Δευτέρα, Αυγούστου 25, 2008

2. Τιλτ

Προηγουμένα:
1. Ο τελευταίος κροκόδειλος του πλανήτη


Η πλατεία είχε περίεργη κίνηση απόψε. Πάει να πει, κυκλοφορούσαν πολλοί περίεργοι, χάζευαν τα ξεραμένα παρτέρια, κάθονταν στα παγκάκια … Λιγδιασμένα μαλλιά και παντελόνια τζιν-μπάγκι, πήγα να βάλω πέταλο στη μηχανή αλλά το μετάνιωσα –δεν μου έκαναν για κλεφτρόνια οι περίεργοι. Ξεκίνησα μετά, μια βόλτα προς το άγαλμα, στη μέση της διαδρομής το έπαιξα ότι κάτι θυμήθηκα, έκανα απότομα μεταβολή. Οι περίεργοι από τα παγκάκια με κάρφωναν κανονικότατα κι αυτό δεν μου άρεσε καθόλου. Κοίταξα τριγύρω, οι δικοί μου δεν φαίνονταν πουθενά, κάτι φρικιά σέρνονταν άσκοπα –κανένας άλλος. Και οι περίεργοι. Προχώρησα προς το περίπτερο του Φιλόσοφου –τρίχες Φιλόσοφος δηλαδή, οι φήμες έλεγαν ότι το περίπτερο ανήκε στους Τρότσκηδες και το δουλεύανε για κομματικό χαρτζιλίκι, τέλος πάντων. Τον είχαμε βγάλει Φιλόσοφο από τότε, με την Επιχείρηση Αρετή, ήταν οι πρώτες μέρες της Σκούπας κι εμείς δεν δίναμε σημασία, είχαμε λοιπόν πάει στο περίπτερο να αγοράσουμε τσιγάρα. «Κάντε την στο τσάκα-τσάκα», είχε πει. Δεν καταλαβαίναμε. «Δυο νεκροί και δέκα τραυματίες», είχε προσθέσει. Μαλακίες περιπτεράδων –σωστά; Δεν πρόλαβε να περάσει μια ώρα και τα ΜΑΤ ορμούσαν από παντού, μας λιάνισαν τότε. Μέχρι και στο Βοξ είχαν μπουκάρει και βαράγανε τους θεατές. Από τότε τον βγάλαμε Φιλόσοφο και τον σεβόμασταν.
«Καλησπέρα», του είπα.
«Καλώς τον κι ας άργησε», γέλασε.
«Γιατί; Έπαιξε τίποτα καλό και το ‘χασα;»
«Ναι αμέ. Ήρθανε τα σχολικά και τους αδειάσανε στο πεζοδρόμιο».
Κοίταξα τους περίεργους για μια ακόμα φορά.
«Ασφαλίτες;» ρώτησα.
«Μακάρι να ήταν», μουρμούρισε ο Φιλόσοφος και έσκυψε να τακτοποιήσει κάτι στοίβες περιοδικών.
Τρόμαξα κάπως.

Με βρήκαν σκαρφαλωμένο στο παγκάκι, καθόμουν εκεί και κάπνιζα κόβοντας κίνηση. Ήρθαν από πίσω, αιφνιδιαστικά, με αστραπιαίες κινήσεις άρπαξαν τα μανίκια τού τζιν μπουφάν μου.
«Τρέχει τίποτα ρε κωλόπαιδο; Γουστάρεις τσαμπουκάδες να πούμε;»
«Ταυτότητα παλιοανάρχα. Και δίπλωμα οδήγησης!»
Πριν προλάβω να γυρίσω είχαν βολευτεί δεξιά κι αριστερά μου στο παγκάκι.
«Δεν αφήνετε τις μαλακίες λέω εγώ», είπα εγώ.
«Εμείς τις αφήνουμε, αυτές δεν μας αφήνουν», απάντησε ο Τάκης.
«Έχεις φάει τίποτα; Γιατί πεινάω σαν πούστης», δήλωσε ο Πέτρος.
«Πεινάνε διαφορετικά οι πούστηδες;» αναρωτήθηκα.
«Μαλάκας είσαι; Βεβαίως και πεινάνε διαφορετικά!» έκανε ο Πέτρος.
«Πως πεινάνε δηλαδή;» έξυσε το κεφάλι του ο Τάκης.
«Σαν πούστηδες», τον διαβεβαίωσε ο Πέτρος.
Ένιωθα πιο ήσυχος τώρα που ήταν εδώ αυτοί οι δύο.
«Έχουν πλακώσει κάποιοι περίεργοι στην πλατεία», είπα.
«Και λοιπόν; Η περιέργεια είναι καλό πράγμα, βοηθάει την επιστήμη να προοδεύσει», σχολίασε ο Τάκης.
«Ποιοι; Αυτοί οι βρομύλοι που κόβουν βόλτες;» ενδιαφέρθηκε ο Πέτρος.
Ένευσα.
«Ρώτησες τον Φιλόσοφο;» σοβάρεψε απότομα ο Τάκης.
«Ναι. Χειρότερα κι από ασφαλίτες –έτσι είπε».
Μείναμε να τους κοιτάζουμε σκεπτικοί. Άναψα κι άλλο τσιγάρο, ο λαιμός μου γαμήθηκε.
«Πάμε για κανένα φλιπέρι;» ρώτησε ο Τάκης.
«Πεινάω ρε μαλάκα! Μόλις πριν λίγο το είπα!» διαμαρτυρήθηκε ο Πέτρος.
«Εντάξει. Αν πεινάς, αλλάζει το πράγμα …» μουρμούρισε ο Τάκης και μετά γύρισε προς το μέρος μου. «Πάμε για κανένα φλιπέρι;» ρώτησε.
Κάτι άστραψε στην πολυκατοικία πάνω από τη Μαρονίτα. Κοιταχτήκαμε.
«Χαμογελάστε –μας φωτογραφίζουν», είπε ο Πέτρος. Μετά σηκώθηκε και άρχισε να απομακρύνεται.
«Κάβουρα;» ρώτησε ο Τάκης.
«Ηνενήντα», απάντησε ο Πέτρος.
«Πάμε να ρίξουμε καμιά μπίλια και θα ΄ρθει να μας βρει», είπε ο Τάκης.
Πήγαμε.

Τον παρακολουθούσα σκυφτό πάνω από τον Ροζ Πάνθηρα, συγκεντρωμένο στην κίνηση της μπίλιας, να μουρμουρίζει μπινελίκια όταν αυτή πέρναγε ξυστά από τις τρύπες χωρίς να κάθεται. Εγώ δεν τον γούσταρα τον Ροζ Πάνθηρα, προτιμούσα τον Χουλκ του Γκότλιμπ –μου άρεσαν τα μουγκρητά που έβγαζε το τέρας όταν πετύχαινες τρεις τρύπες στη σειρά. Αλλά τώρα ήταν πιασμένο –μια παρέα πάνκηδες το είχαν τιγκάρει στις μπύρες και τα αποτσίγαρα.
«Τι είναι αυτό το πάρτι;» ρώτησα.
«Το πάρτι;» έκανε ο Τάκης. «Πάρτα ρε κωλομασίνι του κερατά! Πάρτα γαμώ την αρρώστια σου μέσα!»
Περίμενα λίγο να κερδίσει έξτρα μπίλια.
«Λοιπόν, άκου φάση. Θυμάσαι την Έφη τη συμφοιτήτρια μου;»
«Πώς να τη θυμάμαι ρε βλάκα; Αφού δεν την έχω γνωρίσει!»
«Άσχετο. Θυμάσαι που σου έχω πει γι΄αυτήν;»
«Που παίζεις τάβλι μαζί της κάθε απόγευμα μετά τα εργαστήρια, αντί να την πηδήξεις –σωστά;»
«Σωστά! Δηλαδή, λες μαλακίες. Δεν πάει σε πήδημα η φάση, όχι ακόμα τουλάχιστον. Και όταν παίζουμε τάβλι στο γωνιακό, μας ακούνε μέχρι Ομόνοια από τη φασαρία».
«Θα προτιμούσα να κάνατε άλλα πράγματα κι ας μην γινόταν τόση φασαρία».
Τράβηξε μια ξεγυρισμένη στη μπίλια και την είδε να σφηνώνει στις πάνω ρακέτες. Γύρισε να με κοιτάξει.
«Μου γάμησες την κουβέντα», παρατήρησε.
«Αφού εσύ δε γαμάς την Έφη …»
«Τέλος πάντων σκάσε κι άκου. Η Έφη είναι του καλλιτεχνικού χώρου, ξέρεις, θεατρικές ομάδες, φιλολογικά τέια και τέτοια».
«Νυστάξαμε», συμπέρανα.
«Επειδή είσαι ακαλλιέργητος –γι΄αυτό. Παίζει λοιπόν σήμερα αυτό το τρομερό πάρτι, το κάνει μια γνωστή συγγραφέας …»
«Ποια;»
Μου είπε το όνομά της. Κάπου την είχα ακούσει αλλά δεν είχα διαβάσει ούτε οπισθόφυλλο από τα βιβλία της.
«Και το σπίτι είναι ρετιρέ, εδώ παραπάνω και είμαστε καλεσμένοι. Καλή φάση, έτσι;»
«Ποιος μας κάλεσε;»
«Η Έφη ρε παιδί μου!»
«Χωρίς να μας ξέρει; Σε ξένο σπίτι;»
Η μπίλια ξεκόλλησε από την πάνω ρακέτα, πήγαινε καρφί στο λούκι.
«Ξεσκισμένη!» μούγκρισε ο Τάκης. «Εμένα κάλεσε η κοπέλα ρε κόπανε –εσείς θα έρθετε της προσκολλήσεως».
«Α», έκανα χαζά. Το σκέφτηκα λίγο. «Κι αν δε γουστάρει η συγγραφεύς;» αναρωτήθηκα.
«Στ΄αρχίδια μας», απάντησε ο Τάκης. «Μήπως, δικό της είναι το πάρτι;»
«Δικό της είναι», επανέλαβα.
«Γι΄αυτό σου λέω. Στ΄αρχίδια μας». Κούνησε το φλίπερ για να σώσει την τρίτη μπίλια αλλά το μηχάνημα άναψε πλευρικά φώτα και μετά σκοτείνιασε απότομα.
«Μπράβο λεβέντη μου, το τίλταρες πάλι», σχολίασα.
«Στ΄αρχίδια μας», ξανάπε ο Τάκης.

Είχαμε κάνει ψιλά για να ταΐσουμε τα μασίνια, αλλά καθόμασταν παράμερα περιμένοντας. Τι ακριβώς –δεν ξέραμε. Ο Χουλκ ήταν άδειος κι ο Ροζ Πάνθηρας το ίδιο -ακουμπάγαμε στον απέναντι τοίχο αμίλητοι χωρίς διάθεση να πλησιάσουμε.
«Που χάθηκε ο μαλάκας;» ρώτησα τον Τάκη.
«Ξέρω ‘γω … Μπορεί να είχε ουρά το σουβλατζίδικο», απάντησε.
«Πάμε να τον βρούμε;»
«Φύγαμε».
Είπαμε, αλλά δεν κάναμε βήμα από τον τοίχο. Μια κούραση ήρθε και μας άρπαξε από τα μούτρα, ο Τάκης χασμουρήθηκε, εγώ τεντώθηκα ψάχνοντας τα τσιγάρα μου. Στο άνοιγμα της τζαμένιας πόρτας εμφανίστηκε η Φανή, έψαξε μέσα στην κάπνα νευρικά.
«Η δικιά σου», είπε ο Τάκης.
«Την είδα», απάντησα.
«Λες να μας φορτωθεί στο πάρτι;» ρώτησε.
«Αν είναι έτσι δεν θα ΄ρθω», τον καθησύχασα.
Η Φανή μας είχε δει επιτέλους. Πλησίασε και με φίλησε –ο Τάκης τής έκανε χώρο.
«Καλώς τη Φανή», χαιρέτησε.
Εκείνη ούτε να τον φτύσει.
«Συγνώμη για το απόγευμα», μου είπε σιγά.
«Δεν τρέχει κάστανο. Αυτά έχει η παρανομία», μουρμούρισα.
«Δεν θύμωσες;» ρώτησε.
«Κι αν θύμωνα, τι θα γινόταν δηλαδή; Θα τον παράταγες να ΄ρθεις μαζί μου;»
Κατέβασε το κεφάλι –γνωστό κόλπο. Όταν η Φανή μουτρώνει, εγώ την κανακεύω μέχρι να της περάσει. Όταν εγώ θυμώνω, η Φανή κατεβάζει το κεφάλι για να αποφύγει τις απαντήσεις. Υποκρινόμαστε τους μετανιωμένους και πάμε παρακάτω –κατάλαβες;
«Έλα έξω να μιλήσουμε» ψιθύρισε.
Η σωστή απάντηση θα ήταν «δεν μπορώ τώρα, περίμενα μισή ώρα ν΄αδειάσει το μηχάνημα για να παίξω», κάπως έτσι.
«Προχώρα κι έρχομαι», της είπα.
Όταν βγήκε από τη τζαμένια πόρτα κοίταξα τον Τάκη.
«Οι μαλακίες πληρώνονται», μου υπενθύμισε.
Βγήκα πίσω της. Καθίσαμε στο πρώτο παγκάκι.
«Δεν το ήξερα ότι θα έρθει», είπε.
«Εντάξει, δεν χρειάζεται να απολογείσαι. Το κατάλαβα».
«Ήθελα πολύ να σε δω».
«Ωραία, με βλέπεις τώρα. Παρακάτω;»
«Είσαι θυμωμένος ακόμα».
Την κοίταξα. Μέτρησα τις αντοχές που διέθετα, πρόσθεσα και κάτι παραπάνω για να μου βγει ακέραιος –αποφάσισα να τη γαμήσω εντελώς την υπόθεση.
«Ρε Φανή, εντάξει, τι κουβεντιάζουμε τώρα; Καλά περάσαμε, αλλά δεν μπορεί να συνεχιστεί έτσι αυτή η κατάσταση, δε βγαίνει πουθενά», το έκοψα απότομα γιατί πήρα χαμπάρι ότι μίλαγα με τσιτάτα της Βαμβουνάκη. Αηδίασα.
«Τι θες να πεις;» ρώτησε η Φανή.
«Απλά είναι τα πράγματα Φανή. Έγινε ότι έγινε μεταξύ μας, κάναμε το κέφι μας, πάμε παρακάτω».
«Παρακάτω; Τι έχει παρακάτω;»
«Ξέρω ΄γω … σκέψου και πες μου».
Κοιταχτήκαμε. Για μια στιγμή μού πέρασε από το μυαλό ότι θα έλεγε «χωρίζω κι έρχομαι μαζί σου», γέλασα.
«Γιατί γελάς;»
«Τίποτα –θυμήθηκα ένα παλιό ανέκδοτο».
«Πες το μου να γελάσω κι εγώ …»
«Είναι εκείνο με τον μεγάλο γάτο που βγάζει βόλτα το μικρό γατάκι για να το μυήσει στα μυστικά του σεξ. Και πάνε στην πλατεία, βλέπουν τις θηλυκές γάτες, τις στρώνουν στο κυνήγι, μπροστά οι γάτες, πίσω αυτοί -κάνουν γύρους στην πλατεία. Μέχρι που λαχανιάζει το γατάκι και λέει ‘κοίτα να δεις, εγώ κουράστηκα, λέω να γαμήσω ακόμα έναν γύρο και μετά να πάω σπίτι’. Αυτό θυμήθηκα».
Με κοίταξε.
«Δεν γέλασα», μου είπε.
«Ναι, το πρόσεξα. Φαίνεται ότι δεν είμαι τόσο αστείος πλέον. Αλλά μπορώ πάντοτε να γίνω γελοίος, τι σου λέει αυτό;»
Δεν μίλησε. Άναψα εκείνο το κωλοτσίγαρο που καθυστερούσα από την αρχή της κουβέντας, μου έπιασε το χέρι, πήρα θάρρος –μαλακία μου-απλώς ήθελε μια τζούρα από το τσιγάρο. Κι εγώ ήθελα να το πάμε πάλι από την αρχή, να πάρω πίσω ότι είχα πει –γέλασα ξανά.
«Άλλο ανέκδοτο θυμήθηκες;» με ρώτησε.
«Δεν υπάρχει άλλο ανέκδοτο εδώ πέρα –εμείς οι δύο είμαστε το μοναδικό ανέκδοτο», είπα.
Σηκώθηκε.
«Φεύγω», είπε.
Δεν έβγαλα άχνα, επειδή δεν ήθελα με τίποτα να φύγει. Την κοίταζα λοιπόν, καθισμένος στο παγκάκι και μέτραγα πότε θα έστρεφε το κεφάλι της προς τα πίσω, μέχρι που κατάλαβα ότι θα μπορούσα να περάσω 100 χρόνια καθισμένος εκεί και να μετράω. Βολεύτηκα λοιπόν καλύτερα και συνέχισα το μέτρημα.
«Τι έγινε; Κάποια χυλόπιτα;» γέλασε ο Τάκης χώνοντας το χέρι στην τσέπη του τζιν μπουφάν μου.
«Πες το κι έτσι», απάντησα.
«Έφαγες ή έριξες;» ξαναρώτησε συνεχίζοντας το ψάξιμο.
«Τι διαφορά έχει;» φιλοσόφησα. «Και τι ψάχνεις στην τσέπη μου ρε μαλάκα, κοντεύεις να μου σκίσεις τη φόδρα!»
«Τα τσιγάρα σου ψάχνω».
«Αφού δεν καπνίζεις, τι τα θέλεις;»
«Δεν καπνίζω εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων».
«Που την είδες την εξαιρετική περίπτωση;»
«Μέσα στο φλιπεράδικο είναι μια τύπισσα με μπλε μαλλί που με έχει στείλει για τσάγια!» τινάχτηκε πίσω με το πακέτο μου στο χέρι.
«Άντε και καλούς απογόνους», είπα.
«Πρέπει κάποτε να μας πεις την ιστορία με τη Φανή –δε νομίζεις;» ψιθύρισε ο Τάκης πάνω από το κεφάλι μου.
«Ναι», είπα. «Κάποτε».
Όταν έφυγε κατάλαβα ότι μου είχε πάρει το πακέτο, σηκώθηκα βρίζοντας να τον ψάξω. Στο άνοιγμα της πόρτας με πρόλαβε ο Πέτρος.
«Μαλάκα γίνεται της καργιόλας στην πλατεία! Πέφτει ξύλο!» φώναζε.
Έμεινα με το χέρι στο πόμολο, ο Πέτρος έτρεχε προς την πλατεία, άνοιξα τη τζαμένια πόρτα, ειδοποίησα τον Τάκη και έτρεξα να δω τι γίνεται.

Αλλά η φάση είχε λήξει. Δυο -τρεις πάνκηδες κρατάγανε τα σαγόνια τους μην τους πέσει κανένα δόντι, κόσμος ήτανε μαζεμένος κατά Στουρνάρη μεριά. Βρήκα τον Πέτρο.
«Τι έγινε ρε;»
«Φασίστες. Την πέσανε στα ξαφνικά, κάτι τέτοιο …»
Πλησίασα τους πάνκηδες που γίνονταν όλο και περισσότεροι. Έβριζαν και απειλούσαν, κάποιοι άνοιγαν φερμουάρ και μοίραζαν αμφεταμίνες –«θα τους βρούμε τους πούστηδες, ξέρουμε τα στέκια τους». Κοίταξα τριγύρω, οι περίεργοι είχαν εξαφανιστεί. Από την άλλη πλευρά ερχόταν τρέχοντας ο Τάκης.
«Την έχασα τη φάση;» ρώτησε λαχανιασμένος.
«Μάγος είσαι;» έκανε ο Πέτρος.
Δυο φωσφοριζέ κεφάλια πρόβαλαν πίσω του. Κοίταξα καλύτερα, ο Τάκης το ΄πιασε.
«Να σας συστήσω την Ολίβια και τη Χριστίνα», είπε.
Γκόμενες κατηγορίας Τάκη. Κοντό μαλλί, δικτυωτά, βαμμένο μάτι και πολλά σκουλαρίκια. Και βραχιόλια και μπιχλιμπίδια διάφορα –απ΄αυτές που ζυγίζουν 20 κιλά λιγότερο όταν γδυθούν.
«Χάρηκα», είπα. Τι να ΄λεγα;
«Οι κοπέλες θα έρθουν μαζί μας στο πάρτι», μας πληροφόρησε ο Τάκης.
«Καλά θα κάνουν», συμπέρανε ο Πέτρος.

Ακολουθούσα τις μηχανές τους χαλαρά στην άδεια Τρικούπη, μπροστά ο Τάκης με τη μπλε ντεθιάρα, πίσω ο Πέτρος με την κόκκινη ντεθιάρα. Κάθε φανάρι σκεφτόμουν να την κοπανήσω όμως δεν ήξερα που να πάω. Δηλαδή ήξερα, αλλά αν δεν γινόταν. Να πάω.
Ο Τάκης έκανε νόημα ανεβαίνοντας το πεζοδρόμιο, ο Πέτρος ακολούθησε κι εγώ το ίδιο. Κάτι σπασμένα λούκια στάζανε στις τσιμεντόπλακες, αυτοκίνητα παρκαρισμένα στραβά –εδώ ήταν το πάρτι. Σήκωσα το κεφάλι, φώτα και μουσική από ένα μπαλκόνι με κρεμαστές γλάστρες. Δε γαμιέται;

Μας υποδέχτηκε ένας χοντρός με Λακόστ στο άνοιγμα της πόρτας, είπα να κάνω επιτόπου μεταβολή.
«Τι γίνεται δικέ μου; Αρχίσατε χωρίς εμάς; Αργήσαμε;»
Ο χοντρός ίδρωσε ψάχνοντας ποια ερώτηση να απαντήσει πρώτα. Τον περάσαμε πριν πει δεύτερη κουβέντα.
«Ποιος ήταν αυτός;» ρώτησα τον Τάκη.
«Και που θες να ξέρω; Ένας χοντρός με Λακόστ», είπε αδιάφορα.
Το σπίτι ήταν τίγκα στη ρουστίκ παλιατσαρία, βαριά έπιπλα, περσικά χαλιά και πίνακες με καράβια στους τοίχους. Πολλοί πίνακες. Πολλά καράβια. Κόντεψα να πάθω ναυτία. Ένας μαλλιάς άλλαζε δίσκους στα πικάπ, μια παρέα χόρευε, οι καναπέδες ξεχείλιζαν από φωνακλάδες και πατατάκια λιωμένα. Κοίταξα τριγύρω για να σταμπάρω την κάβα.
«Ποια είναι η συγγραφεύς;» ρώτησα τον Τάκη.
«Αυτή που γράφει βιβλία», απάντησε όλο σοβαρότητα.
«Και η Έφη;»
Σήκωσε το δάχτυλο, μου έδειξε μια ομορφούλα που τη χερούκωνε κάποιος φαλάκρας σαραντάρης. Γέλασα.

Ξεκίνησα για τη γωνία δίπλα στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα, επειδή εκεί πέρα είχαν φωλιάσει τα μπουκάλια. Έσπρωξα, σκούντησα, έφτασα. Τα καλά πάρτι ξεχωρίζουν από τα αναψυκτικά που έχουν απομείνει δίπλα στα ποτά κι από τα παγάκια που διαθέτουν –αυτό το πάρτι λοιπόν ήταν μέτριο. Ευτυχώς βρήκα μισό μπουκάλι τόνικ που το καβάντζαρα πίσω από κάτι κουβάδες με ποπ κορν. Πιο πριν είχα φροντίσει να με σερβίρω μια πλούσια δόση βότκας με μπόλικο παγάκι και τσιγκούνικες σταγόνες τόνικ για να φτουρήσει. Ένιωσα καλύτερα.
Το τσούρμο των χορευτών αλάλαξε καθώς ο μαλλιάς έχωνε REM στα πλατό, The one I love, και από τη μέση ξεπετάχτηκε μια αυτιστική χοντροκώλα με κολλητό δερμάτινο που σάρωνε μύτες και ποτήρια με τις χορευτικές της φιγούρες. Έμεινα έκθαμβος. Κατέβασα μια γερή γουλιά να σιγουρευτώ ότι δεν ονειρεύομαι, αλλά η ατσούμπαλη ήταν ακόμα εκεί κλωτσώντας αέρα και περαστικά γόνατα. Ο Πέτρος με πλησίασε για να φορτώσει ποτά.
«Ποιο είναι το κάζο;» ρώτησα, δείχνοντάς την.
«Η συγγραφεύς ρε ηλίθιε!» με κοίταξε υποτιμητικά.
«Πολυτάλαντη νομίζω», διαπίστωσα.
«Γροθιά στο στομάχι», διευκρίνισε ο Πέτρος και όντως η γυναίκα κοπάνησε μια περαστική, εκτελώντας τη φιγούρα «πόδια δεξιά-αριστερά, χέρια αριστερά-δεξιά».
«Πως και δεν σαβουριάζεται;» ρώτησα.
«Ο θεός είναι μεγάλος», μουρμούρισε φεύγοντας ο Πέτρος.

Βολεύτηκα στο κάγκελο του μπαλκονιού επειδή μέσα στο σαλόνι γινόταν της χάβρας. Ρε πούστη μου, όταν κάποιος βάζει μουσική, ακούς τη μουσική ή χορεύεις. Δεν ουρλιάζεις σαν το μουεζίνη για να την καλύψεις. Αλλιώς πας και ξηγιέσαι στον ντιτζέι να παίξει τίποτα Phil Collins που είναι και συζητησιακός –εντάξει;
Ανάμεσα σε κάτι πέργκολες διέκρινα μια παρέα καθισμένων σε ξύλινες σεζ λονγκ. Άκουγα και την κουβέντα τους, αν και δεν είχα καμιά όρεξη. Γαμημένη γενιά του Πολυτεχνείου, νοσταλγικό υφάκι, περασμένα μεγαλεία και τίποτα δεν αξίζει πλέον, πέρα από την κονόμα. Με τις αντιστασιακές μουσικές τους που κυκλοφόρησαν κατόπιν εορτής, τα μελωμένα βιβλία τους πηγμένα στο γιασεμί και την αρμύρα, με κάτι βρωμερές πίπες ή τσιγάρα με άσπρο φίλτρο. Σιχάματα.
«Τι κάνεις εσύ εδώ;» έφαγα μια ξεγυρισμένη στην πλάτη, συνοδευτική της ερώτησης.
Γύρισα. Ο Πέτρος χαμογελούσε λες και είχε κάνει κατόρθωμα.
«Τι να κάνω; Περιμένω να έρθεις να με σφαλιαρώσεις –τι άλλο;» είπα.
«Ο Τάκης μου είπε για κάποια αισθηματικά προβλήματα …»
«Έτσι σου είπε;»
«Ναι».
«Για να το λέει …»
«Εσύ τι λες δηλαδή;»
«Εγώ λέω ότι δεν έχω όρεξη να το συζητήσω».
«Σεβαστό αυτό. Μήπως έχεις όρεξη να ασχοληθείς με την κυρία που σε κόβει από απέναντι;»
Γύρισα αντικαρφωτικά. Κάποια από την παρέα των σεζ λονγκ κοίταζε προς το μέρος μας καπνίζοντας ένα μακρύ τσιγάρο. Λεπτοκαμωμένη, με αραχνοΰφαντο φόρεμα –ο τύπος γυναίκας που αρέσει στον Πέτρο.
«Για τη γρια λες;» τον ρώτησα.
«Ε, όχι και γρια!» πετάχτηκε.
«Καλά. Πάρτην εσύ τότε –εγώ δε γουστάρω».
«Αφού εσένα κοίταζε ρε μαλάκα!»
Δεν θα ξεμπερδεύαμε σήμερα, μ΄αυτό το βιολί.
«Εντάξει ρε φίλε. Πάμε να της πιάσουμε κουβέντα μπας και γλιτώσω από τη γκρίνια σου, αλλά μη με υπολογίζεις για πολύ –ξηγημένοι;»

«Καθίστε παιδιά».
Καθίσαμε.
«Νάντια».
Είπαμε και τα δικά μας ονόματα.
«Πως από δω; Δεν σας έχω ξαναδεί στην παρέα».
«Περαστικοί. Είδαμε φως και μπήκαμε».
Μείναμε να κοιταζόμαστε σα χαμογελαστές πέστροφες. Τι άλλο να λέγαμε; Η παρέα της Νάντιας συνέχιζε την ανάλυση των πολιτικών εξελίξεων, τους απασχολούσε η δίωξη Κοσκωτά. Αφαιρέθηκα για λίγο ακούγοντάς τους.
«Σε ενδιαφέρει το θέμα Κοσκωτά;» με ρώτησε η Νάντια.
«Και πολύ μάλιστα. Αν δεν πάρει κανένα προπονητή για την επόμενη χρονιά –τη βάψαμε», απάντησα.
Ξεκαρδίστηκε.
«Ποδοσφαιρόφιλος ε;» διαπίστωσε.
«Ναι, αλλά κάνω θεραπεία», την πληροφόρησα.
«Δηλαδή;»
«Πηγαίνω στο γήπεδο ακόμα και τώρα που η ομάδα σέρνεται».
Χαμογέλασε από ευγένεια. Ο Πέτρος ανέλαβε να ρίξει κάποιο θέμα περί απωθημένων –γνωστό κόλπο, σε λίγο θα το γύριζε στα σεξουαλικά του στυλ «μαλακίζεσθε στο μπάνιο κι αν ναι με τι θέμα;» Άναψα τσιγάρο χαζεύοντας τη μπίχλα στον νυχτερινό ουρανό. Μέσα στο σαλόνι ο Τάκης είχε ξεκινήσει τα καφριλέματα –έκανε επίδειξη κατανάλωσης ποτών χωρίς τα μπουκάλια να ακουμπάνε στο στόμα του, οι φωσφοριζέ γκόμενες τον πότιζαν αμήχανα και ο υπόλοιπος κόσμος εξέφραζε την αηδία του με πολιτισμένο τρόπο.
Με πήρε το μάτι του καθώς πέρναγε από ουίσκι σε τζιν, χαμογέλασε.
«Μην απλώσεις στη βότκα ζώο!» τον προειδοποίησα φωναχτά.
Αλληθώρισε χύνοντας ποτό στα περσικά χαλιά.
«Φίλος σας είναι;» ρώτησε η Νάντια.
«Μπα –ψυχασθενής. Τον βγάζουμε από το ίδρυμα για να ξελαμπικάρει και μετά τον επιστρέφουμε –πληρωνόμαστε γι΄αυτό», απάντησα.
Γέλασε πάλι. Ήθελα να φύγω αμέσως από εκεί πέρα. Αλλά εκείνη έσκυψε πάνω από το τραπέζι που μας χώριζε, αφήνοντάς με να διακρίνω ότι δεν φορούσε σουτιέν και μου πρότεινε το σβηστό τσιγάρο της.
«Φωτιά;» ζήτησε.
Ο Παύλος έβγαλε τον μπικ του, αλλά εκείνη τον αγνόησε. Άναψα το τσιγάρο της μηχανικά –κοιταχτήκαμε. Λες;
«Πάω να τον μαζέψω γιατί θα κατεβάσει τους πολυελαίους σε λίγο», μας πληροφόρησε ο Πέτρος καθώς σηκωνόταν.
Τον κοίταξα άγρια –τι πούλημα ήταν αυτό τώρα; Μου χαμογέλασε κάνοντας την κίνηση «δικιά σου η γκόμενα». Βλαστήμησα μέσα από τα δόντια μου. Στην παρέα υπήρχαν κανόνες. Άλλες γυναίκες άρεσαν σε μένα, άλλες στον Πέτρο ενώ οι ανυπόφορα έξαλλες ήταν ειδικότητα του Τάκη. Κανένας δεν άπλωνε στην κατηγορία γυναικών του διπλανού του –νόμος αυτό.
«Λοιπόν; Με τι ασχολείσαι εσύ;» ρώτησε η Νάντια.
Της είπα για τις μεταφράσεις, βρεθήκαμε με κοινούς γνωστούς στον χώρο επειδή εκείνη δούλευε σε εκδοτική. Χαλάρωσα –η κουβέντα γύριζε στα ξέβαθα, μόνο που με ανησυχούσαν οι άλλοι δύο. Βλέπεις, αντί να τον μαζέψει, ο Πέτρος είχε αρχίσει τις κόντρες –τώρα πίνανε και οι δυο τους από τα μπουκάλια, σε λίγο θα την έπεφταν στον μαλλιά για παραγγελιές. Και ήξερα τι θα ακολουθούσε μετά –δεν ήθελα να το χάσω.
«Θέλεις να πας με τους φίλους σου;» πήρε χαμπάρι η Νάντια.
«Το κάνεις ν΄ακούγεται πολύ μαμαδίστικο», παρατήρησα.
«Τι θέλεις να πεις; Για τη διαφορά ηλικίας;» συννέφιασε.
«Όχι –ποια ηλικία, δεν υπάρχουν αυτά τα πράγματα», δικαιολογήθηκα. «Για το ύφος σου λέω …», παράτησα την κουβέντα στη μέση –δε σωζόταν από πουθενά η κατάσταση.
Σηκώθηκα.
«Θα με πας σπίτι μετά;» φώναξε η Νάντια.
Άλλο πάλι κι αυτό! Είπα να τη ρωτήσω που μένει και να δικαιολογηθώ ότι δεν ήταν στο δρόμο μου, μαλακίες.
«Ναι, εντάξει …» φώναξα με τη σειρά μου για να ακουστώ μέσα στον πανικό.

Οι άλλοι δύο είχαν αγκαλιάσει τον μαλλιά και κάτι του ψιθύριζαν. Για την ακρίβεια τον πήγαιναν καροτσάκι πίσω από τα πλατό, ο έρημος αγωνιζόταν να προστατεύσει τους δίσκους του. Πλησίασα.
«Φτιάξε μας ρε φιλαράκι, τι σου ζητάμε δηλαδή;» εκλιπαρούσε ο Τάκης.
«Βάλε τίποτα ζόρικο να ξεμπερδεύουμε», απειλούσε ο Πέτρος.
«No Rest», του ψιθύρισα.
«Δεν το ΄χω», με κοίταξε έντρομος.
«Suspect Device», πρότεινα εναλλακτικά.
«Ούτε αυτό!», ίδρωσε ο μαλλιάς.
«Ε, άντε γαμήσου –βάλε ότι έχεις από Stranglers», αγανάκτησα.
Με κοίταξε χαμογελώντας τώρα.

Ο Πέτρος χόρευε με το προσωπικό του στυλ «το κεφάλι ανάμεσα στους ώμους» δικής του επινοήσεως και προελεύσεως. Ο Τάκης κλώτσαγε σαν αμυντικός ερασιτεχνικής ομάδας που πρέπει να μαρκάρει τον Ρομάριο. Εγώ περιοριζόμουν σε μια παραλλαγή του πόγκο που έφερνε σε πυρρίχιο. Στα ηχεία το Peaches. Η συγγραφεύς ούρλιαξε όταν αναγνώρισε το κομμάτι και πετάχτηκε να το χορέψει αλλά ο Τάκης της ξηγήθηκε ένα ύπουλο τάκλιν από πίσω και την άφησε να ψάχνει τα τακούνια της. Ένα τραπέζι με πατατάκια αναποδογύρισε. Ο Πέτρος με πλησίασε λαχανιασμένος.
«Σε περιμένει στην πόρτα».
Κοίταξα –έτσι ήταν.
«Τι δουλειά έχω εγώ ρε πούστη; Δικιά σου είναι η γκόμενα».
«Θέλεις να πεις ότι σου κάθεται και θα την αφήσεις;» με κοίταξε αγριεμένος.
Μαζεύτηκα. Κάτι τέτοιο απαγορευόταν στην παρέα –θα με σταυρώνανε στην πλατεία Συντάγματος.
«Την κάνω –καληνύχτα», βιάστηκα να πω.
«Σε περιμένουμε αύριο για ανάλυση», μου σφύριξε ο Τάκης στο αυτί.

«Έχω μηχανή, δεν σε πειράζει –έτσι;»
«Ξέρεις πόσα χρόνια έχω ν΄ανέβω σε μηχανή;»
Δεν ήθελα να ξέρω.

«Γιατί δε μιλάς;»
«Επειδή οδηγώ. Πες μου που στρίβουμε».
«Εδώ».
Έστριψα τελευταία στιγμή με τη Νάντια κολλημένη πάνω μου. Κατέβηκε –εγώ περίμενα με τη μηχανή αναμμένη.
«Δεν θα ανέβεις επάνω για έναν καφέ;» χαμογέλασε.
Έσβησα τη μηχανή και έψαξα μέρος να την παρκάρω. Ήθελα να θαφτώ στο πρώτο χαντάκι της ΕΥΔΑΠ και να με σκεπάσει με χώμα το αυριανό συνεργείο. Ήθελα να πιω μέχρι λιποθυμίας. Ήθελα να λιποθυμήσω μέχρι θανάτου.

Βιάστηκα να την ακολουθήσω πριν κλείσει η πόρτα της πολυκατοικίας της.

24 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

Mr.Fixit είπε...

Ouf to malaka, na th gamhsei tou zhthsane oxi na thn paei sto ghpedo, ti dysanasxetei?
Punkhdes ta spane sto party-liwnw, auta einai, egw hmoun enos etous xaxaxaxxaxa

The Motorcycle boy είπε...

Γιατί ήσουνα 1 έτους ρε; Το '87 γεννήθηκες; Μη μου πεις! Και μην το πεις δηλαδή, γιατί θα πλακώσει η αστυνομία που επιτρέπω σε ανήλικα να διαβάζουν τέτοια πράγματα!

Να τη γαμήσει ε; Τι του ζητάνε! Μου θυμίζει εκείνη τη μαλακία το βιβλίο του Μίσσιου -"Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε!"

άσωτος είπε...

νομιζα οτι το πρωτο ηταν αυτοτελες....προεδρος σαν το κωσκωτα δεν ξαναπερνα. ταις λιμπρεχτς ειχαμε τοτε ή γκμοχ;

The Motorcycle boy είπε...

Ναι, δεν έγραψα "συνεχίζεται" για να κοροϊδέψω τον κόσμο και να το διαβάσει, χαχαχα.

Τάις και τη Λάρισσα πρωταθλήτρια -μη χέσω. Βέβαια, έχεις καταλάβει οτι όλο αυτό το πόνημα γράφεται για να υμνηθεί ο Σάκης ο Μουστακίδης, έτσι;

The Motorcycle boy είπε...

Άκυρο, μόλις το έγραψα το θυμήθηκα. Γιάτσεκ είχαμε τότε -ο μαλάκας ο σαγόνιας έφταιγε που γυάλιζε πάγκο ο Σάκαρος και μετά αυτός ήταν που τον έδωσε δανεικό στον Απόλλωνα (νομίζω).

Mr.Fixit είπε...

To '89 den htan to skandalo koskwta re? to '88 gennh8hka. Ki ama 8eloun na plakwsoun oi mpatsoi na me mazepsoun gia anhliko 8a tous sygyrisw, eimai paidi twn 80's egw hahahahhaha

The Motorcycle boy είπε...

Το '88 γεννήθηκες ε; Συγχαρητήρια -το πρώτο κομμάτι της ιστορίας (τα πρώτα 7-8 κεφάλαια δηλαδή) αφορά τη χρονιά που γεννήθηκες. Το σύνολο της ιστορίας θα είναι 88 έως 90. Μπέμπη!

Ανώνυμος είπε...

http://infopress-gr.blogspot.com/2008/08/ancona.html

Διάβασε τα έγγραφα που απέστειλαν (παρανόμως) οι Δήμαρχοι αλλά και τα σχόλια.

The Motorcycle boy είπε...

Μια χαρά!

Ανώνυμος είπε...

Aυτά ήθελα να σου στείλω με φαξ. Και πάλι χίλια συγγνώμη για την ενόχληση (πρωϊνιάτικα) αλλά και για το άσχετο σχόλιο στο post. Ως γνωστόν όμως, κάθε Απόστολος...
:-)))

The Motorcycle boy είπε...

Τι συγνώμη ρε -πλάκα κάνεις; Απλά, το πρωί περνάγαμε φάση Αυγούστου στη δουλειά, ούτε οι τουαλέτες δεν είχαν φως. Καλά έκανες και να με ενοχλείς συχνότερα.

RaZz είπε...

γιατί έχω μια υποψία πως ούτε αυτή η ιστορία θα έχει horror/gore στοιχεία και Σογκώθ να μασουλάνε ψυχές και κόκκαλα;;; απογοητεύομαι!! [then again, λίγο αίμα (και σπέρμα) παίζει να έχει μιας και διαδραματίζεται στα λατρεμένα Εξάθλεια. so i'm staying tuned!]

άσωτος είπε...

σακης μουστακιδης το ταλεντο που χαθηκε. ελπιζω καποια στιγμη να σκασει στην ιστορια σου...

The Motorcycle boy είπε...

Καλώς την υπερταξιδιώτισσα των 5 ηπέιρων και των 19 θαλασσών (βάζω μέσα και τα μαγαζιά που πουλάνε sea food)! Υπάρχει τίποτα πιο σπλάτερ από τα Εξάρχεια του τέλους της δεκαετίας του '80 ρε φιλενάδα; Περίμενε και σε λίγο θα σκάσουν οι ταχυδακτυλουργοί, οι μπαλαρίνες και τα τέρατα της φύσης.

Άσωτε, μαζεύω στοιχεία για τον Σάκαρο -κάποτε θα κάνω κάτι γι΄αυτόν. Θυμάμαι, στο δωμάτιό μου, είχα κολλήσει μια αφίσσα της Σοφίας Αρβανίτη (εποχή 'Σοκολατί') για μπακγκράουντ και από πάνω το είχα γεμίσει με φωτογραφίες του Μουστακίδη από τις εφημερίδες. Μόνο τα πόδια της Σοφίας με το δικτυωτό κλασόν είχα αφήσει να φαίνεται.

Madame de la Luna είπε...

Τα σχολικά και.. οι οδοντογιατροί, δεν είναι κι εμένα του γούστου μου.

Έμαθα και την ιστορία του Φιλόσοφου..

Ζορίζεστε με τη σιωπή των γυναικών, ε; Κι όμως ρε παιδί μου. Κάποιες στιγμές δεν είναι για λόγια. Δεν υπάρχει ίσως κάτι, που θα μπορούσε να χωρέσει σε λέξεις. Το 'χεις σκεφτεί κι έτσι;

Γενική απορία: όταν γράφει μια γυναίκα κάτι, στην καλύτερη περίπτωση θεωρείται "γυναικεία γραφή" και στη χειρότερη Άρλεκιν. Όταν γράφει ένας άντρας κάτι (κυρίως μια ιστορία με δέκα χιλιάδες πηδήματα) αυτόματα μπαίνει στη σοβαρή λογοτεχνική παραγωγή της χώρας; ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ δεν το γράφω για την ιστορία που διαβάζω, έτσι; Αλλά όντως θέλω να μάθω τη γνώμη σου.

Το καλύτερο μου να διαβάζω τα "σεντόνια" σου. Πλάκα κάνεις; Αφού καθημερινώς χτυπάω "κάρτα" εδώ (και όχι κόκκινη ε;)

Όλα τα άλλα που έγραψες (στο προηγούμενο) δεν θα τα σχολιάσω. Σε αφήνω να έχεις την τελευταία κουβέντα. ;)

The Motorcycle boy είπε...

Προσωπικά δε ζορίζομαι καθόλου με τη σιωπή των γυναικών. Ζορίζομαι όμως όταν μέσα από αυτή τη σιωπή η άλλη έχει την ΑΠΑΙΤΗΣΗ να καταλάβω κάτι! Θα το δεις και στα επόμενα, κάπου βάζω την μνημειώδη για την παρέα μου, γυναικεία φράση, -"μα δεν καταλαβαίνεις; μα τίποτα δεν καταλαβαίνεις πια;" Όχι ρε χρυσό μου, δεν καταλαβαίνω -γι΄αυτό και ρωτάω! Αν θέλεις να μου πεις κάτι -πέστο να πάει στο διάολο! Επειδή, όση δάφνη και να μασήσω, Πυθεία δε γίνομαι.

Ότι δε χωράει σε λέξεις αφήνει τη σκιά του με λέξεις -γι΄αυτό άλλωστε γράφουμε.

Ειδική απάντηση, πάει να πει, η προσωπική μου άποψη και μόνο: έχω διαβάσει ελάχιστα πράγματα γραμμένα από γυναίκες, όχι επειδή είναι άσχημα, ή του πεταματού, αλλά επειδή δεν τα καταλαβαίνω, καθότι βλάκας. Δεν τα καταφέρνω με την αποκωδικοποίηση -πες το κι έτσι.
Αλλά καταλαβαίνω μια χαρά τα κείμενα που έχουν γραφτεί από άντρες -μου είναι πιο εύκολα.
Δεν μιλάω καθόλου για αξιολόγηση, ας πούμε υπάρχει ένα αγγλικό κείμενο και ένα γαλλικό. Γαλλικά δεν ξέρω καλά, οπότε διαβάζω το αγγλικό.
Κατά τη γνώμη μου υπάρχει γυναικεία γραφή, αντρική γραφή και καταπληκτική γραφή. Η τρίτη κατηγορία είναι σεβαστή, ακόμα κι αν το κείμενο δεν μου αρέσει (π.χ. δεν μου αρέσει καθόλου η Τόνι Μόρισσον, αλλά λατρεύω τη Ντόρις Ντόρι, δεν μου αρέσει καθόλου ο Σταντάλ -όμως όλα αυτά τα θεωρώ καταπληκτικά κείμενα). Περί αντρικής και γυναικείας γραφής έχω την άποψη "περί ορέξεως κολοκυθόπιττα". Ο όρος "σοβαρή λογοτεχνική παραγωγή" μου κάνει σε νύστα και όπου τον ακούω αποφεύγω να αγοράσω το σχετικό βιβλίο.

Ο Φιλόσοφος υπάρχει ακόμα και σήμερα στην πλατεία, είναι το μεσαίο περίπτερο κι αν σε βγάλει ποτέ ο δρόμος σου από κει, πες του χαιρετίσματα. Απ΄όλους μας.

Madame de la Luna είπε...

Κατάλαβα και για την σιωπή τι παίζει και περί γραφής.

Ναι όντως, είναι φράση που τη λέμε οι γυναίκες. Σκεφτόμαστε ας πούμε με διαφορετικό τρόπο τα δύο φύλλα (άλλα ημισφαίρια κι έτσι). Ξέρεις... Αλλά τι να σου πω τώρα, που κι εγώ της σιωπής είμαι; Άστο να πάει... Ευτυχώς που ανταλλάσουμε γραπτά σχόλια, αλλιώς ναι, πιθανότατα ένα προβληματάκι επικοινωνίας θα το είχαμε (παρότι εγώ δεν κουράζομαι να εξηγώ, αλλά έχω και την επιθυμία -απαίτηση την λες εσύ- να με καταλαβαίνουν και χωρίς λόγια).

Βαριά μου 'πεσε εδώ η κουβέντα. Μου φαίνεται θα πάω στο άλλο κεφάλαιο, πολύ σύντομα :)

The Motorcycle boy είπε...

Υπάρχει βεβαίως και η φιλοσοφική άποψη "μη μιλάς δεν είναι απαραίτητο/ μη μιλάς, θα φύγω σ΄ένα τέταρτο", της Ρίτας Σακελαρίου είναι αυτό νομίζω.

Από την πολύχρονη εμπειρία μου σε αυτόν τον πλανήτη πάντως, έχω αποκομίσει την εξής άποψη -"μην απαιτείς περισσότερα απ΄όσα δίνεις γιατί ο καπιταλισμός είναι ο θάνατος των σχέσεων". Θα μπορούσε να το έχει πει ο Γκρούτσο Μαρξ.

Madame de la Luna είπε...

Άλλη μέρα θα το έβρισκα και έξυπνο και αστείο, αλλά σήμερα το μόνο που μπορώ να σου πω, είναι ότι δεν τα πάω καλά με τους ισολογισμούς των σχέσεων. Δεν μετράω, δεν υπολογίζω ας πούμε, τι βάζει ο καθένας. Εστιάζομαι πιο πολύ στην πρόθεση τη δική μου. Κι όπως συνηθίζω να λέω: "όποιος αγγίξει κάτι δικό μου και δεν το αγαπήσει, αυτός θα χάσει κι εγώ θα πληρώσω". Απλά πράγματα.

"Αμάν βαριά φιλοσοφία, ε;" Sorry μωρέ. Aυτός ο πούστης ο ήλιος φταίει! ;)

The Motorcycle boy είπε...

"Καλές οι ΗΠΑ κι η Ρωσσία/ μα έχω τον πόνο μου κι εγώ", έτσι δεν πάει ο στίχος παρακάτω; Αντρέας Μικρούτσικος-Μανώλης Ρασούλης, αθάνατες επιτυχίες.

Σαφώς και δεν υπολογίζουμε (οι περισσότεροι από μας, γιατί υπάρχουν και κάτι μίζεροι που μετράνε με τον πόντο), αλλά υπάρχει νομίζω ένα στοκ, ένα σακκούλι ας πούμε. Αν δεν παίρνεις και μόνο δίνεις, το σακκούλι αδειάζει. Κι αν δεν είσαι τυχερός να βρεις κάποιον άλλο, να σου δώσει κάτι (δυστυχώς, παραπάνω από όσα μπορείς να δώσεις εσύ) τραβάς μια συναισθηματική χρεοκοπία από αυτές που δεν επιδοτούνται από τις κρατικές ενισχύσεις.

Υ.Γ.1: Λες να το γυρίσω σε καθαρά οικονομικά θέματα; Γιατί μια έφεση την έχω!
Υ.Γ.2: Ήλιος γιοκ.

Ανώνυμος είπε...

Γεια!
Ρε είναι γαμώ η καινουργια ιστορία
ή ίσως μου φαίνεται έτσι γιατί είχα καιρό να σε διαβάσω
τελείως αλλο στυλ (ίσως κ γραψίματος) από την τελευταία που είχα διαβάσει

γαμάτο το ανεκδοτο με τον γάτο κ το γατάκι :)))))
εδώ σταμάτησα... κ συνεχίζω αν προλάβω να το διαβάσω όλο

Γεια σου ρε Μοτορσαικλ!!! :)))

ell

The Motorcycle boy είπε...

Γειά σου κι εσένα! Αν θέλεις, μπορείς να πας το τελευταίο ποστ και να κατεβάσεις όλο το πρώτο μέρος της ιστορίας. Χαίρομαι που σου αρέσει.

Ανώνυμος είπε...

Ναι πολύ. Μου άρεσε παρα πολύ το πρώτο μέρος. Κ έχω προλάβει να διαβάσω μεχρί το 3, όχι όλο. Σήμερα μπήκα λίγο να δω κάποια άλλα πραγμ. κ πέρασα. Ελπίζω να σε ξαναδιαβάσω σύντομα

είναι πολύ ωραίο που μπορείς να γράφεις ιστορίες. νόμιζα ότι δε θα σου ερχονταν τοσο σύντομα παλι
ελπίζω να έχω σύντομα ευκαιρία να συνεχίσω αυτή

ell

The Motorcycle boy είπε...

Άντε,με το καλό να επανέλθεις. Τι γίνεται με δουλειά ρε; Βρήκες;

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι