Πέμπτη, Φεβρουαρίου 19, 2009

35. «Πες μου, πόση ώρα έφυγε το τρένο; Κι εκείνη, ήταν μέσα;»

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα
2ο μέρος: 'Ποτέ ξανά' έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί νωρίτερα

3ο μέρος: Όπου οι μέρες γέλασαν κι έτρεξαν μακριά
31. Το ξημέρωμα είναι δική μας υπόθεση
32. "Είμαστε τα λουλούδια στον σκουπιδοτενεκέ"
33. Γράφοντας με το ζόρι αναμνήσεις
34. Η νύχτα που μύριζε ξινισμένο ροδόνερο

Ανοίγουμε μπύρες καταβρέχοντας το γρασίδι, ενίοτε τα σκάγια παίρνουν και κάποιους μισοξαπλωμένους λεχρίτες –έτσι είναι η Άνοιξη. Από πάνω μας άσπρα σύννεφα και φεγγάρι έξτρα πρίμα γκουντ, αν κάνεις έτσι το χέρι, θα ακουμπήσεις τα κουραμπιεδωμένα βουνά του. Κοιτάζω προς την καγκελόπορτα, οι δικοί μου μαζεύονται σα χάντρες κομπολογιού, μπαίνει τώρα ο Παπ, ο Άκης έχει ήδη πάρει θέση κοντά στον Κύπριο, σιγομιλάνε επειδή ο Κύπριος είναι στα πακέτα –αποφοίτησε πάει να πει. Βγάζω το τζιν μπουφάν μου και το ρίχνω στην πλάτη της Έλσας –έχει πέσει δροσιά στον κήπο της σχολής. Αλλά έχει και συναυλία, στήνουν ήδη τη μικροφωνική, περιμένουμε τον Φάντη Μπαστούνι και τους Άσσους. Και στο σπίτι με περιμένει ο καινούργιος δίσκος του Αρχηγού με τη ζελατίνα άκοπη. Επειδή, φιλαράκο, ακόμα και η Κόλαση διαθέτει παγκάκια για να ξαποστάσεις.

«Δικέ μου, τώρα που φεύγω –αν είπαμε και κάτι, ψωμί κι αλάτι», με αγκαλιάζει ο Κύπριος.
«Μην ασχολείσαι, είχες τα δίκια σου –κοίτα να τη βγάλεις όρθιος από δω και πέρα», χαμογελάω.
«Το κοριτσάκι –ποια είναι;» ρίχνει εκείνος ένα λάγνο, κατά Έλσα μεριά.
«Ρε σάλτα παραδίπλα, βρομύλο!» τον σπρώχνω στην πλάκα.
Δε θα μου λείψει καθόλου ο Κύπριος, ούτε οι τυπικοί αποχαιρετισμοί, αν θες να ξέρεις.
«Ποιος είναι για μπύρα;» φωνάζει ο Παπ.
Απλώνουμε χέρια –μοιραζόμαστε.
«Ωραίοι τύποι οι συμφοιτητές σου!» μουρμουρίζει η Έλσα.
«Ωραίοι, πως το εννοείς; Γουστάρεις να σου κάνω κατάσταση με κανέναν, ας πούμε;» χαμογελάω.
«Όχι ακόμα –θα διαλέξω με την ησυχία μου», απαντάει εκείνη.
Βγαίνουν τότε κάτι πιτσιρίκια με κοστούμια μπλου μπλακ πάνω στη σκηνή, έχουν μαζί τους κι έναν χοντρό –μάλλον κηδεμόνας τους.
«Τι έγινε; Ποιοι είναι αυτοί; Οι Φάντης Μπαστούνι ή οι Μιούζικαλ Γιούθ;»
«Οι Μιούζικαλ Γιούθ είναι μαύροι ρε αχρωμάτωψ!»
«Κι αυτοί εκεί πάνω τι είναι;»
«Ξέρω ΄γω; Ερυθρόδερμοι;»
«Ε, είδες λοιπόν που συμφωνούμε τελικά!»
Από δίπλα σκάνε οι κλασσικοί Ποπ Χορνς, τα πιτσιρίκια οι Φάντηδες είναι ζόρικα και στιλάτα. Του δίνουν και καταλαβαίνει καβάλα σε Γκίμπσον ηλεκτροακουστικές –Πόρτο Ράφτη, τσακισμένα γόνατα, μαμάδες που κοιμούνται μπροστά στην τηλεόραση, παραλίες, αφραγκίες, φορητά πικάπ φορτωμένα στο πορτ μπαγκάζ κάποιας Κάντιλακ, ωραία πράγματα! Τζιμ ο Τίγρης και τα Μαύρα Μπλουτζίν!
«Μαύρα μπλουτζίν;» αλληθωρίζω.
Δίπλα μου ο Βαγγέλης κουνιέται. Η Έλσα έχει πνιγεί στα μαλλιά της που φιδογυρίζουν, κάτι γκομενίτσες με φουρό, εμφανώς γκρούπις, περνάνε μέσα από τα ανοιχτά πόδια ροκαμπιλάδων –ανάβω τσιγάρο.

Στο διάλειμμα οι Φάντηδες έρχονται προς τα μας –μάλλον μυρίστηκαν μπύρα. Ανακαλύπτω οτι ο Λάμπρος, ο τραγουδιστής τους, είναι γνωστός του Βαγγέλη, γαμώ τα μουσικά μου τζετ σετ μιλάμε!
«Καλοί ήσασταν, σπιντάτοι», λέει ο Βαγγέλης.
«Αυτά τα μαύρα μπλουτζίν μόνο να λείπανε...» σχολιάζω.
Ο Λάμπρος με κοιτάζει.
«Είσαι λάθος εδώ. Το Μπι Μποπ α Λούλα το κατέχεις;»
«Όσο να πεις...» μουρμουρίζω.
«Και λοιπόν;» χαμογελάει ο Λάμπρος.
Κάνω ένα νοητικό φρεσκάρισμα τους στίχους –εντοπίζω το σημείο, «σι ιζ δε γκερλ γουιθ δε ρεντ μπλου τζινς». Χτυπάω το κεφάλι μου.
«Σωστός! 10 –0!» υποκλίνομαι.
«Ήταν μέσα στα ΣΟΣ –γι΄αυτό!» γελάει ο Λάμπρος φεύγοντας.
Ωραίο τυπάκι.

«Περνάς καλά μαζί μου;» ρωτάει η Ελσα.
Αράζουμε αγκαλιασμένοι κάτω από το άγαλμα, περιμένουμε να φύγει ο πολύς κόσμος.
«Μαζί σου –ναι. Μαζί μου –όχι», μουρμουρίζω.
«Εξυπνάδες!» ξεφυσάει εκείνη.
«Επειδή είμαι έξυπνος, γι΄αυτό!» κοκορεύομαι εγώ. «Εσύ ακόμα να ξεπεράσεις τη φάση κατασκήνωσης;»
«Μπα, τέλειωσε αυτό», απαντάει η Έλσα.
«Και τότε τι κάνεις μαζί μου;»
«Περιμένω μέχρι να βρω κάτι καλύτερο».
Γελάω.

Ο Τάκης με την Κορίνα μας περιμένουν στο κέντρο για ένα στα γρήγορα. Η πόλη μοιάζει ήσυχη, το ίδιο κι εμείς. Περνάω από τον Πίνακα Ανακοινώσεων στην Ακαδημίας, τσεκάρω μηνύματα. «ΤΕΛΙΚΑ ΒΟΥΛΙΑΖΕΙ Ο ΙΠΠΟΠΟΤΑΜΟΣ;» γράφει σε μια αφίσα Μαοϊκών αποκλίσεων. Το ξέρω το μαγαζί, μια χαρά μου κάθεται, είναι και κοντά.

Όταν φτάνουμε, τους πετυχαίνουμε να χαμουρεύονται στη μπάρα. Ο μπάρμαν χειροκροτεί.
«Συγνώμη, έχει εισιτήριο;» τον ρωτάω.
«Εισιτήριο;» κάνει ο μπάρμαν.
«Επειδή βλέπω οτι διαθέτει λάιβ σόου το μαγαζί....» του εξηγώ.
«Όχι, τα ποτά τους παίζουν τα παιδιά», μου σφυρίζει.
«Και πως πάει; Τα κερδίσανε ή ακόμα;»
Ο μπάρμαν γελάει.
«Αν δεν της βγάλει το σουτιέν ενώ τη φιλάει –πληρώνουν διπλά».
Η Έλσα παρακολουθεί με προσοχή, εγώ το έχω ξαναδεί το έργο. Και φυσικά, πάντα βρίσκεται να ανεμίζει κάποιο σουτιέν ο Τάκης, το ίδιο γίνεται και τώρα.
«Δικά μου τα ποτά και έξτρα σφηνάκια», ξεκαρδίζεται ο μπάρμαν.
«Τι έγινε ρε μαλάκες; Σε παιδικά γενέθλια ήσασταν;» μας χαιρετάει ο Τάκης.
«Μέσα είσαι», επικροτώ.
«Κάπελα! Φέρε κρασί!» γκαρίζει ο Τάκης -ο μπάρμαν ανασηκώνει τους ώμους.
«Ήμασταν σε μια συναυλία», λέει η Έλσα.
«Καθότι φιλόμουσοι –όχι τίποτα μπεκροκανάτες σαν κι εμάς», σιγοντάρει ο Τάκης.
«Τι συναυλία;» ρωτάει η Κορίνα.
Τις χαζεύουμε να πιάνουν ψιλοκουβέντα.
«Μάι φριέεεεεεεντς...» ρίχνει μια κουρελιάρικη μίμηση του Μίκυ Ρουρκ από Μπαρφλάι μεριά ο Τάκης αγκαλιάζοντάς με.
«Ερώτηση», τον επαναφέρω.
«Και μετά θα περιμένεις απάντηση, υποθέτω», αλληθωρίζει.
«Δε σου φαίνεται οτι έχουμε καταντήσει φόλα παντρεμένοι;» συνεχίζω απτόητος.
«Τι απάντηση προτιμάς; Κάποια βολική για ν΄αρχίσεις την αγόρευση ή την κουρτίνα νούμερο 3;» ενδιαφέρεται να μάθει ο Τάκης.
«Ν΄ανοίξει η κουρτίνα», προκαλώ.
«Όσο πηδάμε –όλα καλά», υποστηρίζει ο Τάκης.
«Ναι, εντάξει και οι κοπέλες πρώτες. Αλλά ποιος πληρώνει στο τέλος;» αναρωτιέμαι.
«Τι σε νοιάζει ρε μαλάκα; Μήπως θα είμαστε εδώ για να το δούμε;» ξεκαρδίζεται ο Τάκης.
Είναι κι αυτό μια άποψη.
«Ο Πέτρος;» ρωτάω.
«Δεν τα΄μαθες!» απορεί ο Τάκης.
«Όχι, τι έγινε;» απορώ εξίσου.
«Και που να ξέρω; Περίμενα εσένα να μου τα πεις», απογοητεύεται ο Τάκης.
Καταλαβαίνω.
«Αγοράκια;» κάνει η Κορίνα ναζιάρικα.
Κοιταζόμαστε.
«Σε άλλους μιλάει», με καθησυχάζει ο Τάκης.
Αλλά δεν...
«Αύριο θα μας πάτε για ψώνια; Έχω σταμπάρει κάτι ρουχαλάκια ζόρικα και θέλω να τα δείξω στην Έλσα», συνεχίζει η Κορίνα.
«Κι εμείς τι θα κάνουμε; Τις κρεμάστρες;» αναρωτιέται ο Τάκης.
«Θα πιείτε έναν καφέ και θα μας περιμένετε», του εξηγεί η Κορίνα.
Με κοιτάζει έκπληκτος.
«Παντρεμένοι!» του ψιθυρίζω.
«Θέλω τη μαμά μου!» ψελλίζει.
«Βαριόμαστε και έχουμε δουλειές. Πηγαίνετε μόνες σας», λέω στις κοπέλες.
«Τι δουλειές μωρέ; Να σκαλίζετε πάλι τα μηχανάκια σας; Δε βαρεθήκατε όλο τα ίδια;» διαμαρτύρεται η Κορίνα.
«Οτι δηλαδή αν έρθουμε μαζί σας για ψώνια θα πούμε αντίο στη βαρεμάρα!» ψιλοαγανακτώ.
«Ναι ρε τύπε! Επειδή θα κάνετε επιτέλους κάτι με τα κορίτσια σας!» εκρήγνυται η Κορίνα.
«Αυτό δηλαδή πρέπει να κάνουμε με τα κορίτσια μας;» αναρωτιέμαι.
«Τι άλλο;» μουντάρει η Κορίνα.
Γυρίζω στον Τάκη.
«Δεν την πηδάς;» απορώ.
«Αφού είναι το κορίτσι μου –δεν άκουσες; Τη σέβομαι κυρίως!» απαντάει.
«Α, τότε καλά! Αν είναι έτσι τα πράγματα να πάμε για ψώνια!» αποφασίζω.
«Το ΄ξερα οτι θα δεχτούν τελικά», λέει η Έλσα στην Κορίνα.
«Άκυρο –δεν θέλω τη μαμά μου! Τα χάπια μου, ένα φέρετρο κι ένα ταξί να φύγω!» μου σφυρίζει ο Τάκης.
«Άστο, την πατήσαμε. Τώρα, σκάσε και κολύμπα», λέω εγώ.
«Κάπελα! Φέρε κρασί!» το ξαναπιάνει από την αρχή ο Τάκης.
«Πότε θα φύγουμε; Νυστάξαμε. Έχουμε και τα ψώνια αύριο!» χασμουριέται η Κορίνα.
«Ποδίτσα να σου δανείσω;» κλείνω το μάτι στον Τάκη.
«Άσε καλύτερα. Θα μου την πάρει δώρο η Κορίνα», λέει εκείνος σκεφτικός.
«Κάπελα κάνε λογαριασμό –γιατί μας την πέσανε», λέω στον μπάρμαν.
«Θα πηδηχτείτε όταν γυρίσετε σπίτι σας;» ενδιαφέρεται να μάθει ο Τάκης.
«Ξέρω ΄γω; Εξαρτάται από τα αυριανά ψώνια», γελάω.
«Τι ωραίοι που είμαστε οι πούστηδες!» συμπεραίνει ο Τάκης.
«Κι ο Πέτρος;» ξαναρωτάω.
«Αγνοείται η τύχη του –να θυμηθώ να τον δώσω αγγελία στον Ερυθρό Σταυρό», απαντάει.
Οι κοπέλες φιλιούνται, ο Τάκης μου κάνει ένα νόημα-πίπα-κώλο και αποχωρούμε απαξάπαντες.

«Κοιμήσου εσύ, θέλω ν΄ακούσω τον δίσκο», της λέω.
«Τέτοια ώρα;» απορεί.
«Μια χαρά είναι η ώρα», τη διαβεβαιώνω.
Μετά βάζω τα ακουστικά και γυρίζω πλάτη. Δεν χρειάζομαι κανέναν τώρα –μόνο εγώ κι ο Αρχηγός. Να πούμε τα δικά μας.
«Η αγάπη έρχεται χτυπώντας/ χτυπώντας την πόρτα μας/ αλλά εσύ, εσύ κι εγώ μωρό μου/ δεν ζούμε πια εδώ».
Ανάβω τσιγάρο –μέσα είναι ο Αρχηγός.
«Ένας ακόμα άντρας έφυγε».
Έτσι ακριβώς.
«Αλλά δεν θα θρηνούμε για πολύ ακόμα».
Επειδή δεν θα είμαστε για πολύ ακόμα ζωντανοί, υποθέτω.
«Έλα, σάλπαρε τα καράβια σου τριγύρω μου/ και κάψε όλες σου τις γέφυρες/ Γράφουμε κάποια ιστορία μωρό μου/ κάθε φορά που έρχεσαι εδώ πέρα./ Έλα, ξαμόλα τα σκυλιά σου εναντίον μου/ και άσε τα μαλλιά σου λυτά/ Είσαι κάποιο μυστήριο για μένα/ κάθε φορά που έρχεσαι εδώ πέρα./ Το πρόσωπό σου σκυθρώπιασε τώρα/ επειδή ξέρεις οτι έφτασε η στιγμή/ που εγώ θα πρέπει να σου κόψω τα φτερά/ κι εσύ, εσύ θα μάθεις να πετάς».
Βγάζω τα ακουστικά, ανοίγω την πόρτα μπας και βρω τίποτα αέρα, να μην πνίγομαι.
«Τι έπαθες;» πετάγεται η Έλσα μισοκοιμισμένη.
«Τίποτα –όλα καλά», λέω και αποφασίζω να περάσω τη φάση στο κάγκελο.
Είναι μεγάλη πουτάνα ο Αρχηγός –κάποια μέρα θα τον συναντήσω, θα του φιλήσω τα χέρια και μετά θα τον ξεκοιλιάσω με εξάιντση λάμα, στο υπόσχομαι. Αλλά για τώρα είμαι σίγουρος –μου την έχει στημένη στη γωνία ο δίσκος του, πάντα κρατάει μια τελευταία σφαίρα φιλευσπλαχνίας ο Αρχηγός. Γυρίζω λοιπόν πίσω να τελειώνουμε.
«Έχω δει τα παιχνιδιάρικα μαλλιά σου/ τα γεμάτα ακρογιαλιές μάτια σου/ τα κοφτερά βαμπιρένια δόντια σου, τη μικρή σου αλήθεια/ και τα αδύναμα ψέματά σου./ Ξέρω για το τρεμάμενο χέρι σου, το βραβείο της ενοχής σου/ τα νωχελικά σου πόδια, τους απόμακρους ύμνους σου/ το κλάμα σου κάθε μεσάνυχτα./ Ξέρω για την γραμμή των δακρύων σου, το απαλό σου άγγιγμα/ το μαϊμουδοπόδαρό σου, το νύχι της μαϊμούς/ και το μαϊμουδοκέφαλό σου./ Είδα το κόλπο σου με το αίμα, τη φλεγόμενη παγίδα σου/ Την αρχαία σου πληγή, το άλικο φεγγάρι σου/ και το χαμόγελό σου που ήταν σκέτη φυλακή./ Θα μου λείψει το σκανταλιάρικο χαμόγελό σου, τα ορφανά σου δάκρυα/ το αστραφτερό σου βραβείο, οι αδύναμες κραυγές σου/ οι μικροί σου φόβοι/ Θα μου λείψουν τα παιχνιδιάρικα μαλλιά σου/ τα γεμάτα ακρογιαλιές μάτια σου/ τα κοφτερά βαμπιρένια δόντια σου, η μικρή σου αλήθεια/ και τα αδύναμα ψέματά σου./ Γι΄αυτό σκούπισε τα μάτια σου/ και γύρνα αλλού το κεφάλι σου/ Τώρα, τίποτα δεν έμεινε να πεις/ Τώρα που έχεις φύγει.»
Σβήνω το τσιγάρο κι αυτό μου παίρνει περισσότερη ώρα από το κανονικό. Βγάζω τα ρούχα μου, ξαπλώνω δίπλα στην Έλσα και προσεύχομαι σε κάθε κερατά θεό να έχει ήδη αποκοιμηθεί. Και οι θεοί αγαπάνε όσους ποτέ τους δεν αγάπησαν κανένα θεό –αν θες να ξέρεις.

Ξυπνάω όσο το όνειρο σταλάζει ακόμα στα βλέφαρα –μια παραλία, κάποιο σκυλί με αμμουδερό τρίχωμα, εγώ περιμένω να μου φέρει το κομμάτι ξύλου που πέταξα, έτσι, για να παίξουμε. Το σκυλί μάλλον χάθηκε στα αφρισμένα κύματα, αμηχανία, το πάει για βροχή, λες να ξεπλυθεί το σκυλί αν αδειάσουν τα σύννεφα;
Η Έλσα με κοιτάζει χαμογελαστή.
«Ξύπνησες;» ρωτάει.
«Έτσι φαίνεται», υποθέτω.
«Ντυνόμαστε;» αδημονεί.
«Οτι πεις», μουρμουρίζω. Ποτέ μου δεν κατάλαβα τι διάολο σημαντικό βρίσκουν στα ψώνια οι γυναίκες.
«Εσύ τι χρειάζεσαι;» με ρωτάει καθώς πλένεται.
«Αγάπη, ειρήνη και δωρεάν τρίφυλλα», αποφασίζω.
«Ρούχα βρε χαζέ! Τι ρούχα χρειάζεσαι;» γελάει.
«Το δερμάτινο που φόραγε ο Μπράντο στον Ατίθασο, το πουλόβερ του Μίκυ Ρουρκ από τους Μελλοθάνατους και τις μπότες του Παναγιωτίδη από τα Κουρέλια», απαντάω πρόθυμα.
«Μα δεν τρώγεσαι με τίποτα!» εξοργίζεται.
Και τι είμαι για να φαγωθώ; Σάμαλι;

Παρκάρω πεζοδρομιακά, Ακαδημίας και Ζωοδόχου –κοιτάζω τριγύρω, περίεργοι μου φαίνονται οι δρόμοι όπως τους φωτίζει ο μεσημεριανός ήλιος. Και οι άνθρωποι, τρομακτικοί, έχουν κάτι αδίστακτο στο μάτι –μπαίνω στον πειρασμό να κυλιστώ ουρλιάζοντας στα πεζοδρόμια για να σιγουρευτώ οτι κανένας δεν θα κάνει τον κόπο να σκύψει πάνω μου.
«Μάλλον ήρθαμε νωρίς», διαπιστώνει η Έλσα.
«Μπα, γιατί το λες αυτό; Τουλάχιστον πέσαμε μέσα στη μέρα!» την καθησυχάζω.
«Δεν πάμε να πιούμε καφέ μέχρι να ΄ρθουν;» προτείνει δείχνοντας μια αισχρή καφετέρια.
Πάμε το λοιπόν, μέσα βρωμάει φτηνό αποσμητικό χώρου σα χέστρα, καθόμαστε σε ένα από τα τραπεζάκια έξω. Για να τους δούμε όταν φτάσουν και καλά.
Παραγγέλνω ένα φραπέ κι ένα φραπόγαλο, όταν σκάσει μύτη ο Τάκης θα έχουμε πάλι σόου, επειδή επιμένει να διαολίζει τα γκαρσόνια ζητώντας «ένα φραπόγαλο χωρίς γάλα».
«Θα μείνετε εδώ με τον Τάκη, να μας περιμένετε;» ρωτάει η Έλσα.
«Ξέρω ΄γω... αν δεν μας διώξουν...» απαντάω.
«Φοβερό άτομο η Κορίνα!» διαπιστώνει στο ξεκάρφωτο.
«Ναι, καλή είναι. Να σου πω –έχω λίγη δουλειά στο σπίτι με τις μεταφράσεις. Θέλεις μετά τα ψώνια να σε αφήσω με τα παιδιά;»
«Όχι θα έρθω μαζί σου. Θα διαβάσω κανένα βιβλίο όσο δουλεύεις –ενοχλώ;»
«Όχι, εντάξει».
Είναι κάπως περίεργη η κατάσταση, πολλή κολλητοποίηση ας πούμε. Αλλά με βολεύει από μια πλευρά, έχω κορίτσι να κυκλοφορεί δίπλα μου, να μη μοιάζω μπακουρομπάκουρος, είμαι καλυμμένος και στα σεξουαλικά... Θα μου πεις, δεν το επέλεξα –ήρθε από μόνο του κι έκαστε έτσι. Και λοιπόν;
«Ρε συ! Ξέχασα να σε ρωτήσω τι έγινε τότε που πήγες στους γέρους σου».
Χαμογελάει.
«Όλα καλά. Πήρα φράγκα από τη μάνα μου, στα κρυφά, επειδή ο πατέρας μου το έπαιζε βαρύς κι ασήκωτος... Με ρώτησαν που μένω, είπα ‘σε μια φίλη’, με ρώτησαν πότε θα γυρίσω σπίτι, είπα ‘σύντομα –ψάχνω για δουλειά’, δε σε έμπλεξα καθόλου στην υπόθεση».
«Καλά έκανες», μουρμουρίζω.
«Καλημέρα –τι γίνεται; Όλα καλά;» ακούω από το πλάι μας.
Βλέπω το πρόσωπο της Έλσας να συννεφιάζει, δεν χρειάζεται καν να γυρίσω το κεφάλι. Ανάβω ένα τσιγάρο πριν χαμογελάσω.
«Μια χαρά. Εσύ πως και τόσο πρωινή Άλεξ;»
Τώρα μόνο την κοιτάζω, ο ήλιος ζωγραφίζει ομόκεντρους κύκλους γύρω από το πρόσωπό της –κάπως εκτυφλωτική κατάσταση.
«Πάω στο Εργαστήρι», απαντάει η Άλεξ.
Μένουμε λίγο έτσι.
«Από δω η Έλσα», κάνω τις συστάσεις.
Χαίρονται αμφότερες. Μουδιασμένοι όλοι μας.
«Λοιπόν, αυτά. Χάρηκα που σας είδα –να πηγαίνω τώρα», χαμογελάει η Άλεξ και ξεκινάει.
«Περίμενε», πετάγομαι ελατήριο.
Την προφταίνω στα πέντε βήματα. Γυρίζει μέσα στην τυπικότητα.
«Κοίτα –αν θέλεις να μου πεις για εκείνη τη μέρα στο σπίτι μου –άστο. Δεν χρειάζεται», λέει.
«Τα ξέρω αυτά», απαντάω βιαστικά. «Απλά ήθελα να μάθω τι κάνεις».
«Μια χαρά. Όπως βλέπεις ξανάρχισα τα μαθήματα, μένω σπίτι των γέρων μου πλέον...»
«Εντάξει, κόψε το αντικάρφωμα», νευριάζω.
«Εντάξει το κόβω. Χάρηκα που τα είπαμε –αντίο», σοβαρεύει απότομα.
«Δεν τελειώσαμε», λέω.
«Επειδή ποτέ δεν αρχίσαμε. Κι αυτό ήταν το θέμα –θυμάσαι;»
«Θέλω να πω...»
«Ωραία κοπέλα η Έλσα», χαμογελάει πάλι η Άλεξ.
«Μη με γαμάς τώρα!»
«Αυτό ακριβώς μωρό μου. Αυτό ήταν το μόνο που ήθελα, αλλά δεν τα κατάφερα και πολύ καλά, νομίζω. Ευτυχώς που εσύ μπόρεσες -τελικά».
«Πες μου για αυτό το γαμημένο το ‘τελικά’», εκλιπαρώ.
«Τελικά την πατήσαμε, αυτό έγινε», λέει χαμογελαστή.
Μετά αγγίζει το πρόσωπό μου με ένα κρύο δάχτυλο και απομακρύνεται, πάω στοίχημα οτι θα γυρίσει πίσω γι΄αυτό μένω καρφωμένος στη θέση μου, θα γυρίσει –δεν γίνεται αλλιώς. Μετράω. Μέχρι το δέκα. Θα γυρίσει. Όπως στην ταινία. Όπως ακριβώς στην ταινία! Χάνεται κάπου στη Θεμιστοκλέους. Χαμογελάω, όπως κι εκείνος στην ταινία.

Γυρίζω στην Έλσα ακολουθώντας ένα μονοπάτι φιδίσιο –50 πόδια μακρύ –όμως όλα έχουν ένα τέλος. Κάθομαι δίπλα της ξύλινος.
«Έρχονται τα παιδιά», μου δείχνει πίσω στην Ακαδημίας.
«Ωραία», λέω.
«Βρες κάτι να τους πεις σε παρακαλώ...» μουρμουρίζει.
«Τι εννοείς;»
«Πες τους κάποια δικαιολογία και πήγαινέ με σπίτι. Θέλω να μαζέψω τα πράγματά μου», λέει σταθερά.
«Εντάξει», απαντάω.
Αφήνω κάτι χάρτινα στο τραπέζι, δίπλα στους μισοτελειωμένους φραπέδες και πηγαίνω να προλάβω τον Τάκη πριν παρκάρει.
«Πούντο;» μου φωνάζει με τα μάτια ορθάνοιχτα.
«Ποιο;» απορώ.
«Το τρένο που σε πάτησε», συνεχίζει.
«Ααα, αυτό! Πέρασε κι έφυγε, οπότε, είμαστε να την κάνουμε κι εμείς. Τα ψώνια αναβάλλονται».
Μπαλατζάρει τη μηχανή ανάμεσα στα πόδια του, με κοιτάζει μισόκλειστα.
«Και το όνομα του τρένου είναι...» αναρωτιέται.
«Άλεξ», ψιθυρίζω.
«Μα βέβαια! Τι άλλο θα μπορούσε;» χτυπάει το κεφάλι του με το χέρι.
Γυρίζω την πλάτη.
«Ψιτ μαλάκα!» φωνάζει πίσω μου.
Φρενάρω.
«Τα χειρότερα δεν έχουν έρθει ακόμα», προειδοποιεί.
«Εδώ θα είμαι να τα περιμένω –δεν πάω πουθενά», μουρμουρίζω καθώς απομακρύνομαι.

Στο σπίτι τα πράγματα δεν είναι όσο δραματικά περίμενα. Η Έλσα μαζεύει χαμογελαστή, κάνει κι αστειάκια, σφυρίζοντας κάποιο γνωστό τραγούδι.
«Να σου αφήσω ένα βρακάκι μου να με θυμάσαι;» γελάει ψάχνοντας το καλάθι με τα άπλυτα.
«Θα σε πειράξει αν το δείξω στον Πέτρο που έχει σχετικό κόλλημα;» ρωτάω με τη σειρά μου.
«Ο Πέτρος αν θέλει, να ρθει να του το δείξω φορεμένο», απαντάει.
«Τέτοια ξήγα! Στις εννιά του μακαρίτη, άλλος άντρας μεσ’ στο σπίτι!» απορώ.
«Πες μου εσύ ποιος είναι ο μακαρίτης, να σου πω κατά που πέφτει το σπίτι», σοβαρεύεται.
«Πάντως εγώ δεν υπολογίζω να φέρω άλλο άτομο εδώ. Τουλάχιστον αυτές τις μέρες...» λέω.
«Σαφώς -επειδή ποτέ δεν έφυγε το άλλο άτομο», μουρμουρίζει.
«Από ‘δω;» κάνω χαζά.
«Από σένα», με γειώνει.
Το κόβω γιατί προβλέπω νεφώσεις. Παίρνω λοιπόν να χαζεύω τα σύννεφα πέρα μακριά, στη θάλασσα.
«Εγώ να πηγαίνω τώρα», ψιθυρίζει.
Την προφταίνω στην πόρτα.
«Καλά ήταν όσο τράβηξε», λέω.
«Μια χαρά», χαμογελάει.
«Να προσέχεις», προτείνω.
«Κι εσύ ξεκόλλα. Δε θα τη βγάλεις για πολύ καθαρή αν συνεχίσεις έτσι», μου απαντάει.
«Συγχαρητήρια! Χάσατε», πανηγυρίζω συγκρατημένα.
«Άντε ρε βλάκα!» γελάει. «Χαιρέτα τους υπόλοιπους από μένα και φρόντισε να μην ξαναβρεθείς στο δρόμο μου».
Χαμογελάω.
«Για το καλό σου!» συμπληρώνει ανοίγοντας την πόρτα. «Είπε και χάθηκε στη βροχερή νύχτα», μουρμουρίζει όσο κατεβαίνει τις σκάλες.

Ανάβω ένα τσιγάρο για να κάνει παρέα με το άλλο που καίει ορφανό στο τασάκι. Τα σύννεφα παίρνουν να βαραίνουν πάνω από τη μακρινή θάλασσα αλλά δεν είμαστε κορόιδα να πιστέψουμε οτι θα φέρουν βροχή. Έχει πάνω από δυο χρόνια να βρέξει σ΄αυτά τα μέρη που η άσφαλτος ραγίζει από τη δίψα. Κι εγώ έπρεπε να το περιμένω –από χτες μου τα ΄λεγε ο Αρχηγός. Να το περιμένω και να είμαι έτοιμος. Προετοιμασμένος. Πως δηλαδή; Ξέρω ΄γω πως; Κάπως.
Να έχω δέσει ένα σκοινί γύρω από το λαιμό μου και να τραβηχτώ με καμιά ντουλάπα σαν το Βασιλάκη. Να έχω καβαλήσει τη μηχανή, σαν το Γιωργάκη, τον αδερφό του Σόλωνα –πάνε κοντά 10 χρόνια από εκείνο το βράδυ που την κοπάνησε από τη χοροεσπερίδα πάνω στη βέσπα του αδερφού του για να γκρεμιστεί από τον Κρεμαστό Λαγό ανοίγοντας μια καταπακτή θανάτων που δεν έλεγε να κλείσει.

Το φίλτρο του τσιγάρου καίγεται μόνο του -στρώνομαι στην καρέκλα, βγάζω τις μεταφράσεις, ψάχνω την τσακισμένη σελίδα του βιβλίου....
«Εγώ τώρα θα δουλέψω –εσύ κάνε ότι γουστάρεις», της λέω.

Δεν απαντάει.

13 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

sotiris είπε...

" «Εγώ τώρα θα δουλέψω –εσύ κάνε ότι γουστάρεις», της λέω.

Δεν απαντάει. "

Απίστευτη ατάκα.
Και μόνο που σκέφτομαι τη φάτσα του ήρωα όταν καταλαβαίνει ότι τα έχει χάσει όλα, την καβάτζα του, τη γυναίκα της ζωής του, τον εαυτό του, καταλαβαίνω σε τι κατάσταση βρίσκεται... Μόνος του. Και άδειος. Και με ένα τρελό κοκτέιλ μέσα του από απογοήτευση, πίκρα, νεύρα και θυμό.

Μ'αρεσε όμως που φάνηκε ότι και αυτός όμως έχει κάτι που το λέει συναίσθημα. Δεν περίμενα ποτέ να "εκλιπαρεί" την Άλεξ. Και όμως, έφτασε να το κάνει !

Η ατάκα του Τάκη όμως "τα χειρότερα δεν έχουν έρθει ακόμα", μου έδωσε μια μικρή τρεμούρα οφείλω να παραδεχτώ. Να υποθέσω ότι είναι προφητική ;

Off the record τώρα, σκότωσε την την Άλεξ !!! Και δεν το λέω γιατί είμαι κακός, το λέω γιατί είναι θέμα ισορροπίας. Πέρασε τόσο όμορφα μαζί της αλλά και τόσο άσχημα. Η Άλεξ του έδωσε αυτό που πάντα έψαχνε, του έδειξε τον εαυτό του και του πέρασε μια αίσθηση του τύπου "ναι ρε πούστη, αξίζει να ζω για κάποιον".
Αλλά πρέπει να πεθάνει η Άλεξ. Γιατί μόνο τότε θα ηρεμήσει ο ήρωας. Και μόνο τότε θα μπορέσει επιτέλους να είναι μαζί της. Καβάλα επάνω στη μηχανή, στο άλλο θηλυκό της ζωής του, καθώς θα στρίβει σε μια στροφή με μια νύχτα με λειψό φεγγάρι, εκεί θα ηρεμήσει. Και καθώς θα βλέπει το αίμα του να τον πλημμυρίζει, θα την πλησιάζει όλο και πιο πολύ. Ώσπου θα φύγει. Μόνος του, όπως ακριβώς λειτουργούσε σε όλη του τη ζωή. Και τότε θα μπορέσει να συναντήσει την Άλεξ. Και κανείς δεν θα μπορεί να του χαλάσει αυτή τη στιγμή.

Ασταδιάλα, πάλι συγκινήθηκα...

The Motorcycle boy είπε...

Την ατάκα που σου άρεσε την έχω κλέψει κατά το ήμισυ από ένα τραγούδι του Παπάζογλου, που τελειώνει "εγώ θα πάω να κοιμηθώ/ εσύ ότι θέλεις κάνε". Το τραγούδι λεγόταν "Χτυπάει τηλέφωνο" και είναι από τα πιο δυνατά κομμάτια που έχω ακούσει -αν το ξέρεις, θα καταλάβεις τι εννοώ.

Κατά τα άλλα...
Η Άλεξ ποτέ δεν πεθαίνει στην πραγματικότητα. Την πέθανα στο "Όνομα του τρένου", αλλά αυτή εδώ είναι μια "πραγματική" ιστορία.

"Τα χειρότερα είναι πάντα μπροστά μας" -αυτό ήταν το μότο του "Τάκη", του φίλου μου. Αν τον ρώταγες τι κάνει, έλεγε "χειρότερα από χτες, καλύτερα από αύριο". Και "αν νομίζεις οτι δεν έχει πιο χαμηλά να πέσεις -περίμενε μέχρι να βρεθείς εκεί". Σωστός νομίζω.

Ναι, ίσως και να έχει αισθήματα ο ήρωας της ιστορίας -αυτό που δεν έχει είναι η γνώση διαχείρισής τους και κυρίως η δυνατότητα έκφρασής τους. Κι έτσι λειτουργεί σα μαριονέτα με σπασμένο σκοινί.

Αν στο τέλος της ιστορίας πέθαινε, αυτό το ευτυχισμένο τέλος θα απείχε πολύ από τη φρίκη της πραγματικότητας. Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση που θα ζούσε τελικά -ε;

Υ.Γ.: Από στιχάκια σε ξέσκισα πάντως, δεν πιστεύω να έχεις παράπονο!

Ανώνυμος είπε...

To "να ανοίξει η κουρτίνα 3" δεν εμφανίστηκε σαν ατάκα αργότερα από την περίοδο που περιγράφεις (από τα τηλεπαιχνίδια της τηλεόρασης);

The Motorcycle boy είπε...

'89-'90, Πολυχρονίου (γνωστός ακόμα τότε και ως Τζι Πόλυ), με τη Μενεγάκη δίπλα του, κοκκινομάλλα και θεογκόμενα (και εντελώς μουγκή). Δεν θυμάμαι αν ήταν ο Τροχός της Τύχης ή η Μέγκα Μπάνκα -συγνώμη.

Mr.Fixit είπε...

Troxos ths tyxhs re, edw to 8ymamai egw 2 etwn....mega banca hmouna pio megalos.

Ta sxolia gia to keimeno peritta. Apla perimenw pote 8a lytrw8w...

RaZz the sociology girl είπε...

Λάθος και οι δυο!

Στον Τροχό της Τύχης γύριζες τη ρόδα, πόνταρες ποσά και μάντευες γράμματα για να βρεις μια φράση και η Μέγκα Μπάνκα ήταν παιχνίδι ντεμέκ γνώσεων με ερωτήσεις. Οι κουρτίνες, τα κουτιά και τα συναφή είναι από το Μεγάλο Παζάρι με το (μπλιαχ) Μικρούτσικο και το μίστερ Ζονκ. early 90s φάση, έχω ζομπιάσει μπροστά στην τηλεόραση ώρες ατελείωτες με τα διάφορα τηλεπαιχνίδια ως παιδίσκη (το αγαπημένο μου ήταν το Σούπερ Μάρκετ πάντως, κάψιμο μεγατόνων)

p.s. η μενεγάκη έγινε γνωστή στη μέγκα μπάνκα. γκόμενα του τροχού της τύχης ήταν η (εξίσου κοκκινομάλλα) κρίστα, η οποία μετά διαφήμισε και καθαριστικό για τη χέστρα -και για να δείξει την αποτελεσματικότητα του προϊόντος τράβαγε το καζανάκι και έλεγε "όπως αμερική!"

The Motorcycle boy είπε...

Κρίστα -τι μου θύμισες! Δεν την έχω καθόλου από τον Τροχό, αλλά την έχω από το "όπως Αμιέερικηηη"
Ρε, το '90 δεν είναι ιέρλλλλυ νάιντις;

Τέλος πάντων -η αρχική τηλεοπτική προέλευση των κουρτινών είναι πολύ παλιότερη -εποχή μπάρμπα Μητούση, Σουβλίτσας και Κλούβιου (ΥΕΝΕΔ). Πίσω από κουρτίνες κρύβανε τα δώρα στο τέλος του καταπληκτικού υπερθεάματος. Εξ ου και τη χρησιμοποιεί ο Τάκης, ειδικός στα παιδικά λόγω "περιορισμών μητέρας".

Έξτρα: στο θέμα των αναχρονισμών έχω κάνει πάντως μια καλή πατάτα, σχετικά με συναυλία, αλλά βαριέμαι να την ψάξω και να τη διορθώσω.

sotiris είπε...

"Έχει πάνω από δυο χρόνια να βρέξει σ΄αυτά τα μέρη που η άσφαλτος ραγίζει από τη δίψα."

Δεν μου το βγάζεις από το μυαλό ότι την έχεις ξαναγράψει αυτήν την ατάκα, κάπου στο 2ο μέρος !



Πράγματι, πολύ στίχος βρε παιδί μου ! Το χειρότερο είναι όμως ότι δεν ξέρω σχεδόν κανένα από τα τραγούδια που αναφέρεις κατά καιρούς, νεανίας γαρ...


Είμαι ο μόνος ή και άλλοι πιστεύουν ότι ο Πολυχρονίου είναι ένας γλοιώδης επιδειξίας μουσικών γνώσεων με μια υποβόσκουσα εμονή με το America που είναι απίστευτα γλοιώδης και υποκριτής ;

Ανώνυμος είπε...

κατά τη γνώμη μου αν πέθαινε η Άλεξ θα αποτελούσε μετά τεράστιο πρόβλημα για οποιαδήποτε Έλσα. γιατί οι νεκροί πρώτον έχουν το θετικό να παρουσιάζονται όπως βολεύει αυτόν που τους θυμάται κ δεύτερον είναι ιεροί. Δηλαδή άνετα λες κάποια στιγμή νισάφι με την πρώην σου/ μάνα σου κτλ, αλλά πώς να πεις έλεος με τη νεκρή πρώην σου;
κάπως αντίστοιχο είναι κ το απωθημένο σε φάση - δεν προλάβαμε να το ζήσουμε αλλά αλλιώς θα ήταν τέλειο κ το μοιράζομαι μ εσένα για να με γνωρίσεις καλύτερα.
πάντως η έλσα θεά - εγώ την εκτίμησα υπέρτατα

girl in athens

The Motorcycle boy είπε...

Σωτήρη, νομίζω οτι κάπου στην αρχή του τρίτου μέρους έχω ξαναγράψει την ίδια φράση (ή στο τέλος τους δεύτερου) -γιατί μου φαίνεται σχετικά πρόσφατη. Όπως και την αναφορά στην αυτοκτονία του Γιωργάκη του αδερφού του Σόλωνα που την έχω κάνει κανονική αντιγραφή τρεις φορές μέχρι τώρα. Ηθελημένα βέβαια.
Αυτό είναι ένα κόλπο που έχω ξεσηκώσει από τα "Γουρούνια στον Άνεμο" (μάλλον υπάρχει και αλλού -εγώ εκεί το θυμάμαι πάντως). Φτιάχνεται έτσι ένα ψευτο-deja vu. Βέβαια, αυτό είναι και ένα πραγματικό γεγονός -απ΄ότι θυμάμαι, είχε χρόνια να βρέξει τότε, είχαν στερέψει τα ποτάμια και πρωτομπήκε πρόστιμο στην υπερκατανάλωση από την ΕΥΔΑΠ. Ωραίες εποχές για βόλτα με μηχανή!

Ναι, τότε ειχε βγει εκείνη η δισκάρα του Nick Αρχηγού Cave, "The good son" -κάποιο κόλλημα, αλλά και πολύ βολική η αναφορά για απεικόνιση συναισθημάτων. Επειδή, είπαμε, ο ήρωας έχει μπλοκαρισμένη την ικανότητα έκφρασης, υπάρχουν αυτά τα τραγούδια που τα λένε καλύτερα από αυτόν και γι΄αυτόν.

Ο Πολυχρονίου ήταν ένας από τους δυο πιο διάσημους (δικτυωμένους, καθιερωμένους, όπως θες πέστο) ραδιοπειρατές των αρχών του '80, ο άλλος ήταν ο Τσαουσόπουλος. Σαν άτομα, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, ήταν σκέτη γλίτσα. Αλλά, ειδικά για τον Πολυχρονίου, θα πρέπει να παραδεχτώ οτι είχε τρομερές γνώσεις (και υλικό) σχετικά με τη σόουλ, γκόσπελ, φανκ και γενικότερα τη μαύρη αμερικάνικη μουσική.

The Motorcycle boy είπε...

Girl (you 'll be a woman soon, χεχεχε) έχεις σε γενικές γραμμές δίκιο. Οι φάσεις που δεν ζήσαμε στο παρά λίγο, μας μένουν απωθημένα μέσα από την εξιδανικευμένη τους αντανάκλαση. Το ίδιο ισχύει και για τις σχέσεις-άτομα.

Αλλά...

Αυτό είναι και το νόημα της ιστορίας του ήρωα με την Άλεξ. Ποιες οι προοπτικές;
1. Μια Άλεξ νεκρή ή τρόφιμος ψυχιατρείου (τα έχω "παίξει" αυτά τα σενάρια) και ένα τρομερό απωθημένο πλας τύψεις στον ήρωα -για πάντα.
2. Μια Άλεξ με νυφικό στο πλευρό του ήρωα και μετά μια Άλεξ γήινη, καθημερινή, συνηθισμένη (όλοι οι άνθρωποι είμαστε τέτοιοι), άρα μια άλλη Άλεξ.
3. Μια Άλεξ φτιαγμένη από εκείνη την ατάκα στα "Κουρέλια που τραγουδάνε ακόμα": "Τελικά νομίζω πως η Βέρα δεν υπήρξε ποτέ -Βέρα ήταν το όνομα μιας ολόκληρης γενιάς".

Θα πάρω την κουρτίνα 3, όπως καταλαβαίνεις.

Η Έλσα όντως ήταν πολύ ωραίο ατομάκι, αν και πιτσιρίκα -ήταν και όμορφη. Και είναι κρίμα που δεν θυμάμαι πλέον το πραγματικό της όνομα, τουλάχιστον θυμάμαι τα υπόλοιπα. Στα αρνητικά της ένα κόλλημα που είχε με τον Πανούση (και ιδιαίτερα εκείνο το σκατοτράγουδο το Χιροσίμα), στα θετικά της οτι δεν κώλωνε πουθενά και ταυτόχρονα δεν το έκανε θέμα.

Ανώνυμος είπε...

δε σκοπεύω να γίνω σύντομα - να μου λείπει.
εγώ θα έπαιρνα το 2- ευχαριστώ, να μου το τυλίξετε.

κ σιγά δε θυμάσαι το όνομα. κατούρα κ λίγο

girl in athens

The Motorcycle boy είπε...

Και καλά κάνεις που δεν σκοπεύεις -αυτό το θεωρώ ευγενή φιλοδοξία, αλλά φευ! που λέγανε και οι εστέτ της Επιδαύρου.

Λοιπόν, εφόσον δεν είμαστε στα πλαίσια της ιστορίας, άρα αναγκασμένοι να ακολουθούμε χρονολογική σειρά μπορώ να στω αποκαλύψω:
Η κουρτίνα 2 έχει ΖΟΝΓΚ από πίσω της.

Είναι και το κατούρημα μια άποψη -μη νομίζεις!

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι