Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μέρες κρασιού και τριαντάφυλλων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μέρες κρασιού και τριαντάφυλλων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Ιουλίου 23, 2014

Τα τραγούδια κουρελιάζουν ακόμα

Στέκομαι λοιπόν και χαζεύω τις εξελίξεις να περνάνε έξω από το παράθυρό μου, μόνο που το παράθυρο είναι καθρέφτης και τα μούτρα μου στάζουν νερό – κι όταν καταλαβαίνω οτι το μόνο που χαζεύω είναι οι σακούλες κάτω από τα μάτια μου συν κάποια αξυρισιά ασορτί με το βλέμμα του ηλίθιου –τσαντίζομαι κάπως
«Αργείς;» ακούγεται η φωνή της απέξω.
«Ούτε να χέσει δε μπορεί κανείς με την ησυχία του;» κουμπώνω.
Μαλακία –το μετανιώνω επιτόπου. Δε λες οτι χέζεις στη γυναίκα με την οποία είσαι κολλημένος –ειδικά μάλιστα όταν δεν χέζεις… Και τι να πεις δηλαδή; Ότι ονειροβατείς περιμένοντας ένα τρένο να σε κοπανήσει κατακέφαλα; Ότι φοβάσαι μην το χάσεις το τρένο ή μην περάσει μπάι κι όλη αυτή η αναμονή είναι για το τίποτα…  Γιατί τελικά μπορεί και να μεγαλοποιείς τα γεγονότα ως συνήθως –μια συναυλία είναι, μην τρελαίνεσαι… Στο είπε κι ο Πέτρος: «Δε νομίζω ν΄αξίζει καν τον κόπο, έχουμε πήξει στα νοσταλγικά ριγιούνιον τώρα τελευταία».
«Ξέχασες ποιοι είναι ρε μαλάκα; Τι τους πέρασες –τίποτα γιεγιέδες; Οι δικοί μας είναι ρε…» και είχα κοπανήσει το τηλέφωνο, θα τον σκότωνα τον καργιόλη αν ήταν μπροστά μου –γαμώ τα μπλαζέ υφάκια τους και τα 10 κιλά απαξίωση –δεν είμαστε όλοι ίδιοι, δεν είναι όλοι ίδιοι… Κι αν όμως είναι;
«Αργείς;» με ξαναρωτάει απέξω.
«Βγαίνω», λέω.
Βγήκα.
«Συγνώμη ρε αγαπούλα…» μουρμουρίζει προσπερνώντας με.
«Δεν τρέχει τίποτα», απαντάω αφηρημένος.
Μένουν δυο μέρες ακόμα μέχρι τη συναυλία.

Κοιτάζω τον Τάκη κι ο Τάκης κοιτάζει εμένα και μετά κοιτάζουμε πίσω από τις πλάτες μας μπας και ξεπροβάλλει από πουθενά ο Πέτρος αλλά μάταιος κόπος –είχαμε ραντεβού στις 5, μετά τη δουλειά, και η ώρα είναι μόνο 5:30, σιγά μην ερχόταν τόσο νωρίς ο Πέτρος…
«Λέγοντας μόνοι μας, εννοείς…» απορώ.
«Χωρίς γυναίκες ηλίθιε –τι άλλο να εννοώ δηλαδή; Να στηθούμε στις τρεις γωνιές του μαγαζιού και να μη μιλιόμαστε;» αγανακτεί ο Τάκης.
«Δεν ξέρω, δε γουστάρω…» μουρμουρίζω. Δηλαδή ξέρω. Δε γουστάρω να την αφήσω μόνη στο σπίτι, δεν είμαστε έτσι, πάμε παντού μαζί και τέτοια ρομαντικά αλλά δεν έχω διάθεση να το εξηγήσω στον Τάκη γιατί ξέρω τι θα επακολουθήσει.
«Άστη και λίγο μόνη την κοπέλα», γελάει μαντεύοντάς το.
«Δεν πρόκειται γι΄αυτό…» μασάω.
«Δεν πρόκειται γι΄αυτό, εντάξει, είναι πλανητικό το ζήτημα, άσε μας ρε φίλε… είκοσι χρόνια της ρίχνεις της πιτσιρίκας, νομίζεις οτι έχει καμιά διάθεση να τρώει στη μάπα τα γερόντια;»
«Τα γερόντια που λες μαλάκα μου έχουν τρελή απήχηση στην πιτσιρικαρία και δεν της ρίχνω είκοσι χρόνια…»
«Εντάξει της ρίχνεις δεκαπέντε…»
«Δεκατρία…»
«Να τη φας και να ΄ναι κρύα… Δεν είναι εκεί το θέμα ηλίθιε –μόνος σου το είπες προηγουμένως…»
«Τι είπα;»
«Οτι έχουν απήχηση στην πιτσιρικαρία..»
«Και;»
«Γκομενάκια… Φρέσκα… Ετοιμοπαράδοτα… Σε προσιτά σχέδια, χρώματα και τιμές…. Ειδικά αν πέσει από δίπλα τους ένας έμπειρος γερόλυκος που έχει δει τα συγκροτήματα την εποχή που είχαν περισσότερα μαλλιά παρά μυαλά…»
«Δεν υπήρξε ποτέ αυτή η εποχή…»
«Είπα εγώ οτι υπήρξε; Είπα κάτι τέτοιο ρε βλάκα;» πετάγεται, ελατήριο ο Τάκης. «Αλλά τα γκομενάκια δεν το ξέρουν…»
«Κι ούτε θα το μάθουν –σωστά;»
«Άριστα, δέκα…»
«Δε γουστάρω, βαριέμαι….»
Ο Τάκης αρπάζει το πακέτο μου, το ανοίγει, τρακάρει τσιγάρο –μετά το κοπανάει με δύναμη στο μεταλλικό τραπέζι με αποτέλεσμα το γκαρσόνι πέντε τραπέζια παρακάτω να γυρίσει προς το μέρος μας για παραγγελία. Του κάνουμε νόημα, «όχι ακόμα, περιμένουμε το μαλάκα» -πάει αυτό.
«Εγώ ρε κρετίνε νομίζεις οτι δε βαριέμαι;» ξεφυσάει. «Εγώ νομίζεις πως δε θέλω ν΄αράξω σπίτι με τα παιδάκια μου, να δούμε καμιά ταινία βαράτε και να με πάρει ο ύπνος στον καναπέ;»
«Ωραία –μην έρθεις», προτείνω.
«Μην έρθω λέει… Για να το μετανιώνω μετά για μια αιωνιότητα και μια μέρα… Ρε γιατί πάμε στην κάθε μαλακία και ταλαιπωρούμαστε;»
«Για το τζόγο και την ανάλυση μετά –ξέρω», διαβεβαιώνω. «Αλλά δε θα είναι μαλακία…»
«Ποιος νοιάζεται τι θα είναι –μη με φουντώνεις τώρα…» φουντώνει ο Τάκης.
«Εντάξει –θα δούμε…»
«Όχι. Εντάξει –είδαμε», με διορθώνει. «Την κάνουμε τώρα γιατί έχω να διαβάσω τα κωλόπαιδα;»
«Κι ο Πέτρος;» απορώ.
«Τι ο Πέτρος;»
«Πού είναι;»
«Κάπου θα είναι…»
«Θα συμφωνήσει να πάμε μόνοι μας;»
«Το μαλάκα παριστάνεις;»
Έχει δίκιο. Ο Πέτρος τραβιέται εδώ κι ένα χρόνο (ή παραπάνω) με μια γυναίκα-φάντασμα, κανένας μας δεν την έχει δει, κανένας δε γνωρίζει τίποτα, μόνο με τον Αλέξη και το Στέφανο (τον επιλεγόμενο και Στηβ) βγήκαν κάποια στιγμή αλλά ο πρώτος είναι με μετάθεση στο Τατζικιστάν κι ο δεύτερος αγνοείται από το περασμένο καλοκαίρι που έχασε το καράβι για Κέρκυρα -τυχαίο νομίζω…

Δεν έχω κεφάλι για δουλειά. Κοιτάζω ένα εξέλ και μου μοιάζει σα λαβύρινθος, σορτάρω έτσι στην πλάκα, γίνονται τα δεδομένα μακαρόνι, κλείνω χωρίς να σώσω. Το ξανασκέφτομαι –τι προθεσμία έχω να το ολοκληρώσω; Πίπες… Η συνάδελφος (κι αυτός είναι ο επιεικέστερος χαρακτηρισμός που μπορώ να χρησιμοποιήσω) του διπλανού γραφείου  ανοιγοκλείνει συρτάρια, κοπανάει τα τακούνια της στα πλακάκια.
«Λίγη ησυχία», ζητάω.
«Συγνώμη», λέει.
Τι φταίει κι αυτή; Όλοι φταίνε –δεν υπάρχουν αθώοι στις μέρες μας. Ανάβω τσιγάρο, την βλέπω που δυσανασχετεί –στ΄αρχίδια μου.
Τηλεμάχου, κάμποσος ποδαρόδρομος απ΄την πλατεία , περάσαμε το κωλάδικο κι ο φρουρός μάς έκοψε με άγριο βλέμμα –άραγε θα μας άφηναν σήμερα, μια μέρα έστω, στην ησυχία μας; Είμαστε αγριεμένοι, στην πλατεία κάνουν προσαγωγές, το ξύλο πέφτει αβέρτα στις κλούβες μέχρι την Ασφάλεια –αφήνουν τον κόσμο με το ξημέρωμα. Η πόλη μάς κυνηγάει –όλη αυτή η γαμημένη πόλη έχει βαλθεί να μας εξαφανίσει –έτσι, άνευ λόγου και αιτίας. Προχτές μάς πήγαν τρέχοντας τα ΜΑΤ μέχρι του Στρέφη, βρώμαγε το πράγμα από την ώρα που φάνηκαν οι κοιλαράδες οι Αγανακτισμένοι και μας άρχισαν στα «κωλόπαιδα, τραβάτε σπίτια σας, πούστηδες, πρεζάκηδες». Ευτυχώς δεν ήταν τότε μαζί μας η Πάολα να έχουμε χειρότερα ντράβαλα –πρεζάκηδες πάντως δεν ήμασταν, πού να βρεθούν τόσα φράγκα; Με ούζο και κάτι αντιβηχικά είχαμε γίνει –σπουδαία τα λάχανα δηλαδή, μαστουρώναμε με την ιδέα και ξερνάγαμε σε κάθε γωνιά –χολή, οινόπνευμα και κωδεϊνη, να μας κλαίνε οι ρέγκες…
Τηλεμάχου, δρασκελίσαμε την πόρτα σαν μύγες που ψάχνουν για ζεστασιά το χειμώνα. Είχαμε ξεκινήσει πέντε από την πλατεία, στο δρόμο χάσαμε τους δύο –κάποιο πέσιμο ετοιμαζόταν, στους μπάτσους, στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ, σε καμιά άκρη  –δεν κατάλαβα ή δε θυμάμαι πλέον. Το μαγαζί έχει μπόλικο κόσμο σε κάθε δωμάτιο, φασαρία και μια μυρωδιά κινδύνου στον αέρα, πάμε καρφί στον Ντάνυ, «ποιοι παίζουν σήμερα;» Γελάει, «δε διαβάζετε τις αφίσες;» Τσιτώνουμε, «δεν ξέρουμε γράμματα». Μας φέρνει μπύρες και μας παρατάει. Χωρίς πλάκα τώρα –δεν προλαβαίνουμε να διαβάσουμε τις αφίσες, κι αν προλαβαίναμε δηλαδή, άδικος κόπος. Γιατί οι αφίσες στην είσοδο του μαγαζιού έχουν ημερομηνίες κι εμείς μονίμως τσακωμένοι με τα ημερολόγια τον τελευταίο καιρό.
Πιάνουμε τοίχο στο δωμάτιο με τα στημένα όργανα, παρακαλάω να ανέβουν οι Anti Troppau που είμαι φόλα φανατικός μαζί τους κι όλα δείχνουν οτι κατά κει πάει το πράγμα, ο Ντρεν βάζει μουσική στα πλατό και στη σκηνή είναι οι «δίδυμοί» τους, οι πιτσιρικάδες οι Not 2 without 3. Χώνουν άγρια, στενός ο χώρος κι αυτοί αβόλευτοι… Σταμπάρω τον Άλκη από την Αρχιτεκτονική, αυτόν που μόνο σε συναυλίες τον πετυχαίνω κι ας έχουν 300 μέτρα απόσταση τα πατρικά μας. «Γαμάνε σήμερα οι πιτσιρικάδες», του λέω. «Σώπα ρε μεγάλε», κοροϊδεύει κι ως συνήθως δεν καταλαβαίνω αν αναφέρεται στη διαφορά ηλικίας μου με το συγκρότημα (1 ή 2 χρόνια το πολύ) ή στο προφανές του συμπεράσματος. «Τι παίζει;» τον ρωτάω. «Θα μπούνε μέσα», λέει. «Εδώ;» απορώ. «Εδώ… μαλάκας είσαι; Εδώ μπαινοβγαίνουν καθημερινά». Για ποιους μιλάμε; «Τότε πού;» προσπαθώ να ξεκαθαρίσω. Με κοιτάζει, γυρίζει τα μάτια προς το ταβάνι, χαμογελάει, απορεί με τη βλακεία που με δέρνει και πάει προς το μπαρ. «Θα γίνει της πουτάνας φοιτητάκο», με σκουντάει ο Βαγγέλης. Εδώ ήταν αυτός τόση ώρα; Με ποιους ήρθα; «Θάνατος στους φοιτητές, τους αυριανούς διευθυντές», σιγοντάρει από δίπλα ο Καβάτζας. Τι λένε όλοι γαμώ το στανιό μου μέσα; Πίνω λίγη μπύρα και τότε ακούω την πόρτα να βροντάει. «Μπάτσοι» φωνάζουν οι πιο έξω. Είμαι σίγουρος οτι κανένας τους δεν αναφερόταν σε αυτό…
Και το τηλέφωνο κουδουνίζει μάλλον για ώρα πολλή, το καταλαβαίνω από το υποτιμητικό βλέμμα της συναδέλφου (κι αυτός είναι κολακευτικός χαρακτηρισμός σε διαβεβαιώνω), το αρπάζω αμήχανα.
«Ναι»
«Είσαι σίγουρος;»
Ανάβω τσιγάρο με το τσιγάρο.
«Πού ήσουνα χτες ρε μαλάκα;»
«Αφού φύγατε…»
«Ε, θα φεύγαμε κάποια στιγμή, το έχουμε αυτό, απογευματινό καφέ πίνουμε το πολύ ως τις 10 το βράδυ…»
«Μικροαστικές συνήθειες…»
«Καλύτερα μικροαστός, παρά μικροτσούτσουνος»
Η συνάδελφος παθαίνει κνησμό, ψωρίαση και ερυθρά σε χρόνο dt.
«Καλά –τι κανονίσατε;»
«Δεν μίλησες με τον Τάκη;»
«Μίλησα..»
«Ε, αυτό…»
«Άνευ;»
«Άνευ».
«Κρίμα –κι έλεγα να σας γνωρίσω τη δικιά μου».
«Σάλτα γαμήσου ρε Πετράν».
Κλείνω το τηλέφωνο. Η συνάδελφος αποφεύγει να εκδηλωθεί, απλώς ψάχνει πώς θα αγανακτήσει χωρίς να σκίσει το μασαζοκαλσόν της.
Αύριο είναι η συναυλία.
Τη χαζεύω όσο ξεψαχνίζει σελίδες στο ίντερνετ, ένα τσουλούφι πέφτει στα μάτια της και το κάνει πέρα, αφηρημένη. Υποτίθεται οτι παρακολουθώ τηλεόραση κι αυτό που παρακολουθώ είναι τόσο σημαντικό ώστε δεν θυμάμαι καν τι είναι.
«Τι ψάχνεις;» τη ρωτάω.
«Χαζεύω».
«Κανονικά ή τρόπος του λέγειν;»
Γελάει λιγάκι και με ξαναγράφει κανονικά.
«Για τη συναυλία σήμερα…» ξεκινάω να λέω.
«Θέλεις να πας μόνος σου», με διακόπτει.
«Πού το ξέρεις;»
Σταματάει την ενδιαφέρουσα, το δίχως άλλο, πλοήγησή της στο ίντερνετ και με κοιτάζει.
«Το ξέρω γιατί σε ξέρω», λέει.
«Τι θα πει αυτό;»
«Οτι μερικά πράγματα νομίζεις οτι πρέπει να τα κάνεις μόνος σου…»
«Έτσι νομίζω;»
«Ναι»
«Και γιατί αυτό; Ρωτάω επειδή με ξέρεις δηλαδή…»
Διώχνει πάλι το τσουλούφι από τα μάτια της, δήθεν σκεπτική.
«Μάλλον φταίνε τα πολλά γουέστερν που έβλεπες μικρός….»
«Τι θα πει αυτό;»
«Τα βλέπεις όλα σαν Μονομαχία στο Ελ Πάσο».
«Στον Κόκκινο Ήλιο…» διορθώνω.
«Πάει καλά –στον Κόκκινο Ήλιο», γελάει.
«Όμως…»
«Μην ανησυχείς –έχω ήδη κανονίσει».
«Σίγουρα ή έτσι το λες;»
Γελάει.
«Άντε να παίξεις με τα άλλα παιδάκια, ξέρω οτι δε θέλετε μεγάλους όταν κάνετε αταξίες».
«Παιδάκια –εμείς, μεγάλοι –εσύ, η Αλίκη μέσα από τον καθρέφτη γίναμε», ψευτοθαυμάζω. «Τώρα για τις αταξίες…»
Ξεκαρδίζεται.
«Ξέρεις τι πλάκα έχετε όταν το παίζετε βετεράνοι;» λέει.
«Δεν ξέρω γιατί ποτέ δεν το παίζουμε βετεράνοι», κουμπώνω.
«Ότι πεις», συνεχίζει να γελάει.
Δεν πάμε καλά. Δηλαδή καλά πάμε, αλλά δεν πάμε καθόλου καλά….

Κάθομαι μπροστά στην ορθάνοιχτη, δίφυλλη, ντουλάπα και προβληματίζομαι. Φοράω μπόξερ και κάλτσες κι αυτά είναι τα μόνα που διάλεξα γρήγορα. Παραπέρα; Παντελόνι τζιν για να είμαι πιο άνετος, σε συναυλία πάω… Μήπως όμως κάτι, όχι τόσο κοινότυπο; Δηλαδή τζιν, τι-σερτ και δερμάτινο, θα κοτσάρω και τις μπότες από κάτω –καλώς τον Μπάρλον Μάντο… Σε γηραλέα έκδοση. Εντάξει. Μαύρο πουκάμισο, κασμίρ μαύρο παντελόνι, σακάκι –κλαρινογαμπρός. Καλά λοιπόν. Παντελόνι εκστρατείας με πλαϊνές τσέπες, πουλόβερ φαρδύ, αθλητικά – να φέρω και τα σκι ή θα νοικιάσουμε απ΄το χιονοδρομικό;
Πηγαίνω στο σαλόνι,  αρπάζω το τηλέφωνο, παίρνω τον Πέτρο (που είναι πιο τρε σικ). Το αφήνω να χτυπάει μέχρι που βαριέμαι να περιμένω άλλο. Παίρνω καπάκι τον Τάκη.
«Παρακαλώ;» ρωτάει ο πιτσιρικάς ο γιός του.
«Δώσμου τον πατέρα σου».
«Ποιος τον ζητάει;»
«Εγώ».
Σκέτος παιδαγωγός είμαι ο πούστης ώρες-ώρες…
«Έλα ρε μαλάκα…» παίρνει το ακουστικό ο Τάκης.
«Με τι θα πάμε;»
«Με μηχανές. Πλάκα μού κάνεις; Εκεί θα γίνεται της κόφας, δεν θα βρούμε παρκάρισμα».
«Εντάξει».
«Κάτι άλλο;»
«Ναι…»
«Πες».
«Τι θα φορέσεις;»
«Ντε πιες και γόβες, τα ΄χεις παίξει ρε;»
«Ή τα ΄χω ή τα παίζω, δεν εξηγείται αλλιώς…»
Κλείνω το τηλέφωνο. Ηρέμησε ηλίθιε –μια συναυλία είναι.
Εκείνη με κοιτάζει από την άλλη άκρη του δωματίου.
«Έλα να σε ντύσω», λέει παιχνιδιάρικα. «Θα μου κρυώσεις».
Τσαντίζομαι άσχημα αλλά δεν το δείχνω γιατί θα ρεζιλευτώ ακόμα περισσότερο.

Βγαίνω στη λεωφόρο, νύχτα και η μηχανή κοσκινίζει κάμποσο. Πίσω μου ένας μαλάκας γιωταχής κορνάρει μανιασμένα –είμαι κανονικά σε φάση και δε βλέπω το δρόμο –σύνελθε παπάρα αν θέλεις να φτάσεις στη συναυλία.
Πριν 5 λεπτά με πήγε μέχρι την πόρτα, με φίλησε.
«Να περάσεις καλά», μου ευχήθηκε.
«Ναι», μουρμούρισα. «Εσύ;»
«Σε λίγο θα έρθουν να με πάρουν».
«Εντάξει».

Έχει ήλιο και χειμωνιάτικη ζέστη, ο ιδρώτας τρέχει μέσα από τα σταυροκούμπωτα, κοιτάζουμε τριγύρω αγριεμένοι –δυο μπασκίνες ξύνονται έξω από την είσοδο του Παλαί, ζυγώνουμε επιφυλακτικά, ακουμπάμε ώμο με ώμο για να πάρουμε κουράγιο. Ο Σπήλιος με τον Τσου Λου βγαίνουν μπροστά από το τσούρμο μας, είμαστε πόσοι; 10; 12; Το πολύ. Μπουκάρουμε σε στυλ «πολιτισμένοι και φιλόμουσοι», το παλεύουμε δηλαδή γιατί με το που φτάνουμε στην είσοδο τρώει μια ξεγυρισμένη ο Πουλής και σκάει πάνω στο Μάριο, γυρίζει εκείνος προσπαθώντας να μείνει όρθιος και του τραβάει μια κλωτσιά με την αρβύλα, την αρπάζει κατά λάθος ο δικός μου ο Στάθης την ώρα που περνάει καινούργια δόση οδοντόκρεμα το μαλλί, τσαμπουκαλεύεται, «ήσυχα ρε κωλόσποροι», μουγκρίζει –οι μπασκίνες κοιτάζουν ενοχλημένοι, «φρόνιμα», φωνάζει ένας τους –είμαστε ήσυχοι και φρόνιμοι –τότε ο Σπήλιος ρίχνει μια σφαλιάρα στο Μάριο, «τι θες ρε;» κάνει εκείνος, «άντε κουρέψου», του λέει ο Σπήλιος κι όντως ο Μάριος έχει το μακρύτερο μαλλί απ΄όλους μας γιατί ακόμα ψάχνεται –γουστάρει μέταλλα, μικρός είναι ακόμα,  θα στρώσει.
Μπήκαμε.
Μέσα στο παρκέ στήνουν ήδη οι Stress, τα παιδιά τούς περικυκλώνουν, πέφτουν κάτι φιλικά χτυπήματα στις πλάτες. Πάμε να βολευτούμε στις κερκίδες –έχουν ήδη ανέβει οι φρίκουλες και μας περιμένουν.
«Καλώς τις ηλεκτροπληξίες», φωνάζουν.
«Άντε κουρευτείτε», απαντάμε.
Ένα μπουκάλι μπύρας σκάει δίπλα μου, η κερκίδα γεμίζει γυαλιά.
Τότε εμφανίζονται οι μυστήριοι τύποι με τις καμπαρτίνες και τις ρεπούμπλικες, κρατάνε σκληρές θήκες και κουβαλάνε κάτι γκόμενες πολύ Μπελ Επόκ με μαύρα παλτά και δικτυωτά καλσόν. Τα φρικιά ζητωκραυγάζουν, οι μυστήριοι ούτε να τους χέσουν.
«Τον Άγνωστο Πόλεμο θα γυρίσουνε;» κοροϊδεύει ο Στάθης.
«Ο Φώσκολος πού είναι;» απορεί ο Σπήλιος.
Ένας μυστήριος κοντοστέκεται, μας κάνει κωλοδάχτυλο –εμείς αρχίζουμε τα «ουάου, τι σκληρό αγόρι» και τέτοια.
Όπως και να’χει, στη μέση του Παλαί, χωρίς εξέδρα, ανάμεσα σε ενισχυτές και καλώδια παίρνουν θέσεις οι Stress. Κατεβαίνουμε από τις κερκίδες –κανονικοί Ζουλού. Δεν παίρνει πάνω από 2 λεπτά για ν΄αρχίσει το pogo. Οι μυστήριοι με τις καμπαρτίνες κάθονται παραδίπλα –στ΄αρχίδια μας. Τα φρικιά αρχίζουν κυκλωτικές κινήσεις. Έχουν ανοιχτεί πίσω από τις πλάτες μας και πίσω από τους Stress. Κάποιος μαλάκας ανάβει τις αφίσες που είναι στοιβαγμένες πίσω από το συγκρότημα κι αρχίζει να τις πετάει –το σταυροκούμπωτο του Λούη αρπάζει αλλά εκείνος εξακολουθεί να παίζει κιθάρα σα να μην τρέχει τίποτα. Εμάς στ΄αρχίδια μας γενικότερα –ο Κώστας τραβάει κάτι κλωτσιές σε όσους μαλλιάδες τον πλησιάζουν χωρίς να σταματήσει να παίζει, στο τέλος σκάει το μπάσο του πάνω σε μια ενοχλητική μούρη –όλα καλά.
Οι Stress μαζεύουν και μπλέκονται με μας, φτάνει η σειρά των μυστήριων –ο κιθαρίστας (φοράει ακόμα καπαρντίνα και ρεπούμπλικα ο μάπας) ανακοινώνει: «Είμαστε η Εταιρεία Καλλιτεχνών, δυστυχώς ο Παύλος Σιδηρόπουλος δεν θα είναι σήμερα μαζί μας για λόγους ανωτέρας βίας». Γελάμε –«δεν συνήλθε ακόμα από τη ντάγκλα;» κοροϊδεύουμε. Οι μυστήριοι αρχίζουν να παίζουν κάτι μπλουζιές, τα φρικιά χορεύουν αρκουδιάρικα κι εμείς, συνεννοημένοι χωρίς ν΄αλλάξουμε κουβέντα έχουμε στηθεί λίγο πιο πίσω τους. Δεμένα τα χέρια στο στήθος, πετάμε λίγο πόδι μπροστά –κάποιοι μάς πατάνε κατά λάθος, αυτό περιμένουμε, απαντάμε με σπρωξίδι και σφαλιάρες. Στο τρίτο τραγούδι έχει γίνει αρένα το παρκέ.
Χάνουμε για μια ακόμα φορά, πανηγυρικά –τα φρικιά μας σπρώχνουν έξω από το κλειστό γήπεδο, κάνουμε ξανά ντου (Xanadu που θα έλεγε και η Ολίβια Νιούτον Τζον), ανοίγουν μερικά κεφάλια.
«Πάμε για καμιά μπύρα;» με τραβάει ο Στάθης.
«Πρωινιάτικα;» απορώ.
«Πρωινή μπύρα», διευκρινίζει ο Στάθης.
Αν είναι έτσι θα το δεχτώ.

Έξω από το Gagarin η ουρά μοιάζει με φίδι που χωνεύει ποντίκια –βρίσκω κάποιο πεζοδρόμιο και παρκάρω τη μηχανή, κλειδώνω το κράνος στη μπροστινή ρόδα –πού στον πούτσο είναι ο Τάκης κι ο Πέτρος; Παίρνω τηλέφωνο, ο Πέτρος φυσικά δεν το σηκώνει, ο Τάκης τα ίδια. Πλευρίζω τον κόσμο που περιμένει για εισιτήριο –πιτσιρικάδες –νιώθω κάμποσο άβολα. Όμως θυμάμαι ποιους ήρθα να δω και η αμηχανία μου πάει περίπατο. Κάτι αμυδρά γνωστές φάτσες κόβουν την ουρά και μπαίνουν μέσα, θέλω να μπω κι εγώ.
«Ψηλά τα πόδια ρε πούστη –με τη μούρη στον τοίχο», ακούω τη φωνή πίσω μου όσο ο Τάκης με αρπάζει από τους ώμους.
«Άντε γαμήσου», λέω.
«Άνετα –με τόσα γκομενάκια», γελάει.
Έχουμε ήδη εισιτήριο, κάτι ηλεκτρονικές παπαριές που τις τυπώσαμε σπίτι μας και μοιάζουν με αποδείξεις πιτσαρίας –μέχρι και τα εισιτήρια έχουν σκαρτέψει στις μέρες μας.
«Πάμε μέσα», λέει ο Τάκης.
«Ο Πέτρος;»
«Γάμησέ τον, θα μας βρει μέσα».
Πάμε.

Οι πόρτες είναι διάπλατα ανοιχτές, οι πόρτες βγάζουν φως και μουσική, δική μας μουσική, πέφτω πάνω στο Στέλιο και το Δημήτρη από τους Libido Blume, κάπου παίρνει το μάτι μου τον Γιώργο από τους South of no North και τον Έλτονα, ο Θοδωρής από τη Γενιά του Χάους κρατάει μια φωτογραφική μηχανή,  αγκαλιάζεται με κάτι παλιούς πάνκηδες, γελάνε πολύ  –πού είμαι; Πού ήρθα; Πώς ήρθα;
«Όχι πού θα έλειπες…» κοροϊδεύει ο Άλκης
Αγκαλιαζόμαστε –ο Άλκης έχει πλέον δυο στρέμματα φαλάκρα αλλά τα μάτια δεν γερνάνε.
«Τι γίνεται εδώ;» γελάω κι εγώ.
«Κερδίζουμε την παρτίδα, αυτό γίνεται», μου απαντάει.
«Νόμιζα οτι δεν παίζαμε πλέον», παρατηρώ.
«Γι΄αυτό κερδίζουμε, επειδή δεν παίζουμε. Ο τζόγος είναι για τους ηλίθιους», απαντάει κι εξαφανίζεται.
Από Motorhead δεν είναι αυτό; απορώ. Τι δουλειά έχει ο Άλκης…
Πέφτω στην παρέα από τα Εξάρχεια –δηλαδή πριν 30 χρόνια ήταν παρέα από τα Εξάρχεια, σήμερα…
«Μάστορης, Μαστρόκαλος», μου κάνει νόημα ο Καβάτζας.
«Metro
«Έτσι».
«Μια χαρά…» μουρμουρίζω χαζεύοντας τους δυο μαυροντυμένους να παίρνουν μπύρες από το μπαρ. «Ο Βαγγέλης πού είναι;»
«Δεν τα ΄μαθες για το Βαγγέλη;»
«Όχι –τι;»
«Ε, αφού δεν τα ΄μαθες, μαλάκας είμαι να στα πω εγώ;»
Ο Τάκης με τραβάει μπροστά. Ο κόσμος δεν έχει ακόμα δέσει κι έτσι φτάνουμε δίπλα στη σκηνή –πιάνουμε τοίχο.
«Ποιος πάει για μπύρες;» ρωτάω.
«Αυτός που ρώτησε», απαντάει ο Τάκης.
Κολυμπάω μέχρι το μπαρ, δε θέλω μπύρα γιατί θα με πιάσει κατούρημα κι άντε τρέχα.
«Μια μπύρα και μια Στολίσναγια-τόνικ», παραγγέλνω.
«Καλώς τον», γέρνει προς το μέρος μου ο Ντάνυ.
Ποιος; Ο Ντάνυ. Αναλλοίωτος, παντοδύναμος, πανταχού παρών και τα πάντα κερνών!
 «Ποιοι παίζουν σήμερα;» τον ρωτάω.
Χαμογελάει
«Δε διαβάζετε τις αφίσες;»
«Δεν ξέρουμε γράμματα».
Γιατί οι αφίσες έχουν ημερομηνίες κι εμείς μονίμως τσακωμένοι με τα ημερολόγια.
Πού είμαι;
«Ξέρεις πώς καταλαβαίνουν οι μπάρμαν την ηλικία μας; Επειδή είμαστε οι μόνοι που παραγγέλνουμε Στολίσναγια», ακούω τον ψίθυρο στο αυτί μου.
Γυρνάω –πέφτω φάτσα με τον Παπ, αγκαλιαζόμαστε –25 χρόνια είναι αυτά, από την κατάληψη στο Πολυτεχνείο για το Μελίστα.
Τα φώτα σβήνουν και στη σκηνή εμφανίζονται οι Not 2 without 3 –κοκαλώνω –λες να παίξουν και οι Anti Troppau Council;
Ο Βασίλης, ο τραγουδιστής τους, γαμάει –έχει βρει χώρο στη μεγάλη σκηνή και αλωνίζει, στην άλλη άκρη ο Σπύρος οδηγεί καρφωμένος, έχουν και δυο παιδιά που δεν τα ξέρω αλλά κολλάνε μια χαρά στο συγκρότημα σα να ήταν από πάντα. Ο κόσμος κοιτάζει στο αμήχανο–ο Βασίλης λέει για τραγούδια που γράψανε για έναν πόλεμο που γινόταν τότε, λέει για τραγούδια που ποτέ δεν τελείωσαν –είμαι στον αέρα κρατώντας δυο πλαστικά ποτήρια –πού βρέθηκαν τα πλαστικά ποτήρια στον Πήγασο; Πώς μεγάλωσε έτσι ο Πήγασος;
Βγάζω ολόκληρο το σετ του συγκροτήματος χαμένος στο διάστημα –τα παιδιά κάτω από τη σκηνή αρχίζουν να καταλαβαίνουν οτι θα γίνει σφαγή σήμερα και βιδώνονται. Ο Βασίλης μιλάει στο μικρόφωνο αλλά τον ακούω από μέσα μου, ευτυχώς που δεν είναι δίπλα μου ο Τάκης τώρα…

«Πού χάθηκες ρε μαλάκα; Έπεσες με τα μούτρα στις γκόμενες από τόσο νωρίς; Ας δούμε πρώτα λίγο λάιβ», λέει ο Τάκης αρπάζοντάς μου τη μπύρα.
«Στο μπαρ είναι ο Ντάνυ», λέω.
«Ο γνωστός;»
«Ναι».
«Απέθαντοι είμαστε», σχολιάζει.
«Καθότι εκ γενετής νεκροί», μουρμουρίζω χαμογελώντας ο ηλίθιος.

Και στη σκηνή έχουν ανέβει οι Ανυπόφοροι.
«Έχουμε ένα άσχημο νέο να σας πούμε –είμαστε οι Ανυπόφοροι», χαμογελάει ο Στάθης μπροστά στο μικρόφωνο πριν αρχίσει τις 8 φορές.
Νιώθω κάπως πιτσιρίκος, τα Ολ Σταρ πάνε μόνα τους, προλαβαίνω να φρενάρω στο φτερό μη γίνω σκέτο κάζο –ο γέροντας που χορεύει –τσαντίζομαι αλλά δεν ξέρω αν είναι με τις αναστολές μου ή με κάτι άλλο, οι κανονικοί πιτσιρικάδες μπροστά μου κοροϊδεύουν –θα τους πλακώσω, δεν υπάρχει περίπτωση. Έχουν κοπέλες μαζί τους και το παίζουν μούρες –ο ένας γυρίζει σε μένα.
«Ποιοι είναι αυτοί;»
«Οι Κλας»
«Και ποιοι βγαίνουν μετά;»
«Οι Σεξ Πίστολς».
Μου γυρνάει την πλάτη. Συνέχισε ρε μικρέ… Φτιάξε με κι άλλο.
Οι Ανυπόφοροι καθαρίζουν για πάρτη μας –ο μπασίστας βολτάρει σαν κανονικός πρωτόγονος,  πώς το λέγανε οι Κραμπς; «Ρε φίλε/ Τέταρτος όροφος/ άνθρωπος των σπηλαίων/ τελευταία πόρτα», ο πληκτράς χορεύει, ο κιθαρίστας είναι ήρεμη θάλασσα το χειμώνα, ο ντράμερ ξεφαντώνει. Τα πιτσιρίκια μπροστά μου το πιάνουν το νόημα επιτέλους. Κι όταν οι Ανυπόφοροι μαζεύονται στη μέση της σκηνής, αγκαλιάζονται, τραγουδάνε: «κοιτάζω συνέχεια/ αυτά που με κρατάνε πίσω/ δεν κάνω καμία κίνηση να τα ξεχάσω/ δεμένος δεν είμαι/ όπου θέλω τριγυρνάω/ τον εαυτό μου αφήνω ελεύθερο/ και δεν το μετανιώνω ποτέ» ο κόσμος σκάει σαν πυροτέχνημα, ασορτί με τα φλας των φωτογράφων μπροστά στη σκηνή. «Αντίο, μετά από 30 χρόνια χρειάζεται να πεις ένα αντίο» λέει ο μπασίστας τους και δακρύζουν μέχρι τα τσιμέντα του μαγαζιού.
«Άλλοι λένε αντίο κι άλλοι γεια σου», μου σφυρίζει στο αυτί ο Τάκης.
«Φιλοσοφία για αρχάριους», μουρμουρίζω.
«Η πραγματικότητα που δαγκώνει», γελάει ο Τάκης πιάνοντάς με από τους ώμους.
Τραβιέμαι νευρικά. Με ξαναβουτάει.
«Ψυχραιμία αγόρι μου», σφυρίζει καθώς με γυρίζει προς τ΄αριστερά.
«Μη με γαμάς ρε μαλάκα», κουμπώνω.
«Εγώ όχι –για αυτήν δεν ξέρω….» κι όσο μιλάει μού γυρίζει το κεφάλι προς το εκεί που δείχνει.
Δεν βλέπω τίποτα και δε θέλω να δω τίποτα πέρα από το επόμενο συγκρότημα που θ΄ανέβει στη σκηνή. Τι να δω δηλαδή; Κάτι ζόρικα γκομενάκια –εντάξει, δε με νοιάζει. Πιτσιρικάδες που πάνε πέρα-δώθε, και λοιπόν; Είμαι έτοιμος να του σβουρίξω καμιά ξεγυρισμένη (τι τον πιάνει το μαλάκα ώρες-ώρες;) όταν τη βλέπω. Το ίδιο κοντό μαλλί, βαμμένο κόκκινο πλέον (αν δεν με ξεγελάνε τα φώτα). Η ίδια (κάποια ίδια τέλος πάντων) τρομερή τσάντα περασμένη στον δεξί ώμο. Μιλάει με κάτι κουρασμένους τύπους που ίσως και να μην έχουν τα δικά μου χάλια (ίσως και να με ξεγελάνε τα φώτα όμως), κοιτάζω καλύτερα και ξεχωρίζω (ή έτσι νομίζω γαμώτο) τον Αργύρη ίδιο κι απαράλλαχτο αλλά στο πιο σκεβρωμένο. Προσπαθώ να δω περισσότερα αλλά δε διακρίνω τίποτα πλέον γιατί μια παρέα χώνεται ανάμεσά μας.
«Ωραία», λέω. «Και τώρα τι γίνεται;»
«Βράζει και χύνεται», απαντάει ο Τάκης.
«Λείπει κι ο Πέτρος…» παρατηρώ. «Αλήθεια που να΄ναι;»
«Άντε γαμήσου και πήγαινε ρε –κόψε το αντικάρφωμα», φωνάζει ο Τάκης και μου τραβάει μια στην πλάτη.
«Δε θέλω», λέω.
«Αλλά πρέπει», μου υπενθυμίζει. «Πήγαινε –σε στηρίζω».
Ξεκινάω τις απλωτές μέσα στο πλήθος που συνεχώς πυκνώνει (καλά –πόσοι θα ‘ρθουν;) σκουντάω, με πατάνε, πλησιάζω. Στα δυο μέτρα γυρίζει απότομα προς το μέρος μου (το μουνί ο Αργύρης μάλλον με κάρφωσε), κοιτάζει, πάει να χαμογελάσει αλλά δεν της βγαίνει –πού ακούστηκε να χαμογελάνε οι ακαμψίες; Είναι όμορφη όπως τότε, μόνο πιο στεγνή κι εντελώς απάνθρωπη. Ψάχνει στην τσάντα της, τραβάει ένα τσιγάρο χωρίς να πάρει τα μάτια της από πάνω μου, την έχω ήδη φτάσει –ο θρυλικός ζίπο τινάζει το καπάκι στον αέρα κι ανάβει όσο ρολάρει πάνω απ΄το δεξί μου γόνατο, τον φρενάρω δυο πόντους μακριά από το τσιγάρο της χωρίς να την κοιτάζω –κλασικό στυλάκι.
«Βρε ο Αργύρης», λέω στο Αργύρη.
«Τι κάνεις ρε κωλόπαιδο;» γελάει εκείνος και μου δίνει το χέρι του.
Δεν απλώνω να το πάρω –τι να το κάνω άλλωστε; Έχω.
«Το Μανώλη δε βλέπω», του λέω.
«Δεν είσαι ο μόνος. Τελευταία τον βλέπουν μόνο οι νεκροθάφτες σε κάθε εκταφή», απαντάει ο Αργύρης.
«Πάει ο Μανώλης;» απορώ.
«Τον πηγεμένο λες;» γελάει εκείνος.
«Από τι;»
«Όσο κι αν σου φανεί παράξενο, από καρκίνο».
«Παθαίνουν καρκίνο και οι Ινδιάνοι πλέον;»
«Είδες; Μας γάμησε εντελώς ο λευκός άνθρωπος».
«Τι κάνεις Άλεξ;» γυρίζω ξαφνικά προς το μέρος της και την πετυχαίνω να κοιτάζει τα παπούτσια της.
Ξαφνιάζεται κι εγώ μου δίνω συγχαρητήρια γι΄αυτό.
«Καλά –εσύ;» απαντάει –ρωτάει.
«Εγώ… γενικά», απαντάω στο σκέτο.
«Μάλιστα», λέει η Άλεξ.
«Πάω για καμιά μπύρα», λέει ο Αργύρης.
«Όσο μακρύτερα τόσο καλύτερα», του επισημαίνω.
«Μια ζωή ο ίδιος μαλάκας…» διαπιστώνει φεύγοντας.
Είμαστε μόνοι στην ερημιά του κόσμου με 1.400 άτομα τριγύρω μας. Τόσα πάνω –κάτω.
«Άκουσες τι είπαν;» μου δείχνει προς τη σκηνή.
«Ποιοι;»
«Αυτοί –το συγκρότημα».
«Γύρω στα 5 με 6 τραγούδια;» κάνω το μαλάκα.
«Είπαν οτι μετά από 30 χρόνια χρειάζεται να λες ένα αντίο», μου υπενθυμίζει.
«Α, φεύγεις;» ανεβάζω επίπεδο στη μαλακία ο παίκτης.
«Κόφτο μωρέ –τόσα χρόνια…» κομπιάζει.
«Εντάξει», λέω.
«Μου χρώσταγες ένα κανονικό αντίο. Ανθρώπινο…»
«Σου χρώσταγα –εντάξει. Και λοιπόν;» ζητάω να μάθω.
«Τίποτα. Αυτό», μουρμουρίζει.
«Βλακείες… Δεν υπήρχε περίπτωση να σου πω αντίο –μόνο όταν κοιμόσουν μπορούσα να την κάνω, το ξέρεις…»
«Το ξέρω…»
«Λοιπόν;»
«Όμως…»
«Τι κάνεις στη ζωή σου γενικότερα;» την κόβω πριν παίξουμε το Ένας άντρας και μια γυναίκα -20 χρόνια μετά. Τι 20 δηλαδή… κάντο 30 να είσαι μέσα.
«Α, αυτό… Μια χαρά… Δουλεύω πολύ και βγάζω λίγα, παλιά δούλευα λίγο κι έβγαζα πολλά όμως αλλάξανε τα πράγματα. Φτιάχνω εφαρμογές για κινητά τηλέφωνα, για ίντερνετ –τώρα δηλαδή… παλιότερα…» όσο μιλάει κοιτάζει τα δάχτυλά της και το τσιγάρο που καίγεται άσκοπα.
«Οικογένεια; Παιδιά;» ρωτάω.
Γελάει.
«Μια κόρη…»
«Άντρας;»
«Μας τελείωσε».
«Πώς αυτό;»
«Έτσι απλά…»
Την περιμένω να συνεχίσει.
«Μια μέρα γύρισα σπίτι και με περίμενε. Του είπα λοιπόν οτι δεν ήθελα πια να με περιμένει».
«Κι εκείνος;»
«Αντί να καταλάβει οτι ήθελα να γυρίζει σπίτι μετά από μένα, σηκώθηκε κι έφυγε», λύνεται στα γέλια.
Χαμογελάω –αργεί πολύ το επόμενο συγκρότημα;
Στη σκηνή βγαίνουν οι φοβεροί Cpt Neφος  με σύνθεση «πρώτες μέρες του Πήγασου» συν προσθήκες. Είμαι πλέον στο στοιχείο μου –μπορεί και να χορεύω ήδη με το Cadillac Dreams απλά δεν το έχω πάρει χαμπάρι. Δυο κιθάρες, Μανής-Ντρενογιάννης κι ο Άκης να οργώνει στην άλλη πλευρά –ξεχνάω την Άλεξ, θυμάμαι οτι κάποτε ζούσαμε ή έτσι μου φαίνεται τώρα που το βλέπω από απόσταση. Μόνοι κι ανήσυχοι.
Πλησιάζει ο Τάκης που έχει πάρει χαμπάρι οτι πάγωσε το πράγμα, αγκαλιάζεται, φιλιέται με την Άλεξ (κι εγώ θα ήθελα να το κάνω αυτό –να νιώσω πώς είναι), ο Αργύρης άφαντος.
«Πάω για ποτό, θέλει κανείς;» ρωτάω και φεύγω πριν μου απαντήσουν.
Ο κόσμος χορεύει Colors Melting, φτάνω κοντά στην πόρτα της εξόδου, κάποιοι κουβαλάνε έναν λιπόθυμο, αφήνομαι-παρασύρομαι, φτάνω κοντά στους μπράβους, «να βγω λίγο;», «να βγεις» -η Λιοσίων ήσυχη με τα αυτοκίνητα να περνάνε σκεφτικά, μπαίνω στο πλαϊνό στενό, ανάβω τσιγάρο, δε νιώθω, μια μικρή πόρτα μισάνοιχτη, ετοιμάζεται να μπει η Άντα με το Μπάμπη από τους Villa 21, ένα παιδί διπλωμένο σα σουγιάς ξερνοβολάει, χώνομαι πίσω τους, βρίσκομαι δεξιά από τη σκηνή, ο Λούης με τον Κώστα ακουμπισμένοι στον τοίχο –χαιρετιόμαστε, λέμε κάμποσες σαχλαμάρες, συνέρχομαι.
Τώρα παίζουν το I believe, ο Ντρεν υποκλίνεται –τι δε θα ‘δινα να ήταν κι ο Τζαβάρας μαζί τους εκεί πάνω, τι δε θα ΄δινα να μην την είχα δει, να μην υπήρχαμε στη συνέχεια ενός χτικιάρικου παρελθόντος…
Αλλά κάθομαι εδώ πέρα και περνάω ωραία, τα Αρνάκια βγαίνουν στη σκηνή και τελικά δεν τρέχει τίποτα –μπορεί και να χορεύω, μπορώ και να χτυπιέμαι πάνω στους πιτσιρικάδες γιατί κι αυτοί κάνουν το ίδιο, γινόμαστε κουβάρι, «άχαρη μοίρα και ματαιότης/ άδοξο τέλος μιας ένδοξης νιότης», ένας λιώμας με σπρώχνει άτσαλα, τον κοιτάζω –χαμογελάει, ξέρω πότε θα σκάσει το ρεφρέν, πέφτω πάνω του κι εγώ με τον αριστερό ώμο –κατεδάφιση με τα όλα της. Πονάω κάμποσο, ελπίζω να μην τον έβγαλα τον ώμο, ο λιώμας σηκώνεται και πάει παραδίπλα –θέλω κάποιον να πλακωθούμε τώρα, να γίνουμε σκουπίδια, να μας φτυαρίσουν έξω στο δρόμο, να τελειώσουμε.

Εκμεταλλεύομαι τα ανθρώπινα ερείπια που άφησαν πίσω τους τ΄Αρνάκια για να ξαναπάω κοντά στον Τάκη και την Άλεξ. Ο Αργύρης μιλάει με δυο πιτσιρίκες (και πάω στοίχημα οτι ξέρω τι τους λέει), τον προσπερνάω, περνάω κάμποσα παιδιά που ψάχνουν για νερό, τους φτάνω.
«Πού χάθηκες εσύ;» χαμογελάει η Άλεξ –στυλάκι πολύ τσιχλόφουσκα, ας πούμε.
«Τώρα; Από πάντα…» μουρμουρίζω.
«Πήρες και ποτάκι βλέπω», κοροϊδεύει ο Τάκης δείχνοντας τα άδεια μου χέρια.
Δε μιλάω.
«Ακόμα περιμένω να μου πεις τι κάνεις με τη ζωή σου», μου υπενθυμίζει η Άλεξ.
«Τίποτα το άξιο λόγου», λέω.
«Παντρεύτηκες;»
«Μπα –δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος… Οικογένειες, παιδιά… όχι εδώ», μουρμουρίζω.
«Πες μου κιόλας οτι με περίμενες», ψευτογελάει.
«Σε περίμενα… Αλλά δεν ήρθες και μετά ξέχασα τι περιμένω –έτσι το είδα κάπως γενικά το πράγμα».
«Είσαι μόνος δηλαδή;»
«Είπα κάτι τέτοιο;»
«Δεν το είπες…»
«Έι, θα χορέψω Μπαρτσελόνα/ θα χορέψω Μπαρτσελόνα/ κουά, κουά/, κουά, κουά, κουά» λέει ο Αγγελής στο μικρόφωνο. «Είχα υποχρέωση να το πω, αυτό ήταν το πρώτο τραγούδι της κόρης μου», εξηγεί.
Κι εγώ είμαι απίστευτα μαλάκας που πήγα δίπλα στην Άλεξ όταν στη σκηνή βγήκαν οι Χωρίς Περιδέραιο.
«Κάτω», φωνάζει ο Αγγελής.
«Από το σεληνόφως», απαντάει ο κόσμος.
Χαμογελάω.
«Έχεις φοβηθεί ποτέ τραγούδι;» λέω.
«Ακόμα κολλημένος», παρατηρεί η Άλεξ.
Ο Τάκης έχει φύγει καρφί για το διαχωριστικό –σκάει ανάμεσα στους πιτσιρικάδες και κοπανιέται.
«Κοίτα ποιος μιλάει…» ψευτοθαυμάζω.
«Εγώ ρε φίλε, τα κολλήματά μου τα πλήρωσα και τα πληρώνω», μου φωνάζει στο αυτί.
«Εντάξει –κι αν σου μείνουν τίποτα ρέστα, δώστα μας να γίνουμε κι εμείς», φωνάζω με τη σειρά μου.
Κι εκείνη με σπρώχνει πέρα –δεν πάω πουθενά γιατί το μέρος είναι πίτα στον κόσμο, απλώς πατάω μια κοπελίτσα χωρίς να ζητήσω καν συγνώμη.
«Άλλαξε τουλάχιστον ντίλερ –ακόμα με τον Αργύρη, αηδία κατάντησες», της χώνομαι.
«48 σιωπές/ να κρυφτούμε από κάτω αν θες», βοηθάει ο Αγγελής από πάνω μας.
Δίκιο έχει –τι τα σκαλίζουμε; Φεύγω μπροστά, να βρω τον Τάκη που χορεύει αγκαζέ με κάτι πιτσιρικάδες. Τι γίνεται εδώ ρε πούστη; Τι δουλειά έχουμε εδώ; Ποιος μας παίζει για να σπάει πλάκα;
Μένω καρφωμένος στο κάγκελο, είμαστε ένας κόσμος κουρελιασμένος, με τσακισμένες τις αντοχές –που επιμένουμε να τραγουδάμε κι ας μη βγαίνει πια φωνή. Δε θέλω να την ξαναδώ, αν είναι η Άλεξ θα φύγει, αν μείνει δεν ξέρω ποια είναι.
Το συγκρότημα φεύγει από τη σκηνή, ο κόσμος αραιώνει γύρω μας, αναπνέω, διψάω –έχει σκιστεί και η μπλούζα μου…
«Πάμε να πιούμε κάτι ρε γελοίε», με τραβάει ο Τάκης.
Προσπαθώ να μην κοιτάξω προς το μέρος της.
«Έφυγε», λέει ο Τάκης.
«Γεγονός;»
«Ή κρύβεται για να μας την πέσει αργότερα», υπολογίζει.
«Έφυγε», λέω.
Πάμε προς το μπαρ, ο Τάκης πιάνει κουβέντα με τον Ντάνυ, εγώ περιμένω πιο πίσω και τότε εκείνη με βουτάει από το χέρι.
«Πήγαινέ με μέχρι έξω τουλάχιστον», ψιθυρίζει.
Την αφήνω να με πάει αυτή προς την έξοδο. Κοντοστεκόμαστε –οι μπράβοι την έχουν κοπανήσει κι ο κόσμος μπαίνει ελεύθερα πλέον.
«Είμαστε μαλάκες, αλλά δεν μας παίρνει για μαλακίες», λέει. «Ας χωρίσουμε λοιπόν σαν άνθρωποι».
Δε μιλάω. Την αφήνω να με αγκαλιάσει, νιώθω ένα βαρύ άρωμα σαν κι αυτά που ρίχνουν στους πεθαμένους, τη φιλάω στο μάγουλο –έτσι είναι λοιπόν; Κρύα, σκληρά, αναπόφευκτα.
«Ποτέ δεν ευχαριστήθηκα το σεξ μαζί σου», ξεκαρδίζεται στα γέλια όσο κάνει δυο βήματα πίσω.
«Κι εγώ προσποιούμουν οτι είχα οργασμό», ανταποδίδω γελώντας.
«Να προσέχεις», μου λέει.
«Τι πράγμα;» απορώ.
«Να μη σε πετύχω μπροστά μου –αυτό».
«Κι εσύ να προσέχεις», απαντάω.
«Τι πράγμα;»
«Μην πετύχω πουθενά την κόρη σου».
Ξεκαρδίζεται και μου γυρίζει την πλάτη.
«Κοιτάζω τη θάλασσα/ κοιτάζω την άμμο/ κοιτάζω τον εαυτό μου/ καθρεφτίζεται στα μάτια μου/ ο νεκρός άντρας στην παραλία», λέει ο Ρόμπερτ Σμιθ από κάποιο ηχείο –αλλά μπορεί και να κάνω λάθος.
«Στολίσναγια-τόνικ», μου πασάρει το ποτό ο Τάκης.
«Ξέρεις πώς καταλαβαίνουν οι μπάρμαν την ηλικία μας;» τον ρωτάω.
«Επειδή είμαστε οι μόνοι που παραγγέλνουμε Στολίσναγια», γελάει.
Όλοι το ξέρουν λοιπόν;
«Πάμε πιο πέρα, να σου πω», μου κάνει νόημα ο Τάκης.
Την πέφτουμε σε κάτι εύκαιρα σκαλοπάτια που οδηγούν στον εξώστη.
«Δώσε τσιγάρο», μου ζητάει.
Ανάβω δύο, του δίνω το ένα. Πίνουμε αμίλητοι.
«Φεύγουμε», λέει.
«Όχι ρε –έχει άλλα τρία συγκροτήματα ακόμα», διαμαρτύρομαι.
«Εγώ, η Α και τα παιδιά…»
«Πού πάτε;»
«Αμέρικα».
Μένω να τον κοιτάζω.
«Δεν τραβάει άλλο η κατάσταση εδώ πέρα. Με το ζόρι τα φέρνουμε βόλτα κι όταν μεγαλώσουν τα παιδιά τι στον πούτσο θα κάνουν; Δεν υπάρχει προοπτική…» εξηγεί.
«Και είναι αυτός λόγος;» απορώ.
«Από πότε χρειαζόμασταν λόγο;» απορεί με τη σειρά του.
«Σωστός», παραδέχομαι. «Πότε;»
«Το καλοκαίρι. Να τελειώσουν τα παιδιά το σχολείο…»
«Εντάξει».
«Ήθελα να το πω και στους δυο σας μαζί…»
«Αλλά άντε να βρεις τον Πέτρο», συμπληρώνω.
Συμφωνεί κουνώντας το κεφάλι του.
«Ας μην το κάνουμε θέμα», λέω.
«Ποιο πράγμα;» ρωτάει.
«Έτσι ακριβώς», επικροτώ.
Φεύγει λοιπόν κι αυτός –ο Πέτρος είναι εξαφανισμένος, καλά πάμε… Σηκωνόμαστε χωρίς συνεννόηση, ξεκινάμε για μπροστά. Πονάνε τα πόδια μου, πίνω αχόρταγα λες και κάνουμε κάποιο διαγωνισμό, στη σκηνή στήνει το επόμενο συγκρότημα, ψάχνω να δω ποιοι είναι, βλέπω το Μάστορη να στριφογυρίζει –πιάνω το νόημα.
«Metro», του λέω.
«Εδώ ήρθαμε, πάμε να φύγουμε», γελάει.
Ποτέ δε φεύγουμε –ήρθαμε για να μείνουμε και κανένας καργιόλης…

Ο κόσμος ξαναβγαίνει μπροστά, η σκηνή μαυρίζει, κάποιοι γκαρίζουν αδημονώντας, αλλά τα παιδιά στη σκηνή είναι δικοί μας άνθρωποι –καθυστερούν μέχρι να πιάσουμε καλή θέση κι εμείς οι γέροι. Μόνος του ο Μάστορης παίζει μια εισαγωγή στα πλήκτρα, τα πόδια ριζώνουν, ο κόσμος αμήχανος, ξέρω μάλλον που το πάνε εκεί πάνω στη σκηνή κι όταν ένας πιτσιρικάς, πολύ δική μας μούρη, βγαίνει κι αρπάζει το μικρόφωνο ψιθυρίζοντας «στολή θαρρώ πώς φόρεσες για να ΄ρθεις/ σα μύθος φαντάζεις μη φύγεις από δω», ίσα που προλαβαίνω να ειδοποιήσω τον Τάκη.
«Θα γίνει της πουτάνας».
Κι έτσι ακριβώς γίνεται επειδή οι δικοί μας πάνω στη σκηνή ανεβάζουν την ένταση μέχρι να σκάσει ένα κύμα πάνω στις πρώτες σειρές, να τις πετάξει πίσω και στη συνέχεια να τις ρουφήξει μπροστά, κανονική παλίρροια. Βλέπω τους Metro Decay εκεί πάνω, βλέπω το Μαστρόκαλο να σκάβει αφώτιστα λαγούμια με την κιθάρα του, ακούω το Μάστορη να ουρλιάζει βγάζοντας την ένταση μιας ολόκληρης γενιάς που περίμενε κρυμμένη πίσω από ειρωνικά χαμόγελα και καταλαβαίνω οτι αυτό ήταν –τελείωσε. Κάτι τελείωσε… Δεν ξέρω αν πρέπει να πάμε παρακάτω, δεν μ΄ενδιαφέρει δηλαδή –όπου γουστάρουμε θα πάμε, παρακάτω, παραπίσω –αλλά όταν το συγκρότημα φεύγει από τη σκηνή με τον πιτσιρικά τραγουδιστή να ψιθυρίζει: «δεν ήμασταν οι Metro Decay» νιώθω κάμποσο ωραία. Φεύγουμε αλλά δεν το βάζουμε στα πόδια, χάνουμε αλλά δεν χανόμαστε.
«Αν δε βγουν άλλοι θα βγω έξω και θα σκοτώσω τον πρώτο άνθρωπο που θα συναντήσω», μουγκρίζει δίπλα μου ο Τάκης.
Καταλαβαίνω.
«Έχει κι άλλους», λέω.
Δε γίνεται να μας αφήσουν έτσι…

Και, φυσικά, βγαίνουν οι Stress –χαμογελάω σαν παιδάκι που του πήραν καινούργιο ποδήλατο –μαζί τους βγαίνει κι ο Τάκης από τους Παρθενογένεσις, ξεκινάνε εκείνο το τέμπο που σήκωνε σύννεφο τη σκόνη στη συνοικία μου πριν ακόμα περάσει η άσφαλτος, «Fuck art lets pogo» φωνάζει ο Κώστας και βρίσκομαι ήδη 10 πόντους από το πάτωμα όταν με τραβάει κάποιος από το μπράτσο. Γυρίζω – βλέπω ένα γεροντοφρικιό.
«Εσύ είσαι;» με ρωτάει.
«Εγώ θα ΄μαι», υποθέτω γιατί δεν καταλαβαίνω ποιον ψάχνει.
Του γυρίζω την πλάτη, προσπαθώ να αφοσιωθώ στο συγκρότημα.
«Αυτοί ποιοι είναι;» με ξανατραβάει από το μπράτσο.
«Οι Stress», λέω και ξαναγυρίζω προς τη σκηνή.
Καινούργιο τράβηγμα από το μπράτσο –α, θα τον γαμήσω δε γλιτώνει…
«Οι Stress δεν παίζουν την επόμενη Πέμπτη;» ρωτάει.
Τον κόβω οτι είναι πίτα.
«Ε, παίζουν και σήμερα –τι να κάνουμε;» κουμπώνω.
Γυρίζω προς τη σκηνή και κάνω δυο βήματα μπροστά αλλά δε γλιτώνω. Τράβηγμα από το μπράτσο –γυρίζω προς το μέρος του υπολογίζοντας πού να τον κοπανήσω.
«Αυτός που τραγουδάει, ποιος είναι;»
«Ο Καζαντζίδης»
«Ποιος;»
«Ο Μητροπάνος».
«Ποιος;»
«Ο Πολυχρονόπουλος γαμώ τη ζωή μου…»
«Ο Πολυχρονιάδης;»
«Αυτός!»
Ευτυχώς κάτι πιτσιρικάδες μάς σαρώνουν καθώς βιδάρουν το pogo τους –κοπανάω πανευτυχής στο κάγκελο, το γεροντοφρικιό δεν έχει καμιά τύχη.
Ο  Πολυχρονόπουλος  φεύγει, έρχεται ο Φρανκ και απορώ πώς είναι δυνατό να χοροπηδάμε μετά από τόσες ώρες. Διακρίνω δεξιά μου τον Τάκη να κλωτσάει το κάγκελο, διακρίνω κι έναν μπράβο να τον κοιτάζει –ο μπράβος μετά από λίγο γυρίζει το κεφάλι προς την άλλη μεριά, δεν υπάρχουν αντοχές πλέον…
Ο Φρανκ πατάει στο κάγκελο για να βουτήξει μέσα στο κοινό, πέφτει αλλά ξανασηκώνεται γιατί έτσι πρέπει να φύγει από τη συναυλία, κολυμπώντας σε χέρια.
Και σκάνε σε λίγο στη σκηνή οι Άγριοι Πάντες. Μαζί  οι Σκαρλάτοι με τον Βλαχάκη από Magic De Spell, παίζουν το Puppet, είναι και η Άντα εκεί κι ένας μυστήριος που κάτι μου θυμίζει –τώρα παίζουν House of the damned και υπάρχει ακόμα κόσμος να κοπανιέται, μπορεί να είμαι κι εγώ ένας απ΄αυτούς, δεν πολυκαταλαβαίνω –μετά παίζουν ένα κομμάτι που λέγεται No Asylum here, «μόνο χίαρ;» γελάει ο Τάκης, «έβριχουεαρ γαμώ το φελέκι μου» και το συγκρότημα φεύγει κι ανάβουν τα φώτα –τι έγινε τώρα δηλαδή;
«Το σγουρομάλλικο αγόρι ποιο ήταν;» με ρωτάει ο Τάκης.
«Δεν ξέρω –κάτσε να μάθω».
Βουτάω έναν περαστικό, ρωτάω κι αυτόματα νιώθω σαν το γεροντοφρικιό προηγουμένως, αλλά εγώ δεν είμαι πίτα και δεν είναι το ίδιο –ποτέ δεν ήταν…
«Από τους Savage Republic», μου λέει ο τύπος.
Ναι, ε; Είμαστε ωραίοι…

Περπατάμε αμίλητοι την άδεια αίθουσα, πλαστικά ποτήρια κι αποτσίγαρα μάς κοιτάζουν από τα πατώματα, κίτρινο φως και κούραση. Δε βιαζόμαστε, ποτέ δεν βιαζόμαστε. Όμως σκέφτομαι εκείνη και νιώθω κάμποσες τύψεις που δεν τη σκέφτηκα νωρίτερα, τι να κάνει; Βγήκε με τις φίλες της; Πώς να πέρασε; Έχει άραγε γυρίσει σπίτι; Να την πάρω τηλέφωνο ή θα την ξυπνήσω; Τέτοια πράγματα.
«Για πες για Άλεξ», χώνεται ο Τάκης.
«Τι να πω δηλαδή…»
«Μια χαρά την είδα».
«Ναι, μια χαρά…»
«Λέγε ρε μαλάκα».
«Χι ρε φίλε –περίμενα όταν θα την ξανάβλεπα…»
«Τι;»
«Τίποτα. Την ξανάδα και ήταν σημειώσατε Χι η κατάσταση –δηλαδή δεν…»
«Κι εκείνη;»
«Τα ίδια».
«Γεγονός;»
«Ε, πώς αλλιώς; Υπέροχο παρελθόν, γιρλάντες, αληθινοί έρωτες που αντέχουν στο χρόνο και τέτοια; Όχι εμείς…» χαμογελάω.
Έτσι είναι.
«Έτσι μάς είδα»…
Φτάνουμε αμίλητοι στις μηχανές –πρώτα στου Τάκη, λίγο παρακάτω είναι και η δική μου.
«Είδες τι έγινε όταν βάλανε οι ντιτζέιδες τη Μπασταρδοκρατία και το Μη μιλάς για θάνατο;» μουρμουρίζει ο Τάκης.
«Φαντάζεσαι τι θα γινόταν αν ήταν η Γενιά και οι ΑΝΤΙ εδώ;» λέω.
«Δεν θα τελειώναμε ποτέ…» σκέφτεται ο Τάκης.
«Γιατί ποτέ δεν τελειώσαμε», υποστηρίζω.
«Σωστά –το αφήναμε για τις κοπέλες αυτό…»
«Κι εμείς μέναμε μονίμως στον άσο επειδή…»
«Ποιος να σε τελειώσει όταν έχει ήδη τελειώσει;»
Χαμογελάω.
«Δεν θέλω να ξαναβρεθούμε μέχρι να φύγουμε», μου λέει.
«Και μετά;» ρωτάω.
«Μετά… ας βρισκόμαστε συνέχεια…» ξεκαρδίζεται.
«Όπως πάντα…» λέω.
«Πάντα όπως…» λέει.
«Λοιπόν –καληνύχτα», εύχομαι.
«Κακό ψόφο», απαντάει και έχει ήδη ξεκλειδώσει τη μηχανή.
Μένω να τον κοιτάζω που φεύγει, με βλέπει από τον καθρέφτη και μου ξηγιέται ένα περιποιημένο κωλοδάχτυλο.

Κουμπώνω το μπουφάν, φοράω το κράνος, κλείνω τη ζελατίνα –δε θέλω άλλη επαφή μ΄αυτόν τον αέρα.

Περνάω τρία κόκκινα φανάρια χωρίς να ελέγξω τους πλαϊνούς δρόμους και μετά συνέρχομαι –περνάω άλλα δύο έχοντας πρώτα κοιτάξει αν έρχεται κάνα αυτοκίνητο. Χάνω το στενό του σπιτιού μου, κάνω έναν κύκλο, το ξαναβρίσκω, το ξαναχάνω –τελικά πηγαίνω ανάποδα για να φτάσω. Ανάποδα…
Αφήνω τη μηχανή, ξεκλειδώνω την εξώπορτα, ανεβαίνω τα σκαλιά σα διαρρήκτης με λουμπάγκο. Όταν ανοίγω την πόρτα του διαμερίσματος βλέπω το φως αναμμένο κι εκείνη να κοιμάται στον καναπέ. Πλησιάζω, σκύβω πάνω της, ξυπνάει.
«Σε περίμενα», μου λέει.
«Δε βγήκες έξω;» ρωτάω λες και δεν ξέρω.
«Όχι».
«Πώς κι έτσι;»
«Είμαι έγκυος», μουρμουρίζει καθώς χασμουριέται.
Κοκαλώνω.
«Θα το αγαπάω σαν δικό μου», τη διαβεβαιώνω σε μια κλασική αναλαμπή ηλίθιου χιούμορ.
«Άντε βρε χαζέ…» χαμογελάει.
«Πάμε να την πέσουμε τώρα;» προτείνω.
Σηκώνεται σκουντουφλώντας, πάει στο μπάνιο.
Φοράω ακόμα το μπουφάν μου οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι να κάνω τσιγάρο. Κάτι φώτα αναβοσβήνουν πέρα στη θάλασσα αλλά μπορεί και να κάνω λάθος, ίσως να μην υπάρχουν φώτα, ούτε θάλασσα, ούτε τίποτα. Ίσως όλα αυτά να είναι βλακείες –παιχνίδια που  παίζει η απόσταση…
Ένα παιδί…. Απ΄αυτά που τρέχουν παντού, που σε περιμένουν πίσω από την πόρτα για να κρεμαστούν πάνω σου σα μαϊμούδια όταν γυρνάς από τη δουλειά, απ΄αυτά που θέλουν να μάθεις όσα δεν ξέρεις για να τους τα δείξεις, που σε λένε «μπαμπά» κι εσύ στραβώνεις –«έχω όνομα ρε συ», αλλά κάπου το χαίρεσαι… Πώς να είναι; Οικογενειακές γιορτές γύρω από το στολισμένο δέντρο, σκηνικό Χόλυγουντ ή φέτες με λιωμένο βούτυρο και μαρμελάδα έξω από μια βραστή ξέβαθη θάλασσα; Κι εγώ πόσο κωλόγερος –θα με περνάνε για παππού του στο σχολείο –όποιος με περάσει για παππού του στο σχολείο θα φάει το ξύλο της αρκούδας… Κοιτάζω κάτω από το μπαλκόνι –εδώ ο ήρωας τραβάει μακροβούτι στην ανυπαρξία καθότι σινεφίλ η ταινία –μπλοκάρω το τσιγάρο ανάμεσα στον αντίχειρα και τον μέσο, το διώχνω ψιλοκρεμαστά, μαλακίες –το τσιγάρο πάει και καρφώνεται στη λεμονιά της αυλής…

Μπαίνω μέσα βιαστικός, κλείνω την πόρτα, βγάζω τα ρούχα μου –έχει ήδη πέσει στο κρεβάτι -δεν θέλω να με περιμένει άλλο. Δεν είναι και μόνη της πλέον, αλλάξανε τα πράγματα… Μην μας κακοχαρακτηρίσει και το άλιεν…

Τρίτη, Μαρτίου 31, 2009

Μέρες κρασιού και τριαντάφυλλων -όχι πιά

Έτσι λοιπόν έγιναν όλα αυτά ή, για την ακρίβεια, έτσι τα είδα εγώ –κι έτσι τα συγκέντρωσα εδώ πέρα, όσο θυμάμαι, όσα θυμάμαι. Γιατί οι άνθρωποι περνάνε και ο καιρός χάνεται. Όπως πέρασαν και χάθηκαν οι μέρες του κρασιού και των τριαντάφυλλων.

Σε όσους είχαν το κουράγιο να διαβάσουν αυτό το χάος των 400 (και) σελίδων Α4 εκφράζω τον ειλικρινή θαυμασμό μου. Και τους ευχαριστώ που με ξεκούνησαν να ολοκληρώσω την ιστορία –επειδή είμαι ανεκδιήγητος τεμπέλης και θα τα είχα παρατήσει. Για αυτούς και για όσους έχουν διαβάσει αποσπάσματα της ιστορίας σκέφτηκα να μαζέψω τα τρία μέρη, για πιο εύκολο κατέβασμα:

ΜΕΡΕΣ ΚΡΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΩΝ

1. Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα

2. "Ποτέ ξανά" έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί

3. Όπου οι μέρες γέλασαν κι έτρεξαν μακριά

(Το "εξώφυλλο" έγινε από την Tomboy και, φυσικά, όλα τα υπόλοιπα έγιναν για χάρη της).

Εκείνες οι μέρες ήταν βυθισμένες στη μουσική, προσπάθησα λοιπόν να φέρω λίγη απ΄αυτή, μέσα στην ιστορία -με αμφίβολα, πάντα, αποτελέσματα. Περιττό να πω οτι αυτά τα τραγούδια είναι από τα σημαντικότερα που άκουσα στη ζωή μου:

1ο μέρος:
Days of wine and roses –Henry Mancini
Sunday’s slave –Nick Cave
She’s like heroin to me –Gun Club
I wanna be your dog -Iggy Pop
Loose –Iggy Pop
Carnation- Jam
First we take Manhattan –Leonard Coen
Days of wine and roses – Dream Syndicate
No rest –New Model Army
Feast of the Mao Mao –Screamin Jay Hawkins
Wild Horses –Rolling Stones
Paper sun –Traffic
Walking Blues –Paul Butterfield Blues Band
Τρίκυκλο –Ζορζ Πιλαλί
Της Εθνικής Συμφιλίωσης –Παύλος Σιδηρόπουλος
Τα σιγανά ποτάμια –Παύλος Σιδηρόπουλος
Στο βιβλίο των ηρώων του τρόμου -Παύλος Σιδηρόπουλος
Peekaboo- Siouxsie and the Banshees
Spellbound - Siouxsie and the Banshees
Johnny Was –Stiff Little Fingers
Back door man –The Doors
The Gift –Jam
Ghosts –Jam

2ο μέρος:
Accidents –Peter Hammill
Human fly –Cramps
Everything you hold –Peter Hammill
Refugees- Peter Hammill
Film noir - Peter Hammill
Time heals - Peter Hammill
Burnin and lootin –Bob Marley
Hertbreak hotel –Elvis Presley
Out of the blue (and into the black) –Neil Young
Dead flowers –Rolling Stones
People are strange –Doors
Perfect strangers –Deep Purple
From her to eternity –Nick Cave
Call me –Blondie
Jackie Wilson said (I'm in heaven when you smile) –Van Morrison
Return to sender –Elvis Presley
We gotta get out of this place –Animals
The King and Eye (album) –Residents
Death is a star –Clash
Up jumped the devil –Nick Cave
City of Refuge –Nick Cave
Sugar, sugar, sugar - Nick Cave
Muddy Waters - Nick Cave
Long time man - Nick Cave
Πόρτο Ράφτη –Φάντης Μπαστούνι και οι Άσσοι
Τζιμ ο Τίγρης και τα Μαύρα Μπλουτζίνς - Φάντης Μπαστούνι και οι Άσσοι

3ο μέρος:
God save the Queen –Sex Pistols
Pleasant Street –Tim Buckley
Hallucinations –Tim Buckley
Sick Boy –GBH
For my country –UK Decay
Someone’s gonna die –Blitz
Train song –Nick Cave
Foi na cruz –Nick Cave
The good son –Nick Cave
The whipping song –Nick Cave
The ship song - Nick Cave
Lament - Nick Cave
Βετεράνοι των Λεωφορείων –Ζορζ Πιλαλί
Άνοιξα πόρτα στη ζωή –Στέλιος Βαμβακάρης
Νταλίκα –Δήμος Μούτσης
The witness song -Nick Cave
Who killed Mr. Moonlight –Bauhaus
Τω αγνώστω θεώ –Παύλος Σιδηρόπουλος

Ενδιάμεσα στην ιστορία ξεθωριάζουν κομμάτια φιλμ από καταπληκτικές ταινίες τις οποίες κατάκλεψα. Σκέφτηκα να τις συγκεντρώσω εδώ πέρα και να σου πω οτι εκτός από τις φάβες του Κατακουζηνού και του Αντωνόπουλου (που προσφέρονται για φουλ κανιβάλισμα) -οι υπόλοιπες είναι "σημαντικότερες κι από τη ζωή σου". Ναι ρε, κι ο Τρινιτά μέσα:

Days of wine and roses -Blake Edwards
Απουσίες – Γιώργος Κατακουζηνός
Out of the blue –Dennis Hopper
Η νύχτα της μεγάλης συνάντησης – Τάκης Αντωνόπουλος
Play misty for me –Clint Eastwood
They call me Trinity -Enzo Barboni
Angel Heart –Allan Parker
A prayer for the dying –Mike Hodges
Barfly -Barbet Schroeder
Singapore Sling –Νίκος Νικολαϊδης
Γλυκιά Συμμορία - Νίκος Νικολαϊδης
Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα - Νίκος Νικολαϊδης
Ευρυδίκη ΒΑ 2037 -Νίκος Νικολαϊδης
Πρωινή Περίπολος - Νίκος Νικολαϊδης
Laura –Otto Preminger
Double Idemnity –Billy Wilder

Επίσης, χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα των παρακάτω σημαδιακών βιβλίων:

Still life with the woodpecker –Tom Robins
Jitterbug Perfume –Tom Robins
Τα τοπία της Φιλομήλας –Φαίδων Ταμβακάκης
Γουρούνια στον Άνεμο –Νίκος Νικολαϊδης
Playback –Raymond Chandler

Μια απαραίτητη διευκρίνηση.

Αυτή η ιστορία δεν είναι δική μου.

Ανήκει στον Τάκη που απέκτησε τέσσερα παιδιά όταν βρήκε επιτέλους τη γυναίκα της ζωής του. Και στον Πέτρο που χάθηκε σε αλλεπάλληλα ταξίδια επιστροφής φτιάχνοντας ψευδαισθήσεις για ιδιωτική κατανάλωση. Και στον Στάθη που έμεινε απαράλλαχτος στέλνοντας τον χρόνο αδιάβαστο στον σκουπιδοτενεκέ. Και στον Βαγγέλη που πέρασε αλλά δεν χαράχτηκε.

Ανήκει επίσης στην παρέα από το μαγαζί του Μπιλ του Χοντρού που είχε το θράσος να υπερασπιστεί την απόγνωσή της, όρθια -πίσω από τις πετροβολημένες τζαμαρίες.

Ανήκει στα παιδιά της Παντείου που ήξεραν οτι δεν μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο αλλά πάλεψαν άγρια γι΄αυτό. "Γεννηθήκαμε για να χάνουμε, όχι για να διαπραγματευόμαστε", είχε πει ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ -έτσι ήταν.

Ανήκει στον Γιωργάκη που έφυγε με τη βέσπα του αδερφού του από τον Κρεμαστό Λαγό, στον Βασιλάκη που έφυγε μέσα σε μια ετοιμόρροπη ντουλάπα, στον Τσου Λου που δεν άντεξε τις συγκινήσεις, στον Σπέις που δεν κατάφεραν ποτέ να τον πιάσουν ....
Ανήκει σε όλους αυτούς που ήταν. Τότε. Εκεί.
Και στην Άλεξ που ποτέ δεν ήταν...

Επειδή "τελικά νομίζω πως η Βέρα δεν υπήρξε ποτέ -Βέρα ήταν το όνομα μιας ολόκληρης γενιάς" (Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα).

Δευτέρα, Μαρτίου 30, 2009

41. Οι σπηλιές με τους ψόφιους αλιγάτορες

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα
2ο μέρος: 'Ποτέ ξανά' έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί νωρίτερα

3ο μέρος: Όπου οι μέρες γέλασαν κι έτρεξαν μακριά
31. Το ξημέρωμα είναι δική μας υπόθεση
32. "Είμαστε τα λουλούδια στον σκουπιδοτενεκέ"
33. Γράφοντας με το ζόρι αναμνήσεις
34. Η νύχτα που μύριζε ξινισμένο ροδόνερο
35. "Πες μου, πόση ώρα έφυγε το τρένο; Κι εκείνη, ήταν μέσα;"
36. Ένα τσιγάρο και τίποτα
37. Μια πόρτα λιγότερη
38. Νεκρή φύση
39. "Το τραγούδι του μάρτυρα"
40. "Κοριός με στιλέτο στην πλάτη" (ξέρεις εσύ)

Το απόγευμα άκουσα οτι πέθανε ο Σιδηρόπουλος. Ανακοπή είπαν στο ραδιόφωνο, δηλαδή υπερ-γαμημένη-βολική δόση. Έτρωγα κοτόπουλο με πατάτες που είχε φτιάξει η μάνα μου, κούμπωσε η μπουκιά στο λαιμό –ούτε πάνω, ούτε κάτω πήγαινε. Μια γειτόνισσα Σαντορινιά, είχε φέρει γλυκό κόκκινο κρασί –σήκωσα το ποτήρι και άδειασα τρεις σταγόνες στο μωσαϊκό, για καλό κατευόδιο του Παυλάκη. Κουβεντιάζαμε να πάμε να τον δούμε και φέτος, αλλά το αναβάλλαμε, εγώ έφταιγα, δεν προλάβαμε. Άφησα εκεί πέρα το πιάτο σχεδόν ανέγγιχτο, άδειασα όμως το υπόλοιπο κρασί από το ποτήρι μου και σηκώθηκα να φύγω. Να φύγω από που; Και που να πάω;

Άραξα αργότερα έξω από το σπίτι του, η νύχτα έπεφτε με δόντια κοφτερά και νύχια βρώμικα, έτρεμα, αλλά ήταν αυτή η υπόσχεση που είχα δώσει στον Μαύρο. Να έχω το νου μου στον Σπέις. Μαλακίες δηλαδή, αλλά παιχνίδι να γίνεται. Τουρτούριζα λοιπόν έξω από το σπίτι του, η αυλή μύριζε μουχλιασμένο λάχανο, σκουπίδια κι εγκατάλειψη. Άναψα τσιγάρο να κόψω λίγο τον πηχτό αέρα κι αυτό ήταν, μάλλον, λάθος. Επειδή, το ξέρεις, ένα σήμα περιμένουν, μια κωλοφωτιά για να σε σταμπάρουν. Ούτε κατάλαβα από που ήρθε, πετάχτηκα στον αέρα όταν με ακούμπησε με το δάχτυλό της.
«Τι κάνεις εδώ ρε μαλακιστήρι;»
Γύρισα, την κοίταξα, μια χαρά φαινόταν –καθόλου πτώμα.
«Περαστικός κι έτσι, Γιολάντα», μουρμούρισα ξαναβρίσκοντας τα ζύγια μου.
«Περαστικός ε;» γέλασε εκείνη. «Και που πας για να ΄χουμε καλό ρώτημα;»
«Που πάω, ξέρω ΄γω που πάω; Στο διάολο κι ακόμα παραπέρα», απάντησα.
«Εντάξει τότε –δεν είσαι περαστικός, μόλις έφτασες κορόιδο!» μου γύρισε την πλάτη η Γιολάντα.
«Πως τα πάτε με τον Σπέις;» πέταξα την ερώτηση στο εντελώς ξέμπαρκο.
Τότε εκείνη γύρισε να με κοιτάξει κι εγώ είδα, για λίγο μόνο, οτι αυτή η γυναίκα υπήρξε κάποτε αιτία θανάτου.
«Και τι σε νοιάζει εσένα ρε πιτσιρίκο;» γέλασε ανοίγοντας την αυλόπορτα.
Την άφησα να χαθεί εκεί πέρα κι εγώ πήρα απόφαση να μην ασχοληθώ περισσότερο. Ένα ευτυχισμένο ζευγαράκι, εντάξει, κάπως σαραβαλιασμένο –αλλά μην τα θέλουμε και όλα δικά μας! Ξεκίνησα τη μηχανή, έφερα γύρα το σπίτι επειδή ήθελα να φύγω αντίθετη κατεύθυνση. Θα το έκανα δηλαδή, αν δεν τον έβρισκα κουρνιασμένο στην τρύπα του φράχτη, άθλιο θέαμα, σκελετωμένος να κοιτάζει την μπροστινή αυλή του σπιτιού. Άφησα τη μηχανή, έτρεξα κοντά του.
«Εσύ είσαι ρε μαλάκα;» απόρησα.
Ο Σπέις με κοίταξε, αλλά δεν με είδε.
«Τι κάνεις εδώ πέρα;» προσπάθησα να κουκουλώσω την αμηχανία.
Τα νύχια του ήτανε μαύρα από το ξεραμένο χώμα.
«Η ώρα είναι τώρα», ψέλλισε ο Σπέις.
«Ποια ώρα;» απόρησα.
«Φύγε, δεν έχει μείνει τίποτα...» μουρμούρισε εκείνος.
«Πως δηλαδή; Τώρα την είδα μια χαρά!» αγανάκτησα.
«Ποια είδες;»
«Τη Γιολάντα!»
Τίναξε τότε σα σουγιά το κοκαλιάρικο δάχτυλό του και με χτύπησε στο στήθος.
«Δεν υπάρχει καμιά Γιολάντα εδώ πέρα, μην το ξαναπείς αυτό!» χλόμιασε.
«Ρε Σπέις...»
«Φύγε, εξαφανίσου!» έκρωξε.
Κι εγώ βιάστηκα να ακολουθήσω την προτροπή του επειδή το μέρος κάπως ασφυκτικό.

Δεν πήγα σπίτι μου εκείνο το βράδυ, κατέβηκα στην παραλία, βρήκα κάτι παιδιά λιωμένα στους πίσω πάγκους του Ίρις –κάθισα μαζί τους, να παλέψουμε το σκοτάδι. Είχαν τσέπες φαρδιές, γεμάτες χάπια και σιρόπια γι΄αυτό παραγγέλναμε συνέχεια μπύρες –επειδή το στόμα μας συνέχεια ξεραινόταν. Μιλάγαμε ελάχιστα, κάποιος μάλιστα έκλαιγε στα κρυφά –αλλά όταν τον ρωτάγαμε προτιμούσε να μας σπρώχνει άγρια πίσω, μέχρι που σηκώθηκε και χτύπησε το κεφάλι του σε μια κολώνα, τον πήραν τα αίματα. Κανένας μας δε νοιάστηκε να τον περιμαζέψει, ήρθε λοιπόν η γκαρσόνα μαζί με τον μπράβο του μαγαζιού και τον πέταξαν έξω σαν την τρίχα από το γιαούρτι.

Εγώ δεν είχα τίποτα να κάνω με όλα αυτά, παρά μόνο να πίνω και να λέω «μέγκλα», κάθε φορά που με κερνάγανε χημεία σε υγρή ή σακχαρόπηκτη μορφή. Μέχρι που άρχισα να βλέπω κουρτίνες, στην αρχή φτιαγμένες από χάντρες αστραφτερές, μετά βαριές, βελούδινες, μπλε σκούρες –μάλλον το κεφάλι μου κοπάνησε στον ξύλινο πάγκο απροειδοποίητα.

Πονούσα παντού και αυτό ήταν το ένιωσα μέσα στη θολούρα.

«Η πρώτη αίσθηση που είχα ήταν πως αν κάποιος μου μιλούσε απότομα, θα έβαζα τα κλάματα.
Η δεύτερη, πως το δωμάτιο στο οποίο βρισκόμουν ήταν πάρα πολύ μικρό για το κεφάλι μου. Το μπροστινό μέρος του κεφαλιού μου το ένιωθα πάρα πολύ μακριά από το πίσω και τα πλάγια απείχαν μεταξύ τους πολλά μέτρα, παρ΄όλο που ένας τρεμουλιαστός πόνος έκανε δρομολόγια από τον ένα κρόταφο στον άλλο μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Καλά λένε ότι οι αποστάσεις έχουν εκμηδενιστεί στις μέρες μας.
Η τρίτη αίσθηση ήταν πως κάπου, όχι πολύ μακριά, κάτι βούιζε ασταμάτητα.
Η τέταρτη και τελευταία αίσθηση ήταν πως παγωμένο νερό έτρεχε στην πλάτη μου. Το κουβερλί ενός κρεβατιού, ένα εκατοστό από τα μάτια μου, αποδείκνυε πως ήμουν πεσμένος μπρούμυτα, με το πρόσωπο στο πάτωμα, αν ακόμα είχα πρόσωπο. Γύρισα στο πλάι, ανακάθισα κι ένας κροταλιστός ήχος κατέληξε σε γδούπο. Αυτό που κροτάλισε κι έπεσε με γδούπο ήταν μια πετσέτα γεμάτη μισολιωμένα παγάκια. Κάποιος που με αγαπούσε πολύ την είχε βάλει πάνω στη χτυπημένη κεφάλα μου στο τμήμα όπου με είχε χτυπήσει κάποιος που με αγαπούσε λιγότερο. Αλλά αυτοί οι δυο θα μπορούσαν να είναι το ίδιο πρόσωπο. Οι άνθρωποι αλλάζουν διαθέσεις τόσο συχνά».

Ξεκινάω να γελάσω αλλά μου βγαίνει σε κρώξιμο –κάπου υπάρχει μια πόρτα κι από εκεί πέρα ακούγεται το σύρσιμο του Φίλιπ Μάρλοου, που προσπαθεί να δραπετεύσει. Ξανακλείνω τα μάτια.
«Συνέρχεται; Πως σου φαίνεται εσένα;»
«Το καλό που του θέλω, αλλιώς...»
Κάπως απειλητικό μου κάνει το «αλλιώς», σηκώνω λοιπόν το κεφάλι και βλέπω τη γκαρσόνα με έναν ασπρομάλλη.
«Εντάξει είναι το παιδί», χαμογελάει η γκαρσόνα. «Πάω να του φτιάξω καφέ».
Ο ασπρομάλλης δε λέει κουβέντα.
«Τι έγινε;» ρωτάω.
«Σκατά στα μούτρα σου», απαντάει ο ασπρομάλλης.
Μετά εξαφανίζεται πίσω από την ίδια πόρτα που έφυγε κι ο Φίλιπ Μάρλοου. Που το ξέρω; Απλούστατο! Το δωματιάκι έχει μόνο μια πόρτα!

«Οι άλλοι έφυγαν και σε παράτησαν εδώ πέρα», λέει η γκαρσόνα καθώς σπρώχνει τον καφέ προς το μέρος μου.
«Καλά κάνανε. Δεν ήμουνα μαζί τους έτσι κι αλλιώς...» απαντάω.
Το στομάχι μου είναι σκέτο ναρκοπέδιο, πίνω αργά τον καφέ και ούτε να καπνίσω δεν μπορώ. Η γκαρσόνα μπαινοβγαίνει αμίλητη. Είναι μια συμπαθητική, αλλά άσχημη κοπέλα.

Το έκοψα για ήλιο με κέρατα έξω από το μαγαζί, γι΄αυτό φρόντισα να σουφρώσω ένα ζευγάρι Κολούμπια περνώντας δίπλα από τη μπάρα –βγήκα στο δρόμο και την είδα κανονικά Ρίσκι Μπίζνες. Έπρεπε να θυμηθώ που έχω αφήσει τη μηχανή κι αυτό ήταν σκέτος μπελάς, περπάτησα λοιπόν στα κουτουρού, ο καλύτερος τρόπος να βρεις αυτό που ψάχνεις. Χρειαζόμουν επειγόντως ύπνο και κάποια μαλακή κουβέρτα να με προφυλάξει από τις σκέψεις. Γι΄αυτό οδήγησα προς το σπίτι, παράτησα τη μηχανή έξω από την αυλόπορτα και ανέβηκα τις σκάλες υπνοβατικά. Έξω από την πόρτα του δωματίου μου ήταν στερεωμένος ένας μακρόστενος φάκελος, χρώματος κρεμ, με σφραγίδες ξεθωριασμένες και ταχυδρομική ατέλεια –το πράγμα μύριζε μπελάδες, από χιλιόμετρα. Έσκισα την άκρη του και έβγαλα από μέσα ένα χαρτί δακτυλογραφημένο που με πληροφορούσε οτι σε είκοσι μέρες θα έπρεπε να παρουσιαστώ στο 2/39 ΚΕΝ Μεσολογγίου, για να καταταγώ. Το όνομά μου δεν ήταν δακτυλογραφημένο –κάποιος το είχε γράψει με μπλε στυλό στο περιθώριο που του άφηναν 37 κατάμαυρες τελίτσες. Μπήκα στο δωμάτιό μου, ακούμπησα το χαρτί στο γραφείο, άφησα δίπλα τον κρεμ φάκελο και άναψα το πρώτο τσιγάρο της ημέρας χαζεύοντάς τα.

Κατάλαβα τότε οτι οι μέρες του κρασιού και των τριαντάφυλλων είχαν περάσει τρέχοντας από μπροστά μας και ξεμάκραιναν γελώντας αυθάδικα -το μόνο που έμεινε ανάμεσα στα δάχτυλά μας ήταν η αίσθηση των βελουδένιων φύλλων μαζί με μια καούρα στο στομάχι, τρυφερότητα κι ενόχληση μαζί.

Έπεσα με τα ρούχα κάτω από την κουβέρτα και κοιμήθηκα –ξερός.

«Ήταν πρωί τ΄Αυγούστου κοντά στη ροδαυγή/ σκοράριζες το θάνατο κει στη Δεξαμενή/ και σκούζοντας γι΄αλήθειες που στάζαν πανικό/ σε βρήκαν τα μεσάνυχτα ολότελα γυμνό/ να καρφώνεις το κενό».

Άκουγα τα παιδιά να τραγουδάνε όσο οι συγγενείς κατέβαζαν το φέρετρο στο λάκκο, ήταν πολλά παιδιά εκείνο το μεσημέρι στο νεκροταφείο του Κόκκινου Μύλου –είχαν πάει να δουν τον Παυλάκη. Επειδή μεγάλη ντίβα ο Παυλάκης, μια ζωή, γούσταρε κόσμο, θεατές, χειροκρότημα –και τα παιδιά το ξέρανε. Ήρθανε λοιπόν, τραγούδησαν, φώναξαν, χειροκρότησαν. Κάποιοι ανάμεσά τους έριξαν ξεγυρισμένες κλωτσιές στα διπλανά μνήματα, βρίσανε τον παπά και τσαμπουκαλεύτηκαν με τους νεκροθάφτες –γιατί τα παιδιά δεν μπορούν εύκολα να δεχτούν το θάνατο. Εγώ είχα πάει από πιο νωρίς, διάλεξα ένα πόστο καλό στο μαντρότοιχο του νεκροταφείου, από εκεί τα είδα όλα. Την αδερφή του που έκλαιγε, το φέρετρο κατάμαυρο γυαλιστερό, φίλους και γνωστούς στις πάντες και τον Αλέκο τον Αράπη να παραπατάει επικίνδυνα.

Όταν τον παραχώσανε σκέφτηκα οτι μια χαρά τα είχε καταφέρει ο Παυλάκης κι ας χρειάστηκε να φτάσει μέχρι τα 42 για να πεθάνει. Εγώ, ελπίζω να τα καταφέρω ακόμα καλύτερα και να πεθάνω πριν φτάσω τα 30 -άλλωστε πάνε κοντά 10 χρόνια από εκείνο το βράδυ που ο Γιωργάκης ο αδερφός του Σόλωνα την είχε κοπανήσει από τη χοροεσπερίδα πάνω στη βέσπα του αδερφού του για να γκρεμιστεί από τον Κρεμαστό Λαγό ανοίγοντας μια καταπακτή θανάτων που δεν έλεγε να κλείσει. Σήκωσα τους γιακάδες του τζάκετ μου, έβαλα τα χέρια στις τσέπες γιατί είχα ξυλιάσει και την έκανα από το μαντρότοιχο του νεκροταφείου σφυρίζοντας.

Την τελευταία βδομάδα πριν παρουσιαστώ στο Μεσολόγγι, έψησα ένα πάρτι αποχαιρετιστήριο –και πολύ σένιο. Έφαγα δυο μέρες στα τηλέφωνα, έχασα ένα αυτί από γάγγραινα, αλλά τελικά ειδοποίησα τους περισσότερους. Μίλησα και στον Πέτρο γιατί χρειαζόμουνα βοήθεια στο στήσιμο της όλης κατάστασης.

Την προηγούμενη του πάρτι πήγα στο μπαρμπέρη της γειτονιάς, έναν σκατόψυχο γέρο που κούρευε μόνο συνταξιούχους. Του ζήτησα να με περιποιηθεί ένεκα φαντάρικου, χάρηκε ο μαλάκας, ήξερε βλέπεις και το γέρο μου –μ΄έπρηξε περί στρατού, πατρίδας και άλλων τέτοιων παραφυάδων. Όσο έκοβε τα μαλλιά μου δεν τολμούσα να κοιταχτώ στον καθρέφτη, μετά με πασπάλισε ταλκ ενώ ο σβέρκος μου έτσουζε αφόρητα από τη μηχανή.
«Τώρα έδειξες άντρας!» μου είπε καθώς με ξεσκόνιζε.
«Μπα μη νομίζεις!» του σφύριξα στ΄αυτί. «Στην πραγματικότητα είμαι τελειωμένος πούστης, γι΄αυτό πάω στο στρατό –για να τον υφαρπάζω συχνότερα».
Μετά του πέταξα δυο κατοστάρικα κι έφυγα γρήγορα από κει μέσα πριν βγάλω τ΄άντερά μου.

Όταν έφτασα σπίτι κοιτάχτηκα στον καθρέφτη -ανακάλυψα οτι έτσι κουρεμένος ήμουνα φτυστός ο γέρος μου! Κλείδωσα λοιπόν την πόρτα της τουαλέτας κι έβαλα τα κλάματα.

Ο Πέτρος ήρθε από το μεσημέρι, αλλά όχι μόνος του. Έφερε Ευθύμη και Αλέξη συν Κορίνα με τις φιλενάδες της –ομάδα διάσωσης κανονική. Είχαμε να σουλουπώσουμε το γιαπί, να φροντίσουμε για ποτά και μάσα, να προετοιμαστούμε για το πάρτι. Τα ηχητικά τα είχε αναλάβει ο αδερφός μου και στήνανε σε μια γωνιά, επειδή θα έπαιζε με το συγκρότημά του και το συγκρότημα του Μάριου –να έχουμε κάποια ζωντανή μουσική. Παραδίπλα στήνανε τα πικάπ και καλουμπάρανε καλώδιο για τα ηχεία.
«Έχω κάτι για σένα», μου σφύριξε ο Πέτρος σε άσχετη φάση.
Τον κοίταξα περιμένοντας κι εκείνος μου έβαλε στο χέρι ένα κομμάτι τυπωμένο χαρτί.
«Τι είναι αυτό ρε μαλάκα;» απόρησα.
«Γράμμα από Τάκη».
«Δεν έχουνε στυλό στο Αμέρικα; Μόνο με γραφομηχανές γράφουν;»
«Είναι μέιλ», είπε ο Πέτρος.
«Οου ρίλι!» γύρισα τα μάτια ανάποδα. «Γουάτ γιου τελ μι!»
«Σταμάτα ρε βλάκα, αφού δεν ξέρεις τι είναι μέιλ –γιατί κοροϊδεύεις;» χαμογέλασε ο Πέτρος.
Και μου εξήγησε οτι στο Αμέρικα έχουν ένα ηλεκτρονικό δίκτυο, πανεπιστημιακό, που επικοινωνεί με το δικό μας πανεπιστημιακό δίκτυο του ΕΜΠ και ανταλλάσσουν ραβασάκια ηλεκτρονικά –οι φοιτητές έχουν δικές τους αντρέσες και τέτοια.
Ξεδίπλωσα το χαρτί. Πάνω –πάνω έγραφε «From: mounaki.jhu...», το έδειξα στον Πέτρο.
«Είναι η διεύθυνσή του», γέλασε εκείνος.
«Μουνάκι;» έκανα εγώ.
«Ε, τι άλλο!»
«Σωστός».
Παρακάτω ο Τάκης είχε γράψει με λατινικούς χαρακτήρες –λογικό, αφού οι κομπιούτορες σίγουρα δεν είχαν συμπεριλάβει την, ξακουστή στα πέρατα της οικουμένης, σκατογλώσσα μας στα πληκτρολόγια τους.

«Ithela na sou po oti eisai malakas. Mega malakas. Alla auto to ksereis, pame parakato.
Edo exo klasei patates, irtha nixta kai vrika ena krevati sketo stroma, maksilari miden. To epomeno proi vgika zitoulas, petixa enan ellina giati me tous allous den katalavaino gri. Mou edose kai maksilari kai zaxari kai kafe, den ksereis poso simantika einai ola auta. Giati eisai malakas, to eipame auto.
Me ton ellina kanoume parea, nikos metaptixiakos iatrikis. Leme na valoume fragka misiaka na agorasoume mia Fat Boy alla kanoun ton kolo tous, opote mas kovo gia Virago 600 to poli. Omos den kostizei tipota na oneireuesai, eidika an den iparxei kapoios malakas sta perix na sou gamei to oneiro.
Gia tin ora exo daneistei ena podilato na pigaino sto Campus, exo kai mia alissida na to deno kali alissida, karavisia. Tin pernao sti mesi otan odigo kai xezontai pano tous ta kseneria, nomizoun oti eimai o kavalaris tou thanatou.
Vrika kai mia Kolomviana poli treliara, super gkomena. Kanoume kanonika akrovatika sto krevati, tha sou po ta Xristougenna apo konta. Alla einai psycho, mia fora me epiase na xalvadiazo me kapoia Italida kai me gamise, mexri ti mprostini roda tou podilatou stravose. Zoriki tipissa.
Den einai i ginaika tis zois mou. Alla ksero oti kapou edo pera trigirizei i ginaika tis zois mou kai tha ti vro. Sigoura pragmata.

Koita na ta katafereis mexri na giriso, epeidi thelo na sou petakso ta matia ekso autoprosopos.»

Τσαλάκωσα πάλι το χαρτί και το σούταρα έξω από το ανοιχτό παράθυρο. Κοίταξα τον Πέτρο που με κοίταζε κι αυτός.
«Έφερες τη σημαία;» τον ρώτησα.
«Κάτω την έχω», είπε. «Κι έχω και κάτι ακόμα».
Η σημαία ήταν μια πειρατική με νεκροκεφαλή και κόκαλα -την καρφώσαμε στον τοίχο, στην πλευρά που θα παίζανε τα συγκροτήματα. Το «κάτι ακόμα», ήταν μια αφίσα από τσόντα. Την είχε σουφρώσει ο Πέτρος από το Λαού –διαφήμιζε την τελευταία δημιουργία του Μεγάλου Μπέρτο με τίτλο «ΒΑΛΤΟΝ –ΑΧ, ΠΟΝΑΕΙ ΒΓΑΛΤΟΝ!» Και φιλοσοφικό υπότιτλο «Μπρος στα κάλλη τι είναι ο πόνος;» Κολλήσαμε την αφίσα στην εξώπορτα σε στυλ καλωσορίσματος ας πούμε.

Στον μεγάλο τοίχο, που έβλεπες φάτσα όταν έμπαινες, βάλαμε το πανό που είχαμε βουτήξει από εκείνο το σινεμά. «Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ» κι από κάτω υπότιτλος «Όνειρα πάνω σε μια Γιαμάχα».

Οι κοπέλες κάτι σαχλαμάριζαν στην, λόγω των περιστάσεων, κουζίνα –έκοβαν, ανακάτευαν, σκέπαζαν με σελοφάν –μου άρεσε να τις ακούω. Ο Ευθύμης είχε αρχίσει ήδη να δοκιμάζει το στοκ με τις μπύρες, ξέραμε όλοι οτι η επιτυχία ενός πάρτι εξαρτάται από το απόθεμα με τα παγάκια του ψυγείου σου γι΄αυτό γεμίζαμε σακούλες, παγωνιέρες, ποτήρια του καφέ, μπουκάλια πρώην εμφιαλωμένου, γόβες ψηλοτάκουνες, τα πάντα –γεμίζαμε και στοιβάζαμε στο ψυγείο τρώγοντας αβέρτα βρισίδι από τις κοπέλες που δεν έβρισκαν χώρο να φυλάξουν αλλαντικά μαζί με κάτι ανωμαλίες που φτιάγνανε σε μπολ και τα ανέφεραν μεταξύ τους με την κωδική ονομασία «ντρέσινγκ».

Κάθισα με τη πλάτη στον τοίχο, άναψα ένα τσιγάρο και τους χάζευα όλους τους. Ίσως και να τους ζήλευα –δείχνανε ακόμα πολύ ζωντανοί –ίσως να τους λυπόμουν κιόλας.
«Τι κοιτάς γερο-ναυτικέ; Έχασες το τσιμπούκι σου και ψάχνεις να το βρεις;» κάθισε δίπλα μου η Κορίνα αγκαλιάζοντάς με από το λαιμό.
«Ναι, έτσι φαίνεται...» μουρμούρισα. «Δε μου παίρνεις εσύ ένα, μέχρι να το βρω;»
Κι εκείνη έριξε το γνωστό της κακαριστό γέλιο.
«Μμμ, μούτρα!» φώναξε.
«Ποτέ μην κρίνεις έναν πούτσο από την εξωτερική του εμφάνιση», τη συμβούλεψα.
Γελάσαμε ανόρεχτα.
«Είχες νέα από τον Τάκη;» με ρώτησε μετά.
«Τι νέα; Τίποτα –ούτε να τον δω...» είπα εγώ.
«Κι αυτό που σου έφερε ο Πέτρος, το χαρτί....»
«Η λίστα με τα ψώνια», είπα αδιάφορα.
«Με κόβεις για χάπατο;» είπε σιγά.
«Ξέρω ΄γω; Εσύ με κόβεις για καρφί;» της χώθηκα.
Δε μιλήσαμε για λίγο.
«Θα πάω να τον βρω όταν μαζέψω φράγκα», είπε.
«Να πας όπου θες!» έριξα την κλασσική ατάκα της γειτονιάς μου.
«Έτσι λες;» φάνηκε να το σκέφτεται. «Δεν με πείθεις», αποφάσισε τελικά καθώς σηκωνόταν.
Την έπιασα από το χέρι.
«Κορινάκι...», μουρμούρισα.
Γύρισε και με κοίταξε χαμογελαστή.
«Είσαι ξηγημένο άτομο, σε μια άλλη ζωή θα κάναμε καλή παρέα...»
«Πες μας κάτι καινούργιο!» κορόιδεψε.
«Το καινούργιο είναι οτι αυτή η ζωή μας τελείωσε και η άλλη δε λέει ν΄αρχίσει», είπα εγώ.
Η Κορίνα πήγε να βρει τις υπόλοιπες.

Περάσαμε το απόγευμα μέσα στη φασαρία, βλέπεις, τα συγκροτήματα θέλανε και να προβάρουν, μαζεύτηκαν μεταλλάδες και τζαζίστες με γκόμενες ανήσυχες που σβαρνίζανε τα πάντα στο διάβα τους. Πριν νυχτώσει για τα καλά αναγκαστήκαμε να χτυπήσουμε μια γειτονική κάβα γιατί πήγαινε για στεγνό πάρτι η δουλειά, έτσι που αδειάζανε τα ποτά οι μουσικοί.

Κατά τις 10 άρχισαν να έρχονται.

Πρώτα οι γνωστοί, Στάθης, Μίλλυ, Ζόμπι, Μαρία η Βρομιάρα, Ιντζές, Πουλής ... Μαζί τους φέρνανε ορφανές κοπέλες από του Μπιλ του Χοντρού.

Μετά οι εκπλήξεις, Τζίμης ο Έλβις, Μπιλ Στρατοκάστερ, Τζώννυ Τάραμας, Φώτης ο Πεταλούδας... Σκάγανε αγκαζέ με γυναίκες αεράτες, πανύψηλες, μυστήριες –απ΄αυτές που δεν τολμάς να κοιτάξεις γιατί θα καταλήξεις αλάτινος.

Και στη συνέχεια οι παρέες, Τόλιος συν οι μπασκετμπολίστες από τη διπλανή συνοικία, Καραμέλας με τη μισή ΠΕΦΟ της περιοχής, Καράμπελας με τ΄αρχίδια του μαζί.

Μετά πλάκωσαν οι συμμαθητές, Σόλωνας, Τζόρνταν, το παιδί από το Βουνό και άλλοι πολλοί. Μαζί τους οι γκόμενες της τάξης μου, μάταια έψαχνα καμιά από αυτές που γούσταρα –είχε περάσει άσχημος ο καιρός κι άλλες παντρεύτηκαν κοιλαράδες, άλλες έγιναν κομμώτριες, μόνο δουλεύουν και κοιμούνται τώρα πια, μερικές εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς και κανένας δε θέλει να μιλάει γι΄αυτά.

Στο τέλος ξεφτιλίστηκε το ζήτημα, από παντού μπούκαραν άγνωστοι –είχε πέσει σύρμα φαίνεται και πλάκωναν αλεξιπτωτιστές.

Πρώτοι παίξανε ο αδερφός μου με την παρέα του –εντελώς σύγχρονο ωδείο οι τύποι –είχαν μαζί τους μια μοιραία γκόμενα που τραγούδαγε «Μάι Φάνυ Βαλεντάιν», «Γκερλ φρομ Ιπανίμα» και άλλα σύγχρονα.

Μετά ξεκίνησαν οι Ρόου Σιλκ, έγινε της Όμπρε εκεί πέρα –επειδή τα παιδιά περάσανε μια καλή από Σάμπαθ, Περπλ, Ντιο, Σάξον, Πριστ, αθάνατες επιτυχίες. Είπανε και κάτι Μότορχεντ για να δώσουν αέρα στους κοπρίτες, μπουκάλια φύγανε στους τοίχους, αλλαντικά κολλήσανε στις σόλες μας, πολλοί γλίστρησαν, κάποιοι έπεσαν κιόλας, μερικοί μάλιστα σηκωθήκανε με αίματα στα μούτρα. Στο μπαλκόνι μάλλον έπεφτε ξύλο, αλλά δεν ήταν τίποτα σοβαρό. Φιλοσοφικές διαφωνίες.

Ένας πιτσιρικάς αχτένιστος με πλησίασε στα ξαφνικά.
«Ωραίο πάρτι φιλαράκι! Ξέρεις ποιος το κάνει;»
«Που να ξέρω; Εγώ για τις πουτάνες ήρθα», του απάντησα.
Έφυγε τότε φουριόζος, τον είδα να λέει κάτι στον Τάραμα δείχνοντάς με. Άνοιξα μια μπύρα και περίμενα. Ο Τζώνυ Τάραμας με πλησίασε σκασμένος στα γέλια.
«Μαλάκα, τρομερός ο μικρός!»
«Δηλαδή;» απόρησα.
«Ξέρεις τι ήρθε και μου είπε;»
«Οτι σε έχει δει να πηδάς γριές για φράγκα».
Ο Τάραμας κούμπωσε κάπως.
«Όχι ρε! Που να με δει; Γιατί; Ποιος με είδε; Ποιος τα λέει αυτά;»
Χέστηκα στο γέλιο αλλά από μέσα μου γιατί δεν έπαιζε να κοροϊδέψεις τον Τζώννυ Τάραμα κατάμουτρα.
«Πλάκα κάνω –λέγε!»
«Μου είπε οτι είσαι μπάτσος! Μυστικός που ήρθες στο πάρτι για να δέσεις κόσμο!»
Χαμογέλασα.
«Σωστός ο πιτσιρίκος –κόβει το μάτι του!» σχολίασα.
«Ναι, κόβει! Βούτυρο λιωμένο κι αυτό με το ζόρι...» γέλασε ο Τάραμας, αλλά είδε τη γκομενίτσα που του έκανε νόημα και ετοιμάστηκε να αποχωρίσει.
Τον άρπαξα.
«Για στάκα! Εσύ τι κάνεις εκεί πέρα μου λες; Το κοριτσάκι τυγχάνει μακράν ανήλικο...»
Με αγκάλιασε πατρικά.
«Την ξέρεις -δεν την ξέρεις;»
Κοίταξα καλύτερα αλλά δυσκολευόμουν.
«Η αδερφή του Σερίφη ρε μαλάκα!» με διαφώτισε ο Τάραμας.
«Σωστά», έκανα εγώ.
«Μου γάμησε το στέκι, του γαμάω την αδερφή –με πιάνεις;» σφύριξε ο Τάραμας.
Ένευσα απρόθυμα.
«Εντάξει. Μη με πιάνεις άλλο τώρα γιατί έχω και υποχρεώσεις», τινάχτηκε εκείνος, ελευθερώθηκε από το κράτημά μου και έφυγε προς τη μικρή.
Τα μέσα δωμάτια, τα πριβέ, θα είχαν τρελή κίνηση έτσι όπως πήγαινε το βράδυ. Μαλακία μου που δεν έβαλα δυο παιδιά να κόβουν εισιτήρια απέξω, θα κονόμαγα κανονικά.

Αποφάσισα λοιπόν να βγάλω τσάρκα το μπουκάλι μπύρας που είχε ξεμείνει στο χέρι μου κι αυτό έκανα –κάποιοι τρελαμένοι είχαν καβαλήσει τα ντραμς εκεί στη γωνία του δωματίου και βαράγανε στο γάμο του Καραγκιόζη, από τα ηχεία έπαιζε μανούρα, Γκοντφάδερς, Δόκτωρ Φίλγκουντ, Νάιν Μπιλόου Ζέρο –ωραία φάση. Μερικοί νόμιζαν κιόλας οτι χορεύουν, πέρασα ξυστά πλάι τους για να μην τους διακόψω. Τραβήξου όπως νομίζεις κι άσε τα κέρματα στο παγκάρι φεύγοντας –έτσι πάει. Έπιασα τοίχο δίπλα στον Ζόμπι που κουβέντιαζε με τον Μάριο.
«Πως πάει;» ρώτησα.
«Σέρνοντας», μουρμούρισε ο Ζόμπι.
«Λέγαμε για τον Σπέις...» κόμπιασε κάπως ο Μάριος.
«Τι τρέχει μ΄αυτόν; Τώρα κοντά τον είδα –εντάξει μου φάνηκε», είπα.
«Εντάξει;» απόρησε ο Ζόμπι.
«Εντάξει για Σπέις –αυτό εννοώ...»
«Μαλακίες!» κούνησε το κεφάλι ο Μάριος. «Προχτές μπήκαν οι μπάτσοι σπίτι του...»
«Σε τι στυλ;» αναστατώθηκα.
«Σε στυλ ‘πνίγηκε η γειτονιά στη μπόχα’», είπε ο Ζόμπι.
«Βρήκανε τη μάνα του σκουλιακιασμένη από τον πολύ θάνατο...»
«Κι ο Σπέις;»
«Άφαντος».
«Η Γιολάντα;»
«Ποια Γιολάντα;» είπαν με μια φωνή Μάριος και Ζόμπι.
«Η... Γάμησέ τα τώρα -παρακάτω;»
«Δεν έχει παρακάτω».
Έξυσα το κεφάλι μου αμήχανα.
«Είδα τον Βαγγέλη», μουρμούρισα.
«Τον Άλλο;» ρώτησε ο Μάριος.
«Όχι. Τον Μαύρο. Μου είπε να έχω το νου μου στον Σπέις...»
Ξεκαρδίστηκαν και οι δυο τους.
«Δεν παίζει αυτό ρε! Ο Σπέις μονίμως αέρας –τι να λέμε τώρα;»
«Τέλος πάντων και τώρα τι γίνεται;» αναρωτήθηκα.
«Ε, δεν ξέρεις;» απόρησε ο Ζόμπι.
Ήξερα. Μόνο που ποτέ δεν πίστεψα οτι όλα αυτά τα πράγματα συμβαίνουν στ’ αλήθεια, αν βέβαια εσύ μπορείς να μου εξηγήσεις τι διάολο σημαίνει «αλήθεια». Όταν ήμασταν παιδιά ακούγαμε τους ψαγμένους να λένε για σπηλιές κρυφές στο βουνό, εκεί πίσω, στα ριζά –σπηλιές μικρές και άλλες μεγαλύτερες που οδηγούν την καρδιά της πέτρας ή δεν οδηγούν πουθενά απολύτως –μεγαλώσαμε μετά κι ανακαλύψαμε κάποιες απ΄αυτές, νομίσαμε ξαφνικά οτι τα μάθαμε όλα. Χρειάστηκε να πατήσουμε καλύτερα στο χώμα, για μερικούς από μας χρειάστηκε να τρίψουμε τα μούτρα μας στη λάσπη για να καταλάβουμε οτι ο καθένας έχει τη δική του σπηλιά, ξέβαθη –σκέτη γρατζουνιά στο μάγουλο του βουνού, ή βαθειά και απύθμενη, τρίχες κατσαρές –όλες οι σπηλιές κάπου τελειώνουν, το θέμα είναι πόσο θάρρος έχεις για να φτάσεις μέχρι τόσο βαθειά.
«Κατά το βουνό τον είδαν να πηγαίνει, χτες το απόγευμα», έκλεισε την κουβέντα ο Μάριος.
Ο καθένας από μας έχει τη δικιά του σπηλιά να τον περιμένει –στα μάγουλα του βουνού ή στα σωθικά του, εξαρτάται –είχα κι εγώ κάποτε μια ιδιωτική σπηλιά αλλά τη γκρεμίσανε. Φάγανε το βουνό για να χτίσουν, αν θες να ξέρεις.

Αλλαγή ντιτζέι στα πικάπ –ησυχία για λίγο.

Ξεκίνησα για τα μέσα δωμάτια, ψάχνοντας λίγες ήσυχες σκέψεις. Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας ήταν, φυσικά, κλειστή –χτύπησα καθότι κύριος και άνοιξα χωρίς να περιμένω απάντηση, καθότι ιδιοκτήτης. Εκεί μέσα είχαν αράξει μερικά παιδιά, ένα τρίφυλλο έφερνε γύρες –αθώα πράγματα –ήταν όλοι τους κολλημένοι στον ανοιχτό δέκτη της τηλεόρασης. Μου κάνανε χώρο αμίλητοι, πρώτο τραπέζι πίστα.
«Τι γίνεται εδώ μέσα ρε;» απόρησα. «Κατέβηκαν οι εξωγήινοι;»
Ένα παιδί με όρθια μαλλιά με σκούντηξε.
«Σουτ, μη μιλάς!» είπε.
Κοίταξα κι εγώ την οθόνη σα μαλάκας, κάποια παπαριά αμερικάνικη μάλλον, φτηνοπαραγωγή –δείχνανε μια νυχτερινή πόλη και μπόλικες εκρήξεις στο βάθος.
«Τι υπόθεση έχει;» ρώτησα.
«Τι υπόθεση ρε φίλε; Βομβαρδίζουν τη Βαγδάτη», απάντησε το παιδί δίπλα μου.
Στην οθόνη βγήκε ένας ξεμαλλιασμένος με μικρόφωνο και άρχισε να τσιρίζει.
«Βομβαρδίζουν στ΄αλήθεια σα να λέμε;» απόρησα.
«Ε τι; Στα ψέματα;»
«Βομβαρδίζουν απευθείας μετάδοση και με τηλεοπτική κάλυψη;» ξαναρώτησα.
«Δώστου να καπνίσει μπας και σταματήσει!» απηύδησε το παιδί.
Ο ξεμαλλιασμένος έδειχνε πίσω και έκανε μαθήματα γεωγραφίας, «η τάδε συνοικία βομβαρδίζεται τώρα», «τα νοσοκομεία γεμίσανε τραυματίες» -φτηνοπαραγωγή, δίκιο είχα, το ρίχνανε στο συναίσθημα για να καλύψουν τις αδυναμίες του σεναρίου. Τράβηξα μια καλή τζούρα και σηκώθηκα –το στομάχι μου πόνεσε από τον πόλεμο.

Βγήκα πάλι έξω, ζευγάρια είχαν πιάσει τις γωνίες και σύννεφο το μπαλαμούτι –χαμογέλασα. Προχώρησα προς το μπαλκόνι, πέρασα δίπλα από κατεδαφισμένα άτομα, βγήκα έξω. Μια από τα ίδια κι εκεί –ζευγαράκια, μπαλαμούτι. Ανάμεσά τους και γνωστές φάτσες, κοίταξα καλύτερα, ο Πέτρος φιλιόταν με μια γκόμενα. Άναψα τσιγάρο –ωραίος ο μάγκας και πολύ πιστός στη Νίνα! Αλλά πνίγηκα με τον καπνό όταν ανακάλυψα οτι η γκομενίτσα που είχε κουτουπώσει ο Πέτρος δεν ήταν άλλη από την Κορίνα! Έφυγαν τα τσιμέντα κάτω από τα πόδια μου, έτρεξα κι εγώ να σωθώ –μη με καταπιεί το μαύρο χώμα. Ήμουνα μόνος ανάμεσα σε παρέες και γι΄αυτό δυσκολευόμουν να κρυφτώ.
«Έλα ρε φιλαράκι! Κάπως κατακίτρινος –φάντασμα είδες;» με χτύπησε στην πλάτη ο Φώτης ο Πεταλούδας.
«Φάντασμα, δε λες τίποτα! Τα ύστερα του κόσμου!» προσπάθησα να χαμογελάσω.
Τότε ο Φώτης έκανε κάτι περίεργο, έβγαλε δηλαδή ένα κουμπούρι, το ζύγισε λίγο στην παλάμη του, μετά άνοιξε το μύλο, τράβηξε τις σφαίρες, τις μέτρησε και τις ξανάβαλε μέσα.
«Τι είναι αυτό ρε πούστη;» φρίκαρα. «Πάρτο και φύγε –δε θέλω σίδερα στο σπίτι μου!»
«Κούλαρε φιλαράκι, δεν τρέχει τίποτα», γέλασε ο Φώτης.
«Ρε ακούς τι σου λέω;» φόρτωσα άσχημα εγώ.
«Ηρέμησε αγόρι μου», είπε ο Φώτης και μου κούνησε το ανοιχτό του πορτοφόλι στη μάπα.
Μπερδεύτηκα αρκετά.
«Δεν ξέρω τι είναι όλα αυτά, οπότε πάω για κατούρημα», του είπα. «Όταν ξανάρθω να μη δω ούτε το παλτό σου εδώ μέσα. Συνεννοηθήκαμε;»
Του γύρισα την πλάτη και έψαξα κάποιον από τους δικούς μου.

Πέτυχα τον Στάθη να χαζολογάει με τη Γιουγκοσλάβα του.
«Αδερφέ, δε θα μας ευχηθείς;» γέλασε ο Στάθης.
«Γενέθλια ή ονομαστική εορτή;» έκανα χαζά.
«Παντρευτήκαμε ρε μαλάκα! Πού ζεις;» κορόιδεψε ο Στάθης.
«Έλα ντε! Πού ζω;» αναρωτήθηκα με τη σειρά μου. «Για πες μου κάτι φιλαράκι –ο Φώτης πως την έχει δει; Γιατί μοστράρει κουμπούρια εδώ μέσα;»
Ο Στάθης χαμογέλασε.
«Ομάδα Ζήτα», ψιθύρισε συνωμοτικά.
«Έλα ρε!» σοκαρίστηκα.
«Ήρθα», με διαβεβαίωσε ο Στάθης.
«Μπάτσος ο Φώτης;»
«Γουρούνι και δολοφόνος ήταν ήδη...» ξεκαρδίστηκε ο Στάθης.
«Αλλά πώς;»
«Μέχρι τώρα έριχνε ξύλο στη ζούλα, από δω και πέρα αποφάσισε να το ρίχνει με επίσημη εξουσιοδότηση», μου εξήγησε ο Στάθης.
Ανασήκωσα αμήχανα τους ώμους και απομακρύνθηκα. Δίκιο είχε ο Φώτης που αποφάσισε να βάλει σπόνσορα στο τραμπουκιλίκι, δίκιο είχε ο Στάθης που παντρεύτηκε για να βγάλει η άλλη άδεια παραμονής, δίκιο είχε ο Πέτρος που ερωτεύτηκε τη Δανέζα και χαμουρεύεται με τη γκόμενα του κολλητού του –δίκιο είχαν όλοι. Κι ο Παυλάκης που είδε τα ζόρια και την κοπάνησε –έστω αργά, σαραντάρης πατημένος –δίκιο είχε κι αυτός.
«’σου πω... όταν φύγει ο κόσμος να μείνουμε εδώ με την Κορίνα;» μου σφύριξε στο αυτί ο Πέτρος.
«Να μείνετε –εγώ πάντως φεύγω», ψιθύρισα.

Και κοίτα να δεις που το εννοούσα, επειδή βγήκαμε από εκείνα τα χρόνια ψαλιδισμένοι, με ρούχα δανεικά –τα δικά μας σκίστηκαν όσο παλεύαμε να αποδράσουμε. Άσε που ήμασταν ντυμένοι ομοιόμορφα τότε –σα φόρμες φυλακής- αλλάξαμε λοιπόν για να μη μας αναγνωρίζουν και στο τέλος καταντήσαμε να μην αναγνωρίζουμε ούτε οι ίδιοι τους εαυτούς μας. Βγήκαμε λοιπόν από εκεί –αλλά όχι ζωντανοί. Αν ποτέ υπήρχε αυτό το πράγμα που λέγεται «ζωή», εγώ δεν θυμάμαι πλέον.

Υστερόγραφο.: Κοίταζε έξω από το παράθυρο, κάποιο ξεραμένο αγιόκλημα, όση ώρα μίλαγα. Πάω στοίχημα οτι δεν άκουσε λέξη απ΄όσα είπα.

ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ ΟΛΟ

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι