Παρασκευή, Ιανουαρίου 29, 2010

«Όνειρα γλυκά, μάπες!»

Έτσι αυτό που έκανα, ήτανε που πήγα κι έβγαλα δυο εισιτήρια πλατεία για το Ξέρω την Αγάπη μου. Ήτανε φιλανθρωπική παράσταση και ξέρω γω τι. Δεν είχα και μεγάλη όρεξη να το δω, αλλά ήξερα πως η παλιοΣάλυ, η βασίλισσα των κάλπηδων, θα ξελιγωνότανε άμα της έλεγα πως έβγαλα εισιτήρια για κει, γιατί παίζανε οι Λαντς και τα ρέστα. Της αρέσανε τα έργα που υποτίθεται πως ήτανε πολύ στεγνά και διανοουμενίστικα που λένε, με τους Λαντς και δε συμμαζεύεται. Εμένα πάντως δε μ΄αρέσει το θέατρο, άμα θέλετε να ξέρετε. Δεν είναι βέβαια τόσο απαίσιο όπως ο σινεμάς, αλλά σίγουρα δεν είναι και να τρελαίνεσαι. Πρώτα πρώτα, σιχαίνομαι τους ηθοποιούς. Ποτέ τους δεν κάνουνε σαν πραγματικοί άνθρωποι. Έτσι νομίζουνε μόνο. Μερικοί από τους καλούς το καταφέρνουνε, έστω και λιγάκι, αλλά όχι τόσο που να το γλεντάς να τους βλέπεις. Κι άμα κανένας ηθοποιός είναι στ΄αλήθεια καλός, πάντα το καταλαβαίνεις πώς το ξέρει που είναι καλός, κι αυτό τα χαλάει όλα. Πάρτε για παράδειγμα τον Σερ Λώρενς Ολιβιέ. Τον είχα δει στον Άμλετ. Μας είχε πάει πέρσι ο D.B. με τη Φοίβη. Μας έκανε πρώτα το τραπέζι και μετά μας πήγε. Αυτός το είχε ξαναδεί, κι απ΄όσα μας έλεγε στο τραπέζι δεν κρατιόμουνα, έλεγα πότε θα΄ρθει η ώρα να το δω. Μα δεν το φχαριστήθηκα και πολύ. Απλούστατα, δεν μπορώ να καταλάβω τι υπέροχο έχει ο Σερ Λώρενς Ολιβιέ, αυτό είν΄όλο. Έχει απίθανη φωνή κι είναι τρομακτικά ωραίος τύπος, κι είναι όμορφα να τόνε βλέπεις άμα περπατάει ή μονομαχεί ή κάτι τέτοιο, αλλά δεν ήτανε όπως μας παράστησε ο D.B. τον Άμλετ. Πιο πολύ με κωλοστρατηγό έμοιαζε, παρά με τύπο ζουληγμένο και λυπημένο. Το καλύτερο μέρος σ΄ολόκληρο το έργο ήτανε εκεί που φεύγει ο αδερφός της παλιόφιλης της Οφηλίας –εκείνος που στο τέλος μονομαχεί με τον Άμλετ –και ο πατέρας του τού δίνει ένα σωρό συμβουλές. Την ώρα λοιπόν που ο πατέρας του τού δίνει ένα σωρό συμβουλές, η παλιόφιλη η Οφηλία του κάνει κάτι πλάκες εκειπέρα του αδερφού της, και του τραβάει το μαχαίρι το μαχαίρι απ΄τη θήκη του, και τον τσιγκλάει όλη την ώρα και κείνος προσπαθεί να κάνει πως τον ενδιαφέρουνε πάρα πολύ όλες οι μπούρδες που του αραδιάζει ο πατέρας του. Αυτό ήτανε το ωραίο. Μου την έδωσε. Δε βλέπεις όμως συχνά τέτοια πράγματα. Το μόνο που άρεσε στο Φοιβάκι, ήτανε εκεί που ο Άμλετ χαϊδεύει εκείνο το σκύλο στο κεφάλι. Το βρήκε αστείο και όμορφο, κι είχε δίκιο. Θα πρέπει πάντως να διαβάσω μόνος μου το έργο. Το κακό με μένανε είναι πως πάντα πρέπει να τα διαβάζω και μόνος μου αυτά τα πράγματα. Άμα τα παίζει ένας ηθοποιός ούτε που τον ακούω. Όλη την ώρα σφίγγομαι, γιατί τρέμω μήπως κάνει από στιγμή σε στιγμή τίποτα κάλπικο.



Αυτό που μου τη δίνει στ’ αλήθεια είναι ένα βιβλίο που, άμα τελειώσεις να το διαβάζεις, θα’ θελες να’ χεις φιλαράκο σου τον συγγραφέα που το΄γραψε, και να μπορείς να τον παίρνεις τηλέφωνο όποτε σου κάνει όρεξη. Δεν θα με πείραζε να πάρω τηλέφωνο εκείνο τον Άισακ Ντίνσεν. Και το Ρινγκ Λάρντνερ, εξόν που ο D.B. μου΄πε πως είχε πεθάνει. Πάρτε όμως εκείνο το βιβλίο, την Ανθρώπινη Δουλεία του Σώμερσερ Μωμ. Το διάβασα πέρσι το καλοκαίρι. Είναι πολύ καλό βιβλίο και τα ρέστα, αλλά δε θα΄θελα να τηλεφωνήσω του Σώμερσερ Μωμ. Δεν ξέρω. Απλά και μόνο δεν είναι από τους τύπους που θα΄θελα να τηλεφωνήσω. Αυτό είν΄όλο.


Πάντως είμαι μουρλός. Μα το Θεό. Εκεί που πήγαινα στο μπάνιο, άρχισα να παρασταίνω πως είχα να πούμε μια σφαίρα στην κοιλιά. Μου την είχε φυτέψει ο γερο Μώρις. Τώρα πήγαινα στο μπάνιο να τραβήξω μια γερή δόση ουίσκι ή κάτι τέτοιο, να μου στυλώσει τα νεύρα και να με βοηθήσει να δράσω στ΄αλήθεια.
Μ’ έβλεπα κιόλας να βγαίνω από το βρωμομπάνιο, ντυμένος και τα ρέστα, με το αυτόματο στην τσέπη, και να παραπατάω λιγάκι. Έπειτα θα κατέβαινα από τη σκάλα, αντίς με το ασανσέρ. Θα κρατιόμουνα απ΄το κάγκελο και τα ρέστα, και το αίμα θα κύλαγε απ΄την άκρη των χειλιών μου, λίγο λίγο. Αυτό που θα΄κανα, είναι που θα κατέβαινα μερικά πατώματα –κρατώντας την κοιλιά μου με τα αίματα να τρέχουνε παντού –κι έπειτα θα πάταγα το κουμπί του ασανσέρ. Μόλις θ΄άνοιγε τις πόρτες ο γερο Μώρις, θα μ΄έβλεπε με το αυτόματο στο χέρι και θ΄άρχιζε να ξεφωνίζει με εκείνη την πολύ τσιριχτή χέστικη φωνή, να τον αφήσω ήσυχο. Πάντως εγώ θα του τη φύτευα. Έξι σφαίρες, ίσια στη μαλλιαρή κοιλάρα του. Μετά θα πέταγα το αυτόματο στο πηγάδι του ασανσέρ –αφού θα σκούπιζα πρώτα όλα τα αποτυπώματα και τα ρέστα.
Κι έπειτα θα σερνόμουνα ξανά στο δωμάτιό μου και θα τηλεφώναγα της Τζαίην να΄ρθει να μου δέσει τις πληγές. Τη φαντάστηκα να μου βαστάει ένα τσιγάρο για να καπνίζω εκεί που θα ξεμάτωνα και ξέρω γω τι.
Ο άτιμος ο σινεμάς. Μπορεί να σε καταστρέψει. Δεν κάνω πλάκα. Έκατσα στο μπάνιο κάπου μια ώρα, και μπανιαρίστηκα και τα ρέστα. Μετά γύρισα πάλι κι έπεσα στο κρεβάτι. Έκανα κάμποσο να κοιμηθώ –δεν ήμουνα καθόλου κουρασμένος –αλλά στο τέλος κοιμήθηκα. Το μόνο που ήθελα στην πραγματικότητα, ήτανε ν΄αυτοκτονήσω. Μου ΄ρχοτανε να σαλτάρω απ΄το παράθυρο. Κι εδώ που τα λέμε μπορεί και να το΄κανα, αρκεί να ήμουνα σίγουρος πως θα βρισκότανε κάποιος να με σκεπάσει μόλις θα΄σκαγα κάτω. Δεν ήθελα να μαζευτούνε τίποτα περίεργοι και να με χαζεύουνε που θα΄χα γίνει λιώμα.

Υ.Γ.: Κατά πως φαίνεται, δεν θα το γράψει -σ΄αυτή τη ζωή τουλάχιστον -ο J.D. Salinger το βιβλίο που τόσα χρόνια περίμενα. Εντάξει. Αρκεί που κρυφοκοίταξε στις μαλακίες που έκανα πιτσιρικάς και τις δημοσίευσε από πάνω, αρκεί που ξεκαθάρισε αυτά που σκεφτόμουν μπερδεμένα όταν είχα κάνει την εγχείριση "Στο πωςτολένε -στο κλειδόχορδό μου". Ας πάει λοιπόν να βρει τον παλιόφιλο τον Χόλντεν Κόλφηλντ...

Πέμπτη, Ιανουαρίου 28, 2010

Αμηχανία σε ντο Ελλασόνα

Κάνω πολύ χάζι αυτή την αμηχανία που προκύπτει σε κάθε χειμωνιάτικη αγροτική κινητοποίηση. Οι άνθρωποι της κυβέρνησης κατανοούν «το δίκαιο των αιτημάτων» και εύχονται «ταχεία ανάρρωση», οι άνθρωποι της αντιπολίτευσης «παρίστανται και χαιρετίζουν», που έλεγε κι ένας φιλαράκος γραμματιζούμενος. Οι εξωκοινοβουλευτικοί συμπαρίστανται από μακριά (επειδή κάτι παιδιά που πήγαν πέρσι στους Κρητικούς αγρότες στο λιμάνι κοντέψανε να φάνε μαγκουριές), αναγνωρίζοντας την αγωνιστική διάθεση των «αγωνιζόμενων». Και οι τηλεοπτικοί αρλεκίνοι φυσάνε τις σερπαντίνες τους σε απευθείας μετάδοση –ανάλογα με την κατεύθυνση του ανέμου. Τρελό γέλιο!

Εγώ πάλι, θυμάμαι τους αγρότες «αντεπαναστάτες» που περάσανε από μαχαίρι οι Μπολσεβίκοι όταν η Σοβιετική Επανάσταση πάλευε να εδραιωθεί –σκέφτομαι οτι όλοι καταδικάζουν τέτοιου είδους πρακτικές αλλά πολλοί, ενδόμυχα, εύχονται να καθαρίζανε για πάρτη τους στις καθιερωμένες αγροτικές κινητοποιήσεις τίποτα βρικόλακες Μπολσεβίκοι. Βολικό, όσο να πεις!

Οι αγρότες υπήρξαν, σε επίπεδο θεωρίας, καρφί στο μάτι του Μαρξισμού –επειδή αποτελούσαν απολίθωμα του φεουδαρχικού συστήματος παραγωγής το οποίο θα έπρεπε, νομοτελειακά, να έχει δώσει τη θέση του στον καπιταλισμό. Για να περάσουμε (στη βάση της ίδιας νομοτέλειας) και μέσω της δικτατορίας του προλεταριάτου, στον κομμουνισμό. Τι γίνεται όμως όταν όλες οι εξεγέρσεις του προηγούμενου αιώνα σημειώθηκαν σε χώρες με αυξημένο τον αγροτικό τομέα; Τι γίνεται όταν, αντί οι εναπομείναντες αγρότες να στρατευτούν πίσω από την εργατική πρωτοπορία, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο; Ντρεσάρισμα της θεωρίας -λενινισμός, μαοϊσμός, καστρισμός, αυτό γίνεται.Κι άντε μετά να βγάλεις άκρη περί του ότι πολλοί Ρώσοι αγρότες επέμεναν να συρρέουν (ακόμα και κρυφά) στα οπιοπωλεία-εκκλησίες, επέμεναν να διατηρούν τις εθνικιστικές τους τάσεις, αντιδρώντας στην επανάσταση! Άντε να καταλάβεις γιατί οι Κουβανοί αγρότες κρύβανε στις στάνες τους Μπαρμπούδος ενώ οι Βολιβιανοί αγρότες τρέχανε να εισπράξουν την αμοιβή της επικήρυξης του Τσε Γκεβάρα! (Το θέμα περί ταξικής συνείδησης, δεν έχω σκοπό να το ανοίξω άλλο εδώ).

Πολλή ιστορία –αρκετά τα παραδείγματα.

Η οικογένειά μου έχει αγροτικές ρίζες κι εγώ για χρόνια στριφογύρισα σε αγροτικές περιοχές –άλλοτε λόγω συγγένειας, άλλοτε για να κονομήσω κάνα μεροκάματο, μαζί με τους υπόλοιπους φτωχομπινέδες φοιτητές. Είχα και κάτι φίλους «λάτρεις της επιστροφής στη φύση» -τέλος πάντων, έχω κάνει κάποιο μικρό «αγροτικό». Θυμάμαι λοιπόν πως ξεκίνησε το σημερινό πρόβλημα των αγροτών (που, φυσικά, αντικατέστησε τα παλιότερα προβλήματά τους –μη νομίσεις οτι ο πρωτογενής ήταν ποτέ παράδεισος στην Ελλάδα!)

Το κουμπί ονομαζόταν «ποσοστώσεις». Όταν ο (ταρατατζούμ) «εθνάρχης» έβαλε τη χώρα στην ΕΟΚ ξεκίνησε αυτό το μανίκι με τον έλεγχο της αγροτικής παραγωγής –κάτι ανάλογο πήγαν να κάνουν οι Αμερικάνοι με τη NAFTA κι ακόμα σφάζονται στη Λατινική Αμερική. Αλλά οι δικοί μας αγρότες το παίξανε πιο διαλλακτικά κι ευρωλιγούρικα. Ένας από τους λόγους είχε να κάνει με τα κατάλοιπα του Εμφυλίου στην ελληνική ύπαιθρο –βλέπεις, μπορεί ο Εμφύλιος να έληξε στις απρόσωπες πόλεις, αλλά το γινάτι κρατάει ακόμα στην ύπαιθρο. «Εμένα, μου σκότωσε τον πατέρα ο Καραλίβανος για να του κλέψει τη σοδιά, αναγκάστηκα να θρέφω τη μάνα και τις αδερφές μου από 10 χρονών», μου είχε απαντήσει ένας γέρος όταν τον ρώτησα πως διάολο γίνεται να ψηφίζει τόσα χρόνια Δεξιά –κόντρα στα συμφέροντά του. Παραδίπλα, φυσικά, υπήρχε άλλη περίπτωση όπου τον πατέρα τον είχαν σκοτώσει οι Χίτες –δεν ξεχνιούνται εύκολα όλα αυτά, για την ακρίβεια δεν ξεχνιούνται ποτέ –απλώς εξαφανίζονται όταν οι άνθρωποι πεθάνουν. Κάπως έτσι διαμορφώθηκε η πολιτική συνείδηση στην ύπαιθρο, οι πληγέντες από τους αντάρτες έγιναν πατροπαράδοτοι Δεξιοί, οι πληγέντες από τον στρατό και τους παραστρατιωτικούς έγιναν ΚΚΕδες ή Πασόκοι.... Και η «ποσόστωση» έφερε «επιδότηση» -μπήκε το νερό στ΄αυλάκι. Πληρώνονταν οι καλλιεργητές για να πετάνε την παραγωγή στις χωματερές και μετά πληρώνονταν για να ΜΗΝ καλλιεργούν κι αργότερα τους πλήρωναν για να καλλιεργούν ζημιογόνα προϊόντα. Και μη μου πεις περί αγάπης των αγροτών για τη γη τους κι άλλα τέτοια χίπικα –ή μην τα πεις σε τίποτα καφενεία της επαρχίας, επειδή θα σε φυτέψουν σε κάνα περιβόλι να παριστάνεις το σκιάχτρο.

Τα πράγματα στράβωσαν και λόγω της NAFTA –η ευρωπαϊκή γεωργία (και η ελληνική πολύ περισσότερο) χαρακτηρίζεται από την αξιοποίηση μικρών και κατακερματισμένων εκτάσεων. Συγκριτικά με κάτι Καναδάδες για παράδειγμα, όπου ο αγρότης ψεκάζει το χωράφι του με ελικόπτερο –επειδή έχει έκταση λίγο μεγαλύτερη από την πόλη της Λαμίας, ας πούμε. Τουτέστιν το είδε ασύμφορο το άθλημα η Ευρωπαϊκή Ένωση κι αποφάσισε να τελειώνει με αυτόν τον τομέα παραγωγής. Πως όμως να γίνει αυτό, όταν έβαλες τους αγρότες να καλλιεργήσουν προϊόντα σύμφωνα με τις εμπορικές σου ανάγκες, τους έβαλες να αγοράσουν μηχανήματα, τους έβαλες να ξεσκίσουν τη γη τους και τους επιδότησες από πάνω; Θα πέφτανε κυβερνήσεις αν κόβονταν μαχαίρι όλα αυτά –κι έτσι η Ε.Ε. έβαλε σε εφαρμογή το «σχέδιο τραβεστί». Άρχισε δηλαδή να επιδοτεί τη μετατροπή της χρήσης γης –όπου χωράφι φτιάξε ξενώνα, αγροτικό ροντέο, χιονοδρομικό κέντρο, σινεμά, φτιάξε κάτι άλλο ρε παιδί μου! Και οι εναπομείναντες αγρότες επιδοτήθηκαν για να το γυρίσουν σε τρε σικ βιολογικές καλλιέργειες –το καλύτερο που είχα διαβάσει ήταν η επιδοτούμενη εκτροφή σαλιγκαριών, «πράσινη τσόχα –εύκολο χρήμα»!

Και ζήσανε αυτοί καλά; Οπωσδήποτε!

Διότι ο αγροτικός πληθυσμός έχει αυξημένο το αίσθημα του συντηρητισμού, «έτσι μάθαμε, έτσι κάνουμε –τι είναι αυτά τα καινούργια κόλπα τώρα;» Κι άντε να πείσεις τον άλλον που καλλιεργεί 30 χρόνια τη γη οτι το μέλλον είναι το «ίνγκλις μπρέκφαστ»! Εδώ χτικιάσανε να τον γυρίσουν από την καλλιέργεια του ροδάκινου στην καλλιέργεια καπνού –τι να λέμε τώρα!

Κι άντε, να συνυπολογίσουμε οτι ανέβηκε το μορφωτικό επίπεδο στην επαρχία, ήρθαν οι σπουδαγμένοι γιοι των αγροτών που βλέπουν «μακρύτερα». Πάει τώρα ο μάγκας στον γέρο και του ξηγιέται περί «χοντρή κονόμα με μηδέν κόπο», στρίβει το μουστάκι ο γέρος που θυμάται οτι ακόμα και τις επιδοτήσεις τις παίρνει με κομματική ταυτότητα –αλλά τον αγαπάει τον γιο του –πείθεται να του κάνει το χατήρι.
Στήνεται το επόμενο πρωί στην Αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Γεωργίας ο μάγκας, για να κάνει τα χαρτιά του, περί «μετατροπής της χρήσης γης». Τον κοζάρει ο πρόθυμος υπάλληλος, ψάχνει τη λίστα με τα δικαιολογητικά, «να δω τα συμβόλαιά σας;» ζητάει. Παγώνει ο μάγκας. «Τι συμβόλαια; Τα χωράφια τα έχουμε πάππου προς πάππου! Δεν υπάρχουν χαρτιά!» διαμαρτύρεται. «Εντάξει», συμβιβάζεται ο υπάλληλος που έχει και αναδουλειές, «έχετε τουλάχιστον τίποτα επίσημα σχεδιαγράμματα –που να δείχνουν οτι πρόκειται περί καλλιεργήσιμης γης και όχι δάσους;»
Κάνω μια παρένθεση εδώ, έτυχε να βρεθώ σε μια τέτοια περίσταση, πριν από χρόνια, συνοδεύοντας μορφωμένο φίλο, όταν πήγε να καταθέσει χαρτιά για ένταξη στο Κτηματολόγιο (το προηγούμενο –όχι αυτό το τελευταίο που πλήρωνες και έμπαινες άνευ ελέγχου για να βγεις αμέσως μόλις γίνει ο έλεγχος!) Τελικά, αποδείχτηκε τότε οτι δεν υπήρχε τίποτα που να επιβεβαιώνει την ιδιοκτησία ενός μεγάλου μέρους των αγροτικών εκτάσεων και περί δάσους μόνο κάτι φωτογραφίες τραβηγμένες από γερμανικά Στούκας έχουν βρεθεί –άντε βγάλε άκρη, κλείνω την παρένθεση.
Γυρίζει λοιπόν ο γιος στον πατέρα μπαϊλντισμένος, τον χτυπάει στην πλάτη και αποφαίνεται, «καλά ξηγιέσαι γέρο, μ΄αυτούς δεν βγαίνει άκρη, να χέσω τα πτυχία μου μέσα, και πάω τώρα στο καφενείο επειδή ψάχνουνε τρίτον για πρέφα -άντε εσύ στα μπλόκα και πάρτους τα χοντρά».

Τόσο απλά, οι αγρότες παραμένουν προσκολλημένοι σε καλλιέργειες προϊόντων που κανένας δεν θέλει ν΄αγοράσει (αφού έρχονται απ΄έξω φτηνότερα), οι κυβερνήσεις παραμένουν κοροϊδεύουσες τις εκλογικές τους πελατείες και βαφτίζουν το κρέας σε ψάρι για να δώσουν ρεγάλο στους αγρότες τα χρήματα που προορίζονται για μετατροπή χρήσης γης... (Κάνω απλούστευση εδώ πέρα, με σχηματικό τρόπο –δεν έχω όρεξη να αναλύσω διεξοδικότερα, μόνο την άποψή μου θέλω να εξηγήσω).

Τόσο απλά ο αγροτικός τομέας βγαίνει από την παραγωγική διαδικασία και εντάσσεται στην παρασιτική διαβίωση.

Κι ακόμα πιο απλά, το εκάστοτε κράτος που είναι πέραν του δέοντος πρόθυμο να ανοίξει τα κεφάλια 100 παιδιών αν τολμήσουν να διαδηλώσουν στο κέντρο της Αθήνας και να συλλάβει τα 180 απ΄αυτά με την κατηγορία της παρακώλυσης συγκοινωνιών και της σύστασης συμμορίας –αυτό το ίδιο κράτος κουνάει στοργικά το κεφάλι όσο οι αγρότες κλείνουν τις εθνικές οδούς, ή καταστρέφουν τις μπαριέρες και τα δεντράκια της Θεσσαλονίκης μπουκάροντας με τα τρακτέρ. «Other the one and other the other», που έλεγε κι ένας φιλαράκος, αγγλομαθής! 8 μήνες (στην καλύτερη) προφυλάκιση στον πιτσιρικά που (λένε ότι) πέταξε μια μολότοφ, πρώτη θέση στα δελτία ειδήσεων για τους αγροτολεβέντες που καίνε λάστιχα και κλείνουν τα σύνορα σε ζωντανή σύνδεση!

Αμηχανία σε ντο ελάσσονα, στο δρόμο προς Ελασσόνα.

Οι μόνοι που δεν δείχνουν αμήχανοι (καθότι αυτοδιαφημίζονται ως πολυμήχανοι) είναι οι μεταπράτες των πόλεων οι λιανοπωλητές αέρα κοπανιστού –ξέρεις εσύ! Αυτοί που θέλουν ένα κράτος χωροφύλακα, ένα κράτος δραστήριο στην καταστολή όσων εμποδίζουν τις εισπράξεις τους αλλά ταυτόχρονα αλληθωρίζον αναφορικά με τις δικές τους λαμογιές. Αυτοί παίζουν το ρόλο του χορού τραγωδίας: «βουλιάζουμε, καταστρεφόμαστε, χάνουμε λεφτά, εμποδίζεται το εμπόριο, μας πνίγουν τα γραμμάτια!» ξεχνώντας φυσικά να αναφέρουν οτι πουλάνε μεταποίηση κάκιστης ποιότητας σε τιμές ανάλογες των κριασιόν μεγάλων παρισινών μετρ.

Κι αν ρωτήσεις ποιος φταίει, τότε η κουβέντα γυρνάει στο μεταφυσικό. Οι «μεσάζοντες», οι «αγρότες του Κολωνακίου», οι «δημόσιοι υπάλληλοι» (αυτοί κολλάνε παντού), ο Χαλίφης Χαρούν Αλ Ρασίδ και η Λέσχη Μπίλντεμπεργκ... Μπορεί κι οι μετανάστες!

Είμαι γενικά υπέρ των κινητοποιήσεων, επειδή είμαι άνθρωπος που του αρέσουν τα πάρτι –άσχετα αν δεν πηγαίνω λόγω διαφορετικών μουσικών προτιμήσεων. Μια φορά έπεσα κιόλας σε μπλόκο αγροτών στα διόδια των Μαλγάρων –αναγκάστηκα να γυρίσω πίσω στη Θεσσαλονίκη και να φορτώσω τη μηχανή στο τρένο, έκανε και σκατόκρυο, πέρασα ακόμα μια μέρα στην πόλη, δεν έπαθα κανένα μεγάλο κακό. Γι΄αυτό και η άποψή μου περί αγροτικών κινητοποιήσεων συνοψίζεται στον γνωστό στίχο του Τζίμι Χέντριξ:

«Ας πέσουν τα βουνά, αρκεί να μην πέσουν πάνω μου».

Τρίτη, Ιανουαρίου 26, 2010

"Πολύ περίεργος για να ζήσει, πολύ σπάνιος για να πεθάνει"

Θυμάσαι τον Hunter S. Thompson;

Είχαμε 2 σακούλες χόρτο, 75 κομμάτια μεσκαλίνη, 5 καρτέλες με τριπάκια, μια αλατιέρα μισογεμάτη με κοκαΐνη και μια πολύχρωμη πλήρη συλλογή διεγερτικών, ηρεμιστικών, γελαστικών, ουρλιαχτικών.... Επίσης, ένα πεντάλιτρο τεκίλα, ένα πεντάλιτρο ρούμι, ένα καφάσι μπύρες, μια μπουκάλα αιθέρα και δυο ντουζίνες σνιφάκια. Όχι οτι τα χρειαζόμασταν όλα αυτά για το ταξίδι, αλλά όταν βρεθείς να μαζεύεις ναρκωτικά, το θέμα είναι να φτάσεις όσο πιο μακριά μπορείς. Το μόνο που με ανησυχούσε ήταν ο αιθέρας. Δεν υπάρχει τίποτα πιο αβοήθητο και ανεύθυνο και διεστραμμένο από έναν άντρα μαστουρωμένο με αιθέρα και ήξερα οτι σύντομα θα χρησιμοποιούσαμε αυτό το παλιόπραμα...



Αγόρασε το εισιτήριο, κάνε το ταξίδι.

Παράξενες αναμνήσεις αυτή την αγχώδη νύχτα στο Λας Βέγκας. Πέντε χρόνια μετά; Έξι; Μοιάζει σα να πέρασε μια ολόκληρη ζωή ή έστω μια ολόκληρη Εποχή –ένα είδος έξαψης που δεν πρόκειται να ξανάρθει. Το Σαν Φρανσίσκο στα μέσα του ’60 ήταν ένα πολύ ιδιαίτερο μέρος, ένα μέρος στο οποίο ήθελες να είσαι. Ίσως να σήμαινε κάτι. Ίσως και όχι, μακροπρόθεσμα... αλλά καμιά εξήγηση, καμιά μείξη λέξεων ή μουσικής ή αναμνήσεων δεν μπορεί να αγγίξει την αίσθηση οτι ήσουν εκεί, ήσουν ζωντανός σ΄αυτή τη γωνιά του κόσμου και του χρόνου. Ότι κι αν σήμαινε... Η ιστορία είναι δύσκολο να γίνει γνωστή, λόγω όλων αυτών των πληρωμένων μαλακιών που γράφονται, αλλά ακόμα κι αν δεν ήσουνα σίγουρος για την «ιστορία» έμοιαζε απόλυτα λογικό να σκεφτείς πως κάθε τόσο, η ενέργεια μιας ολόκληρης γενιάς κλιμακώνεται με τη μορφή ενός τεράστιου όμορφου κύματος, για λόγους που κανένας δεν μπορεί να καταλάβει όσο αυτό συμβαίνει –και οι οποίοι ποτέ δεν μπορούν να εξηγήσουν εκ των υστέρων τι ακριβώς έγινε. Η σημαντικότερη ανάμνησή μου από εκείνη την εποχή μοιάζει να στηρίζεται σε 5 ή ίσως 40 νύχτες –ή ίσως ξημερώματα –όταν έφυγα από το Φίλμορ μισότρελος και, αντί να πάω σπίτι, προτίμησα να περάσω τη Γέφυρα του Κόλπου, οδηγώντας με 100 μίλια την ώρα, φορώντας στρατιωτικά σορτς και μπουφάν γελαδάρη... πετάχτηκα μέσα απ΄το Τούνελ του Τρέζορ Άιλαντ στα φώτα του Όκλαντ, του Μπέρκλεϊ και του Ρίτσμοντ, καθόλου σίγουρος για το που έπρεπε να στρίψω όταν βρέθηκα στην άλλη πλευρά (μονίμως μπλοκάροντας τα διόδια, εντελώς διαλυμένος για να βρω τη νεκρά όσο έψαχνα για να πληρώσω)... αλλά σίγουρος οτι άσχετα με το ποια κατεύθυνση θα ακολουθούσα θα έφτανα σίγουρα σ΄ένα μέρος όπου οι άνθρωποι θα ήταν τόσο φτιαγμένοι και τόσο αγριεμένοι όσο εγώ: δεν είχα καμιά αμφιβολία γι΄αυτό... Υπήρχε παράνοια σε κάθε κατεύθυνση, κάθε ώρα της ημέρας. Αν όχι πέρα από τον Κόλπο, τότε σίγουρα πάνω από το Γκόλντεν Γκέιτ ή κάτω από τον 101 στο Λος Άλτος ή στο Λα Χόντα.... Μπορούσες να ανάψεις σπίθες παντού. Υπήρχε μια φανταστική συμπαντική αίσθηση πως οτι κι αν κάναμε ήταν σωστό, οτι νικάγαμε... Κι αυτό, νομίζω, ήταν το σημαντικό –η αίσθηση της αναμφισβήτητης νίκης απέναντι στις δυνάμεις του Παλιού και του Κακού. Όχι με μιλιταριστικούς όρους –δεν είχαμε ανάγκη από κάτι τέτοιο. Η ενέργειά μας ήταν απλώς ασταμάτητη. Δεν υπήρχε λόγος να πολεμήσουμε –ούτε εμείς, ούτε αυτοί. Είχαμε τη στιγμή –ήμασταν καβάλα σε ένα πανύψηλο και πανέμορφο κύμα... Τώρα λοιπόν, λιγότερο από 5 χρόνια μετά, μπορείς να ανέβεις σε οποιοδήποτε ξερό λόφο του Λας Βέγκας και να κοιτάξεις Δυτικά, και με το σωστό είδος ματιών μπορείς ακόμα να διακρίνεις το σημάδι που έκανε το νερό –το μέρος όπου το κύμα έσκασε τελικά και γύρισε προς τα πίσω.

Το ’60 ήταν μια εποχή ακραίας πραγματικότητας. Πλέον μου λείπει η μυρωδιά των δακρυγόνων. Μου λείπει ο φόβος οτι θα βρεθώ σακατεμένος από το ξύλο.



Ίσως να μην υπάρχει Παράδεισος. Ίσως όλο αυτό να μην είναι τίποτα περισσότερο από καθαρή υποκρισία –μια ανακάλυψη της παρανοϊκής φαντασίας κάποιου τεμπέλη σουρωμένου βλάχου με καρδιά γεμάτη μίσος που βρήκε τον τρόπο να ζήσει όπως πραγματικά γουστάρει –να κοιμάται μέχρι αργά, να κάνει χαβαλέ, να τσαμπουκαλεύεται, να πίνει ουίσκι και να οδηγεί γρήγορα στους άδειους δρόμους χωρίς να σκέφτεται τίποτα άλλο εκτός από το να ερωτευτεί και να μην τον συλλάβουν.... Res ipsa loquitur. Let the good times roll

Αμερική... η χώρα των 200 εκατομμυρίων πωλητών μεταχειρισμένων αυτοκινήτων με όλα τα χρήματα που χρειαζόμαστε για ν΄αγοράσουμε όπλα και κανέναν απολύτως δισταγμό σχετικά με το να σκοτώσουμε οποιοδήποτε στον κόσμο μας κάνει να αισθανόμαστε άβολα.

Κάλεσε τον Θεό αλλά, καλού-κακού, απομακρύνσου από τους βράχους.



Το να πηγαίνεις σε μια δίκη έχοντας για δικηγόρο κάποιον που θεωρεί τον τρόπο ζωής σου εγκληματικό, δεν είναι και η καλύτερη προοπτική.

Δεν μου αρέσει να υπερασπίζομαι τα ναρκωτικά, τη βία ή την παράνοια, αλλά αυτά τα πράγματα δούλεψαν μια χαρά σε μένα.

Νιώθω για τη ντίσκο τα ίδια ακριβώς που νιώθω για τον έρπη.

Το κρακ κατέστρεψε την κουλτούρα των ναρκωτικών.

Αν ένα έθνος το κυβερνάνε τα γουρούνια, όλα τα χοιρινά είναι μια χαρά βολεμένα –και εμείς οι υπόλοιποι γαμιόμαστε για να τα φέρουμε βόλτα: όχι απαραίτητα για να νικήσουμε, αλλά κυρίως για να καταφέρουμε να μην ηττηθούμε ολοκληρωτικά. Χρωστάμε στους εαυτούς μας και στη σακατεμένη μας αυτοεκτίμηση να μην καταλήξουμε ένα έθνος πανικόβλητων προβάτων.

Σε μια κλειστή κοινωνία όπου όλοι είναι ένοχοι, το μοναδικό έγκλημα είναι να σε πιάσουν. Σ΄ένα κόσμο κλεφτών η μοναδική ασυγχώρητη αμαρτία είναι η ηλιθιότητα.

Αν έγραφα την αλήθεια για όσα ξέρω τα τελευταία 10 χρόνια, γύρω στα 600 άτομα –συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου –θα σάπιζαν σε κελιά φυλακών από το Ρίο μέχρι το Σιάτλ.. Η απόλυτη αλήθεια είναι πολύ σπάνια και επικίνδυνη τακτική στην περίπτωση της επαγγελματικής δημοσιογραφίας.

Αν είναι να τρελαθείς θα πρέπει να πληρώνεσαι γι΄αυτό, αλλιώς θα σε κλείσουν μέσα.

Ήταν ο Νόμος της Θάλασσας, είπαν. Ο πολιτισμός τελειώνει στο ύψος της ακτογραμμής. Όποιος την περνάει, μπαίνει κατευθείαν στην τροφική αλυσίδα και όχι απαραιτήτως στην κορυφή της.


Θα υπάρχει πάντα μια διαφορά ανάμεσα στον Μοχάμετ Άλι και σε μας τους υπόλοιπους. Εκείνος ήρθε, είδε κι ακόμα και αν δεν κατάκτησε πλήρως –έφτασε τόσο κοντά σ΄αυτό όσο αποκλείεται να φτάσει κάποιος άλλος από την καταραμένη τη γενιά μας.

Το Χείλος του Γκρεμού... δεν υπάρχει κανένας τίμιος τρόπος να το περιγράψεις, επειδή οι μόνοι άνθρωποι που έφτασαν ως εκεί, είναι εκείνοι που προχώρησαν ακόμα παραπέρα και τσακίστηκαν.

Η μουσική βιομηχανία είναι ένα αδυσώπητα στενό λαγούμι γεμάτο χρήματα, ένας μακρύς πλαστικός διάδρομος όπου οι κλέφτες και οι νταβατζήδες κυκλοφορούν ελεύθεροι όσο οι καλοί άνθρωποι πεθαίνουν σα σκυλιά. Κι αυτό είναι η θετική πλευρά του πράγματος –υπάρχει και αρνητική.

Η δημοσιογραφία δεν είναι ούτε επάγγελμα, ούτε λειτούργημα. Είναι μια φτηνή απάτη –των γαμημένων και των απόβλητων –ένα πλαστό διαβατήριο για την πίσω πόρτα της ζωής, ένας βρωμερός απόπατος που διέφυγε της προσοχής του ελεγκτή κτιρίων, αλλά αρκετά βαθύς για έναν μεθύστακα που θέλει να ξεφύγει από το πεζοδρόμιο και να αναρριχηθεί μέχρι το κλουβί του χιμπατζή στον ζωολογικό κήπο, όπου θα μπορεί να μαλακίζεται με την ησυχία του.

Όποιος δηλώνει χαρούμενος τα Χριστούγεννα απλώς λέει ψέματα –ακόμα κι αυτοί που πληρώνονται 500 δολάρια την ώρα... Οι Εβραίοι μοιάζουν κάπως αμήχανοι και ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει γι΄αυτό; Τα γενέθλια του μικρού Ιησού είναι πάντα άβολη γιορτή για όσους ξέρουν πως 90 μέρες αργότερα θα κατηγορηθούν για τη δολοφονία του.


«Ευτυχισμένος», μουρμούρισα, προσπαθώντας να κρατήσω τη λέξη. Αλλά είναι μια από αυτές τις λέξεις, όπως η Αγάπη, τις οποίες ποτέ δεν κατάλαβα πλήρως. Οι περισσότεροι άνθρωποι που νταραβερίζονται με τις λέξεις δεν έχουν πολλή πίστη σε αυτές κι εγώ δεν είμαι εξαίρεση –ειδικά όταν πρόκειται για μεγάλες λέξεις, όπως Ευτυχία και Αγάπη και Τιμιότητα και Δύναμη. Μοιάζουν τόσο αόριστες και ασαφείς αν πας να τις συγκρίνεις με κοφτερές, επιθετικές μικρές λέξεις όπως Αλήτης και Φτηνός και Κάλπικος. Νιώθω πιο άνετα με αυτές τις λέξεις επειδή είναι πιο εύκολο να τις καρφώσεις κάπου και να τις κρατήσεις εκεί, αλλά οι σπουδαίες λέξεις είναι πραγματικά δύσκολες και χρειάζεται να είναι κανείς παπάς ή ηλίθιος για να τις χρησιμοποιεί με πλήρη συνείδηση.

Όταν τα πράγματα γίνονται περίεργα, οι περίεργοι γίνονται επαγγελματίες.

Είμαστε όλοι καλωδιωμένοι σε ένα ταξίδι επιβίωσης, πλέον. Δεν υπάρχει πια η ταχύτητα που μας έσπρωχνε το ΄60. Αυτή ήταν η τραγική κατάληξη του ταξιδιού του Τιμ Λίρι. Γύρναγε όλη την Αμερική πουλώντας «προέκταση του ασυνείδητου» χωρίς να καταδεχτεί να σκεφτεί για την τρομακτική πραγματικότητα που καθόταν εκεί και περίμενε όλους όσους τον πήραν στα σοβαρά... Όλα αυτά τα παθητικά, πεινασμένα για παραισθησιογόνα, φρικιά που νόμιζαν οτι μπορούν να αγοράσουν Ειρήνη και Κατανόηση για τρία δολάρια το τριπάκι. Αλλά η ήττα τους και η αποτυχία τους είναι και δική μας. Αυτό που πήρε μαζί του ο Λίρι ήταν η θεμελιώδης ψευδαίσθηση ενός τρόπου ζωής τον οποίο βοήθησε να δημιουργηθεί... μια γενιά αθεράπευτα σακάτηδων, αποτυχημένων εξερευνητών, που ποτέ της δε συνειδητοποίησε τη ζωτική παγίδα της Κουλτούρας των Παραισθησιογόνων: τη μάταιη και απεγνωσμένη ψευδαίσθηση οτι κάποιος... ή κάποια δύναμη τέλος πάντων –θα βρισκόταν να κρατάει το φως στο τέλος του τούνελ.

(Οδήγησε τη μηχανή) πιο γρήγορα, ακόμα πιο γρήγορα –μέχρι η έξαψη της ταχύτητας να κυριαρχήσει στον φόβο του θανάτου.

Η ιδέα μου περί θανάτου, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ήταν οτι θα κατέβαινα κάποιον βουνίσιο δρόμο με 120 μίλια την ώρα και θα συνέχιζα ευθεία αντί να στρίψω, θα καρφωνόμουνα σε τίποτα μπαριέρες κι έτσι θα τελείωνε όλο αυτό... θα βρισκόμουν λοιπόν εκεί πέρα, μπλοκαρισμένος στο μπροστινό κάθισμα, σχεδόν γυμνός, με μια κάσα ουίσκι δίπλα μου και μια κάσα δυναμίτη στο πορτ μπαγκάζ... πεσμένος πάνω στην κόρνα, με τα φώτα ανοιχτά, κι απλά θα αιωρούμουν για όσο θα με συγκρατούσαν οι σπασμένες μπαριέρες, μια ανθρώπινη βόμβα, και μετά θα έπεφτα στο γκρεμό. Θα γινόταν μια τρομακτικά εντυπωσιακή έκρηξη. Καθόλου πόνος. Κανένας δεν θα τραυματιζόταν. Είμαι απόλυτα βέβαιος, εκτός αν άλλαξαν τη χάραξη της εθνικής, οτι αυτό το μέρος είναι ακόμα εκεί. Όταν γυρίσω σπίτι θα πάω να ρίξω μια ματιά, για να σιγουρευτώ.

Καλύτερα να με φροντίσεις λίγο Κύριε, αν δε θες να με έχεις σύντομα κοντά σου.

Νάτος που φεύγει. Ένα από τα πρωτότυπα μοντέλα που έπλασε ο Θεός. Ένα είδος πανίσχυρου μεταλλαγμένου που δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να μπει σε μαζική παραγωγή. Πολύ περίεργος για να ζήσει, πολύ σπάνιος για να πεθάνει.


Μια άλλη μέρα σαν κι αυτή, πολλά χρόνια πριν, περνούσα τη γέφυρα του Λούισβιλ στο Κεντάκι, οδηγώντας μια παλιά Σέβι –μαζί μου ήταν 3 ή 4 μάγκες που δούλευαν, όπως κι εγώ, σε ένα εργοστάσιο επίπλων στο Τζέφερσονβιλ της Ιντιάνα... τα λάστιχα πατινάρανε στη βρεμένη άσφαλτο, οι τζαμοκαθαριστήρες σκουπίζανε την πρωινή βροχή κι εμείς πηγαίναμε στη δουλειά κρατώντας τις σακούλες με το μεσημεριανό μας και γκαρίζοντας στους ήχους κάποιου κάντρι σταθμού του ραδιοφώνου, όταν κάποιος είπε: «Ιησού Χριστέ! Τι μας έπιασε και πάμε να δουλέψουμε μια μέρα σαν αυτή; Θα πρέπει να έχουμε τρελαθεί! Τέτοιες μέρες το μόνο που θέλεις είναι να βρίσκεσαι στήθος με στήθος με μια καλή γυναίκα, σε ένα ζεστό κρεβάτι, κάτω από μια τσίγκινη στέγη, με τη βροχή να κοπανάει από πάνω κι ένα μπουκάλι καλού ουίσκι δίπλα στο κρεβάτι»


Μπορείς να γυρίσεις την πλάτη σου σε οποιονδήποτε, αλλά ποτέ μη γυρίσεις την πλάτη σε ένα πρεζόνι, ειδικά αν κραδαίνει κάποιο μαχαίρι μπροστά στα μούτρα σου.

Μετατρεπόμαστε σε ένα έθνος αγχωμένων σκλάβων του Φόβου –φόβος του πολέμου, φόβος της φτώχειας, φόβος κάποιου τυχαίου τρομοκρατικού χτυπήματος, φόβος μήπως υποβαθμιστούμε ή απολυθούμε λόγω της κρίσης, φόβος μήπως συλληφθούμε για χρέη και καταλήξουμε κλειδαμπαρωμένοι σε κάποιο απομακρυσμένο στρατόπεδο με την νεφελώδη κατηγορία οτι είμαστε φιλικά προσκείμενοι σε Τρομοκράτες.

Υπάρχουν εποχές, κι αυτή είναι τέτοια, όπου ακόμα και όταν έχεις δίκιο νιώθεις πως έχεις άδικο. Τι να πεις, για παράδειγμα, σε μια γενιά που διδάχτηκε οτι η βροχή είναι δηλητήριο και το σεξ είναι θανατηφόρο; Αν το να κάνεις έρωτα μπορεί να αποβεί μοιραίο κι αν μια δροσερή ανοιξιάτικη ψιχάλα μπορεί να μετατρέψει μια καθαρή λίμνη σε λακκούβα με μαύρο δηλητήριο μπροστά στα μάτια σου, δεν μένουν και πολλά να κάνεις, εκτός από το να βλέπεις τηλεόραση και να ξεσκίζεσαι στη μαλακία. Είναι ένας παράξενος κόσμος. Κάποιοι άνθρωποι πλουτίζουν όσο οι υπόλοιποι τρώνε σκατά και πεθαίνουν.


Όχι Άλλα Παιχνίδια. Όχι Άλλες Βόμβες. Όχι Άλλο Περπάτημα. Όχι Άλλος Χαβαλές. Όχι Άλλο Κολύμπι. 67. Αυτό σημαίνει οτι περάσανε 17 χρόνια από τότε που ήμουνα 50. 17 περισσότερα χρόνια από όσα χρειαζόμουν ή ήθελα. Βαρεμάρα. Είμαι μονίμως στριμμένος. Καθόλου Χαβαλές –για όλους. 67. Αρχίζεις να γίνεσαι Άπληστος. Φέρσου σαν κανονικός γέρος. Ηρέμησε—Δεν θα πονέσει.

Υ.Γ.: Ο Hunter S. Thompson προτίμησε να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα, στις 20 Φεβρουαρίου του 2005.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 22, 2010

"Αγάπη μου, Ηρώ"

Όποιος κοιτάζει –βλέπει κι όποιος πεινάει για παραμύθι –το χάφτει άνευ γλάσο. Για όσους έστω και κατά λάθος, ίσως λόγω αυτοματισμού, διαθέτουν ακόμα το κουσούρι του κοιτάγματος, η ακόλουθη διαπίστωση είναι προφανής: Οι εποχές ανακυκλώνονται για λόγους κατανάλωσης και ποδηγέτησης.
Για όσους τώρα γουστάρουν παραμύθι, υπάρχουν άπειρες σελίδες αφιερωμένες στους Αδελφούς Γκριμ, στον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (Άνασεν, τον λένε οι Δανοί) κι αν θέλουν κάτι πιο σύγχρονο υπάρχουν οι εκδηλώσεις για το "Ελληνικό Καλτ της δεκαετίας του ’80", κάποια αναπαραγωγή εκπομπής της ΕΡΤ για το ελληνικό ροκ του ’80 στο you tube, τα φορέματα με βάτες και τα περικάρπια με διαμαντάκια που ξαναεμφανίστηκαν στις βιτρίνες...

Αστεία πράγματα; Μακάρι!

Εγώ είχα την ατυχία (επειδή περί τεράστιας γκαντεμιάς πρόκειται!) να ζήσω τη δεκαετία του ’80 με όλα τα φουλ έξτρα –μιζέρια, μιμητισμός, κακοφωτισμένα πλάνα... Όσο πιο γρήγορα τα ξεχάσουμε όλα αυτά, τόσο το καλύτερο για την ψυχική μας υγεία –έτσι πίστευα. Γι΄αυτό και εντυπωσιάστηκα τις πρώτες φορές που άκουσα να γίνεται λόγος περί καλτ ταινίες εκείνης της δεκαετίας. Κάποιος Κρις Σφέτας λέγανε, που έπαιζε σε ταινίες καράτε –ποιος πούστης ήταν αυτός; Δεν είχα ιδέα! Αλλά δε με πείραξε ιδιαίτερα, επειδή τα καράτε δεν ήταν ποτέ του γούστου μου.
Μετά τα πράγματα καλυτέρεψαν προς το χειρότερο –άρχισα δηλαδή ν΄ακούω περί ταινιών με αθάνατες ατάκες του τύπου «η αλήθεια είναι οι Sex Pistols πατέρα!», έπεσε και ο σχετικός βομβαρδισμός με βιντεάκια, ανακάλυψα οτι ο Ευαγγελόπουλος, ο Πετρόχειλος, ο Ευαγγελίδης και οι άλλοι τέτοιοι είχανε βρικολακιάσει! Φυσικά, η επανεμφάνιση της Ρένας Παγκράτη, της Καίτης Φίνου, του Σταμάτη Γαρδέλη, του Πάνου Μιχαλόπουλου και του Στάθη Ψάλτη ήταν καθαρά θέμα χρόνου –κι ο χρόνος είναι, ως γνωστόν, αδυσώπητος. Πάρε αφιερώματα σε «εναλλακτικά μαγαζιά», πάρε αποσπάσματα ταινιών που αντιμετωπίζονταν με την ευλάβεια αποσπασμάτων βιβλίου των Εκδόσεων «Ο Άγιος Θεράπων» (όποιος θυμάται –ξέρει), βάλε και 10 κιλά ελληνικές τσόντες για να απενοχοποιηθεί η φτηνιάρικη έξαψη...

Εγώ δεν τα θυμάμαι όλα αυτά.

Δεν τις ξέρω τις ταινίες και δεν έχω δει τις περισσότερες από τις συγκεκριμένες τσόντες. Αλλά σινεμά πήγαινα καθ΄εκάστην (που λένε και στα πατσατζίδικα), είχε μάλιστα έναν τσοντοσινεμά (ΔΡΟΣΙΑ –ΨΥΞΙΣ) επί της Συγγρού, εκεί που αργότερα άνοιξε η MAD, μαζευόμασταν οι ρεμπεσκέδες φοιτητές και μπουκάραμε συχνά-πυκνά. Το θέμα ήταν να τραβήξουμε μαζί μας τις παρθενώπες τις σχολής και να κάνουμε χάζι τις αντιδράσεις τους όταν άρχιζαν τα όργανα στην οθόνη –θυμάμαι μια στρυφνή που είχε σκυμμένο το κεφάλι από την αρχή ως το τέλος της ταινίας, τέλος πάντων, δεν είναι εκεί το θέμα...

Μαθητές ακόμα, είχαμε πάει να δούμε τα «Τσακάλια» και μετά τη «Στροφή» για να καφριλέψουμε το σινεμά, ένας πεινάλας συμφοιτητής μου, σκατίφλωρος, είχε παίξει σε κάποια από τις επόμενες ταινίες του Δαλιανίδη, είχαμε βρεθεί άλλη μια φορά κατά λάθος στην ΟΠΕΡΑ όταν παίζονταν οι «Φυλακές Ανηλίκων» και κράζαμε τον Βασίλη τον Κολοβό, αυτόν τον άγιο άνθρωπο που είχε την ατυχία να βρίσκεται στην αίθουσα –άντε, να το κάνω πιο μουλτινάσιοναλ, είχαμε σπάσει και κάτι καθίσματα στην προβολή της «Τάξης του ‘84»... Και είχαμε πετάξει σάμαλι σε μια θεατρική παράσταση του «Αγίου Πρεβέζης» του Κολλάτου.

Από τσόντες, προλάβαμε τον Γκουσγκούνη στα τελειώματα, τον Σουγκλάκο τον θυμόμαστε σε αφίσες μουτζουρωμένες με μαρκαδόρο: «ΚΑΤΣ –ΑΠΑΤΗ –ΟΛΑ ΣΙΚΕ», αυτά ήταν όλα.

Πως λοιπόν ξαφνικά οι βιντεοκασσέτες που βγαίνανε με τα τσουβάλια στα τέλη του ’80 αναγορεύτηκαν σε «καλτ»; Θυμάμαι κάτι περίεργες ταινίες που προβάλλονταν στα μεταμεσονύχτια αφιερώματα –τα διοργάνωναν οι Αδελφοί Αλαφούζοι κι όσο περίμενες να κόψεις εισιτήριο περνάγανε από δίπλα σου φέρετρα με γκόμενες, ξεκοιλιασμένοι, νεκροζώντανοι –συνηθισμένα πράγματα. Τις ταινίες δεν τις θυμάμαι επειδή ξεκινάγανε κατά τις 3 το βράδυ και κανένας μας δεν ήταν σε νηφάλια κατάσταση –αλλά, είμαι σίγουρος οτι δεν έπαιζε η Ελένη Φιλίνη, ούτε ο Πετρόχειλος –ίσως να είχα δει κάποια με την Τίνα Σπάθη... Τέλος πάντων, κάπως έτσι το βλέπαμε τότε το «καλτ».

Είδα κι εκείνη την εκπομπή για το ελληνικό ροκ του ’80 που ανέφερα στον πρόλογο –κάπως σόλοικη μου φάνηκε! Μίλαγε πολύ ο Πούλικας, έπαιζαν κι ένα κομμάτι οι Last Drive -παρακάτω; Α ναι, μίλησε και συντάκτης του ΗΧΟΥ –με πιάσανε τα διαόλια μου! Επειδή ήμουνα από τότε αντίθετος με την ελιτίστικη λογική του ΗΧΟΥ –αυτοί ρε παιδί μου, δουλεύανε σε περιοδικό που προμοτάριζε στερεοφωνικά και με τέτοιο κριτήριο επέλεγαν δίσκους. Εγώ είχα ένα μηχάνημα της πυρκαγιάς –τενεκέ σκέτο –δεν μ΄έπαιρνε για ακριβότερο. Και δεν το χρειαζόμουν δηλαδή, η μουσική που άκουγα ήτανε πήχτρα στην παραμόρφωση –ο πιο αρτιστίκ δίσκος που ακούμπησε το πλατό μου ήταν των Van Der Graaf Generator –μια χαρά έπαιζε! Στην αρχή, που λες, οι συντάκτες του ΗΧΟΥ με Φωτεινό Οδηγητή τον Αργύρη Ζήλο, έβγαζαν σπυριά κάθε φορά που έγραφαν για πανκ ή σκα συγκρότημα. Μετά αλλάξανε τα κόζια, το πανκ απέκτησε απήχηση και ο Ζήλος είπε τη μνημειώδη φράση σε ραδιοφωνική εκπομπή: «αυτά είναι τα παιδιά για τα οποία πέθανε ο Sid Vicious»! Ομολογώ οτι δεν είχα καταλάβει, μέχρι εκείνη τη μέρα, οτι ο Sid ήταν συνεχιστής του Τσε Γκεβάρα, του Νέστορα Μάχνο και του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη –αλλά, γι΄αυτό υπάρχουν οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί, για να σε βγάζουν από την άγνοιά σου! Τέλος πάντων, όταν εμφανίστηκε το λεγόμενο New Wave ο ΗΧΟΣ επέστρεψε στα γνωστά του αισθητικά στάνταρ, ανακάλυψε το «αυστραλιανό μεταπάνκ» και τους κουμπάκηδες με τα σύνθια –τελευταίο αστείο που θυμάμαι από το συγκεκριμένο περιοδικό ήταν η ανακήρυξη του κοσμοϊστορικού δίσκου των Coil με τον μεταφυσικό τίτλο «Scatology» ως δίσκου της χρονιάς για το ΄88 (ή το ΄89, θα σε γελάσω...). Scatology λοιπόν –αυτό θυμάμαι.

Είδα μετά στο you tube οτι τη συγκεκριμένη εκπομπή την είχε «ανεβάσει» η Χρύσα Πανταζή –κι έτσι μου λύθηκαν κάποιες απορίες. Η Χρύσα ήταν η «σχέση» του Γιάννη του Ντρενογιάννη (από τότε εργαζόταν στο συγκρότημα Λαμπράκη που έβγαζε τον ΗΧΟ νομίζω), αυτού του σημαντικού (κατά τη γνώμη μου) κιθαρίστα, ο οποίος συμμετείχε στο αγαπημένο μου ελληνικό συγκρότημα, τους Anti Troppau Coulcil (έχω ξαναγράψει γι΄αυτούς –ο Βασίλης ο Τζαβάρας υπήρξε η καλύτερη φωνή της εποχής μου και ένας από τους καλύτερους frontmen που έχω δει στη ζωή μου).
Όταν διαλύθηκαν οι Anti Troppau, ο Ντρενογιάννης φόρμαρε τους Yeah! με την Πανταζή στο μπάσο –είχα πάει σε συναυλία τους, αγόρασα και το δίσκο τους, δε λέγανε πολλά (για την ακρίβεια δε λέγανε τίποτα –αλλά είμαι πολύ φανατικός για να το παραδεχτώ). Οι Yeah! φυσικά, εμφανίζονταν στην εν λόγω εκπομπή. Κι ο Πούλικας πανταχού παρών. Πούλικας καπνίζων τίγκα στην απαξίωση, Πούλικας ξυριζόμενος με Bic αλλά μη σταματών την αγόρευση –χέσε μας ρε Πούλικα στην τελική!
Μη με παρεξηγήσεις, τον γουστάρω τον Πούλικα, ωραία φωνή, γρεζαρισμένη, σωστή –έχω και τους δίσκους του –τον προσκυνώ για τη διασκευή του «Υπάρχω»... Ωραίος ο Πούλικας κι απέθαντος, σαν τον Μπέλα Λουγκόζι ένα πράμα! Αλλά, από τα μεγαλύτερα καπέλα της ελληνικής ροκ σκηνής, βρυκόλακας αδερφάκι μου! Όπου μυριζόταν φρέσκο αίμα έτρεχε να το πιει –καπέλωσε, παλιά, τους Socrates μετατρέποντας τις «Βραδιές Μπλουζ» στο ΚΥΤΤΑΡΟ σε βραδιές Πούλικα και συνοδευτικής μπάντας, καπέλωσε μετά κι εκείνο το πολύ ωραίο συγκρότημα που έπαιζε φανκ ροκ τύπου Gang of 4 –ξεχνάω, γαμώτο, τ΄όνομά τους– θαυμάσιοι στα Προπύλαια όταν παίζανε το Life during war time στη συναυλία για την αποποινικοποίηση, προσφάτως πίνει το αίμα του Πιλάλα -γενικά, πολύ Μπέλα Λουγκόζι ο Πούλικας, το ξανάπα αυτό!

Να μη σε κουράζω με έξτρα παραδείγματα –ανέφερα τα παραπάνω ενδεικτικά για να υποστηρίξω την άποψή μου. Τουτέστιν:

Στη δεκαετία του ’80, θυμάμαι οτι φοράγαμε τζιν μπουφάν, καρό καουμπόικα πουκάμισα με τι σερτ από μέσα, στρατιωτικά αμπέχονα, δερμάτινα (πλαστικά δηλαδή) σταυροκούμπωτα, αρβύλες και απομιμήσεις All Star. Και πολλές κονκάρδες και ραφτά, σταμπαριστά, παραμανοτά, πριτσιναριστά -πάνινα σήματα... Κάτι Κνίτισσες φορούσαν ινδικές φούστες (ασορτί με αξύριστες μασχάλες), αλλά οι κοπέλες που εγώ έκανα παρέα φορούσαν τζιν μίνι φούστες και καστόρινες μπότες, ή τζιν παντελόνια. Που στο κέρατο ξεθάφτηκαν τώρα οι βάτες σε στυλ αναβίωσης; Βάτες φόραγε η Αλέξις στη «Δυναστεία», η Μιμή του Αντρέα και κάτι κλώσες που κουνιόντουσαν στις ντισκοτέκ, αγκαζέ με τους καρεκλάδες, υπό τους ήχους του Maria Magdalena. Κι αυτά τα μαλλιά που βλέπω τα φουσκωμένα με τρόμπα ποδηλάτου –εκείνες οι κοπέλες τα είχαν, εμείς τις κοροϊδεύαμε γιατί βρωμάγανε λακ και «θα πηδηχτώ μονάχα μ΄αυτόν που θα παντρευτώ» απόψεις. Αυτά αναβιώνουν σήμερα; Αν ναι –να μας το πουν, για να περιμένουμε δηλαδή, αμέσως μετά, την αναβίωση ενδυματολογίας της θεούσας, φούστα καρό μέχρι κάτω από το γόνατο, καλσόν χρώματος κρεατί, ζιβάγκο με χρυσό σταυρό παπουτσάκι πλακέ ορθοπεδικό κι αξύριστο μουστάκι.

Στη δεκαετία του ’80 «καλτ» σινεμάς ήταν το Rocky Horror και το Liquid Sky, το Out of the blue και το Urgh! για παράδειγμα. Ελληνική «καλτ» δε θυμάμαι –κάτι ταινιούλες της πυρκαγιάς υπήρχαν –αλλά τις βάζανε για να γελάμε πριν το κανονικό φιλμ. Εκτός αν θεωρήσουμε «καλτ» τη συνολική ελληνική κινηματογραφική της δεκαετίας και τότε, άντε να βγάλεις άκρη!



Στη δεκαετία του ΄80 έτυχε να δω τους Sharp Ties, τους Villa 21, τους Yell-o-yell με τον Λάμπρο τον R.R. Hearse, τους Anti Troppau και τους Last Drive (όπως προανέφερα), τους South of no North, τους Next to Nothing, τους Metro Decay,τους X Mandarina Duck, τους Σύνδρομο, τους Χωρίς Περιδέραιο, τον Φάντης Μπαστούνι και τους Άσσους, τους Blue Jeans, τους 320 (αν δεν κάνω λάθος) Κιλά Κρέας και μπόλικο πανκ. Ex humans, Γενιά του Χάους, Stress... Είδα κι άλλους –όμως αυτούς θυμήθηκα πρόχειρα, εντάξει; Αυτούς τους λέγαμε «νέο ελληνικό ροκ» ή «ροκ του ‘80» -που στ΄ανάθεμα ήταν όλοι αυτοί; Δε χώρεσε κανένας τους στο ντοκυμαντέρ περί ελληνικού ροκ; Αλλά χώρεσε ο Δημητριάδης κι ας ήταν παγκοσμίως άγνωστος τη συγκεκριμένη εποχή;



Σκέφτομαι οτι αν ήμουνα σήμερα 20 χρονών θα είχα πειστεί οτι στη δεκαετία του ’80 οι πιτσιρικάδες βλέπανε Στηβ Ντούζο μετά μανίας στους σινεμάδες και ακούγανε κολοσσιαίους ρόκερς με ονόματα όπως Γιοκαρίνης, Μπουλάς, Vasilis (απορώ –τον Αντρέα Μικρούτσικο γιατί τον ξεχνάνε;) και σία... Αν τώρα ήθελα να το ψάξω καθότι υποψιασμένος, θα κατέληγα στο συμπέρασμα οτι η ελληνική ροκ σταμάτησε μετά την εμφάνιση του Σιδηρόπουλου και ξαναγεννήθηκε από τον Αγγελάκα –στο ενδιάμεσο διάστημα υπήρχε μόνο ο Μπέλα Μήτσος, ο κεφτές Τζιμάκος και τίποτα άλλο... Είχαν βγει στο εξωτερικό και οι Socrates, λέγονταν τότε Plaza, τι σημαίνει αυτό;

Ε λοιπόν δεν ήταν έτσι καμάρια μου –ξέρω οτι την ιστορία τη γράφουν οι επικρατέστεροι δημοσιοσχετίστες –όμως δεν τα θυμάμαι έτσι τα πράγματα! Αλλιώς τα θυμάμαι, πιο ενδιαφέροντα απ΄οτι θέλετε να τα παρουσιάσετε κι αυτό έχει τη σημασία του, επειδή η δεκαετία του ’80 ήταν μια στενάχωρη δεκαετία.

Κι επειδή δικιά μας η στεναχώρια, δική μας η μιζέρια –μη μας το γαμάτε με τους απίθανους που ξεθάβετε εκ των (πολύ) υστέρων από τα αζήτητα! Εντάξει ρε μάγκες;

Τρίτη, Ιανουαρίου 19, 2010

"Γιού φάουλ;"

Για όσους έχει τύχει να παρακολουθήσουν αγώνες τους ελληνικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου, η εικόνα είναι χιλιοπαιγμένη. Ένας αξύριστος παίκτης με λαδωμένο μαλλί και ανήσυχο μάτι σηκώνει τα χέρια ψηλά σε στυλ «ούτε που τον ακούμπησα –είμαι αθώος!» Τον βλέπεις εσύ στην οθόνη κι αναρωτιέσαι -τι όνειρο είδε και συμπεριφέρεται έτσι αλλοπρόσαλλα; Τότε ακριβώς (με τα χέρια ακόμα σηκωμένα στον αέρα) ο αξύριστος θερίζει τους αστραγάλους του αντιπάλου του, ο οποίος είχε την αυθάδεια να τον περάσει με τη μπάλα. Στη συνέχεια, ο αξύριστος κάνει οτι δεν ακούει τον διαιτητή, παίρνει τη μπάλα που κυλάει μπροστά στον πεσμένο αντίπαλο και την κλωτσάει μακριά....

Για όσους έχει τύχει να παρακολουθήσουν δηλώσεις περί της πολιτικής ζωής του τόπου, η διαπίστωση είναι προφανής. Όσο περισσότερο ο πολιτικός καλοβλέπει τον αυταρχισμό, τόσο περισσότερο αναφέρει τη λέξη «δημοκρατία». Όντας πρόθυμος να θερίσει τους αστραγάλους των πολιτικών εξελίξεων που έχουν την αυθάδεια να τον προσπερνούν, σηκώνει τα χέρια ψηλά αλαλάζοντας «η δημοκρατία κινδυνεύει –ας βοηθήσομεν την δημοκρατίαν ασκώντας τα δημοκρατικά μας δικαιώματα!» Άλλωστε, για να σώσουν τη ρημάδα τη δημοκρατία από την «κομμουνιστικήν απειλήν», την έβαλαν στο γύψο για μια εφταετία οι συνταγματάρχες!

«Και τι είναι δημοκρατικότερο από ένα δημοψήφισμα;» αναρωτιούνται θεωρώντας πως ανακάλυψαν το ερώτημα που δέχεται μία και μόνη απάντηση! Διαφωνώ –το συγκεκριμένο ερώτημα, έχει περισσότερες απαντήσεις οι οποίες προκύπτουν ακόμα κι από το βολικό «τίποτα δεν είναι δημοκρατικότερο από την άμεση αποτύπωση της λαϊκής βούλησης». Όντως, η άμεση δημοκρατία είναι «δημοκρατικότερη» της έμμεσης κι, αν θες τη γνώμη μου, η άμεση δημοκρατία είναι η μοναδική πραγματική προοπτική της δημοκρατίας. Τι σημαίνει αυτό –με απλά λόγια; Οτι η διεξαγωγή δημοψηφισμάτων για σημαντικά θέματα θα πρέπει να είναι σύνηθες φαινόμενο για μια χώρα που υποστηρίζει οτι προσπαθεί να εφαρμόσει δημοκρατική μέθοδο διακυβέρνησης. Διαφωνία; Σχεδόν καμιά! Επειδή –τι θα συμβεί αν ο κάθε χλιμίτζουρας ξυπνάει ένα πρωί κι αποφασίζει να ζητήσει δημοψήφισμα μέχρι και περί του πόσο τυρί πρέπει να έχουν μέσα οι τυρόπιτες; Οι προοδευμένες χώρες το έχουν λύσει αυτό –καθιέρωσαν λοιπόν ένα πλαφόν υπογραφών, οι οποίες (αν συγκεντρωθούν) νομιμοποιούν την διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Κάπως καλύτερα τώρα; Και πόσες θα είναι αυτές οι υπογραφές; Να πούμε 8 χιλιάδες για μια χώρα 10 εκατομμυρίων π.χ.; Πως μου ήρθε αυτό το νούμερο; Μα επειδή τόσες υπογραφές απαιτούνται για να γίνει δημοψήφισμα στην Κούβα! Τι λες γι΄αυτό; Μήπως άρχισε να σου ξινίζει το δημοψήφισμα τώρα που είδες οτι το εφαρμόζει κι ο «δικτάτορας ο Κάστρο»; Μήπως, σαν παλιός αριστερός (και σημερινός εθνολάγνος) θα υπενθυμίσεις το δημοψήφισμα της χούντας όπου και μόνο η ιδέα της παρακολούθησης μετέτρεψε τους «αδούλωτους Έλληνες» σε χέστηδες που ψήφισαν μαζικά υπέρ του Παπαδόπουλου; Ναι –αυτό μπορεί να το κάνεις, αδιαφορώντας για τη διαφορά μεταξύ ενός δημοψηφίσματος που προέρχεται από την κυβέρνηση κι ενός άλλου που προέρχεται από κάποια μαζική απαίτηση των πολιτών.

Αυτό έκανε άλλωστε κι ο Χριστόδουλος! Έστησε εκεί πέρα τα τραπεζάκια του και μάζευε υπογραφές για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος σχετικά με την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες –είχε υπογράψει καμεράτα κι ο αφρατούλης Κωστάκης μετά της γυναικός του, βγαίνοντας από τη θεία λειτουργία! «Και τι είναι δημοκρατικότερο από ένα δημοψήφισμα;»

Να υπενθυμίσω στους «κόπτες» της δημοκρατικής λειτουργίας των θεσμών, ότι ο «ακροθεμέλιος λίθος» του πολιτεύματος της χώρας είναι το Σύνταγμα. Όχι η πλατεία –το γνωστό κείμενο. Τι λέει το Σύνταγμα περί του θέματος; «O Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του Yπουργικού Συμβουλίου» (άρθρο 44 παράγραφος 2). Τουτέστιν, το θέμα του δημοψηφίσματος το αποφασίζει η κυβέρνηση και χρειάζεται την ψήφο 180 βουλευτών. Τι σημαίνει αυτό σε απλά ελληνικά; Οτι, αν ποτέ βρεθεί σε δύσκολη θέση η κυβέρνηση και δεν ξέρει ας πούμε τι χρώμα κουρτίνες να βάλει στο Μέγαρο Μαξίμου μπορεί και να κάνει κάποιο δημοψήφισμα σε στυλ «προτιμάτε το σομόν της ελπίδας ή το κόκκινο του πάθους για κουρτίνες;» Κι όλο αυτό θα χρειαστεί 180 βουλευτές, μεταξύ των οποίων δεν θα πρέπει να βρίσκονται νεωτεριστές του τύπου «μα –το εκρού είναι το καινούργιο μπεζ!» Κοντολογίς –η προοπτική διεξαγωγής δημοψηφίσματος στη χώρα είναι τόσο πιθανή, όσο και η παραδοχή εν ενεργεία υπουργού οτι δεν ξέρει που παν΄τα τέσσερα. Αυτό ορίζει το Σύνταγμα.

Δεν το ήξερε ο Καραμανλής όταν υπέγραφε για τις ταυτότητες; Δεν το ξέρει ο Καρατζαφέρης τώρα που σκίζεται για δημοψήφισμα σχετικά με την υπηκοότητα των μεταναστών; Αν δεν το γνωρίζουν το θέμα είναι ηλίθιοι –αν το γνωρίζουν αλλά υποστηρίζουν τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος με τη μέθοδο των υπογραφών, παραβιάζουν το Σύνταγμα (το οποίο ορκίστηκαν να διαφυλάττουν). «Η δημοκρατία κινδυνεύει –ας βοηθήσομεν την δημοκρατίαν ασκώντας τα δημοκρατικά μας δικαιώματα!» Τότε ήταν η «κομμουνιστικήν απειλήν», σήμερα είναι «οι αλλόθρησκοι λαθρομετανάσται». Η χρήση της καθαρεύουσας με την ευλάβεια συνταξιούχου που θέλει να περνιέται για μορφωμένος στο καφενείο του χωριού, παραμένει διαχρονικά αναλλοίωτη.

Εντάξει, παρ΄όλα αυτά –ας μιλήσουμε για άμεση δημοκρατία. Ας πούμε οτι οι παραπάνω εθνικοί κεφαλαιούχοι πολιτικοί δεν σκοτίστηκαν για την αναθεώρηση του Συντάγματος περί δημοψηφισμάτων –αλλά ξαφνικά είδαν το φως το αληθινό και αποφάσισαν να υπερβούν το γράμμα του νόμου. Μου κάνει κάποια μικρή εντύπωση βέβαια, γιατί ενδιαφέρονται για τη λαϊκή βούληση στο θέμα των μεταναστών αλλά στην περίπτωση π.χ. της αφαίρεσης των θρησκευτικών συμβόλων από τις σχολικές αίθουσες δεν το συζητάνε καν, προτάσσοντας λόγους υψίστου εθνικού συμφέροντος –τέλος πάντων! Δικό τους εργολαβικά είναι το εθνικό συμφέρον –αυτοί αποφασίζουν πως εξυπηρετείται!

Άμεση δημοκρατία λοιπόν –δημοψήφισμα ατάκα κι επιτόπου! Μέσα! Ποιοι θα ψηφίσουν; «Μα φυσικά οι Έλληνες πολίτες!» Για ποιο πράγμα θα ψηφίσουν; Για την τύχη άλλων ανθρώπων, που ζουν ήδη στη χώρα και οι οποίοι δεν θα πρέπει να έχουν λόγο περί του θέματος που τους αφορά! Αδυνατώ να αντιληφθώ τι το άμεσο και δημοκρατικό έχει η συγκεκριμένη εκτρωματική πρόταση. Και ο ισχυρισμός «η εθνική μας υπόσταση πλήττεται από την παροχή υπηκοότητας σε μετανάστες» μοιάζει αηδιαστικός, όταν το θέμα αφορά ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ ΗΔΗ, ΝΟΜΙΜΑ, ΣΤΗ ΧΩΡΑ.

Εντάξει, ακόμα κι έτσι –«η πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών είναι ριζικά αντίθετη με την παροχή υπηκοότητας στους μετανάστες», ισχυρίζονται. Εκεί άλλωστε στηρίζουν και το αίτημά τους για δημοψήφισμα –κάνω λάθος; Να το δούμε λίγο αυτό....

Αν με έχουν ενημερώσει σωστά, στις τελευταίες εκλογές η «συνταγματικώς θεωρούμενη» πλειοψηφία των πολιτών ψήφισε Πασόκ. Αν μάλιστα ανατρέξω στο τεράστιο αρχείο πολιτικών ομιλιών που δεν διαθέτω, θα βρω δηλώσεις του προέδρου του Πασόκ όπου γίνεται σαφής λόγος περί της παροχής υπηκοότητας σε μετανάστες. Δε με πιστεύεις; Να σου παραθέσω τότε ένα απόσπασμα από το προεκλογικό πρόγραμμα του Πασόκ:
«-Εξορθολογισμός της διαδικασίας χορήγησης της ελληνικής ιθαγένειας σύμφωνα με τις αρχές του κράτους δικαίου. Κτήση της ελληνικής ιθαγένειας για όλα τα παιδιά μεταναστών, οι οποίοι διαβιούν έναν ελάχιστο αριθμό ετών στη χώρα μας, και τα οποία γεννιούνται στην Ελλάδα. Καθώς, και, μετά τη συμπλήρωση τριετίας στην ελληνική εκπαίδευση, για όλα τα υπόλοιπα παιδιά που είναι μαθητές στη χώρα μας.
-Διευκόλυνση χορήγησης του καθεστώτος του «επί μακρόν διαμένοντος» και ενθάρρυνση οικογενειακής επανένωσης με χαλάρωση των υφιστάμενων περιορισμών.
-Υιοθέτηση πάγιων διαδικασιών επαναφοράς στη νομιμότητα των μεταναστών που εκπίπτουν από το καθεστώς νομιμότητας για τυπικούς λόγους. Υιοθέτηση ενός πλαισίου που θα διευκολύνει τη διατήρηση του καθεστώτος νόμιμης παραμονής.»
Τι συμπεραίνουμε από τα λόγια του ποιητή; Οτι κάνει λιγότερα από όσα προγραμμάτιζε, δικαιούμαι να υποθέσω! Αλλά πάντως, από το παραπάνω απόσπασμα δεν προκύπτει οτι το νομοσχέδιο για τη χορήγηση υπηκοότητας εμφανίστηκε απροειδοποίητα μια βροχερή νύχτα!

Αν είναι έτσι, αν δηλαδή το Πασόκ τα είχε πει προεκλογικά και παρ΄όλα αυτά πήρε πλειοψηφία –τι μπορούμε να συμπεράνει κανείς;

1. Οτι μια μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων (η συνταγματικά θεωρούμενη πλειοψηφία για την ακρίβεια) είναι θετικά διακείμενη στο θέμα της υπηκοότητας των μεταναστών.

2.Οτι η μερίδα των ψηφοφόρων που ξυνόταν απέχοντας την ημέρα των εκλογών θα αδιαφορήσει εξίσου τη μέρα του δημοψηφίσματος.

Τουτέστιν, πού είναι η πλειοψηφία που αντιτίθεται; Και ποιος ο λόγος να μπει σε δημοψήφισμα ένα θέμα που κρίθηκε στις πρόσφατες εκλογές; Ακόμα κι αν υποθέσουμε (επιστημονική φαντασία κάνω τώρα!) οτι όλοι οι ψηφοφόροι της Ν.Δ. και του ΛΑΟΣ, μαζί με κάτι αμελητέους εθνικοπατριωτίσκους πρώην «αριστερούς» θα ψηφίσουν κατά της χορήγησης υπηκοότητας, δικαιούμαστε να υποθέσουμε οτι απέναντί τους θα βρουν όλους τους ψηφοφόρους του Πασόκ, συν τους ψηφοφόρους του ΚΚΕ, του Σύριζα και των Οικολόγων (που είναι το επόμενο «μεγάλο μέγεθος» στη σειρά). Ακόμα και μ΄αυτή την υπόθεση είναι βλακώδες να περιμένει κάποιος οτι το σχετικό νομοσχέδιο θα καταψηφιστεί.

Τότε όμως -προς τι ο τζερτζελές; Κάτι χαζές ερωτήσεις που μου κάνω! (Για να τις απαντάω μετά και να δείχνω έξυπνος –γι΄αυτό!)

Ξεκινώντας το νταβαντούρι περί δημοψηφίσματος ενισχύεται ο «δημοκρατικός μανδύας» του ΛΑΟΣ (κι, ως γνωστόν, ο λύκος έχει μονίμως ανάγκη την προβιά προκειμένου να κυκλοφορεί ανυποψίαστα μεταξύ των προβάτων). Φυσικά, η αντισυνταγματικότητα της επιδίωξης παραβλέπεται –όπου να’ναι ο μπόντιμπλιντερ πρόεδρος θα ξαναμνημονεύσει τον Τσε Γκεβάρα! Η σύμπτωση του φημολογούμενου φιλοχουντικού παρελθόντος του Χριστόδουλου, ο οποίος πρωτοστάτησε κι αυτός σε αίτημα δημοψηφίσματος –απλώς δεν είναι σύμπτωση!

Πλασάροντας το όλο θέμα σε στυλ «εμείς ζητήσαμε να μιλήσει ο λαός, αλλά κάποιοι φοβήθηκαν τον λαό», δημιουργείται η εντύπωση οτι το είχανε σίγουρο το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος –άρα, δημιουργείται η εντύπωση μιας επίπλαστης πλειοψηφίας που καταπιέζεται από την κυβέρνηση!

Χρησιμοποιώντας το ταχυδακτυλουργικό τρυκ του «οι μετανάστες μπορούν να εξαφανιστούν αν δεν τους δώσουμε υπηκοότητα, αλλά θα μας κάτσουν στο σβέρκο αν την πάρουν», καταπατούν κάθε αρχή νομιμότητας με το πρόσχημα οτι την υπερασπίζονται! Οι μετανάστες ζουν εδώ και ζουν ΝΟΜΙΜΑ εδώ. Το να τους αναγνωρίσεις είναι το προφανές –όπως, ας πούμε, είναι προφανής η αναγνώριση ενός παιδιού που προέκυψε εκτός γάμου. Εκτός αν πιστεύει κανείς οτι μη βάζοντας μια υπογραφή (ή μη ψηφίζοντας ένα νομοσχέδιο) μπορεί να εξαφανίσει ανθρώπους. Μα, ακόμα και στο Άουσβιτς αυτό δεν το κατάφεραν –η εξαφάνιση ανθρώπων απαιτεί ενέργεια και όχι αποχή από αυτήν.

Κάνοντας φασαρία για το όλο θέμα, οι λεβέντες του ΛΑΟΣ υπενθυμίζουν την εθνικιστική τους πρωτοπορία, τώρα που στη ΝΔ εμφανίστηκε ένας εθνικιστοστρεφής πρόεδρος. Και καρφώνουν κι ένα γκολάκι στη ΝΔ η οποία στην αρχή αμφιταλαντεύτηκε, αλλά στη συνέχεια σύρθηκε στην υποστήριξη μιας ηλίθιας θέσης ψελλίζοντας παπαριές περί γερμανικού μοντέλου.

Δίπλα στους ακροδεξιούς παρατάσσονται οι εθνικολεβέντες της «πατριωτικής αριστεράς» (εξίσου παράλογος όρος με το «πατριώτης διεθνιστής») προσπαθώντας να αποκτήσουν ταυτότητα και βγάζοντας τα απωθημένα τους από τα τόσα χρόνια σφαλιάρας της ψευτοεπαναστατικής νεότητάς τους. Βρίζουν στο καπάκι και την «εθνικά επικίνδυνη» Δραγώνα (η εθνική της επικινδυνότητα στηρίζεται στο οτι της αναγνώρισε χαριστικά το πτυχίο το ΔΙΚΑΤΣΑ!), ανεμίζουν τις επιστολές του Θεοδωράκη -σε λίγο θα τραγουδάνε «πάλης ξεκίνημα, νέοι αγώνες» αγκαζέ με τους Χρυσαυγίτες. Σε πολύ λίγο! Γιατί είδα οτι ετοιμάζεται μια εκδήλωση όπου θα τιμήσουν τους τσολιάδες επειδή έμειναν στις θέσεις τους στην τελευταία βομβιστική ενέργεια –πράγμα το οποίο (εάν και εφόσον έγινε) αποτελεί μνημειώδη ηλιθιότητα και είναι ποινικά κολάσιμο από την ευνομούμενη κοινωνία μας!

Τέλος;

Όχι –υπάρχει και η αμήχανα απάνθρωπη ουδετερότητα της εν γένει αριστεράς (βάλε μέσα και τους εξωκοινοβουλευτικούς). Αυτοί είναι πρόθυμοι να βγουν στους δρόμους και να πλακωθούν με τους φασίστες –αλλά δεν δείχνουν καμιά διάθεση να υπερασπιστούν το νομοσχέδιο, σιγά τώρα! Έχουμε και κάποια μούρη –μη μας περάσουνε και για Πασόκους!

Δεν έγραψα πουθενά παραπάνω τη γνώμη μου για το νομοσχέδιο καθεαυτό –γενικά, το βλέπω με θετική προδιάθεση. Για περισσότερες λεπτομέρειες περιμένω να διαβάσω απόψεις μεταναστών –επειδή αυτούς αφορά το όλο θέμα κι αυτοί είναι αρμόδιοι να το κρίνουν.

Μέχρι λοιπόν να διαβάσω μια αρνητική, σοβαρή, άποψη σχετικά με το θέμα –είμαι αναφανδόν υπέρ.
Δατς ολ.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 15, 2010

7. "Κρασί του αλιγάτορα"

Γ΄ ΠΡΑΞΗ


Πρόσωπα:
ΓΡΗΓΟΡΗΣ
ΤΑΚΗΣ
ΜΙΧΑΛΗΣ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ
ΥΠΑΣΤΥΝΟΜΟΣ (Κοντά στα 60)
ΑΝΘΥΠΑΣΤΥΝΟΜΟΣ (Κοντά στα 30)


(Σηκώνονται αεράτοι, ο Τάκης σηκώνεται πίσω τους και πηγαίνει προς το παράθυρο. Ανοίγει λίγο την κουρτίνα –κοιτάζει έξω. Μέσα από την κουζίνα ακούγονται θόρυβοι και βλαστήμιες. Τώρα αρχίζουν να ξεχωρίζουν οι κουβέντες τους).

(Κουβέντες από την κουζίνα)
Μ.: Τέλειωσε ρε μαλάκα, δε βγάζει αέριο!
Γ.: Κάπου έχω ένα καινούργιο –κάτσε, εδώ το΄χω!
Μ.: Άντε, τρύπα το!
Γ.: Εσένα περίμενα να μου το πεις!
(Ο Τάκης κάνει να πάει προς την κουζίνα αλλά το μετανιώνει –ψάχνεται ν΄ανάψει τσιγάρο, αλλά σταματάει απότομα).
Γ.: Άστο λίγο ακόμα τώρα που πήρε!
Μ.: Μπορώ να το κόψω πάντως!
Γ.: Άστο να πυρώσει...
Μ.: Τώρα;
Γ.: Περίμενε.... Τώρα, γρήγορα, πάτα το!
Μ.: Θα μου κολλήσει στο παπούτσι!
Γ.: Μα τι γελοίος που είσαι!
(Ακούγονται θόρυβοι, μετά μια βρύση ανοίγει ορμητικά, ο Τάκης χαμογελάει).
Γ.: Ρίχτα στα σκουπίδια τα υπόλοιπα.
Μ.: Καθότι κάπως νοικοκυραίοι εδώ μέσα!
(Εμφανίζονται με τις κούπες στα χέρια, ο Μιχάλης έχει ακουμπισμένη τη δική του σε πιατάκι, η λαβή ενός κουταλιού περισσεύει στο πλάι).
Γ.: (ρουφάει μια γουλιά καφέ) Ααααα, έτσι μ΄αρέσει!
Μ.: Βαρύς και μερακλίδικος ε;
Γ.: Σου τρυπάει το στομάχι κανονικά –μιλάμε!
(Ο Τάκης βγάζει πάλι το τσιγάρο, ξεκινάει να το ανάψει).
Μ.: Εγώ δεν θα το έκανα αν ήμουνα στη θέση σου πάντως!
Γ.: Το κάπνισμα βλάπτει –μαζί με τον καφέ δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα...
Μ.: Τουτέστιν το γκαζάκι μέσα ακόμα βγάζει και τη βλέπω να γινόμαστε Κούγκι...
Τ.: (δείχνει τον Μιχάλη στον Γρηγόρη) Μέσα στη συνωμοτικότητα ο δικός σου!
Γ.: Μυστικός καρπαζοεισπράκτωρ!
Μ.: Συνωμοτικός ήμουνα πριν με τα νοήματα –τώρα αποφάσισα να το παίξω «όλα στη φόρα»!
Γ.: Τέλος πάντων –να περάσουμε στην επόμενη φάση.
Μ.: Θέσεις;
Γ.: Εγώ πασάρω, εσύ καρφώνεις...
Μ.: Κι ο Τάκης;
Γ.: Το φιλοθεάμον κοινό.
(Ο Τάκης σταυρώνει τα χέρια και τους γυρίζει την πλάτη. Ο Γρηγόρης πάει στο παράθυρο, το μισανοίγει).
Γ.: (φωνάζει) Τι θα γίνει ρε μάγκες; Θα περιμένουμε πολλή ώρα ακόμα;
(Ησυχία, μετά από λίγο ακούγονται δοκιμές σε μια ντουντούκα).
Υπ.: (ντουντούκα) Τι θες; Ακόμα να τελειώσετε;
Γ.: Πως να τελειώσουμε; Στείλτε κανέναν δικό σας να επιβλέπει όσο γεμίζουμε τις βαλίτσες! Άντε να φεύγουμε καμιά ώρα!
Υπ.: (ντουντούκα) Θέλετε να ελεγχθείτε προκαταβολικώς δηλαδή;
Γ.: Άσε ρε θείο τα καθαρευουσιάνικα και στείλε το γκρουμ να κουβαλήσει τις βαλίτσες! (γυρίζει προς το Μιχάλη –ψιθυρίζει) Πως με βρίσκεις;
Μ.: Πολύ χάι κλας!
(Ο Γρηγόρης κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Περιμένει).
Μ.: Τι γίνεται;
(Ησυχία. Ο Τάκης ανάβει τσιγάρο, οι δυο άλλοι πετάγονται από τον θόρυβο του αναπτήρα –ο Τάκης σηκώνει τα χέρια απολογητικά).
Μ.: Τι γίνεται;
Γ.: Βράζει και χύνεται –περίμενε ρε μαλάκα!
Τ.: Φύγε απ΄το παράθυρο –όσο κάθεσαι, αυτοί θα περιμένουν να πεις κι άλλα...
(Ο Γρηγόρης κλείνει το παράθυρο αλλά κάθεται δίπλα, μισανοίγοντας την κουρτίνα. Ο Μιχάλης είναι κολλημένος πλάι στην πόρτα με τη λαβή του κουταλιού υψωμένη).
Μ.: Ελπίζω να έρθει κάποιος πριν πάθω αγκύλωση εδώ πέρα...
Γ.: Θα’ρθει, θα΄ρθει...
Μ.: Βλέπεις τίποτα;
Γ.: Όχι. Αλλά το ξέρω οτι θα΄ρθει....
Μ.: Που το ξέρεις δηλαδή;
Γ.: Επειδή αν δεν έρθει την έχουμε άσχημα!
Τ.: Λογική Καρτέσιος, όχι παίξε-γέλασε!
(Ο Γρηγόρης ξανακοιτάζει έξω, οι άλλοι περιμένουν).
Μ.: Βλέπεις τίποτα;
Γ.: Ναι – η γκομενάρα απέναντι βγήκε ν΄απλώσει...
Μ.: Ναι ΄ρθω να δω κι εγώ;
Τ.: Κάτσε στ΄αυγά σου ρε μαλάκα!
Μ.: Μα γιατί;
Τ.: Επειδή απέναντί μας μένει ένας συνταξιούχος εφοριακός –γι΄αυτό.
Μ.: Και η γκομενάρα; Κόρη του;
Γ.: Ποια γκομενάρα;
Μ.: Η απέναντι!
Γ.: Α, αυτή!
Μ.: Ε, λοιπόν; Τη βλέπεις ή δεν τη βλέπεις;
Γ.: Τη βλέπω, πως δεν τη βλέπω!
Μ.: Και τι κάνει;
Γ.: Έρχεται κατά δω...
Μ.: Η γκομενάρα;
Γ.: Όχι. Ο μικρός μπάτσος.
Μ.: Γεγονός;
(Ο Γρηγόρης κάνει δυο βήματα πίσω).
Γ.: Ετοιμάσου –μετράω...
(Ο Μιχάλης κολλάει στον τοίχο δίπλα στην πόρτα –τεντώνεται).
Γ.: 10, 9, 8, 7, 5...
(Η πόρτα ανοίγει απότομα και μπαίνει ο Ανθυπαστυνόμος).
Τ.: 3,2,1!
Ανθ.: Τι με κοιτάτε ρε;
(Ο Μιχάλης πέφτει πάνω του, μπερδεύονται, φέρνουν μια σβούρα μέσα στο δωμάτιο αγκαλιασμένοι).
Ανθ.: Άσε με ρε πούστη!
(Ο Ανθυπαστυνόμος κάνει να φύγει προς την πόρτα, ο Μιχάλης τον τραβάει κατά μέσα, κοπανάνε αγκαλιασμένοι δίπλα στο παράθυρο).
Μ.: Κάτσε ήσυχα μωρέ!
Ανθ.: Άντε γαμήσου!
(Ο Ανθυπαστυνόμος έχει γυρίσει προς την πόρτα, ο Μιχάλης τον πιέζει κολλημένος πίσω του, προσπαθεί να τον πιάσει από το λαιμό, ο Ανθυπαστυνόμος χτυπάει στην πόρτα με τα μούτρα. Ο Μιχάλης μένει να τον κρατάει ακινητοποιημένο εκεί για λίγο. Οι άλλοι δυο κοιτάζουν περιμένοντας).
Τ.: Φέρτον πιο μέσα -τι στριμώγματα είναι αυτά;
Γ.: Καλά σου λέει... Κι εμείς αγαπήσαμε αλλά δεν κάναμε έτσι!
Μ.: (ακόμα κολλημένος πίσω από τον Ανθυπαστυνόμο) Υπάρχει κάποιο πρόβλημα νομίζω...
Τ.: Τι; Σου σηκώθηκε απ΄το πολύ τρίψιμο;
Μ.: Κοντά είσαι... (χαλαρώνει τη λαβή του κι αφήνει τον Ανθυπαστυνόμο να σωριαστεί άψυχος στο πάτωμα).
Γ.: Ρε ηλίθιε, τον όμηρο σκότωσες; Πώς στον πούτσο θα παζαρέψουμε τώρα;
Μ.: Εγώ φταίω; Αφού ο βλαμμένος καρφώθηκε μόνος του στη λαβή του κουταλιού!
Γ.: Κι εσύ έπρεπε να του το χώσεις στο λαιμό; Χάθηκε να τ΄αφήσεις να πέσει;
Μ.: Εεε, φοβήθηκα μην το χάσω -τώρα που γίνεται η θάλασσα γιαούρτι δε λέει να ξεμείνουμε από κουτάλι...
Γ.: (προς τον Τάκη) Κάνει και χιούμορ ο ηλίθιος!
Τ.: Α ναι; Καλά που μου το ‘πες γιατί θα μου διέφευγε!
Γ.: (προς τον Μιχάλη) Πιάσε ρε πανίβλακα να τον πάμε στην κουζίνα –μην τον έχουμε μέσα στα πόδια μας...
(Πιάνουν τον πεσμένο Ανθυπαστυνόμο, ο ένας από τα πόδια, ο άλλος από τις μασχάλες –τον σέρνουν).
Μ.: Το κουτάλι να του το βγάλω από το λαιμό;
Γ.: Γιατί; Φοβάσαι μη στραβοκαταπιεί και πνιγεί;
Μ.: Όχι μωρέ! Για να μην ξεμείνουμε από φονικό όπλο το λέω...
Γ.: Να μην ξεμείνουμε από φονικό όπλο –και ποιον θα σκοτώσουμε ρε ηλίθιε; Βλέπεις κανέναν πρόχειρο τριγύρω;
Μ.: «Φοβάμαι μη, καμιά φορά, το στρέψω στον εαυτό μου»...
Γ.: Ναι, όλα τα ΄χαμε, ο μυτόγκας μας έλειπε! Κουβάλα γαμώτο κι άσε τα λόγια!
(Μεταφέρουν το σώμα του Ανθυπαστυνόμου στην κουζίνα. Ο Τάκης πηγαίνει μέχρι το παράθυρο, κοιτάζει κλεφτά έξω –επιστρέφει. Οι άλλοι έρχονται από την κουζίνα κάπως μουδιασμένοι).
Μ.: (τρίβοντας την άκρη του πουκαμίσου του) Λέκιασε –το στανιό μου μέσα!
Γ.: Κι άντε τώρα να βγάλεις το αίμα... Δεν καθαρίζει με τίποτα –ξέρεις!
Μ.: Αντιλαμβάνομαι κάποιο συμβολισμό εδώ...
Γ.: Ναι ε;
Τ.: Όταν αποφασίσετε να κόψετε το αντικάρφωμα –μπορούμε ίσως...
(Από την κουζίνα ακούγονται παράσιτα ασυρμάτου και ασυνάρτητες λέξεις –κοιτάζουν και οι τρεις τους προς τα εκεί).
Μ.: Είχε ασύρματο μαζί του ο μακαρίτης!
Τ.: Σώπα!
Μ.: Και τώρα τον καλούν!
Τ.: (προς τον Γρηγόρη) Μα –όλα στον αέρα τα πιάνει αυτό το παιδί! Λες να γεννήθηκε με χάρισμα;
(Ο Γρηγόρης φεύγει βιαστικά για την κουζίνα, επιστρέφει με έναν ασύρματο που κρώζει παράσιτα).
Τ.: Τι θα κάνεις τώρα;
Γ.: Θα απαντήσω –τι να κάνω; Μη φανούμε και αγενείς!
Υπ.: (από τον ασύρματο) Ανθυπαστυνόμε με λαμβάνεις; (παράσιτα).
Γ.: Ένα –δυο, ένα –δυο. Έλα κέντρο με λαμβάνεις; Ένα –δυο...
Υπ.: Λαμβάνω –αναφέρατε!
Γ.: Έλα κέντρο, αναφέρω! Κατευθύνομαι προς παραλιακή με προορισμό το αεροδρόμιο –όβερ!
Υπ.: Τι παραλιακή κι αεροδρόμια! Ποιος είναι;
Γ.: Ο 107 κέντρο! Με λαμβάνεις; Κατευθύνομαι προς πλατεία Ελευθερίας για αποβίβαση. Υπάρχει καμιά κούρσα από ΄κει που να επιστρέφει κέντρο; Επαναλαμβάνω κέντρο -υπάρχει καμιά κούρσα για κέντρο;
Υπ.: Τι διάολο μου τσαμπουνάς ρε!
Γ.: Πάω να το φέρω μαλακά κυρ Αστυνόμε, επειδή έχουμε κάποια κατάσταση εδώ πέρα....
Υπ.: Τι κατάσταση;
Γ.: Ομηρίας, ας πούμε...
Υπ.: Άκου κάτι ρε αλήτη –δώσμου τον Ανθυπαστυνόμο αμέσως!
Γ.: Κωλύεται...
Υπ: Αν δε βγει στον ασύρματο τώρα αμέσως, στέλνω μέσα τις Ειδικές Δυνάμεις, κατάλαβες;
Γ.: Στην πρώτη περίεργη κίνηση θα τον καθαρίσουμε κυρ Αστυνόμε!
Υπ.: Και δεν τον καθαρίζετε από τώρα ρε κωλόπαιδο; Τι με κόφτει εμένα δηλαδή;
Γ.: Πρόσεχε τι λες Αστυνόμε!
Υπ.: Λέω οτι αν σε δυο λεπτά δεν ακούσω τον Ανθυπαστυνόμο θα στείλω να σας πηδήξουν χωρίς σάλιο...
Γ.: Αν...
Υπ.: Και κάτι ακόμα βλαμμένε!
Γ.: Τι;
Υπ.: Υπαστυνόμος είμαι –Αστυνόμος δε με βλέπω να γίνομαι και θα φταίνε οι μαλακίες οι δικές σας γι΄αυτό! Όβερ.
(Ο ασύρματος σωπαίνει απότομα, ο Γρηγόρης τον φέρνει μπροστά στα μάτια του και τον παρατηρεί).
Τ.: Την έχουμε πατήσει άσχημα, νομίζω...
Μ.: Ποια;
Τ.: Τώρα θα σου΄δειχνα ποια, αλλά έχουμε και πεθαμένο άνθρωπο –δεν κάνει!
Μ.: Ελεύθερα –μην αγχώνεσαι! Την έχει πέσει στα σαλάμια στην κουζίνα ο μπατσούλης, δε θα πάρει είδηση...
Γ.: Η ελπίδα να κουβάλαγε τίποτα σιδερικό μαζί του ο μακαρίτης...
Τ.: Όπως το λες! Φρούδα...
Μ.: Κι αν δηλαδή –τι να το κάναμε το σίδερο;
Γ.: Ξέρω ΄γω; Αντίσταση κατά της αρχής, ας πούμε...
Τ.: Ξέχνα το! Έχουν εκεί έξω την Κατερίνα.... Αν τους αρχίσουμε στις αγριάδες θα τη χώσουν 10 μέτρα κάτω απ΄τη γη...
Μ.: Κακό αυτό ε;
Γ.: Ειδικά τώρα το χειμώνα που δεν έχει ήλιο...
Μ.: Άλλη πρόταση;
Γ.: Άστο λίγο πάνω μου... (πλησιάζει το παράθυρο, ανοίγει το τζάμι, βγαίνει ο μισός έξω κουνώντας τα χέρια του). Που΄σαι –κατάστημα! (Ακούγεται ένας πυροβολισμός, ο Γρηγόρης βουτάει απότομα κάτω). Μα τι μαλάκες είναι αυτοί!
Μ.: Κάποιος πρέπει επιτέλους να μιλήσει στους μπάτσους για τα εσώρουχα κατά της ακράτειας...
Γ.: Σταματάνε τα εσώρουχα τις σφαίρες;
Μ.: Ναι αμέ! Αν βάλουν τα πιστόλια στον κώλο τους!
(Ο Γρηγόρης πιάνει τον ασύρματο).
Γ.: Έλα καπετάνιο! Με λαμβάνεις; (ακούγονται παράσιτα). Κοίτα να δεις που θα πέσω τώρα στο κανάλι των ταξιτζήδων και θα κάνουμε γέλια τρελά!
Υπ.: (από τον ασύρματο) Λέγε τι θες.
Γ.: Κράτα λίγο τους κοπρίτες σου, ερχόμαστε έξω!
Υπ.: Τσακιστείτε!
Γ.: Παίρνουμε τις βαλίτσες και βγαίνουμε –εντάξει;
(Ο ασύρματος κάνει παράσιτα και μετά κλείνει).
Τ.: Τι ήταν αυτό πάλι;
Γ.: Θα πάμε να τελειώνουμε...
Μ.: Και η Κατερίνα;
Γ.: Η συμφωνία –συμφωνία. Αν μας κάνουν καμιά στραβή...
Τ.: Εγώ πάντως...
Γ.: Εσύ θα κάτσεις εδώ που είσαι. Κι άμα ζορίσουν τα πράγματα, έχει κάτι κουτάλια στην κουζίνα....
Μ.: Πόσα;
Γ.: Ένα και βρώμικο!
Τ.: Έστω κι έτσι...
Γ.: Ε, πως αλλιώς;
Τ.: Ναι –δίκιο έχεις.
(Κοιτάζουν τριγύρω αμήχανοι –όλοι τους).
Μ.: Λοιπόν, αυτό ήταν...
Γ.: Τι περίμενες δηλαδή; Ημίγυμνες εξωτικές καλλονές με χαβανέζικα στεφάνια;
Μ.: Όχι οτι θα μου κακόπεφταν...
Γ.: (κοιτάζει τον Τάκη) Τώρα που λέμε για στεφάνια...
Τ.: «Στείλε νεκρολούλουδα στο γάμο μου»...
Γ.: «Αλλά μην ξεχάσεις να στείλεις τριαντάφυλλα στην κηδεία μου»... Κάτι πήγε λάθος σ΄όλα αυτά, ξέρεις....
Τ.: Ναι –εμείς πήγαμε λάθος...
Γ.: Κι ως γνωστόν, «δυο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό»....
Μ.: Πόσο μάλλον τρία...
Τ.: Ας καθαρίσει τουλάχιστον η Κατερίνα....
Μ.: Είχα την εντύπωση οτι δεν τη χώνευες...
Τ.: Τι σχέση έχει αυτό τώρα;
Μ.: Καμιά. Έτσι το΄πα....
Γ.: (στον Μιχάλη) Είσαι έτοιμος;
Μ.: Έτοιμος γεννήθηκα!
Τ.: (γελάει) Έτοιμος για ποιο πράγμα ρε ηλίθιε;
Μ.: Έτοιμος για όλα!
Τ.: (στον Γρηγόρη) Καλά –στείλτον έξω μη μας δαγκώσει κιόλας! Δεν έχω κάνει κι αντιλυσσικό πρόσφατα....
Μ.: Δε θα σου χρειαστεί ρε μαλάκα! (ξεκινάει για την πόρτα, όταν βάζει το χέρι στο πόμολο σταματάει –γυρίζει το κεφάλι προς τα πίσω). Ήθελα να σου πω, για να μην το΄χω βάρος στη συνείδησή μου...
Τ.: Ναι;
Μ.: Ο Άσσος Μπαστούνι που έκοψα εκείνη την παρτίδα...
Τ.: Λοιπόν;
Μ.: Ήταν σκέτο νίκελ –τον είχα βουτήξει από ένα μαγαζί με σουβέρ...
Τ.: Είσαι κάποιο γελοίο υποκείμενο, φίλε!
Μ.: Κι εγώ χάρηκα που ξαναβρεθήκαμε!
(Ανοίγει την πόρτα)
Μ.: (φωνάζει) Αν μου ρίξετε τώρα που παραδίνομαι θα σας ξεσκίσω στις μηνύσεις!
(Ο Μιχάλης κλείνει την πόρτα πίσω του)
Γ.: Επιτέλους μόνοι...
Τ.: Τα΄χουμε ξανακούσει αυτά...
Γ.: Γιατί το λες; Καλά περάσαμε όσα περάσαμε...
Τ.: Καλά, άσχημα –αυτό ήταν...
Γ.: Πριν φύγεις μην ξεχάσεις να κλείσεις τον θερμοσίφωνα.... Δεν έχω καμιά όρεξη να πληρώσω τα κέρατά μου μετά από μια εικοσαετία....
Τ.: Οτι εσύ θα βγεις κάποτε από εκεί μέσα....
Γ.: Γιατί να μη βγω; Ότι που μπαίνει –βγαίνει.
Τ.: Μόνο που πολλές φορές μπαίνει κάθετο και βγαίνει οριζόντιο...
Γ.: Για τον μπάτσο στην κουζίνα λες;
Τ.: Άστον ήσυχο αυτόν. Τώρα έχει το νου του μη βγει κανένας κακομοίρης από τα καζάνια...
Γ.: Εννοείς οτι οι μπάτσοι πάνε στην Κόλαση;
Τ.: Εννοώ οτι σύντομα θα του κάνω παρέα, γι΄αυτό δε γουστάρω να τον κοροϊδεύω... Μιλάμε για κάποια αιωνιότητα εδώ πέρα –δεν είναι αστείο το θέμα...
Γ.: (γελάει) Καλά, ότι πεις!
Τ.: Έτσι ακριβώς. Λέω λοιπόν να την κοπανάς από λίγο-λίγο, πριν αρχίσουν τα όργανα...
Γ.: Κι αν έμενα μαζί σου, ας πούμε;
Τ.: Τότε θα ήσουνα μεγάλο καθίκι –επειδή εκεί έξω σε περιμένει ο Μιχάλης...
Γ.: Δεν έχει ανάγκη αυτός... Τα καταφέρνει και μόνος του...
Τ.: Ο Μιχάλης;
Γ.: Εντάξει –δίκιο έχεις.
Τ.: Δίκιο έχω αλλά δεν ξεκουνιέσαι να βρω κι εγώ την ησυχία μου!
Γ.: (κοιτάζει τριγύρω) Δεν πήρε ούτε δεύτερο σώβρακο μαζί του ο μαλάκας... Καλά που φρόντισα να γεμίσω τη βαλίτσα... (την πιάνει, τη σηκώνει, τη ζυγίζει στο χέρι του).
Τ.: Τόσα χρόνια ρε μπαγάσα, ήσουνα ο μόνος που έφτιαχνε βαλίτσα!
Γ.: Έβαζα και τα δικά σας μέσα –δε μπορείς να πεις!
Τ.: Είπα τίποτα; Δεν είπα!
Γ.: (ψιθυριστά) Έβαζα και τα δικά σας μέσα.... Σας φρόντιζα καθότι Αρχηγός των Κανιβάλων... Μιλάμε δηλαδή για γκράντε μαλάκα!
Τ.: Εντάξει –δεν πρόκειται να διαφωνήσω. Αρχηγός είσαι, θα ξέρεις καλύτερα!
Γ.: Κοροϊδεύεις μουνάκι, κοροϊδεύεις!
Τ.: Καλά συγνώμη –έρχομαι να σου χτυπήσω την πλάτη για να σε παρηγορήσω που εσύ θα μπεις μέσα ενώ εγώ...
Γ.: Έλα κόφτο τώρα!
Τ.: Δίκιο έχεις –δεν υπάρχει λόγος να το μαλακίσουμε...
Γ.: Κι αν υπάρχει λόγος...
Τ.: Σε λίγο δεν θα υπάρχουμε εμείς.
(Φωνή από ντουντούκα απέξω: «Αν δεν εξέλθετε άμεσα θα κάνουμε έφοδο!» Ο Γρηγόρης με τον Τάκη κοιτάζονται).
Τ.: Τι θα κάνουν;
Γ.: Έφοδο...
Τ.: «Έφοδο στον ουρανό» που έλεγε κι ο Βλαδίμηρος;
Γ.: Που το θυμήθηκες αυτό τώρα;
Τ.: Μη δίνεις σημασία –φταίει ο συγκινησιακός φόρτος...
Γ.: Ο ποιος;
Τ.: Ο φόρτος...
Γ.: Ο φόρτος –μάλιστα! Πετάξου τότε να βάλεις κάτι σαντιμεντάλ μπας και κάνω κινηματογραφική αποχώρηση...
Τ.: Το αφήνεις πάνω μου δηλαδή;
Γ.: Είπα για μια φορά να πρωτοτυπήσω...
(Ο Τάκης χώνεται στη στοίβα των δίσκων, διαλέγει γρήγορα έναν και τον βάζει στο πικάπ, ο Γρηγόρης τον παρακολουθεί. Ακούγεται το Alligator Wine του Screamin Jay Hawkins).
Γ.: Σωστός! Κάποιο κέρασμα!
Τ.: «Ραντεβού τα μεσάνυχτα/ στο βάλτο στην άκρη του δάσους» -έτσι;
Γ.: Θα είμαι εκεί αν είσαι κι εσύ...
Τ.: Θα είσαι εκεί επειδή δεν θα’χει που αλλού να πας ρε κορόιδο!
Γ. Όπως και να’χει...
(Πηγαίνει προς την πόρτα, τη μισανοίγει).
Γ.: Μην ξεχάσεις το θερμοσίφωνα, μαλάκα!
(Βγαίνει, κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Ο Τάκης μένει μόνος, ανάβει τσιγάρο, κόβει βόλτες).
Τ.: Λοιπόν, έχω να καπνίσω ένα τσιγάρο, ν΄ανάψω τον θερμοσίφωνα.... α, ναι –και να διαλέξω τον τρόπο που θα πεθάνω.... Μήπως να τα΄γραφα κάπου, μην τα ξεχάσω; (κοιτάζει τριγύρω ψάχνοντας). Να δεις πως πάει... «Παίρνεις το αίμα ενός αλιγάτορα, ναι/ παίρνεις το αριστερό μάτι ενός ψαριού, ναι/ γδέρνεις ένα βάτραχο και παίρνεις το δέρμα του, ναι/ τ΄ανακατεύεις όλα σ΄ένα πιάτο/ προσθέτεις ένα φλιτζάνι βρώμικο νερό του βάλτου/ μετράς από το ένα ως το εννιά/ φτύνεις πάνω απ΄τον αριστερό σου ώμο/ κι έχεις έτοιμο το κρασί του αλιγάτορα/ το κρασί του αλιγάτορα»....
(Ο ασύρματος πεταμένος στο πάτωμα αρχίζει να κάνει παράσιτα, ο Τάκης τον κλωτσάει ενοχλημένος, στέλνοντάς τον να χαθεί προς την κουζίνα).
Τ.: Που είχα μείνει; Μετράς... 1, 2, 3, 4, 5...
(Ανοίγει απότομα η πόρτα και μπαίνει η Κατερίνα. Ο Τάκης πετάγεται αλλά ηρεμεί όταν τη βλέπει).
Κ.: Φύγαν όλοι και σ΄αφήσανε μόνο, ομορφούλη;
Τ.: Δε λες τίποτα! Κι εσένα –πώς σ΄αφήσανε, για να΄χουμε καλό ρώτημα;
Κ.: Ε, όλο και κάποιο λόγο θα είχαν... (κοιτάζει τριγύρω στο δωμάτιο) Κωλοχανείο το κάνανε δω μέσα –η καθαρίστρια πότε έρχεται;
Τ.: Λίαν ποτέ! Συγνώμη τώρα, έχω κάτι να κάνω... (πηγαίνει προς την κουζίνα, ακούγεται ο ήχος ενός διακόπτη που ανεβαίνει –μετά ξαναγυρίζει) Τι άλλο;
Κ.: Ε, όπως τα ΄ξερες... Αλλάζουν ποτέ τα δικά μας;
Τ.: (την κοιτάζει λίγο μπερδεμένος) Όχι, δεν μιλούσα σε σένα...
Κ.: Ωραία μουσική!
Τ.: Δεν ήταν για σένα... (πάει προς το πικάπ, βγάζει τον δίσκο).
(Η Κατερίνα κάθεται προσεκτικά στον καναπέ, βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα –ανάβει).
Κ.: Καφές υπάρχει;
Τ.: Καφές υπάρχει, από κουταλάκια πάσχουμε...
Κ.: (σκύβει προς το μέρος του) «Για πες μου ρε μαλάκα –γιατί δε με πας;»
Τ.: «Εσύ γιατί δε με πας δηλαδή;»
Κ.: «10-0»! Μ΄έσκισες!
Τ.: Άκου φιλενάδα –εδώ μέσα θα γίνει της μουρλής εντός ολίγου, καλύτερα λοιπόν να φύγεις –μη σε πετύχει καμιά αδέσποτη και το΄χω κρίμα στο λαιμό μου!
Κ.: Τίποτα δε θα γίνει, μην τρελαίνεσαι... Βάλε καφέ τώρα να σου εξηγήσω δυο πραγματάκια...
Τ.: Βάλε μόνη σου!
Κ.: Μονίμως μέσα στην ευγένεια είσαι ρε φίλε! (σηκώνεται και πηγαίνει στην κουζίνα, ακούγεται θόρυβος από κάτι που σπάει –μετά από λίγο επιστρέφει). Ο μπάτσος εκεί μέσα ακόμα στάζει...
Τ.: Ευτυχώς, θα λείπω όταν έρθει η καθαρίστρια....
Κ.: (ξανακάθεται απέναντί του) Τι ακριβώς του συνέβη;
Τ.: Σκόνταψε σ΄ένα κουτάλι...
Κ.: Το οποίο κουτάλι σερνόταν νωχελικά στα πατώματα.;
Τ.: Όχι –όρθιος σκόνταψε!
Κ: Α, καλά!
(Καπνίζει για λίγο, σκεφτική).
Τ.: Τα δυο πραγματάκια....
Κ.: Ποια δυο πραγματάκια;
Τ.: Αυτά που θα μου εξηγούσες...
Κ.: Σωστός!
Τ.: Κι αριθμομνήμων άμα λάχει! Προχώρα τώρα στο παρασύνθημα.
Κ.: Έχει δημιουργηθεί ένα θέμα...
Τ.: Θέμα;
Κ.: Ναι βρε παιδάκι μου –θέμα! Από τη μια κάτι κοπρίτες που νομίζουν οτι μπορούν να εκβιάσουν την αστυνομία, από την άλλη το τεταμένο κλίμα λόγω εκλογών...
Τ.: Υπάρχει κι ο γνωστός μπάτσος με τα κουταλάκια....
Κ.: Αυτό πάλι τι σου λέει; Σκυλιάσανε οι απέξω –ευτυχώς που ο Γρηγόρης...
Τ.: Τι έκανε ο Γρηγόρης;
Κ.: Έχει έναν τρόπο να διαπραγματεύεται...
Τ.: Σκέτος ΟΗΕ!
Κ.: Και λίγα λες! Τον κόλλησε τον αρχιμπάτσο εκεί έξω με κάτι απειλητικά «θα βγουν όλα στη φόρα, κανέναν δε συμφέρει να γίνει έξτρα φασαρία....»
Τ.: Αρχηγός ο Γρηγόρης!
Κ.: Του το΄χα πει κι εγώ –μη νομίζεις... Αλλά μου έκανε τον ψόφιο κοριό...
Τ.: Τον κροκόδειλο!
Κ.: Ποιος ήρθε;
Τ.: Τον κροκόδειλο έκανε –όχι τον ψόφιο κοριό...
Κ.: Ότι πεις –εσύ τον ξέρεις καλύτερα... Πάντως μια ρημάδα άκρη βγήκε.
Τ.: Άρα δεν υπάρχει θέμα!
Κ.: Βιάζεσαι και με αποσυντονίζεις. Θέμα υπάρχει –επειδή στους απέξω λείπει ο τρίτος, αν θυμάσαι!
Τ.: Και άνευ τρίτου, πρέφα δεν παίζεται...
Κ.: Λέγανε να μπουκάρουν και να σε λιώσουν επιτόπου...
Τ.: Και ποιος τους εμποδίζει;
Κ.: Ο Γρηγόρης.
Τ.: Βρε το Γρηγόρη! Τύφλα να΄χει ο Μπλεκ δηλαδή!
Κ.: Μπλεκ;
Τ.: Μπλεκ! Ζαγκόρ, Όμπραξ, Κάπτεν Μαρκ! Δεν έχεις ακουστά;
Κ.: Μαζί τους δεν ήταν κι ο Θλιμμένος Μπούφος;
Τ.: Αυτή είσαι! Ο Ινδιάνος του Κάπτεν Μαρκ –ολοζώντανος και τρισδιάστατος! (κάνει μια κίνηση με τα χέρια του παρουσιάζοντας τον εαυτό του).
Κ.: Απ΄το κακό στο χειρότερο! Ξεκινήσατε με αστεία γυμνασίου και πάτε ολοταχώς προς τα κοντά παντελονάκια....
Τ.: Γι΄αυτό σου λέω –κοπάνα τη πριν αρχίσουμε να τα κάνουμε πάνω μας...
Κ.: Θα γίνει κι αυτό, θα την κοπανήσω.... (βάζει το χέρι της στην τσέπη του παλτού και βγάζει ένα περίστροφο, τραβώντας το από την κάνη). Αλλά πρώτα πρέπει να σου δώσω... (κρατώντας το περίστροφο με τα δυο δάχτυλα από την κάνη, το πλησιάζει προς τον Τάκη).
Τ.: (το παίρνει) Τι είναι πάλι αυτό;
Κ.: Δώρο από τον Γρηγόρη....
Τ.: Καλά –όταν τον δεις, πες του οτι εγώ μια ξυριστική μηχανή ήθελα....
Κ.: Την ίδια δουλειά κάνει κι αυτό ρε κορόιδο! «Ξυρίζει, ανάβει, γράφει κι απλουστεύει τη ζωή!»
Τ.: Σα να ΄χεις δίκιο! Και τι υποτίθεται οτι πρέπει να κάνω μ΄αυτό το ματζαφλάρι;
Κ.: Ρώτα καλύτερα τι μπορείς να κάνεις... Επειδή στο μύλο έχει μόνο μια σφαίρα. Βρέστη και πάρτη.
Τ.: Έτσι ε;
Κ.: Πως αλλιώς;
Τ.: Αυτό να μου πεις! Αιμοσταγής τρομοκράτης δολοφονεί αστυνομικό και στη συνέχεια αυτοκτονεί για ν΄αποφύγει τη σύλληψη –ωραίο ακούγεται! Αλήθεια, γιατί δολοφόνησα τον μπάτσο με το κουτάλι ενώ είχα ολόκληρο κουμπούρι;
Κ.: Επίτηδες το κάνεις ή είσαι στ΄αλήθεια τόσο ηλίθιος; Κωλώνουν να του φυτέψουν και μια σφαίρα όταν θα μπουν μέσα ρε παιδάκι μου; Μη σου πω οτι μέχρι και σουρωτήρι θα στον κάνουν...
Τ.: Καθότι πολύ ψυχάκιας ο τρομοκράτης...
Κ.: Έτσι ακριβώς!
Τ.: Κι άμα δηλαδή εγώ την έχω δει κανονικός ψυχάκιας και πυροβολήσω κάνα μπάτσο απ΄αυτούς που θα μπουκάρουν;
Κ.: Ψυχάκιας ή μαλάκας θες να πεις;
Τ.: Δικός σου ο πόντος!
Κ.: Κοίτα –έχουν αδειάσει τη γειτονιά, έχουν αποκλείσει τα πάντα σε ακτίνα χιλιομέτρων –ούτε κουνούπι δεν περνάει... Πρέπει λοιπόν κάπως να το δικαιολογήσουν όλο αυτό –εκεί πάτησε ο Γρηγόρης και σου εξασφάλισε...
Τ.: Μια φαντασμαγορική αποχώρηση...
Κ.: Θα γίνεις και ίνδαλμα της νεολαίας!
Τ.: Ναι –κι όταν επικρατήσει η επανάσταση θα με κάνουν άγαλμα σε κεντρική πλατεία...
Κ.: Όχι, αν περνάει από το χέρι μου...
Τ.: (γελάει) Φρόντισε τουλάχιστον να εξασφαλίσεις τα λεφτά τους όσο θα είναι μέσα. Επειδή η φυλακή δεν αντέχεται αν είσαι στεγνός...
Κ.: Ποια λεφτά;
Τ.: Μην ξηγιέσαι έτσι!
Κ.: Όχι, σοβαρά τώρα....
Τ.: Ρε κόψε το δούλεμα –μια σφαίρα μου πέφτει, μην τη χαραμίσω για τα μούτρα σου!
Κ.: Μα αφού μου λες για λεφτά τι να κάνω δηλαδή; Δεν υπάρχουν λεφτά Τακούλη...
Τ.: (σηκώνεται, κόβει βόλτες με το περίστροφο στο χέρι) Δεν υπάρχουν λεφτά –πολύ ωραία! Όταν μπήκε εδώ μέσα ο Γρηγόρης υπήρχαν κι όταν βγήκε εξακολουθούσαν να υπάρχουν, πες μου τώρα –πότε ακριβώς χάθηκαν τα λεφτά; Όχι τίποτα άλλο δηλαδή –για να ξέρω πόσο κορόιδα πιαστήκαμε....
Κ.: (σηκώνεται, τον πλησιάζει) Εντάξει –μην τρελαίνεσαι... Έχεις κάθε δικαίωμα να ξέρεις υποθέτω... Και για να νιώσεις καλύτερα, θα σου πω οτι τα λεφτά θα μπουν κανονικά στους λογαριασμούς των παιδιών, θα με ορίσουν πληρεξούσια...
Τ.: Δε μου λες τίποτα καινούργιο –προχώρα παρακάτω!
Κ.: Εξαφανιζόλ!
Τ.: Δηλαδή...
Κ.: Κανονικά βρε παιδί μου –κι εγώ και τα λεφτά θα γίνουμε μπουχός...
Τ.: Καλά σε είχα ψυλλιαστεί οτι ήσουνα μεγάλη καργιόλα!
Κ.: Όπως το πάρει κανείς....
Τ.: Πως να το πάρω δηλαδή; Έχεις κανένα έξτρα παραμύθι να μου πουλήσεις;
Κ.: Κι αν σου έλεγα οτι τα λεφτά θα πάνε στον αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο;
Τ.: Τι δηλαδή; Θα τα κάνεις κονσέρβες και γάλατα και θα τα στείλεις στην Αφρική;
Κ.: Θα τα κάνω σφαίρες, όπλα και εκρηκτικά και θα τους στείλω στον γερο-διάβολο.
Τ.: Ποιους;
Κ.: Όσους μπορέσω! Όσους μπορέσουμε...
(Ο Τάκης την κοιτάζει πολύ μπερδεμένος. Μετά της γυρίζει την πλάτη και ξεκαρδίζεται στα γέλια. Η Κατερίνα πηγαίνει μέχρι το παράθυρο –ανοίγει λίγο την κουρτίνα, κοιτάζει έξω).
Τ.: Δηλαδή, πιάσανε εμάς για τρομοκράτες κι αφήνουνε εσένα που είσαι μπλεγμένη μέχρι τα μπούνια –αυτό μου λες;
Κ.: Σπίρτο είσαι –με την πρώτη το΄πιασες!
Τ.: Και το πρεζεμπόριο από το Άμστερνταμ;
Κ.: Καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή...
Τ.: Ναι –το ΄λεγε και μια πουτάνα που ήξερα παλιά αυτό...
Κ.: Τέλος πάντων –έτσι έχουν τα πράγματα...
Τ.: Έτσι έχουν τα πράγματα.... Οι άσχετοι μέσα κι εσείς απέξω...
Κ.: Σε κάθε πόλεμο υπάρχουν θύματα....
Τ.:(την πλησιάζει) Να σε ρωτήσω κάτι ρε φιλενάδα; Επειδή είσαι και συνειδητοποιημένη επαναστάτρια να πούμε... Γιατί μονίμως οι άσχετοι είναι τα θύματα;
Κ.: Επειδή είναι άσχετοι ρε βλάκα!
Τ.: Δηλαδή πως πάει η φτιάξη; Ή μαζί μας ή δυο μέτρα χώμα;
Κ.: Μπορεί και λιγότερα.... Αυτά έχει ο πόλεμος –δεν τον ξεκίνησα εγώ, ξέρεις...
Τ.: Εντάξει, ούτε εγώ τον ξεκίνησα αλλά το κεφάλι μου θα το φάω, κατά πως δείχνουν τα πράγματα.
Κ.: Τουλάχιστον δεν θα πας εντελώς στράφι –σαν τόσους άλλους...
Τ.: Τώρα που μου το λες, νιώθω ήδη καλύτερα!
Κ.: Όπως και να΄χει.... Έτσι έχουν τα πράγματα κι οι άλλοι ανυπόμονοι εκεί έξω... Πρέπει να βγω...
Τ.: Ναι, να μη σε κρατάω! Χάρηκα που τα είπαμε –δεν μπορείς να φανταστείς πόσο!
Κ.: Τουλάχιστον ήμουνα ειλικρινής, ελπίζω να μη μου κρατάς κακία....
Τ.: Κακία; Πως σου ήρθε αυτό; Επειδή εγώ θα σκοτωθώ για χάρη σου κι οι άλλοι δυο θα γεράσουν στη φυλακή; Αστεία πράγματα!
Κ.: Δε φταίω εγώ που σας μαγκώσανε ρε φίλε! Ψάχνανε θύματα....
Τ.: Μόνο αυτοί; Εσείς δηλαδή τι ψάχνατε;
Κ.: Εμείς δεν ψάχναμε τίποτα. Έτοιμους σας βρήκαμε.
Τ.: Λοιπόν ξέρεις κάτι; Από τη μέρα που σε πρωτογνώρισα, νομίζω οτι αυτή ήταν η πρώτη σου αληθινή κουβέντα!
Κ.: Ίσως να΄χεις δίκιο... Ζούμε σε περίεργους καιρούς κι αναγκαζόμαστε....
Τ.: Να χαρείς! Μας φλόμωσες στο παραμύθι τόσον καιρό, κονόμησες στις πλάτες μας, μας πήδηξες κανονικά –χαλάλι σου! Αλλά αν πρόκειται τώρα ν’ αρχίσεις την κατήχηση, με βλέπω να χαραμίζω τη μοναδική μου σφαίρα για πάρτη σου!. Κοπάνα τη λοιπόν –κάνε μας τη χάρη!
(Η Κατερίνα πιάνει το πόμολο, γυρίζει κάτι να πει, το μετανιώνει και βγαίνει έξω).
Τ.: (στριφογυρίζει το περίστροφο στο χέρι του, ανοίγει το μύλο, τον περιστρέφει προσεκτικά) Υπήρξε ασυμβίβαστος μαχητής στον μακροχρόνιο πόλεμο για την ανατροπή του σάπιου κατεστημένου. Επέλεξε να ακολουθήσει το φωτεινό παράδειγμα των μεγάλων επαναστατών –επέλεξε ν΄αυτοκτονήσει αντί να παραδοθεί! Τι ωραίος που είμαι ο πούστης! (κοιτάζει τριγύρω, ξύνει το κεφάλι του με την κάνη του περιστρόφου). Τον θερμοσίφωνα τον άναψα; Τον άναψα. Μουσικούλα να βάλω; Ας βάλω! (πηγαίνει πάλι προς το πικάπ, σκαλίζει λίγο, βγάζει ένα επιφώνημα ανακούφισης βρίσκοντας τον σωστό δίσκο –ακούγεται το «It’s my party» της Lesley Gore. Σηκώνεται –κάνει μερικά χορευτικά βήματα). Γουστάρεις; Ανέμελος και πικρόχολος.... ή μήπως να το παίξω θλιμμένος κλόουν; (Το σκέφτεται λίγο, κάνει τη σχετική μουτσούνα). Μπα –δε νομίζω.... (πάει στο παράθυρο, το ανοίγει, βγάζει έξω το κεφάλι του). Ρε μαλάκες μ΄ακούτε; Μπας και σας βρίσκεται κάνα ποτήρι κρασί; (τα φώτα αρχίσουν να χαμηλώνουν) Κολονάτο κατά προτίμηση και το κρασί, ξέρετε έτσι; (τα φώτα χαμηλώνουν κι άλλο) «Παίρνεις το αίμα ενός αλιγάτορα.... (ακούγεται ένας πυροβολισμός –τα φώτα σβήνουν).

(Παίζει μόνο ο δίσκος στο πικάπ –ακούγεται δεύτερος πυροβολισμός, ο δίσκος σταματάει απότομα).

ΤΕΛΟΣ

Υ.Σ.: Και για όποιον το θέλει ολόκληρο -το πακέτο υπάρχει εδώ

Τρίτη, Ιανουαρίου 12, 2010

"Ο βασιλιάς Αρθούρος στην αποβάθρα"

Το καλοκαίρι του ‘82 δούλευα γκαρσόνι σ' ένα εστιατόριο –χρειαζόμουν τα φράγκα για ν΄αγοράσω στερεοφωνικό, τέτοια φάση. Εκείνο το καλοκαίρι δεν έβγαινα συχνά –έκανα οικονομίες, αλλά αυτός δεν ήταν ο σημαντικότερος λόγος. Όταν γύρναγα σπίτι από τη δουλειά στηνόμουν μπροστά στην τηλεόραση, επειδή είχε Μουντιάλ και η Βραζιλία του Τέλε Σαντάνα ζωγράφιζε στα απανταχού ισπανικά γκαζόν.



Ήμουνα παθιασμένος με την ομάδα –γούσταρα εκείνο τον κουλτουριάρη τον Σώκρατες (τον επιλεγόμενο και Γιατρό), λάτρευα το αλήτικο στυλάκι του Ζίκο, ήταν κι ο άλλος ο φαλακρός (και αντιτουριστικός) ο Φαλκάο... Στο τέρμα ο απερίγραπτος Ταφαρέλ –ο μοναδικός τερματοφύλακας που φαινόταν ικανός να φάει γκολ ακόμα κι όταν τα ball boys επέστρεφαν τη μπάλα στο γήπεδο –«11 εκατομμύρια ποδοσφαιριστές έχει η Βραζιλία σα χώρα –χάθηκε να βρουν έναν κανονικό τερματοφύλακα;» αναρωτιόταν ο Διακογιάννης στις μεταδόσεις. (Διόρθωση: όπως μου επισήμανε ο φίλος ο ΤΟΤΟ κι ο Manuel από κάτω, τερματοφύλακας εκείνη την εποχή ήταν ο Βαλντίρ -έχω αυτό το ψυχολογικό να συνδέω αυτομάτως τον οποιοδήποτε χάφτη Βραζιλιάνο γκολκίπερ με τον αθάνατο Ταφαρέλ, μονίμως!)

Το απόγευμα που πήγα στο μαγαζί για ν΄αγοράσω επιτέλους το ρημαδοστερεοφωνικό ήμουνα στα μαύρα πανιά, που λένε. Ρώτησα τι έπαιρνα με αυτά που είχα, μου δείξανε ένα (ιδιοκατασκευή –ελεεινός τενεκές), το φορτώθηκα κι έφυγα αμίλητος. Βλέπεις, νωρίτερα εκείνο το απόγευμα η Βραζιλία είχε χάσει 3-2 από την Ιταλία και ήξερα οτι θα έπρεπε να περάσουν 4 χρόνια μέχρι να ξαναδώ τους καλλιτέχνες στα γήπεδα.



Αργότερα συνειδητοποίησα οτι τα πράγματα δεν θα ήταν ποτέ πια ίδια, μετά από εκείνο το καταραμένο παιχνίδι. Τι είχε συμβεί;
Μέχρι το συγκεκριμένο ματς η Βραζιλία κρέμαγε σαγόνια θεατών και αντιπάλων με το παιχνίδι της, ενώ η Ιταλία σερνόταν, από ισοπαλία σε ήττα. Μια ισοπαλία χρειαζόταν στους Βραζιλιάνους για να περάσουν, οι Ιταλοί ήθελαν μόνο νίκη. Και το παιχνίδι πήγαινε στο γκολ, έβαζε ο (ανύπαρκτος μέχρι εκείνη τη μέρα) Πάολο Ρόσι, απαντούσαν οι Βραζιλιάνοι... Στο 2-2, χρειαζόταν απλώς υπομονή. Κάτσε πίσω, κράτα τη μπάλα και άσε τον χρόνο να περάσει –απλά πράγματα, αλλά αδιανόητα για τους Βραζιλιάνους. Όπως αδιανόητο φαινόταν για τον βραζιλιάνικο εγωισμό να πάει παίκτης πάνω στον γαμημένο τον Ρόσι και να του δώσει τα πόδια στο χέρι –ποιος να πήγαινε; Αφού όλοι έβγαιναν μπροστά για να βάλουν κι άλλο γκολ –για τους Βραζιλιάνους, η ισοπαλία ήταν η μοναδική ρεαλιστική προοπτική, γι΄αυτό και τη σνόμπαραν επιδεικτικά.. Άλλωστε, σ΄εκείνο το Μουντιάλ οι Βραζιλιάνοι ήταν μονίμως τσακωμένοι με τον ρεαλισμό.

Τέσσερα χρόνια μετά, στο επόμενο Μουντιάλ, οι Βραζιλιάνοι εμφανίστηκαν αμήχανοι –τους πήρε καιρό μέχρι ν΄αποφασίσουν οτι τελικά "το αποτέλεσμα μετράει". Και το αποτέλεσμα ήταν οτι δεν ξαναείδαμε αλανιάρικο ποδόσφαιρο απ΄αυτούς στα γήπεδα –οι μεγάλοι Βραζιλιάνοι ποδοσφαιριστές έκαναν καριέρα σε ευρωπαϊκές ομάδες, έμαθαν τα κόλπα, έμαθαν να σαρώνουν τους τίτλους πουλώντας μαγεία με το σταγονόμετρο. Όλο και λιγότεροι «μη εξευρωπαϊσμένοι» Βραζιλιάνοι έπαιζαν πια στις εθνικές ομάδες των Μουντιάλ –ο Ρομάριο ήταν η τελευταία αναλαμπή και ο Εντμούνδο (παρατσούκλι «το Ζώο»), ο τελευταίος μεγάλος κοπρίτης που πέρασε από τις παγκόσμιες διοργανώσεις.

Από εκείνη την ομάδα του ’82 ο Ζίκο έκανε καριέρα στην Ευρώπη κι ο Σώκρατες έκανε αντίσταση κόντρα στη χούντα της Βραζιλίας, σαν παίκτης της Κορίνθιανς, μέχρι που του κόψανε τη μπάλα κι ησυχάσανε.
Το πρώτο μου στερεοφωνικό τίναξε τα πέταλα μετά από χρόνια ταλαιπωρίας, παρ΄όλα αυτά, εγώ συνέχισα να βλέπω ποδόσφαιρο –κατάλαβα λοιπόν κάτι απλό. Υπάρχουν, χοντρικά, τρεις ποδοσφαιρικές νοοτροπίες:

1. Το παιχνίδι σκοπιμότητας. Με τις ρίζες στο σιχαμένο ιταλικό κατενάτσιο, πρόκειται για τακτική του τύπου «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Τι θέλουμε; Πώς θα το πάρουμε; Όλα τα άλλα είναι άνευ σημασίας. Νίκη με μισό γκολ, ισοπαλία όταν μας βολεύει ακόμα κι αν μπορούμε να νικήσουμε, «η καλύτερη επίθεση είναι η άμυνα» -τέτοια πράγματα. Το «τσούκου τσούκου μπολ» του πάλαι ποτέ επιτυχημένου, ευρωπαϊκά, Παναθηναϊκού και η Εθνική Ελλάδος στο Πανευρωπαϊκό του 2004 είναι δυο πρόχειρα παραδείγματα του συγκεκριμένου συστήματος.
2. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο. Ξεκίνησε με τους Ολλανδούς του Άγιαξ και αποθεώθηκε στην Ισπανία. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη τακτική, απλώς «πνίγουμε τον αντίπαλο». Δεν τον αφήνουμε να πάρει ανάσα, πιέζουμε συνεχώς και σε όλο το γήπεδο –μαρκάρουμε μέχρι και τους αναπληρωματικούς που κάθονται στον πάγκο. Κάποια στιγμή ο αντίπαλος σκάει και τον μουρλαίνουμε στα γκολ.
3. Το ποδόσφαιρο πρωτοβουλίας ή προσωπικοτήτων. Το βραζιλιάνικο στυλ δηλαδή, όπου 10 βιρτουόζοι προσπαθούν να βάλουν γκολ κι ένας τερματοφύλακας ψάχνει τους συμπαίκτες του με τα κιάλια, μέχρι να σιχτιρίσει και να κατηφορίσει κι αυτός προς την αντίπαλη εστία.

Όλα αυτά τα θυμήθηκα πριν 3 μήνες περίπου, τη μέρα που έπαιζε ο Ολυμπιακός με την Άλκμαρ –στον πάγκο είχαν δηλώσει για προπονητές τον Ψηλό και το Κοντό κι εγώ κάπνιζα τα τσιγάρα αλυσιδωτά, περιμένοντας έναν ακόμα ευρωπαϊκό εξευτελισμό της Θρυλάρας. Τότε μπήκε η Tomboy χαμογελαστή (κάθε μέρα την έπρηζα με τα χάλια της ομάδας μου) και μου δήλωσε: «Πήρατε τον Ζίκο για προπονητή –το ξέρεις;» Επιτόπου, τα θυμήθηκα όλα! «Ποια ομάδα; Θα πάω στο Καραϊσκάκη μονάχα για να δω από κοντά τον Τεράστιο!» δήλωσα. Εκείνο το βράδυ ο Θρύλος κέρδισε με τον Ζίκο να παρακολουθεί από τη θύρα των επισήμων.


Σαν προπονητή τον Ζίκο τον θυμόμουν να κοουτσάρει την Ιαπωνία στο Μουντιάλ του 2006 και να φτάνει τη Φενέρ Μπαξέ μέχρι τους 4 του Τσάμπιονς Λιγκ το 2008. Έμαθα οτι, στη συνέχεια, τον διώξανε από την ΤΣΣΚΑ Μόσχας με τη στάμπα του αποτυχημένου. Άνευ σημασίας, για τα γούστα μου, όλα αυτά.

Έκλεισαν λοιπόν τον Ζίκο για να κοουτσάρει τον Ολυμπιακό και το σκεπτικό της Διοίκησης ήταν οτι είχε κάνει μεγάλες επενδύσεις σε Βραζιλιάνους ποδοσφαιριστές. Έφερνε αυτή τη θρυλική μορφή μπας και καταφέρει τους Βραζιλιάνους να παίξουν μπάλα, ξεπερνώντας το σοκ Κετσπάγια. Έτσι είχανε δηλώσει στις φυλλάδες.

Ποια ήταν η κατάσταση του Ολυμπιακού όταν ανέλαβε ο Ζίκο; Μετά από μια καλή χρονιά όπου ο Βαλβέρδε ίδρωσε για να παίξει η ομάδα ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο (και τα κατάφερε κιόλας σε 4-5 αγώνες), η Διοίκηση απέλυσε τον Ισπανό επειδή δεν πήρε την πατροπαράδοτη πίπα στον πρόεδρο Σωκράτη.
Στη θέση του Ισπανού ήρθε ο Κετσπάγια –που δίδαξε στην ομάδα ποδόσφαιρο σκοπιμότητας ανακατεμένο με μπινελίκια –προκειμένου να περάσουμε τις ευρωπαϊκές υπερδυνάμεις των προκριματικών του Τσάμπιονς Λιγκ, τις ιστορικές Σλόβαν Μπρατισλάβα και Σέριφ Τιραμισού ή όπως διάολο τη λέγανε! Φυσικά, όταν ο Ολυμπιακός βρέθηκε στο πρώτο του παιχνίδι πρωταθλήματος απέναντι στην Καβάλα (μέσα στο γήπεδό του) απολαύσαμε τον τραγέλαφο που παρατηρείται όταν ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ομάδες παίζουν ποδόσφαιρο σκοπιμότητας –τουτέστιν οι 20 ποδοσφαιριστές κοιτάγανε ο ένας τον άλλον σαν ηλίθιοι, μέχρι να σφυρίζει ο διαιτητής τη λήξη.

Τι ακριβώς περίμεναν όλοι από τον Ζίκο; Το απλούστερο πράγμα –να χαλαρώσει τους ποδοσφαιριστές, να τους ξαναθυμίσει οτι παίζουν μπάλα (εκτός των άλλων) και για να διασκεδάζουν, να τους εξηγήσει οτι ο κόσμος ερχόταν στο γήπεδο για να τους θαυμάσει κι αυτοί έπρεπε να ανταποκριθούν στο ρόλο τους.

Ποια ήταν η ποδοσφαιρική τακτική που ήξερε, εκτιμούσε, λάτρευε ο Ζίκο; Μα το ποδόσφαιρο πρωτοβουλίας –θέλει και ρώτημα; Το ποδόσφαιρο που έμαθε αυτός στις αλάνες, το ποδόσφαιρο που παίζει τα τελευταία χρόνια η Μπαρτσελόνα και ο κόσμος την παρακολουθεί με δέος. Σύμφωνοι;

Το ποδόσφαιρο πρωτοβουλίας απαιτεί την ύπαρξη προσωπικοτήτων οι οποίες θα πάρουν τις ρημάδες τις πρωτοβουλίες –έχει τέτοιους ποδοσφαιριστές ο Ολυμπιακός; Θεωρητικά ναι. Μέλμπεργκ, Γκαλέτι, Ντουντού, Μαρέσκα, Ντιόγο, Τοροσίδης, Στολτίδης, Ζαϊρί, Λεντέσμα, Μπράβο, Ντάρμπισιρ... Θεωρητικά!

Μετά οι ποδοσφαιριστές άρχισαν να τραυματίζονται σαν άλογα κούρσας σε καπνοχώραφο, αρχίσανε και κάτι δημοσιογραφικές ρουφιανιές του στυλ «τα αποδυτήρια του Ολυμπιακού είναι παιδική χαρά»... Οι πρώτες μουρμούρες για τον Ζίκο ο οποίος έκανε αυτό ακριβώς για το οποίο τον προσέλαβαν! Κι ο λόγος προφανής: ο Ζίκο έκοψε μαχαίρι τις προσδοκίες των κολαούζων βετεράνων της ομάδας (Τζόρτζεβιτς, Κοβάσεβιτς) και των λοιπών παραγοντίσκων τύπου Θεοδωρίδη περί σουλάτσων στα αποδυτήρια, ξεκαθάρισε ο άνθρωπος οτι μόνο αυτός και οι βοηθοί του θα έχουν επαφή με τους ποδοσφαιριστές.

Ο Ολυμπιακός αποδεκατισμένος κατάφερε να κερδίσει τον δυναμωμένο, φέτος, Παναθηναϊκό που εμφανίστηκε στο Καραϊσκάκη λες κι οι παίκτες του είχαν καπνίσει τη μισή φούντα της Καλαμάτας πριν τον αγώνα! Και όλοι περιμέναμε να διαβάσουμε ύμνους για την προπονητική ιδιοφυΐα του Ζίκο, κι ας μην έκανε τίποτα περισσότερο από τα αναμενόμενα! Μην ξεχνάς οτι λίγο πριν είχε καταφέρει να περάσει η ομάδα στον επόμενο γύρο του Τσάμπιονς Λινγκ κερδίζοντας μέχρι και την Άρσεναλ.

Αλλά δεν έγινε έτσι. Βλέπεις, ο Ζίκο είναι σοβαρός άνθρωπος –δεν επρόκειτο να παίξει τον αρλεκίνο της Διοίκησης –γι΄αυτό βγήκε και δήλωσε οτι η ομάδα χρειάζεται τέσσερις μεταγραφές, αν θέλει να κάνει τίποτα της προκοπής. Μέχρι εκεί ήταν τα ψωμιά του Ζίκο!

Πέσανε οι καραγκιοζαραίοι των αθλητικών φυλλάδων να τον φάνε. Θυμήθηκαν οτι αποκλείστηκε από το Κύπελλο κάνοντας πάντα το προφανές, βάζοντας δηλαδή τους αναπληρωματικούς να παίξουν στο πρώτο παιχνίδι της διοργάνωσης! Κι αυτό ήταν η αρχή του κορδονιού.

Στο επόμενο παιχνίδι ο Ολυμπιακός αντιμετώπιζε τον Άρη, ο οποίος, σύμφωνα πάλι με τους ειδήμονες αθλητικογράφους, είχε έναν άμπαλο προπονητή ονόματι Έκτορ Ραούλ Κούπερ! Ο Ζίκο έκανε για μια ακόμα φορά τα αναμενόμενα. Έβαλε δηλαδή όσες προσωπικότητες διέθετε η ομάδα του και ήταν σε κατάσταση να φορέσουν αθλητικά παπούτσια. Μεταξύ αυτών, έβαλε και τον Ντομί να παίξει αμυντικό χαφ –κάτι που είχε δοκιμάσει και στο παιχνίδι με την Άρσεναλ. Οι παίκτες του Κούπερ πήγαιναν σα μοτεράκια, οι παιχταράδες του Ολυμπιακού περίμεναν πότε θα κουραστούν οι άλλοι (επειδή πλησίαζαν και οι χριστουγεννιάτικες διακοπές) ο Νικοπολίδης έφαγε μια φάβα γκολ κι έτσι πήρε τέλος η σεμνή τελετή.

Την άλλη μέρα πέσανε τα κοράκια του τύπου πάνω στον Ζίκο λες και έπαιζε αυτός μπάλα! Το πρόβλημα ήταν η τοποθέτηση του Ντομί στα χαφ –έπρεπε, αποφάνθηκαν οι ειδικοί, να βάλει τον Λεντέσμα ή τον Στολτίδη που είχαν να παίξουν από του Αγίου Πούτσου ανήμερα, ή έστω τον νεαρό Κατσικογιάννη. Φυσικά, κανένας δεν έγραψε οτι όσοι ποδοσφαιριστές γύρισαν από μακροχρόνιο τραυματισμό (Ντιόγο, Γκαλέτι) έκοβαν βόλτες στο γήπεδο σα γαλοπούλες.

Ακολούθησε η άδεια 9 ημερών –όπως είχε υποσχεθεί ο Ζίκο στους ποδοσφαιριστές. Άδεια την οποία θα έπαιρνε έτσι κι αλλιώς ο ίδιος για να πάει να παίξει στον αγώνα προς τιμήν του στο θρυλικό Μαρακανά. Βλέπεις, ο Ζίκο είναι κάποια προσωπικότητα –δεν είναι του τύπου «που’σαι κόουτς, πάρε και τα κοστούμια του Προέδρου από το καθαριστήριο όπως έρχεσαι». Δεν το ήξεραν αυτό στον Ολυμπιακό πριν τον προσλάβουν; Δεν ήξεραν οτι μέχρι Υπουργός Αθλητισμού είχε φτάσει στη Βραζιλία; Το ήξεραν.

Τα κοράκια ορμήσανε πάλι με χαρά επειδή μυρίστηκαν κρέας –γιατί να δώσει άδεια ο Ζίκο, γιατί να τη δώσει σε όλους; Και άλλα τέτοια γραφικά. Λες και πήρανε τον Ζίκο στον Ολυμπιακό για παιδονόμο ή για λοχία! Μα, αν θέλανε τέτοιον είχανε τον Τιμούρη το Σκυλομούρη –ποιος ο λόγος να πληρώνουν ένα κάρο λεφτά τον Βραζιλιάνο; Στ΄αρχίδια τους των φυλλάδων –αυτοί όταν πρέπει να θάψουν θα το κάνουν, είτε ο άλλος μαχαιρώνει κόσμο στο προπονητήριο, είτε φυτεύει μαργαρίτες στου Ρέντη.



Ο Ζίκο ήρθε για να διαχειριστεί προσωπικότητες κι αυτό προσπάθησε να κάνει. Αν οι ποδοσφαιριστές της ομάδας δεν έχουν ποδοσφαιρικό εγωισμό, αν θέλουν διμοιρίτη για να τους στήσει μέσα στο γήπεδο, αν θέλουν αυστηρά προκαθορισμένο σύστημα τότε ας ψάξει η Διοίκηση για καινούργιο Βαλβέρδε. Ή ας κάνει τίποτα τεμενάδες στον παλιό, τον κανονικό Βαλβέρδε, μπας και ξαναγυρίσει. Επειδή δεν προσέλαβαν τον Ζίκο για κάτι τέτοιο.

Μετά ήρθε η σφαλιάρα από την ΑΕΚάρα (φρέσκο μέλος του κλαμπ των πρώην μεγάλων ομάδων οι οποίες συμμετέχουν στο πρωτάθλημα με μοναδική επιδίωξη να κερδίσουν τον Ολυμπιακό). Οι ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού είδαν οτι ο «μπαμπάκας» κόουτς δε φωνάζει και βγήκανε στο γήπεδο για να λουφάρουν. Ο Νικοπολίδης έφαγε 2 ΓΚΟΛ ΦΑΒΕΣ αυτή τη φορά, ο εκλεκτός Κατσικογιάννης έπαιξε αλλά δε φάνηκε, ο Γκαλέτι περπάταγε, ο Ντιόγο σερνόταν, ο σούπερ σκόρερ Μύτογλου προσπάθησε (αλλά δεν κατάφερε) να χαλάσει το πρώτο γκολ του Παπαδόπουλου... Μια ωραία ατμόσφαιρα!

Την επόμενη –όλοι ζητούσαν το κεφάλι του Ζίκο. Επειδή άργησε να βάλει τον παίχτουρα Ζαϊρί (ναι μωρέ, αυτόν, που όταν έπαιζε σκύλιαζαν οι δημοσιογράφοι οτι είναι λίγος και εκνευριστικά ατομιστής). Επειδή έβαλε τον Κατσικογιάννη κι όχι τον ογκόλιθο Στολτίδη (ετών 30φεύγα με μία και μοναδική καλή εμφάνιση στο φετινό πρωτάθλημα) ή τον Λύκο Λεντέσμα (που έχει κάνει μόλις μισή καλή εμφάνιση φέτος).

Μετά αποκαλύφθηκε οτι ο Ντουντού, όντας τραυματίας είχε παίξει σε φιλικό στη Βραζιλία κι επιδεινώθηκε η κατάστασή του –μεγάλη προσωπικότητα που βάζει πάνω απ΄όλα την ομάδα ο Βραζιλιάνος Αρχηγός!

Σε ένα αποκορύφωμα γλειψίματος των δημοσιογράφων (αφού δεν τον έκραξαν για τα κοροϊδίστικα γκολ) και της Διοίκησης (η οποία όλο και κάπου θα τον βολέψει τώρα που ετοιμάζεται για σύνταξη), ο σεβάσμιος Αντώνης "Τοτέμ" Νικοπολίδης κάλεσε τους ποδοσφαιριστές σε συζήτηση, την ώρα που ο Ζίκο τους περίμενε σα μαλάκας να βγουν για προπόνηση! Φυσικά, η συζήτηση των ανησυχούντων ποδοσφαιριστών βγήκε την άλλη μέρα στις φυλλάδες. Κι ακόμα πιο φυσικά δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος να γράψει οτι η συγκεκριμένη ενέργεια είναι αισχρή και αντιεπαγγελματική –ο δε Νικοπολίδης που τη διοργάνωσε θα έπρεπε να βλέπει τα υπόλοιπα ματς από την τηλεόραση του σπιτιού του και να πληρώνει πρόστιμα μέχρι να ξαναμαυρίσουν τα μαλλιά του!

Αργότερα, ο Ιεροκλής "Καλό Παιδί" Στολτίδης είδε φως και μπήκε -τσακώθηκε με τον Ζίκο (για να μη μείνει πίσω στο γλύψιμο δημοσιογράφων) και στο επόμενο παιχνίδι της ομάδας οι βεντέτες του Ολυμπιακού κέρδισαν με μπλαζέ υφάκι τη Λάρισα... Α ναι, ο Νικοπολίδης τσίμπησε ακόμα ένα κοροϊδίσιο γκολάκι –αλλά ποιος ασχολείται μ΄αυτά; Το θέμα είναι να κρεμάσουμε τον Ζίκο ανάποδα –έτσι μόνο θα λυθούν τα προβλήματα του Ολυμπιακού!

Αμφιβάλλεις;

Μα εδώ το λέει μέχρι κι ο αντικειμενικός Χελάκης, ο οποίος κάνει ένα αρθράκι με τον παραπλανητικό τίτλο «Ο Ζίκο είναι μια καλή δικαιολογία για όλους τους άλλους» (χωρίς βέβαια να αναπτύσσει αυτή τη θέση πουθενά μέσα στο άρθρο του!) Γράφει ο αντικειμενικός (για το παιχνίδι με την ΑΕΚ):

«Το κλίμα ήταν «στραβό», το 'φαγε και ο Ζίκο με τους πειραματισμούς και τις ανοησίες του. Αντί να στηριχθεί στον τρόπο παιχνιδιού και στους παίκτες που τον έβγαλαν ασπροπρόσωπο στο Τσάμπιονς Λιγκ, προτίμησε να αφήσει στον πάγκο τον Λεονάρντο και τον Ζαϊρί, να ξενιτέψει τον Οσκαρ στα αριστερά και να εμπιστευτεί τον νεαρό Κατσικογιάννη με κίνδυνο να τον κάψει.
Σκέφτομαι, μάλιστα, μήπως του χάλασε το dvd player και δεν μπορούσε να ξαναδεί σε ποια θέση παίζοντας ο Τοροσίδης είχε δώσει τη νίκη στον Ολυμπιακό επί της ΑΕΚ στο παιχνίδι του πρώτου γύρου. Αλλά από έναν προπονητή που τον ρωτούν τη γνώμη του για τον Μπεν Αρφά και η απάντησή του είναι ότι δεν τον γνωρίζει, όλα μπορείς να τα περιμένεις. Τουλάχιστον ας απέφευγε απαντήσεις που τον εκθέτουν ανεπανόρθωτα σε διοίκηση και οπαδούς. Γιατί δεν γίνεται ο Ντουντού να παίζει μισή ώρα σε παιχνίδι με τους φίλους του Ροναλντίνιο και εσύ να δηλώνεις ότι δεν είναι αρμοδιότητά σου να το γνωρίζεις.»


Διακρίνεται εύκολα η περίφημη κολοκυθωτή κωλοτούμπα του τύπου: «Μα έβαλε τον Ντομί στα χαφ!» «Και ποιον να βάλει;» «Ας βάλει έναν κλασσικό χαφ!» «Μα έβαλε τον Κατσικογιάννη στα χαφ; Θα τον κάψει!» «Και ποιον να βάλει;» «Ας βάλει τον Στολτίδη!» Αν έβαζε τον Στολτίδη, το κορδόνι θα συνεχιζόταν με τον ίδιο ρυθμό –είμαι βέβαιος! Γιατί; Επειδή και τον Λεονάρντο που προτείνει ο κόουτς Χελάκης να παίξει αριστερά, τον έβαλε στο επόμενο παιχνίδι ο Ζίκο και έλαμψε δια της απουσίας του! Και τον Ζαϊρί τον έβαλε με την ΑΕΚ αλλά ο Μαροκαίν περιορίστηκε σε δυο γιόμες στη μικρή περιοχή και κάποια καραγκιοζιλίκια με τα οποία εκβίασε (ως συνήθως) το προσωπικό γκολ!
Μέχρι πριν λίγο καιρό τσιρίζανε να παίζει ο Τοροσίδης στα πλάγια πίσω από τον Γκαλέτι επειδή στις πτέρυγες είναι η δύναμη του Ολυμπιακού –τώρα τσιρίζουν γιατί παίζουν από τα πλάγια και κανένας δεν επιτίθεται από το κέντρο!

Αμ το οτι ο Ζίκο δεν γνώριζε τον Μπεν Αρφά τι σου λέει; Δηλαδή εσύ τον γνώριζες; Τον είχες ακούσει πουθενά; Ή απλώς ψήθηκες επειδή γράψανε οι φυλλάδες οτι πρόκειται περί παίχτουρα; Έχει παίξει, λένε, στην Εθνική Γαλλίας 5-6 φορές, τι λε ρε παιδί μου! Κι ο Στηβ Μανταντά έχει παίξει στην Εθνική Γαλλίας, τον ξέρει κανένας; Ή είναι υποχρεωμένος ο Ζίκο να κατέχει απέξω τα τεχνικά χαρακτηριστικά των μικρομεσαίων ποδοσφαιριστών όλης της Ευρώπης; Άσε που έπρεπε ο Ζίκο να έχει βάλει ντετέκτιβ να παρακολουθούν τον Ντουντού στην άδειά του –κι αυτό αρμοδιότητά του είναι σύμφωνα με τον Χελάκη!

Το ωραίο βέβαια, στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πως μάθανε οτι τον παίρνουμε και πλάκωσαν κι οι γύφτοι! Τουτέστιν, έρχεται κάποιος απίθανος ρεπόρτερ ονόματι Νικολόπουλος να γράψει άρθρο κατά του Ζίκο! Αναρωτιέται ο άτομος: «Δεν ακούει και δεν διαβάζει εφημερίδες ο Ζίκο;» Πώς τολμάει δηλαδή να μην έχει μάθει φαρσί τα ελληνικά μέσα σε 3 μήνες ο Ζίκο ή (ακόμα κι έτσι) να μην έχει έναν υπάλληλο ειδικά επιφορτισμένο με το καθήκον της ανάγνωσης των παπαρολογιών του ελληνικού αθλητικού τύπου! Αλλά συνεχίζει ο γιγάντιος θαυμαστής του Πίκου Απίκου:

«Η γενικότερη χαλαρότητα και το ότι ο Ζίκο βρίσκεται εκτός τόπου και χρόνου, φάνηκε και από ένα άλλο γεγονός χθες. Είναι η τοποθέτηση του προπονητή της Λάρισας, Μαρίνου Ουζουνίδη ότι στατιστικά ο Ολυμπιακός δέχεται το 70% των τερμάτων από το 60ο λεπτό και μετά και εκεί προσπάθησε να «χτυπήσει» η ομάδα του. Όταν κλήθηκε να το σχολιάσει ο προπονητής των «ερυθρολεύκων», απάντησε με περίσσεια ειλικρίνεια ότι δεν γνώριζε αυτό το στατιστικό. Δηλαδή τι διάολο μελετούν ο προπονητής και οι συνεργάτες του σε μια ομάδα; Δεν ενδιαφέρουν τα σημεία που χωλαίνει η ομάδα για να βελτιωθεί; Για ποια σκληρή δουλειά μιλάει λοιπόν ο Ζίκο; Όπως έλεγε παλιά μια ατάκα: «Ήταν σκληρός και τον έλεγαν βιτάμ». Για τόσο σκληρή δουλειά μιλάμε μάλλον…»

Βέβαια, η κανονική δήλωση του Ζίκο ήταν: «Αυτό που είπε ο προπονητής της Λάρισας οτι μετά το 60' πέφτουμε, αυτή είναι μια στατιστική που εμείς δεν μελετάμε. Ο προπονητής της Λάρισας την μελέτησε. Εμείς δεν θέλουμε γενικά να δεχόμαστε γκολ», πράγμα εντελώς διαφορετικό από τη μαλακία που υπαινίσσεται ο Νικολόπουλος. Επειδή ο Ζίκο απλώς λέει οτι προσπαθούν να μη δέχονται γκολ ΓΕΝΙΚΌΤΕΡΑ –δεν το εξειδικεύει στη χρονική στιγμή. Άλλωστε με την ΑΕΚ και τον Άρη τα φάγανε πολύ νωρίτερα –δεν είναι λοιπόν μονάχα το πρόβλημα χαλάρωσης στα τέλη του αγώνα! Δεν είναι αλλά πρέπει να γίνει –επειδή έτσι θα καταλογίσουμε στον Ζίκο και κακή προετοιμασία των παικτών! Άλλο που στις δυο ήττες της ομάδας τα γκολ μπήκαν νωρίς! Αδιάφορον καθότι συμπερασματικά άβολον!

Τι είναι λοιπόν αυτός ο Ζίκο; Τρελός, ανόητος, άμπαλος; Επειδή (το έχουν αναλύσει οι φυλλάδες) είναι ο βασικός υπεύθυνος για την κακή φυσική κατάσταση της ομάδας παρόλο που δεν τους έκανε αυτός προετοιμασία το καλοκαίρι! Κι επειδή βάζει τους ποδοσφαιριστές να παίξουν σε λάθος θέσεις! Κάτσε να το δούμε αυτό το τελευταίο:

Δυο ομάδες κάνουν πρωταθλητισμό στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια –ο Ολυμπιακός κι ο Παναθηναϊκός, ρίξε μια ματιά στα φετινά ρόστερ τους (δε μετράω τους τερματοφύλακες –ούτε τους διαιτητές).

Ο ΠΑΟ διαθέτει: 2 αριστερούς μπακ, 4 κεντρικούς αμυντικούς, 3 δεξιούς μπακ, 4 αμυντικούς μέσους, 2 αριστερούς χαφ, 2 δεξιούς χαφ, 2 μεσοεπιθετικούς, 4 επιθετικούς –σύνολο 23 ποδοσφαιριστές.

Ο Ολυμπιακός διαθέτει : 3 αριστερούς μπακ, 3 κεντρικούς αμυντικούς, 3 δεξιούς μπακ, 0 (μηδέν είναι αυτό!) αριστερούς χαφ, 2 δεξιούς χαφ, 2 αμυντικούς μέσους, 3 κεντρικούς μέσους, 1 μεσοεπιθετικό, 3 επιθετικούς –σύνολο 20 ποδοσφαιριστές.

Μιλάω για αυτούς που μπορούν να παίξουν σε επίπεδο πρωταθλήματος –όχι για τους πιτσιρικάδες, έτσι;

Συμπέρασμα εύκολο, νούμερο 1: Η διαφορά των 3 παικτών, έχει ονοματεπώνυμο για τον Παναθηναϊκό. Λέτο, Καραγκούνης, Σισέ.

Συμπέρασμα εύκολο, νούμερο 2: Αν μετρήσεις τους παίκτες στο κέντρο των ομάδων, πάλι με μείον 3 βρίσκεται ο Ολυμπιακός.

Συμπέρασμα σχετικό, νούμερο 3: Το μαγικό μείον 3 καλυπτόταν πέρσι από τους Τζόρτζεβιτς, Λέτο και Μπελούτσι στον Ολυμπιακό. Οι οποίοι έφυγαν και δεν αντικαταστάθηκαν.

Πόσο μαλάκας λοιπόν θα πρέπει να είναι κάποιος ώστε να θεωρεί οτι η φετινή κατάσταση της ομάδας οφείλεται στο κοουτσάρισμα του Ζίκο κι όχι στο ελλιπές της ρόστερ;

Πόσο παραμυθάς μπορεί να είναι κάποιος όταν κατηγορεί τον Ζίκο για χρησιμοποίηση παικτών σε λάθος θέσεις, από τη στιγμή που οι συγκεκριμένες θέσεις είναι δηλωμένα κενές; Αν αύριο ο Ολυμπιακός μείνει χωρίς τερματοφύλακα, ο (όποιος) Ζίκο θα βάλει τον Παπαδόπουλο να παίξει τέρμα –τι θα γίνει τότε; Θα τον κατηγορήσουν πάλι οτι χρησιμοποίησε λάθος παίκτη στη θέση;

Πόσο ηλίθιοι είναι οι θεατές του Καραϊσκάκη όταν γιουχάρουν τον Ζίκο για τα χάλια της ομάδας κι απλώς μουρμουρίζουν κάτι διστακτικά «Πρόεδρε, μήπως να' παιρνες κάνα παίκτη;»

Πόσο καλά δουλεύει το Τμήμα Επικοινωνίας του Ολυμπιακού και καταφέρνει να στρέφει την κουβέντα σε οτιδήποτε άλλο εκτός του προφανέστατα ελλιπούς ρόστερ;

Πόσα παίρνουν οι δημοσιογράφοι (αν παίρνουν δηλαδή –επειδή τους κόβω για εντελώς ηλίθιους) προκειμένου, σε κάθε μεταγραφική περίοδο, να φτιάχνουν σήριαλ αστρονομικών μεταγραφών αποκρύπτοντας οτι ο Ολυμπιακός στην ουσία δεν κινείται για κανέναν παίκτη κι όταν το κάνει, ενεργεί κυρίως για τα μάτια (του τύπου: «πόσο κάνει ο τάδε; 10 μύρια; εντάξει –δίνω 2 σε 24 άτοκες δόσεις, μου τον πουλάς;»)

Οι ομάδες παίζουν ποδόσφαιρο όσο οι καλές ομάδες εφαρμόζουν κάποια μακροπρόθεσμη ποδοσφαιρική τακτική. Παραλλαγές σε αυτές τις τακτικές υπάρχουν πολλές, αλλά οι τακτικές είναι δυο καθαρές και μια μεικτή:

1. Φτιάχνεις ομάδα από τα τμήματα νέων του συλλόγου σου –επενδύοντας κυρίως σε υποδομές.
2. Φτιάχνεις ομάδα αγοράζοντας παίκτες –επενδύοντας κυρίως σε μεταγραφές.
3. Φτιάχνεις τον κορμό της ομάδας ακολουθώντας τη μια τακτική (όποια θέλεις) και τον ενισχύεις ακολουθώντας την άλλη τακτική –επενδύεις μοιρασμένα.

Η πρώτη τακτική έχει το κακό οτι όσο χτίζεις ομάδα ξεχνάς τα πρωταθλήματα. Η δεύτερη τακτική έχει το κακό οτι πρέπει να χώσεις χοντρά πακέτα για να αγοράσεις παρφέ παίκτες. Η τρίτη τακτική έχει το κακό οτι χρειάζεσαι οργάνωση.

Ας αποφασίσει λοιπόν ο λαοπρόβλητος ηγέτης του Ολυμπιακού –ο πατερούλης των απανταχού γάβρων Σωκράτης, τι απ΄όλα θέλει! Να φτιάξει ομάδα αφήνοντας για κάποια χρόνια πίσω τα πρωταθλήματα ή να δώσει λεφτά για ν΄αγοράσει ποδοσφαιριστές, όπως έκανε παλιότερα; Και τελικά –γιατί τρωγόμαστε να πηγαίνουμε στο Τσάμπιονς Λιγκ και να περνάμε στη δεύτερη φάση; Για τη δόξα της ομάδας; Μπρρρ –παγώσαμε! Για να κονομάμε λεφτά από την Ουέφα; Εντάξει –πήγαμε και κονομήσαμε. Που κέρατο είναι τα λεφτά; Τα ξοδέψαμε όλα για να αγοράσουμε τον Λούα –Λούα; Ή τα παντελόνιασε η προεδράρα; Επειδή, στη δεύτερη περίπτωση εγώ ο βαμμένος και φανατικός οπαδός δεν έβγαλα κέρδος –μάλλον μαλάκας πιάστηκα!

Και τελικά, όταν παίρνεις έναν προπονητή ο οποίος κάνει ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ πράγματα δε στέκει να του φορτώσεις οτι ΕΚΑΝΕ ΑΚΡΙΒΩΣ αυτά για τα οποία τον προσέλαβες! Όταν ο προπονητής σου ζητάει 4 Βραζιλιάνους παίκτες, μεταξύ των οποίων και ο Αντριάνο κι εσύ του λες οτι παζαρεύεις κάποιον άγνωστό του Μπεν Αρφά (που δεν παίζει ούτε Τσάμπιονς Λιγκ) και του φέρνεις τελικά τον ζογκλέρ Λούα Λούα –ε, δεν φταίει ο προπονητής ρε διάολε!

Παραθέτω ένα ακόμα απόσπασμα του άρθρου του Νικολόπουλου (ο Ρασούλης που είναι άραγε;) επειδή είναι ενδεικτικό νοοτροπίας:

«...θεωρώ ότι μετά από όσα έχουν συμβεί, πρέπει από μόνος του ο Ζίκο να «πάρει το καπελάκι του και να φύγει» και να μην περιμένει το σχετικό μήνυμα από την διοίκηση. Εκτός κι αν περιμένει την αποζημίωση, ώστε να κάνει πιο άνετα διακοπές για το υπόλοιπο της σεζόν. Και μάλλον αυτό είναι το πιθανότερο…»

Δηλαδή, ο συγκεκριμένος φωστήρας πρεσβεύει την άποψη πως ένας εργαζόμενος (εντάξει, υψηλόμισθος –αλλά, ας μην του το υπογράφανε το μεγάλο συμβόλαιο) ο οποίος κάνει μια χαρά τη δουλειά του (έστω, κατά την προσωπική του άποψη) θα πρέπει να παραιτηθεί από μόνος του αν έτσι γουστάρει το αφεντικό του! Ελπίζω αυτή την άποψη να την εφαρμόσει και στο μέσο που δουλεύει αναφορικά με τον εαυτό του –επειδή είναι βολικό να απαιτείς την εφαρμογή της ηθικής του αφεντικού από τους άλλους, όμως όταν το πράγμα φτάνει σε σένα, θυμάσαι τότε να τη δεις ΓΣΕΕ την υπόθεση!

Και για να μη νομίζεις οτι πρόκειται για μεμονωμένη αντίληψη ηλιθίου, πάρε ένα ακόμα απόσπασμα από το άρθρο του Γκαραγκάνη με τίτλο «Ζίκο ...και φύγε!»:

«Όπως έχουν διαμορφωθεί τα δεδομένα, λύση πλην της απομάκρυνσης του Βραζιλιάνου δεν υπάρχει. Η κατάσταση από την πλευρά των δημοσιογράφων το δείχνει με ακρίβεια.
Το καλύτερο για τον ίδιο είναι να «βράσει» τα τριακόσια χιλιάρικα ή το ένα εκατομμύριο (διίστανται οι πληροφορίες για το ύψος της αποζημίωσης) και να την… κάνει. Πολλές φορές η υστεροφημία είναι σημαντικότερη από το αναφαίρετο εργασιακό δικαίωμα της οικονομικής ανταμοιβής σε περίπτωση απόλυσης!» Ωραίος ο καμπούρης, δεν μπορείς να πεις! Τι μένει να πεις, αφού "η κατάσταση από την πλευρά των δημοσιογράφων το δείχνει με ακρίβεια";

Για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις –δεν πιστεύω οτι ο Ζίκο είναι ο μεγαλύτερος προπονητής από γενέσεως φούτμπολ, ούτε ισχυρίζομαι οτι είναι αλάθητος. Απλά τον θεωρώ σπουδαία ποδοσφαιρική προσωπικότητα, βλέπω οτι δεν είναι παραμυθατζής και πιστεύω οτι κάνει ακριβώς τη δουλειά για την οποία προσλήφθηκε. Του έχω κι αδυναμία –εντάξει;

Το κατά πόσο είναι (ή δεν είναι) κατάλληλος για προπονητής του Ολυμπιακού εξαρτάται από το τι θέλει η Διοίκηση από την ομάδα. Αν αυτό που θέλουν είναι να κοροϊδεύουν τους οπαδούς και να φορτώνουν τις δικές τους πουστιές σε κάποιον άσχετο –ο Ζίκο είναι ο καταλληλότερος. Επειδή έχει μια κάποια αξιοπρέπεια και δεν θα κάτσει να ξεκατινιαστεί διοχετεύοντας ρουφιανιλίκια στις φυλλάδες –εντάξει;

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι