Τετάρτη, Ιούλιος 13, 2011

"Είμαι το φάντασμα όλων των ονείρων μου"

Διάβαζα γι΄αυτήν τώρα τελευταία οτι πάσχει από πολλαπλή σκλήρυνση, βρήκα μάλιστα εδώ και μια δήλωση της σχετικά: "Είμαι καλύτερα από όσο θα έπρεπε. Είναι περίεργη αρρώστεια. Πάω 16 χρόνια σε νευρολόγους. Ένας γιατρός στην Καλιφόρνια το βρήκε, μετά κάνανε κάμποσα τεστ και ακόμα δεν είναι απολύτως σίγουρο. Τελικά, επειδή δεν έχω τα χρήματα για τη θεραπεία και δεν έχω ασφάλιση, δεν μπορώ να φερθώ σα να είμαι ασθενής. Πρέπει να προσποιούμαι οτι είμαι καλά. Κι έτσι απλώς το αγνοώ. Αυτό κάνω. Έρχεται και φεύγει. Είσαι μια χαρά και ξαφνικά σε χτυπάει".

Από πιτσιρικάς, όταν αγόρασα το Under the Big Black Sun (έναν από τους 10 καλύτερους δίσκους που έχω ακούσει στη ζωή μου) έβαλα την Exene Cervenka στο εικονοστάσι με τις ροκ θεές (δίπλα στη Janis Joplin και πιο πάνω από τη Blondie). Όσο για το συγκρότημα που είχε στήσει με τον φοβερό John Doe κι έναν από τους καλύτερους κιθαρίστες της Αμερικάνικης φολκ ονόματι Billy Zoom... νομίζω οτι όποιος δεν γνωρίζει τους Χ, έχει χάσει μια ανόθευτη μουσική εμπειρία (κι έχει απλώς εξοικονομήσει πολλά λίτρα ιδρώτα που συνοδεύουν κάθε τραγούδι τους).

Είπα λοιπόν να αναδημοσιεύσω μια συνέντευξη της Exene από εδώ, πρόκειται για συνέντευξη του 2002 στο Perfect Sound Forever.

Καλό ταξίδι σε όσους το επιχειρήσουν:



PSF: Πολλά από τα τραγούδια σου, ειδικά της πρώτης περιόδου των Χ στόχευαν στο σκοτεινό, κρυμμένο υπογάστριο του χρυσοφόρου μύθου της Νότιας Καλιφόρνια. Κατά τη γνώμη σου, το Λος Άντζελες έχει αλλάξει από τα τέλη του ’70 που πρωτοήρθες;
Οι άνθρωποι δεν έχουν αλλάξει. Για την ακρίβεια, νιώθω όπως ακριβώς ένιωθα όταν πρωτοήρθα. Επειδή, όταν ήμουν νεαρή γυναίκα, όταν ήμουν 20, 21, 22 –μόνο θύμα μπορούσες να πέσεις σ΄αυτό το μέρος. Δεν ήμουν πορνοστάρ/ στριπτιζέζ/ καλλονή/ κορίτσι με προοπτικές για μόντελινγκ, αλλά όταν εγκαταστάθηκα –αν ήσουν μικρή και κάπως απλοϊκή, έπρεπε να νταραβεριστείς με τύπους υποχθόνιους και περίεργους. Ποτέ δεν ήξερες ποιες ήταν οι προθέσεις του άλλου. Μπήκα στην πανκ σκηνή νωρίς, κι αυτή ήταν μια μεγάλη οικογένεια, τόσο ασφαλής –οπότε γλίτωσα απ΄όλα τ΄άλλα. Γράφαμε τραγούδια για τους πλούσιους, για τους Fleetwood Macs της πόλης και όλα αυτά –βλέποντάς τα από τη μεριά των περιθωριακών. Τώρα που είμαι μεγαλύτερη, εξακολουθώ να παραμένω περιθωριακή. Όχι σαν καλλιτέχνης αλλά σαν άνθρωπος. Επειδή, ειλικρινά, το Λ.Α. είναι η πιο υπεροπτική πόλη που θα μπορούσες να ζεις.


PSF: Περισσότερο από τη Νέα Υόρκη;
Δεν το πιστεύω οτι μπορείς να κάνεις τέτοια σύγκριση. Έχεις βρεθεί ποτέ στο Λ.Α.; Σε συνθλίβει περισσότερο απ΄οτιδήποτε μπορώ να φανταστώ, με εξαίρεση την Καθολική εκκλησία. Καταστρέφει την αίσθηση της δημιουργικότητάς σου σε τέτοιο βαθμό που σε κάνει ν΄αναρωτιέσαι ‘πώς και δεν πέθανα ακόμα; γιατί ζω ακόμα σ΄αυτό το μέρος;’



PSF: Πάντως έζησες εκεί για μεγάλο διάστημα.
Έμεινα για προσωπικούς λόγους. Έχω ένα παιδί που δεν είναι ακόμα αρκετά μεγάλο, κι έχει γεννηθεί εδώ, εδώ πάει σχολείο και το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει είναι καλό. Εκτός απ΄αυτό δεν βλέπω την ώρα να φύγω από αυτή την πόλη. Και το Χόλυγουντ –όλα όσα ήταν σημαντικά σχετικά με το Χόλυγουντ, το παλιό Χόλυγουντ, το φαντασμαγορικό Χόλυγουντ, τα παλιά εστιατόρια, τα παλιά που ήταν έτσι κι αλλιώς, που λέγανε οτι είναι οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας –όλα αυτά έχουν καταστραφεί κι έχουν γίνει τεράστια mall. Όλα τα drive in εστιατόρια κι όλη η κουλτούρα που σχετιζόταν με τα αυτοκίνητα έχει χαθεί. Υπάρχουν μέρη στην Pasadena, στην Κοιλάδα και στην Οrange County που διατηρούν ακόμα εκείνη την περίεργη αίσθηση της surf κουλτούρας του ’50 αλλά το συναίσθημα δεν είναι πια ίδιο. Δεν υπάρχει λοιπόν η παλιά σωτήρια ποιότητα ζωής εδώ πέρα. Υπάρχει πλέον μόνο αυτή η εφήμερη αίσθηση, άνθρωποι φτάνουν εδώ για να γίνουν διάσημοι και καταλήγουν όλοι άδειοι και υπερόπτες


PSF: Γιατί ήρθες στο Λ.Α.;
Ήρθα επειδή με πήρε μαζί του ένας φίλος φίλου από το Tallahassee που θα ερχόταν στην Καλιφόρνια κι εδώ πέρα είχα κάποιον γνωστό. Κι έπρεπε να ξεφύγω από την Φλόριντα. Είχα αρκετά χρήματα για να μοιραστώ τη βενζίνη μαζί του μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι του φίλου μου στο Λ.Α. κι αυτό ήταν το μόνο που ήξερα και το μόνο που με ένοιαζε. Έπρεπε να ξεφύγω από την Φλόριντα. Αν τύχαινε να πηγαίνει κάποιος στο Σικάγο θα πήγαινα κι εγώ μαζί του στο Σικάγο.


PSF: Αν κάποιος νέος έρθει τώρα στο Λ.Α. υπάρχει περίπτωση να βρει κάτι σαν την κοινότητα που βρήκες εσύ όταν πρωτοήρθες;
Έτσι πιστεύω, επειδή πολλοί άνθρωποι έρχονται εδώ και νομίζω οτι περνάνε μια χαρά. Τώρα, δεν ξέρω αν το να περνάς μια χαρά είναι το ίδιο με το να βρίσκεις μια κοινότητα. Είμαι πολύ επικριτική και αρνητική σχετικά με τις περιόδους της ζωής μου, άσχετα αν αφορούν την εποχή που ήμουν 20 ή 46, δεν έχει σημασία για μένα, είμαι επικριτική σχετικά με οτιδήποτε με περιτριγυρίζει. Δεν έχω πρόβλημα να καταδικάζω και τους νέους και τους μεγαλύτερους. Αλλά νομίζω ότι όταν είσαι 20 είναι μια συναρπαστική περίοδος άσχετα με το τι κάνεις και νομίζω οτι θα βρεις τους φίλους σου και τα συγκροτήματα που γουστάρεις στην ώρα τους και κάποια στιγμή θα κάνεις οικογένεια, Νομίζω οτι αυτά πάντα θα συμβαίνουν. Το μόνο πράγμα που θα ευχόμουν είναι οι άνθρωποι να ήταν πιο αυθεντικοί τώρα. Συνειδητοποιώ οτι αυτό γίνεται δυσκολότερο όσο περνάνε τα χρόνια. Ήταν πιο εύκολο το ’50 και το ’60 και το ’70 απ΄ότι είναι τώρα, και είναι θέμα τύχης το σε ποια απ΄αυτές τις εποχές γεννήθηκες.



PSF: Έχεις πει σε παλιότερη συνέντευξη πως, όταν ξεκίνησες του Χ δεν είχες κανένα μουσικό υπόβαθρο κι αυτό το θεωρούσες πλεονέκτημα προκειμένου να δημιουργήσεις τον δικό σου ήχο. Τώρα που γράφεις και παίζεις μουσική για πάνω από 20 χρόνια έχει αλλάξει καθόλου η προσέγγισή σου στη μουσική;
Σκέφτομαι πως όταν ξεκίνησαν οι Χ ήταν μεγάλο πράγμα να υπάρχει ένας τύπος που ήξερε τα πάντα σχετικά με το rockabilly και την Αμερικάνικη μουσική, ένας τύπος που ήξερε τα πάντα για την κλασσική και τη τζαζ, ένας τύπος που ήξερε τα πάντα για κάθε είδος της ποπ και της φολκ, κι εγώ, που ήξερα μόνο όσα είχα ακούσει από το ραδιόφωνο σαν παιδί και το πανκ ροκ που ήταν το μόνο για το οποίο με ένοιαζε. Δεν ξέρω για τώρα. Ακόμα μου αρέσουν τα ίδια πράγματα που μου άρεσαν πάντα. Αν μου δώσεις ένα τζουκμπόξ που να έχει τα παλιά κομμάτια του ’60 και συγκροτήματα σαν τους Seeds και άλλους παλιούς, σαν αυτά που παίζονταν τότε στο ραδιόφωνο, όχι τόσο σαν τα συνηθισμένα της Motown, και μερικά country and western και μερικά πανκ ροκ –πάλι τα ίδια τραγούδια θα βάλω ν΄ακούσω. Στ΄αλήθεια δεν έχω αλλάξει.



PSF: Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου καλλιτέχνες;
Roger Miller. Buck Owens. Throwing Muses—Η Kristen Hersh, είναι η ηρωίδα μου. Είναι καταπληκτική κιθαρίστρια, καταπληκτική συνθέτης, καταπληκτική τραγουδίστρια. Όλα πάνω της είναι φανταστικά. Είδα την τελευταία της συναυλία στο Whisky. Κάθονταν απλώς πάνω στη σκηνή χωρίς set list και ζητούσαν από τους ανθρώπους να τους πουν τ΄αγαπημένα τους τραγούδια. Παίξανε για δυόμισι ώρες. Ήμουνα εκεί, στην πρώτη σειρά, ακριβώς απέναντί της για δυόμισι ώρες. Και είναι φανταστική. Είναι η ηρωίδα μου.


PSF: Τι ακούς τελευταία;
Έχω ανακαλύψει πανκ συγκροτήματα που δεν τα ήξερα, όπως οι Squid Vicious και οι Crucifucks. Αυτό που ακούω τώρα είναι –ξέρεις τους Flat Duo Jets; Ο Dexter Romweber έχει βγάλει έναν ωραίο δίσκο, εντάξει, τον έβγαλε πριν κάνα χρόνο. Νομίζω πάντως, αν μιλήσουμε με περιοχές, πως η αγαπημένη μου μουσική έρχεται από το Τέξας. Από τους Big Boys μέχρι τους Butthole Surfers, τους Fuckemos, τον Roky Erikson και τους Jesus Lizard. Τρελαμένη μουσική από το Τέξας, το λατρεύω αυτό το πράγμα. Αλλά κυρίως ακούω παλιά gospel ή country.


PSF: Θυμάμαι οτι διάβασα πριν μερικά χρόνια οτι θα άλλαζες το όνομά σου σε Cervenkova, αλλά δεν το έκανες τελικά. Τι συνέβη;
Το όνομά μου είναι Βοημικό. Η Βοημία είναι εκεί που είναι η Πράγα, το οποίο έγινε αργότερα Τσεχοσλοβακία. Η πλευρά του πατέρα μου πάντα επέμενε οτι δεν ήμασταν Πολωνοί ή Τσεχοσλοβάκοι, ήμασταν Βοημοί. Πήγα λοιπόν να κάνω κάτι παραστάσεις εκεί πέρα. Και κάθε φορά που έβγαινα στο ραδιόφωνο ή με παρουσίαζαν σε κάποιο κλαμπ με σύστηναν σαν 'Exene Cervenkova,' επειδή δεν υπάρχει γυναικείο όνομα που να τελειώνει σε σκέτο 'a'. Η κατάληξη είναι πάντα 'Ova'. Οπότε όλοι με έλεγαν έτσι και μετά απορούσαν ‘γιατί έχεις αντρικό όνομα;’ Υπήρξαν άνθρωποι που ήρθαν να δουν την παράστασή μου και νόμιζαν οτι θα δουν άντρα, ήταν πραγματικά περίεργο αυτό. Κι έτσι σκέφτηκα οτι μάλλον θα έπρεπε να το αλλάξω το επώνυμό μου, και μετά όλοι στην Αμερική ήταν ‘τρελάθηκες; Μην το αλλάξεις τώρα. Ίσως όταν γίνεις 50 και βάλε’


PSF: Θυμάμαι όταν έβγαλες μια ηχογράφηση όπου διάβαζες τη Διακήρυξη του Unabomber. Πες μου την ιστορία όλου αυτού.
Το έκανα μαζί με τον φίλο μου τον John, και ήμασταν το λίβινγκ ρουμ μαζί, με την τηλεόραση ανοιχτή και μια κιθάρα. Βρήκαμε δημοσιευμένο το Μανιφέστο του Unabomber και σκεφτήκαμε οτι ήταν ένα τεράστιο πισωγύρισμα στο στυλ κουλτούρας Patricia Hearst / SLA / Charles Manson σ΄αυτή την περίεργη κουλτούρα που φρικάρει τους ανθρώπους. Δεν ήταν κάτι για να τον υποστηρίξουμε –με τίποτα. Αυτά που έγραφε ήταν τόσο έξυπνα και ταυτόχρονα τόσο συντηρητικά και ηλίθια, ήταν σα να λες ‘έχεις κάποιο δίκιο εδώ... περίμενε μισό λεπτό, δεν είσαι με τα καλά σου!’ Οι μέθοδοί του ήταν τρομακτικές. Ο λόγος που το κάναμε ήταν... δεν ξέρω, ήταν κάτι χαζό, κάτι πολύ πανκ. Ναι, η κοινωνία μας έχει γαμηθεί –αντιμετώπισέ το. Και τη μέρα που το κυκλοφορήσαμε τον συλλάβανε! Πίστευα οτι ήταν ένας ψυχάκιας που θα τη γλίτωνε για πάντα. Δεν θέλαμε να συλληφθεί ο άνθρωπος, δεν το ξέραμε.



PSF: Ρωτάω αυτό το πράγμα σε κάθε γυναίκα καλλιτέχνη: θα έλεγες οτι είσαι φεμινίστρια;
Όχι, ποτέ δεν θα έλεγα οτι είμαι φεμινίστρια. Θα το έκανα αν ήμουν στο ’60 και θα το έκανα αν ήμουν στο ’70. Οι γυναίκες είχαν τότε να παλέψουν για τις αμβλώσεις κι αυτό είναι κάτι που σήμερα δεν το συνειδητοποιούν. Σκέφτομαι το πώς ο φεμινισμός γύρισε εντελώς ανάποδα και είναι πλέον εναντίον των γυναικών κι αυτό με σοκάρει. Σκέφτομαι οτι η σεξουαλική απελευθέρωση είναι μια χαρά, αλλά νομίζω πως όταν μια γυναίκα επιλέγει οτι θα είναι οικονομικά καλύτερα αν γίνει στριπτιζέζ παρά τραγουδίστρια σε συγκρότημα δεν είμαι εντελώς υπέρ της. Νομίζω οτι και η φεμινιστική εκδοχή της Camille Paglia (αντι-φεμινιστικός φεμινισμός) είναι γαμημένη και η έκδοση της Andrea Dworkin («κάθε πράξη ετεροφυλικού σεξ συνιστά βιασμό») είναι επίσης γαμημένη. Μισώ την αριστερά, μισώ και την δεξιά. Νομίζω οτι οι άνθρωποι πρέπει να είναι μόνο άνθρωποι. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν μπορούν να έχουν αυτοεκτίμηση και να είναι καλλιτέχνες. Δεν το καταλαβαίνω, δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει με τις γυναίκες τώρα. Έχουν αφομοιωθεί πλήρως από όλο αυτό το θέμα.

PSF: Ποιο θέμα;
Εννοώ οτι μπορεί το πορνογραφικό να είναι πολύ συνηθισμένο πλέον, παράλληλα όμως οι γυναίκες σταμάτησαν να βγαίνουν στο ραδιόφωνο. Έτσι νομίζουν οτι είναι απελευθερωμένες αλλά πώς ακριβώς είναι απελευθερωμένες;

PSF: Έτσι λοιπόν δεν συμφωνείς με την άποψη οτι όταν μια γυναίκα επιλέγει να γδυθεί προκειμένου να αποκομίσει κέρδος και ευχαρίστηση αυτό την ενδυναμώνει;
Λοιπόν, θα μπορούσα να συμφωνήσω, άλλωστε ποια η διαφορά ανάμεσα στο να διαβάζεις ποίηση μπροστά σε κοινό για να βγάλεις χρήματα ή να βγάζεις τα ρούχα σου για τον ίδιο σκοπό; Αλλά αν σκεφτείς για τις σχέσεις που αναπτύσσονται στην κοινωνία μας μέσα από τέτοιες ενέργειες θα δεις οτι οι άντρες δεν κάνουν κάτι τέτοιο. Γιατί δεν το κάνουν; Γιατί δεν υπάρχει ίσος αριθμός στριπτιζάδικων για άντρες και γυναίκες; Προσπαθώ να το καταλάβω αλλά απλώς δεν μπορώ. Είμαι τόσο μπερδεμένη με όλα αυτά επειδή καταλαβαίνω οτι η νεότερη γενιά δεν χρειάστηκε να εμπλακεί στους κοινωνικούς αγώνες τους οποίους έδωσαν οι γυναίκες της ηλικίας μου. Δεν χρειάστηκε να παλέψουν για το δικαίωμα στη δουλειά, το δικαίωμα στην έκτρωση και το δικαίωμα στην αντισύλληψη. Δεν χρειάστηκε να παλέψουν για να μην τους παρενοχλούν σεξουαλικά στη δουλειά όπως έκανα εγώ μια ολόκληρη ζωή. Και το να ψάχνουν τώρα πώς θα επιστρέψουν σε αυτούς τους ρόλους είναι για μένα παρανοϊκό. Νομίζουν οτι έχουν αποκτήσει μεγάλη δύναμη ή κάτι τέτοιο αλλά για μένα μοιάζει μ΄αυτό που οι μαύροι αποκαλούνται μεταξύ τους «αράπηδες». Αναρωτιέμαι –δεν θα ήταν καλύτερα αν εξασφαλίζαμε το οτι οι άλλοι άνθρωποι δεν θα χρησιμοποιούν πια αυτή τη λέξη από το να υποστηρίζουμε: «Είμαι παντοδύναμος τώρα επειδή μπορώ να αποκαλώ τον εαυτό μου αράπη κι αν το κάνεις και εσύ δεν θα σημαίνει τίποτα, γιατί μπορώ πλέον να το κάνω κι εγώ». Δεν το καταλαβαίνω. Είναι ένα πολύ περίεργο σκεπτικό για μένα.



PSF: Έχεις ηχογραφήσει σε διάφορες δισκογραφικές, μεγάλες και μικρές. Ποια είναι τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του να είσαι σε μεγάλη εταιρεία σε σχέση με το να είσαι σε ανεξάρτητη;
Λοιπόν, ήμουνα σε διάφορες ανεξάρτητες. Ήμουν στη Slash, που ήταν ανεξάρτητη και θεωρώ οτι μας ξεσκίσανε κανονικά στη συγκεκριμένη εταιρεία. Ολοκληρωτικό κι ασύστολο ξέσκισμα, μιλάμε. Ήμασταν στην Elektra, και νομίζω οτι μας φέρθηκαν πολύ εντάξει, και τα μόνα λάθη που κάναμε εκεί ήταν οτι ξοδέψαμε πολλά δικά μας χρήματα για να κάνουμε τους δίσκους μας και γι΄αυτό ποτέ δεν βγάλαμε λεφτά. Αυτό ήταν δικό μας λάθος. Εκείνοι μας φέρθηκαν πολύ καλά. Ποτέ δεν ανακατεύτηκαν με όσα κάναμε. Ήταν πάντα «κάντε ότι θέλετε». Ήμουν και στη Lookout! Records, υπέροχη εταιρεία, πραγματικά καλοί άνθρωποι, φέρονταν σωστά στους καλλιτέχνες. Ήμουν στην Kill Rock Stars, υπέροχα. Στη Nitro, φανταστικά. Καταπληκτική εταιρεία. Η Nitro είναι η καλύτερη και των δύο κόσμων. Έχουν χρήματα, είναι επαγγελματίες, αλλά είναι και μικρή εταιρεία που σε αφήνει να κάνεις ότι θέλεις.

PSF: Έχεις καμιά συμβουλή για τα καινούργια συγκροτήματα σχετικά με τις εταιρείες;
Νομίζω οτι τα πράγματα διαφέρουν για κάθε μπάντα. Το θέμα είναι οτι τώρα πλέον δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην πας σε μικρή εταιρεία Την εποχή της Slash υπήρχε μόνο ένας διανομέας σε εθνικό επίπεδο και διάφοροι διανομείς που δρούσαν σαν συμμορίες του οργανωμένοι εγκλήματος. Όταν λοιπόν ανέλαβαν την ανεξάρτητη διανομή δεν ξέρανε τι να κάνουν. Πηγαίναμε, ας πούμε, στη Βοστώνη να κάνουμε προώθηση σε κάποιο δισκάδικο κι έρχονταν 300 άτομα να μας δουν και δεν υπήρχε ούτε ένας δίσκος μας στο μαγαζί. Αλλά πλέον κανένας δεν είναι ερασιτέχνης, όλοι ξέρουν πως να φτάνουν οι δίσκοι σε κάθε μαγαζί της Αμερικής. Και με όλα τα καινούργια μέσα πο υπάρχουν δεν έχεις λόγο να πας σε μεγάλη εταιρεία, εκτός αν είσαι οι Strokes ή κάτι παρόμοιο. Αυτό είναι το λογικό γι΄αυτούς, η μεγάλη εταιρεία και περνάνε μια χαρά –σίγουρα. Πιστεύω όμως οτι η τελική απόφαση είναι αυστηρά προσωπική. Και δεν αφορά κανέναν άλλο εκτός από το συγκρότημα. Υπάρχουν άσχημα και καλά σε κάθε περίπτωση.



PSF: Κάνεις μουσική για πάνω από 20 χρόνια. Εξακολουθεί να αξίζει τον κόπο;
Αξίζει, αλλά μην ξεχνάς οτι αυτό το κάνω και για κερδίζω τα προς το ζην, όπως ας πούμε ένας γιατρός ή ένας δάσκαλος. Θεωρώ οτι όντας καλλιτέχνης συνεισφέρω κι εγώ σε κάτι. Νομίζω οτι υπάρχει μια κοινωνική πλευρά σ΄αυτό που κάνω. Ελπίζω να μην ακουστώ πολύ υποκρίτρια, αλλά έχω την αίσθηση οτι κάτι έχει χαθεί από την κουλτούρα μας. Νιώθω λοιπόν καλά ανακαλύπτοντας μικρά κομμάτια απ΄αυτό το κάτι και επαναφέροντάς τα εδώ κι εκεί.



PSF: Υπάρχει κάτι που να έχεις κάνει και να το έχεις μισήσει εντελώς, εκ των υστέρων;
Υπάρχουν πράγματα που έχω μισήσει –ναι. Υπάρχουν πράγματα που συνειδητοποίησα οτι ήταν εντελώς λανθασμένα από μέρους μου γιατί είχα καταπιέσει μέσα μου αυτό που θεωρούσα σωστό και είχα ακούσει αυτά που μου έλεγαν οι άλλοι αντί να σηκωθώ και να φωνάξω: «όχι –δεν πρόκειται να το κάνω». Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν ακόμα χειρότερες καταστάσεις, όταν είπα: «εντάξει –θα το κάνω» χωρίς να το σκεφτώ καθόλου. Ξέρεις, δεν είμαι πολύ σκληρή με τον εαυτό μου. Κάνω και κάνα διάλειμμα. Γιατί τελικά όλοι κάνουν κακές επιλογές. Στις καταστάσεις που εμπλέκομαι, ο μόνος οδηγός μου είμαι εγώ. Δεν συναγωνίζομαι κανέναν. Απλά προσπαθώ να κάνω το καλύτερο. Οι Χ ξεκίνησαν μια εποχή που υπήρχε αχαρτογράφητη περιοχή από το πανκ και πέρα, για τις μεγάλες εταιρείες. Όταν ο Billy έφυγε από το συγκρότημα, στα τέλη του ’80, η περιοχή αυτή είχε απονεκρωθεί μουσικά, μέχρι να βγουν οι Nirvana. Ο καθένας αγωνιζόταν για να επιβιώσει, κανένας δεν ήξερε τι να κάνει. Ήταν σε στυλ «εντάξει, θα το κάνουμε αυτό –θα κάνουμε οτιδήποτε». Και ήταν εντελώς τρελό. Θα έπρεπε να έχουμε σταματήσει. Αλλά δεν έχω πολύ σοβαρά πράγματα για τα οποία μετανιώνω. Νομίζω οτι είμαι ΟΚ.

Δευτέρα, Ιούλιος 11, 2011

Τούβλα, πολλά τούβλα.

Κάποτε ο Μίλαν (καθηγητής της Μιμής) Κούντερα είχε γράψει οτι «ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη είναι ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία» -όμορφη ατάκα αλλά χωρίς δικό του κοπυράιτ βεβαίως, αφού ο Μίλαν απλώς ρεζουμάριζε το 1984 του Όργουελ (και κάτι ψιλά του Άρθουρ Κέσλερ). Δεν θέλω να υπαινιχθώ οτι εγώ αγωνίζομαι ενάντια σε κάποια εξουσία αλλά δικαιούμαι, νομίζω, να υπερασπίζομαι ακόμα την προσωπική μου μνήμη. Αν όχι για άλλο λόγο, τουλάχιστον για να σιγουρευτώ οτι δεν ζω στη χώρα του Ποτέ όπου τα άλογα πετάνε, τα λουλούδια τραγουδάνε κι οι μύγες κολυμπάνε ανέμελα.

Σε αυτά τα πλαίσια λέω να ξεκινήσω με ολίγη επαναστατική προϊστορία:

Όταν, στις αρχές του ’80 κυκλοφόρησε το Wall των Pink Floyd υπήρξε μια βασική ένσταση αναφορικά με τη θεματολογία του. Υπενθυμίζω οτι εκείνη ήταν η εποχή που οι θέσεις του πανκ παρέμεναν ακμαίες (αν και όχι ζωντανές), άρα όλοι οι συμπαθούντες ήμασταν από θέση αντίθετοι σε δεινοσαυρικά ροκ συγκροτήματα που χρειάζονταν τον μισό προϋπολογισμό μιας αναπτυσσόμενης χώρας προκειμένου να δώσουν μια μέγκα συναυλία σε ένα μέγκα στάδιο όπου χιλιάδες κόσμου θα εκστασιάζονταν με φωτάκια και κουκίδες. Μας ενοχλούσε η έλλειψη της οποιασδήποτε επαφής μεταξύ των συγκροτημάτων αυτών, ειδικά εφόσον επέμεναν να προσδιορίζονται σαν «ροκ», και του απλού περιθωριοποιημένου αλητάμπουρα ο οποίος γυρνοβόλαγε άνεργος, φτωχός κι δίχως μέλλον.
Το γλυκό ήρθε κι έδεσε με το κόνσεπτ του Wall, όπου ένας προβληματικός νεανίας χάνει τον μπαμπά του στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, αγκιστρώνεται στη μαμά του και καταλήγει τρισμέγιστος ροκ σταρ (με προβλήματα στύσης) για να αντιληφθεί οτι έχει χτιστεί ένα Τοίχος ανάμεσα σ΄αυτόν και τον έξω κόσμο καθώς επίσης και το γεγονός οτι η επιρροή του στο φανατικό κοινό μπορεί ευθέως να παρομοιαστεί με αυτή του Μεγάλου Πατερούλη των «Ανατολικών καθεστώτων». Η βασική μας ένσταση συνοψιζόταν στο «εδώ μας γαμάνε από δέκα πάντες, τι μας νοιάζουν τα υπαρξιακά του κάθε ροκ μεγιστάνα;»

Όταν το κόνσεπτ άρχισε να περιοδεύει ανά τον κόσμο μάθαμε οτι η συναυλιακή επαφή του κοινού με το συγκρότημα ήταν απλώς ανύπαρκτη εφόσον οι Floyd έπαιζαν πίσω από τον Τοίχο και μάλιστα είχαν άλλους 4 αναπληρωματικούς Floyd με τους οποίους έβγαιναν μαζί (σε στυλ λαϊκοί τροβαδούροι) στο τέλος κάθε σόου οπότε ο Τοίχος γκρεμιζόταν μέσα σε πυροτεχνήματα. Γι΄αυτό άλλωστε και ο σιχαμένος ο Τζόνι Λάιντον (πρώην Ρότεν) είχε κάνει μια συναυλία σε Νεοϋορκέζικο κλαμπ (νομίζω το Ρόξυ) όπου έπαιζε πίσω από ένα πανί (όσο στο πανί προβαλλόταν το συγκρότημα) και είχε εισπράξει τόνους μπουκαλιών μπύρας, τασακίων και άλλων ιπτάμενων αντικειμένων γνωστής ταυτότητας.

Φυσικά, με τόση αντι-ανατολική προπαγάνδα που κουβάλαγε το Wall (και με την καρμιριά που έδερνε τον Γουότερς) η συναυλία πάνω στο μισογκρεμισμένο τοίχος που χώριζε στα δυο το Βερολίνο ήταν επιβεβλημένη. Με αυτή την τσαχπίνικη ντριπλίτσα, με το ανιμέισον των Σφυριών που προέλαυναν στο κινηματογραφικό και το συναυλιακό Wall και με τους παιδαριώδεις στίχους του Another Brick in the Wall (το οποίο μεσουράνησε στις ντίσκο της εποχής) οι μεν Floyd χεστήκανε για μια ακόμα φορά στο τάληρο, ο δε Γουότερς αναγορεύτηκε σε προφήτη της κατάρρευσης του Ανατολικού ολοκληρωτισμού. Μια κατάρρευση που γιορτάστηκε έξαλλα ενώ η ταυτόχρονη γιγάντωση του δυτικού, καπιταλιστικού, μπλοκ αποσιωπήθηκε μετά πολλών επαίνων.

Έκτοτε έγιναν διάφορα πράγματα.

-Οι Pink Floyd διαλύθηκαν μετά από έναν εμπορικά αποτυχημένο (για τα στάνταρ τους) δίσκο. Διότι, μαλάκας ήταν ο Ρότζερ να μοιράζεται τα κέρδη από την εκμετάλλευση του προϊόντος;
-Ο Ρότζερ (δεν είμαι κάνας μαλάκας) Γουότερς ξεκίνησε τις, ανά τον κόσμο, περιοδείες αναδρομώντας την πορεία του πρώην συγκροτήματός του. Στην αρχή με μια κιθαρίτσα και κάμποση ιμιτασιόν χίπικη ψυχεδέλεια, στη συνέχεια με δισκογραφική πρόοδο. Αφού λοιπόν έκανε τη Dark side of the moon περιοδεία (κι όλα τα σχετικά) έφτασε η εποχή του Τοίχου, στα πλαίσια του εορτασμού της Πτώσης του Τείχους του Βερολίνου (ο οποίος ήταν πέρυσι, αλλά δεν έχει σημασία).
-Σε αυτά τα 20τόσα χρόνια που μεσολάβησαν από την πτώση του ανύπαρκτου-υπαρκτού, ο κόσμος επέστρεψε στην κτηνωδία της εποχής που ανέθρεψε τον Μαρξ και τον Μπακούνιν. Όντως, οι εργασιακές σχέσεις, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η καταστολή της διαφορετικότητας στη σημερινή εποχή θα μπορούσαν να συγκριθούν μονάχα με τα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης.

Έζησα την πτώση του Ανατολικού μπλοκ και δεν σου κρύβω οτι χάρηκα –κυρίως χουλιγκάνικα, επειδή έτσι νόμιζα οτι θα την έβγαινα στους Κνίτες που στραγγάλιζαν το πανεπιστημιακό κίνημα όσον καιρό ήμουνα φοιτητής. Είχα, μάλιστα, θεωρήσει ένδειξη ξεμωράματος την άποψη του γέρου Καραμανλή οτι ο κόσμος χρειάζεται δύο μπλοκ για να ισορροπεί –φαίνεται όμως οτι δίπλα στον μικρό και τον τρελό θα πρέπει να προστεθεί κι ο γέρος από τον οποίο μπορείς να μάθεις καμιά αλήθεια. Και για να μη στα πολυλογώ, κατάλαβα (είδα) οτι με την πτώση του ανατολικού μπλοκ ο κόσμος έγινε πολύ χειρότερος.

Δεν θα περίμενα βέβαια να δει κάτι τέτοιο ένας καλλιτέχνης του επιπέδου του Ρότζερ Γουότερς, ούτε θα περίμενα να ζητήσει συγνώμη από τα πρώην ανατολικά κράτη γιατί πανηγύρισε την επερχόμενη εξαθλίωσή τους. Είπαμε –από το ’80 ήδη ο άνθρωπος ασχολιόταν με τον Τοίχο που τον χώριζε από τον έξω κόσμο και με το αγιάτρευτο τραύμα της έλλειψης μπαμπά, πού να βρει καιρό για τ΄άλλα;

Θα περίμενα όμως να έχει τουλάχιστον την τσίπα να αποσιωπήσει τα τότε πανηγυράκια του. Θα περίμενα να μη μας κουνάει ακόμα στα μούτρα την άποψη «όσο εσείς οι φτωχοί γινόσαστε φτωχότεροι, τόσο εμείς γινόμαστε πλουσιότεροι». Θα περίμενα ένας άνθρωπος που κάποτε εμπνεύστηκε από το μπλουζ να διαθέτει κάποια ψήγματα κατανόησης της κοινωνικής πραγματικότητας. Αλλά βέβαια, ας μην ξεχνάμε οτι, μιλάμε για τον άνθρωπο που ξεκοκάλισε τον μύθο του Σιντ Μπάρετ μέχρι σέντσι και το έκανε αυτό πουλώντας παραμύθια του τύπου «ο Σιντ τριγύρναγε στο στούντιο όσο γράφαμε το Wish you were here» ενώ ο Σιντ Μπάρετ φυτοζωούσε με την σύνταξη της μάνας του μπαινοβγαίνοντας στα ψυχιατρεία. Τέλος πάντων...

Ανακοινώθηκε λοιπόν η παράσταση του Ρότζερ Γουότερς στην Αθήνα, ανακοινώθηκαν οι τιμές των εισιτηρίων (προσιτά στον καθένα μας: 55, 65, 88 και 145 ευρώ –τζάμπα πράμα) και σα να μην έφτανε η τόση χλίδα, μάθαμε οτι η παράσταση παύλα συναυλία θα μαγνητοσκοπούνταν για να βγει σε DVD. Χαρά εμείς –έτσι;
Γιατί όμως ο Γουότερς επέλεξε να μαγνητοσκοπήσει αυτή τη συναυλία κι όχι την προηγούμενη στο Ο2 για παράδειγμα, το οποίο φυσάει απ΄όλες τις απόψεις; Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση, ο Ρότζερ είχε εντυπωσιαστεί από το εξαιρετικό βένννιου (το νι –μακρόσυρτο) του ΟΑΚΑ και από το απίθανο ελληνικό κοινό που τον είχε υποδεχτεί στο Τέρας Βάιμπ πριν από κάτι χρόνια.
Αυτό που δεν μας είπε ο Γουότερς (αλλά πάω στοίχημα οτι το μέτρησε) ήταν οτι στην Αθήνα περίμενε να βρει τον «αγανακτισμένο κόσμο» που θα ταίριαζε στο (ο Φουκουγιάμα να το κάνει) πολιτικό του μανιφέστο. Και υποθέτω οτι τον βρήκε.

«Αγανακτισμένοι» κάτοχοι VIP εισιτηρίων (αυτούς παίρνει άλλωστε η κάμερα) αλάλαξαν γεμάτοι επαναστατική έπαρση, ειδικά όταν ο προφήτης αναφέρθηκε ολίγον στην ελληνική πολιτική και αναγράφηκε σε άψογα ελληνικά: «να πάει να γαμηθεί η κυβέρνηση» στον Τοίχο. Και κάτι άρθρα που διάβαζα να διαφημίζουν τη συναυλία αναφέρονταν στην «πολιτική με την αριστερή της προσέγγιση στη μουσική» θέλοντας να χαρακτηρίσουν την προσφορά των Pink Floyd! Δηλαδή «πάμε για τρέλες στις Σεϋχέλλες»!!! «Πάμε για τρέλες –οο»!!!

Είμαι γέρος άνθρωπος, απ΄αυτούς που καθορίστηκαν από την πανκ αισθητική παύλα άποψη παύλα ιδεολογία. Το πρώτο μου στερεοφωνικό το αγόρασα δουλεύοντας γκαρσόνι στις καλοκαιρινές διακοπές της Πρώτης Γυμνασίου κι ήταν της πυρκαγιάς –έτσι λοιπόν δεν μπορούσα να εκτιμήσω το ηχητικό μεγαλείο των Pink Floyd (Μπιτ Χλόιντ τους λέγαμε τότε). Βέβαια, εκείνο το ρημαδοστερεοφωνικό που είχε την τάση να παίζει εντελώς φλατ (μέχρι νύστας) το Wish you were here, όταν έπαιζε το Still Life των Van Der Graaf Generator, για πάραδειγμα, έπαιρνε φωτιά το πλατό και πεταγόμασταν στον αέρα σαν Απάτσι, αλλά αυτό είναι μια διαφορετική ιστορία νομίζω... Το θέμα παραμένει οτι ποτέ δεν θαύμασα τη μουσική ιδιοφυΐα των Floyd αλλά δεν ενδιαφέρει καθόλουαυτό εδώ πέρα. Περί ορέξεως κρεμ μπρυλέ όμως όταν το θέμα αφορά πολιτική στάση νομίζω οτι δεν χωράνε υποκειμενισμοί. Η πολιτική στάση είναι εξωστρεφής και ως εκ τούτου συγκεκριμένη. Λες «είμαι αντικρατιστής» ή «είμαι οπαδός της ελεύθερης οικονομίας» ή «ο Ολυμπιακός και το Αιγάλεω να κερδάνε και όλοι οι άλλοι να πάνε να γαμηθούνε» -κάπως έτσι εκφέρονται οι πολιτικές στάσεις.

Με δεδομένο οτι τα προηγούμενα άλμπουμ των Pink Floyd είχαν τόση σχέση με την κοινωνική πολιτική όση σχέση είχε ο Ροδόλφο Βαλεντίνο με τον Τροτσκισμό δικαιούμαι να συμπεράνω οτι η, όποια, πολιτική/ κοινωνική θεώρηση του συγκεκριμένου συγκροτήματος προκύπτει σχεδόν αποκλειστικά από το Wall (το σχεδόν πάει στο ότι τα ίδια πάνω-κάτω αναμασάγανε και στο Final Cut). Ε, λοιπόν στον συγκεκριμένο δίσκο η πολιτική άποψη ήταν «κάτω ο ανατολικός ολοκληρωτισμός». Και «όχι πόλεμος» φυσικά, αλλά αυτό πλέον έχει καταντήσει ευχή για φιναλίστ καλλιστείων.

Λέω λοιπόν οτι...
Αν ο κόσμος που γέμισε το κλειστό του ΟΑΚΑ ήθελε να πανηγυρίσει για την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», καλά έκανε και πήγε.
Αν ο κόσμος ήθελε να ξαναθυμηθεί (ή να μάθει) το πόσο δύσκολη και ψυχοφθόρα είναι η ζωή του μεγιστάνα που κολυμπάει στα εκατομμύρια, καλώς συγκινήθηκε με την παράσταση.
Αν ο κόσμος, μετά το τσίρκο Μεντράνο και την παράσταση της Μαντόνας, ήθελε να θαυμάσει τεράστια σκηνικά, χορευτές, μπαλέτα, φωτιές, ταχυδακτυλουργούς και πυροτεχνήματα, καλά ξηγήθηκε και τα ΄σκασε στον Ρότζερ.

Όποιος όμως νόμισε οτι αυτό που παρακολούθησε μιλούσε για τη δική του ζωή, όποιος νόμισε οτι ο (ιδιοκτήτης βιλίτσας στο Πήλιο) Ρότζερ Γουότερς ήρθε εδώ για να στηρίξει το αγωνιστικό αίτημα «όχι στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας», όποιος δεν τον συνδύασε με το φιάσκο Μπόνο (πήγε ο ίνδαλμας να συνταχθεί με τους «αγανακτισμένους» της Ιρλανδίας και τον κράξανε: «Μπόνο άντε να πληρώσεις τους φόρους σου») και πιστεύει οτι βρήκε έναν συμπαραστάτη στη σκηνή του συγκεκριμένου υπερθεάματος –ε, λοιπόν όποιος πίστεψε κάτι από τα παραπάνω απλώς παράφαγε πριν πέσει για ύπνο και βλέπει περίεργα όνειρα.
Διότι, όπως φροντίζει να ξεκαθαρίσει με το πρώτο κιόλας τραγούδι ο Ρότζερ Γουότερς «Αν θες ν΄ανακαλύψεις τι κρύβεται πίσω απ΄αυτά τα κρύα μάτια/ θα πρέπει να ξεσκίσεις τη μεταμφίεση». Επειδή όμως εσύ κάθεσαι στη θεσούλα σου κι ο θεός πίσω από τη μεσοτοιχία, όσο και να κοπανιέσαι τίποτα δεν πρόκειται να ξεσκίσεις, πέρα από το πλαστικό της καρέκλας σου. Το τι κρύβεται πίσω από τη μεταμφίεση θα στο δείξει ο Ρότζερ, όπως θέλει και όποτε θέλει. Μιλάμε για τόση ενδοσκόπηση δηλαδή –τόση έκθεση!

Κι όπως προειδοποιούσε ο βρομιάρης ο Λάιντον όταν του πετάγανε μπουκάλια στη Νέα Υόρκη: This is what you want/ this is what you get.

Παρασκευή, Ιούλιος 08, 2011

10. Ανάπηροι με χρυσαφένια δάχτυλα

Προηγούμενα:

1. Μπάσκετ με τα φαντάσματα
2. Οι εφιάλτες ξεκινάνε ονειρικά
3. Μαλιμπού Μπιτς
4. Τυφλοπόντικες στον παράδεισο των ερπετών
5. "Χασάν ι Σαμπά"
6. Φλάουερ Στούντιος
7. Κριστίν
8. Ψόφιες τουλίπες και τουμπαρισμένοι χρυσοκάνθαροι
9. Ένα μάτσο μουσικόφιλες ψωλίτσες

Ήταν εντελώς φρικαρισμένος ο μαλάκας. Πώς του ‘ρθε να κάνει κάτι τέτοιο –απ΄την τηλεόραση το ‘μαθα...Τι έγινε: έπινα μια μπύρα, αραχτός στο κυλικείο του Ωδείου –δεν είχα μάθημα για το επόμενο δίωρο αλλά βαριόμουν να πάω σπίτι και να ξαναγυρίζω. Έπινα τη μπύρα μου ήσυχα και προσπαθούσα να αποφύγω την πάρλα της κυρα-Στάσας, η κυρα-Στάσα έχει το κυλικείο κι άμα σε λοκάρει τη γάμησες –είναι ικανή να σε πυροβολεί κάνα μισάωρο χωρίς ανάσα.
«Δεν ανοίγεις την τηλεόραση; Κάτι θέλω να δω», της λέω θέλοντας ν’ αποφύγω την επίθεση που προετοίμαζε.
«Τι να δεις μεσημεριάτικα; Τις κουτσομπόλες;»
«Όχι –ειδήσεις...»
«Δεν έχει ειδήσεις...»
«Ε άνοιξέ την, χρυσή μου –κάποτε θα βάλει».
Την άνοιξε εμφανώς νευριασμένη. Με το που φάνηκε η εικόνα βιάστηκε να τη χαμηλώσει τέρμα...
«Για να μην ενοχλούνται οι πελάτες», μου είπε.
Ποιοι πελάτες μωρή μπαλότσα; Αφού μόνοι μας είμαστε. Η μπύρα μού γάμησε το στομάχι, απ΄ όταν πήρα μαζεμένα κιλά το αλκοόλ με ξεσκίζει. Καούρες, ξινίλες –γεράματα μαλάκα μου...
Τότε ξαφνικά είδα τον Τρανζίστορ στην οθόνη. Δηλαδή –όχι ζωντανό, μια φωτογραφία του. Με αραιωμένα μαλλιά και φρικαρισμένο βλέμμα, τον είχαν τραβήξει στο πάρκινγκ κάποιου πολυκαταστήματος, κρατούσε διάφορους «τσίγκους» και προσπαθούσε να μη φανούν, έμοιαζε με ανώμαλο που τον πιάσανε με τα δισκάκια κτηνοβασίας ανά χείρας. Μετά η φωτογραφία του έφυγε και μια φωτογραφία του Πίβοτ πήρε τη θέση της. Ήταν φωτογραφία από κάποια πρόσφατη συναυλία του σε κλειστό γήπεδο, κάτι κόκκινα και πορτοκαλί φώτα κάνανε την ιδρωμένη φάτσα του να γυαλίζει όσο χαμογελούσε στο αόρατο πλήθος. Σε λίγο εξαφανίστηκε κι αυτή η φωτογραφία και δείχνανε μια ξανθιά μουνίτσα να αναμεταδίδει έξω από το ΠΑΛΛΑΣ, από κάτω έγραφε «Πλάνα Αρχείου», τι σκατά σήμαιναν όλα αυτά; Θες να ξανασυνεργάζεται ο Πίβοτ με τον Τρανζίστορ για τίποτα κυριλέ συναυλίες;
«Δυνάμωσέ το λίγο κυρα-Στάσα», παρακάλεσα.
«Γιατί; Τι δείχνει;»
Το μουνί της μάνας σου δείχνει –δυνάμωσέ το μωρή φώκια...
«Τίποτα, κάτι γνωστούς μου –θα βάλεις λίγη φωνή;»
Τώρα στην οθόνη ήτανε μια χοντρή αντρογυναίκα, μίλαγε στο μικρόφωνο κάποιου αόρατου ρεπόρτερ, έστησα αυτί.
«Εγώ είχα τελειώσει το καθάρισμα, έπρεπε να πληρωθώ κι ακούω τις φωνές από μέσα –μετά ησυχία, πόσο να περιμένω, χτύπησα, δε μου απαντούσαν, μόνο ησυχία –μπήκα και είδα τον κύριο μέσα στα αίματα και τον άλλο να στέκεται πάνω του... φοβήθηκα, το ‘βαλα στα πόδια και ειδοποίησα το 100...»
Ζαλίστηκα έτσι που είχα πεταχτεί όρθιος, πήγα να πιαστώ από το τραπέζι και πήρα σβάρνα τη μπύρα, το τασάκι –τ΄ άκουσα να κοπανάνε στο πάτωμα και να κομματιάζονται –τι είχε γίνει; Ποιος ήταν μέσα στα αίματα;
«Είστε καλά;» με ρώτησε η κυρα-Στάσα.
Δε μίλησα. Βγήκα έξω από το Ωδείο και ξαναμπήκα αμέσως μέσα, δεν ήξερα που βρισκόμουν –ανέβηκα στη γραμματεία, ειδοποίησα οτι δεν θα έκανα τα υπόλοιπα μαθήματα της μέρας...
«Είσαι καλά; Τι σου συμβαίνει;»
«Καλά είμαι. Πρέπει να φύγω...»
Βγήκα πάλι στο δρόμο, κάτι πιτσιρικάδες του Ωδείου με πλησίασαν να με χαιρετήσουν αλλά τους έκλασα και χώθηκα στο αμάξι μου. Ιδρωμένα χέρια, πάλεψα με τα πλήκτρα του κινητού. Πώς τον έχω περάσει τον πούστη που δουλεύει σε κανάλι;
«Έλα –τι γίνεται;»
«Εσύ είσαι;»
«Ναι μωρέ. Είδα τους δικούς μου στην τηλεόραση, ξέρεις κάτι;»
«Καλά –πού ζήσεις εσύ;»
«Πουθενά δε ζω –θα μου πεις ή θα με σκάσεις;»
Ο Τρανζίστορ είχε μαχαιρώσει τον Πίβοτ και κράταγε όμηρο μια δημοσιογράφα (την ξανθιά των πλάνων αρχείου –πάντα καλόγουστος ο μπαγάσας). Η καθαρίστρια του σπιτιού του Πίβοτ είχε ειδοποιήσει τους μπάτσους, τώρα το σπίτι ήταν περικυκλωμένο και περιμένανε πότε θα βγει ο μαλάκας ή πότε θα του την πέσουν.
Μάγκα μου...

Ξεκίνησα για τα νότια, βγήκα στην παραλιακή –δεν είχα πάει ποτέ στο σπίτι του Πίβοτ αλλά ήξερα που ήταν. Είχε πει σε μια συνέντευξη οτι ήθελε να είναι κοντά στην παιδική του γειτονιά –φάτε έναν αρχίδη –η γειτονιά μας ήταν σύρριζα στο βουνό, τη θάλασσα τη βλέπαμε με το μακαρόνι, ενώ η σπιταρόνα του Πίβοτ κανονικός αιγιαλός, ένα δρόμο πέρναγες και βρισκόσουν μέχρι τον αστράγαλο στην αμμουδιά. Με είχε καλέσει κάνα δυο φορές, είδε όμως που δεν του απάνταγα και το ‘κοψε –υπολόγιζα πάντα να πάω να δω το κωλόσπιτό του, να δω τι του είχαν αγοράσει τα λεφτά απ΄το ξεπούλημά μας...
Πίπες δηλαδή, ήξερα πολύ καλά οτι όλοι μας γουστάραμε να ξεπουληθούμε –φώτα, φιγούρα, μουσική –απλώς βρήκαμε τον χειρότερο πούστη για να φορτώσουμε τα κρίματά μας, Μέχρι εκεί που αντέξαμε, ο Τρανζίστορ έσπασε πρώτος, εγώ έκανα το κορόιδο κάμποσα χρόνια μέχρι να καθαρίσω ένα σταθερό εισόδημα και μια κανονική δουλειά, ήταν κι έγκυος ο Σόνια, πώς θα τα βγάζαμε πέρα... Αμάρτησα για το παιδί μου, μην το γελάς καθόλου.

Ο Τρανζίστορ είχε παντρευτεί πριν κάμποσα χρόνια, δεν κάναμε παρέα –όμως κάπου βρήκε το τηλέφωνό μου εκείνο το καλό κορίτσι που τον φορτώθηκε λόγω στραβομάρας –πήγα στο γάμο του στο δημαρχείο, είχε εντυπωσιαστεί όταν με είδε.
«Ρε μαλάκα –πού το΄μαθες;»
«Σιγά μη γλίτωνες».
Είχαμε γίνει φέσι εκείνο το βράδυ, οι καλεσμένοι φευγάτοι, το καλό κορίτσι που τον παντρεύτηκε κουτούλαγε παραδίπλα κι εμείς...
«Όταν βγήκα από το νοσοκομείο μάζεψα οτι είχα και πήγα Λονδίνο, ήθελα να μείνω εκεί...»
«Και τι έγινε;»
«Τι να γίνει –μαλακίες. Λίγο πριν μου τελειώσουν τα φράγκα βρήκα δουλειά σ΄ένα στούντιο, έρχονταν τα εγγλεζάκια για να γράψουν ντέμο, να τα πάνε στις εταιρείες... Μιξάραμε κανονική γραμμή παραγωγής τύπου Μοντέρνοι Καιροί, στο τέλος βγαίνανε όλα τα ίδια. Άκουσα κάτι παιδιά που παίζανε όμορφα πράγματα, τους βρήκα και τους πρότεινα να φτιάξω ένα ντέμο εκτός δουλειάς, περιποιημένο κι έτσι. Αποτέλεσμα –με καρφώσανε στο αφεντικό κι έμεινα άνεργος. Γύρισα πίσω –τι άλλο έμενε να κάνω;»
«Δεν είδες τίποτα καλά σκηνικά στο Λονδίνο;»
«Είδα...»
«Και λοιπόν;»
«Τι λοιπόν; Είδα –και τι μ΄αυτό;»

Και ο Πίβοτ είχε παντρευτεί 2-3 φορές... Με είχε καλέσει, επίσημα, προσκλήσεις και τέτοια. Αλλά δεν είχα πάει –ψέματα λέω, πήγα την πρώτη φορά όμως δεν μπήκα μέσα, ήτανε γάμος σε κάποιο χτήμα με ιδιωτικό εκκλησάκι και τέτοιες αηδίες. Στεκόμουν στην καγκελόπορτα, είχα τρακάρει και τ΄αμάξι, είχα γαμήσει το αριστερό φτερό κι έτσι στεκόμουνα μπροστά του για να το κρύβω όσο σκάγανε τα σελέμπριτι –ένιωσα εντελώς φτωχομπινές, ευτυχώς που δεν είχα πάρει μαζί μου τη Σόνια, έκανα μεταβολή κι εξαφανίστηκα, κάθε άλλη πρόσκληση που μου ΄στελνε την πέταγα κλειστή.
Κόντεψα να στουκάρω μ΄ ένα ξαφνικό κόκκινο, φρέναρα του πανικού, την ίδια στιγμή χτύπησε το κινητό.
«Έλα –πού είσαι;» με ρώτησε η Σόνια.
«Πάω κατά το σπίτι του Πίβοτ», της είπα.
«Το φοβόμουν αυτό. Δεν έχεις καμιά δουλειά, γύρνα σπίτι σου...»
«Καλά, κλείσε τώρα».
«Ακούς τι σου λέω;»
«Ακούω –κλείσε πριν αρχίσω τα καντήλια...»
«Έλα σπίτι αμέσως».
Έκλεισα το τηλέφωνο, το έκλεισα κανονικά, το απενεργοποίησα. Μέσα στα νεύρα.

Οι μπασκίνες είχαν κλείσει το δρόμο για το σπίτι του Πίβοτ σε απόσταση πεντακοσίων χιλιομέτρων, βρήκα λίγο χώρο, πάρκαρα. Πλησίασα την κίτρινη κορδέλα.
«Απαγορεύεται», μου λέει ένα μπατσάκι.
«Για φώναξε τον υπεύθυνο, έχω κάτι να του πω..»
«Δώστε μου την ταυτότητά σας».
«Τι να την κάνεις την ταυτότητα; Αλκοτέστ θα με περάσεις;»
«Σας παρακαλώ κύριε...»
«Φώναξε ρε παιδί μου τον κάπτεν εδώ πέρα –άντε και δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο».
Το μπατσάκι κάτι σφύριξε στον ασύρματο κοιτάζοντάς με. Μείναμε να αγναντεύουμε ο ένας το άσπρο των ματιών του αλλουνού. Τριγύρω μπαινοβγαίνανε περιπολικά και ασφαλίτικα, δεν κατάλαβα πότε ήρθε ένας σαρδέλας και πέρασε την κορδέλα για να βρεθεί δίπλα μου.
«Ποιος είστε κύριε;» μου κάνει υπηρεσιακά.
Του εξήγησα ποιος ήμουν και τι ήθελα –ο Τρανζίστορ ήτανε δικός μου άνθρωπος, αν μπορούσα να βοηθήσω να τελειώνει η κατάσταση χωρίς άλλους σκοτωμούς....
«Περιμένετε εδώ», μου λέει.
Κάτι κωλόπουλα ξεσκίζονταν στα διπλανά δέντρα, περίμενα κι όσο περίμενα τόσο το μετάνιωνα που βρέθηκα εδώ πέρα –τι δουλειά είχα; Ο Πίβοτ με τον Τρανζίστορ ήτανε κολλητοί από το σχολείο, εγώ δεν είχα πάρε δώσε πριν ξεκινήσουν το συγκρότημα. Και στην αρχή δηλαδή –σνομπαρία οι πούστηδες, επειδή γούσταρα Μέταλ -ίσα ρε Ξενάκη με το κλαρίνο σου, σιγά κι αυτοί γαμώ την ποιότητα που ακούγανε σε τελική ανάλυση. Και να σου πω και κάτι ακόμα; Εγώ πήγα λίγο παρακάτω, προχώρησα στη μουσική, επειδή η μουσική είναι το άπαν και το παν ρε φίλε. Μέσα από όλο αυτό το παραμύθι άκουσα κι έμαθα. Εσείς τι κάνατε; Δε μιλάω για τον Γιωργάκη, εκείνος ήταν εξωγήινος, είχε πέσει στη γη για να μας σώσει αλλά ως συνήθως παρανοήσαμε και τον λιανίσαμε –κομματάκια, πρώτα τα αισθήματα, μετά την αξιοπρέπεια, στο τέλος δεν είχε μείνει τίποτα άλλο παρά ένας Γιωργάκης μπουρλότο... «Καλύτερα να καεί παρά να ξεθωριάσει», θα πεις –παπαριές του Νιλ Γιάνγκ αν θες τη γνώμη μου. Και τι έγινε δηλαδή που χάθηκε ο Γιωργάκης; Χάθηκαν μαζί του και όσα τραγούδια δεν πρόλαβε να γράψει κι απλώς κονομήθηκε ο Πίβοτ, αυτό έγινε αν θες να ξέρεις. Εντάξει, όχι μόνο ο Πίβοτ κι εγώ όσο να πεις... Κι ο Τρανζίστορ κάτι λίγο..
Ένας με σπορ σακάκι και χρυσά κουμπιά κάτι μου μιλάει, αλλά δεν πιάνω τι εννοεί.
«Πες το άλλη μια», του ζητάω.
«Αστυνόμος Καραγιάννης, ελάτε μαζί μου».
Να πάω –γιατί να μην πάω; Τέτοιος μαλάκας που είμαι, μπορώ να κάνω αλλιώτικα;

Είχανε στήσει ένα αυτοκινούμενο απέναντι από το σπίτι, βρώμαγε τζατζίκι το κωλόπραμα κι ήταν στοιβαγμένοι εκεί μέσα ένα κάρο πιτυρίδες. Μπήκα, κοπάνησα το κεφάλι μου στη χαμηλή πόρτα, με βάλανε να κάτσω σ΄ένα τραπέζι με θέα το απέναντι παράθυρο, θέλω καφέ; Όχι ευχαριστώ. Χυμό μήπως; Καμιά μπύρα αν έχετε... Δεν είχαν.
«Η κατάσταση έχει ως εξής...» ξεκίνησε ο αστυνόμος.
Δεν τον άκουγα –το κεφάλι μου γύριζε –ήταν αυτοί οι μπασκίνες που βρίσκονταν όρθιοι πίσω μου, με σταυρωμένα τα χέρια –ένιωθα σαν τότε που με ρωτάγανε όλοι μαζί και πέφτανε σύννεφο οι σφαλιάρες κι οι πούστικες αγκωνιές στα νεφρά.
«Πού τα βρήκες τα λεφτά ρε κωλόπαιδο;»
Σφαλιάρα.
«Ποιος βάρεσε τον ταχυδρόμο;»
Σφαλιάρα.
«Ο Ιντζές μάς τα είπε όλα, πες τα κι εσύ να τελειώνουμε».
Αγκωνιά.
«Αφού σας είδανε ρε βλάκα –δεν ωφελεί να το παίζεις ήρωας».
«Ήρωας –μάλακας πες καλύτερα Ο άλλος σε έχει δώσει κανονικά, πες τα να ελαφρύνεις τη θέση σου».
Ηρεμία όσο περιμένουν. Ψιλοκουβέντες σε απόσταση.
«Δε μιλάει το αρχίδι».
«Είναι καλό παιδί ρε. Θα μας τα πει, μη βιάζεσαι».
«Άσε με να τον γαμήσω –δεν τον βλέπεις;»
«Όχι, είναι καλό παιδί. Δεν έχω δίκιο παλικάρι μου;»
Σφαλιάρα.
«Ποιος βάρεσε τον ταχυδρόμο;»
Όταν είδαν κι απόειδαν οτι δε βγαίνει τίποτα με κουρέψανε γουλί, για να βγάλουν το άχτι τους. Δεν ξανάφησα μακριά μαλλιά από τότε...
«Θα μπορούσαμε εύκολα να εισβάλουμε στο σπίτι αλλά πρόκειται περί λεπτής κατάστασης. Βλέπετε οι εμπλεκόμενοι είναι δημόσια πρόσωπα...»
Πετάχτηκα, ξέχασα τους καργιόληδες που γυροφέρνανε πίσω από την πλάτη μου με τα χέρια σταυρωμένα –τα πράγματα δεν ήταν όπως παλιά, τώρα μου μιλάγανε στον πληθυντικό και δε δείχνανε πρόθυμοι ν΄ αρχίσουν τις σφαλιάρες –έφταιγε μάλλον το οτι ήμουνα φρεσκοκουρεμένος. Και παλιόγερος –υπάρχει ανεκτικότης απέναντι στους αξιοσέβαστους πολίτες.
Τότε τον είδα στο παράθυρο, όχι για πολύ, μια σκιά ψηλόλιγνη που πέρασε και χάθηκε. Αναστατώθηκα όσο να πεις...
«Συγνώμη –είμαι λίγο αναστατωμένος», δικαιολογήθηκα στο μπάτσο.
«Φυσικό είναι», χαμογέλασε εκείνος.
«Θέλω να πω όμως... δηλαδή, νομίζω οτι κάπως μπορώ να βοηθήσω... αν, ας πούμε πήγαινα εκεί μέσα;» ψέλλιζα γεμίζοντας τον τόπο σάλια, σιχάθηκα την πάρτη μου.
«Τι λέτε τώρα. Να του δώσουμε ακόμα έναν όμηρο;»
Χαλάρωσα –ο μπάτσος ήταν χαζός.
«Αστυνόμε, δε νομίζω οτι θα με σκοτώσει εμένα –για την ακρίβεια δε νομίζω οτι μπορεί να σκοτώσει κανέναν απολύτως...»
«Ναι, όμως τον άλλο τον έφαγε».
«Εννοώ άνθρωπο. Δεν μπορεί να σκοτώσει κανέναν άνθρωπο. Ο άλλος ήταν...» το ‘κοψα απότομα.
«Τι ήταν;» με ρώτησε ο μπάτσος.
«Τίποτα. Εννοώ, είχαν προσωπικά –από παλιά. Τον θεωρούσε υπεύθυνο για το οτι η ζωή του πήγαινε χάλια...» τι παπαριές ξεφούρνιζα ο πούστης...
«Τέλος πάντων, δεν νομίζω οτι μπορούμε να συζητήσουμε...» ξεκίνησε να λέει ο μπάτσος.
Τον διέκοψε ένα παντοφλέ τηλέφωνο που άρχισε να σφυρίζει. Ο μπάτσος το σήκωσε.
«Τι θέλεις;» ρώτησε.
Ανατρίχιασα –ο Τρανζίστορ πρέπει να ήταν στην άλλη άκρη του σύρματος. Πού είσαι ρε φίλε; Πού χάθηκες; Τι μαλακίες είναι αυτές; Φυσικά, κανένας δεν μου απάντησε.
«Ποιον;» ρώτησε πάλι ο μπάτσος.
Μετά άφησε το τηλέφωνο στο τραπέζι και μάζεψε τους λεβέντες του σε κύκλο σα να ήτανε κόουτς ομάδας μπάσκετ. Καθόμουνα και τους χάζευα περιμένοντας να κάνουν «σντο». Αλλ΄ αντί γι΄ αυτό κάποιος άνοιξε έναν ασύρματο κι άρχισε να μουρμουράει στα παράσιτα.
Ο μπάτσος ξανάρθε κοντά μου.
«Έχουμε πρόβλημα», μου είπε.
«Έτσι είναι η ζωή -προβλήματα, άγχη, απογοητεύσεις...» φιλοσόφησα.
Ο μπάτσος με κοίταξε μπερδεμένος.
«Δε μιλάω γενικώς –στην κατάσταση ομηρίας αναφέρομαι», μου εξήγησε.
Αητός διπλοφτέρουγος το πουλάκι μου...
«Εντάξει τότε», είπα δήθεν σοβαρά.
«Η κατάσταση περιπλέκεται...» μουρμούρισε.
Περίμενα να συνεχίσει.
«Μπορείτε να μου περιγράψετε λίγο τον χαρακτήρα του;» ρώτησε.
«Πάνε χρόνια από την τελευταία φορά που τον είδα...» ξεκίνησα αλλά το έκοψα για να δημιουργήσω κάποιο σασπένς. Μ΄ αρέσουν κάτι τέτοια.
«οΟμως τον ξέρατε από παιδί...» είπε ο μπάτσος.
«Τον ήξερα ναι. Ήταν πολύ ήρεμος τύπος, ο τελευταίος που έμπαινε στον καυγά. Μα όταν εκνευριζόταν δεν υπήρχε επιστροφή, έτσι είναι αυτοί που τα κρατάνε μέσα τους, κάποια στιγμή σκάνε κι όποιος βρεθεί κοντά...»
«Και τώρα είναι μια τέτοια στιγμή να υποθέσω», έκανε ο μπάτσος.
«Να το υποθέσεις, γιατί να μην το υποθέσεις; Τι έχει ζητήσει για να παραδοθεί;»
«Τίποτα. Μόνο να τελειώσει τη συνέντευξη που δίνει στη δημοσιογράφο...»
«Τη συνέντευξη ε;» επανέλαβα κι επί τόπου πλακώθηκα να γελάω. Τεράστιε Τρανζίστορ, μέχρι και το φόνο υπερπαραγωγή τον έκανες.
Ο μπάτσος με κοίταζε περιμένοντας να κόψω τις χαζομάρες.
«Λοιπόν πρόσεξέ με, επειδή μας βλέπω να ξημερώνουμε εδώ πέρα κι έχουμε και σπίτια... Ο άνθρωπος έχει σαλτάρει, κι αυτό το καταλαβαίνουμε όλοι. Εσύ τώρα, δεν έχεις τίποτα συμβόλαια με την ψυχοπάθεια οτι δηλαδή αυτός θα δώσει τη συνέντευξη και θα αποχωρήσει πανηγυρικά, μέσα στα φλας των παπαράτσι....»
Ψάχτηκε τριγύρω.
«Πλακώσανε κιόλας;» τρόμαξε.
«Ε, όπου να ναι... Από έκτακτο δελτίο το έμαθα, απορώ κιόλας γιατί δεν έχουν έρθει».
«Και τι προτείνεις;»
Ο ενικός του με φόβισε.
«Να μπω μέσα, να κοιτάξω μπας και τον συνεφέρω. Αν τρελαθεί και με φάει λάχανο δεν θα στεναχωρηθεί το φιλοθεάμον κοινό. Μικρό το ρίσκο που θα πάρεις, άσε που μπορείς να πεις οτι ήμουνα μέσα εξ αρχής αλλά δεν το είχαν μάθει τα κανάλια –έχω άδικο;»
Το σκέφτηκε.
«Ένας λογικός άνθρωπος θα μας ήταν χρήσιμος...» μουρμούρισε.
«Καλά –επειδή λογικό δεν θα βρεις, βολέψου με μένα», είπα εγώ.
«Κι εσύ δηλαδή γιατί το κάνεις; Τι θα κερδίσεις;» με ρώτησε.
Σηκώθηκα και τον έκοψα από πιτυρίδα μέχρι λουστρίνι.
«Αστυνόμε, είχατε ποτέ φίλους;»
Ξαφνιάστηκε.
«Τι ερώτηση είναι αυτή;»
«Ρωτάω αν είχατε ποτέ κολλητούς...»
«Εεε...»
«Αν είχατε και θυμάστε πως πάνε αυτά τα ζητήματα, τότε γνωρίζετε ήδη την απάντηση στην ερώτηση που μου κάνατε».
Χαμογέλασα έτοιμος να σκάσω σαν το γουρούνι του Αρκά όταν αμόλησε κουλτουριάρικη εξυπνάδα.

Του έδωσα στίγμα τηλεφωνικώς και μετά με ντύσανε κολομπίνα τα μπατσάκια, τουτέστιν μου φερμάρανε έναν πομπό στο φανελάκι και με ξαμολήσανε. Βγήκα από το αυτοκινούμενο με πολύ ύφος –Μονομαχία στο Ηλιοβασίλεμα και βάλε. Μόνο που ο ήλιος έκαιγε σαν πουτάνα με κονδυλώματα, μισόκλεισα τα μάτια να βλέπω καλύτερα, κλώτσησα κι ένα τενεκεδάκι μπύρας να το παίξω άνετος (να με πάρουν χαμπάρι και οι ελεύθεροι σκοπευταί –μη με δει κανένας άξαφνα και μου την ανάψει), η πόρτα του κήπου ήτανε τέντα ανοιχτή, μπήκα. Ο κήπος γεμάτος μπάτσους-σκουληκαντέρες, έφτασα στην εξώπορτα –τι κάνουνε τώρα; Χτυπάνε κουδούνι; Έμεινα με το χέρι στον αέρα γιατί η εξώπορτα άνοιξε, ένας κομάντο – κατάσταση: με το μαχαίρι στα δόντια -μου έκανε νόημα να προχωρήσω ησύχως. Ανέβηκα τα σκαλοπάτια, τίγκα στους κομάντο κι αυτά. Έφτασα στον όροφο του σπιτιού, οι καργιόληδες κάνανε μπραφ για να μην τους πάρει χαμπάρι ο Τρανζίστορ, έμεινα μόνος μέσα στην πολυκοσμία.

Άναψα τσιγάρο.

Βρώμαγε στο διάδρομο, σκουριά και αμμωνία, γέμισε το στόμα μου σάλια και γάμησα το τσιγάρο. Τα πηγαίναμε πάντα μια χαρά με τον Τρανζίστορα, συνεννοούμασταν –μπάσο, ντραμς –καταλαβαίνεις... Τον έβλεπα όταν παίζαμε στις συναυλίες, ο ντράμερ έχει θέα-θάλασσα μόνο που πέφτει μονίμως σε συννεφιές, πάει να πει, πίσω από το σετ τους βλέπεις όλους μια χαρά αλλά την περισσότερη ώρα σου δείχνουν τους κώλους τους. Τέλος πάντων, ο Τρανζίστορ μονίμως αλαφιαζόταν για να μη χαθεί στις μουσικές, ήτανε αυτές οι φορές που γύρναγε πλάι, έβλεπα την αριστερή πλευρά του να εξαϋλώνεται, σα στήλη καπνού γινότανε ο πούστης κι έλεγα, τώρα να δεις που θα τον παρασύρει κάνα ρεύμα και θα μείνουμε με το μπάσο αμανάτι κι όσο να το πω τιναζόταν ο Τρανζίστορ, έσφιγγε, δενόταν ξανά το κορμί με τα κόκαλά του και κοίταζε τριγύρω –πρώτα τον Πίβοτ μπας και χρειαζόταν στήριξη, μετά τον Γιωργάκη με αγωνία σα να μην πίστευε οτι θα τραγουδούσε για πολύ ακόμα, σα να τον περίμενε πότε θα πέσει λιπόθυμος, στο τέλος γύριζε σε μένα και μου ‘κλεινε το μάτι –γερά ρε Μέταλλο; Γερά Τρανζίστορ, ούτε τον άκουγα ούτε μ΄ άκουγε αλλά καταλαβαινόμασταν. Άμα πεις οτι το συγκρότημα είχε χίλιες ώρες πρόβας εγώ με τον Τρανζίστορ είχαμε χίλιες πεντακόσιες –ήμασταν το κυρίως σώμα, μπορεί ο Γιωργάκης να ήταν η μούρη, μπορεί ο Πίβοτ να ήταν τα χέρια, αλλά το σώμα ήμασταν εμείς. Κι εμείς φτιάχναμε τη μουσική, οι άλλοι τη γράφανε –εμείς τη φτιάχναμε. Μόνο τότε που χαράμισε την Έλλη, τι κοριτσάκι κι αυτό –κανονικό τεχνικολόρ στην αχρωματοψία μας –και η πρώτη γκόμενα που ήρθε στο συγκρότημα... Τη χαράμισε ο μαλάκας για ν΄ αποδείξει τι –δεν κατάλαβα. Είχαμε βλέπεις την καργιόλα τη μουσική να μας τραβάει από τ΄ αρχίδια κι έτσι χάσαμε τ΄ αρχίδια μας. Κόντρες, ψωλομέτρηση ταλέντου -εγώ θα φτιάξω κάτι που δεν μπορείς να παίξεις, εσύ ότι κι αν κάνεις θα το έχω πρώτος σκεφτεί, τα τραγούδια μου είναι τόσο φοβερά που σας έχω για μπάντα συνοδείας άμα λάχει και –δεν αντέχω τόσο απλοϊκές μελωδίες, ξεβράκωτο το κομμάτι, θα μας περάσει ο κόσμος για τσουρούκια –γιατί, τι ήμαστε ρε πούστηδες; Ανάπηροι με χρυσαφένια δάχτυλα αυτό ήμαστε και πες μου εσύ τι είναι πιο άβολο, η αναπηρία που τη μεγεθύναμε, την κάναμε στυλάκι και τη φτύσαμε στον κόσμο ή τα χρυσαφένια δάχτυλα που δε λυγάνε σπιθαμή τα πούστικα...

Ώρα τώρα κάπνιζα το φίλτρο, παπούτσωσε το στόμα μου.

Δεν έλεγε να καθυστερήσω περισσότερο, τα κομάντα προβάλανε τα κεφαλάκια τους πάνω απ΄ την κουπαστή της σκάλας όλο ανυπομονησία, τρόμαξα μην ανέβουν και με τσουβαλιάσουν τόση ώρα που καθόμουν διστακτικός έξω από την πόρτα.

Έφυγα λοιπόν σφαίρα, παραλίγο να κοπανήσω την κεφάλα μου –τελευταία στιγμή το ΄σωσα και χτύπησα απλώς το κουδούνι. Αντήχησαν τότε οι καμπάνες του Αγίου Σουλπίκιου, ο διάδρομος ζωντάνεψε σα στομάχι φιδιού, οι τοίχοι αναδεύτηκαν θέλοντας να με χωνέψουν.

Αγριεύτηκα για τα καλά.

Κι ο πούστης αργούσε ν΄ανοίξει την πόρτα –τι σκατά περίμενε δηλαδή; Να γίνω αλοιφή για κάλους; Φοβόμουν να φύγω και χεζόμουν να μείνω –λούστηκα στον ιδρώτα όταν οι μεντεσέδες της πόρτας έτριξαν αλάδωτοι.

Στο άνοιγμά της τον είδα.

Τετάρτη, Ιούλιος 06, 2011

"Κορίτσια με πολύ υγρά μάτια και μετρημένες κινήσεις"

Το να γνωρίζεις μυθικά άτομα έχει και τα πλεονεκτήματά του, ας πούμε μπορεί να πέσει στα χέρια σου μια συνέντευξή τους -σαν αυτή που ακολουθεί. Όπου η Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου, μιλάει στο περιοδικό Φιλμ Νουάρ (πρόκειται για τη συνέχεια του Εξώστη). Το αρχικό κείμενο της συνέντευξης περιλάμβανε παρεμβολές από παλιότερες συνεντεύξεις του Νίκου Νικολαϊδη τις οποίες κράτησα (με έντονα γράμματα) καθότι, σαν κωλόφαρδος, δεν έχω περιορισμό χώρου στο μπλογκ μου. Έτσι λοιπόν φιλαράκο, σήμερα θα διαβάσεις τη συνέντευξη μιας γυναίκας "με προδιαγραφές θανάτου" -ποιος τη χάρη σου!


Στο πρώτο μόλις τεύχος του, ιστορικού πια, εξώστη [Παρασκευή και 13/11/1987] ο εμπνευστής και εκδότης Τάσος Μιχαηλίδης είχε αναφερθεί στην Πρωινή Περίπολο του Νίκου Νικολαΐδη, καλωσορίζοντας τον δημιουργό της ως "ένα από τα κρυφά χαρτιά της ελληνικής κινηματογραφίας" και την ταινία ως "δημιουργία ενός φιλμ που μπορεί άνετα να φιλοξενηθεί στις κινηματογραφικές αίθουσες του εξωτερικού". Τι πιο φυσικό λοιπόν, στο παρθενικό τεύχος του επιγονικού Φιλμ Νουάρ, να ζητήσουμε από την σύντροφο της ζωής και της τέχνης του Νίκου Νικολαΐδη, την κυρία Μαρί-Λουίζ Βαρθολομαίου, να μας μιλήσει για τον Νίκο και το κινηματογραφικό του σύμπαν.

«Μπορεί να φανεί λίγο υπερφίαλο αυτό που λέω, αλλά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ζούσα σινεμά και μυθιστόρημα. Ποτέ δεν περπάτησα σε δρόμους που υπήρχαν. Ήμουν παραδίπλα και έπαιρνα τους δικούς μου. Έτσι πέρασα.»


Πώς ξεκίνησε η γνωριμία σας με τον Νίκο;
Τον πρωτοείδα το καλοκαίρι του '66, μόλις είχα τελειώσει το σχολείο, γνωριστήκαμε μέσω ενός κοινού φίλου, στο περίφημο Edelweiss στη Κηφισιά. Ήταν 27 χρονών, σούπερ γοητευτικός κι’ οργισμένος -«συγγραφέας», μου συστήθηκε. Ήταν τόσο ωραίος και ξεχωριστός, εγώ τόσο ανασφαλής και ντροπαλή που γίναμε φιλαράκια σε στυλ Καζαμπλάνκα: "Νίκο, νομίζω ότι αυτό είναι η αρχή μιας υπέροχης φιλίας" και άρχισα να τον τροφοδοτώ με γκομενίτσες-φίλες μου μέχρι που τον ερωτεύθηκα το 1970...

«Είναι γνωστό ότι οι ταινίες μου και τα βιβλία μου είναι όχι προεκτάσεις της ζωής μου, αλλά αναπαραγωγές της. Γενικά, “τα κουρέλια” και κολυμπάνε και τραγουδάνε. Ακόμα!»

Πώς έγινε η πρώτη ταινία σας;
Την πρώτη ταινία, την Ευριδίκη ΒΑ 2Ο37, την κάναμε [το 1975] με 150.000 δρχ. που είχαμε μαζέψει και με την βοήθεια του Πανουσόπουλου όταν βρήκε την Βέρα την Τσέχοβα που μπήκε συμπαραγωγός με την αμοιβή και τα ταξίδια της... Ήταν η πρώτη "οικογενειακή" μας ταινία.

«Ταινίες γίνονται μόνο οι έμμονες ιδέες κι αυτά που χάθηκαν και θα θέλαμε να τα ξαναζήσουμε. Δηλαδή τα δικά μας πράγματα.»

«Οταν έρχεται κάποιος κριτικός κινηματογράφου και σου λέει: «είσαι μεγάλος σκηνοθέτης, σε θαυμάζω, αλλά δεν μ’ αρέσουν τα θέματά σου», τότε καταλαβαίνεις ότι έχεις να κάνεις μ’ έναν ηλίθιο, γιατί μια σκηνοθεσία στήνεται πάνω σ’ ένα θέμα και σε μία θέση.»



Τι αντιπροσωπεύει η Βέρα στο έργο του Νίκου; Είναι κάτι άπιαστο; Έχει λογοτεχνικές αναφορές;
ΒΕΡΑ – ΜΟΛΛΥ – ΛΑΟΥΡΑ...
Νομίζω πως η Βέρα είναι μια νοσταλγία, οι αγνοί απραγματοποίητοι έρωτες της εφηβείας του, οι ώριμες αγάπες που ζούσαν στα όνειρά του... Αν θέλεις, η Βέρα είναι ο έρωτας που δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί για να μην εκφυλιστεί, η αντίδραση του μοναχικού ανθρώπου στην απαίτηση της κοινωνίας να παραδώσει τα όνειρά του «Κορίτσια με πολύ υγρά μάτια και μετρημένες κινήσεις.»
Βέρα είναι τ’ όνομα μιας ηλικίας – που λέει κι η Όλυα στα Κουρέλια – όμως για μένα είναι και όλες οι γυναίκες που αγάπησε -απ’ την μητέρα του, την κόρη του κι’ όλες τις αγαπημένες υπάρξεις που τον κάνανε να νοιώσει έρωτα, γοητεία, δημιουργία, που του προσφέρανε λατρεία, καλωσύνη, δύναμη κι’ αποδοχή... του δείξανε εμπιστοσύνη, τον θαυμάσανε τον πιστέψανε και τον αγαπήσανε άνευ όρων.
Τυχερές οι γυναίκες που αγαπήθηκαν και αγάπησαν τον Νίκο, όποιο ρόλο κι αν είχαν δίπλα του γιατί νομίζω ότι δεν υπήρξε άντρας που να αγάπησε, να θαύμασε και να τους προσέφερε τον πιο σπουδαίο ρόλο στη ζωή τους -νάναι φίλος και σύντροφός τους...

«Για μένα η γυναίκα είναι θεϊκό και ταυτόχρονα καταστροφικό πλάσμα. Ενα μωρό βαμπίρ. Για τους περισσότερους ίσως είναι ένα όν στην αλυσίδα της παραγωγής. Οι γυναίκες που ξέρω εγώ είναι δαιμονικά πλάσματα. Έχουν δικαίωμα για τα πάντα. Και μ’ αρέσουν έτσι, έστω κι αν με κολλάνε στον τοίχο.»

Πώς συνδέεται η Θεσσαλονίκη με τον Οργισμένο Βαλκάνιο; Πότε έζησε ο Νίκος εκεί και πώς εμπνεύστηκε αυτό το μυθιστόρημα; Είχε ταξιδέψει και στα υπόλοιπα Βαλκάνια;
Στη Θεσ/κη έζησε με την δεύτερη γυναίκα του, γύρω στο 1970 όπου άρχισε να γράφει τον Οργισμένο Βαλκάνιο. Δεν ξέρω πώς εμπνεύστηκε τον Φάνη και την Τερέζα, αλλά όπως έχει δηλώσει κι ο ίδιος, όλα του τα μυθιστορήματα ήταν αυτοβιογραφικά, οπότε κι αυτό κάτι δικό του είχε, κάτι από την εποχή του Γκριν Παρκ. Τελείωσε τον Βαλκάνιο, το 1973 περίπου, με την τρίτη γυναίκα του!
Πολύ νέος στα 23 του μ’ έναν φίλο, τον Θεοδόση, είχαν οδηγήσει μέσα απ’ την Γιουγκοσλαβία, είχαν μείνει από λάστιχο μεσ’ τα χιόνια και μας διηγόταν την ταλαιπωρία τους –έπεφτε πολύ γέλιο. Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν είχε άλλες «Βαλκανικές» εμπειρίες!

«Το μυθιστόρημα είναι πιο άγριο. Ο Οργισμένος Βαλκάνιος μου πήρε τέσσερα χρόνια. Το ίδιο έγινε και με τα Γουρούνια στον άνεμο. Συνήθως γράφω όταν είμαι πολύ στριμωγμένος και σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Όμως το γράψιμο ενός σεναρίου είναι γενικά πολύ πιο εύκολη δουλειά.» «Ο Οργισμένος Βαλκάνιος είναι αυτοβιογραφικό κείμενο. Είμαι από τους ανθρώπους που δεν μπορούν να εφεύρουν, να φτιάξουν παραμύθια. Δεν είμαι παραμυθάς. Ό,τι έχω γράψει, ακόμα και τα πιο σκοτεινά μου κείμενα, όπως είναι η Ευρυδίκη και η Πρωινή Περίπολος, είναι πράγματα που σκάνε από μέσα μου.»

Υπάρχει σχέση αγάπης ή μίσους με την πόλη μας και το Φεστιβάλ της; Πώς αισθάνεσθε όταν έρχεστε εδώ; Υπάρχει προοπτική να δούμε κι εδώ το αφιέρωμα της Ταινιοθήκης στον Νίκο;
Με την πόλη σας αναπτύχθηκε μάλλον μια παθιασμένη σχέση. Την αγαπούσαμε πολύ με το Νίκο, κι εγώ εξακολουθώ να πιστεύω ότι είναι πολύ πιο ατμοσφαιρική από την Αθήνα και πιο ανθρώπινη. Έχω υπέροχες αναμνήσεις από το Φεστιβάλ, παρ’ όλο το τσάκισμα που του κάνανε επανειλημένα με τις ταινίες του -βέβαια έπεφτε πολύ γέλιο, πολύ κανιβάλισμα, υπήρχε κι ο τρομερός εξώστης – που λέγανε ότι τον ήλεγχε ο Νικολαίδης – οι γνήσιοι θεατές και τα όμορφα κορίτσια, όλα αυτά δίναν άλλη διάσταση εκείνα τα χρόνια. Τα τελευταία χρόνια το Φεστιβάλ ήταν άχρωμο, άοσμο και μίζερο. Εμείς την κοπανάγαμε, πριν καν ανακοινωθούν τα βραβεία, όλο αυτό το πανηγύρι είχε καταντήσει θλιβερό -παρ’ όλα αυτά φεύγαμε παραμένοντας ερωτευμένοι.
Τώρα όταν έρχομαι, μ’ αρέσει να περπατώ μόνη στους δρόμους και να κρατάω για μένα μόνο, τις αναμνήσεις μας. Όσο κι αν αυτό είναι κάπως στενάχωρο, χαίρομαι κιόλας όταν συνειδητοποιώ ότι εκεί έξω υπάρχουν νέα παιδιά που περιμένουν να τον γνωρίσουν ή να τον αναγνωρίσουν. Νέοι, που διψάνε να μάθουνε μέσα απ’ το έργο του, να αντιληφθούν, να διεκδικήσουν, να οριοθετήσουν τις διαδρομές τους, «να περπατήσουν σωστά τον λάθος δρόμο», όπως έλεγε κι εκείνος. Γι αυτό και τον Οκτώβρη θα μεταφερθεί το αφιέρωμα της Ταινιοθήκης στη πόλη σας και νοιώθω πολύ όμορφα που θα βρεθώ ξανά εκεί.

«Τα φεστιβάλ είναι μία εβαπορέ έκθεση της στέρησης, της στενομυαλιάς, της υποκρισίας και της αντίδρασης του ευρωπαϊκού πνεύματος»

«Δεν με απασχόλησε ποτέ αν έχω αδικηθεί ή αν δεν έχω αδικηθεί. Μπορώ να πω ότι το έργο μου δεν ήταν επιδεκτικό εκδίκησης και αδικίας. Και να θέλανε να το αδικήσουν δε γινόταν. Αυτά που ήθελα να γίνουν γίνανε.»


Το Zero Years [2005] έχει προβληθεί στις αίθουσες; Είχε διανομή; Γιατί πικραθήκατε μετά από την παρουσίασή της στο Φεστιβάλ;
Το Zero Years είχε κάνει πρεμιέρα στον Μικρόκοσμο, πήγε πολύ καλά και εκεί θα παιζόταν για μια βδομάδα. Όμως για κάποιον άγνωστο λόγο, δεν τήρησαν τη δέσμευσή τους και δεν την παίξανε. Παίχτηκε λοιπόν σε κάποιον άλλο κιν/φο που βρέθηκε τελευταία στιγμή και βέβαια δεν ακούστηκε, ο κόσμος δεν πήγε να τη δει κι έκανε πολύ λίγα εισιτήρια. Μπορεί κιόλας κάποιοι να μην ήταν έτοιμοι να δεχτούνε μια τόσο «πάρτα στα μούτρα» (αγγλιστί on your face) ταινία όπου περιγραφόταν η σύγχρονη αντεστραμμένη καταστολή, «σ’ έφεραν στο σημείο να τους παρακολουθείς εσύ και όχι αυτοί εσένα -αυτή είναι η παγίδα τους!!», έλεγε η ηρωίδα της ταινίας κι αυτό φαίνεται οτι έπεσε σε κάποιους βαρύ. Φρόντισαν λοιπόν να θάψουν την ταινία με μυξοπαρθενίστικες κριτικές του στυλ «πολύ αίμα, ούρα, εμετός –σιχαμένα πράγματα» ενώ ταυτόχρονα αποθέωναν την κάθε εισαγόμενη σπλατεριά, όπου ο διαμελισμός κομπάρσων πήγαινε σύννεφο... Όμως σήμερα ζουν αυτή την καινούργια καταστολή, αντιμετωπίζουν το πρόβλημα κι έτσι κατανοούν πιο άμεσα την ταινία. Στο αφιέρωμα, πολλοί πιτσιρικάδες έπαθαν πλάκα με το Zero Years και επιτέλους γνωρίσανε και τον άλλο Νικολαίδη, της Ευριδίκης, της Περιπόλου, του Singapore Sling και του Zero Years -όχι μόνο Συμμορία και Κουρέλια...
Ό,τι έχει πει ο Νίκος σ΄αυτές τις ταινίες του το βρίσκουμε μπροστά μας... Πόσα ήξερε... πόσο διαισθανόταν... Τώρα λοιπόν που όλες οι ταινίες του Ν.Ν. θα παίζονται σε αφιερώματα και θα πωλούνται τα DVD που φτιάξαμε σε HD όποιος θέλει να τις δει, θα βρίσκει πολύ πιο εύκολα τον τρόπο. Καιρός δεν ήταν;

«Πολλοί που κάνουνε τους κριτικούς αυτοερμηνεύονται. Ερμηνεύουν τις ταινίες μου σαν μέσο για μία αυτοκάθαρση ή μια αυτογνωσία ή οτιδήποτε άλλο. Αυτό δεν μπορώ να τους το στερήσω. Αλλά εγώ γράφω περισσότερο από καρδιά παρά από μυαλό.»

«Το έργο μου έχει χτυπηθεί αλύπητα. Όσον αφορά τους κριτικούς, θα αναφέρω αυτό που διάβασα κάπου: «Όλοι οι άνθρωποι έχουν δύο επαγγέλματα. Το ένα το κάνουν για να ζήσουν, ενώ το άλλο είναι κριτικός κινηματογράφου.»

Ουδέν κακόν αμιγές καλού! Μιλήστε μας για το τελευταίο μυθιστόρημα Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα [2007]. Έχετε πάει στην πλούσια ακτή της Κόστα Ρίκα; Εντυπώσεις; Πώς είναι το τοπικό φεστιβάλ;
Η στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα γράφτηκε σε έντεκα μήνες, βιαζόταν να το τελειώσει, σαν νάξερε... Γελούσε πολύ όταν έγραφε, το διασκέδαζε, ήταν τόσο δικό του πράγμα -σαν νάκανε ένα ταξίδι στα νεανικά κι εφηβικά του χρόνια, σαν νάθελε να κλείσει ο κύκλος -και τα κατάφερε. Μάλιστα η Στεκιά θάπρεπε να προηγείται από τα Γουρούνια στον Άνεμο. Είχε δύο διαφορετικά φινάλε, συμφωνήσαμε σ’ αυτό που κυκλοφόρησε. Μέσω μιας φίλης γνώρισε τον εκδότη της Greekworks και δώσανε τα χέρια - θεώρησα υποχρέωσή μου να προχωρήσω μ’ αυτόν. Νομίζω κιόλας οτι η Στεκιά ήταν κάτι που χρώσταγε στους «δικούς του, εκεί έξω», ήταν ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Παραδεχόταν πως «βέβαια, υπήρξε μία εποχή που στ’ αλήθεια ένιωθα ότι υπάρχει ένα νήμα ανάμεσα σε μένα και σε κάποιους ανθρώπους εκεί έξω και αυτό κάπως με στήριζε. Από τότε, όμως, έχουν συμβεί πολλά. Μεταξύ άλλων, αποχώρησα και τους άφησα λιγάκι ξεκρέμαστους.» Η Στεκιά ήταν το βιβλίο που χρώσταγε σε αυτούς.

Στην Κόστα Ρίκα βρέθηκα τυχαία, αλλού ήθελα να πάω. Όταν έμαθα όμως ότι υπάρχει ένα ψαροχώρι που λέγεται «Μοντεζούμα» - όχι ότι ο Νίκος αναφερόταν σ’ αυτό – ήθελα να το επισκεφθώ. Έτσι βρέθηκα σ’ ένα παραδεισένιο κράτος που σέβεται τη φύση, τα ζώα και τον άνθρωπο. Πρώτη φορά ένοιωσα αυτή την υπέροχη θετική ενέργεια που εκπέμπεται από παντού. Εκεί, παρ’ όλη τη φτώχεια τους, ακόμα ελπίζουν κι ονειρεύονται. Δεν έχουν στρατό, ούτε όπλα και όλα τα λεφτά τους να δίνουν στην Παιδεία και Ιατρική -επίσης έχουν γυναίκα Πρόεδρο της χώρας! Η Μοντεζούμα είναι ένα χίππικο ψαροχώρι ξεχασμένο στα σέβεντις που μου θύμησε τα νεανικά μου χρόνια και θέλω να πηγαίνω ξανά και ξανά... Τοπικό φεστιβάλ δεν ξέρω αν έχει, αλλά θα μπορούσα να κάνω ένα αφιέρωμα στον Ν.Ν. εκεί!

«Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος είχε πει μία καλή κουβέντα. Ότι «αυτός ο Νικολαΐδης πολύ καλός σκηνοθέτης, βρε παιδί μου, αλλά όλο την ίδια ταινία γυρίζει»! Όλο την ίδια ταινία γυρίζω. Μία ταινία είναι όλη κι όλη και την αγαπάω από πάνω μέχρι κάτω.»

«Με απωθεί το γεγονός ότι για να προλάβω αυτή την εποχή που αναπτύσσεται ανόητα και άναρχα πρέπει να κάνω κι εγώ τεράστια, το ίδιο άναρχα, βήματα... Από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν όλοι μία μεγάλη αλήθεια: η ζωή μας αξίζει πέντε δραχμές και κάθε στιγμή μπορούν να μας την πάρουν. Όταν αυτό γίνει συνείδηση, τότε όλες οι αξίες που μπήκαν στα καδράκια της γιαγιάς θα ξαναπάρουν τη θέση τους. Ο έρωτας και η αντρική φιλία, η συντροφικότητα... Κάθε άτομο που βλέπω να έρχεται από τη γωνία το υπολογίζω σαν υποψήφιο δολοφόνο. Γιατί έτσι είναι. Αν όλα αυτά γίνουν συνείδηση, τότε είναι σίγουρο ότι θα ξαναβρεθούμε πάλι.»

Πώς εξηγείτε την "απόσταση" των Τυμβωρύχων [συλλογή διηγημάτων, 1964] από τα υπόλοιπα βιβλία-μυθιστορήματα του Νίκου [Ο οργισμένος Βαλκάνιος (1977), Γουρούνια στον Άνεμο (1992) και Μοντεζούμα (2007)]; Είναι δυνάμει σενάρια ή λογοτεχνικά έργα;
Ήταν πολύ νέος όταν έγραψε τους Τυμβωρύχους, φαντάζομαι οτι κάπως έτσι αρχίζουν όλοι. Στις ιστορίες του συγκεκριμένου βιβλίου έγδερνε τις Οργουελιανές του επιρροές για να βυθιστεί στην κόλαση που άφησε πίσω του ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος –είναι ένα τρυφερά ανατριχιαστικό βιβλίο. Και βέβαια, η «απόσταση» μεταξύ Τυμβωρύχων και Βαλκάνιου είναι καλυμμένη από δυο νουβέλλες – ο Συμεών και ο Ιούλιος στον Άδη - που είχα διαβάσει ήδη το ‘66 αλλά ποτέ δεν εκδόθηκαν.
Έμαθα πρόσφατα από τον φίλο και μοντέρ του Lacrimae Rerum –Σπύρο Ανακτορίδη- ότι το σενάριο της Συμμορίας του το είχε διηγηθεί, τότε στα γυρίσματα της ταινίας, στην Ύδρα, το 1962!
Ο Βαλκάνιος έκανε να γραφτεί τέσσερα χρόνια και τα Γουρούνια άλλα πέντε -στο μεταξύ έγραφε σενάρια που άλλα πουληθήκαν – πιο παλιά - κι άλλα έμειναν στο συρτάρι. Το Singapore Sling ήταν το σενάριο που ήθελε να γυρίσει μετά την Ευριδίκη. Προσπαθούσαμε να βρούμε ηθοποιούς... αλλά δεν είχα βρει τους ανθρώπους που θα μπαίνανε σε μια τέτοια αυτοέκθεση που χρειαζόταν για να γυριστεί σωστά ή ταινία.
Έκανε 15 χρόνια να πραγματοποιηθεί... Ένδιάμεσα έκανε διαφημιστικά, ταινίες, τηλεταινία, θεατρικό, πάλι ταινίες, κι άλλα σενάρια που δεν έγιναν ποτέ λόγω μπάτζετ. Τα μυθιστορήματά του δεν είναι σενάρια, είναι γνήσια λογοτεχνία, απλά έχουν κινηματογραφική ματιά, γιατί ο Νίκος έτσι τάβλεπε όλα, μέσα απ’ το φακό της μηχανής, πίσω απ’ τη μηχανή. Κι αυτή η κινηματογραφική ματιά (ας το ξεκαθαρίσουμε επειδή πλέον οι όροι έχουν πολύ μπερδευτεί) σημαίνει οτι στα βιβλία του βλέπεις, στην κυριολεξία, το κάδρο που έχει στήσει και τους χαρακτήρες που έχει ζωγραφίσει μέσα του. Επειδή μάλιστα μιλάμε για λογοτεχνία το συναίσθημα είναι πιο δυνατό και δεν αφορά μόνο την όραση –μυρίζεις, αισθάνεσαι, νιώθεις –συμμετέχεις στο ταξίδι του ήρωα.

«Τις ταινίες που ονειρευόμουνα δεν τις έκανα. Δεν μπορούσα, δεν είχα τον τρόπο και τα μέσα. Ετσι λοιπόν αποφάσισα από πολύ νωρίς ότι θα κάνω ένα είδος σπουδής πάνω στις ταινίες που θα ήθελα να φτιάξω. Γι αυτό δεν θεωρώ ότι έχω κάνει ολοκληρωμένες δουλειές. Αντίθετα τα βιβλία μου, τον Οργισμένο Βαλκάνιο και τα Γουρούνια στον Άνεμο, τα θεωρώ ολοκληρωμένα.»

"Εγώ έχω ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα μέσα στο συρτάρι μου. Τι θα γίνει; Θα εκραγεί και θα βγει μόνο του έξω; Θα περπατήσει και θα πάει να χτυπήσει την πόρτα του εκδότη; Δεν γίνεται."

«Ζω το σινεμά 24 ώρες το 24ωρο. Και όταν η ταινία της ζωής μου δεν είναι καλή, αλλάζω ζωή. Δεν χρειάζεται όλα αυτά να τα αποτυπώνω πάντα σε φιλμ.»


"Κάποια στιγμή θέλω να βγάλω «Το έργο που δεν έγινε...»"


Η κυκλοφορία του Box-Set με τον κινηματογραφικό κόσμο του Νίκου είναι το τελευταίο βήμα; Υπάρχει στα σκαριά κι ένα ντοκιμαντέρ; Πότε ντεμπουτάρει στις αίθουσες; [με τίτλο Directing Hell]
Δεν ξέρω ακριβώς, ίσως πάει στο Φεστιβάλ Ντοκυμαντέρ, ίσως κάνει Πρεμιέρα κάπου αλλού.
Επίσης οι εκδόσεις Αthens Voice θέλουν να βγάλουν τα οκτώ σενάρια από τις ταινίες του, είναι το επόμενο πρότζεκτ...

«Την εποχή που ήθελα να βάλω βόμβες, δεν υπήρχε καμμιά οργάνωση να με δεχτεί. Λοιπόν τις βόμβες τις έριξα με το Σίνγκαπουρ Σλίνγκ, που έφερε τα πάνω κάτω, την Περίπολο και τη Συμμορία. Και αυτές δεν ήταν ταινίες του καναπέ.»

Ποια είναι η Marni Films; Που οφείλεται το όνομά της; Πώς συμβάλλει σ' αυτό;
Το Marni όντως βγήκε από τα αρχικά των ονομάτων μας. Ήταν η πρώτη εταιρία που φτάξαμε παρέα κι παρέμεινε μέχρι το τέλος.

«Στην περίοδο που ζούμε ο καθένας πρέπει να εντάξει τον προσωπικό του εφιάλτη σ’ έναν συλλογικό εφιάλτη και ν’ αρχίσει να επεξεργάζεται μόνο αυτόν. Εγώ και η κόλασή μου πρέπει να κάνουμε πίσω.»

Τι είναι ο Νίκος για την Μαρί-Λουίζ;
Χρειάζεται να πω τι ήταν ο Νίκος για μένα; Καθόρισε όλη μου τη ζωή και την ύπαρξη, ήταν ο μέντοράς μου, ο σύντροφος και φίλος μου, ο άντρας κι εραστής μου, η έμπνευση κι η δημιουργικότητά μου, η υποστήριξη κι η ψυχανάλυσή μου, τα όνειρα κι οι εφιάλτες μου, το σύμπαν και το χάος μου -ο μεγάλος και μοναδικός μου έρωτας -τελικά κατά κάποιο περίεργο τρόπο, νοιώθω ότι είμαι το δημιούργημά του... Όπως δίδασκε τους ηθοποιούς του για τον ρόλο, έτσι δίδαξε κι εμένα να μάθω να ζω χωρίς εκείνον.


Τι είναι η Μαρί-Λουίζ για τον Νίκο;
Καλοκαίρι του ’70... Ν«...κι αν γίνουμε απαραίτητοι ο ένας στον άλλον;»


«Οι νεκροί υπάρχουν ανάμεσά μας, η πόρτα με το «Άλλο» είναι πάντα ανοιχτή. Αυτό που με απασχολεί είναι η αγάπη, ότι αυτοί οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν μαζί ... Οι νεκροί πεθαίνουν άμα τους ξεχάσουμε, όμως τι είναι πέρα από εκεί; Εκεί αν αγαπάμε θα πάμε μαζί...»

Παρασκευή, Ιούλιος 01, 2011

9. Ένα μάτσο μουσικόφιλες ψωλίτσες

Προηγούμενα:
1. Μπάσκετ με τα φαντάσματα

2. Οι εφιάλτες ξεκινάνε ονειρικά
3. Μαλιμπού Μπιτς
4. Τυφλοπόντικες στον παράδεισο των ερπετών
5. "Χασάν ι Σαμπά"
6. Φλάουερ Στούντιος
7. Κριστίν
8. Ψόφιες τουλίπες και τουμπαρισμένοι χρυσοκάνθαροι

Τον βλέπω, σέρνεται σα σκουλήκι η δεξιά του πλευρά ακουμπάει στα κάγκελα της αυλής. Κρατάει ένα μακρύκανο, η θέα του όπλου με αγριεύει. Σκέφτομαι οτι θα πάρει θέση για να με βάλει στο στόχαστρο, να με περιμένει ο πούστης αν τύχει και ξεμυτίσω. Τότε ακριβώς διαλέγει εκείνη να έρθει κοντά –γίνομαι έξαλλος.
«Κάνε πίσω, στη θέση σου», φωνάζω.
Τρέμει αλλά μένει ακίνητη, αναγκάζομαι να τη σπρώξω. Είμαι έξαλλος.
Τη βουτάω λοιπόν από το μπράτσο, την πάω δίπλα στο παράθυρο.
«Βλέπεις;» τη ρωτάω.
Δε μιλάει.
«Βλέπεις;» ξαναρωτάω.
«Τι;»
«Τον πούστη με το όπλο».
Κοιτάζει, προσπαθεί τουλάχιστον.
«Μη βγαίνεις στο παράθυρο, μπορεί να σε περάσει για μένα και να στη μπουμπουνίσει», της λέω.
«Μα πώς...» απορεί.
Δεν έχει σημασία.
Σηκώνω το τηλέφωνο, ξέρω οτι πλέον δεν χρειάζεται να σχηματίσω κάποιο νούμερο. Περιμένω λίγο.
«Τι θέλεις;» ρωτάει η φωνή από την άλλη άκρη.
«Ο αστυνόμος Καραγιάννης...» υποθέτω.
«Ο ίδιος».
«Ήθελα να μάθω για τον καμπόη απέξω –τι ρόλο βαράει;»
«Ποιον;»
Έσφιξα το ακουστικό.
«Κοίτα –τι ένας, τι δύο –μάζεψέ τον γιατί θα του την ανάψω», μούγκρισα.
Μετά κοπάνησα το ακουστικό. Την πήρα είδηση οτι χάζευε τριγύρω το δωμάτιο.
«Ψάχνεις να βρεις το όπλο;» τη ρώτησα.
Τινάχτηκε –μέσα έπεσα.
«Λοιπόν θα σου εκμυστηρευτώ οτι τον Πίβοτ τον έφαγα με μαχαίρι, ήθελα να το νιώσω οτι του πήρα τη ζωή... Τέλος πάντων, το θέμα είναι πού βρίσκεται τώρα το μαχαίρι... Στην κοιλιά του Πίβοτ ή στην τσέπη μου;»
Κοίταξε φευγαλέα προς το παράθυρο.
«Σωστά», επικρότησα. «Πώς θα την ανάψω στο μαλάκα απέξω αν έχω μόνο ένα μαχαίρι...»
Πήγε να συμφωνήσει αλλά το μετάνιωσε.
«Στηρίζομαι στην αβεβαιότητα», της ψιθύρισα. «Επειδή ο μπασκίνας εκεί έξω δεν ξέρει αν έχω όπλο κι εδώ που τα λέμε... μπορεί να έχω, μπορεί στην τσέπη να κουβαλάω κανένα περίστροφο με το μύλο γεμάτο χρυσές σφαίρες –δεν μπορεί;»
Έξυσε το κεφάλι της.
«Τίποτα δεν είναι βέβαιο εκτός από το οτι τίποτα δεν είναι βέβαιο», της είπα. «Κι επειδή κανένας δεν θέλει μπελάδες θα φύγει ο μπασκίνας με κατεβασμένα αυτιά και εσύ θα ακούσεις το υπόλοιπο της ιστορίας. Έχω λάθος;»
Δε βρήκε τίποτα να προτάξει στα ατράνταχτα επιχειρήματά μου.

Και τίποτα δε βγήκε από τη συνάντησή μας –την επόμενη από τον αποχαιρετισμό του Γιωργάκη στους πάγκους του Μπιλ του Χοντρού. Ο Πίβοτ ήταν αμετάπειστος, έπρεπε να κυκλοφορήσουμε δίσκο με ότι είχαμε –και είχαμε πολλά. Σχεδόν έτοιμα, εντελώς έτοιμα, παντελώς ανέτοιμα –βέβαια το θέμα ήταν τι είχαμε γράψει με τη φωνή του Γιωργάκη.
«Πάνω από 10 κομμάτια», υποστήριζε ο Πίβοτ.
«Εκτός απ΄αυτά πού έχουν βγει;» απορούσε το Μέταλλο.
«Εκτός».
«Και πούντα;»
«Τα έχω μαζέψει».
«Να τ΄ακούσουμε και βλέπουμε».
«Τι να δούμε δηλαδή; Ο Γιωργάκης την έκανε κι ο κόσμος ψάχνει για τον καινούργιο Ίαν Κέρτις...»
«Εγώ πάντως ανέκαθεν προτιμούσα τον Τόνι Κέρτις...»
«Άσε μας ρε μαλάκα Τρανζίστορ. Έχουμε το υλικό στα χέρια μας και δεν θα το βγάλουμε;»
«Κατά πρώτον νομίζω οτι το υλικό είναι για τα μπάζα και κατά δεύτερον να σου υπενθυμίσω οτι ο Γιωργάκης πριν την κάνει από τον μάταιο τούτο κόσμο την είχε κάνει από το συγκρότημα...»
«Και τι μ΄αυτό;»
Τον κοιτάξαμε ανατριχιασμένοι –εγώ περισσότερο. Πού είχε πάει ο δικός μου ο Πίβοτ και ποιο ήταν αυτό το αρχίδι που πήρε τη θέση του;
«Διαφωνώ κι αποχωρώ», δήλωσε το Μέταλλο και έτσι ακριβώς έκανε.
Μείναμε οι δυο μας.
«Μαλάκα Τρανζίστορ, πες κάτι...» μου ζήτησε.
«Τι να σου πω –έχω φρικάρει...»
«Με την πιθανότητα να μη βγάλουμε τον δίσκο –έτσι;»
Έξυσα το κεφάλι μου, άναψα μια Καμήλα, δεν μπορεί –κάποιο χοντρό δούλεμα έπεφτε εδώ πέρα...
«Ρε Πίβοτ, επικοινωνείς με τον αφαλό σου; Δε φτάνει που καταστρέψαμε τον Γιωργάκη δηλαδή, θα πρέπει να τον πηδήξουμε και πεθαμένο;»
«Τον Γιωργάκη τον έφαγε η μαλακία του.. Δεν του είπε κανείς να κολλήσει με την πρέζα, άσε που από την αρχή δεν πάταγε καλά –μα, πες μου κι εσύ, ήταν στίχοι αυτοί που έγραφε;»
«Τι είχαν οι στίχοι του;»
«Πενήντα κιλά πηχτή παράνοια....»
Μ΄έπιασε τότε μια ζαλάδα, ένιωσα να σβήνουν τα φώτα της πλατείας, μέχρι και ποντίκια άκουσα να βγαίνουν από τις σχάρες των υπονόμων.
«Πρέπει να φύγω», ψέλλισα.
«Πού θα πας; Έχουμε δουλειά ακόμα...»
«Γι΄αυτό, για να έχουμε δουλειά....»
Με πρόλαβε στην πόρτα.
«Άκου κάτι. Εγώ το δίσκο θα τον βγάλω, αν θέλετε να είσαστε μαζί μου πάει καλά. Αλλιώς, στον πούτσο μου».
«Ναι ε;»
«Μα βρε μαλάκα –σκέψου...»
Αυτό φοβόμουν –το να σκεφτώ.

Εκείνο το βράδυ το πέρασα στο τηλέφωνο με το Μέταλλο, ξεκινήσαμε στις 10 και κλείσαμε κατά τις 5 το πρωί –μια γκόμενα με την οποία τραβιόμουν περιστασιακά με σχόλασε με συνοπτικές διαδικασίες στο πρώτο τρίωρο του τηλεφωνήματος. Θέλαμε να παίξουμε μουσική κι εγώ και το Μέταλλο, θέλαμε να συνεχίσουμε, το χρωστάγαμε αυτό –κι ας μην ξέραμε σε ποιον. Αλλά το Φάντασμα στη Μηχανή είχε πεθάνει (αλήθεια –πώς πεθαίνουν τα φαντάσματα;) κι έπρεπε να βρούμε κάτι διαφορετικό. Η προοπτική να ξανανέβουμε στη σκηνή χωρίς τον Γιωργάκη, ή με κάποιον άλλο να λέει στο μικρόφωνο «είμαστε το Φάντασμα στη Μηχανή, εσείς ποιοι μαλάκες είστε;» αυτή η προοπτική μάς έκοβε τα γόνατα.
«Έχω ένα παιδάκι πολύ γατόνι στο πιάνο, απόφοιτος του Νάκα...» πρότεινε σε κάποια στιγμή το Μέταλλο.
«Και τι μ΄αυτό; Ψάχνεις εκτελεστή για την Ενάτη;» απόρησα.
«Λέω μήπως βρισκόμασταν και τζαμάραμε...»
«Ποιοι;»
«Εγώ, εσύ, αυτός...»
«Εμείς, εσείς, αυτοί –μα τι λέμε τώρα....»
«Μουσική ρε φίλε, πώς το λέει κι ο Βασίλακης ο Τζαβάρας; Μιούζικ χαντς μάι λάιφ...»
«Αλήθεια –τι έγινε αυτή η ψυχή;»
«Κάτι περίεργα άκουσα, για ψυχεδελικά πειράματα σε ερημικές παραλίες...»
«Ο Βασιλάκης με άσιντ;»
«Όχι, μπα.... Για μουσική μιλάμε –λούπες, ντέφια, σιτάρ, τέτοιες φάσεις».
«Αυτό θα ήθελα να το δω».
«Καλά ναι –βρες τον και πάρτον. Από τότε που τα άκουσα φέρεται ως αγνοούμενος ο Τζαβάρας, πάνε δυο μήνες...».
«Τι λες ρε παιδί μου...»
«Όπως στα λέω...»
«Κρίμα. Γιατί τον λάτρευε ο Γιωργάκης όσο έπαιζε στους Αντι Τροπάου....»
«Θεός –τι να λέμε τώρα; Μαζί με τον Ντρεν κάνανε όργια....»
«Τέλος πάντων –λέω να κοιμηθώ λιγάκι».
«Κάντο –σε ενοχλώ;»
«Αφού μιλάμε ρε πούστη».
«Σωστά. Μιλάμε όμως;»
«Προσπαθούμε –ξέρω ΄γω;»
«Και πού καταλήγουμε; Ρωτάω επειδή όπου να’ναι θα μας την πέσουν οι κοκόροι...»
«Οι πάνκηδες;»
«Οι κανονικοί».
Βγήκε τότε μια μουγκαμάρα, αναμασήσαμε κάτι τυπικά και καταλήξαμε οτι δεν καταλήξαμε πουθενά –να τα ξαναπούμε την επομένη. Ποια ήταν όμως η επομένη –η μέρα που είχε ήδη ξημερώσει ή η επόμενη -ψάξε βρες και τρέχα ρώτα.

Το άλλο μεσημέρι μου τηλεφώνησε ο Χοντρός της δισκογραφικής, να περάσω από τα γραφεία τους, είχε ειδοποιήσει και τους υπόλοιπους.
«Όλους; Και τους τρεις;» ρώτησα.
«Όλους. Και τους δύο», απάντησε.
Έφτασα τελευταίος, το Μέταλλο ήδη είχε καθαρίσει δυο μπυρόνια κι ο Πίβοτ ενάμιση πακέτο Καμήλες που τις είχε μαντρώσει σ΄ένα ξέχειλο τασάκι να ξαποσταίνουν.
«Καλώς τον».
«Καλώς με».
Κάθισα. Είχε ξεκινήσει κάποια κουβέντα, δεν χρειάστηκα ειδική ενημέρωση για να πιάσω το κορδόνι της.
«Σε Αθήνα και επαρχία –τώρα παλεύουμε να κλείσουμε και τη Θεσσαλονίκη», έλεγε ο Κοντός.
«Αν έχουμε μια βδομάδα για πρόβες δεν θα υπάρξει πρόβλημα», απάντησε ο Πίβοτ.
«Παραπάνω θα έχετε –πρέπει να προλάβουμε να κυκλοφορήσουμε το δίσκο», είπε ο Χοντρός.
«Μιλάμε για περιοδεία του συγκροτήματος;» ρώτησα, έτσι για τη χαρά της συμμετοχής.
«Φυσικά», έκανε ο Χοντρός.
«Και ποιος σας είπε οτι θέλουμε να παίξουμε;» απόρησα.
«Το συμβόλαιό σας», απάντησε ο Κοντός.
«Έχουμε υπογράψει για τρεις δίσκους και για συμμετοχή σε κάθε λογής...» ξεκίνησε το Μέταλλο.
«Προωθητικές ενέργειες του υλικού», τον συμπλήρωσε ο Κοντός.
«Εμείς;» απόρησα.
Κανένας δεν απάντησε.
«Δεν παίζω», φίδιασα.
«Θα σε τρέχουν στα δικαστήρια», μου έκανε νόημα ο Πίβοτ.
«Θα μου κλάσουν μια μάντρα», είπα.
«Δεν είναι έτσι...» μουρμούρισε το Μέταλλο. «Είμαστε δεμένοι σα λουκάνικα, αν μας κυνηγήσουν δε θα μπορέσουμε ποτέ να ξαναπαίξουμε σε δίσκο».
«Να μην ξαναπαίξουμε», είπα.
Αναρωτιόμουν –πού είχε πάει όλο εκείνο το συναίσθημα του αποχωρισμού; Πού είχε εξαφανιστεί η πίκρα οτι χάνω την οικογένειά μου αν διαλυθεί το συγκρότημα; Τώρα μόνο μίσος και θυμός κι ένα πλάκωμα στο στήθος μαζί με σφιγμένες γροθιές που πάνω τους βολτάρανε μυρμήγκια.
«Εγώ φεύγω –έχω και δουλειές», ανακοίνωσα.
«Κάτσε –μην τα βλέπεις όλα τόσα απόλυτα», παρακάλεσε ο Χοντρός.
Άνοιξα την πόρτα, βγήκα στο διάδρομο, πίσω μου έτρεξε το Μέταλλο.
«Κάτσε να σου πω ρε μαλάκα».
«Τι να μου πεις; Κατέβασες κι εσύ βρακιά;»
«Μίλα καλά μη σε γαμήσω».
«Δε μπορείς ρε –πρέπει πρώτα ν΄ ανεβάσεις τα βρακιά σου...»
Με άρπαξε από τους ώμους και με κοπάνησε στον κοντινότερο τοίχο. Σφίχτηκα, τα χέρια μου πήγαν μόνα τους, τον κοπάνησα στην κοιλιά και πιο πάνω, στο ηλιακό πλέγμα. Έκανε πίσω, έβηξε -πήρε ν΄ανασαίνει σαν τρένο.
«Περίμενε», ψέλλισε.
Σταμάτησα, τον κοίταξα. Ψάχτηκε να βρει καμιά εύκαιρη Καμήλα, τον λυπήθηκα και του έδωσα από τις δικές μου. Πήγαμε έτσι δίπλα-δίπλα σαν αδερφάκια, μέχρι να βολευτούμε στα σκαλιά του από πάνω ορόφου.
«Τι συμβαίνει ρε φίλε; Τι πουστριλίκια είναι αυτά;» απόρησα.
«Μουσική –δεν τα λέγαμε και χτες;»
«Τι μουσική; Εδώ κανονίζουμε να ξεσκίσουμε το Γιωργάκη πριν ακόμα προλάβει να παγώσει....»
«Εντάξει, δίκιο έχεις...»
«Λοιπόν;»
«Τι λοιπόν; Μουσική...»
Γύρισα να τον δω, έτσι που επαναλάμβανε κάθε τρεις και δύο το «μουσική» νόμισα οτι έχει πάθει κάποιο εγκεφαλικό. Με κοίταξε κι αυτός, μια χαρά φαινόταν.
«Θες να μου εξηγήσεις;» τον παρακάλεσα.
«Τι να σου εξηγήσω ρε μαλάκα –άμα δεν παίζουμε μουσική θα πεθάνουμε....» μουρμούρισε.
Περίμενα να συνεχίσει, το κατάλαβε.
«Είμαστε ένα μάτσο άχρηστοι, για δουλειά δεν κάνουμε, για προκοπή δε φτουράμε ακόμα και στο πήδημα δεν ξεπερνάμε τον μέσο όρο...»
«Εις μήκος ή επί κοντώ εννοείς;» τον ρώτησα.
«Κόφτο», είπε. «Στο μόνο που μπορεί ν’αξίζουμε είναι η μουσική, εκεί μας κόβει –θα πεις, έκλασε ο Πήτερ Χάμιλ και βγήκατε εσείς –τέλος πάντων όμως... Με καταλαβαίνεις;»
Τον καταλάβαινα.
«Άμα μας το κόψουν κι αυτό, πάει –τελειώσαμε...»
«Αλλά μπορούν να μας το κόψουν;» απόρησα.
«Εσύ τι λες ρε γύφτο; Από τη μια αυτοί με τον δικηγόρο τους κι από την άλλη εμείς με το πουλί στο χέρι –ποιος βλέπεις να κερδίζει;»
Δίκιο είχε.
«Και να κανιβαλίσουμε το πτώμα του Γιωργάκη δηλαδή;»
«Αυτός φίλε μου την έκανε μια χαρά και τώρα μας κοροϊδεύει από το υπερπέραν. Εμείς τι γινόμαστε που ξεμείναμε πίσω...»
Έσβησα το τσιγάρο προσεκτικά μαυρίζοντας το μαρμάρινο σκαλοπάτι, σκεφτόμουν κι ο φόβος ανέβαινε από τα νεφρά μου σα νύχια αρπακτικού που ψάχνανε μαλακό κρέας να χωθούν.
«Εντάξει», είπα.
Κι αμέσως το μετάνιωσα αλλά δεν το πήρα πίσω –είναι φορές που ο φόβος γεννάει δικαιολογίες κι αυτή ήταν μια τέτοια φορά, βολεύτηκα λοιπόν με το «αφού συμφώνησα θα ήμουν ξεφτίλας να το πάρω πίσω». Κι έτσι έκανα το χειρότερο λάθος της ζωής μου, χειρότερο κι από το πούλημα της Έλλης, που την πάσαρα τρυφερό κρέας για την παρέα....

Έτσι βρεθήκαμε να κάνουμε πρόβες μ΄ένα μουνόπανο ονόματι Αντρέα και μια χαμηλοκώλα (αλλά πολύ φωνάρα) τη Τζίνα –κανονικό τσίρκο Μεντράνο. Ο Αντρέας συνήθιζε να λαρυγγίζει τα τραγούδια σε στυλ «η φοβερή κραυγή του Ταρζάν» και η Τζίνα είχε το χούι να βγάζει τη γλώσσα της στις κορώνες, πολύ σιχασιά. Μας πήρε μια βδομάδα για να ξεχωρίσουμε κάποια γνωστά από το κλασσικό μας σετ, τη δεύτερη βδομάδα παλέψαμε κάποια που θα κυκλοφορούσαν στον καινούργιο δίσκο, γυρνούσα στο σπίτι όταν τέλειωνε η κάθε πρόβα και ήμουνα ασήκωτος, σα να με είχαν πηδήξει 35 αραπάδες. Είχα χίλιες φορές μετανιώσει –εντάξει, η μουσική ήταν η ζωή μας, αλλά αυτό δεν ήταν μουσική –ανακάτεμα γκρο μπετό κάτω από βροχή ήταν. Και τα χειρότερα έρχονταν, έβλεπα τις ημέρες των συναυλιών να πλησιάζουν, περπατούσα στη μέση των λεωφόρων μπας και με κοπάναγε κάνα αμάξι να ησυχάσω αλλά ποιος την έχασε την τύχη;

Η άνοιξη είχε μπει όσο ο χειμώνας ξεμάκραινε άνυδρος σαν τουμπανιασμένο πτώμα σε ξερό πηγάδι κι έτσι κλείστηκε ο Λυκαβηττός για τη μεγάλη μας αθηναϊκή συναυλία –στη φτήνια νοικιάστηκε το θεατράκι επειδή δεν είχε ξεκινήσει ακόμα η σεζόν. Μια βδομάδα πριν τη συναυλία κυκλοφόρησαν οι φήμες για σολντ άουτ, του Πίβοτ γελούσαν μέχρι και οι πουτσότριχές του, εμείς μετράγαμε τις μέρες σαν υποψήφιοι για γκιλοτίνα. Όσο πλησίαζε η συναυλία τόσο απομακρυνόμασταν –κόψαμε και τις πρόβες, αρκετά πια, τα ξέραμε όλα. Τα είχαμε μάθει από καιρό.

Πέμπτη βράδυ στο λόφο, δροσιά για τζιν μπουφάν αλλά με τίποτα για στρατιωτικό τζάκετ ή σταυροκούμπωτο, λουφάζαμε πίσω από την σκηνή όσο οι τεχνικοί σέρνανε μπαλαντέζες –το σάουντ τσεκ είχε γίνει χωρίς εμένα, δεν άντεξα το απόγευμα κι έχασα το δρόμο κάπου στα μέσα της ανηφόρας.
«Της πουτάνας γίνεται», παρατήρησε ο Αντρέας κρυφοκοιτάζοντας.
«Δεν σας είχα για τόσο μεγάλο συγκρότημα», μας έφτυσε η Τζίνα με φαρμακομούνικο υφάκι.
«Δεν είμαστε τόσο μεγάλοι ώστε να μη μας παίρνει να γίνουμε μεγαλύτεροι», εξήγησε ο Πίβοτ.
«Κάνε και λίγο κράτει, θα βρεις απέναντι», ψιθύρισα.
Το Μέταλλο είχε καπνίσει ίσα με μια βουνοπλαγιά, βλέφαρα στα γόνατα και χέρια του πιθήκου –μας κοίταζε και κάτι γέλαγε, κάτι μουρμούριζε, κανένας δε νοιαζόταν.
Η ώρα πέρναγε, τα παιδιά αρχίσανε τις κτηνωδίες μπροστά στη σκηνή –πρώτα μπουκάλια, μετά χαλίκια...
«Βγείτε γιατί θα ρίξουν κοτρόνες», μας είπε ένας φαλακρογιεγιές.
Σηκωθήκαμε ή κάπως έτσι τέλος πάντων –κανένας δεν κοίταζε τον διπλανό του, βρέθηκα πίσω από τη Τζίνα και κατάλαβα οτι έτρεμε σαν το φύλλο, ο Αντρέας άρχισε κάτι αηδίες με αναπνοές και ανεβοκαταβάσματα του θώρακα –σα να τον γαμάγανε όρθιο. Το Μέταλλο ανέβηκε πρώτος στη σκηνή, τα παιδιά από κάτω άρχισαν να ουρλιάζουν. Έκανα στην άκρη για να βγω τελευταίος, κάτι ανεβαστικά που είχα καταπιεί πριν κάνα τέταρτο μού δημιούργησαν ταχυπαλμία, ίδρωνα κι ένιωθα οτι αν δεν το μαζέψω θα πάθω κρίση πανικού. Τι χάπια είχα μαζί μου και πού τα είχα;
Δεν πρόλαβα –ένας γαμημένος προβολέας με στράβωσε, ο κόσμος είχε μετατραπεί σε συνεχόμενο βουητό σαν τρικυμία, αυτό μας έλειπε τώρα...
«Σήμερα είναι μαζί μας και κάποιος που δεν βλέπουμε», είπε ο Πίβοτ στο μικρόφωνο.
Κοίταξα προς την κονσόλα στις κερκίδες πίσω από τους όρθιους –σίγουρα θα τον έβλεπα να μας κοροϊδεύει, ακατάσχετη ναυτία –πήγα στο πλάι της σκηνής και ξέρασα ενώ τα παιδιά ζητωκραύγαζαν.
«Κι αυτή ήταν η άποψη του Τρανζίστορ», ανακοίνωσε ο Πίβοτ.
Ήπια λίγο νερό.
«Θα ξεκινήσουμε;» ρώτησα.
«Είμαστε το Φάντασμα στη Μηχανή», ούρλιαξε ο Πίβοτ.
«Δεν είσαστε», φώναξαν κάμποσα από τα παιδιά μπροστά στη σκηνή.
«Κι αν δεν είμαστε, θα γίνουμε», είπε ο Αντρέας που πήρε θάρρος.
Το Μέταλλο βαρέθηκε την πολυλογία και ξεκίνησε από μόνος του –κάποιος μάς κούνησε τους σπάγκους και μπήκαμε κανονικά στο κομμάτι –μαριονέτες.
Τότε ανακάλυψα οτι το Μέταλλο είχε δίκιο, όσο παίζαμε μουσική τίποτα άλλο δε μέτραγε. Ξέχασα πόσο μουνόπανο ήταν ο Πίβοτ και σκεφτόμουν μονάχα πώς να δέσουμε τα ακόρντα μας και πώς να φτιάξω χαλί για το σόλο του, ο Αντρέας προσπαθούσε με αξιοζήλευτη επιτυχία να μιμηθεί τον μοναχογιό του Ταρζάν και της τσίτας, η Τζίνα έκανε κάτι δεύτερες καλλιτεχνικές που μας βοηθάγανε να στραβοπατήσουμε και το Μέταλλο έριχνε σποραδικούς καταιγισμούς με ενδιάμεσα τζαζ διαστήματα.
Μετά από κάνα εικοσάλεπτο που το πήγαμε σερί κατάφερα να κοιτάξω ανάμεσα στα φώτα, διέκρινα κάποια παιδιά κάτω από τη σκηνή –έμοιαζε σα να τους είχαμε πάρει τα μυαλά. Και τότε με έκοψε κρύος ιδρώτας, η πλάτη μου χαρακώθηκε, επειδή ήμουνα πλέον σίγουρος οτι ο Γιωργάκης ήταν εδώ, μαζί μας και φοβόμουν μη διασταυρωθούν τα βλέμματά μας –τι να του έλεγα τότε;
«Τι θέλετε ν΄ακούσετε;» ούρλιαξε ο Πίβοτ στο μικρόφωνο.
Και τα παιδιά αρχίσανε τις παραγγελιές, ο Πίβοτ είχε αγκαλιάσει τον Αντρέα και περίμενε.
«Το Γιώργο θέλουμε ν΄ ακούσουμε ρε μαλάκα», κλαψούρισε ένα κοριτσάκι από μπροστά.
Την κοίταξα και την αγάπησα επιτόπου. Αλλά ο Πίβοτ δεν έδειξε να παίρνει είδηση.
«Όσα ζητήσατε...» φώναξε στο μικρόφωνο, «δε θα παίξουμε τίποτ’ απ’ αυτά».
Από κάτω άρχισαν να γιουχάρουν.
«Είναι ώρα για καινούργια κομμάτια», ανάγγειλε ο Πίβοτ.
Ξεκινήσαμε –μηχανικές κούκλες φουλ κουρντισμένες.
Τα παιδιά χαλάγανε τον κόσμο, κάποιοι μας πέταξαν κουτάκια μπύρας, φύγανε και κάτι χαλίκια, συν ένα κοκ που έσκασε δίπλα στο αθλητικό μου μποτάκι, ξεκαρδίστηκα.
«Ποιος πούστης τρώει κοκ;» ρώτησα χωρίς να σταματήσω.
Κανένας δεν απάντησε, αλλά μου πέταξαν ένα πλαστικό μπουκάλι νερό που με πέτυχε στο στήθος.
Κάπου εκεί αποχωρήσαμε, σε στυλ «ζητήστε μας ενκόρ» και ξεδιπλώθηκε μια κορδέλα περίεργων καταστάσεων, επειδή όσο ήμασταν στα παρασκήνια ουρλιάζανε να ξαναβγούμε κι όταν βγαίναμε μάς πετούσαν οτι σκατολοϊδι έβρισκαν εύκαιρο. Μέχρι να βάλουμε μπροστά τα παλιά «Μπίλι» είχαμε γίνει σα λαδωμένα ποντίκια.
Αλλά το κοινό είναι ηλίθιο –με το που ρίξαμε τα χοροπηδηχτά ξεχάσανε όλες τους τις αντιρρήσεις και πλακώθηκαν στο πόγκο, έπεφτε το κλωτσίδι σύννεφο από κάτω. Κι ο Αντρέας την είδε Λουξ Ιντέριορ, κρεμάστηκε με το κεφάλι κάτω από τη σκηνή, του μουντάρανε κάτι ψωμωμένα παιδιά από την πρώτη γραμμή και τον ανάψανε στη σφαλιάρα.
Χέστηκα στο γέλιο, το ίδιο έκανε κι ο Πίβοτ –κανένας μας δεν πήγε να τον μαζέψει έτσι που είχε καταντήσει μια ανθρώπινη πινιάτα.
«Σκίσατε, θα γίνει ανάρπαστος ο δίσκος», είπε ο Χοντρός χτυπώντας μας τις πλάτες. Ο Αντρέας είχε πάρει να μπλαβίζει από το ξύλο, η Τζίνα βρώμαγε ιδρώτα, ο Πίβοτ κάπνιζε χαμογελώντας αινιγματικά. Πλησίασα το Μέταλλο, του έκανα νόημα να φύγουμε, συμφώνησε. Κι έτσι κατεβήκαμε μαζί τον λόφο, αμίλητοι με τον ιδρώτα να ζωγραφίζει τις πλάτες μας και τα πόδια σιδερένια. Μπλεχτήκαμε με τους τελευταίους της συναυλίας, κάποιοι μας πήραν χαμπάρι, ειδικά εμένα που κουβάλαγα τη θήκη με το μπάσο, κάτι μας είπαν –αστεία ανακατεμένα με μπινελίκια, δεν είχαμε όρεξη ν΄ απαντήσουμε.
«Πάμε για καμιά μπύρα;» πρότεινε το Μέταλλο όταν φτάσαμε Ιπποκράτους.
«Είμαι ψόφιος», είπα.
Και ήταν αλήθεια, πήρα τις ανηφοριές της Νεάπολης όρθιο κουφάρι, στην πρόσοψη μιας πολυκατοικίας κατέρρευσα –χύθηκα στο μάρμαρο της εξώπορτας και κάπνισα μισό πακέτο μέχρι να ξαναβρώ δύναμη να σηκωθώ. Κόσμος μπαινόβγαινε αλλά απέφευγαν να με κοιτάξουν, πόσο μάλλον να μου μιλήσουν –υπολόγιζα οτι σύντομα θα φέρνανε τους μπάτσους, όμως δεν μπορούσα να κάνω και τίποτα άλλο.
Όταν έφτασα στο σπίτι μου ξημέρωνε –κάθισα στην κουζίνα, έφτιαξα καφέ και τον ήπια χαζεύοντας τον ακάλυπτο. Τελικά ήμασταν απλώς ένα μάτσο μουσικόφιλες ψωλίτσες, όπου μυριζόμασταν τζαμάρισμα τρέχαμε να χωθούμε, λες κι η μουσική ήταν το φάρμακο για πάσα νόσο και πάντειο μαλακία. Μουσικόφιλες ψωλίτσες –υπέροχος τίτλος για αντρικό σοφτ πορνό.
Με πήρε ο ύπνος εκεί πέρα, στο τραπέζι της κουζίνας και βρέθηκα απροειδοποίητα σε ένα μισοσκότεινο στενό να περιμένω κολλημένος στον τοίχο, φοβόμουν ότι ήταν να ‘ρθει, ανησυχούσα κι η σιωπή με κούφαινε. Ήθελα τσιγάρο αλλά δε γινόταν να κουνηθώ, περίμενα στο μισοσκότεινο δρόμο και τότε είδα οτι κάτι περπατούσε, στην αρχή έμοιαζε με σκοτάδι που κινείται, στη συνέχεια ξεκόρμισε από το σκοτάδι μπαίνοντας στο μισοσκόταδο κι ήμουν σίγουρος οτι αυτό που φοβόμουν ερχόταν καταπάνω μου, θα ήθελα να μην είμαι εκεί αλλά ήμουν και φώναξα «έλα ρε μαλάκα Γιωργάκη» και τότε βγήκε η μορφή από το μισοσκόταδο κι ήμουν εγώ ο ίδιος, αυτοπροσώπως –εμού του ιδίου, που λένε –και ούρλιαξα ακόμα πιο βουβά «έλα ρε μαλάκα Γιωργάκη –βοήθεια» κι όσο ξύπναγα μουρμούριζα, «σε παρακαλώ, σε παρακαλώ –βοήθεια» αλλά ήταν στον αέρα η φωνή μου, μετά ονείρου και εφιάλτη, γι΄αυτό κανένας δεν την άκουσε.

Ή έτσι πίστεψα τότε, επειδή, ξέρεις –το μέλλον είναι άγραφο και τέτοιες πίπες... Δυο μέρες πριν ξεκινήσουμε την περιοδεία μας επέστρεφα από την τέταρτη συνεχόμενη ολονυχτία μου στο Ρεσιτάλ (κι όποιος ξέρει το συγκεκριμένο μαγαζί καταλαβαίνει τι σημαίνει αυτό), είχε ψιλοβρέξει γι΄αυτό αποφάσισα να κάνω τη διαδρομή Εξάρχεια –Νεάπολη μέσω Συγγρού, είχα αυτή την έμπνευση. Η μηχανή μου, ένα χρέπι μεταχειρισμένο εξ Ιαπωνίας κάλυψε την απόσταση μέχρι το Σύνταγμα αδιαμαρτύρητα, πρόσεχα κι εγώ να καθαρίσουν τα τακάκια από το νερό της βροχής, μετά κόψαμε δεξιά από τους Στύλους, μπήκαμε στη Συγγρού με τις ψιχάλες να το παίζουν «δάκρυα εξ ουρανού», δοκίμασα τα φρένα –πιάνανε σαν καινούργια (που δεν ήταν). Μέτρησα τα φανάρια, συγχρονίστηκα στο Φιξ κι ανοίχτηκα μετά με το μυαλό κουδουνίστρα –πέρασα την Πάντειο με αξιομνημόνευτο συγχρονισμό, είχα κάτι κενά μνήμης αλλά έφτασα στην αριστερή στροφή για Ποσειδώνος σχεδόν ξεμέθυστος, μπήκα με πολλά –πάρα πολλά –τα φρένα είχαν ζεσταθεί και δουλεύανε σούπερ, αλλά τα λάστιχα ήταν πιο φαγωμένα από νύχια κομπλεξικής μαθήτριας -καθόλου γόμα, σκέτα λινά. Με πέταξε η ανάποδη στροφή πριν βγω στην Ποσειδώνος, έσκασα σε κάτι προστατευτικά διαζώματα και γαμήθηκα.
Πριν λιποθυμήσω σκεφτόμουν οτι μάλλον θα τη γλίτωνα την περιοδεία κι αυτό εξηγεί γιατί με βρήκανε με παγωμένο χαμόγελο –με ρώταγε ο τραυματιοφορέας από το ασθενοφόρο, «γιατί χαμογελούσες;»
Επειδή βρέθηκα για λίγο κοντά στον Γιωργάκη και μου είπε τι πρέπει να κάνω –γι΄αυτό. Αλλά προτίμησα να ξαναλιποθυμήσω παρά να του απαντήσω.

Την επόμενη ήρθαν να με δουν οι τεθλιμμένοι συγγενείς –Κοντός, Χοντρός, Πίβοτ, Αντρέας, Τζίνα.
«Τι κάνουμε τώρα;» αναρωτήθηκε ο Χοντρός.
«Πεθαίνουμε αν δεν έχεις αντίρρηση», είπα.
«Πάντα χιουμορίστας ο πούστης», θαύμασε ο Πίβοτ.
«Έχω ένα φίλο...» πρότεινε ο Αντρέας.
«Μπασίστα;» ρώτησε ο Κοντός.
«Χωρίς τον Τρανζίστορ;» αναρωτήθηκε ο Πίβοτ –έτσι για τα μάτια.
«Προλαβαίνει να μάθει τα κομμάτια;» ρώτησε η Τζίνα.
«Ναι μωρέ –τα περισσότερα τα ξέρει ήδη...» είπε ο Πίβοτ και μετά δαγκώθηκε αλλά ήταν αργά.
«Εντάξει», είπε ο Αντρέας αμήχανα.
Με κοίταξαν.
«Δεν πάτε να γαμηθείτε-λέω εγώ...» τους πρότεινα.
Κι έτσι έκαναν, δηλαδή με χαιρέτησαν και φύγανε αφήνοντας πίσω τους μια αηδιαστική βυσσινάδα, κάτι ψοφολούλουδα χρώματος κρεμ καραμέλ και μια μυρωδιά πορδής που την είχα ακουστά, έτσι λέγανε οτι μύριζε το πούλημα.
«Πού είναι το Μέταλλο;» αναρωτήθηκα αλλά δεν υπήρχε κανένας να μου απαντήσει.

Το τηλέφωνο με σκούντηξε στην κυριολεξία, δεν ξέρω πώς έγινε αυτό, ήταν όμως σα να με ταρακούνησε με κάποιο τρόπο. Την κοίταξα, απέφυγε τρομαγμένη το βλέμμα μου. Σήκωσα προσεκτικά το ακουστικό, στη μέση της διαδρομής ανακάλυψα οτι αυτή μου η κίνηση με έβγαζε φόρα παρτίδα στο παράθυρο, βούτηξα λοιπόν με την αγωνία του τερματοφύλακα που δεν θέλει να τον πάρουν φωτογραφία να το τρώει όρθιος, κάθισα στο πάτωμα κρατώντας το ακουστικό.
«Λέγε», ζήτησα.
«Είναι κάποιος που θέλει να σου μιλήσει», με πληροφόρησε ο μπάτσος.
«Δεν μιλάω σε κανέναν», μούγκρισα.
«Καλά –πες το στον ίδιο», είπε ο μπάτσος.
Έπεσε ησυχία στη γραμμή –ξέρανε οι καργιόληδες οτι θα περιμένω και με παίζανε.
«Ναι;» ακούστηκε από την άλλη άκρη του σύρματος.
«Λάθος νούμερο», είπα εγώ.
«Μην κλείνεις ρε βλάκα», είπε η φωνή.
Κάτι μου ερχόταν στο άκουσμά της, έμεινα λοιπόν ακίνητος με το ακουστικό κολλημένο.
«Ποιος είναι;» ρώτησα.
«Αυτός που θα σε γαμήσει όρθιο πριν σε στήσει στα τέσσερα», απάντησε η φωνή.
«Ζεις ακόμα ρε Μέταλλο;» γέλασα.
«Ζω... ε, καλά τώρα –μην ενθουσιάζεσαι...» με προσγείωσε το Μέταλλο.
«Τι θες εκεί πέρα ρε γύφτο;»
«Ο καλός κύριος αστυνόμος σκέφτηκε μήπως σε μεταπείσω...»
«Δηλαδή τι; Να μη βγω όταν θα τελειώσω τη συνέντευξη με τη δημοσιογράφο απείραχτη;»
«Όχι ρε ζώο –τι κόπανος θεέ μου, καθόλου δεν άλλαξες».
«Μακάρι να σ΄έβλεπα για να μπορούσα να πω κι εγώ το ίδιο».
«Κανονίζεται...»
«Για πες».
«Έρχομαι μέσα αν δεν έχεις αντίρρηση».
«Τι λες τώρα; Άντε τσακίσου».
«ΟΚ».
«Περίμενε...»
«Τι πάλι;»
«Τσιγάρα έχεις;»
«Κάργα».
«Παράγγειλε και τίποτα πίτσες πριν μπεις...»
«Άντε γαμήσου ρε γύφτο».
Η γραμμή κόπηκε –έμεινα να κοιτάζω το ακουστικό. Μετά κοίταξα εκείνη.
«Σενιαρίσου λίγο, έρχεται ένας φίλος», της είπα.
«Τι;» απόρησε.
«Τυρί. Ρε ηλίθια θα πάρεις συνέντευξη από τα 2/4 του Φαντάσματος στη Μηχανή. Του αυθεντικού Φαντάσματος –όχι απομιμήσεις, έτσι;»
Δε φάνηκε να ενθουσιάζεται με την προοπτική.
Στ΄αρχίδια μου.

Πήγα στην πόρτα, κοιτάχτηκα λίγο στον διπλανό καθρέφτη –τα χάλια μου είχα. Η αραίωση στα μαλλιά κάλπαζε, σε λίγο θα ήταν ορατή δια γυμνού οφθαλμού, άσε που η φάτσα μου ήταν σα λεμόνι πατημένο από φορτηγό. Δε γαμιέται –σκέφτηκα.
Και στήθηκα απέναντι από την πόρτα περιμένοντάς τον.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι