Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Σταματήστε τον ήλιο". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Σταματήστε τον ήλιο". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 08, 2009

15. Ο ήλιος μετά τη βροχή

Προηγουμένως:
1.Ο Άρης είναι καθηλωμένος σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο αντιμετωπίζοντας σημαντικά κενά μνήμης. Μαζί με μια ακόμα ένοικο, την Κατερίνα, βρίσκουν έναν κρεμασμένο άντρα κοντά στο ξενοδοχείο.

2. Οι χωρικοί εμφανίζονται με απειλητικές διαθέσεις λόγω του κρεμασμένου, αλλά η κατάσταση διορθώνεται μετά την παρέμβαση του θείου Χάρη και την παράδοση των ενόχων κυνηγών.

3. Κατανομή αρμοδιοτήτων μέσα στο ξενοδοχείο, όσο τα όπλα παραμένουν στον θείο Χάρη και μια φωτογραφία εφημερίδας που ισχυρίζεται οτι ο Άρης είναι καταζητούμενος τρομοκράτης.

4. Ψάρεμα με αμφίβολα αποτελέσματα και κάποιες αψιμαχίες σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων.

5. Μια απόπειρα βιασμού έχει συνέπεια την κοινή πορεία του Άρη με τον Πάνο εκτός ξενοδοχείου.

6. Ο Άρης φτάνει στο χωριό και, με τη βοήθεια του αστυνόμου, ψάχνει να βρει την κόρη του.

7. Ο Άρης συναντάει τους δικούς του συντρόφους για να ανακαλύψει οτι δεν είναι ούτε δικός τους, ούτε σύντροφός τους.

8. Ο Άρης ανακαλύπτει διάφορα πράγματα, μεταξύ αυτών και το πτώμα του πατέρα του.


9. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο -η αντοχή των ορίων μεταξύ "δικού" και "ξένου"

10. Μετά από ένα βράδυ στο ξενοδοχείο ο Άρης ξεκινάει για το βουνό περνώντας από τον κατεστραμμένο δρόμο

11. Ο Άρης ανεβαίνει το βουνό ψάχνοντας την οικογένειά του.


12. Ο Άρης συναντάει την οικογένειά του αλλά και τον Στέφανο.

13. Ο Άρης με τον Στέφανο ξεκινάνε για την τελευταία αποστολή

14. Κάποιο αμφίβολο ξεκαθάρισμα λογαριασμών.

Έγειρε προς την πλαστική σακούλα με τα πορτοκάλια, τα ζούληξε εξεταστικά και διάλεξε ένα. Μετά το πέταξε στον αέρα, το ξανάπιασε σα μπαλάκι του μπέιζμπολ, το ζύγιασε και καμώθηκε οτι θα το σουτάρει στον απέναντι τοίχο. Γέλασε παιδιάστικα.
«Πάρτο», μου είπε. «Αλλά φοβάμαι οτι αυτό το κωλοχανείο δεν διαθέτει μαχαίρι –θα πρέπει να το ξεφλουδίσεις με τα νύχια σου».
Άφησε το πορτοκάλι στο τραπέζι που μας χώριζε κι εκείνο κύλησε προς το μέρος μου, δεν έκανα καμιά κίνηση να το πιάσω. Απλά το φρέναρα όταν κόντεψε να πέσει έξω από το τραπέζι.
«Πάρτο –είναι από τα δικά μου! Από τον κήπο μου –θυμάσαι;» είπε ο αστυνόμος.
Θυμόμουν.

Τελικά τα πράγματα δεν είχαν πάει όπως τα υπολόγιζα.

Είχαν έρθει στο ξενοδοχείο, είχαν γκρεμίσει την κεντρική πόρτα, είχαν γεμίσει λάσπες τη μοκέτα με τις αρβύλες τους. Στρατιώτες. Με βρήκαν ζαλισμένο κοτόπουλο, καθισμένο στο κεφαλόσκαλο, κρατημένο από την κουπαστή. Μάλλον γι΄αυτό δεν με πυροβόλησαν αμέσως. Είχα λιποθυμήσει από τις κλωτσιές τους. Είχα ξυπνήσει μετά από ώρες σ΄έναν παγωμένο πάγκο σφαγείου κάτω από ηλεκτροφόρα φώτα. Εκλιπαρούσα, έκλαιγα.
«Σταματήστε τον ήλιο, σταματήστε τον ήλιο...»
Μάταια.

Με είχαν ναρκώσει στη συνέχεια.

Είχα κολυμπήσει στο Μεγάλο Πουθενά, αλλά δεν ξέρω για πόσο. Δίπλα μου γνωστοί και άγνωστοι. Ξεκοιλιασμένοι ή με τουμπανιασμένα σώματα επέπλεαν. Ο θείος Χάρης με μια οδοντογλυφίδα ανάμεσα στα δόντια του, την είχε φτύσει γελώντας στα μούτρα μου καθώς με προσπερνούσε. Ο Μάρκος και ο Πάνος απορημένοι, περίλυποι. Ο Αργυρόπουλος να πνίγεται αβοήθητος –μάλλον δεν ήξερε κολύμπι. Η γυναίκα του που προσπαθούσε να κρατηθεί από πάνω του. Βούλιαξαν μαζί. Εγώ κολυμπούσα. Όχι, δεν είχα δει κανέναν από την οικογένειά μου. Μόνο κάποια στιγμή νόμισα πως διέκρινα τον πατέρα μου, παρασυρμένο από ένα βρώμικο, βουβό κύμα –δε με κοίταζε κι εγώ απέφυγα να του μιλήσω, ήταν το στόμα μου γεμάτο λάσπη...

Είχα ξυπνήσει σ΄ένα κρεβάτι νοσοκομείου με λευκά τριζάτα σεντόνια, πονούσα κάθε φορά που πήγαινα να στρίψω το σώμα μου, μέχρι που κατάλαβα οτι ήμουνα γεμάτος σωληνάκια. Είχα βιαστεί να ξανακοιμηθώ.

Χωρίς όνειρα αυτή τη φορά.

Ένας στρατιωτικός γιατρός με κοίταζε ικανοποιημένος.
«Κάναμε το καλύτερο δυνατό», μου είχε πει.
«Δεν ήταν ανάγκη».
«Μα τι λέτε! Θα μπορούσατε να πάθετε μεγάλη ζημιά, μη αναστρέψιμη!»
«Που τέτοια τύχη!»
Ο γιατρός είχε γελάσει καλόκαρδα καθώς με εξέταζε.

Μέρες, νύχτες, μέρες, απογεύματα, ξημερώματα... Τα πάντα ορίζονταν από τις ακτίνες του ήλιου που περνούσαν διακριτικά τη βαριά κουρτίνα στο χρώμα της μουστάρδας. Είχα απαιτήσει να μένει κλειστή η κουρτίνα, όσο καλύτερα γινόταν. Και οι νοσοκόμοι ήταν φιλικοί, προσεκτικοί, έδειχναν ενδιαφέρον. Αυτό μάλλον σήμαινε οτι θα με τσακίζανε στην ανάκριση και τώρα με είχαν στην προθέρμανση, για να με παγώσουν απότομα μετά –να σπάσω.

Πόσος καιρός πέρασε;

Είχε έρθει μια επιτροπή αξιωματικών, μου έχωσαν κάτι χαρτιά μπροστά στα μούτρα, να υπογράψω.
«Δεν υπογράφω», είχα πει.
«Μα, δεν είναι τίποτα κακό!»
Σε καμιά περίπτωση!
«Απλά μας εξουσιοδοτείτε εκ των υστέρων για τις επεμβάσεις οι οποίες ήταν αναγκαίες προκειμένου να διαφυλαχθεί η ζωή σας!»
«Τις κάνατε αυτές τις επεμβάσεις;»
«Βεβαίως!»
«Δικό σας πρόβλημα τότε».
Είχαν φύγει απορημένοι.

Περίμενα την ανάκριση, πόνταρα κιόλας. Ξύλο; Φάρμακα; Εκβιασμός; Μάλλον κοκτέιλ. Κοιμόμουν όσο περισσότερο μπορούσα κι όταν δεν μπορούσα κοίταζα το ταβάνι. Δεν έπαιρνα τα χάπια που μου δίνανε, πονούσα φρικτά.

Κοιμόμουν όταν με μούδιαζε εντελώς ο πόνος. Έτσι είχε γίνει κι εκείνη τη μέρα.

Άνοιξα τα μάτια απότομα, τον είδα, τρόμαξα. Χαμογελούσε ψεύτικα.
«Τι θες εσύ εδώ;» μούγκρισα. Πολύς ιδρώτας.
«Ήρθα να δω τι κάνεις!» απορημένος εκείνος.
«Πως μπήκες εδώ μέσα;»
«Από την πόρτα –πως αλλιώς;»
«Σε στρατιωτικό νοσοκομείο;»
«Γιατί όχι; Τι κακό έχουν τα στρατιωτικά νοσοκομεία;» σκεφτικός. «Α, μάλλον δεν έμαθες τα νέα».
«Ποια νέα;»
«Τέλειωσε».
«Τι τέλειωσε;»
«Όλο αυτό. Τέλειωσε».
Τον είχα κοιτάξει δύσπιστος –κάπως πιο παχύς μου φάνηκε από την εποχή που κρυβόμασταν σε ερειπωμένα σπίτια. Καλοξυρισμένος, ντυμένος καθαρά, ασυνήθιστα. Ήταν κάποτε μονίμως ενθουσιώδης, κάποιοι από μας τον θεωρούσαν βλάκα. Δεν ήταν. Απλά ενθουσιώδης, υπεραισιόδοξος. Στη φυλακή έκανε απεργία πείνας για να του φέρουν μια κιθάρα. Του την έφεραν. Δεν ήξερε να παίζει. Τον απειλήσαμε οτι θα κάνουμε απεργία πείνας όλοι οι υπόλοιποι αν δεν την επιστρέψει. Δεν την επέστρεψε. Υπεραισιόδοξος. Ποτέ δεν έμαθε να παίζει. Τίποτα.

Ξανακοιμήθηκα. Χωρίς όνειρα.

Η κουρτίνα είχε ανοίξει μαζί με την περίοδο των βροχών. Ένας νευρικός νοσοκόμος μου είχε κάνει τη χάρη, μύρισε το δωμάτιο βερνίκι για αρβύλες καθώς περνούσε δίπλα μου.
«Πες μου κάτι», είχα ζητήσει.
«Ότι θέλετε!» πρόθυμος, υποτακτικός –όχι όπως αρμόζει σε φύλακα κρατούμενου.
«Τι σκατά έγινε τελικά;»
«Κυβέρνηση συνεργασίας...»
«Ποιοι συνεργάστηκαν δηλαδή;»
«Όλοι με όλους».
«Αυτός που ήρθε τις προάλλες να με δει...»
«Δεν ήμουν εδώ κύριε –δεν ξέρω».
Του περιέγραψα τον παλιόφιλο σαν αυτόπτης σε ειδεχθές έγκλημα.
«Μάλλον για τον προσωρινό Υπουργό Πολιτισμού μιλάτε!»
Πόνεσα παντού από τα γέλια. Ο νοσοκόμος έφευγε.
«Να σου πω! Αν διοργανώσει καμιά συναυλία, μην κάνεις τη μαλακία και πας!»
Μια κρίση βήχα, πόνος, γέλιο, αγανάκτηση –ο νοσοκόμος είχε φύγει βιαστικά για να φωνάξει τον γιατρό.

Τώρα είχα μάθει. Τι είχε γίνει. Μου έλειπαν μόνο τα επιμέρους –πόσος χρόνος είχε περάσει και που ήταν η οικογένειά μου. Μου έλειπαν δηλαδή τα βασικά.

Είχαν έρθει βράδυ, την ώρα που χαλάρωναν οι βάρδιες των νοσοκόμων. Έπρεπε να πάρουν πολλές προφυλάξεις. Κατανοητό. Άναψαν το φως δίπλα στο κεφάλι μου, ημίφως, φαίνονταν μόνο οι σκιές τους. Ψηλόλιγνες σκιές, έβγαλαν τα καπέλα τους κι έμοιαζε σα να έτρεχαν δρεπάνια στους τοίχους, καθώς τα άφηναν στις καρέκλες. Είχαν μείνει όρθιοι. Ακατανόητο. Ήταν τρεις. Ο Στέφανος και δυο γαλονάδες.
«Μια χαρά τα πας», είχε πει ο Στέφανος.
«Ήμουν και καλύτερα», είχα παρατηρήσει.
Αμηχανία.
«Να σου συστήσω τους κυρίους».
«Δεν βλέπω πουθενά κανέναν κύριο. Μόνο πληρωμένους φονιάδες και τσιράκια».
Έξω η βροχή κοβόταν από αστραπές. Οι δυο γαλονάδες είχαν προσπαθήσει να κοιταχτούν χωρίς να τους πάρω χαμπάρι. Είχα δει τις μύτες τους να ενώνονται στον τοίχο πίσω.
«Είσαι μάλλον, ακόμα ταραγμένος», έλεγε ο Στέφανος.
«Που είναι η γυναίκα και η κόρη μου;»
«Ψάχνουμε να τις βρούμε όλον αυτόν τον καιρό».
«Πόσος καιρός;»
«Τρεις μήνες περίπου».
«Πολύς καιρός. Αλήθεια, ψάχνετε να τις βρείτε ή να τις χάσετε;»
«Μα τι είναι αυτά που λέει!» είχε πεταχτεί ένας γαλονάς.
«Αν έχουν πάθει τίποτα θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια! Δηλαδή, έτσι κι αλλιώς θα σε σκοτώσω...» είχα κοιτάξει τον Στέφανο.
«Περίμενε να γίνεις καλά πρώτα...»
«Δε χρειάζεται, σε καταφέρνω ακόμα και μέσα απ΄τον τάφο».
Οι γαλονάδες είχαν πλησιάσει.
«Κύριε, ο χρόνος μας είναι πολύτιμος και η συμφωνία που σας προσφέρουμε εξαιρετικά συμφέρουσα, γι΄αυτό...»
Τους είχα κόψει.
«Στη συμφωνία περιλαμβάνεται η γυναίκα και η κόρη μου;»
«Δεν έχουμε κατορθώσει ακόμα να τις βρούμε».
«Όταν τις βρείτε, ξαναπεράστε να συζητήσουμε. Μέχρι τότε...»
Είχα χτυπήσει το κουδούνι, ένας νοσοκόμος είχε μπει διστακτικά. Είχε βαρέσει ξεγυρισμένες προσοχές στους γαλονάδες. Είχα ζητήσει χάπια –με τη δικαιολογία οτι πονούσα. Οι επισκέπτες είχαν φύγει. Ο νοσοκόμος με τα χάπια σε πλαστικό ποτήρι. Τα είχα κρύψει στο πλάι του κρεβατιού όταν έμεινα μόνος. Ξάγρυπνος για πολλές νύχτες.

«Έγιναν όλα πολύ βιαστικά και δεν πρόλαβα να σε ρωτήσω τότε... Εσύ έδωσες εντολή να μη με πειράξουν οι δικοί σου;» ρώτησε ο αστυνόμος.
Ήταν ο πρώτος μου επισκέπτης στους δυο μήνες που είχαν περάσει από την επίσκεψη του Στέφανου. Γέλασα.
«Δεν έδωσα καμιά εντολή», είπα. «Δεν είναι στο χαρακτήρα μου...»
Γέλασε με τη σειρά του, μάλλον καλόκαρδα.
«Είσαι, αυτό που λέμε ιδεαλιστής ε; Πιστός στις αρχές σου ανεξαρτήτως κόστους!»
«Απλά δεν ανακατεύομαι στις δουλειές των άλλων. Αν οι άνθρωποι του χωριού θέλανε να σε σκοτώσουν, θα είχαν τους λόγους τους...»
«Λόγους! Φανατισμός κι εκδικητικότητα!» ξεφύσηξε.
«Οι κατευθυντήριοι άξονες της ιστορίας», μουρμούρισα.
«Είδες λοιπόν που έχω δίκιο; Είσαι ιδεαλιστής τελικά!» πανηγύρισε ο αστυνόμος. «Μα, φάε ένα πορτοκάλι».
Πιάστηκα από την πατερίτσα και κατάφερα να σηκωθώ. Δεν ήμουν πλέον γεμάτος σωληνάκια αλλά μου έλειπε ένα πνευμόνι. Είχαν βγάλει και τη σπλήνα κι ένα νεφρό, το αριστερό μου πόδι ήταν γεμάτο σίδερα. Κατά τα άλλα –μια χαρά.
Πλησίασα την κουρτίνα στο παράθυρο, τη μέριασα λίγο, ο ήλιος δεν είχε βγει ακόμα. Μάλλον για ζέστη το πήγαινε και σήμερα.
«Άκουσες τίποτα για την οικογένειά μου;» τον ρώτησα.
«Μπερδεμένα πράγματα –από όσους γύρισαν στο χωριό μετά τη συνθηκολόγηση. Πηγαίνοντας για την πόλη έπεσαν σε διασταυρούμενα πυρά, κάποιοι σκοτώθηκαν, πολλοί έτρεξαν να σωθούν... Κανένας δεν ήξερε περισσότερα, κανένας δεν θυμόταν ποιος ήταν δίπλα του εκείνη την ώρα...»
«Μια γυναίκα θλιμμένη σαν το φθινόπωρο κι ένα κοριτσάκι με ανοιξιάτικα μάτια...» μουρμούρισα άθελά μου.
Ο αστυνόμος το άκουσε και κατέβασε το κεφάλι.
«Έγιναν πολλά άσχημα πράγματα σ΄αυτή την ιστορία, την πλήρωσαν πολλοί αθώοι», είπε.
«Και ο λόγος για όλα αυτά;» αναρωτήθηκα.
«Μια κυβέρνηση συνεργασίας», έφτυσε τις κουβέντες.
«Με προοπτική;»
«Ναι, ναι –πάντα με προοπτική!» γέλασε άγρια.
«Δηλαδή την πατήσαμε. Κι εμείς κι εσείς», είπα.
«Όπως το πάρεις...» απάντησε σκεφτικά. «Σε γενικές γραμμές οι άνθρωποι θα είναι καλύτερα, μέχρι όλα να ξαναγίνουν χειρότερα, σε γενικές γραμμές πολλοί ένοχοι γλίτωσαν και πολλοί αθώοι σκοτώθηκαν –άρα, σε γενικές γραμμές...» σώπασε για λίγο. «Αν όμως εννοείς εμάς τους δυο, σίγουρα την πατήσαμε!» χαμογέλασε.
Ακούμπησα στον τοίχο, το πόδι μου ήταν 100 κιλά μολυβένιο –άναψα τσιγάρο.
«Πες μου γι΄αυτό», του ζήτησα.
Ξάπλωσε πίσω στην καρέκλα και άπλωσε τα πόδια του. Αναστέναξε.
«Τα πράγματα ίσως να ήταν διαφορετικά αν σκότωνες εσύ τον Ταξίαρχο κι ο Στέφανος τον μέλλοντα Πρόεδρο, έτσι κι αλλιώς ο Ταξίαρχος ήταν ένα κτήνος ακόμα και για τα δικά μου, ελαστικά, ήθη...» με κοίταξε όσο γύριζα το κεφάλι προς το κλιματιστικό –ξεροκατάπιε. Σώπασε, ψάχτηκε για τσιγάρο, δε βρήκε –πήρε ένα ακόμα πορτοκάλι κι άρχισε να το καθαρίζει.
«Δεν σκότωσες εσύ τον Αργυρόπουλο και τη γυναίκα του –έχω δίκιο;» διαπίστωσε.
«Έχει καμιά σημασία;» αναρωτήθηκα.
«Για μένα, έχει», μουρμούρισε.
«Εγώ τους σκότωσα», είπα.
Με κοίταξε αλλά το μισοσκόταδο του δωματίου δεν τον βοηθούσε να διακρίνει.
«Πάει καλά...» είπε στο τέλος. «Ίσως να ήταν αυτή η ξεροκεφαλιά σου το πρόβλημα, έμαθα από μισόλογα στα Κεντρικά οτι δεν ήσουν ιδιαίτερα συνεργάσιμος... Γιατί αυτό; Τι άλλο θέλεις δηλαδή; Είσαστε στην εξουσία...»
Κούνησα ανυπόμονα τα χέρια.
«Και τι με νοιάζει εμένα η εξουσία;» νευρίασα.
«Αλλά τότε πως θ΄αλλάξετε τον κόσμο;» απόρησε ο αστυνόμος.
«Αυτό αναρωτιέμαι κι εγώ, πως θ΄αλλάξουμε τον κόσμο διατηρώντας την εξουσία; Τέλος πάντων –εμένα ποτέ δε μ΄ενδιέφερε ν΄αλλάξω τον κόσμο, μόνο να τη βγάλω καθαρή ήθελα. Εγώ και οι δικοί μου άνθρωποι».
Έφτυσε ένα κουκούτσι στη χούφτα του και έψαξε τριγύρω για σταχτοδοχείο, βιάστηκα να του φέρω εκείνο που είχα ακουμπισμένο στο περβάζι του παραθύρου. Αλλά μέχρι να το κάνω είχε μετανιώσει, στριφογύρισε το κουκούτσι ανάμεσα στα δάχτυλά του μπερδεμένος, το στέγνωσε και βάλθηκε να το ξεφλουδίζει.
«Όλα αυτά δεν έχουν καμιά σημασία πλέον –επειδή εμείς την πατήσαμε άσχημα», είπε. «Έχω έρθει εδώ με εντολή να σου δώσω το υπηρεσιακό μου περίστροφο και να βεβαιωθώ οτι θα αυτοκτονήσεις».
«Το οποίο σημαίνει οτι αν δεν το κάνω μόνος μου, θα με βοηθήσεις εσύ –έχω δίκιο;» γέλασα.
Χαμογέλασε με τη σειρά του αποφεύγοντας να με κοιτάξει.
«Έφταιξε μάλλον εκείνη η εμφάνισή σου στην τηλεόραση, πολλοί άνθρωποι ακόμα θυμούνται... Αλλά φρόντισες κι εσύ από τότε να τους το κάνεις πιο εύκολο –όσοι σε είδαν είχαν αυτή την απορία, πίσω στο κεφάλι τους. Ήρωας ή παράφρονας;»
Ξανακάθισα στη θέση μου.
«Ποτέ δεν ήμουν ήρωας», απάντησα.
«Είδες λοιπόν που όλα δένουν; Ένας σύντροφος αγνός, αγωνιστής, αλλά κάπως σαλεμένος. Λίγες μέρες πριν επιτευχθεί ο ιστορικός συμβιβασμός και μάλιστα σε περίοδο ανακωχής...»
«Ήταν περίοδος ανακωχής;» απόρησα. «Και ο βομβαρδισμός στο βουνό;»
«Ποιος βομβαρδισμός; Δεν έγινε κανένας βομβαρδισμός –ρώτα όποιον θες κι από τις δυο πάντες....» έφτυσε στο πάτωμα σιχτιρισμένος. «Σε περίοδο ανακωχής επέλεξε να δολοφονήσει τον υποψήφιο Πρόεδρο της χώρας, έναν άνθρωπο υπεράνω ιδεολογικών σκοπιμοτήτων... Ο ανιδιοτελής Στέφανος που έτρεξε προκειμένου να σε εμποδίσει, το μόνο που κατάφερε ήταν να τραυματίσει θανάσιμα τον Ταξίαρχο ο οποίος είχε αναλάβει τη φύλαξη του Αργυρόπουλου. Ο θάνατος του Ταξιάρχου ήταν ατύχημα μεν, αλλά ανακούφισε και τα δύο μέρη –βλέπεις, ο Ταξίαρχος είχε ιδιαίτερα βεβαρημένο παρελθόν...» απάγγειλε μονότονα ο αστυνόμος λες και διάβαζε επικήδειο.
«Έτσι μάλλον έγιναν τα πράγματα», είπα εγώ. «Αλλά κι εσύ...»
Με έκοψε πριν συνεχίσω.
«Μου είπαν οτι σε βοηθάω να αυτοκτονήσεις και καθαρίζω τον φάκελο μου –θα έχω μια δεύτερη ευκαιρία...»
«Αυτό σου είπαν;»
Ένευσε.
«Και;»
«Θα βγει στη φόρα η γνωριμία μας, έτσι θα δικαιολογήσουν τη σημερινή μου επίσκεψη. Μας είδε κόσμος πολύς στο χωριό... Όταν θα βρουν το υπηρεσιακό μου περίστροφο δίπλα σου θα έχουν βρει και τον δολοφόνο σου, ένας φανατικός αστυνόμος που θέλησε να πάρει εκδίκηση... ή κάτι τέτοιο».
«Και γιατί, ας πούμε, δεν το έκανες στο χωριό;»
«Επειδή εκεί σε προστάτευαν οι δικοί σου».
«Άψογο!» γέλασα. «Και τότε γιατί δέχτηκες να έρθεις εδώ;»
Με κοίταξε πονηρά.
«Δε σου πάει να κάνεις τον χαζό», είπε. «Αν δεν ερχόμουν θα με περνάγανε δίκη –ένας ακόμα βασανιστής αγωνιστών».
«Ήσουν;» ρώτησα.
«Έχει σημασία;» απόρησε.
«Δεν έχει», συμπέρανα.
Κοιταχτήκαμε πριν σκάσουμε στα γέλια σαν πιτσιρίκια που προετοιμάζονται για εξετάσεις.

«Βόηθα να βγούμε έξω από δω», του ζήτησα.
Ξημέρωνε -ώρα τώρα.

Το περπάτημα με κούρασε πιο γρήγορα απ΄ότι φανταζόμουν. Έσερνα λοιπόν το άχρηστο πόδι μου στον τσιμεντένιο κήπο του νοσοκομείου, κάγκελα στις άκρες και μπάρες στις εισόδους –έψαξα κάποιο παγκάκι και το βρήκα δίπλα σε ένα παρτέρι με σκαμμένο κοκκινόχωμα. Χωρίς λουλούδια. Καθίσαμε.

«Πως θα γίνει;» με ρώτησε ο αστυνόμος.
«Όπως προβλέπεται», τον καθησύχασα.
Έσκυψε το κεφάλι φέρνοντας το χέρι στη μέσα τσέπη του σακακιού του.
«Θα σου δώσω χρόνο να βγεις από εδώ μέσα, επειδή φοβάμαι οτι θα σε βουτήξουν», του είπα.
Χαμογέλασε.
«Είσαι καλός άνθρωπος τελικά», διαπίστωσε. «Μια τελευταία ερώτηση...»
«Να φοβάσαι τους καλούς ανθρώπους και τις τελευταίες απαντήσεις», τον προειδοποίησα.
«Εσύ τα ξεκίνησες όλα αυτά; Εσύ ήσουν ο αρχηγός;» ρώτησε ακάθεκτος.
«Δεν υπήρξε κανένας αρχηγός –μόνο σφετεριστές», του εξήγησα. «Κι εγώ... τίποτα απ΄όλα αυτά. Ήμουν μαζί τους επειδή έλεγαν ωραία αστεία κι όταν σοβάρεψαν έπρεπε να την κάνω».
Γέλασε όσο σηκωνόταν.
«Τι λένε σε τέτοιες περιπτώσεις;» αναρωτήθηκε.
«Την έκανες ήδη την τελευταία σου ερώτηση», υπενθύμισα.
Ανασήκωσε τους ώμους και άφησε το πιστόλι να πέσει στο παγκάκι δίπλα μου.
«Λοιπόν, χάρηκα για τη γνωριμία», είπε τείνοντας το χέρι του.
Ξεκαρδίστηκα.
«Αυτό κι αν είναι αστείο!» έκανα πνιγμένος ακόμα στα γέλια.

Τον είδα να ξεμακραίνει, από το παγκάκι είχα ανοιχτό οπτικό πεδίο –στην πύλη έδειξε τα χαρτιά του και ο στρατιώτης του έκανε χώρο να περάσει απρόθυμα. Μετά σήκωσε βιαστικά το τηλέφωνο κοιτάζοντας προς το μέρος μου –περίμενα.

Μετρούσα.

Υπολόγιζα.

Σήκωσα το όπλο που είχε αφήσει δίπλα μου ο αστυνόμος, δάγκωσα την κάνη και κοίταξα ψηλά. Ένας κεφάτος ήλιος ξεπρόβαλε από τα βουνά, θα είχε ζέστη σήμερα. Πάτησα τη σκανδάλη.

Κλικ.

Ξανά.

Κλικ. Κλικ.

Κατέβασα το πιστόλι, τράβηξα τη γεμιστήρα. Άδεια. Ο αστυνόμος ήταν τελικά πολύ μαλάκας.

Είδα τότε έναν έφεδρο ανθυπολοχαγό να έρχεται τρέχοντας προς το μέρος μου, λίγο πιο πίσω ακολουθούσαν δυο στρατιώτες με κράνη και πλήρεις εξαρτήσεις. Χαμογέλασα –ας γίνει κι έτσι λοιπόν. Σηκώθηκα κρατώντας ακόμα το πιστόλι, στηρίχτηκα στην πατερίτσα για να τους διευκολύνω.

Είμαι εδώ, σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο, με λένε Άρη και έχω κοντά πέντε μήνες να μάθω νέα από την οικογένειά μου. Πιστεύω πως έχουν πεθάνει αλλά εύχομαι να είναι ζωντανοί. Έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν θα το μάθω.

Ο ανθυπολοχαγός στάθηκε απέναντί μου, δίπλα του οι στρατιώτες σήκωσαν τα όπλα τους. Κοίταξα τον ήλιο που ανέβαινε αδυσώπητα και κατάλαβα πως μόνο ένας τρόπος υπήρχε για να τον σταματήσω.

Σημάδεψα τους στρατιώτες με το άδειο μου πιστόλι και πάτησα τη σκανδάλη. Δυο πυροβολισμοί ακούστηκαν σχεδόν ταυτόχρονα.

Και ο ήλιος ανατινάχτηκε νικημένος.

Χαμογέλασα.

ΣΟΛΕΤ

Υ.Γ.: Η ιστορία υπάρχει εδώ, μαζεμένη. Ή στο πλάι, δεξιά, όπως προτιμάει καθένας.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 02, 2009

14. Η κόκκινη Ετυμηγορία

Προηγουμένως:
1.Ο Άρης είναι καθηλωμένος σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο αντιμετωπίζοντας σημαντικά κενά μνήμης. Μαζί με μια ακόμα ένοικο, την Κατερίνα, βρίσκουν έναν κρεμασμένο άντρα κοντά στο ξενοδοχείο.

2. Οι χωρικοί εμφανίζονται με απειλητικές διαθέσεις λόγω του κρεμασμένου, αλλά η κατάσταση διορθώνεται μετά την παρέμβαση του θείου Χάρη και την παράδοση των ενόχων κυνηγών.

3. Κατανομή αρμοδιοτήτων μέσα στο ξενοδοχείο, όσο τα όπλα παραμένουν στον θείο Χάρη και μια φωτογραφία εφημερίδας που ισχυρίζεται οτι ο Άρης είναι καταζητούμενος τρομοκράτης.

4. Ψάρεμα με αμφίβολα αποτελέσματα και κάποιες αψιμαχίες σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων.

5. Μια απόπειρα βιασμού έχει συνέπεια την κοινή πορεία του Άρη με τον Πάνο εκτός ξενοδοχείου.

6. Ο Άρης φτάνει στο χωριό και, με τη βοήθεια του αστυνόμου, ψάχνει να βρει την κόρη του.

7. Ο Άρης συναντάει τους δικούς του συντρόφους για να ανακαλύψει οτι δεν είναι ούτε δικός τους, ούτε σύντροφός τους.

8. Ο Άρης ανακαλύπτει διάφορα πράγματα, μεταξύ αυτών και το πτώμα του πατέρα του.


9. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο -η αντοχή των ορίων μεταξύ "δικού" και "ξένου"

10. Μετά από ένα βράδυ στο ξενοδοχείο ο Άρης ξεκινάει για το βουνό περνώντας από τον κατεστραμμένο δρόμο

11. Ο Άρης ανεβαίνει το βουνό ψάχνοντας την οικογένειά του.


12. Ο Άρης συναντάει την οικογένειά του αλλά και τον Στέφανο.

13. Ο Άρης με τον Στέφανο ξεκινάνε για την τελευταία αποστολή

Ο Δημόσιος Κατήγορος λέει: Ποτέ, ποτέ στα δικαστικά χρονικά δεν έχει ξανάρθει στο φως τέτοια αποτρόπαια υπόθεση. Κύριοι δικαστές, έχετε μπροστά σας ένα μοχθηρό και κυνικό τέρας. Κοιτάξτε τον!

Τότε όλα τα κεφάλια στρέφουν για να κοιτάξουν τον Βερντού κι εκείνος στρέφει το κεφάλι και κοιτάζει πίσω του απορημένος.

Ο Δημόσιος Κατήγορος συνεχίζει: Παρατηρήστε τον, κύριοι. Αυτός ο άνθρωπος, που διαθέτει μια καταπληκτική διάνοια, αν μπορούσε να τιθασεύει τα ένστικτά του, θα χρησιμοποιούσε το θείο χάρισμα της διανοίας για να ζήσει μια τίμια ζωή. Κι όμως, προτίμησε να ληστεύει και να δολοφονεί ανυποψίαστες γυναίκες. Για την ακρίβεια, ασκούσε τη συγκεκριμένη του δραστηριότητα επαγγελματικά! Δεν ζητάω εκδίκηση κύριοι δικαστές, ζητάω απλά να προστατευτεί η κοινωνία. Γι΄αυτόν τον κατά συρροή δολοφόνο απαιτώ την εσχάτη των ποινών –εκτέλεση στη γκιλοτίνα. Η Πολιτεία ολοκλήρωσε την αγόρευσή της.

Ο Δημόσιος Κατήγορος κάθεται.

Ο Δικαστής λέει: Μεσιέ Βερντού κριθήκατε ένοχος. Έχετε να πείτε τίποτα πριν σας απαγγελθεί η ποινή;

Ο Ανρί Βερντού λέει: Ουί, μεσιέ, έχω κάτι να πω. Επειδή, όσο κι αν με επέκρινε ο Δημόσιος Κατήγορος, παραδέχτηκε τουλάχιστον οτι έχω μυαλό. Ευχαριστώ Μεσιέ, όντως έχω! Και για 35 χρόνια το χρησιμοποιούσα τίμια. Μετά όμως κανένας δεν ήθελε πλέον το μυαλό μου. Οπότε αναγκάστηκα να στήσω τη δική μου δουλειά. Σχετικά με το οτι είμαι κατά συρροή δολοφόνος –μήπως αυτή μου η έξη δεν ενθαρρύνθηκε από το κράτος; Μήπως δεν είναι το κράτος που φτιάχνει όπλα καταστροφής τα οποία μοναδικό σκοπό έχουν τις μαζικές δολοφονίες; Μήπως δεν είναι αυτοί που ανατινάζουν ανυποψίαστες γυναίκες και κομματιάζουν παιδάκια; Και μήπως δεν το κάνουν όλο αυτό με τον πιο επιστημονικό τρόπο; Αν και κατά συρροή δολοφόνος, είμαι απλός ερασιτέχνης σε σύγκριση με αυτούς! Τέλος πάντων, δεν επιθυμώ να χάσω την ψυχραιμία μου, επειδή πολύ σύντομα πρόκειται να χάσω και το κεφάλι μου. Όπως και να ‘χει, αφήνοντας πίσω μου πλέον αυτή τη σπίθα που ονομάζεται επίγεια ζωή, έχω ένα μόνο πράγμα να σας πω: Θα σας ξαναδώ όλους σας... σύντομα... πολύ σύντομα.


Η οθόνη έσβησε το ίδιο απότομα όσο είχε ανάψει. Έφταιγε μάλλον ο ήλιος που με κάποιο τρόπο κατάφερε να περάσει τον καπνό και να μου καρφώσει μια ακτίνα ανάμεσα στα μάτια. Μαζί με όλα αυτά χάθηκε απότομα και η αίσθηση οτι βρισκόμουν αναπαυτικά καθισμένος σε θερινό σινεμά και έβλεπα εκείνη την ασπρόμαυρη ταινία με τον Τσάρλι Τσάπλιν. Που διάολο πήγε το σινεμά; Που πήγε η ταινία; Γιατί έσβησε η οθόνη πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους; Μούγκρισα δυσαρεστημένος.
«Έπαθες τίποτα;» ρώτησε ο Στέφανος από δίπλα μου.
«Καλά είμαι –προχώρα», νευρίασα.
«Πρέπει να προσέχουμε από δω και πέρα κι εσύ πηγαίνεις σαν κουρδισμένος! Τι σου συμβαίνει;»
Σταμάτησα απότομα –κόντεψα να γκρεμοτσακιστώ. Κοίταξα τριγύρω. Τα πεύκα είχαν φύγει πίσω μας, μπροστά ξεκινούσαν τα αρμυρίκια. Κι αυτός ο θόρυβος, όχι κάτι κοντινό ή συγκεκριμένο –θόρυβος ακαθόριστος. Από τη μια πλευρά θα πρέπει να ήταν το βουητό της θάλασσας. Όμως υπήρχε κι άλλη πλευρά.
«Ακούς κάτι;» ψιθύρισα στον Στέφανο.
«Μάλλον το Μηχανικό καθαρίζει τον δρόμο. Δεν μπορούμε να πάμε από εκεί», είπε.
«Το Μηχανικό ε; Μπουλντόζες, εκσκαφείς...»
«Κάτι τέτοιο», μουρμούρισε ο Στέφανος.
Ξεκίνησα να περπατάω πιο προσεκτικά τώρα. Εκσκαφείς να κομματιάζουν και να πολτοποιούν τα κουφάρια, μετά μπουλντόζες να τα μεταφέρουν μέχρι τις καρότσες των φορτηγών... Η μεγαλύτερη συμβολή μου στην εξάπλωση της επανάστασης...
«Φοβούνται μάλλον να στείλουν περιπόλους μέχρι τη θάλασσα, φοβούνται τις ενέδρες. Αυτό μας δίνει χρόνο», διαπίστωσε ο Στέφανος.
Ξέρουν οτι πρέπει να φτάσουν μέχρι τη θάλασσα για να ψάξουν αυτά τα σπουδαία καθάρματα, τον φονιά και τον τζουτζέ του. Αλλά θα το κάνουν με πλήρη ισχύ, καμιόνια γεμάτα στρατιώτες, ερπυστριοφόρα... Μας δίνουν χρόνο! Λιώνουν νεκρούς στρατιώτες και γυναικόπαιδα και μας δίνουν χρόνο. Ενοχλούν τα αγριόσκυλα και τα τσακάλια, τους στερούν το φαγητό και μας δίνουν χρόνο. Ας τα εκμεταλλευτούμε όλα αυτά.
«Πάμε λοιπόν πιο γρήγορα», είπα.
«Μη βιάζεσαι. Υποθέσεις κάνω οτι δεν έχουν στείλει περιπόλους...» απάντησε ο Στέφανος.
«Όπως και νάχει, όποιος και νάναι...» είπα και τάχυνα το βήμα μου.

Το χώμα έγινε άμμος εκεί που οι πέτρες αρνούνταν να μεγαλώσουν, οι μπότες μου άρχισαν να βουλιάζουν κι εγώ που είχα ήδη μουσκέψει από ιδρώτα και προδοσία δεν νοιαζόμουν ιδιαίτερα για όλα αυτά. Μόνο προχωρούσα. Σαν το μουλάρι στο χωράφι που οργώνει. Σαν τον στρατιώτη που συμπληρώνει το εκτελεστικό απόσπασμα. Μόνο που εγώ δεν είχα την πολυτέλεια της αστοχίας, δεν θα υπήρχαν άλλες σφαίρες εκτός από τις δικές μου. Γι΄αυτό έβγαλα το πιστόλι από τη ζώνη και άρχισα να το επιθεωρώ περπατώντας. Δοκίμασα το κλείστρο, όπλισα, ασφάλισα, απασφάλισα και πάλι από την αρχή. Μπροστά μας τώρα ακουγόταν ένα σπηλαιώδες κύμα, πίσω μας οι μπουλντόζες κι εγώ άκουγα το γρατζούνισμα της σκόνης ανάμεσα στα κινούμενα μέρη του όπλου. Υπήρχε περίπτωση να πάθει εμπλοκή; Να σκάσει στα μούτρα μου;
Ο Στέφανος γύρισε να με κοιτάξει επειδή βάδιζα πίσω του και ανασήκωσε τους ώμους απορημένος.
«Θα σε σκοτώσω όταν τελειώσουν όλα αυτά», του είπα. Και το εννοούσα.

Το ξενοδοχείο πετάχτηκε μπροστά μας σαν νευρωτικό φάντασμα, τρόμαξα με την κατάντια του. Επειδή το προσεγγίζαμε από την πίσω πλευρά, εκεί που κανονικά θα έπρεπε να φαίνεται η αυλή της κουζίνας. Σωροί επίπλων μισοθαμμένοι σε χαντάκια σκαμμένα βιαστικά. Μύγες τριγύρω από σωρούς σκουπιδιών. Περπατούσα πιο προσεκτικά τώρα, όσο πλησίαζα τον χαμηλό φράχτη έβγαζα μάτια στα πλάγια του προσώπου μου. Ο Στέφανος ανοίχτηκε λίγο κι έτσι βρέθηκε 20 μέτρα δεξιά μου. Τον είχα στην άκρη του ματιού μου όσο προχωρούσα. Και τότε, πίσω από τα σπασμένα έπιπλα κάτι κινήθηκε. Σταμάτησα, αλλά ο Στέφανος συνέχισε.
«Εμείς είμαστε!» φώναξα. «Άρης, Στέφανος!»
Πίσω από τα έπιπλα μια φιγούρα τεντώθηκε, μετά η φιγούρα βγήκε μπροστά, στο ξέφωτο να μας δει καλύτερα.
«Εσείς...» χαμογέλασε απορημένος ο Μάρκος.
Δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα περισσότερο. Στα χέρια του κρατούσε κάτι σαν φτυάρι και κοίταζε εμένα τη στιγμή που σκίστηκε ο αέρας με θόρυβο. Γύρισα στο πλάι όσο ο Μάρκος διπλωνόταν ψαχουλεύοντας πανικόβλητος την κοιλιά του, είδα το πιστόλι του Στέφανου να καπνίζει ακόμα όσο σημάδευε. Ο πρώτος πυροβολισμός με είχε πρόσκαιρα κουφάνει οπότε δεν άκουσα τον δεύτερο. Αλλά εντόπισα τα αποτελέσματά του εκεί που κάποτε θα πρέπει να ήταν το πρόσωπο του Μάρκου. Ο οποίος τινάχτηκε σπασμωδικά και γκρέμισε τα στοιβαγμένα έπιπλα.
«Τι έκανες ρε πούστη;» ούρλιαξα.
«Δεν έχουμε ώρα για παιχνίδια –προχώρα! Τώρα μας περιμένουν», χαμογέλασε ο Στέφανος.
Σήκωσα το δικό μου πιστόλι, τον σημάδεψα, εκείνος δεν έκανε τίποτα. Μόνο χαμογελούσε.
«Προχώρα κι άσε τις σαχλαμάρες», είπε.
Προχωρήσαμε.

Όταν περάσαμε τον χαμηλό φράχτη ένιωσα τη μπόχα των σκουπιδιών ανακατεμένη με την όξινη μυρωδιά αίματος, κοίταξα άθελά μου το σώμα του Μάρκου που ακόμα αναδευόταν κρατώντας το φτυάρι και αποφάσισα οτι για να γλιτώσω θα έπρεπε να σκοτώσω όποιον κυκλοφορούσε σ΄αυτό το μέρος. Είδα δίπλα μου τον Στέφανο, μοιραστήκαμε πανικό.
«Έχεις σφαίρες;» με ρώτησε.
«Αρκετές», είπα.
«Τρέχα», είπε εκείνος.
Κι έφτασε πριν από μένα στην πόρτα της κουζίνας, χούφτωσε το χερούλι πριν την κλωτσήσει και την ανοίξει απότομα. Μπήκαμε με τα μούτρα στη μούχλα. Μισοσκόταδο, κάποια βρύση έσταζε, ανθρώπινα περιττώματα προειδοποιούσαν για την ύπαρξή τους με τον αέρα κι εμείς περπατήσαμε αμίλητοι. Μέχρι να βγούμε από την κουζίνα το μισοσκόταδο έπαψε να είναι πρόβλημα. Τώρα είχαμε να αντιμετωπίσουμε τα ποδοβολητά.

Βρεθήκαμε απέναντι στον Γιούρι εντελώς ξαφνικά και το ίδιο απότομα τον πυροβολήσαμε. Ταυτόχρονα. Ο διάδρομος θόλωσε από καπνό και βουητό. Ο Γιούρι κατάφερε να ισορροπήσει μετά το δυνατό τράνταγμα και σήκωσε το όπλο του προς το μέρος μας. Ήμασταν σίγουροι οτι με 4-5 σφαίρες στο κορμί κανένας δεν μπορεί να ζήσει για πολύ και πάντως, σίγουρα δεν διαθέτει την συνηθισμένη ευχέρειά του στη σκόπευση. Γι΄αυτό κολλήσαμε αντικριστά στους τοίχους του διαδρόμου και φτάσαμε γρήγορα δίπλα του, άφησα τον Στέφανο να τον χτυπήσει στα πλάγια του λαιμού με την κάνη του όπλου και να τον σωριάσει στο πάτωμα. Εκείνη τη στιγμή εκπυρσοκρότησε το όπλο του Γιούρι ενώ ο ίδιος βρόντηξε με τα μούτρα κάτω ουρλιάζοντας: «Αφεντικό!»
«Μπορούσαμε να την φάμε λόγω εξοστρακισμού...» μουρμούρισε σκεφτικός ο Στέφανος.
«Που τέτοια τύχη!» γέλασα.
«Έπρεπε να τον τελειώσουμε πιο γρήγορα», είπε εκείνος.
Και συνεχίσαμε τον δρόμο μας στο ξενοδοχείο που φαινόταν να ξυπνάει τρομαγμένο.

«Λες να πρόλαβε κανένας να κατέβει;» αναρωτήθηκε ο Στέφανος.
«Πιο γρήγορα από τον Γιούρι;» αμφέβαλλα εγώ. «Και για ποιο λόγο;»
Αρχίσαμε να ανεβαίνουμε προσεκτικά τις σκάλες. Από πάνω μάς έλουσαν πνιχτές φωνές, τρόμος που δάγκωνε τα μαξιλάρια.
«Πάω για τον θείο», είπα στον Στέφανο. «Εσύ πρόσεχε απέξω».
Και μετά έπεσα στην πόρτα του δωματίου του λες κι όλη μου η ζωή εξαρτιόταν από αυτό. Που, ήταν έτσι ακριβώς δηλαδή... αλλά δεν βρήκα κανέναν μέσα στο δωμάτιο του θείου Χάρη. Και βλαστήμησα την απρονοησία μου, ήταν όμως αργά για να διορθώσω τα πράγματα επειδή η πόρτα στα δεξιά μου έβηξε κομμάτια ξύλου ανακατεμένα με καπνό. Τις σφαίρες δεν τις είδα, αλλά τις ένιωσα. Έπεσα στο πάτωμα τρέμοντας, σημάδεψα προς τα κει. Αλλά έγινε ησυχία, κάποιος ήχος σαν λόξυγκας την διέκοπτε περιοδικά –σκέφτηκα λοιπόν οτι είχα χτυπηθεί κι αν ήθελα να ξεμπερδεύω θα έπρεπε να το κάνω τώρα αμέσως, όσο ήμουνα ακόμα ζεστός.

Σηκώθηκα, άδειασα το πιστόλι μου στην ξεχαρβαλωμένη πόρτα χωρίς να βλέπω, όσο πυροβολούσα προχωρούσα –σταμάτησα μόνο όταν άκουσα ένα γυναικείο ουρλιαχτό. Κατέβασα το πιστόλι και έσπρωξα την πόρτα. Ο θείος Χάρης με σημάδευε χαμογελαστός –ακριβώς δίπλα του ήταν πεσμένη η Κατερίνα, ένα σεντόνι γλιστρούσε κάτω από το στήθος της αποκαλύπτοντας λευκό ασθενικό δέρμα και κάποια ρυάκια αίματος. Ξαφνιάστηκα περισσότερο απ΄αυτό παρά από το υψωμένο πιστόλι του θείου Χάρη.
«Έχεις γίνει πολύ αδιάκριτος τελευταία», γέλασε ο θείος Χάρης.
«Τι θέλει αυτή μαζί σου;» απόρησα.
«Οι στερημένες γυναίκες μαγνητίζονται ακόμα και στον αντικατοπτρισμό της εξουσίας», σχολίασε ο θείος Χάρης. «Πάντως, χάρη μου έκανες –δεν ήταν για περισσότερα».
Σήκωσα το όπλο και τον πυροβόλησα πριν καν το σκεφτώ, ξαφνιάστηκε αλλά ανταπέδωσε –σωριάστηκα στα υπολείμματα της πόρτας. Αλλά δεν πονούσα ακόμα.

Απέξω ακούστηκαν άγριες φωνές και πολλοί πυροβολισμοί, ο Στέφανος τους κρατούσε αποτελεσματικά. Κοίταξα τον θείο Χάρη που είχε πέσει με το κεφάλι γυρτό, ακουμπισμένος στο ξύλινο τελείωμα του κρεβατιού. Τότε παρατήρησα οτι ήταν με τα εσώρουχα, ένα κάπως γελοίο θέαμα γερασμένου ανθρώπου. Πήγα να γελάσω κι έβηξα αίμα. Σηκώθηκα όσο προσπαθούσε να γυρίσει το όπλο του προς το μέρος μου, αλλά το χέρι του τινάχτηκε παράλυτα.
«Περισσότερο απ΄όσα έχεις κάνει, η Κατερίνα σφραγίζει την καταδίκη σου», είπα.
Έκρωξε προσπαθώντας να γελάσει.
«Λόγια Άρη, πάντα μεγάλα λόγια και ύφος αρχάγγελου! Αλλά τελικά ήσουν χειρότερος από μένα –ακόμα νομίζεις οτι έχεις καλό σκοπό;» κορόιδεψε ο θείος Χάρης.
«Ξέρω τι είμαι και θα πληρώσω γι΄αυτό», μουρμούρισα.
«Θα μπορούσα να γίνω χρήσιμος σε οποιαδήποτε καινούργια κατάσταση, ξέρεις. Η εμπειρία δεν αγοράζεται, οι έμπειροι όμως πουλιούνται πρόθυμα», πρότεινε.
«Δεν ενδιαφέρομαι», τον έκοψα.
«Εσύ όχι –οι άλλοι όμως; Οι δικοί σου; Με ποιο δικαίωμα θα αποφασίσεις εσύ;»
«Με το δικαίωμα του όρθιου πάνω από τον πεσμένο», είπα και πάτησα το κεφάλι μου με το πέλμα της μπότας μου.
Χτύπησε στο ξύλινο τελείωμα του κρεβατιού –δυο ήχοι μαζεμένοι, ξύλο που ράγιζε και κόκαλα που έσπαγαν.
Έμεινα εκεί να τον κοιτάζω όσο ένα φλέμα έφραζε τον λαιμό του. Ήξερα οτι μάταια πάλευε να συνέλθει και τον έφτυσα στο πρόσωπο πριν φύγω.
«Όλοι ίδιοι είμαστε, όλοι ίδια θα ψοφήσουμε», είπα ανοίγοντας την πόρτα του δωματίου.
Σκέφτηκα οτι έπρεπε να σκεπάσω τη γύμνια της Κατερίνας και θα το έκανα αν είχα κουράγιο. Το σώμα μου έπαιρνε να μουδιάζει, μάλλον θα τα κατάφερνα να μην πεθάνω –για λίγο ακόμα. Ένα αιμάτινο αυλάκι χώρισε τα δάχτυλά μου και λέκιασε το πιστόλι.

Στο διάδρομο ο Στέφανος στεκόταν με τα πόδια ανοιχτά και σημάδευε τα σκαλοπάτια του από πάνω ορόφου. Εκεί πέρα, στα δυο τελευταία σκαλιά, το βαρύ σώμα της γυναίκας του τον είχε πλακώσει –από το πρόσωπό του λίγα πράγματα φαίνονταν πλέον.
«Η τελευταία κρουαζιέρα του ζεύγους Αργυροπούλου», έκανε χαιρέκακα ο Στέφανος ακολουθώντας το βλέμμα μου.
«Ένας ακόμα Πρόεδρος Κυβέρνησης που δεν θα προλάβει να ορκιστεί», μουρμούρισα εγώ.
«Τον μπασκίνα τον κανόνισες;» ρώτησε ο Στέφανος.
Ένευσα αμίλητος. Τότε μόνο είδα οτι στη σκάλα του πάνω ορόφου, λίγο πιο πάνω από τα πτώματα, η Ελβίρα είχε αγκαλιάσει σφιχτά τη Θάλεια –κοκαλωμένες.
«Αυτές;» έδειξα στον Στέφανο στρέφοντας το πιστόλι προς το μέρος τους.
Ούρλιαξαν.
«Δεν ξέρω...» είπε εκείνος. «Έχουν δει κάποια πράγματα και...»
«Η υστεροφημία της επανάστασης ή ο ανθρωπισμός;» αναρωτήθηκα.
Σήκωσε το όπλο αλλά πρόλαβα να το σπρώξω τόσο μακριά, όσο χρειαζόταν για να αστοχήσει πετυχαίνοντας κάτι κάδρα στον απέναντι τοίχο. Οι γυναίκες ούρλιαξαν για μια ακόμα φορά.
«Είσαι χτυπημένος», είπε ο Στέφανος.
«Δες το σαν τελευταία χάρη», μουρμούρισα.
«Δεν είμαι εγώ που αποφασίζω», μου εξήγησε ο Στέφανος.
«Παίρνω την ευθύνη», είπα.
«Κατεβείτε κάτω!» ένευσε ο Στέφανος και οι γυναίκες άρχισαν να πλησιάζουν τρέμοντας.

Εγώ σωριάστηκα στηριγμένος στον κοντινότερο τοίχο.

Η Θάλεια έκλαιγε.

Ο Στέφανος βημάτιζε αμήχανα.

Η Ελβίρα κάθισε δίπλα μου.
«Ήταν η Κατερίνα εκεί μέσα», μου είπε.
«Το ξέρω –άλλωστε εγώ τη σκότωσα», απάντησα.
«Είσαστε χειρότεροι από τους άλλους», ψιθύρισε.
«Και οι άλλοι είναι χειρότεροι από μας, τι τα ψάχνεις τώρα;» βόγκηξα.
Άρχισα να κρυώνω.
«Μας έλεγαν οτι είσαι επικίνδυνος τρομοκράτης...» μουρμούρισε η Ελβίρα.
«Σας έλεγαν. Ποιοι σας το έλεγαν;» ρώτησα.
«Ο θείος Χάρης...»
«Μόνο;»
«Κουβεντιαζόταν γενικά».
«Αλλά δεν σας είπαν και ποιοι ήταν εκείνοι», υπέθεσα.
«Ποιοι ήταν;» ρώτησε η Ελβίρα.
Στηρίχτηκα στον τοίχο για να σηκωθώ.
«Ποιοι ήταν;» ξαναρώτησε εκείνη.
«Επικίνδυνοι τρομοκράτες», είπα προσπαθώντας να κρατήσω κάποια σοβαρότητα.

Όμως τα πράγματα έπαιρναν να δυσκολεύουν, δε φαινόταν να έχει σακατευτεί καμιά βασική κλείδωση, μα το αριστερό μου πόδι ήταν σκέτο κούτσουρο. Και πονούσα άσχημα –κάπου στο στήθος. Κατά τα υπόλοιπα ήμουν μια χαρά, αν εξαιρέσεις οτι έσταζα παντού αίμα, σα σφαγμένο γουρούνι.
Ο Στέφανος με πλησίασε. Τον έσπρωξα πίσω, ή τουλάχιστον προσπάθησα.
«Έκανα οτι είχα να κάνω», του είπα.
Συμφώνησε σκεπτικός.
«Σύντομα θα πλακώσουν οι στρατιώτες και θα ήταν καλύτερα να μη βρουν ζωντανούς εδώ μέσα. Πάρε λοιπόν τις γυναίκες και γυρίστε πίσω, προς το βουνό. Ξέρεις που πρέπει να τις πας», είπα.
«Δεν έχουμε καμιά όρεξη να πάμε μαζί του», φώναξε η Ελβίρα.
Η Θάλεια έτρεμε αμίλητη.

Ο Στέφανος σήκωσε αδιάφορα τους ώμους.

Εγώ στηρίχτηκα στην κουπαστή της σκάλας για να μην πέσω.
«Εσύ τι θα κάνεις;» με ρώτησε.
«Λέω να πεθάνω από λίγο-λίγο», έβηξα.
«Δεν είσαι τόσο άσχημα χτυπημένος», διαπίστωσε.
«Εντάξει, γι΄αυτό υπάρχουν οι στρατιώτες», τον καθησύχασα.
«Αν προσπαθούσαμε να...» ξεκίνησε.
«Δεν υπάρχει περίπτωση», τον έκοψα.
Ήρθε δίπλα μου.
«Θυμάμαι όταν σε συνάντησα για πρώτη φορά. Είχα ακούσει τόσα πολλά για σένα, μάλλον με απογοήτευσες όταν σε πρωτοείδα», είπε.
«Είμαι εξπέρ στις απογοητεύσεις», του εξήγησα.
«Με τον καιρό όμως άρχισα να καταλαβαίνω γιατί σε θεωρούσαν τόσο σημαντικό», είπε ο Στέφανος.
«Μπράβο σου», γέλασα αδύναμα.
Είχα αρχίσει να κουράζομαι, κρύωνα, νύσταζα, πονούσα παντού.
«Μας παράτησες», είπε ο Στέφανος και διέκρινα ένα σπάσιμο στη φωνή του.
«Εντάξει», απάντησα. «Τώρα παρατήστε με κι εσείς να τελειώνουμε. Κουράστηκα».
Μου γύρισε την πλάτη.
«Είσαι υπεύθυνος για την οικογένειά μου», του φώναξα.
«Μην ανησυχείς», απάντησε.
Αλλά αυτό δεν μου ακούστηκε καθόλου καθησυχαστικό.
Σωριάστηκα στο κεφαλόσκαλο.

Η Ελβίρα ήρθε πάλι δίπλα μου, από κοντά και η Θάλεια που έμοιαζε να έχει ηρεμήσει. Άνοιξα τη χούφτα μου και άφησα το πιστόλι να πέσει στα πόδια της. Ανατρίχιασε όσο το πιστόλι γλιστρούσε πέφτοντας. Σα να την πέρναγε φίδι.
«Τώρα τι θα κάνεις;» ρώτησε.
«Σαν τι να κάνω δηλαδή;» απόρησα.
«Θα σε πιάσουν», είπε.
«Με το δίκιο τους», τη διαβεβαίωσα.
«Εμείς...»
«Καλύτερα να φύγετε, να μη σας βρουν εδώ. Οι στρατιώτες πρώτα πυροβολούν και μετά ρωτάνε», της είπα.
«Ενώ εσείς;» κορόιδεψε.
«Δεν ρωτάμε καν», της εξήγησα.
«Γιατί;» κλαψούρισε η Θάλεια.
«Κανείς δεν ξέρει», τη διαβεβαίωσα.

Από το παράθυρο του κάτω ορόφου έμπαινε κτηνώδικα ο ήλιος κι εγώ προσπάθησα να προφυλαχτώ κάπως, η Ελβίρα ακούμπησε το χέρι της στο πρόσωπο μου πριν σηκωθεί, με δρόσισε λίγο.
«Φεύγουμε», μου είπε.

Έμεινα λοιπόν να τις κοιτάζω καθώς κατέβαιναν αργά τις σκάλες, δυο γυναίκες που ήθελαν να γλιτώσουν από όλα αυτά.

«Θα σας ξαναδώ όλους σας... σύντομα... πολύ σύντομα», ψέλλισα.

Ο θείος Χάρης και ο Γιούρι δεν μου απάντησαν τίποτα. Ούτε οι Αργυρόπουλοι.

Ούτε κι ο Μάρκος ή η Κατερίνα.

Δευτέρα, Αυγούστου 24, 2009

13. Αέρας του θανάτου

Προηγουμένως:
1.Ο Άρης είναι καθηλωμένος σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο αντιμετωπίζοντας σημαντικά κενά μνήμης. Μαζί με μια ακόμα ένοικο, την Κατερίνα, βρίσκουν έναν κρεμασμένο άντρα κοντά στο ξενοδοχείο.

2. Οι χωρικοί εμφανίζονται με απειλητικές διαθέσεις λόγω του κρεμασμένου, αλλά η κατάσταση διορθώνεται μετά την παρέμβαση του θείου Χάρη και την παράδοση των ενόχων κυνηγών.

3. Κατανομή αρμοδιοτήτων μέσα στο ξενοδοχείο, όσο τα όπλα παραμένουν στον θείο Χάρη και μια φωτογραφία εφημερίδας που ισχυρίζεται οτι ο Άρης είναι καταζητούμενος τρομοκράτης.

4. Ψάρεμα με αμφίβολα αποτελέσματα και κάποιες αψιμαχίες σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων.

5. Μια απόπειρα βιασμού έχει συνέπεια την κοινή πορεία του Άρη με τον Πάνο εκτός ξενοδοχείου.

6. Ο Άρης φτάνει στο χωριό και, με τη βοήθεια του αστυνόμου, ψάχνει να βρει την κόρη του.

7. Ο Άρης συναντάει τους δικούς του συντρόφους για να ανακαλύψει οτι δεν είναι ούτε δικός τους, ούτε σύντροφός τους.

8. Ο Άρης ανακαλύπτει διάφορα πράγματα, μεταξύ αυτών και το πτώμα του πατέρα του.


9. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο -η αντοχή των ορίων μεταξύ "δικού" και "ξένου"

10. Μετά από ένα βράδυ στο ξενοδοχείο ο Άρης ξεκινάει για το βουνό περνώντας από τον κατεστραμμένο δρόμο

11. Ο Άρης ανεβαίνει το βουνό ψάχνοντας την οικογένειά του.


12. Ο Άρης συναντάει την οικογένειά του αλλά και τον Στέφανο.

Την κρατούσα αγκαλιά και ψηλάφιζα το χώμα με τις λιωμένες μου μπότες –πατούσα απαλά τις ετοιμόρροπες πέτρες που περίμεναν να ξεκολλήσουν από την ξεραμένη λάσπη και να κατρακυλήσουν στην κατηφόρα του μονοπατιού –η μικρή είχε από ώρα αποκοιμηθεί και τίποτα δεν θα άφηνα να της ταράξει τον ύπνο.

Ξεκινήσαμε όταν ο ήλιος μας κορόιδευε αποχαιρετώντας το καθρέφτισμά του στους βράχους –μια φορά τον χρειαστήκαμε κι αυτός βιάστηκε να φύγει. Αλλά προλάβαμε να βρούμε το μονοπάτι, ένα κοπάδι αξιολύπητων που φρόντιζαν να γεμίσουν τον αέρα με βογκητά και κατάρες στο πέρασμά τους. Η μικρή στην αρχή κελαηδούσε με το κεφάλι ακουμπισμένο στον ώμο μου, μετά κουράστηκε. Η γυναίκα μου ερχόταν πίσω μας, έτοιμη να βοηθήσει αν χρειαζόταν. Δεν μιλούσαμε, μόνο φεύγαμε.
«Έρχονται», ούρλιαξε μια γυναίκα κάπου μπροστά μας, στο στρίψιμο του μονοπατιού.
Δεν κατάλαβα στην αρχή, αλλά μετά άκουσα το βουητό, κοίταξα ψηλά. Δυο αεροπλάνα πέρασαν από πάνω μας, σε λίγο ακούσαμε εκρήξεις κοντά στην κορυφή του βουνού.
«Τυχεροί είμαστε», μουρμούρισε ένας γέρος προσπερνώντας μας.
«’Νάθεμα τη φύτρα τους!» βλαστήμησε κάποιος άλλος, μόνο που δεν κατάλαβα σε ποιους αναφερόταν.
Πίσω μας άνοιγαν τα στόματα της κόλασης, επιταχύναμε ασυναίσθητα το βήμα μας -σε λίγο έφτασε τις μύτες μας ο καπνός και η κάψα μας χτύπησε την πλάτη. Κουτρουβαλούσαμε πλέον παρά κατεβαίναμε. Και το μονοπάτι ατέλειωτο –σκόνταψα αλλά εκείνη με κράτησε από τη μέση. Δεν σωριαστήκαμε.

«Να κάτσουμε λίγο εδώ μέχρι να ξημερώσει», φώναξε κάποιος.
Οι υπόλοιποι βιάστηκαν να σωριαστούν στο πλάτωμα που μόλις είχε ανοίξει αριστερά μας –σωστό ή λάθος δεν μας ένοιαζε. Ήμασταν εξαντλημένοι.
«Οι άντρες απέξω, οι γυναίκες και τα παιδιά στη μέση», διέταξε ο γνωστός μου γέρος.
Άφησα τη μικρή στην αγκαλιά της, μετά τις φίλησα και τις δυο και έτρεξα να πιάσω θέση. Οι γέροι κάνανε κύκλο για να προσέχουν τα γυναικόπαιδα από τα ζώα του βουνού.
«Ν΄ανάβαμε φωτιά;» αναρωτήθηκε ο διπλανός μου αλλά αμέσως κατάλαβε τη βλακεία του και δεν επέμεινε.
Διπλώθηκα με το πιστόλι ανάμεσα στα γόνατα, ένας ιδρώτας ήρθε να παγώσει την πλάτη μου –λούφαξα σαν κυνηγόσκυλο που έχασε το σκοτωμένο ορτύκι.
«Εσένα κρατάνε ακόμα τα κότσια σου, πρόσεχε λοιπόν και για μας τους γεροντότερους», μου ψιθύρισε ο γέρος από δίπλα και μετά έριξε το κεφάλι στο στήθος.

Στην αρχή προσπαθούσα να τρυπήσω τη νύχτα, να εστιάσω σε οτιδήποτε άσπριζε μέσα στο σκοτάδι –μετά παραιτήθηκα. Ότι κι αν ερχόταν θα το βλέπαμε όταν θα ήταν ήδη αργά. Και τότε, με το μυαλό μισοκοιμισμένο, τα μάτια βαριά –τότε ήρθε να με βρει ο λόγος για τον οποίο πήγα στο ξενοδοχείο. Δεν πήγα μόνος μου εκεί, είχαμε πάει να τελειώσουμε οτι ξεκινήσαμε στο δρόμο. Επειδή οι αθώοι πεθαίνουν εύκολα, διαμελίζονται για καθαρά στατιστικούς λόγους σε παγιδευμένες διαδρομές. Αλλά οι πραγματικοί ένοχοι... Είχαμε μάθει αυτή την εποχή οτι έπρεπε να γίνεις το ίδιο ένοχος αν ήθελες να ξεφορτωθείς τους πραγματικούς ενόχους και μετά... Λοιπόν μετά, αν σκόπευες να προσφέρεις υπηρεσίες στους συνανθρώπους σου το καλύτερο που θα είχες να κάνεις ήταν να αυτοκτονήσεις –μπας και διακόψεις τη γραμμή των ενόχων. Το είχαμε μάθει αυτό κι έτσι πηγαίναμε στο ξενοδοχείο να βρούμε έναν φονιά και μια μαριονέτα. Έπρεπε και οι δυο τους να βγουν από το παιχνίδι. Ένα αγριόσκυλο ούρλιαξε πανηγυρίζοντας την επιστροφή μου στον κόσμο των καταραμένων. Προσπάθησα να χαμογελάσω αλλά τα χείλη μου κρέμασαν.

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε έτσι, ποτέ δεν ξέρεις αν σε πήρε ο ύπνος ή αν απλώς ο χρόνος πάγωσε αρνούμενος να κυλήσει, πάντως άκουσα τα βήματά τους να θρυμματίζουν την ξεραμένη λάσπη –υπολόγισα 20 μέτρα απόσταση. Μπορεί και λιγότερο. Πετάχτηκα μη μπορώντας να ξεχωρίσω τίποτα. Και πυροβόλησα στον αέρα πριν σκεφτώ.
Οι υπόλοιποι αναστατώθηκαν, ένας πανικός ξεκίνησε τσακίζοντας τον προστατευτικό μας κύκλο. Προχώρησα λίγο, αυτοί που έρχονταν με νοιάζανε περισσότερο αυτή τη στιγμή.
«Την επόμενη φορά θα ρίξω χαμηλότερα», φώναξα καθώς οι ίσκιοι απέναντί μου άρχισαν να πληθαίνουν.
Άκουσα γέλια.
«Ποιος είναι;» με ρώτησε ο γέρος δίπλα μου.
«Όποιος και νάναι...» μουρμούρισα. «Πάω να δω, περιμένετε», αυτό το φώναξα.

Και μετά κάλυψα βιαστικά τα μέτρα που μας χώριζαν –απεχθάνομαι τους μυστηριώδεις ίσκιους. Πριν τους δω, πλησιάζοντάς τους απλώς, κατάλαβα ποιοι ήταν. Θα έπρεπε να χαμογελάσω ησυχασμένος αλλά δεν το έκανα.
«Μας ακολουθείτε ή μας κυνηγάτε;» ρώτησα.
«Να σας κυνηγήσουμε;» απόρησε μια φωνή απέναντί μου.
Μετά η φωνή ξεκόλλησε από τους ίσκιους πλησιάζοντάς με.
«Είμαι ο επικεφαλής της ομάδας –χαίρομαι που σε συναντάω», χαμογέλασε.
Ήταν λίγο μεγαλύτερός μου αλλά πολύ πιο κουρασμένος. Φορούσε ένα κουρελιασμένο πουκάμισο και στον ώμου του είχε περασμένη κάποια θήκη στρατιωτικού όπλου, κάτι ογκώδες σαν Κολτ, με φυσιγγιοθήκη.
«Καλά, δεν έχουμε καιρό για φιλοφρονήσεις. Που είναι ο Στέφανος;» ζήτησα να μάθω.
Ο Στέφανος βρέθηκε κοντά μας σαν την καλή νεράιδα που εμφανίζεται όταν κάποιος προφέρει το όνομά της.
«Αφού σου είπα να περιμένεις, γιατί εξαφανίστηκες;» γκρίνιαξε ανάλαφρα.
«Σωστά, έπρεπε να σε περιμένω –και να φάω τις βόμβες στο κεφάλι», νευρίασα.
«Τι δηλαδή; Το ήξερες οτι θα ρίξουν και γι΄αυτό έφυγες;» απόρησε.
«Μη γίνεσαι ηλίθιος», μουρμούρισα.
«Καθίστε κοντά στους ανθρώπους εκεί πέρα και προσέξτέ τους», είπε ο Στέφανος στον επικεφαλής κι αυτό έμοιαζε με προστασία αλλά και αιχμαλωσία ταυτόχρονα. Αλλά μήπως μαζί δεν πάνε πάντα αυτά;

Τον άφησα λίγο να κανονίζει εκεί πέρα κι επέστρεψα να καθησυχάσω τους γέρους.
«Δηλαδή λες οτι θα μας φυλάνε;» ρώτησε ένας απ΄αυτούς.
«Ναι. Μην ανησυχείτε», είπα.
«Είναι από το χωριό μας;»
«Δεν ξέρω».
«Πολλοί από το χωριό έχουν προηγούμενα μαζί μας».
«Δεν είναι ώρα για τέτοια», είπα χωρίς να το πιστεύω. «Θα είσαστε ασφαλείς μαζί τους».
Έφυγα πριν συνεχίσουν τις ερωτήσεις, πρόλαβα μόνο να την δω να αγκαλιάζει την κόρη μας και να τη νανουρίζει. Προσπαθούσε να λειάνει τις κοφτερές άκρες του μέλλοντος που τους έφερνα.

«Τι σκατά θέλεις από μένα;» φώναξα στον Στέφανο, αλλά ήξερα ήδη την απάντηση.
«Πρέπει να τελειώσουμε αυτό που αρχίσαμε», μου υπενθύμισε.
«Για ποιο λόγο; Για να ζήσουν οι άνθρωποι σε έναν καλύτερο κόσμο; Για να διορθωθούν οι αδικίες, να σταματήσει η καταπίεση; Πάνε πια αυτά ρε Στέφανε –βρωμιστήκαμε. Κάπου στην διαδρομή δεχτήκαμε να παίξουμε με τους δικούς τους όρους κι έτσι χάσαμε! Πως μπορείς να νικήσεις παίζοντας με φτιαγμένους όρους; Τους περάσαμε για μικρόμυαλους και πέσαμε στη λούμπα όλο προθυμία. Ξύπνα Στέφανε, παράτα τα!»
Με κοίταξε λυπημένα.
«Κανονικά έπρεπε να σε σκοτώσω πριν τελειώσεις την κουβέντα σου», διαπίστωσε.
«Ναι, έπρεπε», συμφώνησα. Ήταν ο καιρός του φανατισμού για όλους μας –η αμφιβολία ρήμαρε με την προδοσία.
«Δεν θα το κάνω όμως για την ώρα...» μουρμούρισε ο Στέφανος.
«Δικό σου θέμα αυτό», απάντησα.
«Άκουσέ με για λίγο», είπε αόριστα καθώς σωριαζόταν σε μια πέτρα αναγκάζοντάς με να καθίσω δίπλα του. «Το χωριό το χάσαμε, έτσι κι αλλιώς δεν είχαμε πολλές δυνάμεις εκεί πέρα. Ξέρεις τι θα πάθουν αυτοί που πιάστηκαν; Αν πρόλαβαν να σκοτώσουν τον αστυνόμο, ίσως έχουν κάποια ελπίδα –αλλά τους περισσότερους θα τους στήσουν στα 3 μέτρα, τα ξέρεις όλα αυτά. Και μετά θα έρθουν στο βουνό, θα μας ψάξουν να μας τελειώσουν. Θα μπορούσαμε να κρατήσουμε λίγες μέρες εδώ πάνω, το βουνό είναι δύσβατο –αλλά κανείς δεν μας εξασφαλίζει από τα αεροπλάνα τους. Υπάρχει λοιπόν και η από δω πλευρά, αυτή που κατεβαίνετε εσείς –οδηγεί σε δικά μας χωριά, δεν το ήξερες αυτό, έτσι; Εκεί έχουμε καλύτερη οργάνωση απ΄οτι μου είπαν, είμαστε έτοιμοι για μάχη σπίτι με σπίτι. Κι αυτό το γνωρίζει ο στρατός, άρα δεν θα επιτεθεί αμέσως στα χωριά –θα περιμένουν να κουραστούμε, να πεινάσουμε...»
«Τι γίνεται στις πόλεις;» ζήτησα να μάθω.
«Τις κρατάμε ακόμα. Δεν ξέρω για πόσο, οι άνθρωποι κουράζονται. Όμως...»
Τον περίμενα να συνεχίσει.
«Όλο αυτό είναι ένα παιχνίδι εντυπώσεων Άρη. Χρειαζόμαστε τον κόσμο μαζί μας κι ο κόσμος άρχισε πάλι να κλείνεται στα σπίτια του. Οι ομάδες μας στις πόλεις κοντεύουν να σφαχτούν μεταξύ τους, η έλλειψη κεντρικού συντονισμού ήταν πάντα πρόβλημα όπως θυμάσαι», σταμάτησε απότομα. «Θυμάσαι -έτσι;» ζήτησε να μάθει.
«Θυμάμαι», τον καθησύχασα.
«Γι΄αυτό πρέπει να πεθάνει το κάθαρμα και μαζί του ο τζουτζές που θέλουν να κατεβάσουν για Πρόεδρο. Να αλλάξουμε λίγο το κλίμα, να κερδίσουμε χρόνο...»
«Και μετά;»
Έξυσε το κεφάλι του.
«Μετά, βλέπουμε», είπε.
«Δυο εκτελέσεις για χάρη της πολυτέλειας του ‘βλέπουμε’...» διαπίστωσα.
«Σταμάτα μ΄αυτές τις μαλακίες!» φούντωσε ο Στέφανος. «Εσύ μας τα έμαθες, τώρα δηλαδή τι ακριβώς κάνεις;»
«Αν αφήσεις να σε πάρει το ρέμα κάποια στιγμή θα τσακιστείς στα βράχια –είναι η φυσική κατάληξη», είπα.
«Σαχλαμάρες! Απλά αποφάσισες ν’ αφήσεις τις μικροαστικές σου τύψεις αχαλίνωτες», σχολίασε ο Στέφανος.
«Ναι, έτσι ακριβώς. Κομματιασμένοι αθώοι στον κεντρικό δρόμο που θα δικαιωθούν με δυο ακόμα φόνους –για το καλό των ανθρώπων πάντα! Μικροαστικές τύψεις!» γέλασα.
«Δεν έχω χρόνο για όλα αυτά», απηύδησε ο Στέφανος. «Μια μέρα θα μπορέσουμε να τα κουβεντιάσουμε πάλι στα καπνισμένα ερείπια του παλιού κόσμου –αλλά μέχρι να έρθει εκείνη η μέρα...»
Σηκώθηκε τινάζοντας τη σκόνη από το παντελόνι του.
«Η γυναίκα σου και το παιδί σου θα πάνε στα χωριά μας –μαζί με όλους τους υπόλοιπους φυσικά. Θα είναι ασφαλείς εκεί, ακόμα κι αν έρθει ο στρατός θα τους φυγαδεύσουμε μέχρι την κοντινότερη πόλη. Όταν τελειώσουμε τη δουλειά θα πας εκεί –να τους βρεις. Και μετά κάντε οτι σας φωτίσει. Αυτό είναι η μια προοπτική...»
«Και η άλλη;» ρώτησα λες και δεν ήξερα.
«Σας σκοτώνουμε εδώ που είσαστε και μετά προσπαθούμε να φτάσουμε στο ξενοδοχείο. Μάλλον θα μας βρει ο στρατός στο δρόμο ή θα μας περιμένει στο ξενοδοχείο... Πάντως, θα προσπαθήσουμε όπως και νάχει».
Τον κοίταξα. Τα εννοούσε όλα αυτά.
«Γιατί νομίζεις οτι θα καταφέρω εγώ να φτάσω στο ξενοδοχείο αφού είναι έτσι;» τον ρώτησα.
«Επειδή εσένα διάλεξαν να το κάνεις –κάποιος λόγος θα υπάρχει», χαμογέλασε. «Άλλωστε θα είμαι κι εγώ μαζί σου».
«Για να με προστατεύεις;» γέλασα.
«Για να βεβαιωθώ», είπε σιγά.
«Και μετά;»
«Μετά, βλέπουμε».
Τα σκέφτηκα όλα αυτά και ήξερα οτι το πρόβλημα ήμουν αποκλειστικά εγώ. Δεν είχα καμιά διάθεση να αφήσω την οικογένειά μου και δεν είχα καμιά όρεξη να ξανασκοτώσω. Κουρασμένος –αυτό ήμουν. Κι ένα σπίτι με κήπο για να τρέχει η μικρή όσο εγώ θα την κοιτάζω από το ανοιχτό παράθυρο –την ώρα που η γυναίκα μου θα φωνάζει να έρθουμε στην κουζίνα για να μην κρυώσει το φαγητό... Χαμογέλασα.
«Άσε μου λίγο χρόνο να τους χαιρετήσω», είπα.

Η μικρή κοιμόταν ακόμα, χρειάστηκε να την ξυπνήσουμε και τότε έβαλε τα κλάματα –τρομαγμένη από την παγωνιά του βουνού. Έτσι το δύσκολο έμοιασε ακατόρθωτο.
«Θα γυρίσω γρήγορα κοντά σας», της είπα.
«Δεν θέλω να φύγεις καθόλου –μόλις ήρθες!» διαμαρτυρήθηκε.
«Πρέπει όμως. Είναι για το καλό σας».
«Δε με νοιάζει!»
«Αγαπούλα μου δεν γίνεται διαφορετικά».
Παραιτήθηκε λυπημένα, ήξερα οτι θα περίμενε μέχρι να φύγω για να ξανακλάψει. Κοίταξα τη γυναίκα μου.
«Δεν σου αξίζουν όλα αυτά», της είπα.
«Ας πρόσεχα τότε», χαμογέλασε εκείνη.
«Σου υπόσχομαι...»
Με σταμάτησε.
«Φύγε τώρα. Δε χρειάζονται άλλα ψέματα».
Σηκώθηκα. Ήθελα να τις αγκαλιάσω, να τις αποχαιρετήσω –αλλά δεν γινόταν. Έπρεπε να εκμεταλλευτώ τη στιγμή, να το σκάσω όσο ακόμα αυτό ήταν δυνατό.

«Πάμε», του είπα.
«Γρήγορα ξεμπέρδεψες», διαπίστωσε.
«Άντε γαμήσου», απάντησα.

Πριν φύγουμε φώναξε κοντά μας τον επικεφαλής και του έδωσε οδηγίες για να τις ακούσω.
«Τη γυναίκα και το παιδί του θα φυλάτε –για τους άλλους δε μας νοιάζει. Θα τις πάτε στο χωριό και θα τις προσέχετε, θα τις φυγαδεύσετε στην πρώτη φήμη για στρατιώτες που πλησιάζουν. Πες στους δικούς σου οτι πρώτα θα πεθάνουν και μετά θα σταματήσουν να τις προσέχουν».
Ο άντρας κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Με κοίταξε.
«Μην ανησυχείς», είπε. «Είχα κι εγώ οικογένεια εκεί πίσω».
«Και τώρα που είναι;» ρώτησα.
«Σκοτώθηκαν στην έκρηξη του δρόμου. Ήταν με τους όμηρους».
Λύθηκαν τα γόνατά μου.
«Πάμε να φύγουμε», είπα στον Στέφανο.
«Καλή τύχη», ευχήθηκε ο επικεφαλής.
«Δεν τη χρειαζόμαστε», τον διαβεβαίωσε ο Στέφανος.
Κι έτσι φύγαμε στο σκοτάδι.

Κάναμε τον κύκλο στις παρυφές του βουνού, βιαζόμασταν τόσο που πιέζαμε τους εαυτούς μας να μην τρέξουν. Γιατί νιώθαμε οτι θα λιποθυμούσαμε από την κούραση.
«Την προηγούμενη φορά που ήμασταν στο ξενοδοχείο... Ήξεραν οτι το έχεις χάσει, γι΄αυτό και δεν έκαναν τίποτα», είπε ο Στέφανος.
«Δεν έκαναν τίποτα επειδή περίμεναν να διαπραγματευτούμε», του εξήγησα.
«Λες;» απόρησε γλιστρώντας σε ένα ξεραμένο ρέμα.
Από πάνω μας έβρεχε στάχτη όσο οι ναπάλμ σκελέτωναν τα δέντρα του βουνού, κοίταξα κατά την ανατολή και σκέφτηκα οτι σήμερα ο ήλιος δεν θα κατάφερνε να βγει. Αυτό ήταν καλό. Μετά έσκυψα το κεφάλι και βάδισα με τα μάτια μισόκλειστα.

Είχαμε μπροστά μας δρόμο.

Αναγκαζόμασταν όμως να αλλάζουμε συνέχεια κατεύθυνση –σκίουροι, βουνίσιοι ποντικοί, αλεπούδες και αγριόσκυλα έφευγαν από τον φλεγόμενο όγκο, τρέχανε μπροστά μας αδιαφορώντας για τα διπλανά τους θηράματα. Ήταν η ώρα που η καταστροφή στομώνει την πείνα.
«Ελπίζω να μην πέσουν τίποτα αγέλες πάνω στους άλλους», έδειξα πίσω –εκεί που είχαμε αφήσει την ομάδα των δικών μας.
«Μη φοβάσαι, είναι οπλισμένοι», μου θύμισε ο Στέφανος.
«Αυτό ακριβώς φοβάμαι», του είπα. «Αν αρχίσουν τους πυροβολισμούς θα τους πάρει χαμπάρι ο στρατός».
Ανασήκωσε τους ώμους προσπαθώντας να κρύψει την αδιαφορία του. Ήταν ένας άνθρωπος που αισθανόταν οικειότητα μονάχα με το μέλλον –οι ζωντανοί του παρόντος ελάχιστα τον απασχολούσαν. Κάποτε ήμουν κι εγώ έτσι.
Περπατήσαμε.

«Είσαι κουρασμένος;» με ρώτησε.
«Αντέχω ακόμα», απάντησα.
«Δεν έχουμε χρόνο να σταματήσουμε. Όπου νάναι ο στρατός θα μάθει για το ξενοδοχείο και πρέπει να φτάσουμε πριν απ΄αυτούς. Αλλιώς...» δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και σωριάστηκε σε κάτι πικροδάφνες.
Σταμάτησα, θα μπορούσα να το έχω πάθει κι εγώ –απλά στάθηκα τυχερός. Έσκυψα πάνω του, έβγαλα το πιστόλι.
Με κοίταξε με τα μάτια μισόκλειστα. Ζύγισα το πιστόλι στην παλάμη μου πριν το γυρίσω ανάποδα, τώρα η κάνη σφήνωσε στη χούφτα μου. Τον χτύπησα στα πλευρά, μια, δυο, τρεις φορές –όχι πολύ δυνατά. Βόγκηξε.
«Θα μπορούσα να σε σκοτώσω, κανένας δε θα μάθαινε τίποτα. Και να γυρίσω πίσω στους δικούς μου», μούγκρισα κοιτάζοντάς τον.
«Δεν θα το κάνεις όμως...» ψέλλισε.
«Αν δεν σηκωθείς τώρα, αμέσως...» απείλησα.
Έκανε μια προσπάθεια αλλά δεν φαινόταν να τον κρατάνε τα πόδια του. Γι΄αυτό τον ξαναχτύπησα στους αγκώνες, τινάχτηκε σαν ελατήριο στον αέρα. Αντανακλαστικά.
«Την άλλη φορά που θα πέσεις στο χώμα φρόντισε να είσαι ήδη πεθαμένος», του είπα.
Ξεκίνησε να περπατάει –κουτσαίνοντας λίγο.

Κι εγώ προχωρούσα δίπλα του ξέροντας οτι πούλησα για μια ακόμα φορά την οικογένειά μου, έβαλα τις ζωές τους σε κίνδυνο –αλλά μήπως έτσι δεν έκανα πάντα;

Μόνο που τώρα δεν είχα ούτε λόγο ούτε καν δικαιολογία –δεν πίστευα σε τίποτα πια και γι΄αυτό μάλλον έτρεχα αντί να περπατάω, η κούραση, η πείνα, η αϋπνία δεν μπορούσαν να με εμποδίσουν.

Δεν πίστευα σε τίποτα πια –ήμουν απλά, ένα πανί που φούσκωνε στον αέρα του θανάτου.

Τετάρτη, Αυγούστου 05, 2009

12. Οικογενειακό περιβάλλον

Προηγουμένως:
1.Ο Άρης είναι καθηλωμένος σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο αντιμετωπίζοντας σημαντικά κενά μνήμης. Μαζί με μια ακόμα ένοικο, την Κατερίνα, βρίσκουν έναν κρεμασμένο άντρα κοντά στο ξενοδοχείο.

2. Οι χωρικοί εμφανίζονται με απειλητικές διαθέσεις λόγω του κρεμασμένου, αλλά η κατάσταση διορθώνεται μετά την παρέμβαση του θείου Χάρη και την παράδοση των ενόχων κυνηγών.

3. Κατανομή αρμοδιοτήτων μέσα στο ξενοδοχείο, όσο τα όπλα παραμένουν στον θείο Χάρη και μια φωτογραφία εφημερίδας που ισχυρίζεται οτι ο Άρης είναι καταζητούμενος τρομοκράτης.

4. Ψάρεμα με αμφίβολα αποτελέσματα και κάποιες αψιμαχίες σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων.

5. Μια απόπειρα βιασμού έχει συνέπεια την κοινή πορεία του Άρη με τον Πάνο εκτός ξενοδοχείου.

6. Ο Άρης φτάνει στο χωριό και, με τη βοήθεια του αστυνόμου, ψάχνει να βρει την κόρη του.

7. Ο Άρης συναντάει τους δικούς του συντρόφους για να ανακαλύψει οτι δεν είναι ούτε δικός τους, ούτε σύντροφός τους.

8. Ο Άρης ανακαλύπτει διάφορα πράγματα, μεταξύ αυτών και το πτώμα του πατέρα του.


9. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο -η αντοχή των ορίων μεταξύ "δικού" και "ξένου"

10. Μετά από ένα βράδυ στο ξενοδοχείο ο Άρης ξεκινάει για το βουνό περνώντας από τον κατεστραμμένο δρόμο

11. Ο Άρης ανεβαίνει το βουνό ψάχνοντας την οικογένειά του.


Μοιάζει με εκπνοή ανακούφισης το ξύπνημα των κρυμμένων ανθρώπων. Όταν η απειλή τους κατατρέχει περισσότερο από τους πραγματικούς τους κυνηγούς δεν νιώθουν πλέον την προστασία της νύχτας. Επειδή τη νύχτα κανένας δεν σε κυνηγάει, τη νύχτα όλοι λουφάζουν περιμένοντας να ξημερώσει. Αλλά αυτό είναι κάτι που μονίμως ξεχνάνε οι κυνηγημένοι σε αντίθεση με τους κυνηγούς. Κι έτσι ο τρόμος του πρωινού δίνει τη θέση του στην ομαδική εκπνοή ανακούφισης –«τη βγάλαμε ζωντανοί κι αυτή τη νύχτα», αντί για «άντε να δούμε τι συφορά μάς ξημερώνει».

Οι κρυμμένοι άνθρωποι ξεμύτισαν από τις σπηλιές σχεδόν χαρούμενοι. Κάτι παιδιά πετάχτηκαν ανέμελα στο ξέφωτο, για δυο-τρία λεπτά μόνο, πριν οι μανάδες τους τα ξαναφέρουν μέσα στις σπηλιές ουρλιάζοντας. Ανάμεσά τους δεν ήταν η κόρη μου.

Πέντε άντρες οπλισμένοι με τσεκούρια ξεκίνησαν να απλώνονται σα βεντάλια για να επιθεωρήσουν την περιοχή, ένας απ΄αυτούς πλησίασε κοντά στο δέντρο που κρυβόμουν –ήταν γέρος, στην ηλικία του πατέρα μου περίπου. Κοίταξα τους υπόλοιπους, μια απ΄τα ίδια. Γυναικόπαιδα και γέροι –αυτό ήταν όλο. Βγήκα προσεκτικά στο ξέφωτο, ο άντρας μπροστά μου σταμάτησε σαστισμένος. Σήκωνα τα χέρια ψηλά για να τον ησυχάσω.
«Καλημέρα», είπα καθαρά σα μαθητής φροντιστηρίου ξένων γλωσσών.
«Ποιος διάολος είσαι ‘σύ;» μούγκρισε ο γέρος.
«Φίλος», απάντησα.
«Δεν έχουμε φίλους», ψιθύρισε κοιτάζοντας πίσω του για να δει αν οι υπόλοιποι μας είχαν πάρει είδηση.
«Έχετε τώρα», του εξήγησα αλλά δεν τον έπεισα.
Οι υπόλοιποι είχαν φτάσει κοντά του αλλά έκαναν τόση φασαρία που πετάχτηκε ο κόσμος από τις σπηλιές. Έμεινα στη θέση μου, ακίνητος, προσπάθησα να χαμογελάσω. Αλλά κοίταζα εκεί πίσω.
«Έχεις όπλο;» με ρώτησε ο γέρος.
«Έχω αλλά μη φοβάσαι. Είμαι φίλος», του ξανάπα.
«Βγάλτο και ρίχτο μπροστά σου», είπε εκείνος.
«Έλα ρε μπάρμπα να τελειώνουμε!» νευρίασα τελικά. «Αν ήθελα να σας ρίξω θα το είχα κάνει ήδη –τι με πέρασες, για κούτσουρο να φοβηθώ από τα τσεκούρια σας;»
«Ρίξε το όπλο που σου λέω!» επανέλαβε ο γέρος, χωρίς να δείχνει τόσο σίγουρος πλέον.
«ΜΠΑΜΠΑ!» άκουσα την ενθουσιασμένη φωνούλα της.
Κοίταξα αλλά δεν μπορούσα να τη δω –με στράβωνε ο πούστικος ήλιος.
«ΠΙΑΣΤΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ!» άκουσα μια γυναικεία κραυγή και μετά...
«ΚΑΝΤΕ ΑΚΡΗ ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΜΕ, ΚΑΝΤΕ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΓΑΜΩΤΟ!» αυτή ήταν η δική της φωνή.
Ξανακοίταξα λαίμαργα αλλά ο ήλιος με τσάκισε στα ίσα. Γονάτισα.

Μετά πνίγηκα στην αγκαλιά των μικροκαμωμένων χεριών της και άλλα χέρια, γυναικεία, με αγκάλιασαν από τη μέση για να με στηρίξουν. Σηκώθηκα ξεπλένωντας τα μάτια μου από το φως, επειδή να ξέρεις, αυτή είναι η χρησιμότητα των δακρύων. Τις κρατούσα αγκαλιά, δυο πλάσματα κρεμασμένα από τα μπράτσα μου και ήμουνα σίγουρος οτι θα τις έβγαζα απ΄αυτή την κόλαση. Είπα λοιπόν οτι η σημερινή μέρα ήταν δικιά μου και κανένας δεν θα μου τη χάλαγε. Γι΄αυτό, όταν ένας γέρος με ανοιχτό πουκάμισο στήθηκε μπροστά μου και ρώτησε, «τι θα γίνει με το όπλο», τον αγνόησα βρίζοντας –«δείξε λίγη γαμημένη διακριτικότητα ρε άνθρωπε» -και η μικρή ξεκαρδίστηκε κακαριστά αναγνωρίζοντας την βρισιά.
«Πάμε μέσα», είπε εκείνη.
Προχώρησα οδηγημένος από τη βιασύνη τους.

Η σπηλιά ήταν ξέβαθη, μια κοιλότητα στο βουνό και τίποτα περισσότερο. Η είσοδός της έχασκε απροστάτευτη. Αν υπήρχαν φίδια εδώ πάνω θα έκαναν γιορτή κάθε ξημέρωμα.
«Μπαμπά γιατί άργησες;» διαμαρτυρήθηκε η μικρή.
«Το θέμα είναι οτι ήρθα και δεν πρόκειται να σας ξαναφήσω», την καθησύχασα χαϊδεύοντας το κεφάλι της.
«Έχεις τα χάλια σου», παρατήρησε ανήσυχα η γυναίκα μου.
«Δεν έχω τίποτα που να μη διορθώνεται», την καθησύχασα με τη σειρά. Έτσι τουλάχιστον ήθελα να ελπίζω.
Καθίσαμε στο βάθος της σπηλιάς και ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται γύρω μας, προσεκτικά, σα μύγες που προσπαθούσαν να περάσουν δίπλα από ιστό αράχνης.
«Ο πατέρας σου...» μου είπε εκείνη.
«Ξέρω», την διέκοψα.
«Προσπάθησα να τους εξηγήσω...»
«Άδικος κόπος, αυτοί δεν ακούνε», της είπα.
Κοιταχτήκαμε προσπαθώντας να χορτάσουν τα μάτια μας τον άλλον –δεν ήταν και τόσο εύκολο.
«Πως περνάτε εδώ πάνω;» ρώτησα.
«Τα τρόφιμα τελειώνουν και το νερό επίσης. Υπάρχει ένα ποτάμι πιο πάνω, αλλά εδώ και μια βδομάδα κατεβάζει πετρέλαιο –μάλλον το ρίξανε τα αεροπλάνα στην πηγή του. Πρέπει να κρύβονται και αντάρτες στο βουνό εκτός από μας, γιατί βομβάρδισαν την κορυφή με ναπάλμ –γι΄αυτό μάλλον», ψιθύρισε κακόκεφα.
«Εντάξει, θα φύγουμε από δω –σύντομα», είπα.
«Να πάμε που;» βόγκηξε.
«Κάπου ασφαλέστερα –το βουνό είναι προσωρινό», είπα.
Την έβλεπα απέναντί μου να ξαναφέρνει στο μυαλό της τα στρατιωτικά περίπολα της πόλης, εκείνους τους τρομαγμένους νεαρούς που πυροβολούσαν τις σκιές και συνήθως σκοτώνονταν μεταξύ τους. Την έβλεπα να ξαναθυμάται τους τυφλωμένους από τον όχλο χωρικούς που ζητούσαν την ικανοποίηση της αρχέγονης εκδίκησης. Για κανέναν δεν είχαν σημασία οι άνθρωποι αυτή την εποχή –άλλοι πρόβαλαν τον τρόμο τους και άλλοι την πείνα τους σε όποιο πρόσωπο τύχαινε να ανταμώσουν. Οι φόνοι είχαν μετατραπεί σε απλές αντανακλαστικές αντιδράσεις. Και η γυναίκα μου φοβόταν να ξαναγυρίσει στους ανθρώπους, αυτό ήταν φανερό.

Καθίσαμε εκεί πέρα ώρα πολλή, το φως του ήλιου έγλυφε τα παπούτσια μας και είχα μια διάθεση να κοιμηθώ κοντά τους, να αφήσω τον σατινένιο ήχο των φωνών τους να με καταπιεί όσο ένα χαμόγελο θα κατσάρωνε ασυναίσθητα τα χείλη μου. Το τσιγάρο που είχα ανάψει μου έκαψε τα δάχτυλα όμως δεν ήταν αυτό που με ξύπνησε.
«Έρχεσαι λίγο να κουβεντιάσουμε;» ρώτησε ο γέρος που στεκόταν όρθιος πάνω από το κεφάλι μου.
Ένιωσα τα νεύρα στα μηνίγγια μου να τεντώνονται χτυπώντας.
«Εντάξει», είπα.

Πήγαμε κοντά στην είσοδο της σπηλιάς, εκεί που ο ήλιος εγγυούταν έναν ξεγυρισμένο πονοκέφαλο.
«Είσαι ο...» ξεκίνησε να λέει ο γέρος.
«Αυτός είμαι», τον διαβεβαίωσα.
Δεν ήταν απ΄αυτούς που είχα συναντήσει το πρωί –έμοιαζε καλοζωισμένος σαν προύχοντας.
«Ξέρεις λοιπόν για τον πατέρα σου», διαπίστωσε.
«Έχω βαρεθεί αυτό το θέμα», δυσανασχέτησα.
«Τον γνώριζα τον πατέρα σου, καλός άνθρωπος, δίκαιος...» αναπόλησε ο γέρος.
«Κι εγώ τον γνώριζα τον πατέρα μου», του υπενθύμισα.
«Γνώριζα και τους φονιάδες του –τα κατακάθια του χωριού...» πρόσθεσε μετά από λίγη σκέψη.
«Ναι κι εγώ τους γνώρισα πριν λίγες μέρες», του είπα.
«Και; Τους έδωσες συγχαρητήρια για οτι έκαναν;»
«Δεν ζήτησαν τη γνώμη μου, ούτε την άδειά μου».
«Πως αυτό; Δεν είσαι από τους αρχηγούς;» σχολίασε σκληρά ο γέρος.
«Όχι δεν είμαι από τους αρχηγούς και ούτε ξέρω ποιοι είναι οι αρχηγοί», του απάντησα.
«Αλλιώς τα μαθαίνουμε εμείς...»
«Δικό σας πρόβλημα αυτό», μουρμούρισα.
Σωπάσαμε επειδή δε μένανε πολλά να ειπωθούν σχετικά με το θέμα.
«Τι λογαριάζετε να κάνετε;» ρώτησα τελικά.
«Θα περιμένουμε εδώ πάνω, τι άλλο;»
«Ποιους θα περιμένετε;»
«Το στρατό να καθαρίσει τα χωριά μας».
«Για την ώρα ο στρατός κυρίως σας βομβαρδίζει απ΄ότι άκουσα», ειρωνεύτηκα με τη σειρά μου.
«Όχι εμάς –τους αντάρτες από δίπλα», είπε εκείνος.
«Πες το στις ναπάλμ αυτό και που ξέρεις; Μπορεί και να μη σας κάψουν», χαμογέλασα.
«Σαχλαμάρες!» μουρμούρισε αλλά δεν κατάλαβα σε τι ακριβώς αναφερόταν.
«Εγώ πάντως θα πάρω την οικογένειά μου και θα κατέβω», του είπα.
«Να πας που; Στο χωριό τα πράγματα είναι σκούρα και ποτέ δεν ξέρεις ποιος θα κάνει κουμάντο αύριο...»
«Γιατί πρέπει να κάνει κάποιος κουμάντο;» απόρησα δήθεν.
Με κοίταξε απότομα.
«Τι θες να πεις;»
«Αναρωτιέμαι γιατί πρέπει πάντα να κάνουν κάποιοι κουμάντο και οι υπόλοιποι να κουμαντάρονται. Δεν υπάρχει άλλη λύση;»
«Αν υπήρχε θα είχε βρεθεί τόσους αιώνες τώρα».
«Ίσως κάποιους να μην τους συμφέρει να βρεθεί...»
«Άρα δεν θα βρεθεί ποτέ –τζάμπα ασχολείσαι», έγειρε προς το μέρος μου. «Άκου παλικάρι μου, εσένα δε σε ξέρω αλλά θα σου πω κάτι, από σεβασμό για τον πατέρα σου. Οι άνθρωποι κάνουμε λάθη, πολλά λάθη –έτσι προχωράει ο κόσμος. Επειδή κάποια στιγμή βλέπουμε το λάθος μας και το διορθώνουμε και κάνουμε κάτι σωστότερο από αυτό που κάναμε πριν και μετά ξαναβλέπουμε το λάθος και πάει κορδόνι η ιστορία. Όσο πιο γρήγορα βλέπεις ένα λάθος λοιπόν...»
«Τόσο πιο γρήγορα κάνεις το επόμενο», γέλασα.
«Πες το κι έτσι», χαμογέλασε ο γέρος.
«Και που καταλήγουμε; Πέρα από τη φιλοσοφία εννοώ –θα έρθετε μαζί μας να κατέβουμε στο χωριό;» ρώτησα.
«Να μιλήσω αργότερα με τους υπόλοιπους...» πρότεινε ο γέρος.
«Νόμιζα οτι εσύ αποφασίζεις για όλους», του είπα.
«Ακόμα κι έτσι –πρέπει να τους ακούω», παρατήρησε ο γέρος.
«ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ!» τσίριξε μια γυναίκα πανικόβλητη.
Κοιτάξαμε προς το ξέφωτο αλλά δεν μπορούσαμε να δούμε πολλά επειδή όλοι έτρεχαν σαν αποκεφαλισμένα κοτόπουλα. Οι κυνηγημένοι τρέμουν τους επισκέπτες –πάντα.
«Ένας είναι!» έκανε λαχανιασμένα κάποιος βιαστικός γέρος.
Σηκώθηκα. Κατά πάσα πιθανότητα ήμουνα ο μοναδικός με πιστόλι εκεί πέρα, ήταν λοιπόν δική μου δουλειά.
«Που πας;» κρεμάστηκε από το μπράτσο μου εκείνη.
«Πάω να δω –μη φοβάσαι», της είπα.

Δεν χρειάστηκε να περπατήσω πολύ, το μέρος που είχαν διαλέξει να κρυφτούν ήταν για στρουθοκαμήλους –ξέβαθη σπηλιά με 50 μέτρα ξέφωτο μπροστά της και μετά δέντρα αρκετά πυκνά για να κρυφτεί ολόκληρο τάγμα.
«Δεν το βάζεις κάτω εσύ!» ψευτοθαύμασα χαιρετώντας τον.
Κατά βάθος ήξερα οτι δεν υπήρχε περίπτωση να ξεκολλήσει από πίσω μου, είχε τέτοιες εντολές και ήταν φτιαγμένος να τις εκτελεί.
«Θα μπορούσες να μου πεις οτι φεύγεις», γκρίνιαξε ο Στέφανος.
«Και γιατί να το κάνω;» γέλασα.
«Επειδή...» μπερδεύτηκε εκείνος.
«Επειδή έτσι θα διευκόλυνα την αποστολή σου», είπα σταθερά.
«Α, μάλιστα», έκανε εκείνος. «Άρχισες να θυμάσαι λοιπόν».
«Αν ποτέ μπόρεσα να ξεχάσω...» είπα εγώ, κυρίως στον εαυτό μου.
«Υπάρχει μια ομάδα λίγο ψηλότερα...» άρχισε να λέει ο Στέφανος.
«Δε μ΄ενδιαφέρει», τον έκοψα. «Θα πάρω την οικογένειά μου και θα κατέβω. Δεν είναι δική μου δουλειά πια».
«Όταν κατέβεις θα ξαναγίνει δική σου δουλειά», γέλασε ο Στέφανος. Μετά έβγαλε δυο τσιγάρα και τα άναψε –μου έδωσε το ένα. «Ο στρατός ήρθε στο χωριό, όταν έφυγα ακούγονταν ήδη τα φορτηγά τους...»
«Και λοιπόν;»
«Οι δικοί μας εκεί πέρα δεν θα αντέξουν πάνω από δυο ώρες».
«Γιατί δεν κρύβονται τότε;»
«Επειδή τους έφαγε η αναβλητικότητα και δεν τον καθαρίσανε τελικά τον αστυνόμο. Θα τους δώσει με τη μία στους στρατιώτες...»
«Θα έπρεπε ίσως να φύγουν, να την κοπανήσουν...»
«Είναι το χωριό τους Άρη! Δε θέλουν να φύγουν», είπε ο Στέφανος.
«Τότε, καλά ξεμπερδέματα», είπα εγώ.
«Θα μπορούσαμε ίσως να κάνουμε κάτι, να κατέβουμε για βοήθεια με τους δικούς μας από το βουνό... Εύκολα θα παίρναμε τις πλάτες του στρατού...» μουρμούρισε.
«Πολύ καλή ιδέα! Αυτό να κάνετε», απάντησα.
«Κόψε την ειρωνεία!» θύμωσε ο Στέφανος.
«Κι εσύ κόψε την καθοδήγηση! Σου είπα οτι δεν με ενδιαφέρουν όλα αυτά, θέλω μόνο να φύγω με την οικογένειά μου».
Γέλασε.
«Ποιον κοροϊδεύεις ρε Άρη;» είπε.
«Άντε γαμήσου. Ξεφορτώσου με!» μούγκρισα κουμπωμένος και του γύρισα την πλάτη.
«Μέχρι το βράδυ θα είμαι πίσω –μην πάτε πουθενά», φώναξε ο Στέφανος.

«Ποιος ήταν αυτός;» με ρώτησε ο γέρος.
«Ένας γνωστός μου», απάντησα.
«Και που πάει;»
«Στο διάολο –αλλά θα ξαναγυρίσει».
«Μόνος του;» ανησύχησε ο γέρος.
«Δε νομίζω», επιβεβαίωσα την ανησυχία του.
Ο γέρος έφτυσε στο χώμα.
«Μας έβαλες σε μπελάδες», βόγκηξε.
«Δεν το ήθελα», προσπάθησα να δικαιολογηθώ.
«Και τι μ΄αυτό;» παρατήρησε.
Δίκιο είχε.

Μέσα στη σπηλιά η γυναίκα μου έφτιαχνε πρωινό. Παξιμάδια με μαρμελάδα και γάλα από τσίγκινο κουτί. Η μικρή ανέβηκε πάνω μου όταν κάθισα κοντά τους.
«Μπαμπά, πρέπει να σου δείξω την κρυψώνα μου», φώναξε ενθουσιασμένη.
«Αργότερα», είπα σκεφτικός.
«Μα είναι κοντά –εδώ απέξω, στα δέντρα!» συνέχισε αμετάπειστη.
«Εντάξει, να φάμε πρώτα πρωινό», μουρμούρισα παραιτημένα.
«Τι έγινε;» με ρώτησε εκείνη.
«Πρέπει να φύγουμε πριν νυχτώσει», είπα εγώ.
«Δε θέλω!» φώναξε η μικρή.
«Ο μπαμπάς έχει δίκιο –είναι καιρός να κατέβουμε», προσπάθησε να την καθησυχάσει εκείνη.
«Μα εδώ περνάω καλά!» συνέχισε η μικρή.
Την κοίταξα. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιος κόσμος κατάλληλος για παιδιά αλλά αυτός ο κόσμος φτιάχτηκε για να σκοτώνει τα όνειρά τους κι εμείς που τα φέραμε εδώ είμαστε ένοχοι. Μασούλησα την αλειμμένη φρυγανιά ανόρεχτα.
«Τι θ΄απογίνουμε;» μουρμούρισε εκείνη όταν η μικρή δεν πρόσεχε.
Θα ήθελα να είμαι στη θέση του πατέρα μου, θα ήθελα να είμαι σε θέση να πω –«ότι οι άλλοι κι εμείς». Αλλά δεν γινόταν.
«Θα βρούμε ένα ασφαλέστερο μέρος –κάποτε θα τελειώσουν όλα αυτά...» είπα αβέβαια.
Εκείνη δε μίλησε.

Απομακρύνθηκα πριν η μικρή ξαναθυμηθεί την κρυψώνα της στα δέντρα, άφησα τη γυναίκα μου να μαζεύει τα πράγματα και πήγα προς τους συγκεντρωμένους γέρους στην άλλη άκρη της σπηλιάς. Δυο –τρία κεφάλια με κοίταξαν ανήσυχα αλλά ο γερο-προύχοντας τους έκανε νόημα να ησυχάσουν.
«Κάτσε», μου πρότεινε. «Κουβεντιάζαμε εδώ πέρα για το τι να κάνουμε».
«Και που καταλήξατε;» ρώτησα.
«Θα φύγουμε. Αν έρθουν οι αντάρτες θα έχουμε τραβήγματα. Στην καλύτερη περίπτωση θα μας κλέψουν τα τρόφιμα...»
«Ή θα μας σκοτώσουν», πετάχτηκε κάποιος άλλος γέρος.
«Κι έτσι να μη γίνει, οι αντάρτες τραβάνε το στρατό όπως τα σκατά τις μύγες. Δεν θέλουμε να φάμε καμιά ξώφαλτση», είπε ο γερο-προύχοντας.
«Λοιπόν;» έκανα περιμένοντας.
«Υπάρχει ένα μονοπάτι... κατσικόδρομος», έπιασε να μου εξηγεί ο γέρος. «Αν ξεκινήσουμε σε καμιά ώρα θα το έχουμε βρει πριν νυχτώσει...»
«Που πάει το μονοπάτι αυτό;» ρώτησα.
«Στην άλλη πλευρά του βουνού, ανηφορίζει για κάνα δυο χιλιόμετρα και μετά σε βγάζει από πίσω...»
«Τι είναι στην άλλη πλευρά του βουνού;» απόρησα.
«Κανείς μας δεν ξέρει. Ποτέ δε χρειάστηκε να πάμε».
«Και που ξέρετε οτι βγάζει κάτω από το βουνό το μονοπάτι;»
Γελάσανε κάτω από τα μουστάκια τους.
«Το μονοπάτι του Κλεφτόγιαννη...» είπε ένας γέρος.
«Τι σημαίνει αυτό;» έκανα εγώ.
«Από κει πέρναγε τα πρόβατα που έκλεβε, τα πήγαινε στην αγορά της πόλης να τα πουλήσει», συνέχισε ο ίδιος γέρος.
«Άρα υπάρχει κάποια πόλη εκεί πίσω», συμπέρανα.
«Που να ξέρουμε; Πάνε 10 χρόνια που πέθανε ο Κλεφτόγιαννης....»
«Δεν έχουμε άλλη επιλογή», είπε ο γερο-προύχοντας. «Στο χωριό αλωνίζουν οι αληταράδες, θα μας περάσουν όλους από μαχαίρι αν εμφανιστούμε...»
Τότε κατάλαβα οτι ήμουνα ο μόνος που ήξερε για τον στρατό. Θα μπορούσα να το αποκαλύψω και να τους γλιτώσω από τις ταλαιπωρίες, αλλά μετά θα έπρεπε να ψάξω μόνος μου το μονοπάτι. Κοίταξα τους γέρους και τα γυναικόπαιδα –άξιζε τον κόπο να τους βάλω στον κίνδυνο, μόνο και μόνο για να βελτιώσω τις πιθανότητες διαφυγής της δικής μου οικογένειας; Φυσικά και δεν άξιζε. Αλλά δεν γινόταν διαφορετικά.
«Εντάξει, θα έρθουμε μαζί σας», είπα κοφτά.
«Γιατί δεν πάτε πίσω στο χωριό; Θα είναι καλύτερα για σας», είπε ο γέρος.
«Δεν τους εμπιστεύομαι αυτούς στο χωριό», είπα ψέματα εγώ.
«Δίκιο έχει –είναι σκυλιά μαύρα», σιγοντάρισε κάποιος από τους γέρους. «Άσε που αν έρθει ο στρατός την έχουν άσχημα –κι αυτός και η οικογένειά του...»
Χαμογέλασα καθώς απομακρυνόμουν.

Εκείνη τακτοποιούσε με προσοχή τα ρούχα στο κάτω μέρος του σακιδίου, από πάνω έβαζε τις κονσέρβες και τις κούκλες της μικρής –καθόμουν και τη χάζευα ενώ σκεφτόμουν μια περιποιημένη αυλή κι εκείνη να σκαλίζει τα λουλούδια όσο η μικρή θα μας κουνάει το χέρι στριφογυρίζοντας με το ποδήλατό της. Δεν πάλεψα ποτέ για έναν καλύτερο κόσμο, πάλευα μόνο για να επιβιώσω, αλλά τελικά ο καλύτερος κόσμος είναι πάντα το απλούστερο σχήμα. Η ανθρώπινη ευτυχία έρχεται όταν μάθεις να ξεχωρίζεις πόσο λίγα είναι τα πάντα που θέλεις. Την πλησίασα από πίσω και τη φίλησα στο λαιμό, πετάχτηκε για μια στιγμή αλλά μετά χαλάρωσε.
«Συγνώμη για όλα αυτά», της είπα.
«Μη ζητάς συγνώμη –δεν φταις σε τίποτα», μου απάντησε.
«Μακάρι να ήταν έτσι», μουρμούρισα. «Πάντως έχεις δίκιο –οι συγνώμες είναι σκέτες κουβέντες, το θέμα είναι να ξεφύγουμε».
«Θα τα καταφέρουμε;» ρώτησε όλο αγωνία.
«Σίγουρα», είπα.
Και δεν έλεγα ψέματα, αλλά δεν έλεγα κι ολόκληρη την αλήθεια. Επειδή αυτές τις δυο θα τις γλίτωνα, θα έβρισκα ένα ασφαλές μέρος να ζήσουν ήρεμα. Ή θα τις σκότωνα την ώρα που κοιμόνταν για να μην πέσουν στα χέρια των δολοφόνων. Εγώ όμως ήμουνα από καιρό με την πλάτη στον τοίχο –δεν υπήρχε πιθανότητα να τη βγάλω καθαρή.
«Μπαμπά, πότε θα πάμε να σου δείξω την κρυψώνα μου επιτέλους!» διαμαρτυρήθηκε η κόρη μου.
«Τώρα αμέσως», είπα και την ακολούθησα χαμογελαστός.

Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.

Τρίτη, Ιουλίου 14, 2009

11. Σκιές στην ανηφορική νύχτα

Προηγουμένως:
1.Ο Άρης είναι καθηλωμένος σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο αντιμετωπίζοντας σημαντικά κενά μνήμης. Μαζί με μια ακόμα ένοικο, την Κατερίνα, βρίσκουν έναν κρεμασμένο άντρα κοντά στο ξενοδοχείο.

2. Οι χωρικοί εμφανίζονται με απειλητικές διαθέσεις λόγω του κρεμασμένου, αλλά η κατάσταση διορθώνεται μετά την παρέμβαση του θείου Χάρη και την παράδοση των ενόχων κυνηγών.

3. Κατανομή αρμοδιοτήτων μέσα στο ξενοδοχείο, όσο τα όπλα παραμένουν στον θείο Χάρη και μια φωτογραφία εφημερίδας που ισχυρίζεται οτι ο Άρης είναι καταζητούμενος τρομοκράτης.

4. Ψάρεμα με αμφίβολα αποτελέσματα και κάποιες αψιμαχίες σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων.

5. Μια απόπειρα βιασμού έχει συνέπεια την κοινή πορεία του Άρη με τον Πάνο εκτός ξενοδοχείου.

6. Ο Άρης φτάνει στο χωριό και, με τη βοήθεια του αστυνόμου, ψάχνει να βρει την κόρη του.

7. Ο Άρης συναντάει τους δικούς του συντρόφους για να ανακαλύψει οτι δεν είναι ούτε δικός τους, ούτε σύντροφός τους.

8. Ο Άρης ανακαλύπτει διάφορα πράγματα, μεταξύ αυτών και το πτώμα του πατέρα του.


9. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο -η αντοχή των ορίων μεταξύ "δικού" και "ξένου"

10. Μετά από ένα βράδυ στο ξενοδοχείο ο Άρης ξεκινάει για το βουνό περνώντας από τον κατεστραμμένο δρόμο


Κόντραρα στα ίσα τον ήλιο εκείνη τη μέρα, έσβησα τα ίχνη του κάτω από τις μπότες μου -κάηκαν οι μπότες, ζάρωσε το δέρμα μας αλλά δεν σταμάτησα. Τον πήγα σπρώχνοντας στο βασίλεμα, ξεραμένα χείλη, μάτια θαμπωμένα –λίγο ακόμα και θα τον πυροβολούσα με το πιστόλι που έκρυβα στη ζώνη μου. Κι όταν ο ήλιος παραιτήθηκε –βούτηξε στη θάλασσα πίσω από την πλάτη μου –ούρλιαξα για τα αόρατα αστέρια. Είχα φτάσει ήδη στα ριζά του βουνού, όσο πλησίαζα κοντά τους τόσο δυνάμωνα.

Πρέπει να περπάτησα, γρήγορο βήμα, περισσότερο από τη μισή μέρα –μια σαύρα με κορόιδεψε ενώ κρυβόταν στα φυλλώματα, σταμάτησα απότομα να την κοιτάξω. Και τότε κατάλαβα οτι δεν με κρατούσαν τα πόδια μου, γονάτισα λιγόθυμος ήδη. Πρόλαβα να φέρω το παγούρι στα χείλια –σιγά, σιγά, αν το πιεις όλο θα πρηστείς –κατόρθωσα να ελέγξω την ανάγκη καπακώνοντάς την με μια μεγαλύτερη. Που είσαστε; Ήθελα να ουρλιάξω αλλά δεν είχα ανάσα.

Το βουνό τεντώθηκε μαχμουρλίδικα –δεν ένιωσε κίνδυνο από μένα –αδιαφορούσε. Γέλασα μέσα από τα πνευμόνια μου αλλά ο ήχος πνίγηκε κάπου πριν τον λάρυγγα, ήξερα οτι μπορούσα να φάω το βουνό και ήξερα οτι ίσως χρειαζόταν να το κάνω. Σύντομα.

Όπως ήμουνα καθισμένος στο ξερό χώμα άρχισα να κάνω σχέδια, επειδή το μονοπάτι σε λίγο θα σκιζόταν μπροστά μου –έτσι είναι τα μονοπάτια. Ξεκινάνε μοναδικά και σίγουρα, όσο τα περπατάς διακλαδώνονται σα φίδια που ψάχνουν να καταπιούν την ουρά τους, χάνεις την κατεύθυνσή σου –χάνεσαι. Εμείς.

Ξεκινήσαμε τόσο λίγοι, τόσο απελπισμένοι κι αυθάδεις –η απόγνωση ήταν η πανοπλία μας. Στην αρχή ζητήσαμε να μας σβήσουν από τα αρχεία τους, θέλαμε να κόψουμε κάθε παρτίδα μαζί τους, δεν βρήκαμε τρύπα να ξεμυτίσουμε γι΄αυτό σκάβαμε –νύχια γεμάτα χώμα. Ήταν όλα ένα αστείο στην αρχή. Να ακυρώσουμε τους αριθμούς των φορολογικών μας μητρώων, να διαγράψουμε τα προσωπικά μας στοιχεία –οι ταυτότητες μάς δυσκόλεψαν περισσότερο. Τότε ανέλαβαν οι δικηγόροι. Δυο –τρεις, δικοί μας. Χάνανε τις δίκες αβέρτα κι αρνούνταν να τα παρατήσουν, αρνούνταν ακόμα και να πληρώσουν τα έξοδα. Το δικονομικό σύστημα ήταν γεμάτο καρκίνους, τους είχαν απλωμένους εκεί μέσα για να τρώνε τις σάρκες των ανήμπορων –οι δικοί μας όμως οι δικηγόροι ήταν βαριά άρρωστοι. Γι΄αυτό απελπίστηκαν, γι΄αυτό αυθαδίασαν –η απόγνωση τους έσπρωξε. Αγκάλιασαν στοργικά τους καρκίνους του δικαστικού συστήματος, τους επώασαν κι έπειτα τους άφησαν να δουλεύουν ανενόχλητα. Δίκες μετά από δίκες και δίκες για δίκες... Λίγο πριν σβήσουμε τις ταυτότητές μας πλάκωσαν κι άλλοι –πολλοί. Ήθελαν να μας βοηθήσουν, ήθελαν να έρθουν μαζί μας –εντυπωσιασμένοι έδειχναν. «Τραβηχτείτε μόνοι σας», ποιος από μας το είχε πει αυτό; Όχι εγώ, μάλλον όχι εγώ. Ποιος;

«ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΣ ΤΟ ΚΑΝΕΙ –ΔΕΝ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΜΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΚΑΙ ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΜΑΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΕΙ», με μαύρη μπογιά έξω από τον τοίχο του ερειπίου που διαλέξαμε για καταφύγιο.

«ΑΝ ΨΑΧΝΕΤΕ ΓΙΑ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗ –ΛΑΘΟΣ ΟΡΟΦΟΣ!» με μαρκαδόρο στο βγάλσιμο της σκάλας κάθε ορόφου.

«ΑΙΘΟΥΣΑ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ», με μαρκαδόρο στις πόρτες όλων μας.

«ΑΙΘΟΥΣΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ», με μαρκαδόρο στις κοινές τουαλέτες.

«ΑΡΧΗΓΕΙΟ», με μαρκαδόρο στην σιδερένια πόρτα του τρίτου ορόφου, το «ΕΞΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ» προσεκτικά σβησμένο. Πίσω από τη σιδερένια πόρτα υπήρχε μια εξίσου σιδερένια ανεμόσκαλα –όταν μπήκαμε στο κτίριο ξηλώσαμε την ανεμόσκαλα, το πρώτο πράγμα που κάναμε. Δεν είχαμε σκοπό να φύγουμε, ούτε να κινδυνέψουμε. Ήταν όλα ένα αστείο στην αρχή.

Μετά ήρθαν καταπάνω μας.

Κι εκείνη φρόντισε να πάρει ένα χαρτί που έλεγε οτι απαγορεύεται να ξαναδώ την κόρη μου –τα δικαστήρια έψαχναν ρεβάνς. Δεν ήμουν ο μόνος. Κι άλλοι το πάθανε. Μας έκοψαν το ηλεκτρικό, μας έκοψαν το νερό, βάλανε φονιάδες με πολιτικά στα απέναντι παράθυρα να μας σημαδεύουν. Εξακολουθούσαμε να βλέπουμε την αστεία πλευρά της υπόθεσης, δεν μπορείς να σκοτώσεις ανθρώπους που αρνούνται να υπάρχουν πλέον.

Μας έδεσαν ένα απόγευμα όταν οι σακούλες γυρνάγανε στα σπίτια τους κουβαλώντας στραγγιγμένους ανθρώπους. Δεν αντισταθήκαμε αλλά στις φυλακές τους γελάσαμε πολύ –ήταν, βλέπεις, αμήχανοι. Δεν ήξεραν τι να μας κάνουν, τους χρειαζόταν χρόνος να προσαρμόσουν τις τακτικές τους πάνω μας. Και τότε εμείς αλλάξαμε για μια ακόμα φορά. Αλλάξαμε για μια ακόμα φορά και θα αλλάζαμε πολλές φορές στη συνέχεια....

Κάτι πετάχτηκε από τη συστάδα θάμνων στα δεξιά μου. Μια ζωή κατσιασμένη, όλο μάτια και δόντια γυμνά. Σύρθηκε στα ανοιχτά, στρίγκλισε και μετά χάθηκε τρέχοντας. Ήταν καλύτερα να μην με πάρει ο ύπνος εδώ πέρα, αλλιώς το πρωί θα με έβρισκε ξεσκισμένο από τους αρουραίους του βουνού. Σηκώθηκα –κι αν άναβα φωτιά; Έσφιξα στην παλάμη τον αναπτήρα μου, προτίμησα ν’ ανάψω τσιγάρο.
Όταν όλα πήγαιναν χαμένα ανακαλύψαμε οτι τίποτα δεν πάει χαμένο. Ήμασταν ήσυχοι σαν μαθητές που μόλις εξέτισαν την τιμωρία τους, σκεφτόμασταν. Η επόμενη κίνησή μας θα έπρεπε να είναι μια διαφορετικού τύπου αντίδραση, είχαμε ηττηθεί προσωρινά αλλά δεν έπαιζε κανένα ρόλο αυτό. Ξεκινήσαμε ηττημένοι, γι΄αυτό αντιδράσαμε άλλωστε. Δεν μας είχαν αφήσει τίποτα, κομμάτια ξέσκιζαν από πάνω μας την ανθρωπιά, την αγάπη, τη φιλία, την αξιοπρέπεια... Γι΄αυτό αντιδράσαμε, επειδή δεν είχε μείνει άλλη ήττα να υποστούμε, δεν μας είχε μείνει τίποτα άλλο να χάσουμε. Ήμασταν λοιπόν ελεύθεροι. Κι όσο σκεφτόμασταν την επόμενη κίνηση άρχισε η αλυσίδα των συνοικιών. Όλο και περισσότεροι αποφάσιζαν να κάψουν τις ταυτότητές τους και να διαγράψουν τη νομική τους υπόσταση. Τα γεγονότα μας βρήκαν απροετοίμαστους οπότε κάναμε στην άκρη για να τα απολαύσουμε.

Βράδυ στον ακάλυπτο πίσω από το ερείπιο που μας φιλοξενούσε εκείνη την εποχή. Παίζουμε μπάσκετ, για την ακρίβεια απλώς βαράμε σουτ σε μια ετοιμόρροπη μπασκέτα. Είμαστε προσηλωμένοι επειδή παίζουμε για σοβαρό σκοπό –αν και κανένας δεν μας τον έχει ξεκαθαρίσει. Ποιος κερδίζει τελικά; Ο κερδισμένος ή ο χαμένος; Χάνω πανηγυρικά κι ας προσπάθησα να μη βγω τελευταίος. Κοιτάζω τους κριτές που μετράνε ακόμα πόντους.
«Εγώ πάντως είμαι τελευταίος», λέω.
«Αυτό είναι ολοφάνερο», γελάνε.
«Ποιος πάει τελικά; Ο πρώτος ή ο τελευταίος;» ρωτάω όλο νεύρα. Ήθελα να ήμουν στη μέση, προσπάθησα γι΄αυτό.
Γελάνε φεύγοντας από τον ακάλυπτο, ένας-ένας, φίλοι και φίλοι φίλων. Με χτυπάνε στην πλάτη. «Καλό κουράγιο Άρη».

Κάθομαι στην ηλεκτρική καρέκλα του τηλεοπτικού πλατό. Αρνούμαι να με πλησιάσουν οι παράφρονες με τα φωτόμετρα και τα πινέλα. Αρνούμαι να κοιτάξω εκεί που μου λένε, αρνούμαι να δώσω το χέρι μου στους υπόλοιπους. Ξαφνικά ανάβουν προβολείς πάνω στα πρόσωπά μας, πέφτει ησυχία, αρχίζει το θέαμα. Ακούω τους υπόλοιπους με κατεβασμένο το κεφάλι, σκέφτομαι οτι πρέπει να φύγω από εκεί όσο πιο γρήγορα γίνεται, σκέφτομαι οτι υπάρχουν 100 άλλα μέρη που θα προτιμούσα να βρίσκομαι. Ξεκινάω να τα ταξινομώ στο κεφάλι μου όταν ο τηλεπαρουσιαστής μου απευθύνει τον λόγο. Τον κοιτάζω και βλέπω ιστογράμματα να χοροπηδάνε στις κόρες των ματιών του.
«Με λένε Άρη και αρνούμαι να γίνω αριθμός», μουρμουρίζω.
Ο τηλεπαρουσιαστής επιμείνει, ζητάει διευκρινήσεις.
«Με λένε Άρη και αρνούμαι να γίνω αριθμός», επαναλαμβάνω.
Θα το λέω μέχρι να βαρεθεί ο ηλίθιος.

Αυτή η καταραμένη προβολή μάς βγήκε σε κακό. Επειδή εμφανίστηκαν πολλοί εκεί έξω που αποφάσισαν να στρατευτούν κάτω από τις σημαίες μας –εγώ έμοιαζα να είμαι ο αρχηγός, ήταν τόσο φρικιαστικά όλα αυτά. Δεν μπορούσαμε να συνέλθουμε εύκολα από αυτό το χτύπημα, αποφασίσαμε να κρυφτούμε και να ξαναλλάξουμε. Ήταν θέμα επιβίωσης.

Μέχρι που οι δρόμοι πλημμύρισαν μπερδεμένους ανθρώπους κι άρχισε να χύνεται αίμα, τότε χωρίσαμε για να προφυλαχτούμε. Χωρίσαμε κι έτσι χαθήκαμε –γίναμε μεταξύ μας αγνώριστοι. Άκουγα για κάποιους από μας, οτι αντιστάθηκαν μόνοι σα λυσσασμένα σκυλιά και τους χτυπούσαν απ΄όλες τις πάντες. Άλλοι προτίμησαν να ηγηθούν της αντίδρασης, ήταν θέμα επιβίωσης. Εγώ πάλι....

Ένα κλαδί τσάκισε κάπου πίσω μου, όχι πολύ μακριά. Ζώο ή άνθρωπος –χούφτωσα το πιστόλι. Μετά γύρισα αργά, κοίταξα την ησυχία, περίμενα την επόμενη κίνηση. Τίποτα. Σκέφτηκα να χαραμίσω μια σφαίρα αλλά δεν υπήρχε λόγος. Ήξερα οτι τα ζώα θα παραμόνευαν να κοιμηθώ και μετά θα έφευγαν απογοητευμένα. Ήξερα οτι από τους ανθρώπους δεν είχα τίποτα να φοβηθώ –αυτοί σε χτυπάνε μόνο αν δεν τους πάρεις είδηση. Ξεκίνησα λοιπόν πάλι να περπατάω –είχα ακόμα κουράγιο, ίσως να έβρισκα και δυνάμεις.

Λοιπόν υπήρχαν τελικά πάρα πολλοί εκεί έξω που πνίγονταν στην απελπισία κι εμείς δεν το είχαμε καταλάβει –μάλλον αδιαφορούσαμε. Επειδή, βλέπεις, τα ξέραμε όλα. Ένας καλύτερος κόσμος είναι ένας καλύτερος κόσμος για μένα –φτιάξε εσύ τον δικό σου καλύτερο κόσμο. Δεν θα σου πω εγώ τι θα κάνεις, όλα είναι φανερά αρκεί να κοιτάξεις γύρω σου. Βλακείες! Κάποιοι αποφάσισαν να παίξουν στις πλάτες μας και κάποιοι αποφάσισαν οτι είμαστε καθοδηγητές όσο κάποιοι άλλοι πάλευαν να μας στιγματίσουν σαν τέτοιους. Το μονοπάτι, μετά τη διακλάδωση έφαγε την ουρά του και πέθανε δηλητηριασμένο. Κοίταξα καλύτερα –πέτρες έτοιμες να κατρακυλίσουν κάτω από τα πόδια των ανύποπτων, εγώ ήμουν υποψιασμένος. Και τι μ΄αυτό; Ξεκαρδίστηκα παίρνοντας φόρα –μετά άρχισα να σκαρφαλώνω.

Αν θέλεις να φτάσεις κάπου φρόντισε να μην κοιτάζεις ούτε την κορυφή ούτε τον πάτο. Κοίτα κοντά σου, βάλε στόχο να πας μέχρι εκεί. Όταν φτάσεις, το σημείο που στόχευες θα μετακινηθεί μόνο του προς τα πάνω. Ανέβαινα λοιπόν προσπαθώντας να αγνοήσω τις μυτερές πέτρες στα γόνατά μου, είχα σχεδόν φτάσει όταν μια πέτρα έφυγε από τη θέση της. Προσπάθησα να κρατηθώ από άλλη πέτρα για ν΄ανακαλύψω οτι οι πέτρες δεν έχουν ρίζες –αυτές οι πέτρες τουλάχιστον. Δεν είχαν. Έπεσα πίσω κρατώντας το κεφάλι μου, δεν είχα καμιά διάθεση να μείνω σακάτης εκεί κάτω. Όταν η πτώση σταμάτησε κοίταξα ψηλά, δεν μπορούσα να διακρίνω, ήταν σκοτάδι –αλλά δεν χρειαζόταν και πολύ μυαλό για να καταλάβω οτι οι πέτρες είχαν ριχτεί εκεί για να κρύψουν το μονοπάτι. Πανηγύρισα ανεβαίνοντας για μια ακόμα φορά.

Είναι συνηθισμένο να ψάχνουν οι άνθρωποι για την κορυφή, να μοχθούν τόσο πολύ για να φτάσουν εκεί –από τη λαχτάρα τους ονομάζουν «κορυφή» οτιδήποτε μοιάζει σαν τέτοιο. Και ξεχνάνε. Κοίταξα πίσω μου, είχα ανέβει αρκετά, ο δρόμος που περπάτησα δεν φαινόταν καν –τα είχα άραγε καταφέρει; Είχα φτάσει μακριά –λοιπόν τι λες κι εσύ; Κοίταξα γύρω μου και δεν είδα πουθενά τη γυναίκα μου, ούτε την κόρη μου. Συνέχισα τότε τον δρόμο μου, δεν υπάρχει λόγος να σταματήσεις όσο μπορείς έστω και να συρθείς –αυτό λέω εγώ. Η χώρα είχε κοπεί σε ασύμμετρα κομμάτια, από τη μια Εκείνοι κι απέναντι όλοι οι Άλλοι. Βαριεστημένοι καταναλωτές που δεν τους άφηναν πλέον να καταναλώσουν, οικογενειάρχες που έψαχναν τα παιδιά τους κάτω από τις ξηλωμένες πλάκες των πεζοδρομίων, γυναίκες που τις αμφισβήτησαν, δειλοί που αγωνίζονταν υστερικά να μην πεθάνουν, επαναστάτες της ανάγκης κι επαναστάτες της θεωρίας που τρόμαζαν μπροστά στη φρίκη της συνειδητοποίησης οτι «έφτασε επιτέλους η ώρα». Αν Εκείνοι δεν ήταν τόσο απάνθρωποι, αν δεν άφηναν τον πανικό να τους οδηγήσει ίσως όλα να τελείωναν πριν καν αρχίσουν. Αλλά Εκείνοι τρόμαξαν με τον αηδιαστικό τρόμο των ηλιθίων. Και άρχισαν να χτυπάνε στο ψαχνό. Δεν μπορούσα να περπατήσω άλλο και ίσως να κατάφερνα να κάνω μερικά βήματα ακόμα, σίγουρα όμως δεν άντεχα άλλο να σκέφτομαι. Να θυμάμαι.

Οι αναμνήσεις είναι η εμπειρία που σε παραλύει.

Ευτυχώς εκείνη ακριβώς τη στιγμή είδα τη σκιά να ξεκολλάει από μια συστάδα δέντρων –χαμογέλασα. Η σκιά προσπάθησε να φύγει αλλά δίστασε όταν κατάλαβε οτι την είχα δει. Κοντοστάθηκε. Δεν μπορούσα να διακρίνω λεπτομέρειες και η σκιά έβλεπε απλώς μια άλλη σκιά απέναντί της, παρ΄όλα αυτά κοιταχτήκαμε. Δυο άνθρωποι σ΄ένα σκοτεινό βουνό, μονάχα το φάντασμα του θεού μάς έλειπε για να ξαναδημιουργήσουμε τον κόσμο. Και, παρ΄όλο που οι συνθήκες ήταν περίεργες, παρ΄όλο που αυτή την εποχή δεν ήξερες αν είχες απέναντί σου φίλο ή εχθρό, σήκωσα το χέρι μου να χαιρετήσω τη σκιά και η σκιά έκανε το ίδιο. Μείναμε για λίγο ασάλευτοι ψάχνοντας την επόμενη κίνηση.

Όταν πήραμε τους δρόμους, κυνηγημένοι πρώτα από τους εαυτούς μας και μετά από το σκυλολόι του κράτους, γεμάτοι συντροφικότητα –είχαμε, βλέπεις, ήδη φορτώσει τις οικογένειές μας σε τρένα για ασφαλέστερους προορισμούς –ήρθαν πολλοί ορφανεμένοι μαζί μας. Τους βρίσκαμε σε ερείπια που κάπνιζαν καταστροφή ή στις άκρες της εθνικής οδού, φοβισμένους κι επικίνδυνους. Τους παίρναμε μαζί μας, ένα καραβάνι που ταξίδευε μακριά από τη Γη της Επαγγελίας. Μαθαίναμε απ΄αυτούς τα καθέκαστα, οτι ο στρατός τα έβρισκε δύσκολα προσπαθώντας να ελέγξει τις περιοχές που είχαν ξεσηκωθεί, μαθαίναμε για τρομοκρατία στην ύπαιθρο και για ομάδες που κυκλοφορούσαν –ήταν δύσκολο να ξεχωρίσεις τους δολοφόνους από τους αθώους. Κυρίως επειδή δεν υπήρξε ποτέ η Εποχή της Αθωότητας. Λέγαμε –νύχτωσε και είμαστε ακόμα ζωντανοί, είμαστε ανίκητοι. Μετά μας πήρε χαμπάρι ο στρατός και άρχισε το κυνήγι.

Η σκιά έκανε μερικά δειλά βήματα στο ξέφωτο πλησιάζοντάς με, έκανα κι εγώ το ίδιο. Στο κάτω-κάτω ήταν ένας άνθρωπος, μπορούσαμε να τα βρούμε μεταξύ μας. Περπάτησα προς το μέρος του με τα χέρια ανοιχτά για να δείξω οτι δεν ήμουν απειλή. Σταματήσαμε ταυτόχρονα όταν η απόσταση μεταξύ μας μειώθηκε. Μπορούσαμε τώρα να δούμε ο ένας τα χαρακτηριστικά του άλλου. Κι εγώ είδα απέναντί μου έναν άντρα, μάλλον συνομήλικό μου. Έδειχνε να έχει περάσει πολύ καιρό στο βουνό, αξύριστος με κουρελιασμένη στρατιωτική φόρμα παραλλαγής. Χαμογέλασα καθησυχαστικά κι εκείνος έκανε το ίδιο.
«Σου βρίσκεται κανένα τσιγάρο;» ρώτησε με σπασμένη φωνή –σα να είχε καιρό να μιλήσει με άνθρωπο.
«Ναι, βέβαια», βιάστηκα να απαντήσω και έψαξα τις τσέπες μου.
Αυτό φάνηκε να τον αναστατώνει, ίσως και να είδε το πιστόλι στη ζώνη μου, έβαλε απότομα το χέρι στην δεξιά τσέπη του παντελονιού του. Κι εγώ έβγαλα γρήγορα το πακέτο. Ανάψαμε πριν καθίσουμε στο χώμα.
«Ευχαριστώ», είπε. «Δεν θυμάμαι από πότε έχω να καπνίσω».
«Η φυγή κάνει καλό στην υγεία», παρατήρησα χαμογελώντας.
Με κοίταξε κρατώντας τον καπνό μέσα του.
«Η φυγή; Δεν φεύγω από πουθενά!» μουρμούρισε.
«Και τότε τι κάνεις στο βουνό;»
«Τι να κάνω; Εδώ είναι το σπίτι μου», είπε κοιτάζοντας τριγύρω.
«Όπως θέλεις...» έκανα εγώ αδιάφορα.
«Εσύ δηλαδή τι κάνεις στο βουνό;» με ρώτησε.
«Ψάχνω να βρω την οικογένειά μου...» είπα.
Ανασήκωσε τους ώμους και αφοσιώθηκε στο τσιγάρο του.
«Λοιπόν;» έκανα ανυπόμονα.
Με κοίταξε μπερδεμένος.
«Έχεις δει ανθρώπους εδώ πάνω; Ξέρεις τίποτα;»
«Το βουνό ήταν πάντα γεμάτο ανθρώπους, στις σπηλιές και κάτω από τα δέντρα... Πάντα υπήρχαν άνθρωποι εδώ... Ζωντανοί ή πεθαμένοι...» μουρμούρισε.
«Δεν με ενδιαφέρουν οι πεθάμενοι, πες μου για τους ζωντανούς», παρακάλεσα.
«Εσείς οι άνθρωποι της πόλης!» αγανάκτησε. «Ασχολείστε μόνο με τους ζωντανούς και δεν είσαστε ικανοί ούτε να πεθάνετε της προκοπής!»
Έσβησα το τσιγάρο και τον κοίταξα.
«Είναι η κόρη μου και η γυναίκα μου...» δικαιολογήθηκα.
«Μόνο;» αναρωτήθηκε. «Δεν έχεις πεθαμένους εσύ;»
«Έχω αλλά...»
«Αλλά θέλεις να σώσεις τους ζωντανούς. Κι έτσι θα τρέχεις μέχρι να τους βρεις και μετά θα τρέχετε όλοι μαζί μέχρι... Μέχρι πού;»
Τον κοίταξα περιμένοντας.
«Μέχρι να πεθάνετε και τότε κανένας δεν θα ψάξει για σας», κατέληξε.
«Έστω κι έτσι...» είπα εγώ.
«Τις προάλλες μίλησα με ένα παιδί, για την ακρίβεια το παιδί μού μίλαγε κι εγώ άκουγα. Είπε οτι οι πεθαμένοι κατέβηκαν πιο χαμηλά τώρα τελευταία, μοιάζει σα να φεύγουν από το βουνό», κοίταζε κάπου προς το σκοτάδι όσο τα έλεγε αυτά.
«Δεν είναι οι πεθαμένοι που κατεβαίνουν, είναι οι καινούργιοι που έρχονται», απάντησα εγώ.
Με κοίταξε με κάποια έκπληξη.
«Δεν το είχα σκεφτεί!» θαύμασε.
«Γίνονται πολλά εκεί κάτω...» μουρμούρισα.
«Τίποτα δε γίνεται, απλά οι άνθρωποι έχουν μπερδευτεί. Νομίζουν οτι βρήκαν συντροφιά... πάντα οι άνθρωποι σκοτώνουν για να βρουν συντροφιά....»
«Πες μου για όσους κρύβονται στο βουνό», παρακάλεσα για μια ακόμα φορά.
«Κανένας δεν κρύβεται στο βουνό, οι άνθρωποι δεν μπορούν να ανακατευτούν με την πέτρα και το χώμα... Αν κοιτάξεις προσεκτικά θα τους δεις σαν...»
«Σαν τη μύγα μέσα στο γάλα», γέλασα.
«Είσαι κάπως αφελής!» παρατήρησε. «Υπάρχει καλύτερη κρυψώνα για τις μύγες από το γάλα; Εξαφανίζονται κολυμπώντας στην ευτυχία».
Γέλασα με τη σειρά μου.
«Πρέπει όμως να προχωρήσω», του είπα.
«Πάντα έτσι ήταν», φιλοσόφησε αόριστα.

Και τότε υπήρχε αυτή η περίεργη κατάσταση επειδή δεν ένιωθα τα πόδια μου, καταλάβαινα οτι ήμουνα σε κίνηση από τα δέντρα που άλλαζαν σχήμα τριγύρω μου. Κι όταν έμπαινα σε καμιά συστάδα όλα σκοτείνιαζαν –μόνο ο αέρας υπήρχε και αυτός ήταν που με κινούσε. Επειδή τα πόδια μου και το σώμα μου είχαν νεκρώσει εντελώς, σκέφτηκα μάλιστα να πυροβολήσω το μπούτι μου μπας και ξαναβρώ τις αισθήσεις μου. Ανηφόριζα όπου υπήρχε ανηφόρα κι αυτό ήταν όλο.

Μετά μύρισα σκουπίδια και ανθρώπινα περιτώματα στριφογύρισα προσπαθώντας να προσανατολιστώ. Αλλά η νύχτα ήταν γεμάτη μυρωδιές κι εγώ...
«Στάσου λίγο», άκουσα τη φωνή του πίσω μου.
Δεν είχα καταλάβει οτι με ακολουθούσε. Γύρισα.
«Μην πας τώρα, είναι νύχτα. Θα σου ρίξουν πριν φτάσεις κοντά τους, κάτσε να ξημερώσει...» είπε.
«Να ξημερώσει...» επανέλαβα.
«Τότε θα είναι όλα πιο εύκολα», ψιθύρισε.
«Το ξημέρωμα μας έβγαινε πάντα σε κακό», σκέφτηκα φωναχτά.
«Όπως ακριβώς και η συναναστροφή με ανθρώπους –μαζί πάνε αυτά», μου θύμισε.
«Ποιος διάολος είσαι;» θύμωσα.
«Θα πρέπει να γίνω συγκεκριμένος; Πως το λένε; Απτός!»
«Ποιος είσαι και τι θέλεις από μένα;» φώναξα.
«Ξέρεις Άρη... δεν αναγνωρίζουμε τους άλλους επειδή δεν αναγνωρίζουμε και τον εαυτό μας, το θέμα λοιπόν δεν είναι ποιος είμαι εγώ. Εσύ ποιος είσαι; Και τι θέλεις από σένα;» γέλασε.
«Δεν θέλω να ξέρω –όσοι μάθανε είναι καταραμένοι», κλαψούρισα.
Γέλασε τότε δυνατά, τόσο πολύ που κοίταξα προς τον καταυλισμό μπροστά μου ανήσυχος μήπως ξύπνησαν οι άνθρωποι. Αλλά οι άνθρωποι δεν ξυπνάνε τόσο εύκολα, δεν αφυπνίζονται με τέτοιου είδους απειλές. Επειδή αυτές είναι οι μοιραίες απειλές, ποιος ο λόγος να τις παλέψεις;
«Σκάσε πια», είπα στο τέλος.

Αλλά μιλούσα στον εαυτό μου και πάλευα μόνος μου να σωπάσω το αναπόφευκτο. Επειδή ήμουνα μόνος εκεί πέρα και οι άνθρωποι απέναντι μου. Κοιμόντουσαν ήσυχοι.

«Ή κάνε ότι νομίζεις –κουράστηκα», μουρμούρισα καθώς βούλιαζα κρατημένος στον κορμό ενός δέντρου περιμένοντας το ξημέρωμα.

Πέμπτη, Ιουλίου 02, 2009

10. Ο τρόμος προς το βουνό

Προηγουμένως:
1.Ο Άρης είναι καθηλωμένος σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο αντιμετωπίζοντας σημαντικά κενά μνήμης. Μαζί με μια ακόμα ένοικο, την Κατερίνα, βρίσκουν έναν κρεμασμένο άντρα κοντά στο ξενοδοχείο.

2. Οι χωρικοί εμφανίζονται με απειλητικές διαθέσεις λόγω του κρεμασμένου, αλλά η κατάσταση διορθώνεται μετά την παρέμβαση του θείου Χάρη και την παράδοση των ενόχων κυνηγών.

3. Κατανομή αρμοδιοτήτων μέσα στο ξενοδοχείο, όσο τα όπλα παραμένουν στον θείο Χάρη και μια φωτογραφία εφημερίδας που ισχυρίζεται οτι ο Άρης είναι καταζητούμενος τρομοκράτης.

4. Ψάρεμα με αμφίβολα αποτελέσματα και κάποιες αψιμαχίες σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων.

5. Μια απόπειρα βιασμού έχει συνέπεια την κοινή πορεία του Άρη με τον Πάνο εκτός ξενοδοχείου.

6. Ο Άρης φτάνει στο χωριό και, με τη βοήθεια του αστυνόμου, ψάχνει να βρει την κόρη του.

7. Ο Άρης συναντάει τους δικούς του συντρόφους για να ανακαλύψει οτι δεν είναι ούτε δικός τους, ούτε σύντροφός τους.

8. Ο Άρης ανακαλύπτει διάφορα πράγματα, μεταξύ αυτών και το πτώμα του πατέρα του.


9. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο -η αντοχή των ορίων μεταξύ "δικού" και "ξένου"

Εκείνο το πρωί δεν ήθελα να ξυπνήσω όπως ακριβώς το προηγούμενο βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Πνιγόμουν σε μια ζελατίνα γεμάτη ασύνδετες εικόνες, είδα κάποια στιγμή τα πρόσωπά τους –το χαμόγελο της κόρης μου και την ανησυχία της γυναίκας μου. Δεν ήταν το τρένο που τις πήρε μακριά μου, δεν ήταν αυτό. Και μετά μια κοφτή εντολή ενεργοποίησης των εκρηκτικών μηχανισμών, ταυτόχρονα, και μετά;

Τινάχτηκα σα δύτης που ψάχνει οξυγόνο, έτοιμος να αντιμετωπίσω οτι υπήρχε στον αφρό της μέρας –επειδή ήμουν σίγουρος πως κάποιος είχε μπει στο δωμάτιό μου. Ασυναίσθητα έσφιξα το σεντόνι για να καλύψω το στόμα μου.
«Ήθελα να σε ρωτήσω κάποια πράγματα», είπε ο Μάρκος. Καθόταν στη μοναδική καρέκλα του δωματίου και με κοίταζε επίμονα.
«Και δεν μπορούσες να περιμένεις μέχρι να ξυπνήσω;» απόρησα.
«Όχι», είπε ξερά.

Σηκώθηκα να πλύνω τα μούτρα μου και τον άφησα να περιμένει εκεί. Χρειαζόμουν ένα καλό μπάνιο αλλά μάλλον έπρεπε να το αναβάλλω για την ώρα.
«Σ΄ακούω», μουρμούρισα όσο ξανακαθόμουν στο κρεβάτι.
«Τι κάνει ο Πάνος;» ρώτησε.
«Μια χαρά. Ήρθε μαζί μου μέχρι το χωριό κι εκεί τον ανέλαβε ο αστυνόμος –ακόμα θα πρέπει να είναι κλειδαμπαρωμένος στο κρατητήριο», του εξήγησα.
«Γιατί;»
«Για δική του ασφάλεια. Οι χωρικοί δεν έχουν και τις καλύτερες διαθέσεις απέναντί μας».
«Και που θα πάει αυτό δηλαδή; Με τον Πάνο εννοώ...»
«Υποθέτω οτι με το πέρασμα των ημερών οι χωρικοί θα αδιαφορήσουν. Ή θα έρθουν στο χωριό...»
«Ποιοι;»
«Αυτοί. Οποιοιδήποτε κι αν είναι Αυτοί...»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Δεν πιστεύω οτι θα έρθει ποτέ κανένας. Μπορεί οι πόλεις να είναι σημαντικές αλλά εμείς εδώ πέρα... Λίγοι άνθρωποι κλεισμένοι σ΄ένα ξενοδοχείο κι ένα κωλοχώρι παραδίπλα –ποιος θα νοιαστεί;» είπε ο Μάρκος.
«Μπορεί ν΄αργήσουν αλλά θα έρθουν. Πάντα έρχονται», του εξήγησα.
«Έχεις δίκιο –αλλά μέχρι να ΄ρθουν δεν ξέρω πόσοι από μας θα είμαστε ακόμα ζωντανοί...»
«Πηγαίνετε στο χωριό τότε. Τι περιμένετε;» απόρησα.
«Δηλαδή οι επιλογές είναι ή να πεθάνουμε από την πείνα ή να πεθάνουμε από τα δίκαννα των χωρικών», διαπίστωσε.
«Μπορείς πάντα να μιλήσεις μ΄έναν άνθρωπο πριν σε πυροβολήσει, αλλά δεν ισχύει το ίδιο για την πείνα ή το κρύο...» υποστήριξα.
«Ίσως τότε να το καθυστερήσουμε, μέχρι να βρεθούμε στην ανάγκη», υπολόγισε.
«Δικός σας λογαριασμός», είπα.
«Δεν πρόλαβα να σ΄ευχαριστήσω που έσωσες τον Πάνο», θυμήθηκε ξαφνικά.
«Δεν έσωσα τον Πάνο –αυτόν ευχαρίστως θα τον πυροβολούσα. Εσάς τους υπόλοιπους προσπάθησα να βοηθήσω», του απάντησα.
«Έστω κι έτσι...» ψιθύρισε.
«Λάθος», τον έκοψα. «Αν συνεχίσετε έτσι σε λίγο θα γεμίσει πτώματα το ξενοδοχείο. Ακόμα και οι αναλώσιμες Βανέσες σας τελείωσαν –έτσι νομίζω».
«Ο θείος Χάρης είναι μια εξασφάλιση...» παραδέχτηκε.
«Όσο η ύπαρξή σας δεν τον επιβαρύνει», του είπα.
«Αλλά γιατί...» απόρησε.
«Αν έρθουν Εκείνοι που απεχθάνονται τους νταβατζήδες, ο θείος Χάρης την έχει άσχημα», έδειξα αόριστα έξω από το παράθυρο. «Νομίζεις λοιπόν οτι θα σας αφήσει να τον καρφώσετε;»
«Και γιατί θα το κάναμε αυτό;»
«Για να δείξετε οτι κι εσείς απεχθάνεστε τους νταβατζήδες, ή επειδή ο θείος Χάρης σας κάθεται στραβά...»
«Ναι, υπάρχουν αυτές οι πιθανότητες», παραδέχτηκε.
«Ο θείος Χάρης σάς είναι άχρηστος –λάθος –ο θείος Χάρης είναι επιζήμιος. Μπορείτε να τα καταφέρετε μια χαρά και μόνοι σας, βοήθα την Ελβίρα κι όποιον άλλον θέλει, να τον ξεφορτωθείτε», του πρότεινα.
«Ποιο το όφελος; Όλοι ίδιοι είναι στην τελική. Όλοι είναι εντάξει όσο δεν κάνουν κουμάντο κι όλοι μετατρέπονται σε νταβατζήδες όταν γίνουν αρχηγοί», είπε ο Μάρκος.
«Καλά τα λες», ένευσα χαμογελώντας. «Όλοι ίδιοι είσαστε στην τελική. Το μόνο που σας νοιάζει είναι να κάνει κάποιος άλλος κουμάντο στις ζωές σας, οποιοσδήποτε, αρκεί να μην είσαστε εσείς που θα παίρνετε τις αποφάσεις».

Σηκώθηκα κι άρχισα να ντύνομαι για να κρύψω τον εκνευρισμό μου. Οι άνθρωποι είχαν από καιρό μετατραπεί σε άψυχους δέκτες τηλεόρασης, το θυμόμουν αυτό –αλλά ποτέ δεν τα πήγα καλά με την υπομονή, έτσι και τώρα δεν μπορούσα να περιμένω τους ανθρώπους ν΄αλλάξουν. Εφόσον ο φλεγόμενος κόσμος δεν τους ήταν αρκετός για να κόψουν τη σύνδεση με τους πομπούς -όταν το γκρέμισμα των πομπών δεν απελευθερώνει τους δέκτες -ανάθεμά με κι αν ήξερα τι άλλο θα έπρεπε να γίνει δηλαδή! Ίσως τίποτα άλλο. Ίσως οτι έγινε να ήταν περισσότερο κι από αρκετό, ίσως πάλι να μην υπήρχε καμιά ελπίδα. Άλλωστε οτι κάνουμε, έχει σκοπό αποκλειστικά τους εαυτούς μας –ποτέ κανένας δεν θέλησε να σώσει τον κόσμο, κι όσοι το πίστεψαν απλά κορόιδευαν. Τους εαυτούς τους ή τους άλλους –τι σημασία έχει; Είμαστε σ΄ένα παγωμένο ναρκοπέδιο, παλεύουμε να βγούμε ζωντανοί κι ολόκληροι από εκεί μέσα, αν στην πορεία βρεθούμε με κάποιους συντρόφους –καλύτερα για μας. Αν πάλι χρειαστούμε να τους σπρώξουμε ανυποψίαστους για να πέσουν πρώτοι αυτοί τις νάρκες –κανένα πρόβλημα. Θέλουμε να βγούμε ζωντανοί κι ολόκληροι.

«Είμαι κάπως βιαστικός», είπα στον Μάρκο που καθόταν ακόμα αμήχανος και άνοιξα την πόρτα του δωματίου.
Είχα μπροστά μου μια μεγάλη μέρα.

Στο χωλ του ξενοδοχείου με περίμενε η Θάλεια, ή έτσι μου φάνηκε –επειδή ήταν ακόμα πολύ νωρίς για να έχει ξυπνήσει ο κόσμος. Υποθετικά τουλάχιστον, γιατί με το Μάρκο να περιμένει πάνω από το κεφάλι μου, με τη Θάλεια να βολοδέρνει στο χωλ -δεν θα μου φαινόταν περίεργο να μου έχουν κανονίσει κάποια επιτροπή αποχαιρετισμού και μια μπάντα να παιανίζει.
«Λίγο νωρίς δεν είναι για να κυκλοφορείς ξύπνια;» ρώτησα τη Θάλεια.
«Σε περίμενα», μου είπε.
«Μα φυσικά –τι άλλο;» γέλασα.
«Δεν θέλω να μας αφήσεις», ψιθύρισε η Θάλεια.
«Μακάρι να γινόταν διαφορετικά», μουρμούρισα βαριεστημένα και χωρίς να το εννοώ.
«Φοβόμαστε τον θείο Χάρη», συνέχισε η Θάλεια.
«Έχετε δίκιο, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι΄αυτό», είπα εγώ.
«Σκότωσέ τον!» με εκλιπάρησε.
Την κοίταξα προσπαθώντας να κρύψω το χαμόγελό μου.
«Δώσε μου έναν καλό λόγο για να το κάνω», της ζήτησα.
«Επειδή είναι απειλή για όλους μας», είπε διστακτικά.
«Ποιοι είναι οι όλοι; Εσύ, η Ελβίρα και ίσως η Κατερίνα –ξεχνάω κάποιον;» ρώτησα.
Δε μίλησε.
«Και γιατί εγώ; Γράφει πουθενά στο κούτελό μου ‘εκτελούνται δολοφονίες’;» μόρφασα επειδή το τελευταίο μου φάνηκε πλεονασμός.
«Για να μας βοηθήσεις...» είπε η Θάλεια αβέβαια.
«Ναι. Να σας βοηθήσω σε τι;» απαίτησα να μάθω.
Έμεινε ξανά βουβή.
«Κοίτα –είμαι πολύ βιαστικός», της εξήγησα και ξεκίνησα να φύγω.
«Πάρε μας μαζί σου τότε!» παρακάλεσε η Θάλεια.
«Δεν έχω ούτε χώρο να σας κουβαλήσω, ούτε και όρεξη να κρεμάσω τον θάνατό σας στο λαιμό μου –φτάνουν όσοι θάνατοι έχω ήδη», είπα αφηρημένα.
Η Θάλεια δε μίλησε, ήξερα όμως οτι αν πάθαιναν κακό θα το φορτωνόμουν. Δεν έχει σημασία τι έκανες, όσα δεν έκανες μετράνε περισσότερο τη Μέρα της Κρίσης κι αυτή έρχεται στο τέλος της κάθε μέρας για πολλούς από μάς.

Αγνόησα τον ήλιο που με κρυφοκοίταξε απειλητικά, όσο προσπαθούσε να πηδήσει πάνω από το βουνό –αγνόησα τις πιθανότητες που είχαν στήσει ολόκληρη διαδήλωση εναντίον μου –προχώρησα. Στην πλάτη σφιγμένο το σακίδιο με λίγα ρούχα κι ακόμα λιγότερες κονσέρβες, στη μέση το παγούρι που με έφτανε μόλις για μιας μέρας δρόμο –προχώρησα.

«-Πήγαινε γιε μου, πήγαινε στο ποτάμι/ δες τις γυναίκες να θρηνούν εκεί πέρα/ μετά ανέβα στο βουνό/ δες τους άντρες να θρηνούν κι αυτοί».

Αν περνούσα τον κατεστραμμένο δρόμο είχα ελπίδες. Όχι πολλές –όταν όμως είσαι στο μηδέν ακόμα και το 1 αποτελεί πρόοδο. Αν περνούσα τον κατεστραμμένο δρόμο θα άγγιζα το 2 ή το 3 στην εκατοστιαία κλίμακα. Κάτι ήταν κι αυτό.

Τα παπούτσια μου γέμισαν κοφτερά χαλίκια όσο απομακρυνόμουν από τη θάλασσα, η άμμος γινόταν πιο συμπαγής, ένα λασπώδες σεληνιακό τοπίο, πριν μεταμορφωθεί σε κοτρόνες. Είχα καιρό γι΄αυτό, είχα καιρό μέχρι το βουνό. Καχεκτικοί θάμνοι, καρτερικά αγκάθια, μικρά σκισίματα στην επιφάνεια του εδάφους –κάτι τέτοια δεν θα μπορούσαν να με καθυστερήσουν πολύ.

Όταν ο ήλιος έφτασε λίγο πιο κάτω από τον γιακά του πουκαμίσου μου άρχισα να διακρίνω τον κεντρικό δρόμο. Δεν ήταν ανάγκη να τον δω βέβαια –αρκούσε η αλλαγή της ησυχίας, αρκούσε πως ο μακρινός ήχος των κυμάτων έδωσε τη θέση του στην αναμονή του παλμού μιας σαραβαλιασμένης καρδιάς που λειτουργούσε ακόμα λόγω αδράνειας. Αυτό ήταν ο κεντρικός δρόμος.

Το βήμα μου έγινε αστροναυτικό.

Υπολόγισα οτι χρειάστηκαν περισσότερα από 10 λεπτά μέχρι να πατήσω τα πρώτα μυτερά κομμάτια μαύρης ασφάλτου, δεν μπόρεσα ν΄αντισταθώ –έπιασα το κοντινότερο τριγωνικό θραύσμα, το ζύγισα στην παλάμη μου πριν το πετάξω όσο μακρύτερα μπορούσα για να κόψω την ησυχία. Θρυμματίστηκε βγάζοντας έναν κούφιο ήχο. Σε λίγο θα συναντούσα τους νεκρούς.

«-Πατέρα γιατί θρηνούν οι γυναίκες;/ -Θρηνούν για τους άντρες τους./ -Αλλά τότε γιατί θρηνούν και οι άντρες;/ -Για ν΄απαντήσουν στις γυναίκες τους».

Ήταν εκεί με σπαραγμένα σπλάχνα από αδέσποτα σκυλιά που πέθαναν χορτάτα. Κάποιων τα κόκαλα άρχιζαν ήδη να ασπρίζουν στον ανελέητο ήλιο. Και ήταν πολλοί οι νεκροί –περισσότεροι απ΄όσους άντεχε το μυαλό του ανθρώπου. Το δικό μου μυαλό –σίγουρα. Η αποφορά της σήψης ήταν το λιγότερο που με ενόχλησε. Περπάτησα γιατί δεν είχα άλλη επιλογή. Στην αρχή έβλεπα μόνο στρατιώτες.

Νέοι ή λιγότερο νέοι, πιο πίσω οι βαθμοφόροι εντελώς απροετοίμαστοι για οτι τους συνέβη. Σκέφτηκα να σκύψω πάνω στις στολές τους, να ψάξω μήπως είχε ξεμείνει κανένα πιστόλι ή τίποτα σφαίρες –σκέφτηκα μετά πως δεν υπήρχε λόγος. Είχαμε μάθει τους δικούς μας να ενεργούν μεθοδικά. Δεν θα άφηναν τίποτα χρήσιμο στον πεθαμένο εχθρό, άλλωστε ο θάνατός τους ο ίδιος δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια χρήσιμη εξέλιξη. Εκμεταλλεύσου τους εχθρούς –αντιμετώπισε την εκμετάλλευση. Λέγαμε. Τι σήμαινε αυτό; Οτι ο ξανθός στρατιώτης που δεν είχε περισσότερα από τα μισά μου χρόνια έπρεπε να κυλιέται σ΄αυτό τον έρημο δρόμο με το πρόσωπο μισοφαγωμένο και την κοιλιά ανοιχτή; Ιστορική αναγκαιότητα για έναν καλύτερο κόσμο –ποιος τον θέλει πλέον αυτόν τον κόσμο; Ποιος θα μείνει ζωντανός να τον απολαύσει; Όχι ποιος θα ζήσει –ποιος θα μείνει ζωντανός, αυτό ρωτάω. Εγώ πάντως όχι.

Είχα λιγότερα από 20 μέτρα να με χωρίζουν από την τελεσίδικη διαπίστωση του θανάτου μου. Τα κάλυψα γρήγορα –το είχα ξανακάνει άλλωστε, τώρα θυμόμουν καλύτερα. Μια γυναίκα που κρατούσε σφιχτά το μωρό της στην αγκαλιά με υποδέχτηκε. Δεν τη θυμόμουν βέβαια αυτή τη γυναίκα, μάλλον δεν την είχα προσέξει την προηγούμενη φορά. Η γυναίκα είχε τα μάτια στραμμένα προς την απέναντι άκρη του δρόμου, κάτι κοίταζε εκεί πέρα –εμένα δεν καταδέχτηκε να μου ρίξει ούτε μια ματιά, γιατί να το κάνει άλλωστε; Εγώ απλώς είχα προκαλέσει τον θάνατό της και τον θάνατο του παιδιού της –ήμουν λιγότερο σημαντικός από την απέναντι άκρη του δρόμου. Τώρα πια.

Προχώρησα ανάμεσα στα πτώματα προσεκτικά, οι στρατιώτες δεν με απασχολούσαν πλέον, έπρεπε όμως να ψάξω παραπέρα. Να ψάξω, να σιγουρευτώ. Ήξερα οτι το είχα ξανακάνει, αλλά δεν είχε σημασία. Έπρεπε πάλι να ψάξω, από την αρχή –επειδή δεν θυμόμουν αν μεταξύ των πτωμάτων είχα βρει τη γυναίκα και την κόρη μου. Τότε, αμέσως μετά την έκρηξη. Ήταν δυσκολότερες οι συνθήκες. Πολλοί ούρλιαζαν ακόμα, δεν είχαν πεθάνει ακόμα. Τότε. Τώρα όλα ήταν πιο εύκολα. Μόνο πτώματα φαγωμένα από αδέσποτα σκυλιά που...

Ένα ζευγάρι γέρων, στην ηλικία του πατέρα μου του συχωρεμένου. Τους κοίταξα με τα μάτια του κτήνους.

«Πατέρα γιατί θρηνείς;/ Νιώθω υγρό το πρόσωπό σου στα δάχτυλά μου/ Λυπάμαι, αλήθεια λυπάμαι πατέρα/ Δεν είχα καταλάβει οτι σε πλήγωσα τόσο!»

Διέσχισα τα πεσμένα κορμιά κι όσο βαθύτερα έμπαινα σ΄αυτό το ποτάμι διαμελισμένων ανθρώπων τόσο περισσότερο έμοιαζε με ένα ταξίδι στο παρελθόν –επειδή εκείνοι θα μπορούσαν να είναι οι γονείς μου κι αυτοί θα μπορούσαν να είναι φίλοι μου κι εδώ παρακάτω θα μπορούσε να βρίσκεται η γυναίκα και το παιδί μου. Αλλά δεν ήταν. Ούτε γονείς, ούτε φίλοι, ούτε η γυναίκα και το παιδί μου. Ήταν άνθρωποι που ποτέ δεν γνώρισα κι αυτό μάλλον με διευκόλυνε στο να αποφασίσω τον θάνατό τους. Όταν το σκέφτηκα, αποστασιοποιήθηκα –ένιωσα αμέσως παρατηρητής, δεν είχαν σημασία οι νεκροί, σημαντικοί έγιναν μόνο οι δικοί μου άνθρωποι. Κι αυτοί δεν βρίσκονταν ανάμεσα στους νεκρούς, άρα ήταν ακόμα ζωντανοί, άρα δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα –κανένα πρόβλημα, κανένα πρόβλημα –νομίζω οτι περπατούσα εκεί πέρα ουρλιάζοντας. Κανένα πρόβλημα! Για να μη χάσω πάλι το μυαλό μου, όχι τώρα που έπρεπε να ψάξω τη γυναίκα και το παιδί μου.

Ένας άντρας, όχι πάνω από 30 χρονών, ήταν πεσμένος στην τελευταία σειρά των νεκρών, ένας άντρας χωρίς πόδια που είχε πεθάνει με τη γροθιά υψωμένη. Κάτι κρατούσε εκεί μέσα, σφιχτά, δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό, ξεκλείδωσα τη γροθιά του και βρήκα ένα χαρτί τσαλακωμένο. Ξεδίπλωσα το χαρτί, διάβασα τα τυπωμένα γράμματα.


ΩΡΑ ΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΕΙΣ

Νομίζω λοιπόν οτι έφτασε ο καιρός της βεβαιότητας. Νομίζω οτι αρκετά αναρωτηθήκαμε, αμφισβητήσαμε, αδρανοποιηθήκαμε. Έφτασε η ώρα να κοιτάξουμε στα μάτια το κτήνος και να το πυροβολήσουμε με ένα χαμόγελο. Μοιραίο, ειρωνικό, αδίστακτο χαμόγελο.

Και το όνομα του κτήνους -ΕΑΥΤΟΣ.

Εαυτός. Αυτός που τρέφεται με τα σκουπίδια του τρόμου μας, αυτός που είναι πολυμήχανα φυγόπονος, αυτός ο βρικόλακας που απεχθάνεται τους καθρέφτες, επειδή αν δει την όψη του θα γίνει σκόνη. Εαυτός.

Όταν τον ξαπλώσουμε στο χώμα (μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια ή ένα μαχαίρι στην καρδιά, το ίδιο κάνει) τότε θα δούμε ακριβώς πίσω του (μα πως ήταν δυνατό να μην το είχαμε διακρίνει ως τώρα;) το φάντασμα. Και το φάντασμα θα μοιάζει με αυτά που ξεχάσαμε οτι θέλουμε να είμαστε (πως είναι δυνατό να ξεχάσαμε;)

Και το φάντασμα θα πει...

Πως είναι δυνατό να ξέχασες τον δικό σου κόσμο; Από εκεί που ήρθες –πως είναι δυνατό να ξέχασες; Πως είναι δυνατό να πίστεψες οτι εδώ. Που έφτασες. Υπάρχει κάτι άλλο από ένα σωρό προσανάμματα για να φωτίσεις τον δικό σου κόσμο;

Και το φάντασμα θα πει...

Μη σταματάς, η μέρα θα περάσει από πάνω σου αν δεν καβαλήσεις τη μέρα, μη σταματάς να απαιτείς. Όλα να γίνουν όπως τα θέλεις. Όπως τα ξέρεις από τον κόσμο σου. Μα πως είναι δυνατό να ξέχασες;

Και τα φάντασμα θα πει...

Σήκω, βλαστήμα τον πατέρα και τη μητέρα σου, φτύσε στα μούτρα τους καθοδηγητές σου, άναψε το τσιγάρο σου με την φλόγα της κακίας τους και σήκω.

Τότε λοιπόν εσύ δεν θα είσαι πια εσύ –τότε θα είσαι τα πάντα. Και τα πάντα είναι ο ταπεινότερος αυτοπροσδιορισμός, τα πάντα είναι το λιγότερο που θέλησες –δεν υπάρχει παρακάτω.

Θα τρέξεις τότε στη δουλειά σου, στη ζωή σου, στην οικογένειά σου, στους φίλους σου, στους πολιτικούς σου, στα αφεντικά σου, στις εμμονές και τους φόβους σου –θα τρέξεις κατά κει...

Και θα χαμογελάσεις. Μοιραία, ειρωνικά, αδίστακτα.

Και θα πεις...

Ή αλλάζετε ή πεθαίνετε.

Και θα εννοείς....

Έτσι κι αλλιώς θα πεθάνετε.

Επειδή εσύ είσαι τα πάντα και το σύμπαν είναι αυτό που έφτιαξες, αν δεν σου αρέσει το σπας επιτόπου το γαμημένο.

Επειδή δε υπάρχει λόγος να ανέχεσαι όσα δεν σου ταιριάζουν –γιατί; Βαριέσαι; Φοβάσαι; Νιώθεις οτι αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσες;

Το καλύτερο που μπορείς ποτέ δεν θα το κάνεις –δεν είσαι τόσο ηλίθιος ώστε να παγιδευτείς στην παντοδυναμία σου, θυμάσαι άλλωστε οτι οι θεοί παρασύρθηκαν από την παλίρροια πριν καν έρθει το τέλος της μέρας.

Θα κοιτάξεις λοιπόν, μπορεί κιόλας να αγανακτήσεις από τα χάλια τους –πως είναι έτσι η ζωή σου, η οικογένειά σου, οι φίλοι σου, το αφεντικό σου, οι πολιτικοί σου; Τι είδους εμμονές είναι αυτές; Πόσο ασήμαντοι οι φόβοι σου!

Και θα πεις...

Καθίστε τώρα να σας ξαναφτιάξω από την αρχή.

Και θα εννοείς ακριβώς αυτό.

Μέχρι το τέλος της μέρας όταν θα ξαναδείς το φάντασμα και το φάντασμα θα σου πει....

Καιρός να φύγουμε, βραδιάζει.

Και θα εννοεί ακριβώς αυτό.

Κι εσύ θα πεις...

Δεν πάω πουθενά, έχω δουλειά ακόμα.

Και θα εννοείς...

Δεν σκοπεύω να τα παρατήσω, θέλω να αποτύχω και να συνεχίσω και να πετύχω και να συνεχίσω και τελικά δεν έχει σημασία –είμαι εδώ επειδή το επέλεξα, κανένας δεν θα μου πει πότε θα φύγω.

Και το φάντασμα θα σε κοιτάξει εχθρικά, καχύποπτα, θα προσπαθήσει να μη δει την εικόνα του στα μάτια σου.

Δεν υπάρχει περίπτωση. Επειδή έφτασε ο καιρός της βεβαιότητας. Αρκετά αναρωτήθηκες, αμφισβήτησες, αδρανοποιήθηκες. Αυτή την ώρα κοιτάζεις στα μάτια το κτήνος πριν το πυροβολήσεις με ένα χαμόγελο. Λυπημένο, συμπονετικό, αθώο χαμόγελο.

Και το όνομα του κτήνους -....

Θυμήθηκα τότε τη νύχτα που είχα γράψει αυτή την προκήρυξη, πονούσαν τα μάτια μου από το έντονο φως της οθόνης, κρύωνα, είχα πυρετό. Αλλά έπρεπε να ουρλιάξω –όχι για να υποσχεθώ έναν καλύτερο κόσμο, όχι για να δικαιολογήσω τις πράξεις μας –είχα ανάγκη να ουρλιάξω. Γι΄αυτό και η προκήρυξη δεν είχε τέλος ή υπογραφή. Δεν έχει ταυτότητα το ουρλιαχτό και κόβεται απότομα. Το ουρλιαχτό.

Μετά πήραν το κείμενο -το πολυγράφησαν, το μοίραζαν κρυφά έξω από τα μαγαζιά και τα εργοστάσια, το μοίραζαν μέσα στα πανεπιστήμια –επειδή αυτοί ήμασταν. Απεγνωσμένοι.

Δεν σηκωθήκαμε για έναν καλύτερο κόσμο, δεν θέλαμε να μπούμε μπροστά, ούτε να υψώσουμε καμιά σημαία της επανάστασης. Θέλαμε μόνο να ζήσουμε κι Εκείνοι δεν μας αφήνανε, θέλαμε να αμυνθούμε, επειδή μας σκότωναν κάθε μέρα με διαφορετικό τρόπο.

Και είχαμε βαρεθεί να τρέχουμε, πόσο πια να τρέξεις; Κάποτε βρισκόσουν με την πλάτη στον τοίχο κι εκεί αποφάσιζες να πουλήσεις ακριβά το τομάρι σου –αυτό ήταν όλο. Δεν ζητούσαμε από κανένα να μας ακολουθήσει, αυτή η προκήρυξη δεν ήταν κάλεσμα για κανενός είδους αγώνα, αυτή η προκήρυξη ήταν η κραυγή μας. «Δεν θα μας πιάσετε τόσο εύκολα κουφάλες!» Αυτό ήταν όλο.

Και μετά βρέθηκαν πολλοί που έκαναν ακριβώς το ίδιο με μας, επειδή ήταν το ίδιο απελπισμένοι ή επειδή οι άνθρωποι έχουν μάθει να ακολουθούν –δεν είχαμε χρόνο να το ψάξουμε, ήμασταν με την πλάτη στον τοίχο και ουρλιάζαμε, καταλαβαίνεις;

Και μετά φάνηκε οτι Εκείνοι υποχωρούσαν, ξεκολλήσαμε τις πλάτες από τον τοίχο αλλά αφήσαμε τα μυαλά μας κολλημένα εκεί. Όλα έγιναν πιο δύσκολα, όλα μπερδεύτηκαν...

Όμως αυτό είναι ένα άλλο τραγούδι –ξέρεις...

«Είναι ένας θρήνος/ ένα τραγούδι για να θρηνούμε/ όταν νανουρίζουμε τα μωρά μας στις κούνιες/ ένα τραγούδι για να θρηνούμε/ αλλά δεν θα θρηνούμε για πολύ ακόμα».

«Κουφάλες», σφύριξα μέσα από τα δόντια μου, έφτυσα κάτω με σιχασιά και τάχυνα το βήμα μου.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι