Δευτέρα, Μαΐου 05, 2008

3. Σκουριά στο μάτι

Περίληψη προηγουμένων:

1. Όπου ο ήρωας κατεβαίνει από το αεροπλάνο επιστρέφοντας στην κωλοπόλη του μετά από 20 χρόνια. Τον περιμένει μια παλιά φίλη, η Ρέα και μπόλικος, άσχετος με το θέμα, εκνευρισμός.
2. Δίνονται κάποιες αναγκαίες εξηγήσεις σχετικά με τον Πέτρο, που σαπίζει σε ψυχιατρείο και ο ήρωας ξανασυναντάει την κτηνώδη κίτρινη -μπλε Τενερέ 600.

Ξύπνησα δίπλα της, αλλά εκείνη δεν ήταν πλέον ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Σκατά δίπλα της δηλαδή. Την άκουγα κάπου μέσα στην κουζίνα –σκάλιζε το πλυντήριο πιάτων, έσπαγε ποτήρια, κάτι φασαρία έκανε τέλος πάντων. Χτες βράδυ ανέβηκα τίγκα στη μουτζούρα, ιδρωμένος αλλά ήρεμος. Το μαστόρεμα μοτοσυκλέτας είναι σκέτο ζεν –καλά τα έλεγε ο Πήρσινγκ. Χτες βράδυ με περίμενε καρτερικά, μετά τον ακίνητο χρόνο που πέρασα στη μπανιέρα –έκλαιγε, την πήρα αγκαλιά, χωθήκαμε κάτω από το πάπλωμα και μετρήσαμε σιωπές. «48 σιωπές», όπως το τραγούδι. Έκανε ανήσυχο ύπνο, μερικές φορές σφιγγόταν πάνω μου –εγώ δεν κατάφερα να κλείσω μάτι. Το πρωί μόνο, κάποια στιγμή. Τέλος πάντων –καλύτερα να σηκωνόμουν αμέσως, αν δεν ήθελα να πνιγώ μέσα στους πονοκεφάλους μου. Τεντώθηκα –το στομάχι με έσφιξε πούστικα.

Χαμογέλασε όταν με είδε στην κουζίνα, χαμογέλασα κι εγώ –για λίγο, μέχρι να χτυπήσω το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού μου στο ψυγείο.
«Γαμώ το σπίτι μου μέσα!» ούρλιαξα.
«Καλημέρα λέει ο κόσμος», παρατήρησε.
«Καλά τα λες. Ο κόσμος …» απάντησα.
«Κι εμείς διαφορετικοί και αταξινόμητοι –μονίμως αγανακτισμένοι- ο Ανθός της Νεολαίας, σωστά;» με κέρασε έξτρα χαμόγελο.
«Ποιος τις λέει αυτές τις παπαριές;» ενδιαφέρθηκα να μάθω.
«Εμείς τις λέγαμε. Κάποτε. Μη σου πω ότι τις πιστεύαμε κιόλας!»
Έδειξα μια προσποιητή έκπληξη που δεν έπεισε ούτε εμένα.
«Τόσο μαλάκες λοιπόν! Ευτυχώς που βάλαμε μυαλό αργότερα».
Δε μίλησε. Απλά μου έδειξε μια άδεια καρέκλα μπροστά σε ένα γεμάτο φλιτζάνι.
«Κάτσε να πιεις καφέ. Δεν είναι ανάγκη να αρχίσουμε τις κακίες από τόσο νωρίς», παρατήρησε.
Κάθισα.
«Αφού μιλάμε για ανάγκες -πες μου κάτι», αναρωτήθηκα φωναχτά. «Πως και δεν πηδηχτήκαμε χτες βράδυ; Τόσο χορτάτη;»
«Όχι, δεν νομίζω. Απλά εσύ … κάπως κολλημένος για τα γούστα μου».
Έκαψα τη γλώσσα μου στην πρώτη γουλιά, προτίμησα να μην το δείξω.
«Εγώ κάπως κολλημένος, εσύ πολύ εντός σχεδίου πόλεως … Είναι να απορεί κανείς δηλαδή –πως επιβιώσαμε μια νύχτα κάτω από το ίδιο ταβάνι!»
«Επειδή έκρυψα τα κουζινομάχαιρα ρε βλάκα», γέλασε η Ρέα.
Τι να της πεις τώρα;

Μπροστά στο πλουσιοπάροχο πρωινό το οποίο δεν τόλμησα ν΄αγγίξω (ποιος κτηνάρας μπορεί να φάει αυγά και μαρμελάδες πριν ανοίξει το μάτι του –απορώ) η Ρέα ανακοίνωσε το πρόγραμμα της ημέρας. Εκείνη θα έτρεχε σε κάτι περιοδικά, ήταν φρι λάνσερ στα μισά έντυπα της κωλόπολης κι εγώ μπορούσα να κάνω κούρα περιποίησης προσώπου, αν ήθελα. Αυτό σήμαινε ύπνο στον καναπέ με ανοιχτή τηλεόραση. Ήθελα. Αλλά δεν προλάβαινα. Έπρεπε να περάσω από το συνεργείο του Μάνθου να σενιάρω λίγο την Τενερέ. Κοντά είκοσι χρόνια αγάμητη –είχε αραχνιάσει, πάλι στρώσιμο από την αρχή θα χρειαζόταν. Και την είχα ανάγκη την Τενερέ, αν ήθελα να με βρει ζωντανό το τέλος της μέρας.
«Τι σκέφτεσαι;»
«Λέω να περάσω από τον Μάνθο. Ακόμα στο ίδιο μέρος έχει το συνεργείο –έτσι;»
Γέλασε.
«Ο Μάνθος πέθανε πριν 10 χρόνια και βάλε. Δεν τα ΄μαθες;»
«Πέθανε ο Μάνθος; Από τι;»
«Από τίποτα ρε μαλάκα. Εκεί που καθόταν του ήρθε να πεθάνει. 100 χρονών είχε φτάσει –πόσο θα ζούσε;»
Έξυσα το κεφάλι μου. 100 χρονών; Εντάξει, ο Μάνθος ήταν σαραντάρης στα γεμάτα –όσο τον θυμόμουν. Αλλά όχι και 100 χρονών ρε πούστη μου! Αυτή ήταν η ηλικία μας όταν γεννηθήκαμε.
«Και το συνεργείο;» ρώτησα.
«Εκεί είναι ακόμα. Το έχει κάποιος ανιψιός του ή κάτι τέτοιο …»
Σηκώθηκα –έπρεπε να ντυθώ.
«Θα βρεθούμε το μεσημέρι;» με ρώτησε.
«Ναι … θα δούμε …»
Ξεκαρδίστηκε. Ξανάγινε όμορφη.
«Τι ‘θα δούμε’ ρε ξεφτίλα; Αφού δεν ξέρεις ούτε που θα είμαι, ούτε έχεις το κινητό μου!»
«Κι αυτό σημαίνει ότι δεν θα σε πετύχω αν θέλω; Ξέχασες ποιος είμαι –μου φαίνεται».
Σκοτείνιασε κάπως.
«Σωστά. Ξέχασα πως είσαι ο μεγάλος καργιόλης που φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν», μουρμούρισε.
«Το ‘μεγάλος’ ήταν καρφί για την ηλικία;» αναρωτήθηκα.
«Άντε ρε μάπα!» μου έσκασε ένα φιλί η Ρέα και εξαφανίστηκε για να ετοιμαστεί.
Το ίδιο έκανα κι εγώ –δεν μου πήρε πάνω από δυο λεπτά για να βρεθώ στο υπόγειο γκαράζ. Η Τενερέ γκρίνιαξε στην πρώτη μανιβελιά, το έπαιξε δύσκολη. Επέμεινα. Έφαγα μια ανάποδη στη γάμπα –είπα να κυλιστώ στο τσιμέντο από τον πόνο, αλλά το μετάνιωσα. Προτίμησα να βρω μια κατηφόρα και ν΄αρχίσω τις γλύκες με την Τενερέ. Πολύ πουτάνα αδερφέ μου! Λες και έφταιγα εγώ για τα τόσα χρόνια ακινησίας! Έφταιγα; Τι σημασία είχε τελικά;

Βγήκαμε σπρώχνοντας στην άσφαλτο, καβάλησα και της έδωσα χώρο να ρολάρει. Τσούλησε βαρύθυμα –όσο το έπαιζα τουρίστας. Περάσαμε δίπλα από έναν καγκελόκηπο –χάζεψα νεραντζιές τίγκα στη φυλλοξήρα. Σήκωσα το κεφάλι –ένας κερατάς ήλιος με τσάκισε, έσκυψα λίγο, πήρα βαθιά ανάσα και της έχωσα τη δευτέρα καρφωτή. Έβηξε ξαφνιασμένη, έσκασε κάτι κοφτές στην εξάτμιση και ντουμάνιασε τον τόπο ξεκινώντας. Είχε ακόμα εκείνον τον βρυχηθμό που ξέραινε τα παρτέρια σε περίμετρο ενός χιλιομέτρου και ξύπναγε συναγερμούς αυτοκινήτων. Γέλασα σιγοντάροντας το μάνιασμά της όσο γέμιζα τις ταχύτητες –ξαφνικά θυμήθηκα ότι δεν είχα φρένα, αδιαφόρησα γιατί ήταν ήδη αργά. Πέρασα ξυστά από κάτι μισοακίνητους καθρέφτες πριν βγω στη λεωφόρο. Σίγουρος ότι θα τρακάρω το συντομότερο δυνατό…

…και ξαφνικά πετάγεται μπροστά μου ο Χουλκ –όπως ακριβώς στο λέω! Καταπράσινος, τσαντισμένος να σβουρίζει κάτι ανθρωπάκια με κράνη! Έκανα στην άκρη για καλό και για κακό –αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να με πάρει χαμπάρι. Ήταν σίγουρα πολύ τσαντισμένος, φαινόταν αυτό από τις φουσκωμένες φλέβες στο λαιμό του –αλλά ήταν και ζωγραφιστός, αν έφευγες από το οπτικό του πεδίο, σταμάταγε να σε κοιτάζει. Κάτω από τον Χουλκ καθόταν ένας χοντρός με γυαλιά. Σήκωσε τα μούτρα για να με δει.
«Ο κύριος;» ρώτησε μελιστάλαχτα.
«Που τον είδες;» αναρωτήθηκα.
Χαμογέλασε επιδέξια. Είπα να κόψω τις γλύκες γιατί θα μας έπαιρνε μεσημέρι αν το συνεχίζαμε.
«Έχω αυτή τη μηχανή που θέλει σέρβις», τον πληροφόρησα.
Κοίταξε εκεί που του έδειχνα. Γούρλωσε τα γυαλιά του.
«Από πού την ξέθαψες; Ξέρεις πόσα χρόνια έχω να δω αυτό το μοντέλο;»
Ετοιμάστηκα για μια νοσταλγική ιστορία με νεανικές κόντρες και δακρύβρεχτο φινάλε –αναστέναξα ίσως.
«Δεν έχει σημασία –φέρτη μέσα», είπε ο χοντρός βλέποντας την έκφρασή μου.
Την έφερα και την απόθεσα σε μια χειρουργική ράμπα. Το συνεργείο δεν είχε καμιά σχέση με αυτό που ήταν κάποτε. Ο Μάνθος έξυνε τότε το γράσο με κατσαβίδι για να βρει κουτάλι –έφτιαχνες φραπέ και μύριζε ορυκτέλαιο. Τώρα έμοιαζε με χειρουργική αίθουσα ο χώρος –ανατρίχιασα.
«Έχεις ξαναφέρει τη μηχανή στο συνεργείο μας;» ρώτησε ο χοντρός.
Τι του λες τώρα;
«Πάνε χρόνια –ήμουνα πελάτης του Μάνθου», απάντησα τελικά.
Ξύστηκε. Σκέφτηκε.
«Μη μου πεις ότι ήσουνα από εκείνους τους …»
«Γιατί να μη στο πω δηλαδή; Θα πληρώσω παραπάνω φόρο;»
Ξεκαρδίστηκε.
«Καλά τη θυμόμουνα τη μηχανή! Δούλεψα κάποιο φεγγάρι εδώ πέρα … Δυο μηχανές δεν ήσασταν;»
Κούνησα το κεφάλι άβολα.
«Τι έγινε ο άλλος … ο …»
«Τον φυτέψαμε για να μη χάσουμε τη ράτσα», μούγκρισα.
Σώπασε. Δεν ήθελα κουβέντες –το κατάλαβε.
«Σας γούσταρε ο Μάνθος –μου έλεγε ιστορίες όταν μου άφησε το συνεργείο …»
«Θείος σου ήταν;»
«Πατέρας μου. Σχεδόν …»
«Κατάλαβα».
Ο χοντρός πλησίασε σκύβοντας πάνω από το τραπέζι που μας χώριζε. Μύριζε συνωμοτιλίκι.
«Είναι αλήθεια αυτά που είχα ακούσει;» ψιθύρισε.
«Γιατί δεν ρωτάς αυτούς που στα είπανε;» πρότεινα.
Ξάπλωσε πίσω, τρίζοντας την πολυθρόνα του. Άραξε. Βαρέθηκε κιόλας. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιάνεις κουβέντα με τα ντουβάρια –το πολύ να κονομήσεις καμιά ξεγυρισμένη σχιζοφρένεια, αυτό ήταν το ηθικό δίδαγμα του σημερινού μαθήματος. Σε λίγο θα το έσβηνε από τον πίνακα η δασκάλα –περιμέναμε κι οι δυο μας, κοιτάζοντας έξω.

Ένα άσπρο αυτοκίνητο καβάλησε στραβά το πεζοδρόμιο –περίεργη αγένεια. Τι δουλειά είχε ένα αυτοκίνητο σε συνεργείο μοτοσυκλετών; Κοίταξα τον χοντρό που τσακίστηκε να βγει στην είσοδο του συνεργείου. Δυο λιγδιάρηδες με πάνινα πόλο μπουφάν πετάχτηκαν έξω. Ο χοντρός κόντεψε να βαρέσει προσοχή –μπασκίνες, φως φανάρι. Του χαμογέλασαν, ο χοντρός πήρε να ιδρώνει.
Σηκώθηκα στο αδιάφορο και ξεκίνησα να χώνομαι πιο μέσα –δεν είχα όρεξη να με ματιάσει κανένας μπάτσος πρωινιάτικα. Πίσω από ένα σταντ γεμάτο τακάκια κοίταξα κρυφά την πόρτα. Ο χοντρός είχε χαλαρώσει, μιλούσε φιλικά τώρα –κάτι άρχιζε να βρωμάει εκεί πέρα. Έπιασα κι ένα ματάκι που έκανε προς το μέρος που καθόμουν πριν λίγο, τρόμαξα κάπως.
Ο ένας από τους λιγδιάρηδες μπήκε μέσα, ψάχνοντας. Ετοιμάστηκα για μπελάδες –θα τους προτιμούσα λίγο αργότερα, αλλά, στην τελική –δε γαμιέται; Βγήκα μπροστά του, ελαφρύς και διάφανος σα σταγόνα βροχής.
«Δική σου είναι η μηχανή;» με ρώτησε ο λιγδιάρης κόβοντας σουλούπι, από τα σίδερα στις μπότες μέχρι το τσουλούφι που είχε ξεφύγει στη χωρίστρα μου.
«Ποια μηχανή;» ρώτησα χαζός.
«Αυτή εκεί», είπε χωρίς να δείχνει πουθενά συγκεκριμένα.
«Ξέρω ΄γω … Συνεργείο είναι εδώ μέσα, μηχανές φτιάχνει, κάποια θα είναι και η δικιά μου».
«Για τη μπλε κίτρινη λέω», δυσανασχέτησε ο τύπος.
«Έτσι που το θέτεις –θα το παραδεχτώ. Δικιά μου είναι».
«Τι λες ρε παιδί μου! Και ανταλλακτικά που βρίσκεις;» έκανε χάσκοντας.
Μάγκωσα κάπως. Με έπαιζε ή στ’ αλήθεια ενδιαφερόταν;
«Φέρνει ακόμα η αντιπροσωπεία …» είπα σιγά.
«Α ναι; Ενδιαφέρον!» θαύμασε.
Με έπαιζε ο πούστης! Γι΄αυτό είπα να του το γυρίσω.
«Ναι, φέρνει τα πάντα. Αλλά θα την πουλήσω. Μήπως τη θέλεις;»
Μπερδεύτηκε.
«Ποια να θέλω;»
«Τη μηχανή. Γι΄αυτή δε μιλάμε;»
Έξυσε το κεφάλι του –πήγαινα στοίχημα ότι είχε μαύρα νύχια.
«Ποια μηχανή;» αναρωτήθηκε.
«Αυτή. Τη μαύρη κόκκινη».
«Ξέρω ΄γω; Να το σκεφτώ …»
«Με την ησυχία σου», την κοπάνησα ψύχραιμος.
Πλησίασα το παλικάρι που παιδευόταν να ξύσει τη σκουριά από το καρμπυρατέρ της Τενερέ.
«Σε καλή κατάσταση το βλέπω το μηχανάκι», σχολίασα.
«Ναι –μόνο εγώ λείπω από εκεί μέσα», μουρμούρισε δείχνοντας έναν ξεκοιλιασμένο στροφαλοθάλαμο.
«Αλλά είναι κλάσικ», επέμεινα.
«Σκατά κλάσικ. Αυτές έπρεπε να τις θάβουν μαζί με τους ιδιοκτήτες», μούγκρισε ο άλλος.
Γέλασα. Είχε δίκιο. Οι λιγδιάρηδες έμπαιναν στο αμάξι, χαιρετώντας εγκάρδια. Ανακουφίστηκα. Ο χοντρός χώθηκε πάλι πίσω από το γραφείο του και μου έκανε νόημα.
«Τι έγινε;» ρώτησα καθώς σωριαζόμουν στην καρέκλα απέναντί του.
«Εσύ να μου πεις», με κοίταξε εκείνος, εντελώς στραβωμένος.
«Δε σε πιάνω», έκανα αθώα.
«Οι τύποι …», έδειξε έξω αόριστα, «μπάτσοι …»
«Τίποτα πιο καινούργιο δεν έχεις;» γέλασα.
«Έχω βέβαια. Με ρώταγαν για σένα –πως το βλέπεις;»
«Πώς να το δω; Ανθρώπινο ενδιαφέρον, ακόμα και τα γουρούνια έχουν καρδιά …»
«Παπαριές. Οι τύποι ήρθαν πριν προλάβω να σου φτιάξω καφέ κι αυτό σημαίνει ότι εκείνες οι ιστορίες δεν έχουν τελειώσει ακόμα…»
«Μην τρελαίνεσαι», είπα.
«Δεν τρελαίνομαι, απλά δε θέλω να σε ξαναδώ στο μαγαζί. Εντάξει;»
Πετάχτηκα ελατήριο.
«Τι γουστάρεις τώρα ρε χοντρέ; Έφερα τη μηχανή για σέρβις –απαγορεύεται; Συνεργείο δεν έχεις; Αν χαλιέσαι, κλείστο και άνοιξε μπουτίκ κρεάτων –να σου κάνουν σεφτέ τα ιπτάμενα γουρούνια».
Χαμογέλασε.
«Κάτσε κάτω ρε μαλάκα. Δε γουστάρω φασαρίες κι ούτε θέλω να σε τσιμπήσουν. Αφού σε βρήκαν εδώ, σημαίνει ότι είμαι καρφωμένος. Εγώ θα στα λέω;»
Χαλάρωσα.
«Τα ξέρω αυτά. Απλά μου την έδωσε το ύφος σου».
«Άσε το ύφος και κοίτα να προσέχεις. Δεν το έχουν χωνέψει ακόμα –αφορμή ψάχνουν να σε στήσουν σε καμιά γωνιά. Πρόσεχε μη βρεθείς παρέα με τον Μάνθο πριν την ώρα σου».
Γέλασα. Τελικά δεν είχα χαλαρώσει εντελώς.
«Και που ξέρεις πότε είναι η ώρα μου ρε συ; Μπορεί να ήρθε και να πέρασε –που ξέρεις;»
Δεν είπε τίποτα. Βγήκα να καπνίσω ένα τσιγάρο έξω στον δρόμο –με πνίγανε οι άσπροι τοίχοι του μαγαζιού.
«Περίεργε!» φώναξε από πίσω ο χοντρός.
Γύρισα.
«Σε μένα μιλάς;»
«Ναι ρε. Που τις θυμήθηκες τις μπουτίκ κρεάτων; Αυτές υπήρχαν τον προηγούμενο αιώνα», κακάρισε.
«Κι εγώ τότε υπήρχα χοντρέ. Τι τα ψάχνεις τώρα;» μουρμούρισα.

Ο δρόμος έσερνε κάτι τερατώδη τζιπ εκεί έξω. Τα χάζεψα όσο πάλευαν να πάρουν στροφή ανάμεσα σε παρκαρισμένα –τι αποκτήνωση κουβάλαγαν οι οδηγοί τους! Εντάξει, ο καθένας έχει δικαίωμα να διαλέξει το φέρετρό του, αλλά αυτό πήγαινε πολύ! Σαν αγελάδες σε κοτέτσι έμοιαζαν οι γελοίοι –κόρναραν κιόλας. Έφτυσα ότι σάλιο μου περίσσευε χουφτώνοντας την καπνοσακούλα. Έπρεπε να τους είχαμε κάψει τους γαμημένους, τότε που μπορούσαμε. Αλλά ποτέ δεν είναι αργά –γιατί ο χρόνος μας έχει χεσμένους από τη μέρα που γεννηθήκαμε. Κατάλαβες;

(έχω κάτι ακόμα έτοιμο -για να συνεχίσω).

21 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

ell είπε...

Α! Φασαρίες μυρίζομαι πάλι, έτσι όπως τελειώνει...
Θα 'χει κ λίγο άρωμα από το προηγούμενο μου φαίνεται.

Ωραίο αυτό!: "Βγήκα μπροστά του, ελαφρύς και διάφανος σα σταγόνα βροχής."

The Motorcycle boy είπε...

Εντάξει, το κοινό άρωμα είναι αυτό της παρέας και των φασαριών που σε βρίσκουν όταν υπερασπίζεσαι τις επιλογές σου.
Καλή βδομάδα και καλό μήνα.

ell είπε...

Ναι, σωστά.

Έτσι, προειδοποίησέ με, να ξέρω μήπως αρχίσω κ δε μπαίνω τόσο συχνά... :))

Καλό μήνα κ καλή βδομάδα κ σε σένα!

The Motorcycle boy είπε...

Δεν χρειάζεται να μπαίνεις συχνά ρε! Μπορώ να σου στέλνω τις συνέχειες με μέιλ χεχεχε!

άσωτος είπε...

ελα ρε γυρισα ελλαδα. καλα παει η ιστορια διαβασα και τις τρεις συνεχειες καπακι. ξερεις αμα εχει μαι μηχανακι μεσα ανεβαινει στην εκτιμηση μου... καλα την ανασταση εκει που μου ελεγες; να κανονισουμε τιποτα.

The Motorcycle boy είπε...

Καλώς τον μετανάστη! Άσε ρε τα σάπια -δεν ήταν λόγω μηχανής που διάβασες την ιστορία, είναι που οι τρεις συνέχειες κάνουν μαζί ένα παλιό σεντόνι.
Πολύ καλά, τρομερό μέρος και γαμώ τους γκεστ εκεί που σου έλεγα.
Για αυτό το Σάββατο βράδυ μην κανονίσεις τίποτα, είσαι κλεισμένος.

Puppet_Master είπε...

k elega pote tha skasoun mith oi baskines...
paw sxolh ta leme :P

The Motorcycle boy είπε...

Χαχα το μαλάκα! Δώσε χαιρετίσματα στον άλλον.

Ανώνυμος είπε...

Ωραίος τύπος ο ήρωάς σου, κουρέλας, αλλά δεν νομίζω ότι θάπρεπε να περιμένει σήμα από τη Ρέα για να κάνουν έρωτα... γιατί καταβάθος η Ρέα τον γουστάρει... και δεν είναι κι' ο τύπος που θα τρόμαζε με το ματάκι του χοντρού η κανενός άλλου... μου μοιάζει "βούρ, μέσα σ' όλα... μη γαμ...." Πάντως μ' αρέσει και είναι πρώτη φορά που ανυπομονώ για τη συνέχεια...

The Motorcycle boy είπε...

Ρέιιι!! Η Ρέα είναι η γκόμενα του κολλητού του -για σεμνά ε; Σαφώς και είναι βουρ, αλλά έχει κάποιο σχέδιο ας πούμε. Δεν θέλει να το γαμήσει με το καλησπέρα (όχι τίποτ΄άλλο -δεν θα έχω κι εγώ τι να γράψω μετά ε;)

Ανώνυμος είπε...

Δεν κατάλαβα ότι είναι γκόμενα του κολλητού του, φαίνεται μου διέφυγε κάπου στην ιστορία, εκτός αν τό ξέρεις μόνο εσύ και μας το κρατάς για έκπληξη! Παρ' όλα αυτά κάποιες ηθικές αρχές πάντα παίζουν ... στο κρεββάτι... Χαιρετίσματα στον Spitfire!

The Motorcycle boy είπε...

Το γράφει, το γράφει στην προηγούμενη συνέχεια -σε αυτή άλλωστε φορτώνει ο τύπος το οτι ο κολλητός του κλείστηκε στο τρελλάδικο.

Βασικά, δεν την πολυγουστάρει και γκομενικά ο τύπος -φάνηκε από την αρχή, αλλά δεν θέλω να επεξηγήσω περισσότερο τους λόγους καθότι το διαβάζουν και κοπέλες στην ηλικία της Ρέας.

Στον Spitfire δεν τα πάω εγώ τα χαιρετίσματα -δεν λέει το συμβόλαιό μου κάτι τέτοιο -να του τα δωσεις εσύ αυτοπροσώπως και ιδιομπλόγκως.

ell είπε...

Τους λόγους δλδ θα τους επεξηγήσεις μέσα στα επόμενα;

Αλήθεια τι ηλικία έχει η Ρέα;

The Motorcycle boy είπε...

Χαχα, όχι τους λόγους δνε θα τους εξηγήσω πουθενά -δεσμεύομαι από την έμφυτη ευγένεια που με διακρίνει.

40κάτι (αλλά όχι 40πολύ) είναι η Ρέα και όλοι οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές της ιστορίας.

ell είπε...

Αααα. Γιατί ρε;

Κ τι; ο χαρακτήρας δλδ πάει ανάλογα με τη γενειά;

Ωστέ δεν έχεις τα κότσια να επεξηγήσεις! Ούτε καν μέσω της ιστορίας. Άντε να το ντύσεις με κάποιες λογοτεχνικές σάλτσες ώστε να μην είναι αγένες όπως νομίζεις.

Εξάλλου είναι πολύ σημαντική η αναλύση των χαρακτήρων. Νομίζω από τα σημαντικότερα.

The Motorcycle boy είπε...

Ο χαρακτήρας δεν πάει ανάλογα με τη γενιά -τα χαρακτηριστικά όμως πάνε. Και γι΄αυτή τη γενιά εγώ μπορώ να μιλήσω -αυτή ξέρω άλλωστε.

Δεν έχει να κάνει με τον χαρακτήρα της Ρέας, το γεγονός οτι δεν την γουστάρει γκομενικά ο ήρωας. Έχει να κάνει με την εξωτερική εμφάνιση και τέτοια. Αλλά φτάνει αυτή η ανάλυση.
Μην ξεχνάς οτι είναι η κοπέλα του κολλητού του -αυτό από μόνο του θα ήταν αρκετό για να μην προχωρήσει κάποια ερωτική σχέση μεταξύ τους.

ell είπε...

Μα δεν είπα γιατί δεν κάνει σχέση μαζί της. Αυτό το είπες εξάλλου.

Για κάτι άλλο που είπες στον ανώνυμο μίλησα...

Κ επειδή άφησες να εννοείθεί ότι λόγω αυτής μπήκε στο τρελοκομείο ο Πέτρος (αν θυμάμαι καλά το όνομα)

Τέλοσπάντων

The Motorcycle boy είπε...

Ναι, κάποιο μπέρδεμα ίσως... Η κουβέντα με τον Ανώνυμο είχε να κάνει σχετικά με το αν περιμένει ο ήρωας σήμα από την Ρέα για να κάνει κάτι μαζί της. Δεν πειράζει, γι΄αυτό είμαστε εδώ, για να ξεκαθαρίζουμε τα μπερδεμένα σημεία.

Σωστά θυμάσαι το όνομα -ο ήρωας δεν κατηγορεί όμως τη Ρέα οτι λόγω αυτής μπήκε στο τρελοκομείο ο Πέτρος. Την κατηγορεί που δεν έκανε τίποτα για να αποτρέψει το γεγονός. Τέλος πάντων, θα ξεκαθαρίσουν αυτά πιο κάτω -μην αγχώνεσαι.
(Ελπίζω δηλαδή να ξεκαθαρίσουν).

Ανώνυμος είπε...

Λοιπόν ξαναδιάβασα απ' την αρχή το κείμενο και μπορώ να πω ότι μ' έχει εντυπωσιάσει... Οι διάλογοι ειδικά πέφτουν σαν τις μπίλιες από το φλιμπεράκι της Συμμορίας, πολύ γουστάρω... μπράβο ρε μοτοφίλε...

The Motorcycle boy είπε...

Ναι ε; Κάτσε λοιπόν να ρίξω άλλη μια μπίλια σήμερα -να σου χαλάσω τις εντυπώσεις.

Ανώνυμος είπε...

Λές? Θα δούμε...

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι