Πέμπτη, Απρίλιος 28, 2011

"Οι μπαγλαμάδες να παίζουν Ντύλαν"

Μου αρέσει η παράδοση. Λατρεύω δηλαδή αυτό το παραδοσιακό το «Πάσχα είναι, χώσε κλαρίνα». Διότι παράδοση, αν θες να ξέρεις, σημαίνει αυτό ακριβώς –να παραδίνεσαι στα σίγουρα χέρια της επιτυχίας. Κακό; Καθόλου.

Έλα όμως που πρέπει να δικαιολογήσεις αυτή την άνευ όρων παράδοσή σου –σε ποιον; Πρώτα στον ευατό σου και μετά στο ψαγμένο κοινό σου το οποίο γουστάρει να ζει σε παράκρουση μπερδεύοντας το CBGB με το «Μπαράκι του Βασίλη» και τη Μαλακάσα με το Άσμπουρι Παρκ. Κι εδώ βρίσκεται το γελοίο του πράγματος.

Αντιγράφω (με πλάγια γράμματα) αποσπάσματα από αυτό εδώ το άρθρο του «Επτά» (Ελευθεροτυπία):


Αλλά η ιστορία ξεκινάει από παλιά. «Από τα πράγματα που με σημάδεψαν και με συγκίνησαν ήταν ο "Μπάλλος" και το "Βρώμικο ψωμί" στις αρχές του '70» θυμάται ο Νίκος Πορτοκάλογλου. «Γιατί εκεί υπήρχε ένα θαύμα που έδειχνε ότι μπορεί τελικά να συνυπάρχουν ο Ζάπα και ο Ντίλαν με τα θρακιώτικα και να βγει ένας υπέροχος ήχος. Θέλει όμως τόλμη, φαντασία και τρέλα».

Εδώ λοιπόν έχουμε την εφαρμογή της συλλογιστικής «παίζω ακουστική κιθάρα, έχω και κακή φωνή άρα είμαι ο Ντύλαν». Αυτό ενίοτε μπορεί να γίνει «βαράτε όλοι μαζί να γίνουμε Ζάπα». Ο αγαπητός Πορτοκάλογλου επιλέγει να ξεχνάει κάποια πραγματάκια –όπως το ότι ο Σαββόπουλος ποτέ δεν θεωρήθηκε ροκ στη δεκαετία του ’70 (για το ’80 δεν το συζητάμε –ο Σαββόπουλος θεωρείτο εντελώς σαχλαμάρας). Ξεχνάει επίσης οτι η συμμετοχή ροκ μουσικών στις δουλειές των καταξιωμένων συνθετών (Σαββόπουλος, Θεοδωράκης, Μαρκόπουλος) αντιμετωπιζόταν σαν «πάμε να κονομήσουμε τίποτα, επειδή με τη ροκ δε βγαίνει μεροκάματο». Ξεχνάει, τέλος, ο Πορτοκάλογλου οτι «Φλου» του Σιδηρόπουλου, την εποχή που κυκλοφόρησε, κατατάχτηκε άμεσα στα Σαββοπουλοειδή κατασκευάσματα και σαν τέτοιο έφαγε μπόλικο κράξιμο, με αποτέλεσμα να μην παιχτούν σε κανένα (σχεδόν) λάιβ τα κομμάτια με τη μορφή που είχαν στον δίσκο.

Η αποστροφή της ροκ σκηνής για την ελληνική παραδοσιακή μουσική δεν ήταν αδικαιολόγητη. «Αν σκεφτείς ότι μεγαλώσαμε βλέποντας τους χουντικούς να χορεύουν με κλαρίνα, πώς να ακούσουμε δημοτικά;» εξηγεί στο «7» ο Γιάννης Αγγελάκας. «Η πληροφορία που είχαμε πάρει ήταν λάθος, αλλά η παράδοση απορρίφθηκε».

Να και μια περίπτωση όπου η μισή αλήθεια είναι πιο ψεύτικη από το ξεκάθαρο ψέμα. Επειδή αλήθεια λέει ο Αγγελάκας –οι χουντικοί όντως χορεύανε στα κλαρίνα, όμως το πράγμα δεν τελείωνε εκεί. Εκπομπές σχετικές με την αθάνατη ελληνική παράδοση παίζονταν στην κρατική τηλεόραση, είχε θολώσει το μάτι μας από φουστανελάδες και κοντογουνιότισσες, ο (εκπαιδευτής των μπάτσων στις πολεμικές τέχνες) Καπαφλής κι ο γλοιώδης Μυλωνάς μάς ψυχαγωγούσαν τις Κυριακές –εμετό προκαλούσε η ασύστολη παραδοσιακή μαλακία που χρησιμοποιούσαν για παιδευτικούς, κυρίως, λόγους. Το ’70 (και στις αρχές του ’80) όπου ο κόσμος καιγόταν, εμείς εδώ μαθαίναμε περί «μάνα μου τα κλεφτόπουλα» και για «του αητού τον γιο» ή για το «φουλάρι του Γιάννη». Ενώ ο Θεοδωράκης απαγορευόταν, ο Κηλαηδόνης με τον Νεγρεπόντη λογοκρίνονταν κι ο Σαββόπουλος περνούσε μπάι τις Επιτροπές Λογοκρισίας διασκευάζοντας γερμανικά παιδικά τραγουδάκια, όπως η «Συννεφούλα» (πόσο Ζάπα ή πόσο Ντύλαν ήταν αυτό;) Η ολόκληρη αλήθεια είναι λοιπόν οτι η παραδοσιακή μουσική ήταν ένα από τα μέσα διαπαιδαγώγησης που χρησιμοποίησε η χούντα τη στιγμή που κάθε εν δυνάμει επικίνδυνο τραγούδι λογοκρινόταν –γι΄αυτό σιχάθηκε ο κόσμος την παράδοση. Και όχι –δεν ήταν «λάθος η πληροφορία», σωστή ολόσωστη ήταν. Παράδοση ίσον συντήρηση, οπισθοδρόμηση και καταπίεση –διαφωνεί κανείς;

«Για την γενιά μου», παραδέχεται ο Πορτοκάλογλου, «με τη χούντα δεν ταυτίστηκε μόνο το κλαρίνο και το καλαματιανό, αλλά ακόμα και το λαϊκό τραγούδι. Ουσιαστικά απορρίφθηκε όλη η πρώτη ύλη στην οποία ένας μουσικός θα μπορούσε να στηριχθεί για να βγάλει κάτι καινούριο. Και δεν ήταν μόνο η δική μας γενιά. Οι γονείς μου κουβαλούσαν μια μεγάλη παράδοση, αλλά στο σπίτι που μεγάλωσα δεν υπήρχε τίποτε από αυτό το παρελθόν. Η μουσική ήταν Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, λίγη κλασική, λίγος Σινάτρα. Σαν μια γενιά Ελλήνων να προσπαθούσε να ξεχάσει την καταγωγή της».

Σωστά το ξεκινάει ο Πορτοκάλογλου –και το λαϊκό τραγούδι του ’70 μια από τα ίδια σκατά ήταν. Αμφιβάλλεις; Να σου πω τότε το πιο επαναστατικό λαϊκό της εποχής; «Θα πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν»!!! Αυτό είχε κρυφά αντιστασιακά νοήματα, τα υπόλοιπα ήταν πιο συντηρητικά!!!! Δικαίως επίσης στεναχωριέται ο Πορτοκάλογλου για την «απόρριψη της πρώτης ύλης» -όντως η, λεγόμενη, ελαφρολαϊκή μουσική σε εκείνη την χουντοκρατούμενη περίοδο έχει τις ρίζες της (και στις αισχρές αντιγραφές ινδικών, αραβικών και τούρκικων σουξέ). Βέβαια το συγκεκριμένο μουσικό ιδίωμα ήταν μεν η κινητήρια δύναμη των μπουζουξίδικων και των σπασοπιατάδικων, όμως με τίποτα δεν ήταν ΜΟΝΑΔΙΚΟ. Ο Χατζιδάκης (ο οποίος έβγαλε μπόλικα ελαφρολαϊκά) κι ο Θεοδωράκης (που προτίμησε ν΄αρπάξει από αρχοντορεμπέτικο μεριά) –προκειμένου να «περάσουν στο ευρύ κοινό», όπως λένε οι εκάστοτε λιγουροελίτ –δεν μπορούμε να πούμε οτι οδηγούσαν στο να «ξεχάσουμε την καταγωγή μας» όπως ισχυρίζεται ο Πορτοκάλογλου. Εκτός αν η καταγωγή μας δεν περιλαμβάνει τους ποιητές τους οποίους οι δυο αυτοί μελοποίησαν. Το τρομακτικό βέβαια στην παραπάνω δήλωση είναι οι μνήμες ΚΝΕ που ανασύρει το συμπέρασμα «ακούς Σινάτρα άρα μοιάζει σα να προσπαθείς να ξεχάσεις την καταγωγή σου».

Ουσιαστικά πρώτα η επαφή με τη λαϊκή μουσική και τα ρεμπέτικα οδήγησε στην κληρονομιά των δημοτικών τραγουδιών. Και μαζί η ανάγκη να ξεπεραστεί το παγιωμένο μεταπολιτευτικό έντεχνο τραγούδι. «Βρήκα την σχέση μου με το λαϊκό τραγούδι πιο νωρίς» θυμάται ο Πορτοκάλογλου για την εποχή των Φατμέ. «Αγόραζα δίσκους του Ακη Πάνου, του Τσιτσάνη, τους παλιούς ρεμπέτες. Γι' αυτό και οι Φατμέ φέρανε σε αμηχανία και τους ροκάδες και τους λαϊκούς. Κάναμε μια σύνθεση των δυο κόσμων. Και σιγά σιγά ανακάλυψα τα δημοτικά»

Τι ωραία πράγματα! Κι αυτό το «παγιωμένο μεταπολιτευτικό έντεχνο τραγούδι» ποιο ήταν; Το «Άξιον Εστί» με τον Σερ Μπιθί; Τα δημοτικοηλεκτρικά του Μαρκόπουλου; Τα ελαφρολαϊκά του Ανδρεόπουλου; Ευτυχώς που βρήκε τη σχέση του με τη μπουζουκλερί νωρίς ο Παπάζογλου –αλλά ποιος του είπε οτι έφερε σε αμηχανία τους ροκάδες όταν έβγαζε τους δίσκους των Φατμέ; Θυμάμαι πως, όταν πρωτακούσαμε τον δίσκο του, σκεφτήκαμε «τι λες ρε παιδί μου –υπάρχει συγκρότημα που μιμείται τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω;» και αδιαφορήσαμε για τα περαιτέρω. Αν (χρόνια αργότερα) έτυχε ο Πορτοκάλογλου ν΄ανοίξει τους Γιου Φτου και ν΄ακούσει το πρόγραμμά τους και στη συνέχεια να εμπνευστεί το «Κάποιος μ΄έστειλε δω κάτω/ κάποιος μου ΄πε να σε βρω/ να βουλιάξουμε στον πάτο/ για να βρούμε ουρανό», αυτό δεν σημαίνει οτι μετατράπηκε σε Μπόνο ο Πορτοκάλης! Όπως και το οτι ρίχνουμε μια ηλεκτρική κιθάρα δεν σημαίνει οτι κάνουμε ροκ –αν ήταν έτσι, η Βίσση που είχε 2 ηλεκτρικές, 1 άταστο και τον Κουβατσέα θα ήταν η Τζόαν Τζετ.

Μια παρόμοια διαδρομή αφηγείται και ο Αγγελάκας. «Ακούγοντας πολλά προπολεμικά ρεμπέτικα βλέπεις ποσο εκπληκτικά κουβαλάνε όλη την παράδοση, τα Βαλκάνια, τα ηπειρώτικα, τα σμυρναίικα. Το ρεμπέτικο είναι μεγάλη στιγμή για τον πολιτισμό μας - όλη η λαϊκή μουσική εκεί πατάει. Κουβαλούσε όλη τη μνήμη και συγχρόνως ήταν καινούριος».

Κι αυτά που λέει ο Αγγελάκας μια χαρά μου φαίνονται (καμιά σχέση με ροκ μουσική βέβαια). Συγχωρείται λοιπόν (λόγω νεανικού ενθουσιασμού) η ασχετοσύνη του περί λαϊκής μουσικής η οποία, και καλά, πατάει στο ρεμπέτικο –ακόμα χειρότερα από την προηγούμενη περίπτωση της ηλεκτρικής κιθάρας (που σηματοδοτεί καλά και σώνει το ροκ) εδώ πέρα μέχρι και περισσότερες χορδές είχε το μπουζούκι των ελαφρολαϊκατζήδων (βλέπε Χιώτης), άσε που τα ινδικά και τα παρόμοια αραβικά κλαψομούνικα δεν έχουν σχέση με το ρεμπέτικο. Αλλά είπαμε –το ρεμπέτικο είναι το μεγάλο καθαρτήριο!

«Μετά τον Σαββόπουλο μόνο η επόμενη φουρνιά, ο Μάλαμας, ο Πιερίδης, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου έχουν μια σύνδεση με την παράδοση» λέει ο Πορτοκάλογλου. «Στην Αμερική οι πιτσιρικάδες που παίρνουν τις κιθάρες από τα 18 τους και παίζουν, ηχούν σύγχρονοι αλλά είναι παραδοσιακοί. Παίζουν τα μοτίβα του μπλουζ, της κάντρι, του ροκ. Την δική τους παράδοση την έχουν κάνει παγκόσμια. Αλλα και μικρότερες χώρες μεταφράζουν την παράδοση στη σύγχρονη γλώσσα, όπως η Τζαμάικα που με τη ρέγκε επηρέασε τους πάντες. Ακόμα ονειρεύομαι πιτσιρικάδες από τα Γιάννενα να παίζουν ένα μείγμα ψυχεδέλειας και ηπειρώτικων ή Κρητικούς που να παίζουν ρέιβ κρητικά. Αντί γι' αυτό υπάρχει τώρα ο ενθουσιασμός για την αγγλόφωνη σκηνή, που κρύβει απλώς το φόβο για την καταγωγή μας».

Ρε κακός μπελάς που μας βρήκε με τον φόβο για την καταγωγή μας! Λοιπόν για να το ξεκαθαρίσω, εγώ κρατάω από Αιγυπτιακές ρίζες (αλλιώς γύφτικες) και εκφυλισμένες Μαλτέζικες ανακατεμένες με Μικρασιάτικες –αυτή είναι η καταγωγή μου και χέστηκα εφόσον δεν μπορώ να την αλλάξω. Τι πρέπει ν΄ακούω; Τονίνο Καροτόνε, Ντομένικο Μοντούνιο, Ρόζα Εσκενάζι και Ουμ Καλθούμ; Δε γαμιόμαστε, ν΄ασπρίσουμε καλύτερα;
Δίκιο έχει ο Πορτοκάλογλου –πιτσιρικάδες πήραν τα μοτίβα της μπλουζ και της κάντρι και φτιάξανε ροκ. Κι άλλοι πήρανε τα μοτίβα της τζαμαϊκανής μουσικής και φτιάξανε ρέγκε. Και άλλοι πήραν αφρικάνικα μοτίβα και φτιάξανε σάλσα, μάμπο, ξέρω ΄γω... Αυτό είναι η μουσική δημιουργία –παίρνεις ένα μοτίβο και το εξελίσσεις. Από που κι ως που απαιτείται εντοπιότητα για να πάρεις κάποιο μουσικό μοτίβο; Δηλαδή οι Στόουνς που πήρανε αμερικάνικες μπλουζ φόρμες δεν το είχαν το δικαίωμα επειδή τύγχαναν Εγγλέζοι; Έπρεπε καλά και σώνει να παίζουν γκάιντες οι Στόουνς και οι Άνιμαλς;
Κι αυτό το όνειρο περί «ηπειρώτικης ψυχεδέλειας» ή «κρητικού ρέιβ» μάλλον σε εφιάλτη μου κάνει. Επειδή πρέπει να είσαι πολύ παπάρας μουσικά για να υποθέσεις οτι μπορείς να αναμείξεις αυτά τα είδη –καμιά σχέση δεν έχει το χάλκινο και ο ζουρνάς με τα χαωτικά καλειδοσκοπικά ψυχεδελικά μοτίβα και η ελληνική γλώσσα (όπως και η κρητική διάλεκτος) είναι εντελώς ακατάλληλη για ραπάρισμα.

Αλλωστε, όπως συμπληρώνει ο Αγγελάκας, «υπάρχει ένας δρόμος ανάμεσα στο χιπ χοπ και την παραδοσιακή ρυθμολογία. Η ηλεκτρονική μουσική έδειξε ότι μπορεί να ξυπνήσει η παράδοσή μας μέσα από σύγχρονους ρυθμούς, αφού η τελετουργία της ρέιβ παραπέμπει σε αρχέγονα ακούσματα. Ετσι ξύπνησε και μέσα μου η ανάγκη για μια ολόκληρη ορχήστρα, με λύρα, μπουζούκι και χάλκινα, τους Επισκέπτες, που να παίζει και με το παρελθόν και με το μέλλον και με τα ηλεκτρονικά και με τους ρυθμούς που έχουμε από πιτσιρίκια στο αίμα μας».

Εδώ λοιπόν κυρίες και κύριοι (και αγαπητά παιδιά) έχουμε το φαινόμενο που κορόιδευε μέχρι και η Βαρντάλος στο «Μπιγκ Φατ Γκρικ Γουέντινγκ», τουτέστιν το «όλα από την Ελλάδα προέρχονται». Πώς έλεγε ο πατέρας της πρωταγωνίστριας οτι το όνομα Μίλλερ προέρχεται από το "μήλο"; Έτσι κι ο Αγγελάκας βρίσκει αρχέγονα, παραδοσιακά ακούσματα (ελληνικά υποθέτω –αλλιώς δεν υπάρχει λόγος να τα αναφέρει) στο χιπ χοπ και τη ρέιβ.
Εντάξει, η μουσική είναι μια αέναη εξέλιξη με κοινή ρίζα τον πρωτόγονο που κοπάναγε δυο κοκάλα –όμως αυτό είναι τόσο γενικό που δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Αν τώρα ο Αγγελάκας νομίζει οτι παίζει ρέιβ ή χιπ χοπ με το συγκρότημά του –ας το νομίζει, ποιος είμαι εγώ που θα του χαλάσω την ψευδαίσθηση; Ο ίδιος παλιότερα νόμιζε οτι το συγκρότημά του έγραψε τη μουσική για την «Ταξιδιάρα Ψυχή» –στο ρέιβ και στη χιπ χοπ θα κωλώσουμε τώρα;

Η σύνθεση γίνεται ασυνείδητα. «Στην φετινή παράστασή μας, το "Remix"» λέει ο Πορτοκάλογλου «καταλαβαίνω, τώρα μετά από πολλές συναυλίες, ότι είχα την ανάγκη να ξεγυμνώσω τα τραγούδια από τις ενορχηστρώσεις και να τα ξαναπαίξω με έναν πρωταρχικό ήχο μόνο με κοντραμπάσο, βιολί, την κιθάρα μου και ένα μουσικό που παίζει τζουρά, μπουζούκι και ούτι. Ηθελα να βρω τις ρίζες μου και να φανερώσω την καταγωγή των τραγουδιών μου».

Ξεπερνάω αθώα την έμμεση διαφήμιση της παράστασης κι αναρωτιέμαι –ο Πορτοκάλογλου δεν λύσσαγε στις παραπάνω παραγράφους με την καταγωγή μας; Τι σκατά πρωταρχικός ήχος είναι αυτός με κοντραμπάσο και βιολί; Από που κατάγεται τέλος πάντων ο Πορτοκάλογλου –από την Βιέννη, το Παρίσι ή το Βερολίνο;

Η σκηνή φαίνεται να γεμίζει από πειραματισμούς με την παράδοση. Από τη μια οι τζαζ μουσικοί όπως ο Τάκης Μπαρμπέρης που βουτάει σε αυτοσχεδιασμούς στον δίσκο «In Parallel» με το κλαρίνο του Πετρολούκα Χαλκιά. Από την άλλη νέοι μουσικοί όπως ο Biomass, που μπερδεύουν την ελεκτρόνικα με τους δημοτικούς και νησιώτικους σκοπούς και η May Roosevelt που με το θέρεμιν στο «Haunted» παίζει ζωναράδικο και τσάμικο.

Για να είμαι τίμιος θα πρέπει να σου πω οτι στο άρθρο αναφέρεται και η περίπτωση «Μάουντεϊνς» με τη γνωστή δήλωση του Σπάθα περί ηπειρώτικων –αν κάποιος δεν ξέρει τους Σόκρατες θα τους περάσει για τίποτα παραδοσιακούς ορκισμένους και μπορεί να είναι κι έτσι, επειδή είχα διαβάσει οτι την τελευταία φορά που προσπαθήσανε να κάνουν καριέρα στο εξωτερικό πολύς κόσμος νόμιζε οτι επρόκειτο περί καθαρόαιμου σάουθερν ροκ συγκροτήματος!
Τουτέστιν, υπάρχει το έτσι, υπάρχει το γιουβέτσι ενώ κάποιες φορές (λιγότερες αναλογικά) εμφανίζεται και το κοκορέτσι. Το οτι κάποτε οι Πρόξις παίζανε το «Άι γουίλ τέικ α φίσιν μπόουτ» (όταν πούλαγε τρελά ο διπλός δίσκος του Πάριου με τα «Νησιώτικα») δεν σημαίνει οτι ανακαλύφθηκε η χρυσή σύνδεση μεταξύ ροκ και μπάλλου. Κι ο σαχλαμάρας ο Σκορδίλης έπαιζε στα Εξάρχεια το «Άι πέι δε άις δατ άι λαβ» και οι Ταξιαρχίες παίζανε τον «Τεκέ» -τι θα πουν όλα αυτά; Απολύτως τίποτα, πέρα από μια διάθεση χοντροκομμένου χαβαλέ. Αυτό ήταν τότε κι αν σήμερα ψάχνουμε κάτι άλλο δεν νομίζω οτι θα το βρούμε.
Από την άλλη, αναντίρητα, όσοι είχαν την ατυχία να παίξουν ροκ στην Ελλάδα μεγάλωσαν με επιρροές από ελαφρολαϊκά, δημοτικά και άλλα συναφή. Σαφέστατα όμως επηρεάστηκαν ΣΕ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΒΑΘΜΟ από την αμερικάνικη και την αγγλική ποπ, ροκ (χέβι, πανκ, νιου γουέιβ, χιπ χοπ, ηλεκτρονική κ.λ.π.) μουσική. Γι΄αυτό άλλωστε επέλεξαν να παίξουν ηλεκτρική κιθάρα κι όχι κλαρίνο ή μπουζούκι. Το να εμφανίζονται κάποιες απόπειρες μείξης δημοτικών ή ρεμπέτικων ή λαϊκών (ή της Αρλέτας ξέρω ΄γω..) μουσικών κομματιών με τη ροκ δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από το οτι κάποιος αποφάσισε να κάνει ένα κοκτέιλ –και τα κοκτέιλ δεν πίνονται πάντα με ευχαρίστηση, ενίοτε προκαλούν εμετικά συμπτώματα.
Αν όμως έχεις αποφασίσει να παίξεις κάτι που βασίζεται στην δημοτική (ή την λαϊκή) μουσική χρησιμοποιώντας ηλεκτρικά όργανα και χώνοντας δυο τρία μπίτια έτσι για ποικιλία, αυτό δεν σε κάνει οργισμένο και αποκαλυπτικό ροκερ –Δέσποινα Βανδή σε κάνει στις περισσότερες των περιπτώσεων.

Ακολουθούν κάποιες δηλώσεις των εμπνευσμένων μας δημιουργών, για καθαρά χιουμοριστικούς λόγους:

«Το ζήτημα είναι ότι την παράδοσή μας την ταριχεύουμε μέσα στο μουσείο» επισημαίνει ο Πορτοκάλογλου. «Την αντιμετωπίζουμε με μια σοβαροφάνεια και μια υποκρισία, ότι δηλαδή είναι κάτι πολύ σημαντικό για τους λαογράφους και τους διάφορους κλειδοκράτορες. Και αν παίζεις δημοτικά με ηλεκτρικά όργανα είναι ιεροσυλία. Ομως η παράδοση έμεινε ζωντανή τόσους αιώνες χάρη στο ζωντανό δημιουργικό πνεύμα του μουσικού που πήρε κάποτε το κλαρίνο από τη Συμφωνική του Βερολίνου και το έβαλε στα δημοτικά»

Πρόκειται για ένα όμορφο σενάριο που εμπνεύστηκε ο Πορτοκάλογλου από τη δυσφορία των φίλων της κάντρι για τον ηλεκτρικό ήχο και το μετέφερε στα ελληνικά πράγματα. Αυτό όμως που με σκοτώνει είναι ο δημιουργικός μουσικός ο οποίος πήρε το κλαρίνο από τη Συμφωνική του Βερολίνου και το έβαλε στα δημοτικά! Το εικονοποιώ: ένας καράβλαχος με τσαρούχια και βρακαρόλα ο οποίος παραμονεύει πότε θα πάει ο κλαρινετίστας για κατούρημα για να του σουφρώσει το όργανο –ταινιάρα μιλάμε!

«Η παράδοση συνεχίζει να είναι ζωντανό πράγμα» συμφωνεί ο Αγγελάκας. «Εχω βρεθεί σε πανηγύρια στην Ηπειρο όπου κυριαρχεί ένας ψυχεδελικός ήχος σαν μια ροκ συναυλία, όπου ο κλαριτζής και ο κόσμος που χορεύει συνδέονται σε μια διονυσιακή έκσταση. Τώρα υπάρχουν παιδιά που προχωράνε, έχουν ιδέες που συγκινούν, η παράδοση έχει μια δυναμική, μια μνήμη που απελευθερώνει, δίνει ζωτικότητα, μεταφέρει πληροφορίες. Τα είχαμε ξεχάσει όλα αυτά. Τώρα που οι νέοι μουσικοί ασχολούνται με πιο βιωματικό τρόπο με την παράδοση, θα πάμε καλά».

Γαμώ το διονυσιασμό στα πανηγύρια μου μέσα! Θα πρέπει να είσαι εντελώς κάτοικος πόλης για να βλέπεις διονυσιασμό σ΄αυτό το συνονθύλευμα ιδρωμένων χοντρών (στα πρόθυρα του εμφράγματος) που κουνιούνται με κίνδυνο ν΄ανατιναχτούν τα ρούχα τους, προσπαθώντας να πάρουν μάτι τις πιτσιρίκες κι έτσι να έχουν λίγο υλικό για το βράδυ που θα πηδήξουν τις γυναίκες τους. Γαμώ τις διονυσιακές εκστάσεις –πού να δεις τι γίνεται στα μπαράκια των χωριών ή στα στριπτιζάδικα! Όσο για τη σύνδεση ψυχεδέλειας με την ψητή γουρουνοπούλα και την ιδρωτίλα που κυριαρχεί στα πανηγύρια, ομολογώ οτι αδυνατώ να την κατανοήσω. Και για να τελειώνουμε –μονάχα ο έρμος ο Τζιμ Μόρισον προσπάθησε να εισάγει τον διονυσιασμό στις συναυλίες του και απέτυχε παταγωδώς –το κλίμα στις ροκ συναυλίες είναι επιθετικό, συντροφικό, επιδεικτικό, ότι σκατά θέλεις είναι εκτός από διονυσιακό. Εκτός αν κυκλοφόρησαν σε καμιά συναυλία καβλωμένοι τύποι που τον χώνανε σε εκστασιασμένες υπάρξεις κι εγώ το έχασα το όλο πράγμα –έχει ακουστεί κάτι τέτοιο;

Ενώ ο Πορτοκάλογλου συνοψίζει: «Οι ζωντανές κοινωνίες μπορούν να χειρίζονται την παράδοσή τους, να ξέρουν τι να πετάξουν και τι να κρατήσουν. Εμείς ή τα αγιογραφούμε ή τα αγνοούμε και παρ' όλο που είμαστε βαθιά αντιαμερικανοί, καταναλώνουμε τα χειρότερα σκουπίδια της Αμερικής. Είμαστε αμήχανοι τελικά μπροστά στην παράδοση και μόνο μερικοί μουσικοί ξεπερνούν την αμηχανία με την έμπνευσή τους»

Καλά κάνει και τα συνοψίζει ο Πορτοκάλογλου –σε λίγο θ΄ακούσουμε ξανά για «γενίτσαρους της ροκ» και για «πολυεθνικά κέντρα που αποβλακώνουν τη νεολαία». Αλλά καλύτερα θα ήταν να μάς έλεγαν κάποτε την αλήθεια, καλύτερα θα ήταν να παραδέχονταν χωρίς κόμπλεξ οτι το δημοτικό και το ελαφρολαϊκό έφερναν πάντα την χαρτούρα –γκαραντί.
Επειδή πρόβλημα κανένα δεν έχω με όσους θέλουν να τα κονομήσουν, αλλά όχι και να με βγάλεις εμένα μαλάκα επειδή εσύ γουστάρεις «νινανάι γιάβρουμ»!

Νίναναϊ!

Να!

Τρίτη, Απρίλιος 19, 2011

3. Μαλιμπού Μπιτς

Προηγούμενα:
1. Μπάσκετ με τα φαντάσματα

2. Οι εφιάλτες ξεκινάνε ονειρικά

Έχει αρχίσει εδώ και ώρα να χτυπάει το τηλέφωνο, αυτό το κουδούνισμα που σε τινάζει στον αέρα -ενοχλούμαι αλλά δεν το δείχνω. Εκείνη με κοιτάζει. Μια εμένα και μια τη συσκευή, μετά πάλι το ίδιο. Εμένα, τη συσκευή....
«Δεν θα το σηκώσεις;» ρωτάει τελικά.
«Δεν είναι για μένα», της ξεκόβω.
Το τηλέφωνο σταματάει απότομα κάνοντας την ησυχία εκκωφαντική. Φοβάμαι την ησυχία. Όχι γενικά –εδώ μέσα τη φοβάμαι, σ΄αυτό το σπίτι που τα δωμάτια μπορεί ανά πάσα στιγμή ν΄αρχίσουν τα ουρλιαχτά.
«Ρώτα με οτι θέλεις», της ανακοινώνω.
«Αν πρόκειται να συνεχίσεις ν΄απαντάς με τέτοιο τρόπο...» μουρμουρίζει.
«Τι έχει ο τρόπος μου;»
Με κοιτάζει χαμογελώντας καυγαδίστικα.
«Θέλεις να σου βάλω αυτά που έχει γράψει μέχρι τώρα;» μου δείχνει το κασσετοφωνάκι.
Οτιδήποτε, αρκεί να σπάσει αυτή η σιωπή.
«Όχι εντάξει....» ψιθυρίζω. «Θα απαντάω».
«Για να δούμε...» αναστενάζει. «Πες μου για τις πρώτες σας εμφανίσεις, για το κλίμα που επικρατούσε τότε».

Πέρασαν κοντά δυο μήνες από εκείνο το Σάββατο της καταστροφής, δυο μήνες στους οποίους κάναμε τέσσερις με πέντε πρόβες κάθε βδομάδα. Μέχρι κι η μάνα του Γιωργάκη απηύδησε.
«Διαβάστε και λίγο ρε παιδιά, πού θα πάει αυτή η κατάσταση;»
«Μην ανησυχείτε κυρία Κατερίνα, τώρα που κατάργησε ο Παπατζής τις Πανελλήνιες στη Δευτέρα, είμαστε άνετοι», της χαμογελούσε ο Πίβοτ.
«Ναι, εύκολα θα βάλουν στις εξετάσεις», σιγοντάριζα εγώ σα χάνος.
«Μη μας πρήζεις ρε μάνα, φέρε τίποτα να τρώμε -κοντεύουν να μας τρυπήσουν τα στομάχια από το νες», αγρίευε ο Γιωργάκης.
Και η κυρία Κατερίνα σήκωνε τους ώμους πριν φύγει συνάμενη –κουνάμενη, εγώ ν΄αλληθωρίζω χαζεύοντάς την και ταυτόχρονα ν΄αγωνιώ μη με πάρουν είδηση.
«Δε μιλάς καλά στη μάνα σου», έλεγε ο Πίβοτ στον Γιωργάκη.
«Μην ανακατεύεσαι», φούντωνε εκείνος.
«Δίκιο έχει ο Πίβοτ. Είσαι τυχερός που έχεις τέτοια μάνα. Πού να δεις τις δικές μας», σιγοντάριζα εγώ.
«Ελάτε να κάνουμε πρόβα κι αφήστε τις μαλακίες», μας γείωνε το Μέταλλο.
Πρόβα και πάλι πρόβα και πρόβα ξανά.
Τα δάχτυλά μου είχαν βγάλει κίτρινα καύκαλα στις άκρες, πόναγα ακόμα κι όταν ακούμπαγα στο χαρτί του τετραδίου, με το ζόρι έγραφα. Αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να σταματήσουμε τις πρόβες, ούτε νεκροί.
Στον ένα μήνα βγάλαμε το κομμάτι των Ραμόνες –δηλαδή μάς άκουγες να το παίζουμε κι εκτιμούσες την εκτελεστική δεινότητα των Ραμόουνς αλλά τέλος πάντων, αυτό που άκουγες να παίζουμε έφερνε αρκετά στο κανονικό κομμάτι. Κάπως έτσι ξεθαρρέψαμε, αφήσαμε στην άκρη τα «εύκολα» και πλακωθήκαμε να παίξουμε αυτά που γουστάραμε. Για μια ακόμα φορά αν δεν είχαμε μαζί μας το Μέταλλο θα βαράγαμε διάλυση. Στην τριακοστή αποτυχημένη προσπάθεια να παίξουμε το Σαμπμίσιον των Πίστολς θα είχαμε κοπανήσει τα όργανα στο πάτωμα πριν φύγουμε τρέχοντας κι αυτή μάλλον θα ήταν η λογικότερη κίνηση της ζωής μας.
«Πάμε άλλη μία κανονικά -αν σκέφτεται κανείς να τα παρατήσει να μου το πει να τόνε θάψω στην κάσα για ηχομόνωση», απείλησε το Μέταλλο.
Κοίταξα τον Πίβοτ που πηγαινόφερνε το καρφωμένο στα χείλη του τσιγάρο για να δικαιολογήσει τα δάκρυά του. Από ώρα είχε σακατατέψει την τελευταία του πένα κι έπαιζε μ΄έναν Μπικ που έκανε τις χορδές ν΄ακούγονται εντελώς κούφιες, σαν πορδές γέρου. Ο Γιωργάκης ξερόβηχε κουβαριασμένος στον καναπέ αγκαλιά με τον ενισχυτή του. Εμένα ο πόνος είχε σκαρφαλώσει από τα ακροδάχτυλα μπλοκάροντας τις αρθρώσεις μου, χρειαζόταν να κοιτάζω κάθε τόσο τα χέρια μου για να βεβαιωθώ οτι δεν φοράω γάντια.
«Γλυφομούνι», βόγκηξε ο Πίβοτ.
«Είμαι ιδρωμένος, θα μου κάνεις όταν πλυθώ», του απάντησε το Μέταλλο και όντως έσταζε ιδρώτα σε κάθε κίνησή του.
«Ρε μαλάκα, θυμάσαι το πρώτο σου γλυφομούνι;» με ρώτησε ο Πίβοτ.
«Ποιο γλυφομούνι;» αναρωτήθηκα φωναχτά.
«Δεν; Ποτέ;» γέλασε ο Γιωργάκης.
«Γιατί εσύ δηλαδή;» νευρίασα.
«Εντάξει –μια φορά μόνο», απάντησε σεμνά.
«Κοίτα ο σπόρος», θαύμασε ο Πίβοτ.
«Εγώ ούτε έχω κάνει, ούτε πρόκειται», ξεκαθάρισε το Μέταλλο.
«Εκεί είσαι», πανηγύρισε ο Πίβοτ. «Γιατί δεν πρόκειται να κάνεις γλυφομούνι;»
«Επειδή σιχαίνομαι», παραδέχτηκε το Μέταλλο.
«Μπράβο. Έτσι θα το παίξεις», πετάχτηκε ο Γιωργάκης που έπιασε πρώτος απ΄όλους τι έλεγε ο Πίβοτ.
Το Μέταλλο τον κοίταξε με απορία.
«Έτσι ρε παιδί μου. Σα να έχεις μια γκόμενα και να σου’χει πρήξει τον πούτσο, γλιιιύψε με Στέργιο μ΄, γλιιιιύψε με μανάρ’ μουουουου», φώναξε ο Πίβοτ.
«Αηδίασα», έκανε το Μέταλλο. «Έπρεπε να την κάνεις και βλάχα;»
«Για να τονίσω το άρωμα τραγίλας στο μουνί της», παραδέχτηκε ο Πίβοτ.
«Μαλάκα θα κάνω εμετό», παρακάλεσε το Μέταλλο.
«Μην κάνεις εμετό. Παίξτο», του φώναξε ο Γιωργάκης.
«Κι εσύ χαμένε», μου είπε ο Πίβοτ. «Με το ζόρι σταύρωσες γκόμενα και φοβάσαι να χώσεις την κεφάλα σου ανάμεσα στα πόδια της αλλά θέλεις κιόλας, επειδή έτσι κάνουν οι μεγάλοι εραστές –πέφτεις λοιπόν με τα μούτρα και πνίγεσαι».
«Κατάλαβα», είπα.
«Άντε να δούμε», είπαν μ΄ένα στόμα ο Πίβοτ κι ο Γιωργάκης.
Στη συνέχεια παίξαμε το Σαμπμίσιον καλύτερα κι από τους Πίστολς –μάλλον όχι δηλαδή, αλλά έτσι μας φάνηκε. Και μετά το ξαναπαίξαμε άλλες τρεις φορές κολλητά για να βεβαιωθούμε.
«Φτάνει, το΄χουμε», είπε ο Πίβοτ.
«Συγνώμη λίγο –επιστρέφω», είπε το Μέταλλο και πετάχτηκε άσπρος σίφουνας Άζαξ παρασέρνοντας το χάι χατ. Βγήκε έξω από το στούντιο, τον ακούσαμε να βογκάει βγάζοντάς τ΄άντερά του. Ανάψαμε τσιγάρο περιμένοντάς τον, δεν τολμούσαμε ν΄αφήσουμε τα όργανα.
Το Μέταλλο επέστρεψε με σκυμμένο κεφάλι.
«Έχει καμιά μπύρα;» ρώτησε.
Ο Γιωργάκης άνοιξε ένα ψυγειάκι από φελιζόλ που κουβάλαγε από το σπίτι του και πέρασε μια Άμστελ στον Πίβοτ ο οποίος την άνοιξε με τον Μπικ πριν την δώσει στο Μέταλλο. Εκείνος γέμισε το στόμα του, μισάνοιξε την πόρτα, έφτυσε έξω, ξανάκλεισε και κάθισε στο σκαμνί του πίσω από τη ντραμς.
«Ωραίο πράγμα η μουσική», διαπίστωσε. «Πάμε άλλη μία».

Κάπως έτσι πέρασε ο καιρός και πατώσαμε στις εξετάσεις, ευτυχώς που μερικοί καθηγητές μάς λυπήθηκαν –έτσι την περάσαμε την τάξη. Εγώ κι ο Πίβοτ δηλαδή, το Μέταλλο δεν κατέβηκε καν, είχε ήδη μείνει μετεξεταστέος από απουσίες. Πηγαίναμε κάθε πρωί, γράφαμε κι όποιος τελείωνε έτρεχε να βρει το Μέταλλο που περίμενε στο στούντιο, πίσω από το σπίτι του Γιωργάκη, μουσκίδι ήδη πάνω στη ντραμς του. Ο Γιωργάκης έφτανε συνήθως τελευταίος κι έτρωγε το δούλεμα της αρκούδας, αλλά μέσα μας ξέραμε οτι θα πήγαινε καλά το παιδί, θα πέρναγε σε Πανεπιστήμιο όταν τελείωνε το Λύκειο.

«Γαμημένοι, ήρθε η ώρα μας», ακούστηκε η αγριοφωνάρα καθώς ο Πίβοτ κλώτσαγε την πόρτα του στούντιο για να μπει.
Είχα δώσει λευκή κόλα στην Ιστορία (το πέρναγα έτσι κι αλλιώς το μάθημα) και πρόβαρα κοντά μια ώρα με το Μέταλλο –όπως ήμασταν απορροφημένοι κοντέψαμε να χεστούμε πάνω μας.
«Την άλλη φορά που θα μπεις έτσι...» ξεκίνησε να απειλεί το Μέταλλο.
«Την άλλη φορά θα με κυνηγάνε γκομενίτσες για αυτόγραφο κι έτσι θα μπω ακόμα πιο φουριόζος», του είπε ο Πίβοτ.
Το Μέταλλο με κοίταξε στριφογυρίζοντας τη μπαγκέτα στο μηνίγγι του σε στυλ «κρίμα το παιδί».
«Ακόμα να έρθει ο Γιωργάκης;» ρώτησε διαπιστωτικά ο Πίβοτ. «Το πάει φιρί-φιρί για έπαινο αυτό το παιδί. Τέλος πάντων, άλλο είναι το θέμα μας».
«Έχουμε κάποιο θέμα;» με ρώτησε το Μέταλλο.
«Εμείς όχι αλλά αυτός έχει πάντα θέμα», του εξήγησα.
«Μαλάκες, ποταποί κι ανίδεοι», αγόρευσε όλο αηδία ο Πίβοτ. «Αλλά η κατάρα τα’φερε να κάνω συγκρότημα μαζί σας κι έτσι θα έχετε την ανέλπιστη τύχη να με συνοδεύσετε στη συναυλία του Λυκείου...»
«Εεεε;» έκανα.
«Η οποία θα γίνει σε δυο βδομάδες στην αίθουσα του Γυμναστηρίου....»
«Τι λέει ο μαλάκας; Ηλίαση έπαθε;» αναρωτήθηκε το Μέταλλο.
Ηλίαση; Μακάρι. Παράκρουση; Πού τέτοια τύχη; Ο βλαμμένος ο Πίβοτ μάς είχε κλείσει την πρώτη συναυλία της ζωής μας χωρίς καν να μας ρωτήσει.

«Μόνοι μας;» ρώτησε ο Γιωργάκης όταν του είπαμε τα καθέκαστα.
«Θα παίξουν και οι Χελ Χάι».
«Χάι;»
«Από την παραλία. Χαρντροκάδες. Παίζουν χρόνια στα κλαμπάκια».
«Άλλος;»
«Μου είπαν οτι κοιτάζουν να βρουν και κανένα μεγάλο όνομα».
«Μεγαλύτερο από μας;»
«Ναι –αυτό τους ρώτησα κι εγώ».
«Και θα βάλουν εισιτήριο;»
«Σαφώς».
«Εμείς τι παίρνουμε;»
«Ένα μύδι».
«Έκαστος;»
«Όχι –δια του τέσσερα».
«Και οι Χελ Χάι;»
«Ή μαλάκας είσαι ή τον παριστάνεις με τρομερή επιτυχία».
«Γιατί ρε;»
«Αυτούς τους παρακαλάνε να παίξουν ενώ εμείς παρακαλέσαμε».
«Ποιος παρακάλεσε;»
«Εγώ ρε μαλάκα, αλλιώς πώς θα παίζαμε;»
«Μήπως να μην παίζαμε επειδή δεν είμαστε ακόμα έτοιμοι;»
«Και πότε θα είμαστε έτοιμοι; Σε καμιά πενταετία;»
«Ρε βλάκα, ούτε κομμάτια δεν έχουμε».
«Έχουμε».
«Ποια».
«2-3 από Ραμόνες....»
«Υπέροχα».
«Το Σαμπμίσιον....»
«Εντάξει και το Λέιζι Σοντ».
«Το Καμ ον εβριμπάντι....»
«Το Νο φαν, του Ίγκυ...»
«Και το δικό σου...»
«Ποιο δικό μου;»
«Αυτή τη βλακεία με τα μαλλιά και τα μυαλά....»
«Θέλει δουλειά».
«Να την κάνουμε».
«Κι ένα ακόμα....»
«Δεν ξέρουμε άλλο».
«Ένα ακόμα –δικό μας».
«Πώς δικό μας;»
«Έχω στίχους», είπε ο Γιωργάκης.
Τον κοιτάξαμε, μετά καθίσαμε όλοι στον καναπέ και πέριξ καπνίζοντας. Προετοιμαζόμασταν για συναυλία κι αυτό θα έπρεπε να μας κόβει τα γόνατα αλλά δεν ήταν έτσι.
«Για φέρε τους στίχους», είπε ο Πίβοτ στον Γιωργάκη.
Εκείνος πήγε στη γωνιά που είχε στοιβάξει τους δίσκους, τράβηξε ένα ντοσιέ, έψαξε στις σελίδες, μετά μάς διάβασε.
Κι αυτό που μάς διάβασε έλεγε για ένα μαχαίρι στο τραπέζι που η άκρη του έσταζε φως και μια γυναίκα που προσπαθούσε μάταια να θηλάσει το μωρό της κι ένα μαχαίρι στο τραπέζι που η άκρη του έσταζε αίμα κι ένα μωρό που κοιμόταν γαλήνιο όσο η μάνα του καθάριζε τα χείλη του με βρεμένο πανί.
Μετά ο Γιωργάκης έκλεισε το ντοσιέ και το άφησε δίπλα του.
«Εγώ δεν το παίζω αυτό το πράγμα, θα μάς πάρουν με τις ντομάτες», είπε το Μέταλλο.
«Ποιος πήρε απόφαση οτι θα τραγουδάμε ελληνικά;» ρώτησα.
Με κοίταξαν.
«Κανένας», είπε ο Πίβοτ. «Απλά αυτό που έχω γράψει είναι στα ελληνικά κι ο Γιωργάκης το ίδιο. Άρα...»
«Και μέχρι να σκεφτούμε κάτι στα αγγλικά...» συνέχισε ο Γιωργάκης.
«Δε με χαλάει», διευκρίνισα. «Απλώς ήθελα να μάθω ποιος πήρε απόφαση...»
«Αυτή ήταν μια απόφαση που δεν πήραμε, αλλά μάς πήρε», μουρμούρισε ο Πίβοτ.
«Εγώ πάντως δεν το παίζω αυτό με το βυζί», ξανάπε το Μέταλλο.
«Για να ξεκινάμε πρόβα –έχουμε και συναυλία», φώναξε ο Πίβοτ.
Κι αυτό ήταν η μόνη λύση.

Χρειάζεται να σου πω οτι τις δυο βδομάδες μέχρι τη συναυλία τις περάσαμε μέσα στο στούντιο του Γιωργάκη; Πηγαίναμε το πρωί σκαστοί (ποιος τις γαμεί τις εξετάσεις;) και φεύγαμε κατά τις 8 με 9 το βράδυ πεθαμένοι. Φτάνοντας στα σπίτια μας είχαμε μισή ωρίτσα κατσάδα, άλλη μισή ώρα φαγητό και μετά μπάνιο και ύπνο. Στα όνειρά μας βλέπαμε μια άδεια σκηνή, κόσμο να μας επευφημεί όσο εμείς πίσω από τις κουρτίνες αναρωτιόμασταν αν πρέπει να ξαναβγούμε εφόσον δεν έχουμε άλλο κομμάτι να παίξουμε. Αυτή ήταν τέλος πάντων η κεντρική ιδέα της αγωνίας που σκηνογραφούσε τα όνειρά μας.

Το «Μαλλιμπού 1» (όπως αποφασίσαμε να ονομάζουμε το κομμάτι του Πίβοτ) είχε κάπως συμμορφωθεί, ο Γιωργάκης έβαλε κάτι λοβοτομές και τυφλές υπακοές μέσα, το τραγούδαγε σε στυλ Μάι Τζενερέισον στο πιο παραπληγικό, κοιτάζαμε όλοι να μένουμε μακριά του για να μη μας ψεκάζει με σάλια.
Το «Θηληκό μαχαίρι» (έτσι έλεγε το ποίημα του ο Γιωργάκης) το πιάναμε όταν κουραζόμασταν με τα υπόλοιπα και είχαμε κάνει κάτι δοκιμές να το παίξουμε με εισαγωγή δική μου, παραμορφωμένη α λα Πητ Ράιτ στο Μάδερ Έρθ, καπάκι καταιγιστικά γεμίσματα από το Μέταλλο και στη συνέχεια ο Γιωργάκης να λέει τους στίχους πάνω σε κοφτά ριφ του Πίβοτ. Βέβαια κάθε φορά, πριν το ξεκινήσουμε, έπρεπε να διαβεβαιώσουμε το Μέταλλο οτι δεν επρόκειτο να το παίξουμε στη συναυλία. Και κάθε που το τελειώναμε νιώθαμε οτι μας είχαν κλωτσήσει στο ηλιακό πλέγμα, κατέληξε αυτό το κομμάτι να το παίζουμε πριν από το Σαμπμίσιον για προετοιμασία. Έτσι περάσαμε τις μέρες μέχρι τη συναυλία, προσπαθώντας να επιπλεύσουμε σε σιχαμένες θάλασσες.

Η συναυλία στην αίθουσα του γυμναστηρίου ήταν ιδέα του πενταμελούς –για την ακρίβεια είχανε φάει μπόλικα φράγκα από χοροεσπερίδες και λοιπές κοινωφελείς εκδηλώσεις, θέλανε λοιπόν να ρεφάρουν δείχνοντας οτι ξοδεύουν για τη συναυλία. Αυτό δεν το ξέραμε πριν παίξουμε –μετά το μάθαμε όταν ανακαλύψαμε οτι οι Χελ Χάι πληρώθηκαν όσο ακριβώς κι εμείς, άσε που αργότερα βγήκε η βρώμα στην παραλία οτι ψάχνανε με το κιάλι για μαλάκες που θα παίξουν τζάμπα στη σχολική συναυλία κι ο δικός μας ο Πίβοτ τους παρακάλαγε από πάνω. Τα λέω γιατί έχουν τη σημασία τους όλα αυτά ή μπορεί και όχι.

Είχαμε προετοιμαστεί για μαραθώνια πρόβα το βράδυ πριν τη συναυλία, σκοπεύαμε να λιώσουμε κανονικά, αλλά ο Πίβοτ μάς γείωσε.
«Ότι μάθαμε, μάθαμε».
«Αυτό το λέγαμε για τα διαγωνίσματα».
«Κι εδώ το ίδιο είναι. Δεν αγγίζουμε όργανα σήμερα».
«Ρε μαλάκα....»
«Μαλάκας είσαι. Νομίζεις οτι θα βγούμε να τους μαγέψουμε σε στυλ οι βιρτουόζοι του κλαρινέτου; Πανκ παίζουμε, το έχεις καταλάβει;»
«Και νιου γουέιβ».
«Τέλος πάντων».
«Έχει δίκιο –αν είμαστε αυθεντικοί θα....»
«Τι να είμαστε;»
«Αυθεντικοί...»
«Οθέντικ σα να λέμε».
«Σαν τα Αντίντας, με το Αρ σε κύκλο δηλαδή».
«Τώρα το μαλάκισες».
«Μα κι εσύ... άκου αυθεντικοί».
«Έχεις όρεξη για καυγά μού φαίνεται».
«Κι αν έχω;»
«Κόφτε το και πάμε για μπύρες επιτόπου. Μέχρι αύριο δεν θέλω ν΄ακούσω κουβέντα για τη συναυλία».
«Μαλακισμένο».
«Είσαι».
Πήγαμε στου Μπιλ και μόνο για τη συναυλία μιλούσαμε, τι υποστήριξη ήθελε ο καθένας από τους άλλους πού να προσέξουμε για να μην κρεμαστούμε.... Και κάθε 10 λεπτά από διαφορετικό στόμα:
«Πείτε και τίποτ’άλλο ρε μαλάκες».
10 δευτερόλεπτα σιωπής, μετά πάλι για την αυριανή συναυλία. Πάλι, πάλι, πάλι –τα ίδια και τα ίδια, μας πρήξαμε τ΄αρχίδια.
Και τα στομάχια σφαγμένα από τις μπύρες, τα στόματα τίγκα στη χολή, αλυσιδωτά τσιγάρα, αλυσιδωτό κατούρημα. Όταν γύρισα σπίτι μου ήρθε το ταβάνι του δωματίου και με πίεσε ακριβώς πάνω στον πονοκέφαλο. Ταχυπαλμία –ευτυχώς το σχολείο είχε τελειώσει, κατάφερα να κοιμηθώ ήσυχα, 5 με 9 το πρωί. Μετά ήρθε η μάνα μου να με τρελάνει επειδή κοιμόμουν ακόμα και τι άνθρωπος θα γινόμουν που μόνο να κοιμάμαι ήθελα ενώ κανονικά έπρεπε τώρα να έχω βγει στη γύρα να ψάχνω καλοκαιρινή δουλειά, έτσι για το χαρτζιλίκι μου βρε αδερφέ –τη βλαστήμησα και την έδιωξα αλλά μαζί της έφυγε κι ο ύπνος.
Ήπια τρεις φραπέδες μέχρι να μεσημεριάσει και τότε κάθισα στο τραπέζι για φαγητό –είχαμε γεμιστά –σκάλισα μια ντομάτα με το πιρούνι, αναγούλιασα.
«Ρε μάνα, τι έχουν μέσα οι ντομάτες;»
«Ρύζι –τι ήθελες να’χουν;»
«Μόνο;»
«Έβαλα και σπόρους από κουκουνάρι...»
«Σαν ποντικοκούραδα είναι».
«Φάε τώρα, δεν έχουμε τίποτ΄άλλο».
Πού να κατέβει μπουκιά; Μάσησα λίγο ψωμί αλλά αντί να καλυτερέψουν τα πράγματα παπάριασε η σκατόψυχα με όσο σάλιο μού είχε απομείνει, ξεράθηκε ο καταπιόνας μου, κόντεψα να πάθω ασφυξία προσπαθώντας να κατεβάσω τη μπουκιά. Πλακώθηκα στα νερά μπας και σωθώ, με τα χίλια ζόρια καθάρισα δυο πιρουνιές ρύζι από τις παλιοντομάτες, αλλά τη δεύτερη φορά που κατάπια έγινε το στομάχι μου Μαλιμπού Μπιτς, σηκώθηκε δηλαδή ένα κύμα από φραπεδόνερα εκεί μέσα, προσπάθησε το ρύζι να σερφάρει, αλλά δίπλωσε το κύμα απότομα και βρέθηκα αγκαλιά με τη χέστρα να ξερνάω. Κάπως έτσι, ήρεμα και χαλαρωτικά, κύλησε το μεσημέρι.

Κατά τις 5 ξεκίνησα να ντύνομαι κι αυτό πήρε ώρα πολλή επειδή έπρεπε να υπάρχει μια άποψη –ακόμα περισσότερο -μια δήλωση στο ντύσιμό μου, κατέληξα λοιπόν να φέρνω σε αρλεκίνο από τις πολλές κονκάρδες. Βούτηξα μετά από την κατάψυξη ένα μπουκάλι με χυμό από στυμμένα λεμόνια που φύλαγε η μάνα μου, το άφησα στο πρεβάζι του παραθύρου μπας και το σπάσει λίγο η κάψα, ήξερα οτι έπρεπε να το ανακατέψω με λίγη ζάχαρη, να φτιάξω μια παχύρρευστη γλίτσα, αν ήθελα να κάνω όρθιο μαλλί. Ο Γιωργάκης είχε προτείνει τις λακ της μάνας του αλλά δε γουστάραμε να μυρίζουμε σαν παρφουμαρισμένες γκόμενες. Ντύθηκα, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη για κάνα τέταρτο, έριξα το τζιν μπουφάν μου στον ώμο και βγήκα με σφιγμένα δόντια για να μετρηθώ με τον κόσμο ολόκληρο. Πήδηξα σαν κατσίκι πάνω απ΄τις σπασμένες πλάκες του πεζοδρομίου, ντρίπλαρα αέρινα μια καχεκτική νεραντζιά που μου’κλεινε το δρόμο και άνοιξα το βήμα μου –ότι ήταν να γίνει, ας γινόταν μια ώρα αρχύτερα.

Λίγα λεπτά αργότερα έτρεχα με το κεφάλι χωμένο στους ώμους, ίδρωνα κιόλας σα μοσχάρι επειδή είχα φτάσει στη μέση της διαδρομής όταν ανακάλυψα οτι ξέχασα το μπάσο στο σπίτι.

Βρήκα τους υπόλοιπους μέσα στα νεύρα να κουβαλάνε ηχεία και μπαλαντέζες. Το Μέταλλο έστρωνε καλώδιο κι ο Γιωργάκης μπουσούλαγε πίσω του σαν πεκινουά στερεώνοντάς το με μονωτική ταινία.
«Νωρίς ήρθες. Δεν περίμενες πρώτα να τακτοποιήσουμε;» γκρίνιαξε ο Πίβοτ.
«Τι τρέχει εδώ;» απόρησα.
«Τρέχει οτι τα μουνόπανα τ΄αφήσανε όλα χύμα και πρέπει να κάνουμε εμείς την εγκατάσταση», είπε το Μέταλλο.
«Οι άλλοι πού είναι;»
«Οι διοργανωταί;» κορόιδεψε ο Πίβοτ.
«Όχι μωρέ –οι μαλλιάδες».
«Πίνουν μπύρες από πίσω, μάς ειδοποίησαν κιόλας να τα ετοιμάσουμε γρήγορα για να κάνουν σάουντ τσεκ».
«Άψογοι οι βαρυμέταλλοι», θαύμασα.
«Επαγγελματίες», σιγοντάρισε ο Γιωργάκης κόβοντας ταινία με τα δόντια.
Μέχρι να τελειώσουμε το κερατιλίκι είχαμε γίνει λούτσα –ούτε μπάλα να παίζαμε –τα μαλλιά μάς πέφτανε στα μάτια, οι μπλούζες τίγκα στα μπαλώματα, τα μαύρα παντελόνια κάτασπρα από τη σκόνη.
«Φάε κάτι μαλάκες», μας θαύμασε ο Πίβοτ.
«Άποψη», διαπίστωσε ο Γιωργάκης.

Οι Χελ Χάι ήταν κάτι σκατόγεροι τριαντάρηδες, κουβαλάγανε μαζί τους κάτι ψόφιες Αγγλίδες από την παραλία κι έναν φαλακρογιεγιέ ασπρομάλλη που τον συστήνανε σαν ηχολήπτη. Μπήκανε στο γυμναστήριο με ύφος Ρόλινγκ Στόουνς, βαδίσανε βαριεστημένα μετρώντας τον χώρο, ένας τους μάλιστα σούταρε κάποιο μπουκάλι της Άμστελ στον τοίχο –γέμισε γυαλιά ο τόπος.
«Ευχαριστούμε παιδιά, τώρα μπορείτε να πηγαίνετε», μας ζήτησε ο διπλανός του μπουκαλοσφαιριστή.
«Ανέβα στην κονσόλα παππού μπας και μας φτιάξεις», φώναξε ο τρίτος της παρέας.
«Θέλετε κάτι παιδιά;» μας ρώτησε ο μπουκαλοσφαιριστής. «Επειδή έχουμε να κάνουμε σάουντ τσεκ...»
Το Μέταλλο πριν κάτι μήνες θα ήτανε ταμάμ με τους μαλλιάδες αλλά από τη στιγμή που είχε εμφανιστεί κουρούπας στο σχολείο καλλιεργούσε ένα στυλάκι ροκαμπίλι με τσουλούφι ατίθασο. Έπρεπε να δουν τις κονκάρδες του οι μαλλιάδες για να ψυλλιαστούν οτι πρόκειται περί δικού τους αλλά εκείνοι δεν καταδέχονταν να κοιτάξουν ούτε τον πούτσο τους. Γι΄αυτό κι όταν το Μέταλλο στήθηκε μπροστά τους αγριεμένο νόμισαν οτι πρόκειται για καθαρά μουσική διαφωνία.
«Δεν πάμε πουθενά, παίζουμε κι εμείς στη συναυλία και μάζεψε τα σπασμένα μην κοπεί κάνα παιδί και τρέχουμε όλοι μας», μούγκρισε στον μπουκαλοσφαιριστή.
Έμειναν να κοιτάζονται για λίγο, ο γομάρης μπουκαλοσφαιριστής και το Μέταλλο που του έφτανε μέχρι το σαγόνι.
«Είσαστε συγκρότημα δηλαδή;» ρώτησε κάποιος άλλος.
«Ναι», είπε ο Πίβοτ.
«Και πώς σας λένε;»
«Είμαστε το Φάντασμα στη Μηχανή», ανακοίνωσε ο Γιωργάκης.
«Ένα Φάντασμα της Όπερας ήξερα. Συγγενής σας;» κορόιδεψε ο κάποιος άλλος.
«Κι αφού γελάσαμε όλοι μαζί, να σας πούμε οτι δεν πάμε πουθενά γιατί θέλουμε να κάνουμε κι εμείς σάουντ τσεκ», ανακοίνωσε με τη σειρά του ο Πίβοτ.
«Ναι ε;» απόρησε ο μπουκαλό.
«Έχετε ηχολήπτη;» ενδιαφέρθηκε ο άλλος.
«Δεν τον χρειαζόμαστε», είπε ο Πίβοτ.
Οι μαλλιάδες ξεκωλώθηκαν να γελάνε και με το δίκιο τους. Η επόμενη ώρα πέρασε με μας να τριγυρνάμε σαν ορφανά αγγούρια όσο εκείνοι κάνανε τις δοκιμές τους. Όταν φύγανε αφήσαμε να περάσει κάνα εικοσάλεπτο πριν βγούμε έξω –φυσικά δεν είχαμε ιδέα από κονσόλες και σάουντ τσεκ αλλά δεν θέλαμε να φανούμε εντελώς του ασχέτου. Μ΄αυτά και μ΄αυτά ξεχάσαμε τη συναυλία και την αγωνία της.

Το Γυμναστήριο είχε μια υπερυψωμένη σκηνή στην βορεινή του άκρη –καθώς φαίνεται ο αρχιτέκτονας το σχεδίασε για αίθουσα εκδηλώσεων κι όχι για να στρώνουμε ίππους και δίζυγα. Πίσω από τη σκηνή υπήρχε ένας μακρόστενος διάδρομος με δυο υποτυπώδη δωματιάκια, στη δεξιά και την αριστερή πλευρά της σκηνής –όταν κάναμε γυμναστική τα χρησιμοποιούσαμε για αποδυτήρια, τώρα λειτουργούσαν σαν καμαρίνια των μουσικών.
Οι μουσικοί. Τρεις μαλλιάδες με τις ξεκωλιάρες τις Αγγλίδες της παραλίας κι εμάς να μας έχουν πεταχτεί τα μάτια έξω από το μπανιστήρι.
«Μαλακισμένα –δεν θα παίξετε πάνω από 4 κομμάτια, έχουμε κι άλλες δουλειές, δε θα το ξενυχτήσουμε εδώ», μας προειδοποίησε ο ένας μαλλιάς.
«Άμα βιαζόσαστε, παίξτε πρώτοι», απάντησε ο Πίβοτ.
«Τι λέει το άτομο;» ρώτησε ο ένας μαλλιάς.
«Λέει να βγουν πρώτα οι χέντλιντερς και μετά το σαπόρτ», του εξήγησε ο άλλος.
«Μην τον παρεξηγείς, μάλλον τον πείραξε το ανθρακικό από τη λεμονάδα», δικαιολόγησε ο τρίτος.
«Θα τους γαμήσω όρθιους», μούγκρισε ο Πίβοτ.
«Κάτσε στ΄αυγά σου», του σφύριξε το Μέταλλο.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε το πενταμελές.
«Είσαστε έτοιμοι;» μας ρώτησαν.
«Έτοιμοι γεννηθήκαμε», είπε ο Γιωργάκης.
Οι μαλλιάδες μάς κοίταξαν κι έριξαν ένα φτιαχτό ξέφρενο γέλιο πριν επιστρέψουν βιαστικά στο μπαλαμούτι.
«Σας ανακοινώνω και βγαίνετε», είπε ένας του πενταμελούς.
Σηκωθήκαμε -τα γόνατά μας δίπλωσαν σα μαριονέτες που τους έσπασαν οι σπάγκοι.
Φόρεσα το μπάσο, ο Πίβοτ έβαλε μαγκιόρικα την κιθάρα στην πλάτη σαν καραμπίνα, ο Γιωργάκης πήγε να πει κάτι αλλά το μετάνιωσε, το Μέταλλο ένωσε τα δάχτυλά του και οι κλειδώσεις του έτριξαν –περπατήσαμε μαζί τ΄ατέλειωτα χιλιόμετρα από τα παρασκήνια μέχρι τη σκηνή.
«Τη συναυλία των Χελ Χάι θ΄ανοίξει το συγκρότημα του σχολείου μας, υποδεχτείτε τα Φαντάσματα», τσίριζε εκεί έξω στο ανοιχτό μικρόφωνο ο πρόεδρος του πενταμελούς.
Χλιαρά χειροκροτήματα και ζωηρά γέλια –δίπλωσα πάνω στο μπάσο προσπαθώντας να κρατήσω ένα ακόμα ορμητικό κύμα εμετού που σηκώθηκε στο Μαλιμπού Μπιτς. Και το κύμα μάς ξέβρασε στη σκηνή να τρέμουμε μουσκεμένοι.

Το Μέταλλο απέφυγε να κοιτάξει κάτω όσο έπαιρνε θέση πίσω από τη ντραμς, ο Γιωργάκης έφτιαξε τη βάση του μικροφώνου, ο Πίβοτ διάλεξε ενισχυτή και πήρε να δοκιμάζει την κιθάρα του, έκανα κι εγώ το ίδιο στην άλλη άκρη της σκηνής.
«Καλησπέρα», είπε ο Γιωργάκης στο μικρόφωνο.
«Άντε γαμήσου», του απάντησαν κάτι κανίβαλοι της μπροστινής σειράς.
Ο Πίβοτ πλησίασε τον Γιωργάκη, έχωσε την κεφάλα του μπροστά στο μικρόφωνο και φώναξε....
«Είμαστε το Φάντασμα στη Μηχανή -ήρθαμε να σας γαμήσουμε».
Ο Γιωργάκης εκμεταλλεύτηκε τα δευτερόλεπτα αμηχανίας των παιδιών από κάτω και συμπλήρωσε...
«Γαμιούνται τα φαντάσματα κι οι φαντασμένοι».
«Πάμε το Καμ ον», μάς φώναξε ο Πίβοτ -ξεκινήσαμε τσάτρα πάτρα για να μην αφήσουμε χρόνο στους από κάτω.
Πριν το πρώτο ρεφρέν είχε φανεί το πράγμα οτι ήταν είμαστε αλλού γι’ αλλού, στη συνέχεια συνειδητοποίησα οτι δεν άκουγα τίποτα, ούτε εμένα, ούτε τους άλλους –μόνο τη ντραμς του Μέταλλου και τη φωνή του Γιωργάκη. Η φωνή του Γιωργάκη ήταν πολύ καλή τελικά και αυτό ήταν το μοναδικό καλό που είχαμε να δείξουμε. Ο Πίβοτ ακουγόταν σαν ανοιχτήρι κονσέρβας κι εγώ σαν πάπια που βόλταρε στις λάσπες. Τα παιδιά από κάτω έμοιαζαν μπερδεμένα –να μάς κράξουν ή να μάς γράψουν; Επέλεξαν το δεύτερο ευτυχώς.
Τελειώσαμε το κομμάτι μέσα σε φασαρία –τα παιδιά από κάτω είχαν πιάσει ψιλοκουβέντα, κάποιος χειροκρότησε ξεκαρδισμένος στα γέλια. Αυτόν τον πούστη τον γνώρισα, ήταν από την παρέα του Μέταλλου.
«Δεν έχει πλάκα», ούρλιαξε στο μικρόφωνο ο Γιωργάκης και μπήκαμε στο Νο φαν κάπως καλύτερα απ΄ότι προηγουμένως –καμιά σχέση με τις πρόβες βεβαίως. Το μικρόφωνο του Γιωργάκη τράβηξε έναν ξεγυρισμένο μικροφωνισμό και κάποια παιδιά από κάτω βούλωσαν τ΄αυτιά τους αλλά ο Γιωργάκης δεν ενοχλήθηκε, απεναντίας, έβγαλε το μικρόφωνο από τη βάση και γονάτισε στην άκρη της σκηνής, έσκυψε προς τα κάτω κι άρχισε να ουρλιάζει το τραγούδι. Τα παιδιά πάγωσαν για μια στιγμή –διχασμένα. Πήγα λίγο πιο μπροστά, το ίδιο έκανε κι ο Πίβοτ, για να είμαστε έτοιμοι.
«Παίξε πάνω σε μένα ρε Τρανζίστορ, δεν πατάς πουθενά», φώναξε από πίσω μας το Μέταλλο.
Εκείνη τη στιγμή ο Πίβοτ βρέθηκε πάνω από τον Γιωργάκη, γύρισε την κιθάρα του σαν ακόντιο και συνέχισε να παίζει σημαδεύοντάς τον –κάποια παιδιά ζητωκραύγασαν το ψευτοχέβι στυλάκι, εγώ χαλάστηκα. Πάντως, στο τέλος του τραγουδιού πέσανε κάνα δυο κανονικά χειροκροτήματα.
«Τώρα θα σας παίξουμε κάτι δικό μας», ανακοίνωσε ο Πίβοτ.
«Γιατί;» κλαψούρισε ένα παιδί από κάτω.
«Δε μας λυπάσαι;» κορόιδεψε κάποιος άλλος.
«Μαλλιμπού 1», ψιθύρισε ο Πίβοτ προσπαθώντας να μην ακουστεί στους από κάτω.
Ξεκινήσαμε να το παίζουμε στο κανονικό αλλά ο Γιωργάκης σεληνιάστηκε, το γύρισε στην παθιασμένη παράσταση, μέχρι που πήδηξε κάτω από τη σκηνή όσο τον πήγαινε το καλώδιο, τα παιδιά της πρώτης σειράς τον κύκλωσαν αμέσως κι αρχίσανε να πέφτουν κάτι σφαλιάρες του στυλ αλλαρία μουνταρία –ο Γιωργάκης όμως απτόητος. Κανείς δεν ξέρει που θα κατέληγε αυτό αν δεν έλυνε τη ζώνη της κιθάρας ο Πίβοτ και δε βούταγε με τα μούτρα στη φασαρία –μετά από λίγο σκαρφάλωσαν μαζί με το Γιωργάκη στη σκηνή...
«Γουστάρετε περιπέτεια –έτσι;» ούρλιαξε στο μικρόφωνο ο Πίβοτ.
«Θα σας δώσουμε να πάρετε και για το σπίτι», τον ακομπανιάρισε ο Γιωργάκης κι εγώ ήξερα τι έπρεπε να κάνω.
Έτσι ήταν φτιαγμένο από την αρχή, θα μπορούσα να το πω κανονισμένο αν είχε γίνει η παραμικρή συνεννόηση. Αλλά δεν είχαμε συνεννοηθεί.
Σαλτάρισα ίδιος φασουλής στην άκρη της σκηνής και ξεκίνησα τη γαμημένη Μάδερ Ερθ εισαγωγή του «Θηληκού Μαχαιριού», άκουσα ένα «γαμιέστε όλοι σας» από το Μέταλλο που, πάντως, μπήκε κανονικά στο κομμάτι, γέμισε η αίθουσα απ΄τον κρουστό βομβαρδισμό, οι μαλλιάδες οι φίλοι του πήραν να χειροκροτάνε. Εκείνη τη στιγμή θα προτιμούσα να είμαι θαμμένος σε μυρμηγκοφωλιά παρά στη θέση του Μέταλλου και το ίδιο θα προτιμούσε κι εκείνος.
Ο Πίβοτ μπήκε αεράτος στο κομμάτι κι ο Γιωργάκης ξεκίνησε μια ερμηνεία δίχως αύριο. Δεν χρειάστηκαν πάνω από δυο κουπλέ για να καταλάβουν τα παιδιά από κάτω –το γιουχάισμα ξεκίνησε σχεδόν ομόφωνο κι όταν είπε για δεύτερη φορά το ρεφρέν ο Γιωργάκης έπρεπε να σκύβουμε αν θέλαμε ν’αποφεύγουμε τα μπουκάλια.
«Κατεβείτε κάτω ρε μουνιά».
«Διώξτε τους».
«Ντου ρε».
«Τι τους κοιτάτε τους μαλάκες;»
«Γαμημένοι ανώμαλοι».
«Ψυχάκηδες».
Δεν χρειάστηκε πολλή ώρα για ν’ανέβουν στη σκηνή –αγριεμένα παιδιά που μας σπρώχνανε και κυνηγάγανε το Γιωργάκη όσο εκείνος τούμπαρε τα μηχανήματα για να κερδίσει λίγο χρόνο μπας και φτάσει στο τέλος του τραγουδιού.
Μέχρι που τον στρίμωξαν δίπλα στα καμαρίνια, θα μπορούσε να τους ξεφύγει και να χωθεί μέσα αλλά καθόταν και τους κοίταζε χαμογελώντας, θα τον λιώνανε επιτόπου αν δεν τράβαγε ένα μνημειώδες σάλτο το Μέταλλο και δεν έσκαγε πάνω τους ουρλιάζοντας...
«Αφήστε το παιδί ρε μουνιά».
Εγώ κι ο Πίβοτ προσπαθούσαμε να γλιτώσουμε τα όργανά μας κι έτσι τρώγαμε ξύλο αβέρτα. Μέχρι που πέσανε στη μέση κάτι ψύχραιμοι, μας πήγαν καροτσάκι ως την πόρτα του γυμναστηρίου, εκεί μάς ξηγηθήκανε κάτι σούτια ευθύβολα –βρεθήκαμε κουτρουβαλώντας στη μέση του προαυλίου να μετράμε παΐδια και να ψάχνουμε δόντια.

Τα παιδιά μέσα στο γυμναστήριο είχαν αφηνιάσει –βρήκαν την ευκαιρία και την άρπαξαν απ΄τα μαλλιά, μερικοί θυμήθηκαν οτι κάποιοι άλλοι τους είχαν κλέψει γκόμενα, κάποιοι είχαν άχτι το πενταμελές και οι υπόλοιποι απλώς συμμετείχαν στο πανηγύρι για να μην τους κακοχαρακτηρίσει το περιβάλλον. Αποτέλεσμα –σαλούν. Τζαμαρίες κατέβηκαν, μηχανήματα ισοπεδώθηκαν, μάγουλα μάτωσαν...

Αργότερα μάθαμε οτι οι Χελ Χάι μάς έψαχναν να μάς γαμήσουν.

Εκείνη τη μέρα όμως, σέρνοντας από τις μασχάλες το Γιωργάκη που είχε μαζέψει τις περισσότερες, ανεβήκαμε τις σκάλες του σχολείου «πιο δυνατοί κι από το διάβολο».

«Την άλλη φορά που θα παίξετε κομμάτι χωρίς να το έχουμε συμφωνήσει θα σας σκίσω τα βάρδουλα», είπε το Μέταλλο.
«Τι γκρινιάζεις τώρα. Καλά δεν ήταν;» τον ρώτησε ο Πίβοτ.
Το Μέταλλο προχώρησε μπροστά χωρίς να απαντήσει.

«Τους ανατινάξαμε τα μυαλά», κλαψούρισε ο Γιωργάκης ενώ τα χείλια του άρχιζαν να πρήζονται.
«Ναι», είπα.
«Έχασα ένα δόντι», συνέχισε εκείνος.
«Ναι;» απόρησα.
«Ναι –πλαϊνό».
«Α, ναι», μουρμούρισα κουρασμένα.

Πήγαμε τον Γιωργάκη μέχρι το σπίτι του, κάτσαμε λίγο να ηρεμήσουμε την κυρία Κατερίνα που έγινε άσπρη σα χασές όταν μας είδε και μετά φύγαμε.

«Εντάξει ρε Μέταλλο;» ρώτησε ο Πίβοτ εκεί που χωρίζανε οι δρόμοι για τα σπίτια μας.
«Δεν ξέρω», έκανε εκείνος χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από την άσφαλτο.
«Εγώ ξέρω», είπε ο Πίβοτ.
«Ε, αφού ξέρεις....» μουρμούρισε το Μέταλλο κι έφυγε χωρίς να χαιρετήσει.

«Αύριο έχει πρόβα –όσο είμαστε ακόμα ζεστοί», μου είπε ο Πίβοτ όταν φτάσαμε έξω από το σπίτι του.
«Λες οτι μετά από τόσο ξύλο θα μπορέσουμε να παίξουμε;» απόρησα.
«Όσο είμαστε ακόμα ζεστοί», μου υπενθύμισε.
«Ρε Πίβοτ...»
«Τι;»
«Αξίζαμε τίποτα εκεί πάνω;»
«Το ρωτάς;»
«Ναι».
«Δεν ξέρω ρε Τρανζίστορ, δεν ξέρω αν αξίζαμε. Ξέρω μόνο οτι θα τους γαμήσουμε τα πρέκια».
«Γεγονός αυτό;»
«Μα αφού στο λέω...»
«Εντάξει».
«Αύριο πρόβα λοιπόν».
«Εντάξει».

Συνέχισα το δρόμο για το σπίτι μου νιώθοντας υπέροχα.

Σβήνω το τσιγάρο στο τασάκι δείχνοντας αποφασισμένος. Την κοιτάζω κάπως έντονα –το καταλαβαίνω αργά καθώς χαμηλώνει τα μάτια της.
«Η πρώτη μας συναυλία ήταν σκέτη καταστροφή –σπάσανε το γυμναστήριο του σχολείου για να μας διώξουν από τη σκηνή», λέω.
«Δηλαδή; Τι συνέβη;» ρωτάει.
«Απλώς ήμασταν απαίσιοι», παραδέχομαι.
«Γίνε πιο συγκεκριμένος».
Αφουγκράζομαι το σπίτι –τίποτα ανησυχητικό δεν ακούγεται. Την κοιτάζω που περιμένει με συγκαταβατικό χαμόγελο να γίνω πιο συγκεκριμένος και μοιάζει η μούρη της σαν στάμπα σε ξεχειλωμένη μπλούζα.
Θα χρειαστεί να περιμένει για πολύ ακόμα.

Πέμπτη, Απρίλιος 14, 2011

Ο χαρισματικός ηγέτης Φέλιξ Μπόρχα

Διαβάζω μέρες τώρα τη διαμάχη που έχει ξεκινήσει σχετικά με το «Debtocracy» και πολύ διασκεδάζω. Επειδή αυτή τη φορά δεν κρύβεται -μπαμ κάνει ο «μονός καυγάς». Κάτι σαν τα οικογενειακά διπλά των ποδοσφαιρικών ομάδων, που φοράνε πράσινα φανελάκια στους αναπληρωματικούς του Ολυμπιακού ας πούμε και μετά πανηγυρίζουν: «σας γαμήσαμε παλιοβαζέλια». Ή το ανάποδο βεβαίως (με εξαίρεση τις ομάδες στις οποίες αγωνίζονται οι Λέτο, Καστίγιο ή Τζεμπούρ και παίζουν το «μόνος μου κι όλοι σας»).

Για αρχή να σου ξεκαθαρίσω οτι το είδα το ντοκυμαντέρ και στο τέλος δεν ήξερα αν θα έπρεπε να βλαστημάω για τις βλακείες που λέγονται εκεί μέσα ή για την μια, ολόκληρη, ώρα που έχασα ακούγοντάς τες.

Θα ξεπεράσω στα γρήγορα την καλλιτεχνική πλευρά της συγκεκριμένης παραγωγής η οποία δεν ενδιαφέρει και γι΄αυτό ίσως δεν υπάρχει (σε βαθμό ενοχλητικό όμως) και θα περάσω στο κυρίως πιάτο. Το ντοκυμαντέρ ξεκινάει αποδίδοντας τις πρέπουσες σπονδές στον δάσκαλο του φτηνού εντυπωσιασμού Μάικλ Μουρ (τον επιλεγόμενο και Αμερικάνο Τριανταφυλλόπουλο) και σ΄αυτό το πλαίσιο εξομοιώνει τον Στρος Καν (νομίζω) και τον Παπανδρέου (στα σίγουρα) με τον δικτάτορα Παπαδόπουλο. Το κόλπο που χρησιμοποιεί είναι πανέμορφο: παίρνει δηλώσεις των μεν και του δε περί «ασθενούς» και τις παίζει κολλητά –στο χαλαρό βγαίνει το συμπέρασμα. Αναφέρεσαι στη χώρα με ιατρικούς όρους; Είσαι δικτάτορας –πάει και τέλειωσε. Υπογραφή: ΑΜΑΝ, ή ΟΛΑ 15, ή ΕΛΛΗΝΟΦΡΕΝΕΙΑ, πατέντα: Μαλβίνα Κάραλη.

Αφού γελάσεις με την εξυπνάδα, περνάς στο κυρίως θέμα του ντοκυμαντέρ το οποίο είναι «επιστημονικόν με ολίγη από τσιτάτα». Τι μας λένε λοιπόν οι επιστήμοναι;

-Οτι η Ελλάδα έχει χρέος καθότι «οι ωραίοι έχουν χρέη» -το οποίο χρέος δημιουργήθηκε από κακοδιαχείριση. Σημαντικό συμπέρασμα και όσοι δεν το ήξεραν καλό είναι που το έμαθαν.
-Οτι σα χώρα μάς έχουν πνίξει τα χρέη (όχι, δεν λέει κανείς οτι έχουμε ήδη χρεοκοπήσει –απλώς χρωστάμε πολλά και δεν έχουμε να τα δώσουμε) και τα σπασμένα τα πληρώνουν οι αδύναμες εισοδηματικά τάξεις. Κι αυτό το συμπέρασμα είναι σημαντικό, ειδικά το δεύτερο σκέλος του -είναι τόσο όμορφο να το ξανακούς 100τόσα χρόνια αργότερα την κριτική του Μαρξ και του Έγκελς στο καπιταλιστικό σύστημα!

Πέφτουν και κάτι πλάνα με λυπητερή μουσική, απ΄αυτά που είτε ένα παιδί να ζητιανεύει δείχνεις, είτε ένα γατί να λιάζεται, η στεναχώρια είναι εγγυημένη.

Σύμφωνα λοιπόν με τη δομή Μάικλ Μουρ (πυροτέχνημα, πλοκή μέσω σύνδεσης με την πεζή καθημερινότητα, λύση μέσω εξωτικού ταξιδιού) περνάει κι αυτό το ντοκυμαντέρ στο τελευταίο του στάδιο όπου ο εξωτισμός έρχεται ταυτόχρονα με την πρόταση για το «τι πρέπει να κάνουμε».

Ξεκινάει δε να χτίζει το οικοδόμημα της πρότασής του με ανιμέισον –επειδή, ως γνωστόν, με κάτι τέτοια τσιμπάει (δηλαδή πετάγεται από τον ύπνο του) το κοινό. Και μας πληροφορεί για τον Ρώσο Νικολάι Χλιεπάνωφ (ή κάπως έτσι) που ανακάλυψε τη θεωρία του «απεχθούς χρέους» την οποία χρησιμοποίησαν οι Αμερικάνοι στην Κούβα τον προπερασμένο αιώνα και στο Ιράκ πρόσφατα. Θέτει μάλιστα ο ανιματέρ κάποιες προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ένα χρέος απεχθές, κάτι σάχλες περί «μη εξυπηρετήσεως των συμφερόντων των πολιτών» και περί «μη ενημέρωσης των πολιτών για τη σύναψη του χρέους» και σκέφτεσαι εσύ: μα, αν είναι έτσι όλα τα χρέη είναι απεχθή για τους πολίτες. Και δίκιο έχεις δηλαδή, επειδή δεν θυμάμαι κανέναν να πληρώνει φόρους και να χαίρεται.
Όμως αυτό που προσπαθεί φιλότιμα να κάνει αβαβά το ντοκυμαντέρ είναι πως: απεχθές μπορεί να κηρυχτεί ένα χρέος εφόσον αυτό έχει δημιουργηθεί από μη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση (ή αλλιώς δικτατορία). Έτσι τον δουλέψανε τόσα χρόνια τον όρο οι Αμερικάνοι κι άμα δε σ΄αρέσει η μέθοδος δεν γίνεται να σου αρέσει ο όρος! Είναι σα να τάσσεσαι υπέρ των ατομικών βομβών αλλά κατά των βομβών που έπεσαν στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Για να ξεπεράσει κι αυτή την αντίφαση το ντοκυμαντέρ μάς πληροφορεί οτι μπορεί μεν οι Αμερικάνοι να χρησιμοποιούν όπου τους βολεύει την έννοια του απεχθούς χρέους αλλά μετά το Ιράκ δεν θέλουν ν΄ακούνε για απεχθές χρέος! Πώς τεκμηριώνεται αυτό; Δεν τεκμηριώνεται αλλά αν ήμουνα στη θέση του σκηνοθέτη θα έκανα μια Μαϊκλμουριά στο μοντάζ και θα κόλλαγα έναν δημοσιογράφο να ρωτάει περί απεχθούς χρέους και τον Ομπάμα να κάνει χωνί το χέρι στο αυτί του μουρμουρίζοντας, «δεν άκουσα»! Έτσι, να γελάσουμε και λίγο ρε παιδί μου.

Μετά λοιπόν την αποκάλυψη του όρου του απεχθούς χρέους περνάμε στην Αργεντινή όπου πληροφορούμαστε οτι η έλευση του ΔΝΤ είχε σαν αποτέλεσμα να φύγει η τότε κυβέρνηση με ελικόπτερα κάτω από λαϊκή κατακραυγή. Εντάξει, μου φάνηκε κάπως απλουστευτική η προσέγγιση της τότε κατάστασης, αλλά τέλος πάντων –είδαμε και 10 πλάνα με διαδηλώσεις και ξύλο, κάτι μάθαμε κι από γεωγραφικής απόψεως.

Για να περάσουμε στον Ισημερινό όπου οι νύξεις περί μη πληρωμής του χρέους της Αργεντίνικης περίπτωσης γίνονται ναααααααααααα κάτι υποδείξεις!!!
Και ξεκινάνε με το λεβεντόπαιδο Κορέα (φροντίζει να μας πληροφορήσει ο αφηγητής οτι το λεβεντόπαιδο είναι σπουδαγμένος οικονομολόγος στας Ευρώπας) ο οποίος ανακοινώνει οτι δεν μπορεί να πληρώσει το εξωτερικό χρέος γιατί προέχουν οι κοινωνικές δαπάνες. Τάχιστα ο Κορέα αναγορεύεται σε Ρομπέν των Δασών, ένας σοφός γεράκος αναλαμβάνει (σε ρόλο Λιτλ Τζον) να κάνει μια επιτροπή ελέγχου του δημοσίου χρέους –βγαίνει μέρος του χρέους παράνομο κι ο Κορέα αρνείται να το πληρώσει. Ζήτω τού Κορέα, και τι μπαλαδόρος ο Κορέα και τι μαλάκας ο Σόλιντ που έφερε τον Μπόρχα το καγκουρώ ενώ μπορούσε να πάρει τον Κορέα και να τους αλαλιάσουμε τους Ευρωπαίους στα γκολ....
Ρίχνει και μια τσαχπινιά, οτι δηλαδή ο Κορέα όταν ανακοίνωσε πως δεν πρόκειται να πληρώσει, πήγε μετά κι αγόρασε μέρος του χρέους του σε χαμηλότερη τιμή –τι ωραία με τον Κορέα! Που κορόιδεψε τους αιμορουφήχτρες διεθνείς τραπεζίτες! Πέφτει στο καπάκι το We ain’t gonna take it των Twisted Sister με αλλαγμένους στίχους για να υμνήσει τον Κορέα (πρόκειται για την απολύτως καλύτερη στιγμή του ντοκυμαντέρ, εφάμιλλη του «η αλήθεια βρίσκεται στους Σεξ Πίστολς πατέρα»).

Βέβαια, το ντοκυμαντέρ δεν αναφέρει πουθενά οτι ο Κορέα κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης τον Σεπτέμβριο του 2010 επειδή είχαν εξεγερθεί οι αστυνομικοί που τους είχε κόψει τα επιδόματα (σου θυμίζει κάτι αυτό;) κι όταν οι βουλευτές του κόμματός του απείλησαν να μην ψηφίσουν το πρόγραμμα λιτότητας που πρότεινε (αμ αυτό; τι σου θυμίζει;) ο Κορέα πήγε να διαλύσει το κοινοβούλιο και να κυβερνήσει το υπόλοιπο της θητείας του με διάταγμα!

Τέλος πάντων, ξεπερνώντας κάποια γλαφυρά που ακούγονται από τους συνεντευξιαζόμενους επιστήμοναι φτάνουμε στο ρεζουμέ του ρεζουμέ: το ντοκυμαντέρ προτείνει να γίνουμε Ισημερινός. Να φτιάξουμε στην Ελλάδα μια Επιτροπή Ελέγχου του Δημοσίου Χρέους και ΕΑΝ ΚΑΙ ΕΦΟΣΟΝ (που σίγουρα δηλαδή!) βρεθεί παράνομο χρέος να μην το πληρώσουμε!

Πρόσεξε τώρα και πες μου –εγώ είμαι ο περίεργος ή αυτοί είναι γελοίοι;

-Όσο δεν υπάρχει ΑΛΛΑΓΗ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ υπάρχει συνέχεια στα κράτη. Τουτέστιν δεν δικαιούται η διάδοχη κατάσταση να αρνηθεί χρέη της προηγούμενης κι επειδή αυτό ισχύει θεωρούνται φερέγγυα τα κράτη κι έτσι μπορούν να εξασφαλίσουν δάνεια. Όταν πέφτει ο δικτάτορας Σαντάμ (κι έχεις και τους Αμερικάνους για αβάντα) μπορεί να πεις οτι το χρέος που δημιούργησε ήταν απεχθές και δεν πληρώνεις (δεν πληρώνεις). Όταν πέφτει ο δικτάτορας Μπατίστα (κι έχεις τα κότσια του Κάστρο) μπορείς να κλείσεις τα σύνορά σου και να μην πληρώσεις τίποτα. Εδώ στην Ελλάδα τι θα πεις; Οτι στις προηγούμενες εκλογές βγαίνανε δικτάτορες; Οτι το χρέος δεν αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πολιτών; Μα ακόμα και η αγορά εξοπλισμού σε αυτό (υποστηρίζουν οτι) αποσκοπεί και μάλιστα η πλειοψηφία των πολιτών επικροτεί τη συγκεκριμένη θέση! Θες να πεις οτι τα δάνεια συνάπτονται εν αγνοία των πολιτών; Ε, πώς θα το πεις αυτό όταν περνάνε από τη βουλή;

-Αν ένα μέρος του χρέους είναι παράνομο, πάει η χώρα στα δικαστήρια και κερδίζει την μη καταβολή του, άσε που πετυχαίνει να πληρώσει και πρόστιμο η παράνομη εταιρεία. Λέγανε στο ντοκυμαντέρ για τη Ζίμενς –δεν κατάλαβα τι εννοούσαν. Είμαστε στα δικαστήρια με τη Ζίμενς ή όχι; Για τις υποθέσεις που δικάζονται δεν έχουν παγώσει οι οφειλές; Νομίζω πως ναι. Τι διαφορετικό θα κάνει η επιτροπή ελέγχου χρέους στη συγκεκριμένη περίπτωση από τη διακομματική που ασχολήθηκε με το ζήτημα κι έκανε μια τρύπα στο νερό; Βέβαια, στην υπόθεση Ζίμενς, απ΄όσο έχω καταλάβει, τα πήρε ο Χι Τσουκάτος, ας πούμε, που όμως δεν ήταν άμεσα εμπλεκόμενος με τα αντικείμενα της μίζας. Κι έτσι δεν αποδεικνύεται η παράνομη σύμβαση, επειδή προφανώς ο (πιθανόν στημένος) διαγωνισμός δεν καταρρίπτεται και η (τυχόν) υπερκοστολόγηση του παρεχόμενου αγαθού δεν αποδεικνύεται. Καθαρές δουλειές, νοικοκυρεμένα πράγματα.

-Λέγανε και κάτι καράτε πράγματα για το παράνομο χρέος, οτι πήρε ο Σημίτης ένα δάνειο σε γιέν το 2001 και το μετέτρεψε σε ευρώ με τη συμβολή της Γκόλντμαν Σαξ (πάντα μου έκανε σε μαύρο σαξοφωνίστα αυτός ο τίτλος) –δεν κατάλαβα. Έχω όμως την εντύπωση οτι αναφέρονταν σε δάνειο που πήρε ο Σημίτης για να το εμφανίσει σαν «λευκή τρύπα» στον προϋπολογισμό και να πιάσει το κριτήριο του ελλείμματος για την είσοδο στην ΟΝΕ. Το ίδιο κάνανε κι άλλες χώρες βέβαια, αλλά δεν έχει σημασία. Ρωτάω τώρα εγώ –αυτό το χρέος γιατί είναι παράνομο; Επειδή το πήρε ο Σημίτης; Επειδή το πήρε με τη βοήθεια του Μαύρου Χρυσοφωνίστα; Επειδή δεν το ανέφερε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή; Μήπως εννοούν οτι είναι παράνομο επειδή το απέκρυψε από τον λαό; Ακόμα κι αν το δεχτώ, από μόνοι τους στο ντοκυμαντέρ θέσανε 3 προϋποθέσεις για να κηρυχτεί ένα χρέος απεχθές (άρα και παράνομο απ΄ότι κατάλαβα). Εδώ πιάνουμε 1 στα 3.

-Αυτή η πίστη στον «ένα, φωτισμένο, καταρτισμένο» άρχοντα που θα έρθει και θ΄αλλάξει τα πράγματα ΑΡΔΗΝ (ανατρίχιασα) θυμάσαι ποιο πολίτευμα προσδιόριζε στα αρχαία χρόνια; Τυραννία –έχω άδικο; Φτάσαμε λοιπόν στο 2011 για να νοσταλγήσουμε τον Πεισίστρατο; Και πώς θα λέγεται ο σημερινός τύραννος κι από μουστακάκι πώς θα τα πηγαίνει;

-Δεν ξέρω τι ακριβώς ορίζει το Σύνταγμα του Ισημερινού αλλά εδώ πέρα υπάρχει αυτό το Σύνταγμα που καθορίζει εξουσίες, όργανα που τις ασκούν και αρμοδιότητες. Αν αύριο βγάλω ένα τανκ στο δρόμο και υποστηρίξω οτι έτσι θεωρώ οτι πρέπει να γίνεται η αλλαγή της κυβέρνησης μπορεί μεν να είμαι αποτελεσματικός θα είμαι όμως και αντισυνταγματικός. Τι θα πει αντισυνταγματικός; Θα πει οτι έχω την πρόθεση να αλλάξω το πολίτευμα της χώρας. Πρόβλημα; Κανένα απολύτως. Βέβαια, θα προτιμούσα αντί για χούντα κάποια λαϊκή αυτοδιοίκηση, αλλά γούστα είναι αυτά. Το θέμα παραμένει όμως. Η Επιτροπή Ελέγχου του Δημόσιου Χρέους που προτείνει το ντοκυμαντέρ (στα πρότυπα του Ισημερινού) και για την οποία Επιτροπή έχει βγει διαδικτυακή συλλογή υπογραφών είναι ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ. Να ξέρουμε κιόλας τι υποστηρίζουμε –έτσι;

-Αυτή η Επιτροπή για το χρέος (Λογιστικού Ελέγχου τη λένε) σε τι ακριβώς θα βοηθήσει; Αφήνω ασχολίαστο το νεφελώδες θέμα του καταρτισμού της (αν διαβάζεις το κείμενο θα δεις οτι ο καθένας μπορεί να γίνει μέλος της Επιτροπής αρκεί να είναι καλός άνθρωπος και να είναι πεπεισμένος οτι θα βρει παράνομο χρέος). Και πηγαίνω στο τι θα ψάξει: δημόσια έγγραφα; Δεν είναι κανένας υποχρεωμένος να τα κρατάει σε επίσημο αρχείο μετά την πάροδο εφταετίας. Λογαριασμούς πολιτικών και γενικότερα εμπλεκομένων; Δεν τους υποχρεώνει κανένας μέχρι σήμερα στο να δικαιολογούν το πόθεν έσχες τους, άρα πώς θα πας να τους ζητήσεις δικαιολογητικά εκ των υστέρων; Δημόσιες συμβάσεις σε ισχύ; Άμα βρουν 10 στις οποίες θα μπορούν να τεκμηριώσουν παρανομία εγώ θα κάτσω να με πηδήξουν. Αλλά ακόμα κι εκεί η ευθύνη θα βαρύνει τον δημόσιο υπάλληλο ο οποίος έφτιαξε τη σύμβαση, άντε και τον πολιτικό του προϊστάμενο ο οποίος είχε το ατιμώρητο όταν υπέγραφε. Πάντως δεν μπορείς να πεις σε μια εταιρεία οτι σου πούλαγε ακριβά ντομάτες και τώρα που το βρήκες θέλεις τα λεφτά σου πίσω. Διότι θα σου απαντήσει: «ας μην υπέγραφες, δε σε έβαλα με το ζόρι». Κι άντε μετά εσύ να αποδείξεις οτι ο τάδε τα πήρε κι ο δείνα τα΄δωσε....

Με λίγα λόγια, το Debtocracy είναι μια ακόμα σαλιάρικη γλώσσα για πρόθυμα αυτάκια –μια γλώσσα που πιπιλάει στο ρυθμό του «δε φταις εσύ, είσαι αθώος, άλλοι τα φάγανε κι άμα τους πιάσουμε θα πληρώσουν». Το γνωστό γλείψιμο των αποκαλυπτικών δημοσιογράφων, των απροκάλυπτων Καρατζαφέρηδων, των κομπολογάδων Τσιπραίων, των «κοινωνιστών» (μπιμπίκια έβγαλα όταν άκουσα τον χαρακτηρισμό) Πασόκων, των Αμανέδων και των Λαζοπουλέδων. Ένα γλείψιμο στα όρθια, σαν ταινία τσόντας, μια ώρα –εγγυημένη απόλαυση.

Μάλιστα, για να χαρεί περισσότερο ο αθώος όχλος κάνει ακόμα μια επαίσχυντη Μαϊκλμουριά ο σκηνοθέτης στο τέλος, παίζοντας ήχους ελικοπτέρων πάνω στη γνωστή «Πάμε» προεκλογική διαφήμιση του Γιωργάκη. Δηλαδή αν την κοπανήσει από τη χώρα ο Γιωργάκης κι άμα μπουν στη φυλακή και 5-10, εμένα δε θα μου γίνει άλλη μείωση του μισθού;

Κι ενώ σ΄αυτά έγκειται το πρόβλημα του ντοκυμαντέρ, η κουβέντα αναλώνεται σχετικά με το ότι δεν παρουσιάζεται η αντίθετη άποψη, ή δεν προτείνονται αρκετά ριζοσπαστικές λύσεις ή, αντιθέτως, προτείνονται λύσεις πολύ αριστερόστροφες! Δηλαδή, να τρελαίνεσαι! Ποιος τα υποστηρίζει όλα αυτά; Οικογενειακό διπλό παίζουν;
Και κατατροπώνουν οι υποστηρικτές του ντοκυμαντέρ τους πολέμιους σε στυλ «σας γαμήσαμε παλιόβαζέλια» και συγκεκριμένα: «είσαστε βαλτοί του Πασόκ», «είσαστε πράχτορες», «είσαστε με τους κλέφτες» και «Μπόρχα θεέ, πάρε την ΠΑΕ».

Κι όλοι μαζί υπογράφουν να έρθουν οι Χέρλοκ Σολμς να ψάξουν για τον Αλή Μπαμπά και τους 40 κλέφτες –θέλεις κλέφτες;

-Κλέφτες είναι τα αφεντικά που, όχι μόνο πληρώνονται χωρίς να δουλεύουν αλλά, παίρνουν 70 από το κατοστάρικο του εργαζόμενου και του αφήνουν με το ζόρι τα 30.
-Κλέφτες είναι αυτοί που έχουν για δουλειά τους το να κοροϊδεύουν τους ανθρώπους δημιουργώντας τους πλαστές ανάγκες.
-Κλέφτες είναι αυτοί που χρεώνουν δυο φορές πάνω για να βγάλουν κέρδος 200% και στο τέλος κλέβουν και τον φόρο.
-Κλέφτες είναι αυτοί που απαιτούν έξτρα (μαύρη) αμοιβή για να κάνουν τη δουλειά τους.

Θέλεις και παρανομίες;
-Παράνομο είναι να χρειάζεσαι 5 χιλιάρικα για να γεννήσεις δωρεάν και άλλα 10 το χρόνο για απολαύσεις τη δωρεάν παιδεία.
-Παράνομο είναι να δανείζεσαι από τράπεζες με επιτόκιο που αν τολμούσαν να το βάλουν τοκογλύφοι θα τους πλάκωναν στο ξύλο οι ίδιοι οι μπράβοι τους.
-Παράνομο είναι να πληρώνεις για σύνταξη και εφάπαξ κι όταν βγαίνεις στη σύνταξη να παίρνεις τ΄αρχίδια σου.
-Παράνομο είναι να πληρώνεις διόδια για άφτιαχτους δρόμους (άλλα το σχετικό κίνημα φροντίζει να το κρύβει αυτό, γενικεύοντας).
-Παράνομο είναι να μην είναι όλοι οι πολίτες ίσοι στο θέμα του εκλέγεσθαι.

Παραδείγματα έδωσα, θα μπορούσα να συνεχίσω γεμίζοντας σελίδες. Και τα παραδείγματα τα έδωσα επειδή θέλω να κάνω μια ερώτηση.

Τα παραπάνω παράνομα ποιος έχει ζητήσει να σταματήσουν; Για τους παραπάνω κλέφτες ποιος έχει προτείνει να απαγορευτούν οι σχετικές πρακτικές;

Όμως όλα αυτά τα παραβλέπουμε και περιμένουμε σα χάχες να έρθει ο Κορέα και να μας σώσει, όπως περιμέναμε τον Φέλιξ Μπόρχα να έρθει και να ξεσκίσει τα αντίπαλα δίχτυα.
Ο ποιος;
Αυτός.

Τρίτη, Απρίλιος 12, 2011

2. Οι εφιάλτες ξεκινάνε ονειρικά

Προηγούμενα:
1. Μπάσκετ με τα φαντάσματα


Ρίχνω μια κλεφτή ματιά έξω από το παράθυρο, ο κήπος από κάτω είναι ακόμα άδειος. Όπου να’ναι θα πλακώσουν και τότε ο χρόνος θα τρέξει αλλιώτικα. Όχι ακόμα όμως.
«Θέλω ένα ποτήρι νερό», μου λέει.
«Στην κουζίνα», της απαντάω.
Με κοιτάζει περιμένοντας –τι διάολο -περιμένει να της το φέρω κιόλας;
Το παίρνει τελικά απόφαση, σηκώνεται, πηγαίνει μέσα. Ακούω το ψάξιμό της στα ντουλάπια και σκέφτομαι αν υπάρχει κάτι εκεί που δεν πρέπει να δει. Ξαναμπαίνει στο καθιστικό, όχι δεν υπήρχε τίποτα περίεργο εκεί μέσα. Κάθεται πάλι απέναντί μου, πατάει το κουμπί εγγραφής στο κασετοφωνάκι.
«Και πώς ξεκίνησε το συγκρότημα; Πες μου για τα προβλήματα που συναντήσατε», ρωτάει.

Ένα ξεχειλισμένο τασάκι, μπόλικα άδεια μπουκάλια μπύρας, το τραπέζι να κολλάει σα μυγοπαγίδα. Αυτό ήταν κανόνας στου Μπιλ του Χοντρού, αν ήθελες να καθαριστεί το τραπέζι σου θα έπρεπε να το κάνεις μόνος σου, αν ήθελες μπύρα θα έπρεπε να πας και να τη ζητήσεις, ο Μπιλ δεν ήταν η παραδουλεύτρα κανενός. Έτσι συνήθιζε να λέει κι άμα έπεφτε το μάτι του σε κάνα τραπέζι τιγκαρισμένο, σου τη χωνόταν άσχημα.
«Ρε κοπρίτη έτσι κάνεις στο σπίτι σου;»
Είναι απόγευμα και δεν δείχνουμε καμιά διάθεση να καθαρίσουμε το τραπέζι όσο κι αν αγριοκοιτάζει προς το μέρος μας ο Μπιλ, έξω κάνει κρύο αλλά κι αυτό ελάχιστα μας απασχολεί. Έχουμε τα δικά μας θέματα.
«Έχει κανένας ιδέα για το πού θα βρούμε όργανα;» ρώτησε πριν 10 λεπτά το Μέταλλο κι από τότε κυριαρχεί η αμήχανη σιωπή.
Είμαστε συγκρότημα και μάλιστα μουσικό συγκρότημα –αλλά τα μουσικά συγκροτήματα διαθέτουν μουσικά όργανα, αυτό το ξέρουμε όλοι. Στη σούμα που κάναμε προηγουμένως καταλήξαμε οτι διαθέτουμε την ηλεκτρική Γιαμάχα του Πίβοτ, την ακουστική του Πίβοτ, ένα αρμόνιο του Γιωργάκη και δατς ολ. Για να λέμε τα κάλαντα ήμασταν υπερπλήρεις αλλά για περισσότερα δεν...
«Μάλλον πρέπει να αγοράσουμε», συμπέρανα.
«Έχεις τίποτα φράγκα στον τραπεζικό σου λογαριασμό;» ενδιαφέρθηκε να μάθει ο Πίβοτ.
«Όσο να πεις...» έκανα διφορούμενα.
«Εντάξει, εγώ ένα μικροφωνάκι θέλω», είπε ο Γιωργάκης.
«Καλά –βολέψου με ντουντούκα», απάντησε ο Πίβοτ.
«Και ντουντούκα για να κονομηθούμε, θα πρέπει να γραφτούμε στην ΚΝΕ», μοιρολόγησε το Μέταλλο.
Αδιέξοδο.
«Πρέπει να βρούμε φράγκα λοιπόν», συμπέρανε με καθυστέρηση ο Πίβοτ.
Κοιταχτήκαμε.
«Πώς δεν το είχαμε σκεφτεί;» κορόιδεψε ο Γιωργάκης.
«Πάψε ρε σπόρε», του σβούριξε με φάπα ο Πίβοτ.
Σιωπή.
«Έχω κάτι σεμεδάκια από τη γιαγιά μου...» ξεκίνησα να λέω.
«Ωραία! Θα τα στρώσουμε πάνω στη ντραμς να μη λερώνεται», είπε ο Πίβοτ.
«Θα τα βουτήξω να τα σκοτώσω στο Μοναστηράκι ρε βλάκα», του εξήγησα.
«Και τι θα πιάσεις;»
«Ε, ότι πιάσω –σε χαλάει;»
«Σεμεδάκια πήγαν», ανακοίνωσε το Μέταλλο. «Άλλος»
«Έχω κάμποσα βιβλία και δίσκους...» ξεκίνησε ο Γιωργάκης.
«Κομμένη», τον σταμάτησε το Μέταλλο. «Βιβλία και δίσκοι ίσον υλικό για το συγκρότημα».
Κουνήσαμε τα κεφάλια συμφωνώντας, τελικά το Μέταλλο είχε μυαλό. Απλά το έκρυβε σε μεταλλικό περίβλημα γι΄αυτό δεν το είχαμε προσέξει.
«Να βουτήξω τίποτα ασημικά από τη μάνα μου να τα πουλήσω;» αναρωτήθηκε ο Πίβοτ.
«Και δε βουτάς...» ενθάρρυνε το Μέταλλο.
«Έχετε ασημικά στο σπίτι;» απόρησα επειδή τους είχα επισκεφτεί πάνω από 200 φορές.
«Μια πιατέλα γαμήλια και ένα σετ κουταλομαχαιρό. Τα κρύβει η μάνα μου πίσω από τα τραπεζομάντιλα στο σερβάν».
«Ασημικά πήγαν», ανακοίνωσε το Μέταλλο. «Λήξη πλειστηριασμού».
«Αυτά δεν φτάνουν ούτε για ζήτω...» συμπέρανε ο Πίβοτ.
Καινούργια σιωπή. Μακρύτερη τώρα.
«Να φέρω άλλη μια γύρα;» πρότεινε ο Γιωργάκης.
Πριν του απαντήσουμε είχε σηκωθεί, μείναμε εμείς να τον χαζεύουμε όσο τον ξέχεζε ο Μπιλ για το βρώμικο τραπέζι μας.
«Θα βρω εγώ τα υπόλοιπα», είπε το Μέταλλο.
Στην αρχή δεν καταλάβαμε, έφερε κι ο Γιωργάκης τις μπύρες, έπεσε κάποια άσχετη σαχλαμάρα, έκανε γύρο κι ένα αλανιάρικο πακέτο Κάμελ....
«Το ξαναλές το προηγούμενο;» ζήτησα από το Μέταλλο.
«Θα βρω εγώ τα υπόλοιπα φράγκα. Άλλωστε το σετ μου είναι και το ακριβότερο», είπε το Μέταλλο.
Ο Πίβοτ έβγαλε από το τζιν του μια ατζέντα κι ένα στυλό Μπικ, άνοιξε την ατζέντα, έκοψε ένα φύλλο από τη μέση.
«Έχουμε και λέμε...» ξεκίνησε.
«Τρεις στήλες», του είπε το Μέταλλο.
Ο Πίβοτ τον κοίταξε.
«Όργανο, τιμή, έσοδα», του εξήγησε.
Ο Πίβοτ χώρισε τη σελίδα σε τρία μέρη.
«Κιθάρα», ανακοίνωσε.
«Δε σου κάνει η Γιαμάχα;» απόρησα.
«Νιξ», μου ξέκοψε.
«Μπάσο», έγραψε από κάτω.
Μαζεύτηκα.
«Ντραμς», παρακάτω.
«Μικροφωνική».
«Κονσόλα».
«Πλήκτρα».
«Για στάσου ρε άρχοντα», πετάχτηκα.
«Συγκρότημα», μου είπε ο Πίβοτ.
«Αλλά...»
«Πλήκτρα θα φέρω από το σπίτι και κονσόλα δεν θα χρειαστούμε σε πρώτη φάση», είπε ο Γιωργάκης.
Το Μέταλλο πήρε το γραμμένο χαρτί, το έβαλε στην τσέπη του σταυροκούμπωτου χωρίς να το κοιτάξει.
«Αύριο θα ψάξω για τιμές μεταχειρισμένων», είπε. «Και μετά θα βρω τα λεφτά που μας λείπουν».
«Εντάξει, τότε αύριο κι εμείς θα πάμε για πωλήσεις», ανακοίνωσε ο Πίβοτ.
«Στούντιο;» ρώτησε το Μέταλλο.
Μείναμε κάγκελο. Κάθε φορά μας διέφευγε το σημαντικότερο, πρώτα το όνομα του γκρουπ και τώρα αυτό εδώ.
«Πίσω από το σπίτι μου έχω μια αποθηκούλα», ανακοίνωσε ο Γιωργάκης.
«Γείτονες;»
«Θα τη μονώσουμε».
«Οι δικοί σου;»
«Η μάνα μου δεν θα έχει πρόβλημα».
«Ο πατέρας σου;»
Ο Γιωργάκης τράβηξε ένα Κάμελ και ψάχτηκε για σπίρτα. Ο Πίβοτ προθυμοποιήθηκε να του ανάψει.
«Λοιπόν;» τον ξαναρώτησε.
«Δεν υπάρχει πρόβλημα, θα κάνουμε την αποθηκούλα στούντιο», είπε ο Γιωργάκης.
Απλώθηκα στον ξύλινο πάγκο, γέμισα τα πνευμόνια μου τούρκικο, γλυκό καπνό και χαμογέλασα. Το συγκρότημα φαινόταν να πηγαίνει από μόνο του, εμείς απλώς έπρεπε ν΄ακολουθούμε τις εξελίξεις.

Όμως την επόμενη μέρα όλα φάνηκαν διαφορετικά. Με τις σχολικές τσάντες άδειες από βιβλία και γεμάτες τιμαλφή κατεβήκαμε στο κέντρο της πόλης εγώ μαζί με τον Πίβοτ, ξεποδαριαστήκαμε κιόλας, μέχρι να συναπαντήσουμε την απογοήτευση. Στον πρώτο που πήγαμε μόνο λεφτά δεν μας ζήτησε να δώσουμε για να πάρει τα πράγματά μας, στη συνέχεια βέβαια καλυτέρεψε το όλο θέμα αλλά με όσα θα βγάζαμε ούτε ενισχυτή δεν αγοράζαμε.
Δεν μας πήγαινε να γυρίσουμε με τα πράγματα απούλητα, φάγαμε λοιπόν ένα σουβλάκι στη Μητροπόλεως και τ΄αφήσαμε σε κάποιο ενεχυροδανειστήριο.
«Τι παίρνουμε με όσα βγάλαμε;» αναρωτήθηκε ο Πίβοτ όσο το λεωφορείο μας γύριζε πίσω.
«Τ΄αρχίδια μας», του απάντησα.
«Τιποτ΄άλλο;»
«Τίποτα άλλο».

Δυο βδομάδες πέρασαν, μπήκε για τα καλά η Άνοιξη κι εμείς συνεχίσαμε να βρισκόμαστε. Στο «Καπνιστήριο» σε κάθε διάλειμμα και μετά για μπύρες στου Μπιλ, εγώ, ο Πίβοτ κι ο Γιωργάκης –το Μέταλλο ήταν εξαφανισμένο. Από τη μέρα που του τηλεφωνήσαμε για να του πούμε πόσα πιάσαμε από τα καλούδια μας, χάθηκε. Τρέχανε οι απουσίες στο σχολείο, ρωτήσαμε έναν μαλλούρα της παρέας του αλλά κόντεψε να μας δαγκώσει, ουδέν νεότερο από το Δυτικό Μέταλλο. Πήγαμε κάνα δυο φορές, κυρίως Κυριακές, στο σπίτι του Γιωργάκη, η αποθήκη του ήταν καταπληκτική –κουβαλήσαμε τις σαβούρες από εκεί μέσα, μεταφέραμε έναν παλιό καναπέ κι ένα τραπεζάκι, βάλαμε στο πρόγραμμα να βουτήξουμε αυγοθήκες από μπακάλικα και ν΄αγοράσουμε αφρολέξ για να φτιάξουμε μόνωση.... Τότε ήταν που γνωρίσαμε και τη μάνα του Γιωργάκη, πολύ καλή γυναίκα, μας έδινε αβέρτα κάτι αγοραστά κουλουράκια –βουτήματα με τον φραπέ (αν έχεις το θεό σου), τα οποία τσακίζαμε ασκαρδαμυκτί -όλο γέλαγε, ήταν και θεογκόμενα εκτός των άλλων. Δηλαδή χωρίς πλάκα, αν δεν ήταν μάνα του Γιωργάκη θα την έβλεπα καθημερινά στον ύπνο μου (και λίγο πριν, μη σου πω). Τον πατέρα του δεν τον πετύχαμε ποτέ κι άμα πηγαίναμε να ρωτήσουμε τη γύρναγε αλλού την κουβέντα ο Γιωργάκης ή απλώς δεν απαντούσε. Δεν επιμείναμε, κάθε οικογένεια έχει τα ζόρια της.
Αλλά πού είχε χαθεί το Μέταλλο;

Ήρθε ένα πρωί στο σχολείο, πρώτα ακούσαμε τη φασαρία και μετά τον είδαμε. Έφευγαν τα φρικιά από το «Καπνιστήριο» και τρέχανε προς τις σκάλες ουρλιάζοντας, μυριστήκαμε ξύλο, μάλλον κάποιο Λύκειο διπλανής συνοικίας, ίσως χουλιγκάνια, τρέξαμε πίσω τους να ρίξουμε καμιά ψιλή κι εμείς. Τα φρικιά τον είχαν κυκλώσει δεν μπορούσαμε να τον δούμε, ρωτώντας μάθαμε οτι στη μέση του χαμού ήταν το Μέταλλο κουρεμένο γουλί. Κουρούπα.
Τα φρικιά κάποια στιγμή τον άφησαν να κάνει δυο βήματα, μάς είδε αλλά δεν πλησίασε παρά πήγε στην άκρη του «Καπνιστηρίου» άναψε τσιγάρο και κάπνιζε κοιτάζοντας το τίποτα. Τον πλησιάσαμε εμείς.
«Τι έπαθες ρε μαλάκα;»
«Τριχοφάγο;»
«Σε πήρανε φαντάρο;»
Και το Μέταλλο κάπνιζε χωρίς να μας κοιτάζει.
«Αύριο είναι Τρίτη και τα μαγαζιά ανοιχτά απόγευμα», μας είπε. «Θα πάτε στο Τρομπόνι ψωνιστείτε κανονικά –όργανα, ενισχυτές, τα πάντα. Εγώ έχω κανονίσει μ΄ένα παλικάρι που πουλάει τη ντραμς του, όταν είμαστε έτοιμοι θα την κουβαλήσουμε στην αποθήκη του Γιωργάκη», είπε κοιτάζοντας ακόμα πιο επίμονα το τίποτα πίσω μας.
«Να πάμε στου Ζοζέφ ρε αγόρι και να πάρουμε τα όργανα, αλλά όταν μας ζητήσει λεφτά τι να κάνουμε;» απόρησε ο Πίβοτ.
«Να του δώσετε», είπε ήσυχα το Μέταλλο.
«Α, εντάξει», γέλασε ο Πίβοτ.
«Θα τα΄χετε αύριο στο σχόλασμα επειδή ήσαστε κάπως λουλουδάτοι και φοβάμαι μην τα χάσετε», είπε το Μέταλλο.
«Τι λουλουδάτοι;» απόρησε ο Γιωργάκης.
«Ανέμελοι», είπα εγώ.
Το Μέταλλο συμφώνησε.
«Και πού τα βρήκες ρε γίγαντα;» ρώτησε ο Πίβοτ.
«Έχει σημασία;» τον κοίταξε το Μέταλλο.
«Όσο να πεις....» ξεκίνησε ο Πίβοτ.
«Να μην πεις», του ξέκοψε το Μέταλλο.
«Και τα μαλλιά;» ρώτησα. «Τα πούλησες για να κονομηθείς;»
«Κάπως έτσι», χαμογέλασε το Μέταλλο.
Δεν επιμείναμε. Κυρίως επειδή το Μέταλλο βιαζόταν να φύγει, όχι από το σχολείο αλλά από την παρέα μας. Κι έτσι ζήτησε διακριτικά συγνώμη, δηλαδή μας γύρισε την πλάτη εκεί που του μιλάγαμε και πήγε στην παρέα των μαλλιάδων.

Αυτή η εξέλιξη μάς απασχόλησε επειδή έμοιαζε κοσμογονική –δεν ήταν μόνο το οτι βρέθηκαν λεφτά και θα αγοράζαμε όργανα, ήταν και αυτή η τάση του Μέταλλου να ξανανοίξει παρτίδες με τους μαλλλιάδες. Τι ακριβώς γινόταν; Θα μας έφτυνε το Μέταλλο; Αλλά αν ήταν έτσι, γιατί μας βρήκε λεφτά; Και πού τα βρήκε τα λεφτά; Και γιατί κουρεύτηκε γουλί;
«Θα έγινε μέλος καμιάς αίρεσης απ΄αυτές που κυβερνάνε μυστικά τον κόσμο, από εκεί και τα λεφτά....»
«Ποια αίρεση θα ήθελε το Μέταλλο για μέλος;»
«Η αίρεση των Στάτους Κβο».
«Είναι αίρεση οι Στάτους Κβο;»
«Αν δεν είναι αίρεση, πώς εξηγείς οτι τους ακούει τόσος κόσμος κι έχουν επιτυχία;»
«Λέτε μαλακίες και χεστήκαμε. Το θέμα είναι οτι αύριο θα έχουμε όργανα».
«Δηλαδή πιστεύεις οτι αύριο θα μας δώσει λεφτά το Μέταλλο;»
«Εσύ δεν το πιστεύεις;»
«Αν δεν το δω....»
«Κι αν μας δώσει λεφτά τελικά....»
«Ε, τότε θα πάμε να αγοράσουμε όργανα».
«Ναι, αλλά τόσα λεφτά.... Και θα αγοράσει ολόκληρη ντραμς –πώς δηλαδή;»
Αφήσαμε τον Γιωργάκη στη διασταύρωση που πήγαινε προς το σπίτι του και συνεχίσαμε την ανηφόρα για τα δικά μας σπίτια με τον Πίβοτ. Ο οποίος έκοψε βήμα, άναψε τσιγάρο και ξεκίνησε.
«Μαλάκα Τρανζίστορ κάτι παίζει εδώ πέρα».
«Κι εμάς τι μας νοιάζει;»
«Ε, πως –αφού είμαστε μπλεγμένοι κι εμείς....»
«Αρχίδια μπλεγμένοι. Εμείς θέλουμε να παίξουμε μουσική, είμαστε συγκρότημα. Ένας πληρώνει τα όργανα, ο άλλος βάζει την αποθήκη του για στούντιο. Τι μας νοιάζει παραπέρα;»
«Δε μας νοιάζει λες;»
«Ρε Πίβοτ, αν δηλαδή η αποθήκη δεν είναι του Γιωργάκη αλλά ανήκει στον Αριστομένη Προβελέγγιο ας πούμε....»
«Αυτόν που σε γαμάει και μένεις έγκυο;»
«Αυτόν. Εμάς λοιπόν τι μας νοιάζει; Ας πάει ο Αριστομένης να τα βρει με τον Γιωργάκη».
«Έτσι λες;»
«Έτσι είναι».
«Άρα λοιπόν, αν ας πούμε...»
«Ακριβώς».
«Έφτασα –τα λέμε αύριο πρωί».
«Δε θα πας στου Χοντρού αργότερα;»
«Δεν είμαι σε φάση».
Τον παρακολουθούσα να χάνεται στον μακρόστενο διάδρομο που οδηγούσε στην πλαϊνή βεράντα και την πόρτα της κουζίνας. Το σπίτι του Πίβοτ ήταν κεντρικό και πιο καινούργιο από το δικό μου, κοντά στη στάση του λεωφορείου, απέναντι από το χασάπικο του καράβλαχου, σχεδόν πάνω στην πλατεία. Η οικογένειά του είχε έρθει στην περιοχή αργότερα από τη δική μου, παρ΄όλα αυτά είχαν οικόπεδο σε κεντρικότερο σημείο, φανερό πως οι γονείς του δεν ήταν τόσο τσίπηδες όσο τα αδέρφια της μάνας μου που είχαν αγοράσει το οικόπεδό μας προ αμνημονεύτων για να της το δώσουν προικώο. Αποτέλεσμα, ο Πίβοτ από μικρός είχε το φόβο οτι θα τον πάρουν γραμμή οι γονείς του από το σπίτι όταν άναβε στη ζούλα κάνα τσιγαράκι ή όταν χαμουρευόταν με καμιά γκόμενα στην πλατεία ενώ εγώ το έπαιζα άνετος, αφού τα δυο τετράγωνα απόστασης του σπιτιού μου από το κέντρο των εξελίξεων μού έδιναν τη σχετική αβάντα.
Από κάτι τέτοιες λεπτομέρειες διαμορφώνονται χαρακτήρες, εγώ ήμουν μονίμως σε φάση «τίποτα δεν μας ακουμπάει, κανένας δεν μας πιάνει», ενώ ο Πίβοτ που είχε φάει κάμποσα γαμωσταυρίδια από τον πατέρα του, επειδή τον είδε, για παράδειγμα, να γράφει «όταν ο τελευταίος παπάς κρεμαστεί απ΄τ΄άντερα του τελευταίου μπάτσου...» στον τοίχο της εκκλησίας, πάταγε κάπως καλύτερα στη γη.
Άναψα μια Καμήλα, βρήκα κι ένα κουτάκι αναψυκτικού να μου κάνει παρέα, συνέχισα το δρόμο μου ντριπλάροντας, πασσάροντας και καπνίζοντας. Ένιωθα οτι η υπόθεση «συγκρότημα» είχε ξεφύγει από τα χέρια του Πίβοτ και τα δικά μου κι αυτό πριν ακόμα προλάβουμε να ξεκινήσουμε. Γνωρίζοντας οτι ο Πίβοτ απογοητευόταν το ίδιο γρήγορα με όσο ενθουσιαζόταν θεωρούσα τη συγκεκριμένη εξέλιξη θετική αλλά με προϋποθέσεις. Καθότι ναι μεν να παίρνουν άλλοι τις αποφάσεις για το συγκρότημα (που ακόμα δεν είχα καμιά διάθεση να το αποκαλώ Φάντασμα στη Μηχανή) όμως ποιοι ήταν αυτοί οι άλλοι; Το Μέταλλο το ξέραμε ελάχιστα και τον Γιωργάκη καθόλου πριν από αυτές τις βδομάδες που αποφασίσαμε να γίνουμε συγκρότημα.
Έφτασα στο σπίτι και, σα να μην έφταναν όσα είχα στην κεφάλα μου, με πλακώσανε οι γέροι στη μουρμούρα περί σεμεδάκια.
«Μα τι γίνανε», απορούσε η μάνα μου.
«Ψάξε, κάπου τα καταχώνιασες», έλεγε ο πατέρας μου.
«Μήπως τα πήρε το μάτι σου ρε παιδί μου;» ρώτησε η μάνα μου.
«Τρελάθηκες ρε μάνα; Τι δουλειά έχω εγώ με τα σεμεδάκια σου;» στρίτζωσα.
Με κοιτάξανε απορημένοι από την ένταση που μου βγήκε αλλά το χάψανε. Με είχαν σε υπόληψη καθότι παιδί που δεν έκλεβα, δηλαδή έκλεβα –όπως κάθε παιδί –αλλά δεν με είχαν πιάσει ποτέ.

Την άλλη μέρα δεν ήρθε σχολείο το Μέταλλο. Μάταια κόβαμε βόλτες έξω από το τμήμα του περιμένοντας τη γραμμένη στρατιωτική του τσάντα, τζάμπα πιάσαμε κουβέντα με δυο γκομενίτσες της παρέας των μαλλιάδων όταν τις πετύχαμε μόνες τους στις βρύσες του προαυλίου –άσε που παραλίγο να πάμε καρφωτοί και να μας σαπακιάσουν οι μαλλιάδες. Κανένας δεν τον είχε δει, κανένας δεν του είχε μιλήσει, κανένας δεν ήξερε πότε θα΄ρχονταν το Μέταλλο.
Βάλε τώρα με το νου σου, να είσαι παιδί, να περιμένεις τη μέρα που θα αγοράσεις μουσικά όργανα για να φτιάξεις συγκρότημα με τους φίλους σου –πρόσεξέ με, συγκρότημα, τουτέστιν 10 φορές καλύτερο από ποδήλατο, 100 φορές καλύτερο από χαμούρεμα με γκόμενα (καθότι το συγκρότημα θα μας εξασφάλιζε τις καλύτερες από τις καλύτερες γκόμενες), βάλε τώρα με το νου σου όλα αυτά κι ίσως νιώσεις το πόσο βαριά είχανε γίνει τα πόδια μας στο σχόλασμα. Μέχρι να φτάσουμε τη σιδερένια καγκελόπορτα του σχολείου γυρνάγαμε τα κεφάλια αλαφιασμένοι –μπας και σκάσει από κάπου ο από μηχανής Μέταλλος. Εντάξει, στο «από μηχανής» πέσαμε μέσα –κοίτα τι έγινε.
Ήμασταν κι οι τρεις μαζί, χωρίς να το κανονίσουμε ο Γιωργάκης είχε έρθει τρέχοντας να μας συναντήσει με το σχόλασμα –αργότερα μάθαμε οτι είχε τελειώσει μια ώρα νωρίτερα αλλά περίμενε στο προαύλιο. Τέλος πάντων, σέρναμε τα πόδια στο δασάκι δίπλα στο σχολείο όταν μας γέμισε σκόνες ένα κανιβαλισμένο εντουράκι.
«Της μάνας σου», του ευχήθηκε ο Πίβοτ όσο ο Γιωργάκης πνιγόταν στο βήχα.
Όταν κάθισε ο κουρνιαχτός είδαμε οτι καβάλα στο εντουράκι ήταν ο Ιντζές και καβάλα στον Ιντζέ ήταν ένα ύφος «με τι μαλάκες ανοίγω νταραβέρια».
«Για πάμε στο παγκάκι στα δέντρα ρε λουλούδες», είπε ο Ιντζές κι επιτόπου άφησε το εντουράκι να σωριαστεί στο χώμα.
«Τι θέλει τώρα ο γλίτσης;» απόρησε ο Πίβοτ όσο προχωρούσαμε πίσω του.
Με τον Ιντζέ πήγαμε μαζί Δημοτικό και Γυμνάσιο αλλά εκεί κάπου στα μέσα της Τρίτης μπλέχτηκε με τις μπίζνες το παιδί και το παράτησε το σχολείο. Άνοιξε, βλέπεις, πολλές υποχρεώσεις –δικαστήρια, κρατητήρια –μοιραία πέρασε σε δεύτερη μοίρα το σχολείο λόγω καριέρας.
Τον πλησιάσαμε όσο καθόταν πάνω στο παγκάκι κόβοντας κίνηση περιμετρικά.
«Ποιος κερνάει τσιγάρο;» ρώτησε.
«Εγώ», προθυμοποιήθηκε ο Γιωργάκης, αλλά έφαγε μια αγκωνιά από τον Πίβοτ και μαζεύτηκε.
«Τι θες ρε Ιντζέ», τον ρώτησε αμέσως μετά.
«Εγώ τίποτα –εσύ;» γέλασε ο Ιντζές.
«Από σένα, τι να θέλω;» απόρησε ο Πίβοτ.
«Τίποτα; Ούτε τα χιλιαρικάκια που μου είπε να σας δώσω;» τσαχπίνιασε ο Ιντζές.
«Τα ποια;» έκανα.
Ο Ιντζές έβγαλε ένα ρολό από την τσέπη του παντελονιού του και μας τα πάσαρε καπακωμένα, με την παλάμη γυρισμένη προς το χώμα.
«Μη γίνουμε και αντιληπτοί», μας πληροφόρησε.
Τον κοιτάζαμε μαρμαρωμένοι, κανένας δεν τολμούσε ν΄απλώσει το χέρι του. Ο Ιντζές στραβομουτσούνιασε.
«Θα το παίζουμε πολλή ώρα ακόμα;» ρώτησε.
Ο Γιωργάκης ανέλαβε να τα βουτήξει και να τα χώσει βιαστικά στην τσέπη του.
«Λοιπόν, χάρηκα που τα είπαμε, άντε γαμηθείτε τώρα», μούγκρισε ο Ιντζές και μας γύρισε την πλάτη.
Το εντουράκι σπίνιαρε στα αφράτα χώματα πνίγοντάς μας για μια ακόμα φορά πριν εξαφανιστεί. Μείναμε μόνοι και μαλάκες.
«Μας έδωσε λεφτά ο Ιντζές...» ψιθύρισε ο Πίβοτ.
«Και καθόμαστε ακόμα εδώ...» συμπλήρωσα.
«Δεν σας πιάνω», απόρησε ο Γιωργάκης.
«Καλά, τρέχα τώρα», του είπε ο Πίβοτ και ξεκίνησε σφαίρα προς τη στάση του λεωφορείου.
Τον ακολούθησα με κάτω το κεφάλι κι ο Γιωργάκης πίσω μας. Δέκα λεπτά έκανε να έρθει το λεωφορείο και μας φάνηκαν ώρες –κοιτάζαμε τριγύρω σαν πρεζόνια που κλέψανε τον ντήλερ τους. Πολύς ο ιδρώτας.

«Θέλετε να μου εξηγήσετε;» παρακάλεσε ο Γιωργάκης όταν το λεωφορείο άφηνε πίσω του τη συνοικία μας.
Ο Πίβοτ ανέλαβε με δυο λόγια να τον πληροφορήσει περί Ιντζέ.
«Και τι σχέση έχει το Μέταλλο μαζί του;» απόρησε ο Γιωργάκης.
«Βρες το και πάρτο», του είπα.
Μείναμε σιωπηλοί. Η υπόθεση βρώμαγε περισσότερο από ξεκοιλιασμένο γατί σε μεσημεριανή άσφαλτο αλλά είχαμε ματσωθεί χοντρά και πηγαίναμε να αγοράσουμε όργανα. Όταν φτάσαμε κέντρο ονειρευόμασταν ήδη –φωναχτά.

Κάπως έτσι βρεθήκαμε στον παράδεισο των μεταχειρισμένων του Τρομπόνι και χάσαμε το φως μας –κανονικά. Είχαμε κουβεντιάσει να πάρουμε μαζί μας κανέναν έμπειρο που να έπαιζε ήδη σε συγκρότημα, τον Τζων Τάραμας ή τον Ιωακείμ, αλλά με τη φούρια που την κοπανήσαμε, μείναμε μόνο στις καλές προθέσεις. Τριγυρίζαμε ανάμεσα στα κρεμασμένα όργανα και κάπου λυπόμασταν που τα βλέπαμε έτσι –σα σφαχτάρια στα τσιγκέλια. Ένας φαλάκρας με αχτένιστα μαλλιά μάς πλεύρισε.
«Τι θέλουν τα παιδιά;» ρώτησε.
«Το μουνί της κόρης σου», ψιθύρισε ο Πίβοτ.
«Κοιτάζουμε για κάτι όργανα....» είπα.
«Τι όργανα;» ξαναρώτησε.
«Μουσικά», είπε ο Γιωργάκης. «Γιατί; Εσείς τι πουλάτε;»
Ο φαλάκρας έστρωσε νευρικά τα μαλλιά πάνω απ΄το σβέρκο του.
«Έχετε όρεξη για εξυπνάδες μου φαίνεται», διαπίστωσε.
Ο Πίβοτ τον πλησίασε από το πλάι, ήταν σχεδόν ενάμιση κεφάλι ψηλότερός του.
«Άθε μας να δούμε με την ηθυχία μας, να χαρείθ τη μανούλα θου δηλαδήθ», ψιθύρισε σκύβοντας στο αυτί του φαλάκρα. Όσο το έκανε φρόντιζε να τον πιτσιλάει με άπλετο σάλιο.
Ο φαλάκρας χάθηκε στο βάθος του μαγαζιού, μάλλον βρίζοντας.
«Αυτό», είπα.
Οι υπόλοιποι σταμάτησαν και με κοίταξαν καθώς ξεκρέμαγα ένα μπάσο.
«Είσαι σίγουρος;» με ρώτησε ο Πίβοτ.
«Πλάκα μου κάνεις; Αφού δεν ξέρω να παίζω», διαμαρτυρήθηκα.
«Και τότε πώς το διάλεξες;» θέλησε να μάθει ο Γιωργάκης.
«Αυτό μου γυάλισε», παραδέχτηκα.
«Τότε αυτό είναι το κατάλληλο», είπε εκείνος.
Το σήκωσα ψηλά μπροστά στη μούρη μου κρατώντας το από το μπράτσο, ένα Ιμπανέζ Ρόουντσταρ κόκκινος σε στυλ τριανταφυλλόξυλο. Δίπλα στα κουμπιά του στην άκρη του σκάφους είχε ένα χτύπημα βαρβάτο, ξέφτι το πέριξ υλικό. Το έφερα κοντά στη μύτη μου και σκόπευσα το απέναντι τζάμι, όπως είχα δει να κάνουν οι έμπειροι για να ελέγξω μήπως είχε σκεβρώσει, δεν κατάλαβα και πολλά.
«Μια χαρά μου φαίνεται», είπα.
«Και το τράκο;» μου έδειξε το χτύπημα ο Πίβοτ.
«Θα το διορθώσω», είπα. «Βερνίκι, κανένα αυτοκόλλητο...»
«Δε θα σε ρωτήσω αν είσαι σίγουρος», φώναξε από μακριά ο Γιωργάκης που χαρχάλευε κάτι ενισχυτές.
«Εγώ ψήνομαι πάντως....» μας ανακοίνωσε ο Πίβοτ σηκώνοντας στον αέρα μια κατάμαυρη Γκίμπσον ταυράκι.
«Αυτή είναι του κουτιού ρε», σφύριξα.
«Μασάμε;» με ρώτησε.
Δεν είχα σκεφτεί να μετρήσω το μάτσο που πήραμε από τον Ιντζέ οπότε δεν έβγαλα άχνα.
«Ψήνεσαι;» του γέλασε ο Γιωργάκης.
«Ψήνομαι -γιατί; Τρέχει τίποτα;» σκάλωσε ο Πίβοτ.
«Και ποιος θέλει να σε ψήσει;» ρώτησε ο Γιωργάκης.
«Μη μου μπαίνεις σπόρε, θα σε πλακώσω», τον αγριοκοίταξε ο άλλος.
«Ρε Πίβοτ, κόψε το υφάκι μεταξύ μας. Η Γκίμπσον κάνει ένα σκασμό λεφτά, αν τη γουστάρεις να την πάρουμε. Άμα όμως είσαι μπλαζέ κι έτσι να πούμε, ας πάρουμε καμιά Τέσκο ή καν΄άλλο χρέπι να γλιτώσουμε και φράγκα», τον γείωσε ο Γιωργάκης.
«Εντάξει ρε μαλάκα, τι θες τώρα;» φούντωσε ο Πίβοτ.
Κι επειδή ο άλλος δεν του μίλαγε....
«Τη γουστάρω του θανατά –ικανοποιήθηκες;» μούγκρισε στη συνέχεια.
«Εγώ;» απόρησε ο Γιωργάκης. «Νόμιζα οτι για σένα μιλάμε».
Έβλεπα οτι πήγαινε στον τσαμπουκά το όλο ζήτημα κι έτσι βιάστηκα να τους γυρίσω.
«Γιωργάκη τι βρήκες εσύ από ενισχυτές;»
Άλλο που δεν ήθελε ο μικρός –μάς τράβηξε στην άλλη πλευρά και μάς έκανε επίδειξη κάτι Μάρσαλ συμπαθέστατους. Μαζέψαμε λοιπόν το υλικό σε μια γωνία, το σκιάσαμε με τις κεφάλες μας όσο ο Γιωργάκης έβγαζε το μάτσο των χρημάτων για να μετρήσουμε, υπολογίσαμε, ψιθυρίσαμε και τελικά χωριστήκαμε για να ψάξουμε το φαλάκρα.
«Σας ακούω», μας είπε χολωμένος.
«Έλα να σου δείξουμε», τον τραβολόγησε ο Γιωργάκης.
Ο φαλάκρας έκοψε τα καλούδια στα γρήγορα και είπε μια τιμή λίγο παραπάνω απ΄όσα είχαμε στην τσέπη μας.
«Αντίο», ανακοίνωσε ο Πίβοτ.
Ξεκινήσαμε για την πόρτα.
«Για σταθείτε ρε παιδιά», ζήτησε ο φαλάκρας. «Εσείς δηλαδή τι δίνετε;»
«Το θέμα δεν είναι τι δίνουμε, αλλά τι έχουμε», του εξήγησε ο Γιωργάκης. «Κι άμα δεν πέσεις πολύ...»
«Παααααάραααα πολυυυυυυυύ», τραγούδησε ο Πίβοτ.
«Δεν θα μπορέσουμε να τα αγοράσουμε», είπα εγώ.
«Πάρτε τα λίγα-λίγα», πρότεινε ο φαλάκρας.
«Ρε θείο τι μάς λες τώρα; Εμείς είμαστε συγκρότημα.....»
«Το Φάντασμα στη Μηχανή αν έχεις ακουστά....»
Ο φαλάκρας έξυσε τον δασύτριχο σβέρκο του.
«Δε μάς ξέρεις;»
Ο φαλάκρας μάς κοίταξε σκεφτικός.
«Τέλος πάντων, είσαι και μεγάλος άνθρωπος –δεν παρακολουθείς τις εξελίξεις στη σύγχρονη μουσική σκηνή....»
«Πάντως ή θα τα πάρουμε όλα ή τίποτα....»
«Διότι είμαστε συγκρότημα....»
«Το Φάντασμα στη Μηχανή.....»
«Δεν έχεις ακούσει τίποτα για μας;»
«Τίποτα;»
«Ρε βγάλτε το σκασμό», πνίγηκε από το στενό μας μαρκάρισμα ο φαλάκρας.
«Εντάξει».
«Αντίο λοιπόν».
«Να σας τα δώσω όλα μαζί για....» πρότεινε ο φαλάκρας.
Η τιμή ήταν σαφώς κατεβασμένη.
«Καταπληκτική τιμή», πανηγύρισε ο Γιωργάκης.
«Αλλά δεν έχουμε τόσα λεφτά», είπε ο Πίβοτ.
«Αντίο», είπα εγώ.
«Κωλόπαιδα έχετε χάρη...» μούγκρισε ο φαλάκρας κατεβαίνοντας άλλο λίγο.
«Και οι θήκες δώρο», είπε ο Πίβοτ.
«Έλα να τελειώνουμε», ανυπομόνησε ο φαλάκρας.

Φορτωμένοι σαν αρκουδιάρηδες στο λεωφορείο της επιστροφής –αλλά υπερήφανοι, γύφτικα σκερπάνια . Πολεμιστές έτοιμοι για όλα.
«Τα λεφτά που μας μείναμε...» ξεκίνησε ο Πίβοτ.
«Στο ταμείο του συγκροτήματος», είπα εγώ.
«Και τα όργανα επίσης», πρόσθεσε ο Γιωργάκης. «Όποιος φύγει δεν παίρνει τίποτα».
Μας φάνηκε σωστό.

Οι μέρες μέχρι το Σάββατο έκαναν ένα μήνα η κάθε μία μέχρι να περάσουν. Είχαμε αφήσει τα όργανα στην αποθήκη παύλα στούντιο του Γιωργάκη δίνοντας υπόσχεση να μην τα αγγίξουμε μέχρι να έρθει και η ντραμς του Μέταλλου. Θέλαμε η πρώτη μας φορά να είναι συγκροτηματική, με δόξα και τιμή. Κι η ντραμς του Μέταλλου ήρθε, όπως είχε κανονιστεί, Παρασκευή απόγευμα.

Σάββατο απόγευμα, ντύθηκα στην πένα. Μαύρη κολεγιακή με πάνινο ραφτό των Κλας πιασμένο με παραμάνες, τζιν σωλήνα τρύπιο στα γόνατα και αρβύλες με κόκκινα κορδόνια. Σταυροκούμπωτο δερματίνη από το Μοναστηράκι από πάνω τζιν μπουφάν τίγκα στην κονκάρδα, πέρασα και λεμόνι τα μαλλιά να στέκονται όμορφα. Κι έφυγα για να τους συναντήσω.

Η αποθήκη στο σπίτι του Γιωργάκη δεν ήταν πια αποθήκη, αλλά στούντιο κανονικό. Τελευταία φορά που το είχα επισκεφτεί κολλάγαμε τις αυγοθήκες στους ασοβάντιστους τοίχους, τώρα πλέον (ο Γιωργάκης μαζί με το Μέταλλο όπως έμαθα αργότερα) είχαν καλύψει τις περισσότερες αυγοθήκες με μαύρο αφρολέξ –κανονικό δωμάτιο ψυχιατρείου ας πούμε. Αλλά αυτό ήταν το λιγότερο –στη μέση του δωματίου έχασκε ξαπλωμένη η καλύτερη ντραμς που είχα δει στη ζωή μου (για την ακρίβεια, η πρώτη ντραμς που είχα δει από τόσο κοντά), οι ενισχυτές ήταν στημένοι στις άκρες για να μην πέφτουμε πάνω τους κι αν δεν έχεις ακόμα εντυπωσιαστεί από το σκηνικό θα σου πω οτι γυρνώντας το κεφάλι ζαλισμένος σαν πιτσιρικάς σε καρουζέλ είδα ένα μπάσο, όχι ένα μπάσο αλλά το μπάσο μου, ακουμπισμένο στον Μάρσαλ να με περιμένει. Μ΄έπιασε τρεμούλα.
Ο Γιωργάκης με το Μέταλλο κάθονταν σ΄έναν ταλαιπωρημένο καναπέ και με χαζεύανε κρατώντας με το ζόρι τα γέλια τους.
«Τι το κοιτάς ρε όρνιο; Άντε να το δοκιμάσεις», φώναξε το Μέταλλο.
Ντράπηκα.
«Ο Πίβοτ δεν έχει έρθει ακόμα;» ρώτησα.
«Τον βλέπεις πουθενά εδώ μέσα;» έκανε ο Γιωργάκης.
«Ας τον περιμένουμε τότε», το έπαιξα κουλ, τραβώντας ένα Κάμελ από το τσεπάκι του τζιν μπουφάν.
Πήγα προς τον καναπέ.
«Κάντε έναν κώλο παραμέσα», τους ζήτησα.
Καθόμασταν λοιπόν αμίλητοι και χαζεύαμε τον εξοπλισμό του συγκροτήματος, όνειρα φεύγανε από τα καλώδια και σκάλωναν στα βλέφαρά μας.
Μας ξύπνησε ο Πίβοτ που μπήκε κλωτσώντας την πόρτα.
«Αστυνομία ρε πούστηδες, τι γίνεται εδώ μέσα;» ούρλιαξε.
Μετά πάγωσε βλέποντας τα όργανα στημένα. Ήξερα τον Πίβοτ από το Δημοτικό, μπορούσα να διακρίνω το τρέμουλό του ακόμα κι από υπεραστικό τηλεφώνημα.
«Μην τολμήσει κανένας να ξαναπλώσει χέρι στην κιθάρα μου», προειδοποίησε.μουντά.
Τον κοίταξα και δεν μπορούσα να καταλάβω αν ο θυμός του προερχόταν από το οτι κάποιος έβαλε χέρι στην κιθάρα του ή από το γεγονός οτι δεν κατάφερε να κρύψει την τρεμούλα του μπαίνοντας στο δωμάτιο.
«Εντάξει, πάμε να παίξουμε τώρα;» πρότεινε το Μέταλλο.
Ο Πίβοτ έβγαλε θεατρικά το μπουφάν του και σήκωσε τα χέρια στον αέρα.
«Μισό λεπτό», είπε.
Τον κοιτάξαμε κάπως νευριασμένα –θέλαμε να παίξουμε γαμώ τον αντίθεό του.
«Είμαστε συγκρότημα σημαίνει δυο πράγματα», ξεκίνησε ο Πίβοτ.
Περιμέναμε.
«Άλφα, ότι έχουμε είναι κοινό –του συγκροτήματος», είπε ο Πίβοτ.
«Και οι γκόμενες;» ρώτησα εγώ.
«Ειδικά αυτές», είπε ο Πίβοτ. «Και βήτα –δεν υπάρχουν μυστικά μεταξύ μας».
Σφίχτηκα όπως και όλοι οι υπόλοιποι –κάναμε προσπάθεια να μην κοιτάξουμε το Μέταλλο και αποτύχαμε.
«Παπάρια», είπε εκείνος και σηκώθηκε σβήνοντας το τσιγάρο του.
«Δε νομίζω...» μουρμούρισε ο Πίβοτ. «Καθότι με τα λεφτά που μας έστειλες αγοράσαμε κάποια πράγματα και πρέπει να ξέρουμε...»
«Αν δεν τα θέλετε, δώστε τα πίσω», τον έκοψε το Μέταλλο.
«Μα επειδή τα θέλουμε», είπε ο Γιωργάκης.
«Και στην τελική, παρέα είμαστε ρε Μέταλλο», είπα εγώ.
«Εντάξει», απάντησε το Μέταλλο.
Κι έπεσε η γνωστή σιωπή.
«Τι εντάξει;» απόρησα.
«Εντάξει –είμαστε παρέα. Πάμε τώρα να παίξουμε», είπε το Μέταλλο.
Σε άλλες περιπτώσεις θα τον διαολοστέλναμε, εγώ κι ο Πίβοτ τουλάχιστον. Έτσι το είχαμε στην παρέα -όχι μυστικά, όχι μαλακίες. Αλλά εκείνο το απόγευμα ήμασταν σενιαρισμένοι για να κάνουμε μουσική, να γίνουμε συγκρότημα. Κι έτσι υποχωρήσαμε –ας παίζαμε τώρα και θα το ψάχναμε αργότερα. Πού να ξέραμε οτι αυτή θα ήταν η πρώτη και η πιο ανώδυνη υποχώρηση μπροστά σε όσες θα ακολουθούσαν; Πού να το ξέραμε δηλαδή;

Το Μέταλλο είπε...
«Εγώ θα δώσω για να ξεκινήσετε».
Κι ο Πίβοτ ρώτησε....
«Δηλαδή τι θα παίξουμε;»
Εγώ είπα....
«Τίποτα συγκεκριμένο. Θα προσπαθήσω να πατάω στο Μέταλλο κι εσύ θα έρθεις από πάνω».
Κι ο Γιωργάκης ρώτησε....
«Εγώ;»
Κι ο Πίβοτ είπε...
«Όχι ακόμα».
Έτσι ξεκινήσαμε.

Μετά από 5 λεπτά περίπου σταματήσαμε χωρίς κάποιος να μάς κάνει νόημα –έτσι από μόνοι μας και σχεδόν ταυτόχρονα. Αν θες να ξέρεις, αυτό το σταμάτημα ήταν το μόνο που κάναμε συγχρονισμένα. Ή σχεδόν συγχρονισμένα. Στο κεφάλι όλων είχε μπει η ίδια ιδέα –«αποκλείεται να γίνουμε συγκρότημα».

Το Μέταλλο είπε...
«Πάμε άλλη μία».
Κι ο Πίβοτ είπε...
«Όχι στα γίδια και στα πρόβατα όμως. Έχω κάτι....»
Κι εγώ ρώτησα...
«Τι;»
Τότε ο Πίβοτ μάς έκανε νόημα ν΄ακούσουμε κι έπαιξε 2-3 ακόρντα στη σειρά. Τα έπαιξε κάπως γρήγορα όμως και το Μέταλλο του είπε....
«Ξαναπαίξτα πιο αργά».
Κι ο Πίβοτ είπε...
«Όχι, τόσο γρήγορα πάει».
Και το Μέταλλο είπε...
«Εντάξει, ρίχτα άλλη μία να τα καταλάβω».
Κι ο Πίβοτ έκανε έτσι ακριβώς. Και μετά είπε....
«Έχω και στίχους...»
Κι εγώ ρώτησα...
«Μπορείς να τους πεις στο ρυθμό;»
Κι ο Πίβοτ άρχισε να λέει κάτι σχετικά με όσους «ζητάν να κόψει τα μαλλιά του/ για ν΄αλλάξουν τα μυαλά του» που μας φάνηκε πολύ αστείο και ξεκωλωθήκαμε στα γέλια. Κι ο Γιωργάκης, κρατώντας την κοιλιά του είπε...
«Κάτσε να στο χτενίσω λίγο».
Και το Μέταλλο ρώτησε....
«Τι λέτε γι΄αυτό το τέμπο;»
Κι έπαιξε κάτι που έμοιαζε να πηγαίνει με τα ακόρντα του Πίβοτ. Και ο Πίβοτ είπε...
«Εντάξει».
Κι εγώ είπα...
«Ξαναπαίξτο ρε Μέταλλο».
Κι όσο εκείνος ξανάπαιζε το τέμπο εγώ πήγαινα 1-2, 1-2-1-3, 1-2 ή κάπως έτσι στο μπάσο. Και ο Πίβοτ είπε...
«Εντάξει».
Και το Μέταλλο είπε....
«Εντάξει».
Κι ο Γιωργάκης είπε....
«Θα τους πω εγώ τους στίχους τώρα».
Και το Μέταλλο είπε...
«Εγώ θα δώσω για να ξεκινήσετε».
Έτσι ξεκινήσαμε πάλι από την αρχή.

Μετά από λίγο ήμασταν απολύτως σίγουροι –εμείς οι τέσσερις δεν μπορούσαμε να παίξουμε μαζί ούτε ξερή.

Και τότε ο Πίβοτ είπε....
«Διασκευές».
Και όλοι είπαμε....
«Εντάξει».
Κι ο Γιωργάκης μας έδειξε το πικάπ του που το είχε ήδη μεταφέρει στην αποθήκη νυν στούντιο και τους δίσκους του –πολλούς δίσκους, άπειρους δίσκους για τα δικά μας δεδομένα.
Και εγώ είπα, κοροϊδεύοντας....
«Βάλε Ραμόνες».
Κι ο Γιωργάκης αφού ψάχτηκε έβαλε το «Ροκαγέι Μπιτς», πήρε το μικρόφωνο και κάθισε δίπλα στο πικάπ για να το ξαναβάζει συνέχεια, το ακούσαμε μια φορά, κοιταχτήκαμε έκπληκτοι αλλά ακόμα εκπληκτικοί και είπαμε...
«Πάμε».
Και πήγαμε.

Σταμάτησα όταν δεν μπορούσα να παίξω άλλο, τα δάχτυλά μου είχανε μελανιάσει στις άκρες, ίδρωνα σα γουρούνι και το γαμημένο το «Ροκαγέι Μπίτς» είχε παίξει πάνω από 60 φορές. Ο Γιωργάκης κάπνιζε, τις τελευταίες 10 φορές (ή κάπου τόσο) δεν τραγουδούσε καν, μόνο το δίσκο ξανάβαζε.
«Δε γίνεται τίποτα», είπε το Μέταλλο.
«Με καμία Παναγία», είπε ο Πίβοτ.
Δεν είπα τίποτα αλλά συμφωνούσα απολύτως.
«Δίψασα», είπε ο Γιωργάκης.
«Πάμε για μπύρα στου Χοντρού;» πρότεινα.
«Τι ώρα είναι;» ρώτησε το Μέταλλο.
Αλλά κανένας μας δεν κουβάλαγε ρολόι.
Βγήκαμε λοιπόν στα αγριόχορτα που έζωναν την αποθήκη του Γιωργάκη και τον περιμέναμε να κλειδώσει για να φύγουμε. Αλλά ο Γιωργάκης δεν ερχόταν. Ξαναμπήκαμε μέσα.
Ο Γιωργάκης μας περίμενε με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος.
«Τι έπαθες ρε σπόρε;» ρώτησε ο Πίβοτ.
«Δυο πράγματα», χαμογέλασε εκείνος. «Το πρώτο είναι οτι δεν πήρατε τα όργανά σας, πώς θα κάνετε εξάσκηση μέχρι την επόμενη πρόβα;»
Κοιταχτήκαμε.
«Πλάκα μάς κάνεις», του είπα. «Δεν υπάρχει περίπτωση να γίνουμε συγκρότημα».
«Ναι, από Δευτέρα ας τα επιστρέψουμε μπας και πάρει πίσω τα λεφτά του το Μέταλλο», είπε ο Πίβοτ. «Άντε, έλα να πάμε στου Χοντρού τώρα».
«Αυτό ήταν το δεύτερο που ήθελα να σας πω –η ώρα είναι περασμένες δώδεκα. Κι αυτό με τη σειρά του σημαίνει δύο πράγματα –πρώτον, οτι ο Χοντρός θα έχει κλείσει για να κατέβει παραλία και δεύτερον οτι κάναμε κοντά 6 ώρες πρόβα. Είσαστε τόσο χέστηδες για να τα παρατήσετε από τώρα;» γέλασε ο Γιωργάκης.
Κοίταξα τον Πίβοτ κι ο Πίβοτ με κοίταξε.
«Ρε πουσταριά δε με ξεσκίσανε εμένα οι μπασκίνες για να τα παρατήσετε εσείς με το καλησπέρα. Όποιος θέλει να φύγει από το συγκρότημα να το πει επιτόπου, για να του πετάξω τα μάτια έξω», βρυχήθηκε το Μέταλλο.
«Αφού είμαστε για τον πούτσο», ψιθύρισα.
Το Μέταλλο ήρθε και κόλλησε την ιδρωμένη φάτσα του στη δική μου.
«Θες να φύγεις από το συγκρότημα ρε;» ούρλιαξε.
Τα χρειάστηκα. Έμεινα κόκαλο.
«Άντε ρε μαλάκα Τρανζίστορ -ποιος περιμένεις να μαζέψει το κωλόμπασό σου;» γκρίνιαξε από δίπλα ο Πίβοτ αποφορτίζοντας το βραχυκύκλωμα.
Ξεκόλλησα από το Μέταλλο κι άρχισα να τακτοποιώ το μπάσο στη θήκη του, κόντευα να βάλω τα κλάματα, πονάγανε τα δάχτυλά μου και είχανε γαμηθεί όλα μου τα όνειρα. Αν η ζωή μού φύλαγε άλλη μέρα χειρότερη από αυτή θα προτιμούσα να αυτοκτονήσω παρά να τη ζήσω.
Το Μέταλλο έβαλε τις μπαγκέτες του στην κωλότσεπη και δρασκέλισε την πόρτα.
«Αύριο κατά τις 10 εδώ –είμαστε σύμφωνοι;» ανακοίνωσε.
«Εγώ εδώ μένω», του είπε ο Γιωργάκης.
Έχωσε την κεφάλα του μέσα και μας αγριοκοίταξε.
«Ναι ρε μαλάκα, θα ’ρθουμε», τον καθησύχασε ο Πίβοτ.
«Εντάξει –άντε γαμηθείτε βραδιάτικα», μας ευχήθηκε κι εξαφανίστηκε πηδώντας τη μάντρα πίσω από την αποθήκη, κανονικά πλέον, στούντιο του Γιωργάκη.
Βγήκαμε κουβαλώντας τις θήκες μας.
«Αρ γιου κοπς;» μας κορόιδεψε ο Γιωργάκης κλειδώνοντας.
«Νο μαμ, γουί αρ μιουζίσιανς», είπα άκεφα.
Κι οι άλλοι δυο ξεκαρδίστηκαν, έμεινα να τους κοιτάζω όσο κοπανιόντουσαν στο χώμα.
«Πάμε ρε Πίβοτ», είπα στο τέλος.

Βαδίσαμε αμίλητοι μέχρι που φτάσαμε στο σπίτι του.
«Αύριο θα περάσεις να με πάρεις;» ρώτησε.
«Δεν θα΄ρθω αύριο», του ξεκαθάρισα.
Κι έφυγα βιαστικά πριν προλάβει....

Χαμογελάω όσο θυμάμαι τα συναισθήματα εκείνης της βραδιάς, ήμασταν τόσο ανεπανόρθωτα μικροί και τόσο απελπιστικά ηλίθιοι. Ο κόσμος μας, λίγο στενότερος από την αποθήκη –στούντιο το Γιωργάκη και τόσο εύκολο να γίνει σκόνη.
«Το μοναδικό πρόβλημα που συναντήσαμε ήμασταν εμείς οι ίδιοι», λέω στη μαλακισμένη. «Και ποτέ δεν κατορθώσαμε να το λύσουμε αυτό το πρόβλημα. Ποτέ, τουλάχιστον μέχρι....»
Τεντώνεται σκύβοντας αυθόρμητα προς το μέρος μου, η μπλούζα της ανοίγει λίγο, αλλά δεν έχω όρεξη να χαζέψω τα βυζιά της. Περιμένει να συνεχίσω τη φράση μου.
Δεν πρόκειται.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι