Πέμπτη, Φεβρουαρίου 02, 2017

9. «Τα αγόρια δεν κλαίνε»

Προηγούμενα:

Καπνίζουμε και κοιτάζουμε το ταβάνι περιμένοντας να μας ρίξει κανένα σοβά έμπνευσης. Απ΄ότι βλέπω –υπάρχει μια ρωγμή δίπλα το γύψινο του φωτιστικού κι επίσης ξημερώνει. Άσχημη ώρα… Η Λία δίπλα μου δεν ξέρω τι βλέπει, ούτε τι σκέφτεται.

Από τότε που φτάσαμε σπίτι της, δυάρι τρίτου ορόφου στην Κυψέλη, συνέβησαν τα εξής δραματικά: Αμηχανία, εκνευρισμός, άβολο πήδημα και εξηγούμαι…
Αμέσως μόλις μπήκαμε στο διαμέρισμα την είδα Τζέρυ Λιούις, έριχνα πράγματα από τα τραπεζάκια, κοπάναγα σε κλειστές πόρτες (κάποιος συμβολισμός εδώ σε σχέση με τη Λία, βλέπε παρακάτω), αναποδογύριζα παρατημένα ποτήρια με νερό –πολύ αστείος, πολύ γελοίος. Η Λία άλλαξε με το που έκλεισε η πόρτα πίσω μας. Νευρική, βιαστική –ένα στυλάκι άντε να τελειώνουμε, μια ψυχή που είναι να βγει… Με πήγε στο δωμάτιό της (πορτατίφ-άρρωστο μπλε φως κι ο Μπέλα Λουγκόζι να μας στέλνει χαιρετίσματα από το ημίφως), άρχισε να γδύνεται χωρίς να με κοιτάζει, έκανα το ίδιο –τι άλλο να ΄κανα δηλαδή;
Χωθήκαμε μετά κάτω από μια κουβέρτα κι άρχισα να τη χαϊδεύω σε στυλ ο Μικρός Εξερευνητής, εκείνη είχε γύρει το κεφάλι της στο πλάι –σε κάποια φάση μου είπε «μπες μέσα μου» κι αυτό ακριβώς έκανα. Η συνέχεια έμοιαζε με ταινία του Βέντερς –πολύ περπάτημα, καθόλου συναίσθημα. Η Λία είχε κλείσει τα μάτια, ανέπνεε βαριά κι αν δεν στριφογύριζε κάθε λίγο για να μην την ενοχλεί ο αγκώνας μου στα πλευρά ή να μην της πλακώνω το πόδι, θα πήγαινα στοίχημα ότι την είχε πάρει ο ύπνος. Σε κάποια φάση την ένιωσα να τεντώνεται απότομα, αλλά μπορεί και να ήθελε να ξεμουδιάσει. Κάπου αποδέχτηκα ότι δεν πήγαινε πουθενά το όλο θέμα, ξάπλωσα δίπλα της, εκείνη δεν αντέδρασε και της είπα ότι θα πήγαινα για ένα ντους.
Η προοπτική ήταν να τραβήξω κάποια μαλακία όπως μου είχαν πει οι έμπειροι ότι πρέπει να γίνεται σε παρόμοιες φάσεις αλλά όταν βρέθηκα μόνος με τη μπανιέρα κατάλαβα πως δεν υπήρχε τέτοια προοπτική. Πλύθηκα λοιπόν, έβγαλα από πάνω μου τον ιδρώτα της παλιοκουβέρτας και τη λέζα της εκλογοαπολογιστικής –επέστρεψα δίπλα της μυρωδάτος σαν κουφετάκι, μόνο για να τη δω να σηκώνεται και να πηγαίνει με τη σειρά της στο μπάνιο.
Έμεινα μόνος στο δωμάτιο, χάζεψα τη βιβλιοθήκη μελαμίνη που ήταν δίπλα στο κρεβάτι –όλα τα καλά παιδιά ήταν εκεί, ο Λύκος της Στέπας, ο Φύλακας της Σίκαλης, ο Ξένος κι ο Τζόζεφ Κ. Ένιωσα κάμποσο καλύτερα αλλά όχι καλά. Κι όταν επέστρεψε η Λία και ξάπλωσε δίπλα μου είχα την τάση να σηκωθώ και να το βάλω στα πόδια αλλά αντί γι΄αυτό έβγαλα δυο Καμήλες, τις άναψα και της πάσαρα τη μία με υφάκι πολύ Τζέσι Λούτζακ.
Εδώ είμαστε τώρα…

«Σε ποιο έτος είσαι;» τη ρωτάω ξεκάρφωτα –μπας και σπάσει ο πάγος.
«Τρίτο», λέει αόριστα και πάντως όχι σε μένα.
Πήδηξα μεγαλύτερη… Μαγκιά…. Αλλά ήταν αυτό πήδημα;
«Λες να είναι εντάξει οι υπόλοιποι;» κάνω δεύτερη προσπάθεια προσέγγισης.
Το σκέφτεται.
«Για το Βιτόφσκι εννοείς; Εντάξει –συνηθισμένα πράγματα… Όλοι αυτοί είναι Πατησιώτες και Χαλεπάδες. Παλιά ήταν ίδια παρέα, μετά χώρισαν. Πρώτα ήταν όλοι πάνκηδες, τώρα έχουν γίνει νιου γουέιβ και οι άλλοι έγιναν Όι…» λέει σιγά ψάχνοντας τασάκι να σβήσει το τσιγάρο της.
Τα ξέρω αυτά, τα έχω ξαναδεί. Το πανκ είναι ένα φίδι που τρώει την ουρά του τα τελευταία χρόνια και κάμποσοι που νιώσαμε τον κόσμο ανάποδα μετά τους Pistols, τους Clash κι όλα τα άλλα συγκροτήματα της πρώτης φουρνιάς, βρεθήκαμε πολύ απρόθυμοι να δεχτούμε ότι πανκ σημαίνει να κλωτσήσω το παλιό και να πάω παρακάτω. Πάντα ήταν ευκολότερο το να κλωτσάς από το να περπατάς –σκέψου το κι έτσι… Αφήσαμε πολλούς δικούς μας εκεί πέρα –άλλους σε φάση Punk and Disorderly κι άλλους στο Oi –χωρίσαμε όπως συμβαίνει μετά από κάθε καλό πάρτυ.
«Τι σκέφτεσαι;» με ρωτάει.
Πετάγομαι. Την είχα ξεχάσει για λίγο.
«Σκέφτομαι αυτό… το μεταξύ μας…» λέω ψέματα.
«Δεν πιστεύω να σου μπαίνουν ιδέες για σχέσεις και τα τέτοια…» μου ρίχνει μια κατάψυξη.
«Όχι ρε συ –για τέτοια είμαστε τώρα;» το παίζω ψύχραιμος.
Και νιώθω ένα δάγκωμα κάπου εκεί στο ηλιακό πλέγμα γιατί είναι όμορφη ρε γαμώτο, τα μάτια της σε παίζουν άνετα πινγκ πονγκ μεταξύ ευτυχίας κι αυτοκτονίας –τι χρώμα έχουν; Σαν το μέλι που τρέχει σκούρο από την κηρύθρα κι εντάξει, έχει μικρό στήθος αλλά και τι μ΄αυτό; Πολύ όμορφη, ακόμα και μετά το πήδημα, ακόμα και με το φως της ημέρας –πάω στοίχημα…
«Εντάξει», λέει ήρεμα και γυρνάει στο αριστερό πλευρό της, τυλίγεται στο χέρι μου, χαλαρώνει.
«Νόμιζα πάντως…» αρχίζω ο κλασσικός ηλίθιος που πρέπει, υποχρεωτικά, να γαμάει κάθε φάση.
«Τι πράγμα;» μουρμουρίζει μισοκοιμισμένη.
«Ότι βαριόσουν προηγουμένως –γι΄αυτό το έκοψα…»
Γελάει παιχνιδιάρικα.
«Είσαι χαζός», λέει.
«Πες μου κάτι που δεν ξέρω», μουρμουρίζω βαριεστημένα.
Με φιλάει στο μάγουλο, το παίζω Βούδας γιατί δε θέλω να με περάσει για λιγούρη. Και μετά με φιλάει κανονικά –αυτή έφταιγε κύριε δικαστά –κι έτσι γυρίζω προς το μέρος της και μπαίνω στο κόλπο, πάμε κανονικά για δεύτερο γύρο, επαναληπτικό, πάλι εκτός έδρας αλλά τώρα ο προπονητής έχει διαβάσει τον αντίπαλο, η ομάδα δεν περνάει εύκολα τη σέντρα, αφήνει πρωτοβουλίες στους αντίπαλους επιθετικούς και προετοιμάζεται για ξαφνικές αντεπιθέσεις –φροντίζω να μη χαραμίσω τους αιφνιδιασμούς μου και το σύστημα αποδίδει, εντάξει, δε βλέπουμε μεγάλο παιχνίδι, το σκορ μένει σε χαμηλά επίπεδα αλλά κάποια στιγμή τη νιώθω να τινάζεται ανεξέλεγκτα, κοντεύει να με ρίξει στο πλάι, πράγμα δύσκολο βέβαια καθότι διαθέτουμε σέντερ φορ περιοχής, βαρύ κορμί που δεν πέφτει ούτε με φάουλ…
«Μπορείς να τελειώσεις μέσα μου, παίρνω χάπι», ψιθυρίζει.
Και βέβαια δεν χρειαζόταν να πει περισσότερα από το «μπορείς»…

Πέφτουμε στα μαξιλάρια κάμποσο λαχανιασμένοι –τώρα το σκηνικό μοιάζει μ΄ αυτά που βλέπουμε στις ταινίες και νιώθω πολύ καλύτερα.
Με ξαναφιλάει στο μάγουλο, μου γυρνάει την πλάτη και ξεραίνεται επί τόπου –τι λες ρε παιδί μου; Δεν το κάνουν μόνο οι άντρες αυτό λοιπόν… Μένω ακίνητος, βουτηγμένος στο ζελέ της κούρασης –κοιμάμαι ξύπνιος όσο μια ταινία ξετυλίγεται κάπου στο βάθος. Ακούω την αναπνοή της, ρυθμική –αλλά μπορεί και να είναι η δική μου αναπνοή –τι σημασία έχει;

Πετάγομαι –δεν ξέρω πόση ώρα έχει περάσει (πάντως όχι πολλή) –γιατί η κουβέρτα μου φέρνει φαγούρα και γενικώς δεν κοιμάμαι εύκολα σε ξένα σπίτια. Τώρα το ταβάνι είναι όλο δικό μου, μένω άγαλμα για να μην την ξυπνήσω και σκέφτομαι ότι τέτοια κορίτσια σαν τη Λία ποτέ δεν γίνονται δικά μας, μονίμως περνάνε από πάνω μας σαν αέρας καλοκαιρινής νύχτας –λίγη δροσιά και για τη συνέχεια ψήσου στην κόλαση, μαλάκα.
Θέλω να καπνίσω και νιώθω τα πόδια μου να μουδιάζουν από την ακινησία –σηκώνομαι με προφυλάξεις, εκείνη αναστενάζει μέσα στον ύπνο της, σίγουρα όχι για μένα.
Φοράω το τζιν και το φανελένιο μου πουκάμισο γιατί δεν υπάρχει περίπτωση να βρω άλλα ρούχα εδώ μέσα. Βγαίνω από το δωμάτιό της στις μύτες –άραγε μένει κι άλλος σ΄αυτό το διαμέρισμα; Το κεντρικό δωμάτιο βλέπει σε τρεις πόρτες –η μια είναι της τουαλέτας, το ξέρω από χτες βράδυ. Οι άλλες δυο είναι κλειστές –ποια από τις δυο να είναι η κουζίνα; Γιατί αν δεν πιω έναν καφέ άμεσα θ΄αρχίσει να μου φταίει ο κόσμος όλος. Πλησιάζω την πρώτη πόρτα –στήνω αυτί, νέκρα… Πάω στην άλλη πόρτα…
Τότε ανοίγει η πόρτα της τουαλέτας και βγαίνει μια Νατάσα με μπουρνούζι και πετσέτα στο κεφάλι –σα διαφήμιση χρωμοσαμπουάν. Μένω κόκαλο –κοίτα να δεις που τώρα θα βγάλει την πετσέτα και θα τινάξει μαλλί στην κάμερα…
«Επ! Τι κάνεις εκεί;» ρωτάει ξαφνιασμένη.
«Ψάχνω την κουζίνα», μουρμουρίζω.
«Στο δωμάτιο της Λίας ήσουν;»
«Όχι –περαστικός. Αλλά άκουσα ότι φτιάχνετε καλό καφέ», ρίχνω την κρυάδα μου.
Χαμογελάει.
«Πάμε μέσα», λέει καθώς με προσπερνάει και ανοίγει την πόρτα στην οποία ετοιμαζόμουν να στήσω αυτί.

Τραβάω μια καρέκλα δίπλα στο μικρό τραπέζι όσο εκείνη ζεσταίνει νερό.
«Έναν καφέ τον χρειαζόμαστε», συμπεραίνει.
Το μπουρνούζι έχει ανοίξει λίγο –προσπαθώ να κοιτάξω χωρίς να καρφωθώ.
«Θα προσέχεις το νερό μέχρι να φορέσω κάτι;» μου ζητάει και φεύγει στα γρήγορα.
Να το προσέχω –αλλά το νερό ήδη κοχλάζει και η Νατάσα πουθενά, βρίσκω τα σύνεργα φτιάχνω ένα νες σκέτο για πάρτη μου, εκείνη πώς σκατά να τον πίνει; Και τότε ανακαλύπτω ότι έχω αφήσει τα τσιγάρα στο δωμάτιο της Λίας –βλαστημάω, ξαναπηγαίνω χοροπηδώντας σαν ακρίδα, βουτάω και τις κάλτσες μου να τις φορέσω γιατί πολύ κρύο το πλακάκι αδερφέ μου…
Όταν επιστρέφω η Νατάσα έχει φτιάξει ήδη τον καφέ της, φοράει κάτι πυτζάμες με γατάκια και μπορώ τώρα να τη χαζέψω με την ησυχία μου. Καλή είναι, αλλά προτιμώ τη Λία. Όχι δηλαδή ότι αν μου την έπεφτε αυτή θα με ενοχλούσε –αλλά λέμε τώρα…
«Δε μ΄ έχει συνηθίσει η Λία να κοιμάται με ξένους στο σπίτι», λέει καθώς τραβάει ένα τσιγάρο από το πακέτο της και κάθεται δίπλα μου.
Ανασηκώνω φρύδι με ύφος –ω, μα ήμουν ο πρώτος της λοιπόν; Το πιάνει.
«Όχι –δεν εννοώ ότι δεν έχει ξαναφέρει κάποιον για πήδημα –αλλά τους διώχνει πριν ξημερώσει».
«Κι αν πηδηχτούν ξημερώματα;» απορώ.
«Και πάλι τον διώχνει πριν του φέξει», μου λέει πονηρά.
«Εντάξει –μάλλον την πήρε ο ύπνος πριν προλάβει να με διώξει», κάνω μαγκωμένα. «Πίνω τον καφέ και έφυγα».
«Όχι –δεν το είπα γι΄αυτό…» διαμαρτύρεται.
Χέσε μας ρε Νατάσα… Με πέταξες σε μια γκόμενα που βαριέται τη ζωή της –άσε μην τ΄ ακούσεις εσύ πρωινιάτικα…
«Εσύ τώρα γύρισες;» γυρίζω την κουβέντα.
«Ναι –πριν λίγο…»
«Τι έγινε στο μαγαζί;»
«Στο μαγαζί –όλα καλά. Τους πήγαν σηκωτούς μέχρι δυο τετράγωνα παρακάτω και μετά τους άφησαν».
«Τι θέμα είχαν με το δικό σας;»
Τραβάει κοντά της τσάντα της, βγάζει ένα λεπτό στριφτό πονηρό, το ανάβει καλά πριν με κεράσει. Γαμηθήκαμε πρωινιάτικα –θα κάνω ένα κεφάλι πιο βαρύ κι από τριαξονική νταλίκα. Αλλά όταν σου προσφέρουν δεν αρνείσαι –είναι αγένεια…
«Μην τα ψάχνεις τώρα», χαμογελάει.
Δεν τα ψάχνω –τι με νοιάζει στην τελική;
«Κι εσείς εδώ… πώς την έχετε δει; Δυο κορίτσια μόνα παρασέρνουν ανυποψίαστους θαμώνες του Πήγασου;» καλαμπουρίζω.
Γελάει.
«Πρώτη φορά πήγαμε Πήγασο –συχνάζουμε στην Αποθήκη, εδώ παρακάτω…»
Δεν το έχω ακουστά το μαγαζί.
«Λαϊβάδικο;»
«Ναι».
«Ποιοι παίζουν;»
«Villa, Yell-o, South, Metro…»
Παράδεισος…
«Ωραία…» λέω για να πω κάτι.
Πίνουμε καφέ, καπνίζουμε το λιβάνι –τελικά δεν μου βάρυνε το κεφάλι, μάλλον το αντίθετο –σαχλαμαρίζουμε απαντώντας ο ένας στην άλλη χωρίς να ακούμε τι λέμε, έχω μια κούραση που με σκεπάζει όλο και περισσότερο –φοβάμαι ότι θα κουτουλήσω στο τραπέζι και θα ξυπνήσω μεθαύριο.
Τότε μπαίνει στην κουζίνα η Λία. Παθαίνω ταχυπαλμία συν εφίδρωση γιατί είχα δίκιο –είναι όμορφη και στο φως της μέρας.
«Εδώ είσαι;» ρωτάει ανέκφραστα.
«Έφευγα…» ψελλίζω.
Δεν βλέπω να ταράζεται και ιδιαίτερα. Πάει μέχρι το νεροχύτη, φτιάχνει τον καφέ της, έρχεται να καθίσει δίπλα στη Νατάσα –αλλά μακριά από μένα.
Πέφτει μουγκαμάρα.
«Τι πάθατε οι δυο σας; Τσακωμένοι είσαστε;» απορεί η Νατάσα.
«Όχι, δε νομίζω…» απαντάω.
Την κοιτάζω, κάτι έχει χάσει μέσα στην κούπα του καφέ της και ψάχνει να το βρει.
«Λοιπόν… να πηγαίνω», σηκώνομαι αργά.
«Κάτσε –τι έπαθες; Μύγα σε τσίμπησε;» λέει η Νατάσα.
«Έχουμε εκλογές στη σχολή σήμερα και πρέπει να πάω…» θυμάμαι ξαφνικά.
«Α ναι –κι εμείς στη δικιά μας αλλά δεν πάμε ποτέ», λέει η Νατάσα.
Η Λία δε λέει τίποτα.

Χώνομαι στο δωμάτιό της, μαζεύω τα ρούχα μου, ετοιμάζομαι. Κοιτάζω συνέχεια προς την πόρτα –μπας και την ανοίξει και μπει, αλλά τίποτα δε γίνεται. Ξαναπάω στην κουζίνα σε αργή κίνηση, μαζεύω τις Καμήλες και τον ζίπο.
«Λοιπόν –τα λέμε… γενικά», μουρμουρίζω.
«Εντάξει, γεια», λέει η Νατάσα.
«Γεια», λέει και η Λία.
Χωρίς εντάξει…

Έξω στο δρόμο έχει πάρει να μεσημεριάζει για τα καλά, ένας πούστης ήλιος μού τρυπάει το κρανίο –ανεβαίνω στη μηχανή πιο άδειος κι από λευκό ψηφοδέλτιο. Χάνομαι στους δρόμους με τα νησιά, νιώθω σα φεριμπότ «Σύρος-Τήνος-Μύκονος-Αλόννησος». Βγαίνω από τη συνοικία, καρφωτός στην Πατησίων κι όλα μοιάζουν τόσο παλιά –έχουν περάσει χρόνια από τότε που άκουγα την αναπνοή της δίπλα μου, ή ίσως και τη δική μου αναπνοή, όσο εκείνη βάραινε το μπράτσο μου και τελικά τι σημασία έχουν όλα αυτά; Ξέχνα ότι σε ξέχασε –έτσι δεν πάει;

Η σχολή βουίζει -κανονικό μηχάνημα που φτιάχνει ποπ κορν στα σινεμά –Κνίτες τσακώνονται με Πασπίτες για τραπεζάκια-αφίσες-σκατά, Αγωνίτες αγωνίζονται να σαγηνεύσουν ψηφοφόρους, Δαπίτες κάνουν πασαρέλα και οι δικοί μου λιάζονται, ίδια φίδια που αλλάζουν δέρμα. Παρκάρω απέξω γιατί στο προαύλιο δεν έχει χώρο ούτε για να φτύσεις, περπατάω αργά, τα πόδια μου εκτελούν με χρονοκαθυστέρηση. Εντοπίζω τη Βιβή να χειρονομεί σε μια παρέα με Αλέκα, Πάρη, Μάκη, Μαρία και αλλάζω κατεύθυνση –δε γουστάρω να τους δω τώρα.
Ο Κύπριος έχει χυθεί σ΄ένα παγκάκι μαζί με το Χωρικό και είναι κατουρημένοι στα γέλια –εκεί θα πάω.
Ξεκινάω και στα δυο βήματα κοντοστέκομαι γιατί έχει πάρει το μάτι μου την Κασσάνδρα να μιλάει με τον Μπήκωφ και το Γιάννη, τους αρχικνίτες. Την έχουν πλευρίσει, τους τρέχουν τα σάλια –κομματικό καμάκι κι έτσι. Ο Μπήκωφ (Μπήκας δηλαδή αλλά το έχουμε αλλάξει επί το σταλινικότερον) έχει χώσει τη μουτράκλα του στα πέντε εκατοστά από το μάγουλό της, έχει απλωθεί, δουλεύει σπάτουλα στους ώμους της, σε λίγο θα της πιάσει και τον κώλο ο καργιόλης…
Τώρα είμαι σε φάση πολύ άνετη, έχω πηδήξει, έχω καπνίσει το τσιγάρο μου, βάλε και την κούραση με τη χυλόπιτα που με έχουν μετατρέψει σε Θλιμμένο Μπούφο –τους πλησιάζω.
Πρώτα με βλέπει ο Γιάννης -βιάζεται να μου κόψει επαφή με το θύμα.
«Πώς πάει ρε μάγκες;» ρωτάω στο αδιάφορο.
«Καλά», λέει ο Μπήκωφ και ξαναπέφτει στην Κασσάνδρα.
Εκείνη με βλέπει, με θυμάται, μου χαμογελάει –ανταποδίδω.
«Όλα καλά Κασσάνδρα;» επιμένω.
«Καλά», λέει άνευρα.
«Πάντα καλά…» εύχομαι όσο τραμπαλίζομαι από το δεξί στο αριστερό παπούτσι.
Αρχίζουν να εκνευρίζονται περιμένοντας να φύγω. Δεν πρόκειται…
Ο Χωρικός μας παίρνει γραμμή κι έρχεται τρέχοντας –μάλλον πιστεύει ότι θα γίνει κάποιος τσαμπουκάς με τους Κνίτες. Ο Κύπριος φεύγει επιφυλακτικά από την άλλη πλευρά για να τους βάλουν στη μέση.
«Τι έγινε; Εδώ κάνουν εγγραφές για τα Σοβιέτ;» φωνάζει ο Χωρικός.
«Άντε ρε αρχίδι», χάνει την ψυχραιμία του ο Γιάννης.
«Πρόσεχε πώς του μιλάς. Χάνεις ψηφοφόρους», τον προειδοποιώ.
«Σιγά μη μας ψήφιζε…» λέει ο Μπήκωφ που για να πιάσει αστείο πρέπει να του το αναλύσεις διαλεκτικά.
«Το κορίτσι μαζί σας είναι;» συνεχίζει ο Χωρικός δείχνοντας την Κασσάνδρα.
Εντάξει –θα γίνει της κόφας…
«Ναι –μαζί τους είμαι», απαντάει ξερά η Κασσάνδρα.
Παγώνω –κι ο Χωρικός το ίδιο. Τι έγινε τώρα;
Στο μεταξύ ο Κύπριος που δεν έχει καταλάβει, ορμάει φωνάζοντας «Ζήτω στην επανάστασην» αλλά φρενάρει στα δυο μέτρα γιατί όλοι τον κοιτάζουμε σαν εξωγήινο.
«Τα λέμε στην καταμέτρηση», μουγκρίζω και τους γυρίζω την πλάτη.
«Απόψε θα σας σβήσουμε», τους χώνεται ο Χωρικός και με προφταίνει.
Ο Κύπριος ξύνει το κεφάλι του μπας και κατεβάσει καμιά ιδέα, αλλά τελικά οι Κνίτες παίρνουν την Κασσάνδρα και φεύγουν καμαρωτοί.

«Τι έγινε τώρα;» αναρωτιέται ο Χωρικός.
«Μας έφαγαν την κοπέλα οι Κνίτες μαλάκα μου», διαπιστώνω.
«Όχι ρε…» διαμαρτύρεται.
Ναι ρε… Ακόμα και οι Κνίτες φαίνονται πιο σοβαροί από εμάς, ή λιγότερο επίφοβοι –πες καλύτερα: λιγότερο μαλάκες. Έτσι πάει…

Μ΄ όλα αυτά δεν έχω πάει να ψηφίσω, άσε που δεν έχω και καμιά όρεξη. Φταίει ο Μάκης, δεν μπορώ να δεχτώ ότι αυτός ο παπάρας κατεβαίνει μαζί μας. Μπαίνω στη σχολή, ο κόσμος είναι λιγότερος εκεί μέσα, πλησιάζω το Αμφιθέατρο και πέφτω πάνω στον Αντώνη.
«Δικέ μου –πού ήσουνα εσύ;» γελάει όσο μου ρίχνει ένα κεφαλοκλείδωμα.
«Σιγά ρε πούστη…» διαμαρτύρομαι, γιατί είμαι βαμβακερός αυτές τις ώρες κι αν με τραβήξεις ξεχειλώνω.
«Μεγαλεία όμως… Σε ψήφισα. Πάμε για μπύρες;» τα ρίχνει όλα μονοκοπανιά.
«Τι έκανες;»
«Σε ψήφισα, πάμε για μπύρες;»
«Πού με ψήφισες;»
«Καλά με δουλεύεις φιλαράκι; Στο ψηφοδέλτιο των Αυτόνομων. Γιατί –κατέβηκες και μ΄ άλλους;»
Τι λέει τώρα ο κρετίνος;
Το σπρώχνω πέρα, μπαίνω στο αμφιθέατρο, μου δίνουν το μάτσο με τα ψηφοδέλτια, χώνομαι στο παραβάν και με βρίσκω να φιγουράρω σε αλφαβητική σειρά –παρέα με Παπ, Μάκη, Βιβή, Πάρη και κάμποσους άλλους. Πετάω τα ψηφοδέλτια στο καλάθι, βγαίνω έξω –ο τύπος στην κάλπη μού φωνάζει, δεν τον ακούω.
«Άντε στο Βαστάζο κι έφτασα», φωνάζω στον Αντώνη καθώς τον προσπερνάω.

Αλωνίζω την αυλή, δε βρίσκω κανέναν –κατεβαίνω στο εστιατόριο αλλά είναι κλειστό. Απέναντι στου Βαστάζου είναι όλοι μαζεμένοι –μαζί τους έχει βολευτεί κι ο Αντώνης. Τρία τραπέζια κολλημένα –ξεχωρίζω τον Παπ, τον βουτάω και πάμε παραδίπλα.
«Γιατί ρε μαλάκα;»
Με κοιτάζει μπερδεμένος.
«Γιατί με έβαλες στο ψηφοδέλτιο;»
Γελάει.
«Μπήκαμε όσοι μπορούσαμε για να κάνουμε μπούγιο».
Τον αφήνω, κάνω δυο βήματα πίσω.
«Μπούγιο ε; Αυτό ήταν που θα ερχόμασταν ατομικά κι όχι μαζικά σαν πρόβατα;»
Με κοιτάζει –συννεφιάζει κάπως.
«Δεν είναι έτσι τα πράγματα…»
«Και πώς είναι δηλαδή; Βάζουμε μέσα τον κάθε Μάκη για να μη μας πουν ελιτίστες, βάζουμε κόσμο στο ψηφοδέλτιο για να δείχνουμε πολλοί –στο τέλος θα κατεβάσουμε και τα σώβρακα στους καθηγητές για να μας περνάνε τα μαθήματα σαν τους Κνίτες;»
Ο Παπ με κοιτάζει και μετά σταματάει να με κοιτάζει –γίνεται απόμακρος.
«Κάπου θα πρέπει να παίζουμε και με τους κανόνες», λέει.
«Πού το διάβασες αυτό ρε μάγκα; Γιατί εγώ νόμιζα ότι τα μέσα αγιάζουν το σκοπό –είμαι λάθος;»
Δε λέει τίποτα –τον βλέπω ότι θέλει να τελειώνει η υπόθεση, του γυρίζω την πλάτη. Πηγαίνει προς το τραπέζι με τους δικούς μας, δεν έχω καμιά όρεξη να τον ακολουθήσω αλλά είναι ο Αντώνης… Τον ακολουθώ λοιπόν, σωριάζομαι σε μια καρέκλα, ψαρεύω ένα καθαρό ποτήρι και μοιράζομαι μπύρα –το στομάχι μου εκλιπαρεί για έλεος.
Βλέπω τον Αντώνη να έχει απλωθεί κατά Μαρία μεριά και λάμπει το μούτρο του γιατί η Μαρία ανταποκρίνεται εμμέσως πλην σαφώς. Εντάξει –κάποιος κάνει κάτι, δεν είμαστε όλοι στην απόρριψη και την απογοήτευση…
«Εσύ κάτι έχεις», με κόβει η Βιβή.
«Νεύρα», λέω.
«Είναι εκείνες οι μέρες του μήνα…» φιλοσοφεί ο Πάρης.
«Είναι κάθε μέρα του κάθε μήνα», μουγκρίζω.
«Συνάδελφοι –νομίζω ότι αν είχαμε κι άλλο χρόνο θα εξασφαλίζαμε καλύτερο αποτέλεσμα, αυτό θα πρέπει να αποτελέσει τροφή για σκέψη σε σχέση με τις μελλοντικές μας δράσεις», αγορεύει ο Μάκης.
«Ποιο αποτέλεσμα;» απορώ.
«Στις εκλογές αναφέρομαι», μου εξηγεί ο Μάκης.
«Βγήκαν τα αποτελέσματα;»
«Εντάξει –μπορεί κανένας να προδικάσει αν διαβάσει σωστά τις ενδείξεις…»
«Θα πάψεις ή θα πάθω αιμόπτυση;» του χώνεται η Βιβή.
Ο Παπ κοιτάζει τα ανύπαρκτα περιστέρια που ερωτεύονται σκαρφαλωμένα στα μαύρα καλώδια της ΔΕΗ.

«Τι κάνουμε μέχρι ν΄ αρχίσει η καταμέτρηση;» ρωτάει η Μαρία.
«Πάμε για κάνα φαγητό;» προτείνει ο Αντώνης.
«Έχει κλείσει το εστιατόριο», λέει ο Πάρης.
«Άμα βάζετε τα υλικά, βάζω τα κουζινικά», ξαναπροτείνει ο Αντώνης.
Μένει δυο τετράγωνα από τη σχολή –γιατί όχι;

Μαζευόμαστε στο σπίτι του -Βιβή, Μαρία, Πάρης, Μάκης και εγώ τελευταίος. Ισόγειο με θέα τον παράδρομο, οι κουρτίνες ξεχασμένες όπως και τα παραθυρόφυλλα –όσο οι υπόλοιποι τρέχουν μεταξύ κουζίνας, μανάβικου και κρεοπωλείου εγώ βρίσκω λίγο χώρο να καταρρεύσω δίπλα στο ημίδιπλο κρεβάτι του, πάνω σε μια φλοκάτη, και να ξεραθώ ακαριαία. Κατάσταση λιποθυμίας, χωρίς όνειρα –κάποιος με σκουντάει, κάποιος κοροϊδεύει, στ΄ αρχίδια μου, θέλω να μείνω στο βυθό της λίμνης παρέα με τα σαπρόφυτα.
«Ξύπνα μανάρι μου, το φαγητό είναι έτοιμο», ακούγεται από τα μεγάφωνα και είναι η Βιβή που με κλωτσάει με το μποτάκι της.
Ξυπνάω –μπορώ να κάνω διαφορετικά;

Στο διπλανό δωμάτιο ο κόσμος τρώει καθισμένος ανακούρκουδα σε στυλ γιόγκι –πάω μέχρι την κουζίνα, σερβίρομαι ένα πιάτο πατάτες με κρέας, κάθομαι, τρώω, δεν δίνω σημασία…
«Ωραίο το έχεις κάνει», λέει η Μαρία στον Αντώνη και μάλλον εννοεί το δωμάτιο.
Κοιτάζω τριγύρω κι αυτό που βλέπω με πείθει ότι η κοπέλα έχει πάθει τύφλωση λόγω καψούρας.
«Έχεις τα χάλια σου», μου λέει ο Πάρης.
Πες κάτι που δεν ξέραμε…

Ο Μάκης την πέφτει ασύστολα στη Βιβή η οποία είναι έτοιμη να τραβήξει στιλέτο –τους χαζεύω και θα γέλαγα αν μπορούσα να ορίσω το στόμα μου.
«Ένα κορίτσι σαν εσένα πώς και δεν έχει σχέση;» λέει ο Μάκης.
«Έχω σχέση…» απαντάει εκείνη.
«Τι σχέση;»
«Τη χειρότερη. Με τους πάντες και τα πάντα», τον γειώνει η Βιβή.
Ο Πάρης από την πλευρά του κάνει ότι δε βλέπει το ενδιαφέρον της Μαρίας για τον Αντώνη και προωθείται.
«Έχω ένα πιάσιμο στην πλάτη, μπορείς με τρίψεις λίγο;» την κοιτάζει λιγωμένα.
«Δεν ξέρω να τρίβω», λέει η Μαρία.
«Να σε τρίψω εγώ;» χώνεται ο Αντώνης.
«Άσε –να μου λείπει…» τρομάζει ο Πάρης.
«Θα πάμε στην καταμέτρηση;» χώνομαι γιατί η κατάσταση δε μου αρέσει καθόλου.

Φτάνουμε από τους τελευταίους –στη μεγάλη αίθουσα του καινούργιου κτιρίου όλες οι θέσεις είναι πιασμένες, βολευόμαστε στη γαλαρία, δίπλα στους δικούς μας. Ένα ξέφτιλο προεδρείο ανοίγει τις κάλπες κι αρχίζει να απαγγέλλει. Βγαίνουν οι πρώτες ψήφοι, ΠΣΚ, ΠΣΚ, ΠΑΣΠ, ΠΣΚ, Αγώνας, ΠΣΚ…
Όταν αναγγέλλεται η πρώτη ψήφος στους Αυτόνομους γιουχάρουμε όλοι μαζί –έτσι είναι το έθιμο. Εγώ πάντως γιουχάρω με όλη μου την ψυχή.
Στο καπάκι γινόμαστε γήπεδο –αρχίζουν τα συνθήματα και το κοροϊδιλίκι. Οι Πασόκοι με τους Κνίτες είναι έτοιμοι να πιαστούν στα χέρια –κουμπώνω, ετοιμάζομαι, αλλά τίποτα δε γίνεται.
Έχω σκεβρώσει εκεί μέσα, η κάπνα και η βαβούρα μου διαλύουν το κεφάλι –σηκώνομαι, σπρώχνω, η Βιβή με αγριοκοιτάζει, ο Αντώνης τραβάει τη Μαρία προς το μέρος του για να μου κάνουν χώρο –βγαίνω έξω στον τεράστιο προθάλαμο. Θέλω να καπνίσω αλλά ο λαιμός μου έχει διαφορετική άποψη, πάω και σωριάζομαι κάτω από ένα ταμπλό με μισοσκισμένες αφίσες, πρέπει να φύγω από εδώ πέρα, δεν ξέρω τι θέλω να κάνω και δεν θέλω να κάνω τίποτα… Κάπου έχω ένα σπίτι και κάτι γέρους που θα με περιμένουν, να με ξυπνήσουν νωρίς το πρωί, γιατί οι καλοί άνθρωποι ξυπνάνε νωρίς και να μου φτιάξουν έναν καφέ νερόπλυμα που θα μου τον βγάλουν από τη μύτη με τη μουρμούρα τους –αλλά εκεί θέλω να πάω.  Να μην είμαι πια στο δρόμο, να μη με περνάνε για μαλάκα οι ιδεολόγοι, να βρω ίσως και μια γκόμενα που θα τη γουστάρω και θα με γουστάρει και θα είμαστε συνέχεια μαζί –δηλαδή τόσο δύσκολο είναι;

Η Βιβή σωριάζεται δίπλα μου σαν άδειο σακί –με σκουντάει κιόλας για να επανέλθω.
«Τι τρέχει με σένα ρε μαλακισμένο;» ρωτάει γεμάτη ανθρώπινο ενδιαφέρον.
«Δε γουστάρω –αυτό τρέχει…» μουρμουρίζω.
«Τι δε γουστάρεις;»
«Ξέρω ‘γω; Τι έχεις πρόχειρο;» το παίζω Τζώνυ ο Άγριος.
«Καλά –ξεκαβάλα, ηλίθιε…» γελάει.
«Ρε Βιβή –τι πάει στραβά, μου λες; Γιατί μας έχουν βάλει στο μάτι οι καργιόληδες και μας φορτώνονται; Γιατί μας χαλάνε τις φάσεις; Τι θέλουν από μας τέλος πάντων;»
Ξεκαρδίζεται στα γέλια.
«Γκομενική η φάση –έτσι;»
Το παραδέχομαι –ποιος μπορεί να κρυφτεί από τη Βιβή;
«Έφαγες φτύσιμο;»
«Περισσότερο κι από γραμματόσημο…»
«Για ποια μιλάμε;»
«Για ποιες –πες καλύτερα…»
«Εντάξει, το είπες μόνος σου. Τι παραπονιέσαι λοιπόν;»
Την κοιτάζω –και βέβαια έχει δίκιο.
«Όμως… Εγώ πήγα για να μείνω…»
«Ναι μωρέ μαλάκα μου –πήγες για να μείνεις άμα σου κάτσει, αν δεν κάτσει δεν τρέχει τίποτα, πάμε παρακάτω. Τι τις περνάς τις κοπέλες –για ηλίθιες; Νομίζεις ότι δεν το βλέπουν οτι πας να παίξεις στα σίγουρα;»
«Και τι προτείνεις δηλαδή;»
«Εγώ δεν προτείνω τίποτα –τι είμαι για να προτείνω; Εσύ όμως τι γουστάρεις; Μια κοπέλα ειδικά ή κάποια κοπέλα γενικά κι ότι κάτσει;»
Το σκέφτομαι και σκέφτομαι ότι αυτό που θέλω είναι η Κασσάνδρα αλλά δεν έχω τ΄ αρχίδια να τη διεκδικήσω. Γιατί αν με φτύσει, θα πνιγώ…
Κοιτάζω λοιπόν τη Βιβή και η Βιβή με κοιτάζει και τίποτα δε γίνεται, αλλά τότε ανοίγουν οι εξώπορτες με θόρυβο και μπουκάρουν τα ΚΝΑΤ.
Η Βιβή σφίγγεται ενστικτωδώς πάνω μου, τρομάζω λίγο -τα γομάρια ούτε να μας φτύσουν –μπαίνουν στην αίθουσα που γίνεται η καταμέτρηση συντεταγμένα σαν στρατιωτάκια.
«Πάμε μέσα», λέω.
«Είσαι σίγουρος;» με ρωτάει.
«Όχι», απαντάω.
«Ε, τότε να πάμε…» χαμογελάει η Βιβή.
Φτάνουμε στην πόρτα, ανοίγουμε και πέφτουμε πάνω στη ζωοπανήγυρη –τα ΚΝΑΤ σπρώχνουν για να φτάσουν στο προεδρείο, ο κόσμος τους σπρώχνει για να τους βγάλει έξω, η ΠΣΚ σπρώχνεται για να ενωθεί με τα ΚΝΑΤ. Αρχίζουμε να μοιράζουμε σφαλιάρες τριγύρω –τις περισσότερες τις τρώνε άνθρωποι που θέλουν το ίδιο με μας, να διώξουν τα ΚΝΑΤ δηλαδή. Αυτό θα πει οργάνωση…
Δυο γομάρια έχουν αρπάξει τη Βιβή κι εκείνη τους βρίζει –πέφτω πάνω στον έναν, έρχεται κάπως στα ίσα της η κατάσταση, η Βιβή ξεφεύγει. Και τότε βλέπω ότι οι δικοί μου έχουν κάνει κοινό μέτωπο με τους Αγωνίτες, ανοίγουν διάδρομο, φτάνουν στο προεδρείο και κάνουν τείχος κανονικό –εκεί θέλω να πάω, το προσπαθώ αλλά είναι αδύνατο.
Βλέπω τον Μπήκωφ με την ομάδα του να σπρώχνεται με τους Πασπίτες –εντάξει, αυτοί κόλλησαν στο βάλτο… Τα ΚΝΑΤ έχουν μείνει χωρίς καθοδήγηση, δεν ξεχωρίζουν τους δικούς τους από τους άλλους, βαράνε στο σωρό και οπισθοχωρούν για να παραμείνουν μασίφ. Σε μια γωνιά, κάποιοι ξέμπαρκοι βαράνε τους Δαπίτες –έτσι για προπόνηση…
Ένας χοντρός με προχωρημένη φαλάκρα σηκώνεται από το προεδρείο, κρατάει ένα χαρτί, ανακοινώνει ότι η καταμέτρηση έληξε –θα εκφωνήσει τα τελικά αποτελέσματα.
Τότε γίνεται και η τελική επίθεση, κόσμος πολύς ορμάει προς το προεδρείο αλλά το ανθρώπινο τείχος κρατάει μέχρι να τελειώσει την απαγγελία ο χοντρός κι έτσι μαθαίνω ότι οι Αυτόνομοι είναι η τρίτη δύναμη στη σχολή, μετά την ΠΣΚ και την ΠΑΣΠ. Τι λες ρε παιδί μου…

Βγαίνω έξω όσο πιο αθόρυβα γίνεται, εγκαταλείπω το κτίριο –ο κρύος αέρας της νύχτας με τρυπάει, συνέρχομαι. Τελικά όλα πάνε χειρότερα κι όταν καλυτερεύουν τόσο το χειρότερο για μας… Είμαστε πιασμένοι στο δόκανο, αν θέλουμε να γλιτώσουμε πρέπει να κόψουμε το πόδι μας. Το χέρι μας ή την καρδιά μας. Και μετά τι αξία θα έχει να συνεχίσουμε, αφού δεν θα είμαστε πια οι ίδιοι;


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στους The Cure.

2 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

CaptainHarlock είπε...

Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψεις μια ερωτική σκηνή, δίχως η αφήγηση να ακροβατεί ανάμεσα στο γλυκερό και το χυδαίο, στο Άρλεκιν της κακιάς ώχρας και στο ατάλαντο πορνογράφημα. Ελάχιστοι το καταφέρνουν. Σίγουρα είσαι ένας από αυτούς. «Αρπάζεις» τον αναγνώστη κανονικά από τον σβέρκο και τον πετάς εντελώς αβοήθητο στο βυθό της εξιστόρησης, με την πρώτη. Έχω κολλήσει με τη «Νορβηγία» του Βεσλεμέ τελευταία. Οι Χωρίς Περιδέραιο, ασχέτως μουσικών προτιμήσεων, ήταν πολύ μπροστά. Αν και δεν πιστεύω στην αυταξία της προόδου, τόσο η μουσική, όσο και οι στίχοι τους καδράριζαν την μελλούμενη δυστοπία, ως «προφητείες» για αυτό που τελικά ήρθε και μας πήρε και μας σήκωσε για τα καλά. Διαβάζω παράλληλα τη συνέχεια της εξαιρετικής σου ιστορίας και σκέφτομαι αν τελικά «ο χειμώνας του ’84 ήτανε σκέτη κόλαση…». Ας κρατήσουν την Ιστορία τους αυτοί, κι εμείς τις δικές μας αφηγήσεις, ως το τέλος. Και ίσως βρούμε το κουράγιο ν’ αφουγκραστούμε κομματάκι και τον Έλιοτ, όταν έγραφε πως το τέλος της αναζήτησης μας θα είναι να φτάσουμε στην αρχή, σα να είμαστε εκεί για πρώτη φορά. Να προσέχεις τον εαυτό σου. Αναμένω τη συνέχεια. Μη μας ξεχάσεις…

Ocellus είπε...

ο τρόπος που τα γεγονότα συνδέονται με τα συναισθήματα μου δημιουργεί μια παράξενη νοσταλγία. όλοι λένε πως δε θέλουν να νοσταλγούν. εμένα μου αρέσει. τι στο καλό; κανείς δε θέλει να θυμάται, να νιώθει, να επιστρέψει κάπου, να πάει κάπου, να μείνει κάπου. και τελικά δεν πάει πουθενά, δε μένει πουθενά. η μνήμη μας ξυπνάει άλλα συναισθήματα. είναι σα να ξαναγγενιόμαστε. να προσέχεις και να μένεις ακέραιος!
https://www.youtube.com/watch?v=lwWD4tFptTE

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι