Τρίτη, Μαρτίου 10, 2009

38. Νεκρή φύση

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα
2ο μέρος: 'Ποτέ ξανά' έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί νωρίτερα

3ο μέρος: Όπου οι μέρες γέλασαν κι έτρεξαν μακριά
31. Το ξημέρωμα είναι δική μας υπόθεση
32. "Είμαστε τα λουλούδια στον σκουπιδοτενεκέ"
33. Γράφοντας με το ζόρι αναμνήσεις
34. Η νύχτα που μύριζε ξινισμένο ροδόνερο
35. "Πες μου, πόση ώρα έφυγε το τρένο; Κι εκείνη, ήταν μέσα;"
36. Ένα τσιγάρο και τίποτα
37. Μια πόρτα λιγότερη

Οι μέρες ξημερώνουν αποχαυνωμένες σ΄αυτόν τον τόπο επειδή έχουμε λίγα κι από λίγο, δηλαδή δεν ξέρουμε τι έχουμε. Ούτε τι μας φταίει, ούτε και ποιος. Βγαίνω συχνά στο μπαλκόνι και βλέπω πιτσιρίκια καθισμένα στο πεζοδρόμιο, περιμένουν να περάσει το αμάξι για να παίξουν μπάλα με την ησυχία τους –μόνο που δεν υπάρχει αμάξι και δεν ξέρουν να παίζουν μπάλα. Που να τη μάθουν άλλωστε; Σ΄αυτόν τον τόπο έχει χαθεί η μπάλα –προ πολλού.

Δουλεύω τις μεταφράσεις και ξεμπερδεύω με τα χρωστούμενα της σχολής, πάω εκεί πέρα, μου δίνουν τη λευκή κόλλα, γράφω πάνω της «Πτυχίο» εκεί που ζητάνε να μάθουν το έτος φοίτησης –αυτό είναι το λευκό βουντού μου, «Πτυχίο», δώστε το μου να ξεμπερδεύουμε. Οι επιτηρητές είναι ασυνήθιστα νέοι για τα στάνταρ της σχολής ή ίσως και να γέρασα εγώ. Οι άλλοι φοιτητές, άγνωστες μούρες, ψαρωμένες –δεν έχω καμιά δουλειά μαζί τους. Τις προάλλες πήγε να μου πιάσει κουβέντα ένας σπυριάρης, τον έκοψα απότομα. Δε μιλιέμαι, δεν αφήνω ίχνη πίσω μου. Απόδραση.

Μετά πάω από τον εκδοτικό, δίνω τα χειρόγραφα, ματσώνω τα φράγκα –δεν τα μετράω, δεν με μετράνε. Κι έτσι πορευόμαστε.

Τώρα μιλάω στο τηλέφωνο.
«Τι θα κάνεις το Σουκού;»
«Τα γνωστά –ζωντανές εμφανίσεις σε πιάνο μπαρ, κάτι λάιβ αρπαχτές...»
«Καλά, τραγούδα! Σάββατο πρωί σε θέλω με τα μπαγκάζια φορτωμένα στο λιμάνι. Φεύγουμε για Λέσβο».
«Γιατί; Την είδαμε προσεχώς λεσβίες; Δε με ειδοποίησε κανείς!»
«Κόψε μωρέ –μας γκάστρωσες! Θα πάμε στο χωριό του Πέτρου, είναι το πατρικό του άδειο, να περάσουμε τις τελευταίες διακοπές μας παρεϊκά».
«Α, μάλιστα! Θα φέρετε και παρέα δηλαδή;»
«Όχι ηλίθιε! Εμείς είμαστε η παρέα!»
«Να μου το λες αυτό πιο συχνά γιατί το ξεχνάω τώρα τελευταία».
«Ρε δε γαμιέσαι;»
«Όχι –κάνω δίαιτα».
Ο Τάκης μου κλείνει το τηλέφωνο κατάμουτρα –μένω να κοιτάζω το ακουστικό. Τι ήταν αυτό τώρα; Κάποιες τύψεις; Προκαταβολική μελαγχολία; Ας φύγουν τα κωλόπαιδα κι ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα. Πως να το κάνουμε; Σκηνές αποχαιρετισμού στην παραλία και ηλιοβασιλέματα; Άντε από δω ρε σεις!

Η μηχανή είναι φορτωμένη γαϊδουρινά, ζλίπι, σακ βουαγιάζ, σκηνή δεν έχω. Κάτω από τη σέλα ένα σετ γαλλικά κλειδιά –καπνίζω χαζεύοντας την άδεια αποβάθρα.
«Πότε θα πιάσει λιμάνι το σούργελο;» ρωτάω τον Τάκη.
«Ήταν για πριν μισή ώρα, άρα, υπολόγισε σε καμιά ωρίτσα...» απαντάει.
«Προλαβαίνουμε τίποτα καφέ απέναντι;»
«Άνετα».
«Βαριέμαι όμως», μουρμουρίζει ο Πέτρος.
«Καλά τότε. Ας κάτσουμε να ψηθούμε», αγανακτώ.
Κόσμος περιμένει στο λιοπύρι, νησιώτες που γυρίζουν πίσω, τουρίστες έτοιμοι να εκστασιαστούν από το κάλλος των ελληνικών νησιών, κωλοπαίδια που ψάχνουν χαλαρωμένα αλλοδαπά τσουρουφλισμένα κοτόπουλα. Κοιτάζω καλύτερα, επειδή κάτι περίεργο διακρίνω.
«Ρε μαλάκα, η Κορίνα δεν είναι αυτή;» δείχνω στον Τάκη.
«Που; Α, ναι!»
«Τι γίνεται; Θα έρθει κι η Κορίνα μαζί μας;»
«Όχι μωρέ. Απλά θα συνταξιδεύσουμε. Πάει Χίο με την παρέα της και είπαμε...»
«Να συνταξιδεύσετε!»
«Ναι, αυτό».
«Τι ωραίος που είσαι ρε πούστη!»
Η Κορίνα ξεκόβει από την παρέα της και πλησιάζει.
«Τι κάνουν τα αγόρια μου;» γελάει.
«Καμωνόμαστε!» μουγκρίζω.
«Τι έχεις εσύ; Στραβοξύπνησες ή στραβογάμησες;» ρωτάει.
«Ξεφορτώσου με Κορινάκι, έχω τα ρούχα μου σήμερα», προειδοποιώ.
«Τότε κάποιος πρέπει να σου μιλήσει για το Ούλτρεξ. Τα κάνει αόρατα –δεν το ‘ξερες;» συνεχίζει εκείνη την καζούρα.
Φυσάω τον καπνό σημαδεύοντας ένα περαστικό τρόλεϊ, δεν το πετυχαίνω ως συνήθως –μετά ασχολούμαι με τον παρακείμενο κάδο, τινάζω τη γόπα γκελαριστή –τζίφος. Όλα σκατά πάνε σήμερα.
«Θα φάμε στη μάπα την Κορίνα δηλαδή;» ρωτάω τον Πέτρο.
«Σκάσε και κολύμπα», συμβουλεύει.
Το καράβι δένει μέσα σε παχύρρευστο ντουμάνι.

Ο Πέτρος έχει ήδη απλώσει το ζλίπι πάνω στον άβολο πάγκο και ετοιμάζεται να σπρώξει τις ατέλειωτες ώρες ταξιδιού. Ο Τάκης χαμουρεύεται με την Κορίνα στην πλώρη. Κι εγώ υπολογίζω. Εκείνο το πλοίο που πήραμε μαζί για Πόρο, σταγόνες θάλασσας μας αποθάρρυναν κάθε φορά που τολμούσαμε να βγούμε στο κατάστρωμα, η μυρωδιά της πάνω απ΄όλα –εκεί πίσω στο λαιμό... Καράβι σωστό καμίνι για Μύκονο, οι γομαροτουρίστριες στο βάθος κι ο Τάκης να ξεκινάει την προώθηση... Κλείνω τα μάτια, σιχαίνομαι τα καράβια.
«Καθιστός θα κοιμηθείς;» ρωτάει ο Πέτρος.
«Δεν κοιμάμαι», λέω.
«Έχεις κάτι;» ενδιαφέρεται να μάθει.
«Τίποτα ρε φίλε κι αυτό ακριβώς είναι το θέμα. Δεν έχω τίποτα», ψιθυρίζω.
Σηκώνομαι να την ψάξω στα πέριξ, για ξεμούδιασμα κι έτσι. Οι επιβάτες υποτονικοί, κάτι κυρούλες έχουν ανοίξει τάπερ με κεφτέδες και βρωμότυρα –αηδιάζω στιγμιαία. Σκέφτομαι οτι ένας καφές θα ήταν κάποια λύση, στήνομαι λοιπόν μπροστά στον λιγδιάρη σερβιτόρο.
«Έναν σκέτο», ζητάω.
«Πλήρωσες;» ρωτάει ο τύπος.
«Που να πληρώσω;» απορώ.
«Στο ταμείο».
Πάω λοιπόν είκοσι πόντους παραδίπλα, βρίσκω την ταμειακή μηχανή. Ο λιγδιάρης σερβιτόρος πάλι μπροστά μου.
«Τι θα πάρετε;» ρωτάει.
«Μια τυρόπιτα και μια πορτοκαλάδα», λέω. «Πόσο κάνουν;»
«Τρακόσα».
«Φωτιά είσαστε αδερφάκι μου! Πιάσε καλύτερα έναν καφέ. Σκέτο, έτσι;»
«Διακόσα πενήντα».
«Ο σκέτος;»
«Ναι».
«Δηλαδή με γάλα, ζάχαρη πόσο πάει;»
«Διακόσα εξήντα».
«Ξηγήσου απόδειξη».
Χτυπάει αμίλητος τα νούμερα, πληρώνω τρία κατοσταρικάκια.
«Πιο ψηλά δεν έχεις;» γκρινιάζει ο σερβιτόρος.
«Και να ‘χω, τα θέλω για πάρτη μου –μήπως περάσουν τίποτα λατερνατζήδες», απαντάω.
Μου δίνει τα ρέστα, πάει στην προηγούμενη θέση του κι αρχίζει ν΄ανακατεύει τα μπρίκια.
«Που ΄σαι μάστορα! Να μένει το γάλα κι η ζάχαρη. Κάντον σκέτο τον καφέ», αποφασίζω τελικά.
Στραβώνει λίγο, αλλά μου πασάρει τελικά το νεροζούμι.
«Τα ρέστα μου;» ρωτάω, επειδή δεν τον κόβω πρόθυμο.
«Τα ποια;»
«Πλήρωσα καφέ με απ΄όλα αλλά πήρα σκέτο –κάποια επιστροφή χρημάτων δικαιούμαι. Νομίζω;»
«Για το δεκάρικο λες;» χαμογελάει ο σερβιτόρος.
«Ναι για!» επικροτώ.
«Έλα καημένε! Πως κάνεις έτσι;»
«Σαν πελάτης που δεν του δίνουν τα ρέστα του...»
«Τώρα δε γίνεται, το χτύπησα! Πάρε κάτι να πατσίσουμε».
Αφήνω τον καφέ πάνω στη βρώμικη βιτρίνα.
«Δηλαδή πως την έχεις δει; Μαζί με τον καφέ να μου σπρώξεις οτι σαβούρα διαθέτεις;»
«Όχι αλλά έχω κόψει απόδειξη...»
«Έχεις κόψει απόδειξη, πάει καλά! Να πάρω τότε μια τυρόπιτα να πατσίσουμε;»
Με κοιτάζει επιφυλακτικά.
«Τυρόπιτα, εντάξει. Πέρνα πρώτα από το ταμείο».
«Γιατί;» μανουριάζω.
«Να πληρώσεις την τυρόπιτα...»
Ξεκαρδίζομαι.
«Δηλαδή ρε μάγκα –επειδή βαριέσαι να ακυρώσεις την απόδειξη που έκοψες, πρέπει εγώ να φορτωθώ τίποτα σκατότσιχλες ή να σκάσω κανένα έξτρα κατοσταρικάκι; Ωραίος είσαι!»
Τον βλέπω έτοιμο να δρασκελίσει τη βιτρίνα και να με πλακώσει επιτόπου, αλλά τελικά βγάζει από την τσέπη του ένα δεκάρικο και το ρολάρει προς το μέρος μου. Σκέφτομαι να το αφήσω να κυλήσει και να του ζητήσω άλλο –τελικά προτιμώ να μην το παρατραβήξω.
«Πάρε κι ένα κουτί τσίχλες χάρισμα ρε λιγούρη!» φωνάζει ο σερβιτόρος όταν κάνω να φύγω.
«Ευχαριστώ, αλλά δεν θα πάρω», του χαμογελάω. «Θέλω να βγάλω μουστάκι και οι τσίχλες βλάφτουν».
Απομακρύνομαι με το νεροζούμι στο χέρι –δεν είμαι καθόλου εντάξει.

Ο Πέτρος με βρίσκει κάτω από τη μπουρού να πίνω αργά τον καφέ μου, τριγύρω η λαδωμένη θάλασσα –σκέτος θάνατος.
«Τι έγινε; Δεν κοιμήθηκες τελικά;» ρωτάω.
«Ήρθαν κάτι μουλόσποροι και μου γάνωσαν το κεφάλι...»
Τρακάρει τσιγάρο από το πακέτο του, ρουφάει και λίγο καφέ.
«Λοιπόν, πως πάει;» ρωτάει.
«Όλα καλά, όπως τα ‘ξερες... Τα παιδιά μεγαλώνουν, η γυναίκα πατσουριάζει, η δουλειά κεσάτια...» μουρμουρίζω.
«Δεν είσαι στα πάνω σου...»
«Δεν είμαι».
Καπνίζουμε αμίλητοι.
«Όλα θα στρώσουν όταν πιάσουμε λιμάνι», λέει ήσυχα.
«Αυτό φοβάμαι κι εγώ», του απαντάω.

Περνάμε ξυστά από τη Χίο, αυτό το μακρόστενο νησί που μοιάζει με κορδέλα παρατημένη δίπλα σε κανιβαλισμένο κουτί πάστες. Τουτέστιν, φαίνεται ήδη η Λέσβος.
«Έχεις ξανάρθει;» με ρωτάει ο Τάκης.
«Μπα», απαντάω.
«Όπως και νάχει, σ’ αυτό το νησί θα γαμήσουμε», δηλώνει.
«Πρόσεξε μόνο μη σε πάρει χαμπάρι η Κορίνα», γελάω.
«Κορίνα; Δεν ξέρω καμία Κορίνα!» αλληθωρίζει.
«Πες το πάλι, μπας και το πιστέψεις», του γυρίζω την πλάτη.

Είναι μπουρδέλο το λιμάνι της Μυτιλήνης, φορτηγά, αγροτικά με ανοιχτές καρότσες, γυναίκες με παιδιά, μερακλήδες που σταματάνε την κυκλοφορία για να χαζέψουν τις τουρίστριες –έχουν ανάψει τα φρένα από το πολύ πάτημα, στριγκλίζει η μηχανή, βουλιάζουν οι μπουκάλες των αναρτήσεων –ιδρώνω σα γουρούνι.
«Από δω, δεξιά!» κάνει νόημα ο Πέτρος.
«Δεν πάμε καλύτερα από την άλλη;» φωνάζω.
«Ποια άλλη;» ρωτάει ο Τάκης.
«Ξέρω ΄γω; Κάποια άλλη!»
Αποφεύγω μια γριά διπλόφαρδη και γκαζώνω πριν το μετανιώσω. Πριν γυρίσω τη μηχανή κατά αποβάθρα μεριά και πάω να σφηνώσω στους σάπιους βράχους, να με φάνε τα καβούρια.

Τα σοκάκια της πόλης μυρίζουν αγιόκλημα και ψαρικά –μου κάνει εντύπωση που οδηγούμε τόση ώρα κι ακόμα μέσα είμαστε, αποφεύγουμε τους κεντρικούς δρόμους επειδή ο Πέτρος ξέρει τα κατατόπια –για πιο σύντομα, κατάλαβες; Ρημαγμένα αρχοντικά δίπλα σε πολυκατοικίες, χορταριασμένοι κήποι, βρικόλακες που μουλιάζουν πίσω από μισογκρεμισμένους τοίχους –αυτή η πόλη μου αρέσει. Την περνάνε αργά, αλλά δεν το καταλαβαίνουμε γιατί τα σπίτια έχουν βγει έξω –ενώνεται η Μυτιλήνη με το διπλανό χωριό. Οδηγούμε στη σειρά, πρώτος ο Πέτρος, στη μέση ο Τάκης, τελευταίος εγώ. Βγάζουμε τα κράνη στην κίνηση, μυρίζουμε τον αέρα, χαλαρώνουμε.
«Κόψε, κόψε!» φωνάζω στον Τάκη.
Με βλέπει και δείχνει στον Πέτρο να κάνει το ίδιο –βρισκόμαστε γρήγορα ο ένας πλάι στον άλλο.
«Τι είναι αυτό;» ρωτάω δείχνοντας τα σπίτια στον παράδρομο.
Ο Πέτρος δεν κοιτάζει καν.
«Το Ντιπ», μουγκρίζει.
«Τι είναι το Ντιπ;»
«Ένα χωριό –έτσι το λένε, δεν θυμάμαι το κανονικό του όνομα».
«Πάμε να δούμε;»
«Δεν υπάρχει κανένας εκεί πέρα ρε! Είναι χωριό-φάντασμα».
Έχω ήδη φύγει προς τα κει. Οι άλλοι δύο ακολουθούν γαμωσταυρίζοντας.

Κι έτσι μπαίνουμε στο πεθαμένο χωριό, μαζί με κάτι ξεστρατισμένες ηλιαχτίδες που παλεύουν να διαπεράσουν τα μελαγχολικά δίπατα κτίρια, μάλλον εργοστάσια. Μετράω πέντε, στη σειρά, παραμέσα χαμόσπιτα, δρόμοι στρωμένοι με πατικωμένο βότσαλο, ασυναίσθητα σβήνω τον κινητήρα. Κατεβαίνω. Κάτι αγριόχορτα φυτρωμένα λαθραία μοιάζουν να ενοχλούνται από την παρουσία μας.
«Σβήστε ρε μαλάκες!» φωνάζω.
Ακουμπάω έναν πράσινο σκουριασμένο τοίχο, υγρασία και σύννεφα χαμηλωμένα –σε αποκλειστική μετάδοση. Τριγύρω μυρίζει ανθρώπους που έφυγαν με σκυμμένα κεφάλια.
«Τι ήταν εδώ;» ρωτάω τον Πέτρο.
«Χωριό. Βιομηχανικό χωριό. 18ος ή κάπου εκεί τέλος πάντων. Φτιάχνανε σαπούνια και διάφορα άλλα... Μετά δώσανε το νησί στην Ελλάδα και ρήμαξε ο τόπος...»
«Όμορφο μέρος», μουρμουρίζω.
«Δεν πάμε τώρα που έχουμε ένα σκασμό δρόμο μπροστά μας;» λέει ο Πέτρος.
Τους ακολουθώ απρόθυμα.

Είναι λοιπόν μια άσφαλτος βομβαρδισμένη, μπαλώματα που φύγανε κι έμειναν οι λακκούβες, οδηγούμε ζιγκ ζαγκ κι όταν ξεθαρρέψουμε σε κάποια (ο θεός να την κάνει) ευθεία –έρχεται τότε ο αγρότης σκοτωμένος από απέναντι, οδηγώντας μερακλίδικα, κινγκ οφ δε χάιγουεϊ, καταμεσής του δρόμου. Βλαστημάω συνέχεια, ο Τάκης μου κάνει νόημα με τα δυο χέρια ν΄ανεβοκατεβαίνουν –«γκασμάδες». Βλέπουμε μπροστά μας το βουνό.

Ιδρώνω στο πέσιμο του ήλιου, χοντρές σταγόνες κολλάνε τη μπλούζα μου κάτω από το τζιν μπουφάν αλλά συνεχίζουμε –δόντια σφιγμένα, αυτός ο δρόμος έχει τον ατέλειωτο. Ασχολούμαστε κυρίως με τις μηχανές μας. Γεμίζουμε τις ταχύτητες, υπολογίζουμε γωνίες κλίσης, τελευταία στιγμή κωλώνουμε ως συνήθως. Μέχρι που ο Πέτρος φρενάρει, κατεβάζει σταντ και κουνάει τα χέρια του να πλησιάσουμε. Αυτό κάνουμε.
«Νάτο», λέει.
Σπρώχνουμε τις μηχανές στην άκρη του δρόμου, κοιτάζουμε όλο περιέργεια.
«Νάτο ποιο;» ρωτάει ο Τάκης.
«Το χωρίο μου ρε βλάκα!» αγανακτεί ο Πέτρος.
Κοιτάζουμε καλύτερα. Κάτω από τα πόδια μας, σε έναν νερόλακκο του βουνού μερικά σπίτια παρατημένα σα ζάρια σε μπαρμπουτιέρα.
«Αυτό είναι το χωριό σου;» αναρωτιέμαι.
Ο Πέτρος γνέφει. Κι ο Τάκης κατεβαίνει από τη μηχανή, γονατίζει στην άκρη του βουνού.
«Θεέ μου, μη με εγκαταλείψεις εδώ πέρα!» εκλιπαρεί.
«Έλα ρε καραγκιόζη, πάμε γιατί έχουμε άλλα 5 χιλιόμετρα», μουγκρίζει ο Πέτρος.
Κατεβαίνουμε προς το ξέφωτο σιωπηλοί.

Το σπίτι δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ιδιοσυγκρασία των γέρων του Πέτρου, χτισμένη με τούβλο και τσιμέντο –πάει να πει, μιζέρια στο τετράγωνο. Αράζουμε στον χαοτικό κήπο, αγριόχορτα δίπλα σε κάτι που προσπάθησε να γίνει παρτέρι με τριανταφυλλιές, μια λεμονιά σαφρακιασμένη δίπλα στο πηγάδι.
«Και που είπαμε οτι κάνουμε μπάνιο;» ρωτάει ο Τάκης.
«Πίσω από το σπίτι έχει λάστιχο», απαντάει ο Πέτρος.
«Κάτι σε πιο θαλασσινό ας πούμε;» επιμένει εκείνος.
«Α, αυτό λες! Εδώ παρακάτω είναι η θάλασσα!» λέει ο Πέτρος.
«Εδώ παρακάτω;» ο Τάκης ξύνει το κεφάλι απορημένος πριν γυρίσει προς το μέρος μου. «Ρε μαλάκα, μήπως βλέπεις εσύ καμιά θάλασσα;» με ρωτάει.
«Δεν τη βλέπω αλλά τη νιώθω», υποθέτω εγώ.
«Ναι ε; Κατά που;» ψάχνεται ο Τάκης.
«Κατά το λιμάνι ίσως... Διάολε! Νησί είναι, γύρω –γύρω θάλασσα!»
«Αφήστε μωρέ τις σαχλαμάρες! Εδώ από κάτω είναι η θάλασσα. 10 λεπτά δρόμος!» αγανακτεί ο Πέτρος.
«10 λεπτά;» ψάχνεται ο Τάκης.
«Με ελικόπτερο», του εξηγώ.

Αλλά ο Πέτρος έχει δίκιο. 10 λεπτά δρόμος είναι η θάλασσα, αυτό βέβαια αν αφήσεις τη μηχανή να σαβουριαστεί στο γκρεμό –αλλιώς, θέλεις τουλάχιστον μια ώρα μέσα από βάτα, σκίνα, θάμνους, κοτρόνες, γαϊδουράγκαθα... Κι όταν φτάσεις στην παραλία τα μπράτσα σου τρέμουν από τη διαδρομή-κομπρεσέρ, κανονικός αγώνας εντούρο, με τη διαφορά οτι όλοι χάνουν στο τέλος. Επειδή η παραλία είναι γεμάτη βράχους και αχινούς.
«Ωραία κατάσταση!» θαυμάζει ο Τάκης.
«Γαμώ!» επικροτώ.
«Θα βουτήξετε;» ρωτάει ο Πέτρος που πετάει ήδη τα ρούχα του.
«Να βουτήξουμε; Τι να βουτήξουμε;» απορεί ο Τάκης.
«Το πρώτο πλοίο για Πειραιά», του εξηγώ.
«Ε, τότε ας βουτήξουμε!» συμφωνεί κι αρχίζει να γδύνεται.
Δεν έχω κουράγιο να τους ακολουθήσω, οπότε ρίχνω μια πετσέτα στη μούρη μου και το κόβω στον ύπνο. Αν αυτές είναι οι τελευταίες μας διακοπές, ευτυχώς που είναι οι τελευταίες!
«Τι λέτε ρε μάγκες; Πάμε κατά Ερεσό να δούμε λεσβίες;» προτείνει ο Πέτρος.
«Δηλαδή έχουν κάποιο μουσείο εκεί πέρα;» απορώ.
«Όχι μωρέ –φρι κάμπινγκ στην παραλία, μπιτς μπαρς... τέτοια».
«Και καλά θα τριγυρνάμε εμείς να τις χαζεύουμε; Σε στυλ, σαφάρι στο ζωολογικό πάρκο της Κένυας;» επιμένω.
«Είσαι ακόμα στα κάτω σου –έτσι;» διαπιστώνει ο Πέτρος.
«Προβλέπεις να με ανεβάζουν οι λεσβίες;»
Με κοιτάζει αμίλητος. Μετά αρπάζει μια χούφτα πέτρες (από πέτρες άλλο τίποτα η παραλία) κι αρχίζει να τις γκελάρει στο κύμα.
«Άνθρωποι! Δίποδοι άνθρωποι! Γυναίκες!» πετάγεται στο ξαφνικό ο Τάκης αρχίζοντας να ζητωκραυγάζει.
Κοιτάζουμε προς τα κει που δείχνει, όντως δυο γυναίκες κατεβαίνουν προσεκτικά τα βραχάκια. Λαμβάνοντας υπόψη το χάλι της παραλίας, μάλλον πρόκειται για τουρίστριες.
«Είδατε που σας τα ΄λεγα; Η παραλία είναι πέρασμα!» κορδώνεται ο Πέτρος.
«Ναι αμέ! Πέρασμα αποδημητικών σκυλόψαρων», μουρμουρίζει ο Τάκης, αλλά μόνο εγώ τον ακούω.
Κοιτάζουμε τις γυναίκες που δεν φαίνεται να μας έχουν πάρει χαμπάρι ακόμα. Περπατάνε αβέβαια στο χοντρό χαλίκι, ψάχνουν μάλλον μέρος να στρώσουν. Και τότε μας βλέπουν. Είναι κατάξανθες, κάτι λένε για μας προσπαθώντας να μην καρφωθούν. Περιμένουμε σιωπηλοί.
«Μήπως λακίσουν;» ρωτάει ο Τάκης.
«Με τίποτα! Γραφική παραλία, αρρενωποί Έλληνες εραστές...» λέει σταθερά ο Πέτρος.
«Που τα βλέπει όλα αυτά;» σφυρίζω στον Τάκη.
«Ξέρω ‘γω; Μάλλον διαβασμένα τα ΄χει!» απαντάει εκείνος.
Το γεγονός είναι οτι οι γυναίκες αρχίζουν να ξεντύνονται κοιτάζοντας προς τη θάλασσα. Και εγώ σκέφτομαι πως, από την ώρα που κατέβηκαν... θέλω να πω, δεν είμαι μόνο εγώ που το βλέπω έτσι, κι ο Τάκης «γυναίκες» είπε. Όχι «κοπέλες» ή «κορίτσια»!
«Να τους την πέσουμε κολυμπώντας», προτείνει ο Πέτρος.
«Ναι, να είμαστε και στο στοιχείο μας», κοροϊδεύει ο Τάκης.
«Καθίστε ρε να βγουν! Τι θα τους πείτε εκεί μέσα;» αναρωτιέμαι.
«Αν είναι παγωμένο το νερό, ξέρω ΄γω;» ξύνεται ο Πέτρος.
«Κι αν μας απαντήσουν οτι είναι παγωμένο, θα προσφερθούμε να τις ζεστάνουμε ανιδιοτελώς», σιγοντάρει ο Τάκης.
Μετά ξαπλώνει πίσω να λιαστεί.
«Πήγαινε ρε μαλάκα να βραχείς λιγάκι –να κόψεις και κίνηση με τις γκόμενες», μου λέει.
«Βαριέμαι», απαντάω.
«Τσακίσου», με παροτρύνει.
Βουτάω λοιπόν, στην αρχή το παίζω Τζόνι Βαϊσμίλερ χτυπώντας το στήθος μου όσο σπριντάρω αλλά σύντομα το γυρίζω σε δεσποινιδούλα καθότι οι αχινοί. Ακούω τις φωνές τους ανακατεμένες με γέλια, πλησιάζω κάπως αλλά δεν μπορώ να τις διακρίνω –κάνουν μακροβούτια, αδύνατες μάλλον, προς το κοκαλιάρες. Πάω να τις πλησιάσω κολυμπώντας, όμως δεν προλαβαίνω –έχουν ήδη ξεκινήσει για έξω. Τζίφος.
«Τζίφος!» λέω στάζοντας.
«Δηλαδή;» κάνει ο Τάκης.
«Κοκαλιάρες –μόνο αυτό πρόλαβα να δω».
«Αυτό φαινόταν κι από εδώ έξω βλάκα!» τσιτώνει ο Τάκης.
«Είπα εγώ οτι δε φαινόταν;» απορώ.
«Γαμηθείτε –πάω για πρώτη προώθηση», μας πληροφορεί ο Τάκης.
Ανάβω τσιγάρο όσο τον παρακολουθώ, έχει πάρει το άνετο «μαζεύω μαργαρίτες από τους αγρούς» στυλάκι, πάω στοίχημα οτι σφυρίζει αδιάφορα κιόλας. Θα μου λείψει ο μπαγάσας.
«Πότε θα πας εσύ;» ρωτάει ο Πέτρος.
«Να τελειώσω το τσιγάρο... Αν και τις έκοψα για μεγαλούτσικες προηγουμένως...»
«Εντάξει μωρέ και τι έγινε; Μήπως θα τις παντρευτούμε;»
Ανασηκώνω τους ώμους, δίκιο έχει.

Πηγαίνω τώρα προς το μέρος τους, ο Τάκης έχει στρογγυλοκαθίσει –καλά πάει το πράγμα. Με βλέπει, μου κάνει νόημα χαμογελαστός, αλλά τον κόβω για σικέ.
«Μάι φριέεεεεντ!» γελάει.
Οι κυρίες συστήνονται –Νίνα και Έστερ, Σουηδέζες. Ψάρωσες; Μαλακία σου! Επειδή Σουηδέζες βεβαίως, κατάξανθες βεβαιότατα, αλλά και κυρίες κάποιας ηλικίας! Σαραντάρες τις κόβω, μπορεί να κρύβουν κιόλας.
«Κάντην αντικαρφωτικά και ειδοποίησε τον άλλο να μην έρθει. Κηδεία η φάση», σφυρίζω στον Τάκη.
Ταυτόχρονα τις αρχίζω στη γνωστή παπαρολογία, περί του αν έχουν ξανάρθει Ελλάδα, πως τους φαίνεται –και άλλες τέτοιες πίπες. Όπου, ο ήλιος χάνεται από πάνω μου μου γιατί τον κρύβει η κεφάλα του Πέτρου.
«Άργησες ρε μαλάκα!» κάνω στον Τάκη.
«Εγώ άργησα ή αυτός βιάστηκε;» σφυρίζει με τη σειρά του.
Αλλά ο Πέτρος δεν παίρνει γραμμή –κάθεται δίπλα μας κι αρχίζει τη σαχλαμάρα. Κάθε τόσο διακόπτει και μου χώνεται.
«Κάλυψέ με ρε πούστη! Πάρε την άλλη!»
Ζορίζομαι, αλλά πρέπει να βοηθήσω. Το πρόβλημα είναι να ξεχωρίσω τη μία από την άλλη, την όμορφη από την άσχημη –για να βοηθήσω. Η Έστερ έχει μακρύ μαλλί, κάτι μάτια σούπερ πράσινα άνευ ρυτίδας, φαίνεται και πιο γεμάτη στα επίμαχα σημεία. Η Νίνα είναι σαν τηλεγραφόξυλο –αυτή μάλλον πρέπει να απασχολήσω. Σκύβω προς το μέρος της και της προτείνω να μαζέψουμε αχινούς.
«Γουάτ;» απορεί.
Και με το δίκιο της. Τι μαλακίες να πω ο άνθρωπος; Αυτές θα κάνανε μια χαρά παρέα με τις μανάδες μας, τι δουλειά έχουμε μαζί τους;
«Είσαι νετελώς ζώο; Όχι αυτή, την καλή! Την άλλη πάρε!» μουγκρίζει ο Πέτρος.
Ξανακοιτάζω τις γυναίκες και υπόσχομαι στον εαυτό μου να μας κλείσω ραντεβού σε οφθαλμίατρο όταν γυρίσουμε Αθήνα. Ένας από τους δυο μας έχει σίγουρα πρόβλημα!

Μαζεύουμε τα πράγματά μας αμίλητοι, σκεφτόμαστε κυρίως τον δρόμο της επιστροφής. Νιώθω ήδη τα μυρμήγκια να βολτάρουν στις γάμπες μου –σηκώνω το κεφάλι περιμένοντας να έρθει το σπίτι πιο κοντά με κάποιο μαγικό τρόπο. Μαλακίες.
«Το βράδυ θα πάνε στο μπαράκι του χωριού, έκλεισα ραντεβού», λέει ο Πέτρος.
«Με ποιες;» κάνει ο Τάκης.
«Με τις κοπέλες!» αγανακτεί ο Πέτρος.
«Ποιες κοπέλες;»
«Μαστουρωμένος είσαι ρε;»
«Κοίτα –αν μιλάς για τις μεσόκοπες προηγουμένως... Στον πούτσο μου πού θα πάνε το βράδυ ή μάλλον, καλά έκανες και μας το είπες για να τις αποφύγουμε».
Ο Πέτρος τον κοιτάζει απορημένος.
«Να τις αποφύγουμε;»
«Αυτό είπα!»
«Εγώ με τη Νίνα θα κάνω κατάσταση!»
«Ρίχτο πάλι αυτό!»
«Το μαλάκα παριστάνεις;»
«Όχι. Εσύ;»
«Τι εννοείς;»
«Τόση πείνα;»
«Ρε κόπανε τη γουστάρω!»
«Κανονικά, μιλάμε;»
«Και με το νόμο!»
Ο Τάκης με κοιτάζει απελπισμένα. Του κάνω νόημα να μην ανησυχεί –περαστικά είναι αυτά.
Βιάζομαι να πάρω το δρόμο της επιστροφής –όσο πιο γρήγορα τόσο καλύτερα. Για ποιον; Και που να ξέρω!

Πέφτει τώρα το νερό σε κομμάτια παγάκια, από πάνω την κοπάνησε άσπλαχνα ο ήλιος και τουρτουρίζω. Ο πούστης ο ήλιος σαν τους μπάτσους είναι. Υπάρχουν μόνο για να ενοχλούν, όταν τους χρειαστείς εξαφανίζονται. Τα δόντια μου χτυπάνε.
«Πως είναι το νερό; Μια χαρά έτσι; Ζεσταίνεται όλη μέρα το καζάνι γι΄αυτό...» μας πληροφορεί ο Πέτρος.
«Ναι, γι΄αυτό έχω πάθει εγκαύματα τρίτου βαθμού», βογκάω εγώ. «Από τα κρυοπαγήματα θα ‘ναι...»
Βιάζομαι να ξεπλυθώ, στο τέλος μένω με σαπουνάδες στις μασχάλες –μια χαρά κατάσταση, δε θα χρειαστώ και αποσμητικό!
«Σειρά σου μαλάκα», λέω στον Πέτρο.
Ο Τάκης έχει ήδη ξεμπερδέψει και χτενίζεται με τις ώρες.
«Τώρα είμαστε σοβαροί; Θα βγούμε ραντεβού με τις γραίες;» τον σκουντάω.
«Αφού γουστάρει ο μαλάκας τι να κάνουμε;» δυσανασχετεί.
«Αυτός γουστάρει –πάει καλά. Εμείς πως θα τον αντικαρφώσουμε με την άλλη; Δε μου κατεβαίνει τίποτα να κουβεντιάσω μαζί της, δεν είμαι και ειδικός στην εμμηνόπαυση...»
Ο Τάκης με κοιτάει ξαφνιασμένος.
«Τι είπες τώρα! Τι κεφάλαιο άνοιξες!»
Τον κοιτάζω σαν ηλίθιος.
«Εμμηνόπαυση! Να μη σε νοιάζει αν τελειώσεις μέσα, μηδέν συνέπειες! Με έφτιαξες αφάνταστα δικέ μου!»
Συνεχίζω να τον κοιτάζω.
«Πυρετό έχεις ρε μαλάκα; Θα πας με τα λείψανα για να χύνεις άφοβα;»
«Ε όχι και λείψανα! Μια χαρά κρατιέται η Έστερ!»
«Ναι κρατιέται για να μην πέσει –άσε μας μωρέ!»
«Είσαι αρνητικός, πεσιμιστής και οπορτουνιστής!»
«Κι εσείς είσαστε νεκρόφιλοι –εντάξει; Τέλος πάντων, εμένα μη με υπολογίζετε στη φάση», καταλήγω πριν χωθώ στο σπίτι για να βρω ρούχα.

Καθόμαστε λοιπόν σαν τους γαμπρούς της ευτυχίας στο αισχρό μπαράκι –από τα ηχεία αθάνατες επιτυχίες της ντίσκο –ακουμπάμε τις μπύρες μας σ΄ένα ροζιασμένο βαρέλι που κανένας δεν βρήκε χρόνο να το λουστράρει έστω.
«Κοίτα να δεις που θα φάμε στήσιμο από τα πουρά», γκρινιάζω.
«Μη γκρινιάζεις, θα ‘ρθουν», με καθησυχάζει ο Πέτρος.
«Κι αυτό τώρα είναι καλό ή κακό;» αναρωτιέμαι.
Τρώω μια ξεγυρισμένη σκουντιά από τον Τάκη οπότε το γυρίζω σε χάζεμα της πελατείας για να μη χεστούμε και μεταξύ μας. Μεγάλη απογοήτευση πάντως, κάτι ιθαγενείς μετά των συζύγων τους που λιγουρεύονται άλλους ιθαγενείς άρτι αφιχθέντες από την πρωτεύουσα. Λίγες γκομενίτσες κυκλοφορούν κι αυτές άσχημες σαν τη δυστυχία. Άσε που πωρώνονται με τους Ντούρεξ-Ντούρεξ και το Ρίο τους! Σκέτη απόγνωση.
Και για να δέσει το γλυκό εμφανίζονται οι Σουηδέζες στολισμένες σα Δεκαπενταύγουστος.

Κάθομαι στο μπαρ, έχω βρει μια δικαιολογία να την κοπανήσω από την παρέα και περιμένω τον τύπο να ανακατέψει βότκα με τόνικ.
«Νέκρα σήμερα», λέω μπας και πιάσω κουβέντα.
«Πλάκα κάνεις;» απορεί. «Σήμερα είμαστε καλά –που να δεις τι γίνεται άλλες μέρες...»
«Τι γίνεται δηλαδή; Παίρνουν ρεπό μέχρι και οι μύγες;» ψιθυρίζω.
«Τι;»
«Τίποτα».
Βουτάω το ποτό μου και την πέφτω έξω από το μαγαζί δίπλα σε μια γλάστρα. Μια κυρούλα ανοίγει την πόρτα του σπιτιού της, δίπλα μου, σέρνει το ξύλινο σκαμνάκι να κάτσει στη ρούγα –αλλά με βλέπει και ξαναμπαίνει μέσα. Φτηνά τη γλιτώσαμε!

Κι εγώ κοιτάζω τριγύρω, και είναι αυτό το μέρος άψυχο –τα σκυλιά σέρνονται ζαλισμένα από την απροθυμία στη μέση της πλατείας. Κάτι σκονισμένα αγροτικά περνάνε κορνάροντας αλλά δεν σταματάνε στο μπαράκι, μάλλον υπάρχει μπουζουξίδικο στα πέριξ. Κι εγώ κοιτάζω τριγύρω, σίγουρος οτι τα πράγματα δεν έπρεπε να γίνουν έτσι –κάπου στράβωσε η υπόθεση αλλά κανείς δεν ενδιαφέρεται να την ισιώσει.

Ο Τάκης με την Έστερ έρχονται να με ψάξουν, γελάνε μέσα στην τυπικούρα, το παλεύουν απεγνωσμένα να δείξουν οτι διασκεδάζουν. Λένε για κάποιο άλλο χωριό στη Σουηδία που η νύχτα δεν ξημερώνει ποτέ, για παιδιά που δεν έχουν μάθει ενδιάμεση κατάσταση ανάμεσα στο ξεπάγιασμα και τον ιδρώτα λόγω υπερβολικής θέρμανσης, μαθαίνω λοιπόν οτι η Έστερ έχει ένα γιο –15 χρονών.
«Και η Νίνα;» ρωτάω.
Δυο κόρες –16 και 9 χρονών. Κοίτα γκαντεμιά! Δεν έστελνε την κόρη της τη μεγάλη διακοπές στην Ελλάδα η τσουρόγρια;
Καταλήγουμε με τα πολλά να τις συνοδεύουμε μέχρι τα ενοικιαζόμενα δωμάτια –ενώ το χωριό ροχαλίζει. Στην εξώπορτα χαιρετιόμαστε, φιλιόμαστε, μαλακιζόμαστε γενικότερα. Όταν κλείνει η πόρτα πίσω τους αναστενάζω από ανακούφιση.
«Κάντε την εσείς, εγώ θα μείνω», λέει ο Πέτρος.
«Για ρίξε υπότιτλους!» απορεί ο Τάκης.
«Η Νίνα!» θαυμάζει από μόνος του ο Πέτρος.
«Μάλιστα;»
«Δεν θέλει να καρφωθεί στην άλλη, οπότε δώσαμε ραντεβού εδώ πιο κάτω. Θα ξαναβγεί σε κάνα τέταρτο».
«Είσαι σίγουρος;» τον ρωτάω.
«Ναι ρε –αφού μου το είπε!»
«Όχι, δεν ρωτάω αυτό. Είσαι σίγουρος οτι θέλεις να την περιμένεις;»
«Δε σε καταλαβαίνω!»
«Εννοώ....» ψάχνω την κατάλληλη λέξη.
Ο Πέτρος μας αγκαλιάζει και τους δυο.
«Μάγκες, η Νίνα είναι η γυναίκα της ζωής μου!» δηλώνει.
Καταπίνουμε τα λόγια μας αμάσητα κι επιτόπου.
«Καλή τύχη τότε ρε φίλε», του εύχομαι.
«Και καλό βόλι», προσθέτει ο Τάκης.
Τον αφήνουμε εκεί πέρα με ένα τσιγάρο παρέα να περιμένει τη Νίνα και πηγαίνουμε για το σπίτι αμίλητοι.

«Τι έγινε τώρα δηλαδή;» αναρωτιέται ο Τάκης.
«Κάποιο λαβ στόρυ», μουρμουρίζω βγάζοντας το παντελόνι μου.
«Θα του περάσει όταν την πηδήξει», λέει καθησυχαστικά.
Ανασηκώνω το κεφάλι από το ράντζο, τον κοιτάζω.
«Τα θες και τα λες ή σου ξεφεύγουν;» ρωτάω.
«Αλλά ρε φίλε....» ξεκινάει να διαμαρτυρηθεί.
«Άστο –μην το ψάχνεις. Έχεις ξανακούσει τον Πέτρο να μιλάει για γυναίκα της ζωής του; Και μάλιστα πριν πηδήξει; Ξεχνάς πόσες γκόμενες έχασε με τις παπαριές του –περί αμοιβαίων αισθημάτων και ξεκαθαρίσματος;» λέω.
«Δεν ξεχνάω μαλάκα, τίποτα δεν ξεχνάω. Τι νομίζεις; Οτι έπαθα μαλάκυνση στα καλά καθούμενα; Θυμάμαι. Αλλά ελπίζω σε ένα καλύτερο αύριο!»
«Είπε ο μελλοθάνατος πριν καθίσει στην ηλεκτρική καρέκλα», σχολιάζω.
«Εξυπνάδες!» κάνει ο Τάκης μουτρωμένος.
Γυρίζω πλευρό, κοπανάω στο ξύλο όσο προσπαθώ να βολευτώ.
«’σου πω...» σφυρίζει ο Τάκης.
«Άστο δε χρειάζεται. Κι εγώ μαζί σου», τον καθησυχάζω.
«Όχι θα κάτσω εδώ πέρα να σπαταλήσω το τελευταίο μου καλοκαίρι βλέποντας το μαλάκα να σαλιαρίζει!» μουγκρίζει ο Τάκης.
«Καλά –ψόφα τώρα», απαντάω.
«Επίσης», μου εύχεται.

Τα βράδια δεν κοιμάμαι καλά και το αποψινό δεν είναι εξαίρεση. Έχω το αυτί στην πόρτα, αλλά δεν τον καταλαβαίνω την ώρα που επιστρέφει. Απλά τον βλέπω το πρωί, κουλουριασμένο δίπλα στην εξώπορτα, τυλιγμένο στο ζλίπι του να κλέβει την απαραίτητη ξεκούραση. Την απαραίτητη. Ο Τάκης δεν έχει ακόμα ξυπνήσει έτσι φτιάχνω νες μόνο για πάρτη μου. Και βγαίνω να τον πιω στην αυλή –να μην ενοχλώ. Ο ήλιος στέκεται μπαϊλντισμένος πίσω από την πυκνή υγρασία, ωραία είναι.
«Κερνάς;» με χτυπάει στην πλάτη ο Τάκης.
«Φτιάξε μόνος σου», μουγκρίζω.
«Για τσιγάρο μιλάμε», με συνεφέρει.
«Φτιάξε μόνος σου», επαναλαμβάνω πετώντας του το πακέτο.
Το πιάνει στον αέρα, βγάζει έναν μπικ από την τσέπη του τζιν του αλλά περιμένει, δεν το ανάβει. Ρουφάει λίγο νες από το σέικερ και αρχίζει να βολτάρει στο τσιμέντο.
«Πήρες χαμπάρι τι ώρα γύρισε;» ρωτάει στο τέλος.
«Αργά, πολύ αργά. Νωρίς το πρωί. Να τον μαλώσεις τώρα που θα σηκωθεί, πατέρα».
Γυρίζει αφήνοντας το χιουμοράκι μου να σκορπίσει.
«Είναι σοβαρό σα να λέμε», κάνει σκεπτικός.
«Κι εσένα τι σε νοιάζει; Ας πάει να κόψει το λαιμό του...»
«Είναι σοβαρό κι εμείς τον παρατάμε εδώ πέρα. Αυτό με νοιάζει...»
Γελάω συγκρατημένα.
«Σαν τι να κάναμε δηλαδή; Να τηλεγραφούσαμε στους γονείς της Νίνας, νεκροταφείο Βαστερμπότεν, πρώτος τάφος δεξιά, να ΄ρθουν και να τη μαζέψουν επειδή αποπλάνησε τον κανακάρη μας;»
Ξαναρχίζει να βολτάρει σκεφτικός.
«Κάποιο πούλημα πάντως!» ψιθυρίζει.
«Πες μου γι΄αυτό –κάτι παραπάνω θα ξέρεις!» τον καρφώνω.
Φρενάρει απότομα και γυρίζει σε μένα.
«Τι γουστάρεις τώρα; Να πλακωθούμε επιτόπου;» μαυρίζει.
«Δεν πλακώνομαι με μεταπτυχιακούς –σέβομαι την πνευματική τους καλλιέργεια», γελάω σημαδεύοντας τα παπούτσια του με τη γόπα μου.
«Άντε ρε ξεφτίλα!» μαγκώνει ο Τάκης.
«Αυτό θα κάνω κορόιδο», γελάω εγώ.
«Τι τρέχει; Ερωτικό καυγαδάκι;» ξεκαρδίζεται ο Πέτρος από το βγάλσιμο της πόρτας.
Τον κοιτάζουμε μπερδεμένοι.
«Κάτσε να σου φτιάξω καφέ να μας τα πεις», λέει απρόθυμα ο Τάκης.
Και του φτιάχνει καφέ κι ο Πέτρος μας τα λέει. Όλα. Για τη νύχτα που πέρασε, σε μια άλλη διάσταση, η Νίνα τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε εκεί πέρα που όλα είναι ζαχαρωτά ατέλειωτα, του έδειξε οτι δεν πρέπει να φοβάται να δει τα λάθη του –γιατί το πραγματικά άσχημο είναι να μη βλέπεις, όχι να κάνεις λάθη. Και του εξήγησε οτι όποιος βλέπει μαθαίνει να περπατάει –όποιος είναι στραβός μια ζωή θα σκοντάφτει πάνω στο ίδιο εμπόδιο. Μου βρωμάνε όλα αυτά.
«Τι δουλειά είπες οτι κάνει η Νίνα;» τον διακόπτω.
«Ψυχολόγος –ξεκίνησε από νοσοκόμα αλλά μετά συνάντησε έναν τύπο που την έψησε οτι έχει το χάρισμα να ακούει....»
Αυτή μπορεί να το έχει το χάρισμα αλλά εγώ δεν θέλω να ακούσω περισσότερα. Καλά τη μυρίστηκα την υπόθεση. Βρώμα η υπόθεση.
«Εντάξει, αλλά πίπες κάνει;» πετάγεται ο Τάκης.
«Τι;» μπερδεύεται ο Πέτρος.
«Ρε παιδί μου, ωραία όλα αυτά τα περί κατανόησης και λαθών, αλλά για το κρεβάτι δεν μας είπες τίποτα. Πως είναι στο κρεβάτι;»
«Υπέροχη! Τέλεια!» ονειροπολεί ο Πέτρος.
«Πίπες κάνει;»
«Τι σημασία έχει αυτό ρε γαμώτο;» φορτώνει ο Πέτρος.
«Εντάξει κατάλαβα», λέει ο Τάκης.
Πέφτει ησυχία πυκνή.
«Εμείς λέμε να την κοπανήσουμε», αποφασίζω να μιλήσω τελικά.
«Πως κι έτσι;» ρωτάει ο Πέτρος.
«Ξέρεις τώρα... σκέφτηκα να περάσω λίγες παραπάνω μέρες με Κορίνα...» δικαιολογείται ο Τάκης.
«Κι εσύ;» με ρωτάει ο Πέτρος.
«Κι εγώ το ίδιο», λέω.
«Τι δηλαδή; Θα πας μαζί του Χίο για να περάσεις λίγες παραπάνω μέρες με την Κορίνα;» απορεί.
«Όχι ρε –θα γυρίσω Αθήνα...»
«Εντάξει κατάλαβα», κατεβάζει μούτρα ο Πέτρος.
Οπότε εμείς τρυπώνουμε στο σπίτι κι αρχίζουμε το πακετάρισμα. Δε μας παίρνει για πολύ, δεν θέλουμε να καθυστερήσουμε –έχουμε κάποιο ραντεβού να αποφύγουμε. Έτσι νομίζω.

Σπρώχνουμε τις φορτωμένες μηχανές, στην αυλόπορτα ρίχνουμε κάτι κούφιες μανιβελιές.
«Λοιπόν... Καλά να περάσετε», λέει ο Πέτρος που μας ξεπροβοδίζει.
«Κι εσύ φιλαράκο. Κοίτα να το γλεντήσεις», λέει ο Τάκης.
«Ναι μάγκα μου. Μια στις χίλιες κάθεται η καλή φάση...» μουρμουρίζω εγώ.
«Ότι πείτε –άντε γαμηθείτε τώρα» απαντάει ο Πέτρος και μας γυρίζει την πλάτη.

Στο ανέβασμα του βουνού κόβουμε απότομα. Ο Τάκης μου κάνει νόημα να πλησιάσω.
«Δηλαδή τώρα τον αφήσαμε εκεί πέρα;» αναρωτιέται.
«Κάπως έτσι», συμπεραίνω.
«Με μια γυναίκα στα πρόθυρα της εμμηνόπαυσης που δεν κάνει και πίπες;» συνεχίζει εκείνος.
«Καλά το πας», επικροτώ.
«Άρα –του τη φέραμε μια χαρά!» πανηγυρίζει.
«Ή μας την έφερε –θα δείξει», λέω σκυθρωπός.
«Μπα, δεν υπάρχει περίπτωση...» μουρμουρίζει ο Τάκης.
«Για τον Πέτρο μιλάμε», του υπενθυμίζω.
«Γι΄αυτό το λέω –δεν υπάρχει περίπτωση!»
Ανασηκώνω τους ώμους.
«Λοιπόν, εγώ πάω από δω», του δείχνω το χορταριασμένο μονοπάτι.
«Τι θα πει αυτό; Νόμιζα οτι πηγαίναμε μαζί!» απορεί.
«Λάθος νόμιζες. Πάμε χωριστά καιρό τώρα, αλλά ας μην το κάνουμε θέμα», απαντάω.
«Εντάξει –ότι γουστάρεις», λέει και βάζει το κράνος του.
Κάνω κι εγώ το ίδιο.
«Καλή τύχη μαλάκα», τον χαιρετάω.
«Κακό ψόφο μούλε», χαιρετάει κι εκείνος με τη σειρά του.
Ανοίγομαι στο μονοπάτι αποφεύγοντας να γυρίσω το κεφάλι πίσω. Από τους καθρέφτες μου βλέπω οτι κάνει κι εκείνος το ίδιο. Όσο ανοίγεται προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Περνάω από κατσικόδρομους και συναντάω ψόφια πουλιά μέχρι να βρεθώ σ΄ένα δάσος πέτρινο, επιβλητικά πεθαμένο. Από πάνω μου έχει σκοταδιάσει ο ήλιος και κρυώνω μετρώντας κινούμενους κορμούς δέντρων, όλα ίδια είναι, όλοι ίδιοι είμαστε. Πέτρινοι, επιβλητικά πεθαμένοι.

Περνάνε ώρες μέχρι να βγω τελικά στο ξέφωτο, αρχίζουν τότε τα δέντρα να γίνονται καχεκτικά ζωντανά, αρχίζουν οι θάμνοι να μυρίζουν γαργαλιστικά, αρχίζει η ζωή να παλεύει για κάποια ρεβάνς. Έξω από ένα ερείπιο που μοιάζει με εκκλησία διακρίνω πολύχρωμα φύλλα να κουνιούνται στο ξεραμένο δέντρο. Κόβω, πλησιάζω, σταματάω. Πανιά, κορδέλες, κουρέλια ζωντανά στον άψυχο αέρα. Τάματα σε κουρελιάρη άγιο υποθέτω. Έχω ένα μαύρο μαντήλι στη μέσα τσέπη του μπουφάν, σκέφτομαι να το κρεμάσω εκεί πέρα αλλά δεν το κάνω, δεν υπάρχει λόγος να διακόψω την πολυχρωμία. Άλλωστε οι δικοί μου άγιοι είναι από καιρό φευγάτοι –άντε βρες τους και τάξε τους, κι άμα τους βρεις πες τους για μένα. Για μας. Οτι βαρεθήκαμε να ταξιδεύουμε αλλά δεν ξέρουμε το δρόμο να γυρίσουμε πίσω. Δεν θέλουμε κιόλας. Άμα δεν έχεις προορισμό, δεν κινδυνεύεις ποτέ να φτάσεις.

Έχουν μάλλον περάσει ώρες που τριγυρίζω γιατί ο ήλιος είναι στο μεσημέρι του όταν ξαναφτάνω στο χωριό-φάντασμα. Βγαίνω από το δρόμο, χώνομαι στα στενά σοκάκια, όσο πιο μέσα, τόσο πιο σίγουρα. Αφήνω τη μηχανή σ΄ένα πλακόστρωτο, για να μην εμποδίζει, αφήνω κράνος, κλειδιά, τα πάντα εκεί πέρα. Μόνο τα τσιγάρα μου παίρνω και χώνομαι στο κυλινδρικό εργοστάσιο.

Πρώτος όροφος, κάτι ξεχαρβαλωμένοι τσιμεντένιοι πάγκοι και λίγη σκόνη.
Δεύτερος όροφος, τα μακρόστενα δωμάτια χωρίς παράθυρο.
Παραπάνω δεν έχει.

Κάθομαι εκεί να καπνίσω και όλη αυτή την ώρα δεν έρχεται κανένας επιστάτης να με διώξει, κανένας εργάτης να με ρωτήσει τι γυρεύω, κανένα αφεντικό να με κοιτάξει στραβά.

Ένα πεθαμένο εργοστάσιο είναι κανονικό, ζεστό, καταφύγιο.
Μια πεθαμένη παρέα είναι κανονική, καυτή, τσιμπίδα. Απ΄αυτές που κυκλοφορούσαν κάποτε στο εργοστάσιο, όταν ήταν ζωντανό και λειτουργούσε.

Μια ζωντανή παρέα είναι ένα πεθαμένο εργοστάσιο.

8 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

samson rakas είπε...

βάλε μπροστά τις
μηχανές
του εργοστασίου

και καλή μοναξιά.

http://www.youtube.com/watch?v=E391P7leV5A

The Motorcycle boy είπε...

Χαχα, προτιμώ το "Πάρε τηλέφωνο τη μοναξιά σου, ή βγες ξανά στον δρόμο της φωτιάς" του ιδίου μουσουργού. Το λέει κι ο Παυλάκης.

Υ.Γ.: Αλήθεια το θυμάσαι αυτό το τραγούδι τον "Ηλεκτρικό Θησέα"; Τρομακτικό.

samson rakas είπε...

μιας και έχουμε μια μικρή διαφορά ηλικίας, δε μπορώ να πω πως το θυμάμαι.

μπορώ όμως να πω πως το γνωρίζω απόλυτα.

τη κυριακή πήγα σχολή μετά από πολύ καιρό για το bonano. δεν έπεφτε καρφίτσα και σε θυμήθηκα. βέβαια έλειπε ο καστοριάδης. αλλάζουν οι εποχές.

The Motorcycle boy είπε...

Δεν έριχνες κανένα σύρμα ρε!ούτε που το πήρα χαμπάρι -με έφαγε η οικογενειακότης.

Masterpcm είπε...

Από τις λίγες φορές που κάθησα να διαβάσω σεντόνια δεμένα κόμπο σε παράταξη... ήταν καλή απόδραση όμως...


Καλό ξημέρωμα στο εργοστάσιο.

The Motorcycle boy είπε...

Χαχα, βρήκες να διαβάσεις! Εδώ δεν μιλάμε για σεντόνι -μιλάμε για την Πειραϊκή και την Πατραϊκή μαζί, το συγκεκριμένο κομμάτι ήταν οι σελίδες 400 με 411.

Καλημέρα από το εργοτάξιο.

άσωτος είπε...

τι εγινε χρυσο μου γυρισες; αντε παει και αυτο το παρεακι. ισως καλυτερα ετσι παρα να βλεπεις τα χαλια των φιλων σου και τα δικα σου μεσα απο αυτους...

The Motorcycle boy είπε...

Είδα που λες εκεί πέρα μια φωτογραφία του Σιντ Βίσιους που φόραγε μια κονκάρδα "I 'm a mess". Και σκέφτηκα οτι τα χάλια είναι τελικά κάποια βελτίωση σε σχέση με άλλες καταστάσεις. Σαν αυτή που περιγράφω εδώ πέρα.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι