Μου αρέσει η παράδοση. Λατρεύω δηλαδή αυτό το παραδοσιακό το «Πάσχα είναι, χώσε κλαρίνα». Διότι παράδοση, αν θες να ξέρεις, σημαίνει αυτό ακριβώς –να παραδίνεσαι στα σίγουρα χέρια της επιτυχίας. Κακό; Καθόλου.
Έλα όμως που πρέπει να δικαιολογήσεις αυτή την άνευ όρων παράδοσή σου –σε ποιον; Πρώτα στον ευατό σου και μετά στο ψαγμένο κοινό σου το οποίο γουστάρει να ζει σε παράκρουση μπερδεύοντας το CBGB με το «Μπαράκι του Βασίλη» και τη Μαλακάσα με το Άσμπουρι Παρκ. Κι εδώ βρίσκεται το γελοίο του πράγματος.
Αντιγράφω (με πλάγια γράμματα) αποσπάσματα από αυτό εδώ το άρθρο του «Επτά» (Ελευθεροτυπία):
Αλλά η ιστορία ξεκινάει από παλιά. «Από τα πράγματα που με σημάδεψαν και με συγκίνησαν ήταν ο "Μπάλλος" και το "Βρώμικο ψωμί" στις αρχές του '70» θυμάται ο Νίκος Πορτοκάλογλου. «Γιατί εκεί υπήρχε ένα θαύμα που έδειχνε ότι μπορεί τελικά να συνυπάρχουν ο Ζάπα και ο Ντίλαν με τα θρακιώτικα και να βγει ένας υπέροχος ήχος. Θέλει όμως τόλμη, φαντασία και τρέλα».
Εδώ λοιπόν έχουμε την εφαρμογή της συλλογιστικής «παίζω ακουστική κιθάρα, έχω και κακή φωνή άρα είμαι ο Ντύλαν». Αυτό ενίοτε μπορεί να γίνει «βαράτε όλοι μαζί να γίνουμε Ζάπα». Ο αγαπητός Πορτοκάλογλου επιλέγει να ξεχνάει κάποια πραγματάκια –όπως το ότι ο Σαββόπουλος ποτέ δεν θεωρήθηκε ροκ στη δεκαετία του ’70 (για το ’80 δεν το συζητάμε –ο Σαββόπουλος θεωρείτο εντελώς σαχλαμάρας). Ξεχνάει επίσης οτι η συμμετοχή ροκ μουσικών στις δουλειές των καταξιωμένων συνθετών (Σαββόπουλος, Θεοδωράκης, Μαρκόπουλος) αντιμετωπιζόταν σαν «πάμε να κονομήσουμε τίποτα, επειδή με τη ροκ δε βγαίνει μεροκάματο». Ξεχνάει, τέλος, ο Πορτοκάλογλου οτι «Φλου» του Σιδηρόπουλου, την εποχή που κυκλοφόρησε, κατατάχτηκε άμεσα στα Σαββοπουλοειδή κατασκευάσματα και σαν τέτοιο έφαγε μπόλικο κράξιμο, με αποτέλεσμα να μην παιχτούν σε κανένα (σχεδόν) λάιβ τα κομμάτια με τη μορφή που είχαν στον δίσκο.
Η αποστροφή της ροκ σκηνής για την ελληνική παραδοσιακή μουσική δεν ήταν αδικαιολόγητη. «Αν σκεφτείς ότι μεγαλώσαμε βλέποντας τους χουντικούς να χορεύουν με κλαρίνα, πώς να ακούσουμε δημοτικά;» εξηγεί στο «7» ο Γιάννης Αγγελάκας. «Η πληροφορία που είχαμε πάρει ήταν λάθος, αλλά η παράδοση απορρίφθηκε».
Να και μια περίπτωση όπου η μισή αλήθεια είναι πιο ψεύτικη από το ξεκάθαρο ψέμα. Επειδή αλήθεια λέει ο Αγγελάκας –οι χουντικοί όντως χορεύανε στα κλαρίνα, όμως το πράγμα δεν τελείωνε εκεί. Εκπομπές σχετικές με την αθάνατη ελληνική παράδοση παίζονταν στην κρατική τηλεόραση, είχε θολώσει το μάτι μας από φουστανελάδες και κοντογουνιότισσες, ο (εκπαιδευτής των μπάτσων στις πολεμικές τέχνες) Καπαφλής κι ο γλοιώδης Μυλωνάς μάς ψυχαγωγούσαν τις Κυριακές –εμετό προκαλούσε η ασύστολη παραδοσιακή μαλακία που χρησιμοποιούσαν για παιδευτικούς, κυρίως, λόγους. Το ’70 (και στις αρχές του ’80) όπου ο κόσμος καιγόταν, εμείς εδώ μαθαίναμε περί «μάνα μου τα κλεφτόπουλα» και για «του αητού τον γιο» ή για το «φουλάρι του Γιάννη». Ενώ ο Θεοδωράκης απαγορευόταν, ο Κηλαηδόνης με τον Νεγρεπόντη λογοκρίνονταν κι ο Σαββόπουλος περνούσε μπάι τις Επιτροπές Λογοκρισίας διασκευάζοντας γερμανικά παιδικά τραγουδάκια, όπως η «Συννεφούλα» (πόσο Ζάπα ή πόσο Ντύλαν ήταν αυτό;) Η ολόκληρη αλήθεια είναι λοιπόν οτι η παραδοσιακή μουσική ήταν ένα από τα μέσα διαπαιδαγώγησης που χρησιμοποίησε η χούντα τη στιγμή που κάθε εν δυνάμει επικίνδυνο τραγούδι λογοκρινόταν –γι΄αυτό σιχάθηκε ο κόσμος την παράδοση. Και όχι –δεν ήταν «λάθος η πληροφορία», σωστή ολόσωστη ήταν. Παράδοση ίσον συντήρηση, οπισθοδρόμηση και καταπίεση –διαφωνεί κανείς;
«Για την γενιά μου», παραδέχεται ο Πορτοκάλογλου, «με τη χούντα δεν ταυτίστηκε μόνο το κλαρίνο και το καλαματιανό, αλλά ακόμα και το λαϊκό τραγούδι. Ουσιαστικά απορρίφθηκε όλη η πρώτη ύλη στην οποία ένας μουσικός θα μπορούσε να στηριχθεί για να βγάλει κάτι καινούριο. Και δεν ήταν μόνο η δική μας γενιά. Οι γονείς μου κουβαλούσαν μια μεγάλη παράδοση, αλλά στο σπίτι που μεγάλωσα δεν υπήρχε τίποτε από αυτό το παρελθόν. Η μουσική ήταν Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, λίγη κλασική, λίγος Σινάτρα. Σαν μια γενιά Ελλήνων να προσπαθούσε να ξεχάσει την καταγωγή της».
Σωστά το ξεκινάει ο Πορτοκάλογλου –και το λαϊκό τραγούδι του ’70 μια από τα ίδια σκατά ήταν. Αμφιβάλλεις; Να σου πω τότε το πιο επαναστατικό λαϊκό της εποχής; «Θα πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν»!!! Αυτό είχε κρυφά αντιστασιακά νοήματα, τα υπόλοιπα ήταν πιο συντηρητικά!!!! Δικαίως επίσης στεναχωριέται ο Πορτοκάλογλου για την «απόρριψη της πρώτης ύλης» -όντως η, λεγόμενη, ελαφρολαϊκή μουσική σε εκείνη την χουντοκρατούμενη περίοδο έχει τις ρίζες της (και στις αισχρές αντιγραφές ινδικών, αραβικών και τούρκικων σουξέ). Βέβαια το συγκεκριμένο μουσικό ιδίωμα ήταν μεν η κινητήρια δύναμη των μπουζουξίδικων και των σπασοπιατάδικων, όμως με τίποτα δεν ήταν ΜΟΝΑΔΙΚΟ. Ο Χατζιδάκης (ο οποίος έβγαλε μπόλικα ελαφρολαϊκά) κι ο Θεοδωράκης (που προτίμησε ν΄αρπάξει από αρχοντορεμπέτικο μεριά) –προκειμένου να «περάσουν στο ευρύ κοινό», όπως λένε οι εκάστοτε λιγουροελίτ –δεν μπορούμε να πούμε οτι οδηγούσαν στο να «ξεχάσουμε την καταγωγή μας» όπως ισχυρίζεται ο Πορτοκάλογλου. Εκτός αν η καταγωγή μας δεν περιλαμβάνει τους ποιητές τους οποίους οι δυο αυτοί μελοποίησαν. Το τρομακτικό βέβαια στην παραπάνω δήλωση είναι οι μνήμες ΚΝΕ που ανασύρει το συμπέρασμα «ακούς Σινάτρα άρα μοιάζει σα να προσπαθείς να ξεχάσεις την καταγωγή σου».
Ουσιαστικά πρώτα η επαφή με τη λαϊκή μουσική και τα ρεμπέτικα οδήγησε στην κληρονομιά των δημοτικών τραγουδιών. Και μαζί η ανάγκη να ξεπεραστεί το παγιωμένο μεταπολιτευτικό έντεχνο τραγούδι. «Βρήκα την σχέση μου με το λαϊκό τραγούδι πιο νωρίς» θυμάται ο Πορτοκάλογλου για την εποχή των Φατμέ. «Αγόραζα δίσκους του Ακη Πάνου, του Τσιτσάνη, τους παλιούς ρεμπέτες. Γι' αυτό και οι Φατμέ φέρανε σε αμηχανία και τους ροκάδες και τους λαϊκούς. Κάναμε μια σύνθεση των δυο κόσμων. Και σιγά σιγά ανακάλυψα τα δημοτικά»
Τι ωραία πράγματα! Κι αυτό το «παγιωμένο μεταπολιτευτικό έντεχνο τραγούδι» ποιο ήταν; Το «Άξιον Εστί» με τον Σερ Μπιθί; Τα δημοτικοηλεκτρικά του Μαρκόπουλου; Τα ελαφρολαϊκά του Ανδρεόπουλου; Ευτυχώς που βρήκε τη σχέση του με τη μπουζουκλερί νωρίς ο Παπάζογλου –αλλά ποιος του είπε οτι έφερε σε αμηχανία τους ροκάδες όταν έβγαζε τους δίσκους των Φατμέ; Θυμάμαι πως, όταν πρωτακούσαμε τον δίσκο του, σκεφτήκαμε «τι λες ρε παιδί μου –υπάρχει συγκρότημα που μιμείται τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω;» και αδιαφορήσαμε για τα περαιτέρω. Αν (χρόνια αργότερα) έτυχε ο Πορτοκάλογλου ν΄ανοίξει τους Γιου Φτου και ν΄ακούσει το πρόγραμμά τους και στη συνέχεια να εμπνευστεί το «Κάποιος μ΄έστειλε δω κάτω/ κάποιος μου ΄πε να σε βρω/ να βουλιάξουμε στον πάτο/ για να βρούμε ουρανό», αυτό δεν σημαίνει οτι μετατράπηκε σε Μπόνο ο Πορτοκάλης! Όπως και το οτι ρίχνουμε μια ηλεκτρική κιθάρα δεν σημαίνει οτι κάνουμε ροκ –αν ήταν έτσι, η Βίσση που είχε 2 ηλεκτρικές, 1 άταστο και τον Κουβατσέα θα ήταν η Τζόαν Τζετ.
Μια παρόμοια διαδρομή αφηγείται και ο Αγγελάκας. «Ακούγοντας πολλά προπολεμικά ρεμπέτικα βλέπεις ποσο εκπληκτικά κουβαλάνε όλη την παράδοση, τα Βαλκάνια, τα ηπειρώτικα, τα σμυρναίικα. Το ρεμπέτικο είναι μεγάλη στιγμή για τον πολιτισμό μας - όλη η λαϊκή μουσική εκεί πατάει. Κουβαλούσε όλη τη μνήμη και συγχρόνως ήταν καινούριος».
Κι αυτά που λέει ο Αγγελάκας μια χαρά μου φαίνονται (καμιά σχέση με ροκ μουσική βέβαια). Συγχωρείται λοιπόν (λόγω νεανικού ενθουσιασμού) η ασχετοσύνη του περί λαϊκής μουσικής η οποία, και καλά, πατάει στο ρεμπέτικο –ακόμα χειρότερα από την προηγούμενη περίπτωση της ηλεκτρικής κιθάρας (που σηματοδοτεί καλά και σώνει το ροκ) εδώ πέρα μέχρι και περισσότερες χορδές είχε το μπουζούκι των ελαφρολαϊκατζήδων (βλέπε Χιώτης), άσε που τα ινδικά και τα παρόμοια αραβικά κλαψομούνικα δεν έχουν σχέση με το ρεμπέτικο. Αλλά είπαμε –το ρεμπέτικο είναι το μεγάλο καθαρτήριο!
«Μετά τον Σαββόπουλο μόνο η επόμενη φουρνιά, ο Μάλαμας, ο Πιερίδης, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου έχουν μια σύνδεση με την παράδοση» λέει ο Πορτοκάλογλου. «Στην Αμερική οι πιτσιρικάδες που παίρνουν τις κιθάρες από τα 18 τους και παίζουν, ηχούν σύγχρονοι αλλά είναι παραδοσιακοί. Παίζουν τα μοτίβα του μπλουζ, της κάντρι, του ροκ. Την δική τους παράδοση την έχουν κάνει παγκόσμια. Αλλα και μικρότερες χώρες μεταφράζουν την παράδοση στη σύγχρονη γλώσσα, όπως η Τζαμάικα που με τη ρέγκε επηρέασε τους πάντες. Ακόμα ονειρεύομαι πιτσιρικάδες από τα Γιάννενα να παίζουν ένα μείγμα ψυχεδέλειας και ηπειρώτικων ή Κρητικούς που να παίζουν ρέιβ κρητικά. Αντί γι' αυτό υπάρχει τώρα ο ενθουσιασμός για την αγγλόφωνη σκηνή, που κρύβει απλώς το φόβο για την καταγωγή μας».
Ρε κακός μπελάς που μας βρήκε με τον φόβο για την καταγωγή μας! Λοιπόν για να το ξεκαθαρίσω, εγώ κρατάω από Αιγυπτιακές ρίζες (αλλιώς γύφτικες) και εκφυλισμένες Μαλτέζικες ανακατεμένες με Μικρασιάτικες –αυτή είναι η καταγωγή μου και χέστηκα εφόσον δεν μπορώ να την αλλάξω. Τι πρέπει ν΄ακούω; Τονίνο Καροτόνε, Ντομένικο Μοντούνιο, Ρόζα Εσκενάζι και Ουμ Καλθούμ; Δε γαμιόμαστε, ν΄ασπρίσουμε καλύτερα;
Δίκιο έχει ο Πορτοκάλογλου –πιτσιρικάδες πήραν τα μοτίβα της μπλουζ και της κάντρι και φτιάξανε ροκ. Κι άλλοι πήρανε τα μοτίβα της τζαμαϊκανής μουσικής και φτιάξανε ρέγκε. Και άλλοι πήραν αφρικάνικα μοτίβα και φτιάξανε σάλσα, μάμπο, ξέρω ΄γω... Αυτό είναι η μουσική δημιουργία –παίρνεις ένα μοτίβο και το εξελίσσεις. Από που κι ως που απαιτείται εντοπιότητα για να πάρεις κάποιο μουσικό μοτίβο; Δηλαδή οι Στόουνς που πήρανε αμερικάνικες μπλουζ φόρμες δεν το είχαν το δικαίωμα επειδή τύγχαναν Εγγλέζοι; Έπρεπε καλά και σώνει να παίζουν γκάιντες οι Στόουνς και οι Άνιμαλς;
Κι αυτό το όνειρο περί «ηπειρώτικης ψυχεδέλειας» ή «κρητικού ρέιβ» μάλλον σε εφιάλτη μου κάνει. Επειδή πρέπει να είσαι πολύ παπάρας μουσικά για να υποθέσεις οτι μπορείς να αναμείξεις αυτά τα είδη –καμιά σχέση δεν έχει το χάλκινο και ο ζουρνάς με τα χαωτικά καλειδοσκοπικά ψυχεδελικά μοτίβα και η ελληνική γλώσσα (όπως και η κρητική διάλεκτος) είναι εντελώς ακατάλληλη για ραπάρισμα.
Αλλωστε, όπως συμπληρώνει ο Αγγελάκας, «υπάρχει ένας δρόμος ανάμεσα στο χιπ χοπ και την παραδοσιακή ρυθμολογία. Η ηλεκτρονική μουσική έδειξε ότι μπορεί να ξυπνήσει η παράδοσή μας μέσα από σύγχρονους ρυθμούς, αφού η τελετουργία της ρέιβ παραπέμπει σε αρχέγονα ακούσματα. Ετσι ξύπνησε και μέσα μου η ανάγκη για μια ολόκληρη ορχήστρα, με λύρα, μπουζούκι και χάλκινα, τους Επισκέπτες, που να παίζει και με το παρελθόν και με το μέλλον και με τα ηλεκτρονικά και με τους ρυθμούς που έχουμε από πιτσιρίκια στο αίμα μας».
Εδώ λοιπόν κυρίες και κύριοι (και αγαπητά παιδιά) έχουμε το φαινόμενο που κορόιδευε μέχρι και η Βαρντάλος στο «Μπιγκ Φατ Γκρικ Γουέντινγκ», τουτέστιν το «όλα από την Ελλάδα προέρχονται». Πώς έλεγε ο πατέρας της πρωταγωνίστριας οτι το όνομα Μίλλερ προέρχεται από το "μήλο"; Έτσι κι ο Αγγελάκας βρίσκει αρχέγονα, παραδοσιακά ακούσματα (ελληνικά υποθέτω –αλλιώς δεν υπάρχει λόγος να τα αναφέρει) στο χιπ χοπ και τη ρέιβ.
Εντάξει, η μουσική είναι μια αέναη εξέλιξη με κοινή ρίζα τον πρωτόγονο που κοπάναγε δυο κοκάλα –όμως αυτό είναι τόσο γενικό που δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Αν τώρα ο Αγγελάκας νομίζει οτι παίζει ρέιβ ή χιπ χοπ με το συγκρότημά του –ας το νομίζει, ποιος είμαι εγώ που θα του χαλάσω την ψευδαίσθηση; Ο ίδιος παλιότερα νόμιζε οτι το συγκρότημά του έγραψε τη μουσική για την «Ταξιδιάρα Ψυχή» –στο ρέιβ και στη χιπ χοπ θα κωλώσουμε τώρα;
Η σύνθεση γίνεται ασυνείδητα. «Στην φετινή παράστασή μας, το "Remix"» λέει ο Πορτοκάλογλου «καταλαβαίνω, τώρα μετά από πολλές συναυλίες, ότι είχα την ανάγκη να ξεγυμνώσω τα τραγούδια από τις ενορχηστρώσεις και να τα ξαναπαίξω με έναν πρωταρχικό ήχο μόνο με κοντραμπάσο, βιολί, την κιθάρα μου και ένα μουσικό που παίζει τζουρά, μπουζούκι και ούτι. Ηθελα να βρω τις ρίζες μου και να φανερώσω την καταγωγή των τραγουδιών μου».
Ξεπερνάω αθώα την έμμεση διαφήμιση της παράστασης κι αναρωτιέμαι –ο Πορτοκάλογλου δεν λύσσαγε στις παραπάνω παραγράφους με την καταγωγή μας; Τι σκατά πρωταρχικός ήχος είναι αυτός με κοντραμπάσο και βιολί; Από που κατάγεται τέλος πάντων ο Πορτοκάλογλου –από την Βιέννη, το Παρίσι ή το Βερολίνο;
Η σκηνή φαίνεται να γεμίζει από πειραματισμούς με την παράδοση. Από τη μια οι τζαζ μουσικοί όπως ο Τάκης Μπαρμπέρης που βουτάει σε αυτοσχεδιασμούς στον δίσκο «In Parallel» με το κλαρίνο του Πετρολούκα Χαλκιά. Από την άλλη νέοι μουσικοί όπως ο Biomass, που μπερδεύουν την ελεκτρόνικα με τους δημοτικούς και νησιώτικους σκοπούς και η May Roosevelt που με το θέρεμιν στο «Haunted» παίζει ζωναράδικο και τσάμικο.
Για να είμαι τίμιος θα πρέπει να σου πω οτι στο άρθρο αναφέρεται και η περίπτωση «Μάουντεϊνς» με τη γνωστή δήλωση του Σπάθα περί ηπειρώτικων –αν κάποιος δεν ξέρει τους Σόκρατες θα τους περάσει για τίποτα παραδοσιακούς ορκισμένους και μπορεί να είναι κι έτσι, επειδή είχα διαβάσει οτι την τελευταία φορά που προσπαθήσανε να κάνουν καριέρα στο εξωτερικό πολύς κόσμος νόμιζε οτι επρόκειτο περί καθαρόαιμου σάουθερν ροκ συγκροτήματος!
Τουτέστιν, υπάρχει το έτσι, υπάρχει το γιουβέτσι ενώ κάποιες φορές (λιγότερες αναλογικά) εμφανίζεται και το κοκορέτσι. Το οτι κάποτε οι Πρόξις παίζανε το «Άι γουίλ τέικ α φίσιν μπόουτ» (όταν πούλαγε τρελά ο διπλός δίσκος του Πάριου με τα «Νησιώτικα») δεν σημαίνει οτι ανακαλύφθηκε η χρυσή σύνδεση μεταξύ ροκ και μπάλλου. Κι ο σαχλαμάρας ο Σκορδίλης έπαιζε στα Εξάρχεια το «Άι πέι δε άις δατ άι λαβ» και οι Ταξιαρχίες παίζανε τον «Τεκέ» -τι θα πουν όλα αυτά; Απολύτως τίποτα, πέρα από μια διάθεση χοντροκομμένου χαβαλέ. Αυτό ήταν τότε κι αν σήμερα ψάχνουμε κάτι άλλο δεν νομίζω οτι θα το βρούμε.
Από την άλλη, αναντίρητα, όσοι είχαν την ατυχία να παίξουν ροκ στην Ελλάδα μεγάλωσαν με επιρροές από ελαφρολαϊκά, δημοτικά και άλλα συναφή. Σαφέστατα όμως επηρεάστηκαν ΣΕ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΒΑΘΜΟ από την αμερικάνικη και την αγγλική ποπ, ροκ (χέβι, πανκ, νιου γουέιβ, χιπ χοπ, ηλεκτρονική κ.λ.π.) μουσική. Γι΄αυτό άλλωστε επέλεξαν να παίξουν ηλεκτρική κιθάρα κι όχι κλαρίνο ή μπουζούκι. Το να εμφανίζονται κάποιες απόπειρες μείξης δημοτικών ή ρεμπέτικων ή λαϊκών (ή της Αρλέτας ξέρω ΄γω..) μουσικών κομματιών με τη ροκ δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από το οτι κάποιος αποφάσισε να κάνει ένα κοκτέιλ –και τα κοκτέιλ δεν πίνονται πάντα με ευχαρίστηση, ενίοτε προκαλούν εμετικά συμπτώματα.
Αν όμως έχεις αποφασίσει να παίξεις κάτι που βασίζεται στην δημοτική (ή την λαϊκή) μουσική χρησιμοποιώντας ηλεκτρικά όργανα και χώνοντας δυο τρία μπίτια έτσι για ποικιλία, αυτό δεν σε κάνει οργισμένο και αποκαλυπτικό ροκερ –Δέσποινα Βανδή σε κάνει στις περισσότερες των περιπτώσεων.
Ακολουθούν κάποιες δηλώσεις των εμπνευσμένων μας δημιουργών, για καθαρά χιουμοριστικούς λόγους:
«Το ζήτημα είναι ότι την παράδοσή μας την ταριχεύουμε μέσα στο μουσείο» επισημαίνει ο Πορτοκάλογλου. «Την αντιμετωπίζουμε με μια σοβαροφάνεια και μια υποκρισία, ότι δηλαδή είναι κάτι πολύ σημαντικό για τους λαογράφους και τους διάφορους κλειδοκράτορες. Και αν παίζεις δημοτικά με ηλεκτρικά όργανα είναι ιεροσυλία. Ομως η παράδοση έμεινε ζωντανή τόσους αιώνες χάρη στο ζωντανό δημιουργικό πνεύμα του μουσικού που πήρε κάποτε το κλαρίνο από τη Συμφωνική του Βερολίνου και το έβαλε στα δημοτικά»
Πρόκειται για ένα όμορφο σενάριο που εμπνεύστηκε ο Πορτοκάλογλου από τη δυσφορία των φίλων της κάντρι για τον ηλεκτρικό ήχο και το μετέφερε στα ελληνικά πράγματα. Αυτό όμως που με σκοτώνει είναι ο δημιουργικός μουσικός ο οποίος πήρε το κλαρίνο από τη Συμφωνική του Βερολίνου και το έβαλε στα δημοτικά! Το εικονοποιώ: ένας καράβλαχος με τσαρούχια και βρακαρόλα ο οποίος παραμονεύει πότε θα πάει ο κλαρινετίστας για κατούρημα για να του σουφρώσει το όργανο –ταινιάρα μιλάμε!
«Η παράδοση συνεχίζει να είναι ζωντανό πράγμα» συμφωνεί ο Αγγελάκας. «Εχω βρεθεί σε πανηγύρια στην Ηπειρο όπου κυριαρχεί ένας ψυχεδελικός ήχος σαν μια ροκ συναυλία, όπου ο κλαριτζής και ο κόσμος που χορεύει συνδέονται σε μια διονυσιακή έκσταση. Τώρα υπάρχουν παιδιά που προχωράνε, έχουν ιδέες που συγκινούν, η παράδοση έχει μια δυναμική, μια μνήμη που απελευθερώνει, δίνει ζωτικότητα, μεταφέρει πληροφορίες. Τα είχαμε ξεχάσει όλα αυτά. Τώρα που οι νέοι μουσικοί ασχολούνται με πιο βιωματικό τρόπο με την παράδοση, θα πάμε καλά».
Γαμώ το διονυσιασμό στα πανηγύρια μου μέσα! Θα πρέπει να είσαι εντελώς κάτοικος πόλης για να βλέπεις διονυσιασμό σ΄αυτό το συνονθύλευμα ιδρωμένων χοντρών (στα πρόθυρα του εμφράγματος) που κουνιούνται με κίνδυνο ν΄ανατιναχτούν τα ρούχα τους, προσπαθώντας να πάρουν μάτι τις πιτσιρίκες κι έτσι να έχουν λίγο υλικό για το βράδυ που θα πηδήξουν τις γυναίκες τους. Γαμώ τις διονυσιακές εκστάσεις –πού να δεις τι γίνεται στα μπαράκια των χωριών ή στα στριπτιζάδικα! Όσο για τη σύνδεση ψυχεδέλειας με την ψητή γουρουνοπούλα και την ιδρωτίλα που κυριαρχεί στα πανηγύρια, ομολογώ οτι αδυνατώ να την κατανοήσω. Και για να τελειώνουμε –μονάχα ο έρμος ο Τζιμ Μόρισον προσπάθησε να εισάγει τον διονυσιασμό στις συναυλίες του και απέτυχε παταγωδώς –το κλίμα στις ροκ συναυλίες είναι επιθετικό, συντροφικό, επιδεικτικό, ότι σκατά θέλεις είναι εκτός από διονυσιακό. Εκτός αν κυκλοφόρησαν σε καμιά συναυλία καβλωμένοι τύποι που τον χώνανε σε εκστασιασμένες υπάρξεις κι εγώ το έχασα το όλο πράγμα –έχει ακουστεί κάτι τέτοιο;
Ενώ ο Πορτοκάλογλου συνοψίζει: «Οι ζωντανές κοινωνίες μπορούν να χειρίζονται την παράδοσή τους, να ξέρουν τι να πετάξουν και τι να κρατήσουν. Εμείς ή τα αγιογραφούμε ή τα αγνοούμε και παρ' όλο που είμαστε βαθιά αντιαμερικανοί, καταναλώνουμε τα χειρότερα σκουπίδια της Αμερικής. Είμαστε αμήχανοι τελικά μπροστά στην παράδοση και μόνο μερικοί μουσικοί ξεπερνούν την αμηχανία με την έμπνευσή τους»
Καλά κάνει και τα συνοψίζει ο Πορτοκάλογλου –σε λίγο θ΄ακούσουμε ξανά για «γενίτσαρους της ροκ» και για «πολυεθνικά κέντρα που αποβλακώνουν τη νεολαία». Αλλά καλύτερα θα ήταν να μάς έλεγαν κάποτε την αλήθεια, καλύτερα θα ήταν να παραδέχονταν χωρίς κόμπλεξ οτι το δημοτικό και το ελαφρολαϊκό έφερναν πάντα την χαρτούρα –γκαραντί.
Επειδή πρόβλημα κανένα δεν έχω με όσους θέλουν να τα κονομήσουν, αλλά όχι και να με βγάλεις εμένα μαλάκα επειδή εσύ γουστάρεις «νινανάι γιάβρουμ»!
Νίναναϊ!
Να!
Έλα όμως που πρέπει να δικαιολογήσεις αυτή την άνευ όρων παράδοσή σου –σε ποιον; Πρώτα στον ευατό σου και μετά στο ψαγμένο κοινό σου το οποίο γουστάρει να ζει σε παράκρουση μπερδεύοντας το CBGB με το «Μπαράκι του Βασίλη» και τη Μαλακάσα με το Άσμπουρι Παρκ. Κι εδώ βρίσκεται το γελοίο του πράγματος.
Αντιγράφω (με πλάγια γράμματα) αποσπάσματα από αυτό εδώ το άρθρο του «Επτά» (Ελευθεροτυπία):
Αλλά η ιστορία ξεκινάει από παλιά. «Από τα πράγματα που με σημάδεψαν και με συγκίνησαν ήταν ο "Μπάλλος" και το "Βρώμικο ψωμί" στις αρχές του '70» θυμάται ο Νίκος Πορτοκάλογλου. «Γιατί εκεί υπήρχε ένα θαύμα που έδειχνε ότι μπορεί τελικά να συνυπάρχουν ο Ζάπα και ο Ντίλαν με τα θρακιώτικα και να βγει ένας υπέροχος ήχος. Θέλει όμως τόλμη, φαντασία και τρέλα».
Εδώ λοιπόν έχουμε την εφαρμογή της συλλογιστικής «παίζω ακουστική κιθάρα, έχω και κακή φωνή άρα είμαι ο Ντύλαν». Αυτό ενίοτε μπορεί να γίνει «βαράτε όλοι μαζί να γίνουμε Ζάπα». Ο αγαπητός Πορτοκάλογλου επιλέγει να ξεχνάει κάποια πραγματάκια –όπως το ότι ο Σαββόπουλος ποτέ δεν θεωρήθηκε ροκ στη δεκαετία του ’70 (για το ’80 δεν το συζητάμε –ο Σαββόπουλος θεωρείτο εντελώς σαχλαμάρας). Ξεχνάει επίσης οτι η συμμετοχή ροκ μουσικών στις δουλειές των καταξιωμένων συνθετών (Σαββόπουλος, Θεοδωράκης, Μαρκόπουλος) αντιμετωπιζόταν σαν «πάμε να κονομήσουμε τίποτα, επειδή με τη ροκ δε βγαίνει μεροκάματο». Ξεχνάει, τέλος, ο Πορτοκάλογλου οτι «Φλου» του Σιδηρόπουλου, την εποχή που κυκλοφόρησε, κατατάχτηκε άμεσα στα Σαββοπουλοειδή κατασκευάσματα και σαν τέτοιο έφαγε μπόλικο κράξιμο, με αποτέλεσμα να μην παιχτούν σε κανένα (σχεδόν) λάιβ τα κομμάτια με τη μορφή που είχαν στον δίσκο.
Η αποστροφή της ροκ σκηνής για την ελληνική παραδοσιακή μουσική δεν ήταν αδικαιολόγητη. «Αν σκεφτείς ότι μεγαλώσαμε βλέποντας τους χουντικούς να χορεύουν με κλαρίνα, πώς να ακούσουμε δημοτικά;» εξηγεί στο «7» ο Γιάννης Αγγελάκας. «Η πληροφορία που είχαμε πάρει ήταν λάθος, αλλά η παράδοση απορρίφθηκε».
Να και μια περίπτωση όπου η μισή αλήθεια είναι πιο ψεύτικη από το ξεκάθαρο ψέμα. Επειδή αλήθεια λέει ο Αγγελάκας –οι χουντικοί όντως χορεύανε στα κλαρίνα, όμως το πράγμα δεν τελείωνε εκεί. Εκπομπές σχετικές με την αθάνατη ελληνική παράδοση παίζονταν στην κρατική τηλεόραση, είχε θολώσει το μάτι μας από φουστανελάδες και κοντογουνιότισσες, ο (εκπαιδευτής των μπάτσων στις πολεμικές τέχνες) Καπαφλής κι ο γλοιώδης Μυλωνάς μάς ψυχαγωγούσαν τις Κυριακές –εμετό προκαλούσε η ασύστολη παραδοσιακή μαλακία που χρησιμοποιούσαν για παιδευτικούς, κυρίως, λόγους. Το ’70 (και στις αρχές του ’80) όπου ο κόσμος καιγόταν, εμείς εδώ μαθαίναμε περί «μάνα μου τα κλεφτόπουλα» και για «του αητού τον γιο» ή για το «φουλάρι του Γιάννη». Ενώ ο Θεοδωράκης απαγορευόταν, ο Κηλαηδόνης με τον Νεγρεπόντη λογοκρίνονταν κι ο Σαββόπουλος περνούσε μπάι τις Επιτροπές Λογοκρισίας διασκευάζοντας γερμανικά παιδικά τραγουδάκια, όπως η «Συννεφούλα» (πόσο Ζάπα ή πόσο Ντύλαν ήταν αυτό;) Η ολόκληρη αλήθεια είναι λοιπόν οτι η παραδοσιακή μουσική ήταν ένα από τα μέσα διαπαιδαγώγησης που χρησιμοποίησε η χούντα τη στιγμή που κάθε εν δυνάμει επικίνδυνο τραγούδι λογοκρινόταν –γι΄αυτό σιχάθηκε ο κόσμος την παράδοση. Και όχι –δεν ήταν «λάθος η πληροφορία», σωστή ολόσωστη ήταν. Παράδοση ίσον συντήρηση, οπισθοδρόμηση και καταπίεση –διαφωνεί κανείς;
«Για την γενιά μου», παραδέχεται ο Πορτοκάλογλου, «με τη χούντα δεν ταυτίστηκε μόνο το κλαρίνο και το καλαματιανό, αλλά ακόμα και το λαϊκό τραγούδι. Ουσιαστικά απορρίφθηκε όλη η πρώτη ύλη στην οποία ένας μουσικός θα μπορούσε να στηριχθεί για να βγάλει κάτι καινούριο. Και δεν ήταν μόνο η δική μας γενιά. Οι γονείς μου κουβαλούσαν μια μεγάλη παράδοση, αλλά στο σπίτι που μεγάλωσα δεν υπήρχε τίποτε από αυτό το παρελθόν. Η μουσική ήταν Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, λίγη κλασική, λίγος Σινάτρα. Σαν μια γενιά Ελλήνων να προσπαθούσε να ξεχάσει την καταγωγή της».
Σωστά το ξεκινάει ο Πορτοκάλογλου –και το λαϊκό τραγούδι του ’70 μια από τα ίδια σκατά ήταν. Αμφιβάλλεις; Να σου πω τότε το πιο επαναστατικό λαϊκό της εποχής; «Θα πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν»!!! Αυτό είχε κρυφά αντιστασιακά νοήματα, τα υπόλοιπα ήταν πιο συντηρητικά!!!! Δικαίως επίσης στεναχωριέται ο Πορτοκάλογλου για την «απόρριψη της πρώτης ύλης» -όντως η, λεγόμενη, ελαφρολαϊκή μουσική σε εκείνη την χουντοκρατούμενη περίοδο έχει τις ρίζες της (και στις αισχρές αντιγραφές ινδικών, αραβικών και τούρκικων σουξέ). Βέβαια το συγκεκριμένο μουσικό ιδίωμα ήταν μεν η κινητήρια δύναμη των μπουζουξίδικων και των σπασοπιατάδικων, όμως με τίποτα δεν ήταν ΜΟΝΑΔΙΚΟ. Ο Χατζιδάκης (ο οποίος έβγαλε μπόλικα ελαφρολαϊκά) κι ο Θεοδωράκης (που προτίμησε ν΄αρπάξει από αρχοντορεμπέτικο μεριά) –προκειμένου να «περάσουν στο ευρύ κοινό», όπως λένε οι εκάστοτε λιγουροελίτ –δεν μπορούμε να πούμε οτι οδηγούσαν στο να «ξεχάσουμε την καταγωγή μας» όπως ισχυρίζεται ο Πορτοκάλογλου. Εκτός αν η καταγωγή μας δεν περιλαμβάνει τους ποιητές τους οποίους οι δυο αυτοί μελοποίησαν. Το τρομακτικό βέβαια στην παραπάνω δήλωση είναι οι μνήμες ΚΝΕ που ανασύρει το συμπέρασμα «ακούς Σινάτρα άρα μοιάζει σα να προσπαθείς να ξεχάσεις την καταγωγή σου».
Ουσιαστικά πρώτα η επαφή με τη λαϊκή μουσική και τα ρεμπέτικα οδήγησε στην κληρονομιά των δημοτικών τραγουδιών. Και μαζί η ανάγκη να ξεπεραστεί το παγιωμένο μεταπολιτευτικό έντεχνο τραγούδι. «Βρήκα την σχέση μου με το λαϊκό τραγούδι πιο νωρίς» θυμάται ο Πορτοκάλογλου για την εποχή των Φατμέ. «Αγόραζα δίσκους του Ακη Πάνου, του Τσιτσάνη, τους παλιούς ρεμπέτες. Γι' αυτό και οι Φατμέ φέρανε σε αμηχανία και τους ροκάδες και τους λαϊκούς. Κάναμε μια σύνθεση των δυο κόσμων. Και σιγά σιγά ανακάλυψα τα δημοτικά»
Τι ωραία πράγματα! Κι αυτό το «παγιωμένο μεταπολιτευτικό έντεχνο τραγούδι» ποιο ήταν; Το «Άξιον Εστί» με τον Σερ Μπιθί; Τα δημοτικοηλεκτρικά του Μαρκόπουλου; Τα ελαφρολαϊκά του Ανδρεόπουλου; Ευτυχώς που βρήκε τη σχέση του με τη μπουζουκλερί νωρίς ο Παπάζογλου –αλλά ποιος του είπε οτι έφερε σε αμηχανία τους ροκάδες όταν έβγαζε τους δίσκους των Φατμέ; Θυμάμαι πως, όταν πρωτακούσαμε τον δίσκο του, σκεφτήκαμε «τι λες ρε παιδί μου –υπάρχει συγκρότημα που μιμείται τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω;» και αδιαφορήσαμε για τα περαιτέρω. Αν (χρόνια αργότερα) έτυχε ο Πορτοκάλογλου ν΄ανοίξει τους Γιου Φτου και ν΄ακούσει το πρόγραμμά τους και στη συνέχεια να εμπνευστεί το «Κάποιος μ΄έστειλε δω κάτω/ κάποιος μου ΄πε να σε βρω/ να βουλιάξουμε στον πάτο/ για να βρούμε ουρανό», αυτό δεν σημαίνει οτι μετατράπηκε σε Μπόνο ο Πορτοκάλης! Όπως και το οτι ρίχνουμε μια ηλεκτρική κιθάρα δεν σημαίνει οτι κάνουμε ροκ –αν ήταν έτσι, η Βίσση που είχε 2 ηλεκτρικές, 1 άταστο και τον Κουβατσέα θα ήταν η Τζόαν Τζετ.
Μια παρόμοια διαδρομή αφηγείται και ο Αγγελάκας. «Ακούγοντας πολλά προπολεμικά ρεμπέτικα βλέπεις ποσο εκπληκτικά κουβαλάνε όλη την παράδοση, τα Βαλκάνια, τα ηπειρώτικα, τα σμυρναίικα. Το ρεμπέτικο είναι μεγάλη στιγμή για τον πολιτισμό μας - όλη η λαϊκή μουσική εκεί πατάει. Κουβαλούσε όλη τη μνήμη και συγχρόνως ήταν καινούριος».
Κι αυτά που λέει ο Αγγελάκας μια χαρά μου φαίνονται (καμιά σχέση με ροκ μουσική βέβαια). Συγχωρείται λοιπόν (λόγω νεανικού ενθουσιασμού) η ασχετοσύνη του περί λαϊκής μουσικής η οποία, και καλά, πατάει στο ρεμπέτικο –ακόμα χειρότερα από την προηγούμενη περίπτωση της ηλεκτρικής κιθάρας (που σηματοδοτεί καλά και σώνει το ροκ) εδώ πέρα μέχρι και περισσότερες χορδές είχε το μπουζούκι των ελαφρολαϊκατζήδων (βλέπε Χιώτης), άσε που τα ινδικά και τα παρόμοια αραβικά κλαψομούνικα δεν έχουν σχέση με το ρεμπέτικο. Αλλά είπαμε –το ρεμπέτικο είναι το μεγάλο καθαρτήριο!
«Μετά τον Σαββόπουλο μόνο η επόμενη φουρνιά, ο Μάλαμας, ο Πιερίδης, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου έχουν μια σύνδεση με την παράδοση» λέει ο Πορτοκάλογλου. «Στην Αμερική οι πιτσιρικάδες που παίρνουν τις κιθάρες από τα 18 τους και παίζουν, ηχούν σύγχρονοι αλλά είναι παραδοσιακοί. Παίζουν τα μοτίβα του μπλουζ, της κάντρι, του ροκ. Την δική τους παράδοση την έχουν κάνει παγκόσμια. Αλλα και μικρότερες χώρες μεταφράζουν την παράδοση στη σύγχρονη γλώσσα, όπως η Τζαμάικα που με τη ρέγκε επηρέασε τους πάντες. Ακόμα ονειρεύομαι πιτσιρικάδες από τα Γιάννενα να παίζουν ένα μείγμα ψυχεδέλειας και ηπειρώτικων ή Κρητικούς που να παίζουν ρέιβ κρητικά. Αντί γι' αυτό υπάρχει τώρα ο ενθουσιασμός για την αγγλόφωνη σκηνή, που κρύβει απλώς το φόβο για την καταγωγή μας».
Ρε κακός μπελάς που μας βρήκε με τον φόβο για την καταγωγή μας! Λοιπόν για να το ξεκαθαρίσω, εγώ κρατάω από Αιγυπτιακές ρίζες (αλλιώς γύφτικες) και εκφυλισμένες Μαλτέζικες ανακατεμένες με Μικρασιάτικες –αυτή είναι η καταγωγή μου και χέστηκα εφόσον δεν μπορώ να την αλλάξω. Τι πρέπει ν΄ακούω; Τονίνο Καροτόνε, Ντομένικο Μοντούνιο, Ρόζα Εσκενάζι και Ουμ Καλθούμ; Δε γαμιόμαστε, ν΄ασπρίσουμε καλύτερα;
Δίκιο έχει ο Πορτοκάλογλου –πιτσιρικάδες πήραν τα μοτίβα της μπλουζ και της κάντρι και φτιάξανε ροκ. Κι άλλοι πήρανε τα μοτίβα της τζαμαϊκανής μουσικής και φτιάξανε ρέγκε. Και άλλοι πήραν αφρικάνικα μοτίβα και φτιάξανε σάλσα, μάμπο, ξέρω ΄γω... Αυτό είναι η μουσική δημιουργία –παίρνεις ένα μοτίβο και το εξελίσσεις. Από που κι ως που απαιτείται εντοπιότητα για να πάρεις κάποιο μουσικό μοτίβο; Δηλαδή οι Στόουνς που πήρανε αμερικάνικες μπλουζ φόρμες δεν το είχαν το δικαίωμα επειδή τύγχαναν Εγγλέζοι; Έπρεπε καλά και σώνει να παίζουν γκάιντες οι Στόουνς και οι Άνιμαλς;
Κι αυτό το όνειρο περί «ηπειρώτικης ψυχεδέλειας» ή «κρητικού ρέιβ» μάλλον σε εφιάλτη μου κάνει. Επειδή πρέπει να είσαι πολύ παπάρας μουσικά για να υποθέσεις οτι μπορείς να αναμείξεις αυτά τα είδη –καμιά σχέση δεν έχει το χάλκινο και ο ζουρνάς με τα χαωτικά καλειδοσκοπικά ψυχεδελικά μοτίβα και η ελληνική γλώσσα (όπως και η κρητική διάλεκτος) είναι εντελώς ακατάλληλη για ραπάρισμα.
Αλλωστε, όπως συμπληρώνει ο Αγγελάκας, «υπάρχει ένας δρόμος ανάμεσα στο χιπ χοπ και την παραδοσιακή ρυθμολογία. Η ηλεκτρονική μουσική έδειξε ότι μπορεί να ξυπνήσει η παράδοσή μας μέσα από σύγχρονους ρυθμούς, αφού η τελετουργία της ρέιβ παραπέμπει σε αρχέγονα ακούσματα. Ετσι ξύπνησε και μέσα μου η ανάγκη για μια ολόκληρη ορχήστρα, με λύρα, μπουζούκι και χάλκινα, τους Επισκέπτες, που να παίζει και με το παρελθόν και με το μέλλον και με τα ηλεκτρονικά και με τους ρυθμούς που έχουμε από πιτσιρίκια στο αίμα μας».
Εδώ λοιπόν κυρίες και κύριοι (και αγαπητά παιδιά) έχουμε το φαινόμενο που κορόιδευε μέχρι και η Βαρντάλος στο «Μπιγκ Φατ Γκρικ Γουέντινγκ», τουτέστιν το «όλα από την Ελλάδα προέρχονται». Πώς έλεγε ο πατέρας της πρωταγωνίστριας οτι το όνομα Μίλλερ προέρχεται από το "μήλο"; Έτσι κι ο Αγγελάκας βρίσκει αρχέγονα, παραδοσιακά ακούσματα (ελληνικά υποθέτω –αλλιώς δεν υπάρχει λόγος να τα αναφέρει) στο χιπ χοπ και τη ρέιβ.
Εντάξει, η μουσική είναι μια αέναη εξέλιξη με κοινή ρίζα τον πρωτόγονο που κοπάναγε δυο κοκάλα –όμως αυτό είναι τόσο γενικό που δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Αν τώρα ο Αγγελάκας νομίζει οτι παίζει ρέιβ ή χιπ χοπ με το συγκρότημά του –ας το νομίζει, ποιος είμαι εγώ που θα του χαλάσω την ψευδαίσθηση; Ο ίδιος παλιότερα νόμιζε οτι το συγκρότημά του έγραψε τη μουσική για την «Ταξιδιάρα Ψυχή» –στο ρέιβ και στη χιπ χοπ θα κωλώσουμε τώρα;
Η σύνθεση γίνεται ασυνείδητα. «Στην φετινή παράστασή μας, το "Remix"» λέει ο Πορτοκάλογλου «καταλαβαίνω, τώρα μετά από πολλές συναυλίες, ότι είχα την ανάγκη να ξεγυμνώσω τα τραγούδια από τις ενορχηστρώσεις και να τα ξαναπαίξω με έναν πρωταρχικό ήχο μόνο με κοντραμπάσο, βιολί, την κιθάρα μου και ένα μουσικό που παίζει τζουρά, μπουζούκι και ούτι. Ηθελα να βρω τις ρίζες μου και να φανερώσω την καταγωγή των τραγουδιών μου».
Ξεπερνάω αθώα την έμμεση διαφήμιση της παράστασης κι αναρωτιέμαι –ο Πορτοκάλογλου δεν λύσσαγε στις παραπάνω παραγράφους με την καταγωγή μας; Τι σκατά πρωταρχικός ήχος είναι αυτός με κοντραμπάσο και βιολί; Από που κατάγεται τέλος πάντων ο Πορτοκάλογλου –από την Βιέννη, το Παρίσι ή το Βερολίνο;
Η σκηνή φαίνεται να γεμίζει από πειραματισμούς με την παράδοση. Από τη μια οι τζαζ μουσικοί όπως ο Τάκης Μπαρμπέρης που βουτάει σε αυτοσχεδιασμούς στον δίσκο «In Parallel» με το κλαρίνο του Πετρολούκα Χαλκιά. Από την άλλη νέοι μουσικοί όπως ο Biomass, που μπερδεύουν την ελεκτρόνικα με τους δημοτικούς και νησιώτικους σκοπούς και η May Roosevelt που με το θέρεμιν στο «Haunted» παίζει ζωναράδικο και τσάμικο.
Για να είμαι τίμιος θα πρέπει να σου πω οτι στο άρθρο αναφέρεται και η περίπτωση «Μάουντεϊνς» με τη γνωστή δήλωση του Σπάθα περί ηπειρώτικων –αν κάποιος δεν ξέρει τους Σόκρατες θα τους περάσει για τίποτα παραδοσιακούς ορκισμένους και μπορεί να είναι κι έτσι, επειδή είχα διαβάσει οτι την τελευταία φορά που προσπαθήσανε να κάνουν καριέρα στο εξωτερικό πολύς κόσμος νόμιζε οτι επρόκειτο περί καθαρόαιμου σάουθερν ροκ συγκροτήματος!
Τουτέστιν, υπάρχει το έτσι, υπάρχει το γιουβέτσι ενώ κάποιες φορές (λιγότερες αναλογικά) εμφανίζεται και το κοκορέτσι. Το οτι κάποτε οι Πρόξις παίζανε το «Άι γουίλ τέικ α φίσιν μπόουτ» (όταν πούλαγε τρελά ο διπλός δίσκος του Πάριου με τα «Νησιώτικα») δεν σημαίνει οτι ανακαλύφθηκε η χρυσή σύνδεση μεταξύ ροκ και μπάλλου. Κι ο σαχλαμάρας ο Σκορδίλης έπαιζε στα Εξάρχεια το «Άι πέι δε άις δατ άι λαβ» και οι Ταξιαρχίες παίζανε τον «Τεκέ» -τι θα πουν όλα αυτά; Απολύτως τίποτα, πέρα από μια διάθεση χοντροκομμένου χαβαλέ. Αυτό ήταν τότε κι αν σήμερα ψάχνουμε κάτι άλλο δεν νομίζω οτι θα το βρούμε.
Από την άλλη, αναντίρητα, όσοι είχαν την ατυχία να παίξουν ροκ στην Ελλάδα μεγάλωσαν με επιρροές από ελαφρολαϊκά, δημοτικά και άλλα συναφή. Σαφέστατα όμως επηρεάστηκαν ΣΕ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΒΑΘΜΟ από την αμερικάνικη και την αγγλική ποπ, ροκ (χέβι, πανκ, νιου γουέιβ, χιπ χοπ, ηλεκτρονική κ.λ.π.) μουσική. Γι΄αυτό άλλωστε επέλεξαν να παίξουν ηλεκτρική κιθάρα κι όχι κλαρίνο ή μπουζούκι. Το να εμφανίζονται κάποιες απόπειρες μείξης δημοτικών ή ρεμπέτικων ή λαϊκών (ή της Αρλέτας ξέρω ΄γω..) μουσικών κομματιών με τη ροκ δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από το οτι κάποιος αποφάσισε να κάνει ένα κοκτέιλ –και τα κοκτέιλ δεν πίνονται πάντα με ευχαρίστηση, ενίοτε προκαλούν εμετικά συμπτώματα.
Αν όμως έχεις αποφασίσει να παίξεις κάτι που βασίζεται στην δημοτική (ή την λαϊκή) μουσική χρησιμοποιώντας ηλεκτρικά όργανα και χώνοντας δυο τρία μπίτια έτσι για ποικιλία, αυτό δεν σε κάνει οργισμένο και αποκαλυπτικό ροκερ –Δέσποινα Βανδή σε κάνει στις περισσότερες των περιπτώσεων.
Ακολουθούν κάποιες δηλώσεις των εμπνευσμένων μας δημιουργών, για καθαρά χιουμοριστικούς λόγους:
«Το ζήτημα είναι ότι την παράδοσή μας την ταριχεύουμε μέσα στο μουσείο» επισημαίνει ο Πορτοκάλογλου. «Την αντιμετωπίζουμε με μια σοβαροφάνεια και μια υποκρισία, ότι δηλαδή είναι κάτι πολύ σημαντικό για τους λαογράφους και τους διάφορους κλειδοκράτορες. Και αν παίζεις δημοτικά με ηλεκτρικά όργανα είναι ιεροσυλία. Ομως η παράδοση έμεινε ζωντανή τόσους αιώνες χάρη στο ζωντανό δημιουργικό πνεύμα του μουσικού που πήρε κάποτε το κλαρίνο από τη Συμφωνική του Βερολίνου και το έβαλε στα δημοτικά»
Πρόκειται για ένα όμορφο σενάριο που εμπνεύστηκε ο Πορτοκάλογλου από τη δυσφορία των φίλων της κάντρι για τον ηλεκτρικό ήχο και το μετέφερε στα ελληνικά πράγματα. Αυτό όμως που με σκοτώνει είναι ο δημιουργικός μουσικός ο οποίος πήρε το κλαρίνο από τη Συμφωνική του Βερολίνου και το έβαλε στα δημοτικά! Το εικονοποιώ: ένας καράβλαχος με τσαρούχια και βρακαρόλα ο οποίος παραμονεύει πότε θα πάει ο κλαρινετίστας για κατούρημα για να του σουφρώσει το όργανο –ταινιάρα μιλάμε!
«Η παράδοση συνεχίζει να είναι ζωντανό πράγμα» συμφωνεί ο Αγγελάκας. «Εχω βρεθεί σε πανηγύρια στην Ηπειρο όπου κυριαρχεί ένας ψυχεδελικός ήχος σαν μια ροκ συναυλία, όπου ο κλαριτζής και ο κόσμος που χορεύει συνδέονται σε μια διονυσιακή έκσταση. Τώρα υπάρχουν παιδιά που προχωράνε, έχουν ιδέες που συγκινούν, η παράδοση έχει μια δυναμική, μια μνήμη που απελευθερώνει, δίνει ζωτικότητα, μεταφέρει πληροφορίες. Τα είχαμε ξεχάσει όλα αυτά. Τώρα που οι νέοι μουσικοί ασχολούνται με πιο βιωματικό τρόπο με την παράδοση, θα πάμε καλά».
Γαμώ το διονυσιασμό στα πανηγύρια μου μέσα! Θα πρέπει να είσαι εντελώς κάτοικος πόλης για να βλέπεις διονυσιασμό σ΄αυτό το συνονθύλευμα ιδρωμένων χοντρών (στα πρόθυρα του εμφράγματος) που κουνιούνται με κίνδυνο ν΄ανατιναχτούν τα ρούχα τους, προσπαθώντας να πάρουν μάτι τις πιτσιρίκες κι έτσι να έχουν λίγο υλικό για το βράδυ που θα πηδήξουν τις γυναίκες τους. Γαμώ τις διονυσιακές εκστάσεις –πού να δεις τι γίνεται στα μπαράκια των χωριών ή στα στριπτιζάδικα! Όσο για τη σύνδεση ψυχεδέλειας με την ψητή γουρουνοπούλα και την ιδρωτίλα που κυριαρχεί στα πανηγύρια, ομολογώ οτι αδυνατώ να την κατανοήσω. Και για να τελειώνουμε –μονάχα ο έρμος ο Τζιμ Μόρισον προσπάθησε να εισάγει τον διονυσιασμό στις συναυλίες του και απέτυχε παταγωδώς –το κλίμα στις ροκ συναυλίες είναι επιθετικό, συντροφικό, επιδεικτικό, ότι σκατά θέλεις είναι εκτός από διονυσιακό. Εκτός αν κυκλοφόρησαν σε καμιά συναυλία καβλωμένοι τύποι που τον χώνανε σε εκστασιασμένες υπάρξεις κι εγώ το έχασα το όλο πράγμα –έχει ακουστεί κάτι τέτοιο;
Ενώ ο Πορτοκάλογλου συνοψίζει: «Οι ζωντανές κοινωνίες μπορούν να χειρίζονται την παράδοσή τους, να ξέρουν τι να πετάξουν και τι να κρατήσουν. Εμείς ή τα αγιογραφούμε ή τα αγνοούμε και παρ' όλο που είμαστε βαθιά αντιαμερικανοί, καταναλώνουμε τα χειρότερα σκουπίδια της Αμερικής. Είμαστε αμήχανοι τελικά μπροστά στην παράδοση και μόνο μερικοί μουσικοί ξεπερνούν την αμηχανία με την έμπνευσή τους»
Καλά κάνει και τα συνοψίζει ο Πορτοκάλογλου –σε λίγο θ΄ακούσουμε ξανά για «γενίτσαρους της ροκ» και για «πολυεθνικά κέντρα που αποβλακώνουν τη νεολαία». Αλλά καλύτερα θα ήταν να μάς έλεγαν κάποτε την αλήθεια, καλύτερα θα ήταν να παραδέχονταν χωρίς κόμπλεξ οτι το δημοτικό και το ελαφρολαϊκό έφερναν πάντα την χαρτούρα –γκαραντί.
Επειδή πρόβλημα κανένα δεν έχω με όσους θέλουν να τα κονομήσουν, αλλά όχι και να με βγάλεις εμένα μαλάκα επειδή εσύ γουστάρεις «νινανάι γιάβρουμ»!
Νίναναϊ!
Να!

