Παρασκευή, Ιουλίου 21, 2017

14. «Τις Τρίτες έκανε γιόγκα»

Προηγούμενα:

Έμενε στον 3ο όροφο μιας πολυκατοικίας απ΄αυτές του ’50, με τα ψηλά ταβάνια και τις γύψινες περικοκλάδες –μύριζε το σπίτι της φράουλα και καπνό, με το που μπήκαμε μας χτύπησε ένα άρρωστο φως από τα ανοιχτά πατζούρια. Είχαμε αρχίσει να χαϊδευόμαστε από το ασανσέρ –δεν είπαμε πολλά, για την ακρίβεια δεν είπαμε τίποτα, μόνο μουγκρίζαμε και κυλιόμασταν προσπαθώντας να ξεφορτωθούμε τα ρούχα μας πάνω στη φλοκάτη και στον τριθέσιο καναπέ –μέχρι να φτάσουμε στο κρεβάτι είχε περάσει πάνω από μια ώρα…
Βιαζόταν, λες και μας κυνηγούσαν –γελούσε πολύ και με κοίταζε συνέχεια στα μάτια –τότε κατάλαβα ότι ήταν ίδια η Μαρία Σνάιντερ, κι εγώ ήμουνα ερωτευμένος με τη Μαρία Σνάιντερ, μ΄ αυτή και με τη Ναστάζια Κίνσκι, τέλος πάντων, είχα σιχτιρίσει μέχρι και τον Μάρλον Μπράντο που κάποτε έπινα νερό στ΄ όνομά του για εκείνη τη μαλακία τη σκηνή στο Τελευταίο ταγκό στο Παρίσι, γιατί, εντάξει ρε τύπε –δεν μπορεί να έχεις καταντήσει μπουχέσας με το βρακί να κρέμεται και να θέλεις να μαγαρίσεις το λουλούδι, γαμώ τα ταλέντα σου μέσα δηλαδή… Αυτή ήταν η αιτία για τον πρώτο μου καυγά με τη Τζούλια, αλλά ας μην βιαζόμαστε.
Για την ώρα, όλο το σκηνικό παρέμενε μυθικό –γιατί ταιριάζαμε στο σεξ, καμιά αμηχανία, κανένα γόνατο κατά λάθος στο πλευρό, κανένας αγκώνας σε άβολη θέση –η πρώτη φορά που πηδηχτήκαμε ήταν τόσο άνετη σα να ήμασταν χρόνια ζευγάρι. Ψέματα –κανένα ζευγάρι χρόνων δεν πηδιόταν με τέτοια μανία…

Μετά έγινε η φάση κάμποσο ονειρική γιατί ήρθε η κατάρρευση, μισοκοιμόμασταν αγκαλιασμένοι χωρίς να σταματήσουμε το σεξ –ίσως αυτό να ήταν το κάνω έρωτα που λένε και στα βιβλία επιστημονικής φαντασίας…

Κάμποσες συρμάτινες ακτίνες ήλιου με κάρφωσαν στα μάτια και ξύπνησα, πονούσα παντού και το κεφάλι μου ήταν σκέτο σιδηρουργείο, η Τζούλια κοιμόταν πάνω μου –ακινητοποιημένος με τον ήλιο κατάματα, μανίκι αδερφέ μου… Τότε άρχισαν να με παίρνουν τα άγχη, τι ώρα να είχε πάει, που ήταν ο Αντώνης, τι έπαιζε μ΄αυτό το σπίτι, μήπως υπήρχε κάνα κατοικίδιο, έτοιμο να μου ροκανίσει τα δάχτυλα των ποδιών; Ταχυπαλμία…
Την έσπρωξα δίπλα, όσο πιο μαλακά μπορούσα –μου πήρε κάνα τέταρτο που έμοιαζε τρίωρο αλλά τελικά σηκώθηκα. Ο κλασικός βρικόλακας που περιδιαβαίνει τα δωμάτια ωραίων κοιμωμένων –η ιστορία της ζωής μου. Αλλά όχι με τη Τζούλια…
«Ετοιμάζεσαι να την κοπανήσεις πριν φτιάξεις πρωινό;» μου ψιθύρισε.
Γύρισα και την είδα να ξυπνάει πιο όμορφη από τη φαντασία. Έλιωσα κάπως.
«Έλεγα να πάω…» μουρμούρισα χωρίς να ξέρω τη συνέχεια.
«Δεν πας πουθενά. Ακόμα», μου ξεκαθάρισε.
Πετάχτηκε από το κρεβάτι, ανατρίχιασε καθώς βγήκε γυμνή από τις κουβέρτες, έψαξε να φορέσει κάτι και μου θύμισε ότι κι εγώ σε λίγο θα τουρτούριζα.
«Πρωινό λοιπόν…» είπε χαμογελαστά.
«Έχω έναν πονοκέφαλο..» παραπονέθηκα.
«Αρχίσαμε τις δικαιολογίες για να αποφύγουμε το σεξ;» ξεκαρδίστηκε.
Τι ήταν αυτή; Τι ήθελε μαζί μου;
«Παίζουν τίποτα ασπιρίνες; Αν είναι να το ξανακάνουμε πρέπει να χαπακωθώ», της εξήγησα.
«Μπάνιο όπως βγαίνεις αριστερά, στο ντουλαπάκι του καθρέφτη. Ετοιμάσου και σε περιμένω στην κουζίνα», είπε καθώς εξαφανιζόταν παλεύοντας να φορέσει μια κολεγιακή κι (επιτέλους) ένα βρακί.
Έμεινα μόνος, ντύθηκα –έτρεξα στην τουαλέτα, κατέβασα δυο ασπιρίνες με νερό κατευθείαν από τη βρύση, ανακάλυψα ότι βρωμούσε το στόμα μου κι έτριψα λίγη οδοντόκρεμα αποφεύγοντας επιμελώς να κοιταχτώ στον καθρέφτη. Έστρωσα τα μαλλιά μου με νερό, το ξανασκέφτηκα –πέταξα τα ρούχα μου, έκανα ένα γρήγορο ντους και βγήκα έτοιμος να αντιμετωπίσω τα πάντα.

Στην κουζίνα με περίμενε μια κούπα με αχνιστό καφέ συν κάποια μπισκότα και μαρμελάδα –ένιωσα το στομάχι μου ν΄ ανακατεύεται γιατί ήταν αδύνατο να ρίξω μέσα του ξηρά τροφή πριν τον δεύτερο καφέ και το πέμπτο τσιγάρο. Το όλο σκηνικό μου θύμισε φάσης Λίας μονίμως σε κουζίνες κατέληγα, με άσχημα αποτελέσματα…
Κάθισε δίπλα μου και με κοίταξε χαμογελαστή –ίσως κι αμήχανη.
«Λοιπόν;» ρώτησε.
«Λοιπόν… Ελπίζω να μην το μετάνιωσες…» ψιθύρισα κομπλαρισμένος.
«Ξέρω ΄γω; Εσύ;»
Γέλασα.
«Ήταν ωραία», συνέχισε. «Πες μου τώρα, αλήθεια, τι σκέφτεσαι;»
«Τι σκέφτομαι…» έξυσα το κεφάλι μου. «Σκέφτομαι οτι είσαι πολύ όμορφη και απορώ τι δουλειά έχεις μαζί μου…»
«Αυτό σκέφτεσαι για μένα;» με κοίταξε αινιγματικά.
«Έπρεπε να σκέφτομαι κάτι άλλο;» απόρησα.
«Κάποιοι θα σκέφτονταν ότι είμαι μια πουτάνα που πάει εύκολα με τον πρώτο τυχόντα…» είπε.
«Είμαι εγώ ο πρώτος τυχόντας;» διαμαρτυρήθηκα δήθεν οργισμένος.
Γέλασε.
«Όσο κι εγώ είμαι πουτάνα», απάντησε.
«Εντάξει –το λύσαμε λοιπόν», αποφάσισα.
«Σίγουρα;» με κοίταξε μ΄ εκείνα τα δολοφονικά πράσινα μάτια.
Άναψα μια Καμήλα και της την έδωσα. Άναψα και μια για μένα.
«Άκου, Τζούλια…» ξεκίνησα αποφασιστικά. «Οι πουτάνες είναι εργαζόμενες γυναίκες τις οποίες σέβομαι απολύτως, άρα ο χαρακτηρισμός δεν είναι προσβλητικός για μένα… Από την άλλη, υπάρχουν κάτι πουτάνες που δεν τις σέβομαι καθόλου –και είναι όσες παντρεύονται γιατί ερωτεύτηκαν ένα πορτοφόλι ή μια κοινωνική θέση ή κάτι σχετικό… Είσαι τέτοια; Αν κρίνω από το μαλάκα που διάλεξες να πηδηχτείς –μάλλον το αντίθετο θα έλεγα…»
Κάπνισε σκεφτική.
«Έχεις προοπτικές, αλλά θέλεις δουλειά ακόμα», είπε στο τέλος.
Ζορίστηκα λίγο.
«Τι σημαίνει αυτό τώρα;» τη ρώτησα.
«Έχουμε καιρό…» απάντησε.
«Έχουμε ε;» χαμογέλασα. Και το άφησα να περάσει γιατί αυτό που με ένοιαζε ήταν να είμαι μαζί της. Μαλακία μου ίσως…
«Πάμε μέσα;» μου έδειξε το κεντρικό δωμάτιο.
Σηκώθηκα –πήγαμε. Είχαν ανάψει και τα καλοριφέρ, καθίσαμε στον επίμαχο καναπέ και την αγκάλιασα. Τραβήχτηκε.
«Πάω να κάνω ένα μπάνιο κι έρχομαι», μου είπε. «Βάλε μουσική αν θες».

Έμεινα μόνος στο δωμάτιο, στη μια άκρη του ήταν ένα στερεοφωνικό και δίπλα –χύμα στο πάτωμα –κάμποσοι δίσκοι. Άρχισα να τους ψάχνω κάμποσο φοβισμένος –τι θα έκανα αν έπεφτα σε κάναν Πάριο ή τίποτα Μαρκόπουλο ας πούμε; Εντάξει –όχι κι έτσι… Δεν είχε καινούργια πράγματα αλλά βρήκα κάμποσο Τιμ Μπάκλεϊ, το κλασικό των Κινγκ Γκρίμσον, Άιρον Παντόφλα το γνωστό και, δυστυχώς, δυο των Μπιτ Χλόυντ…
Με πέτυχε να σκαλίζω τους δίσκους της –φορούσε ένα σετάκι φαρδιές πιτζάμες που την έκαναν να μοιάζει πιτσιρίκα.
«Πώς σου φαίνονται;» ρώτησε.
«Έχεις προοπτικές, αλλά θέλεις δουλειά ακόμα», είπα.
«Άντε ρε χαζέ….» έκανε και ήρθε πίσω μου να μ΄ αγκαλιάσει.
Βρεθήκαμε ξανά στη φλοκάτη, παιδεύτηκα λίγο να ξεκουμπώσω τη πυτζάμα της και να πετάξω τα δικά μου ρούχα.
«Να μη βάλω τίποτα να παίζει;» τη ρώτησα.
«Δεν έβαλες;» μου χαμογέλασε και με φίλησε.
Χάθηκα…

Τελικά τον έβαλα το δίσκο, μετά από κάμποση ώρα ενώ εκείνη κάπνιζε γυμνή στη φλοκάτη –και ήρθε ο Πολ Μπάτερφιλντ με τη Μπλουζ Μπάντα του να μας πει ότι θέλει ν΄ αφήσει πίσω το μυαλό του, να πάει να ψωνίσει μια ταφόπλακα και ν΄ ανακηρύξει τον εαυτό του νεκρό, ωραία πράγματα…
«Πρέπει να περάσω από τη σχολή, να δω τι γίνεται με το μαλάκα που έχασα χτες βράδυ», της είπα.
«Ναι –κι εγώ έχω κάτι δουλίτσες…» μουρμούρισε.
Σηκώθηκα σλόου μόσιον. Εκείνη άρχισε να ντύνεται.
«Είχαμε πει…» έκανα μαζεμένα.
«Ναι;»
«Για σινεμά…»
«Ε, αφού το είπαμε…»
«Να περάσω…»
Ήρθε κοντά και με αγκάλιασε.
«Κοίτα –να το ξεκαθαρίσουμε. Δε γαμιέμαι με τον πρώτο τυχόντα…»
«Δεν το είχαμε ξεκαθαρίσει αυτό;» απόρησα.
«Μεσημέρι πού θα φας;»
«Δεν ξέρω –στη σχολή μου;»
«Πάμε για πίτσα; Και μετά πάμε σινεμά…»
«Μετά το μεσημεριανό; Στην παιδική θα πάμε;» απόρησα.
«Ρε χαζέ –είναι κιόλας 2 η ώρα…» ξεκαρδίστηκε.
Αυτό τώρα πού το ήξερε;

Έφτασα στη σχολή πρώτος εγώ και η μηχανή ήρθε μετά από κάνα τέταρτο –πραγματικά ιπτάμενος. Όση την κλείδωνα, σφύριζα κάποιο τραγούδι που κανένας δεν είχε γράψει κι έτσι δεν ήξερα τα λόγια του. Αλλά ήξερα πολύ καλά τι έλεγε…
Και τότε έφαγα μια γερή στην πλάτη –γύρισα, βρέθηκα περικυκλωμένος.
«Πού ήσουνα ρε μαλακισμένο;» με ρώτησε η Βιβή, έτοιμη να μου σκάσει και δεύτερη.
«Εντάξει –τη γλίτωσα. Τον Αντώνη τον έχει δει κανένας;» ρώτησα.
«Δεν ήταν μαζί σου;»
Σκατά…

Το προηγούμενο βράδυ είχανε πιάσει τον Παπ στην Ομόνοια και το Γιώργο το Βασιλιά έξω από το Πολυτεχνείο. Αυτούς τους ξέραμε γιατί έτυχε να τους δουν άλλοι δικοί μας που τη σκαπούλαραν. Και όλοι στη σχολή έψαχναν τους γνωστούς τους. Στράβωσα άγρια –αν είχαν μαζέψει 2 ή 3 μίνιμουμ από Πάντειο που ήταν εκτός κέντρου, τι είχε γίνει με τις σχολές του κέντρου; Πόσους θα έψαχνε η Τζούλια από τη δική της σχολή; Η Τζούλια… Τι να έκανε τώρα; Τρίτο έτος –αρχίδια ρε φίλε –πώς να τα βάλεις με τους τριτοετείς;
«Θα έρθεις;» με σκούντησε ο Πάρης.
«Πού;» έκανα αγουροξυπνημένος.
«Στο σπίτι του Αντώνη ρε μαλάκα –τι έχεις πάθει πια;» τσίτωσε η Βιβή.

Πήγαμε, χτυπήσαμε –τίποτα. Εκείνη την ώρα πέρναγε η Μαρία, είχε κλειδί, ανοίξαμε –φυσικά και δεν υπήρχε ψυχή στο σπίτι. Κλεισούρα, τσιγαρίλα κι άπλυτα πιάτα –τα σημάδια του Αντώνη αλλά χωρίς τον Αντώνη. Τρέξαμε στο περίπτερο, πήραμε Ελευθεροτυπία μπας και έγραφε τίποτα ονόματα συλληφθέντων –έγραφε, αλλά δεν ξέραμε κανέναν απ΄ αυτούς…

«Πάμε για μάσα;» είπε ο Πάρης.
«Πάμε», είπα και τότε θυμήθηκα… «Όχι, πρέπει να την κάνω –έχω…»
Το  έκοψα, αλλά όχι αρκετά γρήγορα.
«Τι τρέχει με σένα ρε ηλίθιο; Πολύ μυστήριος δεν μας το παίζεις;» με πλεύρισε η Βιβή.
«Εγώ;»
«Εσύ. Και κατά πρώτον, πού ήσουνα μέχρι τώρα;»
«Πού ήμουνα;»
«Με ρωτάς;»
Χαμογέλασα κι έκανα να φύγω. Η Βιβή με έπιασε από το μανίκι –φρέναρα.
«Πες», απαίτησε.
«Μαρία Σνάιντερ».
«Αυτή με το Ταγκό
«Ολόιδια».
«Α –κι εγώ νόμισα ότι πήδηξες καμιά με βούτυρο…»
«Άντε να χαθείς χυδαία…» έσπασα καρπό και της ξέφυγα.
«Πρόσεχε ρε μαλακισμένο», μου σφύριξε.
«Τι πράγμα;» απόρησα.
«Δε μ΄ αρέσουν οι παρέες σου».
«Και πού τις ξέρεις;»
«Δεν τις ξέρω, γι΄αυτό δε μ΄ αρέσουν…»
Της πέταξα ένα φιλί στον αέρα και βρέθηκα Συγγρού τρεχάτος με τη μηχανή να με ακολουθεί λαχανιασμένη. Εντάξει –είχαμε ραντεβού για φαγητό, αλλά πού διάβολο ήταν το ραντεβού;

Έφτασα σπίτι της –παιδεύτηκα κάμποσο με τα κουδούνια, τελικά διάλεξα αυτό που δεν είχε όνομα και το χτύπησα. Τίποτα… Άρχισα να κόβω βόλτες. Κάποια στιγμή άνοιξε η πόρτα της πολυκατοικίας, βγήκε μια κυρία με σκυλάκι στο λαιμό, χώθηκα πίσω της. Ανέβηκα στον όροφό της, χτύπησα κουδούνι –τίποτα. Αισθάνθηκα ολίγον μαλάκας.
Έφυγα σφαίρα για το Χημείο –απ΄ ότι θυμόμουν εκεί στεγαζόταν και το Φυσικό, πάρκαρα απέξω και ανέβηκα τα σκαλιά σαν κοτόπουλο χωρίς κεφάλι. Μέσα γινόταν η γνωστή χάβρα. Έπιασα τοίχο, άναψα μια Καμήλα και βάλθηκα να χαζεύω τον κόσμο που πηγαινοερχόταν. Τι σκατά έκανα εκεί πέρα; Μετά τη χτεσινή νύχτα ποιος θα ερχόταν για μάθημα εκτός απ΄ αυτούς που δε με ενδιέφεραν; Άφησα την Καμήλα να καεί και ξαναβγήκα στη συννεφιά. Τότε με έπιασε ένας τρόμος –φαντάσου να ερχόταν η Τζούλια και να με έβλεπε… Ο παρανοϊκός που σε ψάχνει παντού –όχι ρε πούστη μου… Έτρεξα στη μηχανή, έβαλα μπροστά, πήγα να πατήσω κάτι παιδιά στη φούρια μου και τότε την άκουσα να με φωνάζει. Άσπρισα από τρόμο και κοκκίνισα από ευτυχία. Ταυτόχρονα.
Την είδα να ανεβαίνει τη Σόλωνος παρέα με 5-6 άτομα, έφυγε μπροστά τους και ήρθε να με βρει.
«Τι κάνεις εδώ;» μου χαμογέλασε.
«Είχαμε …» έκοψα απότομα γιατί φοβόμουν να πω τη λέξη.
«Ραντεβού», με συμπλήρωσε. «Και σαν ηλίθια δε σου είπα πού θα βρεθούμε…»
Χαμογέλασα –τι άλλο να έκανα;
«Σου είπα να πάμε για πίτσα και θεώρησα ότι ξέρεις πού…» συνέχισε εκείνη.
«Ναι –δεν ξέρω, είμαι από χωριό…» της θύμισα.
«Αλήθεια, σε ποια σχολή είσαι;»
«Πάντειο».
Γέλασε.
«Εσείς που ξέρετε τα πάντα λοιπόν…»
«Εκτός από τις πιτσαρίες», είπα.
Εκείνη τη στιγμή μας πλησίασε η υπόλοιπη παρέα της. Τρεις κοπέλες που θα τις πέρναγα άνετα για Κνίτισσες λόγω ντυσίματος και δυο αγόρια με υφάκι είμαι αλλού και τζιν μπουφάν. Κοντοστάθηκαν. Εγώ σαν αγγούρι καβάλα στην ακίνητη μηχανή, η Τζούλια δίπλα μου με τους αγκώνες ακουμπισμένους στο ντεπόζιτο.
«Να σου συστήσω –Λένα, Μίνα, Άννα και ο Βασίλης με το Γιάννη», έκανε δείχνοντας κάθε φορά το σωστό άτομο.
«Χάρηκα», είπα χωρίς να το εννοώ.
«Πάμε;» πρότεινε γενικά η Τζούλια και μετά γύρισε στους υπόλοιπους. «Θα βρεθούμε Καζαλόμα», είπε.
Ανέβηκε πίσω μου στη μηχανή. Ξεκίνησα.
«Πού πάμε;»
«Θα σου πω».

Η πιτσαρία ήταν γεμάτη φοιτητές –έδιναν κουπόνια από τις σχολές –και πιο απρόσωπη από αίθουσα αναμονής υπεραστικών λεωφορείων. Βρήκαμε ένα τραπέζι με μπόλικες άδειες θέσεις και καθίσαμε, οι άλλοι δεν είχαν φτάσει ακόμα. Ένιωθα κάπως άβολα, υπολόγιζα ότι θα τρώγαμε μόνοι μας, όχι με το μισό Φυσικό παρέα (ή ότι κέρατο ήταν αυτοί που περιμέναμε).
«Τι να σου φέρω;» με ρώτησε.
«Ότι πάρεις κι εσύ», είπα αφηρημένα.
Δεν είχα και πολλή όρεξη για φαγητό τελικά…
Κάπνισα μισό τσιγάρο μέχρι να επιστρέψει κουβαλώντας 2 πίτσες και 2 μπύρες.
«Τα ποτά τα πληρώνετε –έτσι;» έκανα.
«Εντάξει –κερνάς τα επόμενα», με καθησύχασε.
Έπιασε ένα κομμάτι πίτσα με χαρτοπετσέτα, πήγα να κάνω το ίδιο και τότε ανακάλυψα ότι δεν μπορούσα να ονομάσω ούτε ένα συστατικό αυτού του πράγματος που με παραφύλαγε στον τσίγκινο δίσκο.
«Γεια σου μωρό –πότε θα μου πάρεις τελικά εκείνη την πίπα που λέγαμε;»
Πετάχτηκα. Ένας μαλλιάς είχε χώσει τη μούρη του μπροστά στη Τζούλια και της χαμογελούσε –εμένα με είχε φτυσμένο.
 «Όταν αποφασίσεις να πλυθείς», του απάντησε η Τζούλια μασουλώντας το κομμάτι της.
«Πφφφ, μια ζωή μικροαστή… Τόσο εκτός μόδας», γέλασε ο μαλλιάς.
Έβλεπα το ξεβαμμένο με χλωρίνη μπλουζάκι του και το στενό τζιν του, χαμογέλασα.
«Ενώ ο χιπισμός είναι μέσα στη μόδα», σχολίασα.
Γύρισε απότομα να με κοιτάξει, το μούσι του κουνήθηκε.
«Ποιο είναι το άτομο;» ρώτησε.
«Ποιο άτομο; Βλέπεις εσύ κανένα άτομο;» του χώθηκα.
«Τι θέλει ρε Τζούλια το παιδί;» γύρισε προς το μέρος της.
«Εντάξει –είναι φίλος μου», είπε σιγά η Τζούλια σκύβοντας το κεφάλι.
«Να προσέχεις τις παρέες σου μωρό», έκανε ο τύπος κι απομακρύνθηκε τινάζοντας τη μαλλούρα του στον αέρα.

Κοίταξα τη Τζούλια που παράτησε το μισοφαγωμένο κομμάτι πίτσας και άναψε τσιγάρο. Με κοίταξε κι εκείνη με σοβαρό ύφος.
«Πώς σου φαίνομαι;» με ρώτησε.
«Δηλαδή;»
«Σου μοιάζω με κάποια;»
Γέλασα.
«Ναι –με τη Μαρία Σνάιντερ».
Έμεινε κάπως ξερή.
«Τι πράγμα;»
«Μοιάζεις με τη Μαρία Σνάιντερ –κακό είναι;»
«Πώς σου ήρθε αυτό;»
Έξυσα τη φαβορίτα μου κι άναψα μια Καμήλα.
«Εσύ με ρώτησες», έκανα μπερδεμένος.
«Ναι, αλλά δεν εννοούσα αυτό… Εννοούσα αν σου μοιάζω με καμιά γυναικούλα που θέλει υποστήριξη. Άκου με τη Μαρία Σνάιντερ…» φύσηξε τον καπνό θυμωμένα.
Ο αέρας μύριζε καυγά κι εγώ είχα δυο επιλογές –σε άλλη περίπτωση θα το τραβούσα μέχρι εκεί που δεν έπαιρνε, αλλά τώρα….
«Σε πείραξε που τη χώθηκα στο χίπη ή που σου είπα ότι μοιάζεις με τη Σνάιντερ;» ρώτησα.
«Και τα δυο…»
«Εντάξει –ας το πάμε από τα εύκολα… Θεωρώ ότι η Μαρία Σνάιντερ είναι μια από τις ομορφότερες γυναίκες που έχω δει στη ζωή μου…»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Άρα, μου έκανες κομπλιμέντο…»
«Όχι –είπα την αλήθεια….»
«Δε μοιάζω με καμία –εντάξει;»
«Δε μοιάζεις με καμία –πάμε παρακάτω…»
«Και δεν έχω ανάγκη υπεράσπισης…»
Έσβησα το τσιγάρο νευρικά.
«Άκου κάτι –από εκεί που έρχομαι, έχω συνηθίσει αλλιώς… Δεν είμαστε μόνοι, είμαστε παρέα…»
«Τι θα πει αυτό; Ότι μαζευόσαστε και πλακώνετε στο ξύλο όποιον πάει να πειράξει τις κοπέλες σας;»
«Όποιον πάει να μας πειράξει γενικώς. Όποιον μας κοιτάξει επίμονα. Όποιον μας μιλήσει χωρίς να θέλουμε. Οποιονδήποτε…»
«Και με ρώτησες εμένα αν θέλω να είναι έτσι;»
Σήκωσα το ποτήρι της μπύρας, ήταν άδειο –δεν είχα διάθεση να το ξαναγεμίσω.
«Όχι δε σε ρώτησα και ξέρεις γιατί; Επειδή ότι κι αν μου έλεγες εγώ πάλι το ίδιο θα έκανα».
«Άρα με γράφεις…»
«Σε γράφω επειδή σε υπερασπίζομαι;»
«Χωρίς τη θέλησή μου…»
«Χωρίς τη θέλησή σου –εντάξει. Άρα θα πρέπει να έρχεται ο κάθε παπάρας, να σου λέει μαλακίες κι εγώ να γελάω από δίπλα; Ή να κοιτάζω τριγύρω σε στυλ ωραίος καιρός σήμερα
Έσκυψε πάνω από το τραπέζι, τα μαλλιά της έπεσαν στα μάτια της, τα τίναξε πίσω και με κοίταξε.
«Τι θέλεις; Θέλεις να είμαστε μαζί;»
«Όχι –με έχεις εδώ με το ζόρι, επειδή κρατάς όμηρο το αδερφάκι μου», γέλασα.
«Απάντα κανονικά».
«Φυσικά και θέλω…»
«Τότε πρέπει να με καταλαβαίνεις…»
«Μόνο εγώ;»
«Τι θα πει αυτό;»
«Μόνο εγώ θα πρέπει να σε καταλαβαίνω;»
«Όταν αφορά την προσωπική μου ζωή –ναι».
«Είχα την εντύπωση ότι όταν κάποιοι είναι μαζί, η προσωπική ζωή είναι πληθυντικός…» είπα.
«Δεν πάει έτσι… Μπορούμε να είμαστε μαζί όσο κι εγώ μπορώ να είμαι μόνη μου. Δε θα γίνουμε ποτέ ένα πράγμα –αυτό είναι ισοπέδωση…»
«Μάλιστα…» μουρμούρισα σπρώχνοντας την πίτσα μακριά μου.
«Μάλιστα; Τι θα πει πάλι αυτό;»
«Μάλιστα ότι πείτε… Θα είμαστε μαζί κι ο καθένας μόνος του. Όταν έχεις όρεξη θα ρίχνεις σήμα να περνάω να πηδιόμαστε, όταν θέλεις παρέα θα με ειδοποιείς να πηγαίνουμε και καμιά βόλτα… Τα λέω καλά;»
«Όχι…»
«Εντάξει –πες τα εσύ τότε…»
«Δε βγαίνει άκρη», είπε θυμωμένα.
«Αυτό λέω κι εγώ…» έκανα όσο σηκωνόμουν. «Λοιπόν σου χρωστάω ένα κέρασμα μπύρες…»
Με κοίταζε καθώς έβαζα το στρατιωτικό μπουφάν μου κι εκείνη την ώρα διάλεξε η υπόλοιπη παρέα της να μπουκάρει στο μαγαζί. Ήρθαν στο τραπέζι μας όσο κοιταζόμασταν παγωμένα.
«Πού πας; Τώρα φεύγεις;» με ρώτησε μια από τις κοπέλες.
«Ναι –έτυχε κάτι…» μουρμούρισα.
«Πάμε έξω να σου πω…» είπε η Τζούλια και φόρεσε το μπουφάν της.
Βγήκε –την ακολούθησα. Πήγαμε στη μηχανή. Γύρισα να την κοιτάξω.
«Δε θ΄ ανέβεις;» με ρώτησε.
«Τι ήθελες να μου πεις;»
«Ανέβα…»
Ανέβηκα, αλλά δεν έβαλα μπροστά.
Ήρθε πίσω μου.
«Κάνε χώρο –δε χωράω», μου είπε.
Της έκανα χώρο, ανέβηκε πίσω μου.
«Άντε ξεκίνα…»
«Πού πάμε;»
«Σινεμά δεν είχαμε πει;»
Σήκωσα τους ώμους και ξεκίνησα τη μηχανή. Ο κινηματογράφος σώζει ζωές τελικά…

Φτάσαμε στην ΕΛΛΗ αμίλητοι, πάρκαρα, κατεβήκαμε –είχε ουρά στο ταμείο, στηθήκαμε χωρίς να ακουμπάνε ο ένας τον άλλο. Κυριολεκτικά και μεταφορικά δηλαδή.
Στο πλάι της ουράς ήταν η Καρέζη με τον Καζάκο –εκείνος φόραγε ένα στρατιωτικό μπουφάν σαν το δικό μου, εκείνη ήταν ντυμένη γκράντε, εντελώς φαμ φατάλ. Τους χάζευα όσο περιμέναμε και, με κάποιο μυστήριο τρόπο, έμοιαζαν να μην πατάνε στη γη –αιωρούμενοι και χαμογελαστοί. Γύρισα στη Τζούλια, τους είχε δει κι αυτή αλλά δεν είπε τίποτα οπότε το άφησα να περάσει.
Πλήρωσα τα εισιτήρια και είπα τη μαλακία μου.
«Πατσίσαμε τις μπύρες νομίζω».
Εκείνη δεν με κοίταξε καν.

Μπήκαμε στο μπαρ του κινηματογράφου –είχαμε κάποια ώρα μέχρι ν΄ αρχίσει η ταινία.
«Παράτησες τους δικούς σου», παρατήρησα.
«Δεν είναι δικοί μου –φίλοι είναι», είπε.
«Ότι πεις…»
«Κόφτο- έτσι;»
Την κοίταξα –εκείνη προτίμησε να ασχοληθεί με τις αφίσες στους γύρω τοίχους.
«Τι πάει στραβά;» τη ρώτησα.
«Είσαι πολύ επεκτατικός, δε σέβεσαι τον προσωπικό μου χώρο».
«Απλά δεν τα πάω καλά με τα όρια», διευκρίνισα.
«Κοίτα –από τις εμπειρίες που έχω στο θέμα των σχέσεων… Ποτέ δεν πάει καλά όταν οι άνθρωποι κολλάνε ο ένας πάνω στον άλλο».
«Έχεις εμπειρίες ε;»
«Γιατί –εσύ δεν έχεις;»
Σηκώθηκα, πήγα στο μπαρ, πήρα δυο Στολίσναγια τόνικ, ξαναγύρισα δίπλα της.
«Τι είναι αυτό;» ρώτησε.
«Δοκίμασε –αν δεν σου αρέσει παίρνουμε κάτι άλλο…»
Ήπιε, της άρεσε μάλλον, άναψε τσιγάρο.
«Εντάξει;»
«Τι εντάξει;»
«Με το ποτό».
«Εντάξει».
«Αυτό ακριβώς… Δοκιμάζουμε κι αν δεν μας αρέσει, παίρνουμε κάτι άλλο…» συνόψισα.
Γέλασε ανόρεχτα.
«Υπήρχε λοιπόν κάποιος συμβολισμός στη βότκα…»
«Στολίσναγια –και ο συμβολισμός περιλάμβανε και το τόνικ», γέλασα με τη σειρά μου.
«Συνέχισε…» με παρότρυνε.
«Είπες για εμπειρία στις σχέσεις –εγώ δεν ξέρω τι είναι αυτό το πράγμα. Δεν έχεις καμιά σχέση με την όποια κοπέλα ήμουν πριν από σένα και δεν έχω σχέση με αυτούς που ήσουν πριν… Εμπειρία… Εδώ μηχανή αλλάζεις και ξεχνάς ότι ήξερες από την προηγούμενη αν δε θες να σαβουριαστείς…» σταμάτησα, δεν είχα κάτι άλλο να πω.
«Καλά λοιπόν… Ακόμα κι έτσι…»
«Δηλαδή;»
«Μόνος σου το είπες. Κάθε καινούργια σχέση δεν έχει σχέση με την προηγούμενη…»
Γελάσαμε και οι δυο με το αστειάκι.
«Άρα, θα πρέπει να με καταλάβεις και να φέρεσαι διαφορετικά απ΄ότι με τις προηγούμενες…» συνέχισε.
«Εκεί είχαμε μείνει στην πιτσαρία. Πρέπει να σε καταλάβω –εντάξει. Εσύ τι πρέπει να κάνεις;» της χώθηκα.
«Αρχίζει η ταινία…» είπε.
Τελειώσαμε τα ποτά μας και μπήκαμε στη μισοσκότεινη αίθουσα. Βολευτήκαμε, εκείνη αγκάλισε το μπράτσο μου και έριξε το κεφάλι της στον ώμο μου. Ήταν μια πολύ όμορφη ταινία –ένα παραμύθι που χρειαζόμασταν νομίζω…

Το βράδυ εκείνο κοιμήθηκα σπίτι της –μετά την ταινία περάσαμε από την πλατεία για κόψιμο κίνησης, εκείνη κολλημένη στην πλάτη μου καθώς μανουβράριζα τη μηχανή ανάμεσα σε παρκαρισμένους μπάτσους –μύριζε στάχτη και βερνίκι από αρβύλες ο αέρας.
«Όλα πεθαμένα ρε γαμώτο…» είχε ψιθυρίσει στο αυτί μου.
«Κι ο θάνατος μέσα στη ζωή είναι», είχα απαντήσει χαζά.
Το σεξ μεταξύ μας ήταν κάπως αλλιώτικο εκείνο το βράδυ –έμοιαζε με περπάτημα βαθειά μέσα στο δάσος, εκεί που κανένα πουλί δεν πετάει, κανένα ψάρι δεν κολυμπά, χανόμασταν και ξαναβρισκόμασταν για να χαθούμε πάλι και κάποια στιγμή εκείνη αναστέναξε κι εγώ την πήρα αγκαλιά- μετά μας πήρε ένας ύπνος και «μπορείς να πεις ότι αυτοί οι δρόμοι είναι ποτάμια, μπορείς να πεις ότι τα ποτάμια είναι δρόμοι, μπορεί να σκεφτείς ότι ονειρεύεσαι φίλε, αλλά κανένας ύπνος δεν πάει τόσο βαθειά»….

 Την ονειρεύτηκα γυμνή στην αγκαλιά μου και ξύπνησα και ήταν γυμνή στην αγκαλιά μου. Είχα σχέση τελικά…


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στον Peter Hammill

21 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

CaptainHarlock είπε...

«Χάρηκα», είπα χωρίς να το εννοώ (πόσο πιο αλήθεια δηλαδή…), «Άκου κάτι –από εκεί που έρχομαι έχω συνηθίσει αλλιώς… Δεν είμαστε μόνοι, είμαστε παρέα…» (όσοι δεν το έχουν βιώσει στην ουσία του, δεν μπορούν να το αντιληφθούν και πραγματικά), «Εντάξει, εδώ μηχανή αλλάζεις και ξεχνάς ό,τι ήξερες από την προηγούμενη αν δεν θες να σαβουριαστείς…» (κορυφαία ατάκα, αλλά αν η κοπέλα δεν έχει καβαλήσει μηχανή…). Όλα ωραία και καλά, αλλά αυτό το «Είχα σχέση τελικά…», στο κλείσιμο, κάπως με άγχωσε. Δεν τον βλέπω καλά τον φίλο μας. Πάρα πολύ καλό Motocycle. Ουφ… -άντε να δούμε τι θα γίνει (και) με αυτή την Τζούλια, δεν είμαι πολύ αισιόδοξος πάντως…

The Motorcycle boy είπε...

Δεν μιλάμε για να πείσουμε τους άλλους -για να πείσουμε τον εαυτό μας μιλάμε -έτσι δεν είναι;
Η σχέση είναι το χειρότερο καλύτερο πράγμα στη ζωή ενός ανθρώπου -όταν πηγαίνει καλά τότε κάτι δεν πηγαίνει καθόλου καλά.
Η Τζούλια είναι ο όλεθρος που έρχεται κατά πάνω μας και τον περιμένουμε με ανοιχτή αγκαλιά και χαμόγελο ηλιθίου -πάντα έτσι ήταν.

CaptainHarlock είπε...

Έτσι είναι. Επίσης, θεωρώ πως όποια σχέση δεν περνά, έστω και λίγο, μέσα από ένα λογοτεχνικό-κινηματογραφικό πρίσμα (βλέπε Μαρία Σνάιντερ, ας πούμε), καλύτερα βράσε ρύζι κι όσπρια. Όταν πάλι όλα μοιάζουν τόσο «τέλεια», μέσα μας, στο τέλος (που δεν αργεί να έρθει), αντιλαμβανόμαστε πως οι «ιδανικές πολιτείες» (κι όπου «πολιτεία» γράψε «γυναίκα») είναι κατά κανόνα ανύπαρκτες. Ερωτευόμαστε τις πλάνες μας, τις φαντασιακές μας προβολές, πάνω σε άλλους ανθρώπους. Και φυσικά τρώμε τα μούτρα μας. Υπάρχει κάτι καλύτερο από αυτό; Στο είχα ξαναγράψει, ζούμε το ζενίθ της εποχής της απομάγευσης. Δίχως έρωτα, μύθο και ποίηση είμαστε τελειωμένη ιστορία. Κι ένα «χρωστούμενο» από όσα λέγαμε προχθές. Ναι, όσο γερνάμε όλο και λιγότεροι επιθυμούν να μας ποντάρουν. Ίσως όμως να θέλουμε εμείς να ποντάρουμε περισσότερο στον εαυτό μας, όχι για εμάς τόσο, αλλά για να γίνουμε καλύτεροι για όσους αγαπάμε πραγματικα. Έγραψε κάποτε ο T.S Eliot πως «το τέλος της αναζήτησής μας θα είναι να φθάσουμε στην αρχή σα να βρισκόμαστε εκεί για πρώτη φορά». Το έκανε ο Μπουκόφκσι («Τοστ Ζαμπόν»), το έκανε κι ο Μεγάλος («Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα»), με απόλυτη επιτυχία, λίγο πριν φύγει. Έχει σημασία η επιστροφή, αν έχεις νεφρά να την προκαλέσεις. Και δεν είναι πάντοτε απαραίτητο ο νόστος να πηγαίνει «πακέτο» με το άλγος. Κάποια στιγμή θέλω να πιστεύω πως μένει ως καθαρή μνήμη, αν μπορεί να σταθεί ακέραιο κάτι τέτοιο.

The Motorcycle boy είπε...

Κοίτα -αν "Ο χαμένος τα παίρνει όλα" τότε θα πρέπει να ποντάρω στον εαυτό μου.
Ο ΝΝ μας χρώσταγε το Μοντεζούμα και ήταν κύριος -δεν θα έφευγε χωρίς να μας πει την ιστορία. Μακάρι κι εμείς να φύγουμε τόσο ακέραιοι.

CaptainHarlock είπε...

Δεν είναι απείρως άθλιο να λασπολογείς δημόσια (ναι, δεν αμφιβάλω πως για σκέτη λάσπη πρόκειται) κάποιον, όταν αυτός δεν είναι ζωντανός, να σου απαντήσει; Όχι βέβαια πως ο Ν.Ν θα ασχολιόταν ποτέ με τον «Ακάλυπτο». Δεν αξίζει τον κόπο, ούτε λόγος. Αλλά, ρε φασουλή, είναι δυνατόν να αραδιάζεις τέτοια ψέματα; Πως είναι δυνατόν η Γλυκιά Συμμορία να μην είναι καν (;) ιδεά του Ν.Ν, αλλά της Γώγου (ε;), από τη στιγμή που ΟΛΟ το κινηματογραφικό έργο του Ν.Ν διέπεται από κοινά στοιχεία, από την πρώτη έως την τελευταία του ταινία (το σπίτι, οι άνθρωποι που κλείνονται μέσα, να υπερασπιστούν «κάτι» ουσιαστικό, προσδιορισμένο κι απροσδιόριστο, κι άλλα πολλά, σημαντικά και σημαντικότερα). Φτιάξε βρε Χατζιαβάτη του (πλέον) χυδαίου τελεβιζιόν ένα ψέμα της προκοπής, μήπως και το πιστέψουν τίποτε σκόρπιοι αδαείς και κουφιοκέφαλοι. Παραθέτω λοιπόν το απόσπασμα της συνέντευξης:

Μετά προσπαθήσαμε να κάνουμε μια ταινία με τον Νικολαΐδη αλλά μας ψιλοπούλησε και την έκανε μόνος του. Η Γλυκιά Συμμορία ήταν μια ιδέα της Κατερίνας. Στο αρχικό σχέδιο ήταν να παίζουμε η Κατερίνα, η Λαζαρίδου, ο Ρέτσος κι εγώ. Αλλά δεν έκατσε. [Ο Νικολαΐδης λέει κάπου ότι ο Ρέτσος τη χάλασε τη δουλειά, σχολιάζω]. Όχι, πρέπει να δώσω δίκιο στον Ρέτσο. Δεν χάλασε καμία δουλειά. Ο Νικολαΐδης τα έκανε μπάχαλο σε μια εποχή όπου δεν είχε γενικευθεί ακόμα το πισώπλατο μαχαίρωμα. Τώρα ο καθένας σε πουλά έναντι πινακίου φακής. Τότε όταν γινότανε αυτό ήταν σοβαρός λόγος να μην του ξαναμιλήσεις ποτέ. Δεν ενδιαφέρθηκα ποτέ να τον ξανασυναντήσω όπως και η Κατερίνα. Για τον Άρη Ρέτσο δεν το συζητάμε [αφού είχαν μαλώσει άγρια].

http://www.mic.gr/synenteyxi/antonis-kafetzopoylos-antonis-kafetzopoylos-ston-tomea-tis-poiisis-eimai-aystira-kke

Γνωρίζω για το περιστατικό με τον Ρέτσο, εντάξει. Το έχει αναφέρει κι ο Ν.Ν σε συνέντευξη του, δίχως ίχνος κακίας, Κύριος, όπως σε όλα του. Οι υπόλοιπες τερατολογίες που διάβολο πατάνε; Γιατί εδώ μιλάμε για τρελά πράγματα. Αιδώς Αργείοι (κι αργυρώνητοι ) δηλαδή. Θα μου πεις, με το δίκιο σου βέβαια, «Χέσε μας, ρε Captain, με ποιος ασχολείσαι τώρα; Πλάκα μας κάνεις έτσι…;». Εντάξει, σίγουρα. Από την άλλη όμως, δε δέχομαι να διαβάζω τέτοιες χυδαιότητες, δίχως να γράψω δυο γραμμές κι ας μην τις διαβάσει και κανείς. Σημασία έχει να μην κρατώ μέσα μου όσα σημαντικά (για μένα) νιώθω.

Αυτά.

The Motorcycle boy είπε...

Another glorious battle for the kingdom? που έλεγε σ΄εκείνη την τρομερή σκηνή ο Motorcycle boy...

Λοιπόν, αυτή η ιστορία αρχίζει με μια δημοσίευση του παπάρα του Μποσκοϊτη ο οποίος θεωρεί καλό, στη σούπα που γυρίζει για τη Γώγου (τρίζουν κόκαλα μιλάμε...) να παραθέσει την αποψάρα του Καφέ οτι το σενάριο της Συμμορίας το έκλεψε ο ΝΝ από τη Γώγου.
Μπαίνω στο μπλογκ, τους λέω οτι δεν γίνεται αυτό και είναι σιχαμένο να βάζουν 2 πεθαμένους στη μέση κι ας ρωτήσουν τη Λαζαρίδου να τους πει τα σχετικά. Προσθέτω οτι έχω μαρτυρίες από πρώτο χέρι και παραθέτω Ανακτορίδη (δεν τον ξέρουν φυσικά) ο οποίος μου έχει πει οτι σκηνές της Συμμορίας τις έστηνε στο κεφάλι του ο ΝΝ και τους τις έλεγε στο γύρισμα του Λάκριμα ακόμα...
Φυσικά το μουνάκι ο Μπόσκο φέρνει τα γιουσουφάκια του και το γυρνάνε στο κανιβάλισμα.
Μετά το παίρνει είδηση άνθρωπος του ΝΝ και βάζει χέρι στον Καφέ ο οποίος τα κάνει κωλοτούμπα αλλά καταφέρνει να τα σκατώσει χειρότερα (υπάρχει άρθρο στο μπλογκ του -τον ρωτάω κι εκεί αλλά προτιμάει να θαυμάσει τα άστρα γιατί είχε ξαστεριά εκείνες τις μέρες). Και βέβαια η αποψάρα δεν μπαίνει στο ντοκυμαντέρ για τη Γώγου το οποίο, αν αγαπάς την κωμωδία τύπου Μπόρατ στο συστήνω ανεπιφύλακτα -κατάφερε ο άθλιος να ξεφτιλίσει μια σημαντική ποιήτρια και μια μεγάλη ηθοποιό.
Κάπου εκεί λήγει το σήριαλ -πάνε χρόνια τώρα -και το ρεζουμέ; Λέει ο Καφές "η ιδέα της Γώγου είναι οτι υπάρχει μια παρέα από 4, γιατί τόσοι ήμασταν και μετά γίνεται της πουτάνας". Αν αυτό είναι το σενάριο της Συμμορίας κι εγώ έχω μια ιδέα οτι ένα αγόρι ερωτεύεται ένα κορίτσι -μήπως από μένα το έκλεψε ο Σαίξπηρ τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα; Λέει ο Καφές οτι η συνεισφορά του στην ταινία ήταν ότι έκανε τα μάτια του σε στυλ Κινέζος κι έλεγε οτι είναι ο Ζαπάτα -τιμής ένεκεν στο Μπράντο. Εντάξει κι εγώ έκανα πλαγιάσματα στη Συγγρού -τιμής ένεκεν στον Λούκα Κανταλόρα, αυτό πάει να πει οτι έχω συμβολή στη Συμμορία; Γιατί όσο έχει η ταινία τα κινέζικα μάτια του Καφέ, άλλο τόσο έχει και τα δικά μου τα πλαγιάσματα.

Ο ΝΝ δεν είχε κανένα πρόβλημα με το Ρέτσο -απλά κάποια στιγμή ο άνθρωπος του είπε οτι δεν μπορεί να το παίξει έτσι όπως ήθελε κι έφυγε. Εκείνο το μεσημέρι, όπως έτρωγαν όλοι μαζί ο ΝΝ πέταξε το σενάριο στο Μόσχο (τον είχε για το ρόλο που κάνει τελικά ο Ρώμας) και του είπε "Θα παίξεις τον πρώτο ρόλο". Κι ο Μόσχος έβαλε τα κλάματα.
Με τον Καφετζόπουλο όμως ήταν χοντρά παρμένος ο ΝΝ -δεν θα πω το λόγο, αλλά έχει να κάνει με τον κωλοπαιδισμό του Καφετζόπουλου.

Αυτά τα ρομαντικά από τα χρόνια τα παλιά...

CaptainHarlock είπε...

Να ‘σαι καλά ρε Motorcycle, ιδιαίτερα σημαντικές οι λεπτομέρειες που πρόσθεσες. Πολλά από αυτά δεν τα ήξερα. Πέρα από το άθλιο της λάσπης, λοιπόν, μου την έδωσε που ανακατεύει κι άλλους ανθρώπους, ζώντες και νεκρούς, στο φληνάφημά του. Στο Ν.Ν χρωστάω. Δεν κάνω πλάκα. Έτσι νιώθω. Με έχει βοηθήσει πολλές φορές στο παρελθόν, σε λούκια χοντρά, με το έργο του. Ακόμη και τώρα βρίσκω συχνά καταφύγιο στον κόσμο που έπλασε μέσα από τα βιβλία και τις ταινίες του, όταν με ζώνουν άσχημα τα φίδια. Για αυτό τρελαίνομαι κανονικά όταν κάποιοι που θα έπρεπε τουλάχιστον να φτύνουν τη μάπα τους κάθε πρωί στον καθρέπτη, προσπαθούν να μειώσουν(εδώ γελάμε) τον Ν.Ν με ψέματα. Δεν τον γουστάρεις; Μην ασχολείσαι. Σου τι δίνουν τόσο πια οι ταινίες και τα βιβλία του; Ε, γράψε μια κριτική, με επιχειρήματα, να τη διαβάσουμε κι εμείς ρε αδερφέ, μήπως κάτι δεν καταλάβαμε καλά δηλαδή… Δεν είχα την ευτυχία να τον γνωρίσω, αλλά τον θεωρώ, με έναν παράξενο-παράλογο τρόπο, δικό μου άνθρωπο. Κι όταν κάποιος ενοχλεί τους δικούς μου ανθρώπους, ενοχλεί απευθείας κι εμένα. Έτσι είναι.

The Motorcycle boy είπε...

Ο ΝΝ ήταν δικός μας και παραμένει δικός μας -άσε τις κουφάλες να λυσσάνε που δεν έχουν ζωή και ψάχνουν να ρουφήξουν από ένα γύρω...
Κριτική για τον ΝΝ -έχω κι από τέτοιες -άλλη δοξασμένη μάχη για το βασίλειο...
http://themotorcycleboy.blogspot.gr/2011/05/blog-post_23.html

CaptainHarlock είπε...

Ω, ναι! Το έχω διαβάσει! Δε γίνεται να συμφωνήσω περισσότερο με όσα έγραψες. Το φοβερό και τρομερό «καμάρι» της LIFO(ξεράσματα και γλοιωδίες ...), δηλαδή πόσο ξεφτίλας μπορείς να γίνεις για λίγα ευρώ και μια εφήμερη ψευτο-δημοσιότητα; Έχω διαβάσει και τα σχόλια σου στο μπλογκ του και τις «απαντήσεις» του σε στυλ «με φτύνουνε και λέω πως ψιχαλίζει». Κάθε εποχή είχε και θα έχει τους Φώντες της. Αλλά τις τελευταίες δεκαετίες έχουν λυσσάξει τόσο μα τόσο, να αφομοιώσουν κάθε αυθόρμητη αστική κουλτούρα, με στοιχεία που ξυπνούν κι απελευθερώνουν τον άνθρωπο, στο χωνευτήρι της εναλλακτικής-κυρίαρχης αφήγησης, που δεν έχουν ίχνος ντροπής και μέτρου σε όσα κάνουν. Βασιλάκης Παπακωνσταντίνου, Πιρουνίτσας, Ντα(ου)λούκας, Τρούσας και, κυρίως, οι πάτρωνές τους, αυτοί κάνουν παιχνίδι ... Μια ωραία ατμόσφαιρα, ε;

The Motorcycle boy είπε...

Πάντα εδώ ήταν -ρουφάγανε αίμα με το μπουρί της σόμπας. Ότι καλό έσκαγε το έθαβαν μέχρι να δουν οτι έχει φράγκα και το αποστραγγίσουν. Το πρόβλημα είναι οτι εμείς δεν είμαστε πια εδώ. Κάποιοι εμείς, τέλος πάντων...

CaptainHarlock είπε...

Λάθος φίλε μου, εδώ είμαστε…

Και γράφουμε γοητευτικές νουβέλες και μυθιστορήματα, στέλνοντας σήματα καπνού στους «έξω», που θέλουν να γίνουν «μέσα»…

Και δουλεύουμε στις πιο βρώμικες κι άθλιες δουλειές του κόσμου, αλλά με το υστέρημά μας εκδίδουμε αναρχικές εφημερίδες και περιοδικά κι ας τα διαβάζουν ελάχιστοι…

Και γεννάμε ακόμη όμορφες μουσικές, δίχως η αύρα μας να γερνάει μια στάλα, με πείσμα και με πάθος…

Τα κουρέλια πάντα «θα τραγουδούν ακόμα»…

Μόνο να μην κάνουμε το ίδιο λάθος με τους προηγούμενους –όλους τους προηγούμενους. Όσο μπορούμε, όσο αντέχουμε, να είμαστε σε μια ανοιχτή επικοινωνία με το νέο, το καινούριο, να κρατήσουμε ανοιχτούς τους διαύλους, σε ιδέες και συναισθήματα, με τους νέους ανθρώπους. Αυτή η διάδραση της νεανικής ορμής και καθαρότητας με την ελάχιστη εμπειρία και γνώση που μπορεί να διαθέτουμε μπορεί να γίνει βόμβα νετρονίου για όλους αυτούς που, πράγματι, μας πίνουν το αίμα με το μπουρί της σόμπας. Πολύ δύσκολο, αλλά πρέπει πάντα να προσπαθούμε. Καθημερινά. Εσύ που είσαι πατέρας το νιώθεις και το καταλαβαίνεις σαφώς καλύτερα από μένα.

Ο Καλος Λυκος είπε...

τρία επεισόδια σέ ένα μήνα... κάτι τρέχει...

The Motorcycle boy είπε...

Captain αν καταλάβουμε το νέο και το δεχτούμε -κάτι δεν πάει καλά με το νέο. Γεράσαμε -το νέο πρέπει να μας περάσει σαν οδοστρωτήρας και να στρίψει στη γωνία σφυρίζοντας. Εγώ τουλάχιστον, κοιτάζω, θαυμάζω και μπορεί και να δακρύζω όταν είμαι σίγουρος οτι δε με βλέπουν τα μαλακισμένα.

Λύκε -πώς δεν τρέχει... Παίρνω άδεια από βδομάδα.

CaptainHarlock είπε...

«Τέλος πάντων, βρήκα τη Φανή μόλις είχα ξεμπερδέψει από μια πολύ επικίνδυνη σχέση που πήγαινε τσιφ για γάμο…» («Ημέρες κρασιού και τριαντάφυλλων 1, σελ 2). Πες μου, αν θέλεις, μήπως αναφέρεσαι στην Τζούλια της τρέχουσας ιστορίας; Ή τα έχω κάνει λίγο μπάχαλο στο μυαλό μου; Εντάξει,μάλλον το δεύτερο. Όπως πάντα άλλωστε...

The Motorcycle boy είπε...

Δεν τα έχεις κάνει καθόλου μπάχαλο στο μυαλό σου -σ΄αυτή αναφέρομαι. Ή κάποια σαν αυτή τέλος πάντων...

CaptainHarlock είπε...

Μάλιστα… Δηλαδή, κοντά τρία χρόνια με τη Τζούλια. Άρα έχει πολύ «ψωμί» ακόμη η ιστορία (ωραία!), μιας και το «Ημέρες κρασιού και τριαντάφυλλων» ξεκινά με την αυτοκτονία του Άσιμου, Μάρτιος του ’87, αν δεν κάνω λάθος. Παρεμπιπτόντως, βρίσκω την «αιρετική» άποψή σου για τον Άσιμο άψογη, συμφωνώ κι επαυξάνω. Τα είδες, τα έζησες κι έχεις το θάρρος της γνώμης σου. Αίσχος σε όσους τη βρίσκουν με αγιογραφίες και μάλιστα της τρύπιας πεντάρας. Προσωπικά, για το θέμα, ό,τι γνωρίζω είναι από αφηγήσεις άλλων, που ήταν ωστόσο παρόντες στα Εξάρχεια τη δεκαετία του ’80, άνθρωποι που εκτιμώ κι εμπιστεύομαι. Η αφήγηση τους, επί της ουσίας, δε διαφέρει καθόλου από τη δική σου. Πάντως δε «χαϊδεύεις αυτιά», δεν αποφεύγεις να πάρεις θέση για ο,τιδήποτε θεωρείς πως σε αφορά. Σε εκτιμώ για αυτό.

The Motorcycle boy είπε...

Ναι -3 χρόνια ή 33 χρόνια ή 33 ώρες -ο χρόνος μέτρησε περίεργα τότε... Θα δεις, αν καταφέρω να το ολοκληρώσω...
Κοίτα -εγώ την πήρα στα σοβαρά την άποψη "No more heroes anymore" κι ακόμα την παλεύω -τώρα που όσοι την εκπροσωπούσαν πλασάρονται σαν ήρωες για τις νεώτερες γενιές. Κοντολογίς, μου τη δίνει άσχημα όταν ακούω "εσείς στο '80 μετράγατε -κάνατε πράγματα", για τα μπάζα ήμασταν και τίποτα δεν κάναμε.
Αφού σου αρέσουν αυτές οι ιστορίες, να σου πω οτι κάποια φορά που έσκασε η Γώγου με τη συνοδεία της στην πλατεία, πετάχτηκε ο Πιλάλας από το Τσαφ, έπεσε στα γόνατα μπροστά της και προσκύναγε φωνάζοντας "καλωσορίζω την Παναγία των Εξαρχείων" -το τι ξύλο έφαγε, δεν περιγράφεται!
Επειδή λοιπόν, από τη μια, το κανιβάλισμα δε σήμαινε οτι δεν εκτιμάς τον άλλο -άλλωστε, εμείς μια ζωή κοροϊδεύαμε τα συγκροτήματά μας πολύ χοντρά, ήταν έθιμο -κι από την άλλη, θυμάμαι ακόμα τους ανθρώπους που λέγονταν Γώγου, Σιδηρόπουλος, Άσιμος θα σου πω οτι σέβομαι το έργο τους (των δύο, όχι του Άσιμου που ήταν μια μπαλαφάρα) αλλά ποτέ δεν τους σεβάστηκα σαν άτομα.
Ούτε τα ξινισμένα μούτρα της Γώγου που θεωρούσε ότι είχε πάρει αντιπροσωπεία την επανάσταση, ούτε το φρικέ βλαχοκαμάκι του Σιδηρόπουλου (μεγάλη ανασφάλεια ο άνθρωπος), ούτε τον τραμπουκισμό του Άσιμου (που αν ζούσε σήμερα και φερόταν στις γυναίκες και στα ζώα όπως τότε θα τον είχαν κρεμάσει στα μανταλάκια).

Να μην παρεξηγηθώ -και οι δικοί μου κωλόπαιδα ήταν, αλητάμπουρες, παλιοτόμαρα με ύφος. Αλλά κανένας δεν τους έκανε άγιους -έτσι;

CaptainHarlock είπε...

Αυτοί που τους έκαναν αγίους το κατάφεραν γιατί βρήκαν στην εν γένει στάση ζωή τους τα στοιχεία εκείνα που τους επέτρεψαν να τους βαπτίσουν και να τους προωθήσουν ως τέτοιους. Και ξέρεις καλύτερα από μένα πως τόσο στη Γώγου, όσο και στον Σιδηρόπουλο, υπήρχαν άφθονα τέτοια στοιχεία. Καλά για τον Άσιμο ούτε λόγος, τα σχόλια είναι περιττά…

Οι αλητάμπουρες που λες δεν είχαν κάτι για πούλημα, σε κανένα επίπεδο, δε θέλανε να κάνουνε καριέρα, να εκπροσωπήσουν το τάδε περιθώριο ή, χειρότερα, το δείνα εναλλακτικό προσκήνιο. Όπως έχεις πει και σε μια συνέντευξή σου, εύστοχα, πίνανε μπύρες με τους φίλους τους και μετά ανέβαιναν σε μια σκηνή δυο επί δύο και τα βάζανε όλα φωτιά. Δεν παριστάνανε τους τροβαδούρους του όποιου αντιεξουσιαστικού/ριζοσπαστικού χώρου, όπως ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου (ή ο φαιδρός ο Αγγεβλάκας) με τον «Κόκκορα», σε στυλ έρχομαι να εκπροσωπήσω μουσικά ένα κοινωνικό κομμάτι νεολαίων, μικρό αλλά συμπαγές, μια χαρά εισιτήρια δηλαδή για τις συναυλίες μου και τα ρέστα. Καμία σχέση. Βασικά δεν παριστάνανε τίποτε. Ήτανε αυτό που ήτανε και τέλος. Οπότε δεν φτιάχνεις αγιογραφίες πάνω σε πρόσωπα που δεν φλερτάρουν ούτε με την καριέρα, ούτε με τη δημοσιότητα, ούτε με τον πλούτο. Γιατί οι τρεις άνωθι αναφερθέντες τουλάχιστον το ψώνιο με την δημοσιότητα το είχανε κοινό. Ψέματα;

Υ.Γ Δεν την γνώριζα προφανώς την ιστορία με τον Πιλάλα και την Γώγου. Όταν κρίνεις πως μπορείς να αναφέρεις τέτοιες αφηγήσεις να το κάνεις. Τις βρίσκω ενδιαφέρουσες από πολλές πλευρές.

The Motorcycle boy είπε...

Το στοιχείο που είχε η Αγία Τριάδα ήταν συμβόλαιο με μεγάλη εταιρεία ή εκδοτικό οίκο. Άρα, πρόσβαση στα ΜΜΕ και σε μεγάλους συναυλιακούς χώρους, πρόσβαση σε στούντιο κλπ.
Οι δικοί μου δεν το έπαιξαν εκφραστές γιατί αν πεις κάτι τέτοιο σ΄ένα τραπέζι που πίνετε μπύρες, θα πέσει σφαλιάρα. Και βέβαια δεν είχαν καμιά πρόσβαση στα Μέσα για να γίνουν γνωστοί.

Αν είχαν τις δυνατότητες, χειρότεροι από την Αγία Τριάδα θα ήταν οι δικοί μου -πιο καιροσκόποι, καθίκια κλπ. Αλλά δεν τις είχαν.

CaptainHarlock είπε...

Θεωρείς, ενδεχομένως, πως κάποιοι τις ήθελαν, αλλά δεν τις είχαν (τις άκρες); Δεν το ξέρω αυτό, εσύ σίγουρα γνωρίζεις πολύ καλύτερα, ούτε λόγος. Η εικόνα, ωστόσο, που έχω είναι πως δεν ήθελαν κάτι τέτοιο. Απόδειξη; Φήμη και χρήμα από τη μουσική τους απόκτησαν, επί της ουσίας, μόνον οι Τρύπες. Και μην τρελαθούμε τελείως, μπροστά σε άλλες μπάντες της εποχής τους, δεν ήταν ούτε για να τους κουβαλάνε τα όργανα, δίχως υπερβολή. Αλλά όταν έχεις κάτι για πούλημα, μπορεί να βρεθεί η «σωστή» (για σένα) εποχή, που οι καλοθελητές θα σε αγοράσουν.

The Motorcycle boy είπε...

Όπως λέει κι ο Παπαθεοφίλου από τα ΑΡΝΑΚΙΑ στην ταινία: "Εμείς ούτε κυνηγήσαμε κανέναν για να κάνουμε καριέρα, ούτε και μας κυνήγησαν φυσικά". Η ταπεινή μου άποψη είναι οτι οι περισσότεροι από αυτούς σώθηκαν (αν μπορείς να πεις οτι το να εξαφανιστεί η μουσική σου κι εσύ σαν καλλιτέχνης είναι σωτηρία) λόγω ελιτισμού, αναβλητικότητας ή/και βαρεμάρας.
Από την άλλη υπήρξαν και προσπάθειες να μετατραπεί η μουσική ενασχόληση σε βιοπορισμό ή έστω να βγει ένας δίσκος από εταιρεία που απέτυχαν. Και όσοι παρέμειναν στο χώρο το έκαναν με προσωπικό κόστος και χωρίς να εξασφαλίζουν ούτε καν τα στοιχειώδη.
Όπως λέει ο Πολυχρονόπουλος από τους ΠΑΡΘΕΝΟΓΕΝΕΣΙΣ: "Ήμασταν μαλάκες. Γιατί μας έλεγαν να μαλακώσουμε λίγο τον ήχο, να βάλουμε λίγο διαφορετικό στίχο, να το κάνουμε λίγο πιο εμπορικό, αλλά εμείς..."
Ρεζουμέ: νομίζω οτι από τη μια πλευρά ο φόβος των καταξιωμένων συγκροτημάτων, ("Ή εμείς ή αυτοί", είχε δηλώσει μεγάλο συγκρότημα όταν του ζήτησαν να μοιραστεί τις μέρες στο κλαμπ που έπαιζε με τους ΠΑΡΘΕΝΟΓΕΝΕΣΙΣ) κι από την άλλη ο φόβος των εταιρειών που είχαν τους καλλιτέχνες πειθήνιους και δεν ήθελαν να μπλέξουν με απρόβλεπτους τύπους μπροστά στους οποίους ο ντιβισμός του κάθε ελαφρολαϊκού θα έμοιαζε με αθώο καπρίτσιο -οδήγησαν στην εξαφάνιση μιας ολόκληρης σκηνής.
Επειδή τώρα τυχαίνει να θυμάμαι πώς κυκλοφορούσαν κάποια συγκροτήματα στα στέκια τους λέω οτι πιο εύκολο ήταν να σου μιλήσει ο Κέιβ παρά ο τραγουδιστής των τάδε με μισό σιγκλάκι κυκλοφορία.
Μπερδεμένα πράγματα κοντολογίς κι όταν ήρθαν αυτοί που πουλάγανε επανάσταση σε συσκευασία δώρου (τα έξοδα αποστολής δικά σου) οι εταιρείες έγιναν ευτυχισμένες και κάποιοι καβάλησαν καλάμι αφήνοντας τις πολυεθνικές να τους πίνουν το αίμα και θεωρώντας οτι έτσι χτυπάνε το σύστημα -αρχίδια μάντολες...

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι