Περπατάω στην προκυμαία όσο η θάλασσα σκάβει τα βράχια από κάτω. Η προκυμαία τελειώνει σ’ έναν τσιμεντένιο τοίχο –όχι πολύ ψηλό, εύκολα μπορείς να τον ανέβεις. Έχω ακούσει οτι η θάλασσα καβαλάει τον τοίχο όταν αγριέψει –από ποιον όμως το έχω ακούσει; Δεν έχει σημασία. Το ξέρω. Περπατάω δίπλα στον τοίχο κι αυτός εκτείνεται για χιλιόμετρα. Ευθεία. Αργοπορώ την επιστροφή μου στην πλατεία όσο γίνεται περισσότερο. Μυρίζω φύκια και μαζούτ χυμένο από εμπορικά πλοία.
Μου ζήτησε να ανέβω τα σκαλοπάτια αλλά δεν τόλμησα. Με κάλεσε κοντά της αλλά δεν πήγα. Δεν μπορείς να με κατηγορήσεις γι΄αυτό, έχω κάνει πολλά, δεν γίνεται να κάνω τα πάντα. Κι ο ναός ήταν σκοτεινός στο άνοιγμά του –σα στόμα που έχασκε απειλές. Άραγε ποιον θεό να λάτρευαν εκεί μέσα; Δεν ήθελα να ξέρω, μου έφτανε η βεβαιότητα πως οι θεοί είναι πλέον νεκροί. Κι εγώ δεν πηγαίνω σε κηδείες, δεν αντέχω την απόγνωση που σκάει σαν κύμα στην προκυμαία της ψεύτικης συμπόνιας. Ποτέ δεν λάτρεψα κανένα θεό –τι δουλειά είχα να πάω στην κηδεία του; Ούτε καν για χάρη της.
Ο φρουρός βγήκε αγουροξυπνημένος από το φυλάκιο της πύλης, με σημάδεψε με το ασφαλισμένο όπλο του.
«Ποιος είσαι; Τι θες;»
«Να μπω μέσα».
«Ξεφορτώσου μας ρε φίλε. Δεν έχω όρεξη για πλάκες!»
«Ξύπνα τον αξιωματικό υπηρεσίας. Πες του οτι γύρισα και θέλω να μπω».
Με κοίταξε σα χαζός, όσο μούλιαζα στη βροχή. Είχα διπλωθεί γιατί πονούσα κιόλας. Κρύωνα.
«Ποιος να του πω οτι είσαι;»
«Άρης Μαλτέζος».
Τον παρακολουθούσα να μιλάει στο τηλέφωνο. Μέσα από το φυλάκιο με στραβωμένα μούτρα. Σε λίγο θα άρχιζαν να χτυπάνε τα δόντια μου -δεν άξιζε τον κόπο τέτοια ξεφτίλα.
Πέρασα πάνω από τη μπάρα και κατευθύνθηκα προς την κλειδωμένη πύλη. Ο φύλακας έτρεξε να βγάλει την αλυσίδα, συνεννοημένος με τον ανώτερό του –προχώρησα στο προαύλιο, δυο φιγούρες με στολή εμφανίστηκαν στην πόρτα του κεντρικού κτιρίου. Χαμογέλασα –κάποια ψυχή δεν θα χαιρόταν καθόλου για την επιστροφή μου.
Βουτάω στο λήθαργο κρατημένος από ένα ξεχαρβαλωμένο, σιδερένιο κρεβάτι. Δεν αντέχω ούτε να πονέσω, δεν διανοούμαι να αλλάξω τα βρεγμένα ρούχα μου. Θέλω να χάσω τις αισθήσεις μου για όσο περισσότερο γίνεται. Θέλω να ανακτήσω τις δυνάμεις μου –μόνο έτσι θα φτάσω πάλι κοντά της. Ο συγκάτοικός μου στο κελί μουρμουρίζει.
«Που ήσουν;»
«Έξω».
«Νόμιζα ...»
«Θα ΄θελες –έτσι;»
«Ναι. Είσαι μπελάς».
«Για λίγο ακόμα. Σύντομα θα την κοπανήσω από εδώ».
«Ήσουν έξω και γύρισες. Τώρα μου λες πως θα την κοπανήσεις! Κάτι δεν πάει καλά με τα μυαλά σου;»
«Τίποτα δεν πάει καλά με τα μυαλά μου».
Γύρισα πλευρό –βούλιαξα.
Η ταμπέλα στο ερειπωμένο κτίριο απέναντι από την προκυμαία έγραφε «SALVATORES DEI» -ήταν μια ταμπέλα σαν αυτές που δείχνουν τις οδούς, σε ένα κτίριο, όμοια ερειπωμένο με όλα τα υπόλοιπα του δρόμου –απέναντι από την προκυμαία. Κοίταξα την ταμπέλα –χαμογέλασα. Μάζεψα το σάλιο μου και έφτυσα με μανία, δεν σημάδεψα, δεν υπήρχε ελπίδα να πετύχω την ταμπέλα. Έφτυσα πάντως για να ξεθυμάνω.
Δεν περνούσαν αυτοκίνητα από τον φαρδύ δρόμο, κοίταξα πάντως πριν διασχίσω την άσφαλτο. Η πόλη ήταν μια παγίδα που έκλεινε νωχελικά γύρω μου κι εγώ ένιωθα κάπως ανήσυχος. Όχι για την έκβαση, αλλά από την αίσθηση.
Δεν βρέχει εδώ. Δηλαδή, βρέχει –ρίχνει τροπικούς κατακλυσμούς, αλλά όχι αυτή την εποχή του χρόνου. Είναι άνοιξη εδώ –μη ρωτήσεις που το ξέρω. Θέλω να είναι άνοιξη και θέλω να φυσάει μια αναπνοή αέρα, το ιδρωμένο ρούχο να κολλάει στην πλάτη. Έτσι θέλω. Βαδίζω πιο γρήγορα πλέον. Δεν βιάζομαι, δεν θέλω να τρέξω. Δεν θέλω να βιάζομαι –τρέχω ήδη.
Χρειάζομαι να φάω αλλά από τα χέρια μου πέφτει το κουτάλι. Μου φαίνεται πως έχω πυρετό. Πρέπει να ζητήσω παυσίπονα από τον γιατρουδάκο της φυλακής. Δεν έχω δύναμη ούτε να σηκωθώ από τον πάγκο της τραπεζαρίας. Ένας φαλακρός με πλησιάζει.
«Τι γίνεται; Πως πάμε; Πεθαίνουμε;» χαζογελάει.
«Το παλεύω», λέω σιγά.
«Θέλεις τίποτα για να στανιάρεις;», τα μπροστινά του δόντια είναι σάπια. «Έχω απ’ όλα».
Έρχεται στο μυαλό μου η αίσθηση του μουδιάσματος. Χαλαρωτική. Την έχω ανάγκη –δεν το αρνούμαι.
«Άστο –να λείπει», λέω στον φαλακρό.
Ότι είναι να γίνει, ας γίνει γρήγορα.
Μπαίνω στην πλατεία από την αντίθετη πλευρά, μακριά από το ναό. Θέλω να καθυστερήσω, στρέφομαι γύρω από τον άξονά μου σα μύγα απέναντι από τη φωτεινή παγίδα. Η δική μου παγίδα είναι σκοτεινή. Με κρεμασμένα πανιά στα τζάμια, παρακαλάω τον αέρα να έρθει, να τα κουρελιάσει. Ίσως έτσι γίνει πιο ευάλωτος ο ναός που θέλει να με καταπιεί. Μετράω τα βήματά μου άσκοπα. Μετράω την απόσταση μέχρι τα σκαλοπάτια και είμαι μόνος –η Ελένη δεν φαίνεται πουθενά. Είναι περίεργο, αλλά δεν θέλω να μετρήσω τα σκαλοπάτια –φοβάμαι πως θα μου σημαδέψουν τα χέρια αν το προσπαθήσω, όπως λέγανε οι γριές οτι παθαίνεις αν προσπαθήσεις να μετρήσεις τα αστέρια. Σε μια άλλη εποχή –όταν υπήρχαν παιδιά και αστέρια. Ανεβαίνω.
Στριφογυρίζω τρέμοντας –το σιδερένιο κρεβάτι είναι μεγάλο σαν έρημος, αλλά πολύ μικρό για να με χωρέσει. Κρατιέμαι από τις άκρες του για να μη σωριαστώ στο βρώμικο πάτωμα.
Δεν την βλέπω, είμαι στο κεφαλόσκαλο αλλά δεν τη βλέπω. Η ησυχία του ναού με συνθλίβει, θα ήθελα να φωνάξω. Να την φωνάξω. Πιάνομαι από τις αψίδες της εισόδου και δίνω ώθηση στο σώμα μου για να χωθώ εκεί μέσα. Ένα κύμα από μυρωδιές κεριών με σπρώχνει πίσω –ανατριχιάζω από δυσφορία όμως είμαι ήδη μέσα. Ο ναός έχει αγάλματα, πολύχρωμα αγάλματα –χριστιανών αγίων με μαύρα δερμάτινα πρόσωπα. Μαύρο δέρμα. Και βαριές κουρτίνες να εμποδίζουν το φως και διάφανα πέπλα δεμένα σαν φουλάρια στις βάσεις των αγαλμάτων.
«Ελένη;» σκέφτομαι.
Τα αγάλματα κρατάνε κατακόκκινες καρδιές, βολβούς ματιών, ανθρώπινα μέλη και κουτιά μισάνοιχτα. Χαμογελάω –ο θεός αυτού του ναού θα πρέπει να ήταν λάτρης της φρίκης. Μπροστά από το ιερό καμπουριασμένες μορφές μαυροντυμένων γυναικών προσεύχονται μουρμουριστά. Πόσες είναι; Δεν με νοιάζει –η Ελένη δεν θα μπορούσε να βρίσκεται ανάμεσά τους.
Τη βλέπω ξαφνικά να κατεβαίνει από τον γυναικωνίτη –ήρεμα βήματα, αέρας ανάμεσα σε αυτή και τα μάρμαρα. Θέλω να την πλησιάσω χωρίς να καταλάβει –να την ξαφνιάσω. Γυρίζει και με κοιτάζει.
«Ήρθες».
«Αμφέβαλλες;»
«Βαθιά μέσα μου –όχι. Αλλά κανένας δεν είναι παντοδύναμος».
«Ούτε ο θεός που λατρεύουν εδώ;»
«Ειδικά αυτός. Κοίτα γύρω σου».
Γυρίζω το κεφάλι –πως δεν το είχα παρατηρήσει πιο πριν; Τα αγάλματα δεν είναι παρά αναπαραστάσεις ζητιάνων, κουρελήδων με παρακλητικό ύφος, καμπούρηδων με πόδια γυμνά και πληγωμένα. Γελάω δυνατά τώρα. Σκέφτομαι πως αν μπορούσαν να με πλησιάσουν θα αναγκαζόμουν να ψάξω τις τσέπες μου για κέρματα –κοιτάζω τριγύρω, τα αγάλματα πλησιάζουν, ή έτσι μου φάνηκε –ψάχνω τις τσέπες μου για κέρματα.
Η Ελένη διασχίζει κάθετα την απόσταση μέχρι το ιερό –φαίνεται να γνωρίζει τον χώρο. Γνέφει προς το μέρος μου, την ακολουθώ. Φοβάμαι. Το παντελόνι μου αγγίζει τις μαυροφορεμένες γυναίκες, προσπαθώ να βρω χώρο χωρίς να τις ενοχλήσω. Χωρίς να τις κοιτάξω επίσης –δεν θέλω να ξέρω.
Ένας ψίθυρος μένει πίσω μου καθώς προχωράω –γυρίζω το κεφάλι από περιέργεια. Οι γυναίκες με κοιτάζουν κι αυτές, είναι τόσο γνώριμα τα πρόσωπά τους, αλλά τα μαντήλια που καλύπτουν τα κεφάλια τους με εμποδίζουν να αναγνωρίσω.
«Έλα, τι περιμένεις;» αδημονεί μαγευτικά η Ελένη.
«Ποιες είναι αυτές;» ρωτάω.
«Οι μέρες της ζωής σου που δεν θέλουν να χαθούν», λέει εκείνη.
Ξανακοιτάζω. Οι ζητιάνοι άγιοι στενεύουν τον κλοιό τους όσο οι γυναίκες υψώνουν τα χέρια παρακλητικά. Δεν έχω χρόνο για δισταγμούς –το τέλος με περιμένει στα δυο βήματα. Γυρίζω την πλάτη για να τα διανύσω.
«Πόσο τον βλέπεις να αντέχει;»
«Ώρες. Ούτε καν μέρα».
«Πάρτε τον από εδώ! Με φρικάρει!»
«Βγάλε το σκασμό εσύ!»
«Προσέξτε τα λόγια σας, παρακαλώ! Τουλάχιστον όσο είμαι εγώ μπροστά».
Ανοίγω με κόπο τα μάτια –προσπαθώ μέσα από κοκαλωμένα δάκρυα. Πάνω μου –σκιές. Άσπρη μπλούζα ίσως και ένας άλλος άντρας –χοντρός, βαριά σκιά. Ξανακλείνω τα μάτια –να πάνε να γαμηθούν.
Το φως με τυφλώνει, είμαι έτοιμος να πέσω στα γόνατα, συνηθισμένος από το μισοσκόταδο του ναού. Η πύλη του ιερού άνοιξε διάπλατα στο άγγιγμά της κι αυτή έγινε διάφανη. Μια ζελατίνα, ρούχα που καλύπτουν έναν ίσκιο και γύρω της η σκόνη χρυσίζει στις ακτίνες κάποιου κυρίαρχου ήλιου. Καλύπτω τα μάτια με τις παλάμες μου, προσπαθώ να την ακολουθήσω. Σκοντάφτω, πρέπει να κοιτάξω.
«Είσαι εδώ επιτέλους και είμαι μαζί σου. Αυτό δεν ήθελες αγάπη μου;»
Μουγκρίζω. Αυτό ήθελα και τα πνευμόνια μου γεμίζουν από αληθινές ψευδαισθήσεις. Είμαι ο κυρίαρχος όλων των κόσμων –τώρα. Και όλοι οι κόσμοι είναι ο δικός μου κόσμος. Με περιμένει. Θα τον γευτώ. Τώρα.
Κόκκινο ύφασμα στρωμένο στην Αγία Τράπεζα, με χρυσά τελειώματα να κρέμονται.
Ανασηκώνω το κεφάλι, βήχω, πνίγομαι. Αυτό που φτύνω είναι πιο πηχτό από σάλιο και μυρίζει στυφά καθώς τρέχει στο σαγόνι μου.
«ΠΑΡΤΕ ΤΟΝ ΑΠΟ ΔΩ!!!»
Ακούω τα κάγκελα της πόρτας να τραντάζονται. Χαμογελάω. Ξέρω πια.
Η Ελένη μου κρατάει το χέρι, οδηγώντας με. Αφήνομαι στην αίσθηση, αν υπάρχει Παράδεισος είμαι ήδη εκεί. Περιμένω να μου αφήσει το χέρι για να το μυρίσω –το άρωμά της από νυχτολούλουδα. Στην Άγια Τράπεζα με περιμένει η γυάλινη σφαίρα της μόνο που τώρα είναι όλα μαγικά. Δεν χρειάζεται να την κουνήσεις –το χιόνι πέφτει συνέχεια, ασημένιο γύρω από τη μπαλαρίνα που κινείται χαμογελώντας. Είναι όμορφη. Όμορφα. Η Ελένη με κοιτάζει χαμογελώντας.
«Σου ζήτησα πράγματα να κάνεις και δεν τα έκανες», παρατηρεί.
«Έκανα αυτά που ήθελα. Ήθελα να έρθω σε σένα από τον δικό μου δρόμο».
«Σου ζήτησα να σκοτώσεις».
«Σκότωσα τον εαυτό μου. Δεν αρκεί;»
«Όχι αγάπη μου. Όλοι σκοτώνουν αυτό που είναι, κάθε μέρα, κάθε ώρα. Και την επόμενη μέρα ανασταίνονται –μια ακόμα ευκαιρία να σκοτωθούν, μια ακόμα απόδειξη πως ο προσωπικός τους θάνατος δεν μετράει –η αφαίρεση μιας άλλης ζωής είναι το μονοπάτι προς τη θέωση».
«Και ποιος ενδιαφέρεται να γίνει θεός; Εγώ πάντως -ποτέ δεν έδωσα δεκάρα γι΄αυτό».
«Λάθος αγάπη μου. Για να με φτάσεις έπρεπε να ανέβεις, για να σταθείς δίπλα μου έπρεπε να ξεφορτωθείς όσα σε καθόρισαν».
«Δεν ξεφορτώνομαι τίποτα. Για κανέναν. Ούτε καν για σένα. Ήρθα όπως εγώ θέλησα –δεν υπάρχει άλλος τρόπος».
«Ψέματα αγάπη μου. Όμορφες κουβέντες για να κοιμίζεις το μυαλό σου! Ήρθες με τις ενοχές να σε βαραίνουν. Να σε βαραίνουν –δεν τις ξεφορτώθηκες! Κοίτα έξω –οι ενοχές σου δίνουν πνοή στα αγάλματα».
Κοίταξα. Είχε δίκιο.
Ο πατέρας μου σταμάτησε να χαστουκίζει τη μάνα μου –στράφηκε προς εμένα, με χαιρέτησε αφηρημένα. Η μεθυσμένη ανάσα του με έπνιξε. Λεκέδες από πρόστυχα χείλη στον γιακά του. Έσκυψα το κεφάλι, έκρυψα το βλέμμα στη σκιά του σώματός μου. Δεν ήθελα να δω, δεν ήθελα να ξέρω.
Γι΄αυτό μπήκε μπροστά μου ο Άγγελος και έφαγε τη δικιά μου σφαίρα. Τον άφησα να με καλύψει με το σώμα ξέπνοο, μιμήθηκα τον θάνατό του –τρέμοντας. Και τρέμοντας έτρεξα μακριά –μακριά από τους ανθρώπους μου, μακριά από την προτεταμένη επιβολή των σιδερένιων ραβδιών, έτρεξα και έχασα τη ζωή μου προσπαθώντας να τη σώσω.
Μετά η ψυχή μου σάπισε. Δεν με ένοιαξε η μοίρα αυτών που άγγιξα, δεν ενδιαφέρθηκα να προστατεύσω όσους πλησίασαν τη μοναξιά μου. Η αγία πουτάνα μαρτυρούσε κάτω από το μαχαίρι του νταβατζή της επειδή είχε τολμήσει να με ευλογήσει με τη χάρη της. Εκεί. Μπροστά στα μάτια μου.
Και έκλαψα ανώφελα βλέποντας τη ζωή μου να στριφογυρίζει στο εξώπυλο του ναού -αγαλμάτινοι ζητιάνοι που εκλιπαρούσαν την εφήμερη συμπόνια, όσο μαυροντυμένες ώρες χτυπούσαν τα στήθη τους αγωνιώντας να συντηρήσουν την ύπαρξή τους μέσα σε παγωμένο χρόνο. Η Ελένη είχε δίκιο, ήμουν εκεί και ήμουν εγώ. Εδώ μέσα, στο ιερό του ναού, μόνο η σκιά μου είχε κατορθώσει να γλιστρήσει. Όσοι σκότωσα με κρατούσαν μαζί τους και οι χειρότεροι φόνοι είναι οι ακούσιοι.
«Γιατί φωνάζεις; Τι έκανε;»
«Προσπάθησε να σκοτωθεί! Στην αρχή πάλευε να σηκωθεί από το κρεβάτι και όταν δεν τα κατάφερε προσπάθησε να καταπιεί τη γλώσσα του! ΠΑΡΤΕ ΜΕ ΑΠΟ ΔΩ!»
«Μη φωνάζεις. Θα πάρουμε αυτόν. Είναι φανερό πως δεν αντέχει άλλο».
Κοίταξα την Ελένη όσο το κορμί μου διαλυόταν σε κόκκους άμμου. Θλίψη στα μάτια της, σιγουριά για το αναπότρεπτο. Όχι ακόμα.
«Σε ήθελα πολύ Άρη. Γι΄αυτό προσπάθησα να σου δείξω τη δύναμη. Αν σκότωνες την Έλσα θα απαρνιόσουν την ανθρώπινη μιζέρια σου. Θα ελευθερωνόσουν από τις μυλόπετρες των ενοχών. Δεν το θέλησες. Δεν τόλμησες να βαδίσεις στα βήματα των θεών».
«Δεν το μπορούσα Ελένη. Είμαι ο άνθρωπος που μου μοιάζει κι ο κόσμος έχει τη δική μου ματιά. Δεν θέλησα να βαδίσω σε φωτισμένους δρόμους, η λάσπη είναι πάντοτε πιο δροσερή».
Έκλαψε τότε, εκεί μπροστά μου –μεγαλώνοντας τη δυστυχία που προκάλεσα σε όσους άγγιξα. Έκλαψε –ίσως για να με κρατήσει και κλαίγοντας με έσπρωχνε στον εφιάλτη που σάλευε έξω από το ιερό. Στη ζωή μου, όπως την έζησα, δηλαδή.
«Ας γίνει όπως το θέλησες», είπε απαλά.
«Ας γίνει όπως κανένας μας δεν θέλησε», φώναξα περνώντας πλάι της σαν σκόνη παρασυρμένη από τον άνεμο.
Βιαζόμουν γιατί δεν θα έμενε για πάντα παγωμένος ο χρόνος.
«Φέρτε καθαρά σκεπάσματα γρήγορα! Μην τον μετακινείτε –είναι κρίσιμη η κατάστασή του!»
«Είναι πολύ αργά τώρα που μας τον φέρατε. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα».
«Δεν έχει σημασία. Απλά δεν θέλαμε να πεθάνει στα χέρια μας».
«Έχει πάθει κρίση. Αν μπορούσε να κινηθεί θα το διαπιστώνατε κι εσείς».
«Δεν έχει σημασία. Αφήστε τον κάπου και αγνοείστε τον».
«Μάλλον έτσι θα γίνει. Είναι καταδικασμένος».
Πριν πέσω στο βιτρώ του παραθύρου, πριν ορμήσω με όση δύναμη μου απέμενε σε αυτό το μάτι που έχυνε πολύχρωμο εκτυφλωτικό φως, πριν ταξιδέψω στην έλλειψη των αισθήσεων –δεν άντεξα. Στράφηκα προς το μέρος της για μια τελευταία φορά. Ήταν η πιο όμορφη γυναίκα που είχαν αγγίξει τα μάτια μου και ήταν όλη δική μου καθώς με αποχαιρετούσε με παγωμένα χείλια.
«Για πάντα», ψιθύριζε σε έναν ατέλειωτο στεναγμό.
«Κι αυτό το πάντα, δεν υπάρχει –τίποτα δεν υπάρχει», γέλασα υστερικά.
Μετά χάθηκα στην αδιάκοπη φωτεινή γραμμή.
Δεν ξέρω ποια γαμημένη ανάγκη με τράβηξε να τον ψάξω. Εκείνη η νύχτα που τον είδα για πρώτη φορά, ήταν η χειρότερη της ζωής μου. Ένας άνθρωπος που γούσταρα, ένας καλός άνθρωπος πέθανε μπροστά στα μάτια μου χωρίς να υπάρχει κάποιος ξεφτιλισμένος λόγος γι΄αυτό. Κι εγώ δεν έμεινα ούτε για να του κλείσω τα μάτια, παρά έτρεξα σα να με κυνηγούσαν χίλιοι καβλωμένοι λυκάνθρωποι. Έτρεξα σε αυτή την εταιρεία, που ανάθεμα κι αν έχω καταλάβει τι κάνει. Παραδόσεις λέει, πακέτα, μαλακίες. Έχω κάνει μερικές τέτοιες, δέματα μυστήρια που φέρνουν πάντα δυστυχία. Με βλέπουν και προσπαθούν να την κάνουν σαν παλαβοί οι άνθρωποι, αλλά εγώ τους φτάνω και λέω τα λόγια μου. Ρωτάω όνομα, βεβαιώνομαι, αφήνω το πακέτο, φεύγω. Τι στον διάβολο παραδίδω; Εκτός από δυστυχία –καταλαβαίνεις;
Αυτή τη μέρα πήγα λοιπόν στον κωλόχοντρο και του ζήτησα εξηγήσεις. Γέλασε, με ειρωνεύτηκε ο αρχίδης! Παλιότερα θα τον χαράκωνα, στη σκατόφατσα και στη σαπιοκοιλιά του. Αλλά δεν ήμουν έτσι τώρα κι αυτό με έκανε να φορτώνω ακόμα περισσότερο. Είμαι οτι γουστάρω και είμαι η μοναδική που αποφασίζει πότε θα αλλάξει. Και γιατί. Να πάνε να γαμηθούν όλοι τους –εγώ κουμαντάρω τη ζωή μου.
Το λέω, το ξαναλέω και κάνω οτι μου πει η εταιρεία –μια ξεφτιλισμένη πουτάνα τους έχω καταλήξει! Τις τελευταίες μέρες παίζω με την πεταλούδα –πότε θα τα πάρω άσχημα και θα κόψω το λαιμό μου, ακόμα δεν ξέρω. Άραγε, μπορώ πια να το κάνω; Φοβάμαι οτι κάτι θα με εμποδίσει –τελευταία στιγμή –κι αυτό δεν θα είναι η αναποφασιστικότητά μου.
Δεν μου είπε τίποτα λοιπόν ο γαμιόλης, τίποτα που θα με βοηθούσε να βγάλω άκρη. Μετάνιωσα κιόλας που έχασα την ώρα μου ρωτώντας τον. Στάσου, πριν φύγω θυμήθηκα τον άλλο.
«Που είναι ο Μαλτέζος», του λέω κι εκείνος γέλασε.
«Ποιος Μαλτέζος;» μου κάνει. «Δεν υπάρχει κανένας Μαλτέζος».
Εκεί τα είδα όλα μπλε. Είχα κολυμπήσει στα σκατά όσο μιλάγαμε, δεν άντεχα άλλο, θα τον μαχαίρωνα το χοντρό –να πάει να γαμηθεί το σύμπαν όλο!
Μάλλον φάνηκε στα μάτια μου, ξέρω ΄γω; Ο χοντρός μαζεύτηκε, με κοίταζε σα νεροχελώνα.
«Που τον θυμήθηκες το Μαλτέζο;» λέει.
«Κόψε τις μαλακίες και ρίχτα να τελειώνουμε μαλάκα», τον προειδοποίησα. Ήμουν έτοιμη να χτυπήσω τιλτ.
«Μην είσαι απότομη κοπέλα μου –και μην ξεχνάς πως είμαι το αφεντικό σου», έκανε ο αμετανόητος.
Του μόστραρα την πεταλούδα.
«Ένας από τους δυο μας θα πάει αδιάβαστος απόψε, αφεντικό», έτσι ξηγήθηκα.
Έχω την εντύπωση οτι φοβήθηκε περισσότερο για την πάρτη μου παρά γι΄αυτόν. Επαγγελματίας κοπρίτης!
«Ο Μαλτέζος είναι σε ψυχιατρείο –χρόνια τώρα. Κάποτε δούλευε για την εταιρεία, αλλά δεν το άντεξε. Είχε προσωπικά προβλήματα, δεν έφταιγε η δουλειά. Παρ΄όλα αυτά η εταιρεία τον κάλυψε. Ακόμα πληρώνουμε τα νοσήλια του, δεν τον εγκαταλείψαμε. Αν και θα μπορούσαμε», είπε λες και διάβαζε το ποίημα του.
«Διεύθυνση», έκανα εντελώς αγριεμένη.
Έτσι βρέθηκα εδώ, χαμένη ανάμεσα στα παρτέρια με τα βρωμερά νυχτολούλουδα και τις αμφιβολίες μου. Τι σκατά γύρευα εδώ πέρα; Ήρθε μια νοσοκόμα να με συναντήσει στις «Πληροφορίες», να με πάει μέχρι τον ασθενή. Ζόρικη γκόμενα, με μακριά μαύρα μαλλιά –ευχαρίστως θα την πήδαγα. Αυτή ήταν η πρώτη εντύπωση γιατί όσο την ακολουθούσα φλασάρισα πως ήταν αλλιώτικη η γυναίκα. Όχι ψεύτικη, αλλά ονειρική –ένα τέτοιο πράγμα. Δεν τα πιστεύω αυτά και πίεσα τον εαυτό μου να κοιτάξει τα μπούτια της ή να κατασκοπεύσει τα βυζιά της ας πούμε. Αλλά δεν μου έβγαινε. Την ακολούθησα σα συνεσταλμένο κοριτσάκι βρίζοντας τον εαυτό μου. Η κωλοδουλειά έφταιγε –είχα αρχίσει να τα χάνω μάλλον.
Καθόταν σε μια αναπηρική καρέκλα –τα πόδια του κρυμμένα από κάτω στην κουβέρτα. Είχε ψυχράνει ο καιρός, αλλά αυτός ήταν αφημένος στο ψοφόκρυο μιας σκιερής γωνίας –γιατί δεν τον έβγαζαν στον ήλιο τον άνθρωπο; Τι τον άφηναν εκεί να τουρτουρίζει;
Γονάτισα μπροστά του, αλλά ήταν εντελώς «γειάσου» -δεν έδειχνε να με παίρνει χαμπάρι. Η αδελφή «Λευκή Οπτασία» στάθηκε πίσω του, κρατώντας τα χερούλια της αναπηρικής καρέκλας. Ζήτησα λίγη γαμημένη διακριτικότητα, αλλά μου την αρνήθηκε κουνώντας το κεφάλι –χωρίς άλλη δικαιολογία.
«Άρη; Άρη Μαλτέζο; Με θυμάσαι;» έκανα την προσπάθεια, αφού είχα φτάσει μέχρι εδώ.
Η αλήθεια είναι πως κι εγώ δεν τον θυμόμουν σε τέτοια χάλια. Ο άνθρωπος είχε ασπρίσει και η φάτσα του έμοιαζε σα να ήταν πατημένη από φορτηγό. Ή σα να είχε πάθει από εκείνα τα εγκεφαλικά που σου αφήνουν μόνιμο χαμόγελο και σάλια να τρέχουν.
«Άρη; Άρη Μαλτέζο;»
Σηκώθηκα –δεν έβγαινε άκρη. Ευχαρίστησα την πανέμορφη στρίγκλα και έκανα να φύγω.
«Άλι;»
Χέστηκα πάνω μου. Με τέτοια φωνή θα έκανε καριέρα σε θρίλερ ο μάγκας!
«Εξ;»
Γύρισα και τον κοίταξα. Είχε κάτι ανθρώπινο στο βλέμμα, κάποιο σημάδι αναγνώρισης, χωμένο βαθιά μέσα στα σκατά της ανυπαρξίας του.
«Με θυμάσαι ρε φιλαράκο;» γέλασα για να το κάνω πιο ανθρώπινο.
Δεν είπε τίποτα. Μόνο κοίταζε σα χαμένος. Όχι τα μάτια μου –το μπλουζάκι που φαινόταν στο άνοιγμα του δερμάτινου μπουφάν, αυτό κοίταζε.
Μείναμε έτσι να κοιταζόμαστε σαν ηλίθιοι μέχρι που σιχτίρισα. Δεν έβγαινε άκρη –είχε τζαζέψει τελείως το άτομο. Γύρισα πάλι να φύγω.
«Βρες κάποιον να σε περιμένει», εκείνη η κερατένια φρικιαστική φωνή του με χτύπησε στην πλάτη σα λοστός.
Δεν τόλμησα να γυρίσω, να σιγουρευτώ οτι αυτός μίλησε. Όχι επειδή με φρίκαρε η φωνή, αλλά γιατί φοβόμουν πως είχε δίκιο. Και δεν υπήρχε κανένας να με περιμένει. Κατάλαβες;
Ο άντρας έμεινε να την κοιτάζει όσο αυτή χανόταν ανάμεσα στις πρασιές με τα νυχτολούλουδα. Μισόκλεισε τα μάτια για να την κρατήσει όσο αυτή απομακρυνόταν, όχι επειδή του άρεσε εκείνο το αγοροκόριτσο με τα δερμάτινα –αλλά προσπαθώντας να θυμηθεί. Ποια ήταν; Που την ήξερε; Το πρόσωπό του φαγουριζόταν από τα γένια –θα έπρεπε, σύντομα, να τον ξυρίσουν. Ποιος είχε μιλήσει σε εκείνη την κοπέλα; Άκουγε τη φωνή μέσα του αλλά δεν ήταν αυτός –κάτι του θύμιζε η κοπέλα, όμως δεν μπορούσε να το ξεκαθαρίσει. Ένιωσε ένα ρίγος και κατουρήθηκε πάνω του, μια ακόμα φορά θα αναγκαζόταν να υποστεί τον εξευτελισμό της καθαριότητας. Παραμερίζοντας βράχους φτιαγμένους από νεκρές νευρικές απολήξεις κατάφερε να πει αυτό που ήθελε:
«Ελένη; Κουράστηκα».
«Θα σε πάω στο δωμάτιό σου –μη στεναχωριέσαι καλέ μου», απάντησε η νοσοκόμα όλο κατανόηση.
Κι εκείνος άφησε το χαμόγελο να απλωθεί ξανά στο πρόσωπό του ξεχνώντας την αιτία της ευφορίας του. Κυλώντας με τη δική της ώθηση, χάθηκε στον εσωτερικό διάδρομο του ιδρύματος τόσο απότομα που κανένας δεν τον είδε να φεύγει.
Μου ζήτησε να ανέβω τα σκαλοπάτια αλλά δεν τόλμησα. Με κάλεσε κοντά της αλλά δεν πήγα. Δεν μπορείς να με κατηγορήσεις γι΄αυτό, έχω κάνει πολλά, δεν γίνεται να κάνω τα πάντα. Κι ο ναός ήταν σκοτεινός στο άνοιγμά του –σα στόμα που έχασκε απειλές. Άραγε ποιον θεό να λάτρευαν εκεί μέσα; Δεν ήθελα να ξέρω, μου έφτανε η βεβαιότητα πως οι θεοί είναι πλέον νεκροί. Κι εγώ δεν πηγαίνω σε κηδείες, δεν αντέχω την απόγνωση που σκάει σαν κύμα στην προκυμαία της ψεύτικης συμπόνιας. Ποτέ δεν λάτρεψα κανένα θεό –τι δουλειά είχα να πάω στην κηδεία του; Ούτε καν για χάρη της.
Ο φρουρός βγήκε αγουροξυπνημένος από το φυλάκιο της πύλης, με σημάδεψε με το ασφαλισμένο όπλο του.
«Ποιος είσαι; Τι θες;»
«Να μπω μέσα».
«Ξεφορτώσου μας ρε φίλε. Δεν έχω όρεξη για πλάκες!»
«Ξύπνα τον αξιωματικό υπηρεσίας. Πες του οτι γύρισα και θέλω να μπω».
Με κοίταξε σα χαζός, όσο μούλιαζα στη βροχή. Είχα διπλωθεί γιατί πονούσα κιόλας. Κρύωνα.
«Ποιος να του πω οτι είσαι;»
«Άρης Μαλτέζος».
Τον παρακολουθούσα να μιλάει στο τηλέφωνο. Μέσα από το φυλάκιο με στραβωμένα μούτρα. Σε λίγο θα άρχιζαν να χτυπάνε τα δόντια μου -δεν άξιζε τον κόπο τέτοια ξεφτίλα.
Πέρασα πάνω από τη μπάρα και κατευθύνθηκα προς την κλειδωμένη πύλη. Ο φύλακας έτρεξε να βγάλει την αλυσίδα, συνεννοημένος με τον ανώτερό του –προχώρησα στο προαύλιο, δυο φιγούρες με στολή εμφανίστηκαν στην πόρτα του κεντρικού κτιρίου. Χαμογέλασα –κάποια ψυχή δεν θα χαιρόταν καθόλου για την επιστροφή μου.
Βουτάω στο λήθαργο κρατημένος από ένα ξεχαρβαλωμένο, σιδερένιο κρεβάτι. Δεν αντέχω ούτε να πονέσω, δεν διανοούμαι να αλλάξω τα βρεγμένα ρούχα μου. Θέλω να χάσω τις αισθήσεις μου για όσο περισσότερο γίνεται. Θέλω να ανακτήσω τις δυνάμεις μου –μόνο έτσι θα φτάσω πάλι κοντά της. Ο συγκάτοικός μου στο κελί μουρμουρίζει.
«Που ήσουν;»
«Έξω».
«Νόμιζα ...»
«Θα ΄θελες –έτσι;»
«Ναι. Είσαι μπελάς».
«Για λίγο ακόμα. Σύντομα θα την κοπανήσω από εδώ».
«Ήσουν έξω και γύρισες. Τώρα μου λες πως θα την κοπανήσεις! Κάτι δεν πάει καλά με τα μυαλά σου;»
«Τίποτα δεν πάει καλά με τα μυαλά μου».
Γύρισα πλευρό –βούλιαξα.
Η ταμπέλα στο ερειπωμένο κτίριο απέναντι από την προκυμαία έγραφε «SALVATORES DEI» -ήταν μια ταμπέλα σαν αυτές που δείχνουν τις οδούς, σε ένα κτίριο, όμοια ερειπωμένο με όλα τα υπόλοιπα του δρόμου –απέναντι από την προκυμαία. Κοίταξα την ταμπέλα –χαμογέλασα. Μάζεψα το σάλιο μου και έφτυσα με μανία, δεν σημάδεψα, δεν υπήρχε ελπίδα να πετύχω την ταμπέλα. Έφτυσα πάντως για να ξεθυμάνω.
Δεν περνούσαν αυτοκίνητα από τον φαρδύ δρόμο, κοίταξα πάντως πριν διασχίσω την άσφαλτο. Η πόλη ήταν μια παγίδα που έκλεινε νωχελικά γύρω μου κι εγώ ένιωθα κάπως ανήσυχος. Όχι για την έκβαση, αλλά από την αίσθηση.
Δεν βρέχει εδώ. Δηλαδή, βρέχει –ρίχνει τροπικούς κατακλυσμούς, αλλά όχι αυτή την εποχή του χρόνου. Είναι άνοιξη εδώ –μη ρωτήσεις που το ξέρω. Θέλω να είναι άνοιξη και θέλω να φυσάει μια αναπνοή αέρα, το ιδρωμένο ρούχο να κολλάει στην πλάτη. Έτσι θέλω. Βαδίζω πιο γρήγορα πλέον. Δεν βιάζομαι, δεν θέλω να τρέξω. Δεν θέλω να βιάζομαι –τρέχω ήδη.
Χρειάζομαι να φάω αλλά από τα χέρια μου πέφτει το κουτάλι. Μου φαίνεται πως έχω πυρετό. Πρέπει να ζητήσω παυσίπονα από τον γιατρουδάκο της φυλακής. Δεν έχω δύναμη ούτε να σηκωθώ από τον πάγκο της τραπεζαρίας. Ένας φαλακρός με πλησιάζει.
«Τι γίνεται; Πως πάμε; Πεθαίνουμε;» χαζογελάει.
«Το παλεύω», λέω σιγά.
«Θέλεις τίποτα για να στανιάρεις;», τα μπροστινά του δόντια είναι σάπια. «Έχω απ’ όλα».
Έρχεται στο μυαλό μου η αίσθηση του μουδιάσματος. Χαλαρωτική. Την έχω ανάγκη –δεν το αρνούμαι.
«Άστο –να λείπει», λέω στον φαλακρό.
Ότι είναι να γίνει, ας γίνει γρήγορα.
Μπαίνω στην πλατεία από την αντίθετη πλευρά, μακριά από το ναό. Θέλω να καθυστερήσω, στρέφομαι γύρω από τον άξονά μου σα μύγα απέναντι από τη φωτεινή παγίδα. Η δική μου παγίδα είναι σκοτεινή. Με κρεμασμένα πανιά στα τζάμια, παρακαλάω τον αέρα να έρθει, να τα κουρελιάσει. Ίσως έτσι γίνει πιο ευάλωτος ο ναός που θέλει να με καταπιεί. Μετράω τα βήματά μου άσκοπα. Μετράω την απόσταση μέχρι τα σκαλοπάτια και είμαι μόνος –η Ελένη δεν φαίνεται πουθενά. Είναι περίεργο, αλλά δεν θέλω να μετρήσω τα σκαλοπάτια –φοβάμαι πως θα μου σημαδέψουν τα χέρια αν το προσπαθήσω, όπως λέγανε οι γριές οτι παθαίνεις αν προσπαθήσεις να μετρήσεις τα αστέρια. Σε μια άλλη εποχή –όταν υπήρχαν παιδιά και αστέρια. Ανεβαίνω.
Στριφογυρίζω τρέμοντας –το σιδερένιο κρεβάτι είναι μεγάλο σαν έρημος, αλλά πολύ μικρό για να με χωρέσει. Κρατιέμαι από τις άκρες του για να μη σωριαστώ στο βρώμικο πάτωμα.
Δεν την βλέπω, είμαι στο κεφαλόσκαλο αλλά δεν τη βλέπω. Η ησυχία του ναού με συνθλίβει, θα ήθελα να φωνάξω. Να την φωνάξω. Πιάνομαι από τις αψίδες της εισόδου και δίνω ώθηση στο σώμα μου για να χωθώ εκεί μέσα. Ένα κύμα από μυρωδιές κεριών με σπρώχνει πίσω –ανατριχιάζω από δυσφορία όμως είμαι ήδη μέσα. Ο ναός έχει αγάλματα, πολύχρωμα αγάλματα –χριστιανών αγίων με μαύρα δερμάτινα πρόσωπα. Μαύρο δέρμα. Και βαριές κουρτίνες να εμποδίζουν το φως και διάφανα πέπλα δεμένα σαν φουλάρια στις βάσεις των αγαλμάτων.
«Ελένη;» σκέφτομαι.
Τα αγάλματα κρατάνε κατακόκκινες καρδιές, βολβούς ματιών, ανθρώπινα μέλη και κουτιά μισάνοιχτα. Χαμογελάω –ο θεός αυτού του ναού θα πρέπει να ήταν λάτρης της φρίκης. Μπροστά από το ιερό καμπουριασμένες μορφές μαυροντυμένων γυναικών προσεύχονται μουρμουριστά. Πόσες είναι; Δεν με νοιάζει –η Ελένη δεν θα μπορούσε να βρίσκεται ανάμεσά τους.
Τη βλέπω ξαφνικά να κατεβαίνει από τον γυναικωνίτη –ήρεμα βήματα, αέρας ανάμεσα σε αυτή και τα μάρμαρα. Θέλω να την πλησιάσω χωρίς να καταλάβει –να την ξαφνιάσω. Γυρίζει και με κοιτάζει.
«Ήρθες».
«Αμφέβαλλες;»
«Βαθιά μέσα μου –όχι. Αλλά κανένας δεν είναι παντοδύναμος».
«Ούτε ο θεός που λατρεύουν εδώ;»
«Ειδικά αυτός. Κοίτα γύρω σου».
Γυρίζω το κεφάλι –πως δεν το είχα παρατηρήσει πιο πριν; Τα αγάλματα δεν είναι παρά αναπαραστάσεις ζητιάνων, κουρελήδων με παρακλητικό ύφος, καμπούρηδων με πόδια γυμνά και πληγωμένα. Γελάω δυνατά τώρα. Σκέφτομαι πως αν μπορούσαν να με πλησιάσουν θα αναγκαζόμουν να ψάξω τις τσέπες μου για κέρματα –κοιτάζω τριγύρω, τα αγάλματα πλησιάζουν, ή έτσι μου φάνηκε –ψάχνω τις τσέπες μου για κέρματα.
Η Ελένη διασχίζει κάθετα την απόσταση μέχρι το ιερό –φαίνεται να γνωρίζει τον χώρο. Γνέφει προς το μέρος μου, την ακολουθώ. Φοβάμαι. Το παντελόνι μου αγγίζει τις μαυροφορεμένες γυναίκες, προσπαθώ να βρω χώρο χωρίς να τις ενοχλήσω. Χωρίς να τις κοιτάξω επίσης –δεν θέλω να ξέρω.
Ένας ψίθυρος μένει πίσω μου καθώς προχωράω –γυρίζω το κεφάλι από περιέργεια. Οι γυναίκες με κοιτάζουν κι αυτές, είναι τόσο γνώριμα τα πρόσωπά τους, αλλά τα μαντήλια που καλύπτουν τα κεφάλια τους με εμποδίζουν να αναγνωρίσω.
«Έλα, τι περιμένεις;» αδημονεί μαγευτικά η Ελένη.
«Ποιες είναι αυτές;» ρωτάω.
«Οι μέρες της ζωής σου που δεν θέλουν να χαθούν», λέει εκείνη.
Ξανακοιτάζω. Οι ζητιάνοι άγιοι στενεύουν τον κλοιό τους όσο οι γυναίκες υψώνουν τα χέρια παρακλητικά. Δεν έχω χρόνο για δισταγμούς –το τέλος με περιμένει στα δυο βήματα. Γυρίζω την πλάτη για να τα διανύσω.
«Πόσο τον βλέπεις να αντέχει;»
«Ώρες. Ούτε καν μέρα».
«Πάρτε τον από εδώ! Με φρικάρει!»
«Βγάλε το σκασμό εσύ!»
«Προσέξτε τα λόγια σας, παρακαλώ! Τουλάχιστον όσο είμαι εγώ μπροστά».
Ανοίγω με κόπο τα μάτια –προσπαθώ μέσα από κοκαλωμένα δάκρυα. Πάνω μου –σκιές. Άσπρη μπλούζα ίσως και ένας άλλος άντρας –χοντρός, βαριά σκιά. Ξανακλείνω τα μάτια –να πάνε να γαμηθούν.
Το φως με τυφλώνει, είμαι έτοιμος να πέσω στα γόνατα, συνηθισμένος από το μισοσκόταδο του ναού. Η πύλη του ιερού άνοιξε διάπλατα στο άγγιγμά της κι αυτή έγινε διάφανη. Μια ζελατίνα, ρούχα που καλύπτουν έναν ίσκιο και γύρω της η σκόνη χρυσίζει στις ακτίνες κάποιου κυρίαρχου ήλιου. Καλύπτω τα μάτια με τις παλάμες μου, προσπαθώ να την ακολουθήσω. Σκοντάφτω, πρέπει να κοιτάξω.
«Είσαι εδώ επιτέλους και είμαι μαζί σου. Αυτό δεν ήθελες αγάπη μου;»
Μουγκρίζω. Αυτό ήθελα και τα πνευμόνια μου γεμίζουν από αληθινές ψευδαισθήσεις. Είμαι ο κυρίαρχος όλων των κόσμων –τώρα. Και όλοι οι κόσμοι είναι ο δικός μου κόσμος. Με περιμένει. Θα τον γευτώ. Τώρα.
Κόκκινο ύφασμα στρωμένο στην Αγία Τράπεζα, με χρυσά τελειώματα να κρέμονται.
Ανασηκώνω το κεφάλι, βήχω, πνίγομαι. Αυτό που φτύνω είναι πιο πηχτό από σάλιο και μυρίζει στυφά καθώς τρέχει στο σαγόνι μου.
«ΠΑΡΤΕ ΤΟΝ ΑΠΟ ΔΩ!!!»
Ακούω τα κάγκελα της πόρτας να τραντάζονται. Χαμογελάω. Ξέρω πια.
Η Ελένη μου κρατάει το χέρι, οδηγώντας με. Αφήνομαι στην αίσθηση, αν υπάρχει Παράδεισος είμαι ήδη εκεί. Περιμένω να μου αφήσει το χέρι για να το μυρίσω –το άρωμά της από νυχτολούλουδα. Στην Άγια Τράπεζα με περιμένει η γυάλινη σφαίρα της μόνο που τώρα είναι όλα μαγικά. Δεν χρειάζεται να την κουνήσεις –το χιόνι πέφτει συνέχεια, ασημένιο γύρω από τη μπαλαρίνα που κινείται χαμογελώντας. Είναι όμορφη. Όμορφα. Η Ελένη με κοιτάζει χαμογελώντας.
«Σου ζήτησα πράγματα να κάνεις και δεν τα έκανες», παρατηρεί.
«Έκανα αυτά που ήθελα. Ήθελα να έρθω σε σένα από τον δικό μου δρόμο».
«Σου ζήτησα να σκοτώσεις».
«Σκότωσα τον εαυτό μου. Δεν αρκεί;»
«Όχι αγάπη μου. Όλοι σκοτώνουν αυτό που είναι, κάθε μέρα, κάθε ώρα. Και την επόμενη μέρα ανασταίνονται –μια ακόμα ευκαιρία να σκοτωθούν, μια ακόμα απόδειξη πως ο προσωπικός τους θάνατος δεν μετράει –η αφαίρεση μιας άλλης ζωής είναι το μονοπάτι προς τη θέωση».
«Και ποιος ενδιαφέρεται να γίνει θεός; Εγώ πάντως -ποτέ δεν έδωσα δεκάρα γι΄αυτό».
«Λάθος αγάπη μου. Για να με φτάσεις έπρεπε να ανέβεις, για να σταθείς δίπλα μου έπρεπε να ξεφορτωθείς όσα σε καθόρισαν».
«Δεν ξεφορτώνομαι τίποτα. Για κανέναν. Ούτε καν για σένα. Ήρθα όπως εγώ θέλησα –δεν υπάρχει άλλος τρόπος».
«Ψέματα αγάπη μου. Όμορφες κουβέντες για να κοιμίζεις το μυαλό σου! Ήρθες με τις ενοχές να σε βαραίνουν. Να σε βαραίνουν –δεν τις ξεφορτώθηκες! Κοίτα έξω –οι ενοχές σου δίνουν πνοή στα αγάλματα».
Κοίταξα. Είχε δίκιο.
Ο πατέρας μου σταμάτησε να χαστουκίζει τη μάνα μου –στράφηκε προς εμένα, με χαιρέτησε αφηρημένα. Η μεθυσμένη ανάσα του με έπνιξε. Λεκέδες από πρόστυχα χείλη στον γιακά του. Έσκυψα το κεφάλι, έκρυψα το βλέμμα στη σκιά του σώματός μου. Δεν ήθελα να δω, δεν ήθελα να ξέρω.
Γι΄αυτό μπήκε μπροστά μου ο Άγγελος και έφαγε τη δικιά μου σφαίρα. Τον άφησα να με καλύψει με το σώμα ξέπνοο, μιμήθηκα τον θάνατό του –τρέμοντας. Και τρέμοντας έτρεξα μακριά –μακριά από τους ανθρώπους μου, μακριά από την προτεταμένη επιβολή των σιδερένιων ραβδιών, έτρεξα και έχασα τη ζωή μου προσπαθώντας να τη σώσω.
Μετά η ψυχή μου σάπισε. Δεν με ένοιαξε η μοίρα αυτών που άγγιξα, δεν ενδιαφέρθηκα να προστατεύσω όσους πλησίασαν τη μοναξιά μου. Η αγία πουτάνα μαρτυρούσε κάτω από το μαχαίρι του νταβατζή της επειδή είχε τολμήσει να με ευλογήσει με τη χάρη της. Εκεί. Μπροστά στα μάτια μου.
Και έκλαψα ανώφελα βλέποντας τη ζωή μου να στριφογυρίζει στο εξώπυλο του ναού -αγαλμάτινοι ζητιάνοι που εκλιπαρούσαν την εφήμερη συμπόνια, όσο μαυροντυμένες ώρες χτυπούσαν τα στήθη τους αγωνιώντας να συντηρήσουν την ύπαρξή τους μέσα σε παγωμένο χρόνο. Η Ελένη είχε δίκιο, ήμουν εκεί και ήμουν εγώ. Εδώ μέσα, στο ιερό του ναού, μόνο η σκιά μου είχε κατορθώσει να γλιστρήσει. Όσοι σκότωσα με κρατούσαν μαζί τους και οι χειρότεροι φόνοι είναι οι ακούσιοι.
«Γιατί φωνάζεις; Τι έκανε;»
«Προσπάθησε να σκοτωθεί! Στην αρχή πάλευε να σηκωθεί από το κρεβάτι και όταν δεν τα κατάφερε προσπάθησε να καταπιεί τη γλώσσα του! ΠΑΡΤΕ ΜΕ ΑΠΟ ΔΩ!»
«Μη φωνάζεις. Θα πάρουμε αυτόν. Είναι φανερό πως δεν αντέχει άλλο».
Κοίταξα την Ελένη όσο το κορμί μου διαλυόταν σε κόκκους άμμου. Θλίψη στα μάτια της, σιγουριά για το αναπότρεπτο. Όχι ακόμα.
«Σε ήθελα πολύ Άρη. Γι΄αυτό προσπάθησα να σου δείξω τη δύναμη. Αν σκότωνες την Έλσα θα απαρνιόσουν την ανθρώπινη μιζέρια σου. Θα ελευθερωνόσουν από τις μυλόπετρες των ενοχών. Δεν το θέλησες. Δεν τόλμησες να βαδίσεις στα βήματα των θεών».
«Δεν το μπορούσα Ελένη. Είμαι ο άνθρωπος που μου μοιάζει κι ο κόσμος έχει τη δική μου ματιά. Δεν θέλησα να βαδίσω σε φωτισμένους δρόμους, η λάσπη είναι πάντοτε πιο δροσερή».
Έκλαψε τότε, εκεί μπροστά μου –μεγαλώνοντας τη δυστυχία που προκάλεσα σε όσους άγγιξα. Έκλαψε –ίσως για να με κρατήσει και κλαίγοντας με έσπρωχνε στον εφιάλτη που σάλευε έξω από το ιερό. Στη ζωή μου, όπως την έζησα, δηλαδή.
«Ας γίνει όπως το θέλησες», είπε απαλά.
«Ας γίνει όπως κανένας μας δεν θέλησε», φώναξα περνώντας πλάι της σαν σκόνη παρασυρμένη από τον άνεμο.
Βιαζόμουν γιατί δεν θα έμενε για πάντα παγωμένος ο χρόνος.
«Φέρτε καθαρά σκεπάσματα γρήγορα! Μην τον μετακινείτε –είναι κρίσιμη η κατάστασή του!»
«Είναι πολύ αργά τώρα που μας τον φέρατε. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα».
«Δεν έχει σημασία. Απλά δεν θέλαμε να πεθάνει στα χέρια μας».
«Έχει πάθει κρίση. Αν μπορούσε να κινηθεί θα το διαπιστώνατε κι εσείς».
«Δεν έχει σημασία. Αφήστε τον κάπου και αγνοείστε τον».
«Μάλλον έτσι θα γίνει. Είναι καταδικασμένος».
Πριν πέσω στο βιτρώ του παραθύρου, πριν ορμήσω με όση δύναμη μου απέμενε σε αυτό το μάτι που έχυνε πολύχρωμο εκτυφλωτικό φως, πριν ταξιδέψω στην έλλειψη των αισθήσεων –δεν άντεξα. Στράφηκα προς το μέρος της για μια τελευταία φορά. Ήταν η πιο όμορφη γυναίκα που είχαν αγγίξει τα μάτια μου και ήταν όλη δική μου καθώς με αποχαιρετούσε με παγωμένα χείλια.
«Για πάντα», ψιθύριζε σε έναν ατέλειωτο στεναγμό.
«Κι αυτό το πάντα, δεν υπάρχει –τίποτα δεν υπάρχει», γέλασα υστερικά.
Μετά χάθηκα στην αδιάκοπη φωτεινή γραμμή.
Δεν ξέρω ποια γαμημένη ανάγκη με τράβηξε να τον ψάξω. Εκείνη η νύχτα που τον είδα για πρώτη φορά, ήταν η χειρότερη της ζωής μου. Ένας άνθρωπος που γούσταρα, ένας καλός άνθρωπος πέθανε μπροστά στα μάτια μου χωρίς να υπάρχει κάποιος ξεφτιλισμένος λόγος γι΄αυτό. Κι εγώ δεν έμεινα ούτε για να του κλείσω τα μάτια, παρά έτρεξα σα να με κυνηγούσαν χίλιοι καβλωμένοι λυκάνθρωποι. Έτρεξα σε αυτή την εταιρεία, που ανάθεμα κι αν έχω καταλάβει τι κάνει. Παραδόσεις λέει, πακέτα, μαλακίες. Έχω κάνει μερικές τέτοιες, δέματα μυστήρια που φέρνουν πάντα δυστυχία. Με βλέπουν και προσπαθούν να την κάνουν σαν παλαβοί οι άνθρωποι, αλλά εγώ τους φτάνω και λέω τα λόγια μου. Ρωτάω όνομα, βεβαιώνομαι, αφήνω το πακέτο, φεύγω. Τι στον διάβολο παραδίδω; Εκτός από δυστυχία –καταλαβαίνεις;
Αυτή τη μέρα πήγα λοιπόν στον κωλόχοντρο και του ζήτησα εξηγήσεις. Γέλασε, με ειρωνεύτηκε ο αρχίδης! Παλιότερα θα τον χαράκωνα, στη σκατόφατσα και στη σαπιοκοιλιά του. Αλλά δεν ήμουν έτσι τώρα κι αυτό με έκανε να φορτώνω ακόμα περισσότερο. Είμαι οτι γουστάρω και είμαι η μοναδική που αποφασίζει πότε θα αλλάξει. Και γιατί. Να πάνε να γαμηθούν όλοι τους –εγώ κουμαντάρω τη ζωή μου.
Το λέω, το ξαναλέω και κάνω οτι μου πει η εταιρεία –μια ξεφτιλισμένη πουτάνα τους έχω καταλήξει! Τις τελευταίες μέρες παίζω με την πεταλούδα –πότε θα τα πάρω άσχημα και θα κόψω το λαιμό μου, ακόμα δεν ξέρω. Άραγε, μπορώ πια να το κάνω; Φοβάμαι οτι κάτι θα με εμποδίσει –τελευταία στιγμή –κι αυτό δεν θα είναι η αναποφασιστικότητά μου.
Δεν μου είπε τίποτα λοιπόν ο γαμιόλης, τίποτα που θα με βοηθούσε να βγάλω άκρη. Μετάνιωσα κιόλας που έχασα την ώρα μου ρωτώντας τον. Στάσου, πριν φύγω θυμήθηκα τον άλλο.
«Που είναι ο Μαλτέζος», του λέω κι εκείνος γέλασε.
«Ποιος Μαλτέζος;» μου κάνει. «Δεν υπάρχει κανένας Μαλτέζος».
Εκεί τα είδα όλα μπλε. Είχα κολυμπήσει στα σκατά όσο μιλάγαμε, δεν άντεχα άλλο, θα τον μαχαίρωνα το χοντρό –να πάει να γαμηθεί το σύμπαν όλο!
Μάλλον φάνηκε στα μάτια μου, ξέρω ΄γω; Ο χοντρός μαζεύτηκε, με κοίταζε σα νεροχελώνα.
«Που τον θυμήθηκες το Μαλτέζο;» λέει.
«Κόψε τις μαλακίες και ρίχτα να τελειώνουμε μαλάκα», τον προειδοποίησα. Ήμουν έτοιμη να χτυπήσω τιλτ.
«Μην είσαι απότομη κοπέλα μου –και μην ξεχνάς πως είμαι το αφεντικό σου», έκανε ο αμετανόητος.
Του μόστραρα την πεταλούδα.
«Ένας από τους δυο μας θα πάει αδιάβαστος απόψε, αφεντικό», έτσι ξηγήθηκα.
Έχω την εντύπωση οτι φοβήθηκε περισσότερο για την πάρτη μου παρά γι΄αυτόν. Επαγγελματίας κοπρίτης!
«Ο Μαλτέζος είναι σε ψυχιατρείο –χρόνια τώρα. Κάποτε δούλευε για την εταιρεία, αλλά δεν το άντεξε. Είχε προσωπικά προβλήματα, δεν έφταιγε η δουλειά. Παρ΄όλα αυτά η εταιρεία τον κάλυψε. Ακόμα πληρώνουμε τα νοσήλια του, δεν τον εγκαταλείψαμε. Αν και θα μπορούσαμε», είπε λες και διάβαζε το ποίημα του.
«Διεύθυνση», έκανα εντελώς αγριεμένη.
Έτσι βρέθηκα εδώ, χαμένη ανάμεσα στα παρτέρια με τα βρωμερά νυχτολούλουδα και τις αμφιβολίες μου. Τι σκατά γύρευα εδώ πέρα; Ήρθε μια νοσοκόμα να με συναντήσει στις «Πληροφορίες», να με πάει μέχρι τον ασθενή. Ζόρικη γκόμενα, με μακριά μαύρα μαλλιά –ευχαρίστως θα την πήδαγα. Αυτή ήταν η πρώτη εντύπωση γιατί όσο την ακολουθούσα φλασάρισα πως ήταν αλλιώτικη η γυναίκα. Όχι ψεύτικη, αλλά ονειρική –ένα τέτοιο πράγμα. Δεν τα πιστεύω αυτά και πίεσα τον εαυτό μου να κοιτάξει τα μπούτια της ή να κατασκοπεύσει τα βυζιά της ας πούμε. Αλλά δεν μου έβγαινε. Την ακολούθησα σα συνεσταλμένο κοριτσάκι βρίζοντας τον εαυτό μου. Η κωλοδουλειά έφταιγε –είχα αρχίσει να τα χάνω μάλλον.
Καθόταν σε μια αναπηρική καρέκλα –τα πόδια του κρυμμένα από κάτω στην κουβέρτα. Είχε ψυχράνει ο καιρός, αλλά αυτός ήταν αφημένος στο ψοφόκρυο μιας σκιερής γωνίας –γιατί δεν τον έβγαζαν στον ήλιο τον άνθρωπο; Τι τον άφηναν εκεί να τουρτουρίζει;
Γονάτισα μπροστά του, αλλά ήταν εντελώς «γειάσου» -δεν έδειχνε να με παίρνει χαμπάρι. Η αδελφή «Λευκή Οπτασία» στάθηκε πίσω του, κρατώντας τα χερούλια της αναπηρικής καρέκλας. Ζήτησα λίγη γαμημένη διακριτικότητα, αλλά μου την αρνήθηκε κουνώντας το κεφάλι –χωρίς άλλη δικαιολογία.
«Άρη; Άρη Μαλτέζο; Με θυμάσαι;» έκανα την προσπάθεια, αφού είχα φτάσει μέχρι εδώ.
Η αλήθεια είναι πως κι εγώ δεν τον θυμόμουν σε τέτοια χάλια. Ο άνθρωπος είχε ασπρίσει και η φάτσα του έμοιαζε σα να ήταν πατημένη από φορτηγό. Ή σα να είχε πάθει από εκείνα τα εγκεφαλικά που σου αφήνουν μόνιμο χαμόγελο και σάλια να τρέχουν.
«Άρη; Άρη Μαλτέζο;»
Σηκώθηκα –δεν έβγαινε άκρη. Ευχαρίστησα την πανέμορφη στρίγκλα και έκανα να φύγω.
«Άλι;»
Χέστηκα πάνω μου. Με τέτοια φωνή θα έκανε καριέρα σε θρίλερ ο μάγκας!
«Εξ;»
Γύρισα και τον κοίταξα. Είχε κάτι ανθρώπινο στο βλέμμα, κάποιο σημάδι αναγνώρισης, χωμένο βαθιά μέσα στα σκατά της ανυπαρξίας του.
«Με θυμάσαι ρε φιλαράκο;» γέλασα για να το κάνω πιο ανθρώπινο.
Δεν είπε τίποτα. Μόνο κοίταζε σα χαμένος. Όχι τα μάτια μου –το μπλουζάκι που φαινόταν στο άνοιγμα του δερμάτινου μπουφάν, αυτό κοίταζε.
Μείναμε έτσι να κοιταζόμαστε σαν ηλίθιοι μέχρι που σιχτίρισα. Δεν έβγαινε άκρη –είχε τζαζέψει τελείως το άτομο. Γύρισα πάλι να φύγω.
«Βρες κάποιον να σε περιμένει», εκείνη η κερατένια φρικιαστική φωνή του με χτύπησε στην πλάτη σα λοστός.
Δεν τόλμησα να γυρίσω, να σιγουρευτώ οτι αυτός μίλησε. Όχι επειδή με φρίκαρε η φωνή, αλλά γιατί φοβόμουν πως είχε δίκιο. Και δεν υπήρχε κανένας να με περιμένει. Κατάλαβες;
Ο άντρας έμεινε να την κοιτάζει όσο αυτή χανόταν ανάμεσα στις πρασιές με τα νυχτολούλουδα. Μισόκλεισε τα μάτια για να την κρατήσει όσο αυτή απομακρυνόταν, όχι επειδή του άρεσε εκείνο το αγοροκόριτσο με τα δερμάτινα –αλλά προσπαθώντας να θυμηθεί. Ποια ήταν; Που την ήξερε; Το πρόσωπό του φαγουριζόταν από τα γένια –θα έπρεπε, σύντομα, να τον ξυρίσουν. Ποιος είχε μιλήσει σε εκείνη την κοπέλα; Άκουγε τη φωνή μέσα του αλλά δεν ήταν αυτός –κάτι του θύμιζε η κοπέλα, όμως δεν μπορούσε να το ξεκαθαρίσει. Ένιωσε ένα ρίγος και κατουρήθηκε πάνω του, μια ακόμα φορά θα αναγκαζόταν να υποστεί τον εξευτελισμό της καθαριότητας. Παραμερίζοντας βράχους φτιαγμένους από νεκρές νευρικές απολήξεις κατάφερε να πει αυτό που ήθελε:
«Ελένη; Κουράστηκα».
«Θα σε πάω στο δωμάτιό σου –μη στεναχωριέσαι καλέ μου», απάντησε η νοσοκόμα όλο κατανόηση.
Κι εκείνος άφησε το χαμόγελο να απλωθεί ξανά στο πρόσωπό του ξεχνώντας την αιτία της ευφορίας του. Κυλώντας με τη δική της ώθηση, χάθηκε στον εσωτερικό διάδρομο του ιδρύματος τόσο απότομα που κανένας δεν τον είδε να φεύγει.
