Δευτέρα, Φεβρουαρίου 04, 2008

Περπατώντας σωστά στον λάθος δρόμο -"Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα" που έκατσε "Φουτζιγιάμα Μάμα"

Τι σκέφτεσαι όσο διαβάζεις ένα βιβλίο; Κάποιοι προσπαθούν να ξεκαθαρίσουν τις προθέσεις του κειμένου, άλλοι σπάνε το κεφάλι τους για να ανακαλύψουν τη «λύση του μυστηρίου» πριν φτάσουν στις τελευταίες σελίδες –ενώ υπάρχουν μερικοί που ψειρίζουν ανάμεσα στις γραμμές μήπως και βρουν μπόσικο τον συγγραφέα (αυτοί οι τελευταίοι είναι, ή θέλουν να γίνουν, κριτικοί λογοτεχνίας). Εγώ πάντως, όταν διαβάζω ένα βιβλίο, σκέφτομαι αν θα αρέσει στη γυναίκα μου –αν θα της προτείνω να το διαβάσει ή όχι. Είμαι ξεκάθαρος;

Έψαχνα το τελευταίο μυθιστόρημα του Νίκου Νικολαϊδη, «Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα» εκδόσεις Greekworks.com –το αναζητούσα στο διαδίκτυο και στις ηλεκτρονικές σελίδες των βιβλιοπωλείων, από τη μέρα που έμαθα για την παρουσίασή του στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ήταν αρχές της δεκαετίας του ’80 όταν είχα την πρώτη μου επαφή με το έργο του Νικολαϊδη –τότε παιζόταν η «Γλυκιά Συμμορία» στους κινηματογράφους. Είχα βγει από την αίθουσα, θυμάμαι, με το σαγόνι να κρέμεται μέχρι τα γόνατα –αλλά αποφασισμένος. Έπρεπε να δω ότι είχε σκηνοθετήσει ο Νικολαϊδης, έπρεπε να διαβάσω ότι είχε γράψει. Επειγόντως και μανιωδώς. Και δεν απογοητεύτηκα ποτέ, από τη συγκεκριμένη εμμονή μου. Είμαι ξεκάθαρος; Το ελπίζω.

Ταξινομώντας το έργο του Νικολαϊδη (σύμφωνα με τη δική μου οπτική –και όχι, κατ΄ανάγκη, σύμφωνα με τις απόψεις του ίδιου) θα μπορούσες να ξεχωρίσεις κάποιες θεματικές αλυσίδες:

-Την περιδίνηση γύρω από τις, στοιχειωμένες, παλιές παρέες. «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα», «Η Γλυκιά Συμμορία» και «Ο Χαμένος τα παίρνει όλα» ήταν οι ταινίες και τα «Γουρούνια στον Άνεμο», ήταν το βιβλίο –αυτά έφτιαξαν τους κρίκους της συγκεκριμένης αλυσίδας. Ο «Οργισμένος Βαλκάνιος» δένει με την θεματική ενότητα σαν λασκαρισμένος κρίκος –όχι γιατί το βιβλίο δεν είναι άρτιο (για την ακρίβεια αποτέλεσε ένα από τα ‘ευαγγέλια’ της γενιάς μου), αλλά επειδή, η άποψη του Νικολαϊδη ήταν πως πρόκειται για σενάριο που θα το γύριζε ταινία, αν είχε τα απαιτούμενα χρήματα. Αυτή η θεματική ενότητα γέννησε τους φανατικούς οπαδούς του Νικολαϊδη –ενότητα, ευχή και κατάρα σε τελική ανάλυση. Γιατί, όσο οι φανατικοί ορκίζονταν στις ατάκες των «Κουρελιών» και της «Συμμορίας», τόσο έχαναν τις πραγματικές διαστάσεις του έργου του Νικολαϊδη.

-Την ελεγεία για το τέλος του κόσμου. Εκεί ανήκει η «Ευρυδίκη ΒΑ 2037», Η «Πρωινή Περίπολος» και το «Zero years». Ταινίες με μεγαλύτερη ή μικρότερη (ανάλογη με τις κοινωνικές συνθήκες) αποδοχή από το κοινό –αλλά, γαμώτο, τρομερές ταινίες! Αν κάποιος αμφιβάλει σχετικά με το πόσο μεγάλος σκηνοθέτης ήταν ο Νικολαϊδης –σε παγκόσμιο επίπεδο –ας δει αυτές τις ταινίες. Τέτοια πράγματα έκανε ο Κόπολα, ο Πολάνσκι και ο Σκορτσέζε με μυθικές χρηματοδοτήσεις και ο Νικολαϊδης με μηδαμινές επιχορηγήσεις και χρήματα από την τσέπη του. Η διαφορά οικονομικών μεγεθών, λέει κάτι για ταλέντο του ανθρώπου –σύμφωνοι;

-Την λατρεία για κάποιες θανατερές γυναίκες που σηματοδοτούν τις ανθρώπινες σχέσεις. Το «Singapore Sling» και το «Θα σε δω στην Κόλαση, αγάπη μου» ανήκουν σε αυτή την ενότητα και δεν είναι τυχαίο που, αυτές οι ταινίες είναι οι αγαπημένες της γυναίκας μου. Τρομερές αναφορές στον παγκόσμιο κινηματογράφο και τη λογοτεχνία, χιούμορ –στιλέτο και τρυφερότητα. Σκηνοθεσία –φετίχ. Μηδενική, σχεδόν, αποδοχή από το ευρύ κοινό. Εντάξει, δεν τρέχει τίποτα. Χρειάζεται να είναι κανείς πολύ δυνατός, ή πολύ απερίσκεπτος, για να κοιτάξει κατάφατσα το υποσυνείδητο –όπως και να το κάνεις!

-Το ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Εδώ ανήκει η «Στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα». Ο Νικολαϊδης γέμιζε τις ταινίες και τα βιβλία του με προσωπικά βιώματα –όλα αυτά είναι εμφανή στην πρώτη θεματική αλυσίδα, παραπάνω. Αλλά, πάντα φρόντιζε να εκτονώσει την κατάσταση δημιουργώντας κάποιες συνθήκες απόδρασης. Οι παρέες ξαναβρίσκονται για λίγο, για μια έκρηξη, πριν επιστρέψουν στην καθημερινότητα ή πριν τινάξουν τα μυαλά τους στον αέρα –στα «Κουρέλια», τη «Συμμορία» και τον «Χαμένο». Οι μοναχικοί ήρωες την κάνουν για περίεργα μέρη, στον «Βαλκάνιο» και τα «Γουρούνια». Απόδραση με οποιοδήποτε τρόπο –λύση του δράματος. Αλλά στη «Στεκιά» … Θυμάσαι εκείνο το παλιό ανέκδοτο που κατέληγε με τη φράση «τρέχεις, τρέχεις, κυνηγάω -αν σε πιάσω, σε γαμάω -καμπανάκια, μαλακίες, ξέχασέ τα»; Αυτή είναι η μέθοδος συγγραφής της «Στεκιάς στο μάτι του Μοντεζούμα».



Το βιβλίο δομείται στην εξιστόρηση μιας ανατίναξης (και τώρα κατανοώ καλύτερα τη σχετική άποψη του Σπυριδάκη), μέσα από σφιχτοδεμένα, κυκλικά κεφάλαια. Τέλη της δεκαετίας του ’50, όταν η θρυλική παρέα είναι στο φόρτε της –μια αόρατη έκρηξη που διαλύει το σύμπαν του ήρωα, όσο αυτός ουρλιάζει με σφιγμένες γροθιές –τέλη της δεκαετίας του ’60, όταν ο ήρωας μαζεύει τα απομεινάρια της ανατίναξης. Το τέλος του βιβλίου αποτελεί την αρχή του προηγούμενου συγγραφικού και σκηνοθετικού έργου του Νικολαϊδη.

Ο αγαπημένος συγγραφέας των παιδικών μου χρόνων, ο Νίκος Καζαντζάκης, έγραψε την «Αναφορά στον Γκρέκο» πριν πεθάνει –έχοντας συναίσθηση του θανάτου του. Έλεγε στον πρόλογο, «θέλω να βγω στο δρόμο να ζητιανέψω από τους περαστικούς, μια στιγμή, ένα λεπτό, λίγο χρόνο –γιατί δεν μου φτάνει όσος μου απομένει και αυτό που σπαταλάτε είναι για μένα πολύτιμο». Ο Νικολαϊδης έγραψε τη δική του «Αναφορά» -αλλά δεν ξέρω αν είχε συναίσθηση του επικείμενου θανάτου του. Δεν θέλω να υποθέσω τι απασχολούσε αυτό το ανήσυχο κεφάλι –σίγουρα δεν σκόπευε να βγει στους δρόμους –να ζητιανέψει σαν τον Καζαντζάκη. Γιατί ο Νικολαϊδης είχε εκείνο το καταπληκτικό cool cat στυλ. Έτσι, προτίμησε να πατήσει γκάζι –ο «Βαλκάνιος» και τα «Γουρούνια» του πήραν τέσσερα χρόνια το καθένα για να ολοκληρωθούν, η «Στεκιά» τελείωσε σε λιγότερο από δώδεκα μήνες. Όπως θα έλεγε κι εκείνος –«σωστός νομίζω».

Και τελικά; Πρόκειται για ένα βιβλίο που θα ικανοποιήσει τους φανατικούς οπαδούς του Νικολαϊδη, επειδή θα μάθουν επιτέλους κάποια πράγματα για τον Μπογκομόλετς, τον Βιθέντε και τους άλλους ήρωες που κυκλοφορούσαν στις σκιές των ταινιών του; Αναμφισβήτητα –και σαν φανατικός τον ευχαριστώ που μου εξήγησε όλες μου τις απορίες, γιατί πλέον δεν έχω την δυνατότητα να τον ρωτήσω. Αλλά, αυτό είναι το λιγότερο που περιέχεται στο βιβλίο. Γιατί, αν ήταν ένα τέτοιο βιβλίο δεν θα το σύστηνα στη γυναίκα μου –της ρίχνω μια δεκαετία πλας –και δεν φταίει σε τίποτα να διαβάζει σχετικά με τις αρχαίες εμμονές μας.

Μήπως πρόκειται για «ένα ακόμα βέβηλο αριστούργημα», του «καταραμένου σκηνοθέτη», που «υμνεί τη χαμένη γενιά του ροκ»; Σας παρακαλώ –αμήχανοι κριτικοί –κρατήστε για πάρτη σας στις ταμπέλες που μοιράζετε ασύδοτα. Ο Νικολαϊδης δεν νομίζω πως θέλησε ποτέ να γίνει «ο εκφραστής μια γενιάς», ο «μέγας διδάσκαλος και μύστης», ο «περιθωριακός». Χρόνια τον παρακολουθούσα να κυκλοφορεί μέσα από το έργο του, με χαμηλωμένο βλέμμα και ειρωνικό χαμόγελο –«σε στυλ κοριός με στιλέτο στην πλάτη», μάγκα μου, αν θέλεις καλά και σώνει να τον περιγράψεις.

Ο Νικολαϊδης αποφάσισε να «περπατήσει σωστά στον λάθος δρόμο» γιατί αυτό όριζε η προσωπική του ηθική. Μπορείς να καταλάβεις την έννοια της ηθικής; Καμιά σχέση με παπάδες, δασκάλους και λοιπούς μπαμπούλες. Ο Νικολαϊδης είναι ο άνθρωπος που αγωνίζεται να μην πολτοποιηθεί κοινωνικά. Επιλέγει τους δεσμούς φιλίας, επιλέγει τις κλειστές, μικρές, ομάδες, επιλέγει την καθαρότητα. Και αυτή υμνεί κι όταν οι παρέες διαλύονται –συνεχίζει στα δικά τους βήματα. Όχι από υποχρέωση, ούτε λόγω αδράνειας. Συνεχίζει γιατί αυτή είναι η επιλογή του και την στηρίζει μέχρι τέλους. Γι΄αυτό (έχει δίκιο η Έφη), η «Στεκιά» είναι, κυρίως, ένα κοινωνικό βιβλίο. Η παρουσίαση μιας κοινωνικής επιλογής, ανακατεμένη με την αγωνία του ανθρώπου – «και το δικό μου παραμύθι που είναι ρε πούστηδες;», αγανακτεί σε μια αποστροφή της ιστορίας ο ήρωας.

Αλλά, ακόμα περισσότερο –υπάρχει μια από τις δυνατότερες περιγραφές των δεκαετιών ’50 και ’60, μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Μιλάμε για αυθεντική περιγραφή –όχι κουλτούρες πασπαλισμένες με πολιτικοποιημένη ωραιοποίηση –εντάξει; Το μεγάλο πρόβλημα, η αναζήτηση του σεξ, την ώρα που η Ελλάδα βομβαρδίζεται από τα μηνύματα της σεξουαλικής επανάστασης –κυριαρχεί στις σελίδες. Ο ήρωας παγιδεύεται από τη «στέντυ γκόμενα», το εξασφαλισμένο πήδημα και πετάει ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του, καταλήγοντας σε έναν γάμο –εκ των προτέρων αποτυχημένο. «Μιλάει για μια εποχή που το σεξ ήταν διαπραγματευτικό όπλο», λέει η γυναίκα μου –που, τώρα, διαβάζει το βιβλίο.
Οι υπόλοιπες κοπέλες της παρέας κάνουν τα πάντα γύρω από το σεξ, εκτός από την ίδια την πράξη. Και τα αγόρια τις εντάσσουν σε ένα κλειστό σύστημα, αυστηρά κωδικοποιημένων συμπεριφορών. Ο ήρωας της ιστορίας κοντεύει, σε κάποια σελίδα, να πλακωθεί με τον κολλητό του γιατί εκείνος σχεδιάζει κάποια παρτούζα με ένα από τα κορίτσια της παρέας («φιλαράκι», την χαρακτηρίζει ο ήρωας) και κάποιον άσχετο. «Εγώ δουλεύω μόνο για σας», στραβώνει ο ήρωας, «μόνο για την παρέα, όχι για τον κάθε μαλάκα». Οι κώδικες ηθικής ήταν, πάντα, στενά συνδεδεμένοι με τον σεβασμό.

Μέσα στο βιβλίο περιγράφονται ανεκπλήρωτοι έρωτες, παραμυθένιοι, από αυτούς που τρέφουν τα όνειρα των αγοριών –γιατί υπάρχουν και τέτοια, αν δεν το ξέρεις. Ταξίδια, για τα σημαντικότερα πράγματα που υπάρχουν στη ζωή -για μια γυναίκα, ή για ένα φίλο, δηλαδή. Ξύλο με τους μπάτσους για χάρη κάποιου που κάηκε ζωντανός σε μια σπηλιά, από τα φλογοβόλα, αλλά πρόλαβε να πάρει μπόλικους Άγγλους μαζί του. Ταινίες που φτιάχνουν πρότυπα, τραγούδια ροκ εντ ρολλ που καθορίζουν στάσεις ζωής και στυλ. Μπόλικο στυλ, από αυτό που μόνο ο Νικολαϊδης κατάφερε να παρουσιάσει στην Ελλάδα.

Εντάξει, θα μου πεις, αλλά τι λεξιλόγιο είναι αυτό που χρησιμοποιείται στο βιβλίο; Περιγραφές από σκηνές σεξ, με τη διακριτικότητα του «φόρα παρτίδα», κοπέλες που είναι, συνήθως, «παλιόμουνα» ή «καβλοράπανα». Τι πράγματα είναι αυτά; Μισογυνισμός, βάλε και τρία κιλά φαλλοκρατισμό –να τα τυλίξω για το σπίτι ή θα τα φάτε εδώ; Ο Νικολαϊδης δεν αφήνει τίποτα αναπάντητο. Γράφει λοιπόν, σχετικά:
«Και επειδή μου ήρθε φλασιά το ξέρω το στυλάκι που να χέσω μέσα σκάει τώρα στη μόδα όλοι οι άντρες φαλλοκρατικά γουρούνια να πούμε πεοφόρα κτήνη και οι γυναίκες δοχεία ηδονής καταπιεσμένες θύματα κοινωνικού ρατσισμού και άλλες τέτοιες πίπες κι οι σταυροφόρες κάτι γκόμενες ταγάρια … κάτι μίζερες χαμηλοκώλες λυσσάρες για γαμήσι ακροκέραμο στο κεφάλι αιγαίο πέλαγος κρητικιά μπότα παράδοση ουζάκι και μυαλό μυζήθρα που έπεσα ο μαλάκας …» Πως σου φαίνεται; Κατανοητό; Οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι από κρέας και επιθυμίες κι αυτά περιγράφονται στο βιβλίο. Δεν υπάρχει θέση για καταπιεσμένα ένστικτα και υπεκφυγές –δεν παίζει η υποκρισία του «τι σου κάνω μάνα μου» στο κρεβάτι, το οποίο θα πρέπει να περιγράφεται σε στυλ «τα κορμιά μας αγκαλιάστηκαν σε μια θεσπέσια ένωση». Ο ήρωας της ιστορίας είναι «ένα καλό κακό παιδί», σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό μια γκόμενάς του –ή αλλιώς, κατά τον ίδιο, «όταν είμαι κακός είμαι κακός αλλά όταν είμαι καλός είμαι χειρότερος». Ελπίζω να έγινα αντιληπτός.

Και για να μην το ξεχάσω –σαν τον ήρωα του βιβλίου, παντρεύτηκα την «στέντυ γκόμενά μου» και χαράμισα 15 χρόνια ζωής, μέχρι να βρω αυτό που πραγματικά χρειαζόμουν, ερωτεύτηκα κάποτε μια γυναίκα από ένα, μοναδικό φιλί, η παρέα μου έλεγε «στο μοϋνί μας» και το ξαναθυμήθηκα διαβάζοντας τον ήρωα να λέει «στον πόιτσο μόι», οι δικοί μου έλεγαν «αν δε βρέξει, θα χιονίσει» και η παρέα του ήρωα αποφαίνεται ότι «με λένε Ελένη και θα βρέξει»… Τι θα πουν όλα αυτά; Πως ήμουνα τυπάκλα ροκενρολλάς, καταραμένη γενιά και περιθώριο; Πούτσες μπλε –όλα αυτά σημαίνουν ότι το βιβλίο του Νικολαϊδη μιλάει για κάτι που όλοι μας έχουμε νιώσει, όλοι γνωρίζουμε και όλοι λατρέψαμε. Οι περισσότεροι από εμάς, το ζήσαμε κιόλας και, όσοι δεν ήμασταν καρμίρηδες και σκατομίζεροι το γλεντήσαμε. Και το κάνει καλά –καλύτερα από άλλα βιβλία σχετικά με την «παρεϊκή» θεματολογία -που έχω διαβάσει.

Και για να το κάνει, χρησιμοποιεί αυτόν τον δαιμονισμένο κώδικα γραφής, χωρίς σημεία στίξης. Ίσως να σε μπερδέψει για κάνα δυο σελίδες –αλλά μετά μπαίνεις μέσα στο κείμενο. Ο Νικολαϊδης, σκηνοθέτης, συγγραφέας, σεναριογράφος –όλα αυτά, ένα πράγμα, ενιαίο –αποφάσισε να σε βάλει σε τροχιά. Είναι η δεύτερη φορά που διαβάζω βιβλίο χωρίς σημεία στίξης (η πρώτη ήταν με το βιβλίο του Μπαλεστρίνι –τους «Αόρατους») και είναι η δεύτερη φορά που μένω έκπληκτος. Δύσκολο πράγμα η αδιάκοπη γραφή, γιατί αν κάνεις την παραμικρή κοιλιά, θα φανεί σαν χαράδρα –και μετά, άντε να ξαναπιάσει το κουβάρι ο αναγνώστης. Μπορώ λοιπόν να εγγυηθώ ότι κανένα από τα συγκεκριμένα βιβλία δεν κάνει την παραμικρή κοιλιά! Μόνο που, στην περίπτωση του Νικολαϊδη –υπάρχουν πιο σφιχτοί κανόνες παιχνιδιού. Διάλογοι με συνεχόμενη ροή, που ακολουθούνται από δράση και μετά, πάλι διάλογοι -προτάσεις που ξεκινάνε με πεζό γράμμα. Παύση, ανάσα, διακοπή, σκέψη –άλλοι διάλογοι που ξεκινάνε, πλέον, με κεφαλαίο γράμμα. Βιβλίο που τρέχει μπροστά στα μάτια σου, όχι σαν ταινία, αλλά σαν γυάλινο ασανσέρ που βουτάει στη νυχτερινή πόλη με βροχή. Αδιάκοπα.
Και τελικά ο αναγνώστης συνειδητοποιεί –σαν τον ήρωα του βιβλίου ότι «κ΄εκεί που πήγαινα για μια στεκιά στο μάτι του Μουντεζούμα μου ΄κατσε στο τέλος μια Φουτζιγιάμα Μάμα κ΄είδα τον ουρανό σφοντύλι». Αυτό ακριβώς είναι το βιβλίο κι αν δεν κατάλαβες το νόημα της φράσης –φταις εσύ που δεν το έχεις διαβάσει. Αν το είχες κάνει, θα συμφωνούσες μαζί μου.

Λοιπόν, μην περιμένεις περισσότερα από εδώ –βρες το βιβλίο, όχι επειδή είναι στυλάτο, καταραμένο και ροκ εν ρολλ, αλλά γιατί …

«Μου φαίνεται πως τώρα ήρθε η ώρα να περπατήσουμε σωστά τον λάθος δρόμο κ΄υπάρχει μόνο ένας τρόπος να μη χαθούμε … -Να ξεχαστούμε Στέλλα να ξεχαστούμε αλλά να μην ξεχάσουμε».



18 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

Queerdom είπε...

Κι εγώ αυτό σκέφτομαι όταν διαβάζω/βλέπω/ακούω κάτι, αν θα ήθελα να το μοιραστώ μαζί της, όχι με τη γυναίκα σου προφανώς ;)

Κάπου κλώτσησα εκεί με τις γκόμενες η αλήθεια είναι και δεν με κάλυψε και ιδιαίτερα η εξήγηση, αλλά το ξεπερνώ.

Και συγχαρητήρια λοιπόν :)

The Motorcycle boy είπε...

Ναι, εντάξει -όχι με τη γυναίκα μου, προς θεού! Τι να προλάβει να πρωτοδιαβάσει και αυτή η κακομοίρα;

Εσύ ειδικά δεν θα έπρεπε να μασήσεις στα σχετικά με τις γκόμενες -γιατί είσαι και μικρή. Αρκετά ταλαιπωρηθήκαμε εμείς οι παλιόγεροι με γυναίκες, όπως ακριβώς τις πειργράφει στο απόσπασμα ο Νικολαϊδης -γυναίκες που εξοργίζονταν με τις "κακές" λέξεις και όχι με τις ξεφτιλισμένες πράξεις. Και, στην τελική, όπως και να το κάνουμε -δεν πιστεύω οτι στις παρέες, όταν μιλάνε φίλοι ή φίλες και αναφέρονται σε πήδημα χρησιμοποιούν ορολογία του τύπου "θα ήθελα να τρέξουμε ανέμελοι στο σεληνόφως". Κάπως έτσι τα λέμε, όπως τα γράφει κι εκείνος.
Θα το λατρέψεις το βιβλίο, στο υπογράφω.

Υ.Γ.: Τα συγχαρητήρια πάνε στην αμοιβή; Καταπληκτικό πράγμα φιλενάδα -άλλο ένα τέτοιο να μου τύχει θα αρχίσω να πιστεύω οτι υπάρχει Άγιος Βασίλης! Στο θηλυκό του -βέβαια.

ΠΡΕΖΑ TV είπε...

Μου το εστειλαν την προηγουμενη εβδομαδα και τωρα το διαβαζω...Πολυ καλη η παρουσιαση σου...

The Motorcycle boy είπε...

Ευχαριστώ. Περιμένω και καμιά δική σου παρουσίαση -όσο περισσότεροι μιλάμε για ένα θέμα τόσο το καλύτερο.

Queerdom είπε...

Ε προφανώς κι έτσι μιλάμε..και προφανώς και οι ξεφτιλισμένες πράξεις δεν πιάνουν μία μπροστά στις λέξεις.

Θα το διαβάσω λοιπόν, με έπεισες.

Και ναι τα συγχαρητήρια πήγαιναν στην αμοιβή. Κι αν βρεις την Αι Βασίλισσα or smth, πες της ότι θέλω κι εγώ κανένα δωράκι.

The Motorcycle boy είπε...

Χαίρομαι που σε έπεισα! Και θα χαρώ ακόμα περισσότερο, αν μετά το διάβασμα, το κουβεντιάσουμε ανάμεσα σε τίποτα μπύρες.

Αη Βασίλισσα -καλό! Δεν το είχα σκεφτεί έτσι! Τι δώρο θέλεις; Δεν σου φτάνει ότι έχεις; Για κάτσε φρόνιμα -εδώ είναι Ελλάδα και είμεθα αυστηρών αρχών!

ell είπε...

Με έχεις βάλει στην πρίζα παρόλο που δεν τον ξέρω καθόλου να δω κυρίως τις ταινίες του κ μετά το βιβλίο.
Ωραία περιγραφή

The Motorcycle boy είπε...

Ευχαριστώ πολύ βρε.
Αλλά, αν δεν έχεις δει τις ταινίες του θα σου πρότεινα να πάρεις πρώτα αυτό το τελευταίο βιβλίο και μετά να πας να δεις την τριλογία (Κουρέλια, Συμμορία, Χαμένος). Θα μπορείς έτσι να καταλάβεις καλύτερα σε τι αναφέρεται. Εντάξει, βέβαια, κι εμείς που είδαμε πρώτα τις ταινίες δεν χαθήκαμε, αλλά νομίζω πως είναι πιο βολικό έτσι.
Και μετά απ΄όλα αυτά, στο τέλος, διαβάζεις και τα "Γουρούνια στον Άνεμο" αν θέλεις να έχεις πλήρη εικόνα της συγκεκριμένης θεματικής ενότητας του Νικολαϊδη.

Υ.Γ.: Διαβάζω αυτό που σου έγραψα παραπάνω και μοιάζει σαν εκείνη τη μαλακία το βιβλίο του Αλτουσέρ που έγραφε συμβουλές για το πως πρέπει να διαβάζουν οι εργάτες το "Κεφάλαιο" του Μαρξ. Δες οτι σου χτυπήσει στο μάτι ρε -και αγνόησε πλήρως τις συμβουλές. Έτσι κι αλλιώς, ότι κι αν πιάσεις του Νικολαϊδη φυσσάει.

ell είπε...

Δεν είναι κακό να σου λέει κάποιος που τον λατρεύει και τον "ξέρει" 1-2 πράγματα...

γενικά έχω ένα κόλλημα με το να βλέπω ταινίες...
Σε ένα άλλο κομμάτι του που είχες βάλει θυμάμαι λέξεις που δεν είμαι σίγουρη ότι καταλάβαινα... (αργκώ της εποχής μάλλον).
Ελπίζω να το πάρω κ να το διαβάσω σύντομα

The Motorcycle boy είπε...

Μωρέ κακό είναι ... αλλά, τέλος πάντων.
Ναι τις δεις τις ταινίες. Ναι, εντάξει, το βλέπω και από την Tomboy, κάποιες λέξεις είναι παλιότερης εποχής και δεν κυκλοφορούν πια -αλλά νόημα βγαίνει μια χαρά.
Την καλησπέρα μου.

ell είπε...

Καλημέρα.

Αρε Motorcycle Boy... πήγα προχθες στην "πολιτεία" για κάτι που ήθελα κ τελικά αγόρασα κ το βιβλίο...
12 το βράδυ ξεκίνησα να το διαβάζω κ δεν μπορούσα να σταματήσω....
είχε καιρό να μου συμβεί αυτό... τον τελευταίο καιρό τα βαριόμουν όλα...
πέρα της συγκίνησης με κάποια πράγματα... γέλασα κ πολύ...βραδυάτικα! Κ άκουγα τους διπλανούς γεράκους να στριφογυρίζουν στο κρεβατι (πολύ λεπτοί οι τοιχοι)...

Πάρα πολύ ζωντανό! Γενικά τα έχεις πει καλύτερα για το βιβλίο.
Επίσης αυτό:
"Παύση, ανάσα, διακοπή, σκέψη –άλλοι διάλογοι που ξεκινάνε, πλέον, με κεφαλαίο γράμμα. Βιβλίο που τρέχει μπροστά στα μάτια σου, όχι σαν ταινία, αλλά σαν γυάλινο ασανσέρ που βουτάει στη νυχτερινή πόλη με βροχή. Αδιάκοπα."

The Motorcycle boy είπε...

Χαίρομαι που το πήρες τελικά. Και η παρουσίασή μου είναι κάπως λειψή -ξέχασα να γράψω οτι το βιβλίο έχει και φοβερό γέλιο εκτός των άλλων.
Ετοιμάσου κιόλας, να συγκινηθείς πολύ όταν θα φτάσεις στο τέλος.
Ναι, είχε καιρό να βγει ένα τόσο ανθρώπινο βιβλίο.

aris είπε...

Παιδιά το βιβλίο αυτό είναι εκπληκτικό. Απίστευτο. Κι εγώ το έψαχνα από τότε που έμαθα ότι κυκλοφόρησε γιατί πολύ μού αρέσανε οι ταινίες του. Μικρός είχα διαβάσει και το Βαλκάνιο. Αλλα αυτό που έπαθα με το Μοντεζούμα δεν τόχω πάθει με κανένα άλλο (κι έχω διαβάσει άπειρα). Τι ατμόσφαιρα!!!. Τι κέντημα!!! Διπλοβελονιά. Λεπτομέρεια. Δε μπάζει από πουθενά. Στεγανό. Ούτε σε μία σειρά δε βαρέθηκα. Ο άνθρωπος είναι Θεός. Καταθέτει τη ψυχή του με ένα τρόπο απλό, απλά αριστουργηματικό. Ένα συγγραφικό παραλήρημα, ένα λαχάνιασμα ένα ασθματικό ντελίριο αισθημάτων, διαλόγων, σκηνών, συγκινήσεων…... Ηθογραφία μιάς εποχής. Βιώματα και «θέλω» ατόμων που ποτέ τους δεν εκφράστηκαν γιατί μας γάμησαν τόσα χρόνια με τα αριστερά πολιτικά και τα υπαρξιακά με τις μιζέριες τους και με όλα τα περίεργα, τα και καλά εντυπωσιακά και βέβαια…. διδακτικά. Κεφάλαια ολοζώντανα που τα διαβάζεις απνευστί και μετά πάς να κοιμηθείς και στοιχειώνουν οι μορφές τους και οι ήρωες τους μέσα στον ύπνο σου και σού μιλάνε και το ξαναζείς στο όνειρο σου. Το κλείνεις γιατί έχεις δουλειά και δε σ αφήνει να δουλέψεις και το ξαναπιάνεις. Πέφτουν τα μάτια σου από τη κούραση της μέρας πετάνε τα γράμματα που διαβάζεις αλλά εσύ εκεί το παλεύεις δε το αφήνεις. Ένα βιβλίο -πέρα από όλες τις άλλες αρετές του- ποιητικό!!!!. Που αποκλείεται να μην το ξαναδιαβάσεις πολλές φορές. Που μέσα από ένα κωλοπαιδίστικο τρόπο γραφής σού πετάει -ξαφνικά- κατασταλαγμένες «αλήτικες» σοφίες που άλλοι για να στις πούν και για να στις περάσουν σού σπάνε τα αρχίδια (που θάλεγε και ο ίδιος). Πλοκή; Συναισθήματα; Εκεί (προς το τέλος) που του είπε η Στέλλα (και μετά από όσα είχαν γίνει) ότι τον ψάχνει η Μόλλυ δεν άντεξα και…αναφώνησα: «Ε όχι ρε μεγάλε αι γαμήσου» και τόκλεισα. Κύταξα το ταβάνι και σκέφτηκα: «δεν είσαι με τά καλά σου. Μόνος σου μιλάς;» Καπάκι το ξαναάνοιξα και βέβαια τη συνάντηση τους με τη Μόλλυ τη ρούφηξα στη κυριολεξία τη στιγμή που έκπληκτος ένιωθα ταχυπαλμία. Αυτό δεν μού έχει ξανατύχει. Νόμιζα ότι έβλεπα μια γρήγορη καλοκουρδισμένη ταινία. Μα πώς το κατάφερε αυτό; Να διαβάζεις μέσα στη σιωπή του δωματίου σου και να ακούς (μα ναι σας λέω) το θόρυβο μέσα στο μπαράκι που συχνάζανε και τις μουσικές που βάζανε, τα γέλια τους τα καφριλίκια τους. Ακόμα και τις αναπνοές τους. Γλυκός άνθρωπος ευαίσθητος και βέβαια χαρισματικός ταλαντούχος. Με ό,τι ασχολήθηκε. Νάναι καλά εκεί που βρίσκεται. Ειμαστε τυχεροί που είδαμε τις ταινίες του (τις άψογες από κάθε άποψη τις μακράν τις καλύτερες όχι μόνο από ΟΛΕΣ τις ελληνικές αλλά και από πολλές ξένες). Αλλά πιο τυχεροί που διαβάσαμε αυτό το βιβλίο. Ένα ΠΟΙΗΜΑ ένα ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ!!!! Από τη καρδιά μου τον ευχαριστώ πολύ.

The Motorcycle boy είπε...

Άρη, διαβάζοντας το βιβλίο είχα την εντύπωση (η οποία με τον καιρό μετατράπηκε σε βεβαιότητα) πως ο Νικολαϊδης έγραφε κάτι που χρώσταγε (σε ποιους; δεν ξέρω) -έχοντας μια αίσθηση οτι θα πεθάνει. Ήταν μάλλον εκείνη η συναίσθηση του καλλιτέχνη οτι δεν είναι αθάνατος και πρέπει να ξεχρεώσει για να μπορεί να φύγει ήσυχος.

Η σκηνή με τη Μόλλυ που λες, έχει κατά τη γνώμη μου το εξής καταπληκτικό:
Η Μόλλυ είναι η θεϊκή εκείνη γυναίκα που όλοι ερωτευτήκαμε, αλλά ποτέ δεν καταφέραμε να κάνουμε δικιά μας κι αυτό ήταν που μας κρατούσε σε κίνηση. Μόνο όσο προχωράς προς το απόλυτο -μόνο τότε κουνιέσαι και δεν μουχλιάζεις. Στο τέλος όμως ο ήρωας φιλάει την Μόλλυ κι αυτό που φιλάει στο στόμα είναι ο ίδιος ο θάνατος -γιατί η Μόλλυ είναι πλέον "σφραγισμένη" από το αμετάκλητο.
Κοντολογίς, η σκηνή είναι ένας ακόμα ένας λόγος για να θεωρώ τον Νικολαϊδη ότι καλύτερο μου έτυχε να συναντήσω σε επίπεδο εκφραστικότητας.
Είπες πως έχεις διαβάσει τον Βαλκάνιο. Ωραία. Τώρα που τελείωσες τη Στεκιά, πήγαινε να διαβάσεις τα "Γουρούνια στον Άνεμο". Είναι η συνέχεια της Στεκιάς την οποία ο άνθρωπος είχε εκδόσει 15 περίπου χρόνια πριν. Τρομερά πράγματα.

Και μακάρι να κατάφερνα να πω κάποιο ευχαριστώ στον Νικολαϊδη -ήταν πολλά τα χρόνια που μου χάραξε.

Ανώνυμος είπε...

Φίλε Motorcycle boy επειδή σέκοψα γιά πολύ κολλημένο άτομο με το Νικολαίδη (όπως είμαι κι εγώ), να σού πώ οτι μόλις κυκλοφόρησε από τίς εκδόσεις "ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ" ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο γιά το Νίκο και γιά τίς ταινίες του κάποιου Μίμη Τσακωνιάτη. Τό βρήκα στόν Ιανό. Είναι πολύ καλόγουστο (θα πρέπει να το επιμελήθηκε η γυναίκα του) και πολύ φτηνό σε σχέση με τη δουλειά που έχει γίνει εκεί μέσα. Εχει πλούσιο φωτογραφικό υλικό από τη ζωή του, συνεντεύξεις κλπ. Πολύ καλό σού λέω. Μού υπέδειξες να πάρω τα Γουρούνια και σ ευχαριστώ. . Τό πήρα αλλά δέν το έχω αρχίσει ακόμα γιατί εξακολουθώ να διαβάζω γιά πέμπτη φορά το Μοντεζούμα.

The Motorcycle boy είπε...

Φίλε που δεν ξέρω το όνομά σου,
το έχω αγοράσει ήδη το βιβλίο του Τσακωνιάτη (ευχαριστώ πάντως που σκέφτηκες να με ενημερώσεις, το εκτιμώ το αμφίδρομο) -είναι όντως, όπως το λες. Ειδικά το φωτογραφικό υλικό, οι συνεντεύξεις και τα σημειώματα που έγραψαν όλοι αυτοί στο τέλος του βιβλίου είναι καταπληκτικά-συγκινητικά. Ναι, απ΄ότι διάβασα στην αρχή η Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου έχει βοηθήσει πολύ στην έκδοση, μάλλον έχει βοηθήσει και στην επιμέλεια, γιατί ο Μίμης ο Τσακωνιάτης θα πρέπει να ήταν πολύ κοντινός τους (το αναφέρει και ο ίδιος στην αρχή).
Το βιβλίο βγήκε στα πλαίσια του αφιερώματος του ΕΚΚ για τον Ν.Ν. και έτσι εξηγείται η φτηνή τιμή του (τι φτηνή δηλαδή -σχεδόν τζάμπα είναι για το περιεχόμενο της έκδοσης).
Τα Γουρούνια να τα διαβάσεις στο καπάκι μετά τον Μοντεζούμα -είναι η συνέχεια του βιβλίου.
Και την Πέμπτη στις 27, έλα αν θέλεις από το ΚΥΤΑΡΡΟ -για εμάς τους κολλημένους με τον Ν.Ν., μια συναυλία του Συμεών με εκτελέσεις των κομματιών που έχουμε ακούσει στον Χαμένο και το Zero είναι καλή φάση -έτσι νομίζω.
Πληροφορίες στο ποστ μου, στην αρχική σελίδα.

aris είπε...

Ναι φιλαράκο The Motorcycleboy τό έχω μάθει γιά το Κύταρο και θα προσπαθήσω να έρθω. Το θέλω πολύ. Θα ήθελα και να σε συναντούσα -άν γινότανε- να σε ρωτούσα κάτι που έμαθα γιά τό Νίκο (και που δε κάνει να το διαβάσουν όλοι από δω). Είμαι ο aris αλλά τώρα τελευταία ασχολούμαι με τίς επικοινωνίες μέσω τού δικτύου και τάχω μπερδέψει ο καημένος (δέ μπορώ να "εμφανιστώ" με τo aris και μού βγαίνει το "ανώνυμος"). Δε πειράζει, αρκεί που συνενοούμαστε.

The Motorcycle boy είπε...

Άντε μωρέ δικέ μου -βάλε κάπου το όνομα για να σε γνωρίζω!

Αν έρθεις, ρώτα τον Συμεών -θα σου δείξει που είμαστε. Ψυλλιάζομαι τι θέλεις να με ρωτήσεις, όπως ψυλλιάζεσαι κι εσύ την απάντηση. Πάντως, στο πάνω μέρος της σελίδας έχω το μέιλ μου -χρησιμοποίησέ το άφοβα.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι