Τετάρτη, Ιουλίου 13, 2011

"Είμαι το φάντασμα όλων των ονείρων μου"

Διάβαζα γι΄αυτήν τώρα τελευταία οτι πάσχει από πολλαπλή σκλήρυνση, βρήκα μάλιστα εδώ και μια δήλωση της σχετικά: "Είμαι καλύτερα από όσο θα έπρεπε. Είναι περίεργη αρρώστεια. Πάω 16 χρόνια σε νευρολόγους. Ένας γιατρός στην Καλιφόρνια το βρήκε, μετά κάνανε κάμποσα τεστ και ακόμα δεν είναι απολύτως σίγουρο. Τελικά, επειδή δεν έχω τα χρήματα για τη θεραπεία και δεν έχω ασφάλιση, δεν μπορώ να φερθώ σα να είμαι ασθενής. Πρέπει να προσποιούμαι οτι είμαι καλά. Κι έτσι απλώς το αγνοώ. Αυτό κάνω. Έρχεται και φεύγει. Είσαι μια χαρά και ξαφνικά σε χτυπάει".

Από πιτσιρικάς, όταν αγόρασα το Under the Big Black Sun (έναν από τους 10 καλύτερους δίσκους που έχω ακούσει στη ζωή μου) έβαλα την Exene Cervenka στο εικονοστάσι με τις ροκ θεές (δίπλα στη Janis Joplin και πιο πάνω από τη Blondie). Όσο για το συγκρότημα που είχε στήσει με τον φοβερό John Doe κι έναν από τους καλύτερους κιθαρίστες της Αμερικάνικης φολκ ονόματι Billy Zoom... νομίζω οτι όποιος δεν γνωρίζει τους Χ, έχει χάσει μια ανόθευτη μουσική εμπειρία (κι έχει απλώς εξοικονομήσει πολλά λίτρα ιδρώτα που συνοδεύουν κάθε τραγούδι τους).

Είπα λοιπόν να αναδημοσιεύσω μια συνέντευξη της Exene από εδώ, πρόκειται για συνέντευξη του 2002 στο Perfect Sound Forever.

Καλό ταξίδι σε όσους το επιχειρήσουν:



PSF: Πολλά από τα τραγούδια σου, ειδικά της πρώτης περιόδου των Χ στόχευαν στο σκοτεινό, κρυμμένο υπογάστριο του χρυσοφόρου μύθου της Νότιας Καλιφόρνια. Κατά τη γνώμη σου, το Λος Άντζελες έχει αλλάξει από τα τέλη του ’70 που πρωτοήρθες;
Οι άνθρωποι δεν έχουν αλλάξει. Για την ακρίβεια, νιώθω όπως ακριβώς ένιωθα όταν πρωτοήρθα. Επειδή, όταν ήμουν νεαρή γυναίκα, όταν ήμουν 20, 21, 22 –μόνο θύμα μπορούσες να πέσεις σ΄αυτό το μέρος. Δεν ήμουν πορνοστάρ/ στριπτιζέζ/ καλλονή/ κορίτσι με προοπτικές για μόντελινγκ, αλλά όταν εγκαταστάθηκα –αν ήσουν μικρή και κάπως απλοϊκή, έπρεπε να νταραβεριστείς με τύπους υποχθόνιους και περίεργους. Ποτέ δεν ήξερες ποιες ήταν οι προθέσεις του άλλου. Μπήκα στην πανκ σκηνή νωρίς, κι αυτή ήταν μια μεγάλη οικογένεια, τόσο ασφαλής –οπότε γλίτωσα απ΄όλα τ΄άλλα. Γράφαμε τραγούδια για τους πλούσιους, για τους Fleetwood Macs της πόλης και όλα αυτά –βλέποντάς τα από τη μεριά των περιθωριακών. Τώρα που είμαι μεγαλύτερη, εξακολουθώ να παραμένω περιθωριακή. Όχι σαν καλλιτέχνης αλλά σαν άνθρωπος. Επειδή, ειλικρινά, το Λ.Α. είναι η πιο υπεροπτική πόλη που θα μπορούσες να ζεις.


PSF: Περισσότερο από τη Νέα Υόρκη;
Δεν το πιστεύω οτι μπορείς να κάνεις τέτοια σύγκριση. Έχεις βρεθεί ποτέ στο Λ.Α.; Σε συνθλίβει περισσότερο απ΄οτιδήποτε μπορώ να φανταστώ, με εξαίρεση την Καθολική εκκλησία. Καταστρέφει την αίσθηση της δημιουργικότητάς σου σε τέτοιο βαθμό που σε κάνει ν΄αναρωτιέσαι ‘πώς και δεν πέθανα ακόμα; γιατί ζω ακόμα σ΄αυτό το μέρος;’



PSF: Πάντως έζησες εκεί για μεγάλο διάστημα.
Έμεινα για προσωπικούς λόγους. Έχω ένα παιδί που δεν είναι ακόμα αρκετά μεγάλο, κι έχει γεννηθεί εδώ, εδώ πάει σχολείο και το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει είναι καλό. Εκτός απ΄αυτό δεν βλέπω την ώρα να φύγω από αυτή την πόλη. Και το Χόλυγουντ –όλα όσα ήταν σημαντικά σχετικά με το Χόλυγουντ, το παλιό Χόλυγουντ, το φαντασμαγορικό Χόλυγουντ, τα παλιά εστιατόρια, τα παλιά που ήταν έτσι κι αλλιώς, που λέγανε οτι είναι οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας –όλα αυτά έχουν καταστραφεί κι έχουν γίνει τεράστια mall. Όλα τα drive in εστιατόρια κι όλη η κουλτούρα που σχετιζόταν με τα αυτοκίνητα έχει χαθεί. Υπάρχουν μέρη στην Pasadena, στην Κοιλάδα και στην Οrange County που διατηρούν ακόμα εκείνη την περίεργη αίσθηση της surf κουλτούρας του ’50 αλλά το συναίσθημα δεν είναι πια ίδιο. Δεν υπάρχει λοιπόν η παλιά σωτήρια ποιότητα ζωής εδώ πέρα. Υπάρχει πλέον μόνο αυτή η εφήμερη αίσθηση, άνθρωποι φτάνουν εδώ για να γίνουν διάσημοι και καταλήγουν όλοι άδειοι και υπερόπτες


PSF: Γιατί ήρθες στο Λ.Α.;
Ήρθα επειδή με πήρε μαζί του ένας φίλος φίλου από το Tallahassee που θα ερχόταν στην Καλιφόρνια κι εδώ πέρα είχα κάποιον γνωστό. Κι έπρεπε να ξεφύγω από την Φλόριντα. Είχα αρκετά χρήματα για να μοιραστώ τη βενζίνη μαζί του μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι του φίλου μου στο Λ.Α. κι αυτό ήταν το μόνο που ήξερα και το μόνο που με ένοιαζε. Έπρεπε να ξεφύγω από την Φλόριντα. Αν τύχαινε να πηγαίνει κάποιος στο Σικάγο θα πήγαινα κι εγώ μαζί του στο Σικάγο.


PSF: Αν κάποιος νέος έρθει τώρα στο Λ.Α. υπάρχει περίπτωση να βρει κάτι σαν την κοινότητα που βρήκες εσύ όταν πρωτοήρθες;
Έτσι πιστεύω, επειδή πολλοί άνθρωποι έρχονται εδώ και νομίζω οτι περνάνε μια χαρά. Τώρα, δεν ξέρω αν το να περνάς μια χαρά είναι το ίδιο με το να βρίσκεις μια κοινότητα. Είμαι πολύ επικριτική και αρνητική σχετικά με τις περιόδους της ζωής μου, άσχετα αν αφορούν την εποχή που ήμουν 20 ή 46, δεν έχει σημασία για μένα, είμαι επικριτική σχετικά με οτιδήποτε με περιτριγυρίζει. Δεν έχω πρόβλημα να καταδικάζω και τους νέους και τους μεγαλύτερους. Αλλά νομίζω ότι όταν είσαι 20 είναι μια συναρπαστική περίοδος άσχετα με το τι κάνεις και νομίζω οτι θα βρεις τους φίλους σου και τα συγκροτήματα που γουστάρεις στην ώρα τους και κάποια στιγμή θα κάνεις οικογένεια, Νομίζω οτι αυτά πάντα θα συμβαίνουν. Το μόνο πράγμα που θα ευχόμουν είναι οι άνθρωποι να ήταν πιο αυθεντικοί τώρα. Συνειδητοποιώ οτι αυτό γίνεται δυσκολότερο όσο περνάνε τα χρόνια. Ήταν πιο εύκολο το ’50 και το ’60 και το ’70 απ΄ότι είναι τώρα, και είναι θέμα τύχης το σε ποια απ΄αυτές τις εποχές γεννήθηκες.



PSF: Έχεις πει σε παλιότερη συνέντευξη πως, όταν ξεκίνησες του Χ δεν είχες κανένα μουσικό υπόβαθρο κι αυτό το θεωρούσες πλεονέκτημα προκειμένου να δημιουργήσεις τον δικό σου ήχο. Τώρα που γράφεις και παίζεις μουσική για πάνω από 20 χρόνια έχει αλλάξει καθόλου η προσέγγισή σου στη μουσική;
Σκέφτομαι πως όταν ξεκίνησαν οι Χ ήταν μεγάλο πράγμα να υπάρχει ένας τύπος που ήξερε τα πάντα σχετικά με το rockabilly και την Αμερικάνικη μουσική, ένας τύπος που ήξερε τα πάντα για την κλασσική και τη τζαζ, ένας τύπος που ήξερε τα πάντα για κάθε είδος της ποπ και της φολκ, κι εγώ, που ήξερα μόνο όσα είχα ακούσει από το ραδιόφωνο σαν παιδί και το πανκ ροκ που ήταν το μόνο για το οποίο με ένοιαζε. Δεν ξέρω για τώρα. Ακόμα μου αρέσουν τα ίδια πράγματα που μου άρεσαν πάντα. Αν μου δώσεις ένα τζουκμπόξ που να έχει τα παλιά κομμάτια του ’60 και συγκροτήματα σαν τους Seeds και άλλους παλιούς, σαν αυτά που παίζονταν τότε στο ραδιόφωνο, όχι τόσο σαν τα συνηθισμένα της Motown, και μερικά country and western και μερικά πανκ ροκ –πάλι τα ίδια τραγούδια θα βάλω ν΄ακούσω. Στ΄αλήθεια δεν έχω αλλάξει.



PSF: Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου καλλιτέχνες;
Roger Miller. Buck Owens. Throwing Muses—Η Kristen Hersh, είναι η ηρωίδα μου. Είναι καταπληκτική κιθαρίστρια, καταπληκτική συνθέτης, καταπληκτική τραγουδίστρια. Όλα πάνω της είναι φανταστικά. Είδα την τελευταία της συναυλία στο Whisky. Κάθονταν απλώς πάνω στη σκηνή χωρίς set list και ζητούσαν από τους ανθρώπους να τους πουν τ΄αγαπημένα τους τραγούδια. Παίξανε για δυόμισι ώρες. Ήμουνα εκεί, στην πρώτη σειρά, ακριβώς απέναντί της για δυόμισι ώρες. Και είναι φανταστική. Είναι η ηρωίδα μου.


PSF: Τι ακούς τελευταία;
Έχω ανακαλύψει πανκ συγκροτήματα που δεν τα ήξερα, όπως οι Squid Vicious και οι Crucifucks. Αυτό που ακούω τώρα είναι –ξέρεις τους Flat Duo Jets; Ο Dexter Romweber έχει βγάλει έναν ωραίο δίσκο, εντάξει, τον έβγαλε πριν κάνα χρόνο. Νομίζω πάντως, αν μιλήσουμε με περιοχές, πως η αγαπημένη μου μουσική έρχεται από το Τέξας. Από τους Big Boys μέχρι τους Butthole Surfers, τους Fuckemos, τον Roky Erikson και τους Jesus Lizard. Τρελαμένη μουσική από το Τέξας, το λατρεύω αυτό το πράγμα. Αλλά κυρίως ακούω παλιά gospel ή country.


PSF: Θυμάμαι οτι διάβασα πριν μερικά χρόνια οτι θα άλλαζες το όνομά σου σε Cervenkova, αλλά δεν το έκανες τελικά. Τι συνέβη;
Το όνομά μου είναι Βοημικό. Η Βοημία είναι εκεί που είναι η Πράγα, το οποίο έγινε αργότερα Τσεχοσλοβακία. Η πλευρά του πατέρα μου πάντα επέμενε οτι δεν ήμασταν Πολωνοί ή Τσεχοσλοβάκοι, ήμασταν Βοημοί. Πήγα λοιπόν να κάνω κάτι παραστάσεις εκεί πέρα. Και κάθε φορά που έβγαινα στο ραδιόφωνο ή με παρουσίαζαν σε κάποιο κλαμπ με σύστηναν σαν 'Exene Cervenkova,' επειδή δεν υπάρχει γυναικείο όνομα που να τελειώνει σε σκέτο 'a'. Η κατάληξη είναι πάντα 'Ova'. Οπότε όλοι με έλεγαν έτσι και μετά απορούσαν ‘γιατί έχεις αντρικό όνομα;’ Υπήρξαν άνθρωποι που ήρθαν να δουν την παράστασή μου και νόμιζαν οτι θα δουν άντρα, ήταν πραγματικά περίεργο αυτό. Κι έτσι σκέφτηκα οτι μάλλον θα έπρεπε να το αλλάξω το επώνυμό μου, και μετά όλοι στην Αμερική ήταν ‘τρελάθηκες; Μην το αλλάξεις τώρα. Ίσως όταν γίνεις 50 και βάλε’


PSF: Θυμάμαι όταν έβγαλες μια ηχογράφηση όπου διάβαζες τη Διακήρυξη του Unabomber. Πες μου την ιστορία όλου αυτού.
Το έκανα μαζί με τον φίλο μου τον John, και ήμασταν το λίβινγκ ρουμ μαζί, με την τηλεόραση ανοιχτή και μια κιθάρα. Βρήκαμε δημοσιευμένο το Μανιφέστο του Unabomber και σκεφτήκαμε οτι ήταν ένα τεράστιο πισωγύρισμα στο στυλ κουλτούρας Patricia Hearst / SLA / Charles Manson σ΄αυτή την περίεργη κουλτούρα που φρικάρει τους ανθρώπους. Δεν ήταν κάτι για να τον υποστηρίξουμε –με τίποτα. Αυτά που έγραφε ήταν τόσο έξυπνα και ταυτόχρονα τόσο συντηρητικά και ηλίθια, ήταν σα να λες ‘έχεις κάποιο δίκιο εδώ... περίμενε μισό λεπτό, δεν είσαι με τα καλά σου!’ Οι μέθοδοί του ήταν τρομακτικές. Ο λόγος που το κάναμε ήταν... δεν ξέρω, ήταν κάτι χαζό, κάτι πολύ πανκ. Ναι, η κοινωνία μας έχει γαμηθεί –αντιμετώπισέ το. Και τη μέρα που το κυκλοφορήσαμε τον συλλάβανε! Πίστευα οτι ήταν ένας ψυχάκιας που θα τη γλίτωνε για πάντα. Δεν θέλαμε να συλληφθεί ο άνθρωπος, δεν το ξέραμε.



PSF: Ρωτάω αυτό το πράγμα σε κάθε γυναίκα καλλιτέχνη: θα έλεγες οτι είσαι φεμινίστρια;
Όχι, ποτέ δεν θα έλεγα οτι είμαι φεμινίστρια. Θα το έκανα αν ήμουν στο ’60 και θα το έκανα αν ήμουν στο ’70. Οι γυναίκες είχαν τότε να παλέψουν για τις αμβλώσεις κι αυτό είναι κάτι που σήμερα δεν το συνειδητοποιούν. Σκέφτομαι το πώς ο φεμινισμός γύρισε εντελώς ανάποδα και είναι πλέον εναντίον των γυναικών κι αυτό με σοκάρει. Σκέφτομαι οτι η σεξουαλική απελευθέρωση είναι μια χαρά, αλλά νομίζω πως όταν μια γυναίκα επιλέγει οτι θα είναι οικονομικά καλύτερα αν γίνει στριπτιζέζ παρά τραγουδίστρια σε συγκρότημα δεν είμαι εντελώς υπέρ της. Νομίζω οτι και η φεμινιστική εκδοχή της Camille Paglia (αντι-φεμινιστικός φεμινισμός) είναι γαμημένη και η έκδοση της Andrea Dworkin («κάθε πράξη ετεροφυλικού σεξ συνιστά βιασμό») είναι επίσης γαμημένη. Μισώ την αριστερά, μισώ και την δεξιά. Νομίζω οτι οι άνθρωποι πρέπει να είναι μόνο άνθρωποι. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν μπορούν να έχουν αυτοεκτίμηση και να είναι καλλιτέχνες. Δεν το καταλαβαίνω, δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει με τις γυναίκες τώρα. Έχουν αφομοιωθεί πλήρως από όλο αυτό το θέμα.

PSF: Ποιο θέμα;
Εννοώ οτι μπορεί το πορνογραφικό να είναι πολύ συνηθισμένο πλέον, παράλληλα όμως οι γυναίκες σταμάτησαν να βγαίνουν στο ραδιόφωνο. Έτσι νομίζουν οτι είναι απελευθερωμένες αλλά πώς ακριβώς είναι απελευθερωμένες;

PSF: Έτσι λοιπόν δεν συμφωνείς με την άποψη οτι όταν μια γυναίκα επιλέγει να γδυθεί προκειμένου να αποκομίσει κέρδος και ευχαρίστηση αυτό την ενδυναμώνει;
Λοιπόν, θα μπορούσα να συμφωνήσω, άλλωστε ποια η διαφορά ανάμεσα στο να διαβάζεις ποίηση μπροστά σε κοινό για να βγάλεις χρήματα ή να βγάζεις τα ρούχα σου για τον ίδιο σκοπό; Αλλά αν σκεφτείς για τις σχέσεις που αναπτύσσονται στην κοινωνία μας μέσα από τέτοιες ενέργειες θα δεις οτι οι άντρες δεν κάνουν κάτι τέτοιο. Γιατί δεν το κάνουν; Γιατί δεν υπάρχει ίσος αριθμός στριπτιζάδικων για άντρες και γυναίκες; Προσπαθώ να το καταλάβω αλλά απλώς δεν μπορώ. Είμαι τόσο μπερδεμένη με όλα αυτά επειδή καταλαβαίνω οτι η νεότερη γενιά δεν χρειάστηκε να εμπλακεί στους κοινωνικούς αγώνες τους οποίους έδωσαν οι γυναίκες της ηλικίας μου. Δεν χρειάστηκε να παλέψουν για το δικαίωμα στη δουλειά, το δικαίωμα στην έκτρωση και το δικαίωμα στην αντισύλληψη. Δεν χρειάστηκε να παλέψουν για να μην τους παρενοχλούν σεξουαλικά στη δουλειά όπως έκανα εγώ μια ολόκληρη ζωή. Και το να ψάχνουν τώρα πώς θα επιστρέψουν σε αυτούς τους ρόλους είναι για μένα παρανοϊκό. Νομίζουν οτι έχουν αποκτήσει μεγάλη δύναμη ή κάτι τέτοιο αλλά για μένα μοιάζει μ΄αυτό που οι μαύροι αποκαλούνται μεταξύ τους «αράπηδες». Αναρωτιέμαι –δεν θα ήταν καλύτερα αν εξασφαλίζαμε το οτι οι άλλοι άνθρωποι δεν θα χρησιμοποιούν πια αυτή τη λέξη από το να υποστηρίζουμε: «Είμαι παντοδύναμος τώρα επειδή μπορώ να αποκαλώ τον εαυτό μου αράπη κι αν το κάνεις και εσύ δεν θα σημαίνει τίποτα, γιατί μπορώ πλέον να το κάνω κι εγώ». Δεν το καταλαβαίνω. Είναι ένα πολύ περίεργο σκεπτικό για μένα.



PSF: Έχεις ηχογραφήσει σε διάφορες δισκογραφικές, μεγάλες και μικρές. Ποια είναι τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του να είσαι σε μεγάλη εταιρεία σε σχέση με το να είσαι σε ανεξάρτητη;
Λοιπόν, ήμουνα σε διάφορες ανεξάρτητες. Ήμουν στη Slash, που ήταν ανεξάρτητη και θεωρώ οτι μας ξεσκίσανε κανονικά στη συγκεκριμένη εταιρεία. Ολοκληρωτικό κι ασύστολο ξέσκισμα, μιλάμε. Ήμασταν στην Elektra, και νομίζω οτι μας φέρθηκαν πολύ εντάξει, και τα μόνα λάθη που κάναμε εκεί ήταν οτι ξοδέψαμε πολλά δικά μας χρήματα για να κάνουμε τους δίσκους μας και γι΄αυτό ποτέ δεν βγάλαμε λεφτά. Αυτό ήταν δικό μας λάθος. Εκείνοι μας φέρθηκαν πολύ καλά. Ποτέ δεν ανακατεύτηκαν με όσα κάναμε. Ήταν πάντα «κάντε ότι θέλετε». Ήμουν και στη Lookout! Records, υπέροχη εταιρεία, πραγματικά καλοί άνθρωποι, φέρονταν σωστά στους καλλιτέχνες. Ήμουν στην Kill Rock Stars, υπέροχα. Στη Nitro, φανταστικά. Καταπληκτική εταιρεία. Η Nitro είναι η καλύτερη και των δύο κόσμων. Έχουν χρήματα, είναι επαγγελματίες, αλλά είναι και μικρή εταιρεία που σε αφήνει να κάνεις ότι θέλεις.

PSF: Έχεις καμιά συμβουλή για τα καινούργια συγκροτήματα σχετικά με τις εταιρείες;
Νομίζω οτι τα πράγματα διαφέρουν για κάθε μπάντα. Το θέμα είναι οτι τώρα πλέον δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην πας σε μικρή εταιρεία Την εποχή της Slash υπήρχε μόνο ένας διανομέας σε εθνικό επίπεδο και διάφοροι διανομείς που δρούσαν σαν συμμορίες του οργανωμένοι εγκλήματος. Όταν λοιπόν ανέλαβαν την ανεξάρτητη διανομή δεν ξέρανε τι να κάνουν. Πηγαίναμε, ας πούμε, στη Βοστώνη να κάνουμε προώθηση σε κάποιο δισκάδικο κι έρχονταν 300 άτομα να μας δουν και δεν υπήρχε ούτε ένας δίσκος μας στο μαγαζί. Αλλά πλέον κανένας δεν είναι ερασιτέχνης, όλοι ξέρουν πως να φτάνουν οι δίσκοι σε κάθε μαγαζί της Αμερικής. Και με όλα τα καινούργια μέσα πο υπάρχουν δεν έχεις λόγο να πας σε μεγάλη εταιρεία, εκτός αν είσαι οι Strokes ή κάτι παρόμοιο. Αυτό είναι το λογικό γι΄αυτούς, η μεγάλη εταιρεία και περνάνε μια χαρά –σίγουρα. Πιστεύω όμως οτι η τελική απόφαση είναι αυστηρά προσωπική. Και δεν αφορά κανέναν άλλο εκτός από το συγκρότημα. Υπάρχουν άσχημα και καλά σε κάθε περίπτωση.



PSF: Κάνεις μουσική για πάνω από 20 χρόνια. Εξακολουθεί να αξίζει τον κόπο;
Αξίζει, αλλά μην ξεχνάς οτι αυτό το κάνω και για κερδίζω τα προς το ζην, όπως ας πούμε ένας γιατρός ή ένας δάσκαλος. Θεωρώ οτι όντας καλλιτέχνης συνεισφέρω κι εγώ σε κάτι. Νομίζω οτι υπάρχει μια κοινωνική πλευρά σ΄αυτό που κάνω. Ελπίζω να μην ακουστώ πολύ υποκρίτρια, αλλά έχω την αίσθηση οτι κάτι έχει χαθεί από την κουλτούρα μας. Νιώθω λοιπόν καλά ανακαλύπτοντας μικρά κομμάτια απ΄αυτό το κάτι και επαναφέροντάς τα εδώ κι εκεί.



PSF: Υπάρχει κάτι που να έχεις κάνει και να το έχεις μισήσει εντελώς, εκ των υστέρων;
Υπάρχουν πράγματα που έχω μισήσει –ναι. Υπάρχουν πράγματα που συνειδητοποίησα οτι ήταν εντελώς λανθασμένα από μέρους μου γιατί είχα καταπιέσει μέσα μου αυτό που θεωρούσα σωστό και είχα ακούσει αυτά που μου έλεγαν οι άλλοι αντί να σηκωθώ και να φωνάξω: «όχι –δεν πρόκειται να το κάνω». Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν ακόμα χειρότερες καταστάσεις, όταν είπα: «εντάξει –θα το κάνω» χωρίς να το σκεφτώ καθόλου. Ξέρεις, δεν είμαι πολύ σκληρή με τον εαυτό μου. Κάνω και κάνα διάλειμμα. Γιατί τελικά όλοι κάνουν κακές επιλογές. Στις καταστάσεις που εμπλέκομαι, ο μόνος οδηγός μου είμαι εγώ. Δεν συναγωνίζομαι κανέναν. Απλά προσπαθώ να κάνω το καλύτερο. Οι Χ ξεκίνησαν μια εποχή που υπήρχε αχαρτογράφητη περιοχή από το πανκ και πέρα, για τις μεγάλες εταιρείες. Όταν ο Billy έφυγε από το συγκρότημα, στα τέλη του ’80, η περιοχή αυτή είχε απονεκρωθεί μουσικά, μέχρι να βγουν οι Nirvana. Ο καθένας αγωνιζόταν για να επιβιώσει, κανένας δεν ήξερε τι να κάνει. Ήταν σε στυλ «εντάξει, θα το κάνουμε αυτό –θα κάνουμε οτιδήποτε». Και ήταν εντελώς τρελό. Θα έπρεπε να έχουμε σταματήσει. Αλλά δεν έχω πολύ σοβαρά πράγματα για τα οποία μετανιώνω. Νομίζω οτι είμαι ΟΚ.

Δευτέρα, Ιουλίου 11, 2011

Τούβλα, πολλά τούβλα.

Κάποτε ο Μίλαν (καθηγητής της Μιμής) Κούντερα είχε γράψει οτι «ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη είναι ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία» -όμορφη ατάκα αλλά χωρίς δικό του κοπυράιτ βεβαίως, αφού ο Μίλαν απλώς ρεζουμάριζε το 1984 του Όργουελ (και κάτι ψιλά του Άρθουρ Κέσλερ). Δεν θέλω να υπαινιχθώ οτι εγώ αγωνίζομαι ενάντια σε κάποια εξουσία αλλά δικαιούμαι, νομίζω, να υπερασπίζομαι ακόμα την προσωπική μου μνήμη. Αν όχι για άλλο λόγο, τουλάχιστον για να σιγουρευτώ οτι δεν ζω στη χώρα του Ποτέ όπου τα άλογα πετάνε, τα λουλούδια τραγουδάνε κι οι μύγες κολυμπάνε ανέμελα.

Σε αυτά τα πλαίσια λέω να ξεκινήσω με ολίγη επαναστατική προϊστορία:

Όταν, στις αρχές του ’80 κυκλοφόρησε το Wall των Pink Floyd υπήρξε μια βασική ένσταση αναφορικά με τη θεματολογία του. Υπενθυμίζω οτι εκείνη ήταν η εποχή που οι θέσεις του πανκ παρέμεναν ακμαίες (αν και όχι ζωντανές), άρα όλοι οι συμπαθούντες ήμασταν από θέση αντίθετοι σε δεινοσαυρικά ροκ συγκροτήματα που χρειάζονταν τον μισό προϋπολογισμό μιας αναπτυσσόμενης χώρας προκειμένου να δώσουν μια μέγκα συναυλία σε ένα μέγκα στάδιο όπου χιλιάδες κόσμου θα εκστασιάζονταν με φωτάκια και κουκίδες. Μας ενοχλούσε η έλλειψη της οποιασδήποτε επαφής μεταξύ των συγκροτημάτων αυτών, ειδικά εφόσον επέμεναν να προσδιορίζονται σαν «ροκ», και του απλού περιθωριοποιημένου αλητάμπουρα ο οποίος γυρνοβόλαγε άνεργος, φτωχός κι δίχως μέλλον.
Το γλυκό ήρθε κι έδεσε με το κόνσεπτ του Wall, όπου ένας προβληματικός νεανίας χάνει τον μπαμπά του στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, αγκιστρώνεται στη μαμά του και καταλήγει τρισμέγιστος ροκ σταρ (με προβλήματα στύσης) για να αντιληφθεί οτι έχει χτιστεί ένα Τοίχος ανάμεσα σ΄αυτόν και τον έξω κόσμο καθώς επίσης και το γεγονός οτι η επιρροή του στο φανατικό κοινό μπορεί ευθέως να παρομοιαστεί με αυτή του Μεγάλου Πατερούλη των «Ανατολικών καθεστώτων». Η βασική μας ένσταση συνοψιζόταν στο «εδώ μας γαμάνε από δέκα πάντες, τι μας νοιάζουν τα υπαρξιακά του κάθε ροκ μεγιστάνα;»

Όταν το κόνσεπτ άρχισε να περιοδεύει ανά τον κόσμο μάθαμε οτι η συναυλιακή επαφή του κοινού με το συγκρότημα ήταν απλώς ανύπαρκτη εφόσον οι Floyd έπαιζαν πίσω από τον Τοίχο και μάλιστα είχαν άλλους 4 αναπληρωματικούς Floyd με τους οποίους έβγαιναν μαζί (σε στυλ λαϊκοί τροβαδούροι) στο τέλος κάθε σόου οπότε ο Τοίχος γκρεμιζόταν μέσα σε πυροτεχνήματα. Γι΄αυτό άλλωστε και ο σιχαμένος ο Τζόνι Λάιντον (πρώην Ρότεν) είχε κάνει μια συναυλία σε Νεοϋορκέζικο κλαμπ (νομίζω το Ρόξυ) όπου έπαιζε πίσω από ένα πανί (όσο στο πανί προβαλλόταν το συγκρότημα) και είχε εισπράξει τόνους μπουκαλιών μπύρας, τασακίων και άλλων ιπτάμενων αντικειμένων γνωστής ταυτότητας.

Φυσικά, με τόση αντι-ανατολική προπαγάνδα που κουβάλαγε το Wall (και με την καρμιριά που έδερνε τον Γουότερς) η συναυλία πάνω στο μισογκρεμισμένο τοίχος που χώριζε στα δυο το Βερολίνο ήταν επιβεβλημένη. Με αυτή την τσαχπίνικη ντριπλίτσα, με το ανιμέισον των Σφυριών που προέλαυναν στο κινηματογραφικό και το συναυλιακό Wall και με τους παιδαριώδεις στίχους του Another Brick in the Wall (το οποίο μεσουράνησε στις ντίσκο της εποχής) οι μεν Floyd χεστήκανε για μια ακόμα φορά στο τάληρο, ο δε Γουότερς αναγορεύτηκε σε προφήτη της κατάρρευσης του Ανατολικού ολοκληρωτισμού. Μια κατάρρευση που γιορτάστηκε έξαλλα ενώ η ταυτόχρονη γιγάντωση του δυτικού, καπιταλιστικού, μπλοκ αποσιωπήθηκε μετά πολλών επαίνων.

Έκτοτε έγιναν διάφορα πράγματα.

-Οι Pink Floyd διαλύθηκαν μετά από έναν εμπορικά αποτυχημένο (για τα στάνταρ τους) δίσκο. Διότι, μαλάκας ήταν ο Ρότζερ να μοιράζεται τα κέρδη από την εκμετάλλευση του προϊόντος;
-Ο Ρότζερ (δεν είμαι κάνας μαλάκας) Γουότερς ξεκίνησε τις, ανά τον κόσμο, περιοδείες αναδρομώντας την πορεία του πρώην συγκροτήματός του. Στην αρχή με μια κιθαρίτσα και κάμποση ιμιτασιόν χίπικη ψυχεδέλεια, στη συνέχεια με δισκογραφική πρόοδο. Αφού λοιπόν έκανε τη Dark side of the moon περιοδεία (κι όλα τα σχετικά) έφτασε η εποχή του Τοίχου, στα πλαίσια του εορτασμού της Πτώσης του Τείχους του Βερολίνου (ο οποίος ήταν πέρυσι, αλλά δεν έχει σημασία).
-Σε αυτά τα 20τόσα χρόνια που μεσολάβησαν από την πτώση του ανύπαρκτου-υπαρκτού, ο κόσμος επέστρεψε στην κτηνωδία της εποχής που ανέθρεψε τον Μαρξ και τον Μπακούνιν. Όντως, οι εργασιακές σχέσεις, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η καταστολή της διαφορετικότητας στη σημερινή εποχή θα μπορούσαν να συγκριθούν μονάχα με τα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης.

Έζησα την πτώση του Ανατολικού μπλοκ και δεν σου κρύβω οτι χάρηκα –κυρίως χουλιγκάνικα, επειδή έτσι νόμιζα οτι θα την έβγαινα στους Κνίτες που στραγγάλιζαν το πανεπιστημιακό κίνημα όσον καιρό ήμουνα φοιτητής. Είχα, μάλιστα, θεωρήσει ένδειξη ξεμωράματος την άποψη του γέρου Καραμανλή οτι ο κόσμος χρειάζεται δύο μπλοκ για να ισορροπεί –φαίνεται όμως οτι δίπλα στον μικρό και τον τρελό θα πρέπει να προστεθεί κι ο γέρος από τον οποίο μπορείς να μάθεις καμιά αλήθεια. Και για να μη στα πολυλογώ, κατάλαβα (είδα) οτι με την πτώση του ανατολικού μπλοκ ο κόσμος έγινε πολύ χειρότερος.

Δεν θα περίμενα βέβαια να δει κάτι τέτοιο ένας καλλιτέχνης του επιπέδου του Ρότζερ Γουότερς, ούτε θα περίμενα να ζητήσει συγνώμη από τα πρώην ανατολικά κράτη γιατί πανηγύρισε την επερχόμενη εξαθλίωσή τους. Είπαμε –από το ’80 ήδη ο άνθρωπος ασχολιόταν με τον Τοίχο που τον χώριζε από τον έξω κόσμο και με το αγιάτρευτο τραύμα της έλλειψης μπαμπά, πού να βρει καιρό για τ΄άλλα;

Θα περίμενα όμως να έχει τουλάχιστον την τσίπα να αποσιωπήσει τα τότε πανηγυράκια του. Θα περίμενα να μη μας κουνάει ακόμα στα μούτρα την άποψη «όσο εσείς οι φτωχοί γινόσαστε φτωχότεροι, τόσο εμείς γινόμαστε πλουσιότεροι». Θα περίμενα ένας άνθρωπος που κάποτε εμπνεύστηκε από το μπλουζ να διαθέτει κάποια ψήγματα κατανόησης της κοινωνικής πραγματικότητας. Αλλά βέβαια, ας μην ξεχνάμε οτι, μιλάμε για τον άνθρωπο που ξεκοκάλισε τον μύθο του Σιντ Μπάρετ μέχρι σέντσι και το έκανε αυτό πουλώντας παραμύθια του τύπου «ο Σιντ τριγύρναγε στο στούντιο όσο γράφαμε το Wish you were here» ενώ ο Σιντ Μπάρετ φυτοζωούσε με την σύνταξη της μάνας του μπαινοβγαίνοντας στα ψυχιατρεία. Τέλος πάντων...

Ανακοινώθηκε λοιπόν η παράσταση του Ρότζερ Γουότερς στην Αθήνα, ανακοινώθηκαν οι τιμές των εισιτηρίων (προσιτά στον καθένα μας: 55, 65, 88 και 145 ευρώ –τζάμπα πράμα) και σα να μην έφτανε η τόση χλίδα, μάθαμε οτι η παράσταση παύλα συναυλία θα μαγνητοσκοπούνταν για να βγει σε DVD. Χαρά εμείς –έτσι;
Γιατί όμως ο Γουότερς επέλεξε να μαγνητοσκοπήσει αυτή τη συναυλία κι όχι την προηγούμενη στο Ο2 για παράδειγμα, το οποίο φυσάει απ΄όλες τις απόψεις; Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση, ο Ρότζερ είχε εντυπωσιαστεί από το εξαιρετικό βένννιου (το νι –μακρόσυρτο) του ΟΑΚΑ και από το απίθανο ελληνικό κοινό που τον είχε υποδεχτεί στο Τέρας Βάιμπ πριν από κάτι χρόνια.
Αυτό που δεν μας είπε ο Γουότερς (αλλά πάω στοίχημα οτι το μέτρησε) ήταν οτι στην Αθήνα περίμενε να βρει τον «αγανακτισμένο κόσμο» που θα ταίριαζε στο (ο Φουκουγιάμα να το κάνει) πολιτικό του μανιφέστο. Και υποθέτω οτι τον βρήκε.

«Αγανακτισμένοι» κάτοχοι VIP εισιτηρίων (αυτούς παίρνει άλλωστε η κάμερα) αλάλαξαν γεμάτοι επαναστατική έπαρση, ειδικά όταν ο προφήτης αναφέρθηκε ολίγον στην ελληνική πολιτική και αναγράφηκε σε άψογα ελληνικά: «να πάει να γαμηθεί η κυβέρνηση» στον Τοίχο. Και κάτι άρθρα που διάβαζα να διαφημίζουν τη συναυλία αναφέρονταν στην «πολιτική με την αριστερή της προσέγγιση στη μουσική» θέλοντας να χαρακτηρίσουν την προσφορά των Pink Floyd! Δηλαδή «πάμε για τρέλες στις Σεϋχέλλες»!!! «Πάμε για τρέλες –οο»!!!

Είμαι γέρος άνθρωπος, απ΄αυτούς που καθορίστηκαν από την πανκ αισθητική παύλα άποψη παύλα ιδεολογία. Το πρώτο μου στερεοφωνικό το αγόρασα δουλεύοντας γκαρσόνι στις καλοκαιρινές διακοπές της Πρώτης Γυμνασίου κι ήταν της πυρκαγιάς –έτσι λοιπόν δεν μπορούσα να εκτιμήσω το ηχητικό μεγαλείο των Pink Floyd (Μπιτ Χλόιντ τους λέγαμε τότε). Βέβαια, εκείνο το ρημαδοστερεοφωνικό που είχε την τάση να παίζει εντελώς φλατ (μέχρι νύστας) το Wish you were here, όταν έπαιζε το Still Life των Van Der Graaf Generator, για πάραδειγμα, έπαιρνε φωτιά το πλατό και πεταγόμασταν στον αέρα σαν Απάτσι, αλλά αυτό είναι μια διαφορετική ιστορία νομίζω... Το θέμα παραμένει οτι ποτέ δεν θαύμασα τη μουσική ιδιοφυΐα των Floyd αλλά δεν ενδιαφέρει καθόλουαυτό εδώ πέρα. Περί ορέξεως κρεμ μπρυλέ όμως όταν το θέμα αφορά πολιτική στάση νομίζω οτι δεν χωράνε υποκειμενισμοί. Η πολιτική στάση είναι εξωστρεφής και ως εκ τούτου συγκεκριμένη. Λες «είμαι αντικρατιστής» ή «είμαι οπαδός της ελεύθερης οικονομίας» ή «ο Ολυμπιακός και το Αιγάλεω να κερδάνε και όλοι οι άλλοι να πάνε να γαμηθούνε» -κάπως έτσι εκφέρονται οι πολιτικές στάσεις.

Με δεδομένο οτι τα προηγούμενα άλμπουμ των Pink Floyd είχαν τόση σχέση με την κοινωνική πολιτική όση σχέση είχε ο Ροδόλφο Βαλεντίνο με τον Τροτσκισμό δικαιούμαι να συμπεράνω οτι η, όποια, πολιτική/ κοινωνική θεώρηση του συγκεκριμένου συγκροτήματος προκύπτει σχεδόν αποκλειστικά από το Wall (το σχεδόν πάει στο ότι τα ίδια πάνω-κάτω αναμασάγανε και στο Final Cut). Ε, λοιπόν στον συγκεκριμένο δίσκο η πολιτική άποψη ήταν «κάτω ο ανατολικός ολοκληρωτισμός». Και «όχι πόλεμος» φυσικά, αλλά αυτό πλέον έχει καταντήσει ευχή για φιναλίστ καλλιστείων.

Λέω λοιπόν οτι...
Αν ο κόσμος που γέμισε το κλειστό του ΟΑΚΑ ήθελε να πανηγυρίσει για την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», καλά έκανε και πήγε.
Αν ο κόσμος ήθελε να ξαναθυμηθεί (ή να μάθει) το πόσο δύσκολη και ψυχοφθόρα είναι η ζωή του μεγιστάνα που κολυμπάει στα εκατομμύρια, καλώς συγκινήθηκε με την παράσταση.
Αν ο κόσμος, μετά το τσίρκο Μεντράνο και την παράσταση της Μαντόνας, ήθελε να θαυμάσει τεράστια σκηνικά, χορευτές, μπαλέτα, φωτιές, ταχυδακτυλουργούς και πυροτεχνήματα, καλά ξηγήθηκε και τα ΄σκασε στον Ρότζερ.

Όποιος όμως νόμισε οτι αυτό που παρακολούθησε μιλούσε για τη δική του ζωή, όποιος νόμισε οτι ο (ιδιοκτήτης βιλίτσας στο Πήλιο) Ρότζερ Γουότερς ήρθε εδώ για να στηρίξει το αγωνιστικό αίτημα «όχι στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας», όποιος δεν τον συνδύασε με το φιάσκο Μπόνο (πήγε ο ίνδαλμας να συνταχθεί με τους «αγανακτισμένους» της Ιρλανδίας και τον κράξανε: «Μπόνο άντε να πληρώσεις τους φόρους σου») και πιστεύει οτι βρήκε έναν συμπαραστάτη στη σκηνή του συγκεκριμένου υπερθεάματος –ε, λοιπόν όποιος πίστεψε κάτι από τα παραπάνω απλώς παράφαγε πριν πέσει για ύπνο και βλέπει περίεργα όνειρα.
Διότι, όπως φροντίζει να ξεκαθαρίσει με το πρώτο κιόλας τραγούδι ο Ρότζερ Γουότερς «Αν θες ν΄ανακαλύψεις τι κρύβεται πίσω απ΄αυτά τα κρύα μάτια/ θα πρέπει να ξεσκίσεις τη μεταμφίεση». Επειδή όμως εσύ κάθεσαι στη θεσούλα σου κι ο θεός πίσω από τη μεσοτοιχία, όσο και να κοπανιέσαι τίποτα δεν πρόκειται να ξεσκίσεις, πέρα από το πλαστικό της καρέκλας σου. Το τι κρύβεται πίσω από τη μεταμφίεση θα στο δείξει ο Ρότζερ, όπως θέλει και όποτε θέλει. Μιλάμε για τόση ενδοσκόπηση δηλαδή –τόση έκθεση!

Κι όπως προειδοποιούσε ο βρομιάρης ο Λάιντον όταν του πετάγανε μπουκάλια στη Νέα Υόρκη: This is what you want/ this is what you get.

Τετάρτη, Ιουλίου 06, 2011

"Κορίτσια με πολύ υγρά μάτια και μετρημένες κινήσεις"

Το να γνωρίζεις μυθικά άτομα έχει και τα πλεονεκτήματά του, ας πούμε μπορεί να πέσει στα χέρια σου μια συνέντευξή τους -σαν αυτή που ακολουθεί. Όπου η Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου, μιλάει στο περιοδικό Φιλμ Νουάρ (πρόκειται για τη συνέχεια του Εξώστη). Το αρχικό κείμενο της συνέντευξης περιλάμβανε παρεμβολές από παλιότερες συνεντεύξεις του Νίκου Νικολαϊδη τις οποίες κράτησα (με έντονα γράμματα) καθότι, σαν κωλόφαρδος, δεν έχω περιορισμό χώρου στο μπλογκ μου. Έτσι λοιπόν φιλαράκο, σήμερα θα διαβάσεις τη συνέντευξη μιας γυναίκας "με προδιαγραφές θανάτου" -ποιος τη χάρη σου!


Στο πρώτο μόλις τεύχος του, ιστορικού πια, εξώστη [Παρασκευή και 13/11/1987] ο εμπνευστής και εκδότης Τάσος Μιχαηλίδης είχε αναφερθεί στην Πρωινή Περίπολο του Νίκου Νικολαΐδη, καλωσορίζοντας τον δημιουργό της ως "ένα από τα κρυφά χαρτιά της ελληνικής κινηματογραφίας" και την ταινία ως "δημιουργία ενός φιλμ που μπορεί άνετα να φιλοξενηθεί στις κινηματογραφικές αίθουσες του εξωτερικού". Τι πιο φυσικό λοιπόν, στο παρθενικό τεύχος του επιγονικού Φιλμ Νουάρ, να ζητήσουμε από την σύντροφο της ζωής και της τέχνης του Νίκου Νικολαΐδη, την κυρία Μαρί-Λουίζ Βαρθολομαίου, να μας μιλήσει για τον Νίκο και το κινηματογραφικό του σύμπαν.

«Μπορεί να φανεί λίγο υπερφίαλο αυτό που λέω, αλλά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ζούσα σινεμά και μυθιστόρημα. Ποτέ δεν περπάτησα σε δρόμους που υπήρχαν. Ήμουν παραδίπλα και έπαιρνα τους δικούς μου. Έτσι πέρασα.»


Πώς ξεκίνησε η γνωριμία σας με τον Νίκο;
Τον πρωτοείδα το καλοκαίρι του '66, μόλις είχα τελειώσει το σχολείο, γνωριστήκαμε μέσω ενός κοινού φίλου, στο περίφημο Edelweiss στη Κηφισιά. Ήταν 27 χρονών, σούπερ γοητευτικός κι’ οργισμένος -«συγγραφέας», μου συστήθηκε. Ήταν τόσο ωραίος και ξεχωριστός, εγώ τόσο ανασφαλής και ντροπαλή που γίναμε φιλαράκια σε στυλ Καζαμπλάνκα: "Νίκο, νομίζω ότι αυτό είναι η αρχή μιας υπέροχης φιλίας" και άρχισα να τον τροφοδοτώ με γκομενίτσες-φίλες μου μέχρι που τον ερωτεύθηκα το 1970...

«Είναι γνωστό ότι οι ταινίες μου και τα βιβλία μου είναι όχι προεκτάσεις της ζωής μου, αλλά αναπαραγωγές της. Γενικά, “τα κουρέλια” και κολυμπάνε και τραγουδάνε. Ακόμα!»

Πώς έγινε η πρώτη ταινία σας;
Την πρώτη ταινία, την Ευριδίκη ΒΑ 2Ο37, την κάναμε [το 1975] με 150.000 δρχ. που είχαμε μαζέψει και με την βοήθεια του Πανουσόπουλου όταν βρήκε την Βέρα την Τσέχοβα που μπήκε συμπαραγωγός με την αμοιβή και τα ταξίδια της... Ήταν η πρώτη "οικογενειακή" μας ταινία.

«Ταινίες γίνονται μόνο οι έμμονες ιδέες κι αυτά που χάθηκαν και θα θέλαμε να τα ξαναζήσουμε. Δηλαδή τα δικά μας πράγματα.»

«Οταν έρχεται κάποιος κριτικός κινηματογράφου και σου λέει: «είσαι μεγάλος σκηνοθέτης, σε θαυμάζω, αλλά δεν μ’ αρέσουν τα θέματά σου», τότε καταλαβαίνεις ότι έχεις να κάνεις μ’ έναν ηλίθιο, γιατί μια σκηνοθεσία στήνεται πάνω σ’ ένα θέμα και σε μία θέση.»



Τι αντιπροσωπεύει η Βέρα στο έργο του Νίκου; Είναι κάτι άπιαστο; Έχει λογοτεχνικές αναφορές;
ΒΕΡΑ – ΜΟΛΛΥ – ΛΑΟΥΡΑ...
Νομίζω πως η Βέρα είναι μια νοσταλγία, οι αγνοί απραγματοποίητοι έρωτες της εφηβείας του, οι ώριμες αγάπες που ζούσαν στα όνειρά του... Αν θέλεις, η Βέρα είναι ο έρωτας που δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί για να μην εκφυλιστεί, η αντίδραση του μοναχικού ανθρώπου στην απαίτηση της κοινωνίας να παραδώσει τα όνειρά του «Κορίτσια με πολύ υγρά μάτια και μετρημένες κινήσεις.»
Βέρα είναι τ’ όνομα μιας ηλικίας – που λέει κι η Όλυα στα Κουρέλια – όμως για μένα είναι και όλες οι γυναίκες που αγάπησε -απ’ την μητέρα του, την κόρη του κι’ όλες τις αγαπημένες υπάρξεις που τον κάνανε να νοιώσει έρωτα, γοητεία, δημιουργία, που του προσφέρανε λατρεία, καλωσύνη, δύναμη κι’ αποδοχή... του δείξανε εμπιστοσύνη, τον θαυμάσανε τον πιστέψανε και τον αγαπήσανε άνευ όρων.
Τυχερές οι γυναίκες που αγαπήθηκαν και αγάπησαν τον Νίκο, όποιο ρόλο κι αν είχαν δίπλα του γιατί νομίζω ότι δεν υπήρξε άντρας που να αγάπησε, να θαύμασε και να τους προσέφερε τον πιο σπουδαίο ρόλο στη ζωή τους -νάναι φίλος και σύντροφός τους...

«Για μένα η γυναίκα είναι θεϊκό και ταυτόχρονα καταστροφικό πλάσμα. Ενα μωρό βαμπίρ. Για τους περισσότερους ίσως είναι ένα όν στην αλυσίδα της παραγωγής. Οι γυναίκες που ξέρω εγώ είναι δαιμονικά πλάσματα. Έχουν δικαίωμα για τα πάντα. Και μ’ αρέσουν έτσι, έστω κι αν με κολλάνε στον τοίχο.»

Πώς συνδέεται η Θεσσαλονίκη με τον Οργισμένο Βαλκάνιο; Πότε έζησε ο Νίκος εκεί και πώς εμπνεύστηκε αυτό το μυθιστόρημα; Είχε ταξιδέψει και στα υπόλοιπα Βαλκάνια;
Στη Θεσ/κη έζησε με την δεύτερη γυναίκα του, γύρω στο 1970 όπου άρχισε να γράφει τον Οργισμένο Βαλκάνιο. Δεν ξέρω πώς εμπνεύστηκε τον Φάνη και την Τερέζα, αλλά όπως έχει δηλώσει κι ο ίδιος, όλα του τα μυθιστορήματα ήταν αυτοβιογραφικά, οπότε κι αυτό κάτι δικό του είχε, κάτι από την εποχή του Γκριν Παρκ. Τελείωσε τον Βαλκάνιο, το 1973 περίπου, με την τρίτη γυναίκα του!
Πολύ νέος στα 23 του μ’ έναν φίλο, τον Θεοδόση, είχαν οδηγήσει μέσα απ’ την Γιουγκοσλαβία, είχαν μείνει από λάστιχο μεσ’ τα χιόνια και μας διηγόταν την ταλαιπωρία τους –έπεφτε πολύ γέλιο. Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν είχε άλλες «Βαλκανικές» εμπειρίες!

«Το μυθιστόρημα είναι πιο άγριο. Ο Οργισμένος Βαλκάνιος μου πήρε τέσσερα χρόνια. Το ίδιο έγινε και με τα Γουρούνια στον άνεμο. Συνήθως γράφω όταν είμαι πολύ στριμωγμένος και σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Όμως το γράψιμο ενός σεναρίου είναι γενικά πολύ πιο εύκολη δουλειά.» «Ο Οργισμένος Βαλκάνιος είναι αυτοβιογραφικό κείμενο. Είμαι από τους ανθρώπους που δεν μπορούν να εφεύρουν, να φτιάξουν παραμύθια. Δεν είμαι παραμυθάς. Ό,τι έχω γράψει, ακόμα και τα πιο σκοτεινά μου κείμενα, όπως είναι η Ευρυδίκη και η Πρωινή Περίπολος, είναι πράγματα που σκάνε από μέσα μου.»

Υπάρχει σχέση αγάπης ή μίσους με την πόλη μας και το Φεστιβάλ της; Πώς αισθάνεσθε όταν έρχεστε εδώ; Υπάρχει προοπτική να δούμε κι εδώ το αφιέρωμα της Ταινιοθήκης στον Νίκο;
Με την πόλη σας αναπτύχθηκε μάλλον μια παθιασμένη σχέση. Την αγαπούσαμε πολύ με το Νίκο, κι εγώ εξακολουθώ να πιστεύω ότι είναι πολύ πιο ατμοσφαιρική από την Αθήνα και πιο ανθρώπινη. Έχω υπέροχες αναμνήσεις από το Φεστιβάλ, παρ’ όλο το τσάκισμα που του κάνανε επανειλημένα με τις ταινίες του -βέβαια έπεφτε πολύ γέλιο, πολύ κανιβάλισμα, υπήρχε κι ο τρομερός εξώστης – που λέγανε ότι τον ήλεγχε ο Νικολαίδης – οι γνήσιοι θεατές και τα όμορφα κορίτσια, όλα αυτά δίναν άλλη διάσταση εκείνα τα χρόνια. Τα τελευταία χρόνια το Φεστιβάλ ήταν άχρωμο, άοσμο και μίζερο. Εμείς την κοπανάγαμε, πριν καν ανακοινωθούν τα βραβεία, όλο αυτό το πανηγύρι είχε καταντήσει θλιβερό -παρ’ όλα αυτά φεύγαμε παραμένοντας ερωτευμένοι.
Τώρα όταν έρχομαι, μ’ αρέσει να περπατώ μόνη στους δρόμους και να κρατάω για μένα μόνο, τις αναμνήσεις μας. Όσο κι αν αυτό είναι κάπως στενάχωρο, χαίρομαι κιόλας όταν συνειδητοποιώ ότι εκεί έξω υπάρχουν νέα παιδιά που περιμένουν να τον γνωρίσουν ή να τον αναγνωρίσουν. Νέοι, που διψάνε να μάθουνε μέσα απ’ το έργο του, να αντιληφθούν, να διεκδικήσουν, να οριοθετήσουν τις διαδρομές τους, «να περπατήσουν σωστά τον λάθος δρόμο», όπως έλεγε κι εκείνος. Γι αυτό και τον Οκτώβρη θα μεταφερθεί το αφιέρωμα της Ταινιοθήκης στη πόλη σας και νοιώθω πολύ όμορφα που θα βρεθώ ξανά εκεί.

«Τα φεστιβάλ είναι μία εβαπορέ έκθεση της στέρησης, της στενομυαλιάς, της υποκρισίας και της αντίδρασης του ευρωπαϊκού πνεύματος»

«Δεν με απασχόλησε ποτέ αν έχω αδικηθεί ή αν δεν έχω αδικηθεί. Μπορώ να πω ότι το έργο μου δεν ήταν επιδεκτικό εκδίκησης και αδικίας. Και να θέλανε να το αδικήσουν δε γινόταν. Αυτά που ήθελα να γίνουν γίνανε.»


Το Zero Years [2005] έχει προβληθεί στις αίθουσες; Είχε διανομή; Γιατί πικραθήκατε μετά από την παρουσίασή της στο Φεστιβάλ;
Το Zero Years είχε κάνει πρεμιέρα στον Μικρόκοσμο, πήγε πολύ καλά και εκεί θα παιζόταν για μια βδομάδα. Όμως για κάποιον άγνωστο λόγο, δεν τήρησαν τη δέσμευσή τους και δεν την παίξανε. Παίχτηκε λοιπόν σε κάποιον άλλο κιν/φο που βρέθηκε τελευταία στιγμή και βέβαια δεν ακούστηκε, ο κόσμος δεν πήγε να τη δει κι έκανε πολύ λίγα εισιτήρια. Μπορεί κιόλας κάποιοι να μην ήταν έτοιμοι να δεχτούνε μια τόσο «πάρτα στα μούτρα» (αγγλιστί on your face) ταινία όπου περιγραφόταν η σύγχρονη αντεστραμμένη καταστολή, «σ’ έφεραν στο σημείο να τους παρακολουθείς εσύ και όχι αυτοί εσένα -αυτή είναι η παγίδα τους!!», έλεγε η ηρωίδα της ταινίας κι αυτό φαίνεται οτι έπεσε σε κάποιους βαρύ. Φρόντισαν λοιπόν να θάψουν την ταινία με μυξοπαρθενίστικες κριτικές του στυλ «πολύ αίμα, ούρα, εμετός –σιχαμένα πράγματα» ενώ ταυτόχρονα αποθέωναν την κάθε εισαγόμενη σπλατεριά, όπου ο διαμελισμός κομπάρσων πήγαινε σύννεφο... Όμως σήμερα ζουν αυτή την καινούργια καταστολή, αντιμετωπίζουν το πρόβλημα κι έτσι κατανοούν πιο άμεσα την ταινία. Στο αφιέρωμα, πολλοί πιτσιρικάδες έπαθαν πλάκα με το Zero Years και επιτέλους γνωρίσανε και τον άλλο Νικολαίδη, της Ευριδίκης, της Περιπόλου, του Singapore Sling και του Zero Years -όχι μόνο Συμμορία και Κουρέλια...
Ό,τι έχει πει ο Νίκος σ΄αυτές τις ταινίες του το βρίσκουμε μπροστά μας... Πόσα ήξερε... πόσο διαισθανόταν... Τώρα λοιπόν που όλες οι ταινίες του Ν.Ν. θα παίζονται σε αφιερώματα και θα πωλούνται τα DVD που φτιάξαμε σε HD όποιος θέλει να τις δει, θα βρίσκει πολύ πιο εύκολα τον τρόπο. Καιρός δεν ήταν;

«Πολλοί που κάνουνε τους κριτικούς αυτοερμηνεύονται. Ερμηνεύουν τις ταινίες μου σαν μέσο για μία αυτοκάθαρση ή μια αυτογνωσία ή οτιδήποτε άλλο. Αυτό δεν μπορώ να τους το στερήσω. Αλλά εγώ γράφω περισσότερο από καρδιά παρά από μυαλό.»

«Το έργο μου έχει χτυπηθεί αλύπητα. Όσον αφορά τους κριτικούς, θα αναφέρω αυτό που διάβασα κάπου: «Όλοι οι άνθρωποι έχουν δύο επαγγέλματα. Το ένα το κάνουν για να ζήσουν, ενώ το άλλο είναι κριτικός κινηματογράφου.»

Ουδέν κακόν αμιγές καλού! Μιλήστε μας για το τελευταίο μυθιστόρημα Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα [2007]. Έχετε πάει στην πλούσια ακτή της Κόστα Ρίκα; Εντυπώσεις; Πώς είναι το τοπικό φεστιβάλ;
Η στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα γράφτηκε σε έντεκα μήνες, βιαζόταν να το τελειώσει, σαν νάξερε... Γελούσε πολύ όταν έγραφε, το διασκέδαζε, ήταν τόσο δικό του πράγμα -σαν νάκανε ένα ταξίδι στα νεανικά κι εφηβικά του χρόνια, σαν νάθελε να κλείσει ο κύκλος -και τα κατάφερε. Μάλιστα η Στεκιά θάπρεπε να προηγείται από τα Γουρούνια στον Άνεμο. Είχε δύο διαφορετικά φινάλε, συμφωνήσαμε σ’ αυτό που κυκλοφόρησε. Μέσω μιας φίλης γνώρισε τον εκδότη της Greekworks και δώσανε τα χέρια - θεώρησα υποχρέωσή μου να προχωρήσω μ’ αυτόν. Νομίζω κιόλας οτι η Στεκιά ήταν κάτι που χρώσταγε στους «δικούς του, εκεί έξω», ήταν ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Παραδεχόταν πως «βέβαια, υπήρξε μία εποχή που στ’ αλήθεια ένιωθα ότι υπάρχει ένα νήμα ανάμεσα σε μένα και σε κάποιους ανθρώπους εκεί έξω και αυτό κάπως με στήριζε. Από τότε, όμως, έχουν συμβεί πολλά. Μεταξύ άλλων, αποχώρησα και τους άφησα λιγάκι ξεκρέμαστους.» Η Στεκιά ήταν το βιβλίο που χρώσταγε σε αυτούς.

Στην Κόστα Ρίκα βρέθηκα τυχαία, αλλού ήθελα να πάω. Όταν έμαθα όμως ότι υπάρχει ένα ψαροχώρι που λέγεται «Μοντεζούμα» - όχι ότι ο Νίκος αναφερόταν σ’ αυτό – ήθελα να το επισκεφθώ. Έτσι βρέθηκα σ’ ένα παραδεισένιο κράτος που σέβεται τη φύση, τα ζώα και τον άνθρωπο. Πρώτη φορά ένοιωσα αυτή την υπέροχη θετική ενέργεια που εκπέμπεται από παντού. Εκεί, παρ’ όλη τη φτώχεια τους, ακόμα ελπίζουν κι ονειρεύονται. Δεν έχουν στρατό, ούτε όπλα και όλα τα λεφτά τους να δίνουν στην Παιδεία και Ιατρική -επίσης έχουν γυναίκα Πρόεδρο της χώρας! Η Μοντεζούμα είναι ένα χίππικο ψαροχώρι ξεχασμένο στα σέβεντις που μου θύμησε τα νεανικά μου χρόνια και θέλω να πηγαίνω ξανά και ξανά... Τοπικό φεστιβάλ δεν ξέρω αν έχει, αλλά θα μπορούσα να κάνω ένα αφιέρωμα στον Ν.Ν. εκεί!

«Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος είχε πει μία καλή κουβέντα. Ότι «αυτός ο Νικολαΐδης πολύ καλός σκηνοθέτης, βρε παιδί μου, αλλά όλο την ίδια ταινία γυρίζει»! Όλο την ίδια ταινία γυρίζω. Μία ταινία είναι όλη κι όλη και την αγαπάω από πάνω μέχρι κάτω.»

«Με απωθεί το γεγονός ότι για να προλάβω αυτή την εποχή που αναπτύσσεται ανόητα και άναρχα πρέπει να κάνω κι εγώ τεράστια, το ίδιο άναρχα, βήματα... Από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν όλοι μία μεγάλη αλήθεια: η ζωή μας αξίζει πέντε δραχμές και κάθε στιγμή μπορούν να μας την πάρουν. Όταν αυτό γίνει συνείδηση, τότε όλες οι αξίες που μπήκαν στα καδράκια της γιαγιάς θα ξαναπάρουν τη θέση τους. Ο έρωτας και η αντρική φιλία, η συντροφικότητα... Κάθε άτομο που βλέπω να έρχεται από τη γωνία το υπολογίζω σαν υποψήφιο δολοφόνο. Γιατί έτσι είναι. Αν όλα αυτά γίνουν συνείδηση, τότε είναι σίγουρο ότι θα ξαναβρεθούμε πάλι.»

Πώς εξηγείτε την "απόσταση" των Τυμβωρύχων [συλλογή διηγημάτων, 1964] από τα υπόλοιπα βιβλία-μυθιστορήματα του Νίκου [Ο οργισμένος Βαλκάνιος (1977), Γουρούνια στον Άνεμο (1992) και Μοντεζούμα (2007)]; Είναι δυνάμει σενάρια ή λογοτεχνικά έργα;
Ήταν πολύ νέος όταν έγραψε τους Τυμβωρύχους, φαντάζομαι οτι κάπως έτσι αρχίζουν όλοι. Στις ιστορίες του συγκεκριμένου βιβλίου έγδερνε τις Οργουελιανές του επιρροές για να βυθιστεί στην κόλαση που άφησε πίσω του ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος –είναι ένα τρυφερά ανατριχιαστικό βιβλίο. Και βέβαια, η «απόσταση» μεταξύ Τυμβωρύχων και Βαλκάνιου είναι καλυμμένη από δυο νουβέλλες – ο Συμεών και ο Ιούλιος στον Άδη - που είχα διαβάσει ήδη το ‘66 αλλά ποτέ δεν εκδόθηκαν.
Έμαθα πρόσφατα από τον φίλο και μοντέρ του Lacrimae Rerum –Σπύρο Ανακτορίδη- ότι το σενάριο της Συμμορίας του το είχε διηγηθεί, τότε στα γυρίσματα της ταινίας, στην Ύδρα, το 1962!
Ο Βαλκάνιος έκανε να γραφτεί τέσσερα χρόνια και τα Γουρούνια άλλα πέντε -στο μεταξύ έγραφε σενάρια που άλλα πουληθήκαν – πιο παλιά - κι άλλα έμειναν στο συρτάρι. Το Singapore Sling ήταν το σενάριο που ήθελε να γυρίσει μετά την Ευριδίκη. Προσπαθούσαμε να βρούμε ηθοποιούς... αλλά δεν είχα βρει τους ανθρώπους που θα μπαίνανε σε μια τέτοια αυτοέκθεση που χρειαζόταν για να γυριστεί σωστά ή ταινία.
Έκανε 15 χρόνια να πραγματοποιηθεί... Ένδιάμεσα έκανε διαφημιστικά, ταινίες, τηλεταινία, θεατρικό, πάλι ταινίες, κι άλλα σενάρια που δεν έγιναν ποτέ λόγω μπάτζετ. Τα μυθιστορήματά του δεν είναι σενάρια, είναι γνήσια λογοτεχνία, απλά έχουν κινηματογραφική ματιά, γιατί ο Νίκος έτσι τάβλεπε όλα, μέσα απ’ το φακό της μηχανής, πίσω απ’ τη μηχανή. Κι αυτή η κινηματογραφική ματιά (ας το ξεκαθαρίσουμε επειδή πλέον οι όροι έχουν πολύ μπερδευτεί) σημαίνει οτι στα βιβλία του βλέπεις, στην κυριολεξία, το κάδρο που έχει στήσει και τους χαρακτήρες που έχει ζωγραφίσει μέσα του. Επειδή μάλιστα μιλάμε για λογοτεχνία το συναίσθημα είναι πιο δυνατό και δεν αφορά μόνο την όραση –μυρίζεις, αισθάνεσαι, νιώθεις –συμμετέχεις στο ταξίδι του ήρωα.

«Τις ταινίες που ονειρευόμουνα δεν τις έκανα. Δεν μπορούσα, δεν είχα τον τρόπο και τα μέσα. Ετσι λοιπόν αποφάσισα από πολύ νωρίς ότι θα κάνω ένα είδος σπουδής πάνω στις ταινίες που θα ήθελα να φτιάξω. Γι αυτό δεν θεωρώ ότι έχω κάνει ολοκληρωμένες δουλειές. Αντίθετα τα βιβλία μου, τον Οργισμένο Βαλκάνιο και τα Γουρούνια στον Άνεμο, τα θεωρώ ολοκληρωμένα.»

"Εγώ έχω ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα μέσα στο συρτάρι μου. Τι θα γίνει; Θα εκραγεί και θα βγει μόνο του έξω; Θα περπατήσει και θα πάει να χτυπήσει την πόρτα του εκδότη; Δεν γίνεται."

«Ζω το σινεμά 24 ώρες το 24ωρο. Και όταν η ταινία της ζωής μου δεν είναι καλή, αλλάζω ζωή. Δεν χρειάζεται όλα αυτά να τα αποτυπώνω πάντα σε φιλμ.»


"Κάποια στιγμή θέλω να βγάλω «Το έργο που δεν έγινε...»"


Η κυκλοφορία του Box-Set με τον κινηματογραφικό κόσμο του Νίκου είναι το τελευταίο βήμα; Υπάρχει στα σκαριά κι ένα ντοκιμαντέρ; Πότε ντεμπουτάρει στις αίθουσες; [με τίτλο Directing Hell]
Δεν ξέρω ακριβώς, ίσως πάει στο Φεστιβάλ Ντοκυμαντέρ, ίσως κάνει Πρεμιέρα κάπου αλλού.
Επίσης οι εκδόσεις Αthens Voice θέλουν να βγάλουν τα οκτώ σενάρια από τις ταινίες του, είναι το επόμενο πρότζεκτ...

«Την εποχή που ήθελα να βάλω βόμβες, δεν υπήρχε καμμιά οργάνωση να με δεχτεί. Λοιπόν τις βόμβες τις έριξα με το Σίνγκαπουρ Σλίνγκ, που έφερε τα πάνω κάτω, την Περίπολο και τη Συμμορία. Και αυτές δεν ήταν ταινίες του καναπέ.»

Ποια είναι η Marni Films; Που οφείλεται το όνομά της; Πώς συμβάλλει σ' αυτό;
Το Marni όντως βγήκε από τα αρχικά των ονομάτων μας. Ήταν η πρώτη εταιρία που φτάξαμε παρέα κι παρέμεινε μέχρι το τέλος.

«Στην περίοδο που ζούμε ο καθένας πρέπει να εντάξει τον προσωπικό του εφιάλτη σ’ έναν συλλογικό εφιάλτη και ν’ αρχίσει να επεξεργάζεται μόνο αυτόν. Εγώ και η κόλασή μου πρέπει να κάνουμε πίσω.»

Τι είναι ο Νίκος για την Μαρί-Λουίζ;
Χρειάζεται να πω τι ήταν ο Νίκος για μένα; Καθόρισε όλη μου τη ζωή και την ύπαρξη, ήταν ο μέντοράς μου, ο σύντροφος και φίλος μου, ο άντρας κι εραστής μου, η έμπνευση κι η δημιουργικότητά μου, η υποστήριξη κι η ψυχανάλυσή μου, τα όνειρα κι οι εφιάλτες μου, το σύμπαν και το χάος μου -ο μεγάλος και μοναδικός μου έρωτας -τελικά κατά κάποιο περίεργο τρόπο, νοιώθω ότι είμαι το δημιούργημά του... Όπως δίδασκε τους ηθοποιούς του για τον ρόλο, έτσι δίδαξε κι εμένα να μάθω να ζω χωρίς εκείνον.


Τι είναι η Μαρί-Λουίζ για τον Νίκο;
Καλοκαίρι του ’70... Ν«...κι αν γίνουμε απαραίτητοι ο ένας στον άλλον;»


«Οι νεκροί υπάρχουν ανάμεσά μας, η πόρτα με το «Άλλο» είναι πάντα ανοιχτή. Αυτό που με απασχολεί είναι η αγάπη, ότι αυτοί οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν μαζί ... Οι νεκροί πεθαίνουν άμα τους ξεχάσουμε, όμως τι είναι πέρα από εκεί; Εκεί αν αγαπάμε θα πάμε μαζί...»

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι