Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 07, 2007

Όνειρο. Πλην.

Εκείνο τον μελαγχολικό Σεπτέμβη του ογδοντακάτι, έφτανε η αναγγελία ενός πάρτι για να ξεκινήσει μια πυρετώδης παραγωγή ονείρων. Και ονειρώξεων. Βέβαια, κάθε Σεπτέμβρη γίνονταν πάρτι, όπως ακριβώς, ο κάθε Σεπτέμβρης είναι μελαγχολικός γιατί τότε μας μάντρωναν στα σχολεία. Αλλά, όπως και να το κάνεις –εκείνο τον Σεπτέμβρη του ογδοντακάτι πλησιάζαμε στο τέλος. Είχαμε έναν ακόμα χρόνο σχολείου και μετά θα μας πετούσαν στις μηχανές. Κάποιοι μάγκες θα κατάφερναν να την σκαπουλάρουν για μερικά χρόνια ακόμα –σε αίθουσες Πανεπιστημίων ή Τεχνολογικών Ιδρυμάτων –οι υπόλοιποι ετοιμάζονταν να «καθίσουν στον άξονα». Αγόρια στην αποκτήνωση, σε οικοδομές, σιδεράδικα και συνεργεία μετά το στρατιωτικό –κορίτσια στην αποβλάκωση με βιαστικούς γάμους, διαδοχικές εγκυμοσύνες και κομμωτήρια. Ήταν, στ΄αλήθεια, ζοφερός εκείνος ο Σεπτέμβρης –μια στάση πριν τη «Ζώνη του Λυκόφωτος» κι εμείς θέλαμε να διασκεδάσουμε τις τελευταίες μέρες της ζωής μας. Θέλαμε να τις ζήσουμε –έστω.

Ένα σκάρτο δεκαήμερο είχαμε, από την αρχή του μήνα μέχρι ν΄ανοίξουν τα σχολεία και οι προσκλήσεις κυκλοφορούσαν σαν τις μύγες πάνω στα τραπέζια του Μπιλ του Χοντρού. Το μόνο που είχες να κάνεις ήταν να είσαι εκεί. Και να διαλέξεις.

«Εγώ δεν πρόκειται να πατήσω το πόδι μου σε κανενός μαλάκα το πάρτι. Αν το κάνει καμιά γκόμενα, έχει καλώς –όλο και τίποτα φιλενάδες θα φέρει. Αλλά σε μαλάκα δεν ξαναπάω. Είκοσι μπάκουροι να χαλβαδιάζουμε μια κοπέλα –δε λέει!» δήλωνε ο Βαγγέλης ξεπλένοντας με μπύρα το στόμα του, για να φύγουν κάτι σουσάμια. «Τα μίκρυνε τα χάμπουργκερ ο Χοντρός ή μου φαίνεται;» ρώτησε αμέσως μετά.

Ήταν παρανοϊκό να υποστηρίζει κανείς πως μίκρυναν τα χάμπουργκερ, όταν το ψωμάκι και το μπιφτέκι αγοράζονταν στις κλασσικές συσκευασίες των 10 τεμαχίων. Αλλά, ήταν ακόμα πιο παράλογο να μην πας στο πάρτι των κολλητών σου, επειδή αυτοί τύχαινε να είναι αγόρια! Τα επισημάναμε και τα δύο στον Βαγγέλη.

«Δεν ξέρετε τι σας γίνεται πανίβλακες!» ισχυρίστηκε. «Τους κολλητούς θα τους δούμε στο σχολείο –δεν είναι ανάγκη να τους φάμε στη μάπα και στα πάρτι. Τα πάρτι ρε, για ένα λόγο γίνονται –για μπαλαμούτι. Τι θα μπαλαμουτιάσετε σε ένα πάρτι μόνο με αγόρια; Κι ο Χοντρός βάζει τα υλικά από τα χάμπουργκερ σε βαθιά κατάψυξη για να μικραίνουν και να ψήνει περισσότερα μαζί. Εμένα θα μου πείτε τώρα;»

Σωστά –είχαμε μείνει ανείπωτοι.

Υπήρχαν κι άλλα προβλήματα –το ίδιο σοβαρά με την επιλογή του πάρτι. Σαν αυτό που βασάνιζε τον Βασιλάκη τον «συν –πλην», για παράδειγμα ...

«Με έχει πρήξει ο γέρος μου, μια βδομάδα τώρα, συν –πλην, να πάω για κούρεμα. Αρχίζουν λέει τα σχολεία ... Πως θα πάω σε πάρτι κουρεμένος; Καλύτερα να κάτσω σπίτι και να κρεμαστώ από τον πολυέλαιο του σαλονιού!»

«Σε στυλ Ταρζάν, να πούμε;»

«Σε στυλ –αντίο σκληρέ κόσμε, αντίο μαλάκες γονείς –ρε ηλίθιε!»

«Αααα! Και θα σε κρατήσει ο πολυέλαιος; Με γάντζο είναι ή στραντζαριστός στον τοίχο;»

«Εκεί είναι το θέμα ρε μαλάκα;»

«Ε, που είναι το θέμα;»

«Στο οτι είσαι μαλάκας!»

«Και γι΄αυτό θέλεις να κρεμαστείς; Εντάξει, κούλαρε, μην κάνεις έτσι –θα το ξεπεράσουμε!»

Που θα διαλέξουμε να πάμε, πως θα περισώσουμε την αξιοπρέπεια μαζί με την εμφάνιση μας –αυτά ήταν τα προβλήματα. Και κάποια έλλειψη συνεννόησης, αλλά δεν έτρεχε τίποτα. Είχαμε χρόνια μπροστά μας να τη βρούμε και να την ξαναχάσουμε αυτή τη συνεννόηση –δεν βιαζόμασταν.

Νύχτωνε στου Μπιλ του Χοντρού, τέλειωναν τα εβδομαδιαία χαρτζηλίκια μας και ψάχναμε για τζάμπα μπύρα. Άδικα –ο Χοντρός για να κεράσει έπρεπε γυρίσει η γη ανάποδα και πάλι θα το σκεφτόταν. Μας πλησίασε ξύνοντας τα μούσια του.

«Μάγκες, γουστάρετε καμιά μπυρίτσα;»

Έπρεπε να ρωτήσω τους πολύ παλιούς, γιατί είχα την εντύπωση πως η τελευταία φορά που βγήκε ο Χοντρός από τη μπάρα για να πάρει παραγγελία θα πρέπει να ήταν τότε που οι αραμπάδες όργωναν το κέντρο της Αθήνας.

«Τι μπύρα ρε Μπιλ; Εδώ δεν έχουμε δραχμή –μισή ώρα τώρα γλύφουμε τον αφρό από τα τραπέζια ...»

«Εντάξει ρε –κερασμένα!»

Τσιμπηθήκαμε μεταξύ μας για να ξυπνήσουμε.

«Τι έγινε γαμώτο; Κόλλησε καμιά εγκεφαλοπάθεια ο Χοντρός;»

Εκείνος έφερε, αμίλητος, τρεις μπύρες και τις άπλωσε μπροστά μας –ηρεμήσαμε κάπως, γιατί εμείς ήμασταν πέντε. Κάτι θα ήθελε ο Χοντρός!

«Για πείτε ρε παλικάρια, πότε γίνονται τα πάρτι;» στρογγυλοκάθισε ο Χοντρός πίνοντας τη μια, από τις τρεις μπύρες.

«Το Σάββατο που μας έρχεται. Γιατί ρωτάς Μπιλ;»

«Σκέφτηκα οτι ... άμα είναι να λείπετε όλοι ... να μην ανοίξω το μαγαζί».

«Ναι, κάπου θα πάμε οι περισσότεροι. Μην το ανοίξεις ...»

«Αλλά πάλι ...»

Τι σκατά ήθελε να πει ο Χοντρός;

«Μήπως το ανοίξω για λίγο ... για πριν πάτε στα πάρτι ...»

«Ναι, εντάξει. Άνοιξέ το ...»

«Να περνάγατε από δω, να πίναμε τίποτα ...»

«Καλά τα λες»

«Και να πηγαίναμε μετά όλοι μαζί ...»

Κοίτα ο Χοντρός! Ήθελε να τραβηχτεί σε πάρτι Γάμα Λυκείου! Μαζευτήκαμε, γιατί οι μεγαλύτεροι πάντα μας φόβιζαν –ακόμα κι αν ήταν χοντροί. Δεν είχαμε όρεξη να παρακολουθούμε τις κοπελίτσες λιγωμένες από τις ηρωικές παπαριές που αράδιαζαν. Δεν είχαμε όρεξη να το παίζουμε κομπάρσοι, ούτε να τρέχουμε πίσω τους μήπως και περισσέψει κανένα κόκαλο. Κοιτάξαμε τις μπύρες σχεδόν ταυτόχρονα. Και αποφασίσαμε να φύγουμε σαν κύριοι από το μαγαζί –«συγνώμη Χοντρέ, ευχαριστούμε για το κέρασμα αλλά δεν μπορούμε να σου κάνουμε παρέα, είμαστε βιαστικοί». Θα το λέγαμε κιόλας, μη νομίζεις, αλλά οι μπύρες είχαν απομείνει σκέτος αφρός στον πάτο.

«Ναι ρε Μπιλ, καλή ιδέα. Θα το κανονίσουμε –εντάξει;»

Κοιταχτήκαμε. Ψάχναμε ήδη τη δικαιολογία.

«Εντάξει. Και σε ποιο πάρτι θα πάτε;»

Τι ήταν αυτό πάλι;

«Εννοώ ... άκουσα πως θα κάνει πάρτι εκείνη η χοντρούλα ... η φίλη της Μελίνας ... ξέρετε ποια λέω ...»

Κατάπιαμε τα υπόλοιπα αφρού στο σάλιο μας, ψάχνοντας τρύπα για να κρυφτούμε. «Ε όχι ρε Χοντρέ! Όχι και να σου κάνουμε πλάτες για τη Μελίνα!» Δεν το είπαμε βέβαια.

Το επόμενο πρωί συναντηθήκαμε στο σπίτι του «συν –πλην» για να οργανωθούμε, όσο προλαβαίναμε. Έλειπαν οι γέροι του –στη δουλειά.

«Μην καπνίζετε εδώ μέσα ρε μαλακισμένα! Θα με σκοτώσουν οι άλλοι όταν γυρίσουν», τσίριξε ο «συν –πλην».

«Και δεν το χαίρεσαι; Θα σε γλιτώσουν κι από τον κόπο να κρεμαστείς στον πολυέλαιο», είπε ο Σταύρος ανάβοντας ένα Marlboro.

«Τι χιουμορίστας που είναι αυτό το παιδί!» παρατήρησε ο «συν –πλην».

«Έχω μια κασέτα με Kraftwerk και AC/DC. Να τη χώσω να παίζει;» πρότεινε ο Πάνος ξεκάρφωτα.

«Οι πρώτοι είναι σκατίφλωροι και οι δεύτεροι ψευτομεταλλάδες», είπα όλο επισημότητα.

«Α μπα;» κοντοστάθηκε ο Πάνος. «Τους έχεις ακούσει;»

«Δεν χρειάζεται. Το γράφει ο Πητ Κωνσταντέας στο ΠΟΠ & ΡΟΚ», τον κατακεραύνωσα.

«Ο Κωνσταντέας είναι βλάκας. Μόνο κάτι ψυχανώμαλους σπρώχνει -σαν τους Van Der Graaft», σχολίασε ο Πάνος.

«Οι Van Der Graaf γαμάνε!» δήλωσα εξοργισμένος με τη σύγκριση.

«Που το ξέρεις; Τους έχεις ακούσει;»

«Έχω το World Record σε κασέτα», είπα όλο περηφάνια.

«Μπράβο! Είναι ο χειρότερος δίσκος τους», γέλασε ο Βαγγέλης.

«Ποιος το λέει αυτό;» πετάχτηκα έτοιμος για καυγά.

«Ο Πητ Κωνσταντέας στο ΠΟΠ &ΡΟΚ», είπε ήσυχα ο Σταύρος.

«Ρε άντε από δω! Ακόμα κι έτσι, είναι δέκα κλάσεις πάνω από τους άλλους τους ...»

«Εντάξει, δεν είναι ώρα τώρα ...», είπε ο «συν –πλην». «Έχουμε άλλα να πούμε, καθίστε ... θα βάλω μια κασέτα από Blondie ...»

«Οι Blondie είναι γκιράπια!» φωνάξαμε όλοι μαζί.

«Καθίστε να βουλώστε το –γιατί έχω και τα ‘Νησιώτικα’ του Πάριου, από τη μάνα μου!» απείλησε ο «συν –πλην».

Καθίσαμε και το βουλώσαμε. Σχεδόν.

«Διπλός δίσκος δεν είναι τα ‘Νησιώτικα’;» αναρωτήθηκε ο Σταύρος.

Δεν θα έβγαινε άκρη –ήταν φανερό.

Το απόγευμα μας βρήκε στριμωγμένους στο πίσω τζάμι του λεωφορείου να σχολιάζουμε την κίνηση –ενίοτε, την κόβαμε κιόλας.

«Κουνήσου ρε οδηγέ! Θέλουμε να φτάσουμε πριν ξημερώσει!»

«Που να πάει ρε; Αφού έχει μποτιλιάρισμα από μπροστά!»

«Ε, ας πάει από πίσω –τι με νοιάζει εμένα; Πληρώνω και απαιτώ εξυπηρέτηση!»

«Αφού δεν έριξες λεφτά για το εισιτήριο ρε μαλάκα!»

«Και που το ξέρει ο οδηγός; Αλλά έτσι είμεθα οι Έλληνες –πάντα έχουμε μια δικαιολογία έτοιμη. Που είσαι ρε Γιώργη Παπαδόπουλε να βάλεις μια τάξη!»

«Μα τι λες;»

«Γιατί, εσύ τι ακούς;»

«Κοίτα, κοίτα μια γκόμενα! Λες να μπει στο λεωφορείο;»

«Αλλιώς γιατί περιμένει στη στάση βρε ηλίθιε;»

«Ξέρω ΄γω; Για να πάρει το επόμενο».

«Αφού όλα στο ίδιο μέρος πάνε!»

«Δεν μπήκε».

«Επειδή είσαι γρουσούζης! Και άσχημος –μπορεί να σε είδε και να τρόμαξε!»

«Εμένα;»

«Όχι –εμένα!»

«Αυτό μου φαίνεται πιο πιθανό».

«Άντε και γαμήσου!»

«Για βγάλτε το σκασμό εκεί πίσω, κωλόπαιδα!»

«Ο οδηγός ήταν αυτός;»

«Υπάρχει τελικά οδηγός; Με τόση ακινησία, νόμιζα πως έχει πάει για καφέ».

«Υπάρχει αλλά δεν οδηγεί».

«Αίσχος! Διαλύσατε το κράτος!»

«Λευτεριά στους έγκλειστους αξιωματικούς μας!»

«Ε, σκάστε πια!»

«Φτάσαμε;»

Το λεωφορείο μας άδειασε στην Φιλελλήνων –περπατήσαμε τα στενά κλοτσώντας άδεια μπουκάλια στους τοίχους, μέχρι την Ανδριανού. Πηγαίναμε στο Remember μπας και τσιμπήσουμε τίποτα καρφιά, περικάρπια, ζώνες –τέτοια πράγματα, για να είμαστε εμφανίσιμοι στα επερχόμενα πάρτι.

Η Πλάκα είχε ακόμα τουρίστες -αυτό μας θύμισε μυθικές ιστορίες των μεγαλυτέρων για ξανθούς αγγέλους με γαλάζια μάτια που γεμίζουν, κάθε καλοκαίρι, τα νησιά, περιμένοντας μαυροτσούκαλους σγουρομάλληδες για να ερωτευτούν. Δεν είχαμε ακόμα κάνει διακοπές στα νησιά χωρίς τους γέρους μας –όχι σε εκείνα τα νησιά τουλάχιστον, όχι στις άνυδρες Κυκλάδες. Τα χάφταμε όλα τότε –χρειάστηκε να μεγαλώσουμε λίγο, να πάμε κι εμείς στη Γη της Επαγγελίας, φορτωμένοι με σκηνές και «ζλίπι μπαγκ» για να απογοητευτούμε με την ησυχία μας. Γιατί, βλέπεις, οι τουρίστριες δεν ήταν εξωγήινες. Διαφορετικές ναι, ξανθές ναι, γυμνασμένες επίσης, αλλά η ξενέρα δεν αποβάλλεται μέσα από ατέλειωτες ώρες ποδηλασίας δίπλα στα συννεφιασμένα δάση -μη σου πω οτι, με κάτι τέτοια, μπορεί και να ενισχύεται! Επειδή, όμως, ακόμα δεν τα ξέραμε ακόμα όλα αυτά –χαζεύαμε τις τουρίστριες με στόματα κρεμασμένα.

«Παιδιά μπείτε μέσα –έχει σκάσει καινούργιο πράμα, σούπερ!» μας πληροφόρησε ο πιγκουΐνος της εισόδου.

«Ο Βανάκος δεν ήταν αυτός;» ρώτησε ο Βαγγέλης.

«Ναι, γάμησέ τα», παραδέχτηκαν οι υπόλοιποι.

Μέσα στο μαγαζί το βούτηγμα ήταν εύκολο μόνο στα ψιλολόγια. Κάτι αϊλάινερ, βερνίκια νυχιών, αυτά κλέβονταν άνετα. Κονκάρδες κυκλοφορούσαν τριγύρω, έφτανε να κλείσεις τη χούφτα σου και είχες μαζέψει μια δεκάδα. Αλλά οι ζώνες, τα μπουφάν και τα φανταχτερά μπιχλιμπίδια ήταν κλειδωμένα πίσω από τζάμια.

«Τους γαμημένους! Πανκ μαγαζί, σου λένε μετά –σκατολεφτάδες είναι κι αυτοί!» βλαστήμησε ο Βαγγέλης χτυπώντας τη γροθιά του σε μια κούκλα με σκισμένη μπλούζα. Η κούκλα ταλαντεύτηκε –με το ζόρι την προλάβαμε πριν κάνει σαματά.

«Ελάτε επάνω ρε ζώα!» σφύριξε ο Σταύρος από την άκρη μιας μικρής σκαλίτσας.

Τρέξαμε προσπαθώντας να μην κάνουμε θόρυβο. Ο Σταύρος είχε απλά ανακαλύψει τον παράδεισο!

«Μαλάκα, εδώ έχουν το στοκ!»

«Κοίτα πράμα!»

«Σκάσε και βούτα ρε! Τσάκα –τσάκα».

«Να πάρω κι ένα σουτιέν με παραμάνες;»

«Τέλειωνε!»

«Έτοιμος!»

«Φύγαμε. Τρέξτε!»

Μια κοπελίτσα που έκοβε βόλτες βαριεστημένα δίπλα στο ταμείο μας πήρε χαμπάρι όταν ανοίγαμε την πόρτα. Πήγε να φωνάξει, αλλά κρατήθηκε –είχε δυο τόνους μακιγιάζ στη μάπα και δεν άξιζε τον κόπο να το χαλάσει.

Βγήκαμε με το κεφάλι σκυμμένο σαν τράγοι –δεν φοβόμασταν τους μέσα, οι έξω ήταν το πρόβλημα. Οι έξω μας είδαν και έβρισαν. Δύο αυτοί, πέντε εμείς, και πιτσιρικάδες -βρεθήκαμε να κυνηγιόμαστε στα στενά της Πλάκας. Τρέχαμε μέχρι τους Στύλους, τρέχαμε χωρίς να κοιτάζουμε πίσω μας, τρέχαμε τρέμοντας γιατί το ξύλο πάντα πονάει. Ακόμα κι αν το φας από κακέκτυπο του Μάλκομ Μακ Λάρεν.

Χωθήκαμε στο φαστφουντάδικο –εκεί δίπλα στους Στύλους, λαχανιασμένοι. Οι υπάλληλοι κάτι πήγαν να πουν βλέποντας πέντε κόπανους να μπουκάρουν στις τουαλέτες –αλλά δεν πρόλαβαν. Κοιτάζαμε κλεφτά από το άνοιγμα της πόρτας – καμιά απειλή εκεί έξω. Το θέμα ήταν να ντυθείς την πραμάτεια –σε λίγο βγήκαμε από τις τουαλέτες καμαρωτοί –πέντε εξαμβλώματα με πολύ κοντά μαλλιά για να φέρνουν σε οτιδήποτε μεταλλικό και ιδιαίτερα καλοχτενισμένοι για να τους μπερδέψεις με πάνκηδες. Ανοίξαμε τις πόρτες, έτοιμοι να κατακτήσουμε τον κόσμο, αδιαφορώντας για τα αγριεμένα βλέμματα των υπαλλήλων –ο Σταύρος βγήκε τελευταίος, γιατί έπρεπε να θέσει την SOS ερώτηση...

«Κέτσαπ με άρωμα βατόμουρο έχετε;»

Ο υπάλληλος πίσω από τον πάγκο χαμογέλασε ανοίγοντας ένα πλαστικό σερβίτσιο. Έβγαλε το μαχαιράκι και του το έδωσε.

«Τι να το κάνω αυτό;» ρώτησε ο Σταύρος αθώα.

«Πάρτο. Για να κόψεις τις μαλακίες», απάντησε ο άλλος χαμογελώντας ακόμα.

Μέσα στο λεωφορείο της επιστροφής τσακωθήκαμε σχετικά με το αν αυτό ήταν πόντος του σερβιτόρου ή σκέτη κρυάδα. Δεν βγάλαμε απόφαση –αλλά ήμασταν πλέον έτοιμοι για πάρτι.

Έτοιμοι;

«Ναρκωτικά;»

«Τι;»

«Πρέπει να βρούμε ναρκωτικά. Αλλιώς, γιατί να έρθουν οι γκόμενες μαζί μας;»

«Γιατί είμαστε ωραίοι τυπάδες ίσως;»

Κοιτάξαμε όλοι τον Βαγγέλη που είχε μόλις μιλήσει. Έπρεπε να βρούμε ναρκωτικά!

Υπήρχαν κάτι πιτσιρικάδες που ανακάτευαν καπνό με λιωμένη ασπιρίνη για να πουλήσουν μούρη. Άλλοι ρούφαγαν σκόνη πλυντηρίου κομμένη με τσιμεντόσκονη. Αλλά δεν είχαμε φτάσει σε τέτοια ξεφτίλα –ακόμα και για μας, η γελοιοποίηση είχε κάποια όρια. Τότε.

Έμεναν λοιπόν, μόνο τα φαρμακεία. Γιατί το χόρτο ήταν πιο σπάνιο κι από μαργαριτάρι σε στρείδι εκείνη την εποχή –άσε που, όπως όλα τα αγαθά, είχε κι αυτό την τιμή του. Και τα λεφτά στις τσέπες μας με το ζόρι έφταναν για τσιγάρα. Τα κανονικά -«για τους χαζούς» όπως τα λέγανε.

«Παίζει καμιά συνταγή στα σπίτια σας;» ρώτησε ο Σταύρος.

«Έχω κάτι για την υπέρταση της γιαγιάς μου», είπε ο Βαγγέλης.

«Γίνεσαι με χάπια για την υπέρταση;» ρώτησα.

«Ε, κάτι θα κάνουν ... συν –πλην ...», είπε ο «συν –πλην».

«Αντιβηχικά», δήλωσε ο Σταύρος.

«Τι;»

«Αντιβηχικά. Η μόνη λύση», γνωμάτευσε αδιαπραγμάτευτος.

Το σκεφτήκαμε. Το αναλύσαμε. Αντιβηχικά! Φτηνά και δεν χρειαζόταν συνταγή –είχαν μέσα κωδεϊνη ...

«Λες να μας πιάσει;»

«Ε, κωδεϊνη είναι αυτή!»

«Και φτιάχνεσαι με την κωδεϊνη;»

«Αν δεν φτιαχτείς, τουλάχιστον σου κόβεται ο βήχας –μαχαίρι».

«Μα δεν έχουμε βήχα!»

«Φυσικά! Αφού τον γιάτρεψε η κωδεϊνη!»

Αντιβηχικά λοιπόν –ας γινόταν έτσι. Την επόμενη μέρα φέραμε γύρα τα φαρμακεία κοντεύοντας να πάθουμε εξόφθαλμη βρογχοκήλη από τον ψεύτικο βήχα. Βγάλαμε δυο μπουκάλια ο καθένας –ήμασταν πανευτυχείς.

Απόγευμα, πριν τα μεγάλα πάρτι, γινόταν λαϊκό προσκύνημα στου Μπιλ του Χοντρού. Μαύρα βερνίκια νυχιών, πεθαμεναντζήδικες σκιές ματιών, ΚΟΛΥΝΟΣ για να σταθούν όρθια τα μαλλιά, λεμονόκουπες χρησιμοποιημένες για τον ίδιο σκοπό. Και παραμάνες. Στα μπλουζάκια, στα μπουφάν, στα παντελόνια –στα μάγουλα. Ο Σπήλιος έφτασε χαμογελαστά αργοπορημένος. Είχε ετοιμαστεί από το σπίτι του αυτός –μόνο που το πρόσωπό του ήταν γεμάτο μουτζούρες.

«Με γατιά μάλωνες ρε;»

«Όχι Μπόζο! Τα γατιά δεν φοράνε περιλαίμια! Αλλά το μπουλντόγκ εδώ πιο κάτω φοράει. Φορούσε -μάλλον!» είπε ο Σπήλιος πλένοντας τα μούτρα του στον ξεχαρβαλωμένο νιπτήρα της τουαλέτας.

Και τα παιδιά μαζεύονταν ασταμάτητα. Περισσότερα αγόρια –όπως πάντα, εκείνη τη μίζερη εποχή. Κάπου υπήρχαν μαντρωμένα εκατομμύρια κορίτσια, κάποιοι τα είχαν κρύψει για να τα προφυλάξουν –δεν μπορούσαμε να το εξηγήσουμε διαφορετικά.

«Δεν θα βάψεις νύχια;» με ρώτησε ο Σταύρος.

«Μπα –δεν έχω όρεξη».

«Ξεκόλλα ρε μαλάκα! Απόψε έχει πάρτι κι εσύ κάθεσαι σα μουνί κλαμένο! Σύνελθε επιτέλους!»

Ο Σταύρος ήταν ο κολλητός μου.

«Τι ζόρι τραβάς ρε; Έτσι γουστάρω να είμαι –τρέχει τίποτα; Άντε μη χεστούμε!»

Γέλαγε.

«Γιατί φορτώνεις; Επειδή σου λέω να ξεκολλήσεις από τη μαλακισμένη; Παρατράβηξε το αστείο, βλάκα μου! Αν ήταν θα σε είχε πάρει τηλέφωνο –κοντεύει να κλείσει τετράμηνο ...»

«Μπορεί να πήρε και να έλειπα», είπα σιγά.

«Σώπα ρε πολυάσχολε! Και έτυχε να λείπει κι η μάνα σου που δεν ξεμυτάει από το σπίτι –έτσι;»

«Μπορεί να μην μου το είπε», ψιθύρισα.

«Πάρτο απόφαση μαλάκα! Δεν πρόκειται να σε πάρει τηλέφωνο η γκόμενα –τελείωσε!»

«Άντε γαμήσου», πήρα ένα τσιγάρο και βγήκα να το καπνίσω έξω από του Μπιλ. Να πάρω αέρα.

Κυκλοφορούσαν εκεί έξω, κάτι ξέμπαρκες από τη διπλανή συνοικία που έρχονταν εδώ για να πουλήσουν μούρη. Τι σκατά μαγκιά είναι αυτή να μην πηγαίνεις στις δικές σου καφετέριες; Δηλαδή, πόσο ηλίθια είσαι; Να χρειάζεσαι λεωφορείο για μια μπύρα; Εκτός κι αν σε έχουν πετάξει έξω από τα δικά σου μαγαζιά. Ξεφυσούσα εκνευρισμένος –εντάξει, δεν μου έφταιγαν οι κοπέλες –αλλού ήταν το πρόβλημα.

Πριν κλείσουν τα σχολεία, είχαμε πάει μια εκδρομή στη Βραυρώνα. Το δικό μας και άλλα χίλια οχτακόσια σχολεία ταυτόχρονα –γινόταν της κακομοίρας. Στην επιστροφή ανακαλύψαμε πως είχαμε χάσει τρεις μαθήτριες και είχαμε βρει, στη θέση τους, έναν αδύνατο σπυριάρη με μπλουζάκι Doors. Ηλίθιος, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα.

Εγώ βρέθηκα να κυκλοφορώ με ένα φορητό κασετόφωνο. Δεν ήταν δικό μου –οι υπόλοιποι το είχαν αφήσει, ψάχνοντας για καντίνα και τώρα εγώ ήμουν αυτός που τους έψαχνε. Κυκλοφορούσα λοιπόν νευριασμένος γιατί έμοιαζα σαν γαμημένος καρεκλάς Είχα πέσει πάνω σε κάποια παρέα από άλλο σχολείο, αραγμένη στο γρασίδι.

«Έχει κασετόφωνο», τσίριξε ένα κορίτσι.

«Να σε ρωτήσω;» πετάχτηκε μια άλλη.

Είχα σταματήσει κόβοντας την παρέα. 5 –2 σχεδόν ατόφιο. Πέντε κορίτσια, δυο αγόρια –καλός λόγος για να κοντοσταθώ.

«Έχεις κασέτες;»

Κοίταζα την κοπελίτσα που ρωτούσε. Όχι κακή. Ούτε και καλή, όμως.

«Λες να το κουβαλάω για πλάκα το κασετόφωνο;» είχα πει στρυφνά.

«Ωραίαααα!!» έκαναν αυτές. «Θα βάλεις κάτι;»

Το σκεφτόμουν.

«Τι θέλετε;»

«Πουλόπουλο έχεις;»

Ε όχι δα! Ξανάβαζα ήδη το τσιγάρο στο πακέτο, με έβλεπα να φεύγω πολύ σύντομα.

«Όχι δεν έχω Πουλόπουλο».

«Δήμητρα Γαλάνη;»

«Όχι δεν έχω τέτοια».

«Τι έχεις;»

«Δεν έχω ελληνικά».

«Ααααα εντάξει. Έχεις τίποτα από Ντόνα Σάμερ;»

«Τσου»

«Μπι Τζιζ;»

Άρχιζα να απομακρύνομαι ήδη. Γι΄αυτό δεν την είχα δει να πλησιάζει –πρώτα ακούστηκε η φωνή της.

«Αφήστε τον άνθρωπο με τις σαχλαμάρες σας. Ας βάλει ότι έχει –από τη μουγκαμάρα καλύτερο θα είναι».

Είχα γυρίσει προς το μέρος της και την κοίταζα αποβλακωμένα. Πανέμορφη. Μακριά καστανά μαλλιά, ψηλή, καταπληκτικά μάτια. Που κρυβόταν τόση ώρα;

Πάτησα το play στο κασετόφωνο. Manfred Mann’s Earth Band. «Spirits in the night». Τεράστιο κομμάτι. Οχτώ λεπτά διάρκεια. Μπορεί και δέκα! Σλόου. Έδειχνε να της αρέσει.

«Χορεύουμε;» είχα προτείνει.

Βρεθήκαμε αγκαλιά, προσπαθούσαμε να αποφύγουμε τις κοτρόνες. Η υπόλοιπη παρέα χαζογέλαγε. Ήταν κολλημένη πάνω μου. Ήξερα καλά το τραγούδι –στα τρία λεπτά της χάιδευα την πλάτη. Στα εφτά λεπτά φιλιόμασταν. Κανονικά, με γλώσσες και τέτοια. Κάποιος με σκούνταγε.

«Φιλαράκο μάζευε τα και δίνε του!»

«Τι χώνεσαι;» είχα απορήσει.

«Ρε μάζευέ τα που σου λέω!»

Εκείνη την ώρα έτυχε να περνάνε κάτι δικοί μου. Έπεσαν μερικές ψιλές –μας χώρισαν οι καθηγητές.

Είχα ψαρέψει ένα στυλό, έπιασα το χέρι της και έγραψα το τηλέφωνό μου.

«Πάρε με», της είχα πει. «Θα περιμένω».

Εκείνη δεν είχε πει τίποτα. Δεν με είχε πάρει τηλέφωνο.

Αυτά ήταν όλα. Πέταξα το τσιγάρο και πήγα να βρω τους άλλους.

«Φεύγετε λεβέντες μου;» ρωτούσε ο Μπιλ.

Δαγκωθήκαμε.

«Ναι ... δηλαδή ... λέμε να πάμε ... στου Τάκη».

«Στου Τάκη;»

«Ναι ... εκεί είμαστε καλεσμένοι».

«Εκεί θα είναι ξενέρωμα ρε!»

«Εεε, τι να κάνουμε;»

«Αυτός μας έχει καλέσει».

«Είναι και φίλος μας ...»

«Δεν είναι σωστό να μην πάμε!»

Ο Μπιλ μας κοίταζε σαν σκώρους σε πουλόβερ. Σίγουρα σκεφτόταν τις μπύρες που είχε κεράσει.

«Στο καλό», είπα βαριεστημένα. «Στο διάολο», εννοούσε.

Φύγαμε γελώντας. Θα περνούσαμε από του Τάκη στα σίγουρα. Αν θέλαμε να κόψουμε τις φλέβες μας με κανένα μεταλλικό βινύλιο, ο Τάκης ήταν ο άνθρωπός μας.

Πήγαμε πρώτα στο πάρτι μιας ξενέρωτης συμμαθήτριας. Για να κάνουμε το χατίρι του Βαγγέλη (γιατί αλλιώς θα μας έτρωγε τ΄αυτιά όλο το βράδυ). Μετά σκοπεύαμε να καταλήξουμε στο πάρτι της χοντρούλας φιλενάδας της Μελίνας. Η Μελίνα που είχε παρατήσει το σχολείο στην Πρώτη Λυκείου για να αρραβωνιαστεί (άρα, δεν ήταν πια παρθένα –πράγμα σπάνιο εκείνη την εποχή) και είχε ξαναγυρίσει μετά από δυο χρόνια, όταν βαρέθηκε τον γαμπρό. Γιατί είχε ξαναγυρίσει στο Λύκειο; «Για να πάρει το χαρτί», έλεγε η μάνα της. «Για να πάω εξαήμερη», έλεγε η Μελίνα. Θεά! Μεγαλύτερή μας! Ψηλή! Της την έπεφταν μέχρι και οι καθηγητές την προηγούμενη χρονιά. Δεν υπήρχε περίπτωση να καταλήξουμε αλλού –δεν υπήρχε άλλη σαν τη Μελίνα. Μετά θα περνάγαμε από τον Τάκη. Τι στο καλό –φίλος μας ήταν! Θα περνάγαμε να του πούμε ένα «γεια», όσοι είχαμε την ατυχία να ξεμείνουμε μπάκουροι για ένα ακόμα βράδυ. Εγώ πάντως, θα πέρναγα σίγουρα.

Το σπίτι της ξενέρωτης ήταν ολόφωτο και στολισμένο σαν κρουαζιερόπλοιο. Κάναμε επιτόπου μεταβολή για να το αποφύγουμε ...

«Πάμε μέσα κι αφήστε τις σαχλαμάρες», φώναξε ο Βαγγέλης.

Πήγαμε.

Οι γονείς της ξενέρωτης μας κοίταζαν από την κουζίνα, παρέα με κάτι θείτσες -η ξενέρωτη μας ρώτησε τι θα πάρουμε.

«Υπάρχει κανένα κονιακάκι;» ρώτησε ο Σταύρος.

«Μόνο αναψυκτικά», απάντησε η ξενέρωτη.

«Εντάξει –φέρε», επιβλήθηκε ο Βαγγέλης.

«Στα δέκα λεπτά την έχουμε κάνει», ανακοίνωσε ο Πάνος.

«Συν –πλην», είπε ο «συν –πλην».

«Δηλαδή σας φαίνεται πως θα αντέξουμε δέκα λεπτά;» αναρωτήθηκε ο Σταύρος ανάβοντας ένα τσιγάρο.

«Όχι τσιγάρα στο σαλόνι παιδιά!» φώναξε κάποια θείτσα από την κουζίνα.

Κοιταχτήκαμε έντρομοι.

Ευτυχώς ήρθαν οι κοκακόλες και μπορέσαμε να κατεβάσουμε μισό μπουκάλι αντιβηχικό ο καθένας, διπλωμένοι στον τριθέσιο καναπέ.

«Ας το ζωντανέψουμε λίγο ρε μάγκες», πρότεινε ο Βαγγέλης.

«Κι ο Χριστός ο ίδιος να κατέβει, αυτό το πράγμα δε ζωντανεύει με τίποτα», είπα.

Ο Βαγγέλης δεν με άκουγε. Έσβησε μερικά φώτα ...

«Γιατί σβήνετε τα φώτα παιδιά;» απόρησε φωναχτά η κουζίνα....

... έβγαλε την Ολίβια Νιούτον Τζον από το κασετόφωνο ....

«Μην το πειράζεις –θα το χαλάσεις», προειδοποίησε η ξενέρωτη ...

.... και έβαλε την «κασέτα έκτακτης ανάγκης».

Δυο ροκ εντ ρολ για ζέσταμα από τον Έντι Κόχραν, αμέσως μετά η διασκευή του «καμόν εβριμπόντι» από τον Σιντ και τη συνέχεια πλάκωναν οι βάρβαροι. Κλωτσάγαμε τον αέρα, χτυπούσαμε στα τραπεζάκια –Κλας, Πίστολς, Στράνγκλερς, Σαμ 69, Ρέιντιο Μπέρντμαν, Βαϊμπρέιτορς ...

Ήμασταν πολύ ιδρωμένοι για να ακούσουμε την κουζίνα πλέον, ήμασταν εντελώς αδιάφοροι για να ενδώσουμε στα παρακάλια της ξενέρωτης. Κοπήκαμε απότομα μετά τους Νταμντ –κάποιος έτρεξε μπροστά την κασέτα. Θα τον πλακώναμε στις φάπες αν δεν ήταν ο Βαγγέλης. Έβαλε τα σλόου. Κινγκ Γκρίμσον, Ρόξυ Μιούζικ –πέσαμε απότομα, αλλά δεν μασήσαμε.

Οι υπόλοιποι είχαν ήδη βουτήξει κάποια κορίτσια κι αυτό ήταν εύκολο γιατί μόνο κορίτσια είχε το πάρτι. Ντυμένα λες και πήγαιναν στη «Φλόριαν Γκρέυ», με λαμέ, βάτες και γόβες –αλλά, τέλος πάντων, κορίτσια. Βρήκα τη μοναδική που δεν έμοιαζε με καρνάβαλο και της ζήτησα να χορέψουμε. Φορούσε τζιν παντελόνι και αθλητικά –μια χαρά κορίτσι! Ο Σταύρος μου έκλεινε το μάτι, γελώντας ανάμεσα σε κάτι μαλλιά κομμωτηρίου. Παραξενεύτηκα. Τράβηξα κοντά μου το κορίτσι αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά! Καθόλου καλά. Έφερα τα χέρια μου στους ώμους της –γαμώ το κέρατό μου, φορούσε αθλητικό φανελάκι κάτω από τη μπλούζα της! Που ήταν το σουτιέν; Πάγωσα. Στα δυο λεπτά της ζήτησα συγνώμη ρωτώντας κατά που πέφτει η τουαλέτα. Μαλάκας!

«Καλή η μικρή;» γέλαγε ο Σταύρος χτυπώντας γροθιές στην πλάτη μου.

«Τι έγινε ρε;»

«Ο μαλάκας την έπεσε σε μια του δημοτικού!» ξεκαρδίστηκε ο Σταύρος.

«Έλα ρε! Είσαι παιδέρας τελικά! Και δε σου φαινόταν!» είπε ο Βαγγέλης.

«Σάλτα γαμήσου εσύ και οι μαλακισμένες ιδέες σου», φώναξα.

«Γιατί μωρέ; Άσχημα ήταν; Ένα σωρό γκόμενες για όλα τα γούστα –μέχρι και για τα δικά σου!» γέλαγε ο Βαγγέλης.

Προτίμησα να μη δώσω συνέχεια.

Στο σπίτι της χοντρούλας γινόταν κόλαση. Οι Στέπενγουλφ μας υποδέχτηκαν, διακόσια μέτρα πριν την εξώπορτα –φωνές, πολλές φωνές, γέλια, τσιρίδες. Και σκοτάδι. Κόκκινο με μπλε λάμψεις. Χαμογελούσαμε ήδη.

«Έπρεπε να έχουμε έρθει εδώ από την αρχή», είπε ο Πάνος.

«Εδώ δεν έχουμε καμιά ελπίδα», προφήτεψε ο Βαγγέλης. «Δεν παίζουμε σε αυτή την κατηγορία».

«Σώπα μωρέ! Σήμερα είμαστε τζετ –παίζουμε παντού», κόμπασε ο Σταύρος.

«Συν –πλην», διαπίστωσε ο «συν –πλην».

Χτυπήσαμε το κουδούνι.

«Πως είσαστε έτσι ρε σεις; Σαν ορφανά που φορέσανε τα καλά τους!» γέλασε η Μελίνα στο άνοιγμα της πόρτας.

Πανηγύρισα από μέσα μου γιατί ήμουν ο μόνος που δεν είχα ντυθεί με τα κλοπιμαία. Όχι εγώ, δεν έπαιζε να αποχωριστώ το σκισμένο μου Levis για κανένα σταυροκούμπωτο. Άσε τους άλλους να βρωμάνε φρέσκο πλαστικό –εγώ είχα την ιστορία μου γραμμένη με λεκέδες στα ξεβαμμένα μανίκια.

«Γεια σου Μελίνα», κατορθώσαμε να ψελλίσουμε προσπαθώντας να κοιτάξουμε κάτω από το μίνι της. Αμέσως μετά τη χάσαμε.

Αλλά βρήκαμε τον Μπιλ τον Χοντρό! Έπινε μπύρες δίπλα σε κάτι που έμοιαζε με τραπέζι, παρέα με τους μεγάλους. Πως δεν είχαμε δει τις μηχανές τους απέξω; Μπροστά από το, περίπου, τραπέζι άραζαν οι παιδικοί μας ήρωες σε πλήρη σύνθεση. Κι εμείς εκεί δίπλα –ανίκανοι να προχωρήσουμε, κοκαλωμένοι.

«Αν βγάλουμε γκόμενα εδώ μέσα, εγώ θα κάτσω να με πηδήξετε», είπε ο Βαγγέλης.

«Αν δε βγάλουμε θα σε πηδήξουμε», τον πληροφόρησε ο Σταύρος.

«Μήπως να την κάναμε από τώρα;» ρώτησα.

«Δεν πάμε πουθενά. Σήμερα είμαστε τζετ», φώναξε ο Σταύρος.

Τον κοιτάξαμε σύξυλοι.

Ένας από τους μεγάλους άλλαζε δίσκους στο πικάπ, μετατρέποντας το σπίτι σε «Rainbow and Victoriafor heavy lovers». Δεν γούσταρα τα μέταλλα, άσε που κανένας δεν χόρευε εκεί μέσα. Κάτι μακριά μαλλιά ανέμιζαν στη αρχή κάθε κομματιού κι αυτό ήταν όλο.

«Κι εσείς εδώ;» απόρησε ο Μπιλ.

«Ε ... ναι ...»

«Δεν έλεγε στου Τάκη ...»

«Και ...»

«Αυτά».

Άσε μας ρε Μπιλ!

«Εσένα σε έχω μπανίσει εδώ και καιρό –το ξέρεις;»

Μια απλή φράση, απλοϊκά διατυπωμένη. Δεν ήταν τίποτα σοβαρό. Κι ας το έλεγε η Μελίνα. Κι ας κοίταζε τον Βασιλάκη τον «συν –πλην» όσο το έλεγε. Αστεία πράγματα!

«Εεεε ... ναι;» απόρησε ο «συν –πλην».

«Ναι σου λέω! Λοιπόν, το πρώτο μπλουζ δικό μου –συμφωνία;»

Συγκρατούσαμε τον Βασιλάκη να μην λιποθυμήσει –«ναι, ναι, οπωσδήποτε». Εμείς το είπαμε γιατί εκείνος είχε πάθει αποπληξία.

Η Μελίνα χάθηκε πάλι.

«Τι έγινε ρε μαλάκα;»

«Μη μασάς –για πλάκα το είπε».

«Μας πήραν στο δούλεμα ακόμα δεν μπήκαμε».

«Παγίδα θα είναι! Να δεις που το έχουν στήσει οι μεγάλοι. Θα σε μπουγελώσουν την ώρα που χορεύεις».

«Μπορεί και να σου κατεβάσουν τα βρακιά!»

«Μπορεί να σου κολλήσουν μια τούρτα στη μούρη!»

«Τουλάχιστον θα φάω και κάτι», αποφάνθηκε ο Βασιλάκης.

«Πότε; Όταν θα σου κατεβάσουν τα βρακιά;»

Τρέμαμε. Ούτε να γελάσουμε δεν μπορούσαμε.

«Τα σιρόπια!»

Πιάσαμε τις γωνίες και αδειάσαμε τα μουκάλια –πνιγήκαμε στο τσούξιμο. Αλλά στανιάραμε ή τουλάχιστον, έτσι νομίσαμε.

«Που κρύφτηκες; Ξέχασες οτι μου χρωστάς ένα μπλουζ;»

Η Μελίνα τράβαγε το χέρι του Βασιλάκη κι εκείνος ακολουθούσε με παγωμένο χαμόγελο.

«Έπαθε εγκεφαλικό», γνωμάτευσε ο Βαγγέλης. «Έτσι ακριβώς έδειχνε και η γιαγιά μου πριν τρεις μήνες!»

«Υπερτασική δεν είναι η γιαγιά σου;» απόρησε ο Σταύρος.

«Ξέρω ‘γω;» αναρωτήθηκε ο Βαγγέλης. «Γιατρός είμαι;»

Λέγαμε μαλακίες όσο ο «συν –πλην» ήταν κολλημένος σφιχτά πάνω στη Μελίνα. Κοιτάζαμε τριγύρω –οι μεγάλοι δεν έδιναν σημασία. Κανένας τους δεν κουβάλαγε κανάτες με νερό, τούρτες ... τίποτα. Δεν πιστεύαμε στα μάτια μας.

«Δηλαδή, σα να λέμε, η Μελίνα την έπεσε στον συν –πλην;» απόρησε ο Βαγγέλης.

«Απίστευτο!»

«Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα!»

«Γίνονται!»

«Όχι ρε!»

«Τι όχι μαλάκα μου; Για κοίτα καλύτερα!»

Κοιτάξαμε καλύτερα. Η Μελίνα φιλιόταν με τον «συν –πλην»! Με γλώσσες και απ΄όλα! Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα! Το σλόου τελείωσε κι αυτοί έμειναν αγκαλιά μέχρι το επόμενο. Δεν άντεχα να παρακολουθήσω άλλο.

Άνοιξα τη τζαμένια πόρτα και βγήκα στο μπαλκόνι –η ευτυχία του φίλου σου είναι και δική σου, εκτός αν έχεις κάποιο κεντρί καρφωμένο στην καρδιά. Γιατί τότε η ευτυχία του φίλου σου είναι φρέσκο δηλητήριο. Είχα ξεμείνει από τσιγάρα –ένα παιδί, στην ηλικία μου πάνω –κάτω, με βαμμένα κάτασπρα μαλλιά στηριζόταν στα κάγκελα του μπαλκονιού και κοίταζε μέσα.

«Έχεις κανένα τσιγάρο;» τον πλησίασα.

Μου έδωσε ένα πακέτο Camel άφιλτρα χωρίς να με κοιτάξει.

«Ευχαριστώ», είπα.

Δε μίλησε.

«Δεν σε έχω ξαναδεί», του είπα για να πιάσω κουβέντα.

«Κι ούτε πρόκειται. Δεν είμαι από εδώ», απάντησε.

«Από που είσαι;»

«Από πουθενά».

Το σκέφτηκα. Μου την έδιναν οι φιγουρατζήδες. Αλλά ήθελα να σιγουρευτώ.

«Και τι κάνεις εδώ –αν επιτρέπεται;»

«Προφητεύω την καταστροφή και μετά μετράω το κόστος», είπε χαμογελώντας.

«Δεν είναι δικό σου αυτό μάγκα!» πετάχτηκα.

«Το ξέρω», μου είπε. «Και ξέρω οτι το ξέρεις»

«Ε;»

«Άντε μέσα. Σε λίγο θα πληρώσετε το λογαριασμό –δε λέει να λείπεις».

Μπήκα πάλι μέσα, αυτόματα, κλείνοντας πίσω μου την τζαμένια πόρτα. Δεν καταλάβαινα Χριστό, αλλά ανησυχούσα. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο –ένας φιγουρατζής ήταν, τίποτα περισσότερο.

«Τι παίζει; Ακόμα χορεύουν τα πιτσουνάκια;» ρώτησα τον Βαγγέλη.

«Μπα. Τώρα μασουλάνε τσιπς», είπε αδιάφορα.

«Τελικά υπάρχει αίσθημα;» ξαναρώτησα.

«Τι να πω; Ο θεός είναι μεγάλος», δήλωσε ο Βαγγέλης.

«Και άγνωστες οι βουλές του», συμπλήρωσε ο Πάνος.

«Ειδικά από τότε που ανακαλύφθηκαν τα ναρκωτικά», είπε μυστήρια ο Σταύρος.

«Λες δηλαδή να έχουμε πάθει ομαδική παραίσθηση;» αναρωτήθηκα.

«Ή αυτό ή είναι κόκαλο η Μελίνα και την έπεσε στον πρώτο σπυριάρη που βρήκε μπροστά της», δήλωσε ο Σταύρος.

«Ο πρώτος σπυριάρης που βρήκε μπροστά της ήμουν εγώ», πετάχτηκε ο Βαγγέλης.

«Εσύ βάζεις Κλεραζίλ –δεν πιάνεσαι», είπε ο Σταύρος.

«Μάγκες ζω το όνειρο!» μας πληροφόρησε ένας εκστασιασμένος Βασιλάκης.

«Συν –πλην πάντα», είπε ο Βαγγέλης.

«Συν! Και πολύ συν!» χαμογέλασε ο «συν –πλην».

«Πες μας -τι έγινε;»

«Αυτή μου όρμηξε –το πιστεύετε;»

«Όχι»

«Κι όμως! Μου λέει αστειάκια και της φαίνομαι γλυκούλης έτσι που έχω καταπιεί τη γλώσσα μου!»

«Σώπα ρε! Τόσο ανώμαλη είναι η γυναίκα;»

«Η παιδεραστία μαστίζει τη χώρα μας κύριοι! Πάρτε το απόφαση».

«Σκάσε ρε μαλάκα!» είπαμε μαζί με τον «συν –πλην».

Ο Σταύρος κουβάλησε κάτι μπουκάλια μπύρες.

«Τι λέτε;» ενδιαφέρθηκε να μάθει.

«Για τις κατακτήσεις του συν –πλην».

«Α, εντάξει. Μην το δένετε πάντως. Όνειρο ήταν και πάει».

«Ε;»

«Για τη Μελίνα λέω. Για κοιτάξτε στο μπαλκόνι –σαλιαρίζει με έναν μαλλιά».

«Τι;»

Ο «συν –πλην» κέρωσε. Το μπουκάλι έμεινε μετέωρο –δέκα εκατοστά από το στόμα του καθώς κοίταζε τη Μελίνα να ξεκαρδίζεται ακουμπισμένη στα κάγκελα όσο ο μαλλιάς της ψιθύριζε κάτι στο αυτί. Ακόμα μια χαμένη μάχη με τους μεγάλους, ακόμα μια φορά ασήμαντοι παρατηρητές –όπως εκείνες τις μέρες που παίζαμε μπάσκετ στην αυλή του σχολείου. Κι έρχονταν αυτοί, οι εξωσχολικοί. Και μας έπαιρναν τη μπάλα χωρίς να πουν κουβέντα –εμείς τους κοιτάζαμε από δίπλα σα μαλάκες. Εντάξει, ήξεραν καλύτερο μπάσκετ από εμάς. Εντάξει, ήταν δυνατότεροι. Και τι θα πει αυτό ρε γαμώτο; Κοίταξα τον «συν –πλην» κι αυτός κοίταζε έξω.

«Τι θα πει αυτό ρε γαμώτο;» φώναξε καθώς έφευγε τρέχοντας για το μπαλκόνι.

Τα ίδια σκεφτόμασταν. Μάλλον. Μπορεί και όχι. Γιατί εγώ είχα τη συνηθισμένη απογοήτευση του μονίμως χαμένου, αλλά εκείνος... Λοιπόν εκείνος δεν πρόσεξε οτι η τζαμένια πόρτα ήταν κλειστή και πέρασε από μέσα της. Με όλη τη φόρα που του είχαν δώσει τα φιλιά της –αυτά, και όχι η πικρή γεύση μιας ακόμα ήττας.

Η ήττα σε μουδιάζει –τα φιλιά σε κομματιάζουν, έτσι πάει.

Τρέξαμε όλοι προς το μέρος του και το πάρτι έτρεξε πίσω μας και η Μελίνα με τον μαλλιά έτρεξαν επίσης αλλά ο «συν –πλην» έπεφτε γεμάτος κοφτερά τζάμια. Δεν μπορώ να υπολογίσω για πόση ώρα έπεφτε. Έπεφτε πάντως. Αργά. Μπροστά στα μάτια όλων. Και σίγουρα –όχι ηττημένος.

Ξημερώματα, γυρίζοντας από το νοσοκομείο, είπα να περάσω από το πάρτι του Τάκη. Είχε τελειώσει, οι μοναχικοί είχαν βαρεθεί να περιμένουν πίνοντας. Αλλά βρήκα τον Τάκη να μαζεύει αποτσίγαρα και μπουκάλια σε μια μαύρη σακούλα –καθίσαμε στο κεφαλόσκαλο αμίλητοι. Για λίγη ώρα.

Μετά μου έφερε κοκακόλα –στην πρώτη γουλιά ανακατεύτηκα και αποφάσισα να μην ξαναπιώ αντιβηχικό στη ζωή μου, ακόμα κι αν πετάγονταν τα μάτια μου έξω από το βήχα.

«Τι έγινε; Πως τα περάσατε;» ενδιαφέρθηκε να μάθει.

«Όνειρο», είπα.

«Εμείς εδώ τα ίδια. Κλασσικά».

«Ξέρω», του είπα.

«Έγινε τίποτα SOS;» ξαναρώτησε.

«Μπα. Μικροπράγματα».

«Όπως;»

«Η Μελίνα ρίχτηκε στον συν –πλην».

«Έλα ρε! Αυτά είναι συνταρακτικά νέα!»

«Κι ο συν –πλην ρίχτηκε σε μια τζαμένια πόρτα».

«Τι έκανε λέει; Χτύπησε;»

«Τον έχουν στο νοσοκομείο»

«Πρέπει να πάω να τον δω!»

«Ναι. Αλλά δε νομίζω ότι θα μπορέσει να σε δει κι αυτός».

Ξημέρωνε για τα καλά όταν έφυγα από του Τάκη. Θα πέρναγε από το νοσοκομείο –εγώ δεν είχα όρεξη. Πήρα το δρόμο για το σπίτι μου.

Ο Βασιλάκης ο «συν –πλην» είναι ακόμα τυφλός.

Υ.Γ.: Ξέρεις οτι υπάρχει λόγος που βρέχει σήμερα το απόγευμα.

31 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

οι σκιές μιλάν είπε...

Aπό την ώρα που διάβασα οτι παίζει στην ιστορία ο Χοντρός, ήξερα οτι δεν θα ΄χουμε πάλι καλά τελειώματα...

...αλλά όχι κι έτσι ρε συ!

Ελπίζω να 'ταν μόνο ιστορία.
:(

The Motorcycle boy είπε...

Και που να τον έβλεπες να ξύνεται τον Χοντρό αδερφέ μου!
Λοιπόν, εντάξει, δεν ήταν μόνο ιστορία. Τουλάχιστον στα βασικά μέρη της.
Δυστυχώς.

Suspect είπε...

respect

Queerdom είπε...

Κάπου φαινόταν ότι δεν ήταν μόνο ιστορία..ίσως ο τρόπος που την έγραψες..δεν ξέρω..

Μου φάνηκε μικρή αυτή τη φορά, γιατί; Και ήταν μια ευχάριστη αλλαγή από τον κύριο Μαλτέζο..όχι πως δεν μ'αρέσει ο κύριος Μαλτέζος, δεν το λέω για αυτό..

Νά'ναι καλά ο "συν-πλην" που τυφλώθηκε από έναν μεθυσμένο έρωτα..

Κι εσύ νά'σαι καλά ΜΒ :)

Finally_Connected είπε...

radio birdman, ε?? πωωω πωωωω!

Ο Καλος Λυκος είπε...

άντε πάλιιιιιιι....

Puppet_Master είπε...

mou thimise cult ellhniko kinimatografo grdelhs("me thimase re posuth??")
polu orea padws.

άσωτος είπε...

ο προλογος ολα τα λεφτα,,,
πραγματικα που εκρυβαν τις γκομενες οταν ημασταν μικροι (λυκειο) και γιατι ηταν το 95% παρθενες;

The Motorcycle boy είπε...

suspect, ο σεβασμός αξίζει σε όσους κατορθώνουν να διαβάσουν αυτά τα σεντόνια.

queerdom, ναι, δεν ήταν μόνο ιστορία. Βασικά, ήταν περισσότερο σκόρπιες κουβέντες από τους φίλους μου μιας πολύ μακρινής εποχής. Λόγω του καταραμένου Σεπτέμβη. Μικρή δεν ήταν -13 σελίδες Α4, περίπου. Οι έρωτες πάντα τυφλώνουν κι αυτό είναι το καλό τους. Αλλά εδώ δεν ήταν ακριβώς έρωτας -ήταν, για όλους μας, η λατρεία κάποιας προαστειακής θεάς.
Κι εσύ να είσαι καλά και να προσέχεις.

finally -για την ακρίβεια Do the pop.

Λύκε, δεν φταίω εγώ. Ο Σεπτέμβρης και "τα ρόδα στον κήπο, που είναι κάπως"

puppet, μνημειώδης ατάκα από τα "Τσακάλια" έτσι; Θυμάμαι ακόμα το γιουχάισμα που είχαμε ρίξει, όταν είχαμε δει την ταινία σε κάποιο σινεμά. Για την ακρίβεια, εκείνη την εποχή ζούσαμε σε περιβάλλον "Απέναντι" και "Η πόλη ποτέ δεν κοιμάται". Δηλαδή, ήμασταν πολύ σικέ.

Άσωτε, μη διαμαρτύρεσαι καθόλου. Όταν ήσουν εσύ μικρός τα πράγματα ήταν πολύ καλύτερα. Στη δική μου εποχή -οι γκόμενες βλέπονταν μόνο πίσω από παράθυρα και κυκλοφορούσαν με συνοδεία μητέρας. Η παρθενιά χανόταν (για τους περισσότερους από εμάς) στο πανεπιστήμιο αλλά οι ορέξεις, δυστυχώς, έρχονταν πολύ νωρίτερα και μας ρήμαζαν. Πολύ σπυρί στη μάπα ρε αδερφέ! Άντε να ανέβεις να τα πούμε. Να πάμε και κανένα γήπεδο.

RaZz είπε...

μμμ δε λεω..
dunno
είχε μέσα τη φρικιαστική λέξη "λύκειο". μάλλον είναι θαύμα που κάθησα και τη διάβασα in the first place :p

για την επόμενη θα ήθελα να παραγγείλω έναν Μαλτέζο ον δε ροξ.

numb είπε...

Για να είμαι ειλικρινής δεν το διάβασα όλο. Αλλά όσο διάβασα (5 πρώτοι παράγραφοι και λίγο στο τέλος) με ταξίδεψε σε μια άλλη ρομαντική εποχή, που εγώ δεν έχω ζήσει. (πλάκα κάνω,οκ? μόνο 25 χρόνια διαφορά έχουμε)

υγ (παντελώς άσχετο): ευτυχώς που υπάρχει και η ΕΤ-1. Με έσωσε από τη βαρεμάρα του ντημπέητ. Και από το απόλυτο κάψιμο εγκεφαλικών κυττάρων

numb είπε...

αλλά η αλήθεια είναι ότι παρακολούθησα λίγο, κάτι που δείχνει ότι κάποια κύτταρά μου κάηκαν. ναι, ναι, είναι η παράγραφος και όχι ο παράγραφος. είναι η ψήφος ή ο ψήφος; ο ψήφος, του ψόφου κλπ κλπ

οι σκιές μιλάν είπε...

Γιατί "σικέ" οι "Απέναντι";
Eκτός κι αν την πιάνεις από την ευνουχιστική της πλευρά την κατάσταση.

PiKei είπε...

Τop of the World, μοτοσακέ. Top of the World... και από ατμόσφαιρα και από ιστορική αλήθεια.

The Motorcycle boy είπε...

Raz, είχε Μαλτέζο μέσα. Δεν τον βρήκες; Περίεργο.

numb εγώ το παρακολούθησα όλο το ντιμπέιτ. Και μου άρεσε κιόλας! Σοβαρολογώ -το θεώρησα υπερπαραγωγή με σεξ, βία, έρωτες, πάθη, προδοσίες, απ΄όλα! Εντάξει, κάπου στη μέση μαστούρωσα και έχανα το θέμα -αλλά καλά ήταν. Δωρεάν πρέζα δεν βρίσκεις εύκολα πλέον.

Σκιές γιατί έδειχνε πολύ ρομαντικά τα χαμένα κορμιά και σε έκανε να ξεχάσεις οτι πρόκειται όντως για χαμένα κορμιά. Έτσι ακριβώς λειτούργησε και η γενιά μου.

pikei, επιτέλους και ένας συνομήλικος που καταλαβαίνει τι λέω! Να τον ακούτε πιτσιρικάδες -εντάξει; Γιατί μάλλον κι αυτός πρώτη προβολή τις είδε τις μαλακίες.

RaZzMaTaZz είπε...

χαχαχα indeed!!!

τώρα που το ανέφερες το συνέδεσα :P

anyway just waitin for the next one :)

The Motorcycle boy είπε...

Χαχα, ναι εντάξει -την επόμενη βδομάδα. Ο Μαλτέζος με ένα δέμα που κανένας δεν θέλει να παραλάβει. 'Η με έναν παραλήπτη που κρύβεται -δεν έχω όλα τα στοιχεία ακόμα.

Mr.Fixit είπε...

Aksizei na zeis gia ena oneiro,ki as einai h fwtia tou na se kapsei?
Ki as einai to teleutaio pragma pou 8a deis prin tyflw8eis mia Melina, na thn kratas agkalia thn wra pou paizei King Crimson?
Den kserw pia...

Mr.Fixit είπε...

Kai gia na elafrynw kai ligo to klima,sovara ypirksane party me Steppenwolf,me Damned,me Sham 69 kai Pistols??Giati emeis megalwsame akougontas ta sta dwmatia mas,se epoxes pou an hsoun daktylodeiktoumenos an eleges oti ta akouges...:(

The Motorcycle boy είπε...

Fixit, η ερώτηση είναι -αξίζει να ζεις διαφορετικά;
Υπήρχαν τέτοια πάρτι και τέτοια μαγαζιά γκέτο που έπαιζαν αυτά τα καταραμένα τραγούδια. Αλλά, για καλό και για κακό, γυρίζαμε με μια κασέτα στην τσέπη -για ώρα ανάγκης.
Δε βαριέσαι -μόνο η ανάγκη μας έμεινε, η κασέτα διαλύθηκε.

Mr.Fixit είπε...

Nai alla apo mia tetoia kaseta pou fylax8hke kai den dialy8ike, tou patros hmwn, egw ema8a na akouw mousikh.

The Motorcycle boy είπε...

Τώρα φταίω εγώ να σου σβήσω το σχόλιο; Συνομήλικος με τον πατέρα σου είμαι ρε;
Υ.Γ.: Είμαι συνομήλικος με τον πατέρα σου; Μας πήρε ο διάολος όλους σα να λέμε!

Natalia είπε...

γλυκειά η ιστορία σου

Μου θύμισες εμένα, την Κική και την Τασούλα...η παλιοπαρέα του λυκείου

πρώτη φορά σε επισκέπτομαι motorcycle boy
ωραίο το blog σου

Saigon & Baygon Inc. είπε...

Απλά συγκλονιστικό.
Η αγαπημένη μου από τις ιστορίες σου...
(νιώθω ελαφρώς κωλόγρια που λέω "στην εποχή μου περιμέναμε πώς και πώς ένα πάρτι για να χορέψουμε ένα κολλητό μπλουζ μ'αυτόν που γουστάραμε... τώρα δε χορεύετε πια...")

Saigon

The Motorcycle boy είπε...

Ναταλία, καλωσόρισες και χαρά στο κουράγιο σου που κάθισες να διαβάσεις τόσο μεγάλο κείμενο! Δεν ξέρω αν είναι καλό που σου θύμισα την παλιοπαρέα του λυκείου -εμένα εκείνα τα χρόνια δεν με γεμίζουν καθόλου με νοσταλγία. Το αντίθετο μάλιστα.

Saigon, έχεις δίκιο -πάνε χρόνια που τα παιδιά δεν χορεύουν μπλουζ. Όσα ακριβώς χρόνια έχω κόψει κι εγώ τα χορευτικά σε κοινή θέα γιατί εγώ και ο ρυθμός είμαστε άσχημα τσακωμένοι. Τα μπλουζ ήταν μια κάποια λύση -όσο να πεις.
Πάντως, αυτό που έχω δει είναι οτι τα παιδιά δεν αγγίζονται πλέον στα πάρτι -κι αυτό είναι πραγματικά κωλογεροντίστικο, ότι και να σου λένε!
Δεν είναι τυχαίο πως η raz (που είναι εικοσικάτι) δεν γούσταρε ιδιαίτερα αυτή την ιστορία, ενώ άρεσε στους μεγαλύτερους.
Τελικά καταλήγω, πως ήταν καλύτερα η αρχαία εφηβική μας μιζέρια από αυτό που επικρατεί σήμερα. Κι αυτό με κάνει να αισθάνομαι πραγματικά γέρος (γιατί είναι δήλωση του στυλ "άλλα τα δικά μας χρόνια"). Δεν ξέρω ...

Υ.Γ.: Πάντως, αφού έτυχε να σχολιάσετε εσείς οι δυο, ξαναθέτω την ερώτηση: "που ήταν τα κορίτσια εκείνες τις εποχές; που διάολο κρύβονταν;" Και επίσης "γιατί το παίζατε τόσο αγγαρεία κάθε φορά που σας ζητούσαμε να χορέψουμε;"

Mr.Fixit είπε...

Den exei na leei re man, gia mousikh idias epoxhs milame...;) Kai sou xw pei gia thn hlikia, it's what's inside that counts...
Oso gia to allo, edw protimw egw ta dika sas xronia pou den ta ezhsa KAN..plaka mou kaneis...?

The Motorcycle boy είπε...

Χμ, το ίδιο λέει και η Tomboy που είναι μικρότερη. Λοιπόν φίλε, να ξέρεις πως η εποχή μας ήταν ένα χάλι και μισό κι εμείς ήμασταν σκέτα αρχιδάκια σε σχέση με τη δική σου γενιά όπως την έχω δει στους δρόμους για τον ν. 16. Για τη μουσική δεν μπορώ να σου πω γιατί δεν είμαι αντικειμενικός. Αυτή συνήθισα, αυτή μου αρέσει.

Mr.Fixit είπε...

Kala gia th mousikh den ti8etai 8ema kan, alla auth h genia exei kai thn allh opsh...thn neoflorotrendy maza, pou pistepse me, den antexetai re arxhge...

The Motorcycle boy είπε...

Φλώροι υπήρχαν πάντα πίστεψέ με αδερφέ (κι αν δε με πιστεύεις ρίξε μια ματιά στον Γαρδέλη). Μόνο που τότε ξέβαψαν με χλωρίνη τα τζιν τους για να μην καρφώνονται. Και τώρα έγιναν γονείς της κατηγορίας "πατρίς, θρησκεία, οικογένεια" για να καταστρέψουν με την ησυχία τους μια ακόμα γενιά.
Γι΄αυτό σου λέω -τυχεροί είσαστε ακόμα. Γιατί είναι καλύτερα να χρεώνεις ξένες πιστωτικές παρά να καταστρέφεις ανθρώπους μάγκα μου.

Ανώνυμος είπε...

Καλημέρα,

ωραία ιστορία - μελαγχολική, φθινοπωρινή. Μου έχει μείνει μια απορία όμως...
Το αγόρι με τα άσπρα μαλλιά στο μπαλκόνι ήταν απλά ένας φιγουρατζής; Ή κάτι άλλο;

ΥΓ: Συνέχισε να γράφεις. Γράφεις όμορφα.

The Motorcycle boy είπε...

Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Δίκαια έχεις την απορία. Το αγόρι με τα άσπρα μαλλιά είναι ο ήρωας (σε νεαρή ηλικία) μιας ιστορίας σε συνέχειες που έγραφα εκείνο τον καιρό και μπορείς να τη βρεις στο πλάι -με τίτλο "Κανένας δεν τον είδε να φεύγει". Μπήκε στην ιστορία που διάβασες χωρίς κανένα, φανερό τουλάχιστον, σκοπό.
Καλή μέρα και σε σένα.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι