Δευτέρα, Αυγούστου 31, 2009

"Το μόνο που ζητήσαμε ήταν τα πάντα -το μόνο που μας έδωσαν ήταν ο πάγος"

Είμαι κάποιον καιρό εδώ πέρα και έχω καταλάβει οτι πρέπει πολλές φορές να επαναλαμβάνουμε την ίδια κουβέντα, επειδή σήμερα την ξεκινάμε με τον Άλφα (όχι σε κύκλο) και μεθαύριο την συνεχίζουμε με τον Βήτα (όχι τον Κωνσταντίνο πάντως). Γι΄αυτό σκέφτηκα να κάνω τις συστάσεις –όχι οτι θα τις διαβάσει κανένας, αλλά εγώ θα μπορώ να τις ξαναφέρνω στην επιφάνεια όποτε γουστάρω και να μην ξαναρχίζω συνέχεια από τη Γέννεση, κεφ. 1, εδάφιο 1 –«εν αρχή ην ο Λόγος» και τέτοια, ας πούμε.

Εγώ λοιπόν που (δε) με βλέπεις ξυπνάω νωρίς το πρωί επειδή εργάζομαι και πρέπει να πάω στη δουλειά μου. Συνήθως με ξυπνάει η καμπάνα της κοντινής εκκλησίας και ενοχλούμαι διότι κι εγώ έχω απόψεις, ας πούμε, αλλά δεν πήγα σε κανενός το σπίτι να τις φωνάξω 7 παρά 10 το πρωί –άσε που τώρα τελευταία δεν πίνω πολύ και δεν βλέπω κανένα λόγο να κουδουνίζει το κεφάλι μου σε στυλ χανγκόβερ. Πάντως, θα μπορούσα να πω (και ήδη το κάνω δηλαδή) οτι κάθε πρωί (ακόμα και στις αργίες και εορτές) ξυπνάω με την υπενθύμιση του κοινωνικού καταναγκασμού. Ζεις εδώ άρα θα πρέπει να δουλεύεις για μας, κάνε και το σταυρό σου, μη σου πάρει ο διάολος τα ρέστα! Αυτό.

Πάω στη δουλειά μου με μηχανή που την ακριβοπλήρωσα, επειδή όποιος αγοράζει μηχανή είναι μπον βιβέρ ταξιδευτής κι όχι ένας καημένος από το σπίτι του οποίου δεν περνάνε λεωφορεία και στην κοντινή του λεωφόρο δεν κινείται τίποτα φαρδύτερο του ανθρώπινου σώματος, λόγω μποτιλιαρίσματος. Σ΄αυτή τη λεωφόρο παίζω κάθε μέρα το κεφάλι μου, γιατί κάποιοι ανοίγουν τρύπες, κάποιοι άλλοι τις ασφαλτώνουν σε στυλ "μικρογραφία των Απαλαχίων Ορέων"και τριγύρω οι οδηγοί είναι μαστουρωμένοι από το πλάσμα της τηλεόρασής τους με αποτέλεσμα να πιστεύουν ακράδαντα οτι δεν υπάρχει κανένας άλλος δίπλα τους στον δρόμο. Επειδή εδώ ότι γίνεται δεν έχει καμιά σχέση με τους ανθρώπους –εδώ μιλάνε τα κατασκευαστικά συμφέροντα και οι άνθρωποι τα ακούνε από κινητά τηλέφωνα-βεντούζες.

Με το που πατάω το πόδι μου στη δουλειά συνειδητοποιώ δύο πράγματα: α) οτι η χώρα έχει σχεδόν μηδενικό πληθωρισμό, άρα δεν υπάρχει λόγος αυξήσεως των μισθών και β) οτι στα προϊόντα που διαμορφώνουν τον πληθωριστικό δείκτη δεν συμπεριλαμβάνονται ο καφές, τα τσιγάρα και οι τυρόπιτες. Μιας και είμαι στη δουλειά να σου πω κάτι σχετικό. Από μικρός ασχολήθηκα με διάφορα –πλασιέ, εργάτης σε εργοστάσιο, σερβιτόρος, υπάλληλος βιβλιοπωλείου και χαρτοπωλείου, συντάκτης περιοδικού του ειδικού τύπου... Και κατάλαβα οτι δεν είμαι καλός στο άρπαγμα, ούτε στο φούμαρο –οπότε, σκέφτηκα να δουλέψω στο Δημόσιο. Να μην πρέπει να κλέψω τα λεφτά του μισθού μου και να έχω την δικαιολογία οτι μπορεί η δουλειά μου να βοηθήσει στη βελτίωση της ζωής των συνανθρώπων μου. Μπορεί, είπα! Τέλος πάντων, γι΄αυτή μου την ιδέα τιμωρήθηκα με πολύχρονη εκταφή σε βομβαρδισμένα κτίρια, με γυμνά καλώδια να κρέμονται πάνω από το κεφάλι μου, με σωλήνες καλοριφέρ να στάζουν κινέζικο μαρτύριο, με σπασμένους σωλήνες κλιματιστικών να ρίχνουν παγάκια –έπρεπε κιόλας να αρπάζω υπολογιστή για να δουλέψω, την ώρα που ο πολιτικός προϊστάμενος καθόταν πάνω από το κεφάλι μου σε έναν όροφο-παλατάκι, με σούπερ λάπτοπ και άλλα έξτρα και απορούσε (ο πολιτικός προϊστάμενος): «Γιατί θα πρέπει να έχει κάθε υπάλληλος το κομπιούτερ του; Τι να το κάνει; Ένα κομπιούτερ ανα δύο υπαλλήλους είναι μια χαρά –έχω δει και τον γιο μου τι κάνει στο σπίτι, όλο παιχνίδια παίζει στο κομπιούτερ». Μίλησα για το εργασιακό περιβάλλον, που είναι το μόνο θετικό στη δουλειά μου στο Δημόσιο, δεν θέλω να συνεχίσω παρουσιάζοντας τα αρνητικά –εντάξει; Γιατί εδώ δουλεύω υπηρέτης των πολιτικών βλέψεων του προϊσταμένου μου, δουλεύω για να τον κάνω αναγνωρίσιμο στην εκλογική του περιφέρεια.

Μετά τη δουλειά γυρίζω σπίτι κάπως θολωμένος και έχω αυτό το βίτσιο της ξεκούρασης. Να κάτσω βρε παιδί μου 2 ώρες, να αδειάσω το κεφάλι μου, να δω ωραίες εικόνες, να χαλαρώσω. Γι΄αυτό αγόρασα τηλεόραση. Είμαι και λάτρης του κινηματογράφου, γουστάρω επίσης μουσική –πήρα λοιπόν ένα ηχοσύστημα της προκοπής, να ακούω και να βλέπω. Αλλά μετά ανακάλυψα οτι εφόσον θέλεις να δεις κάτι σοβαρότερο των διαφημίσεων και αξιοπρεπέστερο των ξανθών κοριτσιών που δακρύζουν πάνω από το σκίσιμο της φούστας τους ακούγοντας τηλεθεατές να εξιστορούν τα παραφουσκωμένα τους προβλήματα, αν λοιπόν θέλεις να δεις κάτι που να βλέπεται πρέπει να πληρώσεις έξτρα. Να νοικιάσεις ταινίες, να βάλεις συνδρομητική τηλεόραση... Σου είπα κιόλας οτι είμαι γαύρος; Ε, ακόμα κι αυτό, ακόμα και την ομάδα μου να παίζει μπάλα, για να τη δω θα πρέπει να την πληρώσω χρυσή. Επειδή ζω στη Μπουρδελολάνδη, θες να πηδήξεις; Σκάστα. Θες να πάρεις μάτι; Πλήρωσε. Θες να πιεις έναν καφέ; Θα τ΄ακουμπήσεις λες και τον πίνεις μαζί με 129 τοπ μοντέλα, ενώ θα κάθεσαι μόνος σου με θέα (και οσμή) τον εξαεριστήρα της κουζίνας.

Μερικά βράδια βγαίνω βόλτα και τότε είμαι αναγκασμένος να περνάω ανάμεσα σε σιδερόφρακτους μπάτσους που με κοιτάζουν περίεργα –όταν απομακρύνομαι, πέφτω σε ανθρώπους στοιβαγμένους σε πάρκα και πλατείες, βλέπω σκελετωμένα παιδιά, μυρίζω την αποφορά του δυτικού μας πολιτισμού. Κι αν θελήσω να βολτάρω στην εξοχή, πρέπει να την ψάξω την εξοχή κάτω από τόννους σκουπιδιών και ανθρώπινων. Περιττωμάτων. Επειδή εδώ πιστεύουμε σε έναν Θεό κι αυτός λέγεται υπερκατανάλωση. Τρέχουμε 25 ώρες τη μέρα για να εξασφαλίσουμε την ευλογία του και τρέμουμε την κατάρα του.

Δεν ξέρω αν σου είπα –έχω και μια κόρη κι αυτό είναι, από μόνο του, ανησυχητικό. Επειδή πηγαίνει δημόσιο σχολείο και το δημόσιο σχολείο εφαρμόζει πιστά το επίσημο διδακτικό πρόγραμμα, τουτέστιν, εξευτελισμός των παιδιών μέσω της υπερανάδειξης των αδυναμιών τους και μέσω του κανιβαλίσματος των ευαισθησιών τους, κακοποίηση των παιδιών συχνά-πυκνά, αδιαφορία για τα προβλήματά τους και την προσωπική τους ασφάλεια... Μιλάω τώρα για τους εκπαιδευτικούς, δεν πέρασα ακόμα στους συμμαθητές και δεν παρουσίασα το πρόγραμμα φύλαξης των παιδιών από τα ολοήμερα σχολεία που αποσκοπεί στο να χάνει ο γονέας μια ώρα την ημέρα από τη δουλειά του. Γιατί εδώ πέρα «ο τζάμπας πέθανε» κι αν θέλεις ότι δικαιούσαι πρέπει να το πληρώσεις διπλά.

Θα μπορούσα να συνεχίσω για ώρα πολλή, αλλά νομίζω πήρες μια ιδέα της καθημερινότητάς μου.

Κατάλαβες, υποθέτω, οτι ο κόσμος που ζω, απέχει πολύ από το να με ευχαριστεί. Παρακάτω;

Ότι δεν μας ευχαριστεί καλό είναι να προσπαθούμε να το αλλάξουμε, το λένε και οι τηλε-ψυχολόγοι, εγώ θα σου πω κάτι περισσότερο. Αυτή η πόλη, αυτή η χώρα, αυτό το κοινωνικό σύστημα σκοπεύει στη φυσική και πνευματική μας εξόντωση. Έχουν ξαμολύσει τα σκυλιά τους και μας περιμένουν, μας κομματιάζουν κάθε μέρα που ξεμυτάμε από τον προσωπικό μας χώρο, ακόμα περισσότερο, έχουν μπει στον προσωπικό μας χώρο. Και κάπως πρέπει να γλιτώνουμε –κάθε μέρα.

Έτσι κι εγώ έγινα αριστερός. Όχι επειδή θέλω το καλό του κόσμου, όχι επειδή είμαι επαναστάτης –αλλά γιατί πρέπει με κάποιον τρόπο να αποκρούω τα χτυπήματα.

Ο όρος αυτός της «αριστεράς» είναι μια τερατογέννεση, επειδή προέρχεται από την τοπολογία των κοινοβουλίων και η αριστερά σκοπεύει στην κατάργηση των κοινοβουλιών. Αλλά χρησιμοποιούμε τον όρο απλουστευτικά κι αυτό είναι καλό όσο δεν μας τρώει η απλούστευση κι όσο δεν κοροϊδευόμαστε οτι η αριστερά μπορεί να επιβιώσει μέσα στα κοινοβούλια.

Επειδή η αριστερά είναι κατά βάση αντιεξουσιαστική. Θέλουμε να καθορίζουμε τη ζωή μας σε συνεργασία με τους συναθρώπους μας, να αποφασίζουμε εμείς για εμάς και να μη μιλάει κανένας παλιοκερατάς στο όνομά μας. Θέλουμε τους εκπροσώπους μας να μας υπηρετούν και όχι να μας διαφεντεύουν. Και θέλουμε να τους παύουμε άμεσα, επειδή στραβοξυπνήσαμε μια μέρα και δεν μας αρέσει το χτένισμά τους. Αυτά θέλουμε. Για αρχή. Μετά θα θελήσουμε περισσότερα, θα θελήσουμε τα πάντα.

Θα μου πεις –είναι αναγκαίο να είσαι αριστερός για να εξοργίζεσαι; Όχι βέβαια. Αλλά όταν βλέπεις οτι κάτι πάει στραβά εδώ πέρα, όταν το «κάτι» γίνεται «τα πάντα», κάπου πρέπει να ψαχτείς, να πάρεις μια ιδέα. Βλέπεις ας πούμε οτι το πόδι σου σαπίζει και βγάζει λέπια, δεν θα πας σε έναν γιατρό; Δεν θα ανοίξεις έστω μια ιατρική εγκυκλοπαίδεια να δεις τι διάβολο σου συμβαίνει; Έτσι ανοίγεις και εκείνα τα βιβλία των αριστερών φιλοσόφων, οικονομολόγων, κοινωνιολόγων και λοιπά. Άκου τώρα τι παθαίνεις με τέτοια βιβλία.

Οι παραπάνω επιστήμονες έχουν αυτό το πρόβλημα –οτι είναι δηλαδή επιστήμονες. Κάποιοι, μεταξύ τους, θεωρούν οτι πρέπει να έχεις διαβάσει 10 καντάρια βιβλία πριν ανοίξεις το δικό τους κι έτσι γράφουν ακαταλαβίστικα, για στρουκτουραλισμούς, φορμαλισμούς, αποστερήσεις, φανξιοναλισμούς και της Παναγιάς τα μάτια. Το κάνουν αυτό επειδή πατάνε πάνω στην ήδη υπάρχουσα γνώση για να προχωρήσουν ένα ακόμα στάδιο την ανάλυσή τους. Σωστοί –αλλά αν εσύ δεν κατέχεις την ήδη υπάρχουσα;
Είναι και κάποιοι άλλοι που γράφουν μια τρακοσάρα σελίδες για να αναφέρουν τα αυτονόητα. Οτι η γη γυρίζει, οτι οι άνθρωποι εξαρτώνται από τις ανάγκες τους, οτι ο γάτες γαυγίζουν στα κεραμμύδια προσπαθώντας να μάθουν μια ξένη γλώσσα... Το κάνουν αυτό επειδή θέλουν να γκρεμίσουν κάποια κοινή αντίληψη κι έτσι τη στήνουν στα πόδια της, τη στολίζουν, την κανακεύουν και μετά της ρίχνουν μια –χρατς! Και τη φέρνουν τούμπα, με το κεφάλι στο χώμα και τα πόδια στον αέρα. Πριν όμως φτάσουν εκεί, εσύ έχεις κλείσει το βιβλίο μπουχτισμένος επειδή «τα ξέρεις όλα αυτά –σιγά τους επιστήμονες!» Ή, αν είσαι ψυλλιασμένος, πηδάς τις σελίδες του στησίματος, πηγαίνεις κατευθείαν στην κατεδάφιση και δεν καταλαβαίνεις μία!

Γι΄αυτό και πολύς κόσμος δεν διαβάζει βιβλία. Βαριέται, δεν έχει χρόνο, δεν έχει όρεξη και στην τελική τα βιβλία δεν είναι εικονογραφημένα. Κι έχουν και παραπομπές μεγαλύτερες από το ίδιο το κείμενο! Δεν διαβάζει βιβλία ο κόσμος αλλά τρώγεται να έχει άποψη. Επί παντός. Άλλωστε, τι είναι όλοι αυτοί οι επιστήμονες; Κάτι σαχλαμαράκηδες που λένε κοινοτυπίες –σιγά! Κι εγώ μπορώ να το κάνω!

Να το κάνεις μανούλα μου, αλλά από που θα πάρεις στοιχεία για να διαμορφώσεις την άποψή σου; Οι επιστήμονες βάζουν στο τέλος του βιβλίου τους τη βιβλιογραφία, για να δεις από που βρήκαν τα στοιχεία. Εσύ; Η δική σου βιβλιογραφία είναι τα δελτία ειδήσεων, τα κουτσομπολίστικα άρθρα των εφημερίδων, οι φήμες που κυκλοφορούν και η προσωπική σου οπτική επειδή εσύ έχεις μάτι και γεννήθηκες στην πιάτσα και σου κόβει! Κολοκύθια με τη ρίγανη! Επειδή σε όλα αυτά κυριαρχεί ο υποκειμενισμός και μας ξεσκίζει τα πάτερα. Αν, ας πούμε, εγώ έχω ένα σπιτάκι στο κέντρο και θέλω να το νοικιάσω –το πιο πιθανό είναι να θέλω κρεμασμένους τους μετανάστες που ρίχνουν την αξία της περιοχής. Και έτσι θα βρω στήριξη στις ειδήσεις και στα κίτρινα άρθρα εφημερίδων... Τι θα πουν όλα αυτά; Πολλά σε προσωπικό επίπεδο και απολύτως τίποτα σε κοινωνικό επίπεδο. Επειδή είναι άλλο το «θέλω να εξαφανιστούν οι μετανάστες για να κονομήσω» κι άλλο το «οι μετανάστες βλάπτουν το έθνος μας». Κι όσο αρνούμαι να παραδεχτώ το προφανές, τόσο γίνομαι θύμα της προπαγάνδας που ψάχνει ηλίθιους σαν εμένα για να ανθήσει.

Είπα παραπάνω οτι είμαι αριστερός –να σου πω και τι σημαίνει αυτό, πέρα από θεωρητικές αντιλήψεις. Έτσι για να μη με ρωτάς συνέχεια κι εγώ επαναλαμβάνω τις ίδιες απαντήσεις.

Είμαι αριστερός σημαίνει οτι παλεύω κάθε μέρα μέσα στο σπίτι μου για να καταργήσω τις εξουσίες των οικογενειακών ρόλων. Θέλω να επιλέγω τις καθημερινές σπιτικές δουλειές με βάση τη διάθεση αλληλεγγύης και όχι με βάση τη σωματική μου διάπλαση η οποία υπερτερεί αυτής της γυναίκας μου. Θέλω να μιλάω με την κόρη μου και όχι να την διατάζω. Θέλω αυτή η ομάδα που λέγεται «οικογένεια» να λειτουργεί για το καλύτερο των μελών της κι αυτό δεν θα το μάθω αν δεν πω την άποψή μου κι αν δεν ρωτήσω τους υπόλοιπους για τις δικές τους απόψεις. Το τρίγωνο λοιπόν είναι ισοσκελές και όχι ορθογώνιο, το τετράγωνο δεν είναι απλώς παραλληλόγραμμο.

Κι επειδή έχω ένα παιδί, έχω πολλά παιδιά. Κι όσο το παιδί μου είναι στο σπίτι, τα υπόλοιπα παιδιά μου πλένουν τζάμια στα φανάρια, κακοποιούνται, πεινάνε, πεθαίνουν.

Κι επειδή αγαπάω τη γυναίκα μου, αγαπάω όλες τις γυναίκες. Κι αυτές που εκπορνεύονται για να ζήσουν, κι εκείνες που ξυλοκοπούνται και τις άλλες που τις λιώνουν επειδή τις πέτυχαν σε αδυναμία.

Κι επειδή αγαπάω όλους αυτούς, δεν μπορεί να μην αγαπάω τους άντρες σαν κι εμένα. Ειδικά όσους μένουν ανάπηροι σε εργοστάσια και κουρελιάζονται σε ξένες χώρες ψάχνοντας πως θα ζήσουν την οικογένειά τους.

Άρα, η οικογένειά μου δεν μου αφήνει άλλο περιθώριο από το να είμαι αριστερός.

Και γι΄αυτό παλεύω να κάνω τη δουλειά μου όσο μπορώ καλύτερα, στο βαθμό που από αυτή εξαρτάται η επιβίωση κάποιου πολίτη. Και γι΄αυτό προσπαθώ να κάνω τη δουλειά μου όσο χειρότερα γίνεται, όταν η δουλειά μου αποσκοπεί στην εκμετάλλευση των πολιτών.

Και νευριάζω στην αρχή -θυμώνω αργότερα.

Με τους αδιάφορους, επειδή η αδιαφορία είναι συμμετοχή στην καταπίεση που τρώω εγώ, η οικογένειά μου και οι συμπολίτες μου.

Με τους εξυπνάκηδες, επειδή η προσπάθεια αναγωγής της υποκειμενικής άποψης σε αναμφισβήτητη αλήθεια μας σπρώχνει βαθύτερα στο βάλτο που μας ανάγκασαν να ζούμε.

Με όσους επιβουλεύονται άλλους ανθρώπους (είτε λόγω συμφέροντος, είτε λόγω ηλίθιας εμμονής) επειδή τότε τα θύματα είναι μονίμως οι αδύναμοι κι εγώ απεχθάνομαι τις επιθέσεις των δυνατών στους αδύνατους.

Αυτά, δειγματοληπτικά –για να πάρεις μια ιδέα περί του τι κατευθύνει τις κινήσεις μου.

Ποτέ δεν θέλησα να οδηγήσω κανέναν πουθενά. Κι αν κάποιες φορές χρησιμοποιώ πρώτο πληθυντικό είναι επειδή έχω την εντύπωση οτι μια προσπάθεια έχει καλύτερο αποτέλεσμα όταν την κάνουν 10 μαζί παρά 1 μόνος του. Αλλά αυτό δεν σημαίνει οτι χρειάζομαι τους υπόλοιπους 9 για να προσπαθήσω, αυτό δεν σημαίνει καν οτι έχω την επιλογή να ΜΗΝ προσπαθήσω λόγω της σχεδόν σίγουρης αποτυχίας της προσπάθειάς μου.

Επειδή ζω εδώ πέρα και δεν έχω καμιά όρεξη να με ποδοπατήσουν εμένα και τους δικούς μου και δεν είμαι ιδιαίτερα πρόθυμος να λοβοτομηθώ και τελικά την πάρτη μου προσπαθώ να γλιτώσω. Την πάρτη μου και τους δικούς μου ανθρώπους.

Και γι΄αυτό είμαι αριστερός. Ξηγηθήκαμε;

Τρίτη, Αυγούστου 25, 2009

Φόλα το έργο -τζάμπα πήγε το εισιτήριο

«Εδώ ήρθαμε –πάμε να φύγουμε τώρα». Κλασική ατάκα σε παλιά σινεμά, όταν ακόμα σε άφηναν να μπεις ενώ είχε αρχίσει το έργο –οπότε καθόσουν να δεις την αρχή στην επόμενη προβολή. Καθόσουν λοιπόν με το σάμαλι να στάζει δίπλα στην κοκακόλα και έβλεπες...

Έβλεπες, ας πούμε, την πορεία των «bloggers με τα μαύρα» στη Βουλή (που δεν ήταν και τόσο πολύ bloggers –κάτι συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ είχαν οργανώσει την πορεία) -τέλος πάντων. Το 2007 ήταν και πήγαν οι μαυροφορεμένοι, κοίταξαν απειλητικά την κλειστή Βουλή (μπρρρ, ανατρίχιασε ο τσολιάς!), κάποιοι φασκέλωσαν κιόλας, βρίστηκαν με κάτι εξωκοινοβουλευτικούς που πήγαν να σηκώσουν πανό, τους σκάσανε οι μπάτσοι δυο κρότου-λάμψης και μετά φύγανε όλοι ευτυχισμένοι που έκαναν το καθήκον τους.

Λίγο αργότερα έγιναν οι εκλογές και οι αγωνιστές bloggers, φυσικά, δεν ενδιαφέρθηκαν να στείλουν στο σπίτι τους όλους αυτούς που ευθύνονταν για το κάψιμο της μισής Πελοποννήσου... Γιατί να το κάνουν άλλωστε; Αν έχεις κοιτάξει απειλητικά τη Βουλή, η ψήφος είναι μηδαμινή υπόθεση! Εσύ το έστειλες ήδη το μήνυμα!

Βέβαια, όταν ανέβηκαν τα παιδιά στην καμένη Πάρνηθα και τους κυνηγάγανε με τα ελικόπτερα –πιάσανε πολλά παιδιά τότε και τα περάσανε από δίκη –οι bloggers κοιμόντουσαν εξουθενωμένοι από το αδυσώπητο κοίταγμα της Βουλής. Έτσι είναι αυτά –ο πολεμιστής χρειάζεται και την ανάπαυσή του!

Έγιναν, που λες, οι εκλογές –κέρδισε ο Κωστάκης και οι bloggers σήκωσαν υποτιμητικά το αριστερό φρύδι. «Τι να ασχολούμαστε μ΄αυτά; Όλοι ίδιοι είναι –σιγά μην τους δώσουμε αξία!» Διότι, άμα ο άνθρωπος είναι πολεμιστής και έχει ανδραγαθήσει στη μάχη υπέρ της Αμαλίας και σε ΔΥΟ ολόκληρες διαδηλώσεις για τις φωτιές –τι άλλο να κάνει δηλαδή; Να πάει και να ρίξει με την ψήφο του την κυβέρνηση Καραμανλή; Έ, όχι δα!

Πέρασε ο χρόνος, μπήκαμε στο 2008 και η κυβέρνηση Καραμανλή άρχισε να αποδυναμώνεται από το σκάνδαλο του Βατοπεδίου. Πάει να πει, οι ευαισθητοποιημένοι πολίτες στα τέτοια τους που κλάπηκαν τα χρήματα των ασφαλιστικών ταμείων (τα δικά τους χρήματα!), στα τέτοια τους που κάηκε κόσμος και δάση... Τους πείραξε ο Εφραίμ και οι λοιποί καλόγεροι!

Επειδή όμως τα κόμματα εξουσίας ασχολούνται αποκλειστικά με το πως θα καταλάβουν και πως θα παραμείνουν στην "εξουσία" παύλα κυβέρνηση, μπορούμε να διαπιστώσουμε άνετα οτι κάθε ένα από τα δυο υποψήφια κόμματα λειτουργεί ανάλογα με το ποσοστό ψήφων που θα του αποφέρει ή τουλάχιστον δεν θα του στερήσει η κάθε ενέργειά του. Πάει να πει –πολιτικό κόστος. Και στη βάση αυτού προσαρμόζει την εξυπηρέτηση των συμφερόντων η οποία αποτελεί βασική προϋπόθεση ύπαρξής του.
Τουτέστιν, ο εκάστοτε πρωθυπουργός προΐσταται (έστω τυπικά) μιας ομάδας μεσαζόντων που σκοπεύουν να διευκολύνουν μια άλλη ομάδα –ας τους πούμε απλουστευτικά «κεφαλαιούχους». Παράλληλα όμως, η εκάστοτε κυβέρνηση ασχολείται με την επανεκλογή της, για να παραμείνει στην προνομιακή θέση του χρηματοδοτούμενου από τους «κεφαλαιούχους». Κατανοητά μέχρι εδώ;

Με βάση λοιπόν τα παραπάνω –ας υποθέσουμε οτι μια κυβέρνηση έχει δεσμευτεί για τη δημιουργία χωροταξικών έργων (δρόμων, αεροδρομίων, ΧΥΤΑ, μπαουλοντίβανων κ.λ.π.) Γίνεται εύκολα κατανοητό οτι η δέσμευσή της αφορά κυρίως την πριμοδότηση φιλικών εταιρειών και, εντελώς παρεμπιπτόντως, την εξυπηρέτηση των πολιτών. Δυο μεθόδους έχει να διαλέξει συνήθως η κυβέρνηση για την υλοποίηση των σχεδίων της εφόσον εμπλέκεται δασική έκταση στην υπόθεση:
1. Τη χρονοβόρα μέθοδο τύπου Αττικής οδού, όπου έγινε μεν ο δρόμος αλλά προστατεύτηκε σε ένα βαθμό και το δάσος.
2. Την τσακ μπαμ μέθοδο, «στάχτη και μπούρμπερη».

Εμείς τώρα, οι πολίτες, που θέλουμε τα δασάκια μας και την πρασινάδα, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ωθήσουμε την εκάστοτε κυβέρνηση στην επιλογή της πρώτης μεθόδου. Είναι αυτή η μέθοδος η καλύτερη δυνατή για την προστασία του δάσους; Υποθέτω πως είναι –επειδή μπορεί να μειωθεί κάπως η δασική έκταση αλλά δεν θα καεί το πελεκούδι! Άρα, αν μπορώ να χάσω π.χ. 10 στρέμματα δάσους για να προφυλάξω τα 100 –νομίζω οτι αυτό αποτελεί την ενδεδειγμένη τακτική, στις υπάρχουσες συνθήκες. Δεν θα είχα πρόβλημα να μην χαθεί ούτε εκατοστό δάσους, δεν θα είχα πρόβλημα να γίνει δάσος μέχρι και η πλατεία Συντάγματος –αλλά δεν βλέπω καμιά ενέργεια που να οδηγεί σε κάτι τέτοιο. Άρα και μέχρι να ξεκινήσει η «πράσινη επανάσταση» καλό θα ήταν να παίζω τα λιμά χαρτιά μου και να κρατάω τους άσσους γι΄αργότερα.

Και τώρα αναρωτιέμαι –τι κατάλαβε η κυβέρνηση Καραμανλή από τις φωτιές του 2007; Προφανώς, οτι χέστηκε ο κόσμος που κάηκαν τα δάση κι οτι η όλη αντίδραση εξαντλήθηκε σε κάτι ψευτοπορείες. Με λίγα λόγια, κατάλαβε οτι τα καμένα δάση δεν σε κάνουν να χάσεις εκλογές. Έτσι δεν πάει;

Ήρθαν έπειτα και οι ρημάδες οι ευρωεκλογές –φυσικά οι συνειδητοποιημένοι πολίτες δεν καταδέχτηκαν να πάνε να ψηφίσουν –οπότε πήρε καινούργιο μήνυμα η κυβέρνηση. «Κάνε πως κυνηγάς τους μετανάστες, μπας και τσιμπήσεις λίγο σε ποσοστά». Κι έτσι ακριβώς έγινε. Δηλαδή η κυβέρνηση ασχολήθηκε με τους μετανάστες.

Σκάσανε τότε κάτι ειδήσεις οτι από πυροσβεστικά αεροπλάνα είμαστε σε λίγο χειρότερο επίπεδο από την Αλάσκα, βγήκε ο «Τιμωρός των Μελαψών» Μαρκογιαννάκης και διαπίστωσε: «ώχου καημένε –αφού βρέχει ακόμα, τι να τα κάμουμε τα αεροπλάνα;» Και δε βρέθηκε ένας εκεί πέρα να του πει –«δε βρέχει Αναπληρωτά μου –σας φτύνουν!» Και καλώς δεν βρέθηκε επειδή δεν τους έφτυνε κανένας αν θες να ξέρεις –οι πολίτες της χώρας μετράγανε τις κλούβες με τους μετανάστες. Ή τουλάχιστον αυτό κατάλαβε η κυβέρνηση –έχεις αντίρρηση; Αν ναι, πες μου πως την εξέφρασες –αλλιώς τράβα παραδίπλα να κάνεις ηλιοθεραπεία.

Και τελικά, πήρε φωτιά η Αττική –κάηκαν "τα πάντα όλα". 300 χιλιάδες στρέμματα, λέει, είχαν καεί σε μια τριανταετία, 140 χιλιάδες κάηκαν στην τελευταία φωτιά! Και για μια ακόμα φορά περιμέναμε να σβήσει η φωτιά από μόνη της επειδή κανένας δεν ήταν σε θέση να το κάνει. Και διάβαζα στο ιντιμήντια οτι ανέβηκαν παιδιά να βοηθήσουν αλλά τους πήγαιναν οι μπάτσοι από πίσω, μπας και πετύχουν κανέναν μόνο του και του φορτώσουν τον εμπρησμό! Διάβασα επίσης οτι τίποτα δεν υπήρχε εκεί πάνω, ούτε οι μάνικες δεν εφαρμόζανε στους κρουνούς! Α, ναι –σε κάποια φάση τελείωσε και το νερό! Βγήκε κι ο Πάκης και δήλωσε οτι δεν έσβησαν την αρχική (μικρή) φωτιά γιατί έκαναν λάθος στο σημείο –δηλαδή πως; Πήρε τηλέφωνο την πυροσβεστική κάποιος και τους είπε «καίγεται το Χ μέρος» και η πυροσβεστική πήγε στο Ψ, όπου πλακώθηκε να καταβρέχει τα παρτέρια επειδή διαπίστωσε ξεραμένα λελούδια; Δεν ξέρω –κάπως έτσι ίσως.

Ξημέρωσε με το καλό η επόμενη μέρα, βγήκαν οι σολάριουμ τηλεπαρουσιαστές ειδήσεων να καταγγείλουν, βγήκε ο Αντώναρος να δώσει συγχαρητήρια στον συντονισμό των κρατικών υπηρεσιών που δεν έσβησαν τη φωτιά –κατήγγειλε κι αυτός με τη σειρά του τον άνεμο, την έλλειψη πρόσβασης και τα πεύκα, όλα καλά!

Διαβάζω εγώ σήμερα στο blog της «Πρωτοβουλίας για την Αντισυστημική Αριστερά (μέλη των Συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ και Ανένταχτοι):

«Καλούμε όλους τους ενεργούς πολίτες και κάθε συλλογικότητα σε ανοιχτή δημόσια διαμαρτυρία την Παρασκευή 28 Αυγούστου 2009, στις 7.00μμ στην Πλατεία Συντάγματος όπου:

1. Θα κατατεθούν στο προεδρείο της καμένα δέντρα στην Βουλή σαν απάντηση της φύσης και των ενεργών πολιτών στις πολιτικές που τα έκαψαν.

2. Όλα τα καμένα τουλάχιστον των τελευταίων 10 ετών θα απαιτηθεί να κυρήσσονται (ανάποδα έβαλες τα η και υ σύντροφε –δεν έμαθες στο σχολείο οτι η κήρυξη γράφεται αντίθετα από την κυρία;)αυτόματα αναδασωτέα στην πράξη και

3. Αν βρεθούν κτίσματα σε δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις να καταδικάζονται για κακουργήματα οι ιδιοκτήτες του κτίσματος, ο εργολάβος και οι υπεύθυνοι που έδωσαν άδειες ( Πολεοδομία, ΔΕΗ ) και να τους επιδικάζονται και τα έξοδα κατεδάφισης του.»


Και λέω, «εδώ ήρθαμε –πάμε να φύγουμε τώρα».

Επειδή η κατάθεση καμένων δέντρων είναι μια φούσκα για να παίρνουν πλάνα τα κανάλια.

Επειδή δεν υπάρχει επίσημο δασολόγιο, οπότε κανένας δεν μπορεί να πει ποια είναι τα καμένα εδάφη.

Επειδή οι περιοχές που μπαίνουν στο Σχέδιο Πόλεως και παίρνουν ρεύμα/ νερό έχουν προηγουμένως αποχαρακτηριστεί.

Επειδή τα αυθαίρετα χτίζονται παράνομα και με μαύρη εργασία, άρα δεν υπάρχει εργολάβος κι άλλα τέτοια.

Επειδή οι ιδιοκτήτες των αυθαιρέτων έχουν φροντίσει συνήθως να προμηθευτούν με νόμιμη άδεια ιδιοκτησίας ΟΙΚΟΠΕΔΟΥ.

Επειδή κοντολογίς όλα τα παραπάνω είναι μαλακίες ολκής –του τύπου «αφού θα φτάσουμε μέχρι τη Βουλή ας έχουμε και τίποτα αιτήματα».

Αλλά κυρίως, το «εδώ ήρθαμε» σημαίνει οτι έχουμε δει τη συνέχεια.

Να σου πω το παρακάτω; Θα γίνουν οι εκλογές, οι συνειδητοποιημένοι bloggers και οι λοιποί πνευματικοί άνθρωποι του διαδικτύου δεν θα λερώσουν τα δαχτυλάκια τους με ψηφοδέλτια ή θα ψηφίσουν τίποτα ΣΥΡΙΖΑ στην καλύτερη περίπτωση.

Και η επόμενη κυβέρνηση (όποια κι αν είναι) θα πάρει πάλι το μήνυμα. Τουτέστιν:

«Μην είσαστε κορόιδα ρε! Τα δάση δεν φέρνουν ψήφους –ασχοληθείτε εκεί πέρα με τίποτα σοβαρό κι αφήστε τις δασοπροστασίες!»

Και του χρόνου το καλοκαίρι θα καεί πουθενά στη Μακεδονία –επειδή δεν το κόβω να έχει απομείνει δέντρο στην Αττική.

Και θα μαζευτούν τα «καρντάσια με τα μαύρα» να φασκελώσουν –τι; Το Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης; Ξέρω ‘γω;

Η ίδια ακριβώς ταινία, το ίδιο σενάριο, οι ίδιες, τηλεοπτικού τύπο, λήψεις. Ε, βαρέθηκα λοιπόν τους «Άντρες με τα Μαύρα νο.2», όχι άλλα σίκουελ!

Εκτός αν αποφασίσετε φέτος να φασκελώσετε και τα μούτρα σας μαζί με τη βουλή.

Κρετίνοι.

Δευτέρα, Αυγούστου 24, 2009

13. Αέρας του θανάτου

Προηγουμένως:
1.Ο Άρης είναι καθηλωμένος σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο αντιμετωπίζοντας σημαντικά κενά μνήμης. Μαζί με μια ακόμα ένοικο, την Κατερίνα, βρίσκουν έναν κρεμασμένο άντρα κοντά στο ξενοδοχείο.

2. Οι χωρικοί εμφανίζονται με απειλητικές διαθέσεις λόγω του κρεμασμένου, αλλά η κατάσταση διορθώνεται μετά την παρέμβαση του θείου Χάρη και την παράδοση των ενόχων κυνηγών.

3. Κατανομή αρμοδιοτήτων μέσα στο ξενοδοχείο, όσο τα όπλα παραμένουν στον θείο Χάρη και μια φωτογραφία εφημερίδας που ισχυρίζεται οτι ο Άρης είναι καταζητούμενος τρομοκράτης.

4. Ψάρεμα με αμφίβολα αποτελέσματα και κάποιες αψιμαχίες σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων.

5. Μια απόπειρα βιασμού έχει συνέπεια την κοινή πορεία του Άρη με τον Πάνο εκτός ξενοδοχείου.

6. Ο Άρης φτάνει στο χωριό και, με τη βοήθεια του αστυνόμου, ψάχνει να βρει την κόρη του.

7. Ο Άρης συναντάει τους δικούς του συντρόφους για να ανακαλύψει οτι δεν είναι ούτε δικός τους, ούτε σύντροφός τους.

8. Ο Άρης ανακαλύπτει διάφορα πράγματα, μεταξύ αυτών και το πτώμα του πατέρα του.


9. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο -η αντοχή των ορίων μεταξύ "δικού" και "ξένου"

10. Μετά από ένα βράδυ στο ξενοδοχείο ο Άρης ξεκινάει για το βουνό περνώντας από τον κατεστραμμένο δρόμο

11. Ο Άρης ανεβαίνει το βουνό ψάχνοντας την οικογένειά του.


12. Ο Άρης συναντάει την οικογένειά του αλλά και τον Στέφανο.

Την κρατούσα αγκαλιά και ψηλάφιζα το χώμα με τις λιωμένες μου μπότες –πατούσα απαλά τις ετοιμόρροπες πέτρες που περίμεναν να ξεκολλήσουν από την ξεραμένη λάσπη και να κατρακυλήσουν στην κατηφόρα του μονοπατιού –η μικρή είχε από ώρα αποκοιμηθεί και τίποτα δεν θα άφηνα να της ταράξει τον ύπνο.

Ξεκινήσαμε όταν ο ήλιος μας κορόιδευε αποχαιρετώντας το καθρέφτισμά του στους βράχους –μια φορά τον χρειαστήκαμε κι αυτός βιάστηκε να φύγει. Αλλά προλάβαμε να βρούμε το μονοπάτι, ένα κοπάδι αξιολύπητων που φρόντιζαν να γεμίσουν τον αέρα με βογκητά και κατάρες στο πέρασμά τους. Η μικρή στην αρχή κελαηδούσε με το κεφάλι ακουμπισμένο στον ώμο μου, μετά κουράστηκε. Η γυναίκα μου ερχόταν πίσω μας, έτοιμη να βοηθήσει αν χρειαζόταν. Δεν μιλούσαμε, μόνο φεύγαμε.
«Έρχονται», ούρλιαξε μια γυναίκα κάπου μπροστά μας, στο στρίψιμο του μονοπατιού.
Δεν κατάλαβα στην αρχή, αλλά μετά άκουσα το βουητό, κοίταξα ψηλά. Δυο αεροπλάνα πέρασαν από πάνω μας, σε λίγο ακούσαμε εκρήξεις κοντά στην κορυφή του βουνού.
«Τυχεροί είμαστε», μουρμούρισε ένας γέρος προσπερνώντας μας.
«’Νάθεμα τη φύτρα τους!» βλαστήμησε κάποιος άλλος, μόνο που δεν κατάλαβα σε ποιους αναφερόταν.
Πίσω μας άνοιγαν τα στόματα της κόλασης, επιταχύναμε ασυναίσθητα το βήμα μας -σε λίγο έφτασε τις μύτες μας ο καπνός και η κάψα μας χτύπησε την πλάτη. Κουτρουβαλούσαμε πλέον παρά κατεβαίναμε. Και το μονοπάτι ατέλειωτο –σκόνταψα αλλά εκείνη με κράτησε από τη μέση. Δεν σωριαστήκαμε.

«Να κάτσουμε λίγο εδώ μέχρι να ξημερώσει», φώναξε κάποιος.
Οι υπόλοιποι βιάστηκαν να σωριαστούν στο πλάτωμα που μόλις είχε ανοίξει αριστερά μας –σωστό ή λάθος δεν μας ένοιαζε. Ήμασταν εξαντλημένοι.
«Οι άντρες απέξω, οι γυναίκες και τα παιδιά στη μέση», διέταξε ο γνωστός μου γέρος.
Άφησα τη μικρή στην αγκαλιά της, μετά τις φίλησα και τις δυο και έτρεξα να πιάσω θέση. Οι γέροι κάνανε κύκλο για να προσέχουν τα γυναικόπαιδα από τα ζώα του βουνού.
«Ν΄ανάβαμε φωτιά;» αναρωτήθηκε ο διπλανός μου αλλά αμέσως κατάλαβε τη βλακεία του και δεν επέμεινε.
Διπλώθηκα με το πιστόλι ανάμεσα στα γόνατα, ένας ιδρώτας ήρθε να παγώσει την πλάτη μου –λούφαξα σαν κυνηγόσκυλο που έχασε το σκοτωμένο ορτύκι.
«Εσένα κρατάνε ακόμα τα κότσια σου, πρόσεχε λοιπόν και για μας τους γεροντότερους», μου ψιθύρισε ο γέρος από δίπλα και μετά έριξε το κεφάλι στο στήθος.

Στην αρχή προσπαθούσα να τρυπήσω τη νύχτα, να εστιάσω σε οτιδήποτε άσπριζε μέσα στο σκοτάδι –μετά παραιτήθηκα. Ότι κι αν ερχόταν θα το βλέπαμε όταν θα ήταν ήδη αργά. Και τότε, με το μυαλό μισοκοιμισμένο, τα μάτια βαριά –τότε ήρθε να με βρει ο λόγος για τον οποίο πήγα στο ξενοδοχείο. Δεν πήγα μόνος μου εκεί, είχαμε πάει να τελειώσουμε οτι ξεκινήσαμε στο δρόμο. Επειδή οι αθώοι πεθαίνουν εύκολα, διαμελίζονται για καθαρά στατιστικούς λόγους σε παγιδευμένες διαδρομές. Αλλά οι πραγματικοί ένοχοι... Είχαμε μάθει αυτή την εποχή οτι έπρεπε να γίνεις το ίδιο ένοχος αν ήθελες να ξεφορτωθείς τους πραγματικούς ενόχους και μετά... Λοιπόν μετά, αν σκόπευες να προσφέρεις υπηρεσίες στους συνανθρώπους σου το καλύτερο που θα είχες να κάνεις ήταν να αυτοκτονήσεις –μπας και διακόψεις τη γραμμή των ενόχων. Το είχαμε μάθει αυτό κι έτσι πηγαίναμε στο ξενοδοχείο να βρούμε έναν φονιά και μια μαριονέτα. Έπρεπε και οι δυο τους να βγουν από το παιχνίδι. Ένα αγριόσκυλο ούρλιαξε πανηγυρίζοντας την επιστροφή μου στον κόσμο των καταραμένων. Προσπάθησα να χαμογελάσω αλλά τα χείλη μου κρέμασαν.

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε έτσι, ποτέ δεν ξέρεις αν σε πήρε ο ύπνος ή αν απλώς ο χρόνος πάγωσε αρνούμενος να κυλήσει, πάντως άκουσα τα βήματά τους να θρυμματίζουν την ξεραμένη λάσπη –υπολόγισα 20 μέτρα απόσταση. Μπορεί και λιγότερο. Πετάχτηκα μη μπορώντας να ξεχωρίσω τίποτα. Και πυροβόλησα στον αέρα πριν σκεφτώ.
Οι υπόλοιποι αναστατώθηκαν, ένας πανικός ξεκίνησε τσακίζοντας τον προστατευτικό μας κύκλο. Προχώρησα λίγο, αυτοί που έρχονταν με νοιάζανε περισσότερο αυτή τη στιγμή.
«Την επόμενη φορά θα ρίξω χαμηλότερα», φώναξα καθώς οι ίσκιοι απέναντί μου άρχισαν να πληθαίνουν.
Άκουσα γέλια.
«Ποιος είναι;» με ρώτησε ο γέρος δίπλα μου.
«Όποιος και νάναι...» μουρμούρισα. «Πάω να δω, περιμένετε», αυτό το φώναξα.

Και μετά κάλυψα βιαστικά τα μέτρα που μας χώριζαν –απεχθάνομαι τους μυστηριώδεις ίσκιους. Πριν τους δω, πλησιάζοντάς τους απλώς, κατάλαβα ποιοι ήταν. Θα έπρεπε να χαμογελάσω ησυχασμένος αλλά δεν το έκανα.
«Μας ακολουθείτε ή μας κυνηγάτε;» ρώτησα.
«Να σας κυνηγήσουμε;» απόρησε μια φωνή απέναντί μου.
Μετά η φωνή ξεκόλλησε από τους ίσκιους πλησιάζοντάς με.
«Είμαι ο επικεφαλής της ομάδας –χαίρομαι που σε συναντάω», χαμογέλασε.
Ήταν λίγο μεγαλύτερός μου αλλά πολύ πιο κουρασμένος. Φορούσε ένα κουρελιασμένο πουκάμισο και στον ώμου του είχε περασμένη κάποια θήκη στρατιωτικού όπλου, κάτι ογκώδες σαν Κολτ, με φυσιγγιοθήκη.
«Καλά, δεν έχουμε καιρό για φιλοφρονήσεις. Που είναι ο Στέφανος;» ζήτησα να μάθω.
Ο Στέφανος βρέθηκε κοντά μας σαν την καλή νεράιδα που εμφανίζεται όταν κάποιος προφέρει το όνομά της.
«Αφού σου είπα να περιμένεις, γιατί εξαφανίστηκες;» γκρίνιαξε ανάλαφρα.
«Σωστά, έπρεπε να σε περιμένω –και να φάω τις βόμβες στο κεφάλι», νευρίασα.
«Τι δηλαδή; Το ήξερες οτι θα ρίξουν και γι΄αυτό έφυγες;» απόρησε.
«Μη γίνεσαι ηλίθιος», μουρμούρισα.
«Καθίστε κοντά στους ανθρώπους εκεί πέρα και προσέξτέ τους», είπε ο Στέφανος στον επικεφαλής κι αυτό έμοιαζε με προστασία αλλά και αιχμαλωσία ταυτόχρονα. Αλλά μήπως μαζί δεν πάνε πάντα αυτά;

Τον άφησα λίγο να κανονίζει εκεί πέρα κι επέστρεψα να καθησυχάσω τους γέρους.
«Δηλαδή λες οτι θα μας φυλάνε;» ρώτησε ένας απ΄αυτούς.
«Ναι. Μην ανησυχείτε», είπα.
«Είναι από το χωριό μας;»
«Δεν ξέρω».
«Πολλοί από το χωριό έχουν προηγούμενα μαζί μας».
«Δεν είναι ώρα για τέτοια», είπα χωρίς να το πιστεύω. «Θα είσαστε ασφαλείς μαζί τους».
Έφυγα πριν συνεχίσουν τις ερωτήσεις, πρόλαβα μόνο να την δω να αγκαλιάζει την κόρη μας και να τη νανουρίζει. Προσπαθούσε να λειάνει τις κοφτερές άκρες του μέλλοντος που τους έφερνα.

«Τι σκατά θέλεις από μένα;» φώναξα στον Στέφανο, αλλά ήξερα ήδη την απάντηση.
«Πρέπει να τελειώσουμε αυτό που αρχίσαμε», μου υπενθύμισε.
«Για ποιο λόγο; Για να ζήσουν οι άνθρωποι σε έναν καλύτερο κόσμο; Για να διορθωθούν οι αδικίες, να σταματήσει η καταπίεση; Πάνε πια αυτά ρε Στέφανε –βρωμιστήκαμε. Κάπου στην διαδρομή δεχτήκαμε να παίξουμε με τους δικούς τους όρους κι έτσι χάσαμε! Πως μπορείς να νικήσεις παίζοντας με φτιαγμένους όρους; Τους περάσαμε για μικρόμυαλους και πέσαμε στη λούμπα όλο προθυμία. Ξύπνα Στέφανε, παράτα τα!»
Με κοίταξε λυπημένα.
«Κανονικά έπρεπε να σε σκοτώσω πριν τελειώσεις την κουβέντα σου», διαπίστωσε.
«Ναι, έπρεπε», συμφώνησα. Ήταν ο καιρός του φανατισμού για όλους μας –η αμφιβολία ρήμαρε με την προδοσία.
«Δεν θα το κάνω όμως για την ώρα...» μουρμούρισε ο Στέφανος.
«Δικό σου θέμα αυτό», απάντησα.
«Άκουσέ με για λίγο», είπε αόριστα καθώς σωριαζόταν σε μια πέτρα αναγκάζοντάς με να καθίσω δίπλα του. «Το χωριό το χάσαμε, έτσι κι αλλιώς δεν είχαμε πολλές δυνάμεις εκεί πέρα. Ξέρεις τι θα πάθουν αυτοί που πιάστηκαν; Αν πρόλαβαν να σκοτώσουν τον αστυνόμο, ίσως έχουν κάποια ελπίδα –αλλά τους περισσότερους θα τους στήσουν στα 3 μέτρα, τα ξέρεις όλα αυτά. Και μετά θα έρθουν στο βουνό, θα μας ψάξουν να μας τελειώσουν. Θα μπορούσαμε να κρατήσουμε λίγες μέρες εδώ πάνω, το βουνό είναι δύσβατο –αλλά κανείς δεν μας εξασφαλίζει από τα αεροπλάνα τους. Υπάρχει λοιπόν και η από δω πλευρά, αυτή που κατεβαίνετε εσείς –οδηγεί σε δικά μας χωριά, δεν το ήξερες αυτό, έτσι; Εκεί έχουμε καλύτερη οργάνωση απ΄οτι μου είπαν, είμαστε έτοιμοι για μάχη σπίτι με σπίτι. Κι αυτό το γνωρίζει ο στρατός, άρα δεν θα επιτεθεί αμέσως στα χωριά –θα περιμένουν να κουραστούμε, να πεινάσουμε...»
«Τι γίνεται στις πόλεις;» ζήτησα να μάθω.
«Τις κρατάμε ακόμα. Δεν ξέρω για πόσο, οι άνθρωποι κουράζονται. Όμως...»
Τον περίμενα να συνεχίσει.
«Όλο αυτό είναι ένα παιχνίδι εντυπώσεων Άρη. Χρειαζόμαστε τον κόσμο μαζί μας κι ο κόσμος άρχισε πάλι να κλείνεται στα σπίτια του. Οι ομάδες μας στις πόλεις κοντεύουν να σφαχτούν μεταξύ τους, η έλλειψη κεντρικού συντονισμού ήταν πάντα πρόβλημα όπως θυμάσαι», σταμάτησε απότομα. «Θυμάσαι -έτσι;» ζήτησε να μάθει.
«Θυμάμαι», τον καθησύχασα.
«Γι΄αυτό πρέπει να πεθάνει το κάθαρμα και μαζί του ο τζουτζές που θέλουν να κατεβάσουν για Πρόεδρο. Να αλλάξουμε λίγο το κλίμα, να κερδίσουμε χρόνο...»
«Και μετά;»
Έξυσε το κεφάλι του.
«Μετά, βλέπουμε», είπε.
«Δυο εκτελέσεις για χάρη της πολυτέλειας του ‘βλέπουμε’...» διαπίστωσα.
«Σταμάτα μ΄αυτές τις μαλακίες!» φούντωσε ο Στέφανος. «Εσύ μας τα έμαθες, τώρα δηλαδή τι ακριβώς κάνεις;»
«Αν αφήσεις να σε πάρει το ρέμα κάποια στιγμή θα τσακιστείς στα βράχια –είναι η φυσική κατάληξη», είπα.
«Σαχλαμάρες! Απλά αποφάσισες ν’ αφήσεις τις μικροαστικές σου τύψεις αχαλίνωτες», σχολίασε ο Στέφανος.
«Ναι, έτσι ακριβώς. Κομματιασμένοι αθώοι στον κεντρικό δρόμο που θα δικαιωθούν με δυο ακόμα φόνους –για το καλό των ανθρώπων πάντα! Μικροαστικές τύψεις!» γέλασα.
«Δεν έχω χρόνο για όλα αυτά», απηύδησε ο Στέφανος. «Μια μέρα θα μπορέσουμε να τα κουβεντιάσουμε πάλι στα καπνισμένα ερείπια του παλιού κόσμου –αλλά μέχρι να έρθει εκείνη η μέρα...»
Σηκώθηκε τινάζοντας τη σκόνη από το παντελόνι του.
«Η γυναίκα σου και το παιδί σου θα πάνε στα χωριά μας –μαζί με όλους τους υπόλοιπους φυσικά. Θα είναι ασφαλείς εκεί, ακόμα κι αν έρθει ο στρατός θα τους φυγαδεύσουμε μέχρι την κοντινότερη πόλη. Όταν τελειώσουμε τη δουλειά θα πας εκεί –να τους βρεις. Και μετά κάντε οτι σας φωτίσει. Αυτό είναι η μια προοπτική...»
«Και η άλλη;» ρώτησα λες και δεν ήξερα.
«Σας σκοτώνουμε εδώ που είσαστε και μετά προσπαθούμε να φτάσουμε στο ξενοδοχείο. Μάλλον θα μας βρει ο στρατός στο δρόμο ή θα μας περιμένει στο ξενοδοχείο... Πάντως, θα προσπαθήσουμε όπως και νάχει».
Τον κοίταξα. Τα εννοούσε όλα αυτά.
«Γιατί νομίζεις οτι θα καταφέρω εγώ να φτάσω στο ξενοδοχείο αφού είναι έτσι;» τον ρώτησα.
«Επειδή εσένα διάλεξαν να το κάνεις –κάποιος λόγος θα υπάρχει», χαμογέλασε. «Άλλωστε θα είμαι κι εγώ μαζί σου».
«Για να με προστατεύεις;» γέλασα.
«Για να βεβαιωθώ», είπε σιγά.
«Και μετά;»
«Μετά, βλέπουμε».
Τα σκέφτηκα όλα αυτά και ήξερα οτι το πρόβλημα ήμουν αποκλειστικά εγώ. Δεν είχα καμιά διάθεση να αφήσω την οικογένειά μου και δεν είχα καμιά όρεξη να ξανασκοτώσω. Κουρασμένος –αυτό ήμουν. Κι ένα σπίτι με κήπο για να τρέχει η μικρή όσο εγώ θα την κοιτάζω από το ανοιχτό παράθυρο –την ώρα που η γυναίκα μου θα φωνάζει να έρθουμε στην κουζίνα για να μην κρυώσει το φαγητό... Χαμογέλασα.
«Άσε μου λίγο χρόνο να τους χαιρετήσω», είπα.

Η μικρή κοιμόταν ακόμα, χρειάστηκε να την ξυπνήσουμε και τότε έβαλε τα κλάματα –τρομαγμένη από την παγωνιά του βουνού. Έτσι το δύσκολο έμοιασε ακατόρθωτο.
«Θα γυρίσω γρήγορα κοντά σας», της είπα.
«Δεν θέλω να φύγεις καθόλου –μόλις ήρθες!» διαμαρτυρήθηκε.
«Πρέπει όμως. Είναι για το καλό σας».
«Δε με νοιάζει!»
«Αγαπούλα μου δεν γίνεται διαφορετικά».
Παραιτήθηκε λυπημένα, ήξερα οτι θα περίμενε μέχρι να φύγω για να ξανακλάψει. Κοίταξα τη γυναίκα μου.
«Δεν σου αξίζουν όλα αυτά», της είπα.
«Ας πρόσεχα τότε», χαμογέλασε εκείνη.
«Σου υπόσχομαι...»
Με σταμάτησε.
«Φύγε τώρα. Δε χρειάζονται άλλα ψέματα».
Σηκώθηκα. Ήθελα να τις αγκαλιάσω, να τις αποχαιρετήσω –αλλά δεν γινόταν. Έπρεπε να εκμεταλλευτώ τη στιγμή, να το σκάσω όσο ακόμα αυτό ήταν δυνατό.

«Πάμε», του είπα.
«Γρήγορα ξεμπέρδεψες», διαπίστωσε.
«Άντε γαμήσου», απάντησα.

Πριν φύγουμε φώναξε κοντά μας τον επικεφαλής και του έδωσε οδηγίες για να τις ακούσω.
«Τη γυναίκα και το παιδί του θα φυλάτε –για τους άλλους δε μας νοιάζει. Θα τις πάτε στο χωριό και θα τις προσέχετε, θα τις φυγαδεύσετε στην πρώτη φήμη για στρατιώτες που πλησιάζουν. Πες στους δικούς σου οτι πρώτα θα πεθάνουν και μετά θα σταματήσουν να τις προσέχουν».
Ο άντρας κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Με κοίταξε.
«Μην ανησυχείς», είπε. «Είχα κι εγώ οικογένεια εκεί πίσω».
«Και τώρα που είναι;» ρώτησα.
«Σκοτώθηκαν στην έκρηξη του δρόμου. Ήταν με τους όμηρους».
Λύθηκαν τα γόνατά μου.
«Πάμε να φύγουμε», είπα στον Στέφανο.
«Καλή τύχη», ευχήθηκε ο επικεφαλής.
«Δεν τη χρειαζόμαστε», τον διαβεβαίωσε ο Στέφανος.
Κι έτσι φύγαμε στο σκοτάδι.

Κάναμε τον κύκλο στις παρυφές του βουνού, βιαζόμασταν τόσο που πιέζαμε τους εαυτούς μας να μην τρέξουν. Γιατί νιώθαμε οτι θα λιποθυμούσαμε από την κούραση.
«Την προηγούμενη φορά που ήμασταν στο ξενοδοχείο... Ήξεραν οτι το έχεις χάσει, γι΄αυτό και δεν έκαναν τίποτα», είπε ο Στέφανος.
«Δεν έκαναν τίποτα επειδή περίμεναν να διαπραγματευτούμε», του εξήγησα.
«Λες;» απόρησε γλιστρώντας σε ένα ξεραμένο ρέμα.
Από πάνω μας έβρεχε στάχτη όσο οι ναπάλμ σκελέτωναν τα δέντρα του βουνού, κοίταξα κατά την ανατολή και σκέφτηκα οτι σήμερα ο ήλιος δεν θα κατάφερνε να βγει. Αυτό ήταν καλό. Μετά έσκυψα το κεφάλι και βάδισα με τα μάτια μισόκλειστα.

Είχαμε μπροστά μας δρόμο.

Αναγκαζόμασταν όμως να αλλάζουμε συνέχεια κατεύθυνση –σκίουροι, βουνίσιοι ποντικοί, αλεπούδες και αγριόσκυλα έφευγαν από τον φλεγόμενο όγκο, τρέχανε μπροστά μας αδιαφορώντας για τα διπλανά τους θηράματα. Ήταν η ώρα που η καταστροφή στομώνει την πείνα.
«Ελπίζω να μην πέσουν τίποτα αγέλες πάνω στους άλλους», έδειξα πίσω –εκεί που είχαμε αφήσει την ομάδα των δικών μας.
«Μη φοβάσαι, είναι οπλισμένοι», μου θύμισε ο Στέφανος.
«Αυτό ακριβώς φοβάμαι», του είπα. «Αν αρχίσουν τους πυροβολισμούς θα τους πάρει χαμπάρι ο στρατός».
Ανασήκωσε τους ώμους προσπαθώντας να κρύψει την αδιαφορία του. Ήταν ένας άνθρωπος που αισθανόταν οικειότητα μονάχα με το μέλλον –οι ζωντανοί του παρόντος ελάχιστα τον απασχολούσαν. Κάποτε ήμουν κι εγώ έτσι.
Περπατήσαμε.

«Είσαι κουρασμένος;» με ρώτησε.
«Αντέχω ακόμα», απάντησα.
«Δεν έχουμε χρόνο να σταματήσουμε. Όπου νάναι ο στρατός θα μάθει για το ξενοδοχείο και πρέπει να φτάσουμε πριν απ΄αυτούς. Αλλιώς...» δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και σωριάστηκε σε κάτι πικροδάφνες.
Σταμάτησα, θα μπορούσα να το έχω πάθει κι εγώ –απλά στάθηκα τυχερός. Έσκυψα πάνω του, έβγαλα το πιστόλι.
Με κοίταξε με τα μάτια μισόκλειστα. Ζύγισα το πιστόλι στην παλάμη μου πριν το γυρίσω ανάποδα, τώρα η κάνη σφήνωσε στη χούφτα μου. Τον χτύπησα στα πλευρά, μια, δυο, τρεις φορές –όχι πολύ δυνατά. Βόγκηξε.
«Θα μπορούσα να σε σκοτώσω, κανένας δε θα μάθαινε τίποτα. Και να γυρίσω πίσω στους δικούς μου», μούγκρισα κοιτάζοντάς τον.
«Δεν θα το κάνεις όμως...» ψέλλισε.
«Αν δεν σηκωθείς τώρα, αμέσως...» απείλησα.
Έκανε μια προσπάθεια αλλά δεν φαινόταν να τον κρατάνε τα πόδια του. Γι΄αυτό τον ξαναχτύπησα στους αγκώνες, τινάχτηκε σαν ελατήριο στον αέρα. Αντανακλαστικά.
«Την άλλη φορά που θα πέσεις στο χώμα φρόντισε να είσαι ήδη πεθαμένος», του είπα.
Ξεκίνησε να περπατάει –κουτσαίνοντας λίγο.

Κι εγώ προχωρούσα δίπλα του ξέροντας οτι πούλησα για μια ακόμα φορά την οικογένειά μου, έβαλα τις ζωές τους σε κίνδυνο –αλλά μήπως έτσι δεν έκανα πάντα;

Μόνο που τώρα δεν είχα ούτε λόγο ούτε καν δικαιολογία –δεν πίστευα σε τίποτα πια και γι΄αυτό μάλλον έτρεχα αντί να περπατάω, η κούραση, η πείνα, η αϋπνία δεν μπορούσαν να με εμποδίσουν.

Δεν πίστευα σε τίποτα πια –ήμουν απλά, ένα πανί που φούσκωνε στον αέρα του θανάτου.

Τρίτη, Αυγούστου 18, 2009

"Παίζετε γκολφ κύριε Σιμόν Μπολιβάρ;"

Κάνω τρελό κέφι με την προπαγάνδα. Με τρέφει ρε παιδί μου, με αναζωογονεί –γι΄αυτό άλλωστε και ένα από τα πιο πετυχημένα ανέκδοτα που έχω ακούσει σχετίζεται με την προπαγάνδα. Το λέγαμε παλιά για να κοροϊδέψουμε τους ΚΚΕδες –μπορεί και να το ξέρεις:

Μια φορά λοιπόν, αποφασίζει ο σύντροφος Λεονίντ Μπρέζνιεφ, τότε επικεφαλής της ΕΣΣΔ να δεχτεί την πρόσκληση του προέδρου των ΗΠΑ, του Τζίμι «Φιστίκια» Κάρτερ και να τρέξουν οι δυο τους ένα κατοστάρι. Συναντιούνται στο στάδιο, τρέχουν το κατοστάρι, κερδίζει ο Κάρτερ. Την επόμενη μέρα η «Πράβντα» κάλυψε το γεγονός ως εξής –«σε αγώνα δρόμου 100 μέτρων που διεξήχθη χτες ο φωτεινός πρωτοπόρος και Γενικός Γραμματέας του ΚΚΣΕ σύντροφος Λ. Μπρέζνιεφ κατετάγη δεύτερος σε αντίθεση με το καπιταλιστικό σκουπίδι και πρόεδρο των ΗΠΑ Τ. Κάρτερ ο οποίος κατάφερε να τερματίσει μόλις προτελευταίος!»

Είπες τίποτα; Βεβαίως και δεν λέει ψέματα η υποτιθέμενη παρουσίαση του θέματος από την «Πράβντα» -άλλωστε η πραγματικότητα έχει πολλές όψεις, εξαρτάται από το που στέκεσαι κοιτάζοντάς την. Η πραγματικότητα έχει τόσες όψεις ώστε, μπορεί, ανάμεσά τους να διακρίνεις μέχρι και την αλήθεια!

Η Σοβιετική Ένωση υπήρξε άξια συνεχίστρια της επιστημονικής προπαγάνδας που αποθεώθηκε στη ναζιστική Γερμανία –αυτό το ξέρουν μέχρι και οι πέτρες. Κι επειδή «πέτρα που κυλάει –δεν χορταριάζει», μείναμε σ΄αυτά που ξέρουν οι πέτρες και ξεχάσαμε τι συμβαίνει δίπλα μας. Διότι η παραπάνω δήλωση περί «άξιας συνεχίστριας» δεν διαφέρει σε τίποτα από το ανέκδοτο με τους δύο Προέδρους –παρουσιάζει δηλαδή τη μισή ιστορία. Όμως δεν διαμαρτυρήθηκες όταν το διάβασες –έχεις συνηθίσει άλλωστε να ακούς τη συγκεκριμένη άποψη. Δες τώρα πως είναι ολόκληρο το γαλακτομπούρεκο: Η Σοβιετική Ένωση και οι ΗΠΑ υπήρξαν άξιες συνεχίστριες της επιστημονικής προπαγάνδας που αποθεώθηκε τόσο στη ναζιστική Γερμανία όσο και στη Μεγάλη Βρετανία του Τσώρτσιλ. Συνεννοηθήκαμε;

Αρκετά όμως με την ιστορική αναδρομή –περνάω στο γοητευτικό παρόν και παρουσιάζω ένα δείγμα προπαγάνδας «φτιαγμένο με τα αγνότερα υλικά από μαστόρους με μεράκι για πελάτες με γούστο». Το παρακάτω άρθρο είναι αναδημοσίευση των New York Times στην «Καθημερινή» (και να υπενθυμίσω εδώ οτι οι συγκεκριμένες δύο φυλλάδες συνηθίζεται να θεωρούνται συνώνυμες της αντικειμενικότητας):

Ο Τσάβες βουλώνει τις τρύπες του γκολφ
Ο πρόεδρος της Βενεζουέλας διέταξε το κλείσιμο δύο πολύ γνωστών γηπέδων της χώρας
The New York Times

Πρώτη εντύπωση; Σάλταρε ο Τσάβες! Δες λίγο την εικόνα που φτιάχνει ο τίτλος του άρθρου –ένας Τσάβες χοντρούλης, κάθιδρος –να τρέχει στα γήπεδα γκολφ και να βουλώνει τις τρύπες! Ακριβώς από κάτω ακολουθεί η συνοπτική παρουσίαση του θέματος –όπου το γεγονός (κλείσιμο δυο γηπέδων) αναβαθμίζεται με την επισήμανση οτι πρόκειται για «πολύ γνωστά» γήπεδα –άρα ο Τσάβες επεμβαίνει, ας πούμε, στον πολιτιστικό ιστό της χώρας. Ή κάτι τέτοιο.

Το πολιτικό κίνημα του προέδρου Ούγκο Τσάβες βρήκε καινούργιο στόχο: το γκολφ. Μετά ένα σύντομο κατηγορητήριο του προέδρου εναντίον του αθλήματος στην κρατική τηλεόραση, τον περασμένο μήνα, αξιωματούχοι του Τσάβες κίνησαν τις διαδικασίες για το κλείσιμο δύο από τα γνωστότερα γήπεδα γκολφ της χώρας, στο Μαρακάι, μια πόλη κοντά σε στρατόπεδα και στην παράκτια πόλη Καραμπαλέντα.

Εδώ έχουμε τον κλασικό πικάντικο πρόλογο που πρέπει να κρατήσει τους αναγνώστες. Και γι΄αυτό, το κλείσιμο δυο γηπέδων αναγορεύεται σε ιδεολογικό στόχο ενός κινήματος ο οποίος μάλιστα αναπτύχθηκε σε ένα «σύντομο κατηγορητήριο» εκ μέρους του προέδρου! Δηλαδή, ο τρελός που τρέχει να βουλώσει τρύπες του γκολφ, έδωσε και εξήγηση της παρανοϊκής του αυτής ενέργειας! Έχουμε καμιά απορία οτι η εξήγηση (οποιαδήποτε κι αν είναι) θα είναι τόσο παρανοϊκή όσο η ίδια η ενέργεια;

«Ας το ξεκαθαρίσουμε», είπε ο Τσάβες, κατά τη διάρκεια του κυριακάτικου τηλεοπτικού του προγράμματος. «Το γκολφ είναι αστικό σπορ», είπε και όταν ανέφερε τη λέξη «αστικό» ήταν σαν να κατάπινε καστορέλαιο.

Νάτη και η εξήγηση, νάτη και η εξήγηση! Ο ψυχάκιας κλείνει τα γήπεδα γκολφ, επειδή πρόκειται για «αστικό» (μπλιαχ, φτου –που πήγε η σακούλα μη λερώσω τη στολή μου;) σπορ! Αναρωτιέμαι –υπάρχει έστω κι ένας μη σχετικός με το θέμα αναγνώστης που να μην τσίμπησε από τον πικάντικο τίτλο και να μην μπήκε στη διαδικασία να διαβάσει το άρθρο; Κι αυτός ο αναγνώστης, φτάνοντας μέχρι εδώ –δεν έχει ήδη πειστεί οτι ο Τσάβες είναι ακόμα ένας ψυχοπαθής, γραφικός αλλά επικίνδυνος δικτάτορας; Πάμε παρακάτω.

Αν συνεχιστεί το κλείσιμο των γηπέδων, τότε μέσα σε μια τριετία θα έχουν κλείσει συνολικά εννέα γήπεδα γκολφ, παρατήρησε ο Τζούλιο Τόρες, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Γκολφ της Βενεζουέλας. Ενα σχέδιο του Αμερικανού αρχιτέκτονα Ρόμπερτ Τρεντ Τζόουνς για την κατασκευή γηπέδου γκολφ στη Νήσο Μαργκαρίτα, το οποίο θα ήταν το μεγαλύτερο της Νότιας Αμερικής, σταμάτησε λόγω οικονομικών προβλημάτων.

Έρχεται τώρα η φωνή της λογικής, η σύνεση προσωποποιημένη, ο αδέκαστος Τζούλιο Τόρες, ο οποίος δεν είναι κανένας τυχαίος –εντάξει; Είναι κοτζάμ Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Γκολφ Βενεζουέλας! Ειδικός, ικανός και αμερόληπτος! Προσέχεις πόσο πιο ψύχραιμη μοιάζει η δήλωσή του σε σύγκριση με το παραλήρημα του Τσάβες; Τόσο ψύχραιμη που δεν μπαίνει καν σε εισαγωγικά! Και τι μας λέει ο Πρόεδρος; Οτι ΑΝ (αν, είπαμε) συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, μέχρι το τέλος του χρόνου θα κλείσουν 9 ολόκληρα γήπεδα! Αναρωτιέμαι εγώ ο ηλίθιος –πόσα γήπεδα γκολφ έχει η Βενεζουέλα; Τέλος πάντων. Δεν έχει σημασία επειδή το άρθρο μας κεραυνοβολεί αποκαλύπτοντας οτι ένα σχέδιο του παγκοσμίου φήμης αρχιτέκτονα Τάδε Ταδόπουλου για το μεγαλύτερο γήπεδο γκολφ της Λατινικής Αμερικής σταμάτησε λόγω οικονομικών προβλημάτων! Εδώ πλέον μπορούμε να γίνουμε έξαλλοι με την άνεσή μας απέναντι στον Τσάβες! Τόλμησε ο κανάγιας να σταματήσει την κατασκευή αυτού του γηπέδου-κοσμήματος; Και δεν έχει βγει ακόμα ο λαός στους δρόμους να τον λιντσάρει; Τώρα βέβαια, εδώ πέρα υπάρχουν κάποιες απορίες. Για παράδειγμα, από που κι ως που θα έβαζε μια κυβέρνηση τα λεφτά για να γίνει ένα γήπεδο γκολφ; Ή, ας πούμε, τι σκατά χρησιμότητα εξυπηρετεί η χρηματοδότηση ενός γηπέδου γκολφ σε μια χώρα που ταλανίζεται από την πείνα και τη φτώχεια; Συνεχίζουμε.

Οχυρά της ελίτ
Τα περισσότερα από τα γήπεδα που έκλεισαν, βρίσκονται σε περιοχές με πετρέλαιο, κοντά στο Μαρακαΐμπο, στη δυτική Βενεζουέλα και στο Μονάγκας Στέιτ, στα ανατολικά, όπου αρχικά κατασκευάστηκαν για τους Αμερικανούς, που δούλευαν στην πετρελαιο-βιομηχανία. Μετά την εκκαθάριση των αντιφρονούντων από την εθνική εταιρεία πετρελαίου, η προσοχή του Τσάβες έχει επικεντρωθεί στα γήπεδα του γκολφ, τα οποία είναι τα οχυρά της πάλαι ποτέ ελίτ.

Εδώ ο συντάκτης του άρθρου αναλύει το (φυσικά) ψυχοπαθολογικό υπόβαθρο της εχθρότητας του Τσάβες για τα έρημα τα γήπεδα γκολφ. Τα έχει συνδέσει με την ελίτ, την οποία, κατά πως φαίνεται, έχει δαιμονοποιήσει –χειρότερα κι από την ψύχωση του Μπους με τους σαρικοφόρους. Είναι φανερό –ο Τσάβες δεν στέκει καλά στα μυαλά του!

Τα προβλήματα στέγασης συνέβαλαν επίσης στα κυβερνητικά σχέδια, όπως είπε ο Τσάβες, τον περασμένο μήνα, όταν διερωτήθηκε γιατί υπάρχουν τόσες πολλές παραγκουπόλεις στο Μαρακάι, όταν γήπεδα του γκολφ και οι εγκαταστάσεις του κρατικού Hotel Maracay, ενός παρηκμασμένου κτιρίου της δεκαετίας του 1950 εκτείνονται σε μια περιοχή μεγάλης ζήτησης από την αγορά ακινήτων.

Όμως, κάπου πρέπει να χώσουμε και μερικά ψήγματα αλήθειας –καθότι σοβαρή εφημερίδα! Έτσι λοιπόν αφιερώνουμε μια παραγραφούλα εδώ πέρα, προκειμένου να παρουσιάσουμε λίγη πραγματικότητα. Χωρίς εισαγωγικά τώρα η δήλωση του Τσάβες, για να περάσει, συγκριτικά με τις υπόλοιπες, στο ντούκου –ποια δήλωση; Αυτή στην οποία αναρωτιέται ο άνθρωπος, «γιατί υπάρχουν τόσες πολλές παραγκουπόλεις στο Μαρακάι, όταν γήπεδα του γκολφ και οι εγκαταστάσεις του κρατικού Hotel Maracay, ενός παρηκμασμένου κτιρίου της δεκαετίας του 1950 εκτείνονται σε μια περιοχή μεγάλης ζήτησης από την αγορά ακινήτων». Με λίγα λόγια, τι σκατά να τα κάνεις τα γήπεδα όταν ο κόσμος είναι άστεγος;

Αντίθετα από την Κούβα
Οι επικριτές της εκστρατείας κατά του γκολφ επισημαίνουν ότι η Κούβα, ο κυριότερος σύμμαχος της Βενεζουέλας, κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Καναδοί και Ευρωπαίοι επενδυτές επιδιώκουν να κατασκευάσουν εκεί δέκα γήπεδα του γκολφ, στο πλαίσιο της κυβερνητικής προσπάθειας να αυξήσει τα τουριστικά έσοδα.

Εδώ βάζει και θέμα κομματικής γραμμής ο σύντροφος αρθρογράφος –σου λέει, οι Κουβανοί που κάνουν συμφωνίες για γήπεδα τι είναι; Μαλάκες; Οπορτουνιστές; Φραξιόνες; Αφού η κεντρική θέση περί γκολφ όπως αποφασίστηκε από το Κομματικό Όργανο του ΚΚΚ είναι «ναι στο γκολφ» εσύ πως την έχεις δει ρε Τσάβες; Πρόσεξε μαγκιά τώρα! Ο αρθρογράφος επιχειρηματολογεί θεωρώντας οτι στη Βενεζουέλα υπάρχει καθολική απαγόρευση του γκολφ σαν αθλήματος! Αυτό δεν προκύπτει ούτε από το άρθρο, ούτε από τα γεγονότα –αλλά ο αρθρογράφος το προκύπτει από μόνος του! Στην περίπτωση της Κούβας δε, αναφέρει τα 10 γήπεδα αλλά χωρίς να μας πει που θα γίνουν! Επειδή είναι άλλο πράγμα να έχεις ένα γήπεδο στη μέση της πόλης όταν τριγύρω βρέχονται οι άστεγοι και διαφορετικό να πεις σε μια εταιρεία να φτιάξει κάποιο γήπεδο στη μέση του πουθενά, αξιοποιώντας τίποτα βαλτοτόπια ή ερημιές ας πούμε. Αλλά για τον αρθρογράφο το γεγονός παραμένει –ο Τσάβες ενεργεί αντίθετα ακόμα κι από την Κούβα! Αναρωτιέμαι τώρα –η Κούβα δεν είναι ο τόπος του κακού; Δεν είναι η χώρα με τη λαομίσητη δικτατορία; Άρα, αν κάποιος ενεργεί αντίθετα από τους Κουβανούς δεν θα έπρεπε να θεωρείται οτι ενεργεί σωστά; Λεπτομέρειες!

Στο Μαρακάι σχεδιάζεται η κατασκευή σπιτιών για άτομα χαμηλού εισοδήματος, στους χώρους των γηπέδων, ή μετατροπή τους σε πανεπιστήμιο. Στην Καραμπαλέντα, τα σχέδια προβλέπουν τη μετατροπή των γηπέδων σε πάρκο για παιδιά. Ο Τσάβες, από την πλευρά του, ξεκαθαρίζει ότι δεν έχει σκοπό να απαγορεύσει το γκολφ. «Σέβομαι όλα τα σπορ», είπε. «Αλλά υπάρχουν αθλήματα και αθλήματα. Μήπως θέλετε να μου πείτε ότι αυτό είναι λαϊκό άθλημα;» ρώτησε και έδωσε μόνος του την απάντηση: «όχι».

Και επιτέλους μετά από το προπαγανδιστικό σπαζαρχίδιασμα αποφασίζει ο αρθρογράφος να αναφέρει την είδηση! Χαλάνε το ένα γήπεδο για να κάνουν σπίτια για τους φτωχούς ή πανεπιστήμιο και το άλλο για να κάνουν πάρκο! Δυο ερωτήσεις: α) αν ήταν μόνο αυτή η παράγραφος, θα υπήρχε άνθρωπος που να θεωρεί αρνητική την ενέργεια του Τσάβες; β) αφήνοντας αυτή την παράγραφο για το τέλος, αφού ρίξαμε πριν 10 κιλά προπαγάνδας, ποιος έχει διάθεση να σκεφτεί οτι τελικά πρόκειται για μια ενέργεια με σκοπό τη βελτίωση της ζωής των πολιτών και όχι για μια ακόμα τρέλα ενός παρανοϊκού εκλεγμένου μεν, αλλά δικτάτορα;

Εντάξει, μπορεί κάποιος να διάβασε το άρθρο και να σκέφτηκε οτι τελικά ο Τσάβες έχει δίκιο –οπότε ο επαγγελματίας αρθρογράφος αποφασίζει να δώσει τη χαριστική βολή. Βάζει λοιπόν τον ψυχοπαθή Τσάβες να αναρωτιέται (και φυσικά να απαντάει από μόνος του –αλλιώς τι σκατά ψυχοπαθής θα ήταν;) πόσο «λαϊκό άθλημα» είναι το γκολφ. Κι έτσι μένει η εντύπωση οτι τα γήπεδα κλείνουν για ιδεολογικούς λόγους (οι κομμουνιστές που απαγορεύουν μέχρι και το γκολφ!) Κι έτσι συσκοτίζεται το προφανές της συγκεκριμένης δήλωσης που δεν είναι άλλο από το: αφού ρε μάγκες δεν παίζει ο πολύς κόσμος γκολφ –ούτε και παρακολουθεί φυσικά, τι σκατά τα θέλουμε τα γήπεδα; Δεν τα κάνουμε σπιτάκια να βολευτεί ο κοσμάκης;

Α ναι, στην παραπάνω δήλωση του Τσάβες ξεκαθαρίζεται οτι δεν έχει σκοπό να απαγορεύσει το γκολφ –βέβαια, δεν το λέει πουθενά ο άνθρωπος, δεν είναι παρανοϊκός, δεν του πέρασε από το μυαλό κάτι τόσο τρελό όσο η απαγόρευση ενός αθλήματος και φυσικά δεν κουβεντιάζει κάτι τέτοιο. Απλά ο αρθρογράφος το προσθέτει –ωραίος;

Πάρε τώρα κάτι κι από το tvxs (με πηγή το παραπάνω άρθρο της «Καθημερινής» και τη «Wall street journal») για να καταλάβεις πόσο παλεύουν κάποιοι άνθρωποι να φτιάξουν παραμύθια από κοπανιστό αέρα:

Το «απαγορευμένο» άθλημα

Ο πρόεδρος Τσάβες δεν είναι ο πρώτος που στρέφεται κατά του γκολφ. Η Ρωσία, η Κίνα και η Κούβα έχουν όλες απαγορεύσει το άθλημα στο παρελθόν, αν και σήμερα όλες επιτρέπουν να λαμβάνει χώρα στα εδάφη τους.

Μάλιστα, το 1457 ο βασιλιάς Τζέιμς ο Β’ της Σκωτίας απαγόρευσε το άθλημα στους λόφους της χώρας, με το σκεπτικό ότι αποσπάει την προσοχή των στρατιωτών του από την εξάσκηση της τοξοβολίας. Ο εγγονός του Τζέιμς ο Δ’ ωστόσο, καθώς ήταν και ο ίδιος λάτρης του σπορ, ακύρωσε την απαγόρευση το 1502. Δέκα χρόνια αργότερα όμως ο ίδιος και χιλιάδες στρατιώτες του υπέστην συντριπτική ήττα από τις αγγλικές δυνάμεις. Μεγάλο μέρος της νίκης των Άγγλων οφειλόταν στην σαφή ανωτερότητα της τοξοβολίας τους.

Το παραπάνω κομμάτι το αφήνω ασχολίαστο επειδή βαριέμαι να επισημάνω την πλαστότητα της άποψης περί απαγορεύσεως του γκολφ σε Ρωσία, Κίνα και Κούβα και αρνούμαι να μπω στην διαστροφική σύγκριση-αιτιολόγηση της συγκεκριμένης πλαστής ενέργειας με την αναφορά στον Τζέιμς τον Β’ της Σκωτίας! Επειδή τελικά κι ο αυνανισμός έχει όρια –από κάποιο σημείο κι έπειτα εγκυμονεί κινδύνους για το μετατάρσιο!

Για όσους αρέσκονται στις συγκριτικές αναλύσεις και απορούν περί του τι στο διάολο έπιασε τις σοβαρές εφημερίδες και ασχολούνται με δυο γήπεδα γκολφ που κλείνουν στη Βενεζουέλα, παραθέτω μιας πρόσφατη είδηση, από το tvxs:

Ένταση δημιουργήθηκε χθες κατά τη διάρκεια διαδήλωσης κατά νομοσχεδίου για την Παιδεία. Το νομοσχέδιο που είχε την υποστήριξη του προέδρου Τσάβες απαιτεί τα προγράμματα σπουδών να βασίζονται στις αρχές που ενστερνίστηκε ο ήρωας της Λατ. Αμερικής, Σιμόν Μπολιβάρ.

Οι αντίπαλοι του νομοσχεδίου το απορρίπτουν, υποστηρίζοντας ότι θα έχει ως αποτέλεσμα την κατήχηση. «Δεν χρησιμοποιούν τη λέξη σοσιαλισμός, αλλά αυτό είναι που θέλουν να εισάγουν στα σχολεία μας» λέει ένας πολέμιος του νομοσχεδίου.

Οι υποστηρικτές του νομοσχεδίου απορρίπτουν με τη σειρά τους αυτούς τους ισχυρισμούς, υποστηρίζοντας ότι σύμφωνα με αυτό, η διδασκαλία θα πρέπει να είναι «ανοιχτή σε όλους τους τρόπους σκέψεις».

Στο μεταξύ, σύμφωνα με εφημερίδα του Καράκας, ομάδα δημοσιογράφων, υποστηρικτών της αντιπολίτευσης, που μοίραζε φυλλάδια κατά του νομοσχεδίου δέχτηκε επίθεση από ομάδα φιλοκυβερνητικών διαδηλωτών. Η δε αστυνομία έκανε χρήση κατά του πληθούς με δακρυγόνα αέρια, προκειμένου να διαλυθεί.

Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, τα δημόσια και ιδιωτικά σχολεία της χώρας πρέπει να βασίσουν τη διδασκαλία τους στην «Μπολιβαριανή Ιδεολογία» - αναφορά στα ιδανικά του Σιμόν Μπολιβάρ, όπως είναι η ενότητα της Λατινικής Αμερικής και η εθνική αυτοδιάθεση. Το νομοσχέδιο εγκρίθηκε από τη Βουλή, χθες το βράδυ.

Σύμφωνα με τον υπουργό Παιδείας της χώρας, Έκτορ Ναβάρο, το νομοσχέδιο ήταν απαραίτητο προκειμένου να υπάρχουν ίσες ευκαιρίες για όλους, σε μια χώρα όπως τη Βενεζουέλα, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς ότι το νομοσχέδιο θα επηρεάσει την αυτονομία των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.

Σε αυτούς που υποστηρίζουν ότι ο πρόεδρος Τσάβες επιχειρεί την «κουβανοποίηση» της χώρας, απαντάνε οι υποστηρικτές του ότι «Η Παιδεία στην Κούβα είναι μεταξύ των καλύτερων στον κόσμο».

Το νέο νομοσχέδιο, μεταξύ άλλων, προβλέπει την κατάργηση των θρησκευτικών στα σχολεία, σημείο που προκάλεσε την αντίδραση της Επισκοπικής Συνόδου της Βενεζουέλα.

Κατάλαβες τώρα;

Τρίτη, Αυγούστου 11, 2009

Γελαδεροί ή α-γελαδεροί;

Σε τι διαφοροποιείται το γελοίο από το γέλιο; Με πρώτη ματιά, απαιτείται ένας κύκλος και μια έκπτωση για να μετατραπεί το γέλιο σε γελοίο. Ένας κύκλος που είναι κάτι περισσότερο από το παραπανίσιο όμικρον της λέξης και μια έκπτωση σημαντικότερη από αυτή του τόνου. Επειδή κάπως αόριστη η άποψη, θα τη σπάσω σε κέρματα αμέσως παρακάτω.

Η γελοιότητα ενός θέματος είναι συγγενής έννοια της κατάντιας, της ξεφτίλας και όλων των σχετικών παραφυάδων. Πάρε για παράδειγμα την έκφραση «δεν ξέρω αν πρέπει να γελάσω ή να κλάψω με το τάδε γεγονός». Η (πρόσκαιρη ή μόνιμη) αδυναμία του ανθρώπου να ξεχωρίζει την τραγικότητα μιας κατάστασης από την αστειότητα ενός περιστατικού είναι, όπως και να το κάνεις, πρόβλημα θεώρησης και συμπεριφοράς επακόλουθα –άρα κοινωνική δυσλειτουργία. Μας μάθανε να κλαίμε στις κηδείες κι έτσι κάνουμε, ακόμα και στην περίπτωση που ο θάνατος του εκλιπόντος επήλθε μέσα από σκηνικό κωμωδίας του βωβού κινηματογράφου. Αν, τώρα, γελάμε στις κηδείες και κλαίμε στις γέννες, μάλλον φέρνουμε σε τραγούδι του Κώστα Χατζή με στίχους Σώτιας Τσώτου –αλλά σίγουρα δεν δείχνουμε την αναμενόμενη κοινωνική συμπεριφορά. Κι αν σκεφτείς οτι το παραπάνω τραγουδάκι λεγόταν «Όλα ανάποδα τα βλέπει (της γειτονιάς μας ο τρελός)» καταλαβαίνεις οτι τέτοιου είδους σπορ έχουν συνήθως λευκή κατάληξη με τα μανίκια κουμπωμένα στην πλάτη. Τουτέστιν, καλό είναι ο άνθρωπος να εκτιμά (κοινωνικά) ορθά το βάρος μιας κατάστασης –αλλιώς πέφτει (κοινωνική και περαιτέρω) φάπα.

Τι γίνεται όμως όταν η τάδε διαμορφωμένη κατάσταση εκτιμάται λάθος λόγω του τρόπου με τον οποίο αυτή προβάλλεται; Φταίνε σαφώς όσοι προβάλλουν παύλα παραμορφώνουν την τάδε κατάσταση, αλλά αυτό, συνήθως, δεν είναι αρκετό για να ξεμπερδέψει κανείς. Δίνω απλό παράδειγμα:
Πας να πάρεις το αμάξι σου από το υπόγειο πάρκινγκ και βλέπεις δυο νταγλαράδες να έχουν βάλει κάτω μια κοπέλα και να τη βιάζουν. Αναστατώνεσαι, κοιτάζεις καλύτερα.
«Δεν τρέχει τίποτα», σου λέει ο ένας νταγλαράς. «Πλάκα κάνουμε, έτσι για να γελάσουμε». Τη συγκεκριμένη στιγμή έχεις δύο επιλογές: α) να μην χάψεις τη δικαιολογία-παραμόρφωση της πραγματικότητας, β) να γελάσεις καλόκαρδα με το αστείο και να φύγεις.
Οι συγκεκριμένες επιλογές συνήθως λειτουργούν πέραν του συνειδητού –εκεί "έξω" γίνεται η διεργασία που καταλήγει στο «καλύτερα να τους πιστέψεις και να μη μπλεχτείς γιατί αλλιώς κινδυνεύσεις να πηδήξουν κι εσένα μετά την κοπέλα». Γελάς λοιπόν με τη γελοία δικαιολογία και τη χάφτεις –έτσι επιλέγεις μια βολική και επιφανειακή ουδετερότητα η οποία στην πραγματικότητα είναι συμμετοχή στο γεγονός στο πλάι των ισχυρών.

Ξεχωρίζω τώρα τα κέρματα από τα κουμπιά, τις κλωστές και τα χαρτάκια τσίχλας που είχα στην τσέπη μου:

1. Αδυναμία (συνειδητή ή ασυνείδητη) του ανθρώπου να ξεχωρίσει το αστείο από το γελοίο. 2. Παραμορφωμένη παρουσίαση μιας δεδομένης κατάστασης. 3. Ψευδής ουδετερότητα προκειμένου να τεθείς στην πλευρά των ισχυρών.
Κράτα αυτά τα κέρματα, θα σου χρειαστούν όταν (και εάν) θελήσεις να αγοράσεις τα σουσαμένια κουλούρια της πραγματικότητας. Πρόσεξε τι εννοώ:

Πρόσφατα ήταν τα εγκαίνια του Μουσείου Ακρόπολης και νιώσαμε εθνικά υπερήφανοι –μη σου πω οτι ζωστήκαμε κιόλας τους φονικούς μας νυχοκόπτες προκειμένου να κάνουμε ρεσάλτο στο Βρετανικό Μουσείο για να πάρουμε πίσω τα μάρμαρά μας. Που μας τα κλέψανε –λέει! Αστείο ή γελοίο;
«Ποιος γέλασε! Έχω μια βίλα στην Κηφισσά...» Ζορζ Πιλαλί.

Σε αυτόν που οργίστηκε για την κλοπή των μαρμάρων και για την άρνηση των Βρετανών να τα επιστρέψουν και σ΄αυτόν που γέλασε με την εξομοίωση ενός από τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου με αποθήκη σπείρας αρχαιοκαπήλων (όπως αποφάνθηκαν ξεδιάντροπα τα ΜΜΕ) έχω να πω οτι κατάπιε την παραμορφωμένη παρουσίαση ενός γεγονότος και τελικά επέλεξε να αράξει αναπαυτικά δίπλα στους ισχυρούς για να έχει το κεφάλι του ήσυχο.

Επειδή, προφανώς, επέλεξε να «ξεχάσει» το γεγονός οτι τα μάρμαρα του Παρθενώνα βγήκαν νόμιμα από την Ελλάδα με φιρμάνι του Σουλτάνου. Θα μου πεις «ναι, αλλά τότε ήμασταν υπόδουλοι στους Τούρκοι και δεν ευθυνόμασταν εμείς γι΄αυτό» και θα σου απαντήσω οτι δεν ξέρεις τι λες. Γιατί θα έπρεπε το συγκεκριμένο γεγονός να ενδιαφέρει τους Εγγλέζους; Μήπως δηλαδή να περιμένανε μέχρι την απελευθέρωση (όποτε και αν αυτή γινόταν) και μετά να ζητούσαν τα μάρμαρα; Τα οποία υποθέτω ο εκάστοτε Βασιλιάς της Ελλάδας θα τους τα έδινε, αλλά μετά θα υποστήριζες οτι «τότε ήμασταν με Βασιλιά φορετό πάνω από το κεφάλι μας και δεν ευθυνόμασταν γι΄αυτό», οπότε θα έπρεπε οι εκάστοτε Εγγλέζοι να περιμένουν μέχρι να διώξει η χώρα τους Βασιλιάδες και να απευθυνθούν στους δικτάτορες (οι οποίοι πάλι θα τα έδιναν αλλά ούτε αυτό μετράει) ή να περιμένουν τον Μητσοτάκη (ο οποίος...) και πάει λέγοντας. Μια χώρα έχει διαχρονικά μια κυβέρνηση η οποία με τις πράξεις ή τις παραλείψεις της δεσμεύει και τις επόμενες κυβερνήσεις –εκτός αν η κυβέρνηση της χώρας περάσει στα χέρια του λαού και έχουμε αλλαγή κοινωνικού συστήματος, άρα μηδενίσουμε το κοντέρ και σβήσουμε τον μαυροπίνακα. Τόσο απλό είναι. Κι αν ζορίζεσαι που οι Τούρκοι επέτρεψαν στον Έλγιν να πάρει τα μάρμαρα, ελπίζω να ζορίζεσαι εξίσου σχετικά με τις εκτάσεις που κατέχει η εκκλησία με παρόμοια τούρκικα φιρμάνια. Γιατί, καλή είναι η πολιτιστική κληρονομία αλλά εξίσου καλή είναι και η εθνική περιουσία.

Επίσης, οι παραπάνω επέλεξαν να υποβαθμίσουν το γεγονός οτι π.χ. στο Βρετανικό Μουσείο υπάρχουν καλούδια από όλον τον κόσμο, αλλά μόνο οι δικοί μας τσιρίζουν για επιστροφή. Μάλιστα, έφτασαν κάποιοι επαγγελματίες κρετίνοι να υποστηρίζουν οτι το συγκεκριμένο Μουσείο δεν δίνει πίσω τα μάρμαρα για να μην αρχίσουν όλοι οι λαοί του κόσμου να ζητάνε πίσω τα δικά τους εκθέματα! Αυτό μοιάζει με τον άνθρωπο που κρυώνει στους 45 βαθμούς Κελσίου κι αντί να παραδεχτεί οτι έχει κάποιο πρόβλημα, τα ρίχνει στο θερμόμετρο που δεν λέει σωστά τη θερμοκρασία!

Και θα ήταν για γέλια το συγκεκριμένο γεγονός, αν δεν αναδείκνυε την τάση αυτιστικού απομονωτισμού που κυριαρχεί στη χώρα –όταν οι υπόλοιποι λαοί προσπαθούν (περισσότερο ή λιγότερο) να εξάγουν το (όποιο) πολιτιστικό τους απόθεμα εμείς παλεύουμε να κρύψουμε τα πάντα στο σεντούκι της γιαγιάς μας σαν τα πιτσιρίκια που παίρνουν τη μπάλα και φεύγουν αν τύχει να τους σκάσουν καμιά εξευτελιστική ντρίπλα ή να τους βάλουν κάνα γκολ στην αλάνα.

Δεν είναι λοιπόν για γέλια όλο αυτό –είναι ένα γελοίο γεγονός που αναδεικνύει την πολιτιστική μας κατάντια κι όσο δεν αντιμετωπίζεται σαν τέτοια, η συγκεκριμένη κατάντια μεγεθύνεται.

Μετά τα θριαμβευτικά εγκαίνια του Μουσείου ακολούθησε η οπερέτα της περικοπής αποσπασμάτων από βίντεο που ετοίμασε ο Γαβράς με την επανασυγκόλληση των λογοκριμένων αποσπασμάτων λόγω γενικότερης κατακραυγής και εφόσον ο σκηνοθέτης έκανε μια δήλωση την οποία μετέφρασαν κατά το βολικότερο οι υπεύθυνοι του μουσείου. Δε γελάς ε; Θα στηρίξω λοιπόν τη στάση σου με μερικές ακόμα εξοργιστικά γελοίες λεπτομέρειες:

-Βγήκε που λες ένας πρώην ρουφιάνος του Τριανταφυλλόπουλου (ξέρεις, απ΄αυτούς που κυκλοφορούσαν κάποτε με κρυφές κάμερες και διαμόρφωναν το θεάρεστο περιεχόμενο των εκπομπών του Μάκη) και αποκάλυψε οτι ο Γαβράς είναι σαϊεντολόγος –γι΄αυτό και έδειχνε στο βίντεο τους χριστιανούς να σπάνε τα αγάλματα της μετώπης του Παρθενώνα! Πρόκειται για την καταπληκτική μέθοδο της «ιδιώνυμης εχθρότητας», όταν δηλαδή κάποιος είναι διαφορετικός από εμάς, αυτό σημαίνει οτι θα είναι ΕΚ ΠΡΟΟΙΜΙΟΥ εχθρικός απέναντί μας! Φυσικά ο συγκεκριμένος κρετίνος δεν μπήκε στον κόπο να σκεφτεί το εξής απλό: αφού ο Γαβράς παραποίησε ένα γεγονός λόγω του ότι είναι σαϊεντολόγος, δεν εξυπακούεται οτι και οι παπάδες είναι εξίσου μεροληπτικοί όταν ζητούν να περικοπεί το σχετικό απόσπασμα ως αναληθές; Εντάξει –εδώ έχεις το ελεύθερο να γελάσεις, όσο κι αν ο ανθρωπισμός σου δεν σου επιτρέπει να περιγελάς τους ηλίθιους.

-Μια άλλη άποψη που διάβασα αφορούσε την οργισμένη αντίδραση κάποιου συνανθρώπου μας ο οποίος καλούσε τον Γαβρά να πάρει το βίντεό του και να ξεκουμπιστεί επιστρέφοντας τα λεφτά που πήρε για να το γυρίσει! Κι έτσι έμαθα για τα βίντεο-κοστουμάκια, πας δηλαδή στον ράφτη, παραγγέλνεις ένα βίντεο-κοστουμάκι κι αν σε στενεύει στον καβάλο σηκώνεσαι και φεύγεις αφήνοντας τον ράφτη απλήρωτο. Γίνεται; Ούτε με σφαίρες! Κι αν δεν γίνεται αναφορικά με ρούχα, φαντάσου πόσο δε γίνεται στην περίπτωση ενός καλλιτεχνικού έργου. Το παραγγέλνεις κι αν στο δώσει στην ώρα του ο καλλιτέχνης είσαι υποχρεωμένος να το πάρεις –αν δεν σου αρέσει ή δεν σου ταιριάζει, η μαλακία είναι όλη δική σου που διάλεξες τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη! Εκτός αν είμαστε στον Μεσαίωνα όπου οι Ιεροεξεταστές είχαν άποψη στο περιεχόμενο των καλλιτεχνικών έργων!

-Κάπου αλλού διάβασα οτι οι «εθνικοί» είχαν κάνει μεγαλύτερες ζημιές στα αρχαία μνημεία από τους χριστιανούς –άρα ο Γαβράς λέει μαλακίες! Εδώ έχουμε να κάνουμε με την καθολική υπερίσχυση του γενικού επί του μερικού –πρόσεξε παράδειγμα: Πάω εγώ και πλακώνω ένα αμάξι στα κλωτσίδια. Βγαίνει έξω ο οδηγός να μου ζητήσει το λόγο κι εγώ τον παίρνω από τα μούτρα –«τι είναι αυτά που λες ρε συ, αφού όλοι ξέρουμε οτι τα αμάξια χτυπάνε τους πεζούς και όχι το ανάποδο, άντε από δω μη σου κάνω καμιά μήνυση!»

-Με όλο αυτό το χαμό περί των χριστιανών που σπάνε αγάλματα κάθισα κι εγώ να δω το βίντεο και σοκαρίστηκα. Όχι από τους χριστιανούς που κόβουν μαρμάρινα τσουτσούνια φυσικά (αυτά είναι γνωστά πράγματα από την Ιστορία). Σοκαρίστηκα όμως με την παράνοια των πολέμιων του βίντεο. Επειδή κατακεραύνωσαν τη συγκεκριμένη σκηνή αλλά δεν είπαν τίποτα για την αμέσως επόμενη όπου φαίνεται να στήνουν έναν ξύλινο σταυρό στον Παρθενώνα και να χτίζουν μια εκκλησία μέσα στον ναό! Αυτά δεν τα αμφισβήτησαν σαν ανιστόρητα –νομίζω; Το κανιβάλισμα ενός ναού με την, εντός του, δημιουργία κάποιου ναού άλλης θρησκείας υποθέτω οτι δεν τους πείραξε! Ίσως να λειτούργησαν στα πλαίσια της ανεξιθρησκίας και της θρησκειολογικής εξέλιξης –να το δω έτσι το ζήτημα; Όμως τότε γιατί οι ίδιοι τσιρίζουν για τους Τούρκους που έκαναν την Αγ. Σοφία τζαμί; Οι Τούρκοι βάρβαροι που βεβήλωσαν την εκκλησία και οι δικοί μας που έκαναν εκκλησία μέσα στον Παρθενώνα εκπολιτιστές; Δεν πάει έτσι ρε φωστήρες! Ή σεβασμός στις διαφορετικές θρησκείες ή θρησκευτικός επεκτατισμός, διαλέξτε!

Κι εδώ ακριβώς έγκειται η δυσκολία του πράγματος –στο γαμημένο το «διαλέξτε» στην άτιμη την επιλογή. Η οποία φυσικά έχει και τίμημα, επειδή οτι επιλέξεις θα πρέπει να το υποστηρίξεις κιόλας.

Θες τα μάρμαρα πίσω; Πες μου γιατί.

Υποστηρίζεις οτι οι χριστιανοί ήταν οι συνεχιστές του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού; Αιτιολόγησέ το.

Ισχυρίζεσαι οτι το πουλί σου είναι μεγαλύτερο από όλα τα πουλιά του υπόλοιπου κόσμου; Φέρε μου τις μετρήσεις που έκανες, να τις δω.

Και βάλε το πουλί σου μέσα, εφόσον δεν πρόκειται να το χρησιμοποιήσεις.

Αλλά μην προσπαθείς να με πείσεις οτι η γελοιότητα αντιμετωπίζεται με γέλιο, μην προσπαθείς να μου αποδείξεις οτι η αδράνεια είναι ουδετερότητα, μην προσπαθείς να μεταφέρεις την ευθύνη όσων κάνεις και όσων ΔΕΝ κάνεις σε άλλους, πέρα από σένα.

Καμιά θέση δεν είναι εκ προοιμίου καλή ή κακή –κάθε θέση οδηγεί σε πράξη και οι πράξεις είναι το κάρβουνο που κινεί το τρένο της κοινωνικής ιστορίας. Όταν όμως αποφασίζεις να ερμηνεύσεις την πρακτική σου παραποιώντας τα εμφανή αποτελέσματα των πράξεών σου τότε πάσχεις από κοινωνικό Μποβαρισμό και όλοι ξέρουμε πως κατάντησε στο τέλος η Μαντάμ Μποβαρύ.

Δευτέρα, Αυγούστου 10, 2009

"Εκείνο το καλοκαίρι"

Καλοκαίρι του '80, έχω τελειώσει την Γ' Γυμνασίου και οι γέροι μου αποφασίζουν να με κάνουν άνθρωπο. Πάει να πει, με στέλνουν να δουλέψω στις διακοπές σε ένα εργοστάσιο ειδών κιγκαλερίας -για να μάθω να εκτιμώ την αξία του χρήματος. Ξυπνάω κάθε πρωί στις 5:30, κάνω 1 χιλιομετράκι ποδαρόδρομο, το πόστο μου είναι βοηθός ψήστη -βγάζω τις λαμαρίνες από τους τεράστιους φούρνους όσο ένας σκατόγερος ψήστης γαμωσταυρίζει αδιάκοπα. Δουλεύουμε στο υπόγειο, από τα μισοχωμένα παράθυρα μπαίνει φως με το ζόρι, επειδή το αφεντικό -κάποιος κωλόχοντρος μουστάκιας -παρκάρει απέξω τις Μπεμβέ του. Μετά κόβει βόλτες ανάμεσά μας και κλαψουρίζει "όλοι το ίδιο είμαστε, ψωμάκι και λαδάκι τρώμε κι εμείς όπως κι εσείς -τι νομίζετε δηλαδή;" Εμείς βλέπουμε τις Μπεμβέ του και άλλα πράγματα νομίζουμε. Κάθε 15 μέρες κάνει ντου η Επιθεώρηση Εργασίας -αδειάζει τότε το εργοστάσιο και τρέχουμε τα παιδιά μαζί με τους γέρους να κρυφτούμε στο παρκάκι παραδίπλα. Μετά ξαναγυρίζουμε στις δουλειές μας.

Με το πρώτο μου μηνιάτικο αγοράζω ένα κασετόφωνο τσίλικο.

Εκείνη την εποχή υπήρχε η Βάση του Ελληνικού, στα ραδιόφωνα πιάναμε τον σταθμό τους, έπαιζαν διάφορα rock 'n' roll, country, soul... Υπάρχει μια εκπομπή που δεν χάνω ούτε με σφαίρες, το Show του Wolfman Jack. Δεν έχω δει ακόμα το American Graffiti, αλλά το κόβω για πολύ σούπερ το άτομο. Τέλος πάντων, κοντά στη Βάση ήτανε τότε ένα δισκάδικο που αγόραζε τα μεταχειρισμένα των Αμερικάνων κι έγραφε παράνομες κασέτες -πολύ ενημερωμένο μαγαζί. Ένα απογευματάκι, μετά από ώρες ψάξιμο, παραγγέλνω εκεί την πρώτη μου κασέτα. Maxwell 90άρα, στην μπροστά πλευρά το World Record των Van Der Graaf Generation (που έχω τρελαθεί ακούγοντάς τους στο Cat's Eye/ Yellow Fever) και στην πίσω πλευρά ένα σάουντρακ με τίτλο That Summer. Δεν κατάφερα ποτέ να δω αυτή την ταινία.

Το σάουντρακ έχει μέσα όλα τα καλά παιδιά, Elvis Costelo στη θρυλική κομματάρα Chelsea, The Only Ones με τον ύμνο Another Girl Another Planet, Wreckless Eric, Patti Smith... Είναι εκεί και το εποχιακό μου κόλλημα, οι Boomtown Rats -βασικά, λόγω αυτών διαλέγω το συγκεκριμένο σάουντρακ.

Μέχρι να ξημερώσει η επόμενη μέρα και να γράψει ο φαλάκρας την κασέτα δεν μου κολλάει ύπνος. Το πρωί στήνομαι έξω από το μαγαζί, ανοίγει κατά τις 10 κατσούφης -η κασέτα δεν είναι ακόμα έτοιμη. Εντάξει, θα περιμένω.

Τελικά φτάνει μεσημέρι όταν επιστρέφω σπίτι, με την κασέτα ιδρωμένη στην παλάμη -κλείνομαι στο δωμάτιό μου και τη βάζω να παίξει. Το σάουντρακ ξεκινάει με τον Εθνικό Ύμνο -τουτέστιν, Sex and Drugs and Rock 'n' Roll -Ian Dury & the Blockheads. Ενθουσιάζομαι.

Το επόμενο κομμάτι έρχεται μετά από κάποια σκρατς ηχογραφημένα από τα αυλάκια του δίσκου. Αλλά δεν είναι αυτό που θα περίμενα. Ηλεκτροακουστικές κιθάρες, τσαχπίνικος ρυθμός, μπόλικα κρουστά -τα χάνω κάπως. Τι στο διάολο παίζουν; Το πρώτο κουπλέ πάει χαμένο λόγω σύγχισης. Συγκεντρώνομαι στο δεύτερο: "Το αδέρφι μου ο Τζώννυ βρήκε ένα αεροπλάνο και μπήκε μέσα/ τώρα είναι σκέτο ξυράφι στον άνεμο/ και κουβαλάει ένα πιστόλι στην τσέπη/ Εκεί πέρα στη Δυτική Ακτή λένε γι΄αυτόν οτι είναι τρελαμένος/ Θεε μου, δεν υπήρχε ποτέ αμφιβολία γι΄αυτό!/ Εντάξει, όλα καλά". Αρπάζω το κουτί της κασέτας, ψάχνομαι. Mink DeVille -Spanish Stroll.



Περνάνε αρκετά χρόνια μέχρι να ξανακούσω τον περίεργο. Στα περιοδικά δεν υπάρχει κουβέντα για την πάρτη του, μόνο μια φωτογραφία του βρίσκω με μουστακάκι ποντικοουρά, βλογιοκομμένη φάτσα και γούνα μινκ ρηγμένη ανέμελα πάνω από το σακάκι του. Ωραίος τύπος, αλλά τι σκατά παίζει;
"Μεξικάνικο ροκ εν ρολ ρε μαλάκα!" μου λέει ένα καλοκαίρι, 6-7 χρόνια αργότερα, ο ξαδερφός μου. Δούλευε τότε ντιτζέι στον ΙΠΠΟΠΟΤΑΜΟ, είχε περάσει η ώρα -ξημέρωνε. Μόνο εμείς κι ο μπάρμαν είχαμε απομείνει, έβαλε τότε το δεύτερο τραγούδι που αξιώθηκα ν΄ακούσω από τον Willy (Mink) DeVille και ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχω ακούσει στη ζωή μου. "Κάθε πρωί είμαι κομμάτια/ κάθε μέρα πεθαίνω/ κάθε νύχτα σηκώνομαι/ κάθε νύχτα κλαίω/ Στέκομαι στη βροχή/ έξω στο δρόμο/ μουσκεύει το πρόσωπό μου/ δάκρυα τρέχουν./ Δεν ξέρω γιατί σηκώθηκα από το κρεβάτι/ δεν ξέρω γιατί προσπαθώ ακόμα/ Εγώ ήμουνα ο κουλ τύπος;/ Ή κάποιος άλλος που μου έμοιαζε;/ Κρύβομαι στις σκιές/ με τα σύννεφα από πάνω μου/ κανένας δεν ξέρει οτι κλαίω/ νικημένος από την αγάπη". Mink DeVille -Demasiado Corazon.



Περνάει άλλη μια δεκαετία, ο ξάδερφός μου ανοίγει το δικό του μπαράκι στου Ψυρρή. Έχουμε χαθεί, έχουμε ο καθένας τα δικά του θέματα. Μέχρι εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ που αποφασίζω να του γνωρίσω τη γυναίκα μου -κι εκείνη θέλει να γνωρίσει επιτέλους κάποιον συγγενή μου. Πάμε στο μαγαζί του, έχει μάθει οτι παντρεύτηκα και όλα τα σχετικά. Είμαστε τρεις -εγώ, η γυναίκα μου και η ξαδέρφη της -αλλά ο δικός μου καταλαβαίνει αμέσως ποια παντρεύτηκα.
"Ε καλά τώρα!" λέει. "Αυτό έλειπε να μην ξέρω τα γούστα του ξαδέρφου μου!" Γινόμαστε λιώμα στα ποτά.
Όταν αδειάζει το μαγαζί ο ξάδερφός μου κάνει νόημα στον ντιτζέι του.
"Άστο -θα βάλω εγώ μουσική, για τον ξάδερφό μου και τη γυναίκα του".
Ξεκινάει με το Demasiado Corazon.
"Που το θυμήθηκες ρε;" του φωνάζω.
"Τι ψάχνεις τώρα μαλάκα. Φαίνεται πως μόνο σε μας τους δύο αρέσει ο Mink DeVille!" ξεκαρδίζεται στα γέλια.


Καλοκαίρι του 2009. 8 Αυγούστου. Διαβάζω την είδηση:
"Ο Αμερικάνος τραγουδιστής και συνθέτης Willy DeVille πέθανε στις 6 Αυγούστου από καρκίνο στο πάγκρεας στα 55 του χρόνια σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης. Ο DeVille έγινε γνωστός με τα τραγούδια του που βασίζονταν σε φόρμες της Αμερικάνικης παραδοσιακής μουσικής, στους Λάτιν ρυθμούς, με την προσθήκη blues riffs και doo-wop ενώ είχε επιρροές από τη μουσική Cajun, το Γαλλικό καμπαρέ και τη σόουλ της πρώιμης δεκαετίας του '60.
Γεννημένος σαν William Borsay στο Stamford του Connecticut πήρε το όνομα DeVille το 1974. Παντρεύτηκε τη δεύτερη γυναίκα του τη Λίζα στα 1984, η οποία έγινε και μάνατζέρ του.
Τον Απρίλιο του 2009 βρέθηκε θετικός σην Ηπατίτιδα C και τον Ιούνιο του 2009, ενώ ετοιμαζόταν να κάνει την σχετική θεραπεία οι γιατροί διέγνωσαν καρκίνο στο πάγκρεας".

"Εκείνο το καλοκαίρι" λοιπόν, έμαθα για έναν ζόρικο μάγκα που σημάδεψε τα δικά μου καλοκαίρια πριν φύγει. Πάει μάλλον να βρει την "Υπέρτατη Αγαπημένη" του και να της γκρινιάξει.

"Lacrimas en mi cara/ Abajo de la lluvia/ μοναχός με την αξιοπρέπειά μου/ παλεύω να κρύψω τον πόνο μου".

Θα τα καταφέρει στο τέλος ο μάγκας -είμαι σίγουρος γι΄αυτό.


Τετάρτη, Αυγούστου 05, 2009

12. Οικογενειακό περιβάλλον

Προηγουμένως:
1.Ο Άρης είναι καθηλωμένος σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο αντιμετωπίζοντας σημαντικά κενά μνήμης. Μαζί με μια ακόμα ένοικο, την Κατερίνα, βρίσκουν έναν κρεμασμένο άντρα κοντά στο ξενοδοχείο.

2. Οι χωρικοί εμφανίζονται με απειλητικές διαθέσεις λόγω του κρεμασμένου, αλλά η κατάσταση διορθώνεται μετά την παρέμβαση του θείου Χάρη και την παράδοση των ενόχων κυνηγών.

3. Κατανομή αρμοδιοτήτων μέσα στο ξενοδοχείο, όσο τα όπλα παραμένουν στον θείο Χάρη και μια φωτογραφία εφημερίδας που ισχυρίζεται οτι ο Άρης είναι καταζητούμενος τρομοκράτης.

4. Ψάρεμα με αμφίβολα αποτελέσματα και κάποιες αψιμαχίες σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων.

5. Μια απόπειρα βιασμού έχει συνέπεια την κοινή πορεία του Άρη με τον Πάνο εκτός ξενοδοχείου.

6. Ο Άρης φτάνει στο χωριό και, με τη βοήθεια του αστυνόμου, ψάχνει να βρει την κόρη του.

7. Ο Άρης συναντάει τους δικούς του συντρόφους για να ανακαλύψει οτι δεν είναι ούτε δικός τους, ούτε σύντροφός τους.

8. Ο Άρης ανακαλύπτει διάφορα πράγματα, μεταξύ αυτών και το πτώμα του πατέρα του.


9. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο -η αντοχή των ορίων μεταξύ "δικού" και "ξένου"

10. Μετά από ένα βράδυ στο ξενοδοχείο ο Άρης ξεκινάει για το βουνό περνώντας από τον κατεστραμμένο δρόμο

11. Ο Άρης ανεβαίνει το βουνό ψάχνοντας την οικογένειά του.


Μοιάζει με εκπνοή ανακούφισης το ξύπνημα των κρυμμένων ανθρώπων. Όταν η απειλή τους κατατρέχει περισσότερο από τους πραγματικούς τους κυνηγούς δεν νιώθουν πλέον την προστασία της νύχτας. Επειδή τη νύχτα κανένας δεν σε κυνηγάει, τη νύχτα όλοι λουφάζουν περιμένοντας να ξημερώσει. Αλλά αυτό είναι κάτι που μονίμως ξεχνάνε οι κυνηγημένοι σε αντίθεση με τους κυνηγούς. Κι έτσι ο τρόμος του πρωινού δίνει τη θέση του στην ομαδική εκπνοή ανακούφισης –«τη βγάλαμε ζωντανοί κι αυτή τη νύχτα», αντί για «άντε να δούμε τι συφορά μάς ξημερώνει».

Οι κρυμμένοι άνθρωποι ξεμύτισαν από τις σπηλιές σχεδόν χαρούμενοι. Κάτι παιδιά πετάχτηκαν ανέμελα στο ξέφωτο, για δυο-τρία λεπτά μόνο, πριν οι μανάδες τους τα ξαναφέρουν μέσα στις σπηλιές ουρλιάζοντας. Ανάμεσά τους δεν ήταν η κόρη μου.

Πέντε άντρες οπλισμένοι με τσεκούρια ξεκίνησαν να απλώνονται σα βεντάλια για να επιθεωρήσουν την περιοχή, ένας απ΄αυτούς πλησίασε κοντά στο δέντρο που κρυβόμουν –ήταν γέρος, στην ηλικία του πατέρα μου περίπου. Κοίταξα τους υπόλοιπους, μια απ΄τα ίδια. Γυναικόπαιδα και γέροι –αυτό ήταν όλο. Βγήκα προσεκτικά στο ξέφωτο, ο άντρας μπροστά μου σταμάτησε σαστισμένος. Σήκωνα τα χέρια ψηλά για να τον ησυχάσω.
«Καλημέρα», είπα καθαρά σα μαθητής φροντιστηρίου ξένων γλωσσών.
«Ποιος διάολος είσαι ‘σύ;» μούγκρισε ο γέρος.
«Φίλος», απάντησα.
«Δεν έχουμε φίλους», ψιθύρισε κοιτάζοντας πίσω του για να δει αν οι υπόλοιποι μας είχαν πάρει είδηση.
«Έχετε τώρα», του εξήγησα αλλά δεν τον έπεισα.
Οι υπόλοιποι είχαν φτάσει κοντά του αλλά έκαναν τόση φασαρία που πετάχτηκε ο κόσμος από τις σπηλιές. Έμεινα στη θέση μου, ακίνητος, προσπάθησα να χαμογελάσω. Αλλά κοίταζα εκεί πίσω.
«Έχεις όπλο;» με ρώτησε ο γέρος.
«Έχω αλλά μη φοβάσαι. Είμαι φίλος», του ξανάπα.
«Βγάλτο και ρίχτο μπροστά σου», είπε εκείνος.
«Έλα ρε μπάρμπα να τελειώνουμε!» νευρίασα τελικά. «Αν ήθελα να σας ρίξω θα το είχα κάνει ήδη –τι με πέρασες, για κούτσουρο να φοβηθώ από τα τσεκούρια σας;»
«Ρίξε το όπλο που σου λέω!» επανέλαβε ο γέρος, χωρίς να δείχνει τόσο σίγουρος πλέον.
«ΜΠΑΜΠΑ!» άκουσα την ενθουσιασμένη φωνούλα της.
Κοίταξα αλλά δεν μπορούσα να τη δω –με στράβωνε ο πούστικος ήλιος.
«ΠΙΑΣΤΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ!» άκουσα μια γυναικεία κραυγή και μετά...
«ΚΑΝΤΕ ΑΚΡΗ ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΜΕ, ΚΑΝΤΕ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΓΑΜΩΤΟ!» αυτή ήταν η δική της φωνή.
Ξανακοίταξα λαίμαργα αλλά ο ήλιος με τσάκισε στα ίσα. Γονάτισα.

Μετά πνίγηκα στην αγκαλιά των μικροκαμωμένων χεριών της και άλλα χέρια, γυναικεία, με αγκάλιασαν από τη μέση για να με στηρίξουν. Σηκώθηκα ξεπλένωντας τα μάτια μου από το φως, επειδή να ξέρεις, αυτή είναι η χρησιμότητα των δακρύων. Τις κρατούσα αγκαλιά, δυο πλάσματα κρεμασμένα από τα μπράτσα μου και ήμουνα σίγουρος οτι θα τις έβγαζα απ΄αυτή την κόλαση. Είπα λοιπόν οτι η σημερινή μέρα ήταν δικιά μου και κανένας δεν θα μου τη χάλαγε. Γι΄αυτό, όταν ένας γέρος με ανοιχτό πουκάμισο στήθηκε μπροστά μου και ρώτησε, «τι θα γίνει με το όπλο», τον αγνόησα βρίζοντας –«δείξε λίγη γαμημένη διακριτικότητα ρε άνθρωπε» -και η μικρή ξεκαρδίστηκε κακαριστά αναγνωρίζοντας την βρισιά.
«Πάμε μέσα», είπε εκείνη.
Προχώρησα οδηγημένος από τη βιασύνη τους.

Η σπηλιά ήταν ξέβαθη, μια κοιλότητα στο βουνό και τίποτα περισσότερο. Η είσοδός της έχασκε απροστάτευτη. Αν υπήρχαν φίδια εδώ πάνω θα έκαναν γιορτή κάθε ξημέρωμα.
«Μπαμπά γιατί άργησες;» διαμαρτυρήθηκε η μικρή.
«Το θέμα είναι οτι ήρθα και δεν πρόκειται να σας ξαναφήσω», την καθησύχασα χαϊδεύοντας το κεφάλι της.
«Έχεις τα χάλια σου», παρατήρησε ανήσυχα η γυναίκα μου.
«Δεν έχω τίποτα που να μη διορθώνεται», την καθησύχασα με τη σειρά. Έτσι τουλάχιστον ήθελα να ελπίζω.
Καθίσαμε στο βάθος της σπηλιάς και ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται γύρω μας, προσεκτικά, σα μύγες που προσπαθούσαν να περάσουν δίπλα από ιστό αράχνης.
«Ο πατέρας σου...» μου είπε εκείνη.
«Ξέρω», την διέκοψα.
«Προσπάθησα να τους εξηγήσω...»
«Άδικος κόπος, αυτοί δεν ακούνε», της είπα.
Κοιταχτήκαμε προσπαθώντας να χορτάσουν τα μάτια μας τον άλλον –δεν ήταν και τόσο εύκολο.
«Πως περνάτε εδώ πάνω;» ρώτησα.
«Τα τρόφιμα τελειώνουν και το νερό επίσης. Υπάρχει ένα ποτάμι πιο πάνω, αλλά εδώ και μια βδομάδα κατεβάζει πετρέλαιο –μάλλον το ρίξανε τα αεροπλάνα στην πηγή του. Πρέπει να κρύβονται και αντάρτες στο βουνό εκτός από μας, γιατί βομβάρδισαν την κορυφή με ναπάλμ –γι΄αυτό μάλλον», ψιθύρισε κακόκεφα.
«Εντάξει, θα φύγουμε από δω –σύντομα», είπα.
«Να πάμε που;» βόγκηξε.
«Κάπου ασφαλέστερα –το βουνό είναι προσωρινό», είπα.
Την έβλεπα απέναντί μου να ξαναφέρνει στο μυαλό της τα στρατιωτικά περίπολα της πόλης, εκείνους τους τρομαγμένους νεαρούς που πυροβολούσαν τις σκιές και συνήθως σκοτώνονταν μεταξύ τους. Την έβλεπα να ξαναθυμάται τους τυφλωμένους από τον όχλο χωρικούς που ζητούσαν την ικανοποίηση της αρχέγονης εκδίκησης. Για κανέναν δεν είχαν σημασία οι άνθρωποι αυτή την εποχή –άλλοι πρόβαλαν τον τρόμο τους και άλλοι την πείνα τους σε όποιο πρόσωπο τύχαινε να ανταμώσουν. Οι φόνοι είχαν μετατραπεί σε απλές αντανακλαστικές αντιδράσεις. Και η γυναίκα μου φοβόταν να ξαναγυρίσει στους ανθρώπους, αυτό ήταν φανερό.

Καθίσαμε εκεί πέρα ώρα πολλή, το φως του ήλιου έγλυφε τα παπούτσια μας και είχα μια διάθεση να κοιμηθώ κοντά τους, να αφήσω τον σατινένιο ήχο των φωνών τους να με καταπιεί όσο ένα χαμόγελο θα κατσάρωνε ασυναίσθητα τα χείλη μου. Το τσιγάρο που είχα ανάψει μου έκαψε τα δάχτυλα όμως δεν ήταν αυτό που με ξύπνησε.
«Έρχεσαι λίγο να κουβεντιάσουμε;» ρώτησε ο γέρος που στεκόταν όρθιος πάνω από το κεφάλι μου.
Ένιωσα τα νεύρα στα μηνίγγια μου να τεντώνονται χτυπώντας.
«Εντάξει», είπα.

Πήγαμε κοντά στην είσοδο της σπηλιάς, εκεί που ο ήλιος εγγυούταν έναν ξεγυρισμένο πονοκέφαλο.
«Είσαι ο...» ξεκίνησε να λέει ο γέρος.
«Αυτός είμαι», τον διαβεβαίωσα.
Δεν ήταν απ΄αυτούς που είχα συναντήσει το πρωί –έμοιαζε καλοζωισμένος σαν προύχοντας.
«Ξέρεις λοιπόν για τον πατέρα σου», διαπίστωσε.
«Έχω βαρεθεί αυτό το θέμα», δυσανασχέτησα.
«Τον γνώριζα τον πατέρα σου, καλός άνθρωπος, δίκαιος...» αναπόλησε ο γέρος.
«Κι εγώ τον γνώριζα τον πατέρα μου», του υπενθύμισα.
«Γνώριζα και τους φονιάδες του –τα κατακάθια του χωριού...» πρόσθεσε μετά από λίγη σκέψη.
«Ναι κι εγώ τους γνώρισα πριν λίγες μέρες», του είπα.
«Και; Τους έδωσες συγχαρητήρια για οτι έκαναν;»
«Δεν ζήτησαν τη γνώμη μου, ούτε την άδειά μου».
«Πως αυτό; Δεν είσαι από τους αρχηγούς;» σχολίασε σκληρά ο γέρος.
«Όχι δεν είμαι από τους αρχηγούς και ούτε ξέρω ποιοι είναι οι αρχηγοί», του απάντησα.
«Αλλιώς τα μαθαίνουμε εμείς...»
«Δικό σας πρόβλημα αυτό», μουρμούρισα.
Σωπάσαμε επειδή δε μένανε πολλά να ειπωθούν σχετικά με το θέμα.
«Τι λογαριάζετε να κάνετε;» ρώτησα τελικά.
«Θα περιμένουμε εδώ πάνω, τι άλλο;»
«Ποιους θα περιμένετε;»
«Το στρατό να καθαρίσει τα χωριά μας».
«Για την ώρα ο στρατός κυρίως σας βομβαρδίζει απ΄ότι άκουσα», ειρωνεύτηκα με τη σειρά μου.
«Όχι εμάς –τους αντάρτες από δίπλα», είπε εκείνος.
«Πες το στις ναπάλμ αυτό και που ξέρεις; Μπορεί και να μη σας κάψουν», χαμογέλασα.
«Σαχλαμάρες!» μουρμούρισε αλλά δεν κατάλαβα σε τι ακριβώς αναφερόταν.
«Εγώ πάντως θα πάρω την οικογένειά μου και θα κατέβω», του είπα.
«Να πας που; Στο χωριό τα πράγματα είναι σκούρα και ποτέ δεν ξέρεις ποιος θα κάνει κουμάντο αύριο...»
«Γιατί πρέπει να κάνει κάποιος κουμάντο;» απόρησα δήθεν.
Με κοίταξε απότομα.
«Τι θες να πεις;»
«Αναρωτιέμαι γιατί πρέπει πάντα να κάνουν κάποιοι κουμάντο και οι υπόλοιποι να κουμαντάρονται. Δεν υπάρχει άλλη λύση;»
«Αν υπήρχε θα είχε βρεθεί τόσους αιώνες τώρα».
«Ίσως κάποιους να μην τους συμφέρει να βρεθεί...»
«Άρα δεν θα βρεθεί ποτέ –τζάμπα ασχολείσαι», έγειρε προς το μέρος μου. «Άκου παλικάρι μου, εσένα δε σε ξέρω αλλά θα σου πω κάτι, από σεβασμό για τον πατέρα σου. Οι άνθρωποι κάνουμε λάθη, πολλά λάθη –έτσι προχωράει ο κόσμος. Επειδή κάποια στιγμή βλέπουμε το λάθος μας και το διορθώνουμε και κάνουμε κάτι σωστότερο από αυτό που κάναμε πριν και μετά ξαναβλέπουμε το λάθος και πάει κορδόνι η ιστορία. Όσο πιο γρήγορα βλέπεις ένα λάθος λοιπόν...»
«Τόσο πιο γρήγορα κάνεις το επόμενο», γέλασα.
«Πες το κι έτσι», χαμογέλασε ο γέρος.
«Και που καταλήγουμε; Πέρα από τη φιλοσοφία εννοώ –θα έρθετε μαζί μας να κατέβουμε στο χωριό;» ρώτησα.
«Να μιλήσω αργότερα με τους υπόλοιπους...» πρότεινε ο γέρος.
«Νόμιζα οτι εσύ αποφασίζεις για όλους», του είπα.
«Ακόμα κι έτσι –πρέπει να τους ακούω», παρατήρησε ο γέρος.
«ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ!» τσίριξε μια γυναίκα πανικόβλητη.
Κοιτάξαμε προς το ξέφωτο αλλά δεν μπορούσαμε να δούμε πολλά επειδή όλοι έτρεχαν σαν αποκεφαλισμένα κοτόπουλα. Οι κυνηγημένοι τρέμουν τους επισκέπτες –πάντα.
«Ένας είναι!» έκανε λαχανιασμένα κάποιος βιαστικός γέρος.
Σηκώθηκα. Κατά πάσα πιθανότητα ήμουνα ο μοναδικός με πιστόλι εκεί πέρα, ήταν λοιπόν δική μου δουλειά.
«Που πας;» κρεμάστηκε από το μπράτσο μου εκείνη.
«Πάω να δω –μη φοβάσαι», της είπα.

Δεν χρειάστηκε να περπατήσω πολύ, το μέρος που είχαν διαλέξει να κρυφτούν ήταν για στρουθοκαμήλους –ξέβαθη σπηλιά με 50 μέτρα ξέφωτο μπροστά της και μετά δέντρα αρκετά πυκνά για να κρυφτεί ολόκληρο τάγμα.
«Δεν το βάζεις κάτω εσύ!» ψευτοθαύμασα χαιρετώντας τον.
Κατά βάθος ήξερα οτι δεν υπήρχε περίπτωση να ξεκολλήσει από πίσω μου, είχε τέτοιες εντολές και ήταν φτιαγμένος να τις εκτελεί.
«Θα μπορούσες να μου πεις οτι φεύγεις», γκρίνιαξε ο Στέφανος.
«Και γιατί να το κάνω;» γέλασα.
«Επειδή...» μπερδεύτηκε εκείνος.
«Επειδή έτσι θα διευκόλυνα την αποστολή σου», είπα σταθερά.
«Α, μάλιστα», έκανε εκείνος. «Άρχισες να θυμάσαι λοιπόν».
«Αν ποτέ μπόρεσα να ξεχάσω...» είπα εγώ, κυρίως στον εαυτό μου.
«Υπάρχει μια ομάδα λίγο ψηλότερα...» άρχισε να λέει ο Στέφανος.
«Δε μ΄ενδιαφέρει», τον έκοψα. «Θα πάρω την οικογένειά μου και θα κατέβω. Δεν είναι δική μου δουλειά πια».
«Όταν κατέβεις θα ξαναγίνει δική σου δουλειά», γέλασε ο Στέφανος. Μετά έβγαλε δυο τσιγάρα και τα άναψε –μου έδωσε το ένα. «Ο στρατός ήρθε στο χωριό, όταν έφυγα ακούγονταν ήδη τα φορτηγά τους...»
«Και λοιπόν;»
«Οι δικοί μας εκεί πέρα δεν θα αντέξουν πάνω από δυο ώρες».
«Γιατί δεν κρύβονται τότε;»
«Επειδή τους έφαγε η αναβλητικότητα και δεν τον καθαρίσανε τελικά τον αστυνόμο. Θα τους δώσει με τη μία στους στρατιώτες...»
«Θα έπρεπε ίσως να φύγουν, να την κοπανήσουν...»
«Είναι το χωριό τους Άρη! Δε θέλουν να φύγουν», είπε ο Στέφανος.
«Τότε, καλά ξεμπερδέματα», είπα εγώ.
«Θα μπορούσαμε ίσως να κάνουμε κάτι, να κατέβουμε για βοήθεια με τους δικούς μας από το βουνό... Εύκολα θα παίρναμε τις πλάτες του στρατού...» μουρμούρισε.
«Πολύ καλή ιδέα! Αυτό να κάνετε», απάντησα.
«Κόψε την ειρωνεία!» θύμωσε ο Στέφανος.
«Κι εσύ κόψε την καθοδήγηση! Σου είπα οτι δεν με ενδιαφέρουν όλα αυτά, θέλω μόνο να φύγω με την οικογένειά μου».
Γέλασε.
«Ποιον κοροϊδεύεις ρε Άρη;» είπε.
«Άντε γαμήσου. Ξεφορτώσου με!» μούγκρισα κουμπωμένος και του γύρισα την πλάτη.
«Μέχρι το βράδυ θα είμαι πίσω –μην πάτε πουθενά», φώναξε ο Στέφανος.

«Ποιος ήταν αυτός;» με ρώτησε ο γέρος.
«Ένας γνωστός μου», απάντησα.
«Και που πάει;»
«Στο διάολο –αλλά θα ξαναγυρίσει».
«Μόνος του;» ανησύχησε ο γέρος.
«Δε νομίζω», επιβεβαίωσα την ανησυχία του.
Ο γέρος έφτυσε στο χώμα.
«Μας έβαλες σε μπελάδες», βόγκηξε.
«Δεν το ήθελα», προσπάθησα να δικαιολογηθώ.
«Και τι μ΄αυτό;» παρατήρησε.
Δίκιο είχε.

Μέσα στη σπηλιά η γυναίκα μου έφτιαχνε πρωινό. Παξιμάδια με μαρμελάδα και γάλα από τσίγκινο κουτί. Η μικρή ανέβηκε πάνω μου όταν κάθισα κοντά τους.
«Μπαμπά, πρέπει να σου δείξω την κρυψώνα μου», φώναξε ενθουσιασμένη.
«Αργότερα», είπα σκεφτικός.
«Μα είναι κοντά –εδώ απέξω, στα δέντρα!» συνέχισε αμετάπειστη.
«Εντάξει, να φάμε πρώτα πρωινό», μουρμούρισα παραιτημένα.
«Τι έγινε;» με ρώτησε εκείνη.
«Πρέπει να φύγουμε πριν νυχτώσει», είπα εγώ.
«Δε θέλω!» φώναξε η μικρή.
«Ο μπαμπάς έχει δίκιο –είναι καιρός να κατέβουμε», προσπάθησε να την καθησυχάσει εκείνη.
«Μα εδώ περνάω καλά!» συνέχισε η μικρή.
Την κοίταξα. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιος κόσμος κατάλληλος για παιδιά αλλά αυτός ο κόσμος φτιάχτηκε για να σκοτώνει τα όνειρά τους κι εμείς που τα φέραμε εδώ είμαστε ένοχοι. Μασούλησα την αλειμμένη φρυγανιά ανόρεχτα.
«Τι θ΄απογίνουμε;» μουρμούρισε εκείνη όταν η μικρή δεν πρόσεχε.
Θα ήθελα να είμαι στη θέση του πατέρα μου, θα ήθελα να είμαι σε θέση να πω –«ότι οι άλλοι κι εμείς». Αλλά δεν γινόταν.
«Θα βρούμε ένα ασφαλέστερο μέρος –κάποτε θα τελειώσουν όλα αυτά...» είπα αβέβαια.
Εκείνη δε μίλησε.

Απομακρύνθηκα πριν η μικρή ξαναθυμηθεί την κρυψώνα της στα δέντρα, άφησα τη γυναίκα μου να μαζεύει τα πράγματα και πήγα προς τους συγκεντρωμένους γέρους στην άλλη άκρη της σπηλιάς. Δυο –τρία κεφάλια με κοίταξαν ανήσυχα αλλά ο γερο-προύχοντας τους έκανε νόημα να ησυχάσουν.
«Κάτσε», μου πρότεινε. «Κουβεντιάζαμε εδώ πέρα για το τι να κάνουμε».
«Και που καταλήξατε;» ρώτησα.
«Θα φύγουμε. Αν έρθουν οι αντάρτες θα έχουμε τραβήγματα. Στην καλύτερη περίπτωση θα μας κλέψουν τα τρόφιμα...»
«Ή θα μας σκοτώσουν», πετάχτηκε κάποιος άλλος γέρος.
«Κι έτσι να μη γίνει, οι αντάρτες τραβάνε το στρατό όπως τα σκατά τις μύγες. Δεν θέλουμε να φάμε καμιά ξώφαλτση», είπε ο γερο-προύχοντας.
«Λοιπόν;» έκανα περιμένοντας.
«Υπάρχει ένα μονοπάτι... κατσικόδρομος», έπιασε να μου εξηγεί ο γέρος. «Αν ξεκινήσουμε σε καμιά ώρα θα το έχουμε βρει πριν νυχτώσει...»
«Που πάει το μονοπάτι αυτό;» ρώτησα.
«Στην άλλη πλευρά του βουνού, ανηφορίζει για κάνα δυο χιλιόμετρα και μετά σε βγάζει από πίσω...»
«Τι είναι στην άλλη πλευρά του βουνού;» απόρησα.
«Κανείς μας δεν ξέρει. Ποτέ δε χρειάστηκε να πάμε».
«Και που ξέρετε οτι βγάζει κάτω από το βουνό το μονοπάτι;»
Γελάσανε κάτω από τα μουστάκια τους.
«Το μονοπάτι του Κλεφτόγιαννη...» είπε ένας γέρος.
«Τι σημαίνει αυτό;» έκανα εγώ.
«Από κει πέρναγε τα πρόβατα που έκλεβε, τα πήγαινε στην αγορά της πόλης να τα πουλήσει», συνέχισε ο ίδιος γέρος.
«Άρα υπάρχει κάποια πόλη εκεί πίσω», συμπέρανα.
«Που να ξέρουμε; Πάνε 10 χρόνια που πέθανε ο Κλεφτόγιαννης....»
«Δεν έχουμε άλλη επιλογή», είπε ο γερο-προύχοντας. «Στο χωριό αλωνίζουν οι αληταράδες, θα μας περάσουν όλους από μαχαίρι αν εμφανιστούμε...»
Τότε κατάλαβα οτι ήμουνα ο μόνος που ήξερε για τον στρατό. Θα μπορούσα να το αποκαλύψω και να τους γλιτώσω από τις ταλαιπωρίες, αλλά μετά θα έπρεπε να ψάξω μόνος μου το μονοπάτι. Κοίταξα τους γέρους και τα γυναικόπαιδα –άξιζε τον κόπο να τους βάλω στον κίνδυνο, μόνο και μόνο για να βελτιώσω τις πιθανότητες διαφυγής της δικής μου οικογένειας; Φυσικά και δεν άξιζε. Αλλά δεν γινόταν διαφορετικά.
«Εντάξει, θα έρθουμε μαζί σας», είπα κοφτά.
«Γιατί δεν πάτε πίσω στο χωριό; Θα είναι καλύτερα για σας», είπε ο γέρος.
«Δεν τους εμπιστεύομαι αυτούς στο χωριό», είπα ψέματα εγώ.
«Δίκιο έχει –είναι σκυλιά μαύρα», σιγοντάρισε κάποιος από τους γέρους. «Άσε που αν έρθει ο στρατός την έχουν άσχημα –κι αυτός και η οικογένειά του...»
Χαμογέλασα καθώς απομακρυνόμουν.

Εκείνη τακτοποιούσε με προσοχή τα ρούχα στο κάτω μέρος του σακιδίου, από πάνω έβαζε τις κονσέρβες και τις κούκλες της μικρής –καθόμουν και τη χάζευα ενώ σκεφτόμουν μια περιποιημένη αυλή κι εκείνη να σκαλίζει τα λουλούδια όσο η μικρή θα μας κουνάει το χέρι στριφογυρίζοντας με το ποδήλατό της. Δεν πάλεψα ποτέ για έναν καλύτερο κόσμο, πάλευα μόνο για να επιβιώσω, αλλά τελικά ο καλύτερος κόσμος είναι πάντα το απλούστερο σχήμα. Η ανθρώπινη ευτυχία έρχεται όταν μάθεις να ξεχωρίζεις πόσο λίγα είναι τα πάντα που θέλεις. Την πλησίασα από πίσω και τη φίλησα στο λαιμό, πετάχτηκε για μια στιγμή αλλά μετά χαλάρωσε.
«Συγνώμη για όλα αυτά», της είπα.
«Μη ζητάς συγνώμη –δεν φταις σε τίποτα», μου απάντησε.
«Μακάρι να ήταν έτσι», μουρμούρισα. «Πάντως έχεις δίκιο –οι συγνώμες είναι σκέτες κουβέντες, το θέμα είναι να ξεφύγουμε».
«Θα τα καταφέρουμε;» ρώτησε όλο αγωνία.
«Σίγουρα», είπα.
Και δεν έλεγα ψέματα, αλλά δεν έλεγα κι ολόκληρη την αλήθεια. Επειδή αυτές τις δυο θα τις γλίτωνα, θα έβρισκα ένα ασφαλές μέρος να ζήσουν ήρεμα. Ή θα τις σκότωνα την ώρα που κοιμόνταν για να μην πέσουν στα χέρια των δολοφόνων. Εγώ όμως ήμουνα από καιρό με την πλάτη στον τοίχο –δεν υπήρχε πιθανότητα να τη βγάλω καθαρή.
«Μπαμπά, πότε θα πάμε να σου δείξω την κρυψώνα μου επιτέλους!» διαμαρτυρήθηκε η κόρη μου.
«Τώρα αμέσως», είπα και την ακολούθησα χαμογελαστός.

Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.

Δευτέρα, Αυγούστου 03, 2009

"Άντε -και του χρόνου σπίτια μας!"

Εγώ, εντάξει, δε γουστάρω καλοκαιρινές διακοπές και άλλα τέτοια –είμαι της φράξιας Σοφίας Αρβανίτη, «μη μου μιλάς για καλοκαίρια/ για ακρογιαλιές και γι΄αστέρια», κάπως έτσι -τέλος πάντων. Αλλά απορώ μ΄αυτούς που γουστάρουν.

Εννοώ.

Εντάξει αδερφάκι, θέλεις θάλασσα (καθότι και το κορίτσι το ίδιο θέλει να πούμε), αρμύρα, ήλιο, καρπούζι στην άμμο και ξέρω ‘γω... Αν ζεις σε καμιά πολιτισμένη χώρα, τύπου Σερβία, Κροατία, Ιταλία, Πορτογαλία ή σε καμιά Λατινική Αμερική –τυχερός είσαι. Επειδή κάπου μπορεί να πετύχεις την ονειρεμένη ακροθαλασσιά. Αν όμως αδερφάκι ζεις στην Ελλάδα τον ήπιες κανονικά. Και μην πιστεύεις τους χάρτες -ας πούμε και το Κουβέιτ θάλασσα έχει αλλά αν κάνεις να πέσεις στα ήσυχα νερά της θα βγεις μαριναρισμένος σα φιλετάκι πανέ.

Εξηγούμαι περαιτέρω.

Εκεί κατά τον Μάη μήνα κάθεσαι μπροστά σε γεωπολιτικούς χάρτες να καταστρώσεις τις διακοπές σου. Απορρίπτεις τα βουνά καθότι Μεσογειακός τύπος με ροπή προς τα εγκαύματα τρίτου βαθμού και την ηλίαση. Βάζεις κάτω λοιπόν τα παραθαλάσσια. Και ξεκινάς από τα νησιά, επειδή εκεί καταλαβαίνεις τι θα πει καλοκαίρι. Το έλεγε κι ο Βαγγελάκης ο Γερμανός, «Μύκονο και Σαντορίνη/ σαν ερωτευμένοι πιγκουίνοι». Δεν έλεγε Κατάκωλο και Λιδόρικι ο ποιητής –νησιά έλεγε κι από αυτά αρχίζεις το ψάξιμο. Άσε που σε ιντριγκάρουν αυτοί οι «ερωτευμένοι πιγκουίνοι», τουτέστιν ακόμα και σαμπρέλα τριαξονικού να έχεις γίνει από την πολλή μάσα, δεν μπορεί, τον έρωτα θα τον συναντήσεις στο νησί! Ψάχνεις λοιπόν στα νησιά και...
Εμείς τουλάχιστον, όταν είδαμε πόσο κάνουν τα εισιτήρια των καραβιών και πόσο κοστίζει το δωμάτιο σε ελληνικό νησί (βγάλε την Κρήτη και την Πελοπόννησο –που μπορεί να δείχνουν, αλλά δεν είναι νησιά), αποφασίσαμε να κρατήσουμε τα φράγκα και να πάμε μια βδομάδα στην Ευρώπη το χειμώνα, που στοιχίζει και φθηνότερα.

‘Νταξει, θα που πεις, υπερβολικός! Υπάρχουν κι ελληνικά νησιά χωρίς πολυκοσμία ούτε κακοσμία. Υπάρχουν –είπα εγώ το αντίθετο; Μόνο που το καράβι δένει σ΄αυτά τρεις φορές το μήνα (τα καλοκαίρια) κι αν πάθεις τίποτα αλλεργία από τσίμπημα σφίγγας ας πούμε, δε σε σώζει ούτε το ελικόπτερο του Παλαιοκώστα.

Άρα, νησί γιόκ κι ας λέει οτι θέλει ο κάθε Γερμανός. Αποφασίσαμε στεριά, να έχουμε και το κεφάλι μας ήσυχο. Και καταλήξαμε να προτιμήσουμε κάμπινγκ (ένεκα η οικονομική κρίση) στη Χαλκιδική –σκέφτεστε τίποτα καλύτερο; Πάντως, σε όσους το είπαμε, έδειξαν να ενθουσιάζονται με την ιδέα.

Να ανοίξω εδώ μια παρένθεση περί οικονομικής κρίσεως που μας πρήξανε τα κανάλια και η κυβέρνηση. Ε, λοιπόν το ακούσανε φαίνεται οι ρουμτουλετάδες των νησιών και οι ξενοδόχοι και πήραν τα μέτρα τους. Υπολόγισαν δηλαδή, «αφού δεν θα έχω φέτος γεμάτα τα δωμάτια όλη τη σεζόν, αλλά, πουχού, το ένα τρίτο αυτής, θα τριπλασιάσω τις τιμές για να μη χάσω κιόλας ο άνθρωπος!» Σωστοί νομίζω.

Εμείς πάντως θα πηγαίναμε Χαλκιδική και φακ δεμ ολ, που έλεγε κι ένας φιλαράκος, θεός σχωρέστον –έχει γίνει τώρα εξέκιουτιβ σε τράπεζα και πάει μόνο ολ ινκλούσιβ στην αλλοδαπή. Αλλά τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως διαφορετικά και δεν τους φακ ολ τελικά...

Διότι το καλό πήδημα από τα προκαταρκτικά φαίνεται –έτσι κι εμείς όταν πήγαμε στον ΟΣΕ να βγάλουμε εισιτήρια πληροφορηθήκαμε οτι τα τρένα απεργούν Δευτέρες και Παρασκευές. Γιατί; Επειδή πάνε να τα ξεπουλήσουν και τα έχουν ρημάξει στην απαξίωση, που ακούστηκε άλλωστε να υπάρχει φτηνό, ασφαλές και γρήγορο μεταφορικό μέσο Αθήνα-Θεσσαλονίκη; Και τα αδέρφια της Ετζίαν τι θα γίνουν; Κλέφτες θα γίνουν; Τέλος πάντων, με το δίκιο τους οι άνθρωποι απεργούν αλλά το γεγονός ήταν οτι ταξίδι με τρένο δεν έπαιζε σαν πιθανότητα.

Αρνούμενοι πεισματικά (σαν ήρωες αρχαίας τραγωδίας) να λάβουμε υπόψη την προειδοποίηση της μοίρας, αποφασίσαμε να διατηρήσουμε την καλοκαιρινή μας αισιοδοξία και να χρησιμοποιήσουμε το αυτοκίνητο για το ταξίδι μας. Ή ίσως και να μας τύφλωσε καμιά αγάμητη θεά, σαν τον Αίαντα που πέρασε τα πρόβατα για Τρώες και τα μακέλεψε –ξέρω ΄γω;

Και να πεις οτι δεν έρχονταν οι οιωνοί με το τσουβάλι; Πριν βγούμε στην Εθνική (από Αττική οδό) έσκασε καινούργια προειδοποίηση: «Συμφόρηση στην έξοδο της Εθνικής οδού λόγω έργων». Ωραίων έργων, μπλοκμπάστερ –αν κρίναμε από την ουρά που είχε μαζευτεί και περίμενε υπομονετικά να τα θαυμάσει. Τουτέστιν, τρία τέταρτα κολλημένοι –αλλά όταν ο άνθρωπος πάει ντουγρού στη συμφορά δεν μασάει από κάτι τέτοια.

Έτσι βγήκαμε στην Εθνική κι έτσι άρχισε το γλέντι.

Ξεκίναγε η άσφαλτος τρεις λωρίδες, σούπερ, «ευρωπαϊκή πλενόμενη». Πήγαινες να πατήσεις λίγο γκάζι, αλλά έβλεπες την ταμπέλα «Διόδια στα 1.000 μέτρα» και έπεφτες στα φρένα. Πολλά διόδια. Πολύχρωμα διόδια. Διόδια για όλα τα γούστα. Διόδια των 2,7 ευρώ, διόδια των 2 ευρώ, μέχρι και διόδια του 1 ευρώ βρήκαμε –διόδια για όλα τα βαλάντια. 7 διόδια μετρήσαμε στο «πήγαινε» κι άλλα τόσα στο «έλα», μπορεί και περισσότερα. Ευτυχώς το τελευταίο διόδιο πριν φτάσουμε Θεσσαλονίκη το είχαν καταλάβει οι σύντροφοι του ΚΚΕ και ήταν δωρεάν. Έμαθα οτι ο Πρετεντέρης αναφέρθηκε στο θέμα και κατηγόρησε το ΚΚΕ οτι «εθίζει τον λαό στο τζάμπα» με αυτές του τις ενέργειες. Δίκιο έχει ο Πρετεντέρης –τι είναι ο λαός δηλαδή για να έχει τζάμπα μεταφορές; Ο Τσίμας είναι που ταξίδευε προσκεκλημένος του Χριστοφοράκου να δει τη Φόρμουλα 1;
Δυο επιμέρους παρατηρήσεις εδώ:
1. Όποιος αντιμετωπίζει τον λαό σα σκύλο του Παυλώφ που μπορεί να εκγυμνάζεται ώστε να αντιδρά με συγκεκριμένο τρόπο σε συγκεκριμένα ερεθίσματα είναι απλώς φασίστας.
2. Απ΄ότι έμαθα αργότερα, τα διόδια που είχε κλείσει το ΚΚΕ ήταν τα μοναδικά Δημόσια Διόδια σε όλη τη διαδρομή. Άρα, τζάμπα μάγκες οι σύντροφοι –όταν φωνάζουμε κατά της ολιγαρχίας και υπέρ του κρατισμού καλό είναι να το εφαρμόζουμε και στην πρακτική μας. Όχι να κωλώνουμε μπροστά σε μπράβους ή/ και τυχόν μηνύσεις.

Θα μου πεις οτι έτσι είναι ο καπιταλισμός φιλαράκι –θες δρόμους; Θα τους πληρώσεις. Θες οδική ασφάλεια; Θα τα στάξεις! Εντάξει, αν είναι να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο –χαλάλι του καπιταλισμού και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Αλλά δεν συνέβησαν ακριβώς έτσι τα πράγματα!

Καθότι εμείς βεβαίως πληρώναμε τα διόδια (κάθε μισή ώρα και ένα) αλλά «ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία». Κάποιος την έγραψε σε ταμπέλα με μπογιά. Διότι στο 80% του οδικού άξονα Αθήνας-Θεσσαλονίκης εκτελούνταν έργα! Έφευγες από το διόδιο ανάλαφρος κι έτοιμος να γκαζώνεις –τσουπ η ταμπέλα στη μάπα «Έργα σε μήκος 5 χιλιομέτρων»! Κάθε 5 χιλιόμετρα και άλλη ταμπέλα! Από τα 500τόσα που κάναμε, ζήτημα να πατήσαμε 80 χιλιόμετρα εθνικής οδού με περισσότερες της μιας λωρίδες! «Έργα και Ημέρες» κανονικά! Έργα παντού κι αν τύχαινε να νυχτώσουν οι ημέρες –χέσε μέσα, θα σε βρίσκανε σε κάνα χαντάκι μετά από πενταετία σαν τον μοτοσυκλετιστή που λέγανε στις ειδήσεις!
Δυο έξτρα παρατηρησούλες και εδώ:
1. Αυτή η εταιρεία «Κλειδί –Πέταλου Μαλιακού» ή κάπως έτσι –τι σκατά άκρες έχει; Τα έργα της ξεκινάνε έξω από τον Άγιο Κωνσταντίνο και φτάνουν μέχρι την Κατερίνη! Χοντρικά τα δημοπράτησε το ΥΠΕΧΩΔΕ ή ξεμείναμε από εταιρείες στη χώρα;
2. Όταν λένε οι ειδήσεις «φεύγει το πρώτο κύμα εκδρομέων –ουρές στα διόδια», τι ακριβώς καταλαβαίνετε ρε σεις –γαμώ τα ΥΠΕΧΩΔΕ σας μέσα; Οτι ΤΟΤΕ είναι η κατάλληλη εποχή για να κάνετε έργα στην Εθνική και τις εξόδους της; Μήπως να κάνατε και εργασίες συντήρησης στα λιμάνια των νησιών τώρα που είναι καλοκαιράκι και, όσο να πεις, δεν τρελαίνονται και τα πλοία να δέσουν σε λιμάνι!
3. Έχω ακούσει οτι τα σύγχρονα κράτη απαγορεύουν τα μονοπώλια. Γι΄αυτό, ας πούμε, η Αττική οδός έχει κάτι ταμπελάρες που σε προειδοποιούν: «αν πας από δω θα τα στάξεις, αν πας από την άλλη –τζάμπα και η κούραση δική σου». Στην Εθνική δεν ισχύουν αυτά; Απαγορεύεται δηλαδή να μην αγοράσω τις υπηρεσίες των ιδιωτικών εταιρειών; Αν ναι –γιατί; Κι αν όχι –αιτιολογήστε την απάντηση με σχετικό χάρτη.
4. Έχει βγει καμιά ντιρεκτίβα να γίνει η Εθνική πίστα αγώνων εντούρο και το αγνοώ; Επειδή, αν δεν κάνεις αγώνες εντούρο, δεν υπάρχει κανένας λόγος να γεμίζεις το δρόμο ασφάλτινα μπαλώματα και σαμαράκια -τέτοια είναι ΟΛΑ τα κομμάτια της Εθνικής που έχουν παραδοθεί πρόσφατα, γι΄αυτό ρωτάω.

Πάμε παρακάτω... Αλλά δεν έχει παρακάτω –επειδή φτάσαμε κάποια μέρα στο κάμπινγκ. Ωραίο κάμπινγκ, ευρύχωρο, παραλιακό! Ήταν και δίπλα στη θάλασσα, να το πούμε κι αυτό! Αλλά να πούμε και περί θάλασσας, όχι της συγκεκριμένης –γενικότερα περί ελληνικής θάλασσας. Ρε φίλε, έχεις πάρει χαμπάρι τη μπουρδελοκατάσταση που επικρατεί πλέον στις ελληνικές θάλασσες από καιρικής απόψεως;

Τουτέστιν, όλο τον Ιούνη και το πρώτο μισό του Ιούλη υπάρχει ωραία θαλασσίτσα, δροσερή, γάργαρη, καθαρή κι όλα τα σχετικά. Μετά όμως μπαίνει ο διάολος μέσα της! Πλακώνουν κάτι ανακατωσούρες και γίνεται αχταρμάς ο βυθός με την επιφάνεια. Έρχονται και τίποτα μελτεμοειδείς αέρηδες, γεμίζει το κύμα φύκια, πλαστικές σακούλες –άμα κολυμπάς σε σχετικά κλειστό κόλπο, δένει και κάποιο ιστιοπλοϊκό να αποφύγει τον καιρό, οπότε συναγωνίζεσαι στο κρόουλ με επιπλέουσες κουράδες –έρχονται μετά οι τσούχτρες, οι μέδουσες και τα άλλα θαλάσσια τέρατα, οι χοντρές με τα παιδάκια που κατουράνε δίπλα σου, οι μπόμπιρες με τις μαρμαλάδες, οι σφίχτες με τις ρακέτες και οι θεογκόμενες με τα αντηλιακά που φτιάχνουν κανονικές πετρελαιοκηλίδες σε ακτίνα χιλιομέτρων... Τουτέστιν, το δεύτερο μισό του Ιούλη και τον Αύγουστο –σκατά φλαμπέ οι ελληνικές θάλασσες. Και έλα να μου πεις μετά για το μαγευτικό Αιγαίο –ειδικά για το Αιγαίο!

Βάλε τώρα στο ντεκόρ και τις παραδοσιακές ελληνικές ταβέρνες –υπάρχουν κάποιοι που γκρινιάζουν επειδή στις ταβέρνες πουλάνε κατεψυγμένα, λοιπόν εγώ παρακαλάω να τα πετύχω τα κατεψυγμένα! Επειδή παίζει η μόδα του «φρέσκου, σήμερα το πρωί το ψαρέψαμε», άκου τώρα! Αν είσαι ψαροφάγος, μάλλον ξέρεις να εκτιμάς το φρέσκο ψάρι κι αν είσαι μεγιστάνας μπορεί και να το πληρώσεις. Εγώ όμως δεν είμαι σε τέτοια φάση. Παραγγέλνω λοιπόν καλαμαράκι-χταποδάκι, για να μην τη σπάω στους υπόλοιπους, τους ψαρολάτρεις. Και περιμένω να φάω το κατεψυγμένο μου, το τηγανητό μου, το ξεροψημμένο μου κι έτσι. Τόσο αθώος άνθρωπος είμαι!
Αλλά όταν ο μαγαζάτορας μου φέρνει «Το Καλαμάρι του Βαρκάρη», ένα κτήνος μήκους πιατέλας –τι σκατά να φάω; Πως να ξεροψηθεί αυτό το πράμα που είναι ίσα μ΄ένα μωρό φάλαινας; Το γεμίζουν κιόλας με κάτι σκατολοϊδια, αφήνουν και μισό κιλό άμμο μέσα, το πληρώνεις στο τέλος και για φρέσκο! Το κτήνος που ανάθεμα κι αν το ψαρέψανε, πιο πιθανό είναι να το πέταξε στα βράχια η οικογένεια Καλαμάρη αηδιασμένη από την ασχήμια του! Φτιάχνουν και κάτι πατάτες ατηγάνιστες εσωτερικώς, επειδή τις έχει κόψει ο μάστορας ίσα με το μπράτσο του εγγονού του την κάθε μία κι όταν τις δαγκώνεις κάνουν κριτς κρατς σα μήλο, οπότε αναφωνούμε όλοι στο τέλος εκστασιασμένοι: «Εδώ είναι παράδεισος, όλα φρέσκα, τίποτα προτηγανισμένο!» Στην επιστροφή βεβαίως ψάχνουμε καμιά καντίνα μπας και στομώσουμε την πείνα μας.

Φυσικά, στο τέλος της μέρας, σε περιμένουν οι πολυτέλειες του κάμπινγκ τις οποίες πληρώνεις αδρά. Πολυτέλειες όχι αστεία –το τονίζω αυτό!
-Σε περιμένει το τρεχούμενο νερό στα παραθαλάσσια ντους, το οποίο τρέχει αφειδώς όλη μέρα εκτός από τη στιγμή που θα αποφασίσεις να ξεπλύνεις τα αλάτια από πάνω σου.
-Σε περιμένουν οι γραφικές τουαλέτες οι οποίες βρίσκονται μονίμως στην κατάσταση «WC γηπέδου Κλεάνθης Βικελίδης μετά από ντέρμπυ Άρης-ΠΑΟΚ».
-Σε περιμένουν επίσης σπασμένες ντουζιέρες και νερό που τρέχει (τρέχει... τρόπος του λέγειν –για την ακρίβεια απλώς στάζει) όσο εσύ ξεροσταλιάζεις από κάτω, τίγκα στη σαπουνάδα.
-Σε περιμένει τέλος (δωρεάν, χωρίς να πληρώσεις ούτε ευρώ!) ο καλός γείτονας με την τηλεόραση τσιταρισμένη καταμεσής του κάμπινγκ –οπότε, ακούς τις ειδήσεις σου (ενημερώνεσαι), ακούς και τις επαναλήψεις των σήριαλ (ψυχαγωγείσαι δηλαδή).

Όταν επιστρέφεις από όλη αυτή την κατάσταση, φυσικά μιλάς για ονειρεμένες διακοπές –να μη σε περάσουν και για μαλάκα ή ξενέρωτο! Ή ίσως και να θυμάσαι μόνο τα καλά, σαν τους κολλημένους με τη στρατιωτική τους θητεία που τη νοσταλγούν επειδή ξέχασαν το πήξιμο που φάγανε τότε.

Πάντως εγώ, στο ταξίδι της επιστροφής, κολλημένος κοντά μια ώρα έξω από τη Λάρισα (γινόντουσαν κάτι έργα μπροστά) σκεφτόμουν οτι η Θεσσαλονίκη για όσους μένουν στην Αθήνα είναι πλέον προσβάσιμη μόνο μέσω αέρος. Η Εθνική δεν πατιέται, τα τρένα δε λειτουργούν –μόνο τα αεροπλάνα μένουν. Κι αυτό είναι κάποια πρόοδος όσο να πεις –τι τα θες φιλαράκι;

«Οι ουρανοί είναι δικοί μας» που έλεγε και η παλιά χουντική εκπομπή της ΥΕΝΕΔ–που να τραβιέσαι σαν τους Ευρωπαίους με τρένα και λεωφορεία; Χαχόλος είσαι; Και που να ταλαιπωρείς την αυτοκινητάρα σου; Θα ανάψουν τα 2.000 κυβικά σου στην Εθνική με την πολύωρη οδήγηση –άσε καλύτερα!

Αυτό λέω κι εγώ κάθε φορά που καλοκαιριάζει και φτάνει η ώρα των διακοπών. Άσε καλύτερα!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι