Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ένα φέρετρο για τη Βέρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ένα φέρετρο για τη Βέρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Δεκεμβρίου 08, 2009

16. Κάποιο φέρετρο

Προηγουμένως:
1. "Που θα πας ρε ηλίθιε;"
2. Μαθαίνοντας τη Βέρα
3. Οι σφαίρες δεν πληρώνουν εισιτήριο μετ΄επιστροφής
4. Σκυλί με λαστιχένιο λουρί
5. Η πραγματική γαλήνη
6. Σημαδεύοντας τη βροχή
7. "Όχι πια εδώ"
8. Ένα παγωμένο χέρι για να κρατιέσαι
9. «Εξωτικό νησί είναι αυτό που δεν έχει μπάτσους»
10. Για κάποιους οι μέρες τελειώνουν νωρίς
11. "Καταζητούμενος"
12. Και τ΄αηδόνια θα βγάλουν το σκασμό
13. Μπλουζ με την πλάτη στον τοίχο
14. Αιχμάλωτοι σε σπασμένα πεζοδρόμια
15. Καμένο χαρτί

Ο δρόμος προς το παραλιακό σπίτι δεν ήταν χαλαρός όπως την προηγούμενη φορά –ίσως να έφταιγε και η ώρα. Πρωινή κι εργάσιμη. Φορτηγά τροφοδοσίας, βυτία ανεφοδιασμού, κουρσάκια αγχωμένων πλασιέ και άλλοι περίεργοι που συνωστίζονταν στην παραλιακή λεωφόρο, ψάχνοντας τη χαμένη τους τρυφερότητα –ή έτσι ήθελα να πιστεύω. Αλλιώς, τι διάολο κάνανε όλοι αυτοί, δίπλα στη θάλασσα, την ώρα που ο ουρανός έπεφτε μολυβένιος;

Άναψα τσιγάρο, άνοιξα και το τζάμι για να μη ντουμανιάσουμε –κύλησε μέσα μια πρόσχαρη βροχή που με ανατρίχιασε. Οι τζαμοκαθαριστήρες προσπαθούσαν φιλότιμα να βελτιώσουν την θέα του παρμπρίζ –αλλά τι να σου κάνουν κι αυτοί με τόσο νερό; Πήγαινα σιγά, προσεκτικά –το μόνο που μου έλειπε ήταν κάποιο άσχετο τρακάρισμα. Ευτυχώς ο ιδιοκτήτης της Άλφα Τζουλιέτα ήταν, κατά πως φαίνεται, ψείρας –λάστιχα, φρένα, λάδια, ξύδια –τζιτζιλόνι την είχε, όπως ακριβώς της έπρεπε. Πάτησα το πεντάλ του φρένου απαλά στραβώνοντας τη μούρη, κάποιο μικροτρακάρισμα μπροστά μου. Είχαν αφήσει οι γαμημένοι τ΄αμάξια τους στη μέση της λεωφόρου, άλλαξα λωρίδα κοιτάζοντας για λάδια ανακατεμένα με τα ρυάκια του βρόχινου νερού, πέρασα δίπλα τους, ευτυχώς δεν είχαν πλακώσει ακόμα οι μπάτσοι. Ένας ρεζίλης και μια λατέρνα βρέχονταν του καλού καιρού σκυμμένοι ευλαβικά πάνω από τους προφυλακτήρες των αυτοκινήτων τους, ψάχνανε για γρατζουνιές... Φρέναρα όταν ήμουν ακριβώς στο ύψος τους, είχα μια διάθεση να τραβήξω το Βάλτερ και να τους ξεσκίσω επιτόπου –αν θες να ξέρεις, κάτι τέτοιοι είναι χειρότεροι από τ’ Αφεντικά, κάτι τέτοιοι βάζουν πλάτη για να πατήσουν τ΄Αφεντικά –χαμογέλασα όσο απομακρυνόμουν. Στ΄αρχίδια μου πάντως, αν ο κόσμος γούσταρε να μαζοχίζεται δεν ήταν δικό μου πρόβλημα, αρκεί να μην πατούσαν τα «μπλε σουέτ παπούτσια μου». Επειδή ακόμα χειρότεροι κι απ΄τους «κάτι τέτοιους» είναι όσοι αποφασίζουν με το ζόρι να τους σώσουν, ξεκωλιάρηδες πρόσκοποι που περνάνε τις γριές με το ζόρι στο απέναντι πεζοδρόμιο...
«Άντε γαμηθείτε όλοι σας!» ούρλιαξα κορνάροντας.

Ο δρόμος άδειασε μπροστά από το μικροτρακάρισμα –πάτησα γκάζι, λίγα χιλιόμετρα μας χώριζαν πλέον.

Λίγα χιλιόμετρα και πολλή λάσπη στην ανηφόρα μέχρι την τρύπα του φράχτη –η Άλφα ανέβαινε βλαστημώντας για τις εμπνεύσεις μου.

Πάρκαρα εκεί έξω και πήρα βαθιές ανάσες πριν βγω στη βροχή –που να ήταν άραγε ο εκείνος ο άντρας του σπιτιού; Μου είχε πει οτι θα΄λειπε και φαινόταν τύπος που εννοεί όσα λέει. Κρίμα βέβαια, επειδή μερικά ποτήρια κρασί μαζί του δεν θα μου κακόπεφταν...

Οι μπότες μου βυθίστηκαν στις λάσπες του μονοπατιού. Δέντρα σκάλωναν τα σκελετωμένα τους δάχτυλα στο μπουφάν μου, τσαντίστηκα και προχώρησα πιο γρήγορα. Το σπιτάκι στο βάθος του κήπου έμοιαζε με δαρμένο σκυλί έτσι που το κύκλωνε η καταιγίδα –δεν άντεχα και πολύ να το βλέπω. Η πόρτα του μεγάλου σπιτιού ήταν μισάνοιχτη. Την παραμέρισα με τον ώμο και μπήκα μέσα, ο διάδρομος σκέτη μαυρίλα. Μύρισα την αποξένωση, στυφή σα δυστυχία, προχώρησα προσεκτικά. Έξω από τις τζαμαρίες του σαλονιού η θάλασσα έδειχνε χολυγουντιανή υπερπαραγωγή –αστραπές, βροντές, μαυρίλα, μόνο ο τρομερός Γκοτζίλας έλειπε –να πεταχτεί από κει μέσα και να μας καταπιεί όλους. Πιέστηκα να ξεκολλήσω από το θέμα –έπρεπε να δω τι γίνεται μ’ Εκείνη.

Βρισκόταν ακριβώς στη θέση που την είχα αφήσει κι αγνάντευε πέρα –μακριά –αλλά δεν ήξερα τι ακριβώς έβλεπε. Ήταν όμορφη, πιο όμορφη απ΄όσο τη θυμόμουν –μάλλον έφταιγε που είχα μέρες να τη δω. Κάθισα δίπλα της, άναψα τσιγάρο.
«Γεια σου, γύρισα», ψιθύρισα.
Δεν είπε τίποτα. Μόνο ακούμπησε πάνω μου, βάρυνε το σώμα της κόντρα στο δικό μου ή ίσως να το έκανα κι εγώ –ένιωσα πάντως οτι ξαναγύριζα σπίτι και μου άρεσε αυτή η ηρεμία. Ανάσανα βαριά να κόψω τα δάκρυα νιώθοντάς την ξυλιασμένη δίπλα μου.
Και τότε το είδα, στο τραπεζάκι απέναντί μας –μοναχικό σαν τελεσίδικη απόφαση. Το Λούγκερ περίμενε εκεί πέρα, με την κάνη του ξαπλωμένη αυθάδικα. Σηκώθηκα, πλησίασα, το έπιασα. Δίπλα του παρατημένη μια σφαίρα –έβγαλα τη γεμιστήρα, την έλεγξα, ήταν άδεια. Πήρα τη σφαίρα και την έβαλα μέσα, όπλισα κιόλας αλλά δεν τράβηξα την ασφάλεια. Ωραίος ο δικός μου! Είχε φροντίσει να αφήσει ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή, για την περίπτωση που τα πράγματα θα μου έρχονταν στραβά. Έχωσα το Λούγκερ στην τσέπη μου.
«Ώρα να φύγουμε», της είπα και έσκυψα για να τη σηκώσω στην αγκαλιά μου.

Στην είσοδο του σπιτιού μάς περίμενε η δερμάτινη βαλίτσα με τα χρήματα.

Τακτοποίησα τη βαλίτσα στο πορτ μπαγκάζ της Άλφα κι Εκείνη δίπλα μου, στη θέση του συνοδηγού. Ήμασταν έτοιμοι και τίποτα δεν ήταν ικανό να μας σταματήσει. Πλέον.

Βγήκα στη λεωφόρο που έβγαζε έξω από την πόλη, οδηγούσα με τρόπο κυριακάτικο –δεν βιαζόμασταν.
«Θες ν΄ακούσεις κάτι;» τη ρώτησα.
Έψαξα στα ντουλαπάκια, αλλά μόνο σφαίρες υπήρχαν μέσα –ο ιδιοκτήτης της Άλφα δεν είχε αφήσει καθόλου μουσική.
«Ατυχήσαμε», της είπα. «Αλλά δεν πειράζει. Όταν τελειώνει η μουσική, ανάβουν τα φώτα –είναι κάποια πράγματα που πρέπει να μάθεις. Επειδή έφαγες τη σφαίρα που έγραφε το δικό μου όνομα –και δεν ξέρεις ούτε τ΄όνομά μου... Για να μαθαίνεις λοιπόν –εγώ είμαι ο βασιλιάς Μίδας με τα μουτζουρωμένα χέρια. Εγώ, ότι αγγίζω δεν γίνεται χρυσός, ότι αγγίζω γίνεται δυστυχία. Γεννήθηκα τη μέρα που πέθανε η μάνα μου κι ο πατέρας μου ήταν καλός άνθρωπος, σπλαχνικός –αντί να με πνίξει επιτόπου με άφησε να ζήσω. Μαλακία του νομίζω. Όταν κατάλαβα οτι μπορώ να τα βγάζω πέρα μόνος, του άρπαξα όλο το μηνιάτικο και την κοπάνησα από το σπίτι –ήτανε τότε κάτι παιδιά που ζούσαν σε ερειπωμένα σπίτια, από εκείνα που οι ιδιοκτήτες δεν καταδέχονται ούτε να τα γκρεμίσουν. Πήγα μαζί τους, τα λεφτά έφταναν για κάνα δυο μήνες –μου τα κλέψανε στη βδομάδα, έμαθα κι εγώ το κόλπο, έκανα τα ίδια. Με πιάσανε την ώρα που κουβάλαγα μια τηλεόραση, 10 μέτρα από την παραβιασμένη πόρτα με πιάσανε –βλέπεις, οι άλλοι ήταν παλιοί, πήραν τα φράγκα και τα κοσμήματα, σε μένα έμεινε το βαρίδι. Με τραβάγανε οι μπάτσοι κι εγώ δεν την άφηνα την καργιόλα την τηλεόραση –λες και ήτανε δικιά μου, λες κι όλα αυτά ήταν ένα χοντροκομμένο καλαμπούρι που σύντομα θα τελείωνε... Ο πατέρας με γλίτωσε από το αναμορφωτήριο, με ξαναπήρε σπίτι και δε μου είπε κουβέντα για όλα αυτά –κάθε πρωί άφηνε ένα ποτήρι γάλα και ένα πιάτο φαΐ κάθε μεσημέρι –μόνο στο σχολείο επέμενε να ξαναπάω. Προσπάθησα πολύ για να του κάνω το χατίρι –τον αγάπαγα τον πατέρα μου, αλλά με αηδίαζε κιόλας. Αυτός ο άνθρωπος είχε καταπιεί αλεξικέραυνο, δεν εξηγείται αλλιώς! Ότι κι αν τον χτύπαγε, προσβολές, αδικίες, ξεφτιλίκια –ο πατέρας μου τα ρούφαγε και τα ‘θαβε στο χώμα. Στο χώμα που ήτανε καρφωμένος –με τρέλαινε αυτό. Έκανα υπομονή, έγινα φίδι κανονικό, έμαθα πως να χτυπάω και να μη φαίνομαι, αλλά έτσι έβγαλα το σχολείο. Ευτυχώς που υπήρχε και το μποξ αλλιώς θα σκότωνα κανέναν στη μέση του δρόμου –τόσο πολύ μισούσα τον κόσμο. Κι ακόμα τον μισώ, δες τι κάνανε σε σένα, δες τι μας κάνουμε... Ένα μάτσο καργιόληδες που κυνηγάνε το λαρύγγι μας κι εμείς πρέπει να τρέχουμε, δεν είχα ποτέ αντοχή στο τρέξιμο. Αγρίευε ο Χαρακωμένος, «τρέξε ρε μούλε», έσκουζε! Έκανα κι εγώ πως τρέχω, τον κορόιδευα, έκανε εκείνος πως με πίστευε –ο κλέψας του κλέψαντος. Ήθελα να πάρω όλα αυτά που ήθελα, έτσι είχε το θέμα. Έτσι κάνανε όλοι άλλωστε –ότι γουστάρανε το παίρνανε κι αν είχε κανένας αντίρρηση τόσο το χειρότερο γι΄αυτόν. Έτσι κι εγώ. Μόνο που δε διέθετα προσωπικό -τραμπούκους να ρίξουν το ξύλο για λογαριασμό μου –ε, και λοιπόν; Υπάρχουν Ανώνυμες Εταιρείες και άλλα τέτοια σκατολοϊδια –εγώ ήμουνα, ας πούμε, Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε. Και οι δουλειές πηγαίνανε υποφερτά μέχρι να σε γνωρίσω. Τότε κατάλαβα οτι δε γίνεται να τη βγάζω πάντα καθαρή...» κόμπιασα λίγο κοιτάζοντας τον μεσαίο καθρέφτη της Άλφα «... κι οτι οι μπάτσοι δεν πρόκειται να μ’ αφήσουν ποτέ σε ησυχία». Πάτησα γκάζι αμέσως μόλις βάλανε μπροστά τις σειρήνες τους.


Τα βλέφαρά μου βάραιναν πίσω από το τιμόνι της Άλφα Τζουλιέτα, λευκές γραμμές στη μαύρη άσφαλτο όσο Εκείνη κοιμόταν δίπλα, γαλήνια. Οδηγούσα συνεχόμενα μέσα στη νύχτα κουβαλώντας ένα εκατομμύριο σε δερμάτινη βαλίτσα πίσω στο πορτ μπαγκάζ, τη Βέρα που ξεκουραζόταν στη σκληρή θήκη της αγκαλιά μ΄ένα Λούγκερ και δυο μεγάλα προβλήματα. Επειδή βλέπεις τα λεφτά ήταν σημαδεμένα, δεν μπορούσα να ξοδέψω ούτε σέντσι χωρίς να με πάρουν χαμπάρι. Κι όλοι οι μπάτσοι της περιφέρειας με είχαν στρώσει στο κυνήγι –δεν το έκοβα ν΄αντέχω για πολύ.

Είχαμε εδώ και ώρα αφήσει πίσω μας την πόλη, θυμάμαι οτι ξεκίναγε να νυχτώνει όταν περάσαμε τα τελευταία της διόδια. Μιλούσα μαζί της, δεν κατάλαβα ούτε πως πέρασε η ώρα, ούτε από που ήρθε η κούραση. Μαζί με τους μπάτσους –από που ξεφύτρωσαν και δαύτοι; Μας έμεναν περίπου 100 χιλιόμετρα, αλλά θα φτάναμε όπως και να ΄χε στο σπίτι, της το είχα άλλωστε υποσχεθεί –αυτό το βουνίσιο σπίτι με θέα τη θάλασσα κι αγριοτριανταφυλλιές που στεφανώνουν τα παράθυρα, από κει θα χαζεύαμε τα χρόνια να περνάνε.

Μπήκα στα στριφογυριστά χιλιόμετρα της εθνικής με τους μπάτσους γαντζωμένους στον κώλο μου, κοίταξα ψηλά και δεν είδα κανένα ελικόπτερο –ήταν άλλωστε αργά για τέτοια κόλπα, τώρα ανεβαίναμε το βουνό, πολλά εμπόδια και μια βροχή ασταμάτητη.
«Δε θα μας βάλουν εύκολα στο χέρι –μην ανησυχείς», της είπα.
Δεν έδειχνε ν΄ανησυχεί ιδιαίτερα –άλλωστε Εκείνη τα ήξερε όλα από τα πριν. Κι εγώ ήξερα καλά αυτό το βουνό, το είχα ανέβει τόσες φορές πηγαίνοντας σ΄αυτό το σπίτι...

80 χιλιόμετρα κι ακόμα ήταν πίσω μου τα περιπολικά.

Ο παππούς είχε πεθάνει σ΄εκείνο το σπίτι, ζούσε μόνος εκεί πάνω από τότε που η γιαγιά μου έγινε χαλκομανία –κάποιος μεθυσμένος αγρότης την πάτησε μια νύχτα που έβρεχε σαν τώρα. Ήμουνα τότε μικρό παιδί, δημοτικό πήγαινα, δεν καταλάβαινα πολλά. Όταν μεγάλωσα είχα ρωτήσει τον παππού μου γι΄αυτή την ιστορία –«όλοι κάνουμε λάθη», είχε απαντήσει. Είχα σταυρώσει τον πατέρα μου για να μάθω περισσότερα –άδικος κόπος. Κι επειδή δεν έρχονταν συχνές επισκέψεις στον παππού, χρειάστηκε να περιμένω μέχρι την κηδεία του –ήρθαν τότε κάμποσοι παλιοί γνωστοί του, πλεύρισα κάποιον, άνοιξα κουβέντα. «Όλοι κάνουμε λάθη –και τα λάθη πληρώνονται», είχε πει. «Δηλαδή, πόσα χρόνια έφαγε αυτός που σκότωσε τη γιαγιά μου;» θέλησα να μάθω. «Δεν λέω γι΄αυτόν –για τον παππού σου το λέω», είχε απαντήσει ο γνωστός του. Δεν κατάλαβα ποτέ τι εννοούσε κι ούτε κατάφερα να μάθω περισσότερα...

Βγήκα από τον δρόμο εκεί που άρχιζαν τα χωράφια, δε φαινόταν να υπάρχει κανένας χωματόδρομος διαφυγής –βγήκα κι έσβησα τα φώτα έτοιμος για όλα. Αν με μπλοκάρανε, μόνο πετώντας θα μπορούσα να την κοπανήσω κι αυτό θα έκανα δηλαδή. Περίμενα κρατώντας την ανάσα, τα πρώτα περιπολικά πέρασαν αέρα, αλλά η ουρά τους ήτανε μεγάλη. Όταν οι τελευταίοι κόψανε ταχύτητα βγήκα από την Άλφα με το Βάλτερ στο χέρι κι έτρεξα μέχρι την κοντινότερη συστάδα δέντρων –η βροχή με στράβωνε για τα καλά. Σε λίγο τους είδα να ανακυκλώνονται από το αντίθετο ρεύμα και να γυρνάνε πίσω, άρχιζε λοιπόν το πανηγύρι. Κοίταζα τους φάρους των περιπολικών που κόβανε τη βροχή μεθοδικά σα λιμανιώτες μαχαιροβγάλτες, σειρήνες ουρλιάζανε και ασύρματοι κρώζανε μέχρι το δέντρο που κρυβόμουνα μισοσκυμμένος, τα δόντια μου χτυπούσαν όσο τους περίμενα.

Ένα περιπολικό σταμάτησε απέναντί μου, ο προβολέας του άρχισε να σκουπίζει το πλάτωμα. Λουστήκαμε στο φως, όλα έδειχναν τρομακτικά παραμυθένια – ίσως γι΄αυτό δε μας είδαν. Καθόμουν ρουφηγμένος από τον υγρό κορμό του δέντρου και τους χάζευα –έβλεπα μέχρι τα ασπράδια των ματιών τους κι είχα την αίσθηση οτι ήμουν αόρατος –ένιωθα όμορφα.
«Να μείνει όχημα στο σημείο –εμείς επιστρέφουμε», άκουσα πεντακάθαρα κάποιον να διατάζει.
Πήγαινα στοίχημα, θα σπέρνανε τα μπατσικά τους κάμποσα χιλιόμετρα μπροστά και πίσω και θα περιμένανε το ξημέρωμα. Αυτοί πάντα είχαν χρόνο, εγώ ποτέ.

Χάζευα τώρα το πλήρωμα του περιπολικού να τουρτουρίζει, ο δρόμος φαινόταν ήσυχος. Μέτρησα δαγκώνοντας τη γλώσσα μου, 1, 2, 3... έφτασα μέχρι το 100 για να ξεκολλήσω από τον κορμό του δέντρου. Και μετά δοκίμασα το αθόρυβο πλατσούρισμα στις λάσπες, άφηνα δηλαδή τις μπότες μου να χωθούν μέχρι τη μέση σε νερολακκούβες πριν κάνω το επόμενο βήμα κάθως τους πλησίαζα. Ήμουν άραγε ακόμα αόρατος ή θα με βλέπαμε την αμέσως επόμενη στιγμή;

Χρειάστηκε να φτάσω δίπλα στο περιπολικό για να καταλάβω οτι δεν υπήρχε περίπτωση, οι δυο μπάτσοι λαγοκοιμόντουσαν εκεί μέσα, περιμένοντας τη βάρδια να τελειώσει. Πυροβόλησα έξω από το τζάμι, η βροχή σκέπασε την έκρηξη της πυρίτιδας κι η λάμψη –κάποιος κεραυνός ίσως. Ο μπάτσος στη θέση του συνοδηγού διαλύθηκε στην κυριολεξία, ο διπλανός του έπαθε σοκ όταν λούστηκε από κομμάτια δέρματος και αλεσμένα κόκαλα. Όσο έγερνε μπροστά για να ξεράσει εγώ έφτασα δίπλα του –άνοιξα την πόρτα.
«Βγες έξω», του ζήτησα.
Υπάκουσε σα μαριονέτα.
«Ηρέμησε –θα πάμε μια βόλτα, δεν πρόκειται να σε πειράξω», είπα εγώ.
Τον πήγα μέχρι εκεί που είχα κρύψει την Άλφα, του έκανα νόημα να καθίσει στο τιμόνι όσο φρόντιζα να τακτοποιήσω όλη μου την οικογένεια στις πίσω θέσεις. Μετά κρύφτηκα εκεί πίσω μαζί τους.
«Άκου πως πάει το παραμύθι –βρήκατε την Άλφα παρατημένη και έχεις εντολή να τη μεταφέρεις πιο πέρα, κατάλαβες;»
«Ποια Άλφα;» ρώτησε τρέμοντας.
«Αυτή που οδηγείς ρε μαλάκα –Άλφα Τζουλιέτα, τόσο άσχετος είσαι!» νευρίασα.
Κούνησε το κεφάλι και ξεκίνησε, η Άλφα κλώτσησε άσχημα –μετά έσβησε.
«’σου πω... ξέρεις να οδηγείς ή....;» του σφύριξα.
«Όχι εντάξει –συγνώμη!» βόγκηξε.
Μετά έγινε πιο προσεκτικός, καταφέραμε να ξεκολλήσουμε από τον λασπότοπο.
«Θα με σκοτώσεις –έτσι;» ψέλλισε.
«Γιατί να το κάνω;» απόρησα.
«Ξέρω ΄γω; Επειδή τέτοιος είσαι...»
«Πως είμαι δηλαδή;»
«Ψυχοπαθής που πυροβολεί αστυνομικούς...»
«Έτσι ε;» χαμογέλασα. «Δηλαδή πως πάει; Ξυπνάω κάθε πρωί και η μόνη μου έγνοια είναι πόσους μπάτσους θα σκοτώσω;»
«Ξέρω ‘γω; Εσύ να μου πεις...» ψεύδισε ο μπάτσος οδηγώντας αργά.
«Πέρασέ με από τα μπλόκα και μετά θα σε αφήσω. Δε σκότωσα κανέναν για την πλάκα μου», υποστήριξα.
«Εντάξει», απάντησε ο μπάτσος αλλά ήξερα οτι δεν το πίστευε.
«Για πες μου κάτι ακόμα ρε μάστορα», ξεκίνησα ν΄αλλάξω την κουβέντα. «Πως με βρήκατε;»
«Τι εννοείς;» αναρωτήθηκε σηκώνοντας τους ώμους.
«Με το που βγήκα από την πόλη ρε παιδί μου... τσουπ πίσω μου! Πως έγινε και με βρήκατε;»
«Γιατί; Πότε σε είχαμε χάσει;» σχολίασε ο μπάτσος.
Έμεινα να τον κοιτάζω.
«Τι σημαίνει αυτό;» απόρησα.
«Ποτέ δεν σε χάσαμε –αλλά είχαμε εντολές να μη σε πιάσουμε, μέχρι σήμερα».
«Και σήμερα;»
«Η εντολή είναι να σε πυροβολήσουμε χωρίς δεύτερη κουβέντα», ψιθύρισε ο μπάτσος.
Γέλασα.
«Είχες ποτέ την αίσθηση οτι σε κοροϊδεύουν;» τον ρώτησα.
«Τι πράγμα;» μπερδεύτηκε.
«Άστο –τίποτα», είπα.
Πλησιάζαμε ήδη κάποιο περιπολικό, δυο μπάτσοι πετάχτηκαν και ταμπουρώθηκαν πίσω από τις πόρτες για να μας κλείσουν το δρόμο. Χώθηκα ανάμεσα στα καθίσματα.
«Πρόσεχε –οι σφαίρες περνάνε από παντού», τον προειδοποίησα.
Έβγαλε το κεφάλι έξω από το τζάμι.
«Ανοίξτε, βρήκαμε το αμάξι και υπάρχει νεκρή!» ούρλιαξε.
Οι μπάτσοι βγήκαν από τις κρυψώνες τους και έκαναν να πλησιάσουν αλλά ο δικός μου γκάζωσε και τους προσπέρασε.
«Που το είδες το αμάξι και που την είδες τη νεκρή;» τον ρώτησα.
Αυτό τον μπέρδεψε κάπως αλλά προτίμησε να μη μιλήσει.

50 χιλιόμετρα ακόμα.

«Πάτα το λίγο –δεν έχουμε πολύ χρόνο», του είπα.

Περάσαμε άλλα δυο μπλόκα με τον ίδιο τρόπο, ευτυχώς δεν υπήρχε κανένας γαλονάς με περίεργες διαθέσεις εκεί πέρα. Ο δικός μου συνέχισε να οδηγεί προσηλωμένος.
«Δεν υπάρχουν άλλοι», μου είπε.
«Καλύτερα να λες αλήθεια, επειδή, αν βρω κανέναν μπροστά μου θα τον κάνω σουρωτήρι», τον προειδοποίησα.
«Έχω δυο παιδιά!» φώναξε στο ξεκάρφωτο.
«Κι εγώ τι να κάνω περί αυτού; Να σου αγοράσω καπότες;» απόρησα.
«Μη...» ξεκίνησε το ψαλτήρι.
«Κατέβα μωρέ –τελείωνε!» έκανα ανυπόμονα.
Πήρα τη θέση του πίσω από το τιμόνι και ξεκίνησα αφήνοντάς τον στη μέση της βροχής. Δεν ξέρω αν του έκανα χάρη που δεν τον έφαγα –επειδή θα τον ψήνανε ζωντανό όταν τον βρίσκανε οι δικοί του. Αλλά σίγουρα έκανα χάρη στον εαυτό μου, δε με βόλευε η εικόνα του ψυχάκια δολοφόνου που είχαν οι μπάτσοι για πάρτη μου. Αν κάποιος τους έλεγε οτι απλώς προσπαθώ να γλιτώσω, θα το σκέφτονταν πριν εκτεθούν –κανένας δε θέλει να κινδυνέψει όταν μπορεί να κάνει τα στραβά μάτια.

40 χιλιόμετρα ακόμα.

Το βουνό ανέπνεε σα χτικιάρης που καπνίζει τσιγάρο στη ζούλα, όσο η νύχτα ετοιμαζόταν να την κοπανήσει. Σκελετωμένα δέντρα τίναζαν από πάνω τους τη βροχή, ζώα έβγαιναν από τα λαγούμια τους γυμνώνοντας τα δόντια στον κατακλυσμό. Κι εγώ έβγαλα το κεφάλι από το ανοιχτό παράθυρο της Άλφα, κοίταξα την αστραπή κατάματα πριν ουρλιάξω.
«Απόψε όλοι θα πεθάνουμε πούστηδες!»
Γκάζωσα, να τελειώνουμε.


Ο δρόμος έξω από το σπίτι είχε πλημμυρίσει, ποτάμια παράσερναν κοτρόνες και κλαδιά δέντρων, ευτυχώς η Άλφα κατάπιε την ανηφόρα με σχετική προθυμία. Έκοψα λίγο ταχύτητα εκεί που η ανηφόρα μαλάκωσε, ήθελα να φτάσω στην εξώπορτα του σπιτιού για να μην έχω πολύ κουβάλημα.

Και τότε η εξώπορτα άνοιξε απότομα –δυο μασκοφορεμένα κομάντα πετάχτηκαν σα φασουλήδες κι άρχισαν να με γαζώνουν. Πρόλαβα να δω μονάχα τα σπαστά κοντάκια των αυτομάτων τους όσο αγωνιζόμουν να κόψω ανάποδα το τιμόνι, η Άλφα σπίνιαρε στις γλιστερές πέτρες την ώρα που το παρμπρίζ γινόταν ζάχαρη. Αυτό με πείραξε πολύ.
«Μουνόπανα!» μούγκρισα ανάμεσα στα δόντια και γκάζωσα να φτάσω μέχρι κάποιο λιθόχτιστο φράχτη στ΄αριστερά. Ο παππούς είχε κάποτε προσπαθήσει να φτιάξει μαντρί –στη μέση το μετάνιωσε αλλά δεν γκρέμισε το φράχτη. Γύρισα την Άλφα στο πλάι κι έβγαλα το Βάλτερ, από το σπίτι πετάγονταν συνέχεια οι κανίβαλοι. Πυροβολούσαν χωρίς σημάδι, στερέωσα το Βάλτερ στο ανοιχτό παράθυρο και τους ξηγήθηκα μια χαρά. Κάτι πέτυχα αν έκρινα από τα ουρλιαχτά –εκεί πέρα αρχίσανε το έρπην για να ξαναχωθούν στο σπίτι. Τότε άκουσα τις σειρήνες –μύρισε κόλαση.
Τίναξα τα ζαχαρωμένα γυαλιά του παρμπρίζ από τα ρούχα μου και άνοιξα την πόρτα, υπολόγιζα πως είχα λίγο χρόνο να ταμπουρωθώ μεταξύ φράχτη και Άλφα. Όταν πάτησα το πόδι στις λάσπες κατάλαβα οτι έκανα λάθος. Βούιξε ο τόπος γύρω μου, κομμάτια του αμαξώματος λύγιζαν ενώ καυτό μέταλλο τιναζόταν κατά πάνω μου. Έτρεξα κάπως χεσμένος.

Όταν έπεσα στα γόνατα, με το Βάλτερ να σημαδεύει το σπίτι, βρήκα λίγο χρόνο να ψαχτώ –το δερμάτινο μπουφάν μου είχε γεμίσει ξέφτια αλλά δεν ένιωθα πουθενά να πονάω. Δεν με είχαν πετύχει ή δεν το είχα πάρει ακόμα χαμπάρι καθότι ζεστός –πάμε παρακάτω. Ευτυχώς ήμουνα δίπλα στη θέση του συνοδηγού, οπότε άνοιξα την πόρτα και την τράβηξα δίπλα μου –δε γούσταρα να την κάνουν κόσκινο οι καργιόληδες. Την έστησα με πλάτη ακουμπισμένη δίπλα στη ρόδα, τη φίλησα απαλά στα χείλη να την καθησυχάσω και μετά έφυγα προς το πίσω μέρος της Άλφα. Έφτασα το πορτ μπαγκάζ σηκώθηκα και άδειασα μια γεμιστήρα κατά τη μεριά του σπιτιού για να σφίξουν λίγο οι κώλοι. Από πίσω, πέρα απ΄το φράχτη, έβλεπα τα περιπολικά να ανεβαίνουν κάνοντας δαιμονισμένο θόρυβο –η κατάσταση το πήγαινε ολοταχώς για γάμησέ τα!

Άνοιξα βιαστικά το πορτ μπαγκάζ, τράβηξα έξω τη δερμάτινη βαλίτσα και την πέταξα δίπλα σε Εκείνη, μετά άνοιξα την πίσω πόρτα, έπιασα τη θήκη της Βέρας κι άρχισα να την τραβάω. Τότε ένα νευριασμένο σμήνος από σφαίρες βάλθηκε να μας συναντήσει –στο τσακ πρόλαβα να βουτήξω με τα μούτρα στις λάσπες.
Ησύχασαν όσο απότομα είχαν αφηνιάσει, σηκώθηκα λοιπόν αλλάζοντας γεμιστήρα στο Βάλτερ για ν΄απαντήσω αλλά κοκάλωσα ακαριαία. Το πίσω κάθισμα της Άλφα έφερνε σε ξεκοιλιασμένο, τσουρουφλισμένο αφρολέξ πεταγόταν από τα σκισμένα δέρματα κι αυτό δεν ήταν το χειρότερο. Επειδή η θήκη της Βέρας είχε γίνει πλέον τρία κομμάτια –από μέσα τους ξεπρόβαλαν χορδές μετέωρες, ξύλο διαλυμένο και στραβωμένα μεταλλικά κλειδιά.

Σηκώθηκα αλλόφρονας, το κεφάλι μου πρόβαλε πάνω από την οροφή της Άλφα –μάλλον έβγαζα καπνούς όσο πυροβολούσα ακατάσχετα.
«Γιατί ρε πούστηδες;» ούρλιαζα κι έριχνα μέχρι που κατάλαβα οτι η σκανδάλη έβρισκε άδειες τις θαλάμες.
«Γιατί;»
Βροχή αραίωνε τα δάκρυά μου. Και τότε όλα σώπασαν.

Οι μπάσταρδοι από το σπίτι σταμάτησαν να πυροβολούν, τα περιπολικά ξέβραζαν επιφυλακτικούς μπάτσους, μόνο η βροχή συνέχιζε να πέφτει –ρυθμικά. Κοίταξα τριγύρω και κοίταξα τον ουρανό, σε λίγο θα ξημέρωνε. Το αστέρι του διαβόλου μου έβγαλε τη γλώσσα.

«Είσαι περικυκλωμένος! Πέταξε το όπλο και βγες –δεν θα σε πειράξουμε!» μικροφώνησε μια ντουντούκα πίσω μου.
Άλλαξα γεμιστήρα, γύρισα προς τα κει που ακούστηκε η ντουντούκα και πυροβόλησα. Τι άλλο ν΄απαντήσεις στους μαλάκες;

Μου τη βγήκαν ταυτόχρονα –διαδοχικές ομοβροντίες κι από τις δυο πάντες, χαμογέλασα.
«Θα σκοτωθούν μεταξύ τους οι ηλίθιοι!» της ψιθύρισα.
Δεν είπε τίποτα.

Κι εγώ άναψα ένα τσιγάρο, κάπνισα το μισό ώσπου ν’αποφασίσω τι έπρεπε να κάνω. Πήγα λοιπόν μέχρι το φράχτη με τη βαλίτσα στα χέρια, την άνοιξα και άδειασα τα χαρτονομίσματα στην κατηφόρα –έμεινα για λίγο εκεί, χαζεύοντάς τα να επιπλέουν σε στυλ βαρκούλες στα βρομόνερα. Οι μπάτσοι από κάτω αναθάρρησαν βλέποντάς με όρθιο και πλακώθηκαν να βαράνε –τους έφτυσα πριν ξανασκύψω. Έβγαλα μάλιστα και το χέρι πάνω απ΄το φράχτη, έριξα μερικές με το Βάλτερ –μεγάλη πλάκα είχαμε!
Άκουσα μερικές πνιχτές φωνές –«τι πέταξε ο πούστης...» κάτι τέτοια. Ξεμύτισα, ήτανε 5-6 που σούρνονταν σα γουρούνια στη λάσπη, τα χαρτονομίσματα τους έκαναν εντύπωση. Πυροβόλησα πάνω τους, πέτυχα έναν, οι υπόλοιποι βάλανε τα πόδια στον κώλο.
«Είναι σημαδεμένα ρε μαλάκες –αλλιώς θα σας τα’δινα!» ούρλιαξα συνεχίζοντας να πυροβολώ.

Χρειαζόμουν δυο λεπτά ησυχία –αυτό μόνο.

Σήκωσα τότε τη δερμάτινη βαλίτσα, την καθάρισα κάπως από τις λάσπες στο εσωτερικό της και μετά τράβηξα τα κομμάτια της Βέρας από το πίσω κάθισμα. Οι χορδές της τινάχτηκαν σαν πλοκάμια κόβοντας τη βροχή –την είχανε γαμήσει εντελώς τη Βέρα. Αφού τη μάζεψα προσεκτικά, έκλεισα τη βαλίτσα –ένιωσα πολύ πιο ήσυχος τώρα που η Βέρα ήταν τακτοποιημένη. Στα ριζά του φράχτη είχε κάτι τρύπες εκεί που η βροχή παράσερνε το χώμα –βρήκα μια μεγάλη και έβαλα τη βαλίτσα με τη Βέρα εκεί μέσα.
«Δε νομίζω να έχεις παράπονο!» της είπα και γέλασα με τη μαλακία μου.
Υπολόγιζα οτι αν συνεχιζόταν για λίγο ακόμα η βροχή θα πλημμύριζε την τρύπα της Βέρας κι εκείνη θα ένιωθε υπέροχα όσο η λάσπη θα την έπαιρνε. Ενώ το ξανασκεφτόμουν τράβηξα βιαστικά τη βαλίτσα, την άνοιξα και έχωσα το Βάλτερ δίπλα στα κομμάτια της Βέρας.
«Για παρέα», της εξήγησα.

Οι μπάτσοι ξανάρχισαν να βαράνε στα κουτουρού κι εγώ ψάρεψα το Λούγκερ από δίπλα μου. Έβγαλα την ασφάλεια –ήθελε προσοχή η κατάσταση, καθότι μια, μόνη σφαίρα. Κοίταξα Εκείνη που βρεχόταν ακουμπισμένη δίπλα στη ρόδα της Άλφα κι αναρωτήθηκα αν θα την ξανάβλεπα. Σε έναν άλλο τόπο που οι σφαίρες δεν έχουν δικαιοδοσία –αν υπήρχε αυτός ο τόπος θα ήταν και η Βέρα εκεί. Έτσι δεν είναι; Οι σφαίρες έπεφταν διαλύοντας την πέτρα τριγύρω μου, στήθηκα στα πόδια μου και τους φώναξα:
«ΒΓΑΛΤΕ ΤΟ ΣΚΑΣΜΟ –ΔΕΙΞΤΕ ΛΙΓΟ ΣΕΒΑΣΜΟ ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ!»

Είδα τότε οτι ο ήλιος ανέβαινε πίσω από τη σκεπή του σπιτιού –αυτό σήμαινε οτι ο δικός μου χρόνος τελείωνε. Γύρισα πάλι σ’ Εκείνη. Λες να υπήρχε τέτοιος τόπος; Εκεί που οι σφαίρες δεν θα είχαν δικαιοδοσία και... Την κοίταξα καλύτερα, η όψη της δεν μου άφηνε και πολλές ελπίδες για κάτι τέτοιο...

Και στη τελική, δε γαμιέται;

Στάθηκα στα πόδια μου, κοίταξα τον ήλιο κατάματα και δάγκωσα την κάνη του Λούγκερ. Σύντομα θα τα μάθαινα όλα.

ΤΕΛΟΣ



Υ.Γ.: Κι αν κάποιος αμετανόητος θέλει να κατεβάσει ολόκληρη την ιστορία, ας πατήσει εδώ.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 03, 2009

15. Καμένο χαρτί

Προηγουμένως:
1. "Που θα πας ρε ηλίθιε;"
2. Μαθαίνοντας τη Βέρα
3. Οι σφαίρες δεν πληρώνουν εισιτήριο μετ΄επιστροφής
4. Σκυλί με λαστιχένιο λουρί
5. Η πραγματική γαλήνη
6. Σημαδεύοντας τη βροχή
7. "Όχι πια εδώ"
8. Ένα παγωμένο χέρι για να κρατιέσαι
9. «Εξωτικό νησί είναι αυτό που δεν έχει μπάτσους»
10. Για κάποιους οι μέρες τελειώνουν νωρίς
11. "Καταζητούμενος"
12. Και τ΄αηδόνια θα βγάλουν το σκασμό
13. Μπλουζ με την πλάτη στον τοίχο
14. Αιχμάλωτοι σε σπασμένα πεζοδρόμια

Την εποχή που δούλευα πόρτα χρειαζόμουν μερικά ποτά όταν έκλεινε το μαγαζί για να μαλακώσω τα νεύρα μου, πήγαινα λοιπόν εκεί κοντά, σ΄ένα ξενυχτάδικο ήσυχο. Πήγαινα την ώρα που τα γκαρσόνια έκαναν βουντού προσπαθώντας να διώξουν τους ξεχασμένους πελάτες, αυτή ήταν η αγαπημένη μου ώρα. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα κι αυτό ήταν οι ξέμπαρκοι με τα μοτεράκια κάτω απ΄τη γλώσσα. Δες λίγο την κατάσταση, ένα μαγαζί που κλείνει και πελάτες που δε λένε να φύγουν –τι άλλο θα μπορούσε να είναι πέρα από σκουπίδια της νύχτας ξεβρασμένα από τις παρέες για να μη τους χαλάνε άλλο τη διασκέδαση; Έρχονταν δίπλα σου και σε τσάκιζαν με τις καυχησιές τους, έφτιαχναν εκεί πέρα κάτι ιστορίες σχετικά με το πόσο ζόρικοι, μάγκες κι αστεράτοι είναι κι όλα αυτά θα μπορούσαν να ισχύουν σε κάποιον άλλο γαλαξία, όχι σ΄αυτόν εδώ που βρέθηκαν φτυσμένοι πανταχόθεν -ακόμα και τα γκαρσόνια ρίχνανε ροχάλες στα ποτά τους πριν τα σερβίρουν. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν μονίμως μετά από το μεγάλο κόλπο, τίγκα στα φράγκα, ενώ ταυτόχρονα μετράγανε τα ψιλά τους για να παραγγείλουν επόμενο ποτό. Είχαν κάνει τα καλύτερα ναρκωτικά, είχαν πηδήξει τις καλύτερες γκόμενες και μισόκλειναν το μάτι για να σου δείξουν οτι είχαν φυτέψει καμιά δεκαριά νοματαίους –έτσι για την πλάκα τους. Σκουπίδια ικανά να μαγαρίσουν το ποτό σου. Προσπαθώντας να τους αποφύγω γνώρισα τον Κουφό. Ποτέ δεν έβγαλα άκρη γιατί του κολλήσανε αυτό το παρατσούκλι -επειδή άκουγε ακόμα και το πέταγμα της μύγας στην καταιγίδα (σαν το ποντίκι που κι αυτό κουφό το λένε) ή λόγω του οτι προσποιούνταν πως δεν είχε ακούσει τις μαλακίες των γύρω του για να μην μπλέκει σε φασαρίες;

Όποιος από τους δυο μας έφτανε πρώτος καπάρωνε το τραπέζι «στο βάθος κήπος» και περίμενε τον άλλο –ήμασταν εκεί κάθε βράδυ. Ο Κουφός είχε πατήσει τα 50 αλλά δεν έκοβα το κεφάλι μου πριν πόσο καιρό είχε συμβεί αυτό. Χαιρετιόμασταν με τα μάτια, πάντα στο τραπέζι υπήρχαν έξτρα καθαρά ποτήρια κι ένα μπουκάλι που είχε ήδη παραγγείλει αυτός που έφτανε πρώτος. Μετά πίναμε στα μουγκά.

Ο Κουφός ήταν Συμβολαιογράφος κι αυτό στην πιάτσα σημαίνει δολοφόνος κατά παραγγελίαν. Δεν υπήρχαν πολλοί σαν και του λόγου του, η πιάτσα βρώμαγε από παλικαράδες, σφίχτες γυμναστηρίων ή ξεπεσμένους αθλητές σαν εμένα –Συμβολαιογράφοι δεν ήταν πάνω από πεντέξι άτομα, κρυμμένα πίσω από τις ομίχλες της φήμης τους. Είχα ακούσει, αλλά πριν τον Κουφό δεν έτυχε να γνωρίσω κανέναν τέτοιο. Κι ο Κουφός δηλαδή, από ατυχία φανερώθηκε. Επειδή μια νύχτα πέρναγε δίπλα μας εκείνη η τσακισμένη γυναίκα, μάλλον πουτάνα απ΄αυτές που χτυπάνε πελάτη μονάχα άμα τον πετύχουν σε αφασία, περνούσε σέρνοντας τις στραβοπατημένες γόβες της και ξαφνικά σταμάτησε μπροστά μας. Γούρλωσε τα μάτια, έψαξε ένα τσαντάκι με πλαστικές πούλιες, βρήκε κάτι χαρτονομίσματα, τα τσαλάκωσε και τα πέταξε κατάμουτρα στον Κουφό.
«Σου φτάνουν αυτά για να καθαρίσεις ένα βρωμόσκυλο που ουρλιάζει έξω από το σπίτι μου; Σου φτάνουν ξεφτιλισμένε άντρα;» έβγαζε αφρούς από το στόμα όσο ούρλιαζε.
Είδα οτι από το μαύρο καλσόν της είχαν φύγει καναδυό πόντοι. Ο Κουφός την κοίταξε κάπως έκπληκτος και μετά μάζεψε τα λεφτά από μπροστά του.
«Να παραγγείλουμε ακόμα ένα μπουκάλι αφού μας κερνάνε», μου πρότεινε αδιάφορα.
Η γυναίκα είχε μείνει να τον κοιτάζει με τα ίδια γουρλωμένα μάτια μέχρι που βαρέθηκε κι έφυγε. Σκέφτηκα οτι έπρεπε να πω κάτι.
«Κάποια ραγισμένη καρδιά που δεν ξανακόλλησε με τα χρόνια;» είπα.
«Κάπως έτσι», έκανε ο Κουφός και δεν έδωσε συνέχεια.
Αλλά είχα την πείρα να καταλάβω οτι ο άνθρωπος δεν ήταν νταβατζής ούτε είχε σχέση με ζιγκολίκια –άσε που η γυναίκα φαινόταν αρκετά μικρότερή του. Σκεφτόμουν λοιπόν οτι κάποια κομπίνα πάνω σε κομπίνα της είχε στήσει, τίποτα ληστεία που της έφαγε το μερίδιο, κανένα λαθρεμπόριο... ποιος ξέρει;

«Καμία σχέση», μου είπε ο Κουφός τρεις μέρες μετά το περιστατικό.
Έβλεπε οτι η συμπεριφορά μου είχε αλλάξει, μίλαγα λιγότερο απ’ότι πριν, που δε μιλάγαμε καθόλου, έπινα γρήγορα όταν ερχόταν κι έφευγα μετά βιαστικός...
«Τι εννοείς;» ρώτησα ξαφνιασμένος, επειδή εκείνη την ώρα σκεφτόμουνα κάτι δικά μου.
«Όσα σου πέρασαν από το μυαλό.... Νταβατζής, ρίχτης, λουμπίνας... καμία σχέση, δεν είμαι τίποτα απ΄όλα αυτά...»
«Δε μ΄ενδιαφέρει και δε μου πέρασε τίποτα από το μυαλό», απάντησα στα ψέματα.
«Εντάξει τότε», είπε ο Κουφός.
Αλλά ξέραμε κι οι δυο μας τι σήμαινε όλο αυτό –αν ο Κουφός έλεγε αλήθεια οτι τίποτα απ΄όλα αυτά δεν ίσχυε, σήμαινε πως ήταν Συμβολαιογράφος, το παραδεχόταν σιωπηλά. Η συμπεριφορά μου ξανάγινε κανονική απέναντί του, όχι τίποτα δραματικές αλλαγές δηλαδή –ήμασταν δυο άνθρωποι που θέλαμε να κατεβάζουμε ένα μπουκάλι ποτό με την ησυχία μας, όμως σε τέτοιες περιπτώσεις οι μικρολεπτομέρειες είναι πιο θορυβώδεις από εκρήξεις σε ναρκοπέδιο.

Τα λέω όλα αυτά για να εξηγήσω το γιατί περιμένω κουλουριασμένος στη μέση της σκάλας, έναν όροφο πάνω απ΄το διαμέρισμα του Αφεντικού, με το μάτι καρφωμένο στην φρεσκοπαραβιασμένη πόρτα του, εντάξει;

Την εποχή που φάγανε εκείνον τον ψευτόμαγκα με τα νυχτερινά κέντρα στην παραλία και πιάστηκαν οι πιστολάδες καμιά δεκαριά χιλιόμετρα παρακάτω έτυχε να νιώθω ομιλητικός. Τον ρώτησα λοιπόν τη γνώμη μου σχετικά με το θέμα.
«Καλά το παίξανε», μουρμούρισε ο Κουφός και μετά χάθηκε στις σκέψεις του.
«Τι λες τώρα; Αφού τους πιάσανε!» απόρησα εγώ.
«Όταν πας να φας κάποιον το πρώτο που πρέπει να κανονίσεις είναι από που θα φύγεις. Οι μάγκες εκεί πέρα είχαν στρωμένο σχέδιο, μέχρι εναλλακτική είχαν φροντίσει...»
Κοίταξα ασυναίσθητα το μπουκάλι, μπας και το είχε αδειάσει πολύ γρήγορα γι΄αυτό έλεγε τώρα ασυναρτησίες.
«Ποια εναλλακτική; Αφού τους πιάσανε! Θα με τρελάνεις;»
«Η εναλλακτική είναι να σε πιάσουν οι μπάτσοι και όχι οι άνθρωποι αυτουνού που έφαγες», είπε ο Κουφός.
«Δηλαδή, η πιθανότητα να μη σε πιάσει κανείς δεν παίζει;»
«Πως, αμέ! Παίζει και παραπαίζει, απλά εσύ δεν μπορείς να την προσχεδιάσεις. Υπάρχουν τόσα απρόοπτα που μπορεί να σου κάτσουν... -αν έχεις κάνει, περισσότερες από μια, τέτοιες δουλειές ξέρεις πως δεν υπάρχει λόγος να πονοκεφαλιάζεις...»
«Δε γίνεται ρε άνθρωπε να μην υπάρχει τρόπος να αυξήσεις τις πιθανότητες διαφυγής!» ψιλονευρίασα εγώ.
«Είπα εγώ οτι δεν υπάρχει τρόπος;» με κοίταξε παραξενεμένος.
Περίμενα λοιπόν να τον ακούσω.
«Αν θέλεις να αυξήσεις τις πιθανότητές σου πρέπει πρώτα να τις κάψεις», είπε ο Κουφός.
Αυτό ήταν όλο.

Άκουσα το κουβούκλιο του ασανσέρ να ανεβαίνει, μάζεψα ασυναίσθητα τα πόδια μου, περίμενα –αλλά το ασανσέρ δεν σταμάτησε. Χαλάρωσα και πάλι.

Είχα κοντά δυο ώρες που περίμενα, ανέβηκα από τις σκάλες μέχρι τον όροφό του, έφτασα έξω από την πόρτα του, χτύπησα το κουδούνι –κυρία κανονική. Κανένας δεν μου άνοιξε, βεβαιώθηκα. Και μετά διέρρηξα την πόρτα, είχε κάτι γαμωκλειδαριές ασφαλείας αλλά τα κατάφερα. Ετοιμαζόμουν να χωθώ στο σκοτεινό διαμέρισμα όταν θυμήθηκα όσα που έλεγε ο Κουφός. Η τυπική παγίδα θα σήμαινε άραγμα σε μια αναπαυτική πολυθρόνα μέσα στο διαμέρισμά του, προσευχές στον Άγιο Μαχαιροβγάλτη να τυφλωθούν οι μπράβοι για να μη δουν την παραβιασμένη πόρτα κι όταν μπουν μέσα να πάθουν αγκύλωση, για να βρω εγώ τον χρόνο που χρειάζομαι και να μην υπάρχουν άλλοι παρκαρισμένοι στην είσοδο της πολυκατοικίας... Πολύς σχεδιασμός, καμιά εγγύηση. Αν όμως μηδένιζα από μόνος μου τις πιθανότητες διαφυγής μου; Τότε;

Περίμενα, άναψα κι ένα τσιγάρο κουφωμένο στην παλάμη, τράβαγα μουλωχτές τζούρες.

Είχε πάρει να ξημερώνει όταν το κουβούκλιο του ασανσέρ έδεσε στον όροφό του σα βαρυφορτωμένη μαούνα. Πήρα βαθειά ανάσα. Από το άνοιγμα της πόρτας βγήκε ένας καουμπόης με το ασημένιο Μάγκνουμ του να ρουθουνίζει, από πίσω πετάχτηκε ακόμα ένας ίδιος –χαμογέλασα. Θα μπορούσα να τους φάω μια χαρά από εκεί που ήμουν, θα μπορούσε να μοιάζει όλο αυτό με σχέδιο αυξημένων πιθανοτήτων επιτυχίας. Μαλακίες! Πίσω τους βγήκε το Αφεντικό, περισσότερο σκυφτός απ΄ότι συνήθως, περίεργα αφηρημένος. Δάγκωσα τα χείλη μου.
Ο πρώτος καουμπόης μοστράριζε το Μάγκνουμ ελέγχοντας τον άδειο διάδρομο όσο ο δεύτερος έφτανε στην πόρτα ψάχνοντας τα κλειδιά. Εκεί έμεινε μετέωρος. Κόλλησε στον τοίχο, έκανε νόημα δείχνοντας την παραβιασμένη κλειδαριά. Εγώ ετοιμάστηκα -οι δυο καουμπόηδες μπούκαραν στο διαμέρισμα του Αφεντικού προσπαθώντας να μην κάνουν θόρυβο, τους έδωσα λίγο χρόνο να ψάξουν -μετά πετάχτηκα σαν ελατήριο.
«Έλα πάνω ρε πούστη!» σφύριξα στο Αφεντικό που περίμενε μόνος κι έρημος τους πιστολάδες του.
Με είδε και κιτρίνισε.
«Τσακίσου!» είπα δείχνοντάς του το Βάλτερ.
Ανέβηκε τα σκαλιά, με πλησίασε όπως ο ετοιμοθάνατος τη γκιλοτίνα. Τον έβγαλα μπροστά μου και τον έσπρωξα προς τον πάνω όροφο, ανεβαίναμε τη σκάλα αγκομαχώντας. Από κάτω άρχισε ο θόρυβος.
«Προχώρα και μη βγάλεις άχνα γιατί θα ρίξω», τον προειδοποίησα.
Φτάσαμε μέχρι την ταράτσα, δοκίμασα τη σιδερένια πόρτα κι ευχαρίστησα τον Άγιο Ξεκωλιάρη που δεν ήταν κλειδωμένη.
«Έξω!» του φώναξα.
Βγήκαμε, κάναμε το γύρο του κλιμακοστάσιου με τη βροχή να μας λιανίζει τα μούτρα.
«Εδώ!» τον φρέναρα.
«Σε παρακαλώ...» ψέλλισε.
«Παπαριές!» ξεφύσηξα. «Δεν ήρθαμε εδώ πάνω για τέτοια...»
«Έχω λεφτά...» κλάφτηκε.
«Σημαδεμένα σαν τα προηγούμενα ρε καργιόλη;» ούρλιαξα χτυπώντας τον με την κάνη του Βάλτερ.
Κόμπιασε.
«Άκου πως θα γίνει –κανονικά έπρεπε να έχω μαχαίρι. Αλλά ακόμα και χωρίς, κάτι θα καταφέρω... Θα σου τσακίσω τις κλειδώσεις και μετά θ΄ανοίξω την κοιλιά σου, να βλέπεις άντερα όσο πεθαίνεις...» του είπα σταθερά.
«Μη!» παρακάλεσε.
«Σκάσε!» φώναξα. «Επειδή όταν θα είσαι έτσι δεν θα καταλαβαίνω τι μου λες, κάνε τη χάρη στον εαυτό σου και πέστα τώρα –όσο περισσότερα, τόσο αργότερα...»
Το νερό αυλάκωνε στο κρεμασμένο προγούλι του κι έμοιαζε σα λιγούρι κωλόχοντρος σε σουβλατζίδικο. Πιέστηκα να μην τον πυροβολήσω επιτόπου, παρακάλαγα να μου δώσει ένα λόγο να το καθυστερήσω.
«Θέλανε να τελειώσουν εκείνους τους τύπους.... εκείνους που τους πήγες τα λεφτά... Εμένα απλά μου ζήτησαν....» ξεκίνησε τη μουρμούρα το Αφεντικό.
«Ποιοι;» τον έκοψα.
Μπερδεύτηκε.
«Ποιοι -τι;» απόρησε.
«Ποιοι θέλανε, ποιοι σου ζήτησαν -ποιοι;»
Ανάσανε ασθματικά.
«Είχα κάτι παλιές εκκρεμοδικίες... δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά... Εκείνος τις ήξερε...» το Αφεντικό σώπασε κοιτάζοντας τις στέγες των σπιτιών.
«Για το δικαστή μιλάς;» έκανα εγώ.
Το Αφεντικό ένευσε.
«Γι΄αυτό ήρθε στο κωλοχανείο που έτρωγα; Για να με σταμπάρει;» ρώτησα πάλι.
Το Αφεντικό έδειχνε να συμφωνεί.
«Ποιος γαμιόλης έρχεται να σταμπάρει κάποιο παλιοτόμαρο κουβαλώντας και τα παιδιά του μαζί;» ούρλιαξα.
Το Αφεντικό δεν έκανε τίποτα.
«Γιατί εμένα;» τον ρώτησα.
«Ήσουνα ο πιο φτηνός για ξόδεμα», είπε σιγά το Αφεντικό.
Είχε δίκιο.
«Η πιάτσα σ΄έχει ξεγραμμένο», του είπα.
«Το ξέρω –με γάμησες!» παραδέχτηκε. «Δε σου φτάνει;»
Χαμογέλασα.
«Αν ήταν μόνο το στήσιμο, τώρα θα είχαμε πατσίσει», απάντησα.
«Τι άλλο είναι;» ούρλιαξε.
«Ετοιμάσου», του ζήτησα.
«Μην το κάνεις!» στρίγκλισε.
Τον άρπαξα από το λαιμό και τον κόλλησα στο κλιμακοστάσιο. Πήγε να με σπρώξει βάζοντας τα χέρια στο στήθος μου, τον χτύπησα με την κάνη του Βάλτερ στο πρόσωπο, άρχισε να ματώνει.
«Κάτσε σε μια μεριά, μην το ζορίζεις», τον παρακάλεσα.
«Άσε με!» φώναξε, τα μάτια του πήραν να γυρίζουν κατά μέσα.
Τον πίεσα πιο δυνατά κόντρα στον τοίχο και τότε εκείνος άρχισε να βήχει, τρανταζόταν παγιδευμένος στη λαβή μου, έμοιαζε λες και ήθελε να ξεράσει.
«Κάτσε γαμώ το στανιό σου!» φώναξα.
Αλλά εκείνος συνέχιζε το ίδιο βιολί, τιναζόταν μέχρι που βάρυνε το σώμα του, ο καρπός μου άρχισε να τρέμει όσο σωριαζόταν. Έβαλα δύναμη να τον κρατήσω.
«Τι έγινε τώρα!» μούγκρισα.
Μάταιος κόπος –το Αφεντικό κατέρρεε πανηγυρικά. Έκανα δυο βήματα πίσω, ελευθέρωσα το χέρι μου κι εκείνος σωριάστηκε άτσαλα, γδέρνοντας τους σοβάδες στον τοίχο του κλιμακοστασίου.
«Τι μαλακίες είναι αυτές ρε γαμώτο!» φώναξα κοιτάζοντας τις ανοιχτές βρύσες του ουρανού.
Μετά τον κλώτσησα με τη μύτη της μπότας, αλλά δεν έδειξε διάθεση να κουνηθεί. Τον ξανακλώτσησα. Έσκυψα πάνω του, αναγκάστηκα να γονατίσω κιόλας, το νερό είχε λιμνάσει, περόνιασε μέχρι το σώβρακό μου ακαριαία. Έπεισα τη σκατόφατσά του ανάμεσα στα δάχτυλά μου, τον γύρισα προς το μέρος μου, τον κοίταξα. Μάτια γυάλινα φτιαγμένα από φόβο, στόμα στραβωμένο, η γλώσσα του να κρέμεται στο πλάι. Έμεινα να τον κοιτάζω και δεν το πίστευα. Η βροχή κουρτίνιαζε τα μαλλιά μπροστά απ΄τα μάτια μου.
«Ξύπνα ρε πούστη, ξύπνα να σε ξεσκίσω!» ούρλιαξα και άρχισα να τον τραντάζω μέχρι που βαρέθηκα –του χτύπησα το κεφάλι στο τσιμέντο κάμποσες φορές, μετά σηκώθηκα παρατώντας τον. Τι άνθρωπος ήταν αυτός που είχε πεθάνει από τον φόβο του; Αφεντικό –αυτό ήταν. Ένας χέστης που γαμούσε με δανεικά αρχίδια, τον έφτυσα και τον άφησα εκεί κάτω.

Μόνο όταν πάτησα το κεφαλόσκαλο θυμήθηκα να ψάξω μήπως είχαν ξεμείνει τίποτα μπράβοι του. Άρχισα λοιπόν να κατεβαίνω αργά -ευτυχώς οι μπότες μου δεν είχαν μπάσει νερό, αλλά δεν ήμουνα όσο αθόρυβος θα ήθελα. Η πόρτα του διαμερίσματός του έχασε ορθάνοιχτη όμως δεν υπήρχε ψυχή εκεί μέσα. Κατέβηκα έναν όροφο, πίεσα το κουμπί του ασανσέρ και είδα στον πίνακα οτι αυτό ξεκίναγε ν΄ανέβει από το ισόγειο. Οι μαλάκες μάλλον μας ψάχνανε στους γύρω δρόμους. Συνέχισα να κατεβαίνω.

Η είσοδος της πολυκατοικίας ήταν θλιβερά έρημη, αναγκάστηκα να φτάσω μέχρι την εξώπορτα κάνοντας ημικύκλιο, για να αποφύγω τη τζαμαρία. Άνοιξα σαν αργοπορημένος μαθητής και βγήκα έξω, το πεζοδρόμιο είχε μόνο ρυάκια της βροχής, αλλά 5 μέτρα παρακάτω ήταν σταματημένο ένα κτηνώδες τζιπ. Όπλισα το Βάλτερ πριν προλάβω να σκεφτώ και πλησίασα από τα πλάγια. Μόνο ο οδηγός φαινόταν μέσα στο τζιπ, κοίταζε αλαφιασμένος μπροστά στον μισοσκότεινο δρόμο.

Του άνοιξα απότομα την πόρτα σημαδεύοντας κατάμουτρα. Πετάχτηκε.
«Δεν είναι ανάγκη», είπε ήσυχα.
«Δε θα μου πεις εσύ...» ξεκίνησα, αλλά έκοψα απότομα επειδή ήταν γνωστός μου ο οδηγός.
Δούλευε χρόνια στο Αφεντικό, σαραντάρης, οικογενειάρχης –κοίταζε πάντα τη δουλειά του.
«Μην κάνεις μαλακίες, έτσι κι αλλιώς, για τα μάτια σε ψάχνουν», μου είπε.
«Γεγονός;» θέλησα να μάθω.
«Έχει βγει βρώμα οτι ήταν ξεγραμμένος... Απλά οι υπόλοιποι προσέχανε μη φάνε καμιά αδέσποτη», μου εξήγησε.
«Για να το λες...» έκανα, αλλά δεν κατέβασα το Βάλτερ.
«Φύγε τώρα –κοπάνα την», είπε εκείνος.
«Μπέσα;» αναρωτήθηκα.
«Για τι μας πέρασες; Για πρόσκοπους;» γέλασε.
«Κάποτε όμως θα πρέπει να σεβόμαστε ο ένας τον άλλο –δε βγαίνει διαφορετικά...» ψιθύρισα.
«Εντάξει, εσύ είσαι γκράντε μαλάκας!» θαύμασε.
Του γύρισα την πλάτη, δεν είχα όρεξη.
«Άκου!» με φρέναρε. «Κουβεντιάζεται οτι δούλεψες για λογαριασμό σου και κάτι τέτοια δεν τα γουστάρουν στην πιάτσα. Θα βολέψεις πάρα πολλούς αν βρεθείς με μια σφαίρα στο κεφάλι....»
«Τότε γιατί δεν το κάνεις εσύ –να σου χρωστάνε και χάρη;» απόρησα.
«Περιμένω να βγει το νούμερό σου, γι΄αυτό», γέλασε εκείνος.
«Πες τους ν΄ανέβουν στην ταράτσα να τον μαζέψουν», μούγκρισα εγώ πριν χαθώ στη γωνία.

Πήγα μέχρι την Άλφα περπατώντας μετρημένα, ήθελα να ηρεμήσω λίγο το κεφάλι μου, ήθελα να ξαλαφρώσω. Αλλά δεν ήταν έτσι.

Κάθισα πίσω απ΄το τιμόνι, ξεκινήσαμε αμίλητοι. Δεν τολμούσα να κοιτάξω τη Βέρα στο πίσω κάθισμα, δεν είχα κουράγιο, διάθεση...

Βγήκαμε ξανά στη λεωφόρο, έπρεπε να μαζέψω τ΄απομεινάρια μου πριν ξεκινήσουμε το ταξίδι. Ένα οικογενειακό αυτοκίνητο πετάχτηκε από το πουθενά του δεξιού παρακαμπτήριου, δε φάνηκε καν να με βλέπει, φρέναρα ξαφνιασμένος. Από πίσω άκουσα ένα γδούπο, η Βέρα είχε φύγει από τη θέση της και κοπανήθηκε σφηνώνοντας ανάμεσα στα μπροστινά καθίσματα. Γύρισα να τη δω.
«Τι θες;» ούρλιαξα. «Τι θες, ανάθεμά σε; Άντε γαμηθείτε όλοι σας –αφήστε με ήσυχο!»
Η Βέρα δεν είπε τίποτα.

Όλοι είχαν γαμηθεί ασύστολα και τώρα ήταν η δικιά μου σειρά –αυτό συνέβαινε τελικά.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 27, 2009

14. Αιχμάλωτοι σε σπασμένα πεζοδρόμια

Προηγουμένως:
1. "Που θα πας ρε ηλίθιε;"
2. Μαθαίνοντας τη Βέρα
3. Οι σφαίρες δεν πληρώνουν εισιτήριο μετ΄επιστροφής
4. Σκυλί με λαστιχένιο λουρί
5. Η πραγματική γαλήνη
6. Σημαδεύοντας τη βροχή
7. "Όχι πια εδώ"
8. Ένα παγωμένο χέρι για να κρατιέσαι
9. «Εξωτικό νησί είναι αυτό που δεν έχει μπάτσους»
10. Για κάποιους οι μέρες τελειώνουν νωρίς
11. "Καταζητούμενος"
12. Και τ΄αηδόνια θα βγάλουν το σκασμό
13. Μπλουζ με την πλάτη στον τοίχο

Δεξί, αριστερό κροσέ, δεξί, αριστερό ντιρέκτ και πάλι από την αρχή. Κορ α κορ. Δεξί, αριστερό, δεξί, αριστερό, αριστερό –περιμένοντας το άπερκατ. Με πήγαινε βόλτες ο πούστης. Κορ α κορ. Λίγο ακόμα και θα ξεχνούσα οτι τον πρόσεχα να μη χτυπήσει, λίγο ακόμα και θα απαντούσα αναλόγως –έτσι ήθελα να πιστεύω. Επειδή στην πραγματικότητα δεν ήμουνα καθόλου σίγουρος οτι είχα απάντηση στα χτυπήματά του. Ο μικρός ήταν σκέτος δυναμίτης.
«Δώθμου κάτι –δεν έχειθ τίποτα;» μούγκριζε μπουκωμένος από το μασελάκι και δεν ακουγόταν ούτε τόσο δα λαχανιασμένος!
«Τ΄αρχίθια μου!» απαντούσα όταν κατάφερνα να πιάσω την αναπνοή μου.
Δεν καταδεχόταν να με χτυπήσει στα πλευρά, έβλεπε κιόλας οτι δεν χρειαζόταν να μου κόψει την ανάσα. Εγώ πάλι, προσπάθησα. Κάτι ύπουλες στην κοιλιά, κάτι πλάγιες, αλλά ο μικρός δεν καταλάβαινε Χριστό. Ένιωθα αμετάκλητα κωλόγερος.
Και όταν είδα το χτύπημά του βαρέθηκα να σκύψω, την έφαγα γεμάτη στην κάσκα και σκοτείνιασα. Γύρισα τα χέρια πίσω, να κρατηθώ από τα σκοινιά. Ο μικρός σταμάτησε.
«Τέλοθ;» ρώτησε.
«Παίκθε ρε!» βόγκηξα και στήθηκα απέναντί του.
Μπλόκαρα το δεξί της προειδοποίησης με το αριστερό μου και του στρέτσαρα ένα κροσέ φερμένο από το τίποτα. Έκανε μισό βήμα πίσω, ξαναχτύπησα. Πονούσα από αγκώνα μέχρι ώμο, αλλά πάντως το προσπάθησα. Ο μικρός καθόταν και τις έτρωγε, όταν κατάλαβα οτι χαμογελούσε μέσα από την κάσκα του ήταν ήδη αργά. Με σφυροκόπησε, στριφογύρισα ανισόρροπα, έπεσα. Έμεινα κάτω.

Με είχε βρει να ροχαλίζω σα γατί ετοιμόγεννο στη γωνιά των αποδυτηρίων, ξύπνησα από το σπρώξιμο του αθλητικού του παπουτσιού στον ώμο μου.
«Το΄ξερα οτι εδώ θα καταλήξεις», είχε πει.
«Ναι, σε είχα κόψει για έξυπνο αγόρι», είχα μουγκρίσει.
Δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει γιατί με κυνηγάνε οι μπάτσοι –κυρίως επειδή ήδη το ήξερε. Ο προπονητής του με είχε θυμηθεί τελικά, η πιάτσα είναι μικρή και οι ιστορίες κυκλοφορούν πριν ακόμα γίνουν, ο μικρός είχε ακούσει τον προπονητή του να μιλάει στο τηλέφωνο και να δίνει ραπόρτο κανονικό.
«Δεν μπορείς να μείνεις για πολύ εδώ μέσα», μου είχε πει.
«Προλαβαίνουμε όμως εκείνον τον αγώνα που λέγαμε....» είχα υποθέσει.
Κι έτσι ήταν, μας χρειάστηκε κάποιο κρυφτούλι μέχρι να περάσει η μέρα –αλλά όταν άδειασε το γυμναστήριο ήταν ότι έπρεπε για αγώνα. Μου δάνεισε κάσκα, γάντια κι ένα ξεχειλωμένο σορτσάκι σκέτη καζούρα –όλα εντάξει. Μόνο που για να παίξεις αγώνα έπρεπε πρώτα να έχεις καταβροχθίσει καμιά πρωτεΐνη κι εγώ είχα να δω κρέας από την εποχή που οι ασπιρίνες γιάτρευαν ακόμα τον πονοκέφαλο.

«Τι τον ήθελες τον αγώνα αφού είσαι κομμάτια;» χαζογέλασε ο μικρός.
Έβγαλα αργά την κάσκα, έφτυσα το μασελάκι κατακόκκινο.
«Αν ήμουνα καλά ο αγώνας δεν θα είχε ενδιαφέρον κι εσύ δεν θα είχες ελπίδα», απάντησα.
«Δηλώσεις που θα μείνουν για πάντα δηλώσεις!» κορόιδεψε ο μικρός.
«Πάμε άλλη μία τώρα που ξελαχάνιασα;» τον κάρφωσα.
«Άστο –προτιμώ να βαράω τον σάκο, είναι πιο ευκίνητος», συνέχισε την καζούρα ο μικρός.
Το κατάπια μαζί με σκοτωμένο αίμα.

Μετά πηδήσαμε τα σχοινιά του ρινγκ και κατεβήκαμε στα πλάγια, είχε βάλει ψοφόκρυο στο γυμναστήριο και χρειαζόμουν επειγόντως το δερμάτινο μπουφάν μου. Φορούσα ακόμα τα πανιά στα χέρια και πονούσα. Ακόμα και παντού.
«Πάντως θα πρέπει να σου πω οτι πηγαίνεις σαν τη μύγα στα σκατά, αν παίξεις με κάνα γερό παιδί, θα σε λιανίσει», παρατήρησα.
«Δεν έχω ανάγκη, το πάω 3-1 συνήθως. Για κάθε μια που αρπάζω...»
«Ρίχνεις τρεις –γνωστά είναι αυτά», τον έκοψα. «Δουλεύει επειδή εσύ είσαι ζερβοκουτάλας, αν όμως πέσεις σε μάγκα δεξιόχειρα, θα κλείνει με το χέρι που σε χτύπησε κι άντε μετά να τον βρεις...» τράβηξα ένα τσιγάρο από το πακέτο στη μέσα τσέπη του μπουφάν και κάθισα στον πρώτο τυχόντα πάγκο για να ξεράνω κάπως το στόμα μου.
«Κοίτα –μη με περνάς για άσχετο, εικοσάρης είμαι όχι μαλάκας! Νομίζεις οτι δε σε είδα εκεί πάνω; Αφού κι εσύ τα ίδια με μένα πήγες να παίξεις», γέλασε στραβά ο μικρός.
Σήκωσα το κεφάλι βγάζοντας καπνό απ΄τα ρουθούνια.
«Δίκιο έχεις σ΄αυτό, πες μου τώρα –αφού παίζουμε το ίδιο στυλ, θα έχουμε και την ίδια κατάληξη, έτσι δεν πάει;» είπα σταθερά.
Έξυσε το κεφάλι αμίλητος.
«Οπότε κοίτα ν΄αλλάξεις μπας και τη βγάλεις καθαρή στα ρινγκ, αλλιώς σε βλέπω να σκουπίζεις πατατοσακούλες σαν και του λόγου μου...»
«Έτσι όπως το θέτεις...» είπε σκεφτικά.
«Έτσι όπως το θέτω, έτσι ακριβώς είναι», τον διαβεβαίωσα.
«Εντάξει! Τι σκορ είχες;» ρώτησε τότε με ιλουστρασιόν γκριμάτσα.
«Μικρέ, δεν τρώγεσαι!» απηύδησα.
«Αυτό λέω κι εγώ!» χαμογέλασε αυθάδικα.
Τον γούσταρα το μικρό –θα πήγαινε με τα χίλια καταπάνω στον τοίχο κι όταν έσπαγε τα μούτρα του θα έπεφτε χαμογελαστός. Τι να πεις σε τέτοιους ανθρώπους;

Τον ακολούθησα στα ντους, πετάξαμε τα ρούχα μας και χτυπηθήκαμε από χείμαρρους υγρού πάγου που δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να μοιάσει με νερό. Ένιωσα τους πόνους μου να χύνονται στο σιφόνι, έσφιξα τα δόντια για να μην κόψω τη γλώσσα μου από το τρέμουλο και κάθισα κάτω από το βασανιστικό νερό όσο περισσότερο γινόταν. Μετά πήρα να ντύνομαι, ο μικρός είχε ήδη ξεμπερδέψει και χοροπήδαγε για να ζεσταθεί. Εγώ ντύθηκα με κινήσεις ρομπότ, δεν ήθελα να κυκλοφορήσει ακόμα το αίμα γρήγορα μέσα μου, δεν ήθελα να ζεσταθώ τόσο νωρίς. Είχα καιρό μπροστά μου μέχρι να βγει αυτή η νύχτα.
«Τι σκοπεύεις να κάνεις τώρα;» ρώτησε ο μικρός.
«Εξαρτάται από σένα», του είπα.
«Δηλαδή;»
«Θα βοηθήσεις;»
«Σε τι;»
«Έχω κάποιο σχέδιο...»
«Ελπίζω καλύτερο απ΄αυτό που εφάρμοσες στον αγώνα...»
Τον περίμενα να ξεκαρδιστεί με την ησυχία του.
«Θέλω να βγεις σε στυλ αλλόφρονας μπροστά από κάποιο αμάξι...»
«Και πως είναι ο αλλόφρονας δηλαδή;»
«Όπως ο προπονητής σου όταν σου μαθαίνει τακτική».
«Το ΄πιασα... Και τι αμάξι θα είναι αυτό;»
«Ένα αμάξι....»
«Πότε θα το κάνουμε;»
«Όταν είσαι έτοιμος».
«Φύγαμε».
Ωραίος μαλάκας ο μικρός!

Έξω η βροχή έπεφτε μαρς –κι αυτό με βόλευε. Όσο λιγότερα βλέπανε, τόσο καλύτερα. Ο μικρός σήκωσε την κουκούλα της φόρμας του κι εγώ χώθηκα μέσα στο δερμάτινό μου για προφύλαξη, περπατήσαμε δίπλα-δίπλα, αμίλητοι. Όταν βγήκαμε στον κεντρικό δρόμο τα αμάξια πήραν να πυκνώνουν, δεν τα κοίταζα καν. Ακούμπησα πλάτη στον τοίχο, να μη βρέχομαι, άφησα τη Βέρα στο απάγκιο, ο μικρός με περίμενε.
«Ποιο απ΄όλα;» ρώτησε.
«Κανένα απ’αυτά», απάντησα.
«Δηλαδή τι ψάχνουμε;»
«Σκεφτόμουν κάτι σε άσπρο-μπλε με σειρήνα...»
«Περιπολικό;»
«Τώρα που το λες, δεν θα ήταν καθόλου κακή ιδέα!» έκανα δήθεν ξαφνιασμένος.
«Τελικά τα σχέδιά σου είναι μια απ΄τα ίδια –και πάνω και κάτω από το ρινγκ...» μουρμούρισε.
«Νωρίς το κατάλαβες!» κορόιδεψα.
«Και τι σου λέει πως εγώ γουστάρω να καρφωθώ σταματώντας περιπολικό;» απόρησε.
«Εσύ μου το λες, ή μάλλον, πρόκειται να μου το πεις εντός ολίγου –κάνω λάθος;» χαμογέλασα.
Έφτυσε στο πεζοδρόμιο.
«Που να σταθώ;» ρώτησε.
«Δώσμου 50-60 μέτρα», ζήτησα.
Έκανε να ξεκινήσει, τον σταμάτησα.
«Ευχαριστώ μικρέ», του είπα σιγά.
«Άντε γαμήσου», μου απάντησε στην ίδια ένταση.

Έμεινα να τον κοιτάζω όσο απομακρυνόταν, άναψα κι ένα τσιγάρο, σκεφτόμουν. Γιατί τα κάνει όλα αυτά ο μικρός; Για ποιο λόγο μπλέκεται; Από συμπάθεια, συναδελφική αλληλεγγύη... Μαλακίες –ήξερα τον πραγματικό λόγο. Άνθρωποι σαν κι αυτόν ότι έκαναν, ήταν από υποχρέωση. Είσαι εκεί έξω, συνήθως μόνος, και είσαι εντάξει -επειδή ο κόσμος που σε πλησιάζει, διψάει για το αίμα σου. Εκεί έξω έχεις μόνο τη σιχαμάρα να σε κρατάει ζωντανό, αιχμάλωτος σε σπασμένα πεζοδρόμια κι αν δείξεις λίγος θα σε κομματιάσουν οι αρουραίοι. Γι΄αυτό στέκεται εκεί πέρα, 50 μέτρα πιο μπροστά μου ο μικρός –γι΄αυτό περιμένει με τα χέρια κρεμασμένα, ετοιμάζεται να τρομάξει τους αρουραίους.

Είδα το μπατσικό να εμφανίζεται νωχελικό κι απρόθυμο στο μπάσιμο του κεντρικού δρόμου, έβγαλα το Βάλτερ ευλαβικά και κοίταξα τον μικρό. Τους είχε δει κι αυτός, κούνησε το κεφάλι καθησυχαστικά. Περιμέναμε.
Το μπατσικό πλησίαζε σα βαρυστομαχιασμένη σαύρα, λίγο ακόμα και θα πέρναγε από μπροστά μου. Κόλλησα στον τοίχο ασυναίσθητα. Κράτησα ανάσα.

Τότε ο μικρός πετάχτηκε στη μέση του δρόμου, κανονικός μπεχλιβάνης –κούναγε τα χέρια, χοροπήδαγε τσαλαβουτώντας στις λακκούβες. Το μπατσικό πήρε να φρενάρει κι εγώ ξεκόλλησα επιτέλους από τον τοίχο. Έτρεξα σκυφτός, προσευχήθηκα στον Άγιο Πούστη αυτοπροσώπως να μην έχουν βάλει την κεντρική ασφάλεια στις πόρτες όσο άρπαζα την παγωμένη λαβή. Τράβηξα, η πόρτα άνοιξε –ευχαρίστησα βιαστικά τον προστάτη Άγιό μου. Το μπατσικό δεν είχε σταματήσει, οπότε βούτηξα αγκαλιά με τη Βέρα στο πίσω κάθισμα κάπως άτσαλα, ο μπάτσος που οδηγούσε τα χρειάστηκε. Γύρισε να δει τι γινόταν και μαζί του γύρισε το τιμόνι, κοντέψαμε να ντεραπάρουμε.
«Πρόσεχε ρε φίλε –θα σκοτωθούμε!» διαμαρτυρήθηκα, σηκώνοντας το Βάλτερ.
«Ποιος... τι....» μουρμούρισαν ταυτόχρονα ο οδηγός με τον συνοδηγό.
«Ας μην το κάνουμε θέμα τώρα –ένας πολίτης που θέλει να εξυπηρετηθεί, αυτό είμαι», χαμογέλασα.
«Ρε καργιόλη....» έκανε ο συνοδηγός και στριφογύρισε, αλλά ήμουνα λίγο πιο γρήγορος.
Τον χτύπησα με την κάνη του Βάλτερ ακριβώς πάνω στη μύτη, ο μπάτσος δάκρυσε.
«Τώρα τι καταλαβαίνεις; Να σου τραβήξω καμιά μήνυση για εξύβριση;» φόρτωσα. «Συνέχισε να οδηγείς κανονικά», είπα στον άλλο, «δεν έχω καμιά διάθεση να τρακάρουμε».
Γύρισαν σχεδόν αυτόματα και οι δυο τους, τώρα κοίταζαν τον δρόμο έξω από το παρμπρίζ. Μείναμε για λίγο έτσι, απολαμβάνοντας τη σιωπή.
«Δεν θυμάμαι αν σας το είπα, αλλά θέλω να με πάτε στη μάντρα με τα κατασχεμένα», σφύριξα σκύβοντας το κεφάλι ανάμεσά τους.
«Σε ποια μάντρα;» ρώτησε ο οδηγός.
«Μη μου δυσκολεύεις τη ζωή –να χαρείς!» παρακάλεσα. «Πήραν οι δικοί σας προχτές μια Άλφα από τη γειτονιά εδώ παρακάτω. Που την πήγαν;»
«Κι εμείς που να ξέρουμε;» αναρωτήθηκε ο οδηγός.
«Άμα δεν ξέρει η αστυνομία, ποιος ξέρει δηλαδή; Οι παλιοκλεφταράδες;» αναρωτήθηκα κι όταν ολοκλήρωσα, κοπάνησα μια γερή με τη λαβή του Βάλτερ στα χείλη του συνοδηγού.
Ούρλιαξε και μαζεύτηκε.
«Μη νομίζεις οτι θα τη γλιτώνεις για πολύ ακόμα –όταν σταματήσεις το οδήγημα θα σε περιλάβω κι εσένα», προειδοποίησα τον οδηγό.
Συνέχισε να κοιτάζει έξω σαν υπνωτισμένος.
«Λοιπόν;» ρώτησα ευγενικά.
«Πήγαινέ τον...» μούγκρισε ο συνοδηγός.
«Σωστή απόφαση!» επικρότησα. «Να εξυπηρετείτε και κάνα πολίτη στη χάση και στη φέξη, έτσι για αλλαγή ρε παιδί μου!»
Εκείνη την ώρα έκρωξε ο ασύρματος, κάποιος απαιτητικός από τα Κεντρικά ζητούσε ενημέρωση.
«102 –αναφέρατε θέση και πρόοδο ερευνών».
Ο συνοδηγός γύρισε να με κοιτάξει.
«Μην απαντήσεις. Θα νομίζουν οτι λουφάρετε σε κάνα σαντουιτσάδικο –η πρώτη φορά θα είναι;» είπα.
Σήκωσε τους ώμους αμίλητος.
«102 –αναφέρατε!» ούρλιαξε ο ασύρματος.
«Επιμονή που σου την έχουν κάποιοι άνθρωποι!» θαύμασα.
«102!» συνέχισε ακούραστος ο ασύρματος.
«Έλα άνθρωπέ μου, να φτάσουμε μια ώρα αρχύτερα! Να με ξεφορτωθείτε κι εμένα, επειδή την έχουν δει να σας ξηλώσουν όσο δεν απαντάτε», του είπα καθησυχαστικά.
Άλλαξε ταχύτητα βιαστικά και όρμησε στη μισοάδεια λεωφόρο.
«102 –αναφέρατε!» τσίριξε ο ασύρματος.

Μας πήρε γύρω στο τέταρτο μέχρι να φτάσουμε στη μάντρα, ο οδηγός έκοψε ταχύτητα και μου έκανε νόημα.
«Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησα.
«Εδώ τα φέρνουν», μου απάντησε.
«Για προχώρα μέχρι τον πορτιέρη –με βάζετε μέσα και μετά φεύγετε», του είπα.
Το μπατσικό έφτασε μέχρι τη μπάρα στη δεξιά πλευρά της μάντρας, εκεί σταμάτησε και περιμέναμε. Τίποτα δεν έγινε.
«Κόρναρε μπας και ξυπνήσει ο μαλάκας», του ζήτησα.
Ο οδηγός κόρναρε, στην αρχή κοφτά, μετά παρατεταμένα.
Ένας βρωμόγερος πετάχτηκε από το κουβούκλιο στην άκρη της μπάρας, κοίταξε προς το μέρος μας, μετά ξαναμπήκε μέσα. Σε λίγο εμφανίστηκε φορώντας κατακίτρινο αδιάβροχο. Μας πλησίασε.
«Τι συμβαίνει γαμώ το φελέκι μου;» βλαστήμησε.
Οι μπάτσοι τον κοιτάζανε σα χάχες.
«Μίλα!» σκούντηξα τον οδηγό.
«Μια κόκκινη Άλφα, εδώ τη φέρανε;» ρώτησε εκείνος απότομα.
«Ε, που θα την πηγαίνανε; Τσάρκα στα μπιφτεκάδικα;» μούγκρισε ο γέρος.
Ήξερα πλέον όσα χρειαζόμουν.
«Ευχαριστώ και τους δυο σας για τη συνεργασία και σας διαβεβαιώνω οτι δεν έχω τίποτα προσωπικό μαζί σας», είπα σταθερά.
Μετά πυροβόλησα τον οδηγό στο σβέρκο και έριξα άλλες δυο στα μούτρα του συνοδηγού την ώρα που στριφογύριζε σα δαιμονισμένος. Πέθαναν ακαριαία έκπληκτοι.
«Τίποτα προσωπικό...» επανέλαβα βιαστικά όσο άνοιγα την πόρτα.
Αλλά δεν ήταν ανάγκη να τρέξω, ο γέρος είχε κοκαλώσει εκεί δίπλα, κανονικός υποψήφιος για έμφραγμα.
«Που είναι η Άλφα;» τον ρώτησα ακουμπώντας το Βάλτερ στο στήθος του.
«Μη με σκοτώσεις...» κλαψούρισε.
«Δεν έχω κανένα λόγο να το κάνω», τον διαβεβαίωσα. «Που είναι η Άλφα;»
«Στο βάθος, δεύτερη σειρά...» τραύλισε.
Τον πυροβόλησα εκεί ακριβώς, στο στήθος –τελικά, έλεγα ψέματα σε όλους τους. Αν δεν τους σκότωνα θα με κάρφωναν κι αυτό ήταν εντελώς άδικο, άμα θες να ξέρεις. Γιατί να μην υπάρχει κάποιος σεβασμός μεταξύ μας; Θα σε αφήσω να ζήσεις, δώσε μου απλώς δυο ώρες –κάτι τέτοιο. Σε όποιον απ΄αυτούς κι αν το ζήταγα, θα συμφωνούσε με μεγάλη προθυμία. Με την ίδια προθυμία που θα ειδοποιούσε τους μπάτσους αμέσως μόλις γύριζα την πλάτη μου. Έτσι ακριβώς –κανένας σεβασμός! Άσε που, κανείς τους δεν θα έκανε δεύτερη σκέψη πάνω από το κουφάρι μου αν τύχαινε να με πυροβολήσει πρώτος. Ίσως να σκεφτόταν πόσα θα κονομήσει, ίσως να υπολόγιζε αν ο θάνατός μου θα του εξασφάλιζε προαγωγή... Έφτυσα τη βροχή και βιάστηκα να ψάξω την Άλφα Τζουλιέτα.

Με περίμενε κατσουφιασμένη, και με το δίκιο της, επειδή την είχα παρατήσει εντελώς άκομψα. Ξάπλωσα τη Βέρα στα πίσω καθίσματα, δεν είχα χρόνο για θηλυκές γκρίνιες. Υπολόγιζα οτι θα βρίσκανε τους πεθαμένους μετά το ξημέρωμα, κοίταξα το ρολόι μου για να υπολογίσω πόσες ώρες μου μένανε και φυσικά δεν είδα τίποτα –αφού δεν είχα ρολόι. Μετά χτύπησα τα δάχτυλα στο τιμόνι και ξεκινήσαμε, περάσαμε δίπλα στο σταματημένο μπατσικό, γύρισα το πρόσωπό μου αλλού. Δεν είχα καμιά όρεξη να δω τους σκοτωμένους –ένα τρέμουλο ζελέδιασε τους ώμους μου, μια κούραση ζεστή σα σπιτικό φαγητό... Ήθελα να κοιμηθώ και να ξεχάσω, αλλά αυτό δεν ήταν δυνατό.

Μας πήρε μισή ώρα μέχρι να φτάσουμε στη νεκροζώντανη πλευρά της πόλης, εκεί που οι πουτάνες ξεγελούσαν την παγωνιά με εφήμερα όνειρα. Ποτέ στη ζωή μου δεν τα κατάφερα να σκεφτώ πολύπλοκα κι αυτό ήταν χρήσιμο, επειδή όλα είναι απλοϊκά εδώ κάτω και τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί σε μια γεμιστήρα σφαίρες. Ήθελα το Αφεντικό και είχα ακόμα μπόλικες γεμιστήρες για το Βάλτερ, θα τον περίμενα λοιπόν, όσο χρειαζόταν. Αλλά όχι στο επίσημο σπίτι του, εκεί πέρα ο φόβος θα είχε ήδη σηκώσει συρματοπλέγματα –άσε που δεν είχα καμιά διάθεση να μπλέκονται σύζυγοι και παιδιά στα πόδια μας. Θα τον περίμενα εκεί που κι αυτός θα με περίμενε –με μια διαφορά. Το Αφεντικό προετοιμαζόταν για συνάντηση στο δρόμο, εγώ υπολόγιζα να βρεθώ ένα βήμα πιο μπροστά. Ή πιο μέσα –αν θες.

Έκοψα ταχύτητα, το διαμέρισμα του Αφεντικού ήταν σκοτεινό –κανένα αμάξι δεν διακρινόταν να φυλάει από κάτω. Άρα, το Αφεντικό έλειπε –απόψε έπαιζε τον οικογενειάρχη. Καλό αυτό.

Έκανα δυο γύρους για να σιγουρευτώ, τα παρκαρισμένα αμάξια ήταν άδεια. Και τότε τους είδα να ξεκολλάνε από τα λούκια που έσταζαν σκουριά, ανατρίχιασα –σκέτα φαντάσματα οι πούστηδες! Έρχονταν προς την Άλφα με αργό βήμα, έβγαλα το Βάλτερ –ετοιμάστηκα. Αν έγραφε οτι θα πεθάνει κάποιος απόψε, αυτός δεν θα ήμουνα εγώ.

Ήταν δύο, ο πρώτος στήθηκε μπροστά στην Άλφα με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, ο δεύτερος πλησίασε το παράθυρό μου. Η βροχή δε φαινόταν να τους ενοχλεί, ούτε το γεγονός οτι μπορούσα να τους πατήσω με την Άλφα ή να τους πυροβολήσω –δυο γρανιτένιοι άνθρωποι. Άκουσα το χτύπημα στο τζάμι, κατέβασα αργά το παράθυρο της Άλφα.
«Πολύ πρωτότυπο σχέδιο ρε μάγκα!» γέλασε ο άντρας χώνοντας το κεφάλι του μέσα στην Άλφα.
Ένα ξυρισμένο κεφάλι που έσταζε βρόχινο νερό ανακατεμένο με κακία.
«Αυτό μου προέκυψε –μαζί μ’ένα Βάλτερ που σε σημαδεύει σχετικά εγκάρδια», τον πληροφόρησα.
«Μάζεψέ το λοιπόν μην έχουμε κανένα ατύχημα», μου είπε ο φαλακρός. «Δεν κινδυνεύεις από μας....»
«Μόνο οι πεθαμένοι δεν είναι επικίνδυνοι», του απάντησα.
«Κοίτα –δεν έχω όρεξη ν΄αρπάξω καμιά γρίπη, γι΄αυτό θα έρθω να καθίσω στο διπλανό κάθισμα. Εντάξει;» ρώτησε ο φαλακρός.
«Να κάτσεις εκεί που είσαι, το καλό που σου θέλω», τον πάγωσα όσο αλληθώριζα προς τον άλλο άντρα που έμοιαζε να έχει κοκαλώσει μπροστά από την Άλφα με τα χέρια σταυρωμένα. «Και πες στο μαλάκα να κάνει παραδίπλα –με αγχώνει έτσι που στέκεται», ζήτησα από τον φαλακρό.
«Μην παίζεις με την τύχη σου», με συμβούλεψε ο φαλακρός.
«Καλά, προχώρα τώρα στο παρασύνθημα –επειδή έχω και δουλειές», έκανα εγώ.
«Σε ζητάνε στο τηλέφωνο», μου εξήγησε ο φαλακρός.
«Δεν άκουσα να χτυπάει...» παρατήρησα.
«Κάνεις λάθος», μου είπε και έβγαλε ένα τηλέφωνο από την τσέπη του. Ήταν γρήγορος σα φίδι ο καργιόλης, αν είχε τραβήξει πιστόλι τώρα θα τσέκαρα δωμάτιο στην κόλαση.
Ο φαλακρός πέταξε το τηλέφωνο ακριβώς δίπλα μου.
«Τίποτα άλλο;» ρώτησα.
«Πρέπει να είμαι...» ξεκίνησε να λέει όμως δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του επειδή εγώ ανέβασα γρήγορα το τζάμι του παραθύρου κάνοντας όπισθεν.
Τον είδα να παραπατάει αποφεύγοντας την τούμπα όσο ο φίλος του ο αγαλμάτινος κατέβαζε αργά τα χέρια. Μετά χάθηκαν στις σκιές των πεζοδρομιών για μια ακόμα φορά. Σήκωσα χειρόφρενο και περίμενα. Το τηλέφωνο χτύπησε.
«Πες το», μούγκρισα.
«Τελικά θα την κάνεις τη μαλακία!» ψευτοθαύμασε ο Γλύκας.
«Είχες καμιά αμφιβολία;» απόρησα.
«Πάντα υποθέτω οτι οι αυτόχειρες το ξανασκέφτονται πριν προχωρήσουν...» γέλασε εκείνος.
«Πες το στους αυτόχειρες», τον προέτρεψα.
«Τέλος πάντων –ήθελα να σου μιλήσω για να δεις τι φίλος είμαι!»
«Ο τελευταίος που σε πέρασε για φίλο του κατέληξε με μια σύριγγα να μετράει τ΄αστέρια», του θύμισα.
«Βλακείες!» νευρίασε. «Κι επειδή δεν έχω χρόνο για χάσιμο –άκου προσεκτικά. Αν ξεμπερδέψεις με το Αφεντικό θα φροντίσουμε να ξεμπερδέψεις και γενικότερα».
«Θα φροντίσετε; Ποιοι θα φροντίσετε;»
«Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά. Κοίτα να τελειώσεις λοιπόν τη δική σου δουλειά κι αμέσως μετά πάρε με τηλέφωνο –κράτα αυτή τη συσκευή και πάρε με. Θα φροντίσουμε να σε ξεμπλέξουμε....»
«Δηλαδή, αν κατάλαβα καλά, είσαστε μια παρέα από καλούς Σαμαρείτες που έχετε βάλει σκοπό να βοηθάτε φονιάδες....»
«Τα παραλές!»
«Δεν τελείωσα!» τον έκοψα. «Θέλω να μάθω κάτι ακόμα –τα χωράφια του Αφεντικού θα τα μοιραστείτε ή θα τα βγάλετε σε κλήρο;»
«Κι εσένα τι σε νοιάζει ρε μαλάκα;»
«Δίκιο έχεις –δε με νοιάζει», διαπίστωσα.
Έκλεισα το τηλέφωνο, ξεκίνησα την Άλφα, ρολάραμε παραλιακά στο πεζοδρόμιο, μέχρι να δω τις σκιές που περιμένανε μισοκρυμμένες. Τότε άνοιξα το παράθυρο και πέταξα το τηλέφωνο στα πόδια του φαλακρού. Ξεκίνησα να φύγω όσο η συσκευή γινόταν κομμάτια στις πλάκες του πεζοδρομίου.

Χρειαζόμουν ένα καλό μέρος να κρύψω την Άλφα πριν ανέβω στο διαμέρισμα του Αφεντικού και χρειαζόμουν φαγητό, ύπνο, συντροφιά –ίσως κι ένα γυναικείο χέρι να μου χαϊδέψει το μέτωπο.

Το μόνο που δεν χρειαζόμουν ήταν η καλοσύνη των αφεντικών. Επειδή τα αφεντικά είναι, από χρόνια, τσακωμένα με την καλοσύνη.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 12, 2009

12. Και τ΄αηδόνια θα βγάλουν το σκασμό

Προηγουμένως:
1. "Που θα πας ρε ηλίθιε;"
2. Μαθαίνοντας τη Βέρα
3. Οι σφαίρες δεν πληρώνουν εισιτήριο μετ΄επιστροφής
4. Σκυλί με λαστιχένιο λουρί
5. Η πραγματική γαλήνη
6. Σημαδεύοντας τη βροχή
7. "Όχι πια εδώ"
8. Ένα παγωμένο χέρι για να κρατιέσαι
9. «Εξωτικό νησί είναι αυτό που δεν έχει μπάτσους»
10. Για κάποιους οι μέρες τελειώνουν νωρίς
11. "Καταζητούμενος"

Το μίσος σε ωριμάζει. Περνάς μια ζωή μέσα στις παρορμήσεις, ότι θέλεις το παίρνεις, ότι δε σου δίνουν το κλέβεις, τυφλωμένος -μύγα σε ζαχαροπλαστείο. Θυμώνεις, κοντράρεις, λυσσομανάς, επιτίθεσαι –αλλά δεν έχεις μάθει να μισείς. Όταν το θέμα έχει να κάνει με την επιβίωση, δε μισείς –το μίσος είναι πολυτέλεια. Ο αγώνας για την επιβίωση είναι σκέτη αποκτήνωση, όσο το μίσος παραμένει ένα ακόμα βίτσιο των χορτασμένων. Ή των ετοιμοθάνατων –που κάνει ακριβώς το ίδιο. Λένε πως οι ετοιμοθάνατοι μαλακώνουν συναισθηματικά, λένε οτι αυτοί αγαπάνε όλον τον κόσμο επειδή ετοιμάζονται να αποχαιρετήσουν. Όσοι λένε τέτοια πράγματα δεν υπήρξαν ποτέ ετοιμοθάνατοι, αυτό ξέρω εγώ.

Και μη νομίζεις, αν πίστευα οτι έχω ζωή μπροστά μου αλλιώς θα ενεργούσα –θα μπούκαρα στο σπίτι του Αφεντικού, ή θα πέρναγα απ’ το μαγαζί του και θα τα ‘κανα πουτάνα εκεί μέσα. Έτσι είχα συνηθίσει να δουλεύω τότε που μετριόμουνα στους ζωντανούς. Αλλά τώρα ήταν διαφορετικά. Έπεσα σε τρίτη, το κιβώτιο της Άλφα αναστέναξε ανυπόμονα, ο δρόμος μπροστά μου ήταν νύχτα και η κίνηση λιγόστευε. Είχα μπόλικη ώρα για σκότωμα, μέχρι να φτάσει το ξημέρωμα –τότε θα έκανα την κίνησή μου. Επειδή κάθε τι πονάει περισσότερο το ξημέρωμα.

Ένα περιπολικό χασμουριόταν με αναμμένο το φάρο στο πλάι της λεωφόρου, δεν είχαν όρεξη για τραβήγματα, δεν είχα διάθεση για μπλεξίματα –πέρασα μπροστά τους με σταθερή ταχύτητα. Στο παρμπρίζ της Άλφα καταστρώνονταν από μόνα τους τα αόρατα σχέδια.

Είχα χτυπήσει το μαγαζί του Αφεντικού και είχα χτυπήσει τους εισπράκτορές του –με τι άλλο ασχολιόταν; Ναρκωτικά και γυναίκες –πολλοί ήταν εκείνοι που προτιμούσαν να πληρώσουν το Αφεντικό σε είδος όταν τους έκανε κάποια μεταφορά, έτσι βρισκόταν συχνά με κάποια ποσότητα που έπρεπε να σπρώξει στην αγορά. Είχε γι΄αυτό φτιάξει ένα ψευτοδίκτυο, δεν έφτανε μέχρι κάτω στους πελάτες –όχι τέτοια πράγματα –το Αφεντικό δεν έπαιρνε ποτέ περιττά ρίσκα. Απλά μεταπουλούσε σε γνωστούς εμπόρους, μικρότερο το κέρδος αλλά σίγουρα πράγματα. Εκεί πέρα μπορούσα να του κάνω ζημιά όσο περίμενα να ξημερώσει. Ξεκίνησα λοιπόν για τα σπίτια των σιχαμένων.

Η Άλφα μου αναβόσβησε ένα κόκκινο λαμπάκι στο καντράν, υπενθυμίζοντας οτι ακόμα και οι θρυλικοί κινητήρες χρειάζονται βενζίνη. Ρολάραμε παρέα στους έρημους δρόμους ψάχνοντας για ανοιχτό βενζινάδικο –εκεί έξω είχε πέσει μια μοναξιά τόσο πυκνή που μούλιαζε η στεναχώρια τους σκουπιδοτενεκέδες. Αυτή η πόλη πέθαινε άσχημα –χρόνια τώρα. Από τότε που τη θυμόμουν, πιτσιρικάς βγήκα πρώτη φορά να τη συναντήσω κι εκείνη γινόταν κοφτερή, σαν κομματιασμένο πεζοδρόμιο, κάθε φορά που άπλωνα το χέρι μου. Ποτέ δε με φύλαξε αυτή η πόλη, ποτέ δεν άνοιξαν οι πόρτες των πολυκατοικιών της για να με κρύψουν. Τσιμέντο, παγωμένο μάρμαρο και σίδερο –η πόλη που με γέννησε. Αναγκάστηκα να σκάψω την πέτρα με κουτάλι σα φυλακισμένος, αναγκάστηκα να σκαλίσω το σχήμα του κορμιού μου για να προφυλαχτώ. Σκατούπολη.

Είδα έναν επιφυλακτικό στο πεζοδρόμιο, οδήγησα την Άλφα προς τη μεριά του.
«Ρε φίλε, ξέρεις κάνα βενζινάδικο ανοιχτό εδώ κοντά;» του φώναξα από το ανοιχτό παράθυρο.
«Δεν ξέρω τίποτα –δεν είμαι από δω», μουρμούρισε εκείνος επιταχύνοντας το βήμα του.
Κανένας δεν ήταν από δω, λες κι η πόλη εποικίστηκε από φαντάσματα –όλοι περαστικοί ήμασταν. Ακόμα και οι ταμπέλες, είδα μία γκρεμισμένη στην άκρη του δρόμου, την ακολούθησα χωρίς να την πιστεύω αλλά τελικά αποδείχτηκε σωστή. Βενζινάδικο 100 μέτρα δεξιά.

«Πόσο να βάλω;»
«Γέμισέ το»
«Απλή ή σούπερ;»
«Σούπερ».
«Κανονική ή αμόλυβδη;»
Έβγαλα το κεφάλι από το ανοιχτό παράθυρο –είδα καλύτερα τον πιτσιρικά. Με κοίταξε κι εκείνος μ΄ένα χαζό χαμόγελο που φώτιζε τα σπυριά στη μούρη του.
«’σου πω ρε σπόρε –για τι σου κάνει η τρύπα του ρεζερβουάρ;» τον ρώτησα.
«Εντάξει κύριος, επειδή είναι φαρδιά -χωράει η κάνουλα της κανονικής βενζίνης, αλλά χωράει και της αμόλυβδης...»
Ρε μ΄έναν πούστη....
«Να σε ρωτήσω, έχετε κάναν Μπλακ Πάουερ στο βενζινάδικο;» γλύκανα λίγο το ύφος μου κρεμασμένος ακόμα στο παράθυρο της Άλφα.
Ο πιτσιρίκος μαζεύτηκε.
«Δηλαδή... και γιατί ρωτάς;» κόμπιασε.
«Ρωτάω για να μάθω ρε σπόρε! Έχετε ή δεν έχετε;»
«Έχουμε», παραδέχτηκε.
«Ας πούμε λοιπόν οτι σκάει μύτη η Τζίνα Τζέιμσον –με παρακολουθείς;»
Με παρακολουθούσε μπερδεμένος βέβαια.
«Κι ας ξαναπούμε οτι είσαι εσύ που τρέχεις να την εξυπηρετήσεις, καθότι ο Μπλακ Μπράδερ με το αφεντικό του μαγαζιού παίζουν τόμπολα εντός...»
«Τι είναι τα τόμπολα;» απόρησε.
«Δεν έχει σημασία –πρόσεξέ με! Βγαίνει λοιπόν η Τζίνα και σου ξηγιέται ‘γέμισμα του ρεζερβουάρ πλας πήδημα’ –κλασσική φάση, με πιάνεις;»
Κούνησε το κεφάλι και κουνήθηκε μαζί όλο του το σώμα.
«Λοιπόν σ΄αυτή την υποθετική περίπτωση τι θα της πρότεινες; Να πηδηχτεί με τ΄αφεντικό σου τον φίφα ή να βάλει τον Μπλακ Πάουερ τον προικισμένο;»
Του πήρε λίγη ώρα να πιάσει την παραβολή αλλά στο τέλος χαμογέλασε ικανοποιημένος.
«Εντάξει, τώρα που έπιασες το νόημα ξηγήσου το σχετικό γέμισμα του ρεζερβουάρ», είπα ήρεμα.
Είναι καλό να είσαι καλός με τους ανθρώπους.

Ο πιτσιρικάς τίγκαρε το ρεζερβουάρ, μου έδειξε τον μετρητή που έγραφε «50» και πλησίασε να πληρωθεί.
«Κάπως γνωστός μου φαίνεσαι –που σε έχω δει;» με ρώτησε όσο τσέπωνε το χαρτονόμισμα.
«Που με έχεις δει; Ξέρω ΄γω; Μάλλον με θυμάσαι από τότε που πήδαγα τη μάνα σου», είπα κι έβαλα μπρος στα γρήγορα.
Είναι καλό να είσαι καλός με τους ανθρώπους -αρκεί αυτοί να το εκτιμούν. Βγήκα πάλι στη λεωφόρο. Η Άλφα ρεύτηκε σα βαρυστομαχιασμένη γάτα πριν επιταχύνει.

Έμενε στον πέμπτο όροφο και φυλαγόταν προσεκτικά –ένα τζιπ που ξεροστάλιαζε στην εξώπορτα της πολυκατοικίας κι ένα πολυμορφικό παραφύλαγε δυο σπίτια παρακάτω. Τα ήξερα όλα αυτά, από παλιά, όταν του πήγαινα χρήματα. Αν έκανα και πλησίαζα με την Άλφα θα με θέριζαν από δυο πάντες, γι΄αυτό πάρκαρα πιο πίσω και άρχισα το περπάτημα. Μέτραγα τα βήματα, τώρα θα με σταμπάρανε από τους καθρέφτες του τζιπ, τώρα θα ειδοποιούσαν τους άλλους στο πολυμορφικό, τώρα...
Η πόρτα του τζιπ άνοιξε και βγήκε ένας θεόρατος με μακριά μαλλιά. Τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν. Του έκανα νόημα. Έμεινε ακίνητος όσο πλησίαζα.
«Ήρθα να δω τον Γλύκα», είπα δυνατά.
«Και λοιπόν;» αναρωτήθηκε.
«Εσύ θα μου πεις», φρέναρα απέναντί του.
«Σε περιμένει;» θέλησε να μάθει.
«Δε νομίζω», υπέθεσα.
«Τότε δεν θα τον δεις», μου ξέκοψε.
«Προσπάθησε πάλι», τον προέτρεψα.
Κοίταξε για λίγο τα κορδόνια των αθλητικών του και μετά χώθηκε στο τζιπ. Εγώ περίμενα σκαλωμένος. Δυο άτομα βγήκαν από το πολυμορφικό και στάθηκαν παρακολουθώντας με. Ο μαλλιάς ξαναβγήκε.
«Τι τον θες;» ρώτησε.
«Δικιά μου δουλειά», απάντησα.
«Θα μπορούσα να κάνω τη δικιά σου δουλειά –δικιά μου», σχολίασε ο μαλλιάς.
«Δεν θα σου άρεσε –δεν πληρώνει καλά», του εξήγησα.
Έμεινε για λίγο σκεφτικός.
«Ο Γλύκας είπε να πεις σε μας πρώτα...» μουρμούρισε.
«Ο Γλύκας κάνει λάθος, δώστον μου στο τηλέφωνο και θα δεις που θα το παραδεχτεί», του είπα.
Χάθηκε για μια ακόμα φορά μέσα στο τζιπ και βγήκε με ένα τηλέφωνο στο χέρι. Το πήρα. Από το πίσω τζάμι του τζιπ με σημάδευε μια κοντόκανη.
«Τι θες!» ούρλιαξε το τηλέφωνο.
«Να μιλήσουμε», είπα.
«Τι να πούμε; Είσαι πεθαμένος, δεν τα΄μαθες;»
«Οι πεθαμένοι ξέρουν τα καλύτερα μυστικά για τους ζωντανούς –ειδικά για όσους μιλάνε με μπάτσους», του απάντησα.
Περίμενα για λίγο με το τηλέφωνο στ΄αυτί.
«Τσακίσου κι έλα πάνω!» ούρλιαξε το τηλέφωνο.
«Σου δίνω το μαντρόσκυλο για να του τα πεις», τον πληροφόρησα και πέταξα το τηλέφωνο στον αέρα.
Ο μαλλιάς το άρπαξε πριν γίνει κομμάτια στην άσφαλτο. Άκουσε για λίγο σιωπηλός, μουρμούρισε κάποιο «εντάξει» και άφησε το τηλέφωνο μέσα στο τζιπ.
«Ξεφορτώσου», με διέταξε.
Έβγαλα το Βάλτερ και το κράτησα από την κάνη.
«Κοίτα μην το χάσεις γιατί θα σε πηδήξω», τον προειδοποίησα.
Πήγε να το πάρει, τράβηξα το χέρι πίσω, έμεινε μετέωρος.
«Δεν άκουσα!» επέμεινα.
«Μην παίζεις με την υπομονή μου», προειδοποίησε ο μαλλιάς.
«Ακόμα κι έτσι....» μουρμούρισα, κρατώντας το Βάλτερ σε απόσταση.
«Εντάξει γαμώ το στανιό σου! Θα προσέχω να μην το χάσω!» απηύδησε ο μαλλιάς.
Του έδωσα το Βάλτερ.
«Ακολούθα», είπε χώνοντάς το στην τσέπη του μπουφάν του.
Άνοιξε τη μασίφ πόρτα της πολυκατοικίας και ξεκίνησε για το ασανσέρ, εγώ πίσω του με σταθερό βήμα. Τον είδα να πατάει το κουμπί, στον φωτεινό πίνακα φάνηκε οτι ο θάλαμος ξεκίνησε να κατεβαίνει από τον πέμπτο. Και τότε έστριψε το σώμα του ξαφνικά –μου στρέτσαρε ένα περιποιημένο ντιρέκτ ακριβώς κάτω απ΄τη μύτη. Έγλυψα αλμυρό αίμα από τα χείλη μου, πόνεσα αλλά δεν κουνήθηκα.
«Επειδή το παίζεις πολύ μάγκας», μου εξήγησε.
«Μέσα είσαι», συμφώνησα.
Το ασανσέρ άνοιξε μπροστά μας, μπήκαμε, εκείνος κόλλησε την πλάτη στον πίσω καθρέφτη για να με έχει μπροστά του. Εγώ όμως δεν είχα όρεξη για παιχνιδάκια, προτίμησα να περάσω τη γλώσσα από τα μπροστινά μου δόντια για να δω αν κουνιόταν κανένα τους.
«Φτάσαμε», μου είπε.
Άνοιξα την πόρτα του ασανσέρ, με προσπέρασε στο διάδρομο και πήγε μπροστά για να με μπάσει στο διαμέρισμα.

Το χωλ ήταν τίγκα στα πεταμένα παλτά, καπνοί βγαίνανε από το εσωτερικό του σπιτιού, ανακατεμένοι με γέλια και ξινισμένο αέρα. Ο Γλύκας ήταν γνωστός για τα πάρτι του, βασικά ο Γλύκας ζούσε σ΄ένα μόνιμο πάρτι. Κόσμος συνέχεια στο σπίτι του, άλλοι γίνονταν στα πίσω δωμάτια, άλλοι αγόραζαν φτιαγμένες γκόμενες για να τις πηδήξουν στο μπάνιο, στο σαλόνι, στο καθιστικό, στο μπαλκόνι –παντού. Κι ο Γλύκας γυρόφερνε, είχε αυτή την εντύπωση οτι κανένας δεν θα τον πείραζε σ΄ένα σπίτι γεμάτο κόσμο. Αλλά είχε και τη φρουρά από κάτω, επειδή οι εντυπώσεις από μόνες τους δε φτάνουν.
Ένας σκατόγερος μας προσπέρασε κυνηγώντας δυο γκόμενες που κρατούσαν κολονάτα ποτήρια –όταν ήταν δίπλα μου του ΄βαλα τρικλοποδιά –γκρεμίστηκε μαζί μ΄ένα τραπεζάκι βιτρό. Ο μαλλιάς κοίταξε ανήσυχος, του χαμογέλασα, στράβωσε.
«Στις ομορφιές σου σε βρίσκω –για πτώμα...» με χαιρέτησε φιλικά ο Γλύκας.
Τον λέγανε έτσι από την εποχή που ξεκίνησε την καριέρα του σαν νταβατζής –αλλά ποτέ δεν κατάλαβα αν εννοούσαν το τσουτσούνι του ή τους γλυκερούς του τρόπους. Όταν πέρασε στο πουσάρισμα κόκας το παρατσούκλι ήρθε κι έδεσε.
«Πάμε κάπου να τα πούμε χωρίς τον χιμπατζή», του ζήτησα δείχνοντας τον μαλλιά που μου είχε γίνει στενός κορσές.
«Τς, τς, τς... άκου λόγια! Δεν σκέφτεσαι οτι με κάτι τέτοια μπορεί να πληγώσεις τους γύρω σου;» χαμογέλασε ο Γλύκας.
Έγλυψα το ξεραμένο αίμα στα χείλη μου και δεν έδειξα καμιά διάθεση να χαμογελάσω.
«Έλα –να τελειώνουμε...» του ζήτησα.
«Βιάζεσαι; Που αλλού έχεις να πας;» έκανε πως απορεί εκείνος.
Δε μίλησα, οπότε μου γύρισε την πλάτη, προχώρησε σ΄ένα μισοσκότεινο διάδρομο, εγώ πίσω του, ο μαλλιάς παραπίσω. Ξεκλείδωσε ένα δωμάτιο και μου έκανε υπόκλιση τύπου «περάστε στο φτωχικό μας», δεν κουνήθηκα, σήκωσε τους ώμους και μπήκε πρώτος. Τον ακολούθησα. Κράτησα μάλιστα και την πόρτα περιμένοντας να μπει ο μαλλιάς, μόνο που, όταν έφτασε κοντά, του την κοπάνησα με δύναμη στα μούτρα, ούρλιαξε –χάρηκα.
«Έχεις μια έμφυτη κακία απέναντι στους ανθρώπους...» παρατήρησε υποτιμητικά ο Γλύκας.
«Κι εσύ έχεις εμφυτεύματα αντί για μαλλιά στο κεφάλι σου αλλά δεν το κάνω θέμα», τον γείωσα.
Μαζεύτηκε –δεν είναι ωραίο να χτυπάς έναν νταβατζή σε θέματα εμφάνισης. Ακόμα κι αν είναι πρώην –με διπλοσάγονα, μπάκες ξεγυρισμένες και φυτευτά μαλλιά.
«Τι θες;» με ρώτησε.
«Ξέρεις για την περίπτωσή μου, έτσι;» έκανα εγώ.
«Κάτι ακούστηκε...» είπε ο Γλύκας.
«Σαν τι δηλαδή;» ρώτησα.
Με κοίταξε χαμογελαστός κι αμίλητος.
«Εντάξει –δεν έχει σημασία», είπα. «Επειδή δε νομίζω να ακούστηκε η κανονική βερσιόν –μάλλον κάποια χολιγουντιανή διασκευή θα προτιμήθηκε...»
Ο Γλύκας με περίμενε να συνεχίσω κι αυτό έκανα.
«Ξέρεις, ας πούμε, οτι το Αφεντικό με έστειλε να μεταφέρω σημαδεμένα χρήματα και οι τύποι εκεί πέρα κοντέψανε να με σφάξουν όταν το πήραν είδηση; Τώρα, εγώ αναρωτιέμαι –ποιος πούστης έχει τη δυνατότητα να κυκλοφορεί χρήματα με συνεχόμενη αρίθμηση; Και γιατί οι άλλοι εκνευρίστηκαν; Μήπως φοβήθηκαν οτι η δουλειά βρώμαγε μπάτσικο στήσιμο;»
Ο Γλύκας έκανε μια φιλότιμη προσπάθεια να χαμογελάσει.
«Λέω λοιπόν εγώ –είναι ενήμερη η πιάτσα οτι το Αφεντικό δίνει κόσμο στους μπάτσους; Αν έχουν έτσι τα πράγματα -ευχαριστώ για το λικέρ που δε με κέρασες και να πηγαίνω...»
«Με ρωτάς αν ήξερα για κάρφωμα στους μπάτσους δηλαδή;» έκανε πως απορεί ο Γλύκας.
«Δε σε ρωτάω –αναρωτιέμαι», του εξήγησα.
Τότε εκείνος πετάχτηκε μέχρι το διπλανό κομοδίνο κι άρπαξε ένα πλακέ πιστόλι. Πριν προλάβω να κοιτάξω άκουσα τον κόκορα να σηκώνεται.
«Ήρθες στο σπίτι μου να με ρωτήσεις αυτό το πράγμα;» έκανε ο Γλύκας με φωνή καταψύκτη.
«Ήρθα στο σπίτι σου να σε προειδοποιήσω και μάζεψε το κουμπούρι. Χάρη θα μου κάνεις αν μου ρίξεις –αλλά δε σε θυμάμαι για πονόψυχο», του είπα.
Συνέχισε να με σημαδεύει οπότε γύρισα και τον είδα καλύτερα –κατάλαβα τότε οτι ήταν χεσμένος από την πολλή κόκα. Για μια στιγμή αναρωτήθηκα μήπως το σχέδιό μου ήταν σκέτη μαλακία.
«Ακούστηκε οτι βούτηξες τα φράγκα και το Αφεντικό έβγαλε απανταχούσα, όποιος σε δει να σε τελειώσει επιτόπου. Ο τυχερός κερδίζει μια μεταφορά χωρίς προμήθεια», σφύριξε ο Γλύκας.
«Εντάξει –ωραία είναι όλα αυτά. Ρίξε μου λοιπόν –να βγάλεις και κέρδος», του απάντησα.
«Μη βιάζεσαι», μου είπε. «Πες μου πρώτα τι σκοπεύεις να κάνεις».
«Τι να κάνω; Θα την κοπανήσω μπας και γλιτώσω. Αλλά ήθελα πριν, να πω δυο κουβέντες –κάποτε θα επιστρέψω και δε γουστάρω να βρω την πιάτσα μονοπώλιο...»
Φαίνεται οτι πιάστηκε το χέρι του από το πολύ τέντωμα κι έτσι το κατέβασε αργά. Πήγε κιόλας σε μια πολυθρόνα, έβγαλε την ταμπακέρα του, πήρε τσιγάρο και μου την πέταξε.
«Κάτσε να τα πούμε», πρότεινε φιλικά.
Στριφογύρισα την ταμπακέρα αλλά τσιγάρο δεν υπήρχε περίπτωση να πάρω –το μόνο που μου έλειπε ήταν να κουδουνίσω από τίποτα λιβάνια.
«Ας πούμε πως λες αλήθεια...» ξεκίνησε ο Γλύκας.
«Ας πούμε πως είσαι σίγουρος περί αυτού», τον έκοψα. «Επειδή κάνω καιρό τις πληρωμές και δεν έχει ακουστεί τίποτα για μένα, άσε που έχω ακόμα τα φράγκα μαζί μου –μπορώ όποτε θέλεις να αποδείξω οτι είναι σημαδεμένα».
«Τέλος πάντων...» δυσανασχέτησε. «Ας πούμε οτι το Αφεντικό θέλησε να ξεφορτωθεί κάποιους και τους έστησε, έβαλε κι εσένα το μαλάκα να βγάλεις το φίδι... Τι διάβολο κάνεις εδώ πέρα –μου λες; Αν ήθελες να την κοπανήσεις θα έφευγες προς τα πάνω, τι σκατά ξαναγύρισες στην πόλη;»
Σωστή ερώτηση –δεν ήταν ηλίθιος ο Γλύκας, έπρεπε να προσέξω.
«Με φέρανε κυνηγώντας, τι νόμισες;» αγανάκτησα. «Παντού μπλόκα, αφού έστησε τη δουλειά με τους μπάτσους εύκολο ήταν να με γυρίσει εδώ πίσω. Καθότι πιο βολικό να με φάει εντός έδρας...»
«Δε μου τα λες καλά», σκυθρώπιασε ο Γλύκας. «Εγώ άκουσα για κάποια απαγωγή, κόρη δικαστή είπαν... Μετά μαθεύτηκαν κάτι τσαμπουκάδες σε κωλόμπαρο και το μαγαζί του Αφεντικού είναι κλειστό λόγω ανακαίνισης! Τι σημαίνουν όλα αυτά καλλιτέχνη;»
Βλαστήμησα με σφιγμένα δόντια.
«Πήρα μια γκόμενα όμηρο για να γλιτώσω...» είπα.
«Και που την έχεις;» ρώτησε ο Γλύκας.
«Που να την έχω; Την πέταξα στα σκουπίδια επειδή μου προέκυψε ολίγον πεθαμένη».
«Πως αυτό;»
«Παράπλευρη απώλεια –εμένα σημάδευαν, εκείνη την άρπαξε», μουρμούρισα.
«Ποιοι σε σημάδευαν;»
«Ξέρω ΄γω; Οι Ινδιάνοι, το ιππικό, οι γρεναδιέροι... Δεν έβγαλα άκρη...»
«Και για τα υπόλοιπα;» ρώτησε σταθερά ο Γλύκας.
«Εντάξει ήμουνα άφραγκος και την έπεσα σ΄έναν εισπράκτορα του Αφεντικού –θέμα δικαιοσύνης νομίζω!»
«Αναμφισβήτητα!» επικρότησε ο Γλύκας.
«Για τα άλλα που είπες δεν ξέρω», ολοκλήρωσα εγώ.
«Ποια άλλα;» φίδιασε ο Γλύκας.
Δαγκώθηκα.
«Περί ανακαινίσεως και τα σχετικά...» δικαιολογήθηκα.
«Α, μάλιστα!» έκανε ο Γλύκας. «Κι από μένα τι γυρεύεις;»
Πήρα να ιδρώνω εσωτερικά της μπλούζας. Επειδή καταπληκτικό το σχέδιο να ξεφωνίσω το Αφεντικό στην πιάτσα, αλλά η πιάτσα είναι χώρος επαγγελματικός –δεν σκαμπάζει περί εκδίκησης.
«Κάλυψη –τι άλλο;» έκανα πως αναρωτιέμαι. «Να βάλεις πλάτη για να την κοπανήσω...»
«Τρελός θα είσαι!» πετάχτηκε ο Γλύκας. «Έρχεσαι εδώ, μου λες μια ιστορία για ουραγκοτάγκους και περιμένεις να παίξω το κεφάλι μου για πάρτη σου!»
«Εντάξει –αν φοβάσαι το Αφεντικό δεν τρέχει τίποτα», σχολίασα.
«Ο Γλύκας δεν φοβάται κανέναν!» έκανε τσιτωμένος. «Αλλά ο Γλύκας δεν είναι ερασιτέχνης, ο Γλύκας είναι επιχειρηματίας. Θέλεις βοήθεια από τον Γλύκα; Εντάξει –να τα βάλουμε κάτω. Βοήθεια σημαίνει κόντρα με το Αφεντικό –πες μου τώρα, τι θα κερδίσει ο Γλύκας απ΄όλο αυτό;»
«Αξιοπρέπεια ίσως... Σεβασμό στην πιάτσα, επειδή κόντραρε έναν χαφιέ...» πρότεινα διστακτικά.
«Αξιοπρέπεια! Σεβασμό!» κορόιδεψε ο Γλύκας. «Επειδή δεν είμαι εύκαιρος, κάνε μου εσύ την πράξη... Ένα κιλό άσπρη, πόση αξιοπρέπεια κοστίζει; Άστο, άστο αν δυσκολεύεσαι –πες μου μόνο πόσο σεβασμό πρέπει να δώσω σ΄ένα Ρώσο για να του αγοράσω τη γυναίκα! Σε ρωτάω για να μη με κλέψουν στο ζύγι –κατάλαβες;»
Αυτό έλειπε να μην καταλάβαινα κι αυτό έλειπε να μην ήξερα από τα πριν. Πριν κάνα χρόνο είχα βρεθεί στη μέση μιας εμπορικής διαμάχης –κάτι Σουμέριοι ήθελαν να φάνε δυο δρόμους του Γλύκα, τους πέτυχα την ώρα που πήγαιναν να του χαρακώσουν τις κοπέλες. Είχα στείλει έναν στο νοσοκομείο και τους άλλους στον αγύριστο –ήμουνα τυχερός επειδή δεν με περίμεναν. Ο Γλύκας νόμισε οτι το έκανα για χάρη του, εγώ απλώς δε γούσταρα να πειράξουν τα κορίτσια, αλλά τον άφησα να πιστεύει ότι ήθελε. Κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί οτι τώρα ήταν η ώρα της ανταπόδοσης από μεριάς του –κάποιος... Όχι εγώ. Σηκώθηκα να φύγω και καλά θλιμμένος.
«Κάτσε κάτω», είπε ο Γλύκας.
Γύρισα να τον κοιτάξω αλλά δεν κάθισα.
«Ήρθες να πουλήσεις φούμαρα στον Γλύκα αλλά είσαι τυχερός που σου χρωστάω. Αλλιώς θα σε παίρνανε σέρνοντας από δω μέσα και θα παρακάλαγες πολύ πριν κάποιος σου κάνει τη χάρη να σε πεθάνει...»
«Εντάξει –οτι πεις. Να πηγαίνω τώρα;» ζήτησα.
«Έφαγες τους νησιώτες στο ξενοδοχείο κι έκανες πουτάνα το μαγαζί του Αφεντικού εκτός από το οτι τσαμπουκαλεύτηκες με τον εισπράκτορά του. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Οτι είσαι ένας ξεκωλιάρης καβαλημένος που αποφάσισες να γαμήσεις πολύ άσχημα το Αφεντικό –κι όσα είπες περί να την κοπανήσεις, κράτα τα για καμιά ποιητική βραδιά –δε ψήνεται ο Γλύκας με τέτοιες μπούρδες. Ήρθες εδώ για να βγάλεις βρώμα και θέλεις να την κυκλοφορήσω στην πιάτσα –θα το κάνω. Επειδή ξέρω οτι δεν είσαι κλέφτης και οι χαφιέδες βλάπτουν την ελεύθερη αγορά. Από κει και πέρα...» σηκώθηκε, με πλησίασε. «Αν νομίζεις οτι θα τελειώσεις το Αφεντικό είσαι κανονικός ψυχάκιας για να μην πω τίποτα χειρότερο. Αργά ή γρήγορα θα σε στριμώξουν, αν έχουν μαζί τους και τους μπάτσους σβήσε το ‘αργά’...»
«Πες μας κάτι καινούργιο ρε Γλύκα!» στράβωσα.
«Το καινούργιο είναι οτι δε θα΄ρθω στην κηδεία σου αλλά ούτε το Αφεντικό θα μπορέσει να παραβρεθεί...» μου απάντησε εκείνος.
«Τότε, τζάμπα θα πάνε τα κόλλυβα», γέλασα εγώ.
«Κοίτα να πεθάνεις όρθιος ρε ηλίθιε», μου φώναξε ο Γλύκας όσο άνοιγα την πόρτα.
Απέξω με περίμενε ο μαλλιάς.
«Περασμένα-ξεχασμένα;» χαμογέλασα.
Ξεκίνησε να με πλησιάζει σα φορτηγό σε κατηφόρα.
«Συνόδεψε τον κύριο μέχρι την έξοδο κι άσε τις μαλακίες!» ούρλιαξε ο Γλύκας.
Ο μαλλιάς φρέναρε –θα έβαζα στοίχημα οτι τα αθλητικά του σπίνιαραν στο παρκέ.
«Δώσμου!» του ζήτησα.
Ακούμπησε το χέρι στην τσέπη του.
«Όταν βγεις στο δρόμο», μου είπε.
Ξαναπήραμε το ασανσέρ.
«Αν σε ξαναπετύχω θα σε λιώσω», μούγκρισε ο μαλλιάς.
«Πάρε νουμεράκι από το μηχάνημα επειδή υπάρχει ουρά», του εξήγησα.

Στην είσοδο της πολυκατοικίας μου επέστρεψε το Βάλτερ, έβγαλα τη γεμιστήρα, την τσέκαρα –όλα εντάξει φαίνονταν. Φοβόμουνα βλέπεις, μην είχε ρίξει καμιά ροχάλα εκεί μέσα ο μαλλιάς λόγω εκνευρισμού.

Μπήκα στην Άλφα, ξεκινήσαμε, κοίταξα το ρολόι μου αλλά δεν είδα τίποτα συγκεκριμένο –κυρίως επειδή δεν είχα ποτέ μου ρολόι. Ήθελε καμιά ώρα μέχρι ν’ αρχίσει το ξημέρωμα, αυτό μπορούσα να το πω στα σίγουρα, ξεκίνησα λοιπόν χωρίς να βιάζομαι.

Οι περισσότεροι μεγαλοβρωμιάρηδες φροντίζουν να κρατάνε κρυφές τις διευθύνσεις των σπιτιών τους. Έχουν κάποιο διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης για να ξεσκίζονται, κάποιοι έχουν μέχρι και εξοχικό –αλλά οι οικογένειές τους δεν μένουν εκεί. Οι οικογένειες μένουν σε κρυφά σπίτια, σε πλούσιες γειτονιές –κανένας από τους γείτονες δεν γνωρίζει οτι ο πολυάσχολος κύριος χονδρός που φεύγει με συνοδεία είναι στην πραγματικότητα υπεύθυνος για τις μισές παράνομες μπίζνες της νύχτας. Σ΄αυτά τα κρυφά σπίτια ζουν οι γυναίκες τους, πιο άσχημες κι από τη δυστυχία, και τα εκτρωματικά παιδιά τους. Προφυλαγμένοι –έτσι θέλουν να πιστεύουν. Αλλά όχι από μένα.

Το πρώτο πράγμα που έκανα όταν ξεκίνησα να δουλεύω για το Αφεντικό ήταν να τον ψάξω. Ρώτησα στην πιάτσα –άκουσα διάφορα. Όταν είδα οτι είχε μέλλον η συνεργασία τον παραφύλαξα. Δε μου πήρε πολύ να βρω τα σπίτια του –κι εκείνο που είχε για φανερό και το άλλο, το κρυφό. Σ΄αυτό πήγαινα τώρα.

Και μπαίνοντας στην ακριβή συνοικία άκουσα αηδόνια να τσιροκοπάνε φωλιασμένα σε αιωνόβια δέντρα, οι δρόμοι ήταν μέσα στη βλάστηση εκεί πέρα –αλλά εγώ από μικρός ανατριχιάζω με την κραυγή του αηδονιού. Επειδή αυτό το παλιόπραμα νομίζω οτι μονίμως προαναγγέλλει θάνατο. Οδήγησα αλλάζοντας τις ταχύτητες πριν γεμίσουν.

Πλησιάζοντας έφερα στο μυαλό μου το σπίτι του Αφεντικού –μια θεόρατη καγκελόπορτα στον ερημικό δρόμο κι από πίσω της μπόλικος κήπος. Έξω από την καγκελόπορτα ένα ή περισσότερα αυτοκίνητα με φρουρούς –μεγάλη μαλακία. Επειδή αν κάποιος ήθελε να μακελέψει την οικογένεια του Αφεντικού δεν θα πήγαινε να χτυπήσει το κουδούνι της κεντρικής εισόδου. Πριν βγω στον ερημικό δρόμο έκανα αριστερά κι έπιασα τον από πίσω παράλληλο. Μέτρησα τα σπίτια μην κάνω καμιά μαλακία μέσα στο μισοσκόταδο –φρέναρα απαλά όταν σιγουρεύτηκα οτι βρισκόμουν εκεί που έβλεπε η κουζίνα και τα υπνοδωμάτια του πάνω ορόφου. Κανένα αναμμένο φως.

Βγήκα από την Άλφα.

Τράβηξα το Βάλτερ και άφησα να διαλέξει από μόνο του –εγώ απλώς το διευκόλυνα ανεβοκατεβάζοντάς το. Κουζίνα, κρεβατοκάμαρες, κουζίνα, κρεβατοκάμαρες, κουζίνα, κρεβατοκάμαρες –στύλωσα τα πόδια γερά στο χώμα όσο το Βάλτερ άδειαζε μια γεμιστήρα πάνω στα κλειστά τζάμια. Θόρυβος του δαίμονα –μέχρι και τα γαμημένα τ΄αηδόνια έβγαλαν το σκασμό. Όταν η σκανδάλη έφερνε άδειες θαλάμες σταμάτησα –γύρισα στην Άλφα θαυμάζοντας τη ζημιά. Εκεί φρόντισα να αντικαταστήσω την άδεια γεμιστήρα όσο ακούγονταν δυνατές φωνές και κινητήρες αυτοκινήτων που ξεκινούσαν.

Έφυγα από την άλλη μεριά χωρίς κανένας να με εμποδίσει –δεν είχε ακόμα ξεκινήσει το κυνηγητό. Έλπιζα να μην είχα πετύχει κανέναν αθώο εκεί πάνω, αλλά κι αν είχε συμβεί δε μ΄ένοιαζε.

Τίποτα δε μ΄ένοιαζε –μόνο να τελειώνουμε.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 05, 2009

11. «Καταζητούμενος»

Προηγουμένως:
1. "Που θα πας ρε ηλίθιε;"
2. Μαθαίνοντας τη Βέρα
3. Οι σφαίρες δεν πληρώνουν εισιτήριο μετ΄επιστροφής
4. Σκυλί με λαστιχένιο λουρί
5. Η πραγματική γαλήνη
6. Σημαδεύοντας τη βροχή
7. "Όχι πια εδώ"
8. Ένα παγωμένο χέρι για να κρατιέσαι
9. «Εξωτικό νησί είναι αυτό που δεν έχει μπάτσους»
10. Για κάποιους οι μέρες τελειώνουν νωρίς

Ξέρεις εκείνο το τραγούδι που λέει οτι «Είμαι καταζητούμενος στην Καλιφόρνια/ Καταζητούμενος στο Μπάφαλο/ Καταζητούμενος στο Οχάιο/ Καταζητούμενος στο Μισισιπή», το ξέρεις το τραγούδι; Λέει ακόμα οτι «Αν ποτέ με πετύχεις κοιμισμένο/ και δεις την αμοιβή ν΄αναβοσβήνει πάνω απ΄το κεφάλι μου/ Για κοίτα καλύτερα φιλαράκο/ θα δεις ένα πιστόλι να σημαδεύει το δικό σου κεφάλι». Η Βέρα ανταποκρινόταν περισσότερο μεταλλικά απ΄ότι συνήθως, οι στομωμένες τρύπες της έτριζαν σαν σπασμένα κόκαλα που ξετρυπώνουν απ’ το δέρμα. Άναψα τσιγάρο σκεφτικός.

Είχε μεσημεριάσει αλλά η βροχή έφτιαχνε μια θολούρα μπροστά στον αδύναμο ήλιο, ήταν απ΄αυτά τα μεσημέρια που στα γραφεία των θλιβερών κτιρίων κάνουν πάρτι οι λάμπες φθορίου. Τα μεσημέρια που τρομάζουν οι νομοταγείς πολίτες. Ανάσανα υγρό καυσαέριο από την άσφαλτο –ήμουνα εδώ και ώρες διπλωμένος στις πίσω θέσεις της Άλφα, είχα προσπαθήσει να ξεκλέψω λίγο ύπνο, είχα καταλήξει αγκαλιά με τη Βέρα στο τέλος. «Ένας καταζητούμενος που έχασε τη θέλησή του για ζωή/ Ένας καταζητούμενος που αρνείται να θαφτεί/ Όσο μια γυναίκα γονατισμένη δίπλα στον τάφο μου/ παραχώνει μαργαρίτες στο έδαφος». Σταμάτησα, άφησα τη Βέρα στο πλάι, με τσίτωνε αυτό το διαρκές τρίξιμο δίπλα στον καβαλάρη, λες και κάποιο σπασμένο κόκαλο προσπαθούσε να ξετρυπώσει σκίζοντας το δέρμα της. Ήθελα να βγω και να τσακίσω τους πούστηδες που της το έκαναν –αλλά αυτό δεν γινόταν επειδή οι τύποι ήταν ήδη νεκροί. «Αρχίδια, όταν σας ξαναπετύχω στην κόλαση θα σας λιανίσω άλλη μια φορά!» υποσχέθηκα.

Και μετά αποφάσισα να πάρω κάποιες αποφάσεις.

Δεν γινόταν να τη βγάλω στην Άλφα μέχρι να νυχτώσει, χρειαζόμουν φαγητό και χρειαζόμουν περπάτημα –αλλιώς θα με πιάνανε οι μπάτσοι σαν τουμπαρισμένο μπάμπουρα και θα με κουβαλούσαν σε αναπηρική καρέκλα. Κοίταξα λοιπόν έξω από το κατεβασμένο παράθυρο, βρήκα έναν φράχτη που δεν έφραζε τίποτα απολύτως –μάλλον κάποτε υπήρχε εργοστάσιο εκεί πίσω, τώρα έμενε μόνο το κομμάτι του φράχτη και λάσπη. Εκεί έκρυψα την Άλφα. Τακτοποίησα και τη Βέρα στο πίσω κάθισμα –μετά βγήκα κι έκανα τα πρώτα μουδιασμένα βήματα. Δεν ήξερα πολλά από τη συγκεκριμένη γειτονιά αλλά είχα περάσει όλη μου τη ζωή σε τέτοιες γειτονιές. Κάποτε παίζανε παιδιά και δουλεύανε οι γονείς, τώρα κουρελήδες τριγυρνούσαν μη έχοντας τίποτα να κάνουν και πουθενά να σταθούν. «Το τέλος έρχεται πάντα άσχημα για την εργατική τάξη» και άλλα τέτοια βαθυστόχαστα, αν με καταλαβαίνεις. Κλώτσησα μια σκισμένη πλαστική σακούλα που τουμπάρισε από την ανοιχτή πλευρά κι από μέσα της χύθηκε κάτι απροσδιόριστο σα χυλός μαζί μ΄ένα ποντίκι. Κοίταξα τριγύρω –που σκατά να πήγαινα;

Από τη γωνία απέναντι εμφανίστηκαν δυο σκυμμένοι άνθρωποι, έρχονταν προς το μέρος μου προσέχοντας τα βήματά τους λες και περνούσαν ναρκοπέδιο. Από πάνω τους η βροχή κοίταζε μετέωρη κι αναποφάσιστη. Στηρίχτηκα σε ανοιγμένα πόδια λες και κούναγε το έδαφος, επειδή έτσι ήταν –ζαλιζόμουν λίγο.
«Ρε μάγκες, υπάρχει κάνα μέρος για φαγητό εδώ γύρω;» τους ρώτησα όσο με πλησίαζαν.
Κοιτάχτηκαν. Κι εγώ τους είδα καλύτερα –καθαρά ρούχα αλλά λιωμένα προ πολλού.
«Φαγητό; Τι είναι αυτό;» αναρωτήθηκε ο ένας στον άλλον.
«Έλα ντε! Θυμάσαι κάτι σχετικό;» συμπλήρωσε ο άλλος τον έναν.
Τι ωραία! Πέσαμε σε χιουμορίστες!
«Εντάξει, αν όλη η εισαγωγή έχει να κάνει με τράκα, σας κερνάω...» προθυμοποιήθηκα.
«Τράκα; Εμείς;» απόρησε ο ένας.
«Για ποιους μας πέρασε;» αναρωτήθηκε ο άλλος. «Ξέρεις τι δουλειά κάνουμε φιλαράκο;» με ρώτησε.
«Που να ξέρω;» αγανάκτησα.
«Κρίμα... έλεγα μήπως ήξερε, για να μας διαφωτίσει...» μουρμούρισε απολογητικά ο ένας προς τον άλλο.
Ένιωσα μπόλικη κούραση.
«Πεινάω σαν πούστης ρε γαμώτο!» αναστέναξα.
«Πεινάει ρε ο άνθρωπος κι εσύ κάθεσαι και του λες σαχλαμάρες!» επέπληξε ο ένας τον άλλο. Κι ο άλλος κατέβασε ντροπιασμένα το κεφάλι.
Μετά, σα συνεννοημένοι, ξεκίνησαν πάλι το περπάτημα. Σύντομα βρέθηκα να χαζεύω τις πλάτες τους όσο απομακρύνονταν.
«Πρώτο στενό δεξιά έχει ένα καφενείο –άμα παρακαλέσεις το Μάστορα μπορεί να σου φτιάξει τίποτα φαγώσιμο», μου φώναξε ο ένας.
«Φαγώσιμο;» απόρησε ο άλλος.
Δεν έμεινα ν΄ακούσω τη συνέχεια της κουβέντας τους αν και φαινόταν ενδιαφέρουσα. Προτίμησα να πάω κατά κει που μου είχαν πει και μάλιστα τρέχοντας.
Η αίθουσα ήταν κίτρινη και μύριζε υγραέριο, στο βάθος κάτι ποτήρια πλένονταν με δαιμονισμένο θόρυβο αλλά οι πελάτες δεν φαίνονταν να ενοχλούνται. Κάποιος μάλιστα ψιλοκοιμόταν με τα μούτρα στο τραπέζι δίπλα σ΄ένα φλιτζάνι του καφέ. Τίναξα το μπουφάν μου αν και δεν χρειαζόταν –η βροχή εξακολουθούσε να μην πέφτει. Έψαξα στο χώρο, ένα καλό τραπέζι με θέα το υπόλοιπο μαγαζί και την εξωτερική τζαμαρία, με περίμενε. Πήγα κι έκατσα εκεί –αναγκαστικά. Επειδή ήταν δίπλα στην τουαλέτα κι έζεχνε. Άναψα τσιγάρο, απλώθηκα. Ένας αξύριστος από κοντινό τραπέζι βάλθηκε να με κοιτάζει περίεργα.
«Γνωριζόμαστε;» τον ρώτησα.
«Ε;» μούγκρισε και βιάστηκε να κοιτάξει αλλού.
Κοίταξα κι εγώ προς τα κάτω, αλλά το τραπέζι ήτανε γεμάτο χαρακιές –δεν βοήθησε τα μάτια μου να ηρεμήσουν. Και τότε κάποιοι αποφάσισαν να κόψουν ξυλεία μέσα στο κεφάλι μου -οι 7 νάνοι, οι 3 σωματοφύλακες, οι Γενναίοι του Μπρανκαλεόνε; Ανάθεμα κι αν καταλάβαινα –εγώ μόνο τ΄ανατριχιαστικά πριόνια τους άκουγα να αντηχούν στα μηνίγγια μου.
«Τι θα πάρεις;» ακούστηκε μέσα στον χαμό.
Σήκωσα το κεφάλι, ένας γλίτσης με μισάνοιχτο καρό πουκάμισο στεκόταν πάνω μου.
«Τι είσαι εσύ;» απόρησα.
«Μαγαζί», μούγκρισε ο γλίτσης.
«Ο Μάστορας σα να λέμε;» αναρωτήθηκα.
«Πες το κι έτσι», μου επέτρεψε.
«Υπάρχει τίποτα φαγώσιμο;»
«Ξέρω ‘γω; Γράφει πουθενά απέξω ‘Εστιατόριον Η Αφθονία’;» τσίτωσε κάπως ο Μάστορας.
«’Μπακάλικο Η Αφθονία’», είπα εγώ.
«Τι;» έκανε ο άλλος σα χάχας.
«‘Μπάκαλικο η Αφθονία’ –αυτό είναι το σωστό. ‘Εστιατόριον Το Αριστοκρατικόν’, έτσι το λέμε...»
Ο Μάστορας έβαλε τα χέρια στη μέση και κοίταξε τριγύρω του. Τότε ανακάλυψα οτι διέθετε και σιχαμερό μουστάκι.
«Μάλιστα κύριε προφέσορα, θα το γράψω 100 φορές να μην το ξεχάσω!» με διαβεβαίωσε.
«Δεν ρίχνεις στο μεταξύ και τίποτα αυγά με ζαμπόν στο τηγάνι;» τον προέτρεψα. «Και δε χρειάζεται να γράψεις την τιμωρία –εγώ θα κάτσω εδώ να στο θυμίζω».
Μου αφιέρωσε μόνο το μισό από τα δυο μάτια του.
«Θα δούμε τι έχουμε...» απάντησε.
Κι απομακρύνθηκε σκουντουφλώντας. Ήξερα οτι θα μου έφτιαχνε κάτι να φάω –έτσι ήταν αυτοί οι τύποι. Κατά βάθος καλόψυχοι, γι΄αυτό παρέμεναν ζωντανοί μέσα στα σκουπίδια.

Το τσιγάρο μου έκαψε τα μυαλά.

Παρακολουθώντας το να καπνίζει από μόνο του στο τασάκι σκέφτηκα οτι ήμουνα έτοιμος να ξεράσω επιτόπου. Άνοιξα το στόμα, κατάπια βρώμικο αέρα, τα πράγματα έγιναν χειρότερα.
«Εδώ είμαστε!» πανηγύρισε ο Μάστορας αραδιάζοντας μπροστά μου μια ομελέτα, κάτι καψαλισμένες φέτες ζαμπόν, μερικές ζαρωμένες πατάτες και πέντε (αριθμητικά 5) κεφτέδες.
Χαμογέλασα για να μην τον κακοκαρδίσω.
«Θα μου κάνεις κι έναν καφέ τσίλικο για μετά;» παρακάλεσα.
«Να σου κάνω –γιατί να μη σου κάνω; Κουλός είμαι;» φουρκίστηκε άνευ λόγου ο Μάστορας.
Έκοψα μια γερή μπουκιά αλλά πριν τη χώσω στο στόμα μου σταμάτησα. Ο αξύριστος πάλι με κοίταζε.
«Συμβαίνει τίποτα ρε φίλε;» πήρα να φορτώνω.
«Τίποτα, τίποτα...» έκανε εκείνος.
«Τότε τι κοιτάς;» ζήτησα να μάθω.
«Τίποτα, τίποτα....» επανέλαβε.
Έψαξα προς τη μεριά των ψυγείων.
«Ρε Μάστορα, πιάσε άλλη μια απ΄τα ίδια για το λιγούρη!» φώναξα.
«Φαγητό τέλος», μου ξέκοψε μια φωνή από το βάθος.
Βλαστήμησα μέσα απ΄τα δόντια μου. Αλλά αποφάσισα να φάω απερίσπαστος, είχα χρόνο μετά να σκεφτώ για την κατάσταση. Πλακώθηκα λοιπόν και γυάλισα τα πιάτα, έβλεπα τον αξύριστο να με κρυφοκοιτάζει -αδιαφορούσα. Στο τέλος άναψα ένα πολυτελές τσιγάρο, χαλάρωσα λίγο τη ζώνη του τζιν κι έκανα νόημα στο Μάστορα να σερβίρει καφέ. Στις πρώτες τζούρες του τσιγάρου πετάχτηκα σα σουγιάς.
Χώθηκα τρέχοντας στην τουαλέτα κι έβγαλα τ΄άντερά μου, πρέπει να πέρασαν πάνω από δυο λεπτά μέχρι να καταλάβω οτι η λεκάνη ήταν σπασμένη και πενταβρώμικη. Αυτό βοήθησε να ξεράσω ακόμα πιο δυνατά, πάντως.
Βγήκα, πλύθηκα στον προθάλαμο και ξανακάθισα στη θέση μου. Ο αξύριστος έλειπε.

Ο καφές μαλάκωσε κάπως τα σωθικά μου, αλλά δεν τολμούσα ακόμα ν΄ανάψω τσιγάρο. Στο καφενείο είχαμε απομείνει εγώ, δυο γέροι και ο κοιμισμένος. Έκανα νόημα στον Μάστορα όταν πέρασε δίπλα μου.
«Για κάτσε λίγο να σου πω», του ζήτησα.
«Έχω δουλειά», μούγκρισε.
«Ναι καλά –κι εγώ είμαι Διευθυντής Τραπέζης», κορόιδεψα.
Έκατσε πάντως.
«Αυτός που με κοίταζε από δίπλα... τι μέρος του λόγου είναι;» ρώτησα.
«Ένας, από τη γειτονιά....» είπε ο Μάστορας.
«Γίνε λίγο πιο συγκεκριμένος», έκανα σκύβοντας προς το μέρος του ενώ έσερνα ένα πενηντάρικο με την παλάμη του χεριού μου.
Τραβήχτηκε λίγο πίσω –μάλλον βρώμαγα ξερατά.
«Κι εσύ ας πούμε...» ξεκίνησε να λέει.
«Η καλή νεράιδα σε έξτρα έκδοση –διαθέτουσα δυο ραβδάκια πλέον», του ψιθύρισα.
Ταυτόχρονα του έδειξα για μια ακόμα φορά το πενηντάρι κάτω από την παλάμη μου ενώ άνοιξα το μπουφάν για να φανεί η λαβή του Βάλτερ.
«Μά΄στα –πήξαμε στους ζόρικους», παρατήρησε ο Μάστορας.
Δεν είπα τίποτα –απλώς περίμενα.
«Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα θα σε γαμούσα κανονικά, αλλά δεν γουστάρω τους μπάτσους –κατάλαβες;» ψέλλισε ο Μάστορας. «Ούτε τους χαφιέδες τους», συμπλήρωσε κοιτάζοντας έξω από τη τζαμαρία.
Έσπρωξα το πενηντάρικο προς το μέρος του κι εκείνος βιάστηκε να το τσεπώσει.
«Τι χρωστάω;» τον ρώτησα.
«Πληρωμένα», απάντησε.
Άφησα λοιπόν κι ένα δεκάρικο σε στυλ μπουρμπουάρ και βιάστηκα να φύγω από εκεί μέσα. Δεν είχα όρεξη για κοινωνικές συναναστροφές με μπάτσους.

Βγήκα στο δρόμο, η βροχή έπεφτε κανονικά τώρα, προχώρησα βιαστικά προς το μέρος που είχα κρύψει την Άλφα. Μια σειρήνα μου υπενθύμισε οτι τα πράγματα δεν έρχονται πάντα όπως τα θέλουμε. Έβγαλα λοιπόν το Βάλτερ κι έγινα ένα με τον κοντινότερο τοίχο. Κράτησα ανάσα γι΄αργότερα.

Όταν πέρασαν οι στιγμές που τίποτα δεν γινόταν, διέκρινα τη μουτσούνα του περιπολικού να μπουκάρει στο στενό, τράβηξα τότε την ασφάλεια στο Βάλτερ. Οι μπάτσοι ήταν δύο και σχετικά αναστατωμένοι όπως κάθε λογικός άνθρωπος που πάει να παίξει το κεφάλι του. Σκέφτηκα να τους πυροβολήσω μέσα από τις σταγόνες του παρμπρίζ τους αλλά δεν ήμουνα σίγουρος οτι θα τους πετύχαινα. Κι αν ερχόταν ακόμα ένα περιπολικό από πίσω θα τον πίναμε απαξάπαντες. Δηλαδή, μόνο εγώ θα τον έπινα –αλλά ο πληθυντικός απελπισίας ποτέ δεν έβλαψε. Έμεινα εκεί πέρα, συνέχισα να τους σημαδεύω περιμένοντας την επόμενη κίνησή τους.

Οι μπάτσοι σε λίγο αποφάσισαν να δοκιμάσουν την τύχη τους, ο πρώτος μισοκρύφτηκε πίσω από την ανοιχτή πόρτα του περιπολικού σημαδεύοντας τον αέρα προς τη μεριά μου κι ο δεύτερος άρχισε να πλησιάζει καουμπόικα. Ρούφηξα νοτισμένο αέρα και τον περίμενα. Η βροχή σκέφτηκε να κόψει αλλά το μετάνιωσε και πλακώθηκε στα φοξ τροτ. Ο μπάτσος αδιαφορούσε για το κατάβρεγμα –μαλακία του. Άμα γίνεις παπάρα χάνεις σε μαχητικότητα, όταν μουλιάσει το βρακί σου δεν έχεις πολύ όρεξη να το παίξεις ήρωας. Έστριψε στη γωνιά που τον περίμενα, βρεθήκαμε φάτσα-κάρτα, φρέναρε κομπλαρισμένος. Χαμήλωσε και το πιστόλι σα βλάκας όσο τον σημάδευα στο δόξα πατρί.
«Κάτσε όπως είσαι», τον προειδοποίησα.
Και τότε ο μαλάκας έκανε το απίστευτο, δηλαδή μου γύρισε πλάτη και άρχισε να τρέχει προς το περιπολικό –θα σταυροκοπιόμουνα από έκπληξη αν ήμουνα θεοσεβούμενος. Αντί γι΄αυτό πετάχτηκα στο κατόπι του, έριξα μερικές στον άλλο μπάτσο που τον κάλυπτε κι ακόμα μία σημαδεύοντας την πλάτη του. Δεν πέτυχα σπουδαία πράγματα –για την ακρίβεια δεν πέτυχα τίποτα, αλλά ο μπάτσος που έτρεχε βούτηξε με τα δόντια στα νερά των πεζοδρομίων κι ο άλλος έσκυψε για να κρυφτεί καλύτερα.
«Άντε γαμηθείτε!» ούρλιαξα και ξεκίνησα τη δική μου τρεχάλα, πέρασα ανοιχτά αριστερά τους, βρέθηκα στη μάντρα, στριφογύρισα μέχρι να χωθώ πίσω από το τιμόνι της Άλφα –μετά έφυγα σπινιάροντας. Κοίταξα από τον καθρέφτη το σταματημένο περιπολικό, οι δυο μπάτσοι δεν έκαναν την παραμικρή κίνηση να με κυνηγήσουν. Θα περίμεναν εκεί πέρα για ενισχύσεις –οι ενισχύσεις έρχονται πάντα από το κέντρο της πόλης –γι΄αυτό διάλεξα να την κοπανήσω συνοικιακά. Σιγοτραγουδώντας, «Κι αν ο Διάβολος έρθει να με μαζέψει/ επειδή ο Παράδεισος δεν θέλει καταζητούμενους/ καλύτερα να φοράει ένα εξάσφαιρο στη μέση του/ και να κρατάει ακόμα ένα στο χέρι του», η Βέρα από το πίσω κάθισμα σίγουρα θα μούτρωνε που τέλειωνα μόνος μου το τραγούδι αλλά δεν είχα χρόνο να ακούσω τα παράπονά της. Έστησα αυτί –πουθενά σειρήνες. Μπορούσα λοιπόν να κάνω την τελευταία δουλειά της ημέρας πριν βρω κάποιο μέρος να αποθέσω την εξάντλησή μου. Άλλαξα πορεία, η Άλφα θα έκανε έναν τεράστιο κύκλο αν θέλαμε να ξαναμπούμε στο κέντρο της πόλης.

Πήγαιναν δυο ή τρία χρόνια από τότε που άρχισα νταραβέρια με το Αφεντικό –ήταν παλιός στην πιάτσα, είχα ακούσει πολλά για πάρτη του, αλλά δεν είχε τύχει να τον τρακάρω πουθενά. Ήμουνα τότε άφραγκος, κρυμμένος λόγω εντάλματος και όλος νύχια. Έτοιμος για αίμα. Κράταγα ένα δωμάτιο με ελαττωματικά υδραυλικά στο μπουρδελοξενοδοχείο του Τούρκου και πλήρωνα καθυστερούμενα τσακίζοντας στο ξύλο τυχόντες νταβατζήδες. Λίγα πράγματα βέβαια, επειδή δεν γινόταν ούτε μέχρι το περίπτερο να πάω για τσιγάρα –μονάχα ότι κυκλοφορούσε στο ξενοδοχείο μπορούσα να δείρω.
«Ενδιαφέρεσαι να καθαρίσεις;» με είχε ρωτήσει ο Τούρκος ένα πρωί.
«Α μπα...» το είχα ρίξει στην κοροϊδία, «προτιμώ να κρύβομαι στο μπουρδέλο σου –τι λες τώρα!»
Ο Τούρκος μου είχε εξηγήσει με πατρικό ύφος οτι το Αφεντικό ψάχνει ανθρώπους έμπιστους για να κουβαλάνε λεφτά –τίμιες δουλειές, παστρικές κι ασφαλισμένες. Εγώ είχα εκφράσει κάποιες επιφυλάξεις, επειδή το να κουβαλάς λεφτά δεν είναι παράνομο –το να τα παραδίδεις όμως...
«Έλα καημένε!» είχε πει ο Τούρκος. «Μήπως εσύ θα κουβαλάς το πράμα; Εσύ μόνο θα πληρώνεις...»
«Κι αν με τσιμπήσουν θα πω ‘εκεί που καθόμουν στο καφενείο πέρασε ένας καλός άγνωστος κύριος και μου ζήτησε να δώσω αυτά τα λεφτά σε κάποιον άλλο καλό άγνωστο κύριο’ –έτσι;» είχα απορήσει.
«Έτσι ακριβώς», είχε πει ο Τούρκος. «Επειδή φιλαράκο το Αφεντικό έχει γερά κονέ. Δε αναρωτήθηκες περί του πως σου προτείνω δουλειά ενώ είσαι πιο καρφωμένος κι από γαρίδα σε ακριβό εστιατόριο; Η μόνη σου ελπίδα είναι –γι΄αυτό στα λέω... Αν δουλέψεις για λογαριασμό του γίνεσαι αυτομάτως αόρατος για τους μπάτσους...»
Το είχα σκεφτεί καλύτερα.... μαλακίες, δεν είχα τίποτα να σκεφτώ. Ήμουνα δέκα πόντους πάνω απ΄το κεφάλι βουλιαγμένος στην απελπισία, έτσι όπως πήγαινε η ζωή μου εκείνη την εποχή, το μόνο που μου έμενε ήταν να παραδοθώ οικειοθελώς στους μπάτσους μπας κι εξασφαλίσω κάποια δωρεάν γεύματα. Αλλά ήξερα οτι αν με χώνανε πίσω απ΄τα κάγκελα θα σκότωνα τον πρώτο πούστη που θα μου την έπεφτε και θα έμενα εκεί μέσα για πάντα –αυτό μόνο με κράταγε ακόμα κρυμμένο στα πέριξ. Πάμε παρακάτω.

Παρακάτω περίμενε το Αφεντικό, με τα κουμπιά του πουκαμίσου να τσιτώνουν πάνω από την τριχωτή κοιλιά του, με διπλοσάγονα που κουνιόνταν όμοια με της γαλοπούλας, μάτια κουμπιά χαμένα κάτω από λιπαρές βλεφαρίδες –ένα Αφεντικό με τα όλα του, έξτρα λαρτζ.
«Έχω ακούσει...» είπε δείχνοντάς με.
«Γι΄αυτό τα έχουμε τα αυτιά», είπα εγώ.
«Αν σε πάρω για δουλειά θα πρέπει να κερδίσεις την εμπιστοσύνη μου», είπε μετά.
«Ομοίως», τον διαβεβαίωσα.
«Πολύ ζόρικος το παίζεις», παρατήρησε το Αφεντικό. «Τι κάνεις για να τα φέρεις βόλτα αυτό το διάστημα;»
«Παίζω κιθάρα», απάντησα εγώ.
«Δουλειά το λες αυτό;» αναρωτήθηκε.
«Εσύ πως το λες δηλαδή;» νευρίασα.
«Μαλακία το λέω», είπε το Αφεντικό.
«Μήπως θέλεις να προσπαθήσεις να μου το αλλάξεις;» στράβωσα.
Το Αφεντικό χαμογέλασε.
«Μου αρέσεις φιλαράκο», διαπίστωσε. «Τι θα ΄λεγες να δουλέψεις για μένα;»
«Θα ΄λεγα όχι», απάντησα εγώ.
«Εντελώς ξαφνικά άρχισες να μη μου αρέσεις καθόλου», μουρμούρισε απειλητικά το Αφεντικό.
«Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο λυπημένο με κάνεις!» είπα εγώ.
«Δυο κολλαριστά, το ένα μπροστά», πρότεινε το Αφεντικό.
«Προχώρα παρακάτω», είπα εγώ.
Η πρώτη δουλειά ήταν τόσο εύκολη που δεν ήταν καν δουλειά. Πήρα ένα πακέτο χαρτιά από το Αφεντικό και το πήγα πάλι στο Αφεντικό –έτσι για τεστάρισμα. Η δεύτερη δουλειά ήταν πιο σύνθετη. Η τρίτη ήταν μανίκι και μετά σταμάτησα να μετράω.

Αλλά ξεκίνησα να μαθαίνω για το Αφεντικό –ρώτησα στην πιάτσα, πήρα μάτι τα φορτώματα και τα ξεφορτώματα, ενημερώθηκα αρκετά. Αποδείχτηκε οτι ο άνθρωπος είχε πολλές άκρες επειδή ήταν ενδιάμεσος –εκτελούνται μεταφορές κι έτσι. Η αστυνομία έκανε τα στραβά μάτια, οι πρεζέμποροι πλήρωναν για τα δρομολόγια, οι σωματέμποροι περίμεναν στην παραλαβή για φρέσκο κρέας... Μόνο με τα όπλα γινόταν παράδοση κατ΄οίκον. Το Αφεντικό δούλευε τη μάκινα στρωτά και συστηματικά.

Κοίταξα τριγύρω, η βροχή συνέχιζε να πέφτει, τα αυτοκίνητα πύκνωναν στραβωμένα από τις σταγόνες. Βάρεσα θυμωμένα την κόρνα, το μπροστινό αμάξι τινάχτηκε βγαίνοντας από τον ύπνο του και μετά έσβησε. Ένιωσα ποντικός δίπλα σε σπασμένο κιούπι λαδιού. Ξεκίνησα να παίζω τα δάχτυλα ταμπούρλο στο τιμόνι της Άλφα –όσο ήμασταν έτσι κολλημένοι δεν μπορούσαν να με πλησιάσουν οι μπάτσοι αλλά δεν μπορούσα κι εγώ να φτάσω στον προορισμό μου. Ισοπαλία.

Με τα χίλια ζόρια πλησίασα πίσω από το μαγαζί του Αφεντικού, πέρασα ξυστά τη μισάνοιχτη σιδερόπορτα, πρόλαβα να δω το φορτηγό εκεί μέσα. Έμενε μόνο να κόψω κίνηση, πόσοι, ποιοι, που –παράτησα λοιπόν την Άλφα έξω από τη σιδερόπορτα. Πρώτα πήγα στη μπροστινή πλευρά, στη βιτρίνα του μαγαζιού, τίγκα φωτισμένη και λαμπερή –αλλά δεν υπήρχε ψυχή μέσα. Το κατάστημα κλειστό λόγω ωραρίου, το Αφεντικό ήταν προσεκτικό σ΄αυτά. Δεν ήθελε να φάει κάνα πρόστιμο, γι΄αυτό έκλεινε από μπροστά, πήγαινε σπιτάκι του να κολυμπήσει σε τίποτα σουπιέρες με μακαρόνια κι άφηνε τα παιδιά να δουλεύουν από πίσω. Ως εδώ καλά.

Ξαναγύρισα στην πίσω πλευρά, στο χώρο φορτοεκφορτώσεων να πούμε. Το φορτηγό ήταν με τη μούρη προς την έξοδο και πίσω του κάποιοι σκαλίζανε. Η βροχή ήταν μαζί μου εκατό τα εκατό, κάλυψε τα βήματά μου μέχρι να φτάσω στο κουβούκλιο του φορτηγού. Ανέβηκα επιφυλακτικά και χαμογέλασα σαν ανοιξιάτικο ξημέρωμα, επειδή οι μαλάκες είχαν αφήσει τα κλειδιά πάνω στη μηχανή. Έβαλα όπισθεν πριν καν ξεκινήσω, πάτησα και τέρμα γκάζι, έστριψα το κλειδί –ο κόσμος βρόντηξε κι αμέσως άρχισε να ταρακουνιέται. Μετά ακούστηκαν κραυγές, θόρυβοι τέτοιοι που μου σήκωσαν τις τρίχες, ήρθε ένα τράνταγμα σα σφαλιάρα αφιονισμένου Χουλκ, όσο κι αν ήμουνα προετοιμασμένος, κόλλησα στο μπροστινό τζάμι. Οι κλειδώσεις μου πόνεσαν αφόρητα, οι ώμοι μου κόντεψαν να διαλυθούν από το χτύπημα. Αλλά δεν είχα χρόνο ούτε να βογκήξω –άνοιξα την πόρτα και βούτηξα στο τσιμέντο σε στυλ «πρωταθλητής των καταδύσεων». Κατρακύλησα μέχρι να σταθώ στα πόδια μου, έτρεξα να δω τι κατάφερα.

Το πίσω μέρος του φορτηγού είχε διαλύσει μια αλουμινένια πόρτα –η δεξιά άκρη σφηνωμένη στο ντουβάρι. Όχι άσχημα. Πλησίασα με το Βάλτερ έτοιμο, ανάμεσα φορτηγό και ντουβάρι ήταν πατικωμένος ένας ετοιμοθάνατος –κοίταζε ψηλά μη μπορώντας να κάνει κάτι καλύτερο. Δυο άλλοι σηκώνονταν από το τσιμέντο αρκετά ανήσυχοι.
«Μην κάνετε τίποτα μαλακίες!» τους φώναξα.
Με κοίταξαν –έψαχνα τριγύρω να δω αν υπήρχαν κι άλλοι. Δε φαινόταν να υπάρχουν.
«Τι έχει μέσα το φορτηγό;» ούρλιαξα.
«Πλακάκια...» κλαψούρισε ο ένας τρομοκρατημένος.
«Ψηλά τα χέρια όταν μου μιλάς ρε πούστη!» τον γείωσα.
Βιάστηκαν να υπακούσουν, κοίταζαν κιόλας τον άντρα που αργοπέθαινε λιωμένος από το φορτηγό. Αλλά εκείνος δεν υπήρχε περίπτωση να σηκώσει τα χέρια του, ούτε τίποτα άλλο.
«Τι έχει το φορτηγό;» ξαναρώτησα.
«Πλακάκια, πλακάκια –αλήθεια!» ούρλιαξε ένας από τους άντρες.
Έτσι όπως είχε γίνει η κατάσταση δεν μπορούσα να ελέγξω το φορτίο από μόνος μου.
«Να σε πιστέψω;» ρώτησα τον άντρα.
Κούνησε το κεφάλι έτοιμος να λιποθυμήσει. Φαινόταν τελικά οτι είχα πετύχει αθώους χαμάληδες. Δε γαμιέται; Καλύτερα έτσι.
«Ανέβα στο φορτηγό», είπα στον πιο κοντινό από τους άντρες.
Έδειξε μεγάλη προθυμία, όταν έφτασε κοντά μου γλίστρησε κι έσκασε με τα μούτρα στο τσιμέντο. Τον περίμενα να σηκωθεί.
«Εσύ, εδώ μαζί μου», είπα στον άλλο και ξεκινήσαμε για τη μπροστινή πλευρά του φορτηγού. «Τέρμα γκάζι και όπισθεν!» ούρλιαξα.
Ο άντρας που είχε ανέβει στο τιμόνι του φορτηγού πλακώθηκε να γκαζώνει, κάτι κατάφερε –είδα το ντουβάρι του μαγαζιού να στραβώνει λίγο πριν γαμηθεί εντελώς το πίσω ημιαξόνιο. Στράφηκα στον κοντινό μου.
«Να πεις του Αφεντικού οτι θα του γαμήσω τα πρέκια», του εξήγησα.
«Ποιος είσαι;» ψέλλισε εκείνος.
«Ξέρει το Αφεντικό ποιος είμαι. Αυτός που θα του γαμήσει τα πρέκια –αυτός είμαι», απάντησα πριν τον σπρώξω μακριά μου. «Συγνώμη για τον δικό σας που έγινε χαλκομανία –δεν το΄θελα», του φώναξα φεύγοντας.

Μπήκα στην Άλφα και έφυγα από τα στενά παρακαλώντας να μη με μπλοκάρει κανένα σκουπιδιάρικο. Αλλά ήξερα οτι δεν θα γίνει έτσι –όταν έχεις κάνει κάτι σιχαμένο η μοίρα σε βοηθάει να γλιτώσεις, επειδή η μοίρα είναι μεγάλη καργιόλα. Άσε που γουστάρει να ετοιμάζει πελατεία για τις φιλενάδες της τις τύψεις. Οι ώμοι μου πονούσαν, οι κλειδώσεις μου πήραν να ματώνουν, ένα τρέμουλο στο στήθος –τι μου φταίγανε αθώοι άνθρωποι; Τι σκατά κτήνος ήμουνα; Έστριψα απότομα το τιμόνι αριστερά για να βγω στη λεωφόρο –η κίνηση είχε κόψει κάπως, η βροχή σταμάτησε να πέφτει.

Ήμουνα το κτήνος που είχε χρεωμένες τις ψυχές τους, ο προσωπικός τους συνοδός για την κόλαση –αυτό ήμουν.

Και χρειαζόμουν επειγόντως ύπνο.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι