
«Θα πάμε μαζί;» ρώτησα.
«Ξέρω ‘γω …»
Έσκυψα μπροστά, την πλησίασα.
«Εκείνο το βράδυ στη σχολή ήταν από αλλού. Μαγικό, θυμάσαι την κρυφή βεράντα;»
Απέφυγε να με κοιτάξει και με διαόλισε κανονικά. Δεν είχε νεύρο μέσα της αυτή η κοπέλα, δεν είχε καθόλου ψυχή;
«Αυτό που θέλω να πω είναι ότι μπορεί να μαλακίστηκα ανεπανόρθωτα, αλλά δεν πρόκειται να ξεχάσω».
Σώπασα, την περίμενα. Άδικα. Μετά από λίγο τελείωσε την κοκακόλα της και τεντώθηκε στην καρέκλα.
«Πείνασα», είπε.
Σηκώθηκα σπρώχνοντας κάποια κέρματα στο τραπέζι. Μάζεψα τα υπάρχοντά μου.
«Η Ράνια πείνασε», σχολίασα. «Η Ράνια πρέπει να φάει και εγώ θα πάω τη Ράνια για φαγητό».
Γέλασε κάπως ξεκούρδιστα.
«Κάποιο ρομπότ;» αναρωτήθηκε.
«Κάντα δύο τα ρομπότ», την κάρφωσα φουρκισμένος.

«Τους έχεις ξαναδεί;» με ρώτησε μασώντας κάτι λαχανικά που πρέπει να υπήρχαν στην ταβέρνα από την εποχή του μπαρμπα-Γιάννη.
«Ποιους απ΄όλους; Ο Ρότεν πρώτη φορά έρχεται … Έχω ξαναδεί όμως τους Syndicate», είπα.
«Πως ήταν; Καλοί;» ενδιαφέρθηκε να μάθει.

Πήγαινε μισός χρόνος από τότε που είχα δει τους Syndicate σ΄εκείνη τη συναυλία με τους Anti Troppau Council. Εγώ βέβαια είχα πάει για τους Anti Troppau, τους Syndicate ούτε που τους ήξερα. Από αρχές ’80 ήμουνα άρρωστος με Anti Troppau, από τότε που έπαιζαν στον Πήγασο και λέγαμε ότι είναι «το συγκρότημα του μαγαζιού». Πριν εμφανιστούν οι Last Drive, καλοί ήταν κι αυτοί, αλλά εγώ είχα το κόλλημά μου. Μια φορά τη βδομάδα Πήγασο, κάθε βδομάδα, δυο στις τρεις κατέληγα να ξημερωθώ στο κωλάδικο της Καλλιδρομίου για εξακρίβωση στοιχείων, ωραία φάση. Μετά τον έκλεισαν τον Πήγασο και κυνήγαγα τους Anti Troppau όπου παίζανε. Όμως εκείνη η συναυλία που άνοιγαν τους Syndicate ήτανε κάπως. Ο Ντρενογιάννης αγχωμένος ως συνήθως, ο Βασίλης ο Τζαβάρας μάσαγε τα σανίδια ως συνήθως, παίζανε το Forest καλύτερα από τους Cure όπως πάντα … Κοίτα τώρα –είχα δει τους Cure στο Rock in Athens, είχα ακούσει το Forest τίγκα στην καπνίλα και τον ξηρό πάγο. Μούφα. Ο Smith, πέραν του ότι ήταν κωλόχοντρος, δεν κούναγε ούτε μισό βήμα! Ο Βούδας της Σαμπέρμπια ένα πράμα! Ο Βασίλης εκεί πάνω το απογείωνε το κομμάτι –κάτι σαμανιστικά έκανε, τιναζόταν στον αέρα, στριφογύριζε εγκλωβισμένος από το τίποτα … Εμπειρία σού μιλάω! Και γάμησε ότι καλώδια κυκλοφορούσαν γύρω του, απορούσα πως ακουγόταν ακόμα. Είπαν μετά το Contract with the devil, το αγαπημένο μου –ειδικά εκεί που κάνει ένα τίναγμα το κομμάτι κι ανεβαίνει στο θεό … Τέλος πάντων, είχαν δέκα τόνους οργή τα παιδιά εκεί πάνω, ή κάτι άλλο δεν ξέρω, κλώτσαγαν τους ενισχυτές, τα ηχεία, τις βάσεις των μικροφώνων, σκέτα παγοθραυστικά όλοι τους, ο Βασίλης δεν ξέρω από πού έπαιρνε φόρα αλλά έσκαγε πάνω σε οτιδήποτε είχε ύψος περισσότερο από είκοσι εκατοστά –η σκηνή θύμιζε παραλία μετά από λίγο. Κάτι αγριεμένοι έβγαζαν τα κεφάλια τους πίσω από εκεί που πριν υπήρχαν στοιχισμένα τα ηχεία και το συγκρότημα έδειχνε να μην πατάει σ΄αυτή τη γη. Μετά κόπηκε ο ήχος, δεν κατάλαβα αν τελείωσαν, αν τους έκλεισαν από την κονσόλα ή είχαν διαλυθεί πλήρως τα ηχητικά –τι να καταλάβω; Αφού με είχαν πάρει και με είχαν σηκώσει μαζί τους. Είδα κάτι σκατόχοντρους να τραβάνε τον Βασίλη πίσω από τη σκηνή κι εκείνος γύρισε προς τον κόσμο με ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο, θέλεις να σου πω για το χαμόγελο; Ήταν η πρώτη φορά που το έβλεπα ζωντανά, αλλά το είχα ξαναδεί. Σε μια φωτογραφία ασπρόμαυρη, όταν οι μπάτσοι τραβάγανε τον Τζιμ Μόρισον από τη σκηνή εκεί κάτω στο Μαϊάμι. Και ήταν το ίδιο χαμόγελο σου λέω, το κωλοπαιδίστικο που έμοιαζε να αναρωτιέται «έκανα τίποτα κακό;» αλλά την ίδια ώρα έβλεπες ξεκάθαρα ότι υπήρχε κάτι περισσότερο. Κάτι σαν «κανείς δεν θα βγει ζωντανός από εδώ μέσα». Και έτσι ήταν –κανένας μας δεν βγήκε ίδιος μετά από εκείνη τη συναυλία –δεν ξέρω για τον Μόρισον τότε στο Μαϊάμι, αλλά εδώ είχαμε πεθάνει και ξαναγεννηθεί. Μετά έπαιξαν οι Dream Syndicate.

«Καλοί είναι, μια χαρά», γέλασα απαντώντας στη Ράνια.
«Τι στυλ παίζουν;» επέμεινε.
«Στυλ ‘μετά τη Δευτέρα Παρουσία’» ξεκαρδίστηκα.
Η άλλη με κοίταζε λες και ήμουνα τίποτα πλασμόδιο του Λαβεράν να πούμε.
«Τι εννοείς;» ρώτησε μετά από λίγο.
«Ωραίοι είναι ρε παιδί μου, γαμώ τα γκρουπ!»είπα για να κόψω την κουβέντα.

«Ο κόσμος απέξω/ κι εκείνη στο χείλος του γκρεμού/ ζωγραφίζει μια κάρτα/ και τρομοκρατεί τους πάντες./ Κι εγώ εδώ ν΄αναρωτιέμαι/ πως μπλέχτηκα έτσι/ και όλοι να λένε ‘δε με νοιάζει’/ εγώ απλά να προσπαθώ να θυμηθώ/ τις μέρες του κρασιού και των τριαντάφυλλων./ Ο παπάς από το παρεκκλήσι/ ψάχνει για ευκολόπιστους/ ο άντρας με το σημειωματάριο/ κάνει εξακριβώσεις/ κάποιος λέει ότι όλα αυτά είναι δικό μου δημιούργημα./ Η μάνα της λέει ‘ είναι δικό σου το λάθος/ ποτέ δεν ενδιαφέρθηκες για κείνη’./ Ο πατέρας της κανονίζει/ να πάρει πίσω τα έπιπλα/ κι εγώ εδώ ν΄αναρωτιέμαι/ ποιος είναι ο λόγος για όλα αυτά».

Έχει ήλιο ακόμα, αλλά όχι ζέστη. Ο κόσμος χοροπηδάει τριγύρω, κάποιοι πίνουν τσιγάρα και κρασιά καθισμένοι στο ξέφωτο, μοιάζει με Κυριακή στον Εθνικό Κήπο, κόσμος μάς χαιρετάει κι εγώ χαμογελάω, η Ράνια κρεμασμένη στο μπράτσο μου δε λέει κουβέντα. Είναι όμορφα εδώ πέρα, η συναυλία έχει αρχίσει από ώρα, χάσαμε μάλλον τις Τρύπες, αλλά ποιος τις γαμεί τις Τρύπες; Για άλλο είμαστε εδώ. Ο Στιβ Γουιν έχει ξεφύγει εκεί πάνω, κρεμιέται στο μικρόφωνο ψάχνοντας τις «μέρες του κρασιού και των τριαντάφυλλων», ουρλιάζει επειδή σίγουρα οι μέρες εκείνες έχουν περάσει, μετά παραπατάει προς τα πίσω και χιμάει στα τάστα της Στρατοκάστερ του. Παρακολουθώ κάπως αποβλακωμένος, ένα μάτι στον κόσμο που τριγυρνάει, ένα μάτι στη σκηνή –κάπου με αποσυντονίζει η μουσική τους κι αυτό είναι ωραίο, υπολογίζω ότι πρέπει να έχει περάσει πάνω από εικοσάλεπτο κι ακόμα παίζουν για τις «μέρες του κρασιού και των τριαντάφυλλων». Χαμογελάω στη Ράνια κι αυτή το ίδιο.
«Ώπα! Κι εσύ εδώ;» τρώω ένα σκούντημα.
Ο Καβάτζας μαζί με κάτι άλλους Εξαρχειώτες, φαίνονται λιωμένοι –περισσότερο από το συνηθισμένο τους.
«Ναι, είπα να περάσω …»
«Είσαι από την αρχή;»
«Όχι, τώρα ήρθα».
«Πως κι έτσι;»
Τι να του πω; Ότι μετά το μεσημεριανό καταλήξαμε σπίτι μου με τη Ράνια κι έπεσε κάποιο πήδημα το οποίο μας καθυστέρησε;
«Έτσι έτυχε –τι ψάχνεις τώρα;»
Ο Καβάτζας δεν με ακούει καν. Κάτι λέει με τους δικούς του. Μετά γυρίζει σε μένα.
«Μη χαθείς. Θα γίνει φάση».
Κουνάω το κεφάλι και, με το που απομακρύνονται, ψάχνω πώς να εξαφανιστώ. Δεν είναι ότι καλύτερο να μπλέκεις μαζί τους, ειδικά όταν δεν μπορούν να κρατήσουν τα βλέφαρά τους ανοιχτά. Καθόμαστε στο πρώην γρασίδι. Οι Syndicate αποχωρούν σιγά-σιγά.
«Πόση ώρα έπαιζαν το ίδιο κομμάτι;» ρωτάω.
«Πολλή. Πάρα πολλή. Αφόρητα πολλή!» απαντάει η Ράνια.
«Ε, ρε Τζαβάρας που τους χρειάζεται!» διαπιστώνω.
«Τι;» κάνει η Ράνια.
«Τυρί», απαντάω και σκύβω να την φιλήσω. Αν υπάρχει ρεκόρ μαλακίας το έχω σπάσει με μεγάλη διαφορά –αν η πουστιά γίνει ολυμπιακό άθλημα πρέπει επειγόντως να γραφτώ σε αθλητικό σύλλογο, είμαι πλέον έτοιμος να δοξάσω τα ελληνικά χρώματα!

Στη σκηνή οι θρυλικοί Triffids!
«Ποιοι είναι αυτοί;» ρωτάει η Ράνια.
«Μάλλον οι Triffids».
«Και τι λένε;»
«Ξέρω ΄γω; Μανιάτικα μοιρολόγια».
Στρώνω το μπουφάν μου για να βολευτούμε καλύτερα, μετράω την ώρα μαζί με πολλούς εκεί μέσα –για άλλο ήρθαμε εδώ σήμερα.

«Ξέρεις κάτι;»
Γυρίζω και την κοιτάζω.
«Δεν βγαίνει πουθενά αυτό, μάλλον το απωθημένο μας κάναμε …»
Εξακολουθώ να μη λέω τίποτα.
«Δηλαδή, εντάξει, ήταν εκείνη η νύχτα στην κατάληψη της σχολής …»
«Γιατί δεν ήθελες να μιλήσουμε προηγουμένως για εκείνη τη νύχτα;»
«Ποιος ο λόγος; Απλά για να σε φέρω σε δύσκολη θέση;»
«Για να σου ζητήσω συγνώμη ίσως;»
«Και σε τι θα ωφελούσε; Μήπως κανένας από τους δυο μας θα ξέχναγε;»
Σκύβω το κεφάλι, έχει δίκιο. Φαίνεται οτι οι άψυχες γυναίκες στροφάρουν καλύτερα.
«Πάμε μια βόλτα να ξεμουδιάσουμε», λέω.

Ο Άκης από τους Αρχιτέκτονες χορεύει κάτω από τη σκηνή, πλήρως χαζεμένος. Ζητάω συγνώμη από τη Ράνια, τρέχω δίπλα του, τον αρπάζω και πάμε παραδίπλα.
«Που ήσασταν ρε μουνί;»
Με κοιτάζει χωρίς να καταλαβαίνει.
«Γιατί μας πουλήσατε;»
«Για την πορεία λες;»
Κάτι βλέπω ν’ ανάβει στα μάτια του.
«Ναι ρε –γι΄αυτό λέω».
«Άραξε κολλητέ, τι γυρεύεις τώρα; Δυσαστρία», μουρμουρίζει.
«Δυσαστρία;»
«Disaster, πως το λέτε εσείς στο χωριό σας …»
Τον κόβω από πάνω μέχρι κάτω. Με κοροϊδεύει ή είναι εντελώς φτιαγμένος;
«Τι πίπες μου τσαμπουνάς τώρα; Πέντε στην Ασφάλεια κι άλλους τόσους στο νοσοκομείο έχουμε ρε αρχίδι!»
«Περαστικά τους αδερφέ! Ολόψυχα το εύχομαι!» και παίρνει να ξαναχορεύει σα νευρόσπαστο.
Τον παρατάω, ούτε σφαλιάρα δεν αξίζει να του ρίξω. Δηλαδή το αξίζει, αλλά δεν θα το καταλάβει, οπότε ποιος ο λόγος;
Κάτι παιδιά σκαρφαλώνουν στη σκηνή από τα πλάγια.

«Ποιος ήταν αυτός;» ρωτάει η Ράνια.
«Κάποιος από την Αρχιτεκτονική», λέω αφηρημένα. Μπροστά στη σκηνή πέφτουν αραιές σφαλιάρες.
«Τι έγινε τελικά στην πορεία; Γιατί ήμασταν μόνοι μας;»
«Επειδή έκανα μαλακία –γι΄αυτό».
«Και νάταν η πρώτη …» σφυρίζει η Ράνια.
«Ή η τελευταία …» της χώνομαι αλλά δεν το παίρνει χαμπάρι.
Όλο και περισσότερος κόσμος ανεβαίνει στη σκηνή, το συγκρότημα εκεί πάνω κάνει ότι παίζει αλλά κυρίως φυλάει τα όργανά του.

«Συγνώμη λίγο. Πάω να δω κάτι».
Τρέχω μπροστά, οι Εξαρχειώτες έχουν βάλει στη μέση κάτι κακόμοιρους με λευκά μπλουζάκια και τους κοπανάνε. Κόσμος ανεβαίνει στη σκηνή, τα λευκά μπλουζάκια προσπαθούν στην αρχή να κρατήσουν τα πόστα τους, αλλά γρήγορα το βάζουν στα πόδια. Η μουσική σταματάει, το συγκρότημα φεύγει ψηλοτροχάδην.
«ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΤΕΒΕΤΕ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΗΝΗ –ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ», ακούγεται στα μεγάφωνα ξανά και ξανά. Κοιτάζω τα άσπρα μπλουζάκια, είναι για λύπηση. Δίπλα μου περνάνε κάτι πάνκηδες.
«Τι τρέχει ρε;»
«Θα τα γαμήσουμε όλα απόψε! ΤΖΟΝΥ! ΤΖΟΝΥ!».
«Και τους άσπρους γιατί τους κυνηγάμε;»
«Είναι μπάτσοι του δήμου –δεν τους βλέπεις;»
Τρίβω τα μάτια μου να δω καλύτερα. Δε μου κάνουν για δημόμπατσοι τα άσπρα μπλουζάκια –πολύ ατσούμπαλοι φαίνονται. Ένας τους κλαίει δίπλα στην κεντρική σκαλωσιά. Πάω πιο κοντά, φρικάρω! Κάποιος πούστης είχε την έξυπνη ιδέα να βάλει άτομα με ειδικές ανάγκες στην περιφρούρηση! Ένας Εξαρχειώτης προβάρει κίνηση σέντερ φορ, πάνω από τον άνθρωπο που κλαίει.
«Μη ρε μαλάκα! Δεν τον βλέπεις πως είναι;»
Με σπρώχνει πίσω.
«Θα το γαμήσω το μόγγολο!» και μετά κλωτσάει τον καθισμένο άνθρωπο.
«ΑΝ ΔΕΝ ΦΥΓΕΤΕ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΗΝΗ ΔΕΝ ΘΑ ΒΓΕΙ ΑΛΛΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ»
«ΟΥΟΥΟΥΟΥ!!!»
«ΟΙ ΠΑΜΠΛΙΚ ΙΜΑΤΖ ΜΑΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΑΝ ΟΤΙ ΑΝ ΔΕΝ ΑΔΕΙΑΣΕΙ ΠΛΗΡΩΣ Η ΣΚΗΝΗ ΔΕΝ ΘΑ ΕΜΦΑΝΙΣΤΟΥΝ ΑΠΟΨΕ»
«ΜΟΥΝΟΠΑΝΑ!! ΑΦΗΣΤΕ ΤΟΝ ΡΟΤΕΝ ΝΑ ΒΓΕΙ!!»
«ΑΡΧΙΔΙΑ ΘΑ ΣΑΣ ΛΙΩΣΟΥΜΕ!! ΔΕ ΜΑΣΣΑΕΙ Ο ΤΖΟΝΥ!! ΑΦΗΣΤΕ ΤΟΝ ΝΑ ΠΑΙΞΕΙ!!»
Βλέπω τον κόσμο να σηκώνει ενισχυτές και ηχεία, οι κονσόλες σέρνονται στο σανίδι της σκηνής πριν γίνουν κομμάτια.
«Πάμε ρε μαλάκα –ΝΤΟΥ!!», με τραβάει ο Καβάτζας που έχει μυστηριωδώς βρεθεί δίπλα μου.
«Που να πάμε ρε; Εκεί πάνω τα διαλύουν όλα! Πως θα παίξει ο Ρότεν;» απορώ.
«Ποιος τον γαμεί τον Ρότεν; Πάμε να πάρουμε τίποτα από κει πάνω. Πρώτο πράμα για πούλημα!» γελάει ο Καβάτζας.
Τον κοιτάζω χαζά. Μου τραβάει μια σφαλιάρα και φεύγει. Πίσω μου μυρίζει καμένο, στη σκηνή γίνεται κανονική ζωοπανήγυρης. Σκέφτομαι –πόση ώρα έχουμε μέχρι να πλακώσουν οι μπάτσοι; Σκέφτομαι –πρέπει να φύγω από εδώ πέρα, όσο πιο γρήγορα γίνεται. Δεν σκέφτομαι –που είναι η Ράνια;

Πισωπατάω χαζεύοντας τους ανεβασμένους στις σκαλωσιές. Ξηλώνουν ακόμα και τα καλώδια! Δεξιά μου ανοίγεται ο δρόμος προς το δασάκι, κοιτάζω –όλα καλά φαίνονται. Βάζω το κεφάλι ανάμεσα στους ώμους, θα βγω από εδώ μέσα, ετοιμάζομαι να σπριντάρω. Κόβω απότομα –που είναι η Ράνια; Γυρίζω πίσω τρέμοντας.

Τα παιδιά τρέχουν πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο. Κόσμος κουβαλάει μηχανήματα, μερικοί χαζεύουν ψάχνοντας από πού θα την κοπανήσουν και κουτουλάνε μεταξύ τους, αρπάζω ένα παιδί από το μανίκι.
«Μια κοπέλα! Ήταν εδώ, μακριά καστανά μαλλιά …»
Το παιδί γελάει στα μούτρα μου.
«Βάλε αγγελία στα ΝΕΑ».
Και φεύγει.
Τριγυρίζω σε σκηνικό ταινίας καταστροφής. Δεν έχω χρόνο και το ξέρω, παραπατάω σε σκουπίδια, μυρίζω τον αέρα σα σκυλί. Πόσος χρόνος μου μένει μέχρι να πλακώσουν οι μπάτσοι; Κάποιος με πιάνει από το μπράτσο, πετάγομαι.
«Που ήσουν; Σ΄έψαχνα!»
Τη βουτάω άγαρμπα και ξεκινάω πάλι για το δασάκι.
«Πρέπει να την κάνουμε Ράνια, μη μιλάς, μόνο τρέχα».

Τα πόδια μου βουλιάζουν στη λάσπη, δε δίνω σημασία –προσπαθώ να δω μπροστά, πέρα από τα καχεκτικά δεντράκια, ένα λάστιχο ποτίσματος μπερδεύεται στο παπούτσι μου, σκύβω. Γι΄αυτό δεν τους παίρνω χαμπάρι αμέσως, πρώτα ακούω τη υστερική κραυγή της. Δεν χρειάζεται να μου πει το λόγο, βλέπω ήδη το δακρυγόνο να καπνίζει μισό μέτρο από τα πόδια μας. Και το δασάκι θολώνει από στολές, που διάολο ήταν όλοι αυτοί; Γιατί δεν τους έβλεπα πριν;
«Πάμε πίσω!» πανικοβάλλομαι.
Η Ράνια έχει μαρμαρώσει, προσπαθώ να την ξεκολλήσω από την λασπώδη βάση της. Τρέμω καθώς οι στολές μένουν εκεί πέρα, ανάμεσα στα καχεκτικά δεντράκια –ακίνητες.
«Δεν πάω πίσω, θα μας λιώσουν εκεί πέρα», λέει ήρεμα η Ράνια.
Την κοιτάζω. Λοιπόν, είναι ψύχραιμη μετά το ξάφνιασμα του δακρυγόνου –κοιτάζει τους μπάτσους και περιμένει. Τι διάολο περιμένει;
«Από πού θα φύγουμε;» αναρωτιέμαι.
«Δεν θα φύγουμε», απαντάει η Ράνια.
Κοιτάζω τριγύρω. Κι άλλα παιδιά πλησιάζουν, βλέπουν τους μπάτσους, κοντοστέκονται. Δεν γυρίζουν πίσω –ξέρω τι θα γίνει παρακάτω. Τα παιδιά ορμάνε καταπάνω τους, κατεβασμένα κεφάλια, ουρλιαχτά. Οι μπάτσοι δεν σαλεύουν.
«Πάμε μαζί τους», εκλιπαρώ τη Ράνια. Ίσως τελικά αυτή να είναι η λύση.
«Κάτσε εδώ που είσαι», με γειώνει κανονικά.
Έχω παραλύσει από φόβο, αφήνομαι λοιπόν.

Και είναι πια φανερό –οι μπάτσοι θα μας λιώσουν σήμερα. Ήδη έχουν μπει στην πλατεία από τη μεριά του αγάλματος, ποδοπατάνε κόσμο στον χώρο της συναυλίας. Δεν χρειάζεται να κοιτάξω, είμαι σίγουρος –οι Εξαρχειώτες την έχουν ήδη κοπανήσει. Αυτοί που βογκάνε εκεί πίσω είναι άσχετοι, ίσως και αμέτοχοι στα επεισόδια. Ανυποψίαστοι.
Μπροστά μου τα παιδιά σκάνε σαν απόνερα σε κυματοθραύστη υψωμένων ασπίδων –πολύ ξύλο. Από πού θα μας έρθει; Θα περπατήσουν άραγε οι μπροστινοί, ή θα κλείσουν τον κλοιό οι διμοιρίες που αλωνίζουν στον χώρο της συναυλίας; Νιώθω ήδη από τα πριν, τη μυρωδιά του πλαστικού γκλοπ στο πρόσωπό μου, ανακατεμένη με δακρυγόνο –είμαι σίγουρος ότι θα κάνω εμετό.
«Έλα, φεύγουμε!» φωνάζει η Ράνια.
Καιρός ήταν –την ακολουθώ σέρνοντας με τυφλά ανοιχτά μάτια. Ακούω κραυγές, άραγε θα κάνουν συλλήψεις; Δεν θέλω να με πιάσουν, ξέρω τι γίνεται με τους συλληφθέντες μέσα στις κλούβες, ξέρω τι γίνεται στην Ασφάλεια, ξέρω … Δεν θέλω.
«ΦΕΥΓΟΥΝ, ΠΙΑΣΤΟΥΣ!!!» ακούω δίπλα μου.
Δεν θέλω να κοιτάξω, δεν υπάρχει λόγος –το πρώτο χτύπημα σκάει στην πλάτη μου. Δεν φωνάζω, απλά αγκαλιάζω τη Ράνια και τη σπρώχνω μπροστά –ένστικτο ίσως. Δεύτερο χτύπημα με παίρνει ξυστά γιατί προλαβαίνω ν΄ακούσω το σφύριγμα στον αέρα. Σπρώχνω τη Ράνια πιο δυνατά, δεν κοιτάζω πίσω επειδή μπροστά ο δρόμος είναι ελεύθερος! Τελικά οι μπάτσοι μαζεύτηκαν από μόνοι τους, άφησαν κενά στα πλάγια. Η Ράνια φεύγει λες και πήρε ώθηση, τρέχει, φτάνει στο πεζοδρόμιο κι εγώ πίσω της. Πεταγόμαστε στην άσφαλτο, ευτυχώς δεν περνάνε αυτοκίνητα. Τρέχουμε ανάμεσα σε κλούβες, κόβουμε προς Πατησίων λαχανιασμένοι. Οι μπάτσοι λιγοστεύουν, τα δόντια μου χτυπάνε ανεξέλεγκτα. Ξαναρχίζουμε να τρέχουμε σαν ηλίθιοι, χωρίς προορισμό.

«Έφαγες φρίκη εκεί πέρα!» παρατηρεί η Ράνια.
Το παραδέχομαι κουνώντας το κεφάλι. Δεν είναι εύκολο να πω άλλα. Καθόμαστε σε ένα παγκάκι κατά Κολωνάκι μεριά, τα χέρια μου ακόμα τρέμουν όσο ανάβω τσιγάρο.
«Δεν ξέρω τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά πανικοβάλλομαι εύκολα τον τελευταίο καιρό», λέω στο τέλος.
«Λογικό μού ακούγεται –είναι δύσκολες αυτές οι μέρες», λέει η Ράνια.
«Σκατά δύσκολες. Έχουμε περάσει και χειρότερα», μουρμουρίζω.
«Εντάξει, αλλά κάποτε φτάνει η ώρα του καθενός».
Την κοιτάζω –λες να έχει δίκιο; Έφτασε η ώρα μου να τρέξω; Ήρθε η σειρά μου να κρυφτώ;
«Πουθενά να τρέξεις και πουθενά να κρυφτείς», ψιθυρίζω.
«Καλά, μην τα δραματοποιείς τα πράγματα …», γελάει η Ράνια.
«Τι ξέρεις εσύ;» πετάγομαι στο ξεκάρφωτο. «Γαμώ την ψυχραιμία σου μέσα! Αν δε ζεις στη Μητρόπολη δεν υπάρχει πουθενά αλλού να ζήσεις», πετάω το τσιγάρο μακριά.
«Ποια Μητρόπολη; Αυτή που είναι μετά την πλατεία Συντάγματος;» ξύνει το κεφάλι της η Ράνια.
«Ναι αυτή –που κάνει πιάτσα ο Σεραφείμ», λέω φουρκισμένος.
Μετά το βουλώνω.
«Θα πάω από το νοσοκομείο να δω τι κάνει ο Λεωνίδας», μιλάει στον αέρα η Ράνια.
Περιμένει λίγο, σκέφτομαι ότι έχω παρατήσει τη μηχανή απέναντι από το Πεδίο του Άρεως, στα στενά. Πρέπει να πάω να τη μαζέψω. Δεν τη βλέπω όσο σηκώνεται και δεν την ακούω όσο φεύγει. Δεν λέω «αντίο Ράνια», δεν χρειάζεται.

Κάποιος μας κλείδωσε έξω από τα τείχη της Μητρόπολης, κάποιος μας πέταξε στη Νεκρή Ζώνη κι εμείς ψάχνουμε τον προσανατολισμό μας. Άδικος κόπος –ακόμα κι αν τις βρεις, οι Πόρτες είναι αμπαρωμένες.

Και φυλάγονται καλά.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 17, 2008

7. «Κράτα το χέρι μου και θα είσαι για πάντα καταραμένος»

Προηγουμένα:
1. Ο τελευταίος κροκόδειλος του πλανήτη
2. Τιλτ
3. Ο σκλάβος της Κυριακής
4. Λίγος, πολύ λίγος
5. Με τον διακόπτη στη ρεζέρβα
6. Το ιγκουάνα που μάσαγε τριαντάφυλλα

Αλλά τίποτα δεν έγινε όπως το υπολογίζαμε. Και δεν μιλάω για κάποιο μακροπρόθεσμο σχεδιασμό –εντάξει; Δεν εννοώ τις ζωές μας που τις είχαμε φέρει κλωτσοπατινάδα μέσα σε αίθουσες πανεπιστημίων, άλλοι για να πάρουμε αναβολή στράτευσης, άλλοι επειδή είχαμε ευαίσθητα ακροδάχτυλα και δεν μας πήγαινε η οικοδομή, άλλοι έτσι ... από επιστημονικό ενδιαφέρον ας πούμε. Τότε κοιτάξαμε τριγύρω, οι τοίχοι χρειάζονταν επειγόντως φρεσκάρισμα, τα έδρανα έτριζαν αλάδωτα, μερικά τσάκιζαν σε δυο κομμάτια όταν πήγαινες να καθίσεις, οι καθηγητές χρειάζονταν σκότωμα. Οι περισσότεροι. Για να αφήσουν τους ελάχιστους να κάνουν τη δουλειά τους κανονικά. Τι γινόταν εκεί μέσα; Δεν είχαμε καταλάβει –σέρναμε τα μαθήματα από εξάμηνο σε εξάμηνο, τα βιβλία είχαν κόλλα και δεν γυρνάγανε οι σελίδες τους, μέχρι τη 10 έφτανες, εκεί που τελείωναν οι ευχαριστίες κι άρχιζε το κυρίως κείμενο. «ΛΟΛΑ ΝΑ ΕΝΑΣ ΠΟΥΤΣΟΣ!», «THIS IS THE END», «ΤΟ ΜΟΝΟ ΦΩΤΕΙΝΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΚΑΙΓΕΤΑΙ», τέτοια. Με μαρκαδόρο Στάμπιλο, στις σελίδες 6 έως 8, που ήταν σχεδόν πάντα κενές. Κι εμείς σαν τους μαλάκες, προσπαθούσαμε να κρυφτούμε στο κενό ελπίζοντας οτι το δάχτυλό μας είναι χοντρότερο από κορμό δέντρου και πασχίζαμε να κρυφτούμε εκεί πίσω, βλέπαμε τους παλιότερους να πηγαίνουν στο νοσοκομείο της Τρίπολης για εξάρθρωση και επανατοποθέτηση ώμου (6 μήνες αναβολή έδινε αυτό) και άλλους να το παίρνουν απόφαση οτι δεν τραβάει άλλο η κομπίνα –να ντύνονται τότε με τα καλά τους, να φοράνε ρουζ, σκιές ματιών, περούκες και εξάποντα τακούνια για να πάνε να παραδοθούν στη στρατολογία. Όσο εμείς ελπίζαμε ότι ποτέ δεν θα έρθει η σειρά μας, υπολογίζαμε οτι τα χρόνια δεν θα περάσουν –αλλά δεν μιλάω γι΄αυτό. Πανάθεμά μας, αυτό ήταν στάση ζωής -η μόνη που είχαμε κι αν τη βρίσκεις παράλογη δεν τρέχει τίποτα. Η μόνη που είχαμε, το ξανάπα, μη με ρωτάς γιατί δεν διαλέξαμε κάτι άλλο μη μου λες οτι ήταν χάλια ο σχεδιασμός μας. Να τη βγάλουμε μέχρι τα 30 θέλαμε –μετά θα πεθαίναμε όπως ήταν προαποφασισμένο. Από ποιον; Από τον Τζίμι Ντιν και τον Τζιμ Μόρισον κι από τον άλλο, τον Χέντριξ και τον Κιθ Μουν και τον Μπράιαν Τζόουνς –μόνο ο Τσε είχε αντέξει περισσότερο αλλά αυτός είχε να τελειώσει κάποιες σοβαρές δουλειές. Και θα πηγαίναμε να βρούμε τη Τζάνις, εκείνη την αλανιάρα, την ατσούμπαλη με τα σπυράκια και τα γυαλιά που ήταν η μοναδική γκόμενα την οποία θέλαμε πραγματικά να πηδήξουμε. Που ξέρεις; Ίσως να μας περίμεναν κι άλλοι, ο Σιντ Βίσιους, ο Ίαν Κέρτις κι ο Γιωργάκης για παράδειγμα, ο αδερφός του Σόλωνα, που την είχε κοπανήσει από τη χοροεσπερίδα πάνω στη βέσπα του αδερφού του για να γκρεμιστεί από τον Κρεμαστό Λαγό ανοίγοντας μια καταπακτή θανάτων ... Τέλος πάντων, δε θέλω να μιλάω γι΄αυτά τώρα.

Οι συναντήσεις με τους αυτόνομους των άλλων σχολών πηγαίνανε κατά διαόλου. Ο τύπος από τη Νομική είχε έρθει στο ραντεβού με μια πρωτοετή κι όσο τον κουβεντιάζαμε εκείνος δούλευε κουτάλα, πάνω-κάτω από το τραπέζι. Τα παιδιά από το Φυσικό ήταν άφαντα, ακουγόταν οτι τους είχανε μαγκώσει οι μπάτσοι «δι’ ασήμαντον αφορμήν». Στη Φιλοσοφική μιλήσαμε με κάτι αξύριστες, ινδική φούστα, ταγάρι, ιδρωμένη μασχάλη –Φρουτ οφ δε Λουμ. Στα δέκα λεπτά μάς παράτησαν επειδή ο Παντελής τόλμησε να ρωτήσει τη μία αν υπήρχε κανένα αγόρι στην παράταξή τους, λόγω του ότι η φτιάξη θα κατέληγε πιθανότατα σε κλωτσομπουνίδι.
«Τυπικό φαλλοκρατικό γουρούνι!» διαπίστωσε η μία.
«Είσαστε χειρότεροι από τους φασίστες!» διαπίστωσε η άλλη.
«Έχετε μετατρέψει το φοιτητικό κίνημα σε ωμό χουλιγκανισμό», κατέληξε η τρίτη.
Μετά σηκώθηκαν κι έφυγαν αφήνοντας απλήρωτους τους καφέδες.

Ο ήλιος έκοβε σβέρκους στην πλατεία, οι φοιτητές γυρίζανε από τα χωριά τους και έψαχναν τις παρέες τους. Μετά θα έπρεπε να τσεκάρουν το πρόγραμμα των εξετάσεων –όχι οτι θα πήγαιναν, αλλά έτσι, πληροφοριακά. Άλλωστε, στις εισόδους των σχολών, μπροστά στο τζαμάκι του εξεταστικού προγράμματος πετυχαίνεις τις πιο ζόρικες πρωτοετείς –γνωστό αυτό.
«ΑΣΟΕ και Πολυτεχνείο μας μένουν», μουρμούρισε ο Παντελής.
«Στο Πολυτεχνείο έχω δικούς μου», απάντησα.
«Ωραία –πάμε να τους βρούμε;»
«Είναι νωρίς ακόμα, θα τους πετύχω το βράδυ εδώ πέρα».
«ΑΣΟΕ;»
Δεν ήθελα να πάω σ’ αυτή τη γαμωσχολή, δεν ξέρω γιατί. Ίσως μου είχε μείνει από τότε, στη συναυλία των Antitroppau, που κοντέψαμε να πνιγούμε σαν τα ποντίκια στο υπόγειο και μετά περιμένανε οι περίεργοι απέξω, είχανε σπάσει μερικά κεφάλια. Μαλακίες, δεν έφταιγε αυτό.
«Δεν πας μόνος σου ΑΣΟΕ;» τον ρώτησα.
«Τι λες τώρα; Δικιά σου δουλειά είναι!» έκανε ο Παντελής.
«Ναι, αυτός ο καταμερισμός θα μας φάει!» αγανάκτησα ξεκινώντας για Πατησίων.

Βρήκαμε τα παιδιά της ΑΣΟΕ στο Αιδοίο του Πάρεως –λιάζονταν αποβλακωμένοι από ούζα. Κοίταξα τριγύρω, όλα πρίμα στη Λίμα.
«Λοιπόν; Θα κάνουμε καμιά συντονισμένη ενέργεια;» ρώτησε ο Παντελής.
«Συντονισμένη; Όπως; Παρτουζίτσα να πούμε;» ψέλλισε κάποιος ξανθός με χαίτη.
«Μπορούμε να μιλήσουμε λίγο σοβαρά;» απηύδησε ο Παντελής.
«Ξέρω ‘γω; Μπορούμε;» αναρωτήθηκε ένας μαλλιάς.
Βαρέθηκα.
«Πάμε ρε Παντελή. Αυτοί δεν έχουν πάρει πρέφα –πάω στοίχημα οτι μας περνάνε ακόμα για ντιλέρια».
«Ναι, ναι μέσα! Έχεις τίποτα;» πετάχτηκε ο ξανθός.
Δεν απάντησα. Ένας γυαλάκιας κάπως άχαρος ξέκοψε από την παρέα και μας έπιασε αγκαζέ.
«Πάμε ρε σύντροφοι παραδίπλα να τα πούμε ήσυχα. Γιατί μας πετύχατε σε δύσκολη ώρα», πρότεινε.
Τι δύσκολη ώρα και παπαριές; Μια ζωή κοκαλωμένους τους θυμόμουν αυτούς της ΑΣΟΕ. Τέλος πάντων –πήγαμε.
«Αν κανονίσετε με το ΕΜΠ θα έρθουμε κι εμείς», είπε ο γυαλάκιας. «Ακόμα και με μηδέν προεργασίες, αν δούμε κόσμο να φεύγει από τη Στουρνάρη, τρέχουμε. Μην σας ανησυχεί αυτό».
Ο Παντελής ησύχασε κάπως. Από την πλήρη αποτυχία είχαμε προβιβαστεί στην αποτυχία υπό προϋποθέσεις –μεγάλο βήμα!
«Δεν είναι οργάνωση αυτή ρε φίλε», συμπέρανα, «δηλαδή, είπαμε να ξεκινήσουμε κάτι, μην ξεχνάς οτι θα πρέπει να διασχίσουμε τη μισή Συγγρού και όλο το κωλόκεντρο. Χοντρό κάρφωμα –έτσι; Δεν μπορούμε να βασιστούμε στο ‘ότι κάτσει’. Αν δεν ξεκινήσετε εσείς μαζί με τους ΕΜΠηδες, θα βρεθούμε ξεβράκωτοι στ’ αγγούρια».
«Ναι ε; Και τι μου λέει οτι εσείς θα φτάσετε μέχρι τη Ζαλόγγου ας πούμε; Το πιο πιθανό είναι να σας λιανίσουν στους Στύλους ως συνήθως. Πως πάει δηλαδή; Να κάνουμε εμείς το νταβαντούρι για σας;» παρατήρησε ο γυαλάκιας.
Άναψα.
«Τι λες ρε μάγκα; Δηλαδή δικό μας μόνο είναι το νταβαντούρι; Δεν το κατάλαβες καλά, δε ζητάμε βοήθεια για καντάδα, να κυνηγήσουμε τους Χρυσαυγίτες θέλουμε. Από που κι ως που γίνανε δικό μας θέμα, αποκλειστικό; Εσάς δηλαδή δε σας πειράζουν; Όχι πες μου να ξέρω –γιατί αν εσάς δε σας νοιάζει, στ΄αρχίδια μου κι εμένα, κατάλαβες; Κι αν σφάξουν κι άλλον, δεν τρέχει μία –αρκεί να μην είμαι εγώ, σωστά; Μακριά από τον κώλο μου κι ας είν’ και στον δικό σου!»
Έβγαλα το πακέτο, αλλά το μετάνιωσα. Θα πήγαινα αλλού να καπνίσω –δε γούσταρα με το μαλάκα.
«Κάτσε ρε σύντροφε ...» ξεκίνησε ο γυαλάκιας.
«Στα παπάρια μου θα κάτσω και δεν είμαι σύντροφός σου. Γαμώ τα κνίτικα απωθημένα σας πούστηδες -σύντροφε, συντρόφισσα, βροντάει ο Κίσσαμος, αστράφτει η Γκιόνα ...»
Ο Παντελής μου έπιασε το χέρι, τινάχτηκα, λίγο ήθελα να πλακωθούμε όλοι στις σφαλιάρες εκεί πέρα.
«Βγάλτα πέρα εσύ μαζί του», είπα. «Εγώ δε γουστάρω πλέον. Και όταν ετοιμάσετε το συμβόλαιο κοινής δράσης, φωνάξτε με να υπογράψω».
Έφυγα παραδίπλα, τσαντισμένος –όχι με τον γυαλάκια. Δεν ήταν εκεί το θέμα, γνωστές ιστορίες αυτές στον χώρο –ξοδεύατε πάνω από δωδεκάωρο για να βγάλετε κάτι που να μοιάζει με κοινή απόφαση κι εκεί που πέφτανε τα βλέφαρα σαν αυτόματα ρολά κινηματογράφου, πεταγόταν κάποιος που είχε διαφωνίες. Στη διατύπωση, στις προτεραιότητες, στον συντονισμό κοινής δράσης, τρέχα-γύρευε. Και πήγαινε το πράγμα πάλι από την αρχή και μετά από άλλες 12 ώρες παρακάλαγες να πεινάσει κάποιος ή φέρει τίποτα αλκοόλια κανένας άλλος, να γίνουν κομμάτια οι συμμετέχοντες και το επόμενο πρωί, βράδυ, απόγευμα όποτε ξαναβρισκόμαστε τέλος πάντων –«τι κανονίσαμε;» «ξέρω ΄γω; ήμουνα λιώμα», «τώρα τι κάνουμε;», «κάτσε –όλο και κάποιος θα ήταν νορμάλ, όλο και κάτι θα θυμάται, τον βλέπουμε κι ακολουθάμε». Βίβρ λα ρεβολουσιόν άμα λάχει να πούμε!
Αλλά δεν ήταν αυτό που με ‘τρωγε.

Είδα μια παρέα ακουμπισμένη σε στοιβαγμένα βιβλία, έσκυψα πάνω τους. «Μια Τζούλια τάδε, που είναι έτσι κι έτσι την ξέρετε;» Κούνησαν τα κεφάλια άσχετα. «Ποια είναι αυτή;» Είχα πέσει σε λάθος έτος. Επειδή η Τζούλια πέρασε με τη δεύτερη στη σχολή –κατάλαβες; Φροντιστήριο στη Γάμα Λυκείου, παίρναμε το λεωφορείο από νότια, εγώ, ο Στάθης και η Λίνα –σπάνια φτάναμε όλοι μαζί μέχρι την πλατεία Κάνιγγος. Συνήθως κόλλαγα στο Dragonfly, παίζανε εκεί κάτι απίθανα βίντεο από Pistols, Clash, Damned και άλλους πολλούς. Δίπλα σε πάνκηδες με κοκόρια 20 πόντων πηγμένα στην οδοντόκρεμα που πήγαιναν και βαράγανε προσοχές όταν εμφανίζονταν στην οθόνη οι Generation X. Vibrators, Television, Oingo Boingo κι εκείνος ο καραγκιόζης ο Κλάους Νόμι με την εξωπραγματική φωνή, μια φορά είχα δει τους Χ από συναυλία, έμεινα στον τόπο, ορκίστηκα να γίνω κάποτε σαν αυτούς. Τρίχες κατσαρές! Τέλος πάντων, ο Στάθης τραβιόταν όπου κυκλοφορούσαν κορίτσια, η Λίνα δεν έχανε μάθημα, γκρίνιαζε κιόλας επειδή μαλακιζόμουν και δεν κοίταγα να παρακολουθώ τα μαθήματα και θα πάτωνα στις Πανελλαδικές, μέχρι που γνώρισα το Βαγγέλη και τη Τζούλια. Έρχονταν από Πειραιά. Δεν έτρεχε τίποτα μεταξύ τους, δεν υπήρχε περίπτωση να τρέξει τίποτα με τον Βαγγέλη διότι μονίμως σουρωμένος και γλίτσης –εγώ τον γούσταρα, είχε πλάκα, έμαθα οτι κατέληξε στο Ρήγα όταν πέρασε Βιομηχανική –καλή του ώρα. Πάντως το θέμα είναι οτι από τότε που τους γνώρισα έγινα τακτικός στα μαθήματα, τουλάχιστον έμπαινα στην πρώτη ώρα μέχρι νάρθουν και να την κοπανήσουμε παρέα. Η Λίνα με έβλεπε σε στυλ μαμά, άρχισε να γκρινιάζει διπλά πλέον. Επειδή και τα μαθήματα έχανα και τραβιόμουνα με τον Βαγγέλη που ήταν σκέτη κινητή παρακμή. Τελικά εγώ πέρασα με την πρώτη και η Λίνα πάτωσε –αυτά είναι τα καλά του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
Η Τζούλια ήταν η πρώτη μου κοπέλα, δηλαδή κάτι είχα και στο σχολείο, αλλά περισσότερο παίζαμε τις κουμπάρες εκεί πέρα, παρά κάναμε σχέση. Με τη Τζούλια ήταν αλλιώς –όχι τίποτα φοβερό, μη φανταστείς ολοκληρωμένη κατάσταση, αλλά ήταν ότι πιο κοντινό σε κανονική ερωτική σχέση. Πάει να πει κυκλοφορούσαμε χεράκι-χεράκι, μοιραζόμασταν τη μπύρα λόγω αφραγκίας, έπεφτε και κανένα φιλί συχνά-πυκνά, φτάσαμε μέχρι μπαλαμούτι μια φορά στα Προπύλαια με καταστροφικά αποτελέσματα όμως. Ξέρεις κάτι; Αν ποτέ σκεφτόμουν μια κοπέλα δίπλα μου σε στυλ «για πάντα» να πούμε, αυτή θα ήταν η Τζούλια. Είχε εκείνη την παιχνιδιάρικη φάτσα, ήταν κάπως γεματούλα, έβγαζε φοβερό γέλιο –«εγώ χοντρή γεννήθηκα και σ’ όποιον δε αρέσει, σα σύκο να του πέσει», συνήθιζε να λέει. Γαμώ τα άτομα.

Όταν πέρασα στην Πάντειο κάναμε κάποιες προσπάθειες να κρατήσουμε επαφή αλλά εκείνη πήγαινε Μεταλυκειακό, εγώ δεν ήξερα που πάταγα –χαθήκαμε. Είχα μπλέξει κι από νωρίς σε κάτι άσχημες καταστάσεις, δεν έχει σημασία ... Ξαναμιλήσαμε μετά που μπήκε ΑΣΟΕ, με πήρε τηλέφωνο στους γέρους μου. Δεν με βρήκε, το έμαθα, την πήρα πίσω εγώ. «Λοιπόν, πρόσεξε φάση», μου λέει, «τη δεύτερη φορά έγραψα 20 Κοινωνιολογία και 10 Μαθηματικά –όταν βγήκαν τ’ αποτελέσματα έκανα πάρτι. Ξέρεις γιατί;» «Για το εικοσάρι ίσως;» «Όχι ρε βλάκα, για το δεκάρι στα Μαθηματικά –με πιάνεις;» «Σε πιάνω». «Ωραία –πες μου τώρα, σε ποια σχολή πέρασα με αυτούς τους βαθμούς;» «Ξέρω ‘γω ... Ιχθυοκαλλιέργεια;» «Μακάρι ρε μαλάκα! ΑΣΟΕ πέρασα!» Είχα μείνει με το ακουστικό να ξύνω το κεφάλι μου. Η ΑΣΟΕ έκανε τα περισσότερα μαθηματικά απ’ όλες τις σχολές της τέταρτης δέσμης –για να την τελειώσεις έπρεπε να είσαι ο Ηράκλειτος αυτοπροσώπως! «Κάποιος μου κάνει χοντρή πλάκα, δε νομίζεις;» διαπίστωνε η Τζούλια. Τέτοιο άτομο. Δεν την είχα δει ούτε μισή φορά μετά το τηλεφώνημα. «Θα βρεθούμε;» «Ναι σίγουρα. Θα το κανονίσουμε». Εμένα μου λες;

Πέτυχα κάτι μικρότερους που βρίζονταν έτσι για πλάκα.
«Τη Τζούλια;»
«Ναι».
«Την αεροσυνοδό;»
«Ποια;»
«Τη ΔΑΠίτισσα ρε!»
«Κάτσε καλά μαλακισμένο μη σε πλακώσω επιτόπου!»
Το παιδί ξαφνιάστηκε και μετά θύμωσε.
«Τι γουστάρεις τώρα ρε συ; Μας ρωτάς για τη Τζούλια, πάμε να σε βοηθήσουμε και μανουριάζεις! Τι γουστάρεις;»
«Μα να μου λες τη Τζούλια ΔΑΠίτισσα! Τι πίνεις;»
Χώθηκε ένας περαστικός που άκουγε μέχρι τώρα.
«Φίλε τη Τζούλια δεν ψάχνεις;»
«Ναι».
«Επώνυμο τάδε –σωστά;»
«Ολόσωστα».
«Δεύτερη χρονιά φέτος που κατέβηκε υποψήφια με τη ΔΑΠ. Στο Μουσείο αράζει με τους δικούς της. Άντε βρέστην».
Τα παιδιά έφυγαν κρυφογελώντας, στα δέκα μέτρα ξανάπιασαν τα γαμωσταυρίδια μεταξύ τους, εμένα με ξέχασαν.
Η Τζούλια; ΔΑΠ; ΝΔΦΚ;

Πήρα το δρόμο για το Μουσείο, ήθελα να το δω με τα μάτια μου. Δεν δυσκολεύτηκα να τους πετύχω –ένα τραπέζι γεμάτο πορτοκαλάδες και άλλα σκατολοϊδια, γύρω του 5-6 άτομα, Λακόστ, φαρδιά παντελόνια, Τίμπερλαντ, κοριτσίστικα κεφάλια φτιαγμένα σε κομμωτήριο, ταγιεράκια και η Τζούλια! Μαλλί-αδράχτι από την πολλή λακ, φουστίτσα, πουκαμισάκι με βάτες. Έχασα τη γη. Έκανα να γυρίσω πίσω αλλά με είδαν που τους χάζευα. Ένας σκατίφλωρος με έδειξε, γύρισαν οι υπόλοιποι, πετάχτηκε η Τζούλια.
«Τι κάνεις ρε; Πως από δω;»
«Εεεε, ξέρω ΄γω; Εσύ τι κάνεις;»
«Έλα να σου γνωρίσω τα παιδιά ...»
«Ποια παιδιά;»
Μου έδειξε τους φλώρους.
«Άσε ρε Τζούλια και δεν έχω κάνει αντιλυσσικό πρόσφατα».
Ξεκαρδίστηκε.
«Ξεκόλλα ρε βλάκα! Είναι καλά παιδιά».
«Οι ΔΑΠίτες ρε Τζούλια;» ψέλλισα.
«Γιατί; Εσείς είσαστε καλύτεροι δηλαδή;»
Τι να της πεις τώρα;
«Γίνεται να πιούμε κανέναν καφέ με την ησυχία μας;» πήγα να το γυρίσω το θέμα.
«Έχω παρέα», μου έδειξε προς το τραπέζι, μια ακόμα φορά.
«Για τους ΔΑΠίτες λέμε πάντα!» διευκρίνισα.
«Ναι μωρέ, γιατί; Έχεις πρόβλημα;»
«Εσύ δεν έχεις;»
«Κανένα».
«Εντάξει –ούτε κι εγώ έχω τότε. Μόνο, όταν ξεμπερδέψεις μαζί τους, μην ξεχάσεις να μου κρατήσεις έναν, αειθαλή αν γίνεται, όχι φυλλοβόλο -τον θέλω για το καθιστικό και δε γουστάρω να μαδάει», είπα.
«Τώρα αυτό ήταν εξυπνάδα –έτσι;» χαμογέλασε. Θυμήθηκα γιατί ήθελα να περάσω τη ζωή μου μαζί της. Κάποτε.
«Ξέρω κι εγώ τι ήταν ρε Τζούλια; Κοίτα να προσέχεις εκεί πέρα, γιατί ...», έκοψα στη μέση της φράσης, δεν υπήρχε λόγος.
Ένας μαλάκας με φράντζα είχε σηκωθεί από το τραπέζι και μας πλησίαζε. Σκέφτηκα οτι θα ήταν μια καλή ευκαιρία να βγάλω τα σπασμένα πάνω του αλλά το μετάνιωσα. Δεν πάει να γινόταν και τραγουδιάρα στην Εθνική οδό η Τζούλια; Έτσι κι αλλιώς την είχα χάσει χωρίς ποτέ να την έχω κι αυτό κάτι θα έπρεπε να μου λέει, αν ποτέ έβρισκα τη διάθεση ν΄ακούσω προσεκτικά τα γεγονότα.
«Ξέρεις τι έμαθα;»
Πετάχτηκα. Ο Παντελής είχε στηθεί μπροστά μου σαν το άγαλμα του Τρούμαν Καπότε.
«Ε;»
«Έρχεται ο Lydon! Και οι Dream Syndicate και οι Triffids και ...»
«Σύνελθε ρε –δεν βάζω νόημα!»
«Ο Μπουλντόζας ζήλεψε φαίνεται τη Μελίνα -κάνει δωρεάν συναυλία!»
Τον περίμενα όσο μου εξηγούσε, κάπως καταπληκτικά μου ακούγονταν όλα αυτά, ακόμα θυμόμουν το Rock in Athens, δεν γίνονται τέτοια πράγματα δυο φορές στη ζωή σου! Εντάξει δηλαδή -άλλο τότε- όμως θα ερχόταν ο Lydon! Ο ίδιος! Πρώην Rotten! Θα κατέβαζε το μικρόφωνο είκοσι πόντους από το σανίδι και θα ούρλιαζε εκεί κάτω, λίγο πιο κάτω θα ήμουν εγώ! Τι λες ρε πούστη μου!
«Τι λες ρε πούστη μου!» θαύμασα.
«Όπως στα λέω! Και με τα παιδιά της ΑΣΟΕ κανονίστηκε το ζήτημα. Θα έρθουν».
«Ναι ε;»
«Ναι. Μόνο το ΕΜΠ μένει».
«Καλά, άστο πάνω μου».
Το άφησε. Κι εγώ επίσης.

Δηλαδή, εκείνο το απόγευμα μίλησα με τον Τάκη, γκρίνιαξε που είχα χαθεί, μ’ έβρισε επειδή δεν θα βρισκόμασταν σύντομα, στο τέλος κανονίστηκε η υπόθεση. Θα μίλαγε με τους δικούς του και θα έρχονταν μαζί μας στη διαδήλωση. Πέρασα από κάτι τσαγιερί με αρωματικούς καπνούς, πέτυχα τον Άκη από τους Αρχιτέκτονες, ήταν και κάποιοι της Καλών Τεχνών, έριξαν προτάσεις στον αέρα για χάπενινγκς –όλα καλά. Το γεγονός οτι δεν είχα μιλήσει με κανέναν από τους Υπεύθυνους Οργάνωσης αυτοπροσώπως, το γεγονός οτι είχα αφήσει τη δουλειά στον Τάκη που δεν ήταν καν οργανωμένος και στον Άκη που ήταν μεν στη Συντονιστική αλλά δεν πέρναγε ούτε απέξω στις Συνελεύσεις –ε, λοιπόν αυτά τα γεγονότα δεν με πείραξαν καθόλου, αδιαφόρησα αντικαθιστώντας την προσδοκία με την πραγματικότητα. Όλα καλά.

Εκείνη τη χρονιά είχα τρελαθεί με την επανεμφάνιση του Λέοναρντ Κοέν, υπήρχε αυτό το τραγούδι που σφύριζε στο μυαλό μου σαν τρένο σε ευθεία γραμμή. Ακουμπούσαμε λοιπόν στα κάγκελα της Παντείου, 30 άτομα, όχι παραπάνω –ο Παπ ως συνήθως είχε αναλάβει να κατευθύνει το τσίρκο, ήταν καλός σε τέτοια ζητήματα. Έβριζε, παρακάλαγε, έριχνε και καμιά σφαλιάρα αν υπήρχε ανάγκη, αλλά οι 30 δεν αυξανόμασταν. Οι Πανσπουδαστικάριοι ήθελαν να το συζητήσουν πρώτα με την οργάνωση βάσης –αν περιμέναμε λίγο, θα οργανωνόταν πολυπληθής πορεία με την συμμετοχή οικοδόμων. Πόσο να περιμέναμε; Δυο τρία χρόνια –όχι περισσότερο. Οι Ρηγάδες ήταν 100% μαζί μας, αν μάλιστα γινόταν άλλη μέρα η πορεία θα έρχονταν μαζικά. Ποια άλλη μέρα; Κάποια άλλη μέρα. «Και σ’ ευχαριστώ για τα καλούδια που μου έστειλες/ τη μαϊμού και το βιολί από κόντρα πλακέ/ έκανα εξάσκηση κάθε βράδυ, είμαι έτοιμος πλέον /...»

Ξεκινήσαμε φορτωμένοι, ένα πανό ανέμιζε στα πρώτα 200 μέτρα, μετά το μαζέψαμε γιατί μας καθυστερούσε, κάτι μάτια κόκκινα και απλανή, οι κοπέλες σφιχτές σαν απωθημένα, οι φίλοι μας να λένε αστεία για να κρυφτεί ο φόβος. Αλλά προχωρούσαμε, είχα μια αγωνία –πολύ διαφημισμένο μού έμοιαζε το ζήτημα και κοίταζα στις στροφές να δω από που μας την έχουνε στημένη, μόνο βιαστικά αυτοκίνητα πέρναγαν –τίποτα άλλο. «Ναι, μ’ αγάπαγες όσο έχανα, αλλά τώρα ανησυχείς μήπως κερδίσω/ ξέρεις τον τρόπο να με σταματήσεις, αλλά σου λείπει η πειθαρχία/ πόσες νύχτες προσευχήθηκα γι’ αυτό, για να μπορέσω να ξεκινήσω/....».

Λες να τα καταφέρναμε τελικά; Περάσαμε τους στύλους αεράτοι, βαδίσαμε στα πεζοδρόμια για να μην κάνουμε ντόρο πριν την ώρα μας, κάθε μπροστινό βήμα μάς φόρτιζε. Δεν υπήρχαν μπάτσοι τριγύρω, έναν τροχονόμο είχαμε συναντήσει στην Αγγλικανική Εκκλησία κι αυτός κοίταζε αλλού –νιώσαμε αόρατοι. Δυνατοί. Κι όταν φτάναμε θα βρίσκαμε τους υπόλοιπους, θα γινόμασταν παντοδύναμοι. «Με καταδίκασαν σε 20 χρόνια βαρεμάρας/ επειδή προσπάθησα ν΄αλλάξω το σύστημα από τα μέσα/ έρχομαι τώρα, έρχομαι να τους ανταμείψω/ ΠΡΩΤΑ ΘΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΟ ΜΑΝΧΑΤΑΝ, ΜΕΤΑ ΘΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ».

Στο ύψος της Ζωοδόχου Πηγής αρχίσαμε να ψυλλιαζόμαστε οτι κάτι πήγαινε πολύ στραβά. Δυο κλούβες μας περίμεναν, αλλά οι μπάτσοι έτρωγαν τυρόπιτες στο χαλαρό. Κόψαμε λίγο το βήμα, κάπως επιφυλακτικοί –οι μπάτσοι μας έδειχναν και γελούσαν. Ένιωσα μυρμήγκια στο σβέρκο, πολλά μυρμήγκια. Δίπλα μου πέρναγε ο Παπ.
«Τι γίνεται αρχηγέ;» τον ρώτησα.
«Προχωράμε», είπε στα αχανή πλήθη δεξιά κι αριστερά του.
Τον έπιασα από το μανίκι.
«Δε σου φαίνονται περίεργοι οι μπάτσοι;» επέμεινα.
«Αν δεν ήταν περίεργοι δεν θα γίνονταν μπάτσοι», με διαβεβαίωσε.
Αμέσως μετά αγκαλιάστηκε με δυο-τρεις αγριεμένους και το έριξαν στα συνθήματα.
«ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΚΟΥΦΑΛΕΣ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΚΡΕΜΑΛΕΣ»
«ΑΛΗΤΕΣ, ΧΙΤΕΣ, ΧΡΥΣΑΥΓΙΤΕΣ»
Τέτοια.

Έμεινα στη μέση της ξεχαρβαλωμένης πορείας, τώρα πλέον ήμουν σίγουρος. Είχαμε φτάσει κοντά, σχεδόν από κάτω από τα γραφεία και δε φαινόταν ψυχή δική μας. Ούτε από ΕΜΠ, ούτε από ΑΣΟΕ –τίποτα. «Με οδηγεί ένα σημάδι στον ουρανό/ με οδηγεί ένα σημάδι που έχω από γεννησιμιού μου/ με οδηγεί η ομορφιά των όπλων τους/...» Δεν είχα κουράγιο για παρακάτω. Τριάντα μαλάκες, οι μισοί κοκαλωμένοι -βάλε και δέκα, δώδεκα κορίτσια -στεκόμασταν εκεί πέρα σα μωρά σκαρφαλωμένα στο κάγκελο του μπαλκονιού. Κάποιοι ερωτευμένοι με τον τρόμο του κενού, κάποιοι άλλοι πάλι, όχι. Ζήτημα χρόνου ήταν.
«Έρχονται από τα πλάγια!» άκουσα μια φωνή.

Δεν χρειαζόταν να κοιτάξω, δεν ήταν οι δικοί μας που έρχονταν, δεν είχε τίποτα το χαρούμενο η φωνή –άκουσα αλυσίδες να κροταλίζουν στον αέρα πριν χτυπήσουν ανθρώπινα σώματα.
«Πούστηδες, θα σας λιώσουμε!» φώναξε ένας άλλος και ήταν περίεργο επειδή αυτός ήταν δικός μας, ένας από τους τριάντα που ορμούσαν σε πενήντα κοντοκουρεμένους. Έτρεξα προς τα κει, στη μέση σταμάτησα επειδή από την άλλη πλευρά του δρόμου έρχονταν άλλοι τόσοι φασίστες. Βγαίνανε από τον πεζόδρομο πίσω απ΄τα γραφεία, χωρίζονταν με την άνεσή τους σε ομάδες κρούσης και πέφτανε πάνω μας. Ήρεμα, δεν φώναζαν, δεν έβριζαν –είχαν σκοπό να μας βγάλουν αίμα. Κοίταξα τους μπάτσους στο πεζοδρόμιο πίσω μας, εξακολουθούσαν να σαχλαμαρίζουν –κάπως πιο κουμπωμένοι τώρα. Θα άφηναν τους φασίστες να μας λιανίσουν και αμέσως μετά θα «προέβαιναν στις απαραίτητες συλλήψεις». Όσων δεν μπορούσαν να σηκωθούν από την άσφαλτο.
«Που είναι οι άλλες σχολές;» ούρλιαξε η Σόνια τραβώντας μου τα μαλλιά.
«Ξέρω ‘γω;» είπα και το εννοούσα.
Οι φασίστες είχαν μαζέψει τις αλυσίδες και έβγαζαν γκλοπς –πολύς κόσμος ήταν πεσμένος, κεφάλια εύκολα στο άνοιγμα. Και τότε έσκασε μια μολότοφ. Ήταν προσεκτική βολή, χτύπησε καμιά δεκαριά κοντοκουρεμένους που περίμεναν πιο πίσω, στις εφεδρείες. Πανικός, έστω και σύντομος, βρήκαν κάποιοι δικοί μας την ευκαιρία να ρίξουν λίγα κλωτσίδια. Από που ήρθε η μολότοφ; Γιατί εμείς είχαμε γραμμή να είμαστε πεντακάθαροι σαν τις λιακάδες –από φόβο μη μας στριμώξουν οι μπάτσοι στο δρόμο κι αρχίσουν να μας ψάχνουν. Δεύτερη μολότοφ στο πεζοδρόμιο με τους μπάτσους αυτή τη φορά. Κάποιοι άρχισαν να πηδάνε σαν αναστενάρηδες, οι μολότοφ έπεφταν βροχή πλέον. Τότε τους είδα, με τις παλαιστινιακές μαντίλες και τα φουλάρια να ξεμπουκάρουν από διπλανά στενά –τελικά η δημοσιότητα της κινητοποίησης είχε τα καλά της. Γιατί, μπορεί να γίναμε βούκινο, αλλά το έμαθαν κι οι Εξαρχειώτες, έσκυψα να μη με πάρει καμιά αδέσποτη και έτρεξα προς τους αγκαλισμένους. Οι φασίστες ήταν μπερδεμένοι, είχαν κόψει κάπως, οι δικοί μου βάραγαν οτι έβρισκαν.
«Πάμε να φύγουμε ρε! Πάμε να φύγουμε τώρα!» ούρλιαζα, έσπρωχνα, τράβαγα.
Μετά έτρεξα προς τη Μπενάκη, άκουγα κόσμο πίσω μου, γύρισα να κοιτάξω –δεν ήταν πάνω από δέκα. Έξω από το τοστάδικο, Σόλωνος και Μπενάκη κόψαμε απότομα. Δίπλα μου ο Κύπριος κι ο Παντελής, κοιταχτήκαμε.
«Τι θα γίνουν οι άλλοι εκεί πίσω;» έκανε ο Παντελής.
«Θα την κοπανήσουν κι αυτοί αν έχουν λίγο μυαλό», είπε ο Κύπριος.
«Πάμε ρε να τους βοηθήσουμε!» φώναξε κάποιος άλλος.
Το σκέφτηκα. Φοβόμουν να γυρίσω, τώρα θα είχε πέσει σύρμα, ο τόπος θα γέμιζε κλούβες.
«Πάμε, δε γαμιέται;» μουρμούρισα.

Αλλά δεν μπορούσαμε πλέον να πλησιάσουμε. Κόσμος έτρεχε χωρίς σκοπό, άκουγα «σειρήνες κι ουρλιαχτά», είχαν πέσει δακρυγόνα δεν βλέπαμε ο ένας τη μύτη του άλλου. Οι κοντοκουρεμένοι μάλλον έφευγαν, καμιά εικοσαριά πέρασαν πλάι μας και ούτε να μας φτύσουν –τώρα αναλάμβαναν οι επαγγελματίες. Έξω από ένα γκαράζ βρήκαμε την Αναστασία, δάκρυα ανακατεμένα με μύξες, σήκωσε το κεφάλι τρομαγμένη –είδα αίματα στο σαγόνι της.
«Τι έχεις ρε χαζό; Ποιος σε χτύπησε;» ο Κύπριος την κράταγε ήδη αγκαλιά.
Κάναμε κύκλο γύρω της, κοιτάζαμε με μάτια κόκκινα, περιμέναμε να πεταχτούν δικέφαλα τέρατα από τις γωνίες. Τρέμοντας. Η Αναστασία ψέλλιζε ότι είχε χάσει τη Σόνια, είχε δει τους μπάτσους να τη σέρνουν στην άσφαλτο. Προσπάθησα να διακρίνω κάτι –κάτι ρε πούστη μου! Τίποτα. Μόνο καπνός και ασυντόνιστες φωνές κι απελπισία, από πουθενά να φύγεις και πουθενά να κρυφτείς …
«Δε λέει να καθόμαστε άλλο εδώ», είπε ο Παντελής. «Πάμε να φύγουμε πριν μας δέσουν».

Ο Κύπριος τράβαγε την Αναστασία κρατώντας την από τους ώμους, ο Παντελής είχε μπει μπροστά σαν Ινδιάνος ανιχνευτής, οι υπόλοιποι ακολουθούσαμε σκυμμένοι. Λίγο πριν βγούμε στην Πατησίων είδαμε το φαρμακείο, μπήκαν δυο-τρεις μέσα, μαζί με την Αναστασία.
«Η κοπέλα έχει τραυματιστεί –μπορείς να την φροντίσεις λίγο;» ζήτησε ο Κύπριος.
«Απαγορεύεται. Θα πρέπει να καλέσω ασθενοφόρο», απάντησε ο φαρμακοποιός ασθμαίνοντας.
«Τι ασθενοφόρο ρε; Τους μπάτσους θέλεις να καλέσεις!» μάνιασε ο Κύπριος.
«Σε παρακαλώ παιδί μου! Δεν θα μου υποδείξεις πώς να κάνω τη δουλειά μου!» τσίριξε ο φαρμακοποιός.
«Περιποιήσου την κοπέλα γιατί θα σε γαμήσω ρε πούστη!» τον πλησίασε απειλητικά ο Κύπριος.
Μαλακίες –ο φαρμακοποιός δεν προλάβαινε ν΄αλλάξει γνώμη. Μπουκάραμε μέσα και οι υπόλοιποι, σπάσαμε βιτρίνες, τουμπάραμε μπουκάλια, αρπάξαμε ότι μας φαινόταν χρήσιμο. Ο φαρμακοποιός κοίταζε σα χάνος. Κάποιοι χώθηκαν στην αποθήκη του και άρχισαν να σηκώνουν αμπούλες, αντιβηχικά, χάπια, σκατά … ότι έβρισκαν. Ευτυχώς ο Παντελής θυμήθηκε να πάρει επιδέσμους και βάμμα ιωδίου.
«Κάλεσε τώρα τους μπάτσους ρε αρχίδι και να λες ευτυχώς που δεν χρειάζεται να καλέσεις ασθενοφόρο για πάρτη σου!» τσίριξε ο Κύπριος σπάζοντας τη τζαμαρία με την αρβύλα του όσο εμείς φεύγαμε.

Στην Ομόνοια κόψαμε για να μετρηθούμε. Κάτι μύτες έτρεχαν, μερικά σκισμένα φρύδια και η Αναστασία έτρεμε όσο τη φάσκιωναν. Πλησίασα να δω καλύτερα –χρειαζόταν ράμματα στο σαγόνι μπας και κόψει η αιμορραγία. Το είπα στον Παντελή και κανόνισε να την πάνε στην Πολυκλινική παρακάτω. Οι υπόλοιποι μείναμε να τους κοιτάζουμε που έφευγαν, σε λίγο ήρθαν κάτι παιδιά από την πλατεία και φώναζαν ότι στα Χαυτεία γίνεται κόλαση –έχουν στρώσει τους φασιστές στο κυνήγι, κάτι τέτοιο. Μετά μάθαμε για κόσμο που πλακωνόταν ακόμα στις παρόδους της Πατησίων, η Αθήνα έμοιαζε να καίγεται, αλλά μπορεί κι όλα αυτά να ήταν σκέτες διαδόσεις. Το πιο εύκολο πράγμα είναι να διηγείσαι τέρατα –δυο περαστικοί γίνονται αμέσως στρατός οργανωμένος, τρεις σφαλιάρες μοιάζουν με αιματοκύλισμα, ένα περιπολικό προβιβάζεται σε «οργανωμένη απόβαση». Κάθισα έξω από τον Μπακάκο και δεν πίστευα τίποτα πλέον, δεν είχα όρεξη ούτε τα κορδόνια μου να δέσω.
Δυο επαρχιώτες αγκαλιάστηκαν δίπλα μου, έστησα αυτί, κανόνιζαν μπουρδελότσαρκα στη Λιοσίων και μετά ουίσκια κατά Αχαρνών μεριά. Έμοιαζαν ενθουσιασμένοι –γιατί όχι άλλωστε; Ένα ζευγάρι αγκαλιάστηκε μπροστά μου και ήταν και οι δυο τους άσχημοι σαν τη μετάνοια –στη συνέχεια κατηφόρισαν την Πειραιώς για να βρουν κάποιο ξενοδοχείο να ξεσκιστούν.
Σηκώθηκα, τα κόκαλά μου πονούσαν ασυντόνιστα –τους πήρα από πίσω. Πέρασαν δυο ξενοδοχεία στη σειρά, έψαχναν κάτι καλύτερο και δεν τους αδικούσα. Αλλά αποκλειόταν να το βρουν σ’ αυτό το δρόμο, έκοβα βήμα μπροστά στις βιτρίνες για να μη με πάρουν χαμπάρι. Και το ζευγάρι προχωρούσε αμήχανο, η κοπέλα άνοιγε το στόμα να διαμαρτυρηθεί αλλά το ξανάκλεινε. Σταμάτησαν έξω από ένα ξενοδοχείο που βρώμαγε σταφιδέμπορους. Κοντοστάθηκαν. Κάποιος έπρεπε να μπει για να κλείσει δωμάτιο. Το αγόρι ήταν στην ηλικία μου πάνω-κάτω, το κορίτσι τρέχα γύρευε. Δεν μπορούσα να διακρίνω μέσα από τα σοβατεπιά που είχε απλώσει στη μούρη της, προσπέρασα στο αδιάφορο λοιπόν γιατί είχε παρατραβήξει η παρακολούθηση. Κάθισα, διακόσα μέτρα πιο πέρα στο πεζούλι ενός κλειστού καταστήματος με ηλεκτρικά είδη. Και σου μιλάω αλήθεια τώρα –δεν είχα πουθενά να πάω, πουθενά να κρυφτώ. Δεν μου έλειπε η όρεξη, όμως ήμουνα σχεδόν σίγουρος ότι εκεί απέναντι υπήρχε μια ταμπέλα απ΄αυτές που προειδοποιούν για «ΑΔΙΕΞΟΔΟ», καταλαβαίνεις; Άκουσα τακούνια να στραβοπατάνε στο πλακόστρωτο και γκρίνιες «αφού δε νιώθω καλά, αγχώνομαι και μπλοκάρω –τι θέλεις τώρα;» Κοίταξα -το ζευγαράκι κατέβαινε καυγαδίζοντας, δεν ήταν γραφτό να πηδηχτούν σήμερα.

Και τότε το πήρα χαμπάρι, καθισμένος στο πεζούλι, χαζεύοντας τις πλάτες τους. Είχε έρθει μαζί με τους Ζητάδες εκείνο το βράδυ στο Ρεσιτάλ, νόμιζα ότι θα έφευγε από μόνο του, αλλά αυτό ήταν ακόμα εδώ. Στρογγυλοκαθισμένο στο ηλιακό μου πλέγμα, παγωμένο σαν τη δυστυχία, κυρίαρχο.

Φόβος.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι