Παρασκευή, Νοεμβρίου 28, 2008

20. «Και δεν θα ξεχάσω ν’ αφήσω τριαντάφυλλα στον τάφο σου»

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα

2ο μέρος: "Ποτέ ξανά" έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί
13. Οι αποφάσεις που μας πήραν
14. Δωμάτιο μονοθέσιο
15. "96 δάκρυα σε 96 μάτια"
16. Ότι πας να κρατήσεις (γλιστράει μακριά)
17. Ναυαγοί σε παγωμένα κρεβάτια
18. Με τον διάβολο κρυμμένο στο τζάκετ
19. Σκούρο μπλε σχεδόν μαύρο

Ένα βουβό γυναικείο κλάμα πάνω απ΄το κεφάλι μου, για μια στιγμή νομίζω ότι παρακολουθώ την κηδεία μου από προνομιακή θέση αλλά μετά διακρίνω ότι αυτή που κλαίει είναι η μάνα μου και ηρεμώ κάπως. Αν ήμουνα πεθαμένος δεν θα το αντιμετώπιζε τόσο ψύχραιμα.

Κρατάω μισόκλειστα τα μάτια, να κόψω κίνηση πριν πάρουν χαμπάρι ότι συνήλθα. Τριγύρω μου μπεζ αχούρι, ξεφτισμένοι τοίχοι, οροί κρεμασμένοι σε σκουριασμένες βάσεις –δημόσιο νοσοκομείο, στα σίγουρα. Η μάνα μου κλαίει, παραδίπλα θα είναι σίγουρα ο γέρος μου –αλλά υπάρχουν κι άλλοι εδώ μέσα. Ποιοι είναι αυτοί οι πούστηδες; Ξεφορτώθηκα όλα τα σκατολοϊδια; Κάνω να ψαχτώ αλλά δεν παίζει τέτοια πιθανότητα –το σώμα μου κοντράρει φασκιωμένο. Μετά θυμάμαι. Ησυχάζω –όλα καλά θα πάνε.

Και τότε καταλαβαίνω οτι δεν μπορώ να σταθώ σε μια μεριά –πολύς πόνος, απροσδιόριστος. Κάτσε να το δούμε αυτό, κουνάω τα δάχτυλά μου, χέρια, πόδια –εντάξει. Ενδιάμεσα είναι το πρόβλημα, σα να τσιμέντωσε κάποιος τον κορμό του σώματός μου χώνοντας βελόνες πλεξίματος ενδιάμεσα για να δέσει το γκρο μπετό.
«Λίγο νερό γαμώ τη ζωή μου!» μουγκρίζω -για δυο λόγους. Πρώτον για να βεβαιωθώ οτι μπορώ ακόμα να μιλάω και δεύτερον για να μη μου σπάσουν τ’ αρχίδια με τις ανησυχίες τους. Πάνω που σκέφτομαι «αρχίδια» τρώω ένα ξεγυρισμένο μαχαίρωμα από εκεί κάτω, θυμάμαι τώρα τι ακριβώς έγινε. «Αρχίδια πατέρα»-«στον κώλο σου γιε μου», η κατάσταση.
«Είσαι καλά παιδί μου; Είσαι καλά;» ρίχνει μια καλομελετημένη κορώνα η μάνα μου.
«Καλά είμαι ρε μάνα –μην τσιρίζεις, να χαρείς!» απελπίζομαι προσωρινά.
Νιώθω το δωμάτιο ν΄ανακατεύεται άστατα –κίνηση, πλησιάσματα. Γυρίζω το κεφάλι, είχα δίκιο να ψυλλιάζομαι.
Ο πρώτος μπάτσος σκύβει πάνω μου, πατρικά. Ο δεύτερος παίζει νευρικά ένα πλαστικό ποτήρι.
«Πως νιώθεις παιδί μου;» ρωτάει.
«Ξέρω ΄γω;» παίζω τα μάτια. «Υπήρξα και καλύτερα».
Χαμογελάει αλλά η σκατόφατσά του δε γλυκαίνει. Κοιτάζω πίσω τους, ο πατέρας μου έχει γίνει ένα με την ξεσκισμένη πολυθρόνα του δωματίου. Θα καθαρίσουμε εύκολα, προσπαθώ να με καθησυχάσω.
«Μπορείς να μας μιλήσεις; Είσαι σε θέση;» ρωτάει ο μπάτσος.
«Κάνε παιχνίδι», βήχω ανέμελα.
«Αυτούς που σε χτύπησαν...»
«Ναι;»
«Τους ξέρεις;»
«Όχι. Κάτι ξεφτίλες κουρεμένοι με την ψιλή και πράσινα πλαστικά μπουφάν. Τρεις νομίζω ήταν», λέω.
Ο δεύτερος μπάτσος σημειώνει αμίλητος στο σημειωματάριο που εμφάνισε από το πουθενά.
«Τρεις, μάλιστα. Και πως ήταν;» χαμογελάει ο πρώτος μπάτσος.
«Τι ‘πως ήταν’; Μόλις τώρα δε σου είπα; Κουρεμένοι με την ψιλή, πράσινα μπουφάν –και αρβύλες με καρφιά, όπως βλέπεις...» κάνω νόημα με το πηγούνι τονίζοντας την κατάστασή μου.
«Τίποτα άλλο;»
«Ρε μάνα φέρε εκείνο το νερό γιατί θα αγορεύσω μου φαίνεται», μουγκρίζω πριν ξεσκιστώ στο βήχα.
Εκείνη πιάνει μια χαρτοπετσέτα και μου βρέχει τα χείλη.
«Δεν κάνει να πιεις νερό ακόμα –έτσι είπε ο γιατρός...»
Κοιτάζω το μπάτσο άγρια λες και φταίει αυτός για την κατάσταση. Και μήπως δε φταίει;
«Άκου κύριε -δεν ξέρω και πως να σε πω –αν έχεις περπατήσει ποτέ στο κέντρο θα ξέρεις ποιοι είναι αυτοί που κυκλοφορούν κουρεμένοι γουλί. Ποιοι είναι, τι πιστεύουν και τι κάνουν. Έχεις ακούσει τίποτα σχετικό;»
Χαμογελάει αμήχανα μάλλον.
«Έχεις ακούσει κι εσύ και ο συγγραφέας πίσω σου και όλοι σας. Αλλά χεστήκατε –τα λέω καλά; Τραμπούκοι πλακώνουν στο ξύλο κάποιους αληταράδες –όλα πρίμα κι εσείς καθόσαστε στην άκρη για να μετρήσετε τα πτώματα. Άσε που με τους τραμπούκους έχετε κάποια κατανόηση, καταλαβαινόσαστε ιδεολογικώς ρε παιδί μου!»
Εξακολουθεί να με κοιτάζει χαμογελαστός. Κλείνω τα μάτια επειδή τώρα ο μπάτσος παίρνει να θολώνει και να χύνεται από τα πλάγια –τι μαλακίες είναι αυτές;
Τον ακούω όμως να μιλάει με τον πατέρα μου.
«Ο γιος σας δεν θέλει να συνεργαστεί –αν αποφασίσει να βοηθήσει, εδώ είναι το τηλέφωνό μου. Πάρτε με να ξανάρθω».
Ανοίγω πάλι τα μάτια –όλα σταθεροποιούνται. Κι ο καργιόλης σκύβει πάνω μου.
«Όπως και να έχει, θα πρέπει να περάσεις από το τμήμα για να δώσεις κατάθεση. Σε τέτοιες περιπτώσεις η δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα», μουρμουρίζει κακόκεφα.
«Ναι εντάξει. Θα βοηθήσω όσο μπορώ για να τους συλλάβετε», χαμογελάω αλλά το κόβω απότομα. Γαμώ την πουτάνα τους μέσα, μου έχουν σπάσει κι ένα πλαϊνό δόντι!

Ξυπνάω λουσμένος στον ιδρώτα, πονάω –κάποιος έχει στρώσει πινέζες στο κρεβάτι κι εγώ κυλιέμαι πάνω τους, έτσι μου φαίνεται. Το δωμάτιο είναι μισοσκότεινο και βρωμάει, δεξιά μου κάποιος ροχαλίζει, αριστερά ακούω βογκητά. Πρέπει να την κάνω από δω μέσα και γρήγορα μάλιστα. Αλλιώς θα με κόψει κομμάτια ο Δόκτορας Κάλγκαρι και θα με ταΐσει στον Νοσφεράτου –έχω φρικάρει σου λέω! Κλείνω πάλι τα μάτια να δω τη συνέχεια της ταινίας.

Τώρα ο ήλιος κάνει διάφανα τα βλέφαρά μου, βρωμίζει τα σεντόνια με ιδρώτα –τώρα ο ήλιος πρέπει να εξαφανιστεί. Ή εγώ ή αυτός –καταλαβαίνεις;
«Πως είσαι έτσι μωρή Λουκρητία; Σα νεογέννητο σε φασκιώσανε!»
Ανοίγω τα μάτια, ο Τάκης αγκαζέ με τον Πέτρο και μια σακούλα.
«Την έχω δει ‘επιστροφή στη μήτρα’ κι έτσι», απαντάω ξεραμένα.
Κάθονται πέριξ.
«Τι έπαθες ρε μαλάκα;»
«Μου την πέσανε κάτι σκίνια. Ρίξανε μπόλικες, άρπαξαν και τις αρβύλες μου…»
«Τις Ντοκ;»
«Αυτές».
«Βρε τα μουνιά!»
Συμφωνώ.
«Και τώρα τι κάνεις εδώ μέσα;»
«Ξέρω γω; Ριστορέισον, έχουν κατεβάσει κινητήρα και αλλάζουν τσιμούχες. Είπανε ότι θα με κιτάρουν να αποδίδω καλύτερα στις χαμηλές –κάπως έτσι.»
Κοιταζόμαστε αμίλητοι. Περιμένουν.
«Από πάνω προς τα κάτω, έχω ένα σπασμένο δόντι, δυο σπασμένα πλαϊνά πλευρά, κάτι θλάσεις και τ΄αρχίδια μου έχουνε γίνει τούμπανο. Μέχρι χτες με ψάχνανε για τίποτα εσωτερική αιμορραγία, αλλά βαρεθήκανε και το παράτησαν. Αυτά τα ολίγα».
«Πότε βγαίνεις;»
«Σε μια βδομάδα, είπαν…»
Ο Τάκης πλησιάζει κοντά μου.
«Και τι δουλειά έχει η Άλεξ με όλα αυτά;» ψιθυρίζει.
«Ξέρω ‘γω; Καμιά δουλειά –αν το πιστεύεις βέβαια», λέω.
«Δεν το πιστεύω βέβαια», χαμογελάει.
«Καλά κάνεις», επικροτώ.
«Τελικά δεν μας είπες τι βρήκες στη Μπισκίνη».
Γελάω αδύναμα.
«Τι να βρω ρε κορόιδο; Με τσάκισε η κατάρα του Μπισκίνη –δε βλέπεις;»
Κουνάει το κεφάλι.
«Τελικά όλο αυτό το τρέξιμο για να εντοπίσουμε την Άλεξ, έγινε για το τίποτα;» μονολογεί ο Πέτρος.
«Όχι ρε φίλε –όχι για το τίποτα. Ανοίξαμε το κουτί με τα πυροτεχνήματα, μόνο που τα πρώτα έσκασαν στα μούτρα μου, όπως φαίνεται».
«Μήπως να την ξεχνάγαμε την όλη ιστορία; Σκατά σου πάνε όλα από τότε που την γνώρισες», σκέφτεται φωναχτά ο Τάκης.
«Σκατά θα πηγαίνανε έτσι κι αλλιώς…» μουρμουρίζω.
«Εσύ ξέρεις…»
«Ναι, εγώ ξέρω! Τέλος πάντων –εσύ τι γίνεσαι με την Ηρώ;»
«Μέγκλα! Μαλάκα, η γκόμενα με έχει στείλει, είναι θεά στο κρεβάτι…»
«Ναι, αλλά σηκώνεστε κάποτε και γάμησέ τα!» παρατηρεί ο Πέτρος.
«Ρε κοίτα τα χάλια σου!» γελάει ο Τάκης.
«Με τον πρώην της τι γίνεται;» ρωτάω.
«Όλα καλά –έχουμε πιει μέχρι και καφέ παρέα. Καλό παιδί, ήσυχο!» απαντάει ο Τάκης.
«Τόσο μαλάκας δηλαδή;» ξαναρωτάω.
«Και βάλε!» ξεκαρδίζεται. «Έχω βαρεθεί ρε φίλε –κουράστηκα», μουρμουρίζει μετά. «Τίποτα δεν αξίζει, τίποτα δεν είναι όπως θα θέλαμε –γαμήθηκα να μπω στο Πολυτεχνείο κι αναρωτιέμαι το γιατί. Ποιος ο λόγος; Δουλειά δε θα βρω, τα μαθήματα για τον πούτσο, οι καθηγητές σκέτοι κόπανοι. Τίποτα ρε φιλαράκο, τίποτα από το τίποτα μας κάνει πάλι τίποτα. Ψάχνω ένα κορίτσι να ερωτευτώ και κάνω τα στραβά μάτια. Κανονικά μιλάμε! Αλληθωρίζω για να μη δω τη μαλακία που κουβαλάνε στο κεφάλι τους –εντάξει, δε λέω… Κι εγώ μαλάκας με πατέντα, αλλά χάθηκε να βρω μια μαλακισμένη στο δικό μου μήκος κύματος; Υπήρχε εκείνη η καταπληκτική Έλλη, σου έχω μιλήσει; Δεν μπορεί –κάτι θα σου έχω πει!»
Κουνάω το κεφάλι για να συνεχίσει.
«Μεγάλος έρωτας –εποχή Λυκείου. Μάσαγα σίδερα, έφτυνα καρφίτσες! Αλλά δεν της είπα τίποτα –περίμενα. Τελειώνουμε το Λύκειο, περνάει ΤΕΙ Πάτρας. Στους τρεις μήνες μας καλεί να κατέβουμε –φιλοξενούμενοι κι έτσι για το καρναβάλι. Να η ευκαιρία! Μιλάω σωστά;»
«Ολόσωστα», μουρμουρίζω.
«Έτσι ολόσωστα πήρε τα παπάρια μου», σχολιάζει ο Πέτρος από δίπλα.
«Πάμε, πίνουμε τα πάντα, χορεύουμε, γλεντάμε. Επιστρέφουμε σπίτι –τρεις εμείς, Πέτρος, Αλέξης, εγώ –δυο οι γκόμενες, Έλλη και συγκάτοικος. Σκέφτομαι τότε ότι είναι ξεφτίλα να της την πέσω όσο είναι λιώμα. Το αφήνω λοιπόν για το πρωί –σωστός;»
«Ολόσωστος!» ξεκαρδίζεται ο Πέτρος.
«Το πρωί περνάω απ’ το δωμάτιό της και τη βλέπω αγκαλιά με τον Αλέξη!» ανοίγει τα μάτια πιατελένια ο Τάκης.
«Χοντρό πούλημα από πάρτη του», διαπιστώνω.
«Πολύ που το κατάλαβε!» σχολιάζει ο Πέτρος. «Δεν ήξερα ότι την είχε καψουρευτεί ο Τάκης, αν ήξερα θα έκανα στην άκρη –τέτοιες πίπες μας ξεφούρνισε».
«Το γεγονός είναι ότι ο Αλέξης τελικά δεν γούσταρε την Έλλη. Απλά βαριόταν να κοιμηθεί μόνος του, οπότε της την έπεσε και την πήδηξε! Σωστός;» ψιθυρίζει ο Τάκης.
«Λάθος και σκάρτος –αλλά το αποτέλεσμα μετράει», ολοκληρώνει ο Πέτρος.
«Γι΄αυτό τώρα έχω βρει κάποιο διαστημικό πήδημα με την Ηρώ και μένω εδώ αδερφέ μου. Έρωτες, μαλακίες, ρομάντσα… Άμα σου πάρει πίπα η Ηρώ τα ξεχνάς όλα με τη μία…»
«Αλλά όταν χύσεις τα ξαναθυμάσαι», παρατηρώ.
«Όταν χύσεις αρχίζεις τα γλυφό για να πάτε δεύτερο γύρο», γελάει ο Τάκης. «Κι άμα παίρνεις μάτι τις βυζάρες της Ηρώς στο υπογράφω δεν έχεις χρόνο για αναμνήσεις».
Αλλάζω πλευρό κάπως κουρασμένος.
«Γι΄αυτό λοιπόν κι εμείς θα την κάνουμε. Θα βρούμε κάποια επιδότηση καλλιέργειας και θα εξαφανιστούμε στην ύπαιθρο. Δουλειά όλη τη μέρα και το βράδυ ανάλυση!» πιάνει ο Πέτρος την κουβέντα από εκεί που είχε ξεκινήσει.
«Και ποιες θα πηδάτε ρε όρνια; Ξέρετε τι ανομβρία υπάρχει στα χωριά;» γελάω ασθενικά.
«Τουρίστριες! Θα πηδάμε τουρίστριες!» κάνουν με μια φωνή.
«Τι μου λέτε! Στη Μύκονο ή στην Ίο θα γίνετε αγρότες;»
«Όχι ηλίθιε. Απλά θα κάνουμε προγράμματα αγροτουρισμού. Θα δεχόμαστε κόσμο στο χτήμα μας να ασχοληθεί με τις καλλιέργειες…»
«Μάλιστα. Και θα σας πληρώνουν γι΄αυτό υποθέτω!»
«Σαφώς!»
«Δηλαδή θα φέρνετε κόσμο να δουλεύει στο χωράφι για πάρτη σας, θα σας πληρώνει και θα τους ρίχνετε κι έναν πούτσο πριν φύγουν!»
«Ακριβώς!»
Πνίγομαι από τα γέλια –άλλο ένα τέτοιο και θα διαλυθούν τα πλευρά μου.
«Εντάξει ρε μάγκες», λέω στο τέλος. «Όταν το στήσετε μην ξεχάσετε να με καλέσετε για μεζέ!»
«Αν έχεις να πληρώσεις…» μουρμουρίζει σκεπτικά ο Πέτρος.
Δεν παίζονται με τίποτα τα άτομα.

Ένα διστακτικό χέρι διακόπτει τον λήθαργό μου. Πετάγομαι. Που είμαι; Που διάβολο είμαι; Ανοίγω τα μάτια –ο ορίζοντας μπλοκαρισμένος από φωσφοριζέ κοκόρια. Τι σκατά; Πέθανα και βρέθηκα κατά λάθος στον παράδεισο των Μοϊκανών;
«Φιλαράκο…»
Το παιδί έχει ψιλή φωνή και χοντρή αμηχανία. Χαμογελάω μέχρι να βγάλω άκρη.
«Τι είσαστε εσείς;» μουρμουρίζω σλόου μόσιον.
«Δεν μας θυμάσαι; Εμείς σε βρήκαμε…» αρχίζει ο ένας.
«Και σε φέραμε στο νοσοκομείο», συμπληρώνει ο άλλος.
«Είσαι καλά τώρα;»
«Θες κάτι;»
Τρίβω τα μάτια μου.
«Σιγά ρε παιδιά, μη μιλάτε πινγκ πονγκ, ζαλίστηκα!»
Σωπαίνουν. Ανακάθομαι. (Πονάω).
«Ευχαριστώ πολύ πάντως. Αν δε με βρίσκατε θα ψόφαγα εκεί πέρα –έτσι μου φαίνεται».
«Χεστήκαμε πάνω μας! Σα ζόμπι ήσουνα!»
«Ναι, το ξεκίνησα να πάω σε κάποιο πάρτυ μεταμφιεσμένων, αλλά έχασα το δρόμο…» γελάω.
«Ποιοι το κάνανε αδερφέ;»
«Κάτι σκίνια –ως συνήθως».
«Ήσουνα ξυπόλητος».
«Καθότι τα σκίνια κάνανε και πλιάτσικο».
«Γαμημένοι σκινς!»
«Ξεκοίλιασμα θέλουν!»
Χαμογελάω.
«Χαλαρώστε ρε!»
«Μα το‘χουν ξεφτιλίσει! Βαράνε όπου βρουν! Και κλέβουν –σταυροκούμπωτα, αρβύλες, τα πάντα!»
«Να μαζευτούμε να τους ξεσκίσουμε!»
Κουνάω το κεφάλι.
«Πώς να μαζευτείτε ρε παιδιά; Εδώ πέρα, αν δε μας κυνηγάνε οι μπάτσοι κυνηγιόμαστε μεταξύ μας…»
Με κοιτάζουν.
«Από την πλατεία δεν είσαι;»
Κουνάω το κεφάλι.
«Περνάω καμιά φορά από κει».
«Καλά σε θυμάμαι».
Εγώ πάλι όχι. Αλλά όλοι οι πάνκηδες μοιάζουν –γι΄αυτό.
«Έχουν αλλάξει τα πράγματα. Δεν περιμένουμε τίποτα από τους μαλλιάδες, κανονίζουμε μόνοι μας πλέον».
«Μόνοι σας;»
«Ναι».
«Και ποιοι είσαστε εσείς;»
«Ινδιάνοι των πόλεων».
Ξύνω τ’ ανακατεμένα μαλλιά μου.
«Έτσι ε;» κάνω τελικά.
«Ναι. Θα τους τσακίσουμε».
«Καλά θα τους κάνετε», ξαπλώνω πάλι πίσω.
«Να φύγουμε, αρκετά σε πρήξαμε».
Τους κοιτάζω, είναι μικρότεροι από μένα –τσαμπουκαλεμένοι, ανήσυχοι. Φοράνε παραμάνες και καρφιά, καρφιά παντού, πρέπει να έχουν μπόλικα χωμένα στον κώλο τους γι’ αυτό δεν μπορούν να καθίσουν ήσυχοι σε μια μεριά. Τους γουστάρω.
«Να προσέχετε εκεί έξω ρε μάγκες», ψιθυρίζω. «Οι άλλοι είναι οργανωμένοι κανονικά –στρατιωτική ιεραρχία κι έτσι».
«Στον πούτσο μας. Θα σκάσουμε στα μούτρα τους γιατί είμαστε εντελώς απασφαλισμένοι –νο φιούτσερ φιλαράκο!»
Κουνάω το κεφάλι.
«Σου βγάλανε τίποτα σίδερα οι σκινς;» ρωτάει ο ένας τους.
«Μπα δε χρειαζόταν –ήμουνα σκέτος σάκος του μποξ», αναπολώ.
«Εμάς πάντως δε θα μας φάνε τόσο εύκολα».
Με χτυπάνε στην πλάτη και φεύγουν αγριεμένοι, μακρυκάνικα παιδιά δρασκελίζουν τις εξελίξεις. Είναι κι αυτό μια λύση –έτσι νομίζω.

«Πονάς εδώ;»
Πονάω.
«Όχι», λέω.
«Εδώ πονάς;»
Γαμιέμαι στον πόνο.
«Ούτε», ξαναλέω.
Ο γιατρός κάνει πίσω, δήθεν σκέφτεται –κοιτάζει τους γέρους μου, ξέρω τι περιμένει. Ο πατέρας μου πλησιάζει και του χώνει ένα μάτσο στην πλαϊνή τσέπη. Τώρα όλα θα πάνε καλύτερα. Ο γιατρός ξανασκύβει πάνω μου.
«Σε δυο μέρες θα φύγεις, οι εξετάσεις σου είναι καθαρές. Φοβηθήκαμε για εσωτερική αιμορραγία, αλλά τελικά είσαι εντάξει. Και το πρήξιμο στα γεννητικά όργανα υποχωρεί –δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας».
«Πες μου και τα δυσάρεστα τώρα», κάνω εγώ.
«Εντάξει –τίποτα σοβαρό! Απλά έχεις σπάσει δυο πλευρά, αυτά θα σε ταλαιπωρήσουν μέχρι να ξανακολλήσουν. Αλλά θα σου γράψω παυσίπονα…»
«Θα έχω πρόβλημα στην κίνηση;»
«Όχι… όχι! Όχι τίποτα σοβαρό!»
Κουνάω το κεφάλι, καταλαβαίνω. Με σακάτεψαν οι πούστηδες. Θα μου πάρει καιρό να ισιώσω.

«Κάνε μου μια χάρη ρε μάνα».
Τραβάει την καρέκλα πιο κοντά.
«Πήγαινε μέχρι το σπίτι που νοικιάζω να μαζέψεις τα πράγματά μου. Έχω κάτι λεφτά στο τζάκετ, πάρτα να πληρώσεις τους λογαριασμούς και τα νοίκια…»
Φωτίζεται η φάτσα της –χαίρεται που ξαναγυρίζω σπίτι. Έτσι είναι οι γονείς. Πάντα ευχαριστιούνται όταν αποτυγχάνεις να πάρεις τη ζωή στα χέρια σου. Προτιμώ να το αγνοήσω για την ώρα. Κι εκείνη δεν κάνει κίνηση να ψάξει το τζάκετ μου –καλύτερα, επειδή δεν είμαι σίγουρος αν υπάρχουν ακόμα τα λεφτά.
Έχει περάσει κι ο αδερφός μου να με δει, κάθεται στην άκρη του κρεβατιού, δε λέμε κουβέντα. Τι να πούμε; Ποτέ δεν είχαμε κάτι να πούμε. Μάλλον θα τον ξεβολέψω τώρα που γυρίζω πίσω.
«Να μην ανησυχείς. Να κοιτάξεις να γίνεις γρήγορα καλά», λέει σιγανά ο γέρος μου.
«Εντάξει ρε πατέρα –δεν ανησυχώ, όλα θα φτιάξουν».
«Και όταν σηκωθείς να περάσουμε από την αστυνομία».
«Μη βιάζεσαι μωρέ! Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να τους βρουν, αλλά και να τους βρουν δεν θα τους κάνουν τίποτα. Μαζί δουλεύουν όλοι αυτοί».
«Δεν ανησυχώ γι΄αυτούς –για σένα ανησυχώ».
«Εγώ θα τα καταφέρω. Δεν πρόκειται να με ξαναπετύχουν μπόσικο».
Κουνάει το κεφάλι του προτιμάει να μη μιλήσει. Γενικώς, αποφεύγουμε τις κόντρες τώρα τελευταία.

Κι εγώ περπατάω πλέον σε στυλ ανεμότρατα, με το ζόρι κρατιέμαι να μη βάλω τις φωνές, πονάω σε κάθε βήμα -αλλά περπατάω. Κανονικά. Οι διάδρομοι του νοσοκομείου βρωμάνε απολυμαντικό όμως αυτό δεν φαίνεται να ενοχλεί ιδιαίτερα τα ποντίκια. Ούτε καν τις κατσαρίδες. Βαδίζω στη μέση των διαδρόμων μη φάω κανένα σοβά κατακέφαλα και πάω γι΄άλλα τώρα που φαίνεται να ξεμπερδεύω. Στο κυλικείο έχουν ξεθυμασμένες πορτοκαλάδες και καφέδες ανοιχτόχρωμους σαν κάτουρο φυματικού. Δεν αντέχω ούτε μισή μέρα ακόμα εδώ μέσα. Κάνω να φύγω από το κυλικείο σιχτιρισμένος και τότε πέφτω πάνω στο Τρίο Μπελκάντο. Ο Κώστας, η Ελένη και η Φανή –κάποια αντιπροσωπεία του αγαπημένου μου βιβλιοπωλείου!
«Τι θέλετε εσείς εδώ;» αλαφιάζω.
«Ακούσαμε ότι σε τουλουμιάσανε και δεν θέλαμε να χάσουμε το θέαμα», κάνει ο Κώστας.
«Αχ καλό μου –πονάς;» νιαουρίζει η Ελένη.
Η Φανή, μούγκα.
«Τότε έχασες την ευκαιρία ρε μάπα! Έχω συνέλθει πλέον, έπρεπε να έρθετε πριν από τρεις-τέσσερις μέρες…» γελάω.
«Α, δηλαδή τώρα αυτό το πλασάρεις ότι είσαι εντάξει; Κανονικός;» ρωτάει ο Κώστας.
«Υπήρξα και χειρότερα», παραδέχομαι ταπεινά.
Καθόμαστε σε ένα άδειο τραπεζάκι που κολλάει -χυμένες πορτοκαλάδες ελπίζω.
«Ποιος το έκανε αυτό;» ρωτάει η Ελένη.
«Κάτι τύποι που μάθανε ότι ψωνίζω από το μαγαζί σας», απαντάω.
«Να λες καλά που δε σου αφήσανε καμιά μόνιμη ζημιά!» διαπιστώνει ο Κώστας.
«Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού», φιλοσοφώ.
«Και ουδείς μαλακοδέστερος του αντικρινού», συμπληρώνει ο Κώστας από απέναντί μου.
Μετά πέφτει κάποια αμηχανία. Επειδή ο Κώστας μάλλον ψήνει κατάσταση με την Ελένη, θα πεις, κακό είναι αυτό; Κακό δεν είναι –μόνο ο Κώστας είναι αρραβωνιασμένος με μια δασκάλα και ετοιμάζονται να κουφετωθούν λίαν προσεχώς. Και η Ελένη ξέμπαρκη, διαθέτει τα πιο όμορφα πράσινα μάτια της περιοχής μείζονος πρωτευούσης –κάπως αλαφρόμυαλη αλλά δε βαριέσαι; Αμηχανία σε ντο μείζονα, ο Κώστας κοιτάζει κρυφά την Ελένη, η Ελένη στήνεται κρυφά για να την κοιτάξει ο Κώστας (κρυφά) –υπάρχει και η Φανή στα πέριξ!
«Πως πάει η δουλειά;» ρίχνω θέμα στο τραπέζι.
«Σκάτα κι απόσκατα! Έχουμε γαμηθεί να κουβαλάμε ‘Φοβερό βήμα’», γκρινιάζει ο Κώστας.
«Τι εστί ‘Φοβερό βήμα’;» απορώ.
«Το καινούργιο του Ταχτσή».
«Ποιου Ταχτσή; Του σκοτωμένου;»
«Αυτού».
«Κι από πού το έβγαλε το βιβλίο; Μέσα από τον τάφο;»
«Όχι ρε κάφρε, το είχε γράψει πριν τον σκοτώσουν αλλά δεν πρόλαβε να το τελειώσει. Κι έχει μέσα διάφορα –αποκαλύψεις… μέχρι ποιος τον σκότωσε λέει!»
«Σώπα! Σοβαρά;»
«Όχι μωρέ μαλάκα. Τρίχες κατσαρές, τίποτα δε λέει, αλλά το διαφημίσανε σ΄αυτό το στυλ και έχουν πέσει τα λιγούρια να διαβάσουν κουτσομπολιά»
Κουνάω το κεφάλι. Πέρυσι που τον φάγανε είχε ακουστεί ότι έκανε πιάτσα ντυμένος γυναίκα δίπλα στα «Μπριζολάκια του Τέλη». Εγώ πάντως ποτέ δεν τον είδα, τρώγαμε στον Τέλη κάθε φορά που ματσωνόμασταν, δίπλα περπατούσαν κάτι ερείπια, καρικατούρες ανθρώπων, η Φτερού και άλλοι πολλοί. Φρικιαστικά αξιολύπητοι. Αν ήξερα ότι κυκλοφορούσε διάσημος συγγραφέας ανάμεσά τους θα κοίταζα καλύτερα –επειδή απέφευγα, καταλαβαίνεις; Ανακατευόταν το στομάχι μου.
«Κρίμα που τον φάγανε τον άνθρωπο αλλά ποτέ δεν με έψησε ότι είναι σοβαρός συγγραφέας», λέω.
«Οι νεκροί πουλάνε πάντα», φιλοσοφεί ο Κώστας. «Και οι σκοτωμένοι κάνουν μπεστ σέλερ».
Μένουμε βουβοί ξανά, τι άλλο να πούμε; Ο Κώστας κάνει ματάκια στην Ελένη, σκέφτομαι να τους διευκολύνω.
«Ρε παιδιά, δεν πάτε μέχρι το δωμάτιό μου που έχω ξεχάσει τα τσιγάρα μου; Μην τρέχω εγώ, σακάτης άνθρωπος!»
Προθυμοποιούνται στο λεπτό. Μένουμε μόνοι με τη Φανή.
«Για ότι έγινε μεταξύ μας…» ξεκινάει μπερδεμένη.
Την περιμένω, αλλά δε βρίσκει πως να συνεχίσει.
«Ότι έγινε –έγινε. Ας το ξεχάσουμε ρε Φανή. Έκανα μαλακίες, το παραδέχομαι –όμως δεν έχει σημασία. Για τόσο ήμασταν –όχι για παραπάνω».
«Δε είναι αυτό. Δε σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να ξαναγίνει τίποτα μεταξύ μας. Όμως ήθελα να ξέρω…»
«Τι πράγμα;»
«Γιατί μου φέρθηκες τόσο σκάρτα;»
Κοιταζόμαστε.
«Επειδή είμαι σκάρτος Φανή. Εντελώς καθίκι».
«Δεν το δέχομαι αυτό!»
«Πρόβλημά σου».
«Κάτι έγινε, κάτι έφταιξε… Πες μου να χαρείς! Έκανα εγώ κάτι που σε πείραξε;»
«Παράτα το ρε Φανή. Τίποτα δεν έκανες, μια χαρά ήσουνα. Απλά βαρέθηκα να σε πηδάω –αυτό είναι όλο».
Κοκκινίζει, αγριεύει κανονικά.
«Δεν ξέρω πόσο προσπαθείς, αλλά τα καταφέρνεις μια χαρά!» λέει τελικά.
«Τι καταφέρνω;»
«Να γίνεις ο μεγαλύτερος καργιόλης που γνώρισα στη ζωή μου».
Χαμογελάω.
«Χαίρομαι γι΄αυτό», λέω –ελπίζω να φαίνομαι πειστικός.
Σηκώνεται και φεύγει ως συνήθως. Φουριόζα και χωρίς να χαιρετήσει. Μπίζνες ας γιούζουαλ.
Σε λίγο φτάνει το ζευγαράκι της Αγίας Παρασκευής αναψοκοκκινισμένο.
«Η Φανή;» ρωτάει η Ελένη.
«Θυμήθηκε ότι είχε κάποιο ραντεβού και έπρεπε να φύγει», απαντάω.
«Ααα … έτσι!» κάνει ο Κώστας και με κοιτάζει άγρια.
Ρε, δεν πάμε να γαμηθούμε όλοι μας στην τελική;

Μαζεύω τα πράγματά μου σε ένα ξεφτιλισμένο σακ βουαγιάζ, χρώματος μπεζ. Τελευταία στιγμή μπανίζω τον «Λύκο της Στέπας» που έχει σφηνωθεί δίπλα στο στρώμα του σιδερένιου κρεβατιού. Μου το έφερε η μάνα μου από το σπίτι –σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να το ξεχάσω εδώ πέρα και φρικάρω. Ευτυχώς δηλαδή που ο Χάρυ Χάλερ είναι κάπως θορυβώδης παλιόγερος –φωλιασμένος στον λόφο με την καραμπίνα παραμάσχαλα, πώς να αγνοήσεις έναν άντρα με καραμπίνα; Μαζεύω βιαστικά το βιβλίο –ξέρεις κάτι; Αν καίγονταν όλα τα βιβλία του κόσμου θα ήταν τρομερό φίλε μου. Ανυπόφορο. Αλλά θα μπορούσα να το αντέξω αν έσωζα τον «Λύκο της Στέπας», τον «Ξένο», τον «Φύλακα της Σίκαλης», το «Πλέιμπακ», τον «Τρυποκάρυδο» και τον «Οργισμένο Βαλκάνιο». Αν είχα στην παρέα μου τον Χάρυ Χέλερ, τον Μερσώ, τον παλιόφιλο Χόλντεν Κόλφιλντ, τον μυθικό Φίλιπ Μάρλοου, τον αληταρά Μπέρναρντ Μίκυ Ρανγκλ και φυσικά τον μονίμως τσιταρισμένο Φάνη δεν θα κώλωνα μπροστά σε τίποτα. Έτσι πάει –δώσμου αυτά τα παλικάρια και θα σου γαμήσω τον κόσμο όλο. Άνετα φίλε μου! Επειδή αυτοί τα έχουν πει όλα, θυμάμαι αποσπάσματα απέξω, όπως ας πούμε:

«Πάρτε μια κάποια νύχτα τον Αύγουστο. Η Πριγκίπισσα Λη-Τσέρι αγνάντευε απ’ το παράθυρο της σοφίτας της. Ήτανε πανσέληνος. Το φεγγάρι είχε στρογγυλέψει τόσο πολύ που κόντευε να κατρακυλήσει. Φαντάσου να ξυπνάς και να βρίσκεις το φεγγάρι τάβλα στο πάτωμα του λουτρού, σαν το μακαρίτη τον Έλβις Πρίσλεϋ, δηλητηριασμένο από παγωτό μπανάνα. Ήταν ένα φεγγάρι που μπορούσε να ξυπνήσει άγρια πάθη σε μια κοιμισμένη αγελάδα. Ένα φεγγάρι που μπορούσε να διαολέψει το κάθε κουνελάκι. Ένα φεγγάρι που μπορούσε να κάνει τις κοτρώνες να μοιάζουν σεληνόλιθοι, να μεταμορφώσει την Κοκκινοσκουφίτσα σε μεγάλο κακό λύκο. Πάνω από μια ώρα, η Λη-Τσέρι αγνάντευε το άπειρο τ’ ουρανού. ‘Έχει λόγο να υπάρχει το φεγγάρι;’ ρώτησε η Πριγκίπισσα το Μαγεμένο Βασιλόπουλο.
Το Μαγεμένο Βασιλόπουλο έκανε σα να του ’χαν κάνει μια χαζή ερώτηση. Ίσως και να ’ταν έτσι. Το ίδιο ερώτημα στη Ρέμινγκτον SL3 έδωσε την εξής απάντηση:
Ο Αλμπέρ Καμύ έγραψε πως το μόνο σοβαρό ερώτημα είναι αν πρέπει ν’ αυτοκτονείς ή όχι.
Ο Τομ Ρόμπινς έγραψε πως το μόνο σοβαρό ερώτημα είναι αν ο χρόνος έχει αρχή και τέλος.
Σίγουρα όταν το ’γραψε ο Καμύ θα ’χε στραβοκοιμηθεί κι ο Ρόμπινς θα ’χε ξεχάσει να βάλει το ξυπνητήρι.
Ένα είναι το σοβαρό ερώτημα. Κι αυτό είναι:
Ποιος ξέρει να κάνει την αγάπη παντοτινή;
Απάντησέ μου σ’ αυτό και θα σου πω αν πρέπει ν’ αυτοκτονείς ή όχι.
Απάντησέ μου σ’ αυτό και θα σε καθησυχάσω για την αρχή και το τέλος του χρόνου.
Απάντησέ μου σ’ αυτό και θα σου αποκαλύψω αν έχει λόγο να υπάρχει το φεγγάρι.»

Κατάλαβες μαλάκα μου; Τα έχουν πει όλα κι εμείς πάνω τους πορευόμαστε. Ερωτήσεις που δεν έχουν απαντήσεις αλλά δε μας νοιάζει καθόλου –αλήθεια σου λέω. «Ποιος ξέρει να κάνει την αγάπη παντοτινή;» Εγώ πάντως, όχι. Ρώτα τη Φανή αν δε με πιστεύεις, μόνο βιάσου επειδή φεύγει τρέχοντας –με το ζόρι την προλαβαίνεις. Ρώτα την Άλεξ αν την πετύχεις πουθενά. Εκείνη μάλλον θα σου απαντήσει. Επειδή ξέρει –η αγάπη και η απουσία ξεκινάνε από το ίδιο γράμμα, τι να σημαίνει άραγε αυτό; Κουμπώνω ζοχαδιασμένος το σακ βουαγιάζ –μεγάλε Τομ γυρίζω σπίτι νικημένος και η αγάπη είναι το ίδιο άπιαστη με το ολοστρόγγυλο φεγγάρι –αλλά τα ξέρεις τώρα…. Να μη σε κουράζω τζάμπα.

Το ταξί σταματάει αγκομαχώντας έξω από την ασπρόμαυρη καγκελόπορτα, το πατρικό μου είναι μίζερο όπως συνήθως. Κεφάλια προβάλλουν πίσω από κουρτινάκια, μετράω το χρόνο που χρειάζονται οι γειτόνισσες να πεταχτούν έξω, να ρωτήσουν, να ενδιαφερθούν, να μάθουν, να σκυλέψουν τη στιγμή. Δεν τους παίρνει πολύ –ως συνήθως. Ο ήλιος μού γαμάει το κεφάλι –μάτια, μέτωπο, ημικρανία –σκύβω αλλά δεν είναι εύκολο να γλιτώσω. Περπατάω ανάμεσα στις αλαφιασμένες γκιόσες, επιστρέφω σπίτι και η διαπόμπευση πρέπει να είναι πλήρης. Αγκαλιές, σαλιωμένα φιλιά, χτυπήματα στην πλάτη –υπομένω.

Το σαλόνι είναι ζεστό, οι πολυθρόνες άβολες, ξύλινες, αφιλόξενες. Έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή που πρέπει να κάνεις την ποινή σου, κάθεσαι λοιπόν και περιμένεις. Το πρόβλημα είναι ότι ποτέ δεν σου λένε τη διάρκεια της ποινής, ποτέ δεν είσαι σίγουρος για τον χρόνο που σου μένει. Ξέρεις γιατί; Επειδή η επιστροφή στο σπίτι είναι ισόβια –μόνο με απόδραση μπορείς να γλιτώσεις.
«Θέλεις να σου κάνω μια σούπα γιε μου;»
Την κοιτάζω. Σκαμμένο το πρόσωπό της από έγνοιες, τις δικές μας έγνοιες που τις οικειοποιείται. Κουνάω το κεφάλι μου αόριστα –άλλωστε, ότι και να πω, αυτή θα κάνει το δικό της.

Πρέπει να την κάνω γρήγορα από δω μέσα, δε με βλέπω να αντέχω.

Τρίτη, Νοεμβρίου 25, 2008

Μικρή διακοπή για διαφημίσεις

Λοιπόν, υπάρχει αυτός ο τυπάκος, ο Ντένις Χόπερ. Τον ξαναθυμήθηκα στην τελευταία συνέχεια της ιστορίας -ωραίος ο Ντένις! Πολυ ωραίος -ζόρικος!





Πέμπτη, Νοεμβρίου 20, 2008

19. Σκούρο μπλε σχεδόν μαύρο

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα

2ο μέρος: "Ποτέ ξανά" έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί
13. Οι αποφάσεις που μας πήραν
14. Δωμάτιο μονοθέσιο
15. "96 δάκρυα σε 96 μάτια"
16. Ότι πας να κρατήσεις (γλιστράει μακριά)
17. Ναυαγοί σε παγωμένα κρεβάτια
18. Με τον διάβολο κρυμμένο στο τζάκετ

Κοίτα πως έχει η φτιάξη. Υπάρχουν οι έμποροι, οι πούσερς και τα ντηλέρια –αυτή είναι χοντρικά η μπίζνα της ντρόγκας. Φέρνουν οι έμποροι το πράμα από τις Ευρώπες συνήθως, μερικοί ψαγμένοι ψωνίζουν από Ασία, Αμερική … ξέρω ‘γω. Το κόβουν και το δίνουν στους πούσερς. Αυτοί το ξανακόβουν και το δίνουν στα ντηλεράκια. Που το ξαναματακόβουν και το δίνουν στους χρήστες –βγάλε άκρη δηλαδή, που από το πολύ κόψιμο ξεκινάει λευκή η σκόνη και καταλήγει καφετιά σαν τον Παπαγάλο Λουμίδη. Έχω ακούσει μάλιστα για κάποιον τύπο που έσπρωχνε, ένα φεγγάρι, κανονικό καφέ Παπαγάλος Λουμίδη χωρίς ίχνος πρέζας –και οι άρρωστοι αγοράζανε. Άσε που την ακούγανε κιόλας –γίνονταν φουλ!
Το τι φτάνει στον τελικό χρήστη είναι πονεμένη ιστορία αδερφάκι μου, επειδή αν θες να ξέρεις, η πρέζα κόβεται σε πρώτη φάση με στρυχνίνη. Μιλάμε τώρα για το καλό πράμα, την «καθαρή» σε εισαγωγικά –έτσι; Κοντά 20 στα εκατό στρυχνίνη κι αυτό κυκλοφορεί χέρι-χέρι, αλλά μην ψαρώνεις –δεν είναι επικίνδυνο. Επειδή πέφτει τόση νοθεία στα επόμενα στάδια που από τον αρχικό κουραμπιέ μόνο κάτι λίγη ζάχαρη άχνη φτάνει τελικά στη σύριγγα. Τώρα, υπάρχουν και κάποιοι αρχίδηδες που κόβουν το μίγμα με τσιμεντόσκονη –αυτό είναι σκέτος θάνατος άμα μπει στις φλέβες.

Τέλος πάντων, στην ιεραρχία που σου είπα, ο Αργύρης σουλατσάρει κάπου στη μέση. Μετά τον πούσερ και πριν το ντήλερ. Αξιοπρεπής κατάταξη, ούτε ζητιανεύει για την αρρώστια του, ούτε σκοτώνει κόσμο εκ του μακρόθεν όσο αυτός καπνίζει τα πούρα του δίπλα στην πισίνα. Σε ταινία το έχω δει το τελευταίο, όχι ότι ξέρω προσωπικά κανέναν μεγαλέμπορο –να συνεννοούμαστε, έτσι; Όμως η μοίρα του ψιλικατζή είναι να μπλέκεται σε καταστάσεις μπόσικες, ιστορίες υψηλού ρίσκου –κι ο Αργύρης -είπαμε. Ψιλικατζής πολυτελείας.

Τι κάνει ο καλός σου όταν ανεβαίνει το ρίσκο; Μετατόπιση προς τα κάτω –αυτό κάνει. Βάζει κανένα αρρωστάκι να τακτοποιήσει τη δουλειά για πάρτη του κι όταν ξεμείνει από τέτοιους πετυχαίνει τίποτα φτωχοδιάβολους σαν τα μούτρα μου και τους ζεύει στο μαγκανοπήγαδο. Κανονικά και με το νόμο.

Κουμπώνω το φερμουάρ του τζάκετ, στη μέση τσέπη καίει ένα σακουλάκι κόκα πανάκριβο -κι αυτό δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Επειδή στη ζώνη του τζιν έχω περάσει ένα κουμπούρι τρομακτικό και δυο γεμιστήρες στις εξωτερικές τσέπες μου, τρέμω όσο κουδουνίζουν, περπατάω κάτασπρος σα χασές. Πρέπει να περάσω ολόκληρη μέρα στην κόλαση μέχρι να πέσει η νύχτα και να τα ξεφορτωθώ. Γάμησέ τα.

Τι σκατά άνθρωποι είναι αυτοί που θα τα παραδώσω; Ποιος πούστης αγοράζει κόκες και όπλα μαζί; Νυχτόβιοι αποκλείεται γιατί εκείνοι έχουν τις δικές τους άκρες -τι άκρες δηλαδή; Από την πηγή ψωνίζουν κατευθείαν, σιγά μη μπλέξουν με κοπρίτες σαν και του λόγου μου. Μάλλον τίποτα μαλακισμένα βουτυρόπαιδα –απ΄αυτά που το παίζουν ροκ σταρς με τα λεφτά του εργοστασιάρχη, ανάθεμα την ώρα που τους έσπειρε. Μάλλον τίποτα τέτοιοι θα είναι. Καθότι το γκρέιν στοιχίζει μπόλικα φράγκα όταν πρόκειται για κόκα κι αν πάω να μετρήσω πόσο κάνει αυτό που κουβαλάω θα πάθω ίλιγγο. Δεν είναι ούτε καν μεσημέρι και έχω να σκοτώσω ολόκληρη μέρα, γαμώ την τύχη μου μέσα!

Κόβω από Ακαδημίας στη Σόλωνος, να την πέσω σε κανένα γαλατάδικο κατά Ομόνοια Σκουέαρ Γκάρντεν, επειδή το στομάχι μου έχει τσιτώσει. Από πότε έχω να φάω; Τι τα ψάχνεις; Στο ύψος της Μπενάκη βλέπω τη Φανή να παραγγέλνει τυρόπιτες μαζί με τον Κώστα από το βιβλιοπωλείο, φρενάρω απότομα αλλά ξυπνάω εξίσου. Δε με παίρνει για ρεβεράντζες –εντάξει, ένα γεια θα ήθελα να το ρίξω στον Κώστα, να μάθω και για τα καινούργια είδωλα της ελληνικής ποπ (ε ρε γλέντια!) αλλά δεν έχω όρεξη, κουράγιο, αρχίδια πες καλύτερα, να πέσω πάνω στη Φανή. Επειδή έχω το κουσούρι να ξεχνάω το πόσο σκάρτος είναι ο άλλος και να θυμάμαι μόνο τα δικά μου κατορθώματα –έτσι πάει με μένα.

«Παίζει κανένας λουκουμάς;»
«Βεβαίως νεαρέ! Με κανέλα;»
«Άνευ. Με πειράζει στο στομάχι».
«Βεβαίως. Κάτι άλλο;»
«Ένα νες σκέτο».
«Αμέσως. Θέλετε τίποτα άλλο;»
«Βάλε κι ένα χυμό πορτοκάλι να στρώσουμε».
«Έφτασε!»
Παρακολουθώ το γέρικο γκαρσόνι να σέρνει τα πόδια του, τι σκατά αφήνουν τους ανθρώπους να δουλεύουν ακόμα κι όταν σαραβαλιάσουν; Δώστους μια σύνταξη ρε πούστη και πάρε κανέναν πιτσιρίκο –δεν καταλαβαίνεις οτι νταουνιάζει ο πελάτης όταν τον σερβίρουν; Νομίζεις οτι θα αρμέξουν τον καφέ σου από σατινένιο φέρετρο, βλέπεις μετά και το πουκάμισό τους, φαγωμένο στους αγκώνες –σιχαίνεσαι τη ζωή σου. Αλλά εσύ εκεί, να το βασανίσεις το γεροντάκι, 10 ώρες τη μέρα να οργώνει τα μωσαϊκά, λες και είναι ο κυρ Μέντιος ο κουτεντές γάιδαρος. Διότι λες, άμα μπήκε η αξιότιμος πελατεία, θα στρογγυλοκαθίσει και θα περιδρομιάσει –που να τρέχει γι΄αλλού; Πατάς στην τεμπελιά μας και γαμάς το γεροντάκι, δηλαδή στην τελική εμείς το γαμάμε το γεροντάκι. Οι κοπρίτες.
Ένας δίσκος αδειάζει στο τραπέζι μου, παρακολουθώ τις κινήσεις του γέρου –σκέτη αυτοματοποίηση.
«Δουλεύετε πολλά χρόνια εδώ;»
«Κοντά 40 χρόνια παιδί μου», κουνάει εκείνος τη φαλάκρα του.
«Πολύς καιρός! Θα είναι πολύ ευχαριστημένο το αφεντικό για να σας κρατάει!»
«Ποιο αφεντικό; Δικό μου είναι το μαγαζί. Κληρονομιά από τον πατέρα μου!»
Καταπίνω κάτι καντήλια που μυρμηγκιάζουν τη γλώσσα μου, να θυμηθώ να μην ξαναπεράσω ούτε νεκρός από το κατώφλι αυτού του μαγαζιού –άκου ο σκατόγερος! Κοντεύει να βγει η ψυχή του κι αυτός εδώ! Άντε ρε πουσταράδες, κομμουνισμός που σας χρειάζεται! Να σας πάρουν τα μαγαζιά και να σας κλείσουν στα ιδρύματα, παλιοβρυκόλακες! Βουτάω μια εφημερίδα από το διπλανό τραπέζι για να απομονωθώ.

Δυο είναι τα θέματα που κυριαρχούν. Αναλύσεις περί της αποχώρησης των Ρώσων από το Αφγανιστάν και της περεστρόικα του Μιχαλάκη και αποκαλύψεις για σχέσεις του Κοσκωτά με την κυβέρνηση. Φορτώνω κανονικά, επειδή αν γίνει τίποτα και τον μαγκώσουν το χοντρό να δούμε ποιος θα πληρώνει τους μισθούς των ποδοσφαιριστών στο Θρύλο. Θα μου πεις –και που τους πληρώνει, παίζουν; Περιοδεύων θίασος έχουμε καταντήσει, σε λίγο θα χάνουμε ακόμα και στο δίτερμα της προπόνησης. Αλλά υπάρχει εκείνος ο ψυχάκιας ο Χατζίδης που έχει έρθει τελευταία και παθαίνω πώρωση με την πάρτη του, μέγας ντριπλαδόρος αλλά δεν είναι εκεί το θέμα –η μαγεία είναι στο απρόσμενο –τον βλέπεις να κατεβάζει τη μπάλα και 10 φορές να στοιχηματίσεις, ζήτημα είναι να πετύχεις τη μία αυτό που θα κάνει. Τον κόβεις για πάσα κι εκείνος σουτάρει. Τον ζυγιάζεις για ντρίπλα και πασάρει, χωρίς να κοιτάζει, στην απέναντι πλευρά. Εκτός αν τον έχεις μάθει ας πούμε, αν τον έχεις ψυχολογήσει και λες, τώρα κάνει προσποίηση ο μπινές, το παίζει οτι ψάχνει ελεύθερο συμπαίκτη αλλά θα ντριπλάρει και θα συνεχίσει –λες οτι τον κατάλαβες, το ίδιο λέει κι ο αμυντικός που πέφτει πάνω του, οπότε ο Χατζίδης σα να μην τρέχει τίποτα, βρίσκει όντως ελεύθερο συμπαίκτη και πασάρει. Πανηγύρι ο τύπος, πανηγύρι κανονικό!

Οι λουκουμάδες κάθονται σα μπετόν αρμέ στο στομάχι μου, τι ήθελα και τους παράγγειλα; Πριν πόναγα πεινασμένος τώρα θα πονάω χορτάτος, δεν είναι δουλειά αυτή. Κατεβάζω μονοκοπανιά την πορτοκαλάδα μπας και βιταμινωθώ λιγάκι –ανάβω τσιγάρο. Οι υπόλοιποι πελάτες κοπανάνε μαχαιροπήρουνα πάνω στα κεραμικά πιάτα διακόπτοντας το κονσέρτο για να στριγκλίσουν ελεγχόμενα. Γυναίκες που κατέβηκαν για ψώνια στο κέντρο, συνταξιούχοι που περιμένουν το λεωφορείο για τον Άλλο Κόσμο και κάτι αταίριαστες κυρίες, μεσόκοπες, βαμμένες, στολισμένες για νύχτα. Μου έρχεται να σαχλαμαρίσω με κάποια απ΄αυτές, σκουπίζω την αίθουσα για να διαλέξω, αλλά εντοπίζω μία που ανοίγει το στόμα να μπουκωθεί γαλακτομπούρεκο –δόντια αραιά και μυτερά, σκοτεινό πηγάδι ο οισοφάγος της –ανακατεύομαι. Γυναίκες σαρκοφάγες, αυτό είναι. Θα μείνω κρυμμένος πίσω από την εφημερίδα μέχρι να φύγω.

Πηγαίνω λοιπόν προς το σημείο του ραντεβού, ένα πάρκινγκ ψηλά στην Αραχώβης, θέλω να κόψω κίνηση, να δω τον χώρο τριγύρω. Μποτιλιάρομαι στα στενά από Ντάτσουν λουλουδάδων, παλιατζήδων -ζωοπανήγυρης κανονική. Και τα πεζοδρόμια τίγκα στο σκουπίδι, να μην έχεις από πού ν’ ανεβάσεις τη μηχανή. Βλαστημάω όσο κορνάρω στο μποτιλιάρισμα. Αν με μαγκώσει κανένα σκουπιδιάρικο το βράδυ, την ώρα που θα φεύγω –χέσε μέσα Αποστόλη! Δεν γίνονται έτσι αυτές οι δουλειές.
Ψάχνω λοιπόν μέρος να αφήσω τη μηχανή, το ίδιο θα κάνω και το βράδυ –με τα πόδια είμαι πιο γρήγορος σ΄αυτή την μυρμηγκοφωλιά. Στο παραπίσω στενό, διασταύρωση, εδώ θα παρκάρω. Δυο δρόμους θα έχω μπροστά μου, βάλε και τα ανάποδα, γίνονται τέσσερις οι έξοδοι διαφυγής. Μια χαρά!

Κωλοβαράω στο απέναντι πεζοδρόμιο από το πάρκινγκ -ψάχνω την πιθανότητα να ξεφορτωθώ τα σκατολοϊδια που κουβαλάω, να τα κρύψω κάπου εδώ τριγύρω. Κάδοι απορριμμάτων –αποκλείονται. Σπασμένες πλάκες στο πεζοδρόμιο –δεν χωράει τίποτα από κάτω τους. Σταμπάρω ένα δισκάδικο εναλλακτικό, μπαίνω μέσα για ξεκάρφωμα. Μυρίζει βαρύ καπνό και κλεισούρα, οικεία κατάσταση.
«Θες τίποτα ρε δικέ μου;» ανακλαδίζεται ο μαλλιάς πίσω από την ταμειακή μηχανή στο βάθος.
«Έχεις Ρεντσκίνς;» το παίζω και καλά, να μη με κόψει για περίεργο σουλατσαδόρο.
Ξύνει το κεφάλι του, μισοκλείνει τα μάτια.
«Τι παίζουν αυτοί;» ρωτάει στο τέλος.
«Φανκ πανκ», λέω.
«Τι λε ρε; Γκιράπια με κοκόρι;» χασμουριέται ο μαλλιάς.
«Ε δεν είναι και ξαδέρφια του Ρικ Τζέημς!» διαμαρτύρομαι. «Γιατί δηλαδή, οι Τζαμ σε χαλάγανε μ΄αυτά που παίζανε;»
«Αδερφούλη εδώ μέσα πουλάμε ψυχεδέλεια κυρίως, σπάνια κομμάτια, μπούτλεγκ κι έτσι…»
«Εντάξει ρε μάγκα –δε σου προσβάλαμε την επιχείρηση. Να ρίξω μια ματιά μπας και βρω τίποτα;»
Ανασηκώνει τους ώμους και με ξεχνάει επιτόπου. Πάω στοίχημα ότι θα μπορούσα να κοιμηθώ εδώ μέσα και να ξυπνήσω όταν νυχτώσει με τα ρολά κατεβασμένα. Σκαλίζω τα σκονισμένα ράφια, θολώνει το μάτι μου στα καλειδοσκοπικά εξώφυλλα –λίγο ακόμα και θα βλέπω το μέλλον ανάγλυφο. Κάνω πίσω τρομαγμένος.
«Πότε κλείνει το πάρκινγκ απέναντι αδερφέ;» ρωτάω στο αδιάφορο.
«Γιατί; Είσαι σούρας και ψάχνεις να καπνίσεις;» γελάει.
Κουνάω το κεφάλι κάπως υπονοούμενος. Τι να του πω;
«Πάνε μέχρι αργά», απαντάει.
Ευχαριστώ και ετοιμάζομαι για αποχώρηση.
«Είπα κι εγώ! Άκου Ρεντσκίνς!» μουρμουρίζει ο μαλλιάς.
«Ωραίο γκρουπάκι, δεν κάνω πλάκα», τον διαβεβαιώνω.
«Ντάξει ότι πεις. Ωραίο γκρουπ, άβολο πάρκινγκ!» με χαιρετάει.
«Άτιμος ντουνιάς!» απαντάω.
«Πουτάνα κοινωνία!» ολοκληρώνει αλλά είμαι ήδη έξω.
Το πάρκινγκ είναι σκέτη φάκα, το τυρί μόνο λείπει αλλά θα εμφανιστεί όταν νυχτώσει. Και η Αραχώβης μια χαρά δρόμος! Αρκούν τέσσερα άτομα για να τον μπλοκάρουν πάνω-κάτω, ιδρώνω βρίζοντας τον Αργύρη. Λες να είναι στημένη η δουλειά; Να με μαγκώσουν τίποτα μπασκίνες και να μου φορτώσουν μέχρι και τη δολοφονία του Καποδίστρια; Έτσι που έμπλεξες δικέ μου, σκάσε και κολύμπα τώρα!

Αποφασίζω ότι δε με παίρνει να γυρίσω σπίτι, αν είμαι δοσμένος θα με μαγκώσουν εκεί μέσα και μετά άντε να τους πείσω ότι δεν είμαι ιδιοκτήτης γιάφκας. Πρέπει να γυρίζω μέχρι το βράδυ, όποιος γυρίζει-μυρίζει, έτσι πάει. Αλλά μακριά από την κυκλοφορία, λεπρός κι έτσι –να μην πάρω κι άλλους στο λαιμό μου. Ξεκινάω τη μηχανή και κατηφορίζω προς Πανεπιστημίου και Θεμιστοκλέους, σαν το σκυλί γύρω απ΄το κόκαλο, παρκάρω έξω από το ΤΙΤΑΝΙΑ. Χαζεύω το ταμπλό του σινεμά στο πεζοδρόμιο, παίζει το «Άουτ οφ δε μπλου» -έχω ακούσει γι΄αυτό, αλλά δεν έχει τύχει… Ψάχνω στις τσέπες για ψιλά, το σινεμά λειτουργεί από πρωί σε πρωί, παλιά έπαιζε τσόντες αλλά τώρα φαίνεται το έχουν ρίξει στην ποιότητα. Κουτί μου κάθεται!

Αυτή η ταινία είναι του Ντένις Χόπερ, τι να ‘γινε τόσα χρόνια το άτομο; Είχα ακούσει ότι μετά το «Ίζι Ράιντερ» τον βάλανε μαύρη λίστα, τον τσακίσανε κανονικά σα να λέμε. Κι αυτόν και το άλλο το παλικάρι, το γιο του Χένρι Φόντα –διότι σου λέει, πως πας κύριε και βγάζεις ταινία με Αμερικάνους καράβλαχους που σκοτώνουνε για την πλάκα τους; Τι θες να μας πεις δηλαδή, ότι οι χίππηδες ήτανε αθώοι; Κάτσε τώρα στο μούσκιο να πήξει λίγο το μυαλό σου και όταν γίνεις άνθρωπος τα ξαναλέμε. Σιγά μην έγινε άνθρωπος ο Ντένις! Κάνει έναν μηχανάκια, πρώην φυλακόβιο στην ταινία, που έχει γυναίκα πρεζού και μια κόρη αστέρι σκέτο. Τη λένε Σι Μπι και σουλατσάρει παντού με το κασσετοφωνάκι να παίζει συνεχώς το «Χάρτμπρεικ Χοτέλ». Ωραίο τραγούδι. Η Σι Μπι γουστάρει μονάχα τον Τζόνι Ρότεν, το λέει και το ομότιτλο άσμα «ο βασιλιάς έφυγε αλλά δεν ξεχάστηκε/ αυτή είναι η ιστορία κάποιου Τζόνι Ρότεν», μόνο αυτόν γουστάρει η Σι Μπι –όλους τους υπόλοιπους μεγάλους τους έχει για τον πούτσο. Τη μάνα της που χρειάζεται συνέχεια βοήθεια, τον πατέρα της που αλλού πατάει κι αλλού βρίσκεται… Η Σι Μπι είναι μόνη, τσαντισμένη, μετέωρη, τσαμπουκαλεμένη, δεν τη χωράει η κωλόπολή της, δεν αντέχει τους ανθρώπους. Μέχρι που πετυχαίνει σε ένα κλαμπάκι της φωτιάς, το πανκ γκρουπάκι, Πόιντεντ Στικς. Βρίσκει, που λες, τη χαρά της η Σι Μπι –φωτίζεται το μουτράκι της, έχει κοντό μαλλί σαν της Άλεξ, μόνο που η Σι Μπι το πλακώνει στο ζελέ και το στρώνει πίσω –ροκαμπιλάδικα. Είναι ζόρικη τύπισσα, δικιά μας, φιλαράκι –αλλά δεν είναι όμορφη, δεν τη βλέπεις γκομενικά ας πούμε. Φιλαράκι.
Και στο τέλος της ταινίας δεν γίνεται τίποτα σοβαρό –η Σι Μπι εξακολουθεί να βολοδέρνει, ο Τζόνι Ρότεν έχει φύγει προ πολλού, το γκρουπάκι συνεχίζει την περιοδεία του σε άλλη πόλη, ο Ντένις Χόπερ πίνει μπύρες και μιλάει για παλιές εποχές με νοσταλγία –όλα είναι σκατά.
Ρίχνω το κεφάλι πίσω όσο πέφτουν οι τίτλοι, σκέφτομαι να πάρω κανέναν υπνάκο στην επόμενη προβολή. Κοιτάζω τριγύρω, τέσσερα-πέντε άτομα, περίεργοι, ο ένας τους σίγουρα είναι ματάκιας. Απ΄αυτούς που την πέφτουν στους ολοήμερους σινεμάδες μπας και πετύχουν κανένα ζευγάρι να χαμουρεύεται, αλλιώς τη βγάζουν επιτόπου και την παίζουν στις τολμηρές σκηνές της ταινίας. Αν δω κανέναν να την παίζει με τη Σι Μπι θα τον πλακώσω επιτόπου –ξηγημένα πράγματα. Παίρνω να γλαρώνω σταδιακά.

Με ξυπνάνε οι τρομπέτες της Αποκάλυψης, πετάγομαι, η ταινία ξαναρχίζει, το σήμα της εταιρείας διανομής καλύπτει την οθόνη –πόση ώρα κοιμάμαι; Η κλασσική αγωνία όποιου ξυπνάει σε λάθος μέρος –εύχεται να μην είναι λάθος και η στιγμή. Ξεραμένο το στόμα, σηκώνομαι να πάω μέχρι το κυλικείο του σινεμά, να πιω καμιά κοκακόλα να ξαναποκτήσω σάλιο. Αλλά όταν φτάνω εκεί βλέπω ότι δεν υπάρχει ψυχή –αποφασίζω λοιπόν να την κάνω για έξω. Η Θεμιστοκλέους βρωμάει ψαρίλα, τα μαγαζιά αθλητικών ειδών κλειστά και μόνο κάποιοι ξέμπαρκοι τριγυρίζουν. Κοιτάζω ξανά το ρολόι μου, έχω μια ώρα καιρό. Μέχρι το ραντεβού. Εντάξει λοιπόν, θα πάω να τη στήσω κάπου τριγύρω –το κεφάλι μου πονάει –να κόβω κίνηση, αυτό θα κάνω.

Παρκάρω στο σημείο που έχω διαλέξει, βάζω το πέταλο στην πίσω ρόδα αλλά δεν το κλειδώνω. Για να είμαι έτοιμος αν στραβώσουν τα πράγματα, να την κοπανήσω όσο πιο γρήγορα γίνεται. Και ο αέρας περονιάζει, κουμπώνω το τζάκετ, καταστρώνω σχέδιο κάλυψης της περιοχής –τέτοιες μαλακίες. Περπατάω αδιάφορα ενώ τρέμω σαν γκομενίτσα στο πρώτο ραντεβού. Που πήγα και μπλέχτηκα ο μαλάκας;

«Ρε βρωμοανάρχα για πού το ΄βαλες;»
Κόβω απότομα, από πού ήρθε η φωνή; Κοιτάζω τους τοίχους των πολυκατοικιών –εντοπίζω την πηγή.
«Σε σένα μιλάμε ρε, κάνεις τον κουφό;»
Τρεις είναι. Ξυρισμένα κεφάλια, πράσινα φουσκωμένα μπουφάν –ακουμπάνε στον τοίχο δέκα μέτρα δεξιά μου. Κίνδυνος.
Κάνω το κορόιδο και συνεχίζω να περπατάω. Οι τύποι ξεκολλάνε, ακούω βαριά παπούτσια –με πλευρίζουν.
«Τι έγινε αδερφούλα; Δε μας καταδέχεσαι;» γελάει ο πλαϊνός μου.
«Μίλα ρε μουνί!» φορτώνει ο άλλος καθώς στήνεται μπροστά –να μου κόψει το δρόμο.
Σταματάω με τα χέρια στις τσέπες. Υπολογίζω. Μπλέξαμε.
«Θα σε γαμήσουμε επιτόπου ανάρχα!» με πληροφορεί ο τρίτος της παρέας.
Τώρα φοβάμαι κάπως. Έχω το κουμπούρι στη ζώνη, φτάνει να κάνω δυο βήματα πίσω και να το τραβήξω. Παρακάτω; Μάλλον το όπλο είναι άδειο –αν δεν τους τρομάξω θα μου το αρπάξουν και μετά την πούτσισα. Αλλά και γεμάτο να είναι τι θα γίνει; Είμαι έτοιμος να το χρησιμοποιήσω;
«Τι κοιτάς ρε πούστη;» τσιρίζει ο μπροστινός και μου τραβάει μια κλωτσιά στ΄αρχίδια.
Πόνος. Να πέσω κάτω, να φυλαχτώ.

Οι φασίστες κάνουν κύκλους γύρω μου όσο έχω πάρει κανονικά εμβρυακή στάση –βρίζουν, κλωτσάνε. Οι πρώτες που τρώω είναι ζόρικες, έχω διπλώσει τα χέρια στην κοιλιά να σώσω το πιστόλι. Αν το βρουν θα γαμηθούμε όλοι μας εδώ πέρα. Κανονικά. Τρώω μια γερή στα πλευρά –βογκάω.
«Ζήτω το Τέταρτο Ράιχ ρε μουνί!»
Τρώω ακόμα μια στα μούτρα, κάτι σκίζεται.
«Αίμα, τιμή, Χρυσή Αυγή!»
Τώρα την αρπάζω στ΄αρχίδια –ζαλάδα, όλα κουνιούνται σαν όνειρο, ακόμα μία –τώρα θα έχω καλή δικαιολογία για να μην πηδηχτώ με την Άλεξ, για λίγο καιρό τουλάχιστον, πάω να γελάσω αλλά ο θώρακας μπλοκάρει, πνίγομαι ψάχνοντας ανάσα.
Κάτι λένε, δεν ακούω καλά. Δεν φοβάμαι –ας γαμηθούν όλα εδώ πέρα, και λοιπόν τι έγινε δηλαδή;
Υπολογίζω ότι βαράνε ακατάσχετα πλέον–οι περισσότερες είναι τζούφιες, αλλά τραντάζομαι, λέω να κλείσω τα μάτια, δεν πονάει πια, λέω να σκαντζάρω.
«Παράτα τον, αρκετά!»
«Να δουν οι κωλοανάρχες τι τους περιμένει!»
«Πάρτου τις αρβύλες!»
Απ΄ότι το κόβω τώρα έχει έρθει η ώρα του πλιάτσικου. Περιμένω όσο τραβάνε τα πόδια μου. Φοβάμαι να πάρω ανάσα –το πεζοδρόμιο μυρίζει κάτουρο. Δικό μου; Κανενός σκύλου; Δε βαριέσαι; Όλοι αδέσποτοι είμαστε σ’ αυτή την πόλη. Προσπαθώ ν΄ανοίξω τα μάτια και δεν είναι τόσο δύσκολο τελικά.
Έρχεται τότε ο πανικός –καθυστερημένα. Επειδή είμαι σίγουρος ότι αυτοί είναι κάπου εδώ –τριγύρω. Περιμένουν να συνέλθω για να με τσακίσουν. Με περιμένουν! Δεν πρόλαβα να της εξηγήσω τι σήμαινε για μένα, δεν πρόλαβα να χαιρετήσω τα παιδιά, να τους πω κάποιο φοβερό καλαμπούρι για να με θυμούνται. Και τώρα αυτοί με περιμένουν! Δεν είναι εύκολο να κλάψω –έτσι αρχίζω να τρέμω. Αλλά τίποτα δεν γίνεται. Θα φώναζα ξέρεις, θα τους προκαλούσα, να τελειώνουμε ρε γαμώτο. Αλλά δεν ελέγχω τα σαγόνια μου.

Κοιτάζω τριγύρω σέρνοντας –υπολογίζω ότι χρειάζομαι πάνω από δεκάλεπτο για να το καταφέρω. Ησυχία. Αυτοί έχουν φύγει. Πονάω, αλλά ξέρω ότι μπορώ να τα καταφέρω επειδή είμαι ακόμα ζεστός. Μπορώ να σηκωθώ από το πεζοδρόμιο, μπορώ μέχρι και να περπατήσω, λαχανιάζω πριν ακόμα ξεκινήσω –όλα καλά.
Ξεδιπλώνω τα χέρια πολύ εύκολα –δεν έχω σπάσει τίποτα εκεί. Πιέζω το πεζοδρόμιο με τις παλάμες, μόνο οι ώμοι σηκώνονται, το υπόλοιπο σώμα έχει περαστεί από τη μηχανή του κιμά. Τουλάχιστον μπορώ ν’ ανασαίνω –είναι κάποια πρόοδος.

Έχω βρει τα πατήματά μου πάνω στις ραγισμένες πλάκες του πεζοδρομίου, μετράω, υπολογίζω –κάποτε θα τελειώσει αυτό το μονοπάτι. Έτσι πρέπει. Ευτυχώς ο δρόμος είναι άδειος, δεν έχω την πολυτέλεια να με πατήσει αυτοκίνητο μετά απ΄όλα αυτά. Περνάω. Ακουμπάω σε τοίχους παίρνω φόρα, τι μου ήρθε ν΄αφήσω τη μηχανή τόσο μακριά; Μάλλον σούρνομαι αλλά ελπίζω ότι δεν δείχνω αξιολύπητος. 50 μέτρα ακόμα μέχρι τη γωνία και μετά άλλα τόσα ως το πάρκινγκ. Στρίβω και θολώνουν τα μάτια μου, ποιος πούστης άναψε προβολείς; Κανένας πούστης –οι προβολείς είναι μέσα στο κεφάλι μου, εγώ είμαι ο πούστης. Δέκα βήματα στα τυφλά μέχρι να συνηθίσω, περιοδική όραση –έτσι πρέπει να είναι –μισότυφλος.

Το πάρκινγκ μυρίζει ξεραμένο αίμα, όχι το πάρκινγκ –τέλος πάντων. Τρία παρκαρισμένα, θέλω να πιστεύω ότι τα δύο είναι άδεια. Διαλέγω το πρώτο αριστερά –άδειο. Συνεχίζω στο επόμενο, πριν φτάσω έχει κατέβει το μπροστινό παράθυρο.
«Πολύ σύντομα ξαναβρισκόμαστε», χαμογελάει ο άντρας.
Δίπλα του η Άντζυ, πίσω η Αριάδνη και κάποιος ακόμα –δε βλέπω καλά. Κάποιος μου κάνει χοντρή πλάκα –δεν μπορώ να συγκρατηθώ. Ο θώρακας ανεβοκατεβαίνει σαν αραμπάς, κάνω να γελάσω αλλά νιώθω υγρά τα χείλια μου. Βήχω –υγρά.
«Τι έχεις ρε; Τι έπαθες;»
Κρατιέμαι στο αμάξι, βγάζω το σακουλάκι, μετά τις σφαίρες και το κουμπούρι. Τα ρίχνω με όση δύναμη βρίσκω στα πέριξ –ευτυχώς οι ώμοι μου δουλεύουν ακόμα.
«Δε γαμιέστε ν΄ασπρίσετε όλοι σας!» καταλήγω.

Μετά κάνω σκουπιδιάρικη μεταβολή –μαλάκα Αργύρη σε ξεχρέωσα!

Είμαι άνετος επειδή δεν έχω πουθενά να πάω, ένα χέρι ακουμπάει τον ώμο μου, γυναικείο.
«Έλα μαζί μας να σε πάμε σε γιατρό», μάλλον η Αριάδνη.
Καταφέρνω ακόμα δυο βήματα την ξεφορτώνομαι. Έτσι όπως γίνανε τα πράγματα είμαι ο τελευταίος που χρειάζεται γιατρό –το πιστεύω αυτό.

Περπατάω.

Περπατάω.
Και τότε έρχεται ο πόνος, πολύς, πούστικος –από παντού –από το πουθενά. Πόνος. Χάνω επαφή, περπατάω στο βυθό της μαύρης θάλασσας σα σφουγγαράς.

Κάτι με κρατάει σφιχτά. Μέσα από σπασμένο καθρέφτη ξεχωρίζω, κονκάρδες, πολλές κονκάρδες –Άλφα σε κύκλο και Μπλακ Φλαγκ, δικό μου το άτομο.
«Αδερφέ λέω να την κάνω…» ψιθυρίζω.
Ο άλλος δεν είναι μόνος του, το νιώθω –φωνές, αναστάτωση.
«… από σιγά-σιγά», συμπληρώνω για να τους καθησυχάσω, αλλά βγαίνει σε βογκητό μάλλον.

Και μετά σβήνουν τα μακρινά φώτα στις κολώνες, ανοίγει η άσφαλτος, μαλακώνουν τα χέρια σα να είναι από ζυμάρι.

Κι εγώ κατεβαίνω χωρίς ασανσέρ.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 14, 2008

"Μην κοιτάξεις τώρα!"

Τον Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη δεν τον έχω συναντήσει ποτέ από κοντά. Έχουμε μιλήσει στο τηλέφωνο μέσω Βλάχου, μετά ανταλλάξαμε κάμποσα μέιλ –είμαστε πεν παλ φρεντς που λέγαμε τα αρχαία χρόνια, επί Καραμανλή (θείου). Είχα ακούσει γι΄αυτόν από τον άλλο Παναγιώτη, τον Κούστα, ο οποίος ήταν εντυπωσιασμένος με το «Καλά μόνο να βρεις», το προηγούμενο βιβλίο του. Δεν το έχω διαβάσει ακόμα το συγκεκριμένο βιβλίο, ξέρεις γιατί; Επειδή έχω κάποιο κόλλημα με τους πολυκατοικειώδεις ήρωες, αυτούς που είναι δομημένοι σε πολλά επίπεδα –το είπα στον Χατζημωυσιάδη και μου πρότεινε να διαβάσω πρώτα το «Παραμύθι του ύπνου». Το διάβασα.

Κοίτα τώρα τι έγινε με το βιβλίο του Π.Χ., για να καταλάβεις ότι η ανάγνωση μπορεί κάποιες φορές να γίνει πιο επικίνδυνη κι από την ίδια τη γραφή (η οποία, ως γνωστόν μπορεί να γίνει πιο επικίνδυνη κι από βομβαρδισμό με ναπάλμ σε ειδυλλιακό χωριό και πάει λέγοντας…)
Ξεκινάω λοιπόν το βιβλίο κι αρχίζω να φορτώνω, επειδή ο Π.Χ. είναι ποιητής. Δεν εννοώ ότι γράφει στιχάκια πίσω από τα φύλλα των ημερολογίων τοίχου ρε βλάκα –εννοώ ότι ποιεί, φτιάχνει, χτίζει, δημιουργεί –πως το λένε; Είναι ερωτευμένος με τις λέξεις, τους φέρεται με την ευγένεια ευπατρίδη, τις κανακεύει, τις χτενίζει, τις προσέχει καλύτερα κι από γκόμενες. Και από τις λέξεις φτιάχνει αισθήματα, καταστάσεις, νύχτες, μέρες, ξηρασίες, βροχές … Φτιάχνει διάφορα, επειδή είναι ποιητής. Αλλά εγώ ανήκω σ΄εκείνη την κατηγορία ανθρώπων που κρεμάνε τους ποιητές στις πλατείες προς τέρψιν του ακατέργαστου όχλου –τέτοιος είμαι. Διάβαζα το βιβλίο και μάζευα αρνητικά, μάζευα αντιρρήσεις, διαφωνίες, επικρίσεις –κοντολογίς, μάζευα σκοινί και σαπούνι για την κρεμάλα.

Όταν τέλειωσα την ανάγνωση ήμουν έτοιμος ή έτσι τουλάχιστον πίστευα. Μια σούμα χρειαζόταν, κάποια τακτοποίηση των επιχειρημάτων και «άντε γεια Π.Χ.». Αυτή η άτιμη η σούμα μου έκανε τη ζημιά αν θες να ξέρεις!

Επειδή έπρεπε να επαναπροσδιορίσω εκ των υστέρων την υπόθεση του βιβλίου, να την ξανασκεφτώ κάπως απομακρυσμένος από το κείμενο, να την ξαναδώ ζωντανή και ολοκληρωμένη πλέον. Το «Παραμύθι του ύπνου» είναι μια καταιγίδα συναισθημάτων που σε βυθίζουν ύπουλα μέσα στην υπόθεση και η υπόθεση είναι απλή. Άντρας, οικογενειάρχης, εξελίσσεται επαγγελματικά και ραγδαία, με αποτέλεσμα να ζήσει την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας η οποία θα τον οδηγήσει στην καταστροφή. Και λοιπόν; θα πεις. Χρειαζόταν ένα ακόμα βιβλίο με θέμα την ανθρώπινη άνοδο και πτώση; Κι αυτή η κυριαρχία της ξηρασίας-ανομβρίας που ξεκινάει από τα δελτία καιρού και κυριαρχεί στις ζωές των ηρώων και την πορεία της κοινωνίας; Σε τι χρειάζονται όλα αυτά; θα ρωτήσεις. Το καλό που σου θέλω μην το κάνεις!

Γιατί έτσι ξεκίνησα κι εγώ, με τέτοιες αμφιβολίες και μπόλικη επικριτική διάθεση –εκεί ακριβώς με βρήκε απροετοίμαστο η αίσθηση του βιβλίου και με τσάκισε κανονικά. Επειδή φίλε μου, ο ήρωας του βιβλίου είναι η φάτσα μας στον καθρέφτη, είναι ο εαυτός μας που παλεύουμε να κρύψουμε, η μικρότητα που τη βαφτίζουμε λογική για να τη μασκαρέψουμε, η κακεντρέχεια που την ονομάζουμε αυτοάμυνα, ο κομπλεξισμός του κτήνους που τον καλλωπίζουμε με όρους όπως «φυσική θέληση» ή «φυσική κυριαρχία του δυνατού πάνω στον αδύνατο». Αυτά είναι ο ήρωας κι αυτά είμαστε όλοι μας, περισσότερο ή λιγότερο –ψέματα! Όχι «αυτά είμαστε», αλλά «έτσι καταντήσαμε», αυτό είναι ο σωστός χαρακτηρισμός. Και η ξηρασία είναι η αίσθηση του τέλους της μέρας, όταν έχεις πετύχει όσα νόμιζες ότι ήθελες, η στιγμή που είσαι έτοιμος να αράξεις και να απολαύσεις τους κόπους σου. Αράζεις, αφήνεις το βλέμμα σου να απλωθεί στις επιτυχίες σου, κοιτάζεις καλύτερα … ξηρασία.

Το «Παραμύθι του ύπνου» θα παρουσιαστεί με σάρκα και οστά (αλλά όχι τόσο άνυδρο) την Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008 στις 8:00 μ.μ., στον ΠΟΛΥΧΩΡΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (Ιπποκράτους 118, Αθήνα). Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο Νίκος Κουνενής, συγγραφέας, ο Στέφανος Δάνδολος, δημοσιογράφος-συγγραφέας και ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης. Συντονίζει ο Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου, δημοσιογράφος-συγγραφέας.



Εγώ θα πάω, για να γνωρίσω επιτέλους από κοντά τον Παναγιώτη και να του πω ότι έγραψε ένα όμορφο, δηλητηριώδες βιβλίο. Εσύ αν φοβάσαι τα δηλητήρια καλύτερα να μην έρθεις. Μόνο πρόσεξε την επόμενη φορά που θα περάσεις δίπλα στον καθρέφτη –ξέρω ότι συνήθως τον αποφεύγεις κι εσύ κι εγώ και όλοι μας. Πρόσεξε λοιπόν φιλαράκο γιατί ο καθρέφτης πάντα θα παραμονεύει να σε μαγκώσει –όπως ακριβώς έκανε σε μένα το «Παραμύθι του ύπνου». Προειδοποίησα –εντάξει;

18. Με τον διάβολο κρυμμένο στο τζάκετ

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα

2ο μέρος: "Ποτέ ξανά" έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί
13. Οι αποφάσεις που μας πήραν
14. Δωμάτιο μονοθέσιο
15. "96 δάκρυα σε 96 μάτια"
16. Ότι πας να κρατήσεις (γλιστράει μακριά)
17. Ναυαγοί σε παγωμένα κρεβάτια

Τον περιμένω όσο γεμίζει με καπνό την πίπα του, καθυστερεί υπερβολικά επειδή τα χέρια του τρέμουν –κάποιος μορφασμός απέχθειας στραβώνει την αξύριστη φάτσα του, άσπρες τρίχες άστατα φυτρωμένες στα μάγουλα και το σαγόνι, αυτός ο άντρας είναι ήδη πεθαμένος αλλά ξέχασαν να του το πουν.
«Λοιπόν;» ξαναρωτάω.
«Τι λοιπόν;» με κοιτάζει με αθώο ύφος.
«Επιμένεις ακόμα ότι ο ιδανικός κινηματογραφικός Μάρλοου θα ήταν ο Κάρυ Γκραντ;»
Ανάβει την πίπα, σκέφτεται λίγο πριν γελάσει.
«Επιμένεις ακόμα ότι αυτή η σαχλαμάρα έχει κάποια σημασία;» λέει στο τέλος.
«Πως δεν έχει Ρέι; Εδώ μιλάμε για εμμονές, μέχρι και η μάρκα των τσιγάρων μου καθορίστηκε από αυτά που εσύ είπες!»
«Είπα εγώ ποτέ ότι ο Μάρλοου κάπνιζε Κάμελ; Πίπα δεν τον έβαζα πάντα να καπνίζει;» ξύνει τα αραιωμένα μαλλιά του.
«Πίπα –εντάξει. Αλλά σε κείνη τη συνέντευξη είχες πει ότι καπνίζει πίπα όταν βρίσκεται μόνος του στο σπίτι. Έξω καπνίζει Κάμελ!»
Γελάει με άσχημο τρόπο.
«Πολύ στα σοβαρά παίρνεις αυτές τις συνεντεύξεις μου. Έχεις καμιά ιδέα σχετικά με το τι γινόταν τότε;»
«Υποθέτω ότι ήσουν λιώμα», απαντάω σιγά.
«Κάπως έτσι νεαρέ μου –κάπως έτσι! Ήμουνα λιώμα ή βιαζόμουν να ξεμπερδέψω για να φροντίσω τη Σίσυ –μπορεί και όλα μαζί, ταυτόχρονα», κομπιάζει στις τελευταίες λέξεις.
«Με ενοχλεί πάντως το γεγονός ότι ποτέ δεν πήρες τα γραπτά σου στα σοβαρά», νευριάζω. Πάντα νευριάζω όταν η κουβέντα μας φτάνει σε αυτό το σημείο.
«Τα γραπτά μου! Μιλάς σα να πρόκειται για αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας! Νεαρέ, αν δεν ήταν εκείνοι οι Γάλλοι που ήθελαν να κάνουν φιγούρα και γι΄αυτό υπερεκτίμησαν τις ιστορίες με ντετέκτιβ, θα παρέμενα ένας απλός πλασιέ σεναρίων με αμφίβολη επιτυχία. Θυμάσαι τι είχα πει; Αν τα βιβλία μου ήταν λίγο χειρότερα δεν θα με καλούσαν ποτέ στο Χόλυγουντ κι αν ήταν λίγο καλύτερα δεν θα έπρεπε ποτέ να πάω εκεί πέρα».
Στράβωσα τα μούτρα.
«Όμορφες ατάκες, αλλά δεν μου λένε τίποτα ιδιαίτερο ξέρεις», ψιθύρισα.
«Δεν είναι δικό μου πρόβλημα αυτό νεαρέ. Απ΄ότι θα θυμάσαι είχα άλλες σκοτούρες στη ζωή μου…»
«Τη Σίσυ;»
«Ναι, τη Σίσυ…»
«Κάπως συμπλεγματικό μου ακούγεται…»
«Κι αν είναι τι μ΄αυτό;» δυσανασχετεί αδειάζοντας την πίπα του. «Μήπως πήδηξα τη μάνα σου ή την αδερφή σου και δεν το κατάλαβα; Τι σε νοιάζουν τα δικά μου συμπλέγματα;»
«Έχεις δίκιο, δε με νοιάζουν. Σχετικά με τη Σίσυ εννοώ… και συγνώμη που το ανέφερα. Αλλά αυτό το κόμπλεξ σου ότι ποτέ δεν έγραψες λογοτεχνία της προκοπής, το θεωρώ σκέτη μαλακία», χαμογελάω επειδή ο Ρέι είναι ντροπαλό άτομο –κάτι τέτοιοι όταν στριμώχνονται, κλειδώνουν. Ή βρίζουν.
«Μαλακία είναι να περιμένεις να μοιραστώ τη δική σου θεοποιημένη άποψη για τα δικά μου γραπτά! Αυτό είναι μαλακία νεαρέ μου. Άλλωστε ξέρω καλύτερα από σένα τι ήθελα να κάνω και πόσα κατάφερα στο τέλος».
Πάω πάσο στο συγκεκριμένο –ο καθένας με την πετριά του. Κάνει κρύο δαιμονισμένο και προσπαθώ να ζεστάνω τα χέρια μου τρίβοντάς τα μεταξύ τους. Εκείνος βγάζει από τη μέση τσέπη του σακακιού του ένα πλακέ μπουκάλι και κατεβάζει το μισό περιεχόμενό του βουλιμικά.
«Δεν σου είπα το άλλο!» προσπαθώ ν΄αλλάξω κουβέντα.
Με κοιτάζει ξαφνιασμένος.
«Είδα μια καινούργια βερσιόν από τον ‘Μεγάλο Αποχαιρετισμό’ στο σινεμά και σπάστηκα άσχημα! Βάζουν τον Μάρλοου να ξετρυπώνει τον Τέρυ Λένοξ και να τον σκοτώνει στο τέλος! Τρομερή μαλακία έτσι;»
«Ποιος έκανε την ταινία;» ρωτάει γελώντας.
«Ο Άλτμαν», απαντάω.
«Μεγάλος σκηνοθέτης! Και πολύ μοντέρνος για τα γούστα μου. Πως περίμενες να καταλάβει κάτι τόσο παλαιομοδίτικο όσο η αντρική φιλία που έχει δεθεί μέσα από τον καπνό της μάχης;»
Συμφωνώ κοιτάζοντας την απέναντι πολυκατοικία. Και τουρτουρίζοντας. Είμαι ώρες εδώ έξω και τίποτα δεν κινείται. Αυτή η γειτονιά μοιάζει με νεκροταφείο αδερφάκι μου! Κανένα φως στα παράθυρα των σπιτιών, κανένα περαστικό αυτοκίνητο –τίποτα. Αν δεν είχα και τον μυθικό Ρέιμοντ Τσάντλερ να μου κάνει παρέα θα μ΄έπαιρνε ο ύπνος στο όρθιο.
«Είναι αλήθεια ότι προσπάθησα ν΄αυτοκτονήσεις όταν πέθανε η Σίσυ;» ρωτάω σιγά.
Γελάει νευρικά.
«Όχι δεν είναι», μουρμουρίζει. «Το όλο θέμα ήταν αισθητικό και το πρόβλημα είχε να κάνει με την οπτική γωνία, ήμουνα εκεί πέρα κι αυτή η φάτσα στον καθρέφτη του μπάνιου με ενοχλούσε –αλλά μπερδεύτηκα στο τέλος. Τι έπρεπε να πυροβολήσω για να γλιτώσω από εκείνη την απαίσια φάτσα; Τον καθρέφτη ή το κεφάλι μου;»
«Και τι έκανες τελικά;»
Ξεκαρδίζεται.
«Γάμησα κανονικά τα πλακάκια του τοίχου, τις κρεμάστρες… Μέχρι που ξέμεινα από σφαίρες. Αλλά δεν προσπάθησα να αυτοκτονήσω –ξέρεις γιατί;»
Ανασηκώνω τους ώμους –που να ξέρω;
«Επειδή ήμουνα ήδη πεθαμένος, απ΄τη στιγμή που έφυγε η Σίσυ … Οι νεκροί δεν γίνεται να πεθάνουν δεύτερη φορά».
«Μην το λες αυτό –θυμήσου τη Βέλμα και τον Τέρυ Λένοξ και τον Ράστυ Ρίγκαν…»
Κουνάει το χέρι του σα να θέλει να διώξει κάποιο κουνούπι.
«Εντάξει, εντάξει –φτάνει! Οι νεκροί δεν γίνεται να πεθάνουν δεύτερη φορά όταν δεν υπάρχει κάποιος πρόθυμος να τους διατηρήσει ζωντανούς –πως σου φαίνεται αυτό;»
«Συνηθισμένο και κοινότυπο», μουρμουρίζω.
«Ήμουν πάντοτε ένας συνηθισμένος και κοινότυπος άνθρωπος με ανεκπλήρωτες επιθυμίες», μονολογεί εκείνος. «Αλλά τώρα νομίζω ότι πρέπει να αποχαιρετιστούμε γιατί έχεις δουλειά».
Ακολουθώ το βλέμμα του, ένα αυτοκίνητο έχει παρκάρει ακριβώς μπροστά στα σκαλιά της πράσινης πολυκατοικίας –η πόρτα του οδηγού ανοίγει ταυτόχρονα με τις πίσω πόρτες. Δυο κοπέλες κάπως παραπαίουσες κι ένας τύπος άρτι αφιχθής από ταινία του Γκοντάρ. Κοιτάζω τριγύρω –οι δρόμοι είναι σκοτεινοί από κάτι ακόμα μεγαλύτερο κι απ΄την ίδια τη νύχτα.
Βιάζομαι να περάσω τον δρόμο που μας χωρίζει.

Ξεκλειδώνουν την εξώπορτα όσο φτάνω στις πλάτες τους, η μια κοπέλα πετάγεται, σκουντάει τον άντρα δίπλα της. Η άλλη έχει μείνει με το χέρι μετέωρο στη μισάνοιχτη εξώπορτα.
«Τι τρέχει φίλε;» με ρωτάει ο άντρας.
«Τίποτα, μην αγχώνεσαι», τον καθησυχάζω. «Ψάχνω μια φίλη που μένει εδώ και έλεγα μήπως ξέρατε κάτι…»
Με κοιτάζουν προσεκτικά.
«Δεν ξέρουμε τίποτα για τη φίλη σου», λέει τελικά ο άντρας και κάνει να μπει στο σπίτι.
«Λάθος απάντηση», φωνάζω.
Παίζουμε για λίγο τα αγαλματάκια, ακούνητα, αμίλητα.
«Έπρεπε πρώτα να με ρωτήσεις το όνομα της φίλης μου και μετά να πεις ότι δεν την ξέρετε», εξηγώ στον άντρα απέναντί μου.
«Όπως και να τη λένε δεν την ξέρουμε», επιμένει.
«Στον τρίτο όροφο μένετε;» συνεχίζω εγώ απτόητος.
«Ναι», λέει μια από τις κοπέλες.
«Και τι σε νοιάζει εσένα; Μπάτσος είσαι;» μπριζώνει ο άντρας.
«Άκου αδερφέ. Ήρθα ήσυχα να σας μιλήσω, ας το κρατήσουμε έτσι. Γιατί άμα το χοντρύνουμε θα παρακαλάς να ήμουνα μπάτσος».
Η κοπέλα μπροστά μου πιέζει ενστικτωδώς την τσάντα της πάνω στην κοιλιά της –είναι όμορφη κοπέλα. Η άλλη γαντζώνεται πάνω στον άντρα.
«Ποια ψάχνεις;» με ρωτάει η κοπέλα με την τσάντα.
«Την Άλεξ», λέω. «Μαζί σας δε μένει;»
Τη βλέπουν τώρα κανονικοί χαρτοπαίκτες –προσπαθούν να συνεννοηθούν με τα μάτια χωρίς να καρφωθούν.
«Κι εσύ ποιος είσαι;» ρωτάει ο άντρας.
«Αν η Άλεξ μένει μαζί σας ξέρετε καλά ποιος είμαι. Αν δε μένει χάρηκα για τη γνωριμία και συγνώμη για την ενόχληση», λέω.
«Δεν ξέρουμε καμιά Άλεξ», μουρμουρίζει ο άντρας.
«Δε με ψήνεις», αποφασίζω.
«Στ΄αρχίδια μου. Ξεφορτώσου μας τώρα γιατί νυστάζουμε», σφυρίζει ο άντρας.
Κοιτάζω πίσω, στην άλλη πλευρά του δρόμου εκεί που στεκόμουν πριν λίγο, παρέα με τον Ρέι. Αλλά ο δικός μου έχει εξαφανιστεί, πάνω που τον χρειάζομαι να μου σφυρίξει την επόμενη κίνηση. Αποφασίζω λοιπόν να αυτενεργήσω.
«Μπορείς να πάρεις τα κοριτσάκια και να φύγεις, αλλά δεν στο προτείνω γιατί εγώ δεν πρόκειται να πάω πουθενά αν δεν πάρω τις απαντήσεις που θέλω. Θα σας τσακίσω τα νεύρα με το δάχτυλο κολλημένο στο κουδούνι και θα σας γίνω στενός κορσές κάθε φορά που θα βγαίνετε από το σπίτι. Πως το βλέπεις;» ρωτάω ήρεμα.
«Άστον ν΄ανέβει –μου έχει μιλήσει η Άλεξ γι΄αυτόν», λέει η κοπέλα με την τσάντα.
Κι εγώ νιώθω σα να δρασκελίζω τη σκάλα για τον ουρανό –δεν τα κατάφερα κι άσχημα Ρέι παλιόφιλε!

Το διαμέρισμα είναι σκέτη χλίδα για τα δικά μου δεδομένα. Τρία δωμάτια αυτόνομα και σαλονάρα γκράντε, χώρια η κουζίνα που φωτίζει διακριτικά στο βάθος του διαδρόμου. Ο άντρας κάτι συνεννοείται με τις κοπέλες όσο εγώ περιμένω σα μαλάκας στο χωλάκι. Μετά παίρνει τη μια τους και χάνονται σε κάποιο δωμάτιο. Μένω με την άλλη –αυτή με την τσάντα.
«Θέλεις καφέ;» ενδιαφέρεται.
«Ναι –καλά θα ήταν. Έγινα αρχαίος περιμένοντας τόσες ώρες στο κρύο», παραδέχομαι.
Φεύγει για λίγο κι εγώ χαζεύω τους τοίχους –ενδιαφέροντες τοίχοι, άλλο χρώμα ο καθένας, με αφίσες κορνιζαρισμένες. Ανάβω τσιγάρο, μπροστά μου ένα τασάκι λευκό, απαίσιο, πανάκριβο.
«Πόση ζάχαρη;» ακούω από την κουζίνα.
«Καθόλου. Ούτε γάλα», της απαντάω.
Έρχεται με δυο κούπες, κάθεται απέναντί μου και στάζει στον καφέ της λίγο κονιάκ που το ψαρεύει από μια κρυφή καβάντζα κάτω από το τραπέζι.
«Θέλεις;» ρωτάει.
«Κάργα», επικροτώ.
«Πες μου λοιπόν», χαμογελάει ανάβοντας ένα περίεργο στριφτό τσιγάρο.
«Τι να σου πω; Ψάχνω την Άλεξ», μουρμουρίζω μπερδεμένος.
«Η Άλεξ δεν είναι εδώ. Και δεν ξέρω πότε θα ξανάρθει… Πάει μήνας και… που λείπει».
Μετακινούμαι για να βολευτώ καλύτερα στη θέση μου. Σίγουρα δεν ήρθα μέχρι εδώ για να ακούσω μόνο αυτό.
«Στήθηκες εκεί έξω για να την περιμένεις;» ρωτάει τώρα η κοπέλα.
«Στήθηκα εκεί έξω για να την βρω», απαντάω κάπως βαρύγδουπα.
«Έτσι ε;» γελάει η κοπέλα.
«Έτσι ….», κουνάω το χέρι ψάχνοντας δήθεν να θυμηθώ το όνομά της.
«Αριάδνη», με βοηθάει, και καλά, να θυμηθώ.
«Αριάδνη μάλιστα!» συμπεραίνω. «Ωραίο όνομα!»
«Και γιατί να τη βρεις;» ρωτάει στο καπάκι.
«Άφησε κάτι στο σπίτι μου –θέλω να της το δώσω πίσω», πιπιλάω το γνωστό παραμύθι.
«Καλά, αν είναι έτσι –δε χάθηκε ο κόσμος! Άστο σε μένα και της το δίνω».
«Είπα ότι θέλω να της το δώσω πίσω –ΕΓΩ να της το δώσω πίσω», επαναλαμβάνω.
Γελάει. Είναι μια όμορφη κοπέλα με κορακίσια μαλλιά πιασμένα αλογοουρά και μάλλινο πλεκτό φόρεμα. Σε άλλες περιπτώσεις θα την έβλεπα κανονικότατα μαζί της.
«Η Άλεξ είναι μεγάλος μπελάς, αλλά κι εσύ δεν πας πίσω!» παρατηρεί.
«Μίλα μου γι΄αυτήν», μου ξεφεύγει κάπως πιο παρακλητικά από όσο θα ήθελα.
«Δε νομίζω ότι έχω τέτοιο δικαίωμα. Εννοώ … ότι θα ήθελε να ξέρεις στα έχει πει η ίδια –κάνω λάθος;»
Από το μέσα δωμάτιο ακούγεται ένας πνιχτός θόρυβος, πετάγομαι αλλά μου δείχνει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα.
«Πέφτει κάποιο πήδημα μάλλον», χαμογελάει σκανταλιάρικα.
«Εντάξει τότε και στα δικά σου», λέω.
«Σου φαίνεται ότι το έχω ανάγκη;» αναρωτιέται.
«Και που να ξέρω; Μήπως όλοι μας δεν το έχουμε ανάγκη στην τελική;»
«Γι΄αυτό λοιπόν ψάχνεις την Άλεξ;»
«Δεν ξέρω αν την ψάχνω γι΄αυτό, ξέρω όμως ότι γι΄αυτό έφυγε».
Γίνεται απότομα σκεφτική.
«Της φέρθηκες πολύ σκάρτα», λέει σιγά. «Αυτό τουλάχιστον νομίζω ότι μπορώ να στο πω –γύρισε χάλια από το σπίτι σου. Δεν μου είπε τι έκανες αλλά είπε…»
Την περιμένω να συνεχίσει, μάταια.
«Τι είπε;»
«Είπε ότι η μεγαλύτερη ξεφτίλα είναι να βρεις αυτό που ψάχνεις».
«Και τι εννοούσε μ΄αυτό;»
«Που θες να ξέρω; Εσύ να μου πεις».
Κατεβάζω το κεφάλι.
«Γνωρίζεστε πολλά χρόνια με την Άλεξ;» ρωτάω τελικά.
«Πολλά, πάρα πολλά…»
Και μετά σωπαίνει, βλέπω ότι δεν πρόκειται να μου αποκαλύψει πράγματα.
«Και η άλλη κοπέλα;» ξαναρωτάω.
«Η Άντζυ;» δείχνει προς το μέσα δωμάτιο. «Ναι κι αυτή –ήμασταν το φοβερό τρίο … κάποτε. Όλα ξεκίνησαν όταν είδαμε ότι τα ονόματά μας αρχίζανε από το ίδιο γράμμα –κάποια το θεώρησε σημάδι… εγώ μάλλον ήμουν …»
«Παρακάτω;»
«Δεν έχει παρακάτω. Και δεν ξέρω αν ήταν σημάδι, αλλά σίγουρα δεν ήταν καλό σημάδι», βάζει τα γέλια η Αριάδνη.
Το κονιάκ μέσα στον καφέ με έχει πιάσει κανονικά –ανακατεμένο στομάχι, δυσκολία να προφέρω τα απαιτητικά σύμφωνα των λέξεων, βλέφαρα βαριά.
«Εντάξει», λέω απλώς για να πω κάτι. Και επιτόπου μου πέφτει το τσιγάρο από το χέρι, τινάζομαι να το μαζέψω από τη φλοκάτη ανάμεσα στα πόδια μου.
«Δεν μου φαίνεσαι και τόσο εντάξει πάντως», παρατηρεί η Αριάδνη. «Είσαι σίγουρα καλά;»
«Ναι, μια χαρά κι ευχαριστώ που …» μένει ατέλειωτη η φράση γιατί δεν ξέρω πώς να την κλείσω. «Ευχαριστώ για τον καφέ», λέω τελικά.
«Θέλεις να μείνεις εδώ; Δείχνεις χάλια», παρατηρεί η Αριάδνη.
«Όχι μωρέ, δεν είναι ανάγκη», μουρμουρίζω καθώς σηκώνομαι.
Λοιπόν είναι αδύνατο να σηκωθώ. Τα πόδια μου μολυβένια και το κεφάλι μου διακοσμητικό. Βαρύ διακοσμητικό –ρουστίκ. Ξανακάθομαι.

Τη νιώθω από πάνω μου, μετά αισθάνομαι κάποια ζέστη από την κουβέρτα που με σκέπασε, σκέφτομαι. Ίσως να έρθει η Άλεξ μέχρι το πρωί, καλύτερα να περιμένω εδώ μέσα παρά έξω στο κρύο.
«Μπορεί να είσαι τυχερός και να έρθει η Άλεξ κάποια στιγμή. Καλύτερα να την περιμένεις εδώ παρά έξω στο κρύο», ακούω τη φωνή της όσο κουτρουβαλάω στον λήθαργο. Ποιος έκλεισε τα φώτα τόσο απότομα;

Ξυπνάω ιδρωμένος. Επειδή φοράω ακόμα το στρατιωτικό μου τζάκετ και η κουβέρτα εντελώς μάλλινη. Υποπτεύομαι ότι σ΄αυτό το σπίτι τα καλοριφέρ μένουν ανοιχτά μέχρι και τη νύχτα –τόσο κυριλέ φάση! Έξω από τις γρίλιες παίρνει να ξημερώνει. Βγάζω το τζάκετ, αλλάζω πλευρό αλλά είναι αδύνατο να με ξαναπιάσει ο ύπνος. Γι΄αυτό ανάβω ένα τσιγάρο όσο συνηθίζω το μισοσκόταδο, έξω φυσάει και κλαδιά δέντρων μαστιγώνουν τον απέναντι τοίχο. Εδώ λοιπόν είναι το σπίτι της. Αυτές είναι οι φιλενάδες για τις οποίες παραπονιόταν. Κι ο τύπος τι ρόλο βαράει; Γκόμενος της μιας –φανερό αυτό. Αλλά μόνο γκόμενος; Εμένα μου φάνηκε κάπως κουμανταδόρος της κατάστασης –έτσι μου φάνηκε. Βγάζω τις αρβύλες μου για να μην κάνω θόρυβο κι αποφασίζω να εξερευνήσω τον χώρο. Προσεκτικά βήματα –βιβλιοθήκη. Διάφοροι τίτλοι βιβλίων, κοινοτυπίες, Έριχ Φρομ, Χαλίλ Γκιμπράν, Ρίτσαρντ Μπαχ. Σε μια γωνία παίρνει το μάτι μου εκείνη τη βιβλιάρα του Δεληολάνη, «Πούσερ, το βήμα της αλεπούς». Χαμογελάω -συγχαρητήρια για τον ταξιδιωτικό οδηγό Άλεξ!
«Ψάχνεις κάτι;»
Νιώθω τη φράση να με χτυπάει στο κέντρο της ωμοπλάτης, τινάζομαι. Ο άντρας του σπιτιού με ξεβαμμένο τζιν, λευκό μπλουζάκι και ανοιχτό καρό πουκάμισο με κοιτάζει –χέρια σταυρωμένα στο στήθος.
«Όχι μην ανησυχείς. Έτσι κοιτάζω για να περάσει η ώρα», λέω.
«Γιατί θα πρέπει να περάσει η ώρα; Δε σε πιάνω!»
«Επειδή είμαι ευγενικός άνθρωπος κι αφού η Αριάδνη προσφέρθηκε να με φιλοξενήσει, σκέφτηκα να της πω μια καλημέρα πριν φύγω», πολυλογώ βλακωδώς.
«Έλα στην κουζίνα», μουγκρίζει ο άντρας.
Έρχομαι.
Η καφετιέρα είναι ακόμα αναμμένη, σερβιριζόμαστε πριν καθίσουμε στο μακρόστενο τραπέζι.
«Τελικά τι ρόλο βαράς, δεν έχω καταλάβει», παρατηρεί εκείνος.
«Αν κάποτε καταλάβεις, πες το και σε μένα να μην πεθάνω με την απορία», απαντάω.
«Μάλιστα! Τα ίδια σκατά με την Άλεξ είσαι –έτσι μου φαίνεται».
«Την ξέρεις καλά την Άλεξ;» αναρωτιέμαι δήθεν.
«Όσο καλά χρειάζεται», με γειώνει.
«Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί αυτή η μυστικότητα! Τι είσαστε εδώ πέρα; Τρομοκρατική οργάνωση; Μυστική συνωμοσία, Φιλική Εταιρεία να πούμε; Πως την έχετε δει τη δουλειά;» αγανακτώ.
Γελάει.
«Είναι απλό φιλαράκο. Προσπαθούμε να σεβαστούμε τον ιδιωτικό χώρο του άλλου για να μην δημιουργούνται παρεξηγήσεις. Αν θέλεις να μάθεις κάτι για την Άλεξ, ρώτα την ίδια, αν θες να πηδήξεις την Αριάδνη ζήτα το από την ίδια, αν θες…»
«Κι αν θέλω να μάθω κάτι για σένα ας πούμε;»
Με κοιτάζει.
«Τότε θα πάρεις τ΄αρχίδια μου, επειδή εγώ δεν ξέρω τίποτα για σένα», λέει.
«Εντάξει, έχεις δίκιο. Ρώτα με και θα σου απαντήσω».
«Δεν έχω τίποτα να σε ρωτήσω, εκτός από το πότε θα μας αδειάσεις τη γωνιά με το καλό», τσαντίζεται ελεγχόμενα.
«Κι εγώ χάρηκα που σε γνώρισα!» σχολιάζω. Μετά αφήνω τον καφέ σχεδόν ανέγγιχτο, με πόνο ψυχής, και σηκώνομαι.
«Πες ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Αριάδνη από μέρους μου», λέω με γυρισμένη την πλάτη.
Φοράω τις αρβύλες και το τζάκετ, υπολογίζω ότι ο άλλος δεν έχει κουνήσει ρούπι από τη θέση του αλλά όταν πιάνω το πόμολο της εξώπορτας του διαμερίσματος ανακαλύπτω ότι ο τύπος έχει κινηθεί αθόρυβα σα γάτα.
«Έλα να τελειώσεις τον καφέ σου», λέει.
Γυρίζω. Έχει σταθεί στο μπάσιμο του σαλονιού και με χαζεύει με σταυρωμένα τα χέρια στο στήθος του.
«Φύλαξε τις ευγένειες για τίποτα γκομενάκια –από μένα δεν πρόκειται να δεις χαρά στα σκέλια σου», κουμπώνω κάπως ερμητικά.
«Κάτσε ρε βλάκα να μιλήσουμε! Μη γίνεσαι σπαζαρχίδης δηλαδή!»
Γυρίζω να τον κοιτάξω, χαμογελάει.
«Πως το παίζεις, μου λες;» απορώ.
«Φίλε εδώ έχουμε ένα σπίτι και οι ισορροπίες είναι συνήθως του τρόμου. Γιατί υπάρχουν τρεις φιλενάδες καταλαβαίνεις; Κι εγώ πρέπει να προστατεύω το σπίτι χωρίς να φαίνεται, κι αυτό μόνο εύκολο δεν είναι».
Τον κατανοώ πλήρως. Οι γυναίκες τη σήμερον ημέρα χρειάζονται γκόμενους πυροτεχνουργούς κι εμείς μονίμως με το τρέμουλο της αμηχανίας.

Καθόμαστε στο σαλόνι και καπνίζουμε, ο τύπος μού φέρνει τον καφέ –είμαστε φιλαράκια.
«Λοιπόν, με κίνδυνο να γκρεμίσω το κεραμίδι πάνω απ΄το κεφάλι μου θα κάνω την απλή ερώτηση. Γιατί δεν την πήδηξες την Άλεξ;» βγάζει από το τσεπάκι ένα πακέτο τσιγάρα, μου προσφέρει όσο μιλάει –Πλέιερς Νέιβι Κατ, φοβερά Βιρτζίνια χαρμάνια!
«Λοιπόν με κίνδυνο να ξεκινήσω μια φιλία που μόνο σε καλό δεν θα μας βγει θα σου παρουσιάσω τους τρεις σημαντικότερους λόγους. Πρώτον, επειδή ήμουνα κάργα ερωτευμένος μαζί της, σε φάση να τη βλέπω και να ονειρεύομαι ξυπνητός ας πούμε. Δεύτερον, επειδή ποτέ δεν ήταν εκεί, δίπλα μου, για να πηδηχτούμε. Και τρίτον…»
Σταματάω, κοιταζόμαστε.
«Τρίτον, γενικά», λέω αμέσως μετά.
«Μάλιστα», μουρμουρίζει σκεφτικός. «Είπες ότι ήσουν ερωτευμένος μαζί της; Τώρα δεν είσαι δηλαδή;»
«Που θες να ξέρω; Με κάτι είμαι ερωτευμένος ακόμα, αλλά αυτό το κάτι δεν μπορώ να ξεχωρίσω αν είναι η Άλεξ ή το φάντασμά της που έπλασα στο μυαλό μου …»
Γελάει απότομα, νευριάζω.
«Είπα κανένα αστείο και δεν το ‘πιασα;» ρωτάω.
«Όχι ρε –εντάξει, μια χαρά. Απλά καταλαβαίνω ότι με αυτό το φάντασμα που λες ήσουνα ερωτευμένος ευθείς εξ΄αρχής!»
Το σκέφτομαι –μπορεί και να ‘χει δίκιο.
«Τέλος πάντων», μουρμουρίζω.
«Θα σου δώσω μια συμβουλή», λέει εκείνος.
«Ναι, ξέρω», τον διακόπτω. «Ποτέ να μην ακούω τις συμβουλές των άλλων –σωστά;»
Γελάμε παρέα τώρα.
«Βρες την Άλεξ. Γρήγορα –χτες, προχτές αν είναι δυνατό. Βρες την και άρπαξέ την από το μαλλί. Κλείδωσε το φάντασμά της σε κάποιο ανήλιαγο υπόγειο και ασχολήσου με τη γυναίκα, τη ζωντανή. Καταλαβαίνεις τι λέω;»
«Καταλαβαίνω. Αλλά δεν μου είπες που θα τη βρω», παρατηρώ.
«Και ούτε πρόκειται να σου πω. Ξέρεις γιατί; Πρώτον γιατί δεν με πείθεις ότι θα ακολουθήσεις τη συμβουλή μου και δεύτερον επειδή όποιος θέλει να βρει κάτι, το βρίσκει στο τέλος».
«Δεν έχει τρίτον;» ρωτάω χαζά.
«Όχι. Το ‘γενικά’ το αφήνω σε σένα, εγώ είμαι της εξειδίκευσης», χαμογελάει.
Σωστός.
«Κι εσύ, εδώ ας πούμε; Πως κινείσαι; Γενικών καθηκόντων ή ειδικών αποστολών;» αλλάζω θέμα.
«Εγώ απλώς κρύβομαι, αλλά μη με ρωτήσεις από τι», απαντάει σταθερά.
Δεν την πηγαίνω την κουβέντα σε πρέζες και τέτοια επειδή δεν είμαι σίγουρος ότι τα ξέρουν όλα αυτά για την Άλεξ.
«Θα μου κάνεις μια χάρη;» τον ρωτάω μετά από λίγο.
Ανασηκώνει αδιάφορα τους ώμους.
«Δείξε μου το δωμάτιό της», λέω.
Σηκώνεται αμίλητος, με οδηγεί μέχρι τον διάδρομο και δείχνει το τελευταίο δωμάτιο στη σειρά. Περπατάω στα νύχια, ανοίγω την πόρτα του δωματίου.

Το δωμάτιο της Άλεξ το έχω ξαναδεί. Σε αμερικάνικες ταινίες απ΄αυτές που ερωτεύεσαι την πιτσιρίκα πρωταγωνίστρια και θα έδινες τα πάντα για να βρεθείς στο παιδικό της δωμάτιο. Να μυρίσεις τους νυχτερινούς πόθους της στο λούτρινο αρκουδάκι, εντάξει, εδώ δεν υπάρχει αρκουδάκι, ένας κατεργάρης αναμαλλιασμένος λύκος μονάχα, πάνω στο στρωμένο κρεβάτι. Μονό κρεβάτι –παιδικό φυσικά. Δίπλα του κάποιο πολύχρωμο κομοδίνο, σα να το μπογιάτισε ο Πικάσο σουρωμένος. Φωτιστικό από φυσητό γυαλί, μπλε –δίπλα παρατημένο ένα βιβλίο. Αγγίζω το σαγρέ εξώφυλλο, «Τα τοπία της Φιλομήλας», ξεφυλλίζω, μυρίζω τη ράχη του ασυναίσθητα. Η Άλεξ χρησιμοποιεί το «αυτί» του εξωφύλλου για σελιδοδείκτη, γυρίζω στη σελίδα που έχει σημαδέψει. Ρίχνω μια ματιά, θυμάμαι την υπόθεση, ο ήρωας έχει φτάσει ήδη στο Λονδίνο ακολουθώντας τη Φιλομήλα αλλά δεν έχει ξεκινήσει την παρακολούθηση ακόμα. Δεν έχει μάθει λοιπόν το μυστικό της. Εξετάζω τα διαβασμένα φύλλα, σχεδόν ανέγγιχτα, δύσκολα νιώθεις το πέρασμα του αναγνώστη από πάνω τους -η Άλεξ έχει περάσει το βιβλίο σαν αέρας από ραγισμένο τζάμι. Αναθαρρεύω σε μια σελίδα κάπως φουσκωμένη στην άκρη, αλλά είναι μάλλον ατέλεια της έκδοσης όχι παρέμβαση δική της. Αφήνω το βιβλίο στη θέση του.
Στην άλλη πλευρά του δωματίου ένα δρύινο σεκρετέρ με άπειρα μικρά συρτάρια –η χαρά του ψάχτη. Ανοίγω αθόρυβα, αγγίζω γυναικεία εσώρουχα, μυρίζω αρωματισμένα μπλουζάκια, μπερδεύομαι σε καλλυντικά που κουδουνίζουν. Αγγίζω, χαϊδεύω, προσπαθώ να νιώσω. Μάταια. Αέρας από ραγισμένο τζάμι, έτσι πέρασε η Άλεξ απ΄αυτό το δωμάτιο.
Χαϊδεύω την ξύλινη επιφάνεια χαζεύοντας τη φάτσα μου στον καθρέφτη πάνω από το σεκρετέρ. Ένας μαλάκας με φάτσα πρησμένη από τον ύπνο. 24 χρόνια ύπνου. Κάτι είναι χαραγμένο στην ξύλινη λεία επιφάνεια, το νιώθω στις άκρες των δαχτύλών μου, σκύβω για να δω καλύτερα.
«ΠΙΑΣΕ ΜΕ ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ»
Κοιτάζω προσεκτικά, τέσσερις λέξεις χωρίς θαυμαστικό στο τέλος. Τις χάραξε εκεί –για να προκαλέσει ή να παρακαλέσει; Δεν καταλαβαίνω, κάτι μου ξεφεύγει ή κάτι αφήνω αδιευκρίνιστο. Οπισθοχωρώ ολοταχώς, πρέπει να αγνοήσω το δωμάτιο της Άλεξ, αλλιώς θα μου στρίψει κανονικά. Κλείνω την πόρτα, σβήνω τις εικόνες γρήγορα, δεν θέλω να υπάρχει δωμάτιο! «Πιάσε με αν μπορείς», ποιος το είπε αυτό; Που είσαι τώρα;

Στην κουζίνα γίνεται πρωινή φασαρία. Οι κοπέλες σκουντουφλάνε μεταξύ τους κουβαλώντας απομεινάρια ύπνου μαζί με καφέδες και μαρμελάδες. Ο άντρας τις πειράζει εναλλάξ –πέφτουν λίγα γέλια και ψεύτικες γκρίνιες. Τους ζηλεύω έτσι όπως τους βλέπω, θα ήθελα να εξατμιστώ επιτόπου γιατί με τίποτα δεν κολλάω στην εικόνα τους.
«Καλημέρα», λέω μπαίνοντας.
«Ωωωω, καλώς τον Ιππότη με τας Καμελίας!» κοροϊδεύει η Άντζυ.
«Πάει να πει ότι κάπου εδώ πέρα έχω παρατήσει τα Κάμελ μου», συμπεραίνω.
«Τα Κάμελ σου και την καρδιά σου! Άκαρδε!» σιγοντάρει η Αριάδνη.
«Αφήστε το παιδί στην ησυχία του», με ψευτοϋποστηρίζει ο άντρας της παρέας, κάνοντας χώρο να καθίσω.
«Λέω να την κάνω από σιγά-σιγά», τραμπαλίζομαι στο ένα πόδι.
«Κάτσε βρε χρυσό μου να φας κάτι, θα σε θερίσει το στομάχι σου –τα καλά τα χτεσινά θες να ‘χουμε πάλι;» λέει η Αριάδνη.
«Δεν έχω ανάγκη», υποστηρίζω όσο πίνω τον παγωμένο μου καφέ.
«Κάτσε -πρέπει να μιλήσουμε», λέει ο άντρας.
«Για ποιο θέμα;» απορώ.
«Που έμαθες το σπίτι της Άλεξ;»
Τον κοιτάζω. Σκέφτομαι να το παίξω αφασία, αλλά δεν υπάρχει λόγος. Μου φέρθηκαν καλά όλοι τους.
«Κάτι γνωστοί στην πλατεία μου είπαν ότι την είχαν ακούσει να μιλάει για Νέα Σμύρνη. Τώρα, επειδή τυγχάνει να δουλεύω σε μια εταιρεία δημοσκοπήσεων, κανόνισα να κάνω μεροκάματα εδώ πέρα –έψαξα, μαζί με κάποιους φίλους… Η Άλεξ μου είχε πει ότι μένει με φίλες της, άρα ψάχναμε για κουδούνι με γυναικεία ονόματα… κάπως έτσι σας βρήκα».
Κοιτάζονται μεταξύ τους.
«Μπέσα;» ρωτάει ο άντρας σκύβοντας προς το μέρος μου.
Ανασηκώνω τους ώμους.
«Και τι ήταν αυτοί που είχαν ακούσει την Άλεξ να λέει για Νέα Σμύρνη;»
Δαγκώνομαι. Γιατί δεν έλεγα ότι μου το είχε πει η ίδια; Πόσο μαλάκας; Πολύ μαλάκας!
«Ξέρω ‘γω τι ήταν; Καλικάντζαροι και ξωτικά», απαντάω μουδιασμένα.
«Πρεζάκηδες;» ψιθυρίζει ο άντρας χωρίς να κοιτάζει.
«Ρωτάς ή διαπιστώνεις;» ενδιαφέρομαι να μάθω.
Γελάει μαγκωμένα.
«Και σου τα είπαν στην πλατεία αυτά ή αλλού;» ξαναρωτάει με πονηρό ύφος.
«Αφού ρε δικέ μου τα ξέρεις καλύτερα από μένα γιατί με παιδεύεις;» φορτώνω.
«Κούλαρε –κουβέντα κάνουμε. Κανείς δεν είναι σίγουρος για κανέναν στις μέρες μας…»
«Εντάξει», λέω. «Πάμε παρακάτω».
«Θέλουμε μια χάρη, αυτό είναι το παρακάτω».
«Ακούω».
«Να πας την Αριάδνη μέχρι τα παλικάρια που σου είπαν για την Άλεξ».
Κοιταζόμαστε.
«Δεν υπάρχει περίπτωση», λέω.
«Γιατί;»
«Επειδή, πρώτον δεν είναι μέρος για κοριτσάκια σαν την Αριάδνη το στέκι τους, δεύτερον, ποιος είσαι ρε δικέ μου; Ούτε το ονοματάκι σου δεν ξέρω ακόμα –πως την έχεις δει; Κάπτεν Νέμο να πούμε;»
«Και τρίτον –γενικά, σωστά τα λέω;» γελάει ο άντρας.
«Ολόσωστα», τον πληροφορώ.
«Τα παλικάρια που σου κάρφωσαν που μένει η Άλεξ, και μεταξύ μας απορώ γιατί το έκαναν, έχουν ανοιχτό λογαριασμό μαζί της. Στο είπαν αυτό; Από τη φάτσα σου καταλαβαίνω ότι στο είπαν. Θα πάρεις λοιπόν μαζί σου την Αριάδνη και θα την πας στους τύπους για να ξεχρεώσει τα χρωστούμενα της Άλεξ. Πως σου φαίνεται;»
«Βρώμα η δουλειά», λέω απλά.
«Σωστά! Αλλά θα την κάνεις –έχω δίκιο;» χαμογελάει ο άντρας.
«Όχι πριν μάθω πως σε λένε», κοντράρω.
«Κάπτεν Νέμο, όπως ακριβώς το είπες. Δεν χρειάζεται να ξέρεις περισσότερα επειδή…» σκύβει προς το μέρος μου, «εγώ δεν υπάρχω φίλε μου, δεν με είδες ποτέ, ούτε άκουσες τίποτα για μένα. Έτσι δεν είναι;»
«Για να το λες…» σκουντουφλιάζω κάπως.
«Έτσι ακριβώς! Φάε τώρα κάτι, επειδή δεν θέλουμε να φυτέψεις την Αριάδνη μας σε κανένα χαντάκι –άντε μπράβο».
«Φάτα εσύ, να θρέψεις μάγουλο για όταν θα βγεις στην παρανομία», συφιλιάζομαι απότομα και πετάγομαι από το τραπέζι. «Θα σε περιμένω στο σαλόνι», λέω στην Αριάδνη βγαίνοντας.

«Πιάσε με αν μπορείς», αυτό είναι το μόνο που έχεις να μου πεις; Γιατί θα πρέπει να μοιραστώ μόνο τους μπελάδες σου, τι έχεις να απαντήσεις σ΄αυτό ρε μαλακισμένο; Που είσαι τώρα; «Πόσα ποτάμια πρέπει να διασχίσουμε/ πριν μιλήσουμε με το αφεντικό; Ε;/ Κι όλα όσα είχαμε μου φαίνεται ότι τα χάσαμε/ Θα πρέπει στ΄αλήθεια να πληρώσουμε ξανά απ΄την αρχή».

Η Αριάδνη σφίγγεται πάνω μου όσο οδηγώ βιαστικά, ξύνοντας την πλαϊνή μπαριέρα του ήλιου. Παγωμένες ανάσες από τα διαχωριστικά κάγκελα στη λεωφόρο, αυτοκίνητα βρωμερά επειδή μεταφέρουν τις καθημερινές ανθρώπινες έγνοιες, παλιοκατάσταση. Είναι πρωί προς μεσημέρι και απορώ για τον προορισμό μας. Ο ΤΟΞΟΤΗΣ τι ώρα ανοίγει;
«Κρυώνω, τρέμει το σαγόνι μου», παραπονιέται η Αριάδνη.
Πιάνω σε μια άκρη, βγάζω το κράνος μου και της το δίνω.
«Είσαι πολύ ευγενικό παιδί», παρατηρεί.
«Φόρα το ρε αγαπούλα να ξεμπερδεύουμε και άσε τις φιλοφρονήσεις για καμιά νύχτα με μαρτίνια άντερ δε μούνλαιτ», γκρινιάζω.
«Δηλαδή θα υπάρξει τέτοια νύχτα;» χαμογελάει.
«Μόνο μία; Δεκάδες θα υπάρξουν. Αρκεί να βρεις κάποιον που να ξέρει από μαρτίνια».
«Εσύ;»
«Εγώ σιχαίνομαι τα μαρτίνια».
Ξεκινάμε πάλι, φουριόζοι.

Έχω δυο επιλογές. Η μια είναι να περιμένουμε κάποια επαφή στην πλατεία που με στάμπαραν την προηγούμενη φορά και η άλλη να αράξουμε έξω από τον ΤΟΞΟΤΗ. Επιλέγω τον ΤΟΞΟΤΗ. Και, άκου να δεις μάγκα μου, το μαγαζί λειτουργεί κανονικά! Παρκάρω απέξω και της κάνω νόημα να με ακολουθήσει.
«Τι είναι εδώ;» αναρωτιέται.
«Το μέρος που θα με περιμένεις», της εξηγώ.
«Δεν κατάλαβα!»
«Όντως δεν κατάλαβες αν πίστευες ότι θα σε πάω μέχρι την πόρτα τους. Δε σε ξέρω φιλενάδα και με το συμπάθιο κιόλας. Δώσμου τα φράγκα να τους τα πάω κι αυτό είναι όλο».
Με καρφώνει σε σκυλί έτοιμο να μουντάρει.
«Ούτε να το συζητάς!» λέει τελικά.
«Εντάξει τότε», συμφωνώ. «Θέλεις να πιούμε καφέ πριν φύγουμε ή να την κάνουμε κατευθείαν;»
«Δηλαδή;»
«Σε γυρίζω σπίτι σου», της εξηγώ.
Απλώνει το χέρι της και καπακώνει το δικό μου, κοιταζόμαστε περίεργα.
«Πρέπει να με πας στο σπίτι τους», λέει σταθερά.
«Εντάξει, ότι πεις. Να παραγγείλω καφέδες ή θα σε γυρίσω κατευθείαν πίσω;»
«Θα σου πω που είναι η Άλεξ», ψιθυρίζει αργόσυρτα.
Τραβάω το χέρι μου απότομα, σα να με περπάτησε σκορπιός. Αυτό είναι μια κάποια λύση.
«Πρόσεξε τι θα σου πω γιατί βαριέμαι τα ριπίτ. Γνώρισα αυτούς τους τύπους και περάσαμε μια φάση παρέα, γαμιόληδες του κερατά είναι, κοπρίτες που άμα τους κάνεις χειραψία μετά πρέπει να μετρήσεις μήπως σου λείπει κάνα δάχτυλο. Και επειδή ξέρεις τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες καταλαβαίνεις ότι παίζει να είναι επικίνδυνοι αν τη δουν ότι απειλούνται. Θα μπορούσα λοιπόν να μάθω κάτι παραπάνω για την Άλεξ, που μένει, με ποιους μένει, πως λένε το μπαμπά της, ποια είναι τελικά. Και μετά να σε πάω στους μάγκες –δε νομίζω ότι θα σε κόψουν φέτες αλλά ‘ποτέ μη λες ποτέ’. Μάλλον θα τη σκαπουλάρεις και μάλλον θα χρησιμοποιήσεις την πληροφορία για ότι σκατά σχεδιάζετε σε εκείνο το διαμέρισμα-χαρέμι που ζείτε. Κάπως έτσι δεν πάει το παραμύθι; Και στο τέλος θα ζήσουμε εμείς καλά κι αυτοί μπρούμυτα –είμαι μέσα;»
Κουνάει το κεφάλι, ξεκινάει να πει κάτι, την κόβω.
«Μέσα είμαι, μην το ζορίζουμε το ζήτημα. Κι αν ήταν αλλιώς η κατάσταση μπορεί να σε πήγαινα στο σπίτι τους άνευ έξτρα χρέωσης. Αλλά, πρόσεξέ με, έχω κάποια έμφυτη απέχθεια στο χαφιεδιλίκι και μου έκανε άσχημη εντύπωση η προθυμία σου να δώσεις κανονικά την Άλεξ για να πάρεις την πληροφορία που θέλεις. Τι πουτάνα φίλη της είσαι, μου εξηγείς; Και πως το σκέφτηκες ότι θα κάρφωνα κόσμο για να βρω τη γκόμενα που γουστάρω;»
Σωπαίνουμε βιζαβί.

Κοιτάζω τριγύρω, σταμπάρω κάποιο παιδί που είχα δει στο σπίτι του Αργύρη, αλλά κάνω τον άσχετο. Τζάμπα η προσποίηση, καθότι το παιδί μας πλευρίζει κι αρχίζει τις χαιρετούρες. Η Αριάδνη στριφογυρίζει στην καρέκλα της. Βουτάω το παιδί και πάμε παράμερα.
«Να σου πω –ξέρεις το τηλέφωνο του Αργύρη;»
Κουνάει το κεφάλι.
«Πάμε να του ρίξεις ένα τηλεφώνημα, θέλω να τον ρωτήσω».
Το παιδί δέχεται χωρίς τσιριμόνιες. Μπαίνουμε πίσω από τη μπάρα, σχηματίζει κάποιο νούμερο, περιμένει στο ακουστικό, μουρμουρίζει. Μετά το δίνει σε μένα.
«Έλα ρε δικέ μου! Πως απ΄τα μέρη μας;» ακούγεται στην άλλη άκρη πρόσχαρος ο Αργύρης.
«Σας πεθύμησα», λέω. «Αλλά το θέμα είναι ότι κυκλοφορώ με ένα γκομενάκι που γουστάρει να σας κάνει βίζιτα. Τι σου λέει αυτό;»
«Τι να μου πει; Αν είναι μπάνικη –κράτα τη για πάρτη σου. Είναι η Σόνια στα πέριξ και δε με παίρνει για ξενοπήδημα», ακούω ένα γδούπο στη μέση της φράσης του, προφανώς η Σόνια εξέφρασε άγαρμπα την άποψή της. Μαξιλάρι ή τηγάνι; Μάλλον το πρώτο.
«Λέει ότι θέλει να σας ξεχρεώσει για την Άλεξ…» συνεχίζω.
Η άλλη άκρη του σύρματος νεκρώνει στιγμιαία.
«Περίμενε λίγο», απαντάει ο Αργύρης σκεπτικός ακόμα.
Περιμένω. Η Αριάδνη με κοιτάζει, χαμογελάω γοητευτικά, μου κάνει ένα κωλοδάχτυλο σούπερ –τι ωραίο ζεύγος που δείχνουμε!
«Άκου μάγκα μου. Μπορείς να κάνεις ότι γουστάρεις, αλλά αν φέρεις τη γκόμενα σπίτι θα σε γδάρω ζωντανό. Ξηγηθήκαμε;»
«Άραξε δικέ μου, δεν επρόκειτο να τη φέρω σπίτι σου έτσι κι αλλιώς. Γι΄αυτό σου τηλεφώνησα, τι με πέρασες δηλαδή;»
«Εντάξει, απλά προειδοποιώ».
«Να μην το ξανακάνεις σε μένα γιατί καμιά φορά περνάω κρίσεις παράνοιας και τη βλέπω Τζέικ Λα Μότα, με νιώθεις;»
Ξεκαρδίζεται.
«Ότι πεις», λέει στο τέλος.
«Με τα φράγκα τι να κάνω;»
«Πάρτης τα και φέρτα μας».
«Κι αν δεν τα δίνει;»
«Πολύ αργά μωρό μου. Έχεις δέκα λεπτά να έρθεις σπίτι μου, μόνος και φορτωμένος. Αλλιώς μπουκάρουμε εμείς και σας ξεσκίζουμε».
Κατεβάζω το ακουστικό σκεπτικός. Πάω κοντά της.
«Πρέπει να μου δώσεις τα φράγκα», της εξηγώ.
«Ούτε να το συζητάς!» διαμαρτύρεται.
«Η άλλη επιλογή είναι να πλακώσουν εδώ και να τα πάρουν με το ζόρι».
Καρφώνει τα νύχια στο ξύλινο τραπέζι.
«Να φύγουμε τότε!» μουρμουρίζει.
«Πολύ αργά. Ξέρουν την περιοχή καλύτερα από την κωλοτρυπίδα τους. Θα μας μαγκώσουν πριν προλάβουμε να ξεμυτίσουμε».
Σκέφτεται ή προσπαθεί να κυριαρχήσει στον φόβο της. Τα πράγματα έχουν στραβώσει και ψάχνει να βρει το μικρότερο κακό.
«Μην κουράζεις το κεφάλι σου. Έτσι κι αλλιώς θα τα πάρουν τα φράγκα, δώστα τώρα και γλιτώνουμε τις φασαρίες», της λέω.
«Με έφερες εδώ για να με πουλήσεις!» κλαψουρίζει.
«Είδες τι κάθαρμα που είμαι;» κοροϊδεύω.
Βάζει το χέρι στην τσάντα της και τραβάει ένα πακετάκι αφράτο.
«Πάρτα και βάλτα στον κώλο σου!» σφυρίζει.
«Καλή ιδέα, αλλά φοβάμαι ότι μετά θα με αναγκάσουν να τα μπουγαδιάσω», απαντάω, κρύβοντας το πακετάκι. «Εσύ παράγγειλε ότι γουστάρεις, όλα κερασμένα –πήγαινε και μέχρι το περίπτερο απέναντι να αγοράσεις κανένα περιοδικό, αλλά μη φύγεις, εντάξει;»
Με κοιτάζει άγρια. Σηκώνομαι, την αγκαλιάζω και πλησιάζω το στόμα μου στο αυτί της.
«Σοβαρά τώρα, μην κάνεις τίποτα βλακείες και προσπαθήσεις να φύγεις. Επειδή -βλέπεις το παιδί που μίλαγα πριν; Σε λίγο θα έχει παρέα, δυο, τρεις ακόμα –δεν ξέρω. Αν πας να την κοπανήσεις θα σε βουτήξουν».
Τινάζεται νευρικά, της σκάω ένα φιλί στο λαιμό και φεύγω. Νιώθω πολύ Κορλεόνε σήμερα!

Η εξώπορτα ανοίγει πριν προλάβω να πατήσω το κουδούνι, κοιτάζω τριγύρω –ερημιά. Ανεβαίνω. Στην πόρτα με περιμένει ο Μανώλης.
«Τι έγινε παιχταρά; Έφερες το κοκό μας;» γελάει.
«Δε ντρέπεσαι -μεγάλο παιδί να ψάχνεις ακόμα για κοκό!» τον περνάω πλάγια.
Ο Αργύρης με περιμένει πιο μέσα, το σπίτι δεν είναι σήμερα κέντρο διερχομένων.
«Μου ‘λειψες μπαγάσα!» λέει.
«Εντάξει, αλλά δεν φιλάω στο στόμα –μην το ξεχνάς αυτό», απαντάω όσο κάθομαι απέναντί του.
«Έφερες το μαλλί;» σοβαρεύει απότομα.
«Ναι, αλλά πιο πριν θα παίξουμε τον Φωτεινό Παντογνώστη», του εξηγώ.
«Ποιος το λέει αυτό;» ενδιαφέρεται να μάθει.
«Ο Κομφούκιος, σελίδα τρακόσα είκοσι και εφ΄εξής», απαντάω.
«Κάνε παιχνίδι», χαμογελάει ξαπλώνοντας στον καναπέ του.
«Με έβαλες να κάνω το λαγό για να ξετρυπώσεις την Άλεξ;» ρωτάω.
«Μάγος είσαι;» ξεκαρδίζεται.
«Κάπως πούστικο το κόβω αυτό».
«Παλιοζωή, παλιόκοσμος, φίλε μου», μουρμουρίζει.
«Παρακάτω λοιπόν. Τι ρόλο βαράει η παρέα της Άλεξ;»
«Εσύ τι κατάλαβες;»
«Οτι ρωτάω, απαντάς, πληρώνω. Έχω δίκιο;»
Γελάει.
«Δεν ξέρω τι ακριβώς γίνεται μ’ αυτούς. Η δικιά σου έσκασε από το πουθενά και άρχισε να ψωνίζει πάνω από γραμμάριο πληρώνοντας ντούκου. Ψυλλιαστήκαμε ότι η παρέα της το κόβει και πουλάει, αλλά όσο κι αν ψάξαμε δεν μπορέσαμε να βρούμε ποιοι αγοράζουν. Το αφήσαμε λοιπόν, στ΄αρχίδια μας, αφού δεν έπαιρνε από τη δική μας πελατεία. Μετά σφίξανε κάπως τα γάλατα, επειδή η δικιά σου εμφανίστηκε με έναν μουράτο και ζητάγανε διάφορα κουλά. Κόκα, χάπια, τριπάκια, κουμπούρια –της Παναγιάς τα μάτια! Φοβηθήκαμε ότι παίζει κάρφωμα και το γυρίσαμε στο τσάμικο. Μέχρι που νέκρωσε η αγορά λόγω σταλίας και αναγκαστήκαμε να τους πουλήσουμε ότι είχαμε και δεν είχαμε, μπας και σταθούμε. Τελικά δεν έπαιξε κάρφωμα από πλευράς τους αλλά μας έκαναν μια ζόρικη τραβηχτική, η γκόμενά σου δηλαδή το έκανε –πήρε ότι απόθεμα είχαμε, πετάχτηκε μέχρι εδώ παρακάτω να φέρει τα χρήματα και μην την είδατε! Εντάξει, κάποια στιγμή πλημμύρισε η πιάτσα στο σταφ, αγοράσαμε επί πιστώσει, περιορίσαμε τη ζημιά, αλλά…»
«Η ζημιά είναι πάντα ζημιά», συμπληρώνω.
«Έτσι ακριβώς», συμφωνεί.
«Ερχόταν εδώ να ψωνίσει η Άλεξ;»
Με κοιτάζει.
«Είσαι τόσο μαλάκας; Αν ερχόταν εδώ λες να ψάχνανε τώρα να βρουν το σπίτι μας οι δικοί της;»
«Σωστός. Και μετά εμφανίστηκα εγώ ο μαλάκας και σας έκατσα λουκούμι».
«Λάθος. Δεν έκατσες λουκούμι σε μας, αλλά στη γκόμενά σου. Γιατί αν δεν ερχόσουν με τα φράγκα θα τη γαμούσαμε κανονικά την επόμενη φορά που θα έπεφτε πάνω μας. Και ξέρεις ότι ο κόσμος είναι πολύ μικρός για τα πρεζάκια».
«Εντάξει. Σου δίνω τα φράγκα και καθαρίζω την Άλεξ. Μιλάω καλά;»
Με κοιτάζει.
«Μου δίνεις τα φράγκα, κάνεις μια δουλίτσα για πάρτη μου και ΤΟΤΕ καθαρίζεις για την Άλεξ».
Φορτώνω.
«Τι λες ρε φίλε; Μήπως να σου πάρω και μια πίπα δώρο –πως την έχεις δει έτσι;»
«Την έχω δει και καλά –κόψε τα νάζια αδερφάκι μου! Λιμαδούρα έχεις στο χέρι αυτή τη στιγμή, κάτι φραγκοδίφραγκα που μπορώ να στα πάρω και με το ζόρι. Νομίζεις ότι σε παίρνει να παζαρεύεις;»
Σηκώνομαι και στήνομαι απέναντί του. Γενικά είμαι χέστης, αλλά όταν τρώω στραβή από φίλο τα παίρνω άσχημα. Θα μου πεις –φίλος σου ο Αργύρης ο πρεζέμπορας; Ναι ρε μάγκα –φίλος μου, τι γουστάρεις; Στέκομαι λοιπόν και τον κοιτάζω έτοιμος να μουντάρω, μετράω το δωμάτιο, υπολογίζω πόσο θα πάρει στο Μανώλη να μου χωθεί … τέτοια πράγματα.
«Κάτσε κάτω γαμώ το ξεροκέφαλό σου μέσα!» φωνάζει ο Αργύρης.
Σφίγγω τα χέρια μου υπολογίζοντας ακόμα. Κάπου πίσω μου ακούω κίνηση, ο Μανώλης ή η Σόνια; Δε με νοιάζει.
«Κάτσε κάτω ρε πούστη κι άκουσέ με!» σπάει η φωνή του Αργύρη. «Μου δίνεις τα φράγκα, κάνεις και τη δουλίτσα κι εγώ σου δίνω τη γκόμενά σου πακέτο. Συστημένη κι απείραχτη σα μπιμπελό! Είσαι μέσα;»
Κάθομαι τελικά.
«Πάρτο πάλι απ΄την αρχή γιατί δε σε πιάνω. Ξέρεις που είναι η Άλεξ;» σκοτεινιάζω.
«Δεν ξέρω για τώρα που μιλάμε αλλά θα το μάθω πανεύκολα. Πέντε-έξη άκρες υπάρχουν στην πιάτσα, θα τραβήξω τα σύρματα να με ειδοποιήσουν επί τη εμφανίσει. Στέλνω το Μανώλη, τη μαζεύει, της κοτσάρει μια κόκκινη κορδέλα και στην παραδίδει κατ’ οίκον να πούμε!»
Αυτό με την κόκκινη κορδέλα μου έδεσε κόμπο το στομάχι αλλά δεν έδειξα τίποτα απέξω.
«Λοιπόν, σουμάρω για να τελειώνουμε», τον κοιτάζω στα ίσα, δεν έχουμε χρόνο για πουστριλίκια πλέον. «Σου δίνω τα φράγκα, σου κάνω τη δουλειά και εσύ με ειδοποιείς όταν σταμπάρετε την Άλεξ, με ειδοποιείς παλιο-μαλάκα, δεν την πλησιάζεις –κατάλαβες;»
Κουνάει το κεφάλι.
«Και πριν βγω από ‘δω μέσα μού δίνεις τα φράγκα που μού σουφρώσατε την προηγούμενη φορά», συνεχίζω.
Σηκώνει τα χέρια ψηλά γελώντας.
«Τι λες τώρα ρε δικέ μου; Τι ξέρω εγώ για τα φράγκα σου και ποιος στα σούφρωσε; Άντε βρέστον και πάρτα!»
«Μαλακίζεσαι τώρα, αλλά θα κάνω το κορόιδο. Να θυμάσαι όμως ότι μου χρωστάς μία, γιατί εγώ δεν σε έκλεψα».
Χαμογελάει, με κοιτάζει κάπως φιλικά.
«Το ξέρω αυτό ρε βλάμη, μη με έχεις για τελείως σκάρτο. Κι επειδή το ξέρω δε σε γάμησα προηγουμένως ενώ θα μπορούσα. Τι νόμισες ότι με τρόμαξες που στήθηκες μπροστά μου σαν κοκοράκι; Έχε χάρη που σε θεωρώ δικό μου άτομο, αλλιώς…»
«Αλλιώς κι αλλιώτικα, χέστα ρε Αργύρη. Και άντε να ξεμπερδεύουμε επειδή περιμένει το γκομενάκι στον ΤΟΞΟΤΗ –δεν έχω όρεξη να της πιάσει τον κώλο κανένας δικός σου».
Γελάει, δε μασάει τη δικαιολογία μου αλλά δεν το ψάχνει κιόλας. Επειδή καταλαβαίνει ότι βιάζομαι λόγω στραβώματος και δεν θέλει να το ζορίσει άλλο.

«Τους τα ΄δωσες;»
«Μα, γι΄αυτό δεν είχα πάει;»
«Μας έκανες μεγάλη ζημιά!»
«Θέλεις να μου εξηγήσεις ποιοι είσαστε εσείς οι ‘μας’;»
Κοιτάζει νευριασμένη προς το βάθος του μαγαζιού –κλειδώνει κανονικά.
«Κοίτα, δε γουστάρω να τσακωνόμαστε –φίλοι της Άλεξ είσαστε στο κάτω-κάτω. Αλλά ρε φιλενάδα για πολύ μαλάκα με περάσατε –νομίζω;»
Γυρνάει προς το μέρος μου, πάει να πει κάτι, μετανιώνει.
«Δεν έχει σημασία», λέει τελικά. «Μπορείς να με πας κάπου κεντρικά;»
«Θα σε πάω σπίτι σου κανονικά», μουρμουρίζω.
Κι αυτό μου μοιάζει τεράστια βλακεία, επειδή είμαι φορτωμένος από τον Αργύρη, καλά θα κάνω να κυκλοφορώ μέσα από τους υπονόμους μέχρι ν’ αδειάσω. ‘Έτσι λοιπόν
παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής σα ζευγαράκι σε προσωρινή κρίση. Βασικά έχω κάποιο άγχος για πάρτη της επειδή μπορεί να είναι εντελώς κουφάλα αυτή η Αριάδνη αλλά την τσάκισα κανονικά εκεί στα δυτικά. Δεν θέλω να την κάνει νταντά ο μυστήριος όταν γυρίσει σπίτι, άσε που έχει αρχίσει να μου τη δίνει ο τύπος. Πως το παίζει δηλαδή; Ο μεγάλος παράνομος και στρωθείτε να σας πηδήξω όσο κρύβομαι από το κατεστημένο; Σκέφτομαι την Άλεξ να γελάει στην αγκαλιά του, ένας ταρίφας στρίβει απότομα όσο παλεύω να διώξω την εικόνα από το μυαλό μου, το τιμόνι διπλώνει, μπαλαντζάρουμε μονόπαντα μέχρι να ισιώσει πάλι η μηχανή.
«Είσαι βλαμμένος;» τσιρίζει η Αριάδνη πίσω μου.
«Κόφτο μην την πληρώσεις εσύ για όλους», σφίγγω τα δόντια.

«Τι έκανες ρε καργιόλη; Με τα φράγκα μας έπαιξες; Θα σου πετάξω τα μάτια έξω κι εσένα κι αυτηνής της ηλίθιας!!»
Τον κοιτάζω όσο τσιρίζει, δεν δείχνει τόσο κουλ τώρα, ούτε τόσο Γκοντάρ -ένας τελειωμένος τριαντάρης που νομίζει ακόμα οτι αλλάζει τον κόσμο. Κρατιέμαι με το ζόρι μη γελάσω, ίσως θα ήταν καλύτερα να του μουντάρω επιτόπου. Καλύτερα γι΄αυτόν.
«Μίλα ρε πούστη, τι κοιτάς;» κολλάει τη φάτσα του στη δικιά μου.
Σάλια πετάγονται, αηδιάζω.
«Κάνε πίσω γαμώτο! Και μην τσιρίζεις σα γεροντοκόρη, τι ήθελες να γίνει δηλαδή; Να τους πάω την Αριάδνη πεσκέσι; Αφού έχετε καρφωθεί ρε τρίχα! Σας έχουν πάρει χαμπάρι και περιμένουν, αν είχες αρχίδια θα ερχόσουν εσύ μαζί μου, δεν θα έστελνες το κοριτσάκι για δωρεάν ξεκοίλιασμα! Μπήκες;»
Με κοιτάζει αμίλητος. Η Άντζυ πίσω του ψάχνει δήθεν το κραγιόν της μέσα στο συρτάρι με τα μαχαιροπήρουνα. Η Αριάδνη έχει βάλει το κεφάλι ανάμεσα στις παλάμες και αναπνέει βαριά.
«Φύγε τώρα, κοπάνα την», μουρμουρίζει ο άντρας απέναντί μου.
«Θα φύγω. Αλλά να ξέρεις οτι θα σε περιμένω στη γωνία. Για πάρτη σου έπαιξε το κεφάλι της η Άλεξ -κυκλοφορεί ακόμα εκεί έξω ακάλυπτη κι εσένα στον πούτσο σου.
Επειδή τώρα τυγχάνεις μεγάλη ατομάρα έστειλες την Αριάδνη να παίξει κι αυτή το κεφάλι της. Ποιος είσαι ρε μάγκα; Ο γαμάω και δεν πληρώνω;»

Αποφεύγω να τον κοιτάξω όσο πηγαίνω προς την πόρτα. Βγαίνω βαρύς σα μελλοθάνατος γιατί κάτι χοντρό έχω φτιάξει εκεί πίσω. Κάτι μεγαλύτερο από τα κουμάντα μου, αλλά δεν είναι μόνο από αυτό το βάρος. Κατεβαίνω τις σκάλες, μια πέτρα δεμένη με τριχιά στο λαιμό μου με οδηγεί.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 10, 2008

17. Ναυαγοί σε παγωμένα κρεβάτια

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα

2ο μέρος: "Ποτέ ξανά" έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί
13. Οι αποφάσεις που μας πήραν
14. Δωμάτιο μονοθέσιο
15. "96 δάκρυα σε 96 μάτια"
16. Ότι πας να κρατήσεις (γλιστράει μακριά)

Είμαστε ακουμπισμένοι ο ένας πάνω στον άλλο όσο ο προφήτης μάς εξηγεί την ιστορία και η ιστορία πάει κάπως έτσι –αν θες να ξέρεις:
«Εκείνος πλασάρει τον εαυτό του σαν περιπετειώδη τύπο/ όλο τουπέ, από την κορφή ως τα νύχια στα δερμάτινα/ Εκείνη ποτέ δεν του είπε πόσα σήμαινε γι΄αυτήν/ ίσως να ήταν καλύτερα έτσι./ Επειδή εκείνη ποτέ δεν κατάφερε να δει καθαρά τις διαχωριστικές γραμμές/ ανάμεσα στην πραγματική ζωή και τους ρόλους που της έδιναν να παίξει/ μπερδεύει τους χαρακτήρες με τα χαρακτηριστικά/ το σεξ με το συναίσθημα./ Τώρα περιμένει στο τροχόσπιτό της/ στην άκρη του καστ/ για μια σκηνή με τον πρωταγωνιστή της/ που εκείνος ποτέ δεν θα ξεχάσει».
Ο προφήτης σηκώνει το βλέμμα από το πιάνο, μισοκλείνει τα μάτια ψάχνοντας στα σκοτάδια, ίσως στιγμιαία αναρωτιέται αν αξίζει τον κόπο. Εμείς, οι σιωπηλοί, είμαστε ο κόπος.
«Τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως τρελά όμως όχι απερίσκεπτα/ κι έτσι έγινε το μπερδεματάκι μεταξύ τους/ Αλλά μόλις χτες της είπε/ ότι δεν σημαίνει τίποτα γι΄αυτόν».
Δίπλα μου ένα όμορφο κορίτσι κλαίει βουβά χωρίς να τραβήξει το βλέμμα από τη σκιά του προφήτη, μια ψηλόλιγνη σκιά μπερδεμένη με τον όγκο του πιάνου, στην κερωμένη σκηνή. Θέλω να την αγγίξω καθησυχαστικά στον ώμο αλλά δεν γίνεται επειδή είμαστε όλοι μόνοι μας εδώ μέσα –απομακρυσμένοι.
«Εκείνη είναι ερωτευμένη με τον ήρωα της ταινίας/ αλλά έχασε τον εαυτό της σ΄ένα σκοτεινό ταξίδι/ και τελικά είναι ερωτευμένη με το να είναι στην ταινία./ ‘Πάμε γύρισμα!’/ Αυτό είναι:/ η ηθοποιός της μεθόδου/ και το καταιγιστικό σενάριο./ Έτσι λοιπόν περιμένει στο τροχόσπιτο/ για την τελευταία σκηνή της ταινίας/ και η αγάπη-μίσος της για τον πρωταγωνιστή/ θα πλημμυρίσει την ασημένια οθόνη…»
Τώρα βαδίζουμε σαν υπνοβάτες επειδή η σκηνή απομακρύνεται κι εμείς τη βλέπουμε σαν το καράβι που φεύγει από το λιμάνι, βαδίζουμε χωρίς να νοιαζόμαστε μήπως ξεπεράσουμε την άκρη της προκυμαίας και βυθιστούμε στα απόνερα. Βαδίζουμε μόνοι μας όλοι μαζί. Ο προφήτης μορφάζει νευρικά κι αποφασίζει να το ολοκληρώσει αυτό το πράγμα.
«Πάνω στη σιφονιέρα είναι το πιστόλι/ πέρα στον διάδρομο είναι οι κάλυκες/ μέσα στην τσέπη της είναι οι σφαίρες/ με το όνομά του χαραγμένο στο πλάι τους».
Το πιάνο κόβει απότομα αφήνοντάς μας ξεκρέμαστους, να πέφτουμε όσο τα νύχια μας χαράζουν τον τοίχο. Τα δάκρυα της όμορφης κοπέλας δεν είναι πια εδώ -δε με νοιάζει κιόλας.
«ΕΚΕΙΝΗ ΕΙΝΑΙ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΗ», ουρλιάζει ο προφήτης ρίχνοντας το κεφάλι του στο πλάι, όσο η αίθουσα πάλλεται σαν τις ανθρώπινες καρδιές που δείχνουν στην Εκπαιδευτική Τηλεόραση.

Δεν ξέρω τι έγινε πριν και δε με νοιάζει τι θα γίνει μετά. Μόνο τα φώτα δεν θέλω ν΄ανάψουν, όμως εκείνα δε μας κάνουν το χατίρι και ο προφήτης τινάζεται νευρικός, τώρα που ξεκόρμισε πίσω από το πιάνο φαίνεται εύθραυστος, σχεδόν ψεύτικος. Υποκλίνεται, χαμογελάει, γυρίζει να φύγει. Αποκλείεται –εμείς από κάτω δεν πρόκειται! Ξαφνικά θυμόμαστε ότι δεν είμαστε μόνοι, ξαφνικά παίρνουμε δύναμη από τον αριθμό μας και απαιτούμε. Ο προφήτης μάς δείχνει τα ηχεία που παίζουν ήδη μουσική, τι περιμένουμε να κάνει; Εμείς περιμένουμε, αυτός πρέπει να βρει τι.

Στέκεται στην άκρη της σκηνής κουνώντας τα χέρια στον ηχολήπτη, ζητώντας να σταματήσει η μουσική από τα ηχεία. Η μουσική σταματάει αλλά τα φώτα εξακολουθούν να μας στραβώνουν. Κι ο προφήτης με τα χέρια στη μέση τραγουδάει τα παρακάτω λόγια, χωρίς μικρόφωνα, χωρίς συνοδεία οργάνων –φωνή γδαρμένη από τα σπλάχνα του.
«Τέρμα τα ‘ευχαριστώ για την ανάμνηση’, τέρμα τα ‘ευχαριστώ’ γενικότερα/ δε γίνεται να χαράξουμε στην πέτρα ή να σχεδιάσουμε την απόδραση/ από τα ονόματα που μας έχουν δώσει./ Τέρμα τα ‘ευχαριστώ για την ανάμνηση’, που ξανάρχεται/ αυτή η ζωή τρέχει χωρίς να μετακινείται απ’ τη θέση της, πιστέψαμε ότι κρύψαμε πολλά/ μέσα στα μυστικά ονόματά μας./
Δεν μπορούμε πλέον να αλλάξουμε το παρελθόν όπως δεν μπορούμε και ν’ αλλάξουμε το δέρμα μας./
Αλλά εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι μπορούμε να πάμε κάπου/ εκεί ούτε ψυχή δε θα γνωρίζει τι έχει συμβεί/ με τα κεφάλια τόσο γεμάτα από αυτοενοχοποίηση/ που ούτε τα ονόματά μας δεν θα γνωρίζουμε πλέον./
Τέρμα τα ‘ευχαριστώ για την ανάμνηση’/ τέρμα τα ‘ευχαριστώ’».
Και μετά φεύγει βιαστικός χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Επειδή ακόμα και ο προφήτης της καταστροφής φοβάται να δει τα λόγια του επαληθευμένα.

Μένουμε εκεί, κανένας δεν κουνιέται από τη θέση του. Που να πάμε;

«Κι εσύ εδώ;» με ρωτάει.
Δεν είναι κάποιος συνηθισμένος γνωστός συναυλίας.
«Εγώ επιβάλλεται να είμαι εδώ. Εσύ πως από δω Μιτσούκο;» χαμογελάω.
«Ίσα ρε πιτσιρίκο! Όταν εγώ άκουγα Χάμμιλ εσύ φόραγες πάνες», ψελλίζει με τα μάτια γυρισμένα ανάποδα.
«Ναι, μπορεί –καθότι ειδικεύομαι στην ικανοποίηση διεστραμμένων σεξουαλικών ορέξεων τώρα τελευταία», απαντάω.
«Ααααχ, δε βαρέθηκες να είσαι εξυπνάκιας; Δε σε πονάει το κεφάλι σου;» δυσανασχετεί.
«Όχι όταν δεν το φοράω», της χώνομαι πάλι σε στυλ Φίλιπ Μάρλοου.
Τότε διασχίζει σιφουνοειδώς το μισό μέτρο που μας χωρίζει και με φιλάει στα γεμάτα –με γλώσσες κι απ΄όλα. Κάθομαι σα μαλάκας.
«Τι ήταν αυτό;» αναρωτιέμαι μετά.
«Είπα να κάνω κάτι μπας και το βουλώσεις», μουρμουρίζει.
Την βλέπω τώρα πιο προσεκτικά. Είναι λιώμα, κάτι αλκοολούχες αναθυμιάσεις από το φιλί της έχουν στρογγυλοκαθίσει στα σφραγίσματα των δοντιών μου, επιβεβαιώνοντας το παραπάνω συμπέρασμα. Την τραβάω λοιπόν, καθόμαστε στα σκαλιά κάπως απότομα.
«Σαν πολύ συχνά δε βρισκόμαστε το τελευταίο διάστημα;» αναρωτιέμαι, για να πω κάτι.
«Κισμέτ», ψευδίζει.
«Τα πιστεύεις αυτά;»
«Τα πάντα πιστεύω αν είναι να μου βγουν σε καλό».
«Δηλαδή, οι συναντήσεις μας…»
«Ώχου σκάσε πια!» γυρνάει απότομα προς το μέρος μου.
Κουμπώνομαι κάπως γιατί δεν ξέρω αν θέλω να ξαναφιληθούμε. Δηλαδή, ξέρω αλλά άστο καλύτερα.
«Δε δείχνεις και πολύ ισορροπημένη σήμερα», παρατηρώ.
«Ποτέ δεν ήμουν και το ξέρεις», μουρμουρίζει.
«Δεν είπα ότι ήσουν ποτέ. Είπα ότι έδειχνες».
«Σωστά!»
Την κοιτάζω με την ησυχία μου -έχει γεράσει 100 χρόνια από την προηγούμενη συνάντησή μας. Δηλαδή είναι το ίδιο όμορφη, φουλ γκόμενα κι έτσι αλλά τα μάτια της σκέτοι στόχοι φτιαγμένοι από μαύρους, ομόκεντρους κύκλους και οι ώμοι της έχουν πέσει –παραίτηση ή δεν ξέρω τι άλλο.
«Πες μου λοιπόν», της προτείνω.
«Τι;»
«Πες μου την πονεμένη σου ιστορία –γι΄αυτό είμαι εδώ».
Απλώνει τα πόδια της νωχελικά, κάποια παιδιά που φεύγουν από τη συναυλία αναγκάζονται να πηδήξουν πάνω από τα μποτάκια της ή να αλλάξουν κατεύθυνση –δυσανασχετώντας.
«Γιατί να σου πω; Για να με ειρωνευτείς;» μορφάζει.
«Δεν ειρωνεύομαι κανέναν όσο δε μου μπαίνει –κατάλαβες; Είμαι υποστηρικτής του ‘οτιγουσταρισμού’ –‘κάνε ότι γουστάρεις, μόνο μην πατήσεις τα μπλε σουέτ παπούτσια μου’».
«Ένα τσογλάνι είσαι που νομίζει ότι όλοι του χρωστάνε», φιδιάσει απότομα.
«Δε νομίζω –είμαι σίγουρος. Αλλά καθότι μεγαλόψυχος δεν ζητάω πίσω τα χρωστούμενα. Ζητάω τα πάντα».
Το σκέφτεται λίγο ή έτσι δείχνει.
«Ήμουνα εκεί έξω, μόνη μου όταν το συνειδητοποίησα. Ίσως να έφταιγε ότι πέρασα το δρόμο χωρίς να κοιτάξω κι ένα αμάξι κόρναρε… τέλος πάντων. Αλλά τότε μου ήρθε, ήμουνα μόνη εκεί έξω κι αν με πάταγε το αμάξι, αν με σκότωναν, αν με βίαζαν, αν με άφηναν ξεκοιλιασμένη σε κανένα έρημο στενό –κανένας δεν θα έψαχνε για μένα. Κανένας δεν θα ανησυχούσε».
Την κοιτάζω κι εκείνη κοιτάζει αυτόν στον οποίο μιλάει κάπου απέναντί της κι αυτός δεν είμαι, σίγουρα, εγώ. Δε λέω τίποτα λοιπόν.
«Γιατί να είναι τόσο μαλακισμένη η ζωή; Έχεις εσύ καμιά απάντηση; Τι κάνω λάθος;»
Σε μένα πήγαινε αυτό.
«Κοίτα, αν κάποιος σου είπε ότι έχω τις απαντήσεις, μάλλον δεν μιλούσε για μένα. Αλλά ξέρω τρόπους να τη σκαπουλάρεις, να γλιτώνεις από το στρίμωγμα όταν όλα αυτά σφίγγουν, πιέζουν…»
«Πες μου λοιπόν!»
«Άλλαξε τις ενοχές σου. Ξεφορτώσου αυτές που έχεις για πράγματα που δεν έκανες κι αγόρασε καινούργιες».
«Καινούργιες;»
«Καινούργιες ενοχές –για όσα έκανες, αυτό εννοώ».
Αμφιβάλλω αν βγάζει άκρη επειδή ακόμα σουρωμένη –αλλά δεν τα λέω γι’ αυτήν. Για μένα τα λέω –και συνεχίζω.
«Επειδή είναι όμορφο και ευγενές να σε βαραίνει η μοίρα του πλανήτη και είναι λογικό ν΄αναρωτιέσαι για το τι θα γινόταν αν και εφόσον… Αλλά δεν είναι εντάξει η τακτική, φιλενάδα. Οπότε κάνε κάτι, κούνα αυτόν τον όμορφο κώλο που διαθέτεις και μετά, με την ησυχία σου, χορτασμένη, μπορείς να κλάψεις για τα δεινά που προκάλεσες στους ανθρώπους γύρω σου. Να πληρώνεις όσα έκανες, αυτό είναι μια εξέλιξη από τη φάση που πληρώνεις για όσα δεν έκανες –συμφωνείς;»
Τελικά με παρακολουθεί προσεκτικά, το καταλαβαίνω όταν τελειώνω τη φράση μου.
«Έτσι κάνεις εσύ δηλαδή;» λέει.
«Άσε με εμένα ρε παιδάκι μου! Τι μανία που σας πιάνει όλους με τέτοιες απορίες περί συνέπειας; Δηλαδή, για να το καταλάβω, αν βρεθείς σ΄ένα σταυροδρόμι και δείχνει κάποια πινακίδα που βγάζει ο κάθε δρόμος εσύ θα έχεις την απαίτηση να έρθει μαζί σου και η πινακίδα προκειμένου να πάρεις τον δρόμο;»
Χαμογελάει στραβά.
«Δεν είναι δικό σου αυτό», λέει.
«Σοπενάουερ», την πληροφορώ.
Έξυπνο παιδί και διαβασμένο η Μιτσούκο.

Γι΄αυτό αποφασίζω να της δείξω πέντε πραγματάκια εκεί έξω, να τη δοκιμάσω κάπως, ρίχνοντάς της μια σπρωξιά πάνω από τα βαλτόνερα. Αν σηκωθεί όλα καλά, αν βουλιάξει ας πρόσεχε. Μαλακία μου; Ότι γουστάρεις, «απλά μην πατήσεις τα μπλε σουέτ παπούτσια μου». Παρκάρω τη μηχανή στο πλάι της πλατείας, κατεβαίνει από πίσω μου, τεντώνει τα πόδια της να ξεμουδιάσει. Σιγά την απόσταση που κάναμε δηλαδή!
«Δεν περνάω συχνά από την πλατεία», λέει.
«Καλά κάνεις», απαντάω.
Μετά την πιάνω αγκαζέ, αυτή η βόλτα θα είναι πλήρης. Σταματάμε στον «Ινενήντα», την κερνάω σουβλάκι και περιμένω όσο καταπίνει με δυσκολία. Τη χαζεύω, είναι ακόμα σουρωμένη –απορώ τι διάολο έχει κατεβάσει!
«Πάμε να πιούμε τίποτα», προτείνει έχοντας ήδη πετάξει σχεδόν ολόκληρο το σουβλάκι στον κάδο απορριμμάτων.
«Νομίζεις ότι δεν έχεις πιει αρκετά;» ρωτάω.
«Αυτό ακριβώς νομίζω, αρχίζω να ξενερώνω και δεν το αντέχω καθόλου».
Ανασηκώνω τους ώμους –ας πάνε να γαμηθούν τα πάντα. Την αρπάζω από το χέρι, παγωμένο χέρι αλλά δε δίνω σημασία όσο τη σέρνω μαζί μου. Διαλέγω τον πεζόδρομο της Θεμιστοκλέους σκόπιμα, ανεβαίνουμε κι εκείνη χαζεύει τα μπαρ τριγύρω –είναι ήσυχη, πάμε καλά.
«Να μπούμε εδώ;» δείχνει την ΟΣΤΡΙΑ.
«Όχι δε λέει –πάμε πιο πάνω», απαντάω στον αέρα.
Σφίγγω το χέρι της ασυναίσθητα κι εκείνη αφήνεται. Αργεί αλλά στο τέλος παίρνει είδηση τις φιγούρες που ξεκολλάνε από τους τοίχους. Σκεβρωμένοι, σκυφτοί, παραπατάνε. Νεκροζώντανοι από ταινία β’ διαλογής.
«Τι είναι;» αλαφιάζεται.
«Μη δίνεις σημασία», απαντάω.
Οι φιγούρες ταλαντεύονται γύρω από ένα αόρατο κέντρο, παραπάνω κάποιος φωνάζει, βρίζει, επαναλαμβάνει συνέχεια τα ίδια.
«Δεν έχεις δεν έχω, δεν έχεις δεν έχω –πως αλλιώς να στο πω;»
«Σε παρακαλώ…»
«Ξεφορτώσου με μωρή ψώλα!»
Η Μιτσούκο αρχίζει να βλέπει καθαρά τώρα. Ένας γλίτσης την έχει πλευρίσει ζητιανεύοντας κατοστάρικα. Τα νύχια της κοντεύουν να ματώσουν την παλάμη μου. Κάποιο χαστούκι σκάει λίγα βήματα πιο πάνω από μας.
«Κάνε πιο κει ρε γαμημένε!» προειδοποιώ τον τύπο που με έχει ήδη πλευρίσει.
«Μην ξηγιέσαι! Τι σου ζητήσαμε δηλαδή!» κλαψουρίζει.
Την τραβάω άγρια κοντά μου και συνεχίζουμε να περπατάμε μέχρι που ένα σώμα μάς κλείνει τον δρόμο.
«Πήδα τον», της λέω ψυχρά.
Έχει κοκαλώσει πάνω από το πεσμένο παιδί.
«Πήδα τον, ξεκόλλα!» επιμένω.
Δεν κουνάει ούτε εκατοστό, περνάω λοιπόν πάνω από το παιδί που αρχίζει να βογκάει και την ταρακουνάω άγρια. Με ακολουθεί σα νευρόσπαστο, μπερδεύει το τακούνι της στο πεσμένο παιδί, τρέμει –τα καταφέρνουμε τέλος πάντων με κάποιο τρόπο.

«Εδώ είμαστε», της δείχνω το ΚΛΟΟΥΝ.
Δεν καταλαβαίνει, οπότε εξακολουθώ να στη σέρνω μέχρι που ανεβαίνουμε στον πρώτο όροφο και μπαίνουμε στο μπαρ. Κάθεται αμίλητη δίπλα μου, η κοπέλα μας πλησιάζει πίσω από τη μπάρα.
«Τι να σας φέρω;»
«Τι θα πιεις;» τη ρωτάω.
Δεν με κοιτάζει. Δεν απαντάει.
«Μια βότκα τόνικ για μένα», λέω.
Πάω να πιάσω το χέρι της, τραβιέται σα να την ακούμπησε γυμνό καλώδιο.
«Νιώθεις καλά;» το παίζω αθώος.
«Γιατί μου το ΄κανες αυτό;» σπάει τα φωνήεντα στις λέξεις της όσο με ρωτάει.
«Τι σου έκανα;»
«Μην μου το παίζεις άσχετος! Μη με κοροϊδεύεις εμένα!» ουρλιάζει.
Μαζεύομαι. Πρέπει να τη λογικέψω την κουβέντα γιατί θα γίνουμε νούμερο στο μαγαζί. Ανάβω λοιπόν τσιγάρο, φωνάζω την κοπέλα.
«Τι θα πιεις;» την ξαναρωτάω.
«Τζιν τόνικ», μουρμουρίζει.
Αφήνω λίγο την κατάσταση να ηρεμίσει με τα διαδικαστικά.

«Έχει περάσει περίπου μήνας, αν δεν κάνω λάθος, από τη μέρα που μιλήσαμε για πρέζα. Νομίζω ότι έχεις κάποια απέχθεια στο θέμα ανακατεμένη με ενοχές επειδή έχασες τον αδερφό σου με κατεβασμένα τα χέρια –έτσι νομίζω. Είχες κι εκείνη την εμμονή ότι ποτέ δεν πήγες στον ΤΟΞΟΤΗ, δεν προσπάθησες … Αλλά, όντας απέξω –καθαρή, ανέγγιχτη, άσπιλη, αμόλυντη κι όλα τα σχετικά –αποφάσισες να μου τη χωθείς κανονικότατα και αφ’ υψηλού. Είπα λοιπόν να σε βοηθήσω, να σου δείξω πως πραγματικά είναι όλα αυτά που κατακρίνεις για να αποκτήσεις έξτρα επιχειρήματα», κατέβασα ποτό ανακατεμένο με καπνό τσιγάρου.
Κι εκείνη συνέχισε να πίνει αμίλητη –πέτρινη –αμφέβαλλα αν με είχε καν ακούσει. Έκανα λοιπόν το ίδιο, εξασκήθηκα στην τεχνική τού να ξεχνάω τον διπλανό όταν έτσι απαιτείται. Μέτρησα μπουκάλες πίσω από το μπαρ, άκουσα προσεκτικά το τραγούδι από τα ηχεία (μας έχουνε σπάσει τον πούτσο αυτό το διάστημα με το ‘Άι καντ εσκέιπ μασέλφ’), ήπια σχεδόν όλο το ποτό μου κι αναρωτήθηκα μήπως έπρεπε να παραγγείλω ένα ακόμα.
«Είσαι μεγάλο καθίκι τελικά. Έχω γνωρίσει πολλούς, όμως εσύ είσαι χειρότερος, ξέρεις γιατί;» είπε η Μιτσούκο.
«Δεν ξέρω, αλλά κάτι μου λέει ότι θα με διαφωτίσεις», απάντησα.
«Επειδή εσύ νιώθεις. Γι΄αυτό».
Εγώ; Νιώθω τον πόνο, τη δυστυχία, την απελπισία του άλλου. Νιώθω και τα δικά μου όμως. Τι σημασία έχει τελικά;
«Μεγάλη ιδέα έχεις για μένα», κορόιδεψα.
«Όταν αρχίζεις τις εξυπνάδες καταλαβαίνω τον φόβο σου», μουρμούρισε η Μιτσούκο σκύβοντας προς το μέρος μου.
«Και λοιπόν;» απόρησα.
«Λοιπόν θέλω να πάμε κάπου να πηδηχτούμε τώρα αμέσως», ψιθύρισε εκείνη.
«Είσαι μεθυσμένη», διαπίστωσα.
«Και τι μ΄αυτό;» γέλασε πικρά.
«Σωστά! Να πληρώσω και φύγαμε».

Η Μιτσούκο μένει σε μια γκαρσονιέρα πέμπτου ορόφου στο Κουκάκι, με θέα την Ακρόπολη. Έχει εκατοντάδες κεριά κρυμμένα στις γωνίες, τακτοποιημένα σε τραπέζια και ράφια, έχει δίσκους πεταμένους παντού και βιβλία με εξωτικά σχέδια στα εξώφυλλα. Τα βλέπω όλα αυτά από τον τεράστιο καναπέ χρώματος πορτοκαλί, όσο την περιμένω να μου βάλει ποτό. Και νιώθω όμορφα σ΄αυτό το σπίτι που μυρίζει γιασεμί ή κάτι εξίσου ρεζίλικα ρομαντικό.
Αφήνει τα ποτά στο τραπεζάκι μπροστά μας και γαντζώνεται πάνω μου. Δε νιώθω καθόλου άνετα.
«Είσαι σίγουρη γι΄αυτό;» τη ρωτάω κρατώντας την λίγο πίσω.
«Καθόλου σίγουρη», λέει. «Εσύ;»
«Τι εγώ;»
«Πόσο το φοβάσαι αυτό;»
Δεν μιλάω. Την τραβάω πάνω μου και τη φιλάω όπου βρω. Γιατί το φοβάμαι πολύ αυτό –κατάλαβες; Πάρα πολύ.

Η Μιτσούκο έχει ένα τεράστιο κρεβάτι με νερόστρωμα –δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου τέτοιο πράγμα. Είναι κάπως γελοίο αν προσπαθείς να γαμήσεις εκεί πάνω χωρίς να είσαι προπονημένος, κάποια στιγμή νιώθεις σαν το ναυαγό, μόνο που αντί για σανίδα αναζητάς τη γυναίκα -σερσέ λα φαμ ντε λα μερ, ας πούμε. Τέλος πάντων, πέφτει πολύ γέλιο κι αυτό είναι καλό -επειδή αλλιώς θα καταλήγαμε να ψάχνουμε ξυράφι να κόψουμε τις φλέβες μας. Τώρα όμως έχουμε ξεχαστεί και μόνο εμείς υπάρχουμε εδώ πέρα, μόνο αυτό μας νοιάζει. Είναι όμορφα, αλλά είναι ένα ψέμα. Δεν είμαστε μόνοι και το κουδούνι έρχεται να μας το θυμίσει σαν κομπρεσέρ σε τσιμέντο πεζοδρομίου.
«Μην ασχολείσαι», ψιθυρίζει εκείνη φιλώντας με στο λαιμό.
Προσπαθώ αλλά δεν είναι εύκολο. Επειδή κάποιο δάχτυλο έχει κολλήσει στο κουδούνι κανονικότατα –κάποιος θα τις αρπάξει άσχημα μου φαίνεται! Πετάγομαι όρθιος.
«Κάτσε εδώ που είσαι. Μη βγεις, ξέρω ποιος είναι», ψιθυρίζει η Μιτσούκο όσο ντύνεται με ότι βρει μπροστά της.
Μετά βγαίνει από το δωμάτιο. Βρίσκω το παντελόνι μου και το φοράω στα γρήγορα –δεν έχω καμιά όρεξη να με πετύχουν με το πουλί στο χέρι. Κολλάω στο πλάι της μισάνοιχτης πόρτας για να βλέπω.

Στο άνοιγμα της εξώπορτας ένας άντρας που έχει ζήσει καλύτερες μέρες. Τότε που το πουκάμισο του δεν είχε λεκέδες εμφανείς από απόσταση δέκα μέτρων, όταν τα μαλλιά του ήταν καλύτερα χτενισμένα –έτσι που να κρύβονται τα σημάδια της αραίωσης. Τότε που δεν έτρεμε, με λίγα λόγια.
«Γιατί δεν άνοιγες;» ψελλίζει.
«Και τι σε νοιάζει εσένα; Πήγαινε σπίτι σου κι άσε με ήσυχη», τον παγώνει η Μιτσούκο.
«Μη μου το κάνεις αυτό!» παρακαλάει ο τύπος.
«Εγώ; Να μη σου το κάνω ΕΓΩ; Έχεις πολύ θράσος –το ξέρεις;»
«Σε παρακαλώ, δεν είναι ώρα τώρα…»
«Αυτό λέω Αντρέα. Δεν είναι ώρα, ούτε τώρα, ούτε ποτέ. Σήκω φύγε, θα ανησυχεί η οικογένειά σου».
Ακόμα κι εγώ νιώθω ρίγος στη ραχοκοκαλιά μου από τον τρόπο που προφέρει τις τελευταίες κουβέντες η Μιτσούκο. Πόσο μάλλον ο μαλάκας εκεί έξω!
«Δεν τελειώσαμε! Μη μου το κάνεις αυτό!» συνεχίζει εκείνος το βιολί του.
«Άντε χάσου από δω!» απαντάει η Μιτσούκο.
Ο τύπος πέφτει στα γόνατα και μάλλον κλαίει με αναφιλητά. Θα ήθελα να μη δω περισσότερα, όμως αν κουνηθώ θα καρφωθώ.
Και τότε η Μιτσούκο βγάζει το στιλέτο από την πλάτη του και το ξανακαρφώνει –στην καρδιά του αυτή τη φορά.
«Θα σε παρακαλούσα να φύγεις τώρα αμέσως. Δεν είμαι μόνη μου ξέρεις…»
Ο τύπος κάνει μια αξιολύπητη προσπάθεια να χαμογελάσει απαξιωτικά. Αλλά παραμένει στα γόνατα –σφαγμένος.
«Τι είναι αυτά που λες;» ψελλίζει.
Φτάνει τότε η ώρα μου να παίξω τον αρχίδη. Γι΄αυτό βγαίνω από το δωμάτιο φορώντας μόνο το παντελόνι –μαλακία μου γιατί αν παίξει τίποτα κλωτσήδι θα γαμηθώ κανονικά.
«Τρέχει κάτι Μιτσούκο;» ρωτάω με τσιγαρίσια φωνή.
Με κοιτάζουν και οι δυο τους τώρα.
«Αυτός είναι;» αναρωτιέται ο γονατισμένος.
«Κοίτα θείο, νομίζω ότι είναι κάπως περασμένη η ώρα για συστάσεις», λέω. «Δε μας αφήνεις μια κάρτα σου να τα πούμε κάποια άλλη φορά; Άντε, γιατί θα ξυπνήσουν οι γειτόνοι και δεν είμαστε για τέτοια».
«Αυτός είναι;» ξαναρωτάει ο τύπος επειδή, βλέπεις, μόνο η Μιτσούκο υπάρχει στο δωμάτιο. Εγώ είμαι ένα με τις μύγες και τα κουνούπια –κατάλαβες;
Η Μιτσούκο δε μιλάει, ούτε κοιτάζει κάτι συγκεκριμένο.
«Φαγώθηκες ρε μπάρμπα –ναι εγώ είμαι! Τώρα που το λύσαμε, σηκώνεσαι να φύγεις ή θα σου στρώσουμε να κοιμηθείς στο χαλάκι της εξώπορτας;» λέω πλησιάζοντάς τον.
Και μετά συνειδητοποιώ πόσο ηλίθιος είμαι αφού ο τύπος πετάγεται σα φασουλής με ελατήριο στον κώλο και μου σκάει ένα μπουνίδι φιξ –δεξί, αριστερό, δεξί –σωριάζομαι δίπλα στον καναπέ εντελώς ξεφούσκωτος όσο η Μιτσούκο ουρλιάζει. Με την άκρη του ματιού τον βλέπω να της μουντάρει κανονικά κι αυτό είναι το μεγάλο του λάθος. Επειδή πρώτον, μου γυρίζει την πλάτη και δεύτερον, απλώνει χέρι σε γυναίκα. Τον αρπάζω από τους ώμους και τον σκάω στον απέναντι τοίχο, δυστυχώς βρίσκει σε μια κορνίζα (μάλλον ρεπρονταξιόν του Κλε) και σωριάζεται γδαρμένος.
«ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ! ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΤΩΡΑ ΑΜΕΣΩΣ!» ουρλιάζει η Μιτσούκο.
Αυτό ακριβώς κάνουμε κι οι δυο μας, επειδή η Μιτσούκο είναι με το ένα πόδι στην υστερία. Περιμένουμε λοιπόν, με τα αυτιά κατεβασμένα.
«Να τσακιστείτε να φύγετε και οι δυο σας!» τσιρίζει κάπως πιο ελεγχόμενα η Μιτσούκο.
Το πρόσωπό μου καίει σαν καπνιστή παπαρούνα όσο ψάχνω τα ρούχα μου στην κρεβατοκάμαρα. Ο μαλάκας καθυστερεί ψάχνοντας τα κατάλληλα λόγια, όμως δεν τα βρίσκει και φεύγει μουγκαμένος. Βγαίνω, περνάω δίπλα της με τη σειρά μου. Δεν την κοιτάζω κι αυτή το ίδιο κάνει. Υποθέτω. Κλείνω την πόρτα πίσω, προσπαθώντας να είμαι όσο γίνεται πιο αθόρυβος –μοιάζει σα να αποσυνδέω εκρηκτικό μηχανισμό.

Μετά κατεβαίνω τις σκάλες και φυσικά προλαβαίνω τον γελοίο. Το παίζει αδιάφορος, πληγωμένη αξιοπρέπεια και τέτοια να πούμε. Αλλά είμαι ακόμα ζεστός, δεν πρόκειται να του τη χαρίσω. Τον διπλαρώνω στη στροφή της σκάλας.
«’σσσου πω!» σφυρίζω ανέμελα. «Αν πρόκειται να ξαναπλησιάσεις τη Μιτσούκο, κανόνισε να έχεις καθαρίσει πρώτα με γυναίκες, παιδιά, σκυλιά, γατιά… Συνεννοηθήκαμε;»
Με κοιτάζει νευρικά –δεν είναι εντελώς μαλάκας ο τύπος, πρέπει να παραδεχτώ. Αλλά είναι αρκετά.
«Άσε μας ρε κωλόπαιδο!» ξεφυσάει στα μούτρα μου.
«Θα σας αφήσω, για την ώρα. Όμως καλύτερα ν΄ακούσεις τι σου είπα γιατί αλλιώς θα σε γαμήσω όρθιο. Κι εσένα και τη γυναίκα σου και όλους παλιοξεφτίλα!»
Αναπνέω μετρημένα κατεβαίνοντας τους ατέλειωτους ορόφους –μπας και μου φύγει η ένταση. Τελικά όλα αυτά έγιναν για καλό –το δικό μου το καλό. Σκέψου να ξεκινάγαμε τίποτα μονιμότερο με τη Μιτσούκο! Έρωτας δίχως αύριο ή αλλιώς παρτούζα με εικονική απαρτία! Άστο καλύτερα.

Τα πράγματα κύλησαν κανονικά μέχρι να ξημερώσει η επόμενη μέρα, πάει να πει, τις λίγες ώρες που έμεναν μέχρι να ξημερώσει τις πέρασα σ΄ένα γιαπί, δυο στενά παρακάτω από το σπίτι της, τουρτουρίζοντας. Μπορεί και να κοιμήθηκα λίγο, επειδή είδα ένα πλάσμα με σώμα αντρικό και κεφάλι ποντικίσιο να πηδάει μια κοπέλα που έμοιαζε με τη Μιτσούκο, αλλά μπορεί να ήταν και η Άλεξ, δεν πρόλαβα να το διευκρινίσω. Κοίταξα τότε πέρα, κατά τον λόφο που άρχιζε να φωτίζει, άναψα ένα τσιγάρο και αναρωτήθηκα πως είναι δυνατόν να τις μπερδεύω αυτές τις δύο. Και μετά αναρωτήθηκα πως είναι δυνατόν να με μπερδεύουν αυτές οι δύο και μετά αναρωτήθηκα πως είναι δυνατόν γενικότερα –αλλά μου ήρθε κατούρημα και άφησα τη φιλοσοφία για άλλη φορά.

Η τελευταία μέρα δειγματοδιανομής κύλησε ήρεμα και βάση σχεδίου. Τα παιδιά καβάντζωσαν στο αυτοκίνητο του Πέτρου τα μισά δείγματα μαλακτικών από αυτά που έπρεπε να μοιράσουν και εμείς οι τρεις πλακωθήκαμε να δουλεύουμε εκτός της περιοχής μας –στα σπίτια πίσω από το Άλσος μπας και πετύχουμε την Άλεξ.

Δεν θα σου πω τώρα για τους περίεργους που συναντήσαμε, για τα νούμερα, τις τρελαμένες νοικοκυρές, τους ψυχάκηδες που μας αντιμετώπιζαν σα διαρρήκτες –δεν έχουν σημασία όλα αυτά. Γιατί στη μέση της μέρας περίπου, βρήκαμε το σπίτι της Άλεξ. Κοίτα πως έγινε.

Είμαι αραχτός έξω από μια ΕΒΓΑ, οδός Μπισκίνη, και καπνίζω περιμένοντας τους υπόλοιπους να με ενημερώσουν. Οι πολυκατοικίες απέναντι δεν είναι δική μου δουλειά, τις έχει πάρει ο Πέτρος, εγώ είχα το προηγούμενο τετράγωνο, ο Τάκης κάνει το επόμενο. Καπνίζω περιμένοντας και τότε εμφανίζεται ο προβληματισμένος Πέτρος.
«Μου φαίνεται ότι κάτι βρήκα», μουρμουρίζει.
Τον κερνάω τσιγάρο και περιμένω.
«Εκεί, βλέπεις την πράσινη πολυκατοικία; Στον τρίτο όροφο είναι ένα κουδούνι που έχει 3 Α!»
«Ε και λοιπόν;»
«Λοιπόν, το πρώτο Α είναι ζωγραφισμένο με κόκαλα, το δεύτερο είναι μέσα σε κύκλο και το τρίτο είναι ζωγραφιστός διαβήτης. Τι σου λένε όλα αυτά;»
«Ότι κάποιος πολύ παρανοϊκός μένει εκεί μέσα».
«Εντάξει, αλλά δεν είναι ‘κάποιος’. Είναι ‘κάποιες’».
«Ξηγήσου».
«Το κάτω κουδούνι, της εξώπορτας, γράφει τρία επώνυμα –γυναικεία».
«Πάμε να δούμε!» τον τραβάω ανυπόμονα.
Όντως. Με κάτι γράμματα-ψείρες το έκτο κουδούνι (από κάτω προς τα πάνω) μας διαφωτίζει: «Α. Καλλινίκου, Α. Ευαγγελίδου, Α. Μιχαήλ».
«Αυτό το Μιχαήλ μπορεί να είναι και αντρικό», σκέφτομαι φωναχτά.
«Μπορεί, αλλά τα υπόλοιπα είναι γυναικεία», με συνεφέρει ο Πέτρος.
Κοιτάζω τριγύρω, πατάω το κουδούνι παρατεταμένα.
«Μη γίνεσαι μαλάκας. Λες να μην το έκανα ήδη εγώ; Και πάνω και κάτω. Δεν είναι κανένας μέσα», λέει ο Πέτρος.
Κοιτάζω τριγύρω.
«Στην ΕΒΓΑ», καταλήγω και τρέχω με τον Πέτρο πίσω μου.

Αλλά είμαι ανυπόμονος και τα σκατώνω κανονικά. Μπουκάρω σα μαλάκας με φούρια στο βρωμομάγαζο, παίρνω μπροστά κάτι χλωρίνες, μπερδεύεται η τσάντα μου σε ένα σταντ με μπισκότα –γάμησέ τα.
Ο γέρος με τη λεβέντικη μουστάκα ξεκινάει να με κοιτάζει τρομαγμένος αλλά το γυρίζει σε σιχτιρισμένος πολύ γρήγορα. Τον κοιτάζω κι εγώ –πρώην μπάτσος κάνει μπαμ η φάτσα του. Η φάτσα του και το ημερολόγιο της Αστυνομίας που έχει κρεμασμένο πάνω από το κεφάλι του, δίπλα σ’ έναν Άγιο Πατάπιο ξέρω ΄γω.
«Τι συμβαίνει παιδιά; Θέλετε κάτι;» ρωτάει.
Αναλύω βιαστικά την κατάσταση και υπολογίζω ότι πρέπει να τον πλακώσουμε επιτόπου στις γρήγορες, μήπως μάθουμε αν μένει η Άλεξ στην απέναντι πολυκατοικία. Άλλο τρόπο δεν βλέπω να του αποσπάσουμε πληροφορίες.
«Χίλια συγνώμη για τις ζημιές!» λέει ο Πέτρος καθώς πετάγεται μπροστά μου. «Αλλά μας έχει στραβώσει ο ήλιος τόσες ώρες έξω και … καταλαβαίνετε!»
Ο εβγατζής ανασηκώνει τους ώμους –στ΄αρχίδια του! Κοιτάζει μήπως έσπασε κανένα μπισκότο και δεν μπορεί να το πουλήσει.
«Θέλαμε να σας ζητήσουμε μια χάρη», συνεχίζει ακάθεκτος ο Πέτρος κι εγώ περιμένω να δω την ξινισμένη άρνηση του μουστάκια.
«Έχω δουλειά, περάστε άλλη φορά», μουγκρίζει εκείνος επιβεβαιώνοντάς με.
«Μα δεν θα σας καθυστερήσουμε! Ακούστε! Μοιράζουμε αυτά τα δείγματα μαλακτικών και είπαμε μήπως γίνεται να σας τα αφήσουμε να τα μοιράζετε εσείς στους πελάτες σας. Θα είναι καλή διαφήμιση και για το μαγαζί σας –τι λέτε;»
Ο μουστάκιας σκέφτεται γλείφοντας τα χείλη του. Ξέρω τι σκέφτεται. Θα καβατζάρει τα δείγματα και θα τα πουλήσει μισοτιμής –σιγά μην τα δώσει δωρεάν! Κάνει στην πάντα όσο αδειάζουμε τις τσάντες μας εκεί πίσω, γυαλίζουν οι κουμπότρυπές του στη θέα του τζάμπα εμπορεύματος.
«Ωραία! Και τώρα δεν σας πειράζει να σας ρωτήσουμε δυο πραγματάκια για τη γειτονιά έτσι; Επειδή θα πρέπει να συμπληρώσουμε ένα απογραφικό δελτίο…» χαμογελάει ο Πέτρος.
Χαμογελάω κι εγώ –είναι μεγάλη πουτάνα ο δικός μου!
«Ελάτε άλλη φορά, έχω δουλειά», κάνει ο μουστάκιας.
«Ααα, δε γίνεται! Σήμερα είμαστε εδώ. Χωρίς απογραφικό δεν μπορούμε να σας αφήσουμε δείγματα», διαμαρτύρεται ο Πέτρος.
Ο μουστάκιας κάθεται νευρικά μέσα στην παγίδα. Ο Πέτρος μου κάνει νόημα.
«Λοιπόν», βγάζω ένα ντοσιέ που πρέπει να συμπληρώνουμε στοιχεία και το συμβουλεύομαι περισπούδαστα. «Τι ποσοστό ατόμων ηλικίας 20 έως 30 ετών έχετε στη γειτονιά σας;»
Ο μουστάκιας με κοιτάζει σαν όρθια τυρόπιτα.
«Εννοώ, μένουν άτομα 20 με 30 ετών εδώ γύρω;» διευκρινίζω.
«Μένουν», απαντάει.
«Πολλά; Λίγα;»
«Αρκετά».
Κρατιέμαι μην του δώσω να καταπιεί το ντοσιέ.
«Στην απέναντι πολυκατοικία πόσα τέτοια άτομα μένουν;» δείχνω έξω.
«5-6», λέει.
«Ωραία. Στην διπλανή;»
«Και τι σε νοιάζει εσένα;»
«Άνθρωπέ μου πρέπει να βγάλω ποσοστά!»
«Καλά», συμβιβάζεται.
Τον έχω στη ζαλάδα για κάνα πεντάλεπτο μέχρι που αποφασίζω ότι είναι ψημένος αρκετά.
«Εκεί απέναντι μένει μια κοπέλα με κοντά μαύρα μαλλιά και μηχανάκι;» ρωτάω.
«Μένει», απαντάει αυτόματα. «Αλλά τι σχέση έχει αυτό με την έρευνα;»
«Καμία. Απλά την είδα προηγουμένως και μου γυάλισε!» του χαμογελάω.
Με κοιτάζει συνωμοτικά.
«Ναι είναι καλό γκομενάκι! Μπάνικο!»
«Πως τη λένε μήπως ξέρετε;»
«Που να ξέρω; Μόνο ότι είναι καραπουτανάρα ξέρω! Μένει μαζί με άλλες δυο τους συναφιού της και έναν νταβατζή αληταρά».
Σκύβω μπροστά δείχνοντας ενδιαφέρον.
«Τι μου λέτε; Έχετε τέτοια βάσανα λοιπόν στη γειτονιά σας!»
«Δε λες τίποτα! Κάνουνε συνέχεια φασαρία, έχουμε καλέσει το εκατό να τους μαζέψει αλλά άδικος κόπος! Η αστυνομία δεν είναι πια αυτό που ήταν παλιά –έχει διαβρωθεί πλήρως από τους αριστερούς. ‘Δεν είναι ώρες κοινής ησυχίας’ λένε. Και η προσβολή της δημοσίας αιδούς; Έχουμε και παιδιά, δεν μπορούν να βλέπουν τους ναρκομανείς και τις πόρνες μέρα μεσημέρι!»
Κουνάω το κεφάλι μου συγκαταβατικά.
«Αλλά μου κάνει εντύπωση που είδες τη μαυρομάλλα τόσο πρωί! Αυτή κυκλοφορεί αφού πέσει ο ήλιος. Άσε που έχω να τη δω πάνω από μήνα, είσαι σίγουρος ότι ήταν αυτή;» ξύνει τη μπάκα του όσο με ρωτάει.
«Ξέρω ΄γω; Στην πράσινη πολυκατοικία την είδα να μπαίνει».
«Αυτή θα ήταν! Τώρα θ΄αρχίσουν πάλι τα κλαμπατσίμπανα με τις καργιόλες τις φιλενάδες της!»
Τον ευχαριστώ για τις πληροφορίες και πηγαίνω για την έξοδο, έχω μια τρελή διάθεση να του κάνω πουτάνα εδώ μέσα αλλά κρατιέμαι. Δεν ξέρεις σε τι μπορεί να σου χρειαστεί ο χαφιές ο Εβγατζής. Ο Πέτρος καταλαβαίνει τις διαθέσεις μου και με τραβολογάει.

Έξω πετυχαίνουμε τον Τάκη και του εξηγούμε την κατάσταση.
«Άρα τη βρήκαμε μάγκες!» ανακεφαλαιώνει.
«Αν δεν τη δω δεν θα σιγουρευτώ», λέω.
«Και μένει σ΄αυτό τον δρόμο;» ρωτάει ο Τάκης στριφογυρίζοντας το κεφάλι. «Στην οδό Μπισκίνη;»
«Ναι μάλλον», μουρμουρίζω.
«Δηλαδή, σα να λέμε –όπου να ‘ναι θα μας χτυπήσει κι εμάς η κατάρα του Μπισκίνη!» αλληθωρίζει ο Τάκης.
«Τι είναι η κατάρα του Μπισκίνη;» απορώ.
«Δεν ξέρεις την κατάρα του Μπισκίνη;» εκπλήσσεται ο Πέτρος.
«Όταν θα σε χτυπήσει και θα μπισκινωθείς πλήρως τότε θα είναι αργά!» προειδοποιεί ο Τάκης.
«Θα γεμίσεις μπισκινώματα!» τρέμει ψεύτικα ο Πέτρος.
«Ρε άντε γαμηθείτε από δω!» φωνάζω απηυδισμένος.
«Εντάξει. Πάμε να παραδώσουμε τώρα, γιατί έχουμε και το πάρτυ με τα μαλακτικά –μην ξεχνάς», λέει ο Πέτρος.
«Τι ηλίθια ιδέα ήταν αυτή που σου ήρθε;» τον ρωτάω μεταχρονολογημένα.
«Γιατί ρε μαλάκα; Γκομενίτσες με τα βρακάκια ή γυμνές να κάνουν το μπανάκι τους στα Λιμανάκια! Κακό είναι δηλαδή; Σε χαλάει;» διαμαρτύρεται.
«Ε; Σε χαλάει;» μαϊμουδίζει από δίπλα κι ο Τάκης.
«Δε με χαλάει ρε μαλακοκάβληδες –αρκεί να υπάρχουν γκομενίτσες! Εσείς έχετε καλέσει ένα σωρό μαντραχαλάδες!»
«Και την Πένυ!!!»μου υπενθυμίζει με μια φωνή το Ντούο Κρετίνο.
«Κάπως πενυ-χρούς σας κόβω», τους προειδοποιώ.
«Κι εσένα κάπως κρύο», μου απαντάει ο Πέτρος.
«Άντε ρε κάνε τις κρυοπληξίες σου εσύ, παλιοκονδύλωμα του κερατά –που θα μας πεις και κρύους!» διαμαρτύρομαι.
«Καλύτερα κονδύλωμα παρά μπισκίνωμα!» με προσγειώνει ο Πέτρος.
«Ελάτε, πάμε να τελειώνουμε!» βρίζει ο Τάκης.
Και πάμε. Να τελειώνουμε.

Η εικόνα μπροστά μου έχει βγει τσιφ από φτηνοπαραγωγή επιστημονικής φαντασίας. Μια εξωγήινη απειλή χρώματος λουλακί απλώνεται στη γη, κατακλύζει τις θάλασσες, οι άνθρωποι την αποφεύγουν όσο μπορούν μέχρι, στο τέλος, να υποκύψουν ανήμποροι στις μολυσματικές της συνέπειες. Έτσι ακριβώς.

Έχουμε γαμήσει κανονικά τη θάλασσα, από τα βραχάκια μέχρι 100 μέτρα παραμέσα με τα μαλακτικά, το νερό αφρίζει αηδιαστικά και, παρ΄όλα αυτά, υπάρχουν ακόμα 5 άτομα που επιμένουν να κάνουν βουτιές! Ανάμεσά τους η Πένυ με ένα τερατωδώς πράσινο κυλοτάκι! Δεν ξέρω με τι να πρωτοαηδιάσω.
«Τι έγινε φιλαράκο; Κομμένο σε βλέπω», λέει ο Τάκης από δίπλα μου προσπαθώντας ακόμα να στεγνώσει τα μαλλιά του.
«Είχα άσχημη νύχτα –γι΄αυτό», απαντάω.
«Για πες!» ενδιαφέρεται.
«Πήγα στη συναυλία του Χάμμιλ –στο είχα πει έτσι;»
Κουνάει το κεφάλι του.
«Και ποια είδα;»
«Την Άλεξ;» πετάγεται.
«Είσαι μαλάκας μωρέ;»
«Όχι. Έτσι το ‘πα για τζερτζελέ. Που να ξέρω ποια είδες; Μήπως και μας λες με ποιες τραβιέσαι; Όλες κατόπιν εορτής μας τις δείχνεις!»
«Σκάσε ρε μάπα! Για να σε ρωτάω θα πει ότι την ξέρεις αυτή που είδα. Τη Μιτσούκο είδα λοιπόν!»
Γουρλώνει αρκετά.
«Έλα ρε! Και;»
«Ήταν σούρα, πήγαμε μετά τη συναυλία σε ένα μπαράκι …»
«Σε ποιο;»
«Τι;»
«Σε ποιο μπαράκι πήγατε;»
«Στο ΚΛΟΟΥΝ. Τι σημασία έχει ρε μαλάκα;»
«Ε μα, πως; Να μην ξέρουμε;»
«Σκάσε κι άσε με να συνεχίσω! Λοιπόν, μετά καταλήξαμε σπίτι της…»
«Που μένει;»
«Τι;»
«Που μένει ρε παιδί μου; Η Μιτσούκο».
«Α, στο Κουκάκι. Πήγαμε λοιπόν …»
«Χαμηλά προς Συγγρού ή από πίσω, προς Λουμπαρδιάρη;»
«Ρε κερατά, τον καρκίνο θα μου βγάλεις!»
«Καλά συνέχισε».
«Πάμε, που λες, σπίτι της..»
«Κοντά στη Συγγρού είπες ότι είναι;»
«Σάλτα γαμήσου –όχι από πίσω, προς Λουμπαρδιάρη!»
«Εντάξει, συνέχισε».
«Τι έλεγα;»
«Ότι πήγατε σπίτι της…»
«Πήγαμε σπίτι της, πέσανε κάτι ποτάκια ξεγυρισμένα, κάτι αγκαλίτσες στον καναπέ, προωθούμαστε κατά κρεβατοκάμαρα μεριά…» κόβω απότομα, τον κοιτάζω. «Μάντεψε τι ήταν το ΣΟΣ στην κρεβατοκάμαρά της!»
«Ξέρω ΄γω, είχε αλυσίδες κρεμασμένες στο ταβάνι», δυσανασχετεί.
«Όχι –προσπάθησε πάλι!»
«Είχε έναν αράπη κρυμμένο στη ντουλάπα για να φτιάχνει τα σάντουιτς!»
«Λάθος!»
«Μη μου σπας τον πούτσο, λέγε!»
«Είχε στρώμα νερού».
«Γεγονός;»
«Ε μα, τι σου λέω;»
«Μ΄έστειλες τώρα κανονικά! Πως είναι να γαμάς σε στρώμα νερού;»
«Δεν ξέρω!»
Με κοιτάζει καλά-καλά.
«Να σου πω –με δουλεύεις;»
«Όχι ρε! Αλήθεια λέω. Δεν ξέρω πως είναι να γαμάς σε στρώμα νερού γιατί πάνω που πηγαίναμε ν΄αρχίσουμε πλάκωσε ο γκόμενός της, ο πρώην, ο νυν –δεν κατάλαβα –και γίναμε μπίλιες».
«Έλα ρε!»
«Ήρθα, εδώ είμαι!»
Στρώνει πάλι τα μαλλιά του κατά πίσω για να φύγουν τα αλάτια.
«Τι κακό είναι αυτό με τους πρώην που δεν έχουν γίνει ακόμα εντελώς πρώην;» αναρωτιέται μετά από λίγο.
«Για τη Φανή λες ή για τη Χρύσα;»
«Μόνο αυτές; Γιατί με τη δικιά μου την Ηρώ τι νομίζεις ότι γίνεται; Μας μπλόκαρε τις προάλλες ο πρώην της όταν πηδιόμασταν στο σπίτι της και γκρέμισε την πόρτα του διαμερίσματος κανονικά!»
«Έλα ρε!»
«Ήρθα!»
«Και μετά;»
«Τι μετά; Ρίχνει την πόρτα, αλλά εγώ έχω προλάβει να ντυθώ στο μεταξύ. ‘Δεν ήξερα ότι έχετε ακόμα σχέση’, του λέω του κανίβαλου. ‘Δεν έχω τίποτα μαζί σου’, μου απαντάει. Καλό παιδί. Δουλεύει βοηθός σε συνεργείο μοτοσυκλετών…»
«Άσχετο. Προχώρα παρακάτω».
«Παρακάτω, πήρα το μπουφάν μου κι έφυγα όσο ο συνεργειάς την πλάκωνε στις σφαλιάρες».
«Τι λες ρε μαλάκα;»
«Αυτό που ακούς».
«Την παράτησες δηλαδή όσο ο άλλος την κοπάναγε;»
«Κανονικά!»
«Γιατί βρε παλιο-χέστη;»
Ο Τάκης φοράει το μπουφάν του επειδή ο ήλιος έχει πάρει να την πουλεύει αμετάκλητα.
«Νομίζεις ότι την παράτησα επειδή φοβήθηκα; Αυτό νομίζεις;»
«Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο λόγο».
«Επειδή είσαι ηλίθιος, γι΄αυτό. Ρε ξοδεμένε, έφυγα επειδή γουστάρω την Ηρώ και θέλω να συνεχίσω μαζί της. Αν έμενα και πλακωνόμουν με τον αρκουδιάρη τι θα κατάφερνα; Το πολύ να του τις έβρεχα και να της ξύπναγα τον προστατευτισμό για πάρτη του –άσε που μαζί θα ξύπναγε και το φεμινιστικό της, θα μου ζάλιζε τον έρωτα με τα ‘με ποιο δικαίωμα’ και ‘μπορώ και μόνη μου να προστατεύσω τον εαυτό μου’ –τέτοια μπαρμπούτσαλα. Ενώ τώρα την έκανα κύριος, κάπως θλιμμένος λόγω προδοσίας, με παρακολουθείς; Και θα την περιμένω να γυρίσει σε στυλ ‘παραστρατημένη και μετανιωμένη’. Πως με βλέπεις;»
«Ένα αρχίδι και μισό –έτσι σε βλέπω», μουρμούρισα. «Αλλά έχεις δίκιο».
«Εσύ τι έκανες με τον πρώην της Μιτσούκο δηλαδή;»
«Πλακώθηκα».
«Και;»
«Μας σούταρε και τους δυο μαζί».
Τον βλέπω να ξεκαρδίζεται δίπλα μου, μετά αρχίζει έναν από τους συνηθισμένους ινδιάνικους χορούς του προσκυνώντας το τοτέμ του μαλάκα –εγώ παίζω το μαλάκα. Ο Πέτρος μας εντοπίζει από παραδίπλα και έρχεται τραβώντας από το χέρι την Πένυ σε στυλ Λάκης Κομνηνός-Έλενα Ναθαναήλ.
Γελάω περιμένοντάς τους. Και γελάμε όλοι πολύ, η Πένυ βέβαια δεν καταλαβαίνει το αστείο αλλά δεν είναι υπεροπτικό άτομο. Γελάει για να μην καταλάβουμε ότι δεν κατάλαβε. Η γελοιότητα του γέλιου.

Θέλω να τους αγκαλιάσω όλους αυτή τη στιγμή, με τον ήλιο να μας έχει απαλλάξει από την παρουσία του, με το φεγγάρι να μη μας καταδέχεται ακόμα –θέλω να τους κρατήσω σφιχτά και να κρατηθώ πάνω τους.
Αντί γι΄αυτό κάνω δυο βήματα πίσω, μετά άλλα δύο –γιατί δεν μου μένει πολύς χρόνος για σαλιαρίσματα με φίλους. Πρέπει να γυρίσω γρήγορα σπίτι, να ετοιμαστώ και μετά να στηθώ έξω από το σπίτι της Άλεξ. Ο κύκλος στένεψε και οι επιλογές μας μειώθηκαν δραματικά. Αργά ή γρήγορα θα γινόταν.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι