Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες του απέναντι τοίχου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες του απέναντι τοίχου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 26, 2007

"Πάρε την παρτίδα πάνω σου πιτσιρίκα"

Ακούμπησε στο παγωμένο μάρμαρο της εισόδου –μισοκρυμένος από το αλαφιασμένο πλήθος και συνέχισε να τη χαζεύει. Δεν γυάλιζαν πια τα κοντοκουρεμένα ασημί μαλλιά της, έτσι όπως είχαν βρωμίσει από τις αιωρούμενες στάχτες. Κατά τα υπόλοιπα όμως –ήταν αυτή. Το αυθάδικο πρόσωπό της περιτριγυρισμένο από σκουλαρίκια, η στενή μπλούζα (κόκκινη σήμερα με κάποια στάμπα που δεν διακρινόταν καθαρά), το φαρδύ παντελόνι που κυμάτιζε στο τρέξιμό της. Ήταν στα πρόθυρα του πανικού καθώς οι μπάτσοι χτυπούσαν πλέον στο ψαχνό της τρομοκρατημένης συγκέντρωσης διαμαρτυρίας.

Μάζεψε τα μακριά του μαλλιά με κάποιο λαστιχάκι και χαμογέλασε στην πιο κοινότυπη διαπίστωση του τελευταίου μήνα –«θα μπορούσε άνετα να είναι κόρη μου». Όχι άνετα -αλλά θα μπορούσε. Έβγαλε τον μαρκαδόρο από τη πίσω τσέπη του τζιν και έγραψε στο παγωμένο μάρμαρο αυτής της εισόδου πολυκατοικίας.

«Ο Α ΠΟΥΚ ΗΤΑΝ ΕΔΩ».

Αποφάσισε πως της είχε αφήσει αρκετό χρόνο για να τρομοκρατηθεί και, με αυτή τη σκέψη, ξεπέρασε τον φόβο της απόρριψης. Ξεκόλλησε από την είσοδο για να πιάσει το μπράτσο της. Σφιχτό, ζεστό μπράτσο.
«Έλα μαζί μου, θα γίνει της πουτάνας εδώ».
Η κοπέλα τον κοίταξε, δίστασε, αποφάσισε πως δεν ήταν μπάτσος, σκέφτηκε οτι δεν είχε τίποτα σημαντικό να χάσει. Και τον ακολούθησε. Αυτός έσπρωξε απαλά την εξώπορτα της πολυκατοικίας –του είχε γίνει συνήθεια να σταμπάρει ποιες πόρτες δεν έκλειναν καλά, κάθε φορά που φοβόταν για φασαρίες στην περιοχή. Χώθηκαν μέσα –βιαστικά.

Στο απέναντι πεζοδρόμιο ο άνθρωπος καθάρισε τα γυαλιά του χαμογελαστός. Είχε δει –έστρωσε τα γκρίζα μαλλιά πίσω από τα αυτιά του και συνέχισε να περπατάει αδιαφορώντας για το ξύλο που έπεφτε τριγύρω του. Θα κάπνιζε ευχαρίστως ένα τσιγάρο, αλλά η ατμόσφαιρα έτσουζε ήδη από τα δακρυγόνα. Κάτι ΜΑΤατζήδες χτυπούσαν το κεφάλι ενός παιδιού στον τοίχο. Πέρασε δίπλα τους –ίδιος αόρατος. Ταράχτηκε γιατί δεν μπορούσε να κάνει τίποτα –ξέχασε για λίγο τον μαλλιά που είδε να χώνεται μαζί με την πιτσιρίκα στην πολυκατοικία. Τους ξαναθυμήθηκε όταν έστριβε στη γωνία, κοίταξε πίσω, ασυναίσθητα –φυσικά και δεν φαινόταν τίποτα πλέον.
«Το μπαγάσα!» σφύριξε σιγανά. «Δεν σέβεται τίποτα πια!».
Μετά συνέχισε τον δρόμο του περνώντας τη λεωφόρο –δυο στενά πιο κάτω ήταν παρκαρισμένο το αυτοκίνητό του. Σε γκαράζ -που να βρεις παρκάρισμα στο κέντρο τέτοια εποχή!

Με τα κεφάλια σχεδόν κολλημένα –κρυφοκοίταζαν από τα κάγκελα που οδηγούσαν στο υπόγειο. Έξω, ξέβραζε η κόλαση. Κόσμος τυφλωμένος έπεφτε από μόνος του πάνω στα γκλοπς. Ελαστικά γκλοπς –ακούγονταν να πλαταγίζουν πάνω σε σώματα. Εκείνη κοίταζε με μάτια τρομαγμένα. Εκείνος μύριζε τον ιδρώτα στο λαιμό της. Τι να δει εκεί έξω; Ήταν τόσο ανήμπορος να βοηθήσει που κόντευε να κλάψει –θα τα έμπηγε κανονικά, αν ήταν μόνος του.
«Ήσουν στη συγκέντρωση;» ρώτησε η μικρή –ανίκανη να ξεκολλήσει τα μάτια από όσα γίνονταν εκεί έξω.
«Πες το κι έτσι. Είμαι παντού και πουθενά –τώρα τελευταία», κόμπασε αυτός. Μάταια. Η μικρή δεν τον άκουγε.
«Τι κάνουμε τώρα;» ξαναρώτησε.
«Περιμένουμε να καθαρίσει», απάντησε αβέβαια.
«Πόσο;»
«Όσο χρειαστεί. Μετά φεύγουμε προσεκτικά γιατί μπορεί να σκουπίζουν στους γύρω δρόμους».
«Λες;»
«Ξέρω ‘γω;» Δεν ήξερε. Έλπιζε να τη συνόδευε μέχρι ... μέχρι οπουδήποτε –μέχρι το τέλος του κόσμου αν ήταν δυνατό.
Κοντά ένα μήνα την έβλεπε να τριγυρίζει στα στέκια της πλατείας. Στις καφετέριες που δεν ήταν πια όπως παλιά –εκεί την είδε πρώτη φορά. Μετά, δυο δρόμους παρακάτω –στα στέκια που μαζεύονταν πλέον οι πιτσιρικάδες, γιατί η πλατεία είχε καταντήσει σκέτη ζωοπανήγυρη. Ερχόταν ξαφνικά, μπλεκόταν σε παρέες, εξαφανιζόταν. Συνήθως μόνη της. Σχεδόν πάντα –μόνη της. Ένας πιτσιρικάς την κρατούσε από τη μέση ... Δεν έχει σημασία, «θα μπορούσε να είναι κόρη σου».
«Πως σε λένε;»
«Γιάννη –εσένα;»
«Σάντυ».
«Δηλαδή;»
«Κυριακή –θες τίποτα τώρα;»
Ανακάθισε για να ξεπιαστούν τα γόνατά του.
«Κούλα, σα να λέμε».
«Αν θέλεις να πεθάνεις –ξαναπέστο».
Χαμογέλασε θαυμάζοντας το τρεμόπαιγμα στα βλέφαρά της. Δεν έπρεπε να τη γνωρίσει από κοντά –σχεδόν πάντα η απομυθοποίηση καραδοκεί.
«Πάω να ρίξω μια ματιά μέχρι την πόρτα. Μη φύγεις από εδώ ...», μουρμούρισε ενώ σηκωνόταν. «... Κούλα», συμπλήρωσε έχοντας κάνει μερικά βήματα μακριά της.
«Γαμήσου!» ακούστηκε η πνιχτή φωνή και ένας bic αναπτήρας τον βρήκε πίσω από το αυτί. Πόνεσε.

Έψαχνε αφηρημένα στους σταθμούς του ραδιοφώνου, όσο περίμενε να ξεκινήσουν τα μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα. Κάτι Ζητάδες ρύθμιζαν την κυκλοφορία –έτσι έδειχναν τουλάχιστον.
«Τι γίνεται μπροστά;»
«Είναι κλεισμένοι οι δρόμοι κύριε».
«Και πόσο θα περιμένουμε δηλαδή;»
«Όσο πάρει. Τι θέλετε να κάνουμε κι εμείς;»
Μισόκλεισε τα μάτια από νεύρα –ο μπάτσος ήταν όλο ευγένειες σεβόμενος την εξωτερική του εμφάνιση. «Γεράσαμε, ξεφτιλιστήκαμε –μέχρι και οι μπασκίνες μας υπολήπτονται», μουρμούρισε. Έψαξε στη θήκη με τα CD –είχε βαρεθεί τις διαφημίσεις του ραδιοφώνου. Σοστακόβιτς, Μητρόπουλος, Ντεμπισί –ξεφύλλισε τα πλαστικά διαχωριστικά ανυπόμονα. Μίνκους, Πάρκερ, Κολτρέιν, Λούρι –βλαστήμησε. «Κάτι δυνατό ρε γαμώτο! Κάτι δίλεπτο, με κιθάρες και φωνή –δεν υπάρχει; Τι σκατά –νεκροφόρα οδηγώ;» Το πίσω αυτοκίνητο κόλλησε μια κόρνα στους κροτάφους του –είχαν αδειάσει δυο μέτρα μπροστά από το δικό του αμάξι –έπρεπε να καλυφθούν πάραυτα. Έστριψε το κεφάλι σηκώνοντας αγριεμένα τους ώμους.
«Που να πάω ρε καραγκιόζη;»
Ο πίσω οδηγός χειρονομούσε ακατάπαυστα.
«Που να πάω γαμώ την κοινωνία μου; Πουθενά δεν πηγαίνει –ούτε μπρος, ούτε πίσω».
Πουθενά.

Έβγαλε ένα φτηνό εικοσιπεντάρι πακέτο και της πρόσφερε τσιγάρο.
«Άσε, ευχαριστώ. Μου βρωμάνε», είπε τραβώντας την καπνοσακούλα της από μια τσέπη.
«Τουλάχιστον έχουμε φωτίτσα», σχολίασε αυτός, βγάζοντας τον αναπτήρα της από την τσέπη του.
«Τι θα γίνει αν κατέβει κανένας από την πολυκατοικία;» απόρησε εκείνη.
«Θα τον ρωτήσουμε σε ποιο όροφο μένει ο κύριος Αποστολόπουλος».
«Υπάρχει τέτοιο όνομα;»
«Έτσι γράφει στα κουδούνια».
«Ήσουνα προετοιμασμένος για να κρυφτείς ε;»
«Χρόνια τώρα».

Έβγαλε ένα πακέτο με λάιτ τσιγάρα. Άνοιξε το παράθυρο για να μη ντουμανιάσει και άναψε με τον αναπτήρα του αυτοκινήτου. Θα έδινε τα πάντα για κάποιο φασαριόζικο ροκενρολάκι και μια γυναίκα στο διπλανό του κάθισμα.
Αυτή τη στιγμή.

Το επόμενο πρωί τους βρήκε κολλημένους στη λεωφόρο. Ο ένας μέσα σε κάποιο τρόλεϊ να κάνει ασκήσεις ισορροπίας –αφού δεν υπήρχε ελεύθερη χειρολαβή, εδώ και πέντε στάσεις. Ο άλλος μποτιλιαρισμένος –στο ίδιο μέρος, όπως και το προηγούμενο βράδυ –αλλά πλέον, στο αντίθετο ρεύμα. Σίγουροι οτι αυτό που ζούσαν απείχε πολύ από το να χαρακτηριστεί «ζωή». Να θυμούνται, σχεδόν ταυτόχρονα, εκείνο το παλιό ερώτημα στον τοίχο –«ΥΠΑΡΧΕΙ ΖΩΗ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ;»
Η Σάντυ κοιμόταν ξέγνοιαστα –έχοντας ήδη ξεχάσει το γερασμένο φρικιό που την έκρυψε στις χτεσινές φασαρίες. Δεν είχαν πει και πολλά πράγματα, άλλωστε. Κάποια στιγμή βγήκαν έξω –της είχε προτείνει να τη συνοδεύσει, αυτή είχε αρνηθεί. Μέσα στο πρώτο ταξί που πέρασε από μπροστά της –αφιέρωσε τα δέκα λεπτά της διαδρομής σε εκείνον. «Μυστήριος τύπος. Παλιός. Είχε και κάποια πλάκα –όσο να πεις». Θα της άρεσε, γενικότερα, να πηδηχτεί με έναν τέτοιο τύπο, αλλά, μάλλον δεν υπήρχε περίπτωση. Πολύ υπερόπτες και γεμάτοι κολλήματα. Ή θα σε έφτυναν ή θα μπερδευόσουν άσχημα. Είχαν και μια τρομερή αντιπάθεια στα προφυλακτικά –άστο καλύτερα. Στο σπίτι την περίμενε η συγκάτοικός της με κάτι απλήρωτους λογαριασμούς –το μυαλό της είχε αδειάσει από κάθε προηγούμενη σκέψη.

Οι φοιτητές σέρνονταν στο προαύλιο σαν τις σαύρες που αλλάζουν πουκάμισο. Κάποιοι βιαστικοί μπαινόβγαιναν στα γραφεία των καθηγητών, διασχίζοντας τη βαριεστημένη πομπή. Κανένας δεν είχε όρεξη ούτε να θυμώσει. Ήταν ένα συνηθισμένο πρωινό στο Πανεπιστήμιο.
Εκείνος μάζεψε τις σημειώσεις του και έκλεισε τον υπολογιστή. Μοιραζόταν το γραφείο με άλλους δυο επίκουρους –δεν είχε καμιά όρεξη να σκαλίσουν τα αρχεία του. Όχι οτι θα έβρισκαν τίποτα μεμπτό –απλά δεν είχε όρεξη. Περνώντας από τις τουαλέτες κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Σα μαλάκας ήταν. Ο τύπος του καθηγητή που και ο ίδιος θα σιχαινόταν, όταν ήταν φοιτητής. Φιλικός, δήθεν, προς τους φοιτητές, μοντέρνος, άνετος, παπάρας. Φώναζε από μακριά οτι καλόβλεπε τις φοιτήτριες. Αυτό που δεν ήξεραν όμως οι φοιτήτριες, ήταν πως ο κύριος επίκουρος ήταν χέστης. Είχε μια συμβατική σχέση με κάποια δικηγόρο, συνομήλική του, και έτρεμε στην ιδέα να τον πιάσουν έστω και να λοξοκοιτάζει κάτω από τη φούστα κάποιας φοιτήτριας. Χέστης, αλλά καθωσπρέπει.
Θυμήθηκε το ρεμάλι να χώνεται στην πολυκατοικία με την πιτσιρίκα –χτες βράδυ. Ξίνισε. Βλαστήμησε τους μεσόκοπους Ζορό που σώζουν κοπελίτσες ανιδιοτελώς (αν εξαιρέσεις κάποιο πήδημα). Ανεπρόκοπος –αυτό ήταν μια ζωή ο μαλλιάς. Ποιος ξέρει σε τι κωλόμπαρα να δούλευε τώρα –«όσα βγάζουμε, τόσα τρώμε», έτσι τον θυμόταν από πάντα. Αλλά υπήρχε μια εποχή που δεν μπορούσε να του φάει γυναίκα ο μαλλιάς. Και τώρα δηλαδή –μόνο κάτι δευτεράτζες, τελειωμένες. Ήταν τελειωμένη και δευτεράτζα η ....;
Μπήκε στην αίθουσα σκυφτός.

Έτρεξε να σηκώσει το τηλέφωνο κάνοντας σλάλομ ανάμεσα στις στοίβες των δίσκων. Ένας μοναδικός πελάτης σήκωσε το χέρι θέλοντας να ρωτήσει κάτι –αλλά το μετάνιωσε.
«Εμπρός;»
«Καλημέρα –μπορώ να ρωτήσω κάτι;»
«Βέβαια».
«Έχετε παλιούς δίσκους;»
«Γιατί –υπάρχουν και καινούργιοι δίσκοι;»
«Χαχα, σωστά. Μήπως σας βρίσκεται τίποτα από Gong;»
«Ναι, κάτι υπάρχει».
«Το Shamal;»
« Το έχω».
«Αααα, υπέροχα! Πόσο κοστίζει;»
«Γύρω στα 60 ευρώ. Είναι σπάνια έκδοση –εισαγωγής».
«Τόσο πολύ;»
Μάζεψε τα μαλλιά που έπεφταν στο πρόσωπό του. Ετοιμαζόταν να δυσανασχετήσει.
«Ναι, τόσο πολύ».
«Καλά, ευχαριστώ –θα περάσω από εκεί».
«Σιγά μην περάσεις βρωμοτσιγκούνη! Και να έρθεις δηλαδή –μην περιμένεις να σου πουλήσω το δίσκο, δεν είναι για τσίπηδες». Έκλεισε το τηλέφωνο σκεφτικός –οι δουλειές πήγαιναν χάλια, σε λίγο δεν θα μπορούσε να πληρώσει ούτε τα πάγια.
Ο μοναδικός πελάτης ρώτησε διστακτικά ...
«Μεταχειρισμένο είναι αυτό το σινγκλάκι;»
Πήγε κοντά, το κοίταξε.
«Σχεδόν».
«Είναι φτηνότερο δηλαδή;»
«Για την ακρίβεια, δεν πουλιέται».
«Γιατί;»
«Επειδή, φίλε, γουστάρω να το ακούω».
Ο πελάτης έφυγε κουνώντας το κεφάλι κι αυτός έμεινε με το δισκάκι στο χέρι. Flip side το « P.O. BOX 500», ο Eric Burdon, παρέα με τους Zoot Money. Μαύρο στο μαύρο.

«ΑΓΑΠΗΤΕ ΡΟΜΠΕΡΤ, άκουσα πως είσαι πάλι στη στενή, έπρεπε να το σκεφτείς καλύτερα. Όταν έκανες δουλειά, για δεύτερη φορά, στην πολιτεία της Αλαμπάμα. Θα μου λείψουν τα Μεταμεσονύχτια Σόου και οι πρωινές σου ομιλίες, η στρογγυλή χαμογελαστή φάτσα σου –σκέτος Βούδας. Εκεί έξω, δίπλα στον ωκεανό. Ήσουν καλός κλέφτης, με δίδαξες τι να κλέβω –υποθέτω πως τώρα ξέρεις πόσα πήρα από σένα στην πραγματικότητα. Θα σου τα επιστρέψω όλα. Στην επόμενη αναστολή –σίγουρα θα επισκεφτούμε την τρελή Μαίρη, εκεί στο Καμαρίλο».

Άναψε τσιγάρο και περίμενε την επόμενη στροφή –όταν ξαναχτύπησε το τηλέφωνο.
«Εμπρός;»
«Εγώ είμαι».
«Τι θέλεις;»
«Έβαλες τη διατροφή;»
«Θα τη βάλω».
«Πότε;»
«Είπα θα τη βάλω –άσε με τώρα. Έχω δουλειά».

«ΑΓΑΠΗΤΕ ΡΟΜΠΕΡΤ, άκουσα πως είσαι πάλι κάτω από το σφυρί, έπρεπε να το σκεφτείς καλύτερα. Όταν κράτησες εκείνο το αστυνομικό σήμα που βρήκες στην παραλία πέρσι το καλοκαίρι. Θα έρθεις μια μέρα φρεσκοξυρισμένος και θα έχεις χάσει μερικά κιλά, θα πάρουμε τότε τη Σεβρολέτ και δεν θα σταματήσουμε μέχρι να φτάσουμε στο Μεξικό, μέχρι να βρούμε εκείνη τη μεγάλη χαμένη κοιλάδα που λέγαμε συνέχεια. Θα εξαφανιστούμε στον καπνό και μετά θα βγούμε από τη σκόνη της ερήμου –για να φτάσουμε στη χρυσή πόλη, με τα εστιατόρια, το τρεχούμενο νερό και τις γυναίκες –ω, πόσο όμορφες γυναίκες!»

Χαμένα χρόνια που έβλαψαν και αθώους ανθρώπους. Υπάρχουν αθώοι; Σίγουρα –τα παιδιά δεν φταίνε σε τίποτα. Σκεφτόταν. Η πρώην γυναίκα του, μια ιστορία συμβιβασμών μέχρι που δεν πήγαινε άλλο. Όπως συνήθως, το κατάλαβαν αργά. Όπως συνήθως, το ήξεραν από την αρχή –αλλά προτίμησαν να το αγνοήσουν μέχρι που έγινε μεγάλο, τόσο μεγάλο όσο η ζωή τους. Και τότε ήταν αργά.

«ΑΓΑΠΗΤΕ ΡΟΜΠΕΡΤ, όταν σε πήραν την τελευταία φορά, θυμάμαι –ο φάρος του περιπολικού ήταν τόσο φωτεινός σαν 4η Ιουλίου, στα μέσα του Δεκέμβρη –κι όπως περνούσα από το σπίτι σου, είδα το πλήθος, που καθόταν δίπλα στα κόκκινα φώτα, όσο σε έπαιρναν μαζί τους. Όταν σε έβαζαν στο περιπολικό, χρωμιομένα βραχιόλια στους καρπούς σου –και όλοι ξέρουν πως είναι επώδυνα ακόμα και στην πρώτη εγκοπή, αλλά εσύ απλά χαμογελούσες στον κόσμο κι οι αστυνομικοί καταλάβαιναν πως, σίγουρα, δεν ήταν δική τους αυτή η περιοχή».

Έκανε μαλακία που τη γνώρισε –θα ήταν προτιμότερο να τη θαυμάζει από μακριά. «Η σιωπή γεννάει μύθους», παλιό ήταν αυτό. Αλλά δεν υπήρχε πλέον ένας καργιόλης φίλος να συζητήσει μαζί του. Να καθίσουν στο απέναντι τραπέζι, χαζεύοντας το αντικείμενο λατρείας, αναλύοντας για το ανέγγιχτο –τέτοιες μαλακίες. Που ήταν όλοι αυτοί; Χαμένοι στην τρέλα –πρεζάκηδες του μεροκάματου, αρρωστάκια των χλιδάτων κουπέ. Ή, απλά ναρκομανείς.

«Υ.Γ.: Ρόμπερτ, βρήκα τη σακούλα του σουπερμάρκετ που μου άφησες, θα καπνίζω από λίγο κάθε μέρα και όσο ο καπνός θα διαλύεται στον αέρα, θα έρχονται οι αναμνήσεις από σένα -στα σίγουρα- έπρεπε να το σκεφτείς καλύτερα».

Άφησε τη βελόνα να κυλάει χωρίς επαναφορά. Δεν είχε μείνει τίποτα όρθιο πια.

«Η πεποίθηση του Αύγουστου Κοντ σχετικά με τη σημασία της νέας επιστήμης, αυτής με το τερατολογικό όνομα από γραμματικής απόψεως, τον οδήγησε στη διαφοροποίηση σε σχέση με τις θέσεις του Σαιν Σιμόν. Ακόμα περισσότερο, οι απόψεις του Κοντ εξελίχθηκαν σε ιδεοληπτικό παραλήρημα –έφτασε να μιλάει μέχρι και για ‘καινούργια θρησκεία’, μια λατρεία θεσπισμένη στις αρχές της νέας επιστήμης. Βλέποντας τον εαυτό του σε ρόλο πρωθιερέα αυτής της ‘θρησκείας’, μοιραία οδηγήθηκε στην παράνοια».
Καθάρισε τα γυαλιά του και τα ξαναφόρεσε –προσπαθώντας μ΄αυτόν τον τρόπο να ελέγξει τις αντιδράσεις του ακροατηρίου. Στα μισοάδεια έδρανα. Παγωμάρα. Αυτά τα παιδιά δεν ενδιαφέρονταν καθόλου για τις παραδόσεις του. Μπορεί να έσπαγε τη μονοτονία με κάποιο, άνοστο συνήθως, αστείο –αλλά, σε γενικές γραμμές, οι φοιτητές χασμουριόνταν. Υποχρεωτική επιλογή –απαίτηση για εύκολα θέματα. Όταν θα έβγαιναν από την αίθουσα δεν υπήρχε περίπτωση να θυμούνται τίποτα από την παράδοσή του. Ποιος είχε όρεξη να μάθει για διανοητές που κάηκαν τεντώνοντας τα όρια της διάνοιάς τους; Σταμάτησε το βλέμμα του σε εκείνη. Έπαιζε αφηρημένα με ένα στυλό –αναρωτήθηκε αν την είχε πηδήξει τελικά ο μαλλιάς. Σιγά μην του ξέφευγε! Αν δεν είχε γίνει ήδη, θα γινόταν σύντομα. Γαμημένο φρικιό!
Έχασε την όρεξή του για τη συνέχεια –έμενε ακόμα ένα τέταρτο μαθήματος, αλλά είχε κι αυτός βαρεθεί. Σαν τους φοιτητές.
«Δεν σας ενδιαφέρουν και πολύ όλα αυτά», είπε χαμηλόφωνα.
Οι φοιτητές δεν απάντησαν. Νανουρισμένοι από την παράδοση, θεώρησαν την τελευταία φράση, συνέχειά της.
«Τι σας ενδιαφέρει τελικά;» φώναξε.
Οι φοιτητές έδειξαν να ξυπνάνε. Συμβαίνει πάντα με τις ερωτήσεις. Ο φόβος της υποχρέωσης για απάντηση τρομοκρατεί τα παιδιά που δεν έχουν ακόμα αποβάλλει τα σχολικά τους σύνδρομα.
«Εσύ –εκεί πίσω, με την πράσινη μπλούζα. Τι σε ενδιαφέρει; Τι κάνεις εδώ;»
Ο πιτσιρικάς έξυσε την αφάνα του, αμήχανα.
«Εεεε, παρακολουθώ την παράδοση».
«Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Οτι παρακολουθείς –όχι, όχι, ψέματα –οτι ακολουθείς την παράδοση και σε λίγο θα της παραδοθείς αμαχητί -εκλιπαρώντας να σε ρουφήξει η παράδοση. Και μετά;»
Ο φοιτητής κοίταζε αμίλητος. Όπως και οι υπόλοιποι. Αμίλητοι. Ήξερε τι σκέφτονταν. «Σάλταρε ο επίκουρος!» το έγραφαν ήδη στα μάτια τους σα μαρκίζα νυχτερινού κέντρου. Δεν τολμούσε να κοιτάξει εκείνη.
«Μετά θα αποκτήσετε οτι ακριβώς θελήσατε, μόνο που δεν θα σας φτάνουν. Ποτέ δεν θα είναι αρκετά. Και δεν θα τολμήσετε ποτέ να αναρωτηθείτε γιατί καταντήσατε έτσι».
Έβγαλε τα γυαλιά του, για να τα καθαρίσει –θυμήθηκε πως, μόλις πριν λίγο το είχε ξανακάνει. Τα ξαναφόρεσε.
«Αυτά για σήμερα. Μπορείτε να πηγαίνετε».
Τους γύρισε την πλάτη και άρχισε να μαζεύει τις σημειώσεις του. Ένιωθε ξεφτιλισμένος. Όχι για την παραβίαση του διδακτικού προγράμματος, ούτε για την προσωπική νότα παρωχημένης διαμαρτυρίας με την οποία έκλεισε το μάθημα. Καθώς οδηγούσε το πρωί, ένας μαλάκας τον έκλεισε από το πουθενά. Κόρναρε ξαφνιασμένος. Ο μαλάκας είχε βγάλει το κεφάλι από το αυτοκίνητό του και τον είχε σκυλοβρίσει. Χωρίς αυτός να απαντήσει τίποτα. Ξεφτίλας.
Προχώρησε στο διάδρομο με τις σημειώσεις παραμάσχαλα.

«Μπορώ να σας απασχολήσω για λίγο;»
Εκείνη. Την χάζεψε, μετρώντας τα σκουλαρίκια που πλαισίωναν το πρόσωπό της. Κάτω από τα ασημένια μαλλιά.
«Για ποιο θέμα πρόκειται;»
«Να ... σκεφτόμουν .... μήπως γίνεται να πάρω τη διπλωματική μου στο μάθημά σας ...»
Την κοίταζε σα χάχας.
«Αν έχετε χρόνο», συμπλήρωσε η κοπέλα.
«Ελάτε στο γραφείο μου».
Της γύρισε την πλάτη κι αυτή τον ακολούθησε –δεν ήταν δυνατό να διακρίνει την ηλίθια αμηχανία του.

Στο γραφείο βρισκόταν ήδη ο ένας από τους δυο επίκουρους –ο γλειώδης χοντρός.
«Τι χαμπάρια Σάντυ; Πως από τα μέρη μας;» χαιρέτησε την κοπέλα.
Τακτοποιούσε τις σημειώσεις του στα συρτάρια κι έτσι δεν άκουσε την απάντηση της κοπέλας. Κάθισε, έχοντάς την απέναντί του.
«Τι θέμα θα σας ενδιέφερε για διπλωματική;» ρώτησε απότομα.
«Δεν έχετε κάτι να μου προτείνετε;»
Έβγαλε ένα τσιγάρο και το στριφογύρισε στα δάχτυλά του. Είχε να της προτείνει. Μια βόλτα δίπλα στη θάλασσα και μετά μπαράκια –ποτά μέχρι να βρεθούν αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι του. Ξημερώματα. Ήταν αυτά θέματα διπλωματικής; Γέλασε.
Η κοπέλα τον κοίταξε απορημένη.
«Κοιτάξτε συναδέλφισσα», τι μαλακία προσφώνηση! Σαν εκπρόσωπος της ΠΣΚ ακουγόταν. Νυν ΠΚΣ! «Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να πω είναι οτι το μάθημά μου δεν έχει βαρύτητα ... υποχρεωτικού. Νομίζω λοιπόν πως δεν θα ήταν καλή ιδέα μια διπλωματική σε μένα. Δεν θα είχε τίποτα να προσφέρει στο πτυχίο σας».
«Λίγο με ενδιαφέρει το πτυχίο. Δεν ξέρω αν θα το πάρω καν», είπε απαλά η κοπέλα.
Εκατοντάδες ερωτήσεις τον πλημμύρισαν, αλλά κρατήθηκε. Κάθε προσπάθεια προσέγγισης της κοπέλας θα ήταν παγίδα. Δεν ήθελε να την ξέρει, δεν έπρεπε να την θυμάται.
«Γιατί αποφασίσατε να κάνετε διπλωματική στο μάθημά μου;» αυτή έμοιαζε για σωστή ερώτηση.
«Επειδή είπατε όλα αυτά –προηγουμένως. Μέσα στην αίθουσα. Δεν θέλω να με ρουφήξει καμιά παράδοση, ούτε να καταντήσω έτσι όπως περιγράψατε».
«Και πιστεύετε πως μια διπλωματική θα σας σώσει;»
«Όχι. Αλλά πιστεύω πως θα είναι μια καλή αρχή».
Χαμογέλασαν.
«Μακάρι κοπέλα μου», ένιωσε καλύτερα –του άρεσε αυτή η προσφώνηση. «Εγώ δεν είμαι τόσο αισιόδοξος ....σε γενικότερα πλαίσια ... Τέλος πάντων, περίμενε να σου φέρω κάποιο θεματολόγιο».
Η κοπέλα χαμογέλασε τυπικά καθώς εκείνος σηκωνόταν.
«Σάντυ», είπε.
«Τι πράγμα;» έκανε αυτός απορημένος.
«Σάντυ με λένε. Αφού θα συνεργαστούμε κι αφού σταματήσατε τον πληθυντικό ...»
«Σάντυ, μάλιστα. Από που βγαίνει;»
Η κοπέλα, συνοφρυώθηκε.
«Πρέπει να το συζητήσουμε αυτό;»
«Καλά –δεν έχει σημασία. Λέγε με Μιχάλη –όλοι έτσι με φωνάζουν άλλωστε».
«Εντάξει», είπε η κοπέλα.
Πέρασε δίπλα της με ορθάνοιχτα ρουθούνια προσπαθώντας να κλέψει κάτι από το άρωμά της. Ψαχούλεψε στη βιβλιοθήκη.
«Κυριακή!» αναφώνησε.
«Τι πράγμα;» πετάχτηκε η κοπέλα.
«Το ‘Σάντυ’ βγαίνει από το ‘Κυριακή’ –σωστά;»
Η κοπέλα σούφρωσε χαριτωμένα τα χείλια της.
«Αρχίζω να μετανιώνω σχετικά με την επιλογή της διπλωματικής μου», είπε.
«Μην αγχώνεσαι –είναι ακόμα νωρίς. Στη πορεία θα βρεις εκατοντάδες σημαντικότερους λόγους για να μετανιώσεις. Είμαι βέβαιος γι΄αυτό .... Κούλα», είπε γελώντας καθώς κατέβαζε μερικές φωτοτυπίες δεμένες με σπιράλ.
Η κοπέλα πίσω του χτύπησε το χέρι στο γραφείο καθώς η τσάντα της άδειαζε καπνοσακούλες, φίλτρα, αναπτήρες και γυναικεία είδη στο πάτωμα. Αυτή τη φορά δεν μπορούσε να πετάξει τον αναπτήρα της στο κεφάλι του εξυπνάκια –για περισσότερους από έναν λόγους.

«Είναι σούπερ σου λέω! Παίρνει τα, ότι νάναι, ντοκς που του δίνω και αντί να μου τα πετάξει στα μούτρα –κάνει διορθώσεις! Δεν υπήρχε ούτε μία στο εκατομμύριο να τελειώσω διπλωματική με άλλον. Ακόμα κι όταν με πιάνουν οι μαύρες μου και του δίνω σκέτα κόπυ πέιστ δεν λέει κουβέντα. Τα σενιάρει και μου τα δίνει πίσω με κάτι γλυκούλικες παρατηρήσεις. Τρελλή έμπνευση είχα που του ζήτησα θέμα. Μέχρι και πτυχίο με βλέπω να παίρνω!»
«’Ντάξει. Πες κατευθείαν οτι του ΄κατσες και κόψε τις σάλτσες. Για χαζή με περνάς;»
«Χαζή είσαι! Και βλαμμένη. Σιγά μην του καθόμουν!»
«Γιατί; Σου πέφτει λίγος; Ξέρω μπόλικες που θα του κάθονταν ακόμα και για τη φάση. Δεν είναι δα και κανένας χάλιας!»
«Μαλακισμένη –κόφτο! Ούτε έγινε, ούτε θα γίνει τίποτα. Ξηγηθήκαμε;»
«Καλά γιατί αρπάζεσαι; Πολύ εύθικτη μας έγινες!»
«Μα -λες βλακείες! Γι΄αυτό».
«Σάντυ;» η άλλη κοπέλα έσκυψε πάνω από το σιδερένιο τραπέζι για να την πλησιάσει.
«Έλα».
«Τον γουστάρεις –έτσι;»
«Δεν είσαι καλά!»
«Τον γουστάρεις!»
«Κάπου τον ξέρω αυτόν -απέναντι».

Καθόταν πίνοντας μπύρες στο καφέ του πεζοδρόμου. Είχε κλείσει το μαγαζί –μισή ώρα νωρίτερα. Βαριόταν να πάει σπίτι, κάποιοι, κάτι κανόνιζαν για αργά το βράδυ. Κάτι που το βαριόταν επίσης. Ποτά στο καινούργιο ξενέρωτο μπαρ, στην καινούργια μοδάτη περιοχή που ανακάλυψε το συνηθισμένο πλήθος κόσμου. Ίδια σκατά, διαφορετική συνοικία. Και τι να έκανε δηλαδή; Η άλλη επιλογή ήταν οι τέσσερις τοίχοι.
Άδειασε τη δεύτερη μπύρα του χαζεύοντας την πιτσιρικαρία –έψαξε με το βλέμμα τη σερβιτόρα για να ξαναπαραγγείλει. Τότε την είδε –απόρησε κιόλας που δεν την είχε προσέξει προηγουμένως. Σχεδόν απέναντί του.
Χειρονομούσε έντονα στην άχαρη κοκαλιάρα που καθόταν μαζί της –επιβεβαιώνοντας τη θεωρία της «όμορφης που πάει πάντα παρέα με μια άσχημη». Γιατί συνέβαινε αυτό άραγε; Επειδή η όμορφη φοβόταν τον ανταγωνισμό; Επειδή η άσχημη ήθελε να μαζέψει ότι περίσσευε από τον περίγυρο της όμορφης; Ποιος να ξέρει;
Ήταν φωτεινά όμορφη σήμερα.

Έψαχνε τρόπο να βγει από τη δύσκολη θέση όταν τον είδε.
Την κοίταζε κι αυτός. Χαμογέλασε. Τη χαιρέτησε.

«Τι κάνεις Κούλα; Όλα καλά;»
Τον θυμήθηκε αμέσως. Σήκωσε το ποτήρι και τον απείλησε από μακριά. Εκείνος ξεκαρδίστηκε. Πήρε τη μπύρα και πλησίασε στο τραπέζι τους, κάθισε στην άδεια καρέκλα σταυροπόδι.
«Τι χαμπάρια;» ξαναρώτησε.
«Βλέπω πως δεν βάζεις μυαλό εσύ!» είπε δήθεν θιγμένη η Σάντυ. «Μάλλον έχεις βαρεθεί τη ζωή σου».
«Μπα –μάλλον η ζωή με έχει βαρεθεί», σχολίασε αυτός.
Η Σάντυ του σύστησε τη φίλη της. Εκείνος αδιαφόρησε ευγενικά.
«Ελπίζω να μην ξανάμπλεξες σε φασαρίες», είπε.
«Όχι ακόμα», διαπίστωσε η Σάντυ. «Αλήθεια –ξαναπέρασα την επόμενη μέρα από την πολυκατοικία. Η πόρτα ήταν κλειστή. Πως έτυχε να είναι ανοιχτή όταν μπήκαμε μέσα;»
«Συμπαντικές συγκυρίες αγαπητή μου. Και μια τζιβάνα λιγότερη στο πακέτο των τσιγάρων μου –την οποία φρόντισα να απομακρύνω από την κλειδαριά όταν φεύγαμε», είπε χαμογελαστός.
«Όλα προμελετημένα λοιπόν», θαύμασε η κοπέλα.
«Για τι πράγμα μιλάτε;» πετάχτηκε η φιλενάδα.
«Τίποτα –κάτι δικά μας», είπε η Σάντυ.
Εκείνος πάλεψε να κρύψει την αυταρέσκεια που του προκάλεσε η τελευταία της πρόταση.
«Ήταν κάτι γραμμένο με μαρκαδόρο στο πλάι της πόρτας ...» θυμήθηκε η Σάντυ.
«Ο Α Πουκ ήταν εδώ», είπε εκείνος.
«Τι θα πει αυτό;»
«Μπάροουζ».
«Ποιος είναι αυτός;» ξαναπετάχτηκε η φιλενάδα.
«Ο γέρος στο βιντεοκλίπ των U2», ενθουσιάστηκε η Σάντυ.
Δεν έκανε κανένα σχόλιο στην παρατήρησή της. Το βιντεοκλίπ; Δεν το είχε δει –αλλά ήξερε για ποιο τραγούδι μιλούσε η κοπέλα. «Φτωχέ Γουίλιαμ, άδικα κράτησες την αναπνοή σου στα παζάρια της Ανατολής –ένας κομπάρσος των U2 -αυτό θα θυμούνται». Σκέφτηκε αλλά προτίμησε να μη μιλήσει.
«Αυτός είναι ο Α Πουκ;»
«Όχι. Ένας θεός των Μάγιας ...»
«Και τι σημαίνει;»
«Τίποτα. Απλά, έτυχε να περνάει εκείνη τη μέρα από το πεζοδρόμιο και είπα να το σημειώσω», μουρμούρισε πριν βυθιστεί σε σκέψεις.
«Δεν καταλαβαίνω».
«Δεν χρειάζεται».
Η Σάντυ σκοτείνιασε. Μαλάκες σαραντάρηδες που νομίζουν οτι τα ξέρουν όλα!
Εκείνος σηκώθηκε.
«Λέω να βγάλω βόλτα τον ‘Ληστή’ αυτές τις μέρες. Έτσι, για ξεσκούριασμα. Ενδιαφέρεσαι;»
«Ποιος είναι ο Ληστής;»
«Η μηχανή μου»
«Α, έχεις μηχανή;»
«Αυτό είπα μόλις τώρα. Ψήνεσαι για καμιά βόλτα μέχρι όπου μας βγάλει;»
«Δεν τρελαίνομαι για μηχανές. Έχω και μια διπλωματική που τρέχει ...»
«Εντάξει. Αύριο το μεσημέρι. Από που να περάσω;»
«Στη σχολή θα είμαι. Αλλά ...»
«Σύμφωνοι. Τα λέμε αύριο».
Σηκώθηκε αφήνοντας απλήρωτες τις μπύρες. Τι σκατά τον είχε πιάσει και φέρθηκε τόσο μαλακισμένα; Σαν έμπειρος σε παιδάκι –όπως ακριβώς φέρονταν οι μεγαλύτεροι στη δική του γενιά. Τι ήθελε να αποδείξει;
Θα πήγαινε σπίτι και δεν υπήρχε περίπτωση να σηκώσει το τηλέφωνο. Ας τραβιόντουσαν οι άλλοι μόνοι τους στο στριμωγμένο μπαρ. Είχε όρεξη να ακούσει δίσκους μέχρι να ξημερώσει, παρέα με τα απομεινάρια της κάβας του. Η υπεροψία των μεγαλύτερων είναι το τελευταίο ανάχωμα μπροστά στο απειλή ξεβρακώματος που εκπροσωπούν μόνιμα οι πιτσιρικάδες. Συνειδητοποίησε.

Ξύπνησε νωρίτερα από τις άλλες μέρες. Έπρεπε να παραδώσει κάτι διορθώσεις για τη διπλωματική της –ξόδεψε περισσότερη ώρα από οτι συνήθως για να ντυθεί. Θα έπαιρνε μαζί της και το δερμάτινο μπουφάν –είχε ακούσει πως κάνει κρύο όταν τρέχουν οι μηχανές. Ξεκίνησε να βάφεται. Μήπως έπρεπε να βγάλει μερικά σκουλαρίκια; Δεν ήθελε να σκαλώσουν σε κανένα κράνος!

Άφησε το νερό να τρέχει πάνω του για πολύ ώρα, προσπαθώντας να ξεπλύνει τις αναθυμιάσεις του αλκοόλ. Που είχε θαμμένο το δεύτερο κράνος; Έλπιζε να πάρει μπροστά η μηχανή –κόντευε χρόνος που δεν την είχε μετακινήσει από το γκαράζ. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη καπνίζοντας. Γκρίζαρε επικίνδυνα, καλύτερα να έπιανε τα μαλλιά του αλογοούρα. Πότε πρόλαβε να γεράσει;

Οδηγούσε βιαστικά –σήμερα θα του έφερνε υλικό από την διπλωματική της η Σάντυ. Το αυτοκίνητο στο διπλανό ρεύμα έβγαλε φλας και άλλαξε αυτόματα λωρίδα –φρέναρε πανικόβλητος.
«Είσαι μαλάκας;» είπε μέσα από το κλειστό τζάμι.
«Τι είπες ρε; Άντε γαμήσου», του φώναξε ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου.
Δεν έδωσε σημασία. Ο τελευταίος μήνας ήταν υπέροχος. Μιλούσε στη Σάντυ κι εκείνη έδειχνε να κρέμεται από το στόμα του. Έδειχνε να διασκεδάζει με ότι αστείο της έλεγε. Μια φορά μάλιστα τον είχε ακουμπήσει, ίσως τυχαία, είχε αφήσει τα δάχτυλά της για λίγη ώρα να περπατήσουν στους ώμους του –σε μια υποψία εξερεύνησης. Ρώτησε τότε αν γυμναζόταν, επειδή της είχε φανεί πολύ σφιχτός. «Σφιχτά είναι μόνο τα αυγά», είχε σχολιάσει βλακωδώς εκείνος. Σήμερα θα της ζητούσε να πάνε για φαγητό μαζί. Δεν ήταν κακό –δεν έκρυβε τίποτα πονηρό ή επικίνδυνο. Ένας καθηγητής κάνει το τραπέζι σε μια φοιτήτριά του. Και τι έγινε δηλαδή;
«Εμένα είπες μαλάκα ρε;» ο οδηγός από το διπλανό αυτοκίνητο εξακολουθούσε να ωρύεται.
Τον αγνόησε. Θα της ζητούσε να πάνε για φαγητό –χέστηκε αν ήταν καλό, κακό, πονηρό, αθώο ... Κι αν αρνιόταν; Δεν θα αρνιόταν.

Έκανε το γύρο του τετραγώνου ζεσταίνοντας τη μηχανή. Ένιωθε τα φρένα να συναντάνε σιγά –σιγά τις χαρακιές των δίσκων όσο ο κινητήρας έψαχνε τις ρυθμίσεις του. Η εξάτμιση έφτυσε άκαυστη βενζίνη χωρίς να πνιγεί. Τα λάστιχα όμως ήθελαν ακόμα ζέσταμα. Πήρε τον μακρύ δρόμο για το κέντρο –ήθελε να είναι όλα στην εντέλεια όταν θα την συναντούσε.

«Δεν έχεις κάνει όλα όσα είπαμε», της είπε αποφεύγοντας να την κοιτάξει.
«Δεν ήμουν και στις καλύτερές μου αυτές τις μέρες», παραδέχτηκε εκείνη.
«Ναι, αλλά δεν θα τελειώσουμε ποτέ –με αυτόν το ρυθμό».
«Ποιος σου είπε πως θέλω να τελειώσω την διπλωματική μου γρήγορα;»
Την κοίταξε.
Του χαμογέλασε.
«Τι εννοείς;»
«Πως μου αρέσει να δουλεύουμε μαζί».
Έβγαλε τα γυαλιά του. Δεν έκρυψε την αμηχανία του.
«Τι είναι αυτό; Τσαχπινιά για να αποφύγεις την παρατήρηση;»
Πετάχτηκε στον αέρα.
«Για τέτοιο άτομο με έχεις;»
Κοκκίνισε κιόλας, γιατί αυτός ήταν μαλάκας. Μεγάλος μαλάκας! Και δεν έπρεπε να του έχει δείξει τίποτα –τώρα θα την ειρωνευόταν. Σα μεγάλος μαλάκας που ήταν! Μάζεψε τα πράγματά της.
«Σάντυ, περίμενε λίγο».
«Τι να περιμένω; Να μου πεις οτι σου την πέφτω κιόλας; Μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου!»
«Δεν σκέφτηκα οτι μου την πέφτεις. Όχι οτι θα με ενοχλούσε δηλαδή ...»
Ζαλίστηκε. Μετάνιωσε για οτι είχε μόλις πει, αλλά ήταν αργά να το μαζέψει. Η κοπέλα τον κοίταζε έκπληκτη –τι να σκεφτόταν άραγε;
Η Σάντυ έψαχνε να δει αν εκείνος τη δούλευε. Κι αν σοβαρολογούσε; Τον φαντάστηκε να την κρατάει αγκαλιά –που; Φορούσαν τα ρούχα τους; Φρίκαρε. Δεν ήταν άσχημος, αλλά ...
Φρίκαρε.
Άφησε τα μισά από τα υπάρχοντά της πάνω στο γραφείο του και πετάχτηκε σα σίφουνας έξω από τη μισάνοιχτη πόρτα. Έτρεξε στις σκάλες, άκουσε βήματα πίσω της. Θα πανικοβαλλόταν –αλλά τα βήματα έγιναν πλέον μακρινά. Διστακτικά.
Βγήκε στο προαύλιο της σχολής. Έτρεχε.

«Διακρίνω κάποια ασυγκράτητη έλξη προς το πρόσωπό μου;» ρώτησε ο Γιάννης με δήθεν υφάκι.
«Πάμε να φύγουμε. Γρήγορα», φώναξε η Σάντυ ανεβαίνοντας πίσω του στη μηχανή.
«Κάτσε ρε άσπρε σίφουνα. Περίμενε να σου δώσω το κράνος σου».
«Πιο κάτω. Πάμε τώρα και σταματάμε λίγο παρακάτω. Φύγε γαμώτο!»
Γκάζωσε ξαφνιασμένος ενώ η Σάντυ ακουμπούσε το πρόσωπό της στην πλάτη του. Σταμάτησε ακόμα και να αναπνέει για να τη νιώσει καλύτερα.

Τους έβλεπε να ξεμακραίνουν, παγωμένος στην κεντρική είσοδο της σχολής. Ένιωθε κι αυτό το βάρος στους ώμους, τους «γυμνασμένους» ... Πόσο ηλίθιος ήταν; Ο μαλλιάς είχε την κοπέλα από την μέρα που τους είδε να χώνονται μαζί στην πολυκατοικία. Πως του είχε περάσει από το μυαλό οτι θα είχε κάποια τύχη μαζί της; Ο μαλλιάς δεν ήταν χτεσινός για να χάσει τόσο εύκολα μια τέτοια γυναίκα. Γυναίκα! «Θα μπορούσε άνετα να είναι κόρη σου». Όχι άνετα –αλλά θα μπορούσε.
Πήρε το δρόμο για το πάρκινγκ των καθηγητών σκεβρωμένος. Είχε μια καλή σχέση, βαρετή, μονότονη, με μια γυναίκα της ηλικίας του. Είχε χάσει το παιχνίδι ενώ ο μαλλιάς ήταν ακόμα μέσα στην παρτίδα. Τι ζήταγε τώρα; Δεν μπορείς να ποντάρεις όταν έχεις εξαργυρώσει τις μάρκες σου. Τέλειωσες!

Μπήκε στο αυτοκίνητο έτοιμος να βάλει τα κλάματα. Τόσα χρόνια γκρέμισε την ανεπάρκειά του για να χτίσει ένα σπίτι χωρίς πόρτες. Από που θα βγεις; Από που θα μπεις; Ξεκίνησε ψάχνοντας τη θήκη με τα CD. Ένα γαμημένο δωδεκαμετράκι, με φασαριόζικες κιθάρες –τι ζητούσε τέλος πάντων;
Ο μαλάκας πετάχτηκε από το πουθενά και του έκλεισε το δρόμο. Κόρναρε από συνήθεια.
«Τι θες ρε καραγκιόζη; Δε φτάνει που πας σαν κότα –κορνάρεις κι από πάνω;» είπε ο άντρας με το κεφάλι έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου.
«Πιάσε δεξιά», του υπέδειξε ήρεμα ο Μιχάλης.
«Τι θες τώρα; Τσαμπουκάδες;» ούρλιαξε ο άντρας.
«Πιάσε δεξιά», ξανάπε ο Μιχάλης και έκλεισε τον δρόμο μπροστά από το άλλο αυτοκίνητο.
Βγήκαν έξω.
«Το παίζεις μάγκας ρε γυαλάκια; Θες να σε γαμήσω; Μίλα ρε –τι γελάς;»
Ο άντρας έβγαζε αφρούς βλέποντας το Μιχάλη διπλωμένο στη μέση του δρόμου. Ξεκαρδισμένο στα γέλια.
«Γελάω γιατί μόλις είπες τις τελευταίες σου κουβέντες», επισήμανε ο Μιχάλης.
Μετά, βρέθηκε στον αέρα ουρλιάζοντας –ο άλλος άντρας τα χρειάστηκε.
Γι΄αυτό, μάλλον, δεν κοίταξε να προστατευτεί από τα τεντωμένα δάχτυλα που σημάδευαν κατευθείαν τα μάτια του.

Κι ο Μιχάλης κρεμόταν στον αέρα, ανοίγοντας πόρτες με τα δάχτυλα, ψάχνοντας τη χαμένη του ανεπάρκεια. Ούρλιαζε γιατί δεν ήταν ικανός ούτε να κλάψει, εδώ και κάτι χρόνια.

«Βγάλε και για μένα φύλλο σ΄αυτή την παρτίδα –ακούς μαλλιά;»

Υ.Γ.: Η ιστορία αυτή είναι αφιερωμένη. Δεν χρειάζεται να πω σε ποιους –γιατί αυτοί ξέρουν.

Τετάρτη, Ιουνίου 20, 2007

Catherine Holly

Catherine Holly: Αυτό λοιπόν είναι η αγάπη; Να χρησιμοποιείς ανθρώπους; Και ίσως τότε αυτό είναι το μίσος –να μην μπορείς πλέον να χρησιμοποιήσεις ανθρώπους.

Έκλεισα την τηλεόραση με το κεφάλι σφιγμένο στη συνηθισμένη μέγγενη. Το παθαίνω όταν βλέπω τηλεόραση με το φως της μέρας –δεν ξέρω τι φταίει όμως. Ο ήλιος; Το φως της οθόνης; Ο συνδυασμός; Μπορεί. Μάλλον.

Αλλά δεν έκλεισα γι΄αυτό τη συσκευή –είχα να προλάβω κάποιο καράβι στο λιμάνι κι αυτό ήταν σημαντικότερο από την ασπρόμαυρη ταινία. Σημαντικότερο κι από τον πονοκέφαλο, γιατί δεν μπορούσα να με φανταστώ σε αυτό το σπίτι ούτε μια ώρα ακόμα. Ούτε δέκα λεπτά. Τράβηξα το φερμουάρ και έριξα το σακίδιο στην πλάτη. Έπρεπε να βρω ταξί –άμεσα. Πότε γινόταν αλλαγή βάρδιας; Μπα, δεν ήταν ακόμα τόσο μεσημέρι. Είχα ώρα. Έφυγα βιαστικός.

Ο ταξιτζής άκουγε φανατικά τον ασύρματό του –παράσιτα, διακοπτόμενες φράσεις, παράσιτα, συναδελφικά πειράγματα, «με λαμβάνεις δεκαοκτώ;», «δεν υπάρχει λόγος να κοροϊδευόμαστε άλλο», «έτερος;», «ας μείνουμε με τις ευχάριστες αναμνήσεις», «λόφος Αρδηττού;» «έτερος;», «δεν έχει νόημα», «έτερος;», «δεν αντέχω άλλο –δεν αντέχω», «έτερος;»

Οι δυο πλευρές του δρόμου εναλλάσσονταν μέσα από τα τζάμια του ταξί. Πεζοδρόμιο -κιγκλίδωμα γέφυρας, κτίριο -λεωφορείο, φανάρι –φανάρι, βιαστικοί πεζοί –τριγύρω, μηχανές –τροχονόμος …

«…και την κυρία;»

Σε μένα μίλαγε. Τώρα τον πρόσεξα. Νεαρός με πρόωρα κατεστραμμένο σώμα από την οδήγηση, σε μένα μίλαγε ο ταξιτζής.

«Ορίστε;»

«Την κυρία λέω. Να την πάρουμε; Στο λιμάνι πάει κι αυτή».

«Όπως θέλετε, δεν με πειράζει».

Ούτε καν γύρισα να τη δω όταν άνοιγε την πόρτα πλάι μου. Ήμουν απορροφημένος από κάποιο φορτηγό –έβλεπα μόνο τις πίσω ρόδες. Και τα ψαλίδια που τις συγκρατούσαν, ανοιγόκλειναν υδραυλικά. Σταγόνες λάδι, ψέκαζαν για λίγο τον αέρα μετά στην άσφαλτο. Κηλίδα λαδιού στη σχισμή του βράχου.

Εκείνη: Που βρέθηκε το λάδι εδώ πέρα;

Εγώ: Από κάποιο καΐκι μάλλον. Θα το ξέβρασε η θάλασσα.

Εκείνη: Σιχαμένο!

Εγώ: Τι περίμενες; Μαγευτικό ηλιοβασίλεμα δίπλα στο κύμα;

Εκείνη: Θα λερώσω το φόρεμά μου αν καθίσουμε. Ποιος ξέρει που αλλού έχει λάδια.

Εγώ: Μη γίνεσαι υπερβολική.

Εκείνη: Με θεωρείς υπερβολική; Άλλο πάλι κι αυτό!

Εγώ: Εντάξει, ξέχασέ το και πάμε να φύγουμε.

Εκείνη: Όχι, να το συζητήσουμε. Με θεωρείς υπερβολική;

Εγώ: Ξέχασέ το.

Μύριζε κατράμι και καυσαέριο ανακατεμένο. Με μπόχα από μεθάνιο –κλούβιο αυγό, αυτό ήταν το λιμάνι. Πλήρωσα πριν κατέβω. Η γυναίκα δίπλα μου ήθελε βοήθεια για να πάρει τη βαλίτσα της από το πορτ μπαγκάζ. Σιτεμένη. Μυρωδιά από κάτι σαν τριαντάφυλλο –από αυτή προερχόταν; Και είχα την ενόχληση τόση ώρα! Κατέβηκα.

«Τα ρέστα σας».

«Ευχαριστώ».

Δεν είχα χρόνο να τα βάλω στο πορτοφόλι που κρυβόταν σε κάποια θήκη του σακιδίου. Ας μείνουν στην πίσω τσέπη του τζιν. Για την ώρα. Είδα το καράβι εύκολα –κυρίως, γιατί ήταν ακριβώς μπροστά μου. Επιβλητικά ερειπωμένο. Πάντα είχα τον φόβο πως θα βρεθώ μέσα στα βρωμόνερα της αποβάθρας, γιατί θα διαλυθεί κάτω από τα παπούτσια μου η ξύλινη σκάλα. Περπάτησα γρήγορα –ο πιο σίγουρος τρόπος να γκρεμοτσακιστείς στη μετέωρη σκάλα. Αλλά ήθελα να φύγω –αυτές ήταν οι διακοπές της αναγκαστικής διαγραφής αναμνήσεων.

Έστριψα τσιγάρο και βγήκα στην κουπαστή να το καπνίσω. Λευκή γραμμή στο νερό, θολός από τη ζέστη ο Πειραιάς. Εκεί πίσω ήθελα να αφήσω τα 7 τελευταία χρόνια από τη ζωή μου, δίπλα στα ψωραλέα σκυλιά της προκυμαίας. Γιατί εκείνη την είχα αφήσει στο κέντρο της πόλης. Να σμίγει με τον αέρα.

Εκείνη: Τι θέλεις από μένα;

Εγώ: Εσένα.

Εκείνη: Πρόσεχε –δεν είμαι για λίγο.

Εγώ: Δεν χρειάζεται να προσέξω. Άλλωστε, σε θέλω για πάντα.

Εκείνη: Για πάντα! Φουσκωμένα λόγια!

Εγώ: Για πάντα. Γιατί δεν υπάρχει πριν και δεν θα αφήσουμε να υπάρξει μετά. Άρα, για πάντα.

Εκείνη: Είσαι σίγουρος;

Εγώ: Μείνε μαζί μου και θα το δεις.

Πέταξα το τσιγάρο στα απόνερα του πλοίου. Έτσι θα την άφηνα πίσω; Απομακρύνθηκα πισωπατώντας, δεν τολμούσα να πάρω τα μάτια μου από την προκυμαία –εντάξει, ας μείνουν όλα εκεί μακριά μου πλέον, αλλά όχι απότομα. Θέλω τον χρόνο μου δεν μπορώ να ξεκόψω μια κι έξω. Αυτό είναι το νόημα των καλοκαιρινών διακοπών, ξέρω, ξέρω –τα αφήνουμε όλα πίσω κι εκείνα κάθονται -μας περιμένουν μέχρι να γυρίσουμε. Στο λιμάνι θα μας περιμένουν, όπως ακριβώς τα αφήσαμε –μπορεί και λίγο χειρότερα, διογκωμένα από τον καιρό. Πρησμένα. Αλλά είναι καλοκαίρι γι΄αυτό τα αφήνουμε πίσω.

Mrs. Venable: Ω, Sebastian –τι όμορφο καλοκαίρι! Μόνο οι δυο μας. Ο Sebastian και η Violet. Η Violet και ο Sebastian. Όπως ακριβώς πρέπει να είναι –πάντα. Ω μα είμαστε τόσο τυχεροί, αγαπημένε μου, να έχουμε ο ένας τον άλλον και να μην χρειαζόμαστε τίποτα περισσότερο.

Έκλεισα τα μάτια αποφεύγοντας να κοιτάξω την οθόνη –έκλεισα τα αυτιά, προσπαθώντας να αποφύγω την πολυλογία της μητέρας με τον τριαντάχρονο γιο. Μιλούσαν ακατάπαυστα –καλή σχέση, φιλική σχέση, άρρωστη σχέση. Ο γιος φρόντιζε να της ανανεώνει το νερό –όπως κάνουμε όταν προσπαθούμε να διατηρήσουμε τα φυτά εποχής μετά την εποχή τους. Έκλεισα τα μάτια, βουλιαγμένος στη θέση μου.

Οι πρώτες μας διακοπές. Μαζί. Μόνοι από παρέες, μόνοι οι δυο μας. Στο νοικιασμένο δωμάτιο κοιμόμασταν ελάχιστα, αποκαμωμένοι. Λες και έπρεπε να πατσίσουμε σε μια βδομάδα τον έρωτα που είχαμε στερηθεί όλη μας την προηγούμενη ζωή. Βγαίναμε έξω, πριν ξημερώσει –λίγο πριν. Μόνοι μας. Εγώ ένιωθα το κενό, κάποια στέρηση, αυτό λένε, μάλλον, «ανεκπλήρωτο». Ήμουν ευτυχισμένος λίγο πριν περπατήσουμε στα γυαλιστερά πλακόστρωτα –και το πριν δεν μπορούσε να συγκριθεί με το μετά. Όχι πως την ήθελα μόνο για να κάνουμε έρωτα. Δεν ήταν αυτό. Με ευχαριστούσε να τη βλέπω δίπλα μου, να την ακούω, να της μιλάω. Όμως η σύγκριση του πριν με το μετά … Τι κάναμε εκεί έξω; Τι γυρεύαμε στις παραλίες με τον καυστικό ήλιο; Η θάλασσα, εντάξει, η θάλασσα … Αλλά και πάλι …

Εκείνη: Τι θέλεις να κάνουμε τώρα;

Εγώ: Τίποτα.

Εκείνη: Μα … δεν μπορεί. Μόνο να κάνουμε έρωτα θέλεις;

Εγώ: Όχι μόνο. Απλά, όταν το κάνουμε χάνω το ενδιαφέρον μου για όλα τα υπόλοιπα.

Εκείνη: Έχεις πλάκα –το ξέρεις;

Εγώ: Το προσπαθώ πάντως –είμαι σίγουρος γι΄αυτό.

Η μητέρα σηκώνεται και σκουντάει τα απλωμένα μου πόδια για να περάσει. Ξυπνάω. Ο γιος ζητάει συγνώμη και κάτι της λέει. Αυτή αδιαφορεί. Εγώ εκνευρίζομαι. Ήταν ωραίο το όνειρο. Όσο κράτησε. 7 χρόνια περίπου. Όχι 7 συνεχόμενα χρόνια. Είχαμε εντάσεις –έτσι το λένε. Μάχες σώμα με σώμα χωρίς να ακουμπάνε τα σώματά μας. Μάχες που πλήγωναν το απέναντι σώμα –αυτό εννοώ. Γιατί ο εγωισμός, η ανεξαρτησία, η ανασφάλεια, η μοναξιά είναι κομμάτια του σώματός μας. Εγώ, όταν με ξεφτιλίσεις, ας πούμε, το νιώθω στους αγκώνες μου που παραλύουν. Όταν με ειρωνευτείς το νιώθω να παγώνει στο στήθος μου. Κάπως έτσι. Για εκείνη δεν ξέρω σε ποια σημεία του κορμιού της ένιωθε τις προσβολές, την αδιαφορία, την προδοσία.

Πότε θα φτάσουμε; Έχω βαρεθεί να πηγαινοέρχομαι, από το σαλόνι στο κατάστρωμα. Κοντεύω να πάθω κλειστοφοβία –το πλοίο μοιάζει να συμπιέζεται, οι ξύλινοι τοίχοι θέλουν να συναντηθούν –ε, μισό λεπτό! Είμαι εγώ ανάμεσα! Κι άλλος κόσμος δηλαδή, αλλά χέστηκα –είμαι εγώ ανάμεσα! Από τα φινιστρίνια μόνο θάλασσα. Περάσαμε κάποιο μεγάλο βράχο, δεν είναι αυτό το νησί που θα κατέβουμε. Ένας βράχος με κάτι βρομιάρηδες γλάρους. Πότε θα φτάσουμε;

Παραγγέλνω ένα ουίσκι στο μπαρ –δεν έχω δοκιμάσει τα σκαμπό, έτσι αποφασίζω να το πιω εκεί. Σχεδόν μονορούφι –σα γράσο είναι το ποτό με τα παγάκια που έλιωσαν ακαριαία, ουίσκι δεν είναι πάντως.

«Θέλετε άλλο ένα;» με ρωτάει ο μπάρμαν.

Κοιτάζω το πουκάμισό του, ιδρώτας στις μασχάλες και στίγματα κάτω από το παπιγιόν. Γιατί φοράνε λευκά πουκάμισα στα καράβια; Γιατί φοράνε λευκά γενικώς δηλαδή. Ακόμα και η θάλασσα να τους πιτσιλίσει φαίνονται βρώμικοι. Αυτός πάντως –και φαίνεται και είναι.

«Ναι, θα πάρω ακόμα ένα».

Μου γεμίζει το ποτήρι, το κατεβάζω μονορούφι πάλι. Ανακατεύομαι.

«Πολύ πίνετε», χαμογελάει αμήχανα.

«Ευτυχώς που δεν καπνίζω κιόλας», του λέω στρίβοντας ένα τσιγάρο. Τα κάνω αυτά, κάποιες φορές. Άνοστα αστεία από την εποχή που περπατούσα στο νερό χωρίς να βρέχομαι. Τώρα και ψωμί να φάω –λεκιάζομαι.

Επιτέλους έφτασε το ρημάδι. Κάθομαι στην καλύτερη θέση του σαλονιού, αυτή που ήταν μονίμως πιασμένη –και χαζεύω την άτακτη φυγή. Ένα πλοίο την ώρα που αδειάζει από επιβάτες, ένα μαγαζί λίγο πριν σφουγγαρίσουν τα χυμένα ποτά, ένας σταθμός όταν όλοι έχουν επιβιβαστεί –για άλλους εγκατάλειψη, για μένα κυριαρχία. Έχω μείνει πίσω και μαζεύω τις μυρωδιές που βιαστικά αφήσατε. Συγνώμη κύριε, σας έπεσε η ανάμνηση μερικών χαμένων ωρών –δεν τη θέλετε; Κρίμα –γιατί είναι το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής σας. Καπνίζω μέχρι να με διώξουν οι σερβιτόροι.

Φοράω μαύρα γυαλιά για να αποφύγω όσους νοικιάζουν κοτέτσια με θέα το βουνό. Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να μείνω στο λιμάνι του νησιού. Ψάχνω τη στάση λεωφορείου –δεν μπορεί, κάπου δίπλα στην έξοδο της προβλήτας θα είναι. Τη βρίσκω τελευταίος, όλη η σκιά έχει καταληφθεί από φορτωμένους παραθεριστές. Και τις βαλίτσες τους. Ανοίγω το κινητό –έχω σήμα, βρίσκω την πιο ηλιόλουστη μεριά, έξω από το πέτρινο κουβούκλιο της στάσης, τηλεφωνώ. Περιμένω.

«Εμπρός;» νυσταγμένη φωνή –σίγουρα κοιμόταν για να ξεπεράσει τον καύσωνα.

«Έλα, εγώ είμαι. Σε ξύπνησα ρε μαλάκα;»

«Εντάξει, αυτό είναι το λιγότερο. Τι θες;»

«Έκανα κάτι …»

«Και τι με νοιάζει εμένα;»

«Πρέπει να φύγω».

«Εντάξει. Έχεις την άδειά μου», γέλιο σα σκίσιμο σελίδας από τετράδιο, στην άλλη άκρη.

«Ξύπνα. Και κόψε τις αηδίες».

«Μάλιστα».

«Θα σε ξαναπάρω όταν τακτοποιηθώ».

«Θα περιμένω με αγωνία», δεύτερη σελίδα που σκίζεται.

«Σάλτα γαμήσου».

Στο λεωφορείο είμαι στριμωγμένος δίπλα στη μητέρα του καραβιού –ο γιος στέκεται κρεμασμένος από τη χειρολαβή. Στηρίζει τις βαλίτσες με κάτι ασπρουλιάρικα πόδια.

«Πρώτη φορά έρχεστε στο νησί;» το σώμα της αχνίζει κλεισούρα.

«Όχι, έχω ξανάρθει».

«Α, εμείς όχι. Είμαι με τον γιο μου –μόλις γύρισε από την Αμερική. Έρχεται κάθε χρόνο για διακοπές. Δουλεύει εκεί ξέρετε –στο πανεπιστήμιο».

Ο γιος καταλαβαίνει πως μιλάει γι΄αυτόν και δυσανασχετεί σα ντίβα του Χόλυγουντ. Πιάνω το βλέμμα του –δεν θέλω πολλές επαφές αλλά δεν δείχνει να το καταλαβαίνει. Χαμένος στη μητρική θαλπωρή.

«Ενδιαφέρον», λέω τελικά.

«Αχ, δεν ξέρετε πόσο χαίρομαι που τον έχω μαζί μου! Μέχρι και το κατάστημά μου έκλεισα για χάρη του! Έχω μαγαζί με εξωτικά αξεσουάρ στο κέντρο και τώρα είναι φουλ σεζόν για μένα. Αλλά χαλάλι του», κοιτάζει προς τα ασπρουλιάρικα πόδια στοργικά.

«Χαλάλι του –ελπίζω να το αξίζει», μου ξεφεύγει. Είχα πάντα το απωθημένο να γίνομαι αρεστός στις μαμάδες, να λέω τη σωστή κουβέντα –μου ξέφυγε τώρα κι ας μην έχω καμιά όρεξη.

«Το αξίζει, το αξίζει … κι ακόμα περισσότερα. Είναι καταπληκτικό παιδί!»

Κρατιέμαι να μη γελάσω. Άραγε ο μαλάκας καταλαβαίνει το ρεζιλίκι; Τον ενδιαφέρει καθόλου;

«Τα σημερινά παιδιά θέλουν προσοχή στην ανατροφή τους, γιατί στο τέλος, πάντα τον γονιό θα κατηγορήσουν» λέω προσπαθώντας να κρατήσω τα γέλια μου. Αν δεν μπορείς να το αποφύγεις –καφρίλεψέ το, έτσι ίσχυε από παλιά.

Mrs. Venable: Εντάξει, εντάξει. Θα καθίσω στο εδώλιο, κατηγορούμενη για γενναιοδωρία.

«Τι πράγμα;» πετάγομαι.

«Όπως τα λέτε. Έτσι είναι –συμφωνώ», λέει εκείνη με μια σκεπτική κίνηση του κεφαλιού.

Βρήκα ένα δωμάτιο με θέα την πλατεία. Δεν θέλω να βλέπω θάλασσα, δεν είμαι διακοπές με γυναίκα για να βλέπω θάλασσα. Το νερό βγάζει απεραντοσύνες και τέτοια –αγκαλιάζεσαι με τη γυναίκα για να προστατευτείς. Αλλά τώρα δεν θέλω. Δεν έχω κιόλας. Κοιτάζω τις παρέες που τρώνε εκεί κάτω. Ταβέρνες με ξένους κυρίως. Λίγοι Έλληνες, δεν είναι κοσμοπολίτικο το μέρος. Μυρίζει μέχρι το δωμάτιό μου –κρεμμύδι από χωριάτικες σαλάτες. Δεν πρόκειται να πάω για μπάνιο δεν είναι έτσι οι διακοπές μου. Φοβάμαι τη θάλασσα γιατί μου θυμίζει αποτυχημένες προσπάθειες αυτοκτονίας. Ήξερα κάποιον που ήθελε να πνιγεί –κολυμπούσε μέχρι εκεί που δεν άντεχε άλλο. Περίμενε να βουλιάξει. Στο τέλος ξεκουραζόταν και γύριζε πίσω. Πνίγηκε με ένα ψαροκόκαλο τελικά, δεν πρόλαβαν να τον πάνε στο νοσοκομείο –η θάλασσα σε βρίσκει, άμα θέλει.

Ακούω θόρυβο στο διπλανό δωμάτιο –παρακαλάω σιωπηλά κάθε υπαρκτό και ανύπαρκτο θεό να μην είναι η μητέρα με το γιο της. Δεν αντέχω τόση κοινωνικότητα, άσε που θα ξυπνήσω το επόμενο πρωί με τις φωνές της –«φάε όλο το πρωινό σου για να είσαι δυνατός». Τελικά δεν είναι –ευτυχώς. Μάλλον ζευγάρι μένει δίπλα. Δυστυχώς. Οι θεοί ήταν ειρωνικοί μαζί μου για μια ακόμα φορά.

Θα βγω τελικά έξω. Άρχισαν να πηδιούνται οι διπλανοί.

Παραγγέλνω φαγητό απλά για να καθίσω στην ταβέρνα. Ο σκοπός μου είναι το κρασί. Υπήρξε η εποχή της προδοσίας. Το κρύβαμε πίσω από απελευθερωμένες απόψεις –«δεν θέλουμε αποκλειστικότητα, τίποτα δεν ανήκει σε κανέναν». Τέτοια. Δεν ήμασταν έτοιμοι –κρύβαμε την ανασφάλειά μας πίσω από βαριές δηλώσεις. Την ήθελα. Μόνο δική μου και για πάντα. Νομίζω πως κι αυτή, κάπως έτσι ένιωθε. Απλά φοβόμασταν να το πούμε. Και κάποια γαμημένη αίσθηση επιβεβαίωσης –να δούμε πόσο μετράμε. Ακόμα. Έκλαιγα κρυμμένος στα παγκάκια κάθε πλατείας όταν πήγε με άλλον. Μου έριξε τη μηχανή, έσπασε ο αριστερός καθρέφτης, βούλιαξε το ντεπόζιτο –όταν πήγα με άλλη. Ποτέ δεν παραδεχτήκαμε τις ανασφάλειές μας. «Δεν θέλουμε αποκλειστικότητα, τίποτα δεν ανήκει σε κανέναν», αλλά η δική της περίπτωση ήταν διαφορετική. Και η δική μου περίπτωση ήταν διαφορετική. Όλα είναι διαφορετικά όταν αφορούν εμάς.

Mrs. Venable: Ο Sebastian έλεγε -«η αλήθεια είναι ο πυθμένας ενός απύθμενου πηγαδιού».

Εγώ: Και γιατί θέλεις να φύγεις;

Εκείνη: Γιατί δεν αντέχω άλλο –δεν αντέχω άλλο.

Εγώ: Ας προσπαθήσουμε, δεν μπορεί να τελείωσαν όλα.

Εκείνη: Δεν έχει νόημα.

Εγώ: Έχει να κάνει με τις παλιές ιστορίες;

Εκείνη: Με όλα έχει να κάνει.

Εγώ: Δεν φαινόταν να μας δημιουργούν πρόβλημα μέχρι σήμερα.

Εκείνη: Δεν υπάρχει λόγος να κοροϊδευόμαστε άλλο.

Εγώ: Δεν κοροϊδευόμαστε. Απλά προσπαθούμε να σώσουμε ότι έχουμε.

Εκείνη: Δεν ωφελεί.

Εγώ: Μήπως έχεις γνωρίσει κάποιον;

Εκείνη: Πάντα εκεί είναι το θέμα για εσάς τους άντρες –έτσι;

Εγώ: Δεν είναι δυνατό να χωρίσουμε. Δεν μπορούμε να βγούμε ζωντανοί από αυτό.

Mrs. Venable: Ο γιος μου ο Sebastian κι εγώ δημιουργούσαμε τις μέρες μας. Κάθε μέρα σμιλεύαμε την καινούργια μέρα σαν κομμάτι κάποιου γλυπτού, αφήνοντας πίσω μας ίχνη των περασμένων ημερών σαν γλυπτά σε γκαλερί, μέχρι που ξαφνικά, πέρσι το καλοκαίρι…

Περπατάω σε απόμερα σοκάκια ζαλισμένος από το κρασί. Ήταν ξύδι τελικά –καλύτερα να το ξερνούσα. Αν μπορούσα -θα ήταν πολύ βολικό για το στομάχι μου. Αλλά έχω χάσει κι αυτή την ικανότητα –κάποτε πήγαινα στην τουαλέτα ενός μπαρ για να ξεράσω και είδα μια κοπελίτσα της παρέας μας με τα μούτρα στη λεκάνη. Έπεσα πάνω της, να την βοηθήσω, να πλύνω το πρόσωπό της, να την ηρεμήσω από τα κλάματα. Από τότε έχασα την ικανότητα του εμετού. Με τον καιρό έχασα κάθε ικανότητα αντίδρασης. Στην αρχή έφυγαν οι ακραίες, οι καθαρτικές. Δεν απαντούσα στα χτυπήματα, δεν σηκωνόμουν μετά την πτώση, δεν έβγαινα εκτός εαυτού. Δεν άδειαζα.

Μετά έχασα τις αντιστάσεις μου στην προσβολή, στο ψέμα, στην λάθος άποψη. Δεν διαφωνούσα, δεν μιλούσα, δεν ενδιαφερόμουν. Ψέματα, ενδιαφερόμουν. Απλά δεν αντιδρούσα –δεν είχα όρεξη. Κουράγιο. Ικανότητα. Νεύρο. Ψυχή.

Μέχρι που, ξαφνικά, όλα ήρθαν πίσω -με έψαξαν και με βρήκαν. Μάλλον η αδράνειά μου οφειλόταν σε εκείνη. Εκείνη τη γυναίκα και εκείνη τη σχέση –όπως την είχαμε οδηγήσει. Μέσα από τους δρόμους της ακρότητας σε πεζοδρόμια παρατηρητικότητας. Προειδοποιούσαμε τους πάντες να τραβηχτούν στην άκρη –δεν θέλαμε να έχουμε θύματα. Πιάσαμε τοίχο, ακόμα κι εμείς, κάποια στιγμή –για να μην έχουμε απώλειες, λες κι αυτό ήταν ποτέ δυνατό!

Αλλά ήρθαν όλα και με βρήκαν όταν εκείνη σήμανε το τέλος –η επιθετικότητα, η τυφλή αντίδραση … Κι αυτή είναι ακόμα εκεί, δίπλα σε μια λίμνη εμετού, όσο εγώ δραπετεύω στις διακοπές μου.

Dr. Cukrowicz: Κάτι τρομακτικό συνέβη σε αυτό το κορίτσι, πέρσι το καλοκαίρι.

Κοιμήθηκα με το κλιματιστικό ανοιχτό και είχα την αίσθηση πως κρυβόμουν πλάι στη γραμμή παραγωγής ενός αθέατου εργοστασίου. Στο λεβητοστάσιο κάποιου πλοίου. Δίπλα στις γραμμές του ηλεκτρικού. Αυτό ήταν καλό γιατί δεν ένιωθα μόνος. Κι αυτό ήταν κακό γιατί είχα την αίσθηση πως με παρακολουθούν συνέχεια. Κρύωνα, ίδρωνα, στριφογύριζα ψάχνοντάς την δίπλα μου. Έβρισκα αποτσίγαρα και τσακισμένα κουτιά μπύρας, προσπαθούσα να τα παραμερίσω κι αυτά έκαναν θόρυβο χτυπώντας στις πέτρες. Όπως τότε που έπρεπε να σβήσουμε τη φωτιά στο βουνό. Αποκομμένοι –άνθρωποι κυκλωμένοι από σπίθες, αδιάφοροι για τις φλόγες που έγλυφαν κάθε μονοπάτι διαφυγής, κρυώνοντας κάτω από βρεγμένες πετσέτες. Είχαμε πέσει επί τόπου, σε πουπουλένια μαξιλάρια που φύτρωσαν ανάμεσα στα αγκάθια. Μαλακά, ορθοπεδικά στρώματα –το πρωί ξυπνήσαμε και το κεφάλι μας ακουμπούσε στις κοτρόνες, χαλίκια έβγαιναν από τις τσέπες μας. Το πρωί ξύπνησα τινάζοντας χώμα από το πρόσωπό μου –έκανα προσπάθεια για να σταθώ στα πόδια μου. Μια μπετονιέρα ανακάτευε χαλίκι στην απέναντι οικοδομή.

Φρόντισα περισσότερο μπορούσα να φαίνομαι αξιοπρεπής το πρωί. Πλύθηκα, χτενίστηκα –φόρεσα τα λιγότερο τσαλακωμένα μου ρούχα. Το ζευγάρι στο διπλανό δωμάτιο γκρίνιαζε σχεδιάζοντας το πρόγραμμα της ημέρας. Εκείνη ήθελε να γυρίσουν το νησί, αυτός ήθελε να αράξουν στην παραλία. Μετά, εκείνος ήθελε να πάνε στην πίσω πλευρά, την ερημική –αυτή ήθελε να πάνε στην πλαζ. Θα τους περνούσε μέχρι το μεσημέρι, πήγαινα στοίχημα. Άκουσα την πόρτα να κλείνει πίσω τους και βγήκα στο μπαλκόνι για να τους δω όταν κατέβαιναν. Μικρότεροι σε ηλικία από εμάς, ντυμένοι με αθλητικές φίρμες –αταίριαστες στον σωματότυπό τους. Γέλασα και επέστρεψα βιαστικά στο δωμάτιο για να το σχολιάσω μαζί της. Τι μαλάκες! Κλασσικοί παραθεριστές! Το σχόλιό μου πάγωσε στο άδειο δωμάτιο –και το κλιματιστικό δεν λειτουργούσε.

Αγόρασα εφημερίδα –να την ξεφυλλίσω μαζί με τον καφέ μου. Στην πλατεία ξεφόρτωναν ψωμί και κρουασάν. Μύριζε όμορφα. Δεν έγραφαν τίποτα γι΄αυτό που με ενδιέφερε. Καμιά ένδειξη, κανένα ίχνος. Περίμενα να τελειώσει το πρώτο μου τσιγάρο πριν τηλεφωνήσω.

«Έλα –έκανες τίποτα με αυτό που σου ζήτησα χτες;»

«Έχεις τρελαθεί; Τόσο γρήγορα;»

«Ξέρω πως μπορείς να το κάνεις και γρηγορότερα».

«Ναι –αλλά αν υπάρχει ανάγκη».

«Υπάρχει»

«Δηλαδή;»

«Σκότωσα τη γυναίκα μου», κοίταξα τα γύρω τραπέζια –ήταν ακόμα άδεια.

«Τι έκανες ρε μαλάκα;»

«Αυτό που είπα. Καυγαδίσαμε … ήθελε να φύγει …»

«Τι είναι αυτά που μου λες ρε;»

«Όπως στα λέω»

«Και μετά τι έγινε;»

«Έφυγα».

«Κι αυτή –τι την έκανες;»

«Την άφησα εκεί που ήταν. Μέσα στο σπίτι».

Mrs. Venable: Οι ζωές των περισσότερων ανθρώπων … Τι άλλο είναι, παρά ίχνη από συντρίμμια; Κάθε μέρα πιο πολλά συντρίμμια, πιο πολλά συντρίμμια: μακριά, μακριά ίχνη από συντρίμμια. Και δεν υπάρχει τίποτα για να τα καθαρίσει όλα αυτά, εκτός από τον θάνατο, τελικά.

«Τι είπες;»

«Ότι είσαι μαλάκας!»

«Πες μου κάτι καινούργιο. Λοιπόν, θέλω να φύγω. Έξω. Προτιμώ νότια. Κανόνισέ το».

«Καλά θα δω».

«Και κάτι ακόμα».

«Ναι;»

«Μπορείς να περάσεις από το σπίτι μου; Να δεις τι γίνεται;»

«Εντάξει ρε μαλάκα. Θα μιλήσουμε».

Είχα την υπόλοιπη μέρα για σκότωμα –όσο ανατριχιαστικά άσχετο κι αν ακούγεται αυτό. Πέρασα μια βόλτα από την παραλία και αποφάσισα να καθίσω εκεί -φύσαγε κάποιος δροσερός αέρας και υπήρχε αυτό το beach bar. Παράγγειλα κάτι εξωτικό, κάνοντας τα γλυκά μάτια στην γκαρσόνα. Μου χρειαζόταν, γιατί σκόπευα να μείνω ώρες εκεί –μερικά κερασμένα ποτά δεν θα με ενοχλούσαν. Αλλά έπρεπε να αποκτήσω επαφή με τη γκαρσόνα πριν πλακώσει ο πολύς κόσμος. Ασχημούλα με ξεχειλωμένο μαγιό.

«Δεν έχετε πολύ κίνηση. Είναι νωρίς ε;»

«Μπα. Φταίει που πάνε στην άλλη πλευρά της παραλίας –είναι ένα μπαρ ξενοδοχείου που παίζει ελληνικά».

«Α κατάλαβα γλεντζέδες! Εσείς όμως βάζετε μια χαρά μουσική».

«Ναι και την ακούμε μόνοι μας».

«Ε, μην το λέτε –είμαι κι εγώ εδώ».

«Σωστά –ένας πελάτης!»

«Μην ανησυχείτε –ξέρω να πίνω για 10. Θα σας το γεμίσω από μόνος μου το μαγαζί».

Γέλασε πηγαίνοντας να μου φτιάξει το ποτό. Δεν ήμουν σίγουρος πως αυτή ήταν η σωστή μέθοδος για να πιω τζάμπα. Δε βαριέσαι.

Ο ήλιος είχε ήδη κάψει την άμμο –κόντευε να αχνίσει μέχρι και τη θάλασσα. Σκεφτόμουν να βουτήξω μήπως δροσιστώ, αλλά δεν με κρατούσαν τα πόδια μου. Τα κοκτέιλ είναι ο θάνατος της θέλησης –ζάχαρη ανακατεύεται με αναθυμιάσεις αφήνοντας βαρύ στομάχι και ασήκωτο κεφάλι. Μουδιασμένη γλώσσα.

«Θέλετε κάτι ακόμα;»

Της δείχνω το ποτήρι προσπαθώντας να σφίξω τα δάχτυλά μου –«το ίδιο». Ελπίζω να κατάλαβε.

Είμαι λιώμα. Δεν ξέρω τι έχω πιει, αλλά υπολογίζω πως κοντεύει απόγευμα. Ένας μοναχικός άντρας, γοητευτικός (ας πούμε ότι το θολό, ζαλισμένο βλέμμα προσδίδει γοητεία), ήρεμος, παρατηρητικός -πίνει στις διακοπές του. Έχει αφήσει πίσω του τις σκοτούρες, την εργασιακή ρουτίνα, τις υποχρεώσεις –πίνει πολύ γιατί έχει σημαντικές υποχρεώσεις. Πίνει για να αποτοξινωθεί, να ξεσκάσει. Αυτός ήταν ο ρόλος που έπαιζα στη γκαρσόνα. Και γενικότερα. Στο άδειο μπαρ.

Είναι αδύνατο να σηκωθώ κι αν πάμε έτσι, η κοπέλα δεν θα μπορέσει να κλείσει ποτέ το μαγαζί.

«Πρέπει να κλείσεις;» τη ρωτάω.

«Μην ανησυχείς –το βράδυ κλείνουμε».

Έχουμε περάσει στον ενικό –δεν θυμάμαι από πότε. Ούτε πως και γιατί. Ανάμεσα στα ποτά που μου φέρνει, όταν δεν πλένει ποτήρια ή δεν γεμίζει το ψυγείο. Κάθεται στο τραπέζι μου για να καπνίσει κάποιο τσιγάρο.

«Πως και μόνος στο νησί;»

«Ε πως αλλιώς;»

«Φοράς βέρα, θέλω να πω …».

Κοιτάζω το χέρι μου. Έχει δίκιο.

«Συμβαίνουν αυτά. Αγαπάς κάποιον και είναι όλη σου η ζωή. Το χειρότερο είναι να σε αγαπάει κι αυτός. Γιατί αποκτάς σιγουριά. Εσύ κι εγώ, μωρό μου –και όλος ο κόσμος απέναντί μας, καταλαβαίνεις τι εννοώ; Δεν σε νοιάζει για τίποτα –είσαι σίγουρος, τέλειος, πατάς γερά. Και μετά … μια μέρα …».

«Χωρίσατε;»

«Μπα –αυτό θα ήταν αδύνατο. Τη σκότωσα».

Κοιτάζω λιγότερο ζαλισμένος από πριν. Την κοιτάζω. Πάει το προφίλ που καλλιεργούσα τόσες ώρες. Με κοιτάζει κι αυτή, σκεφτική. Πριν σκάσει στα γέλια. Γελάω μαζί της. Στην αρχή κάλπικα, μετά ξεκαρδίζομαι στ΄αλήθεια. Τελικά έχω χτίσει καλά το προφίλ μου.

Σηκώνεται.

«Το επόμενο κερασμένο από μένα. Να πάνε κάτω τα φαρμάκια».

«Και οι ενοχές», λέω. Το μετανιώνω αλλά ευτυχώς δεν άκουσε.

Έχει βραδιάσει και πονάω. Το κεφάλι μου. Πρέπει να φάω, δεν θα αντέξω για πολύ ακόμα. Η φιλενάδα μου η γκαρσόνα σχόλασε πριν από ώρες και ο τύπος που την αντικατέστησε δεν ήταν για πολλές κουβέντες. Μου έδωσε ραντεβού για αύριο –η γκαρσόνα. Να ξανάρθω, να ξαναπιώ. Πόσα με κέρασε; Μαλακίες! Δεν περνάει πλέον η μπογιά μου, πρέπει να το πάρω απόφαση. Περπατάω σε κυματιστά πλακόστρωτα.

Το φαγητό είναι εναντίον μου –είναι προφανές αυτό. Ξεφεύγει από το μαχαίρι και με ανατριχιάζει. Το μαχαίρι ξύνεται στο πιάτο. Στριγκλίζοντας. Και ξανά. Το ουρλιαχτό της. Θα έκλεινα τα αυτιά μου αλλά τότε θα το άκουγα δυνατότερο. Θα έκλεινα τα μάτια –δεν το κάνω γιατί δεν αντέχω να την αντικρίσω. Ξαφνικά τρέμω. Όλοι με κοιτάζουν. Χτυπάει το τηλέφωνο.

«Ποιος είναι;» ουρλιάζω.

«Τι έπαθες ρε; Έχεις φρικάρει;»

«Πες μου».

«Δεν έχω τίποτα να σου πω. Πήγα από το σπίτι σου».

«Και;»

«Τίποτα. Ησυχία. Άκρα του τάφου …»

«Κόφτο».

«Συγνώμη. Πάντως δεν φαίνεται τίποτα».

«Καλά. Ευχαριστώ».

«Θα σε ξαναπάρω για τα άλλα».

Δεν ξέρω πως κατάφερα να πληρώσω τον λογαριασμό στην ταβέρνα. Όλοι με κοιτούσαν ή ήταν η ιδέα μου –πράγμα ακόμα χειρότερο. Περπάτησα αργά. Μέχρι να στρίψω στη γωνία. Μετά περπάτησα με προφυλάξεις. Έτρεξα τα τελευταία μέτρα μέχρι τη σκάλα. Μπήκα στο δωμάτιο μου –δεν άναψα φώτα. Έκλεισα, κλείδωσα, ακούμπησα στην πόρτα. Γλίστρησα σιγά μέχρι το πάτωμα και είπα να μείνω εκεί. Απέναντι από το ανοιχτό παράθυρο –πηχτός αέρας, τσίκνα και μουρμούρα μουσικής έμπαιναν. Το διπλανό ζευγάρι έκανε μπάνιο για να ετοιμαστεί. Βραδινή έξοδος. Είχαν πηδηχτεί άραγε πριν; Ελπίζω ναι –δεν θα άντεχα να τους ακούω πάλι. Αποκοιμήθηκα κρατώντας τα μάτια μου ορθάνοιχτα.

Κρύο. Που βρέθηκε το κρύο μια τόσο ζεστή νύχτα; Βρέθηκε ακριβώς απέναντι μου –μάλλον επειδή μούδιασαν τα διπλωμένα μου γόνατα. Έτρεμα. Να πάω μέχρι το κρεβάτι. Έτρεμα να πάω μέχρι το κρεβάτι. Τράβηξα τελικά τη λεπτή κουβέρτα, διπλώθηκα και κύλησα στο ενδιάμεσο. Το πόδι μου ακουμπάει στην πόρτα. Το χέρι μου μπερδεμένο σε κάποιο χαλάκι. Ξεφτισμένο. Υπερλούξ το δωμάτιο! Κοιμάμαι δύσκολα, προσπαθώντας να ξανακοιμηθώ. Αύριο είναι μια άλλη μέρα. Ελπίζω να μην έρθει ποτέ.

Κουδουνίζει στην τσέπη μου. Ο ήλιος που μπαίνει από το παράθυρο. Φρέσκος ήλιος, δεν καίει. Ακόμα. Κουδουνίζει στην τσέπη μου το τηλέφωνο. Επιτέλους –ελπίζω να βρήκε αυτά που του ζήτησα. Ανοίγω τη συσκευή πριν ακόμα την φέρω κοντά στο αυτί μου.

Εγώ: Έλα τι έγινε ρε; Το κανόνισες;

Εκείνη: Εγώ είμαι.

Εγώ: …

Εκείνη: Που είσαι; Έφυγες τόσο απότομα!

Εγώ: Που είσαι;

Εκείνη: Εκεί που με άφησες. Που αλλού;

Εγώ: …

Εκείνη: Είσαι καλά;

Εγώ: Ναι.

Εκείνη: Πρέπει να μιλήσουμε. Ίσως …

Εγώ: Είναι πολύ αργά πλέον.

Αφήνω το τηλέφωνο δίπλα μου. Σηκώνομαι. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Κρατιέμαι σφιχτά –νύχια στο ξύλο. Ο ήλιος προχωράει, γυρίζοντάς μου την πλάτη. Δεν έχει καμιά διαφορά.

Catherine Holly: Είναι εδώ γιατρέ. Η δις Catherine είναι εδώ.

Δευτέρα, Ιουνίου 11, 2007

Αστερόσκονη σε σκονισμένα γραφεία

Δεν έχω γνωρίσει πολλούς σημαντικούς ανθρώπους. Εννοώ, ότι ξέρω πολλούς καταπληκτικούς, ξεχωριστούς, ιδιαίτερους –ακόμα και ηρωικούς. Αλλά είναι κάποιοι που περπατάνε στο νερό και μετά το κάνουν κρασί για να κεράσουν ανάπηρους που περπατάνε κουβαλώντας τα κρεβάτια τους. Έχεις την εικόνα; Γι’ αυτό ακριβώς μιλάω –μην το ψάχνεις.

Αυτή λοιπόν ήταν σημαντική κι αν θέλεις να βάλεις κάτι ακόμα σε προτρέπω να το κάνεις, δεν θα πέσεις πολύ έξω. Όταν εγώ ήμουν νέος υπάλληλος στο Δημόσιο, σε μια Υπηρεσία με «ανθρώπινο πρόσωπο» -περίεργο, αλλά συμβαίνει καμιά φορά. Κάποια μέρα ήρθε η φήμη της, σαρωτική σαν αύξηση φορολογικού συντελεστή, τρομακτική σαν ανεμοστρόβιλος σε παραπήγματα και απλώθηκε στα διπλανά γραφεία για να της στρώσει τον δρόμο.

«Επιστρέφει από τις Βρυξέλλες, έληξε η θητεία της στην Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία, έρχεται για Διευθύντρια σε μας!» Μαζική υστερία! Γυναίκες που έψαχναν τη νομοθεσία για πρόωρη συνταξιοδότηση, άντρες που παρακαλούσαν για μετάταξη, κοπέλες που πηδούσαν από τα μπαλκόνια. Εντάξει –όχι κι έτσι. Αλλά περίπου.

Δεν ήξερα. Είχα και τις δικές μου σκοτούρες –τραβιόμουν με κάποιο πρόγραμμα που με είχε βάλει στις παρυφές του κυκλώνα, αφού ήμουν επαρκώς ασήμαντος για να μπω στο μάτι του. Ρώτησα.

«Ποια είναι αυτή ρε παιδιά;»

«Σκύλα!»

«Τόσο πολύ;»

«Και λίγα λέμε. Ξέχνα τις άδειες, ξέχνα τη χαλαρότητα, ξέχνα την κατανόηση. Θα πήξεις όσο δεν μπορείς να φανταστείς και μετά τα πράγματα θα σφίξουν ακόμα περισσότερο».

«Τι λέτε ρε;»

«Αυτό που ακούς. Σκύλα αφιονισμένη».

Έτσι έλεγαν οι φήμες. Άκουγα ιστορίες για κοπέλες που έκλαιγαν κρυμμένες στις τουαλέτες γιατί αυτή σιχαινόταν να βλέπει γυναίκες που κλαίνε. Γινόταν έξαλλη και τις ξεφορτωνόταν –σα μύγες που ζουζουνίζουν σε ξενοδοχείο 5 αστέρων. Άκουγα διηγήσεις για Γενικούς Γραμματείς που έψαχναν τον Υπουργό για να υποβάλλουν παραίτηση –τσακισμένοι από την επιμονή της. Άκουγα, άκουγα …

Και μετά άλλαξα Διεύθυνση. Δεν το επεδίωξα –απλά έτυχε να χρειάζονται κάποιον ασήμαντο σε μια σημαντική θέση -δεν δυσκολεύτηκαν να με εντοπίσουν.

Ήμουν πάνω στη μεταφορά των προσωπικών μου ειδών όταν την συνάντησα στο πλάι του παλιού μου γραφείου. Είχα ανοιχτό ακόμα εκείνο το πρόγραμμα, χρειαζόμουν τον παλιό μου υπολογιστή για να κανονίσω κάποιες συναντήσεις. Μια μικροκαμωμένη γυναίκα που είχε μπει στην πέμπτη της δεκαετία –ήσυχη μου φάνηκε, ευγενική.

«Δεν σας πειράζει που χρησιμοποιώ τον χώρο σας. Δεν είναι έτοιμο ακόμα το γραφείο μου …»

«Μα τι λέτε; Κάντε δουλειά σας!»

Αυτά. Μετά την ξέχασα, μέχρι την επόμενη φορά που γύρισα στο παλιό μου γραφείο και την βρήκα ακόμα εκεί.

«Καλημέρα σας».

«Γεια σας. Ακόμα δεν τακτοποιηθήκατε;»

«Ακόμα».

Στοίβαξα κάτι έγγραφα σε φακέλους για να τα μεταφέρω …

«Βλέπω, φροντίσατε να δραπετεύσετε από τη Διεύθυνση πριν ακόμα έρθω».

«Εγώ; Μα τι λέτε;»

«Στον ενικό παρακαλώ!»

Το σκέφτηκα. Τι ακριβώς ήταν αυτή η γυναίκα;

«Δεν δραπέτευσα, ούτε την κοπάνησα. Απλά με έβαλαν σε διαφορετική Διεύθυνση, δεν τους το ζήτησα εγώ. Ούτε σε ήξερα από παλιότερα –άρα, γιατί να την κοπανήσω;»

«Κρίμα», είπε κουρασμένα. «Γιατί θα αλλάξουν πολλά σε αυτή τη Διεύθυνση και χρειαζόμουν καινούργια άτομα».

«Ναι κρίμα», συμφώνησα καθαρά από ευγένεια. Και μετά, αποφάσισα να τη δοκιμάσω. Θέλεις γιατί χρειαζόμουν κάποια στήριξη στο κολλημένο μου πρόγραμμα και ήξερα πως αυτή ήταν αρκετά δυνατή για να μου την παράσχει; Θέλεις από περιέργεια; Ποιος ξέρει.

«Δηλαδή, τι θα αλλάξεις; Δεν καταλαβαίνω. Εδώ δεν γίνεται τίποτα. Εδώ έχουμε υποθέσεις που δεν κουνιούνται ούτε με μπουλντόζα».

Εκείνη την εποχή, κάποιο από τα ερευνητικά ιδρύματα που εποπτεύαμε, είχε μείνει χωρίς Διοικητικό Συμβούλιο. Ο Υπουργός δεν δεχόταν να υπογράψει την Απόφαση Σύστασης, γιατί υπήρχαν δυο κενές θέσεις και βαριόταν να ψάξει ποιοι θα τις καλύψουν. Ο Γενικός Γραμματέας δεν πρότεινε άτομα για να μην τσακωθεί με αυτούς που θα άφηνε απέξω. Κι ο απερχόμενος Διευθυντής περίμενε να πέσουν τα άτομα από τον ουρανό. Όσο αυτό δεν γινόταν, οι εργαζόμενοι δεν πληρώνονταν, οι καθαρίστριες δεν μάζευαν τα σκουπίδια και τα καλοριφέρ δεν ζέσταιναν. Γραφειοκρατική παράλυση. Της τα είπα.

«Εντάξει, αυτό λύνεται εύκολα», μου απάντησε και φαινόταν να το εννοεί.

Ακόμα ένα άτομο χωρίς επαφή με την πραγματικότητα –συμπέρανα. Το συγκεκριμένο θέμα βάλτωνε για περισσότερο από ένα χρόνο. Την λυπόμουν προκαταβολικά! Αλλά, όχι πολύ. Γιατί είχε αρχίσει να μου τη δίνει η σιγουριά της που μετατρεπόταν σε απαξίωση για όλους εμάς τους υπόλοιπους. «Τι δηλαδή; Μπρίκια κολλάμε εμείς; Ήρθε η κυρία από τας Βρυξέλλας να μας μάθει τη δουλειά μας;»

Γι΄αυτό ακριβώς είχε έρθει. Πήρε την απόφαση που λίμναζε στα βαλτόνερα του πρωτοκόλλου, συμπλήρωσε δυο ονόματα από τον κατάλογο υποψηφίων, «γιατί αυτοί;» εξοργίστηκε ο Γενικός Γραμματέας, «έχεις άλλους να προτείνεις;» τον ρώτησε εκείνη, «δεν είναι έτσι απλά τα πράγματα, θέλει σκέψη», ομολόγησε ο Γενικός, «σκέψου το εσύ όσο θέλεις –εγώ πάω την Απόφαση στον Υπουργό, με ή χωρίς την υπογραφή σου». Είχε πει.

Και το είχε κάνει. Στρώθηκε έξω από το γραφείο του Υπουργού, μια ολόκληρη βδομάδα, με την Απόφαση στα χέρια. Από το πρωί ως το βράδυ και πάλι πίσω. Μέχρι που βαρέθηκε να την αγνοεί ο Υπουργός και υπέγραψε πανηγυρικά την Απόφαση.

Είχε γυρίσει νικήτρια, αλλά χωρίς χαμόγελα και τυμπανοκρουσίες. Κάποιοι ήθελαν να τη συγχαρούν –δεν είχε χρόνο. Κάποιοι άλλοι ήθελαν να την αμφισβητήσουν –και, όντως το έκαναν γιατί αυτοί είχαν χρόνο.

Εμένα πάντως με έπεισε. Όχι ότι μπορεί να κάνει τα πάντα –όχι ακόμα –αλλά πως έχει διάθεση να το παλέψει. Γι΄αυτό και την έμπλεξα στο κολλημένο μου πρόγραμμα. Μαλακία μεγάλη! Ανευθυνότητα νέου υπαλλήλου που νομίζει πως όλα μπορούν να γίνουν αδιαφορώντας για το κόστος. Ξεκόλλησε πρόσκαιρα το πρόγραμμά μου και τσακώθηκε για χάρη του με όλους τους πολιτικούς της φίλους. Γιατί η γυναίκα ήταν πολιτικό πρόσωπο –οργανωμένη από την εποχή της δικτατορίας, στα πρώτα ψευτοαριστερίστικα βήματα του ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια κάπου εκεί γύρω μέσα –έξω από το Κόμμα που ήθελε να λέγεται «Κίνημα». Καταλήγοντας δίπλα στους τεχνοκράτες του Σημίτη πλέον –ένα προφίλ που της πήγαινε γιατί η γυναίκα ήταν μηχανή αποτελεσματικότητας. Και τώρα βρισκόταν, ανεπιθύμητη –από τις πρώτες μέρες που πάτησε το πόδι της στην Ελλάδα. Έφταιγα γι΄αυτό –όχι απόλυτα, βλέπεις έτσι ήταν η φύση αυτής της γυναίκας –αλλά έφταιγα.

Την πήραν από την Υπηρεσία μου και της έδωσαν μια θέση Ειδικής Γραμματέως σε άλλο, κουλτουριάρικο, Υπουργείο –να ησυχάσει το κεφάλι τους. Κι εκείνη πήγε μέσα στην τρελή χαρά γιατί είχε κάποιο σχετικό όραμα, έτσι έλεγε. Αποχαιρετώντας την πρόσεξα τα χέρια της. Πρησμένες παλάμες και δάχτυλα στρεβλωμένα –σαν παιδικό μπαλόνι με πέντε ουρές. Φουσκωμένο το μπαλόνι, ξεφούσκωτες οι ουρές. «Παραμορφωτική αρθρίτιδα» -έτσι μου το είπαν. Χτυπάει σε χέρια και πόδια, ο άτυχος ασθενής είναι σχεδόν ανάπηρος ακόμα κι όταν δεν υποφέρει από φρικτούς πόνους. Ανάπηρη; Αυτή; Μπορείς να το πεις και έτσι. Μόνο που διέθετε περισσότερη ενεργητικότητα από 10 υγιείς υπαλλήλους και έγραφε περισσότερα χιλιόμετρα με το αυτοκίνητό της από ταξιτζή σε πρωινή βάρδια. Ανάπηρη; Αυτή; Ωραίο αστείο!

Δεν είχε περάσει ούτε μήνας στην καινούργια της θέση, όταν με πήρε τηλέφωνο.

«Έλα εδώ, πάρε απόσπαση. Θα κάνουμε φοβερά πράγματα».

«Μα … έχω ένα κάρο υποχρεώσεις εδώ που είμαι!»

«Μαλακίες έχεις! Γραφειοκρατική διεκπεραίωση κάνεις –εδώ μιλάμε για σχεδιασμό! Μην το σκέφτεσαι –πάρε απόσπαση και έλα».

Όσο καιρό δούλευα στο Δημόσιο είχα πάρει ειδίκευση στα Κοινοτικά Προγράμματα. Εκείνη την εποχή κλείναμε το Δεύτερο –πολλή δουλειά, έλεγχοι έργων, μεταφορές αδιάθετων κονδυλίων … Τρέχαμε σαν τα στρουμφάκια με δύσπιστους Κοινοτικούς υπάλληλους πάνω από τα κεφάλια μας, αγωνιζόμασταν να μη χάσουμε δραχμή. Ελέγχαμε, διορθώναμε, υποβάλλαμε … γραφειοκρατική διεκπεραίωση, είχε δίκιο. Εκείνη με ήθελε για τον σχεδιασμό του Τρίτου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης –δημιουργική δουλειά, πάει να πει.

Πέρασα για μια εθιμοτυπική επίσκεψη από το γραφείο της και κατάλαβα αμέσως γιατί τρωγόταν να δουλέψω μαζί της. Ένα καλαίσθητο γραφείο με ακριβά έπιπλα σε κάποιες κυριλέ εγκαταστάσεις –αλλά, αυτό ήταν όλο. Δεν είχε ούτε στυλό να κάνει τη δουλειά της (για υπολογιστή δεν το συζητάμε). Ήταν ξένη σε ένα Υπουργείο που φημιζόταν για τις οικογενειακές του σχέσεις –άνοιγες τον τηλεφωνικό κατάλογο –500 υπάλληλοι μοιράζονταν 50 επώνυμα. Που να χωρέσει αυτή και το όραμά της; Χρειαζόταν κάποιον συνεργάτη και της είχαν δώσει μια γραμματέα κλεπτομανή –δεν κάνω πλάκα. Κλεπτομανής γραμματέας, αλλά με 5 θείες και 25 ξαδέρφια να δουλεύουν στο Υπουργείο. Τέτοια πράγματα.

Το σκέφτηκα. Δεν ήθελα να φύγω –ήμουν καλά βολεμένος στη θέση μου, είχα φίλους και ανθρώπους που χαιρόμουν να τους λέω «καλημέρα». Ήμουν σχεδόν εργασιακά ευτυχισμένος –αν εξαιρέσεις την πανωλεθρία από εκείνο το πρόγραμμα που έλεγα παραπάνω. Μετά την αποχώρησή της μας πήρε η μπάλα και μας σκόρπισε σαν κορίνες του μπόουλινγκ. Τέλος πάντων, έχω γράψει γι΄αυτά παλιότερα –να μην επανέρχομαι.

Δεν ήθελα να φύγω –αυτό ήταν το θέμα, αλλά ένιωθα πως της είχα κάποια υποχρέωση. Με συνάρπαζε και η δουλειά που υποσχόταν, δέχτηκα λοιπόν να ζητήσω απόσπαση. Μετά ήρθε ένας μαρτυρικός μήνας, όπου δούλευα, παράλληλα, και στα δύο Υπουργεία, έτρωγα βρισίδι σε ημερήσια βάση από τον Γενικό μου Γραμματέα –«θέλεις να φύγεις ε; την έχετε δει όλοι σας μεγάλα κεφάλια –τρομάρα σας!» -και περίμενα να γεννηθεί η κόρη μου. «Μια εποχή στην κόλαση» που λέει κι ο ποιητής, μέχρι να πάρω την απόσπασή μου, οπότε είδα τα δόντια της πραγματικής κόλασης –εκείνης που δεν περιγράφουν ούτε καν οι ποιητές.

Ώρες ατέλειωτες, μέρες ολόκληρες πάνω σε προτάσεις, κείμενα σχεδιασμού, πίνακες τεχνικών προδιαγραφών. Αδιάκοπες σελίδες ξεβράζονταν από τον εκτυπωτή –σελίδες που τις είχα μάθει απέξω, γιατί εκείνη έδινε καινούργια έννοια στον χαρακτηρισμό «απαιτητική». Έγραφα, έσβηνα, τύπωνα, έσκιζα -ψάχνοντας να αποτυπώσω τις ιδέες που είχε στο μυαλό της και προσπαθώντας να τις θωρακίσω από όλες τις πάντες. Συνέχεια και συνέχεια. Βρέθηκαν δίπλα μου κι άλλοι δυο άτυχοι –όλοι μαζί πληρώναμε τα ξεσπάσματά της.

«Δεν ξέρετε τίποτα, δεν αξίζετε για τίποτα! Δεν είστε ικανοί να κάνετε το παραμικρό!»

Σε κάποια φάση φόρτωσα.

«Αν δεν σου κάνουμε να μη μένουμε με το ζόρι. Άσε μας να γυρίσουμε στις παλιές μας δουλειές και βρες καλύτερους. Δεν υπάρχει λόγος να σε ταλαιπωρούμε».

Μαζεύτηκε. Ίσως είδε τα όριά μας.

«Πήγαινε στο γραφείο σου και κάνε τη δουλειά σου. Και άσε τις γκρίνιες», μουρμούρισε ενώ εγώ θα την έπνιγα ευχαρίστως.

Μετά από μερικές μέρες, όταν πίναμε κάποιο χαλαρό καφέ μου είχε εκμυστηρευτεί …

«Εντάξει, μπορεί να το παράκανα με τους άλλους. Όμως εσύ είσαι δική μου επιλογή και πρέπει να είμαι αυστηρή μαζί σου. Για να μη νομίζουν οι άλλοι πως σε έφερα βυσματικά –πρέπει να αποδεικνύεις πως αξίζεις τη θέση σου κάθε μέρα. Κατάλαβες;»

«Κατάλαβα ότι δεν μου τα είχες πει αυτά όταν ζήτησες να δουλέψω εδώ. Και δεν μπορώ να παίζω τον σάκο του μποξ, αυτό κατάλαβα».

«Δεν κατάλαβες! Δεν υπάρχουν επιλογές –έτσι είναι τα πράγματα και πρέπει να τα καταφέρουμε. Και, άλλη φορά μη μου αντιμιλήσεις μπροστά στους υπόλοιπους. Αν βλέπεις κάτι λάθος να μου το λες κατ΄ιδίαν. Ο διευθυντής δεν μπορεί να παραδεχτεί το σφάλμα του μπροστά στους υφισταμένους –δεν το ξέρεις αυτό;»

Αμίλητος, σκεφτόμουν που είχα μπλέξει. Άσε που ήξερα πως δεν υπήρχε πλέον διέξοδος –ήμασταν σε αυτό τον δρόμο και έπρεπε να τον τραβήξουμε μέχρι όσο μας έπαιρνε.

Η κόρη μου γεννήθηκε και, με το ζόρι πήρα άδεια να πάω στο μαιευτήριο. Τα μωρά έχουν σκοτούρες, το ξέρεις αυτό και η δουλειά ερχόταν να με βρει κάθε πρωί, άυπνο, διαλυμένο. Δε γαμιέται; Φάση είχε και στην τελική ανάλυση κάναμε όντως πράγματα και θάματα. Εκείνη είχε αναπτύξει μια στρατηγική –έδινε στο ελεεινό υπαλληλικό κατεστημένο του Υπουργείου ένα κομμάτι από την πίτα και αξιοποιούσε το υπόλοιπο, με τον καλύτερο τρόπο. Σαν κατάβαση από καταρράχτη με πατίνι, έτσι έμοιαζε εκείνη η εποχή.

Εκείνη βρισκόταν μονίμως στην τσίτα. Συναντήσεις, διαβουλεύσεις, σχεδιασμός, πολιτική –μια γυναίκα με παραμορφωμένα άκρα προσπαθούσε να σπρώξει ένα ολόκληρο Υπουργείο. Επισκέψεις Κοινοτικών υπαλλήλων, ξεναγήσεις στα κατσάβραχα κι αυτή εκεί –δίπλα τους, με το υπηρεσιακό της ταγέρ και τα τακούνια. Συμφώνησαν σε όλα οι Κοινοτικοί, ενέκριναν τα πάντα –μετά έφυγαν κι αυτή διαλύθηκε. Τα πόδια της δεν την κρατούσαν πλέον –«πρέπει να εγχειρισθεί επειγόντως για ολική ανάταξη οστών» ήταν η διάγνωση.

«Γαμώ το στανιό μου –τι τα ήθελες τα κατσάβραχα με τη γόβα, αφού τα πόδια σου ήταν σε τέτοια κατάσταση;» γκρίνιαζα χαζεύοντας καμιά δεκαριά βελόνες βιδωμένες σε κάθε κόκαλο που υπήρχε στα πέλματά της. Την είχα επισκεφτεί στο σπίτι της –ανίκανη να περπατήσει, ανίκανη να εξυπηρετηθεί από μόνη της ήταν.

«Και τι ήθελες δεν κατάλαβα δηλαδή! Να με περνάνε για ανάπηρη οι Κοινοτικοί ή να αφήσω τον κάθε γελοίο μόνο του μαζί τους; Άσε τις γκρίνιες και πες μου. ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΟΥ ΕΦΕΡΕΣ ΤΟΥΣ ΦΑΚΕΛΛΟΥΣ ΠΟΥ ΣΟΥ ΖΗΤΗΣΑ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ; ΛΕΙΠΩ ΚΑΙ ΤΟ ΕΧΕΤΕ ΡΙΞΕΙ ΣΤΟΝ ΧΑΒΑΛΕ; ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΔΟΥΛΕΙΕΣ!»

«Ρε παιδί μου, μια χαρά πάμε, κάτσε να γίνεις καλά …»

«Δεν περιμένουν αυτά τα πράγματα. Αύριο σας θέλω όλους εδώ να με ενημερώσετε. Εντάξει;»

«Μα …»

«Άσε τις γκρίνιες είπα!»

Έφυγα βρίζοντας για μια ακόμα φορά –μαζί της είχα καταλάβει πως τα όρια της ανθρώπινης υπομονής, μπορούν (υπό προϋποθέσεις) να γίνουν ανεξάντλητα.

Μετά γίναμε αυτοκινούμενη Υπηρεσία. Κάθε δεύτερη μέρα την περνάγαμε σπίτι της –μας περίμενε πάντα ετοιμοπόλεμη.

«Να σε ρωτήσω –ποιος κάνει τις δουλειές του σπιτιού; Ποιος σε βοηθάει; Δεν βλέπω κανέναν όσες φορές έχουμε έρθει».

«Κανένας δεν με βοηθάει. Γιατί να με βοηθάει; Ανήμπορη είμαι;»

Κοίταξα τις βελόνες απέναντι μου κι έβγαλα τον σκασμό. Είχε κάποιο δίκιο –μόνο ανήμπορη δεν ήταν.

Εκείνες τις μέρες μας είχε μιλήσει για τα νεανικά της χρόνια, για τις δύσκολες εποχές που «Πανεπιστήμιο» και «γυναίκα» ήταν όροι ασυμβίβαστοι. Πως είχε φύγει από το χωριό για την πρωτεύουσα, πως είχε φύγει από την πρωτεύουσα για τη Γερμανία. Διδακτορικό τον καιρό της χούντας –εξωφρενικά πράγματα!

Στη Γερμανία είχε γνωρίσει τον έρωτα της ζωής της –έναν φοιτητή με τον οποίο γύρισε τη μισή Ευρώπη, συνεπιβάτης σε μοτοσυκλέτα. Πήγαν και στο χωριό της, όταν τους είδαν οι συχωρεμένοι οι γονείς της κόντεψαν να μείνουν στον τόπο. Δυο φαντάσματα πάνω σε μια σκισμένη σέλα –αργότερα χώρισε με τον φοιτητή.

«Τι να τον κάνω; Εγώ δεν μπορώ να ανεχτώ ούτε τον εαυτό μου, θα ανέχομαι άλλους; Άσε με στην ησυχία μου».

Μόνο αυτά έμαθα για το παρελθόν της.

Όσο ανάρρωνε στο σπίτι, άλλαξε ο Υπουργός. Όταν επέστρεψε στη θέση της βρήκε το χαρτί της παραίτησης να την περιμένει πάνω στο γραφείο. Ο καινούργιος Υπουργός το είχε ετοιμάσει με κάθε επισημότητα –μόνο η υπογραφή της έλειπε. Γιατί ο καινούργιος Υπουργός είχε κάποιο δικό του άτομο –έτσι πάνε τα πράγματα. Άμα έχεις εμπνευσμένη πολιτική θέλεις και τους δικούς σου πεφωτισμένους για να την υλοποιήσουν. Εκείνη δεν χώραγε στο καινούργιο σχήμα –τόσο απλά. Της έβγαλαν κι έναν δεκάρικο για την άοκνη προσφορά της και μετά τράβηξαν το καζανάκι.

Έφυγε και μας άφησε μαλάκες. Σε ένα εχθρικό Υπουργείο με τη στάμπα «άνθρωποι της προηγούμενης ηγεσίας». Μας τύλιξαν, λοιπόν, με σελοφάν και μας έχωσαν στο ψυγείο. Φοβήθηκαν, βλέπεις, να μας διώξουν κι εμάς –γιατί ήξεραν πως έχει ο καιρός γυρίσματα. «Θες να ξαναγυρίσει και να τρέχουμε; Άστους στα αζήτητα –μην τύχει και τους ψάχνει κανένας αύριο!»

Εκείνη έγινε Διοικήτρια νοσοκομείου –ήταν το επόμενο κόλλημά της, με τόσα τρεξίματα που είχε φάει λόγω υγείας. Κόντεψαν να μου πέσουν τα μαλλιά όσο τη φανταζόμουν να κοντράρει το ιατρικό κατεστημένο –εκεί είχαν σπάσει τα μούτρα τους ολόκληροι «πολιτικοί ογκόλιθοι», αυτή, η εύθραυστη, η καχεκτική θα γλίτωνε;

Κι όμως γλίτωσε. Είχα πάει να τη δω μετά από 3-4 μήνες και τρόμαξα να καταλάβω πως έμπαινα σε νοσοκομείο. Κόσμος που χαμογελούσε στους διαδρόμους, καθόλου ουρές έξω από τα ιατρεία, νοσοκόμες που έτρεχαν –διαστημικά πράγματα! Έξω από το γραφείο της ένας άντρας με κινητικά προβλήματα έκανε γραμματεία.

«Πετάτε εδώ μέσα –μπράβο ρε συ!» παρατήρησα.

«Ναι καλά είναι. Βέβαια μου έχουν κάνει 6-7 ΕΔΕ μέχρι σήμερα, αλλά κάτι γίνεται. Τα νοσοκομεία πρέπει να είναι προσανατολισμένα στην ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου. Δεν γίνεται να παθαίνεις κατάθλιψη όταν μπαίνεις για νοσηλεία. Δεν μπορούμε να ανοίγουμε μια πληγή για κάθε μια που θεραπεύουμε», είπε ψάχνοντας κάτι χαρτιά.

«Μεγάλα λόγια», απάντησα πικρόχολα.

«Από κάπου πρέπει να αρχίσει κανείς», γέλασε.

Μιλήσαμε για διάφορα. Η ώρα είχε πάει 8 το βράδυ όταν φύγαμε παρέα. Με το αυτοκίνητό της -πάντα ήθελα να δω πως κατάφερνε να οδηγεί. Στην πίσω πλευρά του νοσοκομείου σταμάτησε, βλέποντας κάποιον να περιφέρεται.

«Τι έγινε Γιάννη; Ήρθαν οι πανσέδες που παραγγείλαμε;»

«Μάλιστα, μάλιστα –θα τους φυτέψουμε αύριο».

«Θα φτιάξουμε έναν καταπληκτικό κήπο εδώ πίσω», είπε σε μένα.

«Γιατί;» αναρωτήθηκα. «Ποιος θα τον βλέπει;»

«Αν τον φτιάξουμε όλο και κάποιος θα τον βλέπει. Άσε που θα βρει λόγο ύπαρξης κι ο κηπουρός. Δέκα χρόνια τον πληρώνουμε για να χτυπάει κάρτα. Ας έχει και κάτι να περιποιείται», μου απάντησε.

Έκανα καιρό να ακούσω νέα της, αφοσιωμένος στην πλήξη μου. Την ξαναθυμήθηκα μετά τις εκλογές –όταν οι ψηφοφόροι αποφάσισαν να αλλάξουν το ΠΑΣΟΚ με τη Ν.Δ., χρησιμοποιώντας το γνωστό κριτήριο ταβέρνας. «Τόσον καιρό, όλο χοιρινό παραγγέλνουμε –δεν δοκιμάζουμε και το μοσχάρι, να δούμε τι λέει;» Κάπως έτσι παίζει η πολιτική συνείδηση της μειοψηφίας που επιλέγει κυβερνήσεις, σε μια δημοκρατία που μπορείς να επιλέξεις μόνο μεταξύ δύο. Δημοκρατία είπα; Δυοκρατία πες καλύτερα.

Μόνο που οι Δεξιοί ήταν πολύ καιρό έξω από τα κόλπα και ήρθαν με μάτι αγριεμένο. Σκούπισαν τα πόστα στο πλαίσιο της εφαρμογής της δικής τους «μεταρρύθμισης» –ξήλωσαν και τους Διοικητές νοσοκομείων μέσα στη γενική καθαριότητα. Εκείνη ξαναγύρισε στην παλιά της Υπηρεσία –εκεί που την είχα πρωτογνωρίσει. Μαζί με πρώην Ειδικούς και Γενικούς Γραμματείς, πρώην Διοικητές, πρώην Διευθυντές –όλοι μαζί στοιβαγμένοι σε ένα γραφειάκι 3 επί 3, με προϊστάμενο κάποιο πρώην εξαφανισμένο τυφλοπόντικα. Από αυτούς που ζουν στον Δημόσιο τομέα και είναι τόσο άχρηστοι που δεν βρίσκεται θέση να αξιοποιηθούν, ακόμα κι όταν το κυβερνών κόμμα έχει βολέψει όλους τους δικούς του, του εν δυνάμει δικούς του, τους εχθρούς του και 5-10 περαστικούς.

Γιατί κάπως έτσι ήταν. Είκοσι χρόνια κυβέρνηση οι προηγούμενοι, είχαν αξιοποιήσει σχεδόν τους πάντες. Οι μόνοι που έμεναν στα αζήτητα ήταν οι καταφανώς άχρηστοι. Αυτοί που επικαλέστηκαν διώξεις και καβατζάρισαν θέσεις χωρίς το παραμικρό, άλλο, προσόν.

Εγώ πάλι, περνούσα τις μέρες μου κάνοντας συγκριτικές διαπιστώσεις. Οι προηγούμενοι ήταν αλαζόνες, αυτοί ήταν πεινασμένοι. Οι προηγούμενοι ήταν έμπειροι στην αρπαγή, αυτοί ήταν άσχετοι. Απατεώνες που σου άνοιγαν το χρηματοκιβώτιο με λοστό, ενώ ο κωδικός ήταν κολλημένος σε εμφανές σημείο. Με αποτέλεσμα να μπλέκουν δημόσιους υπάλληλους στις βρωμιές τους. Κράτα το λίγο αυτό, θα σου το εξηγήσω αργότερα.

Γιατί προηγήθηκε η διάλυση του Τρίτου Κοινοτικού Πλαισίου –των πακέτων που έχει η χώρα και πορεύεται την τελευταία εφταετία. Επί ΠΑΣΟΚ, οι υπεύθυνοι ήταν κάτι έμπειροι τύποι που μπορούσαν να πουλήσουν κλιματιστικό σε Εσκιμώο. Σκατά έκαναν, καλά έκαναν οι Κοινοτικοί υπάλληλοι έλεγαν κι «ευχαριστώ» από πάνω. Οι Δεξιοί τους ξήλωσαν αυτούς και έβαλαν κάτι δικούς τους. Αδέξιους. Μετά, θέλησαν να κάνουν αναδιανομή στο φαγωμένο (από τους προηγούμενους) πακέτο, για να ρίξουν χρήματα στις δικές τους εκλογικές περιφέρειες και να φάνε οι δικές τους εταιρείες –το γάμησαν και ψόφησε το Τρίτο.

Έπειτα άρχισαν να βάζουν χέρι στα λιμά –κάτι μελέτες, κάτι απευθείας αναθέσεις, ψιλοπράγματα για τους ημέτερους. Εκεί τραβήχτηκα εγώ, που έπρεπε να πληρώσω μια παράνομη απευθείας ανάθεση με υπογραφή Υπουργού. «Βρε καλοί μου, βρε χρυσοί μου –σπάστε τη σύμβαση στα δύο να μην είναι παράνομη –όπως έκαναν οι προηγούμενοι!» Τίποτα αυτοί. «Οι προηγούμενοι ήτο απατεώναι. Εμείς δεν θα υποπέσουμε στα ίδια σφάλματα. Πληρώστε και βγάλτε το σκασμό –ολόκληρος Υπουργός υπογράφει».

Τους έβαλα να φτιάξουν κάποιο χαρτί που έλεγε πως έχουν πλήρη την ευθύνη για τη σύμβαση, πως εγώ απλά ελέγχω τα δικαιολογητικά πληρωμής, τους προειδοποίησα πως έτσι έσωζα το δικό μου κεφάλι, αδειάζοντάς τους πλήρως –δεν είχαν καμιά αντίρρηση –να πάρουν μόνο τα φράγκα νοιάζονταν. «Κι αύριο βλέπουμε».

Αλλά αυτοί καρφώνονταν από μόνοι τους –ο Υπουργός τον Υφυπουργό –γυρόφερνε, επίσημος προσκεκλημένος στα γραφεία ο Τριανταφυλλόπουλος. Τριγύριζαν εκείνοι, φοβισμένοι σαν κουτάβια, έτρεμαν να κατουρήσουν όρθιοι στις τουαλέτες μην τους πάρει κανένα μάτι. Και όταν έληξε η απόσπασή μου δεν την ανανέωσαν –με γύρισαν πίσω στην παλιά μου Υπηρεσία, πετώντας χαλαρά τα δύο χρόνια ειδικής εκπαίδευσης που είχα πάρει για τη συγκεκριμένη θέση. Πήρα το καπελάκι που δεν είχα κι έφυγα –αν αυτούς δεν τους ένοιαζε γιατί θα έπρεπε εγώ να αγχωθώ;

Στην παλιά μου Υπηρεσία βρήκα καθεστώς «σοκ και δέους». Οι παλιοί διευθυντές ήταν υπάλληλοι ατόμων που δεν ήξεραν ούτε καν μια ξένη γλώσσα. Κάθε νέος Διευθυντής είχε από δίπλα του έναν κολαούζο για να του διαβάζει τα μέιλ –γιατί οι υπολογιστές είναι μηχανήματα του διαβόλου, δεν πρέπει να τα ανοίγεις μόνος σου. Ένας παλιός Διευθυντής, Δεξιός βαμμένος, είχε παραιτηθεί δυο μέρες πριν συνταξιοδοτηθεί. Βλέπεις, τον είχε κάνει Διευθυντή η προηγούμενη κυβέρνηση γιατί είχε προσόντα ο άνθρωπος και οι καινούργιοι δεν του το συγχώρεσαν ποτέ. Τον ξέχεζαν σε βάρδιες μέχρι που δεν άντεξε άλλο! Και οι καραγκιόζηδες έκαναν την παραίτησή του δεκτή –δυο μέρες πριν βγει στη σύνταξη! Μέχρι και στη Βουλή έκαναν ερώτηση γιατί φεύγει τόσος κόσμος, κυνηγημένος από την Υπηρεσία. Αλλά δεν ίδρωσε κανενός το αυτί –τι περίμενες δηλαδή;

Εφάρμοζαν επίσης, το σύστημα «ρολόι» -προφανώς εμπνευσμένοι από τις ομάδες βόλεϊ. Έπαυαν κάποιον παλιό προϊστάμενο και μετά τον έκαναν τουρνέ. 2 μήνες στην Α’ διεύθυνση, 3 μήνες στη Β’, 2 μήνες στη Γ’ και πάει λέγοντας. Τουριστικό πρακτορείο είχε καταντήσει η παλιά, καλή μου Υπηρεσία –κάτι λένε πως θα την καταργήσουν κιόλας, γι΄αυτό οι παλιοί μου συνάδελφοι είχαν βγει στους δρόμους δίπλα στους φοιτητές. Τις προάλλες.

Και χαφιέδες, οι κλασσικοί δεξιοί χαφιέδες –σε ρωτούσαν τη γνώμη σου με στυλάκι εξομολογητή στη Μακρόνησο. «Πες μου τέκνο μου, άνοιξε την ψυχή σου, εξομολογήσου». Κι ότι έλεγες πήγαινε τσιφ στους αποπάνω.

«Μην πεις σε ποια θέση θέλεις να σε τοποθετήσουν. Κρύψε τα προσόντα σου, μην τους πεις για ειδικές εκπαιδεύσεις. Μόνο έτσι μπορεί να σε βάλουν στη θέση που θέλεις –κατά λάθος. Αλλιώς θα σε πετάξουν στο ακριβώς αντίθετο από αυτό που ξέρεις», μου έλεγε μια παλιά συνάδελφος. Αυτό λέγεται «αξιοποίηση στελεχιακού δυναμικού», για να μη μπερδεύεσαι το αναφέρω.

Τη βρήκα πίσω από κάποιο γραφείο με διαστάσεις ένα επί μισό. Έχεις δει τα βοηθητικά γραφειάκια που κολλάνε δίπλα στα κανονικά για να βάζουν τον υπολογιστή; Τέτοιο πράγμα. Αγωνιζόταν με έναν μισοτελειωμένο bic να συμπληρώσει κάποια αναφορά –δεν τα κατάφερνε όμως, γιατί τα δάχτυλά της δεν δίπλωναν. «Παραμορφωτική αρθρίτιδα» -θυμάσαι;

«Καλά, τόσο γαϊδούρια είναι; Ούτε ένα πισί δεν σου έχουν δώσει;»

«Ποιο πισί; Και η καρέκλα που κάθομαι δανεική είναι –όταν γυρίσει η κοπέλα από το απέναντι γραφείο θα την πάρει πίσω», γέλασε.

«Αυτό ρε γαμώτο είναι πολιτική δίωξη! Γιατί δεν κάνεις κάτι;»

«Κάνω».

«Τι κάνεις;»

«Το υπομένω».

«Βγες στη σύνταξη τότε. Θα σπάσουν τα νεύρα σου μ΄αυτή την κατάσταση».

«Όχι δα! Δεν θα τους δώσω τη χαρά να με ξεφορτωθούν τόσο εύκολα. Εδώ θα μείνω μέχρι να φύγουν».

«Κι αν δεν φύγουν;»

«Θα φύγουν. Όλοι φεύγουν. Μόνο εμείς μένουμε –δεν το έμαθες τόσον καιρό;»

«Να σε βοηθήσω στην αναφορά που φτιάχνεις; Να τη γράψω εγώ;»

«Γιατί; Κουλή είμαι;»

Έσκυψε το κεφάλι της πάνω στο χαρτί και έμεινα να κοιτάζω τον αέρα πάνω της. Δεν ξέρω τι έψαχνα –κάποιο φωτοστέφανο ίσως. Αλλά αυτά χορηγούνται κατόπιν αιτήσεως στην Αρχιεπισκοπή –κι έτσι δεν βρήκα τίποτα εκεί πέρα.

Δεν τη χαιρέτησα για να μην τη διακόψω. Κάποια κοινή γνωστή μου είχε πει πως το τελευταίο διάστημα ασχολιόταν με τη ζωγραφική. Είχε ήδη συμμετάσχει σε μια έκθεση, με περιορισμένη επιτυχία.

Έκλεισα την πόρτα του, ασφυκτικά γεμάτου, γραφείου και κατευθύνθηκα προς το δικό μου. Στις σκάλες τσακώνονταν δυο τύποι –κατακόκκινοι, στα πρόθυρα του εγκεφαλικού. Μια κοπέλα κάρφωνε στον πίνακα ανακοινώσεων την προκήρυξη κρίσεων για κάποια διευθυντική θέση. Ακόμα μια διευθύντρια είχε παραιτηθεί –από τις παλιές. «Και πολύ το άργησε, απορούσαμε πως άντεχε», μουρμούριζαν κάποιοι αργόσχολοι που είχαν μαζευτεί μπροστά στον πίνακα.

Έκλεισα την πόρτα του γραφείου μου. Κοίταξα τις καταστάσεις μισθοδοσίας που έπρεπε να ενημερώσω –αυτές ήταν οι καινούργιες μου αρμοδιότητες. Και ξεράθηκα στα γέλια.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι