Πέμπτη, Οκτωβρίου 23, 2008

14. Δωμάτιο μονοθέσιο

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα

2ο μέρος: "Ποτέ ξανά" έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί
13. Οι αποφάσεις που μας πήραν

Αυτές τις μέρες έχω ξεχάσει να μιλάω, κουράζομαι παρακαλώντας ανθρώπους να απαντήσουν σε ηλίθιες ερωτήσεις, εξαντλούμαι όσο κοπιάρω τις απαντήσεις τους για να γεμίσω μερικά ακόμα χαρτιά, χαρτιά σκέτη απελπισία, δική μου απελπισία επειδή αυτές τις μέρες έχω ξεχάσει να μιλάω ανθρώπινα.

Με τους υπόλοιπους λέμε μόνο τα τυπικά δηλαδή τίποτα απολύτως αφού ποτέ δεν δώσαμε σημασία στους τύπους. Η Ανθή κοιτάζει μονίμως από την άλλη πλευρά κι εγώ κοιτάζω τη δουλειά μου. Τελικά το παίρνω απόφαση και ζητάω από τον υπεύθυνο, ένα αρχίδι και μισό που την πέφτει ασύστολα στα κορίτσια, του ζητάω να μου αλλάξει ομάδα –δεν βλέπει το λόγο να μην το κάνει. Αλλά δεν το κάνει τελικά. Ευτυχώς που το πανηγύρι τελειώνει κάποια μέρα, μας περιμένουν ζεστά τα φράγκα μας στα γραφεία της εταιρείας –δεν έχουμε παρά να περάσουμε και να εισπράξουμε. Κάνω πρώτα μια βόλτα από τη σχολή, νέκρα στα καφενεία, αποφασίζω να παρακολουθήσω κανένα μάθημα –έτσι για αλλαγή.

Βολτάρω αναποφάσιστος μπροστά από το πρόγραμμα, οι καθηγητές που λάτρεψα στα πρώτα έτη έχουν όλοι παροπλιστεί, οι παραδόσεις είναι πλέον γυαλιστερές, καλοχτενισμένες και ανούσιες. Κοιτάζω το μεγάλο αμφιθέατρο, πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που μπήκα εκεί μέσα πρωτοετής; Και δεν έπεφτε καρφίτσα, έσκασε εκείνος ο εμπνευσμένος συντηρητικούρας ο Τσαούσης, πατομπούκαλα στα μάτια, ετοιμαστήκαμε για καζούρα. Μετά άρπαξε ένα ρολό χαρτί τουαλέτας που κάποιος πονηρός είχε παρατήσει στην έδρα συνθηματικό για καφριλέματα μάλλον, κοίταξε το ρολό ο Τσαούσης, μετά κοίταξε εμάς, χαμογέλασε, σήκωσε ψηλά τα χέρια σε στυλ Παπανδρέου, φώναξε «ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ! ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΛΑΟΘΑΛΑΣΣΑ!» και σούταρε το ρολό κατευθείαν πάνω μας σα σερπαντίνα. Πλακωθήκαμε να γελάμε.
«Σας βλέπω πολύ χαρούμενους και γιατί να μην είσαστε; Σας βλέπω γεμάτους φιλοδοξίες και όνειρα και γιατί να μην έχετε; Προσέξτε όμως! Κι ο Μέγας Αλέξανδρος είχε φιλοδοξίες και όνειρα, προτίμησε να ακολουθήσει αυτά και όχι τη Ρωξάνη που ήταν της άποψης ‘Κάντε έρωτα –όχι πόλεμο’! Και στο τέλος το έφαγε το κεφάλι του όπως θα θυμάστε! Ποιο είναι το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας;»
Συνεχίσαμε να γελάμε –από τότε ήμουνα τακτικός στα μαθήματά του. Πήγαινα και στον Φίλια κι ας διαφωνούσα με τις κωλοαπόψεις του. Αλλά από τότε που προσπάθησε να μας σπάσει την κατάληψη και τον βγάλαμε καροτσάκι έξω, δεν ξαναπάτησα σε μάθημά του. Είχα πάει δυο φορές και στο Βέλτσο, την πρώτη από περιέργεια –άκουσα μουσική και μπήκα, είχε βάλει ένα πικάπ φορητό κι έπαιζε κάτι Ραχμάνινωφ ας πούμε, ένας μαλλιάς καθόταν γιόγκα μπροστά του, περίμενα μέχρι να τελειώσει ο δίσκος και τότε λέει ο Βέλτσος, «όταν τελειώσει η μουσική δε μένει τίποτα άλλο να ειπωθεί» και μαζεύει το πικάπ και φεύγει. Καραγκιοζιλίκια. Μας είχε κρεμάσει αργότερα στα φοιτητικά, τον είχε πλευρίσει ο Παπ και ζήταγε την υποστήριξή του για την κατάργηση των προαπαιτούμενων, «δεν μπορώ εγώ να σου μιλάω για το είναι και για το μη-είναι κι εσύ να μου λες για προαπαιτούμενα», είχε φρίξει ο καθηγηταράς –τσιγκουνεύτηκα το σάλιο μου κι έτσι γλίτωσε τη ροχάλα. Όμως όλα αυτά είχαν περάσει, οι πριμαντόνες της σχολής έμοιαζαν πλέον είδος προς εξαφάνιση. Ήμουνα έτοιμος να την κάνω όταν πρόσεξα οτι είχε παράδοση ο Τσάτσος –Συνταγματικό Δίκαιο. Κάποια ελπίδα.

Μπαίνω στην αίθουσα, όπου νάναι αρχίζει το μάθημα, μετράω λιγότερους από δέκα φοιτητές που ήρθαν να παρακολουθήσουν. Μου τη δίνει αυτό, επειδή ο Τσάτσος είναι ιστορική μορφή όπως και να το κάνουμε ρε πούστη μου! Πιάνω τελευταίο έδρανο και περιμένω καπνίζοντας. Τελευταία στιγμή χώνεται ο Καταϊφιας, μπαίνει κι ο Τσάτσος, ο Καταϊφιας με σταμπάρει, κάθεται δίπλα μου.
«Τι έγινε ρε; Τι κάνει ο Μπακούνιν;» τον χαιρετάω.
«Ούνιν, ούνιν, ούνιν –γαμιέται ο Μπακούνιν», απαντάει ξαπλώνοντας στο έδρανο.
«Πως από δω; Νόμιζα οτι το έχεις περασμένο το μάθημα», απορώ.
«Ναι, αλλά την ψάχνω για διδακτορικό».
«Εσύ;»
«Γιατί ρε; Τι είμαι εγώ; Τον κώλο μπροστά έχω δηλαδή;»
«Καλά ότι πεις», γελάω.
«Βασικά κοντεύω να πάθω σάρκωμα από το βάλε-βγάλε του ώμου για τις αναβολές και είπα να σοβαρευτώ. Βλέπεις καμιά άλλη φτιάξη για αναβολή πέρα από το διδακτορικό;»
Χτυπάω το μέτωπό μου –σωστός ο Καταϊφιας!
Σωπαίνουμε τότε κι ακούμε τον Τσάτσο, είναι ωραίος ο κερατάς –μέχρι και το Συνταγματικό μπορεί να σε ψήσει να συμπαθήσεις. Κάνει τσαλίμια γύρω από διατάξεις και άρθρα, εξηγεί το σκεπτικό του συνταγματικού νομοθέτη με λατρεία οπαδού αίρεσης. Αποφασίζω να του διαλύσω το τριπ. Σηκώνω χέρι. Μου δίνει το λόγο.
«Μα σε αυτή τη σχολή έχουμε μάθει οτι τα Συντάγματα αποσκοπούν πρώτα και κύρια στην υπεράσπιση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης, η οποία άλλωστε και τα συντάσσει», σωπαίνω, τον κοιτάζω.
«Δε θα διαφωνήσω με την άποψή σας συνάδελφε», λέει ήρεμα. «Αλλά θα την θεωρήσω πρόταση αναχωρητισμού. Σκοπεύετε να ανατρέψετε την άρχουσα τάξη; Καλώς –αμφισβητήστε λοιπόν τα θέσφατά της, αμφισβητήστε το Σύνταγμα. Αλλά αναγνωρίστε μου το δικαίωμα να μάχομαι για την βελτίωση του θεσμού και για την εξασφάλιση των δικών σας πιθανοτήτων να τον ανατρέψετε».
Δε λέω τίποτα –ίσως να έχει δίκιο. Ίσως πάλι να είναι ένας απλός φανατικός, θα το σκεφτώ άλλη φορά το θέμα. Συνεχίζει την παράδοση ήρεμος.

Χτυπάω το κουδούνι δίπλα στη μεταλλική ταμπέλα, ελπίζω να υπάρχει κάποιος εκεί μέσα. Αλλιώς αποχαιρέτα τα φράγκα για σήμερα. Περιμένω, νομίζω οτι ακούω βήματα, έχω δίκιο. Η παλιά καλή Μιτσούκο που όλοι ξέρουμε και όλοι αγαπάμε.
«Άργησες» παρατηρεί.
«Για να σε βρω μόνη σου, γι΄αυτό», λέω.
«Μπούρδες», συμπεραίνει.
Την ακολουθώ στον διάδρομο, μου δείχνει το γραφείο της –μπαίνουμε. Κοιτάζω τριγύρω, αφίσες από συναυλίες, Σαλίφ Κεϊτά, Γιουσού Ντ’ουρ, Γουέιλερς, και κάτι άλλες, οικολογικές, με φώκιες. Κάθεται-κάθομαι.
«Είσαι ευαισθητοποιημένο άτομο», μουρμουρίζω.
«Σε αντίθεση με σένα που είσαι αναισθητοποιημένο;» ρωτάει.
«Κάπως έτσι», παραδέχομαι.
«Γιατί τα σπάσατε με τους φίλους σου;»
«Και που το ξέρεις εσύ;»
«Ήρθαν το πρωί να πληρωθούν, τους είπα να πάρουν και τα δικά σου αλλά έκαναν τους άσχετους».
Την κοιτάζω καλύτερα –φοράει ένα μαοϊκό πουκάμισο χωρίς γιακάδες και παντελόνι φαρδύ. Αν την έβλεπα έξω θα την πέρναγα για κομματοσκύλοβα.
«Λάθος κατάλαβες –μια χαρά είμαστε», απαντάω τελικά.
«Όπως θέλεις», σηκώνει τους ώμους.
Μετά ψάχνει στο συρτάρι της, βγάζει ένα φάκελο με το όνομά μου απέξω και τον σπρώχνει στο γραφείο. Περιμένω να με πλησιάσει πριν τον βάλω στην εξωτερική τσέπη του τζάκετ μου.
«Δε θα τα μετρήσεις;» ρωτάει.
«Μπα δε νομίζω. Άλλωστε, ούτε ξέρω πόσα πρέπει να μου δώσετε –κλέβομαι εύκολα θα πρέπει να παραδεχτώ».
«Αυτό είναι, υπό προϋποθέσεις, καλό», μουρμουρίζει.
«Τώρα ποιος είναι ο εξυπνάκιας;» αρπάζω την ευκαιρία.
Γελάει.
«Κοίτα, επειδή είμαι ματσωμένος σήμερα τι θα έλεγες να σου κάνω το τραπέζι κάπου κυριλέ;» το ρίχνω αυτό χωρίς να το σκεφτώ προηγουμένως.
«Καμάκι μου κάνεις;» απορεί.
«Δεν έχω αποφασίσει ακόμα –γιατί είσαι τόσο βιαστική;» της πετάω πίσω την πούστικη μπαλιά.
«Επειδή μου αρέσουν τα ξεκάθαρα πράγματα. Και γι΄αυτό θα σου πω οτι είμαι εδώ και χρόνια με κάποιον και είμαι πολύ ερωτευμένη μαζί του. Επίσης θα σου υπενθυμίσω, γιατί μου φαίνεται οτι το ξεχνάς, οτι είμαι τουλάχιστον μια πενταετία μεγαλύτερή σου».
Σηκώνομαι, χαμογελάω στραβά, δήθεν αγανακτισμένος –βάζω τα χέρια στις τσέπες και κάνω μια πλήρη περιστροφή.
«Άκου κάτι όμορφη –εδώ υπάρχει μια κατάσταση όπου εγώ την έχω δει ‘ζεστή τσέπη και λεφτά για σκόρπισμα’. Μόνο που είμαι συναισθηματικό παιδί και παθαίνω μελαγχολία όταν τρώω μόνος μου. Από την άλλη πλευρά είναι περασμένο απόγευμα και πάω στοίχημα οτι δεν έχεις φάει ακόμα. Αποφασίζω λοιπόν να αγνοήσω τα όσα μου είπες, όχι επειδή δε θέλω να σου την πέσω, ούτε επειδή το θέλω. Αλλά γιατί πεινάω σαν πούστης και δεν είμαι σε θέση να τα σκεφτώ όλα αυτά. Θέλεις να μου τα ξαναπείς με τον καφέ; Και τότε σου υπόσχομαι να δείξω την απαραίτητη σύνεση και ωριμότητα», ξεφυσάω βάζοντας τελεία.
«Καλά τώρα!» γελάει. «Περίμενέ με έξω να κλειδώσω και φύγαμε».
Κι αυτό κάνω.

Νιώθω το βάρος της πάνω μου όσο πλαγιάζω τη μηχανή αλλάζοντας λωρίδες, ψάχνοντας το σωστό κυριλέ εστιατόριο που ανάθεμά με αν το ξέρω! Αλλά παίζει προοπτική ρεζιλέματος εδώ, οπότε πρέπει να ενεργήσω σε στυλ «γεννήθηκα σίγουρος». Όσο διασχίζουμε τη Συγγρού μού έρχεται στο μυαλό ένα μεθυσμένο βράδυ, συντροφιά με Ρηγάδες και κάποιο περίεργο μαγαζί, ο Σβέικ. Αρκεί να το βρω! Μπαίνω Φραντζή και κάνω κύκλους.
«Που πάμε;» ψιλοεκνευρίζεται.
«Σε ένα μαγαζί εδώ πιο κάτω».
«Όνομα δεν έχει;»
«Σβέικ»
«Ο καλός στρατιώτης;»
«Αυτός»
«Στρίψε στο επόμενο δεξιά και μετά αριστερά», αγανακτεί.
Τελικά δεν υπάρχει περίπτωση να γλιτώσεις το ρεζιλίκι άμα είσαι τύπος που το τραβάει ο οργανισμός σου.
Παρκάρουμε, μπαίνουμε, καθόμαστε –το μαγαζί είναι όλο δωματιάκια, μέσα στη διακριτικότητα.
«Δεν έρχεσαι συχνά εδώ», παρατηρεί.
«Φαίνεται ε;» κάνω χαζά.
Πως να έρθω σε τέτοιο μαγαζί; Δεν το αντέχει η τσέπη μου σε Κάπα Σίγμα, άσε που εδώ συχνάζουν Ρηγάδες και τους βαριέμαι. Είναι καλοί για λίγο και για πάρτι (για πάρτη τους) –αλλά το πολύ βλάπτει.
Παραγγέλνουμε έναν διακριτικό σκασμό και τρώμε τα μισά αμίλητοι. Έχουν μια μπύρα δική τους, όχι καλή –οπότε το γυρίζουμε σύντομα σε κρασί.
«Λοιπόν;» ρωτάει.
«Τι λοιπόν;»
«Τώρα που φάγαμε, πρόλαβες να σκεφτείς όσα σου είπα προηγουμένως;»
Ανάβω τσιγάρο.
«Εσύ σκέφτηκες όσα είπα εγώ;»
«Ναι κι ευχαριστώ για το ‘όμορφη’».
«Αλήθεια είναι».
«Όπως και νάχει...»
Την κοιτάζω ευθεία.
«Είσαι όντως πολύ όμορφη, κάποια άλλη στιγμή θα έκανα ένα σωρό ρεζιλίκια για να σε ψήσω να με προσέξεις. Μέχρι και να σε ερωτευτώ θα μπορούσα ξέρεις».
Γελάει με τη σειρά της.
«Κάποια άλλη στιγμή όμως».
«Ναι, επειδή τώρα έχω μια βίδα στο μυαλό μου και στριφογυρίζει εκεί μέσα –σκέτη ταινία φρίκης».
Με κοιτάζει, περιμένει να συνεχίσω.
«Γιατί υπάρχει αυτή η κοπέλα, μιλάμε για ότι πιο όμορφο έχω δει ποτέ στη ζωή μου. Αλλά δεν μπόρεσα να κάνω μαζί της τίποτα περισσότερο από το να τη λατρεύω εξ αποστάσεως –αυτό μόνο. Και τώρα έφυγε, ζει μια κατάσταση ας πούμε επικίνδυνη –πρέπει λοιπόν να την ψάξω και να τη βρω...»
Χτενίζει σκεπτική τα μαλλιά της με τα δάχτυλα.
«Και ξέρεις που θα ψάξεις να τη βρεις; Κι ακόμα περισσότερο, ξέρεις αν εκείνη θέλει να τη βρεις;» ρωτάει τελικά.
«Τίποτα δεν ξέρω, αλλά θα τα μάθω όλα –δε γίνεται διαφορετικά».
«Ρομαντικός και ξεροκέφαλος –αυτή είναι λοιπόν η κρυφή σου πλευρά», γέλασε γάργαρα.
«Η κρυφή μου πλευρά! Δεν υπάρχουν κρυφές και φανερές πλευρές ρε κοπέλα μου, υπάρχει μόνο τρέξιμο. Από και προς. Στο τέλος μάλιστα νομίζω οτι δεν υπάρχει πουθενά να τρέξεις, πουθενά να κρυφτείς που λέει και το τραγούδι».
Σηκώθηκε τότε από απέναντί μου, έστρωσε το πουκάμισό της.
«Συγνώμη λίγο», απολογήθηκε.
«Με την ησυχία σου», απάντησα.
Τότε έρχεται πάνω από το κεφάλι μου και μου σκάει ένα ξεγυρισμένο φιλί στο μάγουλο. Μετά με αφήνει σύξυλο και ψάχνει την τουαλέτα. Τι να πεις;
Κατέβασα το υπόλοιπο κρασί περιμένοντάς την.

«Γυναικείες ανάγκες», μουρμουρίζει απαξιωτικά όσο ξανακάθεται απέναντί του. «Για πες μου λοιπόν, από που θα ξεκινήσεις το ψάξιμο;»
«Κάτι ελπίζω να βρω σε μια καφετέρια. Τοξότης, αν την ξέρεις...»
Κουμπώνεται κάπως.
«Πρεζάκι η κοπέλα που ψάχνεις;»
«Πες το κι έτσι».
«Μην την ψάχνεις άδικα τότε».
«Δεν κατάλαβα!»
«Εγώ όμως κατάλαβα. Δεν βγάζεις άκρη με τα πρεζάκια –έχω πείρα. Άστη να κάνει τον κύκλο της κι αν ποτέ βγει από εκεί μέσα θα ξανάρθει. Αλλιώς τζάμπα θα παίξεις το κεφάλι σου».
«Εξακολουθώ να μη σε πιάνω!»
«Δεν μπορείς να ξεκολλήσεις ένα πρεζάκι από την παραμύθα, αυτό σου το λέω σίγουρα».
Θύμωσα κάπως.
«Και ποιος σου είπε οτι θέλω να την ξεκολλήσω; Τι είμαι εγώ ρε, ο νταβατζής της κοινωνίας; Ο καθένας κάνει το κέφι του και δε μου πέφτει λόγος. Απλά να τη βρω θέλω, να είμαι εκεί αν με χρειαστεί –όχι να το παίξω σωτήρας!»
«Τότε είσαι μαλάκας! Και κοροϊδεύεις τον εαυτό σου».
«Και τι μ΄αυτό;»
Κοιταχτήκαμε αμίλητοι. Ήταν από τις γυναίκες που ομορφαίνουν όταν θυμώνουν.
«Δεν έχω καμιά δουλειά μαζί σου», είπε στο τέλος.
«Πως σου πέρασε από το μυαλό οτι θα μπορούσες ποτέ να έχεις;» έκανα τσαντισμένα.
«Έλα ντε! Λες και δε μου φτάνανε τα βάσανά μου...»
«Ο καθένας με τα δικά του», σφύριξα.
Κοιτάζει τριγύρω αλλά δεν περνάει ούτε μισό γκαρσόνι στα πέριξ. Θα ήταν κάποια λύση ο σερβιτόρος αλλά ατύχησε.
«Ευχαριστώ για την παρέα και το φαγητό», λέει τελικά.
«Ευχαρίστησή μου», απαντάω.
Σηκώνεται.
«Θες να σε πάω πουθενά;»
Κουνάει το κεφάλι αρνητικά.
«Καλό βράδυ τότε».
Κοντοστέκεται.
«Είσαι καλό παιδί ρε ηλίθιε. Μη χαραμιστείς για μια γυναίκα που δε θα κάνεις ποτέ δική σου».
Χτυπάω το χέρι στο τραπέζι, δεν πάει άλλο το σήριαλ.
«Κοίτα κάτι Μιτσούκο. Αν θέλεις να με βλέπεις καλό και άγιο, δικαίωμά σου. Αν γουστάρεις να φτιάχνεις ιστορίες και μετά να τις χάφτεις από μόνη σου, εγώ δε θα σ’ εμποδίσω. Αλλά δεν πρόκειται να γίνω αυτό που πλάθεις στο μυαλό σου –να το θυμάσαι. Και ούτε καλός –ένα αρχίδι και μισό είμαι. Την Άλεξ θέλω να τη βρω και να της πετάξω στα μούτρα κάτι που άφησε στο σπίτι μου πριν φύγει. Αυτό μόνο. Δε μου αρέσουν οι μισές δουλειές και οι μισάνοιχτες πόρτες, κατάλαβες;»
Γελάει λυπημένα.
«Ποιον κοροϊδεύεις τώρα;» μουρμουρίζει και την κοπανάει πριν απαντήσω.
Ευτυχώς για μένα. Γιατί, από μέρες, έχω ξεχάσει να μιλάω ανθρώπινα.

Το κεφάλι μου έχει πρηστεί απ΄το κωλόκρασο, αμφιβάλλω αν θα χωρέσει στο κράνος. Αλλά τα καταφέρνω με κάποιο τρόπο, ξεβράζομαι στη λεωφόρο με κατεύθυνση δυτικά. Πρώτη φορά πηγαίνω εκεί πέρα, δεν έχω την παραμικρή ιδέα για το πως θα βρω το μαγαζί αλλά αδιαφορώ. Φώτα φεύγουν προς τα πίσω, χύνονται από λεκάνες κρεμασμένες στην κορυφή των στύλων της ΔΕΗ, στροφές κλείνουν απότομα, οι λεωφόροι γίνονται γειτονιές από ελληνικές ταινίες του Φίνου –θα έξυνα το κεφάλι μου αν ευκαιρούσα, υπάρχουν ακόμα αυτά;

Με συναντάει μια πλατεία όταν ο δρόμος κλείνει.

Κάθομαι στο σπασμένο παγκάκι, ανάβω τσιγάρο λαχανιασμένος -τι ήταν όλη αυτή η φάση με τη Μιτσούκο; Πως την είδε δηλαδή, ο καλός μου άγγελος; Σωστό ατομάκι δε λέω! Και ζόρικη γκόμενα, δεν θα μου κακόπεφτε! Αλλά γυναίκα από αυτές που ερωτεύεσαι, όχι από εκείνες που πηδάς για να γράψεις ρεκόρ. Ούτε και ξεπέτα για να ξεχαρμανιάσεις –γυναίκα με τα όλα της, με προδιαγραφές «μια ζωή μαζί σου». Τι σκατά πήγα και μπλέχτηκα; Μια ζωή στα κουτουρού βαδίζω, πρώτα κάνω τη μαλακία και μετά σκέφτομαι. Τι προοπτικές θα μπορούσα να έχω μαζί της; Το πολύ να της γάμαγα τις μέρες κι αυτό θα ήταν το καλύτερο που θα κατάφερνα. Τέτοιος είμαι και τέτοιες δεν μου αξίζουν. Ευτυχώς που καταλήξαμε σε ψιλοχέσιμο –τυχερή η Μιτσούκο!


Είμαι έτσι λοιπόν, κάπως βαθυστόχαστος, καπνίζω χαζεύοντας κάτι παρτέρια οργωμένα από ρόδες ποδηλάτων και δεν έχω προλάβει ακόμα να αναρωτηθώ κατά που θα τραβήξω. Η νύχτα έχει κρυσταλλώσει τα πατημένα κλαδιά πριν ακόμα ξεκινήσει να πέφτει. Και από την άκρη του δρόμου πετάγονται οι δαίμονες της Αποκάλυψης, σπίθες στον αέρα, αλυσίδες που σέρνονται, πλήρες ρεπερτόριο. Κοιτάζω ξαφνιασμένος.
Δεν περνάνε δυο λεπτά και οι δαίμονες μπουκάρουν στη μέση της έρημης πλατείας, τρίβω τα μάτια μου –τι γίνεται εδώ πέρα ρε πούστη μου;

Έχω κυκλοφορήσει κάμποσο στην πόλη αλλά αυτή είναι μόλις η τρίτη Βε-μαξ που βλέπω μπροστά μου, έχει μία ο Νταλάρας κι άλλη μία ο Μούτσης, για τέτοιες μηχανές μιλάμε. Δίπλα της βγάζει καπνούς ένα ινδιάνικο τίγκα στα Αρ και τριγύρω κάτι παπιά μονόσελα, αν έχεις το θεό σου! Από εξατμίσεις, λίγα πράγματα –σκύβεις και βλέπεις τ΄άντερα από τα μηχανάκια. Πετάω μακριά το τσιγάρο, σηκώνομαι, τους πλησιάζω πριν έρθουν αυτοί σε μένα. Πλησιάζω τη Βε-μαξ, εκεί είναι το όλο θέμα.
«Ωραίο το τέρας σου φίλε!» θαυμάζω.
«Να’σαι καλά…» απαντάει ο τύπος τινάζοντας πίσω τα μακριά μαλλιά του. Κανονικός δερμάτινος τύπος –όχι ιμιτασιόν πλαστικά από Μοναστηράκι, έτσι;
Πλησιάζω περισσότερο, μυρίζω το ζεστό μέταλλο της μηχανής, ξεχνιέμαι κάπως.
«Και για να’χουμε καλό ρώτημα…»
Πετάγομαι ξαφνιασμένος.
«Πως από τα μέρη μας;» χαμογελάει ο ινδιάνος από δίπλα μου.
Κοιτάζω την παρέα αυτή –δεν είναι περίεργο που με στάμπαραν πριν ακόμα πατήσω την περιοχή τους, έτσι πάνε τα πράγματα στις γειτονιές. Όταν περάσεις τα σύνορα κάποιο παπάκι, απ΄αυτά που σβουρίζουν συνέχεια σαν τις μύγες, θα σε δει και θα ειδοποιήσει. Είσαι ξένος, αδιευκρίνιστος, κι αυτό δεν πρέπει να κρατήσει πολύ.
«Ψάχνω να βρω ένα μαγαζί και μια κοπέλα», λέω. Δεν υπάρχει λόγος να κρύβομαι –η αλήθεια είναι ο μικρότερος μπελάς μερικές φορές.
«Για ρίχτα», κάνει ο δερμάτινος.
«Την κοπέλα τη λένε Άλεξ, κοντό μαλλί, κυκλοφορεί με ένα Τάουν Μέιτ. Μου είπαν ότι συχνάζει στον Τοξότη».
Από πίσω μου ακούγεται ένα σκάσιμο μανιβέλας, κάποιο παπί ξεκινάει, δε δίνω σημασία.
«Και τι τη θέλεις την κοπέλα;» ρωτάει ο ινδιάνος.
«Αυτό είναι δικός μου λογαριασμός», ξεκαθαρίζω.
«Ήταν δικός σου λογαριασμός φίλε μου», χαμογελάει ο δερμάτινος. «Τώρα έγινε και δικός μας».
Κοιτάζω πίσω, δυο παπιά έχουν πλευρίσει τη μηχανή μου. Μυρίζει ξύλο η υπόθεση.
«Άκου να δεις Αρχηγέ Κουίνμπι», ξεκινάω βάζοντας τα χέρια στις τσέπες, «μη μου πουλάς τσαμπουκάδες έτσι στο ξεκάρφωτο. Ήρθα από το κέντρο για να βρω αυτή την κοπέλα, ούτε μπάτσος είμαι, ούτε χαφιές, ούτε και νταβατζής –αυτό θα έπρεπε να το καταλάβεις. Άμα γουστάρετε να πλακωθούμε, κάντε παιχνίδι –μάλλον θα μου τις ρίξετε χοντρά και θα τις φάτε λιανά, εύκολα πράγματα. Και στο υπογράφω από τώρα, δεν πρόκειται να φέρω τίποτα δικούς μου για να ρεφάρουμε τις σφαλιάρες –ξέρεις γιατί; Επειδή εμείς δε σπαταλιόμαστε δέρνοντας για χαβαλέ, φυλάμε τα χέρια μας για τα γουρούνια –με πιάνεις;»
Με κοιτάζει σκεπτικός.
«Αρχηγέ Κουίνμπι;» αναρωτιέται.
Δε βγάζω άχνα.
«Ξηγήσου», κάνει νόημα στον ινδιάνο που χαβαλεδιάζει δίπλα του.
«Επιθεωρητή Σαΐνη. Θέλω να ενεργήσεις προσεκτικά και μην ξεχνάς ότι αυτό το μήνυμα θα αυτοκαταστραφεί σε 10 δευτερόλεπτα», τραβάει μια αξιοπρεπή ένρινη μίμηση ο ινδιάνος.
«Μάλιστα Αρχηγέ Κουίνμπι!» τσιρίζω με τη σειρά μου κι αρχίζω να πετάω πανικόβλητος το αόρατο μήνυμα-βόμβα από το ένα χέρι στο άλλο.
Ο δερμάτινος γελάει κι ο ινδιάνος το ίδιο.
«Πάρε το χάρο σου κι ακολούθα μας ρε μάγκα!» λέει στο τέλος. «Άτομο που κατέχει από Σαΐνη είναι δικό μας άτομο».
Η πλατεία βροντάει από τα μαρσαρίσματα όσο ξεκινάω τη μηχανή μου, μετά βγαίνουμε στο δρόμο και πηγαίνουμε του σκοτωμού. Ευτυχώς που υπάρχουν τα παπιά και δεν τους χάνω.

Το μαγαζί δε λέει πολλά πράγματα, είναι και ψιλοάδειο. Στήνουμε τις μηχανές στη σειρά, εγώ παρκάρω πριν αρχίσει η γραμμή των παπιών –για λόγους ταπεινότητας. Παίζουν καλή μουσική εκεί μέσα, κάπως παλιοροκάδικη αλλά ψαγμένη. Βολευόμαστε σ΄ένα ξύλινο τραπέζι μαζί με τον δερμάτινο –σε λίγο έρχεται κι ο ινδιάνος με σφηνάκια τεκίλας.
«Αργύρης», λέει ο δερμάτινος.
«Μανώλης», λέει ο ινδιάνος.
Χαίρομαι.
Κατεβάζουμε τις τεκίλες άνευ αλάτι και λεμόνι, σκέτη βαρβαρότητα.
«Για πες μας λοιπόν. Τι πετριά έχεις φάει με τη γκόμενα;» ρωτάει ο Αργύρης.
«Έχω να της επιστρέψω κάτι δικό της», μουρμουρίζω.
«Έτσι ε;»
«Έτσι ακριβώς»
«Σαν τι δικό της; Καμιά μαχαιριά στα πλευρά, ας πούμε;»
Γελάω.
«Με κόβεις για τόσο μαλάκα;» τον ρωτάω.
«Ποτέ δεν ξέρεις», πετάγεται ο Μανώλης.
«Σωστό», συμφωνώ. «Αλλά δεν παίζει τέτοια φάση. Γκομενικό είναι το ζήτημα».
«Ακόμα κι έτσι …» μουρμουρίζει ο Αργύρης.
«Μη με ζαλίζεις αδερφέ μου. Την ξέρετε την κοπέλα ή μιλάμε στον αέρα;»
Χαχανίζουν ταυτόχρονα.
«Πάντα στον αέρα μιλάμε επειδή σπανίως πατάμε στη γη», λέει ο ινδιάνος.
Χαμογελάω. Ωραία παιδιά!
«Δεύτερος γύρος δικός μου», ανακοινώνω.
«Ίσα αγορίνα μου! Εδώ είναι η έδρα μας, μη μας τη βγαίνεις!» πετάγεται ο Μανώλης.
Ανασηκώνω τους ώμους, ζητάω όμως και μια μπύρα για να κατέβει η τεκίλα. Εκείνη τη στιγμή σκάει μια τύπισσα μέσα στις προφυλάξεις, ο Μανώλης κάνει νόημα στον Αργύρη κι εκείνος ανασηκώνει τους ώμους καθησυχαστικά. Η τύπισσα τους βλέπει, κοντοστέκεται διστακτική, μετά ανεβαίνει σ΄ένα σκαμπό στο μπαρ. Ο Μανώλης φέρνει τα ποτά προσέχοντας να κρατιέται μακριά της.
«Από το κέντρο είπες ότι έρχεσαι;» ρωτάει ο Αργύρης.
«Ναι, έτσι είπα».
«Εξαρχειώτης;»
«Περιφερειακός. Αλλά στην πλατεία καταλήγουμε όλοι».
«Συχνάζεις καθόλου στο γωνιακό της Στουρνάρη;»
Χαμογελάω.
«Στο είπα, δεν είμαι χαφιές», σταματάω λίγο. «Ούτε ντηλέρι», συμπληρώνω.
Χαμογελάει με τη σειρά του.
Εκείνη τη στιγμή η τύπισσα ξεκαβαλάει το σκαμπό, πλησιάζει το Μανώλη και κάτι του ψιθυρίζει στο αυτί.
«Δεν παίζει τίποτα ρε Αρχοντούλα», απαντάει εκείνος χωρίς να την κοιτάξει.
Η τύπισσα ιδρώνει επιτόπου. Κάθεται πάνω από το κεφάλι μας σα ζητιάνα και δε λέει να ξεκουνήσει. Κοιτάζω τον Αργύρη, μάλλον ενοχλείται, κάνει νόημα με το κεφάλι, ο Μανώλης σηκώνεται, την παίρνει α λα μπρατσέτα και τραβιούνται παραδίπλα.
«Κάποιο πουσάρισμα πέφτει εδώ πέρα», παρατηρώ.
«Το κατά δύναμιν», ψευτοφιλοσοφεί ο Αργύρης.
«Γι΄αυτό και το πέσιμο προηγουμένως; Φοβηθήκατε μην είμαι ανταγωνιστικό κατάστημα;»
Γελάει.
«Δε φοβόμαστε τίποτα εδώ κάτω. Τα πράγματα γίνονται με τον τρόπο μας ή δεν γίνονται καθόλου –είμαι σαφής;»
«Κάνε δουλειά σου», λέω αδιάφορα. «Εγώ σου είπα γιατί είμαι εδώ».
«Πες μου κι άλλα», ζητάει.
«Δε γίνεται μάγκα μου. Δεν έχω εξασφαλίσει ακόμα τα κοπυράιτ αυτού του άρλεκιν, είναι λεπτή η θέση μου, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, πολυεθνικές εκδοτικές –καταλαβαίνεις…»
Γελάει πάλι.
«Όπως γουστάρεις. Θα βασιστώ στο ένστικτό μου και θα πάω παρακάτω. Λοιπόν, πρόσεξέ με –καταλαβαίνεις πως δουλεύει το μαγαζί εδώ, έτσι;»
«Όλο και περισσότερο», παραδέχομαι.
«Την κοπελίτσα που λες, μπορεί και να την έχω πετύχει εδώ μέσα, μπορεί και όχι», λέει.
«Κάνε παιχνίδι», τον παροτρύνω.
«Μπορεί κιόλας και να μας χρωστάει φράγκα, πολλοί μας χρωστάνε –γιατί όχι κι αυτή;»
«Σωστά –γιατί όχι; Όλοι με δανεικά ζούμε στο κάτω-κάτω».
«Καλά το είπες. Αν υποθέσουμε λοιπόν ότι η κοπέλα μας χρωστάει –πως τη βλέπεις την ιστορία; Θα ξαναπεράσει από εδώ;»
Ανάβω τσιγάρο για να δείξω ότι το σκέφτομαι.
«Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι», λέω μετά.
«Για ανέπτυξέ το αυτό…» σκύβει μπροστά ο Αργύρης.
«Κοίτα πως το σκέφτομαι. Η κοπέλα είναι ζάκι, δεδομένο αυτό. Πρέπει λοιπόν από κάπου να γίνει, μιλάω σωστά; Αν έχει βρει άλλη άκρη θα σας ρίξει δυο φάσκελα, νομίζοντας ότι έγραψε τα χρωστούμενα στο κύμα κι αντίο ντ’ ελ πασάτο. Αν όμως…» εκεί σταμάτησα.
«Συνέχισε», με ενθάρρυνε ο Αργύρης. «Μου αρέσει ο τρόπος σκέψης σου».
«Αν δεν έχει βρει άλλη άκρη ‘θα γυρίσει πάλι, δεν μπορεί να κάνει αλλιώς’ που λέει κι ο ποιητής. Ή αν όλες οι άκρες οδηγούν τελικά στην ίδια μέση…»
«Επειδή πίσω από τη ‘ζα βρίσκεται κάποιο μυστικό κέντρο χειραγώγησης κι έτσι …»
«Ή επειδή ψωνίζετε από τον ίδιο χοντρέμπορα…»
Αδειάζει την τεκίλα του μονορούφι.
«Που καταλήγουμε λοιπόν;» ρωτάει μετά.
«Ότι κάτι θέλεις να μου ζητήσεις, γι΄αυτό γλίτωσα τις φάπες προηγουμένως».
Ξεκαρδίζεται.
«Είσαι ξύπνιο παλικάρι, θα κάνουμε δουλειά μαζί», συμπεραίνει.
«Με άκουσες να λέω ότι δέχομαι;» αναρωτιέμαι.
«Με άκουσες να ρωτάω αν δέχεσαι;» με γειώνει κανονικά.
Εκείνη τη στιγμή ακούμε μια τσιρίδα, ο Μανώλης φαίνεται να έχει βρει τον διάολό του με την Αρχοντούλα, κοιτάζουμε λίγο όσο τη βγάζει έξω καροτσάκι.
«Τι να κάνεις;» ανασηκώνει τους ώμους ο Αργύρης.
«Συμβαίνουν αυτά», τον διαβεβαιώνω.

Κόσμος μπαίνει στο μαγαζί, κάποιοι πίνουν στα βιαστικά, κάποιοι άλλοι συνεννοούνται και ξαναφεύγουν όσο απότομα ήρθαν, δεν ξέρω πόσες ώρες έχουν περάσει ούτε πόσο έχουμε πιει. Το μόνο που ξέρω είναι ότι αν σηκωθώ θα ραγίσουν τα πόδια μου καθότι γυάλινα. Η παρέα έχει μεγαλώσει, κάτι πιτσιρικάδες μας ζώνουν με φασαρία, μερικές γκόμενες αγριεμένες, ο Αργύρης είναι, κατά πως φαίνεται, ο τοπικός φύλαρχος.
«Σ΄έχω ξαναδεί εσένα», πανηγυρίζει μια γκομενίτσα, μίνι τζιν φούστα, μαύρο καλσόν και ινδιάνικες μπότες.
«Ναι ε; Που με έχεις ξαναδεί; Στον ύπνο σου;» ψελλίζω μεθυσμένα.
«Στους εφιάλτες μου ίσως», λέει εκείνη.
«Ε τότε μαζέψου παραπέρα γιατί μπορεί και να κάνω τα όνειρά σου πραγματικότητα», μουρμουρίζω πριν ρίξω το κεφάλι στο τραπέζι.
Ακούω γέλια –δε με νοιάζει όμως. Από τα ηχεία παίζει Χάμιλ.

«Μπορούμε να μιλήσουμε γι΄αυτό, μέσα στο αμάξι/ σίγουρα μπορούμε να μιλήσουμε γι΄αυτό κάποια άλλη φορά./ Κράτα τα μάτια σου στο δρόμο εκεί μπροστά/ επειδή δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω τα δικά μου/ και χάνω τον έλεγχο του σώματός μου/ και το βάζω στα πόδια τρομοκρατημένος».

Ακούω σκόρπιες επευφημίες μέσα στο πονεμένο κεφάλι μου.
«Έρχεται τον άλλο μήνα, θα πάμε;» ακούω επίσης.
Σηκώνω το κεφάλι.
«Ποιος έρχεται;»
«Ο Χάμιλ».
«Σοβαρά;»
«Ναι ρε!»
Ξαναπέφτω στο τραπέζι. Να κι ένα καλό νέο!

Δεν ξέρω από πού ακούστηκε, δεν κατάλαβα πως ακριβώς έγινε. Αλλά είμαστε πάνω στις μηχανές, αναβοσβήνουμε φώτα όσο περιμένουμε να μαζευτούν όλοι. Ποιοι όλοι; Που να ξέρω; Που πάμε; Τι με νοιάζει;
«Να έρθω μαζί σου;» ρωτάει η πιτσιρίκα με τη μίνι τζιν φούστα.
«Και δεν έρχεσαι; Μήπως ξέρω που πάμε;» απορώ.
«Θα σου πω εγώ», με διαβεβαιώνει καθώς σκαρφαλώνει πίσω μου.
Κάποια στιγμή ξεκινάμε. Μια πομπή από φώτα, πυγολαμπίδες στο δρόμο του πουθενά. Όλοι ξέρουν τα κατατόπια εκτός από μένα φυσικά. Ζαλίζομαι και η πιτσιρίκα έχει περάσει τα χέρια της μέσα από το τζάκετ μου. Κουνιέμαι μπρος πίσω μπας και τα βγάλει.
«Κρυώνω», μου λέει.
Νιώθω κλειστοφοβικά εδώ πέρα.

Ο δρόμος αλλάζει σε αχνό χώμα, σπαρμένο με κροκάλες. Βλέπω τη μηχανή του Μανώλη να σπινιάρει αφήνοντας μαλακή γόμα στις πέτρες, τον ακούω να βλαστημάει κάθε φορά που ακουμπάνε οι κομμένες εξατμίσεις κάτω. Ο Αργύρης τρώει την ανηφόρα με το κουτάλι της σούπας, η Βε-μαξ του μουγκρίζει όσο ανοίγει χαντάκια στο χώμα ανεβαίνοντας. Μανιάζω κάπως –ξέρω ότι στο χώμα είμαι καλύτερός του. Πέφτω ταχύτητες με τσιμπημένο συμπλέκτη, η μηχανή μου τινάζεται σα νευρωτική γεροντοκόρη και πεταγόμαστε μπροστά ουρλιάζοντας. Το κεφάλι μου ξεκολλάει από τους ώμους, αλλά τα χέρια ταναλιάζουν για να κρατήσουν το τιμόνι στην ευθεία. Περνάμε αέρινοι δίπλα από τον Αργύρη, είμαι σίγουρα μεγάλος μαλάκας, επειδή δεν πρόσεξα ότι εκείνος έχει κόψει ταχύτητα –μπροστά μας τελειώνει η ανηφόρα κι αρχίζει η απότομη κατηφόρα. Οι ρόδες χάνουν πρόσφυση, είμαστε στον αέρα κι εγώ ξεμεθάω ακαριαία. Υπολογίζω με ποια πλευρά του σώματός μου θα πέσω, ακούω τότε μια τσιρίδα και θυμάμαι ότι έχω αυτή την πιτσιρίκα πίσω μου. Έτσι σηκώνω τη μπροστινή ρόδα, ρίχνω το βάρος μας πίσω και αφήνω να κανονίσει την προσγείωση –σκάνε κάτω άτσαλα, αλλά δεν πέφτουμε. Συνεχίζω για είκοσι, τριάντα μέτρα μέχρι να σταματήσουμε. Η πιτσιρίκα πίσω μου μ΄έχει τρελάνει στο μπουνίδι, αποφεύγω να αντιδράσω περιμένοντάς την να εκτονωθεί.
«Ρε μάγκα είσαι εντελώς σαλταρισμένος;» φωνάζει δίπλα μου ο Μανώλης.
Χαμογελάω αγγελικά, πονάω κιόλας στην πλάτη. Ο Αργύρης με πλευρίζει από την άλλη.
«Να σου πω δικέ μου. Πρώτη φορά έρχεσαι σε νταμάρι;» κοροϊδεύει.
«Όχι πρώτη, αλλά παρά λίγο τελευταία», μουρμουρίζω.
«Άμα θες να φας το κεφάλι σου πάντως, να μην κουβαλάς κι αθώους μαζί σου».
«Κανένας δεν είναι αθώος», διευκρινίζω.
Με παρατάνε και οι δυο τους, βλέπω στα τριάντα μέτρα ότι έχουν παρκάρει μηχανές σαν καραβάνι πιονιέρων –κανονικός κύκλος να πούμε. Βρίσκω χώρο, παρκάρω και τη δική μετά πάω στο κέντρο του κύκλου να τους βρω.

Κανένας δε μιλάει.

«Τι παίζει τώρα; Θα καλέσουμε τα πνεύματα;» ρωτάω ένα παιδί που κάθεται δίπλα μου.
Δε μου απαντάει.
Κοιτάζω το παγωμένο φεγγάρι που έχουν κρεμάσει πάνω από τα κεφάλια μας λες και παίζουμε σε παιδικό θέατρο. Αστέρια, ούτε για δείγμα. Οι φαγωμένες πλευρές του βουνού φτιάχνουν τέρατα όσο ο αέρας κουνάει τα καχεκτικά δέντρα –παιχνίδια του μισόφωτου. Τώρα κρυώνω και το φεγγάρι μοιάζει ασήμαντο. Θέλω μια αγκαλιά, αλλά που τέτοια τύχη;

Ο Αργύρης πλασάρεται αριστερά μου, με χτυπάει στην πλάτη όσο βολεύεται στα βράχια.
«Πως πάμε; Ρομαντζάρουμε;» ενδιαφέρεται να μάθει.
«Κάργα –τι να σου πω!» ανακλαδίζομαι γιατί παίρνω να μουδιάζω εκεί πέρα.
«Λέμε να κάνουμε κάτι για να σπάσει ο πάγος», συνεχίζει ο Αργύρης.
Κοιτάζω τριγύρω –φυσικά! Έχουν ανάψει ήδη μια φωτιά παραδίπλα, κάτι παραλιακές κιθάρες εμφανίζονται μυστηριωδώς. Αλλά όλα αυτά είναι το ντεκοράκι. Επειδή πλάι από τη φωτιά οι πιτσιρικάδες ακουμπάνε τα κουτάλια σε πυρωμένες πέτρες, δεν το ακούω αλλά νιώθω τη σκόνη να διαλύεται, μυρίζω ήδη το ξινό. Γυρίζω στον Αργύρη.
«Μη με υπολογίζεις», τον πληροφορώ.
«Μην ξηγιέσαι!» εξάπτεται.
«Μάγκα, δεν έχω πληρώσει ποτέ στη ζωή μου για ντρόγκα και δεν σκοπεύω να αρχίσω τώρα. Ούτε και για αύριο το σκοπεύω, για να είμαι ειλικρινής».
Γελάει.
«Ποιος μίλησε για λεφτά φιλαράκι;»
Κοιταζόμαστε. Τον περιμένω να ρωτήσει αν κωλώνω να δοκιμάσω, ελπίζω να μην το κάνει γιατί θα του ανάψω τα μάγουλα στα χαστούκια κι όποιον πάρει ο Χάρος.
«Ακόμα δεν έχω πει ότι θα κάνω δουλειά μαζί σου», του υπενθυμίζω.
«Ακόμα δεν σε έχω ρωτήσει», με ταπώνει.
Μια σύριγγα εμφανίζεται ως δια μαγείας στην αριστερή του παλάμη, την κοιτάζω φωλιασμένη εκεί μέσα, γεμάτη υποσχέσεις.
«Κάνε εσύ παιχνίδι», του λέω, «δεν είμαι σχετικός με το άθλημα».
Χαμογελάει όσο βγάζω το τζάκετ, συνεννοούμαστε με τα μάτια, κανονίζω τις λεπτομέρειες χρησιμοποιώντας τη δική μου ζώνη. Χειροποίητη, δερμάτινη, με σκαλισμένη αγκράφα –ένα γεράκι, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Αποφεύγω να κοιτάξω από φόβο μην κουνηθώ.
«Στην υγεία σου μάγκα και χάρισμά σου το γκάνι», λέει ο Αργύρης αφήνοντας την άδεια σύριγγα στα πόδια μου. Την πιάνω, γυάλινη, κάπως λερωμένη από το αίμα μου –να θυμηθώ να την πετάξω όταν φύγω από εδώ. Τη χώνω στην τσέπη μου, φοράω το τζάκετ και περιμένω το μεγάλο μπαμ.

Έρχεται τότε ένα σύγκρυο, αλλά δε με παγώνει. Απλά παραλύει κάθε νευρική απόληξη, ή έτσι μου φαίνεται. Ξέρω ότι η δουλειά γίνεται κατευθείαν στον εγκέφαλο. Ή έτσι νομίζω. Το κρύο απλώνεται και με ζεσταίνει γλυκά. Θα μπορούσα να κοιμηθώ επιτόπου, κοιτάζω τους άλλους τριγύρω –έχουν γίνει ήδη πριν ακόμα τρυπηθούν, γελάω υπόκωφα. Ή έτσι νομίζω. Θέλω να δοκιμάσω τα πόδια μου και, περιέργως, λειτουργούν στην εντέλεια –σηκώνομαι, περπατάω με απίστευτη σταθερότητα. Μετά θυμάμαι την αποχαυνωμένη φάτσα που έχω δει στους μαστουρωμένους, αλλά δεν έχω καθρέφτη να δω τα δικά μου μούτρα. Βγάζω λοιπόν τσιγάρο, αν πρόκειται να χάσκω σαν ξεσολιασμένο παπούτσι καλύτερα να το κάνω με στυλ Τζέιμς Ντιν. Ανάβω, τραβάω δυο τζούρες κι αμέσως βγάζω τ΄άντερά μου. Εκεί μπροστά στο χώμα που μοιάζει με γυναικεία πούδρα, κάνω εμετό με την ίδια ευκολία που αναπνέω. Αυτό ήταν όλο.

Θάβω τις βρωμιές μου και καρφώνω το τσιγάρο πάνω τους, κολοβό σταυρό. Τα παιδιά παραδίπλα ψιθυρίζουν μακρόσυρτα, βρίσκω το κοίλωμα ενός βράχου και βολεύομαι εκεί μέσα. Οι κιθάρες κάτι γρατζουνάνε, Σαββόπουλο, Σιδηρόπουλο, σκατά.
Ξαφνικά θολώνει η θέα, επειδή ο Αργύρης έρχεται και στήνεται μπροστά μου.
«Κάτσε», λέω.
Κάθεται.
«Την άκουσες;» ρωτάει.
«Μαλακίες θέλεις να σου πω;» απορώ.
Ξεκαρδίζεται.
«Είσαι σωστό άτομο», διαπιστώνει τελικά.
Τον κοιτάζω.
«Τόσο πολύ μαστουρωμένος είσαι;» αναρωτιέμαι.
Συνεχίζει να γελάει. Μετά σωπαίνει.
«Εντάξει λοιπόν. Παραδέξου το μην είσαι τόσο ψώρας».
Απορώ, δεν καταλαβαίνω τι εννοεί.
«Παραδέξου το ότι σε έφερα δυο βήματα πιο κοντά στη λεγάμενη!»
«Την ποια;»
«Αυτή που ψάχνεις ρε δικέ μου!»
Σωπαίνω, το σκέφτομαι.

Ήταν ένα μουντό απόγευμα, όμοιο με μια σειρά μισοσκότεινων ημερών και καθόμασταν αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι, έκανε κρύο, τα καλοριφέρ δεν είχαν ανάψει ακόμα –σαν τώρα το θυμάμαι, μόνο το κρύο δεν ήταν ίδιο. Μιλούσαμε για κάποιο άσχετο θέμα –το είχαμε τραβήξει από τις λεπτομέρειες και περιμέναμε ο ένας τον άλλο να τελειώσει για να πούμε με τη σειρά μας κάτι ανήκουστο. Που χανόταν σαν κρύσταλλο σε παγωνιέρα. Είχα βαρεθεί -κάποια στιγμή, όταν έφτασε η σειρά μου να μιλήσω, δεν το έκανα. Αντί γι΄αυτό την κοίταξα, δεν ήταν μαζί μου, μιλούσε από κάπου μακριά –κλεισμένη στο ερμητικό της δωμάτιο. Την είχα φθονήσει τότε, ήθελα να μπω κι εγώ σ΄εκείνο το δωμάτιο, να κρατήσω την ψυχή της –όχι μόνο τα παγωμένα χέρια της.

Αυτό ήταν λοιπόν το δωμάτιο; Αυστηρά μονοθέσιο και αν μπεις μέσα μόνο τη σκιά σου αφήνεις στον έξω κόσμο; Ποιον έξω; Ποιον κόσμο; Στήθηκα στα πόδια μου ξεχνώντας πρόσκαιρα τον Αργύρη, κοίταξα το κουτσουρεμένο φεγγάρι κι αποφάσισα ότι θα τη βγάλω από εκεί μέσα. Θα σπάσω τους γαμημένους άσπρους τοίχους της, ερείπια θ’ αφήσω αλλά θα τη βγάλω έξω. Και τότε, μόνο τότε, θα της ρίξω στα πόδια εκείνο το μαλακισμένο δαχτυλίδι που γδέρνει το στήθος μου και θα την αφήσω να απολαύσει τη δυστυχία της καθημερινότητας.

Επειδή της αξίζει να ζήσει ακόμα κι αν είναι να πεθάνει εκτεθειμένη στον βρώμικο αέρα, αλλά δεν της αξίζει να πεθάνει κρυμμένη από τη ζωή –κατάλαβες;

Κι επειδή το δωμάτιό της είναι αυστηρά μονοθέσιο κι εγώ δεν χωράω –εντάξει τώρα;

29 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

Mr.Fixit είπε...

Oso paei mou aresei kai perissotero auth h istoria...

Btw, gia na deis oti an kai flwros, exw ta myala mou anoixta, akousa kai to "The Man Who Sold The World", kai to "The Fire Of Love" twn Gun Club.

Ο Καλος Λυκος είπε...

ρέ μότο, Peter Hammill σε συνοικιακό μπαράκι; όσο και ψαγμένος να είναι ο μπάρμαν...

κατά τ'άλλα μας τίναξες στον αέρα πάλι...

The Motorcycle boy είπε...

Ρε ρεμάλι fixit σου αρέσει η ιστορία γιατί είσαι παρελθοντολάγνος κι έτσι που έχουμε γίνει μακάρι νάξερα αν αυτό είναι καλό ή κακό.

Εντάξει, και οι φλώροι και οι προσκυνημένοι έχουμε δικαίωμα στη μουσική -αυτό είναι το καλό της, οτι δε ζητάει πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων να πούμε. Καλά έκανες που τα άκουσες αυτά -ελπίζω οτι δεν έχασες τζάμπα τον χρόνο σου. Εγώ πάλι, ούτε το καζανάκι της τουαλέτας δεν προλαβαίνω ν' ακούσω αυτές τις μέρες. Αλλά όταν ξαναπεράσετε από τα μέρη μου γράψε μου μια κασετούλα (εντάξει ρε -σιντί) με αυτά τα καινούργια που μου έλεγες ν΄ανοίξουν τα δικά μου μάτια (καθότι "άκου να δεις" λένε).

Λύκε, το συγκεκριμένο μαγαζί έπαιζε ΚΑΙ Χάμιλ κι άλλα προγκρέσιβ, μέχρι Γκογκ και Τσόκολατ Γουότς Μπαντ -αλλά ευτυχώς που απορείς επειδή αυτό σημαίνει οτι δεν το ήξερες. Γλίτωσες!

Ο Καλος Λυκος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Ο Καλος Λυκος είπε...

μάστορα, πολλά δεν ήξερα τότε και πολλά τα έμαθα από δεύτερο χέρι... και τον άν τη γλύτωσα ή πώς την γλύτωσα τελικά με ό,τι είχα κάνει, είναι συζητήσιμο... την θυμάσαι την Natja Brunckhorst;

Chocolate Watchband!;!;! τί είπες τώρα!

Ανώνυμος είπε...

Ρε φίλε Motor είχες δίκιο τελικά που μου έγραψες στο προηγούμενο πόστ στο "Οι αποφάσεις που μας πήραν" ότι αλοίμονο του μάγκα μας αν βρει την Άλεξ.
Πάντως μου άνοιξες τα μάτια:οι όμορφες και αυτοκαταστροφικές κοπέλες είναι τελικά Μια.Περιμένω να δω με αγωνία την εξέλιξη και όλο τον μάγκα μας τον νοιωθω και πιο πολύ.Με καίει να δω τι έκανε αυτός.Εγώ αν και πάνε 3 χρόνια από την παρόμοια φάση που σου έγραψα,αν και έχω προχωρήσει μπροστά σε στυλ Τσαρλς Μπρόνσον που έχει εξολοθρεύσει τους κακούς εφιάλτες ακόμα το σκέφτομαι...Και ξέρεις γιατί:δεν ήθελα να γίνω "νταβατζής" της ζωής κανενός και σεβάστηκα την επιλογή της άλλης...Ύστερα από ενάμιση χρόνο κυνηγητού-ψαξίματος-τρεξίματος τα παράτησα....Sorry που σε έπρηξα...Aπο δω και πέρα θα χρησιοποιω για ψευδόνημο το Κοππολικό The Outsider

The Motorcycle boy είπε...

Λύκε -καλά, τα πάντα είναι συζητήσιμα -γι΄αυτό είμαστε εδώ άλλωστε! Ποια είναι αυτή ρε; Κάτι μου θυμίζει αλλά αμυδρά.

Ρε outsider, το να διαβάζεις τα σεντόνια μου και μετά να μου ζητάς συγνώμη που με πρήζεις είναι το άκρον άωτον της ευγένειας φίλε μου!
Αλλοίμονό του αν τη βρει κι αλλοίμονό του αν τη χάσει -έτσι πάνε αυτά, νομίζω.
Για πολύ καιρό έγραφα σχετικά με τη συγκεκριμένη γυναίκα, με τρόπο αυτόματο -χρειάστηκε να ξαναδώ αυτά που ήδη ήξερα για να καταλάβω οτι ο ορισμός-κατάρα της συγκεκριμένης γυναίκας έχει δωθεί χρόνια πριν, από τον Νικολαϊδη -με τη "Βέρα που δεν έρχεται ποτέ" και "τελικά νομίζω οτι Βέρα ήταν το όνομα μιας ολόκληρης γενιάς". Καταλαβαινόμαστε έτσι;

Να σου πω κάτι; Όταν παρατάς το κυνηγητό-ψάξιμο-τρέξιμο δε μοιάζει σα να παραιτείσαι από τη ζωή σου ας πούμε;
Κάθε επιλογή είναι και μια παραίτηση φίλε μου (αυτό λέγαμε παλιά), η δικιά σου είχε κάνει την επιλογή της παραιτούμενη από άλλα πράγματα. Εσύ επέλεξες να μην παραιτηθείς από τα δικά σου κι έτσι τραβήξατε για όπου τραβήξατε χωριστά. Δεν ξέρω τι είναι καλύτερο και τι χειρότερο σε όλα αυτά, ούτε πιστεύω οτι το να παραιτείσαι από τη ζωή σου την ίδια είναι κάτι αναγκαστικά κακό.
Νταβατζήδες "γεννιούνται" δεν γίνονται φίλε. Αν δεν το έχεις, δεν το βρίσκεις στην πορεία -αυτό είναι σίγουρο.
Και οι εφιάλτες είναι, υπο προϋποθέσεις, δημιουργικοί.

Ο Καλος Λυκος είπε...

αυτή που έπαιξε την Christiane F. είναι... λίγα να λέμε, πολλά να καταλαβαίνουμε...

The Motorcycle boy είπε...

Ε πες μου έτσι ντε! Από τα κρέντιτς το θυμόμουν αμυδρά. Μέσα είσαι, καταλαβαινόμαστε. Αυτό έλειπα δα!

RaZz είπε...

i can't tell if this story is good or bad, i can only say, with absolute certainty, that it's HIGHLY disturbing.

The Motorcycle boy είπε...

Κοίτα να δεις που πήγε η άλλη στας Ευρώπας και απέκτησε σέρτεντι! Αυτά συμβαίνουν όταν δεν τα σκοτώνεις από μικρά τα παιδιά.

Εγκ-ζίστανζ ιζ ντιστέρμπινγκ μάι αγαπητή.

άσωτος είπε...

i think that story was very good my dear. i like it....valverde for the puts.

The Motorcycle boy είπε...

Δε λιτλ γκέρλ ιζ ίνοσεντ μάι φρεντ αντ σι ιζ ντιστέρμπεντ φρομ παλιοκωλοπαιδαραίους στόρεις. Ερνεστ σι βου πλε, πουτ Ντομι εντ Πάτσα ον δε λακ εντ θάψτους. Γουι του μπι κουάιτ κομπράν;

ell είπε...

Ωραίος ο ήρωας
αλλά όντως θα συμφωνήσω ότι είναι ενοχλητική η ιστορία...
πολυ μου άρεσαν αυτά που είπε ο τυπος στο εστιατόριο με την μιτσούκο

όπως κ να το κάνεις όμως κ πέρα από τα παραμύθια μας κ τις ψευδαισθήσεις μας σ αυτή τη ζωή, η Αλεξ είναι αυτό που τον κάνει να νιώθει ότι έχει ε΄να σκοπο, όσο κ αν σου φαινεται ότι το γαμάω ή το κάνω πεζο...
είναι αυτό που σου λεγα (είτε σε μεγαλύτερο βαθμό, π.χ. όταν κάποια σας φτύνει κ σας αναγκαζει να την κυνηγήσετε, είτε σε πιο noble επιπεδο: ο σωτηρας της τυραγνισμένης πριγγιπισσας...
τι να γίνει, όλοι θέλουν τα παραμύθια τους... κάποιους τους ανεβάζει κάτι τέοιο τους κάνει να νιώθουν πολεμιστές, δεν ξέρω

πάντως υπήρχε φιλος που μόλις μυριζόντανε τυραννία σε γυναίκα, αυτό ήταν! κ μιλάμε για βλακείες!!!

υποτίθεται η άλλη δεσμευμένη ΑΛΛΑ φυσικά με ένα τέρας που την τυραννάει κ δεν τον θέλει, κ όταν προσπαθούσα να τον ξυπνήσω η άλλη παθαινε κ πάλι μια φρέσκια Μαρθαβουρτσίαση...

τον ρωτούσα γιατί δε χωρίζει αφου δεν τον θέλει (για δευτερολ. ξυπνούσε από το παραμύθι, αλλά δεν είχε να πει τίποτα, την ρωτούσε κ έλεγε άλλες μαλακίες)
πολλές τέτοιες ειλικρινα το τραβούσε ο οργανισμός του! ένοιωθε ιδιαίτερος κ πολεμιστής. Ο δικαιος κ σωστός άντρας που κανείς δεν ήταν σαν κ αυτόν κ πήγαινε να σώσει την καημένη κ τυραγνισμένη Στελλα, Μαρία κ δε θυμαμαι ποια άλλη...

γι αυτό ξεχωρίζω πολύ το κομμάτι στο εστιατόριο κ κυρίως αυτό : "Απλά να τη βρω θέλω, να είμαι εκεί αν με χρειαστεί –όχι να το παίξω σωτήρας!»

Υ.Γ. έχουν να κάνουν αυτά με κομμάτια της ζωής σου έτσι, δε μπορω να πιστέψω ότι δεν είναι έστω κ λίγο αυτοβιογραφικό

The Motorcycle boy είπε...

Μάλλον περισσότερο το γαμάει ο ήρωας παρά τον φτύνει η Άλεξ. Δηλαδή πως; Την κοπανάει από το σπίτι του όταν αυτός πηδιέται μπροστά της με άλλη -κάποιο φτύσιμο!
Αυτοβιογραφικά είναι όλα και τίποτα.

ell είπε...

Όχι! για τον ηρωα λέω κατι συγκεκριμένο! Δε μίλησα για φτυσιμο.

Είπα για το παραμύθι που φτιαχνουν κάποιοι κ εφερα το παραδειγαμ ενός φίλου που όπου μυριζόντανε τυραννία κολλούσε...

πολυ συγκριμένα. Ίσως δεν διαβασες καλά αυτό που έγραψα

γι αυτό κ ξεχωρίζω το κομμάτι
"Απλά να τη βρω θέλω, να είμαι εκεί αν με χρειαστεί –όχι να το παίξω σωτήρας!»

άλλο αυτό κ άλλο γουσταρω κ έχω κολλήσει με το παραμύθι που έχω φτιάξει στο μυαλό μου γιατί αυτό με φτιάχνει, τη βλπεω σωτήρας κ
"...ιδιαίτερος κ πολεμιστής. Ο δικαιος κ σωστός άντρας που κανείς δεν ήταν σαν κ αυτόν κ πήγαινε να σώσει την καημένη κ τυραγνισμένη Στελλα, Μαρία κ δε θυμαμαι ποια άλλη..."

αυτά είπα, κ παραδειγμα από φιλο που δεν έχει να κάνει με την ιστορία αλλά το άτομο έφτιαχνε δρακους κ μαγισσες εκεί που δεν υπήρχαν

The Motorcycle boy είπε...

Είχε πει κάποτε ο Τομ Ρόμπινς: "Είμαστε οι δράκοι μας και οι ήρωες μας -και πρέπει να μας σώσουμε από τους εαυτούς μας". Το θέμα με είχε απασχολήσει (μα για όλα να έχω άποψη ο πούστης! χαχαχα) εδώ:

http://themotorcycleboy.blogspot.com/2007/03/blog-post_06.html

shandel είπε...

Καλό που έχεις άποψη για όλα
Να αρχισεις να ανησυχεις όταν ακούγεται η παραιτηση απ όλα όταν μιλάς

ναι, συμφωνώ μ αυτό που λέει ο Ρόμπινς, πολύ ωραίο αν κ δεν το θυμάμαι

θα μπω κάποια στιγμη (μπορεί κ σήμερα) να δω την ιστορία στο λινκ που δίνεις

όμως ο τύπος κοροϊδευόνταν από αυτήν κ ευτυχώς το καταλαβε συντομα

εξ αλλου ρε Μοτορσάικλ το ίδιο δεν είπες κ για την Φανή! κ σε σχόλιό σου

The Motorcycle boy είπε...

Μην κουράζεις το μυαλό σου με μαλακισμένα κωλόπαιδα ρε συ!

ell είπε...

Ναι σωστά
το όσο μου χει απομείνει :)

αλλά δεν ήταν κωλόπαιδο! αυτό είναι το μόνο σιγουρο

ell είπε...

Ωραίο το κείμενο από το λινκ που έδωσες
δεν ήξερα ότι εσύ έχεις διαβάσει κ γουστάρεις τόσο πολύ τον Τομ Ρομπινς
το συγκεκριμένο βιβλίο του δεν το χω διαβάσει, 6 βιβλία του έχω διαβάσει
τα πρώτα στα 17μου

συμφωνώ με το κείμενο απόλυτα
γι αυτό λέω δεν παιζουνε κανένα ρόλο τα χρόνια που είσαι σε μία σχέση, σε μένα τουλαχιστον κ 5 χρόνια που ήμουν όλα μοιαζανε να γίνονται καλύτερα (κ το σεξ) γιατί πολλοί λένε ότι αυτό είναι το 1ο που βαριέσαι, κ όμως το αντίθετο, όχι απλά δε βαριώσουν, δε μπορουσες να φανταστεις να πηγαίνεις με άλλον

κ έχω βαρεθεί ν ακούω αυτή την καραμέλα για τις μακροχρόνιες σχέσεις

ο καθηγήτης που σου λεγα που τον ζηλεύαμε ήταν από 17χρ με τη γυναίκα του, ο παιδικός του έρωτας κ ήταν το ίδιο ερωτευμένοι κ στα 40τόσο τους
ο άνθρωπος αυτός έλαμπε κ είχε περισσοτερη ενέργεια από μας που ήμασταν 17, τι να σου λέω τώρα, τον ζηλευαμε γενικά

το θέμα είναι όταν το βρεις, τότε είσαι ο πιο τυχερος άνθρωπος, γιατί για μενα δεν υπάρχει κάτι που να αξίζει περισσοτερο σ αυτή τη ζωή

The Motorcycle boy είπε...

Ο Ρόμπινς είναι ένα από τα τρία-τέσσερα κολλήματά μου. Ρόμπινς. Κέιβ, Νικολαϊδης, Χάμιλ -τους έχω πάνω-πάνω στα λινκ.
Το κείμενο είναι δικό μου όχι του Ρόμπινς, η φράση του τίτλου ανήκει σε αυτόν.

ell είπε...

Ναι ρε Μοτορσάικλ, το λες ξεκάθαρα ότι ο τίτλος κ τα κομμάτια με λοξα γράμματα είναι δικά του

αν είναι δυνατόν! έχει πολυ συγκεκριμένο τρόπο γραφής, σιγά μην περίμενα ότι είναι δικό του το κείμενο, απλά είπα ότι αυτό το βιβλίο δεν το χω διαβάσει...

ρε άνθρωπε δεν είμαι τόοοσο ηλίθια :)))

ell είπε...

νομιζα ότι είχες διαβάσει 1 βιβλίο του ας πουμε γιατί ειχες αναφερθεί πάλι ενώ κάποιος άλλος εδειχνε πολύ ότι είχε κόλλημα

εσύ ας πουμε κάνει μπαμ ότι έχεις κόλλημα με Ν.Ν. κ από τις ιστορίες αλλά κ από άλλα κ όχι τόσο από Ρόμπινς

σε ποια λινκ αναφέρεσαι ότι τους έχεις;

The Motorcycle boy είπε...

Τι θες να πεις δηλαδή -οτι δεν μπορώ να γράψω όπως ο Ρόμπινς; Άντε μη σας ταράξω σε ξωτικά, τρυποκάρυδους, Σαλώμες και πέπλα!
Πλάκα κάνω ρε!

Τα λινκ που έχω δίπλα, εκεί που λέει "Κοίτα να δεις" είναι τα κολλήματά μου. Και κάτι ψιλά...

ell είπε...

Χαχαχα!
ωραία θα ήταν!

εγώ μόνο τέτοιες ιστορίες θα μπορούσα να γραψω (μόνο στο μυαλό μου όμως) υστερώ στο λόγο

The Motorcycle boy είπε...

Ναι ωραία θα ήταν τι να σου πω! Πάντως ξεκίνα να βγάζεις σε χαρτί ή οθόνη αυτά που έχεις στο μυαλό σου, καλό είναι αυτό.

ell είπε...

Προσπάθησα σε χαρτί γιατί καμια φορά οργιάζει η φαντασία μου κ ήθελα να τα βλέπω, αλλά είναι ακατόρθωτο! για κάποιους ανθρώπους είτε γιατί υστερούν στο λεξιλόγιο είτε γιατί αυτά που μου ερχονταν (από άσχετα πραγμ. έστω από μία διαδρομή με το λεωφορείο) θα μπορουσαν να δωθούν μόνο σαν είκονες ή με τίποτα αισθηντήρες που μεταφέρουν αυτά που φτιάχνεις στο μυαλό σου στους άλλους :Ρ

δικαιολογίες, απλά δεν είμαι καλή στο να κάνω λέξεις αυτά που νιώθω

τελοσπάντων, μερικοί δεν τα πάνε καλά με τα λόγια, τι να γίνει

The Motorcycle boy είπε...

Δεν υπάρχει μόνο το χαρτί -χίλια κόλπα υπάρχουν αν θέλεις να βγάλεις αυτά που έχεις στο κεφάλι σου. Απλά χρειάζεται κάποια όρεξη για να ξεκινήσεις και πολύ κουράγιο για να δεχτείς αυτά που θα δεις αποτυπωμένα έξω από σένα. Δεν έχει σημασία το πόσο καλός, κακός, βαρετός, κοινότυπος ή ιδιοφυής είναι ο καθένας μας -αυτά τα αφήνουμε στους καλλιτέχνες να αγωνιούν. Σημασία έχει να βγάζεις τα πράγματα που έχεις μέσα σου.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι