Δευτέρα, Νοεμβρίου 29, 2010

«Ολοκαίνουργια μέρα»

Σκέφτομαι πώς ξεκίνησαν όλα αυτά –πώς βρεθήκαμε δηλαδή μετά από τόσα χρόνια ν΄αναρωτιόμαστε αν τελικά τη ζήσαμε τη ζωή μας ή απλώς την φανταστήκαμε. Και καταλήγω οτι τελικά όλα ξεκίνησαν, για μια ακόμα φορά, από μια σαχλαμάρα... από ένα ντοκιμαντέρ που κυκλοφορούσε παστελοειδώς στο you tube και το είδα κι αγανάκτησα επειδή έπαιζε το ίδιο τροπάρι για εκατοστή φορά.

Κάτι έγραψα, κάτι μου έγραψαν –δεν θέλει πολύ να γίνει το κακό. Επειδή τελικά είχε δίκιο ο Μεγάλος: «Έτσι λες, ‘Φίλε μου εγώ είμαι τρελός’ και ησυχάζεις μια για πάντα μακριά απ΄όλους ... Και οι άλλοι τι έγιναν; Ρωτάς από δω κι από κει κι έχουνε χαθεί όλοι ... κι αυτοί που απομείνανε ζούνε χρόνια τώρα μέσα σε σπηλιές κάτω απ΄τη γη κι άντε να τους βρεις ...»

«Δεν έχεις ακούσει για μας; Τίποτα;» Τίποτα.

Τόσο τίποτα δεν ακούγεται πλέον για αυτούς -για τότε -που κοντέψαμε να ξεχάσουμε οτι υπήρξαν. Ε, δεν πάει έτσι!

Στις 3 του Δεκέμβρη στις 12 τα μεσάνυχτα θα παρουσιαστούν για τελευταία φορά μπροστά στο κοινό και στους φίλους τους οι Metro Decay, οι 3 απ΄αυτούς τουλάχιστον –ο Αντώνης είναι πολύ μακριά για να προλάβει να ‘ρθει...

Λόγω της επανακυκλοφορίας της ΥΠΕΡΒΑΣΗΣ.

Θα είναι κι άλλοι εκεί –σημαντικές μούρες της ανεξάρτητης σκηνής του ‘80 –τα μεσάνυχτα στις 3 Δεκέμβρη οι σπηλιές θα ξεβράσουν τους κρυμμένους τους.

Θα είμαστε κι εμείς εκεί -θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε οτι όλα αυτά άξιζαν τον κόπο, οτι εκείνοι οι περίεργοι τύποι είναι ακόμα «alive and kicking», που έλεγε κι ο κουμποτρυπομάτης. Γι΄αυτό το τελευταίο θα χρειαστούμε βοήθεια, σημαντική βοήθεια.
Θα χρειαστούμε κόσμο που να θυμάται πώς διασκεδάζουν στα πάρτι και πώς φτιάχνεται μια ενδιαφέρουσα φάση (χορός, ποδοπάτημα, γκρέμισμα μαγαζιού, εκκένωση υπογείου με την συνδρομή της πυροσβεστικής –ρομαντικά πράγματα ρε παιδί μου!)

Τι λες; Θα΄ρθεις να βοηθήσεις;

Πάρε και το δελτίο τύπου για κανονικές πληροφορίες:



Ανάμεσα στα κρεσσέντα του 1984 και του 2010

H “Ειρκτή” με περηφάνεια παρουσιάζει, στις 3 Δεκεμβρίου στο Seven Sins Club στις 24:00 και με ελεύθερη είσοδο, την επίσημη επανακυκλοφορία σε βινύλιο της «Υπέρβασης» των Metro Decay, συνοδευόμενης από ένα πρόσθετο 7” single, που περιλαμβάνει το χαμένο demo του συγκροτήματος “Brand New Day”.

Special DJ set θα αναλάβει ο Κ. Π. Mάστορης, ενώ το LP της «Υπέρβασης» (+ «Brand New Day» 7”) όπως και πρόσθετα βινύλια από την «Ειρκτή» θα βρίσκονται σε διάθεση.
Κοντά μας θα βρίσκονται και τρία από τα μέλη των Metro Decay, οι: Γιάννης Μανιάτης, Κώστας Π. Μάστορης και Στέλιος Μαστρόκαλος.

Κινούμενοι χρονικά και ηχητικά «Ανάμεσα Σε Δύο Κρεσσέντα», κατά τη διάρκεια του event, οι φίλοι των Metro Decay θα έχουν την ευκαιρία, πέρα από τη μουσική, να δουν και σπάνιο οπτικό υλικό, όπως πολλές φωτογραφίες από συναυλίες και το μοναδικό video που υπάρχει από live εμφάνισή τους.


Θα σας δούμε όλους εκεί!

Η ομάδα της Ειρκτή


Seven Sins Club
Θεμιστοκλέους & Γαμβέτα 5, Πλατεία Κάνιγγος, Αθήνα
Τηλ : 6993103044
Πρόσβαση : Μετρό - Στάση Ομόνοιας

www.sevensinsclub.gr - info@sevensinsclub.gr

Δευτέρα, Νοεμβρίου 22, 2010

Ένας νέγρος θεατής από το Τζιμπουτί

Το είχα υποσχεθεί στον φίλο μου τον Μιχάλη οτι σύντομα θα του δινόταν η ευκαιρία να σχολιάσει σχετικά με το θέμα της μουσικής πραγματικότητας της δεκαετίας ’80. Μιας πραγματικότητας που γίνεται όλο και περισσότερο εικονική με το πέρασμα των χρόνων και για χάρη της αναγκαιότητας αναβίωσης μέσω μιας αναβαπτισμένης ροκ σκηνής που δεν υπήρξε και δεν λεγόταν καν έτσι!

Το είχα δει παλιότερα με τον κινηματογράφο της συγκεκριμένης δεκαετίας όπου βαφτίσανε «το κρέας ψάρι» για να παρουσιάσουν τους χλιμίτζουρες της βιντεοκασέτας σαν καλτ φιγούρες.
Το είδα στη συνέχεια με αφορμή την αλητεία αυτή των Metro Decay που τόλμησαν οι παλιάνθρωποι να δώσουν συνέντευξη και να μας πουν την άποψή τους για τη δεκαετία του ’80.
Χτες το εμπέδωσα μέσω κρατικής τηλεόρασης και συγκεκριμένα με την εκπομπή «Εικόνα σου είμαι» της ΕΤ1 η οποία ασχολήθηκε με το ελληνικό ροκ. Στα μέσα της εκπομπής πήρα όσα τηλέφωνα είχα από παιδιά που παίζανε μουσική το ’80 για να τους πληροφορήσω περιχαρής: «Κύριοι, δεν υπήρξατε ποτέ κι εγώ που έλεγα οτι σας είδα είμαι φαντασιόπληκτος, πάω στοίχημα οτι αν κοιτάξω στη δισκοθήκη μου οι δίσκοι σας θα έχουν όλοι εξατμιστεί». «Σίγουρο αυτό;» με ρώτησαν κάποιοι. «Γκαραντί, κι αν δε με πιστεύετε ανοίξτε να το δείτε που το λέει η τσαχπίνα Ευτυχία Φράγκου!» τους διαβεβαίωσα. Ελπίζω να πείστηκαν –άντε γιατί πολύ κάπως την είχαν δει, δεν υπήρξατε ποτέ κύριοι (και κυρίες) κι αν κάποιος ισχυριστεί το αντίθετο θα ισοπεδωθεί πάραυτα.

Για όσους δεν πήρατε είδηση την εκπομπή, εδώ είμαι, για να σας βγάλω από την άγνοια:

Αρχίζοντας από τον τίτλο. «Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω», αυτός είναι ολόκληρος ο στίχος από τον οποίο δανείζεται ο τίτλος της εκπομπής. Κάποια ποίημα της Γαλάτειας Καζαντζάκη –εγώ πάντως το έχω ακούσει να τραγουδιέται από τη Νένα Βενετσάνου. Και ίσως την Ελένη Βιτάλη (μη βαράς –μπορεί να κάνω λάθος). Κοντολογίς πρόκειται για έναν στίχο –μπαλαφάρα, που ίσως (κάποτε) να έμοιαζε πρωτοποριακός αλλά πλέον είναι εξίσου προφανής και κοινότυπος με την κίνηση της γης γύρω από τον ήλιο. Με ξένισε λοιπόν κάπως αυτό το πράγμα, να χρησιμοποιείται ένας στίχος ελαφρολαϊκού τραγουδιού σαν τίτλος εκπομπής της οποίας το περιεχόμενο ήταν (στο πρώτο επεισόδιο) το ελληνικό ροκ.

Γι΄αυτό πήγα στη σελίδα της ΕΤ1 να μάθω κάτι παραπάνω και παρακολούθησα την εκπομπή ΣΧΕΔΟΝ από την αρχή. Κι αυτά διάβασα και αυτά είδα, κάτσε να στα περιγράψω:

«Μια εκπομπή που ηχογραφεί τον πιο δυνατό, τον πιο καθαρό και τον πιο ανατρεπτικό ήχο της πόλης και κινηματογραφεί τους πρωτοπόρους, τους εμβρυουλκούς και τους νεότερους δημιουργούς».
Κάτι τέτοια διάβαζε ο Κάρολος ο Ντίκενς κι έβγαλε το βιβλίο του «Μεγάλες Προσδοκίες»! Πάντως εγώ διαβάζοντάς το μια περιέργεια την είχα –ήθελα να κάτσω μπροστά στην οθόνη, όχι για να δω τους πρωτοπόρους ή τους νεότερους αλλά γι΄αυτούς τους κιαρατάδες τους «εμβρυουλκούς»! Ποιοι ήταν; Τι ήταν; Τους φανταζόμουν με ρόμπες γιατρών να ξεγεννάνε τα μουσικά ρεύματα και να γιομίζει ο τόπος αίμα και πλακούντα –σπλάτερ μουσική εκπομπή, έτσι το περίμενα!

«Σαββόπουλος, Μικρούτσικος, Μαχαιρίτσας, Θηβαίος και αρκετοί άλλοι που εξελλήνισαν το Ροκ, κοντοστέκονται σε σταθμούς και στάσεις της δημιουργικής διαδρομής τους, μιλώντας ταυτόχρονα για τις μελλοντικές πορείες τους στον αντιφατικό κόσμο του ροκ κινήματος.»
Εδώ είναι ο μέλανας ζωμός της ιστορίας –αυτό το κομμάτι της εκπομπής το παρακολούθησα με θρησκευτική ευλάβεια. Επειδή μιλούσε για το ροκ της δεκαετίας του ΄80 –κατάλαβες; Το "εξελληνισμένο", το ατόφιο πράμα, με το μπουζουκάκι του και τα απ΄όλα του...
Τον Σαββόπουλο δεν τον πρόλαβα (ίσως είχε μιλήσει πιο πριν), έπεσα κατευθείαν πάνω στον μεγάλο Μικρούτσικο. Ο οποίος, απ΄ότι κατάλαβα, έβγαλε έναν από τους πιο σημαντικούς δίσκους ροκ της δεκαετίας του ΄80. Ποιον; Μα καλά –το ρωτάς! Τον «Σταυρό του Νότου»!!!! Δισκάρα, αποκαλυπτικό ροκ, το άκουσε ο Τζάγκερ κι έγινε ηθοποιός, το άκουσε ο Ντύλαν και έγινε τραγουδιστής, το άκουσε ο ΜακΛάρεν και άνοιξε μπουτίκ! Ο μέγας Μικρούτσικος έλεγε με καμάρι οτι ο Πατσιφάς από τη ΛΥΡΑ είχε πολύ απογοητευτεί όταν του πήγε τα τραγούδια και τον είχε αφήσει να βγάλει το δίσκο επειδή «τον αγαπούσε». Και οι κριτικοί τον ξέσκισαν –καμάρι ο Μικρούτσικος, να δεις!
Απορία: γιατί όλοι τον βρίζανε τον καλλιτέχνη;
Υποθετική απάντηση που κυκλοφορεί ευρέως: Επειδή ο Καββαδίας θεωρούνταν παρακατιανός.
Απάντηση των παιδιών της δεκαετίας του ’50 που λάτρεψαν Καββαδία: Επειδή ο δίσκος ήταν φωνακλάδικος και πανηγυρτζίδικος (¨αρκουδιάρικος" σύμφωνα με άλλους).
Απάντηση των κριτικών της δεκαετίας του ’80: Επειδή ο δίσκος ήταν κιτς.
Άποψη δική μου: Πολύ μπουζούκι και ζεμπεκιές ρε παιδί μου!

Αυτά περί ροκ Μικρούτσικου, ο οποίος βέβαια, την δεκαετία του ΄80 διέπρεπε ως αγαπημένος συνθέτης της ΚΝΕ («Άννα μην κλαις, θα ζητήσουμε βερεσέ απ΄το μπακάλη» και άλλα Μπρεχτικά). Και φυσικά ασπαζόταν τότε την κυρίαρχη άποψη περί «ξενόφερτου, αντιδραστικού μουσικού υποπροϊόντος» -για το ροκ μιλάμε, μην ξεχνιέσαι. Κι ακόμα πιο φυσικά, ο μεγάλος Μικρούτσικος μουσουργός έγινε ξακουστός το 1984 για τη μουσική που έγραψε στο «Βίκτορ/Βικτόρια» της Βουγιούκλως και την συνεπή (αριστερή, κομμουνιστική, συνδικαλιστική) στάση την οποία επέδειξε σπάζοντας την απεργία των μουσικών του θεάτρου και συνοδεύοντας τη Βουγιούκλω μόνο με το πιάνο του. Δε σόου μαστ γκόου ον! Ένας Μικρούτσικος Ήρωας.
Ο οποίος ανέλυσε το ροκ μήνυμα του Καββαδία –και ποιο ήταν αυτό; «Μην μασάς αν σε περιθωριοποιούν, μην τα παρατάς, να αγωνίζεσαι ακόμα και κόντρα στα πάντα»! Δεν κάνω πλάκα –αυτό είναι το μήνυμα του Καββαδία, το είπε χτες ο ειδήμων! Και είναι και ροκ –έτσι;

Παρακάτω βγήκε ο έτερος ροκ ίνδαλμας ο Γιάννης Ζουγανέλης! Ο Ζούγκας! Ο «άσε πια τον μακρυμάλλη»! Ο «Γιαννάκη ομορφόπαιδο» συνεχιστής του Ζαμπέτα! Και μας μίλησε για την ηρωική εποχή του «Αχ Μαρία!», επειδή, όπως μας εξήγησε η ναζιάρα παρουσιάστρια, το ροκ του ΄80 παιζόταν αποκλειστικά στο «Αχ Μαρία!» και στο «ΑΝ»!
Εντάξει, με κουτσουρεμένες τις ελπίδες περίμενα να δω τι θα δείξουν από το «ΑΝ» επειδή η μπουατοειδής μπουζουκλερί «Αχ Μαρία!» δεν ταίριαζε με την μουσική μου οπτική περί ροκ (αλλά δε βαριέσαι; ποιος είμαι εγώ να ξέρω καλύτερα από τον Ζούγκα, τον Βασιλάκη και την Ευτυχία Φράγκου;)
Περί «ΑΝ» λοιπόν έβγαλαν τον Πέτρο τον Κουτσούμπα να λέει για τη ναρκοκουλτούρα της πλατείας Εξαρχείων της εποχής κι ότι τελικά όλα αυτά γαμήσανε ένα κάρο καλούς μουσικούς. Σωστός και δίκαιος ο Κουτσούμπας, χώθηκε κι ο Ζούγκας πορδοειδώς στο όλο θέμα, έριξε ολίγον Σιδηρόπουλο (ο οποίος ήταν ΦΥΣΙΚΑ φίλος του, όπως κι ο Άσιμος) κι έτσι τελείωσε το πανηγύρι.
Ερώτηση: Καλά στο «Αχ Μαρία!» έπαιζε ο Ζούγκας, ο Μπουλάς, ο Γιοκαρίνης, ο Βασιλάκης, η Ισιδώρα Σιδέρη και όλος ο υπόλοιπος θίασος. Στο «ΑΝ» ποιοι πούστηδες παίζανε; Δεν τους είπε ο Κουτσούμπας ή τους είπε αλλά το κόψανε για να μη χαλάσει ο χυλός;

Πάμε παρακάτω όπου και βγαίνει ο άλλος μεγάλος έλληνας ροκ, ο Λαυρέντης the knife Μαχαιρίτσας! Ο οποίος αφού ρίχνει τα τσιτάτα του περί της κατάστασης στον κόσμο και περί νεολαίας, ξηγιέται και μια αναδρομή στη μουσική του σταδιοδρομία. Και μας θυμίζει τους Τερμίτες, αυτή την σουπεργκρουπάρα (οι Blind Faith και οι Cream όταν άκουσαν τη «Σκόνη» και τον «Ουρανό που βρέχει αρκούδες» αποκήρυξαν όλους τους τούς δίσκους)! Και ξηγιέται ο Λαυρέντης ο Σουγιάς: «με τους Τερμίτες είχαμε βγει εξωτερικό, στο Παρίσι, αλλά μας κλείσανε όλες τις πόρτες κατάμουτρα επειδή είχαμε βγάλει το Armageddon που ήταν προγκρέσιβ μέσα στο πνεύμα της εποχής –δεν θέλανε να ακουστούν αυτά, κατάλαβες;»
Απορία 1: Ξεμωράθηκε ο Λαυρέντης; Τον Αρμαγεδδώνα τον έβγαλε με τους PLJ Band (όταν παίζανε θρησκευτικό ροκ). Μετά την μνημειώδη αποτυχία του εγχειρήματος, ο Λαυρέντης το γύρισε στο κιθαριστικό νινανάι ντάχτα νινανάι, τουτέστιν στους Τερμίτες (στο άλμπουμ συμμετέχει κι ο Γιώργος Νταλάρας) και στις αντιγραφές των ιταλικών τραγουδιών. Πώς μπερδεύτηκε ο Λαυρέντιος;
Απορία 2: Το προγκρέσιβ, αρτ, ψυχεδελικό (άιντε, να στο δώσω κι αυτό) ροκ που λέγανε οτι παίζανε στο Αρμαγεδδών από πότε βρέθηκε στο πνεύμα της εποχής; Το ΄82 που βγήκε ο δίσκος είχε ήδη τελειώσει το πανκ και μεσουρανούσε το νιού γουέιβ και το ποστ. Οι μουσικές φόρμες των PLJ ήταν πιο παρωχημένες κι από το «Wall» των Μπιτ Χλόηντ.
Απορία 3: Πού ήταν ο αρχιροκάς (και αρχικνίτης) Τσακνής; Πολύ ξεχασιάρης ο Λαυρέντης!

Αφού λοιπόν η φωτισμένη στριφογυριστή δερβίσσισα Ευτυχία Φράγκου μάς έριξε κάτι ποιητικά αποσπάσματα, αποφάσισε να ξεμπερδέψει με το υπόλοιπο μισό της δεκαετίας του ’80 λέγοντας κάτι περί διάλυσης των συγκροτημάτων λόγω ναρκωτικών και ολοκληρωτικής εξαφάνισης της ροκ μουσικής σκηνής, κάπου στο 1986! Αυτό ήταν, πάπαλα! Μάγκες, πριν το ’86, ροκ έπαιζε ο Λαυρέντης, ο Ζούγκας, ο Σιδηρόπουλος κι ο Άσιμος και μετά το ΄86 ήσασταν νεκροί λόγω πρέζας! Μην τολμήσει κάνας πούστης και σχολιάσει οτι ζει ακόμα κι ότι έπαιζε μουσική τη δεκαετία του ΄80 θα του φάω το λαρύγγι –να΄μαστε ξηγημένοι! Το είπανε στη ΕΤ1, δεν υπήρξατε ποτέ. Κι ας υπάρχουν μέχρι και ντοκυμαντέρ με τις μούρες σας στο αρχείο της ΕΡΤ! Θα πάει η Σουβλίτσα η Φράγκου να τα κάψει ένα προς ένα, να τελειώνει πια αυτό το παραμύθι!

Και μετά μαμά, και μετά;

Αναρωτιέστε για τη συνέχεια της ιστορίας του ελληνικού ροκ; Μετά βρε κουτά βγήκαν οι ΤΡΥΠΕΣ! Το είπε η Φράγκου «στις αρχές του ’90, πρωτοπόροι, ακολούθησαν τα Ξύλινα Σπαθιά, ο Βαγγέλης Γερμανός (ποιος;) και άλλοι πολλοί». Έδειξε και μια φωτογραφία του Αγγελάκα γιαουρτωμένου! Έδειξε και τους ΜΠΛΕ με τη Τζόρτζια να τραγουδάνε κομμάτια της εποχής της Τσάτσου! Έδειξε κι έναν από την ΑΝΟ ΚΑΤΟ Records να αναλύει περί ελληνικού ροκ με φόντο δίσκους του Ζαφείρη Μελά, του Βασίλη Καρρά και άλλων ροκάδων. Μίλησε κάποιος από τις ΤΡΥΠΕΣ, ο Αγγελάκας δεν καταδέχτηκε μάλλον.
Φυσικά μίλησε κι ο Θηβαίος (άλλος μέγιστος ρόκερ)! Μεταξύ μας, από τότε που έμαθα οτι ο Θηβαίος είναι γιος του συχωρεμένου του Άντώνη «πχυ-πχυ-πχυραυλός!» Παπαδόπουλου πεθαίνω στα γέλια κάθε που τον βλέπω –φταίει αυτή η ομοιότης...

Και τελικά;

«Την ίδια στιγμή -φυσικά στην ίδια εκπομπή- νεότεροι και νέοι ακόμη και παιδιά σε σχολικές μπάντες, παίζουν μουσικές και σκαρώνουν τραγούδια για τα ασύμμετρα όνειρά τους και τις αντισυμβατικές ζωές τους. Ροκ ήχοι και εικόνες σε φεστιβάλ, νταμάρια, μουσικές σκηνές…»
Schooligans, διάφοροι που αποκάλυψαν οτι η μουσική κυκλοφορεί πλέον άνετα μέσω ίντερνετ –τέλος του παραμυθιού, καληνύχτα σας.

Και τι ήταν όλο αυτό που είδαν τα αθώα μάτια μου;
«Ένα τηλεοπτικό ταξίδι από τη δεκαετία του `60 έως τα σήμερα, με ενδιάμεσους σταθμούς στο κέντρο και την περιφέρεια που γυαλίζει στο φως του Μεγάρου Μουσικής και χάνεται στα σκοτεινά δρομάκια των Εξαρχείων και τα σοκάκια της Πλατείας Ναυαρίνου.»
Μέγαρο Μουσικής, Εξάρχεια, Πλατεία Ναυρίνου –τρεις τοποθεσίες παύλα σταθμοί για το ελληνικό ροκ! «Είμαι καβάλα στο φρίντομ, μη με σκουντάς για θα πέσω», που έλεγε κι ο Πιλάλας.

Για το τέλος αποφάσισα να αφήσω το δελτίο τύπου της συγκεκριμένης εκπομπής να εξηγήσει τα ανεξήγητα. Δεν ξέρω αν θα το κάνουν καλύτερα από μένα, σίγουρα όμως οι άνθρωποι είναι ταλαντούχοι. Στο να βγάζουν περισσότερο γέλιο κι από τον Στάθη Ψάλτη! Απολαύστε τους:

«Η δημοσιογραφική μπάντα που για τις ανάγκες της εκπομπής έλαβε τον τίτλο «επιτόπου», ανακαλύπτει και αποκαλύπτει, ότι το ελληνικό ροκ ενίοτε ως ανατρεπτικό κίνημα και άλλοτε ως μουσικό ρεύμα, ζει και ξαναζεί. Υπάρχει και δημιουργεί και μεγαλουργεί. Για λόγους σεμνότητας, αλλά κυρίως εξαιτίας της (α)προβολής από τις δομές της βιομηχανίας του θεάματος, η δράση του και οι δημιουργοί του παρέμεναν… άφαντοι.
Το Διαδίκτυο σπάει αυτά τα στεγανά και πλέον ήχοι και εικόνες εκτοξεύονται στον κυβερνοχώρο για να συναντήσουν παλιούς φίλους και νέους ροκάδες, που θέλουν να λένε ότι αντιστέκονται στο απρόσωπο, το άνευρο, το μαζικό…
Εμάς πάντως δεν μας πέφτει λόγος. Μια εκπομπή κάνουμε και απλώς καταγράφουμε, αναλύουμε, καλύπτουμε αποκαλύπτουμε, εγκρίνουμε απορρίπτουμε, κόβουμε, προσθέτουμε, αφαιρούμε ότι θέλουμε, χωρίς φόβο και πάθος…»

Η εκπομπή έκλεισε με την απαγγελία στίχων του Γιάννη Αγγελάκα από μια αλλοπαρμένη Ευτυχία Φράγκου.

Υ.Γ.: Δυστυχία μας!

Πέμπτη, Νοεμβρίου 18, 2010

Τα παιδιά είναι μαλακισμένα

Λέω λοιπόν οτι θα φτιάξω μια ταινία. Της οποίας το σενάριο έχει ως εξής (θαύμασε άποψη):

Είναι μια οικογένεια με 2 παιδιά, αγοράκι-κοριτσάκι, η οποία για κάποιον λόγο DNA (μη το γελάς, γίνονται αυτά!) δεν μπορούσε να κάνει παιδιά κι ως εκ τούτου πήρε κατεψυγμένο σπέρμα για να βολευτεί. Έχει πιάσει λοιπόν τα σαρανταφεύγα το αντρόγυνο και τα παιδιά αποφασίζουν να βρουν τον φυσικό τους πατέρα. Ο οποίος φίζικαλ φάδερ είναι ωραίος τύπος αλλά γκέι. Ο γκέι φυσικός πατέρας δωρητής σπέρματος μπαίνει στη ζωή της οικογένειας, τα παιδιά τον γουστάρουν, όλα γραφικά. Μέχρι που ο φυσικός πατέρας πηδιέται με τον άλλο πατέρα, τον αφύσικο ξέρω ΄γω... Πηδιούνται και ξαναπηδιούνται κι ο γκέι πατέρας τον ερωτεύεται τον άλλο (τον άντρα του αντρόγυνου –με παρακολουθείς;). Ο άλλος βέβαια τον έχει κυριολεκτικά για τον πούτσο –όχι έρωτες και σαχλαμάρες...
Μια ωραία ημέρα η γυναίκα του αντρόγυνου (πάνω που πάει να συμπαθήσει τον γκέι) ανακαλύπτει οτι οι δυο άντρες πηδιόντασαν αναμετάξυ τους ας πούμε. Τι βρισίδι τού ρίχνει του άντρα της –δε λέγεται! Τι του λέει οτι την υποβαθμίζει σα γυναίκα η επιλογή του να πηδηχτεί με άντρα, τι για προδοσίες του ξηγιέται... Την συζήτηση κρυφακούν βεβαίως τα παιδιά. Τα οποία τη χώνονται μετά στον γκέι: «σα δε ντρέπεσαι πού μας έκανες τέτοιο πράγμα στην οικογένειά μας!» Ο έρμος ο γκέι προσπαθεί να εξηγήσει, αλλά τα παιδιά είναι ανένδοτα. Στο τέλος πάει μέχρι το σπίτι της οικογένειας, όπου η γυναίκα της σχέσης τον ξεχέζει κανονικά: «άμα θες να κάνεις οικογένεια, άντε κάνε δικιά σου που ήρθες να μου πάρεις τη δικιά μου!» Ο πηδίκουλας άντρας δακρύζει στην τραπεζαρία αλλά δεν παρεμβαίνει, τα παιδιά γυρίζουν την πλάτη στον γκέι φυσικό πατέρα δωρητή και η ιστορία τελειώνει με το μικρότερο παιδί να λέει στο ζευγάρι: «νομίζω οτι δεν πρέπει να χωρίσετε εσείς οι δύο επειδή είσαστε γέροι». Το ζευγάρι κρατιέται χέρι –χέρι, η τύχη του γκέι αγνοείται. Ζουμ στα χέρια, κατ, τίτλοι τέλους. Πώς σου φάνηκε το σενάριό μου;
Αλήθεια πες! Σκέφτομαι μάλιστα να το ονομάσω: «Τα παιδιά είναι ΟΚ» για να τονίσω οτι είναι απόλυτα σωστό τα παιδιά να ψάχνουν τις ρίζες τους και να θέλουν να τις εντάξουν στην οικογένειά τους, αλλά αν κάποιος επιβουλεύεται την οικογενειακή συνοχή πρέπει να τον πετάνε στην άκρη σαν την τρίχα από το γάλα. Επίσης είναι απολύτως φυσιολογικό τα παιδιά να παρεμβαίνουν στις πράξεις των γονέων για να μην τους αφήσουν να ρεζιλευτούν τους παλιόγερους.

Ειλικρινά τώρα πες μου –ποια η γνώμη σου για αυτό το σενάριο; Δεν θα το θεωρούσες κάργα φαλλοκρατικό; Να προσθέσω κιόλας οτι σε κάθε φάση πεσίματος θα φρόντιζα να τονίσω οτι τον κυρίαρχο ρόλο έχει ο άντρας –εντάξει; Δεν θα το θεωρούσες επίσης τρομερά συντηρητικό με όλο αυτό το ηθικό δίδαγμα περί «αγίας οικογένειας»; Και δεν θα εκνευριζόσουν; Αν η απάντησή σου είναι αρνητική στα παραπάνω, να πας να δεις το «The kids are allright». Αν αμφιταλαντεύεσαι –κάτσε να σου δώσω μερικές κριτικές έγκριτων κριτικών (πρόκειται για τη γνωστή κριτική διατροφή που συντελεί στη μακροζωία σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες):

«Απαλλαγμένη από τον ψυχαναγκασμό να αφηγηθεί μια ιστορία που να περιχαρακώνεται στην ετικέτα της «γκέι» ή «λεσβιακής», η Τσολοντένκο μπορεί να έχει κάθε λόγο να νιώθει περήφανη για την οικογένεια που σχηματίζουν οι ομοφυλόφιλες ηρωίδες της, αλλά το αναδεικνύει ως μια επικράτηση του απολύτως φυσικού και αυτονόητου. Το ζευγάρι, που με απόλυτη επιτυχία υποδύονται οι Τζούλιαν Μουρ και Ανετ Μπένινγκ, δεν περνά την ώρα του ανακυκλώνοντας κλισέ γύρω από τη σεξουαλική τους ταυτότητα, αλλά προσπαθεί με μικρή ή μεγάλη επιτυχία να λύσει μερικά προβλήματα για να ανακαλύψει άλλα.» (Κ. Θεοδοσόπουλος, ΣΙΝΕΜΑ).

«Η σκεπτόμενη κωμωδία της Lisa Cholodenko, έχοντας ήδη αποσπάσει θετικότατες κριτικές συνοδευόμενες από το μεγάλο βραβείο Teddy στο φεστιβάλ του Βερολίνου, αποτέλεσε μία επιτυχημένη επιλογή για την πρεμιέρα των φετινών Νυχτών Πρεμιέρας. Τολμηρό και ώριμο στην προσέγγισή του, το «The Kids Are All Right» προβάλλει δίχως ταμπού και αγκυλώσεις την ιστορία μίας οικογένειας που αποδεικνύεται περισσότερο φυσιολογική από όσο τη θέλουν οι θεμελιωμένες κοινωνικές συμβάσεις» (Ν. Σακκάς –Cinema-News.gr)

«.... η επιτυχία της ταινίας είναι πως γρήγορα ο θεατής ξεχνάει πως βλέπει ένα δράμα με δυο παντρεμένες λεσβίες και επικεντρώνεται στους εύθραυστους δεσμούς της οικογένειας, την ψευδαίσθηση της συνθήκης που ονομάζεται συμβίωση, την ολισθηρότητα της εφηβείας και τη δυσκολία του ρόλου ενός γονιού.... Στο φιλμ Τα παιδιά είναι εντάξει, αντίστοιχα, η Τζουλιάν Μουρ είναι κανονική σύζυγος της Ανέτ Μπένινγκ, αλλά το ενδιαφέρον στρέφεται στον τρόπο που θα επαναφέρουν τη χαμένη εμπιστοσύνη, με δεδομένο πως τα δυο παιδιά τούς αμφισβητούν, όχι δυο ομοφυλόφιλες γυναίκες, αλλά τους γονιούς τους, ανεξαρτήτως φύλου.» (Θ. Κουτσογιαννόπουλος, Lifo).


Κοντολογίς, τι μας λένε οι ειδήμονες; Οτι αυτά είναι φυσιολογικά πράγματα, νορμάλ ρε παιδάκι μου, θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα κι έτσι πρέπει. Και η ταινία καταφέρνει να δείξει τα προβλήματα των σχέσεων ενός ζευγαριού, προβλήματα τα οποία δεν σχετίζονται με την ομοφυλοφιλία αλλά με τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων γενικότερα.

Θυμάσαι το σενάριο που σου έγραψα παραπάνω; Βάλε στη θέση του ετερόφυλου ζευγαριού ένα ομόφυλο (την Ανέτ Μπένινγκ και την Τζούλιαν Μουρ), βάλε στη θέση του γκέι άντρα έναν στρέιτ που πηδιέται με τη «γυναίκα» του ζευγαριού (τα εισαγωγικά μπήκαν για να δείξουν τον διαχωρισμό ρόλων στο λεσβιακό ζευγάρι, ο ποίος διαχωρισμός είναι ΕΝΤΕΛΩΣ ΑΝΤΡΑΣ –ΓΥΝΑΙΚΑ της δεκαετίας του ’60!) και έχεις ΑΚΡΙΒΩΣ την υπόθεση της ταινίας «Τα παιδιά είναι εντάξει». Το ρεζουμέ παραμένει: Κρίση της μέσης ηλικίας, παραμελημένη γυναίκα που ασχολείται με τα οικιακά και κάποια δουλειά απλώς για να περνάει την ώρα της, γκόμενος με μηχανή που συναρπάζει και γαμάει, φτύσιμο στο τέλος του μηχανάκια προκειμένου να παραμείνει ακέραια η οικογένεια. Αν μάλιστα αυτή η Τσολοτένγκο δεν δούλευε μπαλτά στο μοντάζ και φρόντιζε να έχει παρόμοιους φωτισμούς σε όλη την ταινία ώστε να μη φαίνονται όλα φυσιολογικά τη μια στιγμή και να μετατρέπονται σε υπερφωτισμένο μεξικάνικο σινερομάντζο την αμέσως επόμενη, θα μπορούσαμε να πούμε οτι μια «αντισυμβατική ταλαντούχα σκηνοθέτης» διασκεύασε το «Βότσαλο στη Λίμνη» του Αλέκου Σακελλάριου.

Εκεί είναι λοιπόν το θέμα;

Να επανέλθουμε σε αξίες των δεκαετιών ’50-’60 (προ χιπισμού) όπου ο τρίτος άνθρωπος ήταν παλιοκάθαρμα ή παλιοπουτάνα, ανάλογα με το φύλο;

Να ξαναθεωρήσουμε φυσιολογική την ενασχόληση με τα οικιακά;

Να επανέλθουμε στην άποψη: «κάνω θυσίες για την οικογένειά μου»; Κι αυτές οι θυσίες να είναι ας πούμε, κόβω το σεξ χωρίς υδραυλική και οπτικοακουστική υποβοήθηση, ανέχομαι τις προσβολές του εργαζόμενου εφόσον εγώ είμαι νοικοκυρούλα, αφήνω τον άντρα να καθαρίσει για όλη την οικογένεια, προτάσσω το καλό της οικογένειας πάνω από τις κάβλες μου κ.λ.π.

Αν όλη η υπερσυντηρητική αξιακή θεώρηση καθαγιάζεται εφόσον πρόκειται για λεσβίες τότε, συγνώμη, αλλά την πουτσίσαμε.

Αν το μοναδικό ριζοσπαστικό πράγμα που έμεινε από τις ομοφυλοφυλικές σχέσεις είναι οι δονητές και οι λιπαντικές κρέμες τότε κάτι πήγε πολύ στραβά.

Και δηλαδή, όταν ο Χ σκηνοθέτης βάζει στην ταινία του κάποια χαζογκόμενα την οποία χρησιμοποιούν μόνο για πήδημα είναι φαλλοκράτης, όταν όμως πρόκειται για γκόμενο που τον θέλουν μόνο για τον πούτσο του η σκηνοθέτης είναι ασυμβίβαστη και αγωνίστρια; Ή (ακόμα χειρότερα) προβάλλει τη φυσιολογική πλευρά των πραγμάτων απαλλαγμένη από τα πρόσημα των φύλων;

Το ένα από τα παιδιά του ζευγαριού, το αγόρι, είναι 15 χρονών και κάποια στιγμή οι μαμάδες υποψιάζονται οτι κάνει σεξ με τον κολλητό του. Ενθουσιάζονται, κάνουν πρόβες για το τι θα του πουν –γιορτή στο σπίτι! Ρωτάω εγώ, από πότε στις αμερικάνικες ταινίες έγινε αποδεκτό το σεξ των 15χρονων; Ή μήπως είναι απαγορευμένο μεταξύ ετερόφυλων αλλά επιτρέπεται μεταξύ ομόφυλων; Ρωτάω για να μαθαίνω.

Τελικά αναρωτιέμαι –η όλη υπόθεση πώς πάει; Να αναπαραχθούν τα κυριαρχικά πρότυπα προηγούμενων δεκαετιών, με τη διαφοροποίηση απλώς του κυρίαρχου φύλου; Ή ίσως της κυρίαρχης σεξουαλικής προτίμησης;

Αν ναι –συγνώμη αλλά δεν θα πάρω. Από μπάτσους έχω χορτάσει. Αν όχι –τότε ταινίες σαν το «The kids are allright» θα πρέπει να θεωρούνται σκέτη οπισθοδρόμηση και σαν τέτοιες να αντιμετωπίζονται.

Έχω άδικο;

Υ.Γ.: Βιντεάκι της ταινίας δεν ανεβάζω –όποιος θέλει ας ψάξει να το βρει.

Τρίτη, Νοεμβρίου 16, 2010

White Power

Και ξαφνικά έπηξε η Ελλάδα στους αντιεξουσιαστές! Άνοιξα χτες την τηλεόραση -το μόνο που δεν είπαν είναι πού θα στήσουν το άγαλμα του Τσιρώνη και αν θα είναι σχολική αργία η επέτειος της δολοφονίας του. Δε με πιστεύεις; Κακώς.

Από προχτές –ημέρα ανακοινώσεως αποτελεσμάτων του δεύτερου γύρου των δημοτικών εκλογών –είχε πέσει το σύρμα. Από τη μια οι Πασόκοι που πανηγύριζαν την έγκριση της πολιτικής τους από τους πολίτες και από την άλλη οι άλλοι (που δεν την είχαν πιο μεγάλη) και κουνούσαν το κεφάλι στωικά: «δεν πήρατε το μήνυμα της αποχής!»

Να ξεμπερδέψω πρώτα με τους εύκολους πλας εξουσιαστές πλας δικτάτορες Πασόκους: σαφώς και πολύς κόσμος μάσησε από το δίλημμα του Γιωργάκη το οποίο βεβαίως δεν ήταν καν δίλημμα, ήταν «η επανάσταση του αυτονόητου» που είχε πει το παιδί, δίλημμα το έκαναν οι ειδήσεις και ο βλάκας ο Αντωνάκης για να κολλήσουν από δίπλα το «εκβιαστικό». Καθότι η έκφραση «εκβιαστικό αυτονόητο» δεν στέκει κι αυτό που είπε ο Γιωργάκης ήταν αυτονόητο: «αν πάνε τα πράγματα όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις και μας μαυρίσετε ψηφίζοντας αντιμνημονιακά, θα κάνω εκλογές για να πει τι θέλει ο λαός». Παρακάτω, ο Γιωργάκης, σαν τύπος λάιτ και προοδευτικός, είχε διαλέξει πιο ελκυστικούς και λαϊφστάιλ υποψήφιους (Καμίνης, Μπουτάρης) οι οποίοι τράβηξαν μαζί τους και το καναπεδάτο κοινό. Κι έτσι βγήκαν. Και η αποχή –αποχή, σωστά;

Βεβαίως, όταν εγώ το 2007 φώναζα οτι ο Χονδρός πρέπει να φύγει ήμουνα ξεπουλημένος Πασόκος (πάρε μια διακύμανση δημοσιονομικού ελλείμματος για να δεις πόσο πολύ Πασόκος υπήρξα: 2006 –5,7%, 2007 –6,4%, 2008 –9,4%, 2009 –15,4%). Τώρα λοιπόν που έγινε ολόκληρη κίνηση για Καμίνη (από ανθρώπους που, ως επί το πλείστον, δεν ψηφίζουν στον Δήμο Αθηναίων!) δεν άκουσα κανέναν να φωνάζει περί Πασόκων! Τέλος πάντων, ήμουν πρωτοπόρος, δεν παραπονιέμαι. Και για τον Καμίνη αδιαφορώ –εγώ ψήφισα τον Πασόκο του δήμου μου.

Ας πάμε τώρα στους αποχικούς υπαλλήλους –να δούμε τι πρεσβεύουν επειδή έχω την εντύπωση οτι είμαι μαζί τους ολόψυχα:

-Λένε οι «εκτός κομματικής ένταξης» αποχικοί: «Το παιχνίδι είναι στημένο και δεν συμμετέχω γιατί με τη συμμετοχή μου θα το νομιμοποιήσω». Έβαλα εδώ την πιο κουλτουρέ διατύπωση, για να μην μπλέξουμε με αστεία επιχειρήματα του στυλ «σας θύμωσα τώρα, να μάθετε κακά παιδιά!»
Ναι λοιπόν, το σύστημα λέγεται καπιταλισμός (όπως κατενάτσιο) και η εκλογική διαδικασία είναι παραφυάδα του συστήματος. Αλλά αρνούμαι να δεχτώ οτι μας βγαίνει το αντισυστημικό ΜΟΝΟ στις εκλογές όταν 365 μέρες το χρόνο και 24 ώρες τη μέρα δουλεύουμε για την υποστήριξη του συστήματος. Ας πούμε, αντισυστημικό που δουλεύει σε διαφημιστική εταιρεία δεν μπορώ να δεχτώ, όπως και δεν μπορώ να δεχτώ αντιεξουσιαστή μπάτσο –παραδείγματα αναφέρω, μην κολλήσεις.

-Λένε οι κομματικοί αποχικοί: «Αυτή η αποχή του κόσμου θα πρέπει να μας προβληματίσει. Ο κόσμος μάς γυρνάει την πλάτη γιατί δεν τον εκφράζουμε πια. Και γι΄αυτό φταίνε μερικοί κακοί πολιτικοί που στιγματίζουν όλον τον υπόλοιπο χώρο». Δεκτή η άποψή τους όπου επιμερίζουν το φταίξιμο (έστω κι αν το ρίχνουν όλο σε κάποιους αόρατους «άλλους»). Αλλά απορώ: τα κόμματα όσων έχουν τέτοιες απόψεις δεν συμμετείχαν στις εκλογές; Αφού συμμετείχαν, γιατί δεν εξέφρασαν τον κόσμο τότε και υπόσχονται τώρα να τον εκφράσουν «εν ευθέτω χρόνω»;

Το ρεζουμέ της όλης υπόθεσης είναι οτι και οι δυο, ας πούμε, ομάδες απόψεων έχουν ένα κοινό σημείο: η αποχή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στα δημοκρατικά πολιτεύματα αλλιώς δεν υπάρχει δημοκρατία. Κάνω λάθος;
Κι έρχεται το υποστηρικτικό επιχείρημα: «από πού νομιμοποιείται ο λαμβάνων ένα 15% να αποφασίζει και να κυβερνάει το 100% των πολιτών;» Ο φίλος μου ο Παναγιώτης ο Κούστας είχε προτείνει κάποια πράγματα σχετικά στο καταπληκτικό βιβλίο του «Έξι δισεκατομμύρια τρόποι ζωής». Αλλά ας αφήσουμε την φαντασιακή διορατικότητα του Παναγιώτη –ας μείνουμε στην αφασιακή πραγματικότητα.

Αν όλοι συμφωνούμε οτι η αποχή σημαίνει κάποια πράγματα γιατί κανένας δεν ζητάει να την μετράμε στις εκλογές; Κι επειδή η μέτρηση της αποχή από μόνη της είναι εξίσου αδύνατη με τη μέτρηση του κοπανιστού αέρα που καταπίνουμε ημερησίως –γιατί κανένας δεν ζητάει να μετράμε τις εκφάνσεις της εκλογικής διαφωνίας, δηλαδή τα λευκά και τα άκυρα; Κι επειδή τα άκυρα ενέχουν και την πιθανότητα ηλιθιότητας στη διαμόρφωσή τους (αλήθεια –κάποιος, κάποτε θα πρέπει να ασχοληθεί με το δικαίωμα ψήφου σε ανθρώπους που δεν μπορούν να ακολουθήσουν ούτε τις απλές εκλογικές οδηγίες), γιατί τελικά κανένας δεν ζητάει να μετράνε τα λευκά στον υπολογισμό του τελικού αποτελέσματος;

Κάνε κύριέ μου καταμέτρηση των λευκών ΞΕΧΩΡΙΣΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΚΥΡΑ (και, όχι μαζί όπως εντελώς φασιστικά τα έχεις τσουβαλιάσει ως σήμερα) και δώσε το ποσοστό που τους αναλογεί. Αν βγάζουν έδρα τα λευκά, άσε μια έδρα κενή. Αν δεν αφήνουν να σχηματιστεί κυβέρνηση, ποτέ μη σώσει να σχηματιστεί! Είμαι παράλογος; Είμαι μήπως εκτός πλαισίων δημοκρατικότητας;

Αν όχι, τότε γιατί δεν το υποστηρίζει κανένας άλλος;

-Γιατί οι αντισυστημικοί δεν υποστηρίζουν τη σίγουρη αυτή μέθοδο ταρακουνήματος του συστήματος; Γιατί δεν έχουν βγει κάποιοι να ζητάνε πραγματική καταμέτρηση των λευκών; Γιατί δεν αναφέρονται καν στην ύπαρξη των λευκών;

-Γιατί οι κομματικοί καυτηριάζουν μεν τη δικτατορία της κυβέρνησης του 15% αλλά δεν ενδιαφέρονται να υπάρξει πραγματική δημοκρατική αντιπροσώπευση όλων των απόψεων;

Κι αν για τους κομματικούς το καταλαβαίνω –θέλουν απλώς να καυτηριάζουν την μη νομιμότητα της κυβέρνησης που δεν τους περιλαμβάνει εξαιτίας αποκλειστικά του γεγονότος οτι δεν τους περιλαμβάνει -τους αντισυστημικούς δεν τους πιάνω!

Μήπως έχουν τον φόβο οτι η τυχόν ανυπαρξία κυβέρνησης θα τους αναγκάσει να διατυπώσουν επιτέλους την άποψή τους, άρα θα πρέπει και να αποκτήσουν άποψη;

Μήπως τους πέφτει βαρύ να πηγαίνουν συνέχεια στα δημοτικά σχολεία και να ψηφίζουν μέσα στο κυριακάτικο χαγκόβερ;

Μήπως τελικά στην καραπουτσακλάρα τους το τι συμβαίνει στα κοινά, αλλά επειδή το «κοιτάω την πάρτη μου» δεν είναι σικ έχουν υιοθετήσει το στυλάκι αγανακτισμένοι πολίτες;

Δεν ξέρω, επειδή το συγκεκριμένο δείγμα πολιτών ήταν και θα παραμείνει αχαρτογράφητο κι αυτό δεν μπορώ να το θεωρήσω μαγκιά ή δήλωση διαφορετικότητας, όπως ας πούμε δεν είναι δήλωση διαφορετικότητας το γεγονός οτι ένας αυτιστικός μπορεί να κατουρηθεί πάνω του.

Αλλά επειδή χρόνια πολλά τσακωνόμουν σε εκλογικά κέντρα για να υπάρχει λευκό και πλακωνόμουν με κομματικούς για να καταμετράται το λευκό, τώρα νομίζω οτι βλέπω φως. Τώρα νομίζω οτι θα συμφωνήσουν πολλοί με την άποψη περί καταμέτρησης των λευκών κι αν δεν το ζήτησαν ως σήμερα ήταν καθαρά θέμα αβλεψίας.

Λοιπόν, ποιος γουστάρει να μετράει το λευκό;

Παρασκευή, Νοεμβρίου 12, 2010

13. Ο εκκωφαντικός ήχος της ασφάλτου

Προηγούμενα:
1. Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη
2. Το καινούργιο παντοτινό όνομα του Προέδρου
3. "Η εξαγωγή του λίθου της τρέλας"
4. Ο Οδυσσέας, οι Αργοναύτες και άλλοι ηλίθιοι
5. Η προσευχή είναι ένας νεκρός κροκόδειλος
6. Αφού η Χελώνα έγινε Κέδρος
7. Όλοι βλέπουν τους αόρατους
8. Για τα ψάρια που ταξιδεύουν γύρω από τους καρχαρίες
9. Μετεγχειρητικές επιπλοκές
10. Η αναγκαστική αλήθεια στον βολικό λήθαργο
11. Ένα άλυτο πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα
12. Όταν οι σπηλιές δαγκώνουν

Έμεινα στις σκιές γλύφοντας τις πληγές μου μέχρι να σταματήσει το αίμα, μέχρι η μεταλλική του γεύση να χαθεί. Τότε κατάλαβα οτι τέλειωσε η αιμορραγία ή οτι δεν είχε πια σημασία. Θα έλεγα πως ήμουνα λύκος με πόδι κομμένο από παγίδα αν μου έλειπε όντως κάποιο πόδι κι αν είχα σαφέστερη εικόνα του πώς έμοιαζαν οι λύκοι όταν υπήρχαν στ΄αλήθεια. Τώρα κρυβόμουν στα ερείπια αυτού του σπιτιού και τρεφόμουν με υπολείμματα σκουπιδιών που πετάγονταν από τα ανοίγματα στους σωλήνες του συστήματος, έμοιαζαν πίδακες με περίεργα χρώματα και ανακατεμένες γεύσεις, τεράστιοι σωλήνες άδειαζαν προς το ξέφωτο κοντά τις σπηλιές, σερνόμουν στα όρια των δυο περιοχών και άρπαζα ότι έπεφτε έξω, ότι πέταγαν οι σωλήνες εκτός πεδίου.
Είχα ξεχάσει να περπατάω, σερνόμουν κι απολάμβανα την επαφή με τη σκασμένη άσφαλτο, καυτή το μεσημέρι, παγωμένη το βράδυ –ένιωθα την ώρα από τη θερμοκρασία της ασφάλτου. Απορούσα κιόλας με την τύχη μου, ήταν δυνατό να μην έχουν ανακαλύψει κι άλλοι τη συγκεκριμένη πηγή τροφοδοσίας;
Το αίμα σταμάτησε να έχει γεύση βρώμικου κουταλιού τη μέρα που εγώ αποφάσισα οτι το περπάτημα είναι πιο γρήγορο από το σύρσιμο. Είχα μετρήσει 5 φορές την άσφαλτο αφόρητα καυτή και σκέφτηκα οτι δεν υπήρχε πια λόγος να καίγονται τα χέρια μου στην επαφή της.
Σηκώθηκα.
Η πραγματικότητα με ζάλισε αμέσως μόλις την κοίταξα στηριγμένος στα πόδια μου, έψαξα για ισορροπία και τη βρήκα τελευταία στιγμή. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να ξαναπάω στα όρια, να ρισκάρω δυο βήματα στην περιοχή με τις σπηλιές και να μαζέψω λίγο φαγητό. Ήταν όμως περίεργο επειδή εκείνη τη στιγμή με έπιασε φόβος –δεν είχα πρόβλημα να σέρνομαι προς τις σπηλιές αλλά έτρεμα στην προοπτική να πλησιάσω εκεί περπατώντας.
Ούτε να τους γυρίσω την πλάτη ήθελα... απομακρύνθηκα περπατώντας ανάποδα, μη τολμώντας να πάρω τα μάτια μου από τις τρομερές σπηλιές, το απόγευμα έχανε όλο και περισσότερο φως κι εγώ περπατούσα αδιαφορώντας για το γεγονός οτι τα ρούχα μου ήταν κουρελιασμένα, το δέρμα μου έτσουζε σε κάθε άγγιγμα και βρωμούσα από τις ίδιες μου τις ακαθαρσίες.
Περπατούσα κανονικά τώρα. Και ήθελα να θυμηθώ, να ανασυνταχθώ, να κάνω κάποιο σχέδιο όπου, λέει, εγώ θα ήμουν πάλι υπάλληλος της Φορολογικής Δικαιοσύνης με το ίδιο (αν όχι καλύτερο) γραφείο και τον Ρόμπερτ Μήτσαμ για παρέα στα ρεπό και θα είχα κανονική τροφή και ρούχα και φάρμακα και χάπια. Η σόλα του δεξιού παπουτσιού έχασκε σε κάθε βήμα υπενθυμίζοντάς μου το γελοίο της υπόθεσης. Είχε κρύο, είναι περίεργο που δεν ένιωθα το κρύο όσο σερνόμουν στην άσφαλτο και τώρα που περπατούσα τουρτούριζα, το κομματιασμένο κοντομάνικο ανατρίχιαζε στο δέρμα μου. Έπρεπε να ψάξω προς τα που πηγαίνω.
«Από δω», σφύριξε μια φωνή στα δεξιά μου.
Πριν κοιτάξω άλλαξα κατεύθυνση, έχοντας συμμορφωθεί αυτόματα στην παρότρυνση. Τάχυνα το βήμα μου. Όμως τότε είδα οτι δεν φωνάζανε σε μένα να πάω προς τα κει, ένα παιδί παραπατούσε σέρνοντας κάτι πλαστικές τσάντες και τώρα έτρεχε κοιτάζοντας πίσω του, κοιτάζοντας εμένα, προσπαθώντας μάλλον να μου κρυφτεί. Θα χαμογελούσα αν θυμόμουν πώς.
Περπάτησα προς το μέρος που είχε χωθεί το παιδί.
«Έρχεται», ψιθύρισε η φωνή.
Πνιχτοί θόρυβοι, πράγματα που μετακινούνταν. Δρασκέλισα την τρύπα που έχασκε στο πλευρό του κτιρίου και μπήκα. Μισοσκόταδο, κάτι μεταλλικό με χτύπησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού, σωριάστηκα πριν καν προλάβω να πονέσω. Σοβάδες που θρυμματίστηκαν στο βάρος του σώματός μου. Θέλησα να βογκήξω από πόνο αλλά το μετάνιωσα.
«Τον σκότωσες;»
«Δε νομίζω».
«Ξαναχτύπα τον».
Στριφογύρισα μέσα στα χώματα για να αποφύγω το καινούργιο χτύπημα.
«Θα ξεσκίσω τον επόμενο που θα μ΄αγγίξει....» απείλησα.
Τα μάτια μου είχαν θολώσει, δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τίποτα περισσότερο από σκιές. Κινούνταν μακριά μου ακόμα.
«Ποιοι είσαστε;» ρώτησα απλώς για να αποκτήσω αίσθηση της απόστασης που μας χώριζε.
«Ποιος είσαι;» με ρώτησαν.
«Τραυματίας», συστήθηκα ελπίζοντας οτι αυτό θα έφερνε κάποια ανακωχή.
«Από την διαδήλωση;»
«Ποια διαδήλωση;» απόρησα.
Και τελικά αυτό ήταν που έφερε την πολυπόθητη ανακωχή, όχι τόσο η άθλια εξωτερική μου εμφάνιση αλλά το γεγονός οτι δεν ήξερα (ή δεν θυμόμουν, κατά την άποψή τους) τη διαδήλωση.
Πρώτα με πλησίασαν τα παιδικά βήματα και μετά ήρθαν τα βαρύτερα, γυναικεία, βήματα.
«Ψάξε στην τσάντα για κάνα ρούχο να τον σκεπάσεις», είπε η γυναίκα.
Κουλουριάστηκα. Εκείνη κάθισε απέναντί μου χωρίς να νοιαστεί για το χώμα, μόνο φρόντισε να είναι σε ασφαλή απόσταση. Δεν ήταν ακόμα απολύτως σίγουρη.
«Τι έγινε στη διαδήλωση;» ψέλλισα.
«Ρίχνανε από παντού, γέμισε ο δρόμος σκοτωμένους», είπε η γυναίκα.
Τότε ένιωσα τη θαλπωρή καθώς ένα μπουφάν έπεσε στους ώμους μου.
«Ήσουν στη διαδήλωση;» τη ρώτησα.
«Όχι, εμείς πηγαίνουμε μετά, για να μαζέψουμε οτι δεν χρειάζεται....»
Την κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω.
«Στους σκοτωμένους», μου εξήγησε αμήχανα.
Απόρησα που δε με ανατρίχιασε το ρούχο του πεθαμένου ανθρώπου στις πλάτες μου, έφταιγε μάλλον το κρύο. Και κοίταξα τη γυναίκα που έσκυβε προσεκτικά στο μέρος μου για να με κοιτάξει με τη σειρά της, είχε πρόσωπο φαγωμένο από την ταλαιπωρία και μαλλιά αραιά, αχτένιστα –πίσω της δυο μικρά παιδιά ακαθόριστου φύλου κλωτσούσαν σοβάδες. Μας είχαν πει οτι δεν υπήρχαν πια τέτοιοι άνθρωποι, μας είχαν βεβαιώσει οτι το κατώτερο στάδιο διαβίωσης ήταν αυτό του εργάτη με τις συνεχόμενες βάρδιες και το 1 σφαρού τη μέρα. Πήγαινα στοίχημα οτι αυτή η γυναίκα δεν ήξερε....
«Σου βρίσκονται καθόλου σφαρού;» τη ρώτησα.
«Τι είναι αυτό;» έκανε.
«Κόσμος;»
«Δε μας δίνουν κόσμος για τα ρούχα που μαζεύουμε.... Αν μας τύχει καμιά συσκευή....»
Τράβηξα το μπουφάν, δεν ήταν τόσο μεγάλο που να με σκεπάζει γι΄αυτό αναγκάστηκα να περάσω τα χέρια μου μέσα στα μανίκια, ένα δερμάτινο μπουφάν, άρχισα δήθεν να το στρώνω πάνω μου ψάχνοντας ασυναίσθητα για την τρύπα. Δεν ήταν μία, ήταν πέντε τρύπες στο δεξί πλευρό. Σιχάθηκα να κοιτάξω το αίμα, κι εγώ, άλλωστε, δεν ήμουνα πολύ καλύτερα.
«Ζεστάθηκες;» ψιθύρισε η γυναίκα.
«Ναι, θα σου δώσω...» ψάχτηκα στις τσέπες του παντελονιού αλλά δεν είχα τίποτα.
«Δεν πειράζει -άλλη φορά», με καθησύχασε εκείνη. «Έτσι κι αλλιώς αυτό το μπουφάν δεν μπορούμε να το ανταλλάξουμε έτσι που είναι».
Μην κοιτάξεις το αίμα, μην κοιτάξεις το αίμα –έσφιξα τα δόντια. Άρχισα να σηκώνομαι ακριβώς την ώρα που άρχισε να πονάει το κεφάλι μου. Μόρφασα.
«Δεν ξέραμε τι είσαι γι΄αυτό....» δικαιολογήθηκε η γυναίκα.
«Με τι με χτυπήσατε;» ρώτησα.
«Με το τηγάνι....»
Προσπάθησα φιλότιμα να χαμογελάσω.
«Ήταν κάποιοι σ΄εκείνο το σπίτι», έδειξα αριστερά κι απροσδιόριστα.
«Λες για τους επαναστάτες;»
Κούνησα το κεφάλι.
«Φύγανε, δε φύγανε;»
«Ναι, φύγανε....»
«Ήσουνα μαζί τους;»
Δε μίλησα.
«Θες να τους ξαναβρείς;»
Πετάχτηκα –όχι από την ερώτηση. Αλλά επειδή την έκανε ένα από τα παιδιά τραβώντας μου την άκρη του μπουφάν.
«Ξέρεις πού;»
«Πέταξαν», μου έδειξε με το χεράκι του ψηλά.
Πέταξαν. Το παιδάκι δεν μπορεί να εννοούσε όσους έβγαλα εγώ από εκεί μέσα, εννοούσε μάλλον αυτούς που έφυγαν πρώτοι. Τον αόρατο άντρα, τη γυναίκα με τα άσπρα μακριά μαλλιά και μαζί τους την Κάσσι.
Έσκυψα το κεφάλι, καμπούριασα τους ώμους, βγήκα από το ερειπωμένο κτίριο χωρίς να τους χαιρετίσω. Ή έστω να τους ευχαριστήσω για το μπουφάν.
Κι αποφάσισα να προχωρήσω προς τις κεντρικές λεωφόρους της πόλης, τώρα που δεν ήμουν τίποτα, ούτε Φίδι ούτε επαναστάτης, δεν είχα κανέναν να φοβάμαι ή έπρεπε να φοβάμαι τους πάντες –σύντομα θα διαπίστωνα τι από τα δύο.
Όσο τα κουρέλια μου ανέμιζαν στον αέρα, όσο τα παπούτσια μου έχασκαν σε κάθε βήμα, τόσο έψαχνα τριγύρω ελπίζοντας να σταμπάρω κάποιο νεκρό από την πορεία που να μην είχαν προλάβει άλλοι να τον σκυλέψουν. Πέρασα από τις γειτονιές των παζαριών, ξανάκουσα τις φωνές των ανταλλακτών, κόσμος με αγαθά, άνθρωποι με κόσμος, χάρες με φαγητό, μια πελώρια ανταλλαγή που μονίμως έγερνε προς τη μια πάντα. Προχώρησα πιο γρήγορα αλλά δεν κατάφερα να ξεφύγω.
«Έχεις κόσμος;» με ρώτησε η διακεκομμένη φωνή.
Ήταν γέρος κι έχασκε το άδειο από δόντια στόμα του, σιχάθηκα που τον είδα αλλά μετά μελαγχόλησα συνειδητοποιώντας οτι κι εγώ έδειχνα εξίσου χάλια. Έκανα να προχωρήσω.
«Δώσμου κόσμος μη σε ξεκοιλιάσω», είπε ο γέρος.
Κοίταξα. Είχε μια λαβή κουταλιού με την άκρη τροχισμένη, του έσπρωξα το χέρι απότομα. Ξαναπροσπάθησε αλλά είχα ήδη κάνει τρία βήματα μακριά του, άνοιξα το μπουφάν μου, τον άφησα να δει τις πληγές και την παγωμένη τους κρούστα.
Δίστασε για λίγο.
Δεν του έδωσα άλλο χρόνο, έφυγα επιταχύνοντας το βήμα. Και οι τοίχοι τριγύρω άλλαξαν, όχι όμως με τη συνηθισμένη ταχύτητα (ένα καρέ ανά βλεφαρισμό), άλλαξαν αφήνοντας το γρατζούνισμά τους μονάχα στο οπτικό μου νεύρο. Επειδή το μυαλό μου δεν έδειχνε πρόθυμο να καταγράψει.
Προχώρησα.
Θόρυβος.
Συννεφιασμένη μέρα.
Τα νοσοκομειακά έχασκαν ορθάνοιχτα και κατασκότεινα περιμένοντας τυχόν επιζήσαντες –μάταιος κόπος βέβαια. Κι από δίπλα η Εταιρεία Αποκομιδής, παγωμένες καρότσες, στοιχισμένες, δυο και τρεις στη σειρά πίσω από τεράστιους γυμνούς κινητήρες με τα στενά, κίτρινα κουβούκλια πλοήγησης στο πάνω μέρος. Οι άνθρωποι με τις αστραφτερές φόρμες όλκιμου αλουμινίου έσερναν τα πτώματα μέχρι τα αναβατόρια, μετά η φωνή του επιστάτη αλλοιωμένη από τη μάσκα.
«Απομακρυνθείτε»
Και η στριγκλιά του αλάδωτου εμβόλου όσο το αναβατόριο σηκωνόταν, έφτανε στην καρότσα, άδειαζε, κατέβαινε σε απόσταση ενός μέτρου από την άσφαλτο.
Δεν προλάβαινα.
Ήταν πολλοί οι νεκροί τελικά.
Πλησίασα.
«Φύγε από δω βρομιάρη, μη σε μαζέψουν μαζί με τους πεθαμένους», με σκούντηξε ένας Σεκιούριτι με την κάνη του όπλου.
Από πού ξεφύτρωσε αυτός;
Έκανα στην άκρη.
Ήταν πολλοί οι νεκροί.
Κι αυτό δεν ήταν το χειρότερο.
Διέσχισα τον σπαρμένο με ανθρώπινα σώματα δρόμο, εντάξει, δεν πατούσα πάνω τους, από το πεζοδρόμιο πήγαινα, όπου οι νεκροί είχαν απομακρυνθεί ή ίσως και να μην είχαν πέσει καν. Σιγά-σιγά. Πονούσα απροσδιόριστα αλλά δεν κούτσαινα. Ή ίσως και να κούτσαινα κι από τα δυο πόδια γι΄αυτό και δεν το καταλάβαινα. Προχώρησα πάντως. Μυρωδιά σκατού και κάτουρου ανακατεμένη με τη γεύση της σκουριάς στον αέρα, οι νεκροί. Όσο κι αν είσαι προετοιμασμένος στο τέλος σε επηρεάζουν. Διαβρώνουν την άμυνά σου ύπουλα, αθόρυβα.
Μπροστά μου ακουγόταν ένα βουητό σαν φουσκωμένο ρέμα μετά από βροχή. Αλλά πιο επίμονο. Σκεφτόμουν τι θα μπορούσε να είναι καθώς προχωρούσα, άρχισα κιόλας να διακρίνω κάτι σκούρες στολές που κινούνταν αργά. Κοντοστάθηκα δίπλα σ΄ένα κορίτσι μισοχωμένο στην υδρορροή, το δεξί της πόδι αφύσικα λυγισμένο πάνω στην άσφαλτο, κοίταζε κάπου ψηλά με ηλίθιο βλέμμα αυτό το κορίτσι που δεν ήταν πάνω από 20 χρονών. Όχι πολύ όμορφο, ούτε καν συμπαθητικό. Ο θόρυβος του φουσκωμένου ρέματος δυνάμωσε, έπρεπε να προχωρήσω. Είχα το νου μου κιόλας μήπως βρω τίποτα εύκαιρα ρούχα που θα μπορούσα γρήγορα να βγάλω από κάποιον πεθαμένο αλλά πίσω μου οι άνθρωποι με τις φόρμες αλουμινίου δούλευαν με φρενήρη ρυθμό, δεν το καταλάβαινα αυτό –λες και θα πήγαιναν πουθενά οι νεκροί.
Ένας άντρας με τη δική μου σωματική διάπλαση, το πρόσωπό του διαλυμένο από ριπή, έσκυψα πάνω του, προσπάθησα να του τραβήξω το παντελόνι όμως έπρεπε πρώτα να έχω βγάλει τα παπούτσια, οι άντρες με τις στολές αλουμινίου με πρόλαβαν, έπεσα στο πλάι κουλουριασμένος για ν΄αποφύγω τις κλωτσιές από τις μεταλλικές τους μπότες.
Σηκώθηκα βιαστικά -μη με περάσουν για φορτίο.
Αλλά έμοιασε τότε να σηκώθηκαν μαζί μου και κάμποσοι από τους νεκρούς, ήταν κάτι θολά σχήματα στον αέρα που έπαιρναν μορφές και μετά, απότομα, τις έχαναν και βάδιζαν στην αρχή αντίθετα από μένα, στη συνέχεια ήταν σα να με ακολουθούν και τέλος έμειναν μετέωρες (όχι ακίνητες) όσο τις προσπερνούσα ζαλισμένος από το φόβο.
Και τότε έτρεξα.
Δεν ήθελα να είμαι με τους πεθαμένους.
Έτρεξα προς τα κει που ο ορίζοντας γινόταν σκούρος και κόντεψα να πέσω πάνω τους πριν καταλάβω οτι ήταν παραταγμένοι Σεκιούριτι σε τριπλή γραμμή. Ώμο με ώμο, αποκλεισμός περιοχής. Τα ήξερα αυτά. Η πρώτη γραμμή στριμωγμένη, η δεύτερη το ίδιο, η τρίτη με ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ των Σεκιούριτι, διάστημα αρκετό για να κουνάνε τα όπλα τους. Να σηκώνουν ψηλά τις φυσούνες τρομογόνων. Να αδειάζουν την πηχτή σκόνη που εξαερώνεται μέσα σε δευτερόλεπτα δημιουργώντας πρώτα ένα απροσδιόριστο νέφος πριν ανακατευτεί με τον αέρα κι αρχίσει να προκαλεί ελεγχόμενο τρόμο. Κόκκοι σκόνης κολλημένοι στις στολές των Σεκιούριτι, αν τολμούσες να τους αγγίξεις το πιο πιθανό ήταν να βρεθείς σε ντελίριο. Να σφαδάζεις από τρομώδεις παρακρούσεις μπροστά στα πόδια τους, προσφέροντάς τους έναν εύκολο στόχο για κλωτσιές ή οτιδήποτε άλλο ήθελαν να εξασκήσουν.
Το φουσκωμένο ρεύμα των ανθρώπων απέναντι από τους Σεκιούριτι έμοιασε να κόβει λίγο την ορμή του αλλά συνέχισε να κινείται λόγω αδράνειας. Σε λίγο θα εισέπνεαν οι μπροστινοί τα τρομογόνα και η αναστάτωση θα ξεκινούσε. Σκέφτηκα να κλείσω τη μύτη μου με την παλάμη αλλά ήμουν πολύ κοντά στους Σεκιούριτι για να το ρισκάρω. Αν είχαν κολλήσει τίποτα κόκκοι στο χέρι μου θα την πάταγα πολύ άσχημα. Έφυγα στο πλάι κι ακούμπησα σ΄έναν τοίχο. Τρίφτηκα πάνω του. Αν βρισκόμουν σε ΑΔΙ τώρα ήταν η ώρα να βγω έξω. Ο κάθετος τοίχος που μπορείς να τον περπατήσεις σαν αράχνη. Τα ραγισμένα τούβλα μέσα από τα οποία μπορείς να γλιστρήσεις σαν υδράργυρος. Εδώ, πίσω μου. Αδύνατο να διαφύγω.
Το μόνο δυνατό η αίσθηση του σφιγμένου στομαχιού, προετοιμασία του οργανισμού για τρόμο. Πάρε βαθιά ανάσα, όχι μην πάρεις βαθιά ανάσα, θα γίνουν όλα χειρότερα. Περπάτα σα να μη συμβαίνει τίποτα, περπάτα αργά, όσο λαχανιάζεις τόσο πιο γρήγορα θα το εισπνεύσεις. Δίπλα στις σκούρες στολές των Σεκιούριτι που μουρμούριζαν σαν παρατημένο ανοιχτό σύστημα επικοινωνίας. Κάτι λέγανε, τι λέγανε; Άκουσέ το, ίσως σε βοηθήσει να καταπολεμήσεις τον τρόμο.
«Διόρθωσε τη σκόπευση».
«Άδειασε τις φυσιγγιοθήκες».
«Εντολή;»
«Εντολή περαίωσης;»
«Διόρθωσε τη σκόπευση».
«Επόμενο στάδιο, ετοιμαστείτε».
«Αναμείνατε απεμπλοκή».
Άρχισα να ιδρώνω, θα τους σκοτώσουν εδώ, μπροστά στα μάτια μου. Μετά τα τρομογόνα θα αρχίσουν να πυροβολούν –μοιάζει εντελώς ηλίθιο επειδή το τρομαγμένο πλήθος θα γίνει ανεξέλεγκτο. Θα μας συνθλίψουν όλους, θα με συνθλίψουν.
Ή θα με πυροβολήσουν οι Σεκιούριτι. Τρέχα. Όχι, μην τρέξεις. Πάρε βαθιά ανάσα, ηρέμησε. Όχι, μην κάνεις μαλακίες.
«Σκοπεύσατε».
«Αδειάστε τις φυσιγγιοθήκες».
Μην τρέξεις, βρίσκεσαι μεταξύ τρίτης και δεύτερης γραμμής. Ο τοίχος γδέρνει το μπουφάν, ο τοίχος είναι -μη φοβάσαι.
Ένα χέρι ακουμπάει το χέρι μου, ένα γάντι ακουμπάει το χέρι μου, το χέρι φοράει γάντι αλλιώς δεν θα ήταν τόσο στεγνό και άψυχο, δεν θέλω να κοιτάξω όπως και νάχει, το χέρι στριφογυρίζει το δέρμα στον καρπό μου, το γαντοφορεμένο χέρι, τινάζω το δικό μου χέρι, ξεφεύγω. Κοιτάζω, τον βλέπω. Ομαδάρχης. Ρύγχος η μάσκα το πρόσωπό του.
«Έλα πίσω βρομιάρη, απαγορεύεται να περάσεις».
Ευτυχώς το μπουφάν που φοράω δεν είναι εντελώς κουρελιασμένο, πέφτω πάνω του με τον ώμο, τον παραμερίζω, θα περάσω. Ξέρω οτι είναι υποχρεωμένος να με εμποδίσει ή να με προειδοποιήσει και γι΄αυτό κάνει την προσπάθεια, στη συνέχεια θα αδιαφορήσει.
Ανάμεσα σε τοίχο και σκούρες στολές προχωράω.
«Απεμπλακείτε».
«Αρνητικό».
«Άμεση απεμπλοκή».
«Αναμείνατε».
«Φυσιγγιοθήκη άδεια».
«Φυσιγγιοθήκη άδεια».
Μια συνεχόμενη σταθερή μουρμούρα. Δεν τους βλέπω αλλά ξέρω οτι η τρίτη γραμμή των Σεκιούριτι θα πρέπει ήδη να προετοιμάζεται για την επόμενη φάση. Η δεύτερη γραμμή περιμένει, δεν τους βλέπω, τα ξέρω αυτά. Η πρώτη γραμμή οπλίζει.
Θα πεθάνουμε όλοι σήμερα.
Το πλήθος ουρλιάζει αλλά είναι δύσκολο στους μπροστινούς να υποχωρήσουν, αγκομαχούν προσπαθώντας να φτάσουν την γραμμή των Σεκιούριτι.
«Απεμπλακείτε άμεσα».
«Αρνητικό».
«Άρξατε πυρ».
Πέφτω στα γόνατα, κρύβω το κεφάλι με τα χέρια, τώρα, τώρα, όλοι θα πεθάνουμε. Δεν ακούγεται τίποτα. Μόνο το πλήθος που σκάει σαν κύμα πάνω στις σκούρες στολές και μετά επιστρέφει προς τα πίσω, κανένας πυροβολισμός.
Προσπαθώ να σηκωθώ.
Μια έκρηξη ή κάτι εξίσου εκκωφαντικό, πάντως μετά απ΄αυτό χάνω την ακοή μου. Καπνοί και ακαθόριστες σκιές, πρόσωπα χωρίς δέρμα που ξεπροβάλλουν από το σύννεφο, χέρια χωρίς εμφανή σύνδεση με σώματα, πέφτουν σαν ξεραμένα κλαδιά δέντρων σε κεντρική λεωφόρο. Με ανησυχούν τα πρόσωπα επειδή μοιάζει να μου φωνάζουν κάτι και δεν μπορώ ν΄ακούσω -απειλή ή προειδοποίηση; Είμαι στα γόνατα ή έτσι μοιάζει να κοιτάζω τον κόσμο. Δεν βλέπω πια τις σκούρες στολές των Σεκιούριτι. Κι αυτά τα πρόσωπα χωρίς δέρμα, μύες που αναπνέουν στο χρώμα του αίματος –τι τους ρίξανε; Τι μας ρίχνουν;
Αγγίζω το πρόσωπό μου για να δω αν έχω χάσει κι εγώ το δέρμα μου και το καταλαβαίνω τη στιγμή ακριβώς που το παθαίνω. Ποτέ μην πιάνεις το πρόσωπό σου όταν ρίχνουν τρομογόνα, αλλιώς....
Το πεζοδρόμιο κυματίζει, τώρα οι πλάκες του έβγαλαν νύχια κοφτερά και χώνονται στις τρύπες των ρούχων μου, ο τοίχος γκρεμίζεται πάνω μου, προσπαθώ να αποφύγω αλλά συνέχεια γκρεμίζεται λούζοντάς με σπασμένα τούβλα, υγραμένους σοβάδες, μυρίζει ανθρώπινο ιδρώτα και μπαρούτι αδρεναλίνης, σηκώνω τα χέρια να προστατευτώ αλλά ποιος θα με σώσει από τα νύχια του πεζοδρομίου; Πρέπει να το πάρω απόφαση, θα πονέσω μέχρι να μη μπορώ άλλο και τότε θα σταματήσω να πονάω, τελικά η ακοή μου επανήλθε και ο τοίχος του κτιρίου γκρεμίζεται ουρλιάζοντας «μαμά» και «ψωμί» και «φοβάμαι» και «υπομονή» και «σκάσε» και «πονάω» και δεν μπορούσα να κλείσω τ΄αυτιά, ίσως να τρέμω, πέφτω λοιπόν με τα μούτρα στο πεζοδρόμιο να πονέσω να τελειώνω. Αλλά δεν γίνεται τίποτα. Ο τοίχος σωπαίνει.
Κάνει λίγο κρύο τώρα, νιώθω τον ιδρώτα να παγώνει στα μάγουλά μου κι έχει μια περίεργη ησυχία διακεκομμένη, ταπ-ταπ-ταπ, σαν νερό που τρέχει από σπασμένη σωλήνα, κάνει λίγο ιδρώτα τώρα, νιώθω το κρύο να παγώνει τα μάγουλά μου κι έχει ένα περίεργο ταπ-ταπ-ταπ διακεκομμένο, σαν ησυχία που τρέχει από σπασμένη σωλήνα, κάνει
Σηκώνω προσεκτικά το κεφάλι.
Σκοτάδι.
Άσπρα σημάδια το σκίζουν.
Μυρωδιά από μπαρούτι αδρεναλίνης και μεθάνιο.
Τα άσπρα σημάδια μετακινούνται κοντά στο πρόσωπό μου.
Ένα ρύγχος που ανοιγοκλείνει αποκαλύπτοντας κοφτερά δόντια, σκύλος ή μάσκα Σεκιούριτι, σκύλος που ουρλιάζει (δε δαγκώνει;) καίγοντας με την ανάσα το πρόσωπό μου κι εγώ που ουρλιάζω (δε δαγκώνω) καίγοντας με την ανάσα το πρόσωπό του, δέρμα που ανοίγει καθώς χαράζεται, κόκαλα που σπάνε, σπάει η κραυγή μαζί με το κομματιασμένο μήλο του Αδάμ και μένει σκοτάδι, πόνος. Και το ουρλιαχτό.
Μετά τίποτα.
Συνήλθα μισοσκεπασμένος από ανθρώπινα σώματα και ήταν ακόμα ζεστά.
Συνήλθα πεταμένος σε μια γωνιά όσο σκελετωμένα χέρια έψαχναν τα ρούχα μου.
Συνήλθα μέσα στη βροχή.
Συνήλθα κλαίγοντας.
Συνήλθα κι ήμουνα σίγουρα νεκρός.
Έκλεισα λοιπόν τα μάτια (με τη θέλησή μου πλέον) το αποδέχτηκα.
«Δεν τον βλέπω να τη βγάζει», είπε η φωνή.
«Θα εκπλαγείς», είπε η άλλη φωνή.
Δεν ήθελα να τους ακούω αφού ήμουν πλέον πεθαμένος αλλά δεν μπορούσα να το αποφύγω.
«Πότε θα τον πάρουν;»
«Όταν μπορεί να σταθεί στα πόδια του».
«Α, έχουμε μέλλον δηλαδή....»
Άνοιξα τα μάτια. Δυο άντρες με δερμάτινα μπουφάν και δερμάτινα παντελόνια που προσπαθούσαν μάταια να τα κρύψουν κάτω από λευκές ιατρικές ποδιές.
«Επιτέλους -λίγο σεβασμό στους νεκρούς», απαίτησα.
Γέλασαν, ξαφνιασμένοι ίσως.
«Συνήλθες», είπε ο ένας.
«Συνήλθε το θηρίο», θαύμασε ο άλλος.
«Που είμαι;» ρώτησα.
«Σε κρησφύγετο, ασφαλής».
«Φάρμακα», ζήτησα.
«Έχουμε τα πάντα μην ανησυχείς».
«Τώρα», είπα.
Ο άντρας στα δεξιά μου έσυρε με θόρυβο την καρέκλα του (το κεφάλι μου κόντεψε να σπάσει από τον πόνο) και έπιασε μια σύριγγα.
«Ενδοφλέβια, για άμεσο αποτέλεσμα», μου εξήγησε.
Δεν είχα αντίρρηση. Βυθίστηκα και το χρειαζόμουν, επειδή ήταν μια ζεστή θάλασσα κι εγώ την κατέβαινα ήσυχα ψάχνοντας για άμμο. Ευχόμουν να μη τη βρω σύντομα.
Άνοιξα τα μάτια, δυο άντρες με δερμάτινα ρούχα (πού τους είχα ξαναδεί;) μιλούσαν στη γυναίκα με τα μακριά άσπρα μαλλιά. Ήταν κοντά μα δεν τους άκουγα. Προσπάθησα αλλά τίποτα. Ένιωσα απορία, σηκώθηκα, γύρισαν προς το μέρος μου.
Πλησίασαν.
Μου μιλούσαν, δεν άκουγα τίποτα.
Τους το είπα.
Η γυναίκα με τα άσπρα μαλλιά ακούμπησε το χέρι της στον ώμο μου. Ανοιγόκλεισε το στόμα της δεν άκουγα τίποτα. Τινάχτηκα αλλά με πίεσε να μείνω ακίνητος. Έμεινα ακίνητος.
Ηρέμησα.
Άνοιξε το στόμα, μίλησε, μπορούσα πλέον να βλέπω τα λόγια να κρέμονται στο ύψος του σαγονιού της σαν υπότιτλοι πολυδιάστατης ταινίας.
Χαμογέλασα.
«Θα γίνεις σύντομα μια χαρά. Είναι το σοκ, όλα θα περάσουν», μου είπε.
«Δεν αντέχω να είμαι άλλο κατάκοιτος μητέρα», παραπονέθηκα. Δεν με άκουσα να το λέω όμως ξέρω οτι το είπα.
«Κοίτα αυτό το ρολόι πίσω μου», είπε εκείνη.
Κοίταξα πάνω από τον ώμο της. Υπήρχε ένα ρολόι στον τοίχο.
«Όταν δείξει 6 ακριβώς θα είσαι μια χαρά», μου είπε.
Με το ζόρι πρόλαβα να διαβάσω το τελευταίο που είπε επειδή κοίταζα το ρολόι. Κάτι δεν πήγαινε καλά, μου πήρε λίγη ώρα να βεβαιωθώ όμως.
«Το ρολόι δε δουλεύει», είπα.
Εκείνη δεν ήταν πια κοντά μου.
«Το ρολόι είναι χαλασμένο», φώναξα.
Επειδή έβλεπα τις πλάτες των αντρών να χάνονται στο άνοιγμα μιας πόρτας.
«Δώστε μου τουλάχιστον φάρμακα», παρακάλεσα.
Και τότε άκουσα τικ-τακ-τικ-τακ και δεν χρειαζόταν να δω το ρολόι για να καταλάβω οτι είχε ξεκινήσει να δουλεύει.
Τι ώρα ήταν;
6 και 15. Λεπτά.
Προσηλώθηκα στην κίνηση των δεικτών.

Τρίτη, Νοεμβρίου 09, 2010

Ο Τσολάκογλου, ο Τσακαλώτος και άλλοι γελοίοι

Νομίζω οτι κάποτε φτάνει η στιγμή που αναγκάζεσαι να παραδεχτείς τη γελοιότητα μιας κατάστασης και θα δώσω ένα παράδειγμα για να με εννοήσεις: Παλιότερα συχνάζαμε σε κάποιο αμερικάνικο μπαρ που είχε για μπράβο έναν μασίφ ντουλάπα με γένια, λίγο πιο ογκώδη από αρκούδα. Ο συγκεκριμένος μπράβος σε πέταγε έξω ακόμα κι επειδή φταρνίστηκες χωρίς να βάλεις το χέρι σου μπροστά, έχω την εντύπωση οτι ο τύπος γούσταρε να πετάει ανθρώπους στο πεζοδρόμιο, αλλά μπορεί και να κάνω λάθος. Είμαστε ένα βράδυ έξω από το μπαρ κι ακούμε φασαρία, πλησιάζουμε, αντικρίζουμε έναν τυπάκο έξαλλο. «Θα του σκίσω τον κώλο του πούστη, θα τον γαμήσω όρθιο πού τόλμησε να με πετάξει έξω», όλο το σχετικό ρεπερτόριο το τραγούδαγε ο τυπάκος βγάζοντας συγχρόνως αφρούς από το στόμα. Σε κάποια φάση μάλιστα τραβάει και μια κλωτσιά στην πόρτα συνεχίζοντας το βρισίδι. Και τότε βγαίνει ο μπράβος-αρκούδας. «Είπες τίποτα ρε φίλε;» ρωτάει τον τυπάκο. «Όχι μωρέ, κουβέντα κάνουμε εδώ με τα παιδιά», απαντάει ο δια μαγείας ήρεμος τυπάκος. «Μπορώ να μπω μέσα;» ρωτάει στη συνέχεια όλο ευγένεια. «Όχι, δε μπαίνεις στο μαγαζί», απαντάει ο μπράβος. «Εντάξει», λέει ο τυπάκος και φεύγει ήσυχα κι ωραία. Έλα τώρα στη θέση όλων όσων ήμασταν τριγύρω και παρακολουθούσαμε το σκηνικό και υπολόγισε πώς φαινόταν στα μάτια μας ο τυπάκος. Για τέτοια γελοιότητα μιλάμε –πού δεν μπορείς παρά να την παραδεχτείς.

Εξηγώ τώρα τη γελοιότητα των ημερών –δώσε βάση.

Από τότε που ανέβηκε «το Πασόκ στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία» (πού το θυμήθηκα αυτό πάλι;) άρχισε η ενασχόληση των πολιτών με τα κοινά. Δεν το γράφω για αστείο –όσο ήταν ο Χονδρός στην κυβέρνηση υπήρχε μια γενική ασταμανιανοποίηση. «Ρε μας κλέβουν μέχρι σώβρακο!» έλεγες. «Εντάξει μωρέ χαλάρωσε –όλοι ίδιοι είναι», σου απαντούσαν. «Ίδιοι είναι, αλλά ΤΩΡΑ με κλέβουν!» «Κι ο άλλος θα σε κλέψει, άστα μανιάνα!» Δηλαδή, σου αρπάζει κάποιος το πορτοφόλι όπου έχεις τα λιγοστά σου αναγκαία φράγκα, πας να διαμαρτυρηθείς κι έχεις τους τριγύρω να σου την πέφτουν: «τι φωνάζεις; έχεις κάτι με το συγκεκριμένο άτομο; όποιος και νάταν θα σε έκλεβε –μη διαμαρτύρεσαι! μήπως είσαι Πασόκος;»
Η θεωρία του Προυντόν στην υπηρεσία των κρετίνων, όπου η κεντρική φράση έχει μετατραπεί πλέον σε «η ΔΙΚΗ ΣΟΥ ιδιοκτησία είναι κλοπή, ΕΓΩ ΕΧΩ ΑΝΑΓΚΕΣ».

Για να κάνω μια συγκριτική υπενθύμιση: είχα βγάλει με τους προηγούμενους ένα ποστ αμφισβητώντας τους σκοπούς της απαγόρευσης του καπνίσματος και το θετικότερο σχόλιο που είχα εισπράξει ήταν "σε κατανοώ, είσαι καπνιστής γι΄αυτό λες τέτοιες μαλακίες". Τώρα που επανήλθε με τους καινούργιους ο νόμος της απαγόρευσης διαπίστωσα οτι ο κόσμος είχε, ως δια μαγείας, πειστεί από τα επιχειρήματά μου και όλοι μαζί διαμαρτύρονταν για τον "φασιστικό νόμο του χουντικού Πασόκ"!!!

Έτσι λοιπόν, μέσα σ΄αυτή την αγωνιστική κινητοποίηση των πολιτών και λόγω της χρεοκοπίας της χώρας («ο άνθρωπος στα δύσκολα φαίνεται») γεννήθηκε η πεποίθηση περί της «Χούντας του Πασόκ» (για συντομία ΧτΠ). Πριν προχωρήσω, να ξεκαθαρίσω: έχω την άποψη οτι στην Ελλάδα ζούμε σε καθεστώς εταιρικής ολιγαρχίας, τουτέστιν ολίγες εταιρείες κυβερνούν. Καμιά σχέση με δημοκρατία, ακόμα και με την παρακμασμένη δυτικοευρωπαϊκή μορφή τής δυαρχίας. Αν εννοούμε αυτό μιλώντας για τη ΧτΠ, θα συμφωνήσω εν πολλοίς. Μόνο που ισχύει για κάθε κυβέρνηση της χώρας, άρα δεν υπάρχει λόγος να ονοματίζουμε ξεχωριστά το κόμμα. Και βεβαίως να υπενθυμίσω οτι λέγοντας «χούντα» εννοούμε την βίαιη κατάληψη της εξουσίας από τον στρατό –λεπτομέρεια, εντάξει....

Δεν θα ασχοληθώ ιδιαίτερα με την ανάλυση των απόψεων του τύπου «μάς κορόιδεψε ο Γιωργάκης όταν έλεγε οτι δεν ξέρει το έλλειμμα το οποίο βεβαίως ένα χρόνο αργότερα κι ακόμα δεν το γνωρίζουμε επαρκώς», ούτε θα σχολιάσω τις περισπούδαστες παπαριές του είδους «ο Γιωργάκης είναι πράκτορας των Αμερικάνων και ξεπουλάει το Αιγαίο στους Τούρκους» (ΚΚΕ), «το Πασόκ καταλύει το Σύνταγμα» (ΝΔ), «τα χρέη να πληρώσει η ολιγαρχία» (ΠΑΜΕ), «αν είσαι μάνα και πονάς, πες μου πού παίζει ο Μιραλάς» (Έβαλντ Λίνεν), κ.λ.π. Θα δεχτώ όμως οτι οι συγκεκριμένες απόψεις (και άλλες παρόμοιες) τυγχάνουν μεγάλης αποδοχής μεταξύ των πολιτών. Έχω άδικο; Δε νομίζω.

Επειδή σε αυτά τα πλαίσια ξεκίνησε το ξεφτιλίκι και για την ακρίβεια ξεκίνησε από κάργα δεξιά. Νομοσχέδιο για την ιθαγένεια των μεταναστών –πετάχτηκαν οι Λαοτζήδες και λύσσαξαν για δημοψήφισμα. Η αγνή, αμόλυντη Αριστερά βεβαίως ξυνόταν αδιάφορα –σιγά μην υποστήριζε κυβερνητικό νομοσχέδιο! «Για ένα κουλ ζούμε», που θάλεγε κι ο Φόνζυ. Αποτέλεσμα, το νομοσχέδιο κουτσουρεύτηκε τόσο ώστε να μην ενοχλεί το Λάος και το Λάος ανταπέδωσε υποστηρίζοντας κάτι επόμενα αγγουράτα νομοσχέδια του Πασόκ. Αυτά είναι –άμα έχεις πρωθυπουργό δικτάτορα...

Βέβαια όποιος νομίζει οτι η Αριστερά κοιμάται, κάνει μέγα λάθος –η Αριστερά απλώς ξεκουράζεται. Για να αντεπιτεθεί σύντομα. Και η ώρα της αντεπίθεσης σήμανε με το Μνημόνιο. Ο καπετάν Τσίπρας από τον Κίσαβο, η κομαντάτα Αλέκα από τη Γκιώνα, οι γερμανοτσολιάδες του Καρατζαφέρη από τα προαύλια των εκκλησιών, οι σαμαράδες του Αντώνη από τα καφενεία.... Όλοι ενωμένοι να ακούνε Ντόιτσε Τράγκα κάθε βράδυ στις ειδήσεις και το πρωί στις επάλξεις. Στον αγώνα όπου καμιά συμμαχία δεν είναι ντροπή. Ο εργάτης με το αφεντικό, ο φτωχός με τον εισοδηματία, ο προλετάριος με τον καπιταλιστή, η Αλέκα με τον Τζωρτζάτο, ο Αλέξης με τον Μίχαλο, η Λιάνα με τον Καλεντερίδη και πάει λέγοντας. Αρκεί να αντισταθούν στην κατοχή του Μνημονίου και στην κατοχική κυβέρνηση Παπανδρέου –Τσολάκογλου.

Και φτάσανε οι δημοτικές και περιφερειακές εκλογές. Το τι ακούσαμε οι πούστηδες!

«Απομνημονιοποιημένα κτίρια» από τον Αλαβάνο (όπως παλιά που κάνανε αποπυρηνικοποιημένες ζώνες δίπλα στις αμερικάνικες βάσεις). «Αντιμνημονιακή ψήφο», από σύσσωμη την αντιπολίτευση, σε διάφορα σχέδια και χρώματα. Τη θες σε μωβ Μητροπουλί; Τη θες σε σκοτωμένο κόκκινο Παφίλικο; Τη θες σε αναζωογονητικό πράσινο του αγρού και του Διάκου; Τη θες στο δημοσιογραφικό εμετί του Δημαρά ή σε κάτι πιο σικ, αθλητικό, ιατρικό Κικοιλιακό; Ή μήπως προτιμάς το τυπάδικο Ψαριανό στυλ με μαύρο καπελάκι, φούτερ και κοιλίτσα; Μπαξές.

Εν ολίγοις, σε περιφερειακό επίπεδο υπήρχαν οι εκπρόσωποι του κατοχικού μνημονίου –Πασόκ Τσολάκογλου που λέγαμε και απέναντί τους όλοι οι άλλοι. Οι αγωνιστές στες στες στες....

Και ο διαχωρισμός κόντεψε να φτάσει μέχρι δημοτικό επίπεδο –να μη σε νοιάζει δηλαδή ποιος καργιόλης θα φροντίσει να μαζεύονται τα σκουπίδια από τη γειτονιά σου, αν θα μπει καμιά γραμμή (ε)λεωφορείου μπας και γλιτώσεις τις βενζίνες, αν θα φτιάξει κάνα πάρκο στο τσιμέντο –να μη σε νοιάζουν όλα αυτά, αλλά μονάχα το τι πιστεύει ο υποψήφιος περί αναγκαιότητος (ή μη) ύπαρξης του μνημονίου!

Ανοίγω παρένθεση, λέω ανέκδοτο, από συνέντευξη της Παπαρήγα. «Όχι κύριε Δημοσιογράφε μου, δεν ήταν ανάγκη να υπογράψουμε το μνημόνιο», αποφαίνεται η Αλέκα. «Ναι, αλλά θα χρεοκοπούσαμε», διαπιστώνει ο δημοσιογράφος. «Χρεοκοπία θα πει οτι δεν θα πληρώναμε τους δανειστές μας, ας χρεοκοπούσαμε λοιπόν», ξηγιέται η Αλέκα. «Ναι αλλά χρεοκοπία θα πει και οτι το κράτος δεν πληρώνει τους μισθούς των δημόσιων υπαλλήλων και τις υποχρεώσεις του προς τους πολίτες», λέει ο δημοσιογράφος. «Ακούστε να σας πω» κεραυνοβολεί η Αλέκα. «Λεφτά υπάρχουν!» Κάγκελο ο δημοσιογράφος, άντε μετά εσύ να κατηγορείς τον Γιωργάκη που τα έλεγε αυτά προεκλογικά και σε κορόιδεψε! Κλείνω την παρένθεση.

Λίγο πριν τις εκλογές λοιπόν, κι ενώ οι αντιστασιακοί συντονίζονται υπό τις διαταγές του Τσακαλώτου Σαμαρά που ετοιμάζεται να εισβάλει στην Αθήνα, παρεμβαίνει ο δοσίλογος Τσολάκογλου Γιωργάκης και δηλώνει οτι «αν βαρύνει η κατάσταση στη δυνατότητα της κυβέρνησης να συνεχίσει την πορεία της για να βγει η χώρα από το αδιέξοδο, θα συναθροίσουμε τα δεδομένα και την απόφαση μπορεί να πρέπει να την πάρει ο ελληνικός λαός». Τουτέστιν «αν ξεφτιλιστούμε στις εκλογές θα πάμε για εκλογές»!

Σκέφτομαι εγώ:
-Αν όντως φάει χοντρή σφαλιάρα το Πασόκ, δεν θα βγουν όλοι την άλλη μέρα να ζητάνε εκλογές και να ξαναπαίζουν το σουξέ «ο Γιωργάκης ο δικτάτορας»; Άρα, καλά κάνει και τους προκάνει ο Γιωργάκης –αρκεί βέβαια να μην το παίξει Αρμάνδος Δελαπατρίδης άφτερ δε φάπινγκ.
-Αφού όλοι αντιστέκονται στο μνημόνιο και στην κυβέρνηση κατοχής του Γιωργάκη, δεν είναι αυτή μια καλή ευκαιρία να τον στείλουν κανονικά; Κι άσε μετά τον Γιωργάκη να ξυρίζεται.
-Εγώ σαν δημόσιος υπάλληλος που πληρώνω ακόμα τα μερακλίκια του Χονδρού και σαν δημότης ενός από τους πιο σκατένιους Δήμους της χώρας, γαμήθηκα μια φορά από την πόλωση των αντιμνημονιακών αλλά απογαμήθηκα εντελώς κι ολοσχερώς από τη δήλωση του Γιωργάκη. Καθότι δεν δέχομαι να μου κόβουν εμένα μισθό για να φτιάξουν διαφημιστικά σποτ τα κόμματα, ούτε γουστάρω να κρίνεται ο δήμαρχος για θέματα που δεν αφορούν τον δήμο.

Και περιμένω τέλος πάντων να εφορμήσουν οι επαναστάτες και να διώξουν τον τύραννο από την εξουσία.

Όμως γίνονται οι εκλογές και...

-Το Πασόκ παραμένει πρώτο κόμμα από άποψη ποσοστών.
-Η αποχή φτάνει σε επίπεδο ευρωεκλογών (και όχι σε πρωτοφανές επίπεδο ΓΕΝΙΚΩΣ όπως θέλανε να μας ψήσουν τα κανάλια).
-Ούτε μισή περιφέρεια δεν παίζει να περάσει στα χέρια κάποιου άλλου εκτός των δυο μεγάλων κομμάτων.
-Η Χρυσή Αυγή βγάζει Δημοτικό Σύμβουλο.

Και ρωτάω...

Πότε θα παραδεχτείτε τη γελοιότητά σας τελικά;

Από τη μια τσιρίζετε να φύγει ο «δικτάτορας» κι από την άλλη, όταν σας προγκάει «ψηφίστε εναντίον μου και έτζασα», βγαίνετε και το ρίχνετε σε Μαρθαβουρτσισμούς τύπου: «άκαρδε, εκβιαστή, ποταπέ κι αχάριστε –αμάρτησα για το παιδί μου!» Και τελικά επιλέγετε να απέχετε –με ποιο σκεπτικό;

-Δεν σας ενδιαφέρει ποιος θα διαχειρίζεται τα σκουπίδια σας, ποιος θα παίρνει τα δημοτικά σας τέλη, ποιος θα τσιμεντώνει τα πάρκα σας ή θα σπάει τα τσιμέντα τους; Στο Ελληνικό είχαν εκείνον τον δήμαρχο τον Κορτζίδη που έκανε απεργία πείνας για να ανοίξει η παραλία –εντάξει, κάπως καραγκιόζης, αλλά η παραλία άνοιξε πάντως. Ενώθηκε το Ελληνικό με την Αργυρούπολη, τον βγάλανε δήμαρχο με την πρώτη –λοιπόν; Ήταν μνημονιακός ή όχι; Κι έχει καμιά σημασία στην τελική; Ή έπρεπε να μη βγει δήμαρχος επειδή «όλοι ίδιοι είναι;» Παράδειγμα είπα –έτσι;

-Δεν σας ενδιαφέρει που το τιμημένο ΚΚΕ (τρίτο κόμμα σε ποσοστά) προμοτάρει αποχή στον δεύτερο γύρο ΑΛΛΑ ΜΟΝΑΧΑ ΟΠΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΝΤΑΙ ΔΕΞΙΟΙ; Δεν σας ενδιαφέρει που θα ξαναβγάλει τον Κακλαμάνη δηλαδή;

-Γιατί δεν ρίξατε τελικά τη χούντα του Γιωργάκη; Μπορούσατε να το κάνετε ψηφίζοντας από πλούσια γκάμα, όλοι συμμετείχαν. Δεν χρειαζόταν να ταπεινωθείτε ψηφίζοντας Σύριζα, ή να φανερωθείτε ψηφίζοντας ΝΔ, μπορούσατε να ψηφίσετε ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ή Ψαριανό ή του μουνιού τον πάτο ξέρω ΄γω... Από αύριο θα διαμαρτύρεστε για τη χούντα του Πασόκ και πάλι; Τι καταπληκτικοί -το "κόμμα του τσίπουρου" που λέγανε και τα κανάλια.

Τελικά το θέμα είναι να φωνάζουμε σαν κοκοράκια μέχρι να βγει ο νταβατζής και να μας συμμορφώσει; Αν ναι, καλύτερα να μη λέμε τίποτα –γλιτώνουμε και την ξεφτίλα όταν μας υποχρεώσουν να καταπιούμε τα λόγια μας.

Τελικά είμαστε ασυμβίβαστα αγωνιζόμενοι κατά του συστήματος; Αν ναι, πώς; Τι κάνουμε δηλαδή για να το ρίξουμε; Απλώς δεν ψηφίζουμε και το περιμένουμε να πέσει όσο παίζουμε πλεϊστέισον ή κολτσίνα στα καφενεία;

Δεν δεχόμαστε κανένα εναλλακτικό στάδιο αγώνα πέρα από την ευθεία σύγκρουση; Κι αν ναι –πότε ήταν η τελευταία φορά που συγκρουστήκαμε ευθέως;

Όταν ένας μπράβος σε κάνει να καταπιείς τα λόγια σου, είναι ξεφτίλα μεν αλλά δικαιολογείται από το μέγεθος του μπράβου. Όταν σε κάνει ο Γιωργάκης να καταπιείς τα λόγια σου, τότε φίλε μου είσαι πολύ Γάμα Εθνική! Μη σου πω και Δέλτα.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 04, 2010

"Νάναι θρασείς και άδικοι" -μια συζήτηση περί παπουτσιών

Σήμερα σκέφτηκα να μη σε ζαλίσω με τις δικές μου σαχλαμάρες. Ήθελα να πω κάτι αλλά δεν είχα ξεκαθαρίσει τι θα ήταν αυτό, προτίμησα λοιπόν να μεταφέρω εκτενή αποσπάσματα μιας συνέντευξης του Νίκου Νικολαϊδη στη Λάγια Γιούρκου για το περιοδικό Playboy. Το πλήρες κείμενο της συνέντευξης υπάρχει εδώ. Η συνέντευξη έγινε κάπου στα 1987, λίγο πριν βγει δηλαδή στις αίθουσες η "Πρωινή Περίπολος" και τινάξει από πάνω του ο Νικολαϊδης τον επικερδή χαρακτηρισμό του "περιθωριακού σκηνοθέτη". Αυτό της προσδίδει ιδιαίτερη σημασία. Περπάτησε λοιπόν το κείμενο προσεκτικά εφόσον πρόκειται για ναρκοπέδιο:



PLAYBOY: Προτείνω ν’ αρχίσουμε τη συζήτηση από τα κινηματογραφικά μας πράγματα.
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Εγώ προτείνω να τ’ αφήσουμε απ’ έξω.

PLAYBOY: Υπάρχει κανένας ειδικός λόγος γι’ αυτό;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Υπάρχει ένας ουσιώδης λόγος. Ότι δεν έχω να πω τίποτα γύρω απ’ τα κινηματογραφικά μας … πράγματα.

PLAYBOY: Διακρίνουμε μια έντονη ειρωνεία στη φωνή σας.
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Πώς αλλιώς μπορείς ν’ αντιμετωπίσεις συζητήσεις γύρω από ανύπαρκτα θέματα. (Χαμηλώνει το βλέμμα στα παπούτσια του). Μπορούμε, π.χ. να συζητήσουμε για αυτά τα παπούτσια, των οποίων την ύπαρξη δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει κανείς. Είναι εδώ, τα βλέπουμε, τα έχω μερικά χρόνια, τα συντηρώ, σε μερικούς μάλιστα συμβαίνει και ν’ αρέσουν.

PLAYBOY: Κοντολογίς προστίθεστε κι εσείς στην «παρέα» εκείνων που έχουν ανοίξει μέτωπο κατά του ελληνικού κινηματογράφου, εκτοξεύοντας επικρίσεις του είδους: «Πολλά λεφτά για κάτι που κανείς δεν καταλαβαίνει».
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Κατ’ αρχήν δεν υπάρχει μέτωπο, έπειτα δεν υπάρχει και παρέα. Θα πρέπει να χρεώσουμε το φαινόμενο σ’ ένα είδος ανοιξιάτικου πυρετού που καταλαμβάνει τους ενδιαφερόμενους σκηνοθέτες κάθε άνοιξη που ανακοινώνονται οι χρηματοδοτήσεις του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και που το έργο τους συμβαίνει να μην εγκρίνεται απ’ αυτό. Μιλάμε δηλαδή για κάποιο εποχιακό φαινόμενο. Έπειτα ο ελληνικός κινηματογράφος – όπως άλλωστε και η ελληνική τηλεόραση – μοιραία είναι το εξιλαστήριο θύμα μέσα σ’ ένα σύστημα όπου τίποτα δεν πάει καλά, κι’ αυτό γιατί ο κινηματογράφος εκπέμπει εικόνα, ή για να χρησιμοποιήσω και μια δημοφιλή έκφραση, έχει διαφάνεια … δεν κρύβεται. Και για να διαλύσω την παρεξήγηση που καραδοκεί: Δεν μπορούμε να μιλήσουμε επίσης για ελληνική βιομηχανία, γεωργία, διανόηση, μουσική ροκ, ζωγραφική, γραπτό λόγο και άλλα βαρετά και χιλιοειπωμένα που επιβιώνουν – σ’ αντίθεση με τον κινηματογράφο – καμουφλαρισμένα κάτω από άλλα σχήματα.

PLAYBOY: Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διαφωνούμε με τις διαπιστώσεις σας περί ελληνική βιομηχανίας, γεωργίας και μουσικής ροκ, με μια πρώτη και φαρμακερή, ελπίζουμε, ερώτηση: Γιατί αρχικά αποδεχτήκατε και στη συνέχεια παραιτηθήκατε από μέλος της προκριματικής επιτροπής του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Ελπίζω να μην έχετε την αφέλεια ν’ απαντήσω ευθέως στην ερώτησή σας, κι αυτό για τον απλούστατο λόγο ότι είναι τραγικά αφελής μια τέτοια ερώτηση από τη στιγμή που απευθύνεται σε ένα άτομο που διεκδικεί ακόμα μια θέση για τα οράματά του και την πνευματική του αρτιμέλεια. Και μια και μιλάμε για τα παπούτσια μου, ας πούμε ότι ήθελα να προσθέσω ακόμα μια παραίτηση στο ενεργητικό μου.

PLAYBOY: Έχουμε την πεποίθηση ότι την απάντηση θα την εισπράξουμε από τα συμφραζόμενα.
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Γιατί τέτοια επιμονή;

PLAYBOY: Γιατί διακρίνουμε ότι αυτή σας η άρνηση εκφράζει οργή και είναι γνωστό ότι είσαστε ο κατ’ εξοχήν οργισμένος σκηνοθέτης του Ελληνικού Κινηματογράφου – γι’ αυτό εξάλλου σας αγαπούν οι νέοι.
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Οι νέοι μ’ αγαπούν, όχι γιατί είμαι οργισμένος, όπως ισχυρίζεστε, αλλά γιατί οι ταινίες μου δεν τους απαγόρεψαν ποτέ να με αμφισβητήσουν, κι ακόμα γιατί μ’ επιμονή αρνήθηκα – γεγονός που το εκτίμησαν – τα δεκανίκια που σε τιμή προσφοράς διανέμει χρόνια τώρα η «καθώς πρέπει» προοδευτική διανόηση. Αρνήθηκα αυτό το παιχνίδι της προσφοράς και της τρομοκρατίας, έστω κι αν προερχόταν καμμιά φορά κι από τους θεατές, γιατί ήταν ένα παιχνίδι εξουσίας, μια κρατική άποψη για το σινεμά κι είναι γνωστό βέβαια πως το κράτος δεν πάει ποτέ στο σινεμά. Όσο για το «οργισμένος» δεν το δέχομαι σαν χαρακτηριστικό μου απ’ τη στιγμή που οι συχνότητές μου γέμισαν παράσιτα από διάφορους κάλπηδες που δίνουν συνεντεύξεις (κάθε εβδομαδιαίο ιλουστρασιόν πρέπει να φιλοξενεί ή και να συντηρεί έναν τέτοιο) και βρίζουν τους πάντες και τα πάντα, δεν έχουν να προτείνουν κάτι τι και διεκδικούν έναν χώρο ιδιαίτερο και καθαρό, που σίγουρα δεν τους ανήκει και δεν τον εκφράζουν. Τελικά όλοι αυτοί οι «απροσάρμοστοι» συγκροτούν ένα μέρος του Συστήματος που ενεργεί σαν προπέτασμα καπνού για να μπορούν από πίσω να δουλεύουν ανενόχλητοι οι κρατικοί μηχανισμοί. Κι αλλοίμονο στους κάποιους γνήσιους που πέφτουν στην παγίδα και «επωνυμίζονται», χωρίς ποτέ ν’ αναρωτηθούνε ποια κέντρα αποφάσεων τους κόλλησαν την ταυτότητα του επωνύμου αναρχικού, ερώτημα που θα προβάλλει αμείλικτο μπροστά τους από τη στιγμή που θα ανακαλύψουν πως το επώνυμο μπορεί να πουλάει, αλλά πουλιέται κιόλας.

PLAYBOY: Δέχεστε πάντως ότι υπάρχει αδιέξοδο. Αυτό που σας ενοχλεί είναι οι μεσσίες;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Μεταξύ μας, αδιαφορώ αν τα πράγματα πάνε καλά ή χάλια.

PLAYBOY: Δεν μας πείθετε.
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Εντάξει, προτιμώ να πηγαίνουμε απ’ το κακό στο χειρότερο μέχρι την καθολική σαπίλα των κοκάλων. Άλλωστε είναι χαμένος κόπος να ψάχνουμε για τις αιτίες. Γιατί οι αιτίες είναι πάντα δοτές και δεδομένες και τα άλλοθι τα προσφέραμε συστηματικά εμείς οι ίδιοι και η άποψη που υιοθετήσαμε, πως δηλαδή μέσα από ένα «νόμιμο» δρόμο κάπου θα βγούμε, αποδείχτηκε όχι μόνο αφελής αλλά και αντιδραστική. Ελάχιστοι από μας πρόβλεψαν τις συνέπειες, κι αυτοί οι ελάχιστοι εισπράξανε τις προδοσίες, ενώ οι άλλοι οι πολλοί, χρεώθηκαν τις επιβραβεύσεις. Όλοι μας δηλαδή χαμένοι.

PLAYBOY: Για να αποκλείετε το νόμιμο δρόμο, σίγουρα θα έχετε κάποιο παράνομο ν’ αντιπροτείνετε.
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Στα σαλονάκια μιας συνέντευξης μπορεί ο καθένας να προτείνει ατιμωρητί ό,τι θέλει. Και για να μιλήσουμε με έργο. Τα «Κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» είναι μια παράνομη ταινία τόσο στον τομέα της παραγωγής όσο και στο περιεχόμενο και οι περιπέτειες της προβολής της το αποδεικνύουν. Το ίδιο έγινε και με τη «Γλυκιά Συμμορία», μόνο που εκεί στήσανε μια παγίδα που βέβαια δεν έπιασε. Με λίγα λόγια οι προτάσεις που έχουνε μέσα πολύ ρίσκο και δεν αποφέρουν γενικώς, αγνοούνται. Δεν λέω, έγιναν μια-δυο προσπάθειες, αλλά οι δημιουργοί τους μπέρδεψαν την παρανομία με την γραφικότητα της παρανομίας και βολεύτηκαν εκεί.
Όσο για μένα, προς το παρόν και για πρώτη φορά στη ζωή μου, διακατέχομαι από μια βαθιά αδιαφορία, την οποία και απολαμβάνω πολύ δημιουργικά. Η σημερινή κατάσταση και ο κινηματογράφος έτσι όπως γίνεται, δεν με αφορούν. Δεν επιτρέπεται να με αφορούν. Αυτή τη στιγμή δεν μ’ ενδιαφέρει να μάθω τίποτα ούτε και να ερευνήσω κάτι, αν πρώτα δεν αποξέσω από πάνω μου τις ευαισθησίες που, σύμφωνα με τις κρατούσες ιδέες, πρέπει να συντηρεί ένας καλλιτέχνης. Σίγουρα δεν βρίσκομαι υπό την επήρεια του συνδρόμου του Αιμιλιανού Μονάη και σίγουρα δεν ζηλεύω κανέναν από όσους μας παρουσιάζονται σαν πολύ ολοκληρωμένοι. Μπορώ όμως με βεβαιότητα να πω ότι γίνεται όλο και πιο δύσκολο να βρει κανείς τα χρήματα για να κάνει μια ταινία, μέσα από τους νόμιμους δρόμους.

PLAYBOY: Εκτός βέβαια, αν χρηματοδοτηθεί από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου.
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Τα Κέντρο Κινηματογράφου… Το Κέντρο Κινηματογράφου χρηματοδοτεί κάποιες ταινίες, έτσι για να γίνεται κάτι… Είναι σαν εκείνη την σκηνοθέτιδα που έφτιαξε μια ταινία για τον Αγώνα των Τυφλών και κάποια Κυριακή πρωί έκανε μια ειδική προβολή – στον Απόλλωνα – και κάλεσε όλους τους τυφλούς να δούνε την ταινία της … Το ίδιο κακόγουστο αστείο.

PLAYBOY: Πιστεύετε και σεις σ’ αυτή την πολυσυζητημένη άποψη ότι δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη πολιτική κι ότι οι εκάστοτε που αναλαμβάνουν τα εκεί πόστα δεν δίνουν μακρόπνοες λύσεις;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Ντρέπομαι να μιλήσω, όχι για τη συγκεκριμένη ή μη πολιτική του Κέντρου, αλλά για εκείνους που αναγνωρίζουν το δικαίωμα στο Κέντρο να έχει πολιτική. Όσο για τις μακρόπνοες λύσεις που κατά καιρούς αναγγέλλονται – κι όχι μόνο στον κινηματογράφο – δεν είναι ικανές να λύσουν ούτε το αποχετευτικό πρόβλημα της περιοχής μας. Αλλοίμονο αν ξεκινάει κανείς να κάνει σινεμά σκεπτόμενος τις περιμετρικές λογοκρισίες του τύπου: ποιος είναι από πάνω, ποιος ελέγχει τα σενάρια, ποιος και πως μοιράζονται τα χρήματα, ποιος διακινεί τις ταινίες και στο κάτω-κάτω, ποιοι και πόσοι θα τις δουν.

PLAYBOY: Αυτό όμως φαίνεται να συμβαίνει στην πράξη.
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Ναι, και είναι καιρός να σταματήσει. Καιρός να σωριαστούνε όλα και να τα πάρουμε πάλι από την αρχή. Να ξεχαστούνε κάποιες δήθεν αρχές και κάποια ονοματάκια, και οι καλύτεροι και οι χειρότεροι, γιατί μόνο έτσι θα σταματήσει η πλαστογραφία του δήθεν, την οποία στοιχειοθετούνε κάποια κέντρα και στην οποία βέβαια τα έντυπα έχουνε ολοκληρωτικά υποταχθεί.

PLAYBOY: Εσείς θα πρωτοστατούσατε σε μια τέτοια κίνηση, να ξαναρχίσουμε δηλαδή από την αρχή;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Νομίζω πως η ερώτησή σας δίνει ένα χρώμα ρομαντισμού στην πρότασή μου και την αποδυναμώνει. Εν πάση περιπτώσει, αισθάνομαι πολύ αδύναμος ή και αδιάφορος για ν’ ανταποκριθώ σ’ ένα τέτοιο αίτημα που έχει ανάγκη μόνο από ουσιαστικές παρουσίες. Έπειτα ο ρόλος της μακριάς βίτσας που έπαιξαν κάποιοι αρχομανείς, δεν απέδωσε τίποτα μέχρι τώρα, πέρα από ‘να κοπάδι γαλοπούλες. Πρέπει ο καθένας ν’ αναλάβει τις ευθύνες του.

PLAYBOY: Αυτή η χαοτική αναρχική σας διάθεση, δεν είναι μια «παρουσία»;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Δεν νομίζω κι ούτε χρειάζεται να καταφεύγουμε σε μυθολογικούς προσδιορισμούς για να αιτιολογήσουμε μια πολύ απλή και υγιεινή διάθεση που σε κατέχει και που απλά ονομάζεται αδιαφορία κι όχι……όχι περίοδος περισυλλογής, αναθεώρησης και άλλα τέτοια κουφά περισπούδαστα που το μόνο που κάνουν, είναι να ταΐζουν το τέρας και την παρεξήγηση…


...................................................................
PLAYBOY: Μέσα στους "αρχιερείς" είσαστε όμως και σεις, γιατί από ό,τι θυμόμαστε, άλλα μας λέγατε πέρυσι τέτοιο καιρό. Λέγατε ότι σ’ αυτή τη χώρα υπάρχουν δέκα καλοί σκηνοθέτες κι ότι αυτό έχει αποδειχθεί. Μέσα σ’ αυτούς εννοούσατε και το εαυτό σας – κι ότι σ’ αυτούς πρέπει να πηγαίνουν τα λεφτά.
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Κατ’ αρχήν πέρυσι τέτοιο καιρό μπορεί να σας έκανα και πρόταση γάμου. Δεν υπάρχει καμμιά μαρτυρία που ν’ αποδεικνύει το αντίθετο, όπως δεν υπάρχει και καμμία μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τις απόψεις σας για τα τότε λεγόμενά μου. Παρ’ όλα αυτά πιστεύω ότι έχουμε δέκα καλούς σκηνοθέτες, χωρίς να υπολογίζω τον εαυτό μου μέσα σ’ αυτούς. Τη συμμετοχή μου μέσα στη δεκάδα την χρωστάω σε σας, γιατί εγώ δεν ανέφερα ποτέ ονόματα. Επιμένω όμως να υπολογίζω σε μερικούς σκηνοθέτες.

.....................................................................................
PLAYBOY: Κοντολογίς πιστεύετε πως ιδανικός χώρος για να δημιουργήσει ένας καλλιτέχνης είναι μια ψυχολογική πίεση ή μια δικτατορία;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Για να μην υπάρξει παρεξήγηση εννοώ ότι πρέπει να δεχτούμε σα δεδομένο τη δυσκολία παραγωγής και έκφρασης μέσω μια ταινίας, κι αυτή τη δυσκολία να την αρνηθούμε γιατί είναι εξ’ ολοκλήρου πλαστή. Διαφορετικά θα κάνουμε ταινίες κάθε δέκα χρόνια.

PLAYBOY: Εσείς πάντως κάνετε αν όχι δέκα χρόνια, τουλάχιστον πέντε για να γυρίσετε μια ταινία. Την «Πρωινή Περίπολο» την γυρίσατε πριν από ενάμιση περίπου χρόνο και απ’ ό,τι φαίνεται δεν βιάζεστε να την προβάλετε. Γιατί;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Η ταινία τελείωσε πριν από μερικές ημέρες και θα προβληθεί τον χειμώνα στους κινηματογράφους. Θα μπορούσε να τελειώσει ένα χρόνο πριν, αλλά αποφάσισα να μην κάνω κάτι τέτοιο, ελπίζοντας πως με την πράξη μου αυτή θα ενεργοποιούσα και κάποιους άλλους σκηνοθέτες προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν τελείωσα την ταινία – κι άλλοι δεν θάπρεπε να τις έχουν τελειώσει – γιατί εγώ ήμουν εντάξει στις υποχρεώσεις μου, το Κέντρο δεν ήταν. Με λίγα λόγια δεν νομίζω ότι είμαι υποχρεωμένος – και για να καλύψω την αναξιοπιστία του Κέντρου – να υποθηκεύω το σπίτι μου (που άλλωστε δεν έχω), να τρέχω πίσω από ακάλυπτες επιταγές, από ΙΚΑ και δώρα Πάσχα, να δουλεύω τρία χρόνια στη διαφήμιση για να ξεχρεώσω, για να’ χει μετά απ’ όλα αυτά το Κέντρο το δικαίωμα να ισχυρίζεται ότι χρηματοδοτεί τον Ελληνικό Κινηματογράφο. Αυτή η απάτη που λέγεται Κέντρο πρέπει να σταματήσει κι είναι ντροπή να στριμώχνονται οι σκηνοθέτες στους διαδρόμους του, ν’ ανάβουν τα τηλέφωνα απ’ τους δικούς μας και το χειρότερο να δημιουργείται μέσα σ’ αυτό το σκηνικό και μια νέα τάξη παραγωγίσκων που με την συμπεριφορά τους συντηρούν την παπατζίδικη πολιτική του Κέντρου και ισχυροποιούν την κρατική χειραγώγηση πάνω στους ανεξάρτητους δημιουργούς, οι οποίοι με τη σειρά τους καταφεύγουν σε κάποιους εξ’ ίσου παπατζίδικους συνδυασμούς για να τελειώσουν το έργο τους και να συντηρήσουν την αμφίβολη, μετά απ’ όλα αυτά, ανεξαρτησία τους. Ο κινηματογράφος όμως τι σχέση έχει με όλα αυτά;
..............................................................................
PLAYBOY: Μα είναι γνωστό, σχεδόν αναπόφευκτο, στις φιλμ-μπίζνες κι εδώ και στο εξωτερικό, ότι τα πράγματα πρέπει να τα σπρώξεις.
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Δεν μ’ ενδιαφέρει να σπρώξω τίποτα, δεν μου πάει καθόλου αυτό το ανταγωνιστικό κλίμα που τόσο έντεχνα καλλιέργησαν ανάμεσά μας. Μ’ αρέσει να θαυμάζω τους συναδέλφους μου , τις ταινίες τους, κι όχι να τους υποβλέπω… Βέβαια πρέπει κι αυτοί να κάνουν κάτι πάνω σ’ αυτό. Σίγουρα κάποτε έσπρωξα κι εγώ, κι αυτό γιατί πολλοί παράγοντες μου αρνιόταν το δικαίωμα να επικοινωνήσω με το κοινό, κι έπρεπε να καθαρίσω πολλά ναρκοπέδια για να φτάσω κοντά του. Τώρα τα στενά μονοπάτια έγιναν οδοί ταχείας διέλευσης με διαχωριστικές λουρίδες κι ασημόφυλλες νησίδες και όλοι σπεύδουν να πληρώσουν διόδια στους κρατικούς φύλακες, ξεχνώντας τον ναρκοσυλλέκτη που καθάρισε για πολλούς και δωρεάν. Δεν βαριέσαι τώρα πάμε γι’ άλλα ναρκοπέδια, μια και η επαφή κάπως αποκαταστάθηκε. Βέβαια πάντα, όταν θα χρειάζεται, θα δίνω μάχες για να προστατεύσω το έργο μου και το λιγοστό κοινό μου, όπως π.χ. τότε που ο πρώην διευθυντής του Κέντρου εισηγήθηκε με επιστολή του στην ΕΡΤ 1 να μην αγοράσει την Γλυκιά Συμμορία (τα χρήματα αυτής της αγοράς τα χρειαζόμουνα για να τελειώσω την Συμμορία και μ’ αυτή την επιστολή του ο λαμπρός αυτός κύριος ουσιαστικά εμπόδιζε την ολοκλήρωση και την κυκλοφορία της ταινίας) γιατί κατά την γνώμη του η Γλυκιά Συμμορία ήταν μια ταινία που το ελληνικό κοινό δεν έπρεπε να δει και ειδικά η νεολαία.

PLAYBOY: Μια και αναφερθήκαμε στη νεολαία, θα θέλατε να πούμε κάτι που μας έχει κάνει εντύπωση και έχει σχέση με την ταινίας σας «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» – που κατά την ταπεινή μας γνώμη κι αν εξαιρέσουμε την Πρωινή Περίπολο που δεν έχουμε δει – είναι η καλύτερή σας; Δεν ξέρουμε πόσοι νέοι έχουν δει αυτή την ταινία, ξέρουμε όμως πως άφησε τη σφραγίδα του τίτλου της στο 30 τοις εκατό των αθηναϊκών τοίχων, όπως είδαμε ακόμα να ξεδιπλώνονται τεράστια πανώ με το ίδιο γκράφιτι τουλάχιστον σε περιοχές που έχουν χαρακτηρισθεί ως γκέτο. Θα θέλατε να δώσετε μια εξήγηση αυτού του φαινομένου;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Την ερμηνεία των φαινομένων την αφήνω στους αναλυτές και πάσης φύσεως φαινομενολόγους. Εκείνο που ξέρω είναι ότι τα «Κουρέλια» παρ’ όλα τα εμπόδια και τις απαγορεύσεις που συνάντησαν, κατόρθωσαν να σπάσουν το φράγμα της σιωπής και της συκοφαντίας που έστησε σύσσωμος ο «πνευματικός κόσμος» της χώρας, στην προσπάθειά του να μην αφήσει την ταινία να περάσει κάτω. Η προσπάθεια αυτή έγινε αμέσως αντιληπτή από το κοινό και τελικά λειτούργησε αρνητικά για τους πρώτους και αφυπνιστικά για το δεύτερο. Η νίκη αυτή είναι η πρώτη νίκη των δημιουργών και του κοινού ενάντια στην τρομοκρατία των στοκαρισμένων διανοουμένων και των πρακτόρων της σύγχυσης και άλλων Φορντικών καθαρμάτων, που όμως λούφαξαν για λίγο καιρό και εμφανίστηκαν πριν λίγα χρόνια συνεπικουρούμενοι από μια ακατανόητη διάθεση λήθης και κάμποσους επιγόνους, υιοθετώντας μεθόδους πιο επικίνδυνες, όπως η μέθοδος ισοπέδωσης όλων ανεξαιρέτως των ταινιών σε επίπεδο αριστουργήματος, μέθοδος που κυριολεκτικά αποπροσανατολίζει το κοινό. Με τα «Κουρέλια» έκανα μια πρόταση πάνω στην παραγωγή και τις μεθόδους της που εξασφάλιζαν μια πλήρη ελευθερία στην έκφραση. Οι προτάσεις αυτές έγιναν αντιληπτές και εφαρμόστηκαν άσχημα μετά δέκα χρόνια. Για την καθυστέρηση αυτή ίσως να φταίω κι εγώ. Έπρεπε να επιμείνω περισσότερο, έπρεπε να κάνω ταινίες συχνότερα και να βγαίνω όλο και πιο μπροστά. Ίσως και να μην επεδίωξα κάτι τέτοιο κι αυτό το χρεώνω στον εαυτό μου σαν μια καθοριστική αποτυχία. Προβλήματα προσωπικά, που δεν νοιάζουν κανένα – δεν ψάχνουμε τώρα για ελαφρυντικά – αδιέξοδα που ενέδιδαν σε φυγές για λόγους υγείας και αξιοπρέπειας, συχνά όμως και για λόγους ατμόσφαιρας.
Πάντως η δικιά μου η γενιά απέτυχε. Δεν έχει σημασία αν κάναμε και κάποιες καλές ταινίες. Γιατί κανένας μας (μιλάω σα σύνολο κι ας κάνει το ξεκαθάρισμα το κοινό) δεν είχε το θάρρος να βγει μπροστά. Δεν ανοίξαμε την περπατησιά μας.

PLAYBOY: Πού οφείλεται αυτό; Δεν είχατε την επιτάχυνση που ίσως χρειαζόταν;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Ακριβώς. Αλλά πού να βρει την επιτάχυνση ένα αναιμικό χιλιάρι φορτωμένο με παιδιά, θείες, παππούδες και ένα σωρό μπαγκάζια ανασφάλειας, τη στιγμή που χρειαζότανε μια προοδευτικά αυξανόμενη επιτάχυνση;
Τι κρυβόμαστε; Ξενέρωτοι οι πιο πολλοί και χωρίς πάθος και οίστρο δεν καταλάβανε τον κινηματογράφο και δέχτηκαν να μεταβάλουν τις ταινίες τους σε οχήματα μεταφοράς συνθηματικών κραυγών και σημαιών ευκαιρίας. Δανείσανε τα κορμιά τους κι αφέθηκαν να χρησιμοποιηθούνε σαν μεσάζοντες ανάμεσα στους κριτικούς και το κοινό. Καλά παιδιά. Γενικώς πολύ καλά παιδιά και νομοταγείς καλλιτέχνες. Και γι’ αυτό και οι άλλοι τους χάρισαν πολλά πράγματα. Τους χάρισαν την υποστήριξη μέσα από τα έντυπα, τους χάρισαν τις αίθουσες, τις διακρίσεις, έξτρα φράγκα και πολλά Φεστιβαλάκια. Πράγματα που δεν τα πάλεψαν και δεν τα κέρδισαν. Μετά τους καπέλωσε το Κέντρο Κινηματογράφου γιατί φοβηθήκανε μη και το δυσαρεστήσουν και δεν τα πάρουν. Να γιατί αποτύχαμε γι’ αυτό και οι νεότεροι πρέπει να μας ξύσουν στα γρήγορα κι έπειτα το Κέντρο κι όλα τα Κέντρα. Και νάναι θρασείς και άδικοι κα να μην περιμένουν στην ουρά για να έρθει η σειρά τους, γιατί στην ουρά τούς μεταλλάζουν. Ό,τι είναι να γίνει, να γίνει τώρα που ακόμα δεν τακτοποιήθηκαν και δεν διαλύθηκαν. Πρέπει να μπούνε στην ιστορία με κλωτσιές και με γροθιές. Το «έργο» ας έρθει αργότερα και μακριά απ’ τις δωρεές. Τους ανήκει μόνο αυτό που θα κερδίσουν.

PLAYBOY: Πιστεύετε πως οι νέοι ξέρουν σινεμά, όπως σίγουρα ήξερε η δικιά σας γενιά;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Εντάξει, δεν ξέρουνε. Πού να το μάθουν άλλωστε. Οι σχολές μένουν αβοήθητες από το κράτος και με την βοήθεια των επιτροπών του Υπουργείου παράγουν άσχετους. Κανείς δεν ασχολείται στα σοβαρά μαζί τους κι αυτοί αφήνονται στο κάποιο ταλέντο τους και στην σίγουρη αμορφωσιά τους. Μπορούν όμως να προχωρήσουν μόνοι τους γιατί η βιντεοκασέττα είναι μεγάλο σχολείο και η βιντεοκάμερα ένα πάμφθηνο μέσο πειραματισμού. Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι να συνειδητοποιήσουνε το ρόλο τους και ν’ αντισταθούνε στις εύκολες λύσεις που τους προσφέρει το σύστημα – καθώς αυτό ψάχνει για νέους λεγεωνάριους της σύγχυσης. Δεν είναι τυχαίο το ότι άρχισε κιόλας ανάμεσα στους νέους να διαμορφώνεται μία ομάδα με οπτική βιντεοκλίπ και συμπεριφορά Σπηλμπεργκική.

PLAYBOY: Πράγμα που προσωπικά θεωρούμε πολύ πιθανό, δεδομένου ότι πολλά απ’ αυτά τα παιδιά δεν έχουν όραμα, πράγμα που η δικιά σας η γενιά είχε. Έτσι δεν είναι;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Κι αν είχε, είδαμε τι απέγινε. Τι σημασία έχει πια όταν το όραμα αυτό ανταλλάχτηκε ή δόθηκε αντιπαροχή. Μπορεί ο Αβδελιώτης να μην ξέρει το σινεμά – όπως πολλοί είπανε – που ξέρει η γενιά μου, αλλά έχει κάποιο όραμα και βγήκε μπροστά. Δεν είδα την ταινία του, αλλά γιατί προσπαθήσανε να τον πετάξουνε έξω; Οι άλλοι ήτανε καλύτεροι; Και μήπως αυτοί που τον δικαιώσανε ήτανε τάχα πιο σωστοί απ’ αυτούς που τον αρνήθηκαν;

PLAYBOY: Μοιραία όταν διαγωνίζεσαι με επτά καθιερωμένους σκηνοθέτες είσαι και καμένος.
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Καθιερωμένος από ποιόν; Όχι πάντως από το κοινό. Αυτή η αντίληψη και η μοιρολατρική στάση πρέπει να σταματήσει. Πρέπει οι νεότεροι συστηματικά να αγνοήσουνε τους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης έτσι όπως τους διαμορφώνουν τα διάφορα συμφέροντα, τη φιλοσοφία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και να εκδιώξουν τους μεσάζοντες και τους συντηρητές της μυθολογίας του θεάματος. Γιατί επιβάλλεται επιτέλους να δούμε σινεμά από εικοσιπεντάρηδες (κι ας μην ψάχνουνε τώρα ν’ ανανεώσουν την κινηματογραφική γλώσσα, γιατί στο σινεμά τάχουνε πει δυστυχώς όλα), μόνο ν’ αποκαταστήσουνε τον διάλογο με τον θεατή, πράγμα καθόλου ακατόρθωτο μια και ο τελευταίος έχει αποδείξει, όποτε του ζητήθηκε, ότι είναι εδώ και περιμένει.

PLAYBOY: Έχουμε την εντύπωση πως είναι καιρός να αλλάξουμε θέμα πριν ανεβάσουμε για μια ακόμα φορά την θερμοκρασία, γύρω από ένα τόσο … ανύπαρκτο θέμα. Ας περάσουμε σε μια άλλη σας δραστηριότητα, το γράψιμο. Έχουμε την εντύπωση ότι τελευταία έχετε εγκαταλείψει το γράψιμο. Πρόκειται για ένα διάλειμμα ή είναι τελεσίδικο;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Αν έχετε την εντύπωση ότι τόση ώρα μιλάμε για το σινεμά, κάνετε κάποιο λάθος. Εγώ κάνω σινεμά, μιλάω για το σινεμά και απορώ πως τόση ώρα δεν αντιληφθήκατε ότι μιλάμε για τα παπούτσια μου; Εν πάση περιπτώσει, ένα διάλειμμα που κρατάει δέκα χρόνια είναι κάτι παραπάνω από ένα διάλειμμα και η έκφραση αυτή δεν είναι παρά το φιλολογικό σκέπασμα μιας ανόητης και άπρακτης, γύρω από το γράψιμο, δεκαετίας. Δεν νομίζω ότι θέλω να ξαναγράψω, αν και έχω από καιρό μισοτελειωμένο ένα μυθιστόρημα και κάποια διηγήματα και κάμποσα να πω. Το επιχείρημα ότι για να επικυρωθεί ο «Βαλκάνιος» σα γεγονός λογοτεχνικό πρέπει να συνοδεύεται από ένα άλλο βιβλίου μου κάθε χρόνο, το βρίσκω κωμικό. Όπως κωμικό θεωρώ και το επάγγελμα του συγγραφέα. Ίσως τελικά ν’ αφήσω πολλούς με το ερώτημα: Αν τελικά ο «Οργισμένος Βαλκάνιος» δεν είναι ένα τυχαίο βιβλίο, τότε τι διάολο είναι και από που έσκασε;

PLAYBOY: Επιμένοντας στις δραστηριότητές σας θα αναφερθούμε σε μια άλλη, την διαφήμιση. Είσαστε, απ’ ό,τι ξέρουμε, ένας απ’ τους σκηνοθέτες που δουλεύει πολύ στη διαφήμιση. Το κάνετε μόνο για βιοποριστικούς λόγους ή και σαν μια επαφή με το σινεμά;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Κάνετε κάποιο λάθος, μόνο τα δύο τελευταία χρόνια δούλεψα πολύ στην διαφήμιση που είναι μια πολύ δύσκολη και υπεύθυνη δουλειά. Με ελκύει σ’ αυτήν ιδιαίτερα το γεγονός πως τουλάχιστον δυο φορές το μήνα μπαίνουν μπροστά από την κάμερά μου 6-8 εκατομμύρια για μια ταινία 30 δευτερολέπτων. Υπάρχει μια συγκίνηση κι ένας φόβος που το σινεμά δεν σου τον δίνει, γιατί απλούστατα το σινεμά δεν γίνεται τόσο συχνά, και όταν γίνεται στοιχίζει πολύ λιγότερα. Είναι ένα παιχνίδι πολύ επικίνδυνο, κάτι σα ν’ απασφαλίζεις τον υπερευαίσθητο μηχανισμό μιας βόμβας και συγχρόνως ένας χώρος ατέλειωτου πειραματισμού.

PLAYBOY: Λέγεται ότι έχει επηρεάσει πολύ αρνητικά τη δουλειά σας σαν σκηνοθέτη – δημιουργού η σχέση σας με τη διαφήμιση. Τι έχετε να πείτε πάνω σ’ αυτό;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Άσ’ τους να λένε. Αλλά γιατί τα βάζουν με την διαφήμιση προσπαθώντας να ανακαλύψουν τις αρνητικές πλευρές του έργου μου; Η αλήθεια είναι ότι η σχέση μου με την Κούλα επηρέασε πολύ αρνητικά τον κινηματογράφο μου. Γιατί βγάζουν την Κούλα από τη μέση, επειδή τη λένε μόνο Κούλα; Τέλος πάντων, στην διαφήμιση και στην Κούλα χρωστάω τα’ ότι μπόρεσα ν’ αποβάλλω πολλές από τις επιρροές που δέχτηκα, γιατί απλούστατα τις ξεπέρασα εφαρμόζοντάς τες απάνω τους κι έτσι ξεκαθαρίστηκα. Στην διαφήμιση ακόμα χρωστάω το γεγονός ότι μπορώ ακόμα και τώρα να κάνω ταινίες φθηνότερες κατά 50 τοις εκατό από τις ταινίες των συναδέλφων μου, κι αυτό γιατί η οργάνωση του χρόνου και της παραγωγής είναι περισσότερο απαιτητική σε μια διαφήμιση απ’ ό,τι σε μια ταινία μεγάλου μήκους. Κι έπειτα ποιοι τα λένε αυτά; Οι αρχιδιαφημιστές της σύγχυσης κι αυτοί που την έπεσαν στην διαφήμιση και αυτή τους ξέρασε;

PLAYBOY: Μοιάζει απίθανο, αλλά εμείς θα κάνουμε ακόμα μια προσπάθεια να στρέψουμε τη συζήτηση έστω και λίγο μακριά από τον κινηματογράφο. Μιλήσατε για οργάνωση παραγωγής -εσείς θα χαρακτηρίζατε τον εαυτό σας μεθοδευμένο άτομο;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Εγώ και η μεθόδευση βρισκόμαστε σε πολύ αγαθές σχέσεις. Πιστεύω ότι είμαι ένα πολύ μεθοδικό πλάσμα. Κάθε βράδυ π.χ. παίρνω κάποιες πολύ σημαντικές αποφάσεις και καταστρώνω σχεδιαγράμματα δράσης για τις επόμενες ώρες. Οι σημαντικότερες αποφάσεις παίρνονται μετά από κάποιες κρίσεις, με πρώτες τις κρίσεις διαφόρων νευρώσεων ακολουθούμενες από τους κολικούς των νεφρών. Μόλις όμως όλα αυτά περάσουν και έρθει η ώρα της εφαρμογής των προγραμμάτων και των σχεδιαγραμμάτων, μπαίνει μπροστά το μηχανάκι της μεθόδευσής μου και με ένα σοφό και αναντίρρητο τρόπο με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όλα αυτά είναι ανοησίες και πως το καλύτερο που έχω να κάνω, είναι να πέσω σε μια πλήρη κατατονική κατάσταση, γνωστή στο σπίτι μας σαν ο μπαμπάς – τώρα – σκέπτεται – την – επόμενη – ταινία – του και που συνοδεύεται από ένα ηλίθιο μάτι καρφωμένο στο ταβάνι, σήμα κατατεθέν των προθέσεών μου και ότι εγώ δεν βρίσκομαι πια εκεί.

PLAYBOY: Σινεμά δεν πηγαίνετε;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Όχι, γιατί κάθε φορά που πήγαινα, τσακωνόμουνα μ’ αυτούς που μιλάνε, και τους άλλους που μασουλάνε. Εκνευρίζομαι με τον κακό ήχο, την κακή προβολή, τα διαλείμματα κι από πάνω κρυώνω κιόλας. Το ιδανικό θα ήταν αν φτιάξω μια δική μου αίθουσα προβολής αλλά αυτό στοιχίζει, κι έτσι αναγκάζομαι να τις βλέπω στο βίντεο, και βλέπω αρκετές. Δέκα με δεκαπέντε την εβδομάδα.

PLAYBOY: Λέτε ότι τσακώνεστε στις αίθουσες προβολής. Στη δουλειά σας αλλά και στην προσωπική σας ζωή συγκρούεστε με τους άλλους.
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Συνέχεια και μόνο μετωπικά. Ειδικά στα γυρίσματα.

PLAYBOY: Μια φήμη λέει πως είσαστε πολύ σκληρός στη δουλειά σας.
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Και δεν είναι μόνο φήμη κι επειδή ξέρω πολύ καλά τι μου συμβαίνει όταν δουλεύω, φροντίζω να προειδοποιώ τους πάντες, αρχίζοντας από την οικογένειά μου και τελειώνοντας στους συνεργάτες μου. ειδικά με τους ηθοποιούς είμαι πολύ σκληρός γιατί συμβαίνει μήνες ολόκληρους πριν αρχίσει το γύρισμα της ταινίας να συνεργαζόμαστε πολύ στενά. Δουλεύουμε πάνω στο σενάριο, ξαναγράφουμε ολόκληρες σκηνές ή προσαρμόζουμε άλλες, τις αναλύουμε, τις προβάρουμε στους κανονικούς χώρους γυρίσματος και τις πιο δύσκολες τις γυρίζουμε σε βίντεο, τις διορθώνουμε και τις ξαναγυρίζουμε μέχρι να φτάσουμε σ’ ένα αποτέλεσμα που να μας ικανοποιεί όλους. Έπειτα βρίσκουμε όλοι μαζί τα ρούχα και μελετάμε τη λειτουργικότητά τους σε σχέση με τις σκηνές. Επεμβαίνουμε στα ντεκόρ και, όταν αυτό είναι δυνατό, τα πλουτίζουμε με στοιχεία που θα βοηθήσουν τον ηθοποιό στην ερμηνεία του. Παράλληλα ερευνάμε όλες τις πηγές που θα μας δώσουν στοιχεία και πληροφορίες γύρω από την ιστορία μας και την ερμηνεία της σε όλα τα επίπεδα της κινηματογραφικής έκφρασης. Όλη αυτή η διαδικασία και χωρίς να κάνω διάκριση ανάμεσα σε πρώτους ή τρίτους ρόλους, κρατάει καμμιά φορά μέχρι και έξι μήνες. Κατά συνέπεια κι όταν μετά απ’ όλα αυτά κάποιος ηθοποιός, την ώρα του γυρίσματος, γυρίσει και με ρωτήσει με κείνο το γεμάτο πανικό βλέμμα «πώς να το παίξω τώρα;» εγώ πέφτω σε μια βαθιά μελαγχολία που κρατάει περίπου τρεις ημέρες και μετά τον αφήνω στη τύχη του. Βέβαια αυτόματα το ντεκουπάζ της ταινίας προσαρμόζεται στις ελλείψεις του, αρκεί να μη με βγάλει εμένα και τη ταινία από το δρόμο μας. Μετά απ’ όλ’ αυτά βγαίνει και η φήμη ότι είμαι σκληρός.
Τελικά οι σχέσεις μου με τους ηθοποιούς (γιατί αυτοί είναι που με κατηγορούν για σκληρότητα) είναι πολύπλοκες και ενδιαφέρουσες. Καμμιά φορά επιδιώκω ή και δημιουργώ τεχνητές συγκρούσεις μόνο και μόνο για να τους ελευθερώσω από την επιρροή μου. Άλλοτε πάω μπροστά και τους δείχνω τον δρόμο κι άλλοτε με χαϊδευτικό χτύπημα στην πλάτη, τους εκπαραθυρώνω. Τα πράγματα δεν είναι καθόλου εύκολα μαζί τους και δεν συνέβη μόνο μια φορά που παραμονή του πρώτου γυρίσματος της ταινίας, έδιωξα πρωταγωνιστή και χάρισα τον ρόλο του σε κομπάρσο. Είναι άτομα ανασφαλή κι έχουν μεγάλη ανάγκη από τρυφερότητα και συνεχή επιβράβευση, στοιχεία που πολλές φορές, και επειδή η ανάγκη των ρόλων το απαιτούσε, τα εκμεταλλεύτηκα αρνητικά. Όπως και νάναι, πάντα τους σεβάστηκα και πάντα τους έδωσα τον χρόνο και το φιλμ που απαιτούσαν και κάπου νιώθω όμορφα όταν ξέρω ότι τουλάχιστον πέντε από τους πρωταγωνιστές των ταινιών μου, άγνωστοι άσχετοι με το σινεμά όταν πρωτοσυναντηθήκαμε, τώρα ανήκουνε στις νέες δυνάμεις του κινηματογράφου μας και στο είδος των «περιζήτητων».
Κάποτε όμως θα πρέπει να κάτσουνε και να σκεφτούνε πολύ σοβαρά, πόσο αυτό το οφείλουνε στο ταλέντο τους και πόσο στην τόσο έντονα φημολογούμενη σκληρότητά μου.

PLAYBOY: Πώς θα χαρακτηρίζατε με μια λέξη – αν αυτό είναι δυνατόν – τις ταινίες σας;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Καλές κλειστοφοβικές ταινίες.

PLAYBOY: Πώς θα χαρακτηρίζατε – πάλι στις ταινίες σας – τις σχέσεις μεταξύ των ηρώων;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Θα έλεγα ότι δεν είναι ξεκάθαρες, καμμιά φορά απρόσμενες, αρκετά τρυφερές, μόνο που φοβούνται να το ομολογήσουν και οπωσδήποτε γοητευτικές μέσα στην οχυρωμένη ασάφειά τους. Σχέσεις που συνάντησα στη ζωή μου ή επεδίωξα και δημιούργησα. Ποτέ – όπως αυτοί, έτσι κι εγώ – δεν είχα αυτό που λένε, μια ήρεμη και κανονική σχέση, τουλάχιστον με τις γυναίκες, κι έχοντας την τύχη να βρεθώ με κάποιες έντονες προσωπικότητες, μπορώ να πω ότι ταλαιπωρήθηκα άγρια αλλά και γόνιμα.

PLAYBOY: Όμως γιατί αναφέρεστε το παρελθόν; Δεν είσαστε ακόμα νέος για απολογισμούς;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Περί FLASH BACK πρόκειται κι όχι περί απολογισμού. Απλώς με τα χρόνια ανακάλυψα ότι μπορεί κανείς να έχει πολύ ζωντανές και γεμάτες εμπειρίες σχέσεις, χωρίς να καταφεύγει στις σχέσεις «κάταγμα».

PLAYBOY: Είπατε ότι στη ζωή σας βρεθήκατε με γυναίκες που έστεκαν πολύ καλά στα πόδια τους. Πως γίνεται να μη συμβαίνει αυτό σε πολλές απ΄τις γυναίκες των ταινιών σας που συνήθως άγονται και φέρονται από άλλους και συμπεριφέρονται σεξιστικά, ενώ οι άντρες από την άλλη, τις ειρωνεύονται και τις περιφρονούν;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Αυτή είναι μια τυπικά Μαοϊκή αντίληψη – κατά Κολωνάκι μεριά. Μα η Ευρυδίκη σκοτώνει τον Ορφέα γιατί επιλέγει τη δική της κόλαση κι αρνείται σ’ αυτόν τον ρόλο του ελευθερωτή. Η Ρίτα των Κουρελιών είναι η BLΟΟDY MAMMA της δεκαετίας του ’50, ελεύθερη και ασυμβίβαστη. Συνειδητά επιλέγει σα προσωρινό καταφύγιο το τρελλοκομείο, όπου οι άλλοι, δήθεν την απομόνωσαν.
Η Σοφία της Συμμορίας σφάζει τον ξανθό και τον αφήνει να ψυχορραγεί μέσα στο μπάνιο της και η Μαρίνα, αφού τον αποτελειώνει, βγαίνει και ληστεύει ένα οπλοπωλείο, για να μπορέσουν έτσι όλοι να πουλήσουνε ακριβά το τομάρι τους. Όσο για τη γυναίκα της «Πρωινής Περιπόλου» περίμενε και θα δεις. Πού τα βρήκες όλα αυτά τα σεξιστικά;
Οι ηρωίδες μου έχουν έντονη και ανεξάρτητη προσωπικότητα κι αν υιοθετούν κάποια αντρικά σχήματα (από πότε ο φόνος είναι μόνο αντρικό σχήμα;) είναι γιατί η ιδέα της συντροφικότητας που υπηρετούν, για να υπάρξει, πρέπει να στηριχτεί, χωρίς να στερηθεί τον Έρωτα, κι αυτό είναι σημαντικό, πάνω σε άφυλα σχήματα. Δεν επιτρέπεται ν’ αρνηθούμε σε καμμιά γυναίκα να παίξει όποιο ρόλο θέλει, ακόμα κι αν αυτός είναι της ανδρογύνου.
Βεβαίως στα «Κουρέλια» κυκλοφορούνε κάτι ανυποψίαστα αιδοία και φυσικά αντιμετωπίζονται από τους ήρωες ως τέτοια, μια και περιφέρονται έξω από το σχήμα του θανάτου τους, σε μια ώρα τόσων άγριων επιλογών που δεν του αφήνει περιθώρια για ν’ ασχοληθούνε με το όποιο πρόβλημά τους. Μην ξεχνάς ακόμα ότι στην «Συμμορία» υπάρχει ένα άδικα περιφερόμενο αιδοιοφόρο πλάσμα, που το πάθος του να ξεπεράσει αυτές τι ιδιότητές του και να περάσει μέσα στο σχήμα της Συμμορίας, είναι μια απ’ τις αφορμές για την τελική σφαγή. Υπάρχει λοιπόν μια αντιδραστική ματιά που κρίνει συκοφαντικά τις ηρωίδες μου και που εκπέμπεται από κάποιους διανοούμενους φασίστες και άλλους κρυπτορατσιστές που φεμινίζουν και που αυτήν υιοθετείς – λίγο επιπόλαια – και συ, «Αγαπητό PLAYBOY». Ένα περιοδικό δηλαδή που προβάλλει μόνιμα την εικόνα μια γυναίκα ανόητης, πλαστικοποιημένης και άσχημης σε όλα τα επίπεδα, πότε ξαπλωμένης πάνω στον Φιντέλ Κάστρο και πότε στον Χιούστον, έτσι για άλλοθι. Στην ουσία η μόνη προσφορά του περιοδικού – απ’ την ημέρα της εκδόσεώς του και τώρα – είναι μια διαμάχη που ξεσήκωσε ανάμεσα στους αναγνώστες του, αναφορικά με τον κολπικό και τον κλειτοριδικό έρωτα και τίποτε άλλο.

PLAYBOY: Αναρωτιέμαι, με τόσες αντιρρήσεις που έχετε γιατί δεχτήκατε να δώσετε συνέντευξη στο περιοδικό μας.
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Δεν θα είστε ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο ανόητο έντυπο που θα φιλοξενήσει κάποια συνέντευξή μου, γιατί δυστυχώς το PLAYBOY δεν μονοπωλεί ούτε την ασχετοσύνη ούτε την ανοησία (κάτι θάταν κι αυτό), που διακρίνει άλλωστε το σύνολο σχεδόν του εντύπου και του ηλεκτρονικού τύπου στην Ελλάδα.
Με την παρουσία μου εδώ μέσα ήθελα να δώσω μια απάντηση σ’ όλους αυτούς που φοβούνται να συνομιλήσουν μαζί σου γιατί θεωρώντας σε σαν αντιδραστικό έντυπο, πιστεύουν ότι θα χαρακτηρισθούν ως αντιδραστικοί και οι ίδιοι, γεγονός που θα εμποδίσει ή και θ’ ανακόψει την παραπάνω αναρρίχησή τους. Αυτή είναι λοιπόν μία τέλεια αντιδραστική θέση μια κι ένας καριερίστας που σέβεται τον εαυτό του, δεν επιτρέπεται να εκτεθεί μαζί σου, στο δρόμο του για το υψηλότερο κλωνάρι της μαϊμούς.

PLAYBOY: Εσείς πιστεύετε ότι το περιοδικό PLAYBOY είναι αντιδραστικό;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Ούτε και γι’ αυτό είναι ικανό.

PLAYBOY: Τι είναι λοιπόν;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Άχρωμο κι άοσμο γενικά. Κάτι σαν τις καλλονές του. Βέβαια στα πρώτα του τεύχη πήγε ν’ ασκήσει κάποια κριτική αλλά με την πρώτη αντίδραση υποχώρησε ψελλίζοντας και κρύφτηκε πίσω από τις σιλικόνες των κοριτσιών του.

PLAYBOY: Αν κατάλαβα καλά, θα θέλατε να περάσει μια συγκεκριμένη και προχωρημένη πολιτική θέση και να φύγει το πορνό.
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Συγκεκριμένη και προχωρημένη πολιτική θέση – τουλάχιστον για τον τόπο μας – είναι δυο έννοιες αντίθετες. Έπειτα το πορνό είναι μια πολιτική θέση. Ας αρκεστείτε προς το παρόν σε μια προχωρημένη πολιτική θέση και σκληρό πορνό.

PLAYBOY: Δεν είναι βέβαια της αρμοδιότητός μου, αλλά από προσωπική απορία, θα άντεχε ένα σκληρό πορνό;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Γιατί δεν δοκιμάζετε;

PLAYBOY: Είναι μια άποψη. Πείτε μου όμως κάτι – επειδή αναφέραμε λίγο τα κοινά και τα περί πολιτικών θέσεων – πάει χρόνος που σας είδα σε μια συγκέντρωση του νεοϊδρυθέντος τότε Σωματείου Ελλήνων Σκηνοθετών, προς έκπληξή μου ομολογουμένως γιατί σας φανταζόμουνα μακριά από τέτοιους φορείς.
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Η αλήθεια είναι ότι, όπως πολλοί συνάδελφοι, έτσι και ‘γώ δυσκολεύομαι να λειτουργήσω μέσα σε τέτοιους φορείς. Ήταν ανάγκη όμως γιατί τα πράγματα είχανε φτάσει στο απροχώρητο μια και η παλαιά εταιρία σκηνοθετών, χρόνια καπελωμένη από τη σαβούρα των κομμάτων και με την έγκριση του κράτους, ασκούσε και επέβαλλε μια στυγνή λογοκρισία σε όλα επίπεδα της κινηματογραφικής παραγωγής και στα ήδη χρονίζοντα προβλήματα συσσώρευε κι άλλα. Η εξαγορά έναντι πινακίου νεγκατίφ είχε φτάσει στο απροχώρητο. Η προσπάθεια λοιπόν που ξεκίνησε από ενενήντα εργαζόμενους κι όχι μπαρόβιους σκηνοθέτες, αποσκοπούσε όχι στο ξαναμοίρασμα των ρόλων όπως λάθος κατάλαβαν μερικά από τα ιδρυτικά μέλη της κίνησης, αλλά από την ανάγκη ενός πλήρους και ουσιαστικού ελέγχου του κινηματογραφικού γεγονότος από τους ίδιους παραγωγούς-δημιουργούς. Η απάντηση του κράτους ήταν όπως πάντα χυδαία. Αγνόησε επιδεικτικά όλη αυτή τη κίνηση, ενίσχυσε χρηματικά τη σαβούρα του παλαιού σωματείου, κινητοποίησε και τα άλλα κόμματα που φυσικά πανικοβλήθηκαν από αυτή τη κίνηση, και καλόστρωσε το δρόμο της επιστροφής για όποιους απ’ τους συναδέλφους κάτι τέτοιες σωματειακές ανακατατάξεις είναι μία λαμπρή ευκαιρία για να διαπραγματευθούνε τις καριέρες τους.
Και η πέμπτη φάλαγγα λειτούργησε καλά και με τα διάφορα καλοστημένα καραγκιοζιλίκια της, μας παρουσίασε σαν φαιδρούς. Δεν έχει σημασία, το μήνυμα το πήρανε και κέρδος είναι πως πέσανε τελικά κάποιες μουτσούνες.

PLAYBOY: Και το Σωματείο – η άλλη λύση – διαλύθηκε;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Αδρανεί αλλά υπάρχει, όπως και τόσα άλλα πράγματα σ’ αυτό τον τόπο. Και μέχρι να πάρει πάλι μπροστά, μια μηχανούλα, μια ιστορία, δυο τρεις χώρες και μερικοί τρελοί ηθοποιοί, κάπου θα βγούμε. Έπειτα έχω και το κομπιουτεράκι μου…

PLAYBOY: Που φαντάζομαι ότι ανήκει στον …..
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Μ’ αυτό παίζω μόνο εγώ. Το αγόρασα πρόσφατα για να ταξινομήσω το κινηματογραφικό μου αρχείο, δηλαδή βιβλία βιντεοκασέτες και δίσκους που καλύπτουν κυρίως την περίοδο 40-60 με την οποία έχω μια…

PLAYBOY: Νοσταλγία;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Μάλλον περιέργεια. Τώρα που είμαι πια μακριά από εκείνη τη φοβερή δεύτερη δεκαετία (‘50-‘60) και τα γεγονότα της, νομίζω ότι είναι καιρός – μια και πιστεύω ότι απέβαλα τη γοητεία του τότε – να την μελετήσω.

PLAYBOY: Και ποια ήταν τ’ αποτελέσματα της έρευνας;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Δεν έχω περάσει ακόμα όλα τα στοιχεία στο μηχάνημα, αλλά πολύ πρόχειρα σου λέω: Το Φεγγάρι. – Από τους τέσσερις χιλιάδες τίτλους τραγουδιών που έχω περάσει μέχρι τώρα, το πενήντα τοις εκατό ασχολείται με το φεγγάρι. Τα χείλη της γυναίκας, τα μάτια και τα ονόματά της παίρνουν ένα άλλο μεγάλο ποσοστό. Η νύχτα – το «έρχομαι κοντά σου – φεύγω μακριά σου», το υπόλοιπο. Φαίνεται πως την αγαπούσαν τότε τη γυναίκα.

PLAYBOY: Τώρα δεν την αγαπάνε, λέτε;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Φαίνεται πως όχι. Αλλιώς γιατί της στέρησαν τη φόρμα της και το μύθο της; Νομίζω ότι αυτή η περίφημη ισότητα δεν είναι παρά μια αντρική εφεύρεση.

PLAYBOY: Πιστεύετε πως η ισότητα είναι μια παρεξήγηση;
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Κάτι παραπάνω από παρεξήγηση, μια απάτη θάλεγα. Νομίζουν τώρα ότι συνεξουσιάζουν γιατί κάνανε καφενείο μόνο για γυναίκες, ενώ στην πραγματικότητα δεν κάνουν τίποτα πέρα από το να αναπαράγουν κάποιο εχθρικό σχήμα, να μιμούνται και να μεταμφιέζονται. Η γυναίκα δικαστής-βουλευτής-στρατιώτης-πρωθυπουργός-αστυφύλακας δεν είναι μόνο μια μετάθεση ευθυνών με σκοπό τη σταδιακή κηφηνοποίηση του αντρικού φύλου και το πέρασμά του σε απρόσιτες για τις γυναίκες ηγετικές θέσεις – που περήφανες πια θα κρατήσουν το ρόλο του επιστάτη-σκύλου αλλά μια ακόμα απόδειξη για τη σταδιακή μεταμόρφωσή της σε ένα νέο εξουσιαστικό και φυσικά αρσενικό σχήμα. Παράλληλα συμβαίνουν αλληλομεταθέσεις και οικειοποιήσεις αντιθέτων συμπεριφορών που επιτείνουν την σύγχυση καθώς σοφά τις ενορχηστρώνει ένα – με επίγνωση της αδυναμίας του – αντρικό φύλο. Και όπως θάλεγε κι ο μικρός, κακός και χυδαίος διαβολάκος μέσα μου: Βγάλτε τις ζαρτιέρες και τις βλεφαρίδες με το βαθύ βλέμμα απ’ την γυναίκα και θα έχετε μπροστά σας το φτηνό πρωτότυπο ενός κομπιούτερ εικοστής γενιάς. (Είδατε τι κάνανε στη Σίγκουρνι Γουήβερ στο ALLIEN II ή τυχαία νομίζετε τη χώσανε μέσα στον μηχανικό εργάτη που κάτω από την καθοδήγηση του λαμπρού γυναικείου μυαλού της, τσάκισε το τέρας;). Και τώρα που μιλάμε, σκέφτομαι τον καημένο τον Φίλιπ Μάρλοου χωρίς τη Βέλμα και τη Λιζάμπε Σκοτ, μπερδεμένο ανάμεσα στα περιφερειακά και τα εξωτικά MOTOROLA της σούπερ AMINA PLX, να ψάχνει για τα χείλη της και τον παλιό καλό θάνατό του… Τελειώσαμε.

PLAYBOY: Και μια τελευταία ερώτηση. Έχετε κοινωνική ζωή, διασκεδάζετε; Ρωτάω γιατί πραγματικά αναρωτιέμαι πόσο δύσκολο είναι να έχει κοινωνική ζωή ένας άνθρωπος που ζει τόσο μακριά από το κέντρο, εδώ στο Κεφαλάρι, κι όταν μάλιστα απ’ ό,τι ξέρω, δεν οδηγείτε αυτοκίνητο.
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ: Από πολύ μικρός και μέχρι σήμερα – εκτός από μια περίοδο επτά ετών, έζησα έξω από την πόλη. Σκόπιμα δεν έμαθα να οδηγώ κι αυτό γιατί όπως έχει η κυκλοφορία και για να καλύψεις μια διαδρομή δέκα χιλιομέτρων πρέπει να βάλεις το μυαλό σου να δουλέψει πολύ σκληρά και ‘γώ κάτι τέτοια τ’ αποφεύγω τις καθημερινές. Έχω ένα τρομερό στην όψη παπάκι, κάτι μεταξύ τσόπερ και λατέρνας, που με καλύπτει όποτε κι όταν θέλω να εξασκήσω το δικαίωμά μου στην αυτοκίνηση. Οι μεγάλες τελικές και τα γκαζώματα έρχονται από αλλού και σίγουρα δεν με οδηγούνε στην Αθήνα ..... Σπάνια λοιπόν βγαίνω έξω και κάνω αυτό που λένε κοινωνική ζωή. Βέβαια καμμιά φορά μούρχεται μια επιθυμία για διασκέδαση όπως κάποιο βράδυ πρόσφατα που ενώ ήμουν έτοιμος να πέσω για ύπνο, σηκώθηκα, ξυρίστηκα, ντύθηκα τα καλά μου και είπα στη γυναίκα μου – «Βγαίνουμε». Αυτή με κοίταξε περίεργα γιατί κάτι τέτοια δεν τα συνηθίζω. – «Να βγούμε» – μου απάντησε ωστόσο – «και πού πάμε;» – «Λέω να πάμε σ’ ένα νάιτ κλαμπ, ν’ ακούσουμε την Ρίτα Χαίηγουορθ να τραγουδάει».
«Δεν νομίζω, πως η εν λόγω Ρίτα τραγουδάει σε κέντρο της Αθήνας» παρατήρησε και με κοίταξε περίεργα.
«Ε, τότε» της είπα «δεν έχω δίκιο που δεν βγαίνω απ’ το σπίτι μου;» Και αφού ξεντύθηκα έπεσα για ύπνο.



(Λίγο μετά την ηχογράφηση αυτής της συνέντευξης, η Τζίλντα – Ρίτα Χαίηγουιρθ μας άφησε για πάντα).

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι