Τρίτη, Οκτωβρίου 21, 2008

13. Οι αποφάσεις που μας πήραν

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα

Δεν αρχίσαμε καλά. Πέρασα το πρωί από την τράπεζά μου για να τσεκάρω το υπόλοιπο λογαριασμού, εντάξει, δεν είχα ποτέ λογαριασμό σε τράπεζα τουτέστιν διέλυσα το δωμάτιό μου ψάχνοντας στις καβάτζες –αποτέλεσμα, φτάνουν δε φτάνουν οι οικονομίες μου για κουλούρι με σουσάμι. Αν αποκλείσω το κουλούρι κι αγοράσω μόνο το σουσάμι, μου περισσεύουν χρήματα να πάρω κι ένα εισιτήριο λεωφορείου. Θα πεις «γιατί λεωφορείο φιλαράκι; ολόκληρη μηχανή διαθέτεις!» Σαφώς και διαθέτω, αλλά οι μηχανές χρειάζονται βενζίνη για κινηθούν, το ΄χουν αυτό το ελάττωμα. Αναποδογυρίζω άδειες τσέπες.

Οι μεταφράσεις έχουν κοπεί μαχαίρι -κρίση στην αγορά του βιβλίου, ύφεση, στασιμοπληθωρισμός, αναπροσαρμογή μακροοικονομικών μεγεθών, χρωστάω μάκρο και μίκρο στη σχολή –δε με βλέπω να ξεμπερδεύω εύκολα απ΄ όλο αυτό. Πρέπει να βρω άκρη μπας και περάσω κάνα μάθημα και πρέπει να βρω δουλειά επειγόντως –κοιτάζω έξω από το παγωμένο παράθυρο, ο χειμώνας τσιμπάει άβροχος φέτος. Λες να ληστέψω κανένα μπακάλικο; Αν δε βρω φράγκα, βουτάω τουλάχιστον τίποτα ΙΟΝ αμυγδάλου, να ‘χω να πορεύομαι. Λες;

«Η σπιτονοικοκυρά ακόμα περιμένει τα κοινόχρηστα», με ειδοποίησε χτες βράδυ ο ξάδερφός μου.
«Κι εγώ περιμένω», τον καθησύχασα.
«Τι;»
«Τίποτα».
Έτσι είναι.

Κατεβαίνω Ακαδημίας χωρίς απόφαση, κάτι πρέπει να γίνει εδώ πέρα –να ψάξω, να βρω. Τι; Χαζεύω τις κολλημένες αγγελίες στα τζάμια των καταστημάτων, υπολογίζω πόσο θα μου πάρει με τα πόδια να φτάσω μέχρι τη σχολή -κοροϊδευόμαστε τώρα; Αν είναι να ψάξω –θα είναι για την Άλεξ, πάει πάνω από δίμηνο που έχει να δώσει σημεία ζωής. Έχω ξεπεράσει το στάδιο της ανησυχίας, μπούχτισα να βλέπω όνειρα με εκείνη κομματιασμένη και σαράντα κανίβαλους από πάνω της να την πηδάνε όσο της χώνουν καυτές βελόνες –τώρα δε βλέπω τίποτα ξέρεις. Ούτε καν το πρόσωπό της δεν μπορώ να διακρίνω, τις καμπύλες εκεί χαμηλά στις γραμμές από το σαγόνι της, πώς να ήταν; Που είναι; Αποφασίζω να κόψω πάλι προς τα πίσω, να περάσω από τις εκδοτικές της Σόλωνος μπας και βγάλω καμιά άκρη. Οριακά, πριν αλλάξω κατεύθυνση, θυμάμαι να περάσω από τον πίνακα ανακοινώσεων, πίσω από τις στάσεις στην Ακαδημίας –να τσεκάρω αν έχουν αφήσει κανένα μήνυμα οι κοπρίτες. Ακουμπάω στον ξεφτισμένο τοίχο, μια αφίσα του ΚΚΕ μλ (ή του μλ ΚΚΕ;) κι από κάτω –«ΒΡΕΣ ΤΙΠΟΤΑ ΜΑΛΑΚΑ. ΣΤΕΓΝΩΣΑΜΕ. ΕΙΔΟΠΟΙΑ»
Χαμογελάω. Την έχουμε πουτσίσει γενικώς.

Αλλάζω την απόφασή μου αφού πέρασα το ποτάμι της Ακαδημίας –ας μη γυρίσω πίσω. Ξεκινάω για τη σχολή με τα πόδια, σταγόνες ιδρώτα στην πλάτη μου, προκαταβολικά. Και περπατάω, περπατάω –αυτή η πόλη είναι σίγουρα ναρκοθετημένη –δε γίνεται να βαδίζεις με το κεφάλι ψηλά, μόνο κάτω μπορούμε να κοιτάμε, σαν τα πρόβατα. Στην Αγγλικανική κόβω, δεν έχω φτάσει ούτε στα μισά του δρόμου, ψάχνομαι για τσιγάρο –πολυτέλειες φίλε μου! Σταμπάρω έναν λαϊκό που κοντοστέκεται ν΄ανάψει, τον πλευρίζω.
«Μήπως σας περισσεύει ένα τσιγάρο;»
Με κόβει δείχνοντας ολίγη από οίκτο.
«Πάρε όλο το πακέτο λεβέντη μου».
Το σκάει στον αέρα, αρπάζω, χαμογελάω ευγενικά, ευτυχώς έχει γυρίσει πλάτη όταν ανακαλύπτω ότι μου έχει πασάρει Άσσο Άφιλτρο. Κατεβάζω προβοσκίδα –μάγκα μου αυτά τα τσιγάρα δεν τα καπνίζεις ούτε κλεισμένος στο Γεντί Κουλέ! Κάλτσες σκέτες!
Ανάβω βήχοντας προκαταβολικά και συνεχίζω το δρόμο, πρέπει κάτι να γίνει εδώ πέρα.

Στύλοι Ολυμπίου Διός –«Τα χαλασμένα» που έλεγε κι ο φίλος μου ο Μιχαλάκης ο πουά, πριν παρατήσει τη σχολή και γίνει οικοδόμος. Κάτι γαλακτερές τουρίστριες κάνουν κλικ, κλικ, κλικ, με αντιασφυξιογόνες μάσκες που τις μοστράρουν για φωτογραφικές μηχανές.
«Ντου γιου λάικ μαμαζέλ δε Γκρις;» τις ρωτάω, έτσι στο ξεκάρφωτο, επειδή μου ήρθε εκείνη η μαλακία που τραγούδαγε προ αμνημονεύτων ο Καλογιάννης.
«Γουάτ;» κρώζουν.
«Ντου γιου νόου Γκρικ καμάκι; Σουβλάκι; Τζατζίκι; Μουζάκας; Γκρικ αρτ, αϊ λοβ γιου ντάρλινγκ;» το γυρίζω σε Χάρυ Κλυν.
Με κοζάρουν σα γατί με κονσερβοκούτια δεμένα στην ουρά.
«Ιζ χι νατς;» αναρωτιούνται μεταξύ τους.
«Νατς, νατς, κράντσι νατς –ντο γιου χεβ; Άι εξτσέιντζ γουιθ κοντοσούβλι!» φωνάζω.
Την κοπανάνε τρέχοντας και γλιτώνω τους Στύλους από τα απαστράπτοντα φλας των δοντιών τους. Αισθάνομαι τοπικός ήρωας για μία και μοναδική στιγμή.

Έξω από τη Μαντ κοντοστέκομαι –το βράδυ παίζουν οι Last Drive, καλή φάση. Δεν έχω φράγκα αλλά αυτοί έχουν είσοδο. Καλή φάση.

«ΦΟΙΤΗΤΕΣ/ΤΡΙΕΣ ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΓΙΑ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΡΕΥΝΩΝ ΑΓΟΡΑΣ/ ΔΕΙΓΜΑΤΟΔΙΑΝΟΜΕΣ. ΤΗΛ. τάδε, Δ/ΝΣΗ δείνα, ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ κυρία Μιτσούκο».
Χαζεύω την κολλημένη αγγελία –ναι ε; Ενδιαφέρουσα περίπτωση, αξίζει να ερευνηθεί περαιτέρω. Τι εστί κυρία Μιτσούκο; Χώνομαι στον θάλαμο απέναντι –κλωτσάω το τηλέφωνο κάτω από τον κερματοδέκτη, μπλοκάρει για λίγο, όσο να σχηματίσω το νούμερο.
«Καλημέρα σας. Με την κυρία Μιτσούκο μπορώ να μιλήσω;»
«Η ίδια».
«Για την αγγελία τηλεφωνώ».
«Ααα, ωραία! Είστε φοιτητής;»
«Έτσι ακούγεται τώρα τελευταία».
«Υπέροχα. Θέλετε να περάσετε από δω;»
«Εντάξει. Έχω και δυο φίλους –να τους φέρω μαζί μου;»
«Βεβαίως! Φοιτητές κι αυτοί;»
«Απολύτως!»
«Σήμερα το μεσημέρι μπορείτε να περάσετε;»
«Εντάξει. Να ρωτήσω κάτι;»
«Ότι θέλετε».
«Γιατί σας λένε Μιτσούκο;»
«Επειδή έτσι με βαφτίσανε».
«Πως αυτό;»
«Δε θυμάμαι –ήμουνα πολύ μικρή τότε».
«Καλώς. Θα τα πούμε το μεσημέρι από κοντά».
Κατεβάζω το ακουστικό –σωστό ατομάκι η Μιτσούκο!

Τραβάω κοφτά κλωτσίδια στο τηλέφωνο, αλλά έχει μουλαρώσει το πούστικο και δε λέει να μου κάνει τη χάρη.
«Τι το κλωτσάς ρε; Πάρε ένα κέρμα να τηλεφωνήσεις, παλιοχαμούρη!»
Κοιτάζω πίσω, ο Παπ χαμογελάει ευγενέστατα.
Τηλεφωνώ στον Τάκη.
«Ξύπνα μαλάκα. Έχουμε ραντεβού για δουλειά το μεσημέρι. Πάρε και τον άλλο, θα σας περιμένω στη σχολή».
«Τι φάση παίζει;» δυσανασχετεί μαχμουρλίδικα.
«Κωδικός Μιτσούκο».
«Έλα ρε! Τόσο πολύ;»
«Κι ακόμα περισσότερο!»
«Και τι εστί Μιτσούκο;»
«Πάρε τον άλλο και πάμε να δούμε ρε γαμημένε! Που να ξέρω τι εστί Μιτσούκο δηλαδή; Ο Σαντοκάν είμαι;»
«Ξέρω ΄γω;»
«Κι αν δεν ξέρεις εσύ, ποιος ξέρει; Εγώ; Άντε, μαζευτείτε και τσακιστείτε».
Κοπανάω το ακουστικό, αλλά δεν πέφτει κέρμα. Παλιοκατάσταση.

Σέρνω τις αρβύλες μου μέχρι το κυλικείο, κόσμος σπρώχνεται για μια τυρόπιτα, τυχερός είμαι που δεν έχω φράγκο. Αλλιώς θα σαρδελιαζόμουν μαζί τους.
«Τον ήπιατε παλιοσταλίνες! Σας πετάξανε τα μάτια έξω οι Αφγανοί! Τσούζει μουνάκια; Τσούζει;» φωνάζει ένας Αγωνίτης στους μαζεμένους Κνίτες.
«Χαίρεστε προδότες, χαίρεστε όταν κερδίζουν οι πράκτορες του ιμπεριαλισμού! Χαίρεστε επειδή τέτοιοι ήσαστε κι εσείς!» ουρλιάζει ένας βουβαλοκνίτης.
«Πράκτορες του ιμπεριαλισμού οι Αφγανοί αντάρτες; Είσαι γελοίος ρε!»
«Πράκτορες πληρωμένοι –έχουν βγει όλα στη φόρα!»
«Που έχουν βγει; Στον Ριζοκλάστη;»
«Άντε γαμήσου ρε! ‘Το πρωί με την Αυγούλα/ μου ΄ρχεται μια αναγούλα…’»
Βγαίνω ζαλισμένος στο διάδρομο. Ο καινούργιος αφεντικός της Σοβιετίας, ο Μιχαήλ ο Σημαδεμένος έχει διατάξει άμεση αποχώρηση των στρατευμάτων από το Αφγανιστάν. Κακό σπυρί είναι για τους Κνίτες ο Μιχαλάκης. Κάτι γκλάσνοστ, περεστρόικες, μπαλαλάικες –έχουν χάσει επαφή με κέντρο τα παιδιά. Δεν ξέρουν τι να πουν, φοβούνται ότι την επόμενη μέρα θα τους διαψεύσει ο Σημαδεμένος. Δε δίνει και γραμμή ο Χαρίλαος, ούτε «προσκυνάτε τον ηγέτη», ούτε «καταγγείλετε την οπορτούνα» -τίποτα. Αμηχανία σε ντο μείζονα. Για λύπηση τα κομματόσκυλα, απέκτησαν, βλέπεις, και το προσωπικό τους Βιετνάμ πλέον…
«Ανθούλα!» τσιρίζω για να μην τη χάσω έτσι που χοροπηδάει καθώς απομακρύνεται.
Γυρίζει, με βλέπει, χαμογελάει, αλλάζει κατεύθυνση αλλά διατηρεί το χοροπηδητό.
«Τι κάνεις καλό μου; Πως κι από τα μέρη μας;»
«Άκουσα ότι μοιράζουν πτυχία κι έτρεξα να προλάβω».
«Έλα ρε χαζέ! Πάμε πάνω να δηλώσουμε μαθήματα!»
Την ακολουθώ –πως αλλιώς;
Στη γραμματεία γίνεται του ΙΚΑ, η Ανθή σφίγγει τους μικροσκοπικούς αγκώνες της λες κι ετοιμάζεται να παίξει ράγκμπι –εγώ κόβω κίνηση, σταμπάρω έναν Πασπίτη που μπαινοβγαίνει από το πλάι, τακτοποιώντας τους δικούς του.
«Ανθή», μουρμουρίζω, «κάτσε λίγο στην άκρη, θα καθαρίσω εγώ».
Κολλάω δίπλα στην πόρτα της γραμματείας, σε μισό λεπτό ξαναπετάγεται ο Πασπίτης, κοντοστούπης και μυτόγκας σα Μορφωνιός. Τον βουτάω από τους γιακάδες και τον τραβάω παράμερα.
«Τι έγινε μουνάκι; Λαμογιά την κάνουμε από το πλάι; Πως την είδες; Κουτσόγιωργας κι έτσι;»
Τραβιέται πίσω.
«Κλάσε μας ρε άπλυτε!»
Του την πέφτω κανονικά τώρα, έχω όρεξη.
«Φτιάξε τη δική μου την αίτηση και της κοπέλας μη γίνει της μουρλής εδώ μέσα».
Εντάξει, πείθεται απρόθυμα. Μας περνάει μέσα, η Ανθή συμπληρώνει τις αιτήσεις, μας φέρεται αρχοντικά το προσωπικό της γραμματείας –μόνο καφέ με κουλουράκια δε σερβίρουν. Φινίρουμε στο κυριλέ και βγαίνουμε άνετοι.
«Κοίτα να δεις που έχει και γνωριμίες ο αλήτης!» θαυμάζει η Ανθή.
«Με έχεις μάλλον παρεξηγήσει» διαμαρτύρομαι. Και μετά τη σπρώχνω να βγει στον διάδρομο και μπήγω τις γαϊδουροφωνάρες.
«Συνάδελφοι! Εδώ μας κοροϊδεύουν! Εμείς ξεροσταλιάζουμε με τις ώρες και τα κομματόσκυλα εξυπηρετούνται από το πλάι! Φτάνει πια η κοροϊδία! Αρκετά!»
Εκείνη τη στιγμή τυχαίνει να ξεπροβοδίζει κάτι γκομενάκια ο Πασπίτης, παγώνει, με καρφώνει δολοφονικά, αλλά η ζημιά έχει ήδη γίνει. Το πλήθος αφηνιάζει, οι μπροστά βρίζουν, οι μεσαίοι σπρώχνουν, οι πίσω κλωτσάνε –ροκ εν ρολ κατάσταση. Η Ανθή με τραβάει από το μανίκι.
«Πάμε να φύγουμε! Μα τι παλιάνθρωπος είσαι!»
Έχω διάθεση στον ουρανό!

«Πάρε κορίτσι μου μια μπύρα!»
«Γιατί; Για να φτιάξω μπάκα;»
«Εγώ έχω μπάκα δηλαδή;»
«Εσύ δεν τρως ρε παιδί μου! Μόνο πίνεις!»
Γελάμε σ’ έναν φαφούτη ήλιο, έτσι κι αλλιώς η Ανθή γυαλίζει από μόνη της –αυτόφωτη.
«Τι γίνεται τελικά με τις γυναίκες σου;»
«Τις ξεφορτώθηκα όλες να ησυχάσω. Τώρα λέω να το γυρίσω το φύλλο και να ασχοληθώ με άντρες. Συμφέρουν, άσε που βλέπεις και καμιά μπαλίτσα μαζί τους».
Γελάει.
«Όλο βλακείες λες!»
Ναι, λέω βλακείες. Γιατί δεν βρίσκω το θάρρος να της αποκαλύψω πόσο ελεεινός είμαι. Δεν αντέχω την απόρριψή της.
«Εγώ χώρισα», λέει σιγά.
«Τον…;»
«Ναι αυτόν».
«Γιατί παιδί μου; Εσείς είχατε μέχρι και προσκλητήρια τυπώσει!»
«Επειδή δεν είμαι ακόμα έτοιμη για γάμο. Κι εκείνος το πήγαινε μόνο στα σοβαρά…»
«Εσύ δεν είσαι έτοιμη για γάμο; Εσύ γεννήθηκες έτοιμη!»
Μου τραβάει μια ξεγυρισμένη τσιμπιά.
«Άντε χάσου ρεμάλι!»
Το αφήνω γι΄αργότερα αυτό.
«Και τώρα τι γίνεται;»
«Τώρα; Τίποτα…»
Ξαφνικά τρώω το φλας.
«Ρε Ανθούλα, γουστάρεις να κάνουμε κανένα μεροκάματο παρέα;»
Ξαφνιάζεται, της εξηγώ, το σκέφτεται.
«Δεν είναι κακή ιδέα», λέει στο τέλος. «Να ησυχάσω και λίγο από τους δικούς μου –για να μου δώσουν ένα κατοστάρικο μου βγάζουν το λάδι».
«Αλλά στο δίνουν στο τέλος έτσι; Επειδή τυγχάνω στεγνός σήμερα κι αν δεν έχεις λεφτά μάς βλέπω να πλένουμε ποτήρια…»
Ξεκαρδίζεται. Έχει.

Τους κόβω που σκάνε από τη γωνία φουριόζοι, ξεκαβαλάνε τις μηχανές με καουμπόικο στυλάκι, σαρώνουν τα καφενεία μέχρι να με βρουν. Μετά βολεύονται στο τραπέζι μας, κάνω τις συστάσεις, ρωτάνε αν έχουμε χρόνο, δεν έχουμε –παραγγέλνουν δυο μπύρες.
«Λοιπόν … Ανθή! Τι γυρεύεις εσύ, ένα τόσο όμορφο κορίτσι μ΄αυτόν τον χάλια;» ρωτάει ο Πέτρος.
«Την τρως ρε μαλάκα;» μου ψιθυρίζει στο αυτί ο Τάκης, χτυπώντας ρυθμικά το μπουκάλι της μπύρας στο τακούνι της μπότας του.
«Όχι ρε! Είναι καλό παιδί η Ανθή!» διαμαρτύρομαι εξίσου ψιθυριστά.
«Εντάξει. Θα τη φάω με μαχαιροπήρουνο τότε», λέει ο Τάκης.
«Κάνε ότι θες –στον Πέτρο μην την αφήσεις μόνο. Γιατί μου φαίνεται ότι την έχει δει χιτ εν ραν, τώρα τελευταία».
«Τι λέτε εσείς;» ρωτάει η Ανθή.
«Τίποτα χρυσό μου! Σε παζαρεύω με τον Τάκη εδώ πέρα –επειδή προσπαθεί να σε αγοράσει μισοτιμής».
«Άντε ρε σαχλαμάρα!» γελάει η Ανθή. Μετά κοιτάζει τον Τάκη απαξιωτικά.
«Μην τους ακούς, όλο μαλακίες είναι», πετάγεται ο Πέτρος.
Η Ανθή του ρίχνει ένα υπόγειο βλέμμα, καταλαβαίνω ότι την έχει το κωλόπαιδο και μαγκώνω –αν την στεναχωρήσει θα τον ξαντεριάσω.

Χτυπάμε το κουδούνι του νεοκλασσικού, περιμένουμε κάπως ανυπόμονοι. Ακουμπάω στη μεταλλική ταμπέλα με το όνομα της εταιρείας, τσεκάρω τις βίδες –αν τη σουφρώσω λες να πιάνει τίποτα κατά Μοναστηράκι μεριά;
«Κι αν δε μας προσλάβουν;» αναρωτιέται η Ανθή.
«Πλάκα κάνεις; Για να μοιράζουμε φυλλάδια μας θέλουν –λες να είναι εκλεκτικοί;» την καθησυχάζει ο Πέτρος.
Και η Ανθή νιώθει κάπως καλύτερα.

Η πόρτα ανοίγει, μια πανέμορφη τύπισσα εμφανίζεται χαμογελαστή και μας κάνει χώρο να μπούμε μέσα.
«Περιμένετε λίγο εδώ», λέει κι εξαφανίζεται.
«Ποια είναι αυτή;» κάνει ο Τάκης.
«Ξέρω ΄γω; Φαίνεται έχει ρεπό σήμερα η τσατσά κι ανοίγει την πόρτα κατευθείαν η κοπέλα …»
Η Ανθή με τσιμπάει δυνατά.
«Μη λες βλακείες».

Η όμορφη εμφανίζεται από το βάθος ενός μισοσκότεινου διαδρόμου και μας κάνει νόημα. Την ακολουθούμε.
«Λες να μας βιάσει;» αναρωτιέται ο Τάκης.
«Που τέτοια τύχη!» αναστενάζει ο Πέτρος.
Μας μπάζει σε μια αίθουσα με μακρόστενο τραπέζι.
«Καθίστε παιδιά».
Καθόμαστε.
«Είμαι η Μιτσούκο, όπως θα καταλάβατε», χαμογελάει.
«Ααααα», κάνουμε σα γαϊδούρια στην ανηφόρα.
Τώρα που τη βλέπω, λύνεται η απορία μου σχετικά με το όνομα. Έχει κάτι ασιατικό στη φάτσα, ιδίως τα μάτια, σαν αμύγδαλα από διαφήμιση σοκολάτας.
«Ποιος με πήρε τηλέφωνο;» ρωτάει η Μιτσούκο.
Οι υπόλοιποι με δείχνουν με φανερή χαρά.
«Α, εσύ λοιπόν ήσουν ο εξυπνάκιας!» παρατηρεί εκείνη.
«Προτιμώ το ‘πνευματώδης και καλοσχηματισμένος’» παρατηρώ.
«Εξυπνάκιας, εξυπνάκιας …», επιμένει.
Δεν θα διαφωνήσω –όταν πρόκειται για φράγκα γίνομαι διαλλακτικός.
«Στην εταιρεία δεν αρέσουν οι εξυπνάδες», λέει σοβαρά η Μιτσούκο. «Επειδή κάτι τέτοια ενοχλούν το κοινό στις δειγματοληψίες και εμφανίζεται απροθυμία στη συνεργασία μας μαζί του».
«Παρένθεση», λέω ανοίγοντάς την κιόλας με τις παλάμες μου. «Εντάξει για την εταιρεία, το πιάσαμε το υπονοούμενο μην ανησυχείς. Με σένα τι γίνεται;»
Με κοιτάζει καθυστερώντας το μόνιμο χαμόγελό της για λίγο αργότερα.
«Τι εννοείς;»
«Εσένα λέω, σου αρέσουν οι εξυπνάδες;»
Ρίχνει επιτέλους το χαμόγελο.
«Οι εξυπνάδες όχι. Οι έξυπνοι ναι», απαντάει.
«Υπέροχα!» ανταποδίδω το χαμόγελο.
«Δηλαδή;» ρωτάει σκύβοντας μπροστά.
«Αφού σου αρέσουν οι έξυπνοι, έχω ένα φίλο να σου συστήσω. Τον κρατάνε σε γυάλα στην Ιατρική γιατί φοβούνται μη χυθεί το μυαλό του στο νιπτήρα».
Ξαπλώνει πίσω στην καρέκλα της –ελεγχόμενα εκνευρισμένη.
«Εξυπνάδες και εξυπνάκηδες!» παρατηρεί. «Λες και δε μας έφταναν όσοι είχαμε ως τώρα…»
Κοιτάζω τους άλλους. Τελικά θα την πάρουμε τη δουλειά, κάνει μπαμ το πράγμα.

Λιάζομαι στο ξέφωτο όσο ο Πέτρος λύνει τη μηχανή του. Η υπόθεση ξεκίνησε από αλλαγή λαδιών και τώρα κοντεύει να φτάσει μέχρι ρεγουλάρισμα καδένας εκκεντροφόρου ο δικός μου! Υπολείμματα του παλιού Πέτρου είναι αυτά, π.Ψ. (προ Ψυχολόγου) φυσικά.
«Μέχρι τώρα έχω κάνει ατομικό ρεκόρ, οχτώ γκόμενες σε δυο μήνες», λέει ρυθμίζοντας διάκενα με ένα γυαλιστερό φιλεράκι.
«Όλες μέχρι εσχάτων;» αναρωτιέμαι.
«Φυσικά –πως αλλιώς; Πέσιμο, φτιάξιμο, πήδημα, αντίο».
«Μαλακία μού ακούγεται όλο αυτό».
«Μαλακία ξεμαλακία, σκοπεύω να φτάσω τις δώδεκα το τρίμηνο –μίνιμουμ δέκα. Είναι ζήτημα θεραπευτικής μεθόδου, θα ξεπεράσω τις ανασφάλειές μου, καταλαβαίνεις;»
«Όχι», λέω κοφτά.
«Μα τίποτα πια δεν καταλαβαίνεις;» γελάει ο Πέτρος καθαρίζοντας το καρμπυρατέρ με φρέσκια βενζίνη.
«Τέλος πάντων, την Ανθή σβήστη από τα κατάστιχα», λέω αυστηρά.
«Γιατί; Τη γουστάρεις;»
«Όχι ρε μαλάκα, αλλά είναι φιλαράκι η Ανθή. Πέρασε πρόσφατα μια στραβή, πήγαινε για γάμους και χαρές αλλά την έκανε γυριστή στη γωνία… Δε γουστάρω να την πηδήξεις και να την παρατήσεις. Αν ποτέ θελήσεις κάτι περισσότερο, μέσα –κι εγώ κουμπάρος».
«Δεν γουστάρεις ε;» το σκέφτεται ο Πέτρος. «Και ποιος σε ρώτησε ρε μαλάκα; Εσένα θα πηδήξω ή την Ανθή;»
Μανουριάζω.
«Εσύ την Ανθή θα πηδήξεις, αλλά εγώ θα πηδήξω εσένα αν το κάνεις. Ξηγηθήκαμε;»
«Όχι», μουρμουρίζει ψάχνοντας κάποιο δωδεκάρι γαλλικό.
Μένουμε σκεπτικοί.
«Με τη σχολή τι θα κάνεις;» ρωτάω στο τέλος.
«Θα την παρατήσω. Το πήρα απόφαση, για την αναβλητικότητά μου εκεί πέρα φταίει το γεγονός ότι δε μου ταιριάζει η συγκεκριμένη σχολή. Δεν είναι στη φύση μου αυτή η επιστήμη που σπουδάζω εκεί, δεν μου πάει –κατάλαβες;»
«Δεν είναι στη φύση μου;» επαναλαμβάνω.
«Ακριβώς!»
«Να σε ρωτήσω –πρώτη επιλογή σου δεν ήταν η συγκεκριμένη σχολή;»
«Ναι αλλά με είχαν επηρεάσει οι γονείς μου».
«Σε είχαν επηρεάσει;»
«Ναι»
«Για τη σχολή που θα επιλέξεις;»
«Να ρε!»
«Και τώρα ανακάλυψες ότι δεν είναι στη φύση σου;»
«Ακριβώς!»
«Και τι σκοπεύεις να κάνεις δηλαδή;»
«Θα τα παρατήσω και θα την κοπανήσουμε από δω μαζί με τον Τάκη. Σκεφτόμαστε να την ψάξουμε με επιδοτήσεις και να ασχοληθούμε με εναλλακτικές καλλιέργειες. Έχουν κάτι χτήματα οι γέροι μου στο νησί…»
«Κάτσε να τα ξαναπάμε από την αρχή …» ξύνω το κεφάλι.
Συμφωνεί, βιδώνοντας την πλαϊνή τάπα στο κάρτερ λαδιού.
«Μου λες λοιπόν ότι οι γέροι σου αποφάσισαν σε ποια σχολή θα πας και τώρα ανακάλυψες ότι δεν σου ταιριάζει και την είδες να γίνεις αγρότης μαζί με τον Τάκη! Σωστά;»
«Ολόσωστα!»
«Άντε γαμήσου ρε Πετράν! Που κάθομαι σα μαλάκας και σε παίρνω στα σοβαρά!»
«Γιατί ρε;» αναρωτιέται αθώα σφίγγοντας τη βίδα.
«Γιατί μου λες πίπες γι΄αυτό! Κι αν δεν το καταλαβαίνεις άντε βούτα το κεφάλι σου σε κανένα κουβά με νερό μπας και ξυπνήσεις».
«Όχι δεν καταλαβαίνω ρε φίλε!» τσιτώνει ο Πέτρος και αμέσως μετά, «ΟΧΙ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ ΜΟΥ!» ουρλιάζει.
Βλέπω τα χέρια του τίγκα στα λάδια, σκύβω να βοηθήσω, ο μαλάκας ξεχάστηκε μέσα στη φούρια του κι έσπασε τις βόλτες της βίδας από το πολύ σφίξιμο! Προσπαθούμε να διορθώσουμε την κατάσταση με στουπιά.
«Λοιπόν, ότι ήσουν μαλάκας, το ήξερα από πάντα. Τώρα βρήκα κι από πού χάνεις λάδια!» συμπεραίνω.
Κοιταζόμαστε πριν ξεραθούμε στα γέλια. Ήμασταν στο χείλος της καταστροφής όταν ξεκινήσαμε, αλλά πέρασε καιρός πολύς από τότε. Ξεραινόμαστε στα γέλια λοιπόν.

«Καλημέρα. Κάνουμε μια έρευνα σχετικά με το πρόγραμμα της τηλεόρασης, μπορώ να σας ρωτήσω κάποια πράγματα;»
«Όχι, δεν έχω χρόνο».
«Ευχαριστώ πολύ».
«Καλημέρα. Κάνουμε …»
«Δε θέλω».
«Καλημέρα. Κάνουμε μια έρευνα …»
«Είμαι βιαστική, περάστε άλλη μέρα».
«Καλημέρα. Κάνουμε μια έρευνα σχετικά με την …»
«Ποιος σας άφησε να μπείτε;»
«Ξέρω ΄γω; Δε θυμάμαι ποιο κουδούνι χτυπήσαμε. Μπορώ να σας ρωτήσω …»
«Θα μιλήσω με τον διαχειριστή, δεν θα περάσει έτσι αυτό! Περάστε έξω!»
«Ευχαριστώ πολύ».

Βρίσκω τους υπόλοιπους στα σύνορα του τετραγώνου που καλύπτουμε. Σκυμμένα κεφάλια. Η Ανθή δε φαίνεται τριγύρω.
«Κανένας δεν απαντάει ρε!»
«Γάμησέ τα!»
«Τι θα κάνουμε; Όλα ασυμπλήρωτα τα έχω τα ερωτηματολόγια!»
«Βάλτα στον κώλο σου μπας και συμπληρωθούν από μόνα τους».
«Αυτό έκανες εσύ;»
«Όχι –ασυμπλήρωτα είναι και τα δικά μου».
«Τότε βάλτα στον κώλο σου …»
«Σκάστε ρε μαλάκες!» τσιτώνει ο Τάκης. «Κάτι πρέπει να κάνουμε, να οργανωθούμε… Δε βγαίνει η δουλειά στο έτσι!»
Σκάμε. Σκεφτόμαστε. Σχεδιάζουμε.
Εκείνη την ώρα εμφανίζεται η Ανθή, σεινάμενη κουνάμενη, με τα ερωτηματολόγια συμπληρωμένα. Ο Πέτρος της κάνει ματάκια, αυτή ανταποκρίνεται –κρατιέμαι να μην τους πλακώσω και τους δύο.
Το σχέδιο πάντως είναι απλό. Γράφουμε ονόματα στα ερωτηματολόγια από τα κουδούνια των πολυκατοικιών. Μετά μπουκάρουμε, χτυπάμε κουδούνια.
«Να σας απασχολήσω μισό λεπτό;»
«Περί τίνος πρόκειται;»
«Κάνουμε μια έρευνα, δεν θα σας καθυστερήσω. Απλά δήλωσα ότι μου απαντήσατε –αν πάρουν τηλέφωνο σας πειράζει να το επιβεβαιώσετε;»
Ο κόσμος μας κοιτάζει περίεργα. Κάποιοι τρομάζουν και δέχονται. Κάποιοι νευριάζουν και μας σκυλοβρίζουν. Κάποιοι άλλοι πιάνονται στη φάκα, ενδιαφέρονται και απαντάνε κανονικά στο ερωτηματολόγιο. Προοδεύουμε.

Σ΄ένα σπίτι που βρωμάει βραστό λάχανο κάποια σταφιδιασμένη προσφέρεται να μου φτιάξει καφέ, αρνούμαι ευγενικά –την κοπανάω πριν ξεράσω από τη μυρωδιά. Σε άλλο διαμέρισμα, χτυπάω το κουδούνι, μου ανοίγει ένας σαραντάρης με πρησμένα μάτια. Σοβαρός.
«Καλημέρα. Κάνουμε μια έρευνα σχετικά …»
Μου γυρίζει την πλάτη, χάνεται μέσα στο σπίτι καμπουριασμένος, μένω κάπως μαλάκας αλλά τον ακολουθώ.
«Έχετε χρόνο να μου απαντήσετε στο ερωτηματολόγιο;» φωνάζω.
Τότε συνηθίζουν τα μάτια μου στο σκοτάδι, βλέπω ανθρώπους μαυροφορεμένους στην τραπεζαρία και στη μέση ένα κρεβάτι με μια γυναίκα πεθαμένη! Γυρίζουν απότομα όλοι τους, ο άντρας που μου άνοιξε πετάγεται σα να ξύπνησε μόλις, καταλαβαίνει ότι ξέχασε να με διώξει.
«Δεν έχουμε χρόνο», λέει κοφτά.
«Συγνώμη», ψελλίζω και χάνομαι από εκεί πέρα σα σκουλήκι σε μουσκεμένο έδαφος. Κουτρουβαλάω μέχρι τα σκαλιά, σωριάζομαι εκεί, ανάβω τσιγάρο και βάζω τα κλάματα. Τι σκατά πρέπει να κάνω ακόμα για να βγάλω δυο δραχμές; Σε λίγο θα καταλήξω λουλουδού σε σκυλάδικο με τριαντάφυλλα κλεμμένα από νεκροταφεία γαμώ την τύχη μου μέσα! Κι αυτό δε με απασχολεί, χέστηκα σου λέω. Μέχρι και μαλακία σε κουλούς μπορώ να τραβάω αν είναι να βγάλω τα προς το ζην, αντέχω, δε με καίει το ξεφτιλίκι. Αλλά πρέπει να βρω την Άλεξ ρε πούστη μου και τι σκατά κάνω τώρα εδώ πέρα; Ρουφάω τη μύτη μου, καταπίνω αραιό θυμό.

«Καλά τα πήγαμε τελικά», γελάει ο Πέτρος.
«Το θέμα είναι να πληρώνουν με τη βδομάδα…» σχολιάζει ο Τάκης.
«Γιατί καλέ;» αναρωτιέται η Ανθή.
«Επειδή δεν το βλέπω να τη σκαπουλάρουμε για παραπάνω. Θα μας έχουν πάρει γραμμή και θα μας σουτάρουν…» συνεχίζει ο Τάκης.
«Πάμε για μάσα;» με κοιτάζει ο Πέτρος. Θέλει να του κάνω πλάτες για Ανθή, αλλά δεν πρόκειται.
«Μπα, έχω άλλα σχέδια…» απαντάω.
«Πάμε ρε μαλάκα. Προτείνω μπαρμπα Γιάννη για κυριλέ κατάσταση!» χώνεται ο Τάκης.
Σκατά. Κι εγώ πλατεία σκοπεύω να καταλήξω, μπας και βρω πουθενά παρατημένο το κουβάρι και το ξετυλίξω ως τα πόδια της.
«Πάμε δε γαμιέται;» το παίζω άνετος. Δεν είμαι.

Μασάω ένα κομμάτι χοιρινό βαριεστημένα, ευτυχώς ο Πέτρος μου δάνεισε κάτι ψιλά, να τη βγάλω μέχρι να πληρωθούμε. Η Ανθή φλυαρεί, δεν την προσέχω ιδιαίτερα. Είναι όμως χαρούμενη, ξαλαφρωμένη γιατί κουβάλαγε από το λύκειο ακόμα την κατάρα του καλού κοριτσιού, γνώρισε ένα εξ ίσου καλό αγόρι, ερωτεύτηκε (αυτό θα πρέπει να ήταν), του ‘κατσε χωρίς να νοιάζεται για το πόσο τη βρίσκει στο πήδημα (έτσι πρέπει να είναι), έφτιαξε κέικ, κουλουράκια και άλλα σκατά για να τη συμπαθήσει η μαμά του αγοριού –έτσι έπρεπε να γίνει. Κάπου 10 μέτρα μακριά από την εκκλησία τρόμαξε με τη ζωή της κι έτσι γλίτωσε 10 χρόνια στην κόλαση. Γλίτωσε όμως; Αρχίδια –πήγαινα στοίχημα ότι σε κάνα δίμηνο το πολύ θα τρόμαζε από τη νύχτα που βασιλεύει ακόμα και στη ντάλα του μεσημεριού μας, σε κάνα δίμηνο, μπορεί και λιγότερο θα έπεφτε τρέχοντας στην παγίδα του καλού αγοριού της. Και, μετά από χρόνια, θα ήταν αυτή που θα γκρίνιαζε στα παιδιά της –«μην κάνετε απερισκεψίες, τα έχω ζήσει όλα αυτά πριν από σας και τα ξέρω!» Έπρεπε κανονικά να τη μισήσω αλλά δε γινόταν. Τίποτα δε γίνεται κανονικά. Σηκώνομαι προσπαθώντας να μην καρφωθώ.
«Για πού το ‘βαλες;»
«Μέχρι πλατεία να πάρω τσιγάρα κι έρχομαι». Αλήθεια-ψέμματα-αλήθεια.

Στην πλατεία σούρνονται κάποια τελειωμένα πρώην φρικιά, οι πάνκηδες εξαφανισμένοι και τίγκα τα απέναντι πεζοδρόμια στους περίεργους. Αυτούς ψάχνω. Δρασκελίζω την άσφαλτο στα μουλωχτά, μην τρομάξουν, αλλά με μυρίζονται στα τριάντα μέτρα. Χέρια σε τσέπες βρώμικων μπουφάν, κόβω το βήμα μου πλησιάζοντας. Εδώ είναι μόνο ντηλέρια, όχι έμποροι -και τα ντηλέρια τυγχάνουν νευρικά άτομα, τρομοκρατημένα, στεγνά, έχοντας ξορκίσει τη σταλία όσο σπρώχνουν το πράμα. Κοιτάζω φάτσες, ψάχνω για γνωστό, κάτι νομίζω ότι βρίσκω.
«Φίλε, εσύ δεν είσαι ο Ζαφείρης; Ο βλάμης του Νίκου του Κουμπιού αυτός δεν είσαι;»
Ο Ζαφείρης με κόβει κι εγώ επίσης. Φαίνεται σε κατάσταση προς το συνεννόηση, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Όταν είχαν πρωτοσκάσει μύτη στην πλατεία μαζί με το Νίκο το Κουμπί είχαν πολύ εύκολους τους σουγιάδες, τους αυτόματους –πάταγαν το κουμπί και τσακ! Ο Νίκος το Κουμπί, αλλά κι ο Ζαφείρης μια από τα ίδια.
«Τι θες;» λέει στο τέλος.
«Ψάχνω κάποιο άτομο», μουρμουρίζω.
«Άμα θες να γίνεις εντάξει. Για άλλα μη με ζαλίζεις…»
«Έλα ρε Ζαφείρη, είναι ανάγκη μάγκα μου!»
Σκαλίζει μανιασμένα τις τσέπες του λες κι έχει εκεί μέσα το άτομο που ψάχνω.
«Ξεφορτώσου με».
Πλησιάζω το στόμα μου στη μύτη του.
«Μην ξηγιέσαι, όλα δανεικά είναι εδώ πέρα. Ψάχνω μια κοπέλα, στο ύψος σου, κοντό μαλλί κατάμαυρο, πολύ λευκό δέρμα, κάνει μπαμ κυκλοφορεί με ένα παπάκι Τάουν Μέιτ. Άλεξ τη λένε. Ξέρεις τίποτα;»
Με κοιτάζει σα χαρτοπετσέτα με φλέμα τυλιγμένο μέσα της.
«Έχω περισσευάμενη μια καλή μυτιά, τυχερός είσαι…»
«Γάμησέ με φίλε, είμαι πιο άψιλος κι από ζητιάνο στο Λαύριο. Πες μου αν ξέρεις τίποτα για την κοπέλα».
Μου γυρνάει την πλάτη απότομα, θέλω να τον βουτήξω από το λαδωμένο μαλλί και να τον σβουρίξω στον τοίχο τον καργιολόπουστα.
«Ποια ψάχν’ς;»
Γυρίζω στο πλάι, ένα κοριτσάκι ίσα με 30 κιλά (κι αυτά λόγω απλυσιάς) με κοιτάζει.
«Την Άλεξ. Την ξέρεις;» ελπίζω.
«Ναι την πουτάνα, την ξέρω! Μου έχει φάει φράγκα!»
Σκατά αδερφέ μου. Δεν πρόκειται να βγάλω άκρη εδώ πέρα, οι άνθρωποι είναι τρελαμένοι. Αν δεν κρατάς φιξάκι μην περιμένεις να σε αντιμετωπίσουν σοβαρά.
«Άμα τη βρω, θα της πω να στα επιστρέψει», λέω στο κορίτσι-μύγα.
Με βουτάει από το μανίκι άγρια.
«Μήπως μπορείς να μου τα δώσεις εσύ μιας κ΄είσαι φίλος της; Και τα βρίσκετε μεταξύ σας…» παρακαλάει με αλαφιασμένα μάτια.
«Άσε μας ρε δικιά μου! Εγώ δεν έχω να πάρω τσίχλες –βρήκες τον άνθρωπο να φας λεφτά τώρα!»
«Δώσμου έστω ένα κατοστάρικο!»
«Ξεφορτώσου με γαμώτο!»
Τη σπρώχνω απαλά πίσω, αλλά παραλίγο να κοπανήσει στον τοίχο του φαρμακείου. Γαμώ το μπλέξιμό μου, κάνω μεταβολή να την κοπανήσω. Δεύτερο χέρι στο μανίκι –στέκομαι έτοιμος για μπουνίδι.
«Ρώτα στον Τοξότη άμα καίγεσαι».
Γυρνάω λίγο το κεφάλι, ο Ζαφείρης έχει αφήσει το μανίκι μου και απομακρύνεται.
«Που;» φωνάζω νευριασμένα.
«Περιστέρι», λέει πριν χαθεί στη γωνιά.
Περνάω τον δρόμο τρέχοντας, διασχίζω την πλατεία, βρίσκω ένα υπόστεγο και αράζω από κάτω να σκεφτώ. Το έχω ακουστά αυτό το μαγαζί στο Περιστέρι, καφετέρια ‘η κάτι τέτοιο. Λες να βγάλω καμιά άκρη από κει πέρα;

Γυρίζω πίσω στο μαγέρικο και τους κόβω κατουρημένους στα γέλια. Η Ανθή πρέπει να έχει ήδη ρουφήξει κοντά δυο μπουκάλια μπύρα –δεν μου αρέσει αυτό.
«Που μας την έκρυβες τόσο καιρό αυτή τη γυναίκα ρε μαλάκα!» με υποδέχτηκε πανηγυρικά ο Τάκης.
«Αυτή είναι αστέρι!» επικρότησε ο Πέτρος.
«Ναι ε;» έκανα ξινισμένα.
«Ε, μα … τι να λέμε τώρα;»
«Είσαι αστέρι ρε Ανθούλα και μου το ‘κρυβες;» ρώτησα κακόκεφα.
Κι εκείνη γέλασε χαζά.
Κάθισα λοιπόν πάλι στην καρέκλα μου και είπα να ρουφήξω τίποτα ζεσταμένη μπύρα..
«Ξέρεις τι κανονίσαμε με την Ανθή;» πετάχτηκε ο Τάκης.
«Για πες!»
«Επειδή όλων μας είναι απωθημένο… καταλαβαίνεις έτσι;»
Καταλάβαινα. Κι αυτό ήταν το χειρότερο.
«Είναι και δικό σου απωθημένο Ανθούλα;» τη ρώτησα.
«Εεε, όσο να πεις … μια απορία την έχω!»
Τράβηξα μία στο τραπέζι και σάρωσα μισοτελειωμένα φαγητά μαζί με άδεια μπουκάλια μπύρας.
«Σήκω!» σκοτείνιασα κοιτάζοντάς την.
«Τι έγινε τώρα ρε μαλάκα; Τι έπαθες;» έκανε ο Πέτρος μαζεμένα.
«Τέλειωνε Ανθή. Σήκω και μάζεψε τα πράγματά σου, αλλιώς σε παίρνω έτσι όπως είσαι».
«Για να σου πω…» κόρωσε εκείνη.
«Τίποτα να μη μου πεις. Σήκω να σε πάω μέχρι το λεωφορείο σου μη γίνει της πουτάνας εδώ πέρα. Δεν θα περιμένω πολύ ακόμα!»
Οι άλλοι δύο κουμπώθηκαν κάπως, μέτρησαν τις συνέπειες και τους βγήκε λειψό το ζύγι. Αποφάσισαν λοιπόν να το ρίξουν στον φιλοτελισμό –χάζεψαν τις παρέες τριγύρω με κάλπικη περιέργεια.
«Ακόμα κάθεσαι;» κοίταξα άγρια την Ανθή.
Πετάχτηκε στον αέρα, μάζεψε την τσάντα της και γύρισε να φύγει από την άλλη μεριά του πεζόδρομου.
«Θα σε πάω εγώ», είπα πλησιάζοντας.
Έστριψε απότομα, κανονικό χέλι, και μου τράβηξε ένα ξεγυρισμένο χαστούκι.
«Άντε χέσου μαλάκα!» είπε ήσυχα κι αυτή, σου τ΄ορκίζομαι, ήταν η πρώτη φορά που την άκουγα να βρίζει.
Μετά έφυγε πετώντας πάνω από το πλακόστρωτο.

Κάθισα πάλι κάτω, ψάχτηκα για τσιγάρο –δεν είχα.
«Να σου πάρω ένα;» ρώτησα κάποιο παιδί στο διπλανό τραπέζι.
Ζορίστηκε, αλλά είχε δει τη φάση προηγουμένως.
«Πάρε», είπε με μισή καρδιά.
«Τι σ’ έπιασε ρε πούστη;» έκανε ο Τάκης.
Τον κοίταξα από κορδόνια μέχρι τσουλούφι.
«Δεν είπα ρε γαμημένοι να μην απλωθείτε στην Ανθή; Δεν το είπα;»
«Και που το είπες;» πετάχτηκε ο Πέτρος.
«Έλα ντε –και που το είπα τι έγινε;» φούντωσα. «Αν είναι να κάτσει τίποτα παρτουζίτσα, γράφουμε κανονικά τους φίλους μας, μη σου πω ότι τους γράφουμε ακόμα και για σκέτο πήδημα –καλά το πάω; Αυτά σου ΄μαθε ο ψυχοτέτοιος σου; Πως να γίνεις κανονικό μουνόπανο;»
«Το παραχέζεις τώρα!» πετάχτηκε ο Τάκης. «Επειδή δηλαδή εσύ την είδες μεγάλος αδερφός της κοπελίτσας …»
Δεν πήγαινε άλλο ή δεν άντεχα άλλο –το ίδιο ήταν.
«Ακούστε με λιγάκι, επειδή δε γουστάρω να το τραβήξουμε μέχρι να ξεχειλώσει. Η Ανθή ξέμπλεξε από μια σκατένια φάση και σας το εξήγησα αυτό με το ‘καλημέρα’. Η Ανθή μετράει μέρες εδώ πέρα και σήμερα ζει αύριο παντρεύεται. Αν εσείς σκοπεύετε να την πείσετε μια ώρα αρχύτερα ότι μόνο για κουφέτα και ρύζια αξίζει –να πάτε να γαμηθείτε ρε μάγκες! Θα με βρείτε απέναντι. Ξηγηθήκαμε;»
Έδειξαν να το σκέφτονται.
«Αφού εκεί θα καταλήξει και το ξέρεις. Γιατί να μην αποκτήσει μερικές εμπειρίες πιο πριν; Γιατί να μη το γλεντήσει λίγο;» ρώτησε σιγά ο Τάκης.
«Ρε καργιόλη –αυτά που λέμε στις γκόμενες για να τις πηδάμε, αυτά μου λες κι εμένα;» φώναξα με μάτια γυρισμένα ανάποδα.
Δεν περίμενα απάντηση, έφτασα σχεδόν τρέχοντας στη μηχανή και ξεκίνησα να φύγω πριν κάνω φονικό.

Η ζωή είναι κάπως περίεργο καλαμπούρι γιατί όσοι έχουν συνέχεια δίκιο, μοιάζουν με αρπακτικά που τραμπαλίζονται πάνω από το πτώμα της ευτυχίας. Κανένα όνειρο δικέ μου, καμιά ελπίδα, πουθενά δεν υπάρχουν δαντελένια ακρογιάλια κι άνθρωποι μεθυσμένοι από την ζεστασιά των μπλεγμένων δαχτύλων τους. Κανένα ηλιοβασίλεμα, κανένα αιώνιο φιλί, πουθενά δε θα δεις κόκκινα μάγουλα και μάτια διάπλατα. Γι΄αυτό άρπαξε την ευκαιρία όσο είναι εδώ, σε λίγο φεύγει το λεωφορείο και κάποιος άλλος θα σου κλέψει τη θέση. Ο Πέτρος το ξέρει, ο Τάκης το ξέρει –δεν θέλω να το παραδεχτώ αλλά και η Ανθή το ξέρει επίσης. Μόνο εγώ την έχω δει σε στυλ «που πουλάνε ομίχλη ν’ αγοράσω» και περνάω τον καιρό μου ποτίζοντας τη φασολιά του Τζακ. Και ξέρω ότι στο τέλος θα τα παρατήσω, δε μου λείπει η υπομονή, όχι αυτό –μπορώ να ζήσω μια ζωή περιμένοντας πριγκίπισσες και δράκους-φλογοβόλους. Αλλά δεν έχω θάρρος δικέ μου, δυο βήματα πριν την τελική πράξη θα το βάλω στα πόδια ντροπιασμένος. Ένας τιποτένιος που περιγελάει τα όνειρά του –αυτό θα μείνει από μένα να θυμούνται.
Ξεκίνησα να χαθώ ψάχνοντας την Άλεξ.

10 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

Ανώνυμος είπε...

Φανταστικό - πήγε κάτω μονορούφι κι αναρωτιέμαι αν αυτό είναι καλό τελικά για μένα και τον "ψυχισμό" μου.
Ειδικά η τελευταία παράγραφος "Η ζωή ... θυμούνται." χτυπάει άσχημα μερικούς ανώριμους.
Από τα πάθη του Μαλτέζου είχα να συγκινηθώ έτσι.
Καλή συνέχεια στη δημιουργία.

Κάποιος ανώριμος ανώνυμος.

The Motorcycle boy είπε...

Ξέρω ΄γω; Ότι πηγαίνει κάτω με τη μία, καλό είναι, γιατί οτι μας κάθεται στο λαιμό συνήθως μας πληγώνει.

Ναι κι εμένα με "ενοχλεί" η τελευταία παράγραφος -την έσβησα 40 φορές πριν την αποδεχτώ.

Υπερασπιζόμαστε την ανωριμότητά μας επειδή μετά την ωριμότητα ακολουθεί το σάπισμα. Και δεν μας ταιριάζει αυτό.

Ανώνυμος είπε...

Μπράβο ρε μάγκα!Μotor κοίτα να δεις όμως...Αλιμονό σου αν ο μάγκας μας,δεν βρει την Άλεξ.Χωρίς πλάκα τώρα ενώ εκτιμώ όλα σου τα γραφόμενα, με το εν λόγω έχω κολήσει παραπάνω...Έζησα και εγώ ένα σκηνικό τύπου Άλεξ (λιγότερα ντράκια-πολύ αλκοόλ) και ερωτεύτηκα πολύ άσχημα.Νεότερη έποχή βέβαια αλλά στα ίδια μέρη, στους ίδιους δρόμους.Ασχημή φάση, ας είναι καλά...

thalassaki είπε...

Το καταβρόχθισα το κείμενό σου, μ' άρεσε πάρα πολύ.. στέκομαι ιδιαίτερα στην τελευταία παράγραφο που ήθελες να σβήσεις και που ευτυχώς δεν έσβησες γιατί εκεί ακριβώς βρίσκεται όλη η ομορφιά των παραπάνω. Καλό βράδυ

Ανώνυμος είπε...

να δείς πως ο κωλομηχανάκιας θα την σκοτώσει πάνω που θα την βρεί την Άλεξ ο δικός του. Η μετά που θα την βρεί, ή λίγο πριν την βρει. Τόν έχω κόψει πως δεν γράφει παραμύθια.

The Motorcycle boy είπε...

Ανώνυμε 1 (βάλτε ρε γαμώτο ένα σημάδι να ξεχώριζω σε ποιον μιλάω!) αλλίμονό του τού μάγκα αν βρει την Άλεξ! Θα το δεις, μη βιάζεσαι.
Οι ουσίες δεν φτιάχνουν από μόνες τους τις σημασίες φίλε μου, απλά εκείνη την εποχή έβρεχε ο ουρανός άσπρη καταστολή. Έχεις ζήσει κι εσύ παρόμοια άσχημη φάση με άλλη γυναίκα; Ρε συ -πάντα η ίδια είναι η γυναίκα αυτή. Σκέτη κατάρα.

thal καλή σου μέρα. Η ομορφιά μοιάζει πολλές φορές με νυχτερινή βουτιά, και τότε δεν ξέρεις που μπορείς να κοπανήσεις την κεφάλα σου όταν μπαίνεις στο νερό. Γι΄αυτό το σκεφτόμουν διπλά και τρίδιπλα.

Ανώνυμε 2, ο κωλομηχανάκιας δεν γράφει παραμύθια αλλά πιστεύει στα παραμύθια. Μην το ξεχνάς αυτό.

PAP DX είπε...

Μήπως η κυρία είχε καμμια σχέση με τις Rita Mitsuko;
(Γαλλικό συγκρότημα των 80's)

The Motorcycle boy είπε...

Singin' in the shower κι έτσι να πούμε; Όλες οι καλές έτσι ήταν εκείνη την εποχή αδερφέ μου. Το πρόβλημα είχε να κάνει με το οτι οι "όλες οι καλές" ήταν πολύ λίγες.

ell είπε...

Όντως διαβάστηκε μονορουφι
Δε θα τα ξαναπάρω πριν τελειώσει η ιστορία, εξ άλλου μια ιστορία είναι
κ έχει κ πολύ γελιο γενικότερα
πάντως μ αρέσει πολύ που βάζει απίστευτες λεπτομέριες! ειδικά στα προηγούμενα

άντε να δουμε, ελπίζω να μη γίνουμε κομμάτια με τα επόμενα

The Motorcycle boy είπε...

Χαχα, μην ελπίζεις!

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι