Τετάρτη, Φεβρουαρίου 24, 2010

«Ουρλιάζοντας ένα τραγούδι»

Χαμογέλασε καθώς το τεράστιο Λαντ Ρόβερ έφτυνε κύματα βρόχινου νερού στο παρμπρίζ του ερειπωμένου του Φίατ Ούνο, δεν καταδέχτηκε να κόψει ανάποδα το τιμόνι για να αποφύγει το κήτος που κόρναρε απέναντί του –πώς να το κόψει άλλωστε; Η υδραυλική υποβοήθηση είχε τινάξει τα πέταλα προ αμνημονεύτων... Έβαλε νεκρά, άφησε το αυτοκίνητο να κυλήσει αργά –έτσι κι αλλιώς δεν έβλεπε τίποτα έξω, το νερό δεν είχε ακόμα σταλάξει στο παρμπρίζ, οι τζαμοκαθαριστήρες τζάμπα έριχναν τις απλωτές τους.
«Θα στρώσει, που θα πάει;» μουρμούρισε στη ντουμανιασμένη καμπίνα του αυτοκινήτου, αλλά δεν κατάφερε να ακουστεί πάνω από το παραλήρημα των αφρικάνικων τύμπανων που ξέβραζε το σιντί πλέιερ.

Άλλωστε είχε ήδη φτάσει στην ταβέρνα, έπρεπε απλώς να βρει χώρο για παρκάρισμα.

Άνοιξε το παράθυρο, έβγαλε έξω το κεφάλι για να δει καλύτερα, το λαστιχάκι που κρατούσε δεμένα τα μαλλιά του έσπασε με την απότομη κίνηση κι ένα μακρύ γκρίζο τσουλούφι τον στράβωσε. Τίναξε αυτάρεσκα πίσω το κεφάλι για να διώξει το τσουλούφι.
«Θέλεις κούρεμα αγόρι μου –σου το’χει πει κανείς;» γέλασε από μόνος του. Επειδή είχε μόλις δει μια τεράστια θέση παρκαρίσματος ακριβώς κάτω από την ταμπέλα της ταβέρνας.

Βγήκε με το ζόρι από τη στενή πόρτα του Ούνο, φορούσε ήδη το ξεφτισμένο δερμάτινο-πλαστικό σταυροκούμπωτο (που δεν κούμπωνε πλέον), τα μποτάκια του βυθίστηκαν στις λίμνες της ασφάλτου. Νερό στους αστραγάλους –παγωμένο καρφί στο κεφάλι, τουρτούρισε. Μετά ξεκίνησε για την πόρτα της ταβέρνας, έπιασε το μεταλλικό χερούλι, κοντοστάθηκε.
«Που πάω ρε πούστη μου; Τι δουλειά έχω εκεί μέσα;»
Η πόρτα άνοιξε προς το μέρος του, ένας φαλάκρας πετάχτηκε σκίζοντας τον αέρα με τη μυτόγκα του.

«Ποιος είσαι εσύ πάλι;» τον ρώτησε ο Σάκης ο Μυτόγκας.
«Ε, όλο και κάποιος θα είμαι...» γέλασε σιγά εκείνος.
«Όποιος κι αν είσαι μας πέτυχες στα σκουπίσματα –άντε έμπα!» τον άρπαξε από το μπράτσο και τον έσυρε μέσα ο Μυτόγκας.
Είχε δίκιο. Η «ζωντανή ορχήστρα ποικίλου ρεπερτορίου», τουτέστιν ένας μπουζουξής, ένας ηλεκτρικός κιθαρίστας κι ένας πληκτράς, ήδη μάζευαν καλώδια. Τα γκαρσόνια μάζευαν μισοφαγωμένες μπριζόλες και κανιβαλισμένα μπιφτέκια, λίγοι ξέμπαρκοι είχαν απομείνει στο μακρόστενο τραπέζι να στραγγίζουν τα μπουκάλια κρασιού.
«Για τη μάζωξη των παλιών συμμαθητών δεν ήρθες;» ρώτησε κάπως αμήχανα ο Μυτόγκας, βλέποντάς τον να κοιτάζει το χώρο σαν αποβλακωμένος. «Εννοώ... δεν είσαι του μαγαζιού, ή της ορχήστρας, ή κάτι τέτοιο...» συνέχισε ο Μυτόγκας.
«Ή κάτι τέτοιο;» αναρωτήθηκε με τη σειρά του εκείνος.
Ο Μυτόγκας τον κοίταξε προσπαθώντας να θυμηθεί.
«Κάποτε ήμασταν συμμαθητές, αν ρωτάς αυτό», τον καθησύχασε εκείνος. «Έχουμε παίξει και μπάσκετ μαζί, αν θυμάμαι καλά –όταν είχατε πρωτοέρθει εσύ κι ο Πάνος ο Πάνικ...»
«Ποιος είσαι ρε αδερφάκι μου –σπάω το κεφάλι μου!» τον κοίταξε εξεταστικά ο Μυτόγκας.
«Καλά –θα στο κάνω πιο εύκολο! Μου έχεις πετάξει τενεκεδάκι σε εκείνη την τρομερή συναυλία του γυμναστηρίου –θυμήθηκες τώρα;» χαμογέλασε καλοκάγαθα εκείνος.
Ο Μυτόγκας έκανε δυο βήματα πίσω για να τον δει καλύτερα –μισόκλεισε τα μάτια.
«Καλό κι αυτό!» μουρμούρισε. «Τη θυμάμαι τη συναυλία, αλλά μόνος ένας από το συγκρότημα που έφαγε κράξιμο ήταν του σχολείου μας... Έπαιζες σ΄εκείνο το συγκρότημα;»
«Και έπαιζα και τραγούδαγα μη σου πω –όσο μ’ αφήνανε τα τενεκεδάκια!» ξεκαρδίστηκε εκείνος.
«Άσε τις μαλακίες ρε φίλε –αφού ο Λούι έχει πεθάνει! Ποιος είσαι;» μαζεύτηκε υποψιασμένος ο Μυτόγκας.
«Έχει πεθάνει ε;» χαμογέλασε μυστήρια εκείνος. «Και που το ξέρεις εσύ αυτό;»

Ο Μυτόγκας τον τράβηξε στην κοντινότερη καρέκλα, έφερε και μια μπουκάλα κρασί, ανακάλυψε δυο, σχεδόν, καθαρά ποτήρια –τον σέρβιρε.
«Τι μου λες τώρα;» ρώτησε μισοχαμένα.
«Εγώ δεν σου λέω τίποτα –εσύ είπες οτι έχω πεθάνει, σου μοιάζω για πεθαμένος;» ρώτησε εκείνος.
«Ώπα –μισό λεπτό επειδή, αν δε με πείραξε το κρασί, θα σαλτάρουμε κανονικά εδώ μέσα!» διαμαρτυρήθηκε ο Μυτόγκας και γύρισε να κοιτάξει τους μαζεμένους στην άκρη του μακρόστενου τραπεζιού, έψαξε προσεκτικά. «Κουμπή –έλα δω ρε μαλάκα!» φώναξε.
Ένας κρεμανταλάς με ανοιχτό πουκάμισο και γλαρωμένα μάτια ανασηκώθηκε από τη θέση του απρόθυμα.
«Τι θες ρε Σάκη; Έλα πες το μου εδώ –δε βρίσκω ταξί για να’ρθω μέχρι εκεί κάτω...» διαμαρτυρήθηκε ο Κουμπής.
Ο Μυτόγκας έπαιξε τους ώμους κι έβρισε μέσα απ΄τα δόντιά του.
«Τσακίσου κι έλα ρε κωλοπαίδι!» μούγκρισε στον Κουμπή.

Ο Κουμπής, αφού ταλαντεύτηκε γύρω από την καρέκλα του, ξεκίνησε με την προθυμία πελάτη οδοντιατρείου που ακούει τον τροχό του γιατρού να μαρσάρει στο ζέσταμα –πριν κάνει τη μισή απόσταση ξαναγύρισε στη θέση του, πήρε τα τσιγάρα, τον αναπτήρα και το ποτήρι του, είπε κάτι σε κάποιον, ο κάποιος του απάντησε, ο Κουμπής έκανε να καθίσει πάλι του αλλά θυμήθηκε οτι είχε κάπου να πάει –έμεινε μισοσκυμένος.
«Θα του πάρει κάνα τέταρτο», σχολίασε ο Μυτόγκας. «Τσιγαράκι;» Και του άνοιξε το σκληρό πακέτο με τα Μάλμπορο λάιτ.
«Άσε –έχω τα δικά μου», είπε εκείνος κι έβγαλε από τη μέσα τσέπη του μπουφάν την κασετίνα των Πλέιερς Νέιβι Κατ.
«Στούκας!» σχολίασε ο Σάκης ο Μυτόγκας.
«Καπνίζω λίγα», απάντησε αφηρημένα εκείνος.
«Πόσα λίγα δηλαδή;» ρώτησε ο Μυτόγκας.
«Ένα τη φορά», απάντησε εκείνος.
Ο Μυτόγκας γέλασε όσο προσπαθούσε να τον δει καλύτερα.

«Τι φαγώθηκες ρε καργιόλη;» γκρίνιαξε ο Κουμπής καθώς σωριάστηκε στην καρέκλα δίπλα στον Σάκη.
«Για κοίτα το παιδί εδώ πέρα...» του είπε ο Σάκης δείχνοντας εκείνον.
«Ε, τον βλέπω –και τι μ΄αυτό;» απόρησε ο Κουμπής.
«Ποιος είναι;» ρώτησε ο Σάκης.
«Ξέρω ‘γω ποιος είναι; Αυτός δηλαδή δεν ξέρει ποιος είναι; Εμένα περιμένει να του πω;» δυσανασχέτησε ο Κουμπής.
«Μια ζωή μαλάκας!» αγανάκτησε ο Σάκης σημαδεύοντας τον Κουμπή με την αδυσώπητη μύτη του. «Κάτσε να στο πάω αλλιώς –τον Λούι τον θυμάσαι;»
Ο Κουμπής περίμενε από εκείνον να απαντήσει, μέχρι να καταλάβει σε ποιον απευθυνόταν η ερώτηση.
«Τον θυμάμαι –καλή του ώρα...» ψιθύρισε τότε.
«Καλή του ώρα;» αναρωτήθηκε εκείνος.
«Εκεί που βρίσκεται...» συμπλήρωσε ο Κουμπής.
«Και που βρίσκεται δηλαδή;» γέλασε εκείνος.
«Πευκακίων και Αναπαύσεως γωνία –στο υπόγειο, το σκεπαστό...» είπε ο Κουμπής.
«Δηλαδή, έχεις δει και τον τάφο του!» απόρησε εκείνος.
«Όχι αλλά...» έξυσε το κεφάλι ο Κουμπής, «αφού πάει καλιά του... τι διάολο; Άταφο θα τον έχουν;»
«Το άτομο από δω ισχυρίζεται οτι είναι ο Λούι...» σφύριξε και καλά συνωμοτικά στον Κουμπή ο Σάκης.
«Α’ στο διάλο!» έκανε ο Κουμπής.
Εκείνος γέλασε.
«Λοιπόν; Τι έχεις να πεις;» ρώτησε ο Σάκης.
«Τον Λούι τον βρήκανε τουμπανιασμένο σε μια σπηλιά στην Αλόννησο...» ξεκίνησε να λέει ο Κουμπής.
«Όχι σε σπηλιά! Σε μια κατάληψη στη Βικτώρια!» πετάχτηκε ο Σάκης.
«Για σπηλιά στην Αλόννησο ήξερα εγώ...» δικαιολογήθηκε ο Κουμπής.
«Μαλακίες σου είπαν!» του ξεκαθάρισε ο Σάκης.
«Κι από τι πέθανα;» απόρησε εκείνος.
«Υπερβολική δόση!» απάντησαν με ένα στόμα Κουμπής και Μυτόγκας.
«Ευτυχώς που συμφωνείτε στην αιτία θανάτου –κάτι είναι κι αυτό!» κορόιδεψε εκείνος.
«Δηλαδή, θες να πεις οτι δεν πέθανες;» ρώτησε ο Σάκης.
«Όπως το πάρει κανείς...» σχολίασε εκείνος.
«Και δηλαδή...» έκανε ο Κουμπής.
«Δε με ψήνεις!» αποφάσισε ο Σάκης.
«Δεν το είχα σκοπό», του ξεκαθάρισε εκείνος. «Για άλλο λόγο ήρθα σήμερα...» κοίταξε προς τους εναπομείναντες πρώην συμμαθητές, αλλά γρήγορα κούνησε το κεφάλι απογοητευμένα. «Απ΄οτι βλέπω όμως, μάλλον άργησα...»
«Ποιον έψαχνες;» ρώτησε ο Κουμπής.
«Ξέρεις... τους δικούς μου. Τον Ζόμπι, τον Ηλία το Φάντασμα... Και τον Πέτρο –είχα μια παραγγελία...» μουρμούρισε σχεδόν ντροπαλά εκείνος.
«Ο Ζόμπι δεν ήρθε –βρήκα τον Ηλία στο τηλέφωνο και του είπα να τον ειδοποιήσει αλλά τζίφος! Ο Ηλίας πέρασε για κάνα μισάωρο κι έφυγε. Ο Πέτρος εδώ ήταν, έκατσε αρκετή ώρα αλλά την κοπάνησε πριν κάνα εικοσάλεπτο. Μπορεί και περισσότερο...» είπε ο Μυτόγκας.
Εκείνος άδειασε το ποτήρι του κάπως βιαστικά και έδειξε αμήχανος.
«Να πηγαίνω τότε», είπε. «Τι χρωστάω για το κρασί;»
«Τι να χρωστάς για ένα ποτηράκι –πλάκα κάνεις;» γέλασε ο Σάκης. «Κάτσε λίγο ακόμα να σε δουν και τα παιδιά...»
Γύρισαν προς την υπόλοιπη παρέα που τους κοίταζε και κρυφομίλαγε.
«Αλεξόπουλος, Καραμέλας και σία –αν δεν κάνω λάθος....» διαπίστωσε εκείνος.
«Είσαι ο Λούι τελικά!» πετάχτηκε ο Κουμπής.
«Έτσι λέω –αν δεν έχεις αντίρρηση φυσικά!» τον κορόιδεψε εκείνος.
«Και για πες ρε ψυχή! Τι έγινε;» ρώτησε πάλι ο Κουμπής.
«Σαν τι να γίνει δηλαδή;» αναρωτήθηκε εκείνος.
«Εννοεί τι κάνεις, που βρίσκεσαι τώρα, που ζεις... τέτοια!» πετάχτηκε ο Σάκης.
«Α ναι... Ζω στην Άνδρο την τελευταία δεκαπενταετία, έχουμε ένα σπίτι στην δυτική άκρη του νησιού... Έχουμε και τρία παιδιά, εγώ και η γυναίκα μου...» σταμάτησε επειδή φοβόταν οτι θα μπερδέψει τα λόγια του. Αυτές οι περιγραφές πάντα τον ανακάτευαν.
«Ο Λούι οικογενειάρχης! Α΄στο διάλο!» αναφώνησε ο Κουμπής.
«Οικογενειάρχης...» επανέλαβε εκείνος κι άφησε τη λέξη να καθίσει λίγο στα χείλη του πριν διαλυθεί σα φούσκα στον αέρα. «Ήρθαμε τώρα που είναι κλειστά τα σχολεία να δουν τα παιδιά τους παππούδες τους –κι έτσι έμαθα για τη συνάντηση από...»
Έσκυψαν ταυτόχρονα προς το μέρος του.
«Από ποιον;» ρώτησε ο Σάκης.
«Δεν έχει σημασία...» ψιθύρισε εκείνος.
«Ε, πως δεν έχει;» διαμαρτυρήθηκε ο Σάκης. «Να μη μάθουμε ποιος πούστης σε βρήκε, σε κάλεσε και σε μας δεν είπε κουβέντα –αφήνοντάς μας να σε περνάμε για πεθαμένο;»
«Εντάξει, εντάξει...» έκανε εκείνος πασχίζοντας ν΄αλλάξει κουβέντα. «Και τα δικά σας νέα ποια είναι;»
Άναψε τότε δεύτερο τσιγάρο και τεντώθηκε στην καρέκλα κοιτάζοντας αφηρημένα τον Σάκη όσο του εξιστορούσε τα οικογενειακά του, τα επαγγελματικά του και τα γενικά του. Κάπου στο ενδιάμεσο της πολυλογίας έπιασε τον Κουμπή να τον κοιτάζει μυστήρια, του χαμογέλασε, αλλά ο Κουμπής βιάστηκε να το γυρίσει σε χασμούρημα όταν κατάλαβε οτι καρφώθηκε.
«Λοιπόν, πάω να πω και καμιά κουβέντα με τους υπόλοιπους –θα ακολουθήσεις για κάνα μπαράκι;» ρώτησε ο Σάκης όσο σηκωνόταν, τιγκαρισμένος στην τυπικούρα.
«Όχι μωρέ –εντάξει... Είμαι λίγο ψόφιος...» δικαιολογήθηκε εκείνος.
«Πάντως χάρηκα που ζεις τελικά!» είπε ο Σάκης.
«Ναι κι εγώ χάρηκα!» ανταπέδωσε εκείνος. «Όχι που ζω...» βιάστηκε να προσθέσει, «χάρηκα που τα είπαμε!»
Κι έμεινε να κοιτάζει την καμπουριαστή πλάτη του Σάκη όσο απομακρυνόταν. Οι υπόλοιποι στην άκρη του τραπεζιού τον περίμεναν μέσα στην αδιάκριτη περιέργεια.

«Ώστε δεν πέθανες...» σχολίασε ο Κουμπής.
Εκείνος πετάχτηκε –προς στιγμήν, τον είχε ξεχάσει τον Κουμπή.
«Έτσι θέλω να πιστεύω...» γέλασε.
«Κάποιοι θα λυπηθούν πολύ όταν το μάθουν...» ρέμβασε ο Κουμπής.
«Δεν τους αδικώ!» τον διαβεβαίωσε εκείνος.
«Και τι έκανες δηλαδή;» συνέχισε ο Κουμπής.
«Τι έκανα;»
«Μετά...»
«Μετά από τι;»
«Μετά από τότε που πέθανες...»
«Ξέρω ΄γω; Αναστήθηκα ίσως;»
«Καλό...»
«Αλλά λίγο –έτσι;»
«Έτσι»
«Μετά λοιπόν... μετά, ταξίδεψα. Πήγα σ΄εκείνα τα μέρη που θέλαμε από παιδιά να πάμε και πήγα εκεί που φοβόμασταν οτι θα μας στείλουν αν κάνουμε αταξίες, όταν ήμασταν παιδιά.... Πήγα σε πολλά μέρη».
«Και μετά;»
«Μετά γύρισα για ανασύνταξη.... ξέρεις... μέχρι να ξαναφύγω. Και εκεί πάνω στην προετοιμασία του επόμενου ταξιδιού γνώρισα αυτή την κοπέλα.... Κι άρχισα να αναβάλλω το ταξίδι».
«Μέχρι που ξεκινήσατε να σκαρώνετε κουτσούβελα και το ταξίδι αναβλήθηκε οριστικά».
«Πες το κι έτσι...»
«Εσύ πως το λες δηλαδή;»
«Δεν το λέω –γιατί να το πω; Ποιος ο λόγος;»
«Ο αιώνιος Λούι! Σε τριπάρει μια χαρά και πάνω στο χαϊλίκι σού ρίχνει έναν κουβά παγάκια στο σβέρκο, ο αιώνιος γαμημένος Λούι! Λοιπόν, ξέρεις κάτι; Είχαν δίκιο αυτοί, τότε...»
«Μπορεί και να΄χαν... Εσύ πάντως δεν πέταγες πράγματα νομίζω...»
«Ναι δεν πέταγα... Που ξέρεις, μπορεί και να μην είχα ξυπνήσει ακόμα από το τριπ... Μπορεί και να βαριόμουν ή να μην άξιζες τον κόπο ν΄ασχοληθώ περισσότερο....»
«Μπορεί»
Εκείνος σηκώνεται ψάχνοντας απ΄έξω τις τσέπες του μπουφάν του χωρίς εμφανή λόγο -ένα ακόμα στυλάκι που του έχει ξεμείνει από παλιά -αντικάρφωμα για τις αμηχανίες.
«Λοιπόν –χάρηκα που τα είπαμε. Λέω να πηγαίνω», λέει στον Κουμπή.
«Να πας όπου θες!» απαντάει εκείνος βάζοντας τους αντίχειρές του κάτω από τις μασχάλες –ο τυπικός αποχαιρετισμός του παιδιού Κουμπή. Κι αμέσως μετά: «Είχα έρθει και σας είδα στη συναυλία του Άλσους. Τζαμάτοι ήσασταν! Μαλακία που το διαλύσατε το γκρουπάκι...»
«Ναι, μαλακία», μουρμουρίζει εκείνος με γυρισμένη την πλάτη.
«Γιατί το διαλύσατε αλήθεια;» ρωτάει ο Κουμπής.
«Γιατί άραγε; Ούτε κι εγώ ξέρω....» λέει εκείνος, αλλά η απάντησή του φεύγει από την ανοιχτή πόρτα της ταβέρνας και γίνεται μουσκίδια από τη βροχή που πέφτει τουλουμοειδώς.

«Αργήσαμε και τζάμπα ο κόπος...» εξηγεί εκείνος στη βροχή όσο παιδεύεται με τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Μετά μπαίνει μέσα και κρυώνει.

Η βροχή συνεχίζει να πέφτει ανενόχλητη –άλλωστε, ποιος κατάφερε ποτέ να ενοχλήσει τη βροχή; Πόσο μάλλον να τη σταματήσει -έτσι; Κι εκείνος ξεκινάει το απρόθυμο Ούνο αλλά δεν έχει καμιά διάθεση να γυρίσει στο σπίτι των παππούδων, η γυναίκα του σίγουρα ψευτοκοιμάται κουλουριασμένη στην άκρη του κρεβατιού, ο δικός του χώρος κενός και κρύος τον περιμένει εκεί δίπλα της. Στην άκρη αυτής εδώ της πόλης αρχίζει η θάλασσα, μάλλον αφρισμένη τέτοια ώρα, και μετά τη θάλασσα στέκεται το σπίτι τους –γαντζωμένο στο βράχο, συρματοφυλαγμένο για χάρη των παιδιών -τα παιδιά του που καρφώνουν τα πρόσωπά τους στο συρματόπλεγμα κοιτάζοντας από ψηλά τη θάλασσα και περνάνε πέτρες μέσα από τις τρύπες της περίφραξης, πέτρες που γκελάρουν στις πτυχές του βράχου, μετά χάνονται όσο τα παιδιά του καρφώνουν τα πρόσωπά τους στο συρματόπλεγμα πασχίζοντας να δουν τις πέτρες να φτάνουν μέχρι το νερό, θέλοντας ν΄ανακαλύψουν αν υπάρχει όντως θάλασσα ή αν όλο αυτό δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα φαντασμαγορικό παραμύθι με μπαμπούλες. Τα παιδιά του που, όσο κι αν προσπάθησε για το αντίθετο, έχουν ακούσει παραμύθια με μπαμπούλες κι έχουν μάθει να φοβούνται.

Εκείνος τα βλέπει όλα αυτά από το παράθυρο του ημιυπόγειου εργαστηρίου του και νευριάζει, τι στο καλό συμβαίνει με τα παιδιά του; Δυο στρέμματα χώρος γύρω από το σπίτι –δέντρα, λουλούδια, γρασίδι –κι αυτά εκεί! Με τα πρόσωπα καρφωμένα στο σύρμα να πετάνε πέτρες και να προσπαθούν να τις δουν αν θα φτάσουν μέχρι στη θάλασσα. Θέλει να βγει έξω, να τα ρωτήσει –αλλά δεν ξέρει πώς να το κάνει. Επειδή είναι φυλακισμένος στο εργαστήριό του, δίπλα σε μισοτελειωμένους καμβάδες και ξεκοιλιασμένες κιθάρες, από τη μέρα που ήρθαν στο σπίτι, εκείνος και η γυναίκα του, το σπίτι ήταν τότε ένα ρημάδι περικυκλωμένο από ζούγκλα αγριόχορτων, «όλο το σπίτι δικό σου και των παιδιών που θα κάνουμε –μόνο αυτό το υπόγειο θέλω», της είχε ζητήσει. Και η γυναίκα του χαμογέλασε επειδή σκεφτόταν τα «παιδιά που θα κάνουν», η γυναίκα του αγαπούσε τα παιδιά κι άλλωστε είχε ήδη το πρώτο να παραφυλάει μέσα της, κάτι που σε κανονικές συνθήκες θα την φρίκαρε πολύ άσχημα («Τελευταία αναφορά από το εμπορικό διαστημόπλοιο ΝΟΣΤΡΟΜΟ, Ρίπλεϊ, αξιωματικός Τρίτου Επιπέδου») όμως δεν ένιωθε καθόλου έτσι. «Εντάξει, κάντο ότι θέλεις το υπόγειο, αλλά να το κάνεις κάτι –μην το αφήσεις αχούρι», του είχε απαντήσει. Κι εκείνος χαμογέλασε με νόημα, όπως χαμογελάνε όλοι οι ηλίθιοι όταν πρόκειται να πέσουν με τα μούτρα στην παγίδα. Ξεπατώθηκε να φτιάξει το σπίτι κι όταν ήρθε η σειρά του υπογείου δεν μπορούσε ούτε βίδα να στρίψει. Έβαλε τότε μπροστά τις δικαιολογίες, κυρίως καλλιτεχνικού περιεχομένου –ντανταϊσμός και αυστραλιανό μεταπάνκ βόλευαν μια χαρά! –κι έτσι έπεσε ακόμα πιο βαθιά στην παγίδα. Επειδή είναι πιο εύκολο να σοβαντίσεις ένα δωμάτιο από το να σοβαντίσεις έναν καμβά. Ή ένα τραγούδι... «Έχεις φοβηθεί ποτέ τραγούδι;» έλεγαν... Πού χάθηκαν άραγε αυτοί; Έπαιξαν μια φορά στην ίδια συναυλία, πρώτα το δικό του συγκρότημα μετά αυτοί –αιωρούμενοι πίσω από τα πλήκτρα τους κι ένας νευρικός κιθαρίστας.... Πού χάθηκαν αυτοί και πού χάθηκαν όλοι; Σε ραδιοφωνικούς σταθμούς να βάζουν μουσική σουπερμάρκετ ή στις συνοδευτικές μπάντες σιχαμερών πρώην κομματικών που μυρίστηκαν νεανικό αίμα και βάλθηκαν να το ρουφήξουν με το μπουρί του σολ και στίχους «κάτω όλοι, ζήτω εγώ». Σε ανήλιαγα βιβιλιοπωλεία, φαλιρισμένους εκδοτικούς οίκους, μυαλοπορνεία γεροξεκούτηδων που πίστευαν οτι η επανάσταση ακόμα τους χρωστάει έντοκα. Σε ασύχναστα μπαράκια απορημένοι. Στα Μέσα, αλλά μονίμως στην απέξω. Ή ίσως και στην ύπαιθρο, σαν και τα μούτρα του, μανιασμένοι να τσεκουρώνουν τις επαφές τους «με τον πολιτισμό»... Χάθηκαν όλοι αυτοί.

Το Ούνο τραντάχτηκε απότομα και μετά άρχισε να σφυρίζει σέρνοντας κάτι πιασμένο στο αμάξωμά του –μάλλον σακούλα με σκουπίδια –κι εκείνος παραξενεύτηκε, επειδή τριγύρω τα πεζοδρόμια έμοιαζαν πεντακάθαρα, πού είχε βρεθεί η σακούλα; Οδηγούσε αυτόματα, την ήξερε από παλιά την περιοχή –μετά το τέλος κάθε βόλτας υποχρεωτικό πέρασμα από τη Βούτα μπας και παίζει τίποτα ενδιαφέρον, να δούμε και κάναν άνθρωπο. Η Βούτα ήταν τώρα μια άδεια λίμνη χωρίς πάπιες και μηχανάκια. Καβάλησε ένα πεζοδρόμιο, τράβηξε χειρόφρενο και κοίταξε ψηλά στα δεξιά του, την έρημη γέφυρα. Τα σκουριασμένα κάγκελα και τα υπολείμματα λευκής μπογιάς στις ενώσεις. Βγήκε από το αυτοκίνητο, η βροχή είχε κόψει για την ώρα. Ανέβηκε την τσιμεντένια σκάλα της γέφυρας, στα 50 μέτρα από το τέλος της σκάλας ήταν η καλύτερη θέση για να βλέπεις τις κόντρες, επειδή υπήρχε μια κακοτεχνία, ένα εξόγκωμα σαν κακό σπυρί στο τσιμέντο της γέφυρας, «το θεωρείο». Έπρεπε να είσαι πολύ γρήγορος ή πολύ άγριος για να βρεις θέση στο «θεωρείο», εκείνος ήταν συνήθως πολύ κουρασμένος και πολύ ντροπαλός για να πλακωθεί στο ξύλο. Γι΄αυτό κατέληξε στη σκηνή, επειδή ντρεπόταν να παίζει κιθάρα στο δωμάτιο του πατρικού του και δεν υπήρχε περίπτωση να τραγουδήσει φωναχτά όσο ήταν μόνος του. Με τους υπόλοιπους ήταν αλλιώς. «Ρίχτα μωρή κοτούλα –τι κωλώνεις;» Και τότε γινόταν ένας στριμωγμένος άνθρωπος, τρομαγμένος από τον ίδιο του τον φόβο –σα σκυλί απέναντι σε χέρια γεμάτα πέτρες, απειλούσε τον ουρανό. Κοίταζε σπάνια δίπλα του, να δει αν το υπόλοιπο συγκρότημα ήταν ακόμα μαζί του και οι υπόλοιποι ήταν σχεδόν πάντα μαζί του, «προχώρα κι άλλο μη μασάς», προχωρούσε ακόμα πιο άκρη στη σκηνή μέχρι που το συγκρότημα τον άρπαζε απότομα, μισό βήμα πριν γκρεμιστεί –πάντα έτσι γινόταν, σχεδόν πάντα... Στη συναυλία στο γυμναστήριο τον αφήσανε για να δουν μέχρι που μπορεί να φτάσει, στην τελευταία συναυλία που δώσανε, πήγαν να τον τραβήξουν αλλά εκείνος τινάχτηκε να τους ξεφύγει και γκρεμίστηκε. Κοίταζε σπάνια δίπλα του, για να δει που είναι οι υπόλοιποι –ποτέ όμως δεν κοίταξε μπροστά, τον κόσμο που τον χάζευε. Συνήθως δεν τους άκουγε καν –εκείνη τη μέρα όμως ήταν αδύνατο να μην τους ακούσεις.
«Τι μαλλιά είναι αυτά παλιοπουστάρα;»
«Έπαιζε με την πρίζα ο μαλάκας, γι΄αυτό του σηκώθηκαν!»
«Έχει και βαμμένο ματάκι το χρυσό μου!»
«Μωρή Φτερού σταμάτα να τσιρίζεις, θα ξυπνήσει ο άντρας σου!»
Ήταν αδύνατο να μην τους ακούσεις.

Ο Τόλης ο μπασίστας τον είχε πλησιάσει νευρικά.
«Πάμε να φύγουμε -με τους μαλάκες...»
Ήταν η πρώτη τους κανονική συναυλία μ΄αυτό το σχήμα –ο Τόλης είχε παίξει πιο πριν με διάφορους, το ίδιο κι ο Λεό, ο ντράμερ. Ο άλλος κιθαρίστας ο Αλέξης ήταν πιτσιρικάς, πρώτη του φορά με συγκρότημα. Κι εκείνος είχε ξανανέβει με διάφορα σχήματα σε κλαμπάκια, συνήθως του κέντρου, κάποιοι συμμαθητές τον είχαν δει. Αλλά ήταν η πρώτη τους κανονική συναυλία μ΄αυτό το σχήμα, δεν σκόπευε να την παρατήσει τόσο εύκολα. Εδώ ήταν το Λύκειό του ρε γαμώτο –τους καργιόληδες που κράζανε και φτύνανε από κάτω θα ήταν υποχρεωμένος να τους φάει στη μάπα το επόμενο πρωί. «Τι έγινε μωρή Φτερού, ξέχασες να βάψεις τα νύχια σου σήμερα;» Δεν γινόταν να τα παρατήσει. Όχι εδώ, όχι τώρα.

Η βροχή ξανάρχισε να πέφτει, αλλά εκείνος δεν είχε καμιά διάθεση να φύγει από το «θεωρείο», αντιθέτως έσφιξε την σκουριασμένη κουπαστή μέχρι να μουδιάσουν τα δάχτυλά του.

Έσκυψε μπροστά.

Έσφιξε τη βάση του μικροφώνου μέχρι να μουδιάσουν τα δάχτυλά του.

Έσκυψε μπροστά.

«Το επόμενο τραγούδι μιλάει για όσους φοράνε φαρδιά παντελόνια για να μη φαίνεται οτι τους λείπουν τ΄αρχίδια...»
Αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα ακριβώς από κάτω του. Αθλητικά παπούτσια που έσκαγαν στο πλαστικό δάπεδο του γυμναστηρίου πατικώνοντας τσίγκινα κουτιά μπύρας. Και κοκακόλας. Ίσως και πορτοκαλάδας. Με ανθρακικό. Ένα διαπεραστικό ρεύμα αέρα που σφύριζε «θα πεθάνεις εδώ μέσα!»
«Και το κακό είναι οτι υποχρεωνόμαστε εμείς να πηδάμε τις γκόμενές τους επειδή αυτοί δεν μπορούν, έχει γίνει σκατά το μυαλό τους από τις ντισκόμπαλες....»
Κανένας δε μιλάει από κάτω, ο Τόλης έχει φύγει προς τα πίσω και κάτι σκαλίζει, εκείνος δεν προλαβαίνει καν να αναρωτηθεί αν υπάρχει έστω ένα παιδί που να τον συμπαθεί από κάτω, έστω ένα...
«Και το χειρότερο είναι οτι υποχρεωνόμαστε εμείς να πηδάμε και τις μανάδες τους, για να τους δώσουν χαρτζιλίκι, να πάνε στη Φλόριαν Γκρέι με τη Μαλμπουρίνη στο τσεπάκι...»
Το πρώτο τενεκεδάκι έκανε έναν θόρυβο σα λάστιχο που σκάει κι αμέσως ακολούθησαν 5-6 μαζεμένα, δεν κατάλαβε ποιο απ΄όλα του έσκισε το φρύδι, τι σημασία είχε άλλωστε; Απλώς όλα αυτά σήμαιναν οτι έπρεπε ν΄αρχίσουν να παίζουν το τραγούδι τώρα που είχαν την προσοχή τους... Γύρισε να κοιτάξει τους υπόλοιπους, τους έκανε νόημα κι εκείνοι έμοιαζαν με παιδιά κοκαλωμένα στο «τρενάκι του τρόμου» αλλά ήταν ακόμα παιδιά στο κάτω-κάτω...
«Το Αγόρι Που Φώναζε ‘ΑΛΛΟΣ’», είπε με το μικρόφωνο να γλύφει το μάγουλό του, τότε ένα τενεκεδάκι έσκασε πάνω στο μικρόφωνο κι ακούστηκε ανατριχιαστικό το ξύρισμα. Είχαν γράψει αυτό το τραγούδι όλοι μαζί –μίλαγε για ένα πρεζόνι που ζούσε στα Δημόσια Ουρητήρια, κοιμόταν στις τουαλέτες και έψαχνε μονίμως φράγκα για να γίνει.
«Δε μ΄αρέσει που παίρνω πίπα τον πατέρα σου/ αλλά κάπως πρέπει να ζήσω κι εγώ», νόμιζε οτι θα είχε χρόνο να πει τουλάχιστον τους πρώτους στίχους, νόμιζε οτι οι υπόλοιποι θα έπαιζαν έστω τη μισή εισαγωγή –έκανε λάθος. Κάποιος του πέταξε ένα γυάλινο μπουκάλι (μπύρα; κοκακόλα;), ένιωσε το θόρυβο που κάνανε τα μπροστινά του δόντια –έμοιαζε όπως όταν πετύχαινε κόκαλο στο κυριακάτικο ψητό της μάνας του -ανατριχιαστικό και σιχαμένο, όσο να πεις! Πίσω του δεν ακουγόταν μουσική, δεν χρειαζόταν να κοιτάξει για να βεβαιωθεί οτι οι άλλοι την είχαν ήδη κοπανήσει. Κάποιοι πήδηξαν πάνω στη σκηνή και τον έσπρωξαν –μια τσιρίδα «σταματήστε αμέσως, θα αποβληθείτε όλοι σας!».

Ο Σύλλογος Γονέων είχε δώσει την αίθουσα του γυμναστηρίου για να γίνει η συναυλία με την προϋπόθεση να επιβλέπει κάποιος καθηγητής. Ο κλήρος είχε πέσει στον γυμναστή. Ο γυμναστής μετέφερε τα καθέκαστα στο συμβούλιο των καθηγητών. Εκείνος αποβλήθηκε από το συγκεκριμένο Λύκειο δια παντός.

Δεν έψαξε να πάει σε άλλο Λύκειο, δεν άλλαξε το συγκρότημά του, για ποιο λόγο άλλωστε; Το συγκρότημα ήταν το μοναδικό που του είχε απομείνει. Και ήταν καλοί. Περάσανε δυο χρόνια που δίνανε συναυλίες όπου βρίσκανε –παίξανε μετά, κοντά ένα χρόνο μόνιμοι σε κλαμπ, βγάλανε κι ένα δίσκο σε σοβαρή εταιρεία, με το ζόρι τους δώσανε 10 δωρεάν αντίτυπα στον καθένα.... Ήταν καλό συγκρότημα.... Και μια μέρα διαλύσανε –για κάποιο λόγο που κανένας δεν θυμάται επακριβώς, τι σημασία έχει;

Εκείνος αποφάσισε τότε οτι έπρεπε να ηρεμήσει, να μαζέψει το μυαλό του, να κάνει διακοπές –ήταν ένας ακόμα ηλιόλουστος χειμώνας ανομβρίας, η καλύτερη εποχή για νησί. Στην Αλόννησο μ’ ένα παλιόφιλο από την εποχή του δεύτερου Χημείου (φωτογραφία όχι και τόσο ευκρινής –από εφημερίδα), ένα πρωί σηκώθηκε η υγρασία της σπηλιάς και τους πλάκωσε, ο παλιόφιλος είχε γίνει μυγιάγγιχτος επειδή υποψιαζόταν οτι εκείνος έβαζε χέρι στην καβάντζα του κι εκείνος έφυγε μετά από λίγο. Ο παλιόφιλος έμεινε πίσω.
Στην κατάληψη κοντά στη Βικτώρια –δεν θυμόταν τι ακριβώς είχε συμβεί (φωτογραφία πανοραμική -του κτιρίου). Κάποιο παιδί που φοβόταν οτι θα τους την πέσουν ξημερώματα....

Μετά η πόλη έγινε πολύ στενή γι΄αυτόν –κάποιες φήμες κυκλοφόρησαν, κάποιοι έψαχναν, κάτι έψαχναν.... Έφυγε ένα ξημέρωμα με το Μάτζικ Μπας και το διαβατήριο ενός ξαδέρφου του, πέντε χρόνια μεγαλύτερου –τον έψαχνε βλέπεις κι η στρατονομία ως λιποτάκτη.

Κοίταξε κάτω από τη γέφυρα, η Βούτα ήταν μια άδεια λίμνη πλέον. Ούτε ίχνος από τα μηχανάκια τους, ούτε ψίθυρος από τα χοντροκομμένα γέλια τους. Τίποτα. Ζύγιασε την πιθανότητα να φουντάρει από εκεί πάνω –πως ακριβώς φουντάρεις; Δίνεις ώθηση και φεύγεις προς τα κάτω με το κεφάλι; Ή καβαλάς το κάγκελο και πηδάς; Όσο κι αν προσπάθησε δεν κατάφερε να κάνει τα παιδιά του να μη φοβούνται. Όσο κι αν το ήθελε, δεν έπεισε ποτέ τον εαυτό του οτι αυτή ήταν η ζωή που ήθελε να ζήσει. Ή έστω η ζωή που μπορούσε ν’ αντέξει. Όσο κι αν έψαχνε μέσα στο κεφάλι του, δεν βρήκε πουθενά εκεί πέρα το επόμενο αριστούργημα. Τραγούδι, πίνακα... οτιδήποτε. Ήταν ένας τραγουδιστής που χανόταν με την πάρτη του όταν ανέβαινε πάνω στη σκηνή κι αυτό ήταν όλο. Αν δεν έχεις συγκρότημα πώς να φτιάξεις στίχους; Αν δε σε ζορίζουν, πώς να εκραγείς; Λοιπόν, απλά ρίχνεις το βάρος του σώματός σου έξω από το κάγκελο, σιγά –σιγά, μέχρι να βρεθείς μισοκρεμασμένος στην αόρατη τσουλήθρα και να φύγεις προς τα κάτω. Και μετά διπλώνει το σώμα, πιάνονται τα παπούτσια από την κουπαστή, ή κοπανάει η μύτη σου στο τσιμέντο απέξω –γίνεσαι καρτούν με λίγα λόγια. Κοίταξε κάτω, κάποια κίνηση στο πεζοδρόμιο.
«Πρόσεχε μη σκοτώσεις κάναν άνθρωπο ρε ηλίθιε!» γέλασε.

Δυο πιτσιρικάδες χαρχάλευαν την πόρτα του Ούνο, δεν τους πήρε πολλή ώρα μέχρι ν΄ανακαλύψουν οτι ήταν ξεκλείδωτη. Ο ένας μπήκε μέσα στα μουλωχτά, ο άλλος έμεινε απέξω κρατώντας τσίλιες. Εκείνος τους είδε, εκείνοι πάλι όχι. Έκανε μισό βήμα πίσω και τις παλάμες του χωνί.
«Κοιτάτε ρε μαλάκες μη σκοτωθείτε –έχει χαλάσει το υδραυλικό του τιμονιού!» φώναξε.

Οι πιτσιρικάδες σήκωσαν ταυτόχρονα τα κεφάλια –τόσο ταυτόχρονα που ο χωμένος μέσα στ΄αμάξι κοπάνησε στην μισάνοιχτη πόρτα του οδηγού.

Ξεκαρδίστηκε χαζεύοντάς τους.

Ο τσιλιαδόρος του έκανε κωλοδάχτυλο.

Η μηχανή του Ούνο πήρε μπρος.

Και η βροχή ξανάρχισε.

Άρχισε να κατεβαίνει την τσιμεντένια σκάλα της γέφυρας προσπαθώντας μάταια να κουμπώσει το δερμάτινο –πλαστικό μπουφάν του.
«Έχεις χοντρύνει φίλε μου –πάρτο απόφαση», μονολόγησε.

Και μετά...
«Θα ξημερώσει μέχρι να φτάσω σπίτι ποδαράτο –χίλιες φορές καλύτερα να είχα βουτήξει από τη γέφυρα....»

Αλλά βαριόταν να ξανανέβει, σκέφτηκε κιόλας οτι θα ήταν πολύ κρύο το αστείο: «Βούτηξε στη Βούτα!»

Πήρε τον δρόμο της επιστροφής τουρτουρίζοντας.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 22, 2010

"Έχουν κακούς σκοπούς"

Το πανάρχαιο τεστ προκειμένου να ξεσκεπάσεις έναν Ιησουίτη υπήρξε η ερώτηση σχετικά με το εάν «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» -γνωστό αυτό. Βέβαια, στο άκουσμα του προσδιορισμού «Ιησουίτης» στραβώνουν πολλά μούτρα –επειδή ο Ιησουιτισμός είναι συνώνυμος της υποκρισίας. Ακόμα πιο βέβαια, προκειμένου να παγιωθεί το αρνητικό στερεότυπο του Ιησουίτη, χρησιμοποιήθηκε αυτή ακριβώς η μέθοδος του «σκοπού που αγιάζει τα μέσα» -αποσιωπήθηκε δηλαδή το κομμάτι της ιστορίας που μνημόνευε την άνευ όρων αφοσίωση του συγκεκριμένου Τάγματος στον Παπισμό και υπερφωτίστηκαν τα (πλάγια) μέσα που χρησιμοποιούσαν οι συγκεκριμένοι φανατικοί προκειμένου να εκπληρώσουν τους σκοπούς τους. Με αυτό τον τρόπο, ένα Τάγμα φανατικών παρουσιάστηκε σαν μια ομάδα υποκριτών –πάει καλά....

Αν όμως ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα (κι αυτό το θυμούνται οι εκάστοτε ηττημένοι των κοινωνικών συγκρούσεων) –τότε μπορούμε να συμπεράνουμε οτι «τα μέσα αγιάζουν τον σκοπό»; Κάτσε να το δούμε αυτό, αλλά πρώτα ας ξεκαθαρίσω...

«Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», μόνο ΕΦΟΣΟΝ επιτευχθεί. Αλλιώς σου φορτώνουν ένα κάρο ταπεινά ελατήρια κι επιδιώξεις -βρίσκεσαι καπακοειδώς στο εδώλιο με την ρετσέτα του ανθρωπόμορφου κτήνους στο τσεπάκι επειδή τάιζες σοκολατάκια τις πάπιες στον Εθνικό Κήπο αδιαφορώντας για το κακό που κάνει η ζάχαρη στα ζώα –ζώο, ε ζώο! Δύο παραδείγματα:
1. Είσαι προπονητής και βγάζεις τη βεντέτα που περπατάει στο γήπεδο σαν Κοκκινοσκουφίτσα, βάζοντας στη θέση του φέρελπη νεανία ποδοσφαιριστή. Αν ο φέρελπης σκοράρει το νικητήριο γκολ –η διορατικότητά σου αποθεώνεται. Αν ο φέρελπης τα κάνει μαντάρα –κατηγορείσαι για υπέρμετρο εγωισμό ο οποίος δεν ανέχτηκε τη λατρεία του κόσμου προς τον Κοκκινοσκουφίτσα εξ ου και τον υπονόμευσες πούστικα.
2. Είσαι ο ΤσεΓκουεβάρας και, ως κομαντάντε, αποφασίζεις να αφήσεις τον πιτσιρικά αντάρτη της ομάδας σου χωρίς όπλο στην επικείμενη μάχη, επειδή το δικό του κάπου το έχασε απρόσεκτα. Αν κερδίσετε τη μάχη και σου΄ρθει ο πιτσιρικάς με καινούργιο τσίλικο όπλο το οποίο βούτηξε από τον εχθρό –αυτομάτως χαρακτηρίζεσαι εμπνευσμένος ηγέτης. Αν χάσετε τη μάχη και σου φέρουν τον πιτσιρικά στο ντορβά –είσαι ένας ακόμα παρανοϊκός δικτατορίσκος με μικροφαλία.

Και τελικά μην ξεχνάς πως, όσο οι Ιησουίτες του Ιγνάσιο Λιγιόλα έκαναν απανωτά χιτ στον πίνακα επιτυχιών της εποχής, ο Ιησουιτισμός ήταν κολακευτικός προσδιορισμός –κάτι σαν το σημερινό «Semper Fidelis» των βατραχομούρηδων για τους κατοίκους της Ηνωμενοπολιτιακής ενδοχώρας.

Επιστρέφω στην ερώτηση περί του αν «τα μέσα αγιάζουν τον σκοπό». Ας πούμε, θέλω να φάω τα λεφτά ευκολόπιστων συνανθρώπων μου κι έτσι να πλουτίσω. Δεν είναι κακός αυτός ο σκοπός; Απ΄όπου κι αν τον πιάσεις βρωμάει! Αν όμως εγώ βρω αυτόν τον καταπληκτικό τρόπο σύμφωνα με τον οποίο θα κάνω ευτυχισμένους τους ευκολόπιστους συναθρώπους μου; Αν τους απαλλάξω από τα άγχη, τις στεναχώριες και τη δυσκοιλιότητα –πως σου φαίνεται αυτό; Μήπως αγιάστηκε κάπως ο σκοπός μου; Σαφώς και όχι, θα απαντήσεις, καθότι παραμένεις βουτήχτρας, ψεύτης και απατεώνας. Ωραία!

Θα συμπεράνω λοιπόν οτι «τα μέσα αγιάζουν τον σκοπό», μόνο ΕΦΟΣΟΝ αυτός δεν επιτευχθεί. Αν δηλαδή δώσω χαρά και ευτυχία στους συνανθρώπους, αλλά στο τέλος (είτε επειδή την είδα απατεώνας ταινίας του Χόλυγουντ, είτε επειδή με πήραν πρέφα μέσω της αυτογνωσίας που τους παρείχα) εγώ δεν πάρω δεκάρα τσακιστή. Είμαστε σύμφωνοι; Δεν βλέπω γιατί όχι.

Τσάκω τώρα τα παραπάνω εργαλεία και πάμε να ξεκοιλιάσουμε ένα ζήτημα της σύγχρονης πραγματικότητας:

Είναι χρόνιος ο θαυμασμός των πιτσιρικάδων για τους διαβόητους παραβατικούς κι αυτό έχει την εξήγησή του. Διότι ο πιτσιρικάς αν δεν αμφισβητήσει τον «νόμο και την τάξη» πρέπει οι γονείς του να τον πάνε γραμμή στο πλησιέστερο ψυχιατρείο και να τον αφήσουν εκεί για πειραματόζωο. Φυσικά, το στερεότυπο του «αντισυμβατικού νέου» αντικαθίσταται με το εξίσου στερεότυπο του «συμβιβασμένου μεσήλικα», επειδή το πλησιέστερο ψυχιατρείο παραμονεύει και δεν κάνουν εκεί μέσα ηλικιακές διακρίσεις.

Να σημειωθεί πως, με το πέρασμα των χρόνων και την κυριαρχία της υπερκατανάλωσης, τα παραπάνω στερεότυπα μεταβλήθηκαν αισθητά και εξηγώ:

-Τις εποχές της ψωμόλυσσας που οι πιτσιρικάδες δεν είχαν ούτε δεύτερη τσίχλα να μασήσουν, ο μύθος του Ρομπέν των Δασών έκοβε εισιτήρια με το σκεπτικό οτι «ακόμα κι ένα μεταχειρισμένο, ‘αλλοτριωμένο’, σώβρακο είναι καλύτερο από το δικό μου το τρύπιο». Όταν όμως ήρθε η υπερκατοχή σαβούρας τα σώβρακα σταμάτησαν να προκαλούν δάκρυα ευγνωμοσύνης στους πιτσιρικάδες. Κι ο ρόλος του Ρομπέν θόλωσε κάπως –οι καινούργιοι Ρομπέν δεν μοίραζαν πλέον απτά καρβέλια ψωμί, αλλά χτυπούσαν κατευθείαν «το σύστημα». Πως; Γιατί; Με τι; Γενικά ρε παιδί μου!

-Η εποχή της υπερκατανάλωσης ήρθε αγκαζέ με την υπερχρέωση και λογιστικά υπεύθυνος για τα οικονομικά της «Οικογένειας Ο.Ε.» είναι μονίμως κάποιος «συμβιβασμένος μεσήλικας». Αυτός που αντιπαθούσε παλιότερα τους κλέφτες επειδή ένα ρημαδοαυτοκίνητο είχε αξιωθεί ν΄αγοράσει κι αν το έχανε –χέσε μέσα. Αυτός λοιπόν τώρα καλοβλέπει τους σύγχρονους Ρομπέν των Δασών που χτυπάνε «το σύστημα», επειδή «μπορεί να σπάσει ο διάολος το ποδάρι του και στην επόμενη μπούκα σε τράπεζα να μπουρλοτιάσουν η βάση δεδομένων και να διαγραφούν τα χρέη μου». Το σύστημα γενικά ρε παιδί μου!

Τουτέστιν είμαστε πολλοί αυτοί που συμπαθούμε τους παραβατικούς πλέον –αρκεί βέβαια να μην παραβούν το νόμο πάνω μας. Επειδή τότε υπεισέρχεται, ας πούμε, ο καταραμένος υποκειμενισμός και θολώνει η περίφημη αντικειμενική μας κρίση –κατάλαβες;

Κι ανάλογα με την κοσμοθεωρία μας, εφαρμόζουμε κάποιο από τα παραπάνω δυο αξιώματα για να «αγιάσουμε» τη δράση των παραβατικών (με τις σχετικές επεξηγήσεις μου, μην το ξεχάσεις!)

Αν, ας πούμε, εγώ είμαι δεξιόστροφος και διαβάσω περί της παραβατικής συμπεριφοράς του επιτυχημένου επιχειρηματία ονόματι Βούτακα, θα αποφανθώ: «εφόσον είχεν θάρρος ο άθρωπος δεν τρέχει τίποτις δηλαδή –κάντο κι εσύ άμα μπορείς, αλλά δε μπορείς, γι΄αυτό μια ζωή θα μείνεις τσανακογλύφτης!» Αυτό στην περίπτωση όπου ο Βούτακας θα καταλήξει επιτυχημένος επιχειρηματίας (ο σκοπός αγιάζει τα μέσα) βεβαίως! Επειδή, άμα τον βουτήξουνε τον Βούτακα στην πρώτη μπούκα που θα κάνει σε βίλα στο Ψυχικό, θα αγανακτήσω: «εχτέλεσις τους χρειάζεται σε κάτι τοιούτους –σήμερα μπαίνουν στας βίλας, αύριο θα μπουν και στα δικά μας σπίτια!»

Αν τώρα είμαι αριστερόστροφος και διαβάσω περί της συλλήψεως ληστού, θα αποφανθώ: «κι εσύ δεν θα λήστευες μια τράπεζα αν ήσουνα αόρατος;» Άμα τον πιάσουν τον ληστή (τα μέσα αγιάζουν τον σκοπό) –έτσι; Επειδή, άμα δεν τον πιάσουν και επενδύσει τα κλεμμένα από την τράπεζα σε καμιά επιχείρηση εισαγωγών –εξαγωγών θα διαδηλώσω εξοργισμένος: «κάτω οι αιμορουφήχτρες, κάτω το κεφάλαιο!»

Λοιπόν –καιρός να αφήσουμε στην άκρη την Ιησουίτικη βρωμοπαγίδα, επειδή νομίζω οτι αυτό το τρυκ περί σκοπού και μέσων το έφτιαξαν οι ίδιοι οι Ιησουίτες για να ξεφορτωθούν τους ενοχλητικούς και να δουλεύουν με την ησυχία τους. Γιατί ο σκοπός και τα μέσα είναι κολοκύθια με τη ρίγανη –όπως κολοκύθια με τη ρίγανη είναι και κάθε προσπάθεια να αποφανθείς για μια κοινωνική ενέργεια ξεκομμένη από το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο παρατηρήθηκε.

Ξέρουμε (αυτό έλειπε άλλωστε!) οτι τα αίτια της παραβατικότητας είναι αμιγώς κοινωνικά. Ο παραβατικός ωθείται στην πράξη του είτε από την ανάγκη της επιβίωσης (με λένε Γιάννη Αγιάννη και βούτηξα μια φραντζόλα επειδή πεινούσα), είτε από την ανάγκη της εκπλήρωσης πλαστών αναγκών κοινωνικής ανέλιξης.

Ξέρουμε (ή μήπως όχι;) οτι η παραβατικότητα ενισχύει την κρατική δομή εφόσον:
1. Ο «κινγκ σάιζ» παραβατικός δεν αμφισβητεί την κυρίαρχη τάξη, απλώς προσπαθεί να εισχωρήσει σε αυτή με ριφιφί.
2. Η ύπαρξη του «φτωχοδιάβολου» παραβατικού δικαιολογεί την ύπαρξη των κατασταλτικών μηχανισμών (αστυνομία, δικαστήρια) στα μάτια των πολιτών και φέρνει έξτρα κέρδη στις εταιρείες πώλησης ασφάλειας (θωρακισμού σπιτιών, σεκιούριτι, συναγερμών κ.λ.π.)

Γνωρίζουμε τέλος (κι ας προτιμούμε να το αγνοούμε) οτι η παραβατικότητα αποτελεί συνεκτικό παράγοντα ομαδοποίησης και, άρα, διαφοροποίησης από τις υπόλοιπες (ας τις πούμε) «κοινωνικές τάξεις». Η «κάστα των παραβατικών» έχει δική της συνοχή, δικό της ηθικό κώδικα και δικό της αξιακό σύστημα. Η συγκεκριμένη κάστα μπορεί να συμπορευτεί (ατομικά ή/και ομαδικά) με τους κεφαλαιοκράτες όταν τα συμφέροντά τους συναντιούνται αλλά δύσκολα θα αφομοιωθεί πλήρως από αυτούς. Η συγκεκριμένη κάστα μπορεί να συμπορευτεί (κυρίως σε ατομικό επίπεδο) με τους «αντισυμβατικούς» όταν το συμφέρον το απαιτεί, αλλά η συγκεκριμένη συμπόρευση θα είναι, χρονικά, περιορισμένη και θα καθορίζεται από την αποτυχία του εγχειρήματος. Στην επόμενη «πετυχημένη μπάζα» ο παραβατικός θα πάρει τα λεφτά και θα τρέξει. Κι αλίμονο αν κανένας ηλίθιος προσπαθήσει να του σταθεί εμπόδιο!

Έχω μεγαλώσει με τις Αμερικάνικες ταινίες αποθέωσης της ατομικής πρωτοβουλίας. Έχω μεγαλώσει με τις ταινίες όπου ο ήρωας και ο αντι-ήρωας είναι υπεράνθρωποι.
Λατρεύω το «Μπόνι και Κλάιντ», το «Δημόσιος Κίνδυνος», την «Τρομερή Συμμορία» -έχω ξεκοκαλίσει το βιβλίο του Ζακ Μεσρίν, τα κόμιξ της Μάρβελ και τις περιπέτειες του «Λωποδύτη Φάντασμα». Όταν ήμουνα πιτσιρικάς η ομάδα μου στο Σουμπούτεο ήταν η Νότιγχαμ Φόρεστ επειδή μου θύμιζε τον Ρομπέν των Δασών.

Αλλά όταν θέλω να διαβάσω σχετικά με τις κοινωνικές θεωρίες δεν ξεφυλλίζω ούτε τον Πρίτσερ, ούτε τον Κάπτεν Αμέρικα, ούτε κάποιο βιβλίο του Ντάσιελ Χάμετ –εντάξει; Για τον ίδιο ακριβώς λόγο που δεν θεωρώ νίκη της κοινωνικής επανάστασης τα τρία γκολ που έριξε μέσα στη Βρέμη ο Ολυμπιακός πριν δυο χρόνια.

Τα θυμήθηκα όλα αυτά από μια κουβέντα που είχα τώρα τελευταία και είπα να τα σημειώσω επειδή φοβήθηκα οτι, έτσι όπως πάει το πράγμα, θα ξεχάσω και πως με λένε –κάποια αδυναμία συγκέντρωσης, αν με καταλαβαίνεις....

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 18, 2010

"Τρία φανταστικά αγόρια"

Πετάχτηκαν από τη διπλή πόρτα της ταβέρνας σαν τους κακούς μπελάδες –η ανάσα τους βρώμαγε σκόρδο και κρασί όσο στριμώχνονταν μεταξύ εσωτερικής τζαμαρίας και εξώπορτας –τρεις κι ανεπανάληπτοι. Ο Γρηγόρης έχωσε στα μουλωχτά κάποια τρικλοποδιά στον Αχιλλέα κι εκείνος στριφογύρισε το χαμηλό κέντρο βάρους του –110 κιλά τετραγωνισμένα σε 170 εκατοστά κι αυτά σκάρτα –ο Βασίλης ο Γένιας κόλλησε στον τοίχο αλλά δε γλίτωσε το τράκο.
«Τι μαλάκας που είσαι!» μούγκρισε ο Αχιλλέας.
«Εγώ ή εσύ που αλλού πατάς κι αλλού βρίσκεσαι;» κορόιδεψε ο Γρηγόρης.
«Φύγε από πάνω μου –μ΄έλιωσες!» παρακάλεσε ο Γένιας.
Βγήκαν στη βροχή κοντανασαίνοντας σα γαϊδούρια σε ανηφόρα.

Ο Γένιας πρώτος έπιασε τοίχο, ψάχτηκε για τσιγάρο ανατριχιάζοντας –ένιωθε τη βροχή στη ραχοκοκαλιά κι ας είχε φάει μόνο κάτι ψιλές σταγόνες, ο Γένιας κρύωνε ακόμα και τα καλοκαίρια από μικρό παιδί –και τώρα, σαραντάρης πατημένος, τα πράγματα είχαν χειροτερέψει. Κρύωνε και χαλάρωναν οι σπάγκοι στις κλειδώσεις του –όπως της μαριονέτας.
«Άντε καληνύχτα», είπε στους υπόλοιπους. Δεν έβλεπε την ώρα να χωθεί κάτω από τα σκεπάσματα.
«Τι καληνύχτα; Μας πουλάς ρε πούστη;» μούγκρισε ο Αχιλλέας.
«Αφού… έχει και συνέχεια δηλαδή;» κλαψούρισε ο Γένιας.
«Τώρα αρχίζει η νύχτα!» πανηγύρισε ο Αχιλλέας.
Μετά κοίταξαν κι οι δυο τους το Γρηγόρη –περιμένοντας εντολές. Έτσι πήγαινε το πράγμα, από το σχολείο…
«Παπάρια μάντολες…» ψιθύρισε ο Γρηγόρης.
«Δε σε πιάνω!» απόρησε ο Αχιλλέας.
«Για άλλο το λέω», απολογήθηκε βιαστικά ο Γρηγόρης.
Τα είχε βαρεθεί όλα αυτά –όχι τώρα –εδώ και 20 χρόνια τα είχε βαρεθεί. Η παρέα των τρομακτικών κάφρων –στο Λύκειο τους τρέμανε οι φλώροι κι όχι μόνο αυτοί. Δικό τους τραπέζι ρεζερβέ στην καφετέρια του Μπιλ του Χοντρού, δική τους μπασκέτα στο προαύλιο του Λυκείου, δική τους κερκίδα, δικός τους χώρος στο «καπνιστήριο»… Ρεζερβέ. Κι όταν τελειώσανε το Λύκειο γυρόφερναν ακόμα σα λιμασμένα σκυλιά, έδειχναν τα δόντια τους σε κάθε πούστη που προσπαθούσε να αμφισβητήσει τους δικούς τους χώρους. Μέχρι που μάζεψε ο γυμναστής κάτι καλόπαιδα μαθητές, τους έταξε μόνιμη απαλλαγή από τη γυμναστική με τον όρο να διώξουν τους εξωσχολικούς. Στο πρώτο πέσιμο η παρέα των τρομακτικών κάφρων αντιστάθηκε – έπεσε το ξύλο σύννεφο. Αλλά μετά κατάλαβαν πως ήταν χαμένη η υπόθεση –θα μπορούσαν να τη στήσουν στους πιτσιρικάδες και να τους λιανίσουν κατά μόνας, θα μπορούσαν να παίζουν ξύλο καθ΄εκάστη στο σχολικό προαύλιο όμως είχαν γίνει πλέον εξωσχολικοί. Κι απέναντι στον εξωσχολικό στέκεται όλο το σχολείο –το θυμόντουσαν απ΄όταν ήταν κι οι ίδιοι μαθητές.
«Δεν πα’ να ‘ναι απέναντί μας κι ο Έκτος Στόλος –εμείς δε μασάμε!» είχε δηλώσει τότε ο Αχιλλέας.
«Μασάμε ρε ηλίθιε, επειδή στο προαύλιο βολτάρουμε για να τσιμπήσουμε κάνα γκομενάκι...» του είχε εξηγήσει ο Γρηγόρης.
Χάσανε με μισοκατεβασμένα τα χέρια -δεν ξαναπάτησαν στο προαύλιο από τότε. Έπρεπε να βρουν και καμιά δουλειά, τους ζέψανε μετά στη θητεία –πού χρόνος;

«Με ποιανού το αμάξι θα πάμε;» ρώτησε ο Αχιλλέας.
«Με το δικό σου!» είπε ο Γρηγόρης.
Ο Γένιας έκανε την πάπια λόγω τσιγκουνιάς.
«Άντε –ελάτε», μούγκρισε ο Αχιλλέας τσαλαβουτώντας στη βροχή.
Έφτασαν στο Λαντ Ρόβερ του...
«Ότι σκατολοϊδι έχει εκεί πίσω, ρίχτο στο πορτ μπαγκάζ», φώναξε στον Γένια που αγωνιζόταν να βολευτεί στις πίσω θέσεις.
Ο Γρηγόρης άναψε τσιγάρο στη θέση του συνοδηγού κι έσκασε ένα κλικ το παράθυρο για να ρίχνει τη στάχτη έξω.
«Δεν το κλείνεις; Θα πουντιάσουμε!» γκρίνιαξε ο Γένιας.
«Δώστου μια θερμοφόρα του σκατόγερου!» είπε ο Γρηγόρης στον Αχιλλέα.
Εκείνος γέλασε. Το Λαντ Ρόβερ βγήκε στο δρόμο άνευρο, σαν βαγόνι τρένου.
«Που πάμε;» ρώτησε ο Γένιας.
«Στα καλύτερα αγόρι μου! Που αλλού;» φώναξε ο Αχιλλέας.
Ο Γρηγόρης τίναξε το τσιγάρο έξω από το τζάμι, υπολόγισε τι λεφτά είχε πάνω του κι αναστέναξε. Το πολύ δυο-τρία κεράσματα...
Ο Αχιλλέας κόρναρε σε κάποιον που ερχόταν από το αντίθετο ρεύμα.
«Άντε γαμήσου καργιολόπουστα!» ούρλιαξε.
«Με τον Λούι έμοιαζε αυτός... Λες να ήταν;» απόρησε ο Γένιας κοιτάζοντας έξω από το τζάμι του.
«Σου έχει μείνει κόλλημα με τον Λούι –πάει αυτός, μας τελείωσε...» είπε ήρεμα ο Γρηγόρης.
«Κακό του ψόφο!» ευχήθηκε ο Αχιλλέας.
Έμειναν για λίγο σιωπηλοί.

Το Λαντ Ρόβερ διέσχιζε τη μπόρα σαν κανονική φάλαινα, οι τζαμοκαθαριστήρες διώχνανε ποτάμια από το μπροστινό τζάμι, ο Αχιλλέας βιάστηκε ν΄ανοίξει τη θέρμανση μπας και διατηρήσει επαφή με τον δρόμο. Ταυτόχρονα ψαχούλευε τους σταθμούς του ραδιοφώνου, πέτυχε κάτι σκυλάδικα –έμεινε εκεί.
«Πλάκα μου κάνεις;» απόρησε ο Γρηγόρης.
«Φάση έχουν ρε!» δικαιολογήθηκε εκείνος. «Την έχεις δει αυτή που το λεει; Καραμουνάρα!»
«Και τι με νοιάζει; Μήπως τη βλέπω τώρα; Μόνο την ακούω...» ψιθύρισε ο Γρηγόρης.
Ένας ταλαίπωρος τσαλαβουτούσε μεταξύ πεζοδρομίου και ασφάλτου αριστερά τους, ο Αχιλλέας κάρφωσε την τέταρτη και τον πέρασε σκέτος αέρας, βυθίζοντάς τον σε ένα κύμα βρόχινου νερού.
«Πάρτα ρε άρρωστε!» ζητωκραύγασε.
Ο Γένιας κοίταξε από το πίσω τζάμι –κάπως γνωστός του φάνηκε ο βρεμένος αλλά προτίμησε να μην πει τίποτα. Ο Γρηγόρης αναστέναξε σαν κάποιος που βλέπει χιλιοπαιγμένη επανάληψη σήριαλ στην τηλεόραση.
«Καλά δεν του ξηγήθηκα;» ζήτησε επιβεβαίωση ο Αχιλλέας.
«Παπάρια μάντολες...» έκανε αφηρημένα ο Γρηγόρης.
«Μας το ξανάπες αυτό!» παρατήρησε ο Αχιλλέας.
«Ναι –αλλά δεν το εμπεδώσατε», του ξεκαθάρισε ο Γρηγόρης.
«Για κάντο λιανά λοιπόν...» σφύριξε ο Αχιλλέας.
«Λιανά είναι ρε μαλάκα!» είπε ο Γρηγόρης.
Σταμάτησαν να μιλάνε, ο Αχιλλέας καρφώθηκε στο δρόμο για να κρύψει τη νευρικότητά του, ο Γένιας άναψε τσιγάρο αλλά το μετάνιωσε αμέσως, επειδή έπρεπε ν’ανοίξει παράθυρο, πάτησε προσεκτικά την καύτρα στο τασάκι δίπλα του και ξανάβαλε το τσιγάρο στο πακέτο.
«Πόσο καιρό έχουμε να βγούμε ρε φίλε;» έκανε νοσταλγικά ο Αχιλλέας.
«Την περασμένη βδομάδα μαζί δεν ήμασταν!» απόρησε ο Γένιας.
«Λεω για μας ρε βούρλο –αντροπαρέα! Την περασμένη βδομάδα ήταν τα γενέθλια του γιου μου... Δεν μετράει αυτό».
Ο Γένιας άνοιξε το στόμα να κάνει «αααα!» όμως το ξανάκλεισε επειδή μπήκε αέρας και του γάμησε ένα σπασμένο σφράγισμα στον φρονιμίτη –στράβωσε βιαστικά τα χείλια και μαζεύτηκε. Το Λαντ Ρόβερ συνέχισε να σκίζει τα κύματα της λεωφόρου.

«...και της κάνω νόημα να πέσει στα τέσσερα –φοβερή κωλάρα φίλε μου, της τον έκανα αεροδρόμιο!» φλυαρούσε ακατάσχετα ο Αχιλλέας ψεκάζοντας με σάλια το ταμπλό του αυτοκινήτου.
Ο Γρηγόρης έδειχνε να τον ακούει, κούναγε και το κεφάλι κάθε λίγο, χαμογελούσε στραβά –όμως σκεφτόταν τα δικά του. Δυο δόσεις για την επόμενη βδομάδα και δεν υπήρχε σάλιο, τρεις επιταγές θα σκάγανε μέσα στο μήνα –δεν υπήρχε πιθανότητα να τις καλύψει. Και η μαλακισμένη να θέλει καινούργιο σαλόνι –μονίμως στην κοσμάρα της. Λεφτά δεν είχε αξιωθεί ποτέ να φέρει στο σπίτι, ακόμα ξεχρέωνε τις βλακείες της, «θ’ανοίξω μαγαζί εσωρούχων Γρηγόρη μου, μαζί με τη Λέλα!» «θα μπεις μέσα –σύνελθε!» «γιατί μου τα κάνεις αυτά, γιατί με υποτιμάς; λες κι εσύ τα καταφέρνεις καλύτερα! θ΄ανοίξω μαγαζί πάει και τέλειωσε! δικά μου είναι τα λεφτά!» Ποια λεφτά; Κάτι χαμοκέλες που της είχε γράψει η μάνα της, τα νοίκια δε φτάνανε ούτε για τις επισκευές –βρήκαν ευκαιρία και τις δώσανε σ΄έναν εργολάβο στα πρώτα χρόνια του γάμου τους. Πήρανε ψίχουλα –τα έριξε ο Γρηγόρης στο σιδεράδικο για ν΄αγοράσει καινούργια μηχανήματα –όπως τα΄ριξε έτσι τα’χασε. Επειδή κόψανε οι δουλειές, 5 χρόνια περάσανε, τα μηχανήματα άρχισαν να ρετάρουν χωρίς να βγάλουν ούτε το κόστος τους. Τότε άρχισε να τζογάρει ο Γρηγόρης –μια καλή χρειαζόταν, μια γαμημένη καλή, τίποτ΄άλλο...
«Είσαι εδώ ρε μαλάκα; Τι έπαθες; Αποκοιμήθηκες;» τον σκούντηξε άγρια ο Αχιλλέας.
Ο Γρηγόρης πιάστηκε απροετοίμαστος –ο δεξιός του ώμος πήγε και κοπάνησε στο μισοκλειστό τζάμι.
«Άντε γαμήσου!» μούγκρισε.
«Πάρτη και κοιμήσου!» απάντησε στο καπάκι ο Αχιλλέας.
«Τι θες ρε; Τι θες; Να γίνουμε κώλος εδώ μέσα;» φούντωσε ξαφνικά ο Γρηγόρης.
«Τι σ΄έπιασε τώρα;» απόρησε ο Αχιλλέας.
«Στάματα να κατέβω ρε μουνόπανο! Σταμάτα όπως είσαι!» τσίτωσε κι άλλο ο Γρηγόρης.
Ο Γένιας τους κοίταζε από πίσω απορημένος. Κάτι είχε παιχτεί κι εκείνος το έχασε –μάλλον την ώρα που χάζευε τις φωτισμένες βιτρίνες των κοιμισμένων καταστημάτων. Ή μπορεί και να είχε γλαρώσει εκεί πίσω....
Το Λαντ Ρόβερ σταμάτησε δίπλα σε κάποιο πεζοδρόμιο.
«Εντάξει τώρα; Ηρέμησες μαλάκα;» ρώτησε ο Αχιλλέας.
«Τι να ηρεμήσω; Μας έχεις γκαστρώσει με τις παπαριές σου!» μούγκρισε ο Γρηγόρης. Δεν είχε καμιά διάθεση να παραδεχτεί οτι σκεφτόταν τα δικά του και δεν άκουγε λέξη απ΄όσα έλεγε ο Αχιλλέας.
«Παπαρίες; Παπαριές ε; Δηλαδή δε γουστάρεις να ρίξουμε κάνα μανίκι; Το γύρισες το φύλο –έγινες πολύ χαλβάς μου φαίνεται.... Αν είναι έτσι να σε πάω πίσω στ΄αμάξι σου, θα τη βρούμε την άκρη εγώ κι ο Γένιας...» άρχισε να κορώνει κι ο Αχιλλέας με τη σειρά του.
«Πάντως, αν είναι να γυρίσουμε, λέω κι εγώ να την κάνω για σπίτι....» μουρμούρισε ο Γένιας.
«Ποιος σε ρώτησε ρε πούστη;» αγανάκτησε ο Αχιλλέας.
«Προχώρα», του είπε ήρεμα ο Γρηγόρης.
«Όχι αν είναι δηλαδή...» έκανε ο Αχιλλέας.
«Προχώρα –ξημερώσαμε!» φώναξε ο Γρηγόρης.
Και το Λαντ Ρόβερ προχώρησε, πέρασε τη μισή λεωφόρο μέχρι να χωθεί σ΄ένα τυφλό στενό, έξω από κάποιο κακοφωτισμένο μπαρ –εκεί το Λαντ Ρόβερ σταμάτησε για να ξεβράσει τρεις αμίλητους άντρες με αμάνικα πουλόβερ και κοτλέ χοντρόριγα παντελόνια.
«Παπάρια μάντολες», ψιθύρισε ο Γρηγόρης αλλά κανείς τους δεν τον άκουσε.

Το μπαρ βρώμαγε ξινό ιδρώτα κι αποσμητικό χώρου ανακατεμένο με τσιγαρίλα –τα μισά του τραπέζια ήταν πιασμένα από ζευγάρια, άλλη παρέα δεν υπήρχε. Ο Αχιλλέας εξέτασε τις κοπέλες που ψιλοκοιμόντουσαν στη μπάρα και φάνηκε ικανοποιημένος.
«Πάμε να κάτσουμε», είπε.
Οι άλλοι τον ακολούθησαν. Βρήκαν ένα τραπέζι στη μέση του μαγαζιού, το τραπεζομάντιλο είχε μια νοτισμένη στάμπα στο κέντρο του, ο Γένιας το είδε και σιχάθηκε.
«Τι θα πιούμε;» ρώτησε ο Αχιλλέας.
«Γιατί –υπάρχει τίποτα εδώ μέσα που να πίνεται;» γέλασε ο Γρηγόρης.
«Θα πάρω μπύρα....» αποφάσισε ο Γένιας.
«Τρεις μπύρες», είπε ο Γρηγόρης στο ψωραλέο γκαρσόνι που τους πλησίασε.
Περίμεναν κοιτάζοντας προς το μπαρ.
«Ποια γουστάρεις;» ρώτησε ο Αχιλλέας.
«Αν έβλεπα μέχρι εκεί κάτω μπορεί και να σου έλεγα...» έκανε ο Γρηγόρης.
«Εγώ πάντως γουστάρω την ξανθιά με το γούνινο σακάκι», είπε ο Γένιας.
«Την ξανθιά γουστάρεις ή το γούνινο σακάκι ρε κρυόκωλε;» γέλασε ο Αχιλλέας.
«Μαζί δεν πάνε;» απόρησε ο Γένιας.
«Εκείνη, δίπλα στην κολώνα δε μοιάζει με την....» είπε σκεφτικά ο Αχιλλέας.
«Με ποια;» απόρησε ο Γρηγόρης.
«Δε θυμάμαι τ΄όνομά της –με μια συμμαθήτρια.... Που την πήδαγε ο Τζίμης ο Έλβις... Που μετά τα ΄χε για λίγο με τον Στάθη....»
«Τη Ρούλα λες;» ρώτησε ο Γένιας.
«Ποια Ρούλα;» απόρησε ο Αχιλλέας.
«Εκείνη που είχε αρραβωνιαστεί ο Έλβις....»
«Πας καλά ρε βλαμμένε; Την αρραβωνιαστικιά του Έλβις υπήρχε περίπτωση να την πηδήξει ο Στάθης;» νευρίασε ο Αχιλλέας.
«Μα...» διαμαρτυρήθηκε ο Γένιας.
«Δίκιο έχει –για τη Ρούλα λες», τον γείωσε ο Γρηγόρης.
«Όχι ρε μαλάκα!»
«Ναι ρε μαλάκα!»
«Και τι δηλαδή; Μοιάζει αυτή εκεί πέρα με τη Ρούλα;»
«Όχι –δε μοιάζει!»
«Ε, λοιπόν!» αγανάκτησε ο Αχιλλέας.
«Τι λοιπόν ρε σούργελο; Εσύ μας είπες οτι μοιάζει!» γέλασε ο Γρηγόρης.
«Είπα εγώ τέτοιο πράγμα; Για άλλη λέω...»
«Ποια άλλη;»
«Ε, δε θυμάμαι τ΄όνομά της!»
Ο Γρηγόρης άρχισε να γελάει δυνατότερα όσο ο Αχιλλέας κοκκίνιζε –θα γινόταν πάλι τζέρτζελο αν δεν τους πλησίαζε η κοπέλα. Θες επειδή την κοίταζαν τόση ώρα; Θες γιατί το μαγαζί δε σήκωνε βαβούρες; Πάντως η κοπέλα τηλεμεταφέρθηκε από την κολώνα δίπλα στον Αχιλλέα την ώρα που το γκαρσόνι απίθωνε τις μπύρες.
«Θα κεράσεις;» τον ρώτησε ζαχαρωμένα.
«Ότι θες μανίτσα μου!» πανηγύρισε εκείνος ξεχνώντας τον, παραλίγο, καυγά.
Η κοπέλα έκανε νόημα στο γκαρσόνι και παράγγειλε «σαμπάνια» -ο Γρηγόρης κόντεψε να πνιγεί με τη μπύρα του. Από το μπαρ ξεκίναγαν άλλες δυο τορπιλάκατοι με προορισμό το τραπέζι τους.
«Να καθίσουμε;» ρώτησε η μια.
Ο Γένιας μαζεύτηκε, επειδή δεν είχε έρθει η ξανθιά με το γούνινο σακάκι, αλλά την ξέχασε αμέσως όταν τον αγκάλιασε μια μακρυμάλλα ψιλόλιγνη σα μπαστούνι του γκολφ. Ο Γρηγόρης το γύρισε στα χαμόγελα με τη δικιά του όσο εκείνη τίναζε το ξανθό α λα γκαρσόν μαλλί της σε ρυθμό τικ.
«Πρώτο πράμα ε!» του σφύριξε ο Αχιλλέας, όσο χούφτωνε τα μπούτια της κοπέλας δίπλα του.
Κι ο Γρηγόρης δεν είχε όρεξη να πει ούτε «παπάρια μάντολες».
«Μπύρα; Ξενέρωτοι!» φώναξε η κοπέλα δίπλα στον Γένια.
«Που΄σαι παιδί!» έσκουξε ο Αχιλλέας. «Φέρε μια μπουκάλα ουίσκι με τα σχετικά!»
Ο Γρηγόρης πήρε να ιδρώνει.
«Πάω στην τουαλέτα», είπε σπρώχνοντας την καρέκλα του.
Οι άλλοι δεν του έδωσαν σημασία. Και μόνο όταν κλείστηκε στο βρωμερό αποχωρητήριο στριφογύρισε σαν το καλώδιο για να μην ακουμπήσει στους τοίχους όσο ξεκούμπωνε την κωλότσεπή του κι έβγαζε το πορτοφόλι. Ψαχούλεψε, μέτρησε, απελπίστηκε –το έβαλε πάλι στην τσέπη του. Σκέφτηκε να ρίξει κι ένα κατούρημα επί της ευκαιρίας αλλά δεν του ΄ρχονταν.

Περνώντας από τη μπάρα τον πλεύρισε μια κοντούλα με λαμέ φόρεμα.
«Θες παρέα;» τον ρώτησε.
«Έχω», είπε ο Γρηγόρης.
«Σιγά την παρέα!» γέλασε η κοντούλα.
«Τι διάολο –δεν έχετε καθόλου συναδελφική αλληλεγγύη εδώ μέσα!» απόρησε ο Γρηγόρης.
«Συνα....τι;» έκανε η κοντούλα.
«Συνατίποτα», είπε ο Γρηγόρης και ξεκίνησε για το τραπέζι του.
Η κοντούλα ερχόταν από πίσω –της προσκολλήσεως.
«Τι έγινε Αρχηγέ; Μας φέρνεις έξτρα υλικό;» γέλασε ο Αχιλλέας.
Κι ο Γρηγόρης γαμωσταύρισε μέσα απ΄τα δόντια του –εδώ δεν είχε να πληρώσει την α λα γκαρσόν, τώρα του φορτωνόταν κι ο ζουμπάς!
«Λοιπόν κορίτσια!» φώναξε ο Αχιλλέας απλώνοντας τη χερούκλα του προς την στενόμακρη κοπέλα που μόστραρε σαν αλατιέρα δίπλα στον Γένια. «Πρέπει να σας πω δυο λόγια –να ξέρετε με ποιους έχετε να κάνετε!»
«Όχι ρε πούστη!» μούγκρισε ο Γρηγόρης.
«Τι είπες μανάρι μου;» έκανε η κοντή.
«Άσε τίποτα....» μουρμούρισε ο Γρηγόρης.
«Δε θα με κεράσεις;» συνέχισε εκείνη.
«Πιες από το μπουκάλι μας», προθυμοποιήθηκε ο Γρηγόρης αδιάφορα.
«Δεν τα πίνω αυτά –θέλω σαμπάνια!» διαμαρτυρήθηκε η κοντή.
«Καλά –τραγούδα....» είπε ο Γρηγόρης.
«Εμείς, για να ξέρετε, είμαστε πολύ δαγκωτικά άτομα, φόβος και τρόμος των Νοτίων προαστίων –εμάς που μας βλέπετε δε μασάμε ταραμά, ούτε τρώμε ηλιόσπορους στα τσιμέντα –εντάξει;» φώναζε ο Αχιλλέας.
«Ουάου αγόρι μου –τέτοιους άντρες γουστάρω!» έκανε η κοπέλα δίπλα του.
«Καλά –παράγγειλε μια γύρα χρώμα για όλες σας και θα γουστάρεις ακόμα περισσότερο», τη γείωσε ο Αχιλλέας και προσπάθησε να συγκεντρωθεί στα όσα έλεγε.
«Εμείς λοιπόν κυρίες και κύριοι....»
«Κάτσε κάτω ρε μαλάκα», του σφύριξε ο Γρηγόρης.
«Όχι δεν κάθομαι. Θα τα πω –τι νόμιζες, οτι θα κωλώσω; Επειδή μας βάλανε αποκάτω δηλαδή; Επειδή μας ζέψανε σα βασταγερά στο μεροκάματο; Μας φορτώσανε και με δυο κουτσούβελα -από πότε πήγε τόσο ακριβά το γαμήσι ρε φίλε; Δεν κατάλαβα! Εμείς περπατάγαμε κι ο κόσμος έτρεμε, τώρα κάνουμε μεροκάματο στον κάθε φίτσουλα που καρπαζώναμε παλιά... Γιατί; Ξέρει κανείς σας να μου πει;» ο Αχιλλέας έκοψε απότομα και κοίταξε τριγύρω.
Οι κοπέλες κάτι σαχλαμάριζαν μεταξύ τους, ο Γένιας τριβόταν σα γατί στη διπλανή του κι ο Γρηγόρης άναβε τσιγάρο. Η απελπισία πετάχτηκε σα ντουμάνι από καμένα λάστιχα και θόλωσε τα μάτια του Αχιλλέα.
«Επειδή κάναμε πίσω –γι΄αυτό έγιναν όλα έτσι, γι΄αυτό καταντήσαμε να κυνηγάμε το τάλιρο... Επειδή όταν έπρεπε να σταθούμε στα πόδια μας, εμείς λακίσαμε –θυμάσαι για πότε λέω ρε;» συνέχισε ο Αχιλλέας κοιτάζοντας το Γρηγόρη.
«Όχι, δε θυμάμαι...» μουρμούρισε εκείνος.
«Δε θυμάσαι ε; Δε θυμάσαι επειδή δε σε συμφέρει....» μούγκρισε ο Αχιλλέας.
«Κάτσε κάτω», του είπε ο Γρηγόρης.
«Δε σε παίρνει να διατάζεις –με τις δικές σου μαλακίες φτάσαμε σ΄αυτά τα χάλια», τον κάρφωσε παγωμένα ο Αχιλλέας.
«Εντάξει –κάτσε κάτω τώρα», ξανάπε ο Γρηγόρης. Ταυτόχρονα γύρισε προς την κοντή και τη ρώτησε: «Πως σε λένε;»
«Σόνια», απάντησε εκείνη.
«Εντάξει –κι εμένα Μπλέικ Κάριγκτον», γέλασε. «Το κανονικό σου όνομα ρωτάω!»
«Ρούλα», απάντησε η κοντή.
«Ρούλα ε;» αναπόλησε ο Γρηγόρης. «Η αρραβωνιαστικιά του Έλβις;»
«Του ποιου;» απόρησε η κοντή.
«Του Μιμίκου του γιατρού –άστα να πάνε...» αδιαφόρησε ο Γρηγόρης.
Όλη εκείνη την ώρα ο Αχιλλέας έμενε ακόμα όρθιος. Φουντωμένος από το γραψαρχίδιασμα των άλλων παρακολουθούσε το Γρηγόρη να κουβεντιάζει με την κοντή και τον Γένια να δουλεύει κουτάλα μέσα από τη μπλούζα της μακρόστενης κοπέλας.
«Έτσι λοιπόν! Στ΄αρχίδια σας καργιόληδες!» διαπίστωσε θυμωμένα. «Περνάτε καλά όπως είσαστε και στ΄αρχίδια σας –δόξα τω Θεώ κι η Παναγιά μαζί μας...»
«Τώρα δηλαδή... τι σημασία έχει; Τι θ΄αλλάξει;» αναρωτήθηκε ο Γένιας.
«Μωρή σπανομαρία –έχει σημασία! Να ξέρουμε ποιος έφταιξε, να δούμε ποιος μας γάμησε στην τελική!» φώναξε ο Αχιλλέας.
Ο Γρηγόρης έσπρωξε πίσω την κοντή που είχε αρχίσει να ξανοίγεται φέρνοντας το πόδι της ανάμεσα στα δικά του κι αυτό ήταν αρκετά ντόμινο κατάσταση, επειδή η κοντή σκούντηξε απότομα την ξανθιά που έπινε το χρωματιστό νερό της, το νερό χύθηκε στο μπούστο της κι άρχισε να τικάρει η α λα γκαρσόν φράντζα με ρυθμό πολυβόλου.
«Τι θες να μας πεις τόση ώρα; Οτι εγώ φταίω για τα δικά σας χάλια; Γιατί το πας γύρω-γύρω; Ξηγήσου στα ίσα ρε τάπα!» μούγκρισε ο Γρηγόρης.
«Τα χάλια μας είναι και δικά σου χάλια ηλίθιε....» βόγκηξε ο Αχιλλέας.
«Εγώ είμαι μια χαρά», του ξέκοψε ο Γρηγόρης.
«Μια χαρά λέει ο πούστης! Ζει με μια υστερικιά που την έχει δει Μαρκησία Φον Ρούφηχτον, τρέχει όλη μέρα να ξεχρεώσει τις παλαβομάρες της –αλλά είναι μια χαρά! Άκου να δεις!» κορόιδεψε ο Αχιλλέας.
«Τη γυναίκα μου να μην την πιάνεις στο στόμα σου!» προειδοποίησε ο Γρηγόρης.
«Εντάξει –δεν θα την πιάνω στο στόμα μου. Τον κώλο μπορώ να της τον πιάνω κάθε φορά που έρχεται να μου ζητήσει δανεικά; Κέρδος θα έχεις –διπλό κέρδος μη σου πω -μπορεί και να τη γκαστρώσω στο τέλος, να δεις κι εσύ κάνα παιδί ρε κακομοίρη!» μούγκρισε ο Αχιλλέας.

Αν ήταν πριν 20 χρόνια η κατάσταση θα είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Όπως τότε που ο Αχιλλέας είχε προσπαθήσει να την πει το Γρηγόρη επειδή τους πήρε και φύγανε αντί να γαμήσουν στο ξύλο εκείνον τον δήθεν, τον Πέτρο, που τους έφαγε τη Μελίνα –άλλη κάργια κι αυτή, αντί να έρθει μαζί τους για χοντρό παιχνίδι στου Χοντρού προτίμησε να πάει σινεμαδάκι με το φλώρο –είχε ξεκινήσει το χώσιμο ο Αχιλλέας αλλά πριν πει δυο κουβέντες βρέθηκε με τα μούτρα κολλημένα στις πλάκες του πεζοδρομίου. «Θα μου ζητάς την άδεια πριν μιλήσεις –κατάλαβες κοντέ;» σφύριζε ο Γρηγόρης από πάνω του, ένα γόνατο να τον πιέζει στο σβέρκο και δάχτυλα τανάλιες μπερδεμένα στα σγουρά του μαλλιά, ο Αχιλλέας με το ζόρι κράταγε τα δάκρυα. «Θες να πεις τίποτα άλλο;» συνέχιζε να φιδιάζει από πάνω του ο Γρηγόρης κι ο Αχιλλέας καθόταν εκεί με το στόμα γεμάτο χώμα και το μυαλό χαμένο στον τρόμο. Επειδή είχε δει το Γρηγόρη να ρίχνει κι άλλους με τα μούτρα, τον είχε δει να κοπανάει τα κεφάλια τους στο πεζοδρόμιο μέχρι να ματώσουν... Αν ήταν πριν 20 χρόνια η κατάσταση θα είχε εξελιχθεί κάπως έτσι. Αλλά δεν ήταν.

Γι΄αυτό ο Γένιας πρόλαβε να πεταχτεί στον αέρα, έπιασε τον Αχιλλέα από τους ώμους και πάσχισε να τον καθίσει στην καρέκλα, γίνανε κουβάρι γιατί ο Αχιλλέας δεν έβλεπε μπροστά του –ακόμα κάπνιζαν τα καμένα λάστιχα, ακόμα το ντουμάνι της απελπισίας τον είχε τυφλωμένο.
«Πάω στ΄αμάξι –θα σας περιμένω», είπε κοφτά ο Γρηγόρης και σηκώθηκε. Βγαίνοντας από το μαγαζί χαμογελούσε αφού την έβγαλε καθαρή με το λογαριασμό –έτσι ήταν και το δίκαιο, δυο γουλιές μπύρα και τις πουτάνες ούτε που τις άγγιξε στην τελική...

Έξω έβρεχε καλαπόδια.

Ακούμπησε στο πλαϊνό του Λαντ Ρόβερ, πολύ θα ήθελε να καπνίσει αλλά το νερό κύλαγε στα μούτρα του και τον αποθάρρυνε. Άραγε πόσο θ΄αργούσαν εκεί μέσα οι υπόλοιποι; «Τον κώλο μπορώ να της τον πιάνω κάθε φορά που έρχεται να μου ζητήσει δανεικά;» Το αρχίδι ο Αχιλλέας. Δεν πα’να της έπιανε τον κώλο, δεν πα’να την πήδαγε κιόλας –να ησυχάσει το κεφάλι του; Αρκεί να μην το φώναζε σα ντελάλης –αλλά τέτοιος ήταν μια ζωή ο Αχιλλέας. Φιγουρατζής τυπικός κοντοπίθαρος, σκέτο παγόνι ο γαμημένος! Χρόνια τον είχε στη σφαλιάρα κι αυτόν και την άλλη τη μουσίτσα τον Γένια –τώρα που βρέθηκε κονομημένος ο Αχιλλέας έβγαζε το άχτι του. Για τις γκόμενες που λιγουρεύτηκε αλλά τελικά τις πήδηξε ο Γρηγόρης. Για την ομάδα τους στο μπάσκετ –ο Αχιλλέας να λαχανιάζει σα μουλάρι κουβαλώντας τη μπάλα από τη μια μπασκέτα στην άλλη, ο Γένιας να κλείνει τους άλλους παίχτες κοιτάζοντας μήπως κλέψει τίποτα απρόσεκτες πάσες, όσο ο Γρηγόρης θρονιασμένος έξω από την αντίπαλη ρακέτα έβριζε: «δώστε πάσα ρε μαλάκες, τι περιμένετε –να με κλείσουν πρώτα;»
Τώρα ο Αχιλλέας είχε τα φράγκα που χρειαζόταν για ν΄αγοράσει τις πάσες, τις μπασκέτες, τους αντιπάλους, τις γκόμενες –ακόμα και τη γυναίκα του Γρηγόρη, είχε τα φράγκα...
«Τελειώνετε ρε πούστηδες –μούλιασα εδώ έξω!» ψιθύρισε ο Γρηγόρης.

Βγήκαν κι έδειχναν περισσότερο βρεμένοι από εκείνον, έτσι όπως περπατούσαν πατώντας γύρω από τις νερολακκούβες της ασφάλτου, έφτασαν στο Λαντ Ρόβερ χωρίς να κοιτάζονται. Ο Αχιλλέας ξεκλείδωσε με το τηλεκοντρόλ, ο Γένιας τινάχτηκε σαν ασβός πριν μπει στο πίσω κάθισμα, ο Γρηγόρης άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού.
«Που πάμε τώρα;» ρώτησε σιγά ο Αχιλλέας.
«Να το διαλύαμε από σιγά-σιγά;» παρακάλεσε ο Γένιας.
«Μια ζωή ξενέρωτος θα μείνεις σπανομαρία!» του χώθηκε Αχιλλέας. «Τι θα κάνεις σπίτι σου ρε βλάκα; Κανένας δε σε περιμένει, τι στον πούτσο θα κάνεις; Θα ψάχνεις για τσόντες στην τηλεόραση –αυτό θα κάνεις! Επειδή από την τσιγκουνιά σου ούτε να νοικιάσεις δεν πας, καρμοιροκαρμοίρη!»
«Είμαι ψόφιος ρε Αχιλλέα!» ψέλλισε ο Γένιας.
«Ψόφιος ήσουνα από τότε που γεννήθηκες –πες μας κάτι καινούργιο!» του χώθηκε εκείνος. Μετά ξεκίνησε το Λαντ Ρόβερ μουγκρίζοντας μέσα απ΄τα δόντια του. Η βροχή είχε κόψει απότομα απέξω και η καμπίνα του αυτοκινήτου γέμισε παγωμένη ομίχλη.
«Πάμε πίσω –έτσι;» ρώτησε ο Αχιλλέας το Γρηγόρη δήθεν αδιάφορα.
Εκείνος συνέχισε να κοιτάζει έξω από το τζάμι, προσηλωμένος κανονικά.
«Γρηγόρη...» έσκυψε πίσω από τον ώμο του ο Γένιας.
Ο Γρηγόρης γύρισε λίγο, τον κοίταξε έτσι αμήχανο και κακομοιριασμένο, ανατρίχιασε.
«Ήθελα να σου πω...» συνέχισε ο Γένιας.
Ο Αχιλλέας άρχισε να σκαλίζει τα κουμπιά του ραδιοφώνου, βρήκε πάλι σκυλάδικα, δυνάμωσε την ένταση.
«Τι θες –πέστο!» έκανε νευρικά ο Γρηγόρης.
«Για προηγουμένως...» μουρμούρισε ο Γένιας.
Ο Γρηγόρης γύρισε περισσότερο, για να τον δει.
«Δηλαδή, εντάξει.... δεν υπάρχει λόγος, αλλά...»
Ο Γρηγόρης άρχισε να το διασκεδάζει. Πως θα γινόταν δηλαδή; Θα ζήταγε συγνώμη ο Γένιας εκ μέρους του Αχιλλέα;
«Έλα ξεμπέρδευε!» του έκανε νόημα.
«Εννοώ ρε παιδί μου, συμβαίνουν αυτά.... Μην το παρεξηγήσεις....» συνέχισε το ψέλλισμα ο Γένιας.
«Συμβαίνουν...» επανέλαβε απροσδιόριστα ο Γρηγόρης.
«Χωρίς παρεξήγηση έτσι;» είπε ο Γένιας.
«Χωρίς παρεξήγηση...» επανέλαβε ο Γρηγόρης.
«Αλλά χρωστάς από τα ποτά στο μπαρ», το΄σκασε επιτέλους ο Γένιας και η ανάσα ανακούφισής του ακούστηκε σα λάστιχο που σκάει.
«Τι πράγμα;» μπερδεύτηκε ο Γρηγόρης.
«Τα ποτά.... 350 δια τρία... Εντάξει, ας πληρώσει κάτι παραπάνω ο Αχιλλέας που είναι και πιο μερακλής –έτσι δεν είναι ρε Αχιλλέα;» ζητιάνεψε λίγη υποστήριξη ο Γένιας, αλλά ο Αχιλλέας οδηγούσε παγωμένος.
«Δηλαδή....» ψέλλισε ο Γρηγόρης.
«Δώσε 100 και καθάρισες!» βόγκηξε ο Γένιας.
«Ρε δε γαμιέστε όλοι σας εδώ μέσα!» τινάχτηκε ο Γρηγόρης. «Εκεί που έπρεπε να χοροπηδάω πάνω στα δόντια σας, μου ζητάτε και τα ρέστα τώρα;»
«Εγώ... δηλαδή σ΄εμένα γιατί; Ο Αχιλλέας είπε....» μπερδεύτηκε ο Γένιας.
«Τι είπε ο Αχιλλέας;» ρώτησε τσιτωμένα ο Γρηγόρης.
«Ε, είπε για...» ξεκίνησε ο Γένιας αλλά το τρέμουλο δεν τον άφησε να συνεχίσει.
«Για πες μας ρε Αχιλλέα –τι είπες!» φώναξε ο Γρηγόρης κοιτάζοντας ακόμα τον Γένια.
«Οτι γαμάω τη γυναίκα σου και θα γαμήσω κι εσένα άμα δε δώσεις το μερτικό σου από τα ποτά», μούγκρισε ο Αχιλλέας.
«Έτσι ε;» έκανε ο Γρηγόρης.
Ο Αχιλλέας δεν απάντησε.
«Πιάσε άκρη», του είπε ο Γρηγόρης.
«Άντε γαμήσου», βρυχήθηκε ο Αχιλλέας.
«Ηρεμήστε ρε γαμώτο!» παρακάλεσε ο Γένιας.

Αν ήτανε πριν 20 χρόνια η κατάσταση θα είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Βλέπεις, πριν 20 χρόνια δεν οδηγούσαν Λαντ Ρόβερ, τζιπ αυτόματο με υδραυλικό κιβώτιο ταχυτήτων και τέτοια... Έτσι θα ήταν αδύνατο στον Γρηγόρη να τραβήξει πίσω το μοχλό πατώντας ταυτόχρονα το κουμπί αλλαγής στο κιβώτιο μετάδοσης –το Λαντ Ρόβερ ταρακουνήθηκε σα να πάταγε νάρκη κι απότομα έφυγε με τη δεξιά πλευρά προς τα πίσω. Ο Γένιας βρέθηκε ανάμεσα στα καθίσματα την ώρα που το Λαντ Ρόβερ σκούπιζε ένα κουβούκλιο στάσης πάνω στο πεζοδρόμιο. Κάποιος ούρλιαξε.

Κοιτάχτηκαν.
«Τι έκανες ρε πούστη;» τον ρώτησε ο Αχιλλέας.
«Σου είπα να πιάσεις άκρη», απάντησε ο Γρηγόρης.
«Γαμήθηκε η πλάτη μου...» κλαψούρισε ο Γένιας.
Ο Αχιλλέας πετάχτηκε σαν ελατήριο να δει τι είχε γίνει έξω, ο Γένιας κουλουριάστηκε στα πίσω καθίσματα κι ο Γρηγόρης άρχισε να ψάχνει μανιασμένα κάτω από τη θέση του οδηγού. Βρήκε αυτό που ήθελε, χαμογέλασε και βγήκε με τη σειρά του από το αυτοκίνητο. Κραδαίνοντας ένα μπουζόκλειδο.
«Θα σε γαμήσω όρθιον ρε!» μούγκρισε ο Αχιλλέας, αλλά μετά είδε το μπουζόκλειδο και μαζεύτηκε.
«Έτσι γαμάς και τη γυναίκα μου;» τον ρώτησε ήρεμα ο Γρηγόρης.
«Κάτσε λίγο...» πνίγηκε με το σάλιο του ο Αχιλλέας.
«Σε ρώτησα κάτι...» επέμεινε ο Γρηγόρης. «Τη γαμάς και όρθια ή τη γαμάς μόνο στον ύπνο σου ρε ψεύτη;»
«Σταμάτα –να σου πω...» παρακάλεσε ο Αχιλλέας φέρνοντας τα χέρια του μπροστά από το πρόσωπό του.
Αλλά αυτό δεν τον προστάτευσε για πολύ -όταν άρχισε ο Γρηγόρης ν΄ανεβοκατεβάζει το μπουζόκλειδο οι κλειδώσεις τσάκισαν στα χτυπήματα του μετάλλου και τα χέρια κρέμασαν παραμορφωμένα. Μετά ήρθε η σειρά του απροστάτευτου σώματος....
«Τη γαμάς δεν τη γαμάς –το θέμα είναι να πληρώνεις μαλάκα», σφύριξε λαχανιασμένα ο Γρηγόρης. «Άμα πληρώνεις δεν τρέχει τίποτα....»
Πέταξε το μπουζόκλειδο όσο ο Αχιλλέας στριφογύριζε στο πεζοδρόμιο σαν πατημένο σκουλήκι, τον γύρισε μετά μπρούμυτα, έψαξε για πορτοφόλι.
«Τίγκα στο λάχανο είσαι!» διαπίστωσε κλωτσώντας τον στο στομάχι.
Ο Αχιλλέας ξέρασε αίμα ανακατεμένο με χολή χωρίς ν΄αλλάξει στάση.

«Κατέβα!» φώναξε ο Γρηγόρης χωρίς να κοιτάξει στα πίσω καθίσματα. Ήδη γύριζε το κλειδί, καθισμένος στη θέση του οδηγού –το Λαντ Ρόβερ πήρε μπροστά μουγκρίζοντας.
«Ρε Γρηγόρη...» κλαψούρισε ο Γένιας.
«Κατέβα να τον πας σε κάνα νοσοκομείο...» είπε εκείνος. «Και μην ξεχάσεις να του θυμίσεις οτι έχει και παιδιά –μην τολμήσει να κάνει καμιά μαλακία...»
Περίμενε τον Γένια να βγει σούρνοντας από τ΄αμάξι, με την πίσω πόρτα ακόμα ανοιχτή ξεκίνησε, το Λαντ Ρόβερ έσυρε τ΄απομεινάρια της στάσης φεύγοντας.

Δεν τον ένοιαζε τίποτα τώρα.

Πήρε τον δρόμο της επιστροφής με την πίσω πόρτα του Λαντ Ρόβερ να κοπανάει σε κάθε στροφή και τη βροχή να ξαναδυναμώνει. Κάτι νυσταγμένα αμάξια του κόρναραν προειδοποιητικά αλλά εκείνον δεν τον ένοιαζε τίποτα τώρα.

Έξω από την ταβέρνα άφησε το Λαντ Ρόβερ με τα κλειδιά στη μηχανή –αναμμένο. Υπολόγιζε οτι στο δεκάλεπτο επάνω θα το είχαν βουτήξει τίποτα καλόπαιδα, άναψε κι ένα τσιγάρο καθώς πήγαινε προς το αυτοκίνητό του χωρίς να νοιάζεται που η βροχή μούλιαζε το χαρτί και ξεγύμνωνε τα κίτρινα κομματάκια πατικωμένου καπνού.

Πριν ξεκινήσει για το σπίτι του έβγαλε να μετρήσει τα λεφτά που πήρε από τον Αχιλλέα –ήταν μπόλικα. Θα της έφταναν της τρελής για έναν διθέσιο καναπέ –με λίγο ζόρι μπορεί να έφταναν και για τριθέσιο... Τη σκέφτηκε ν΄ασφυκτιά κάτω από το χοντρό κορμί του Αχιλλέα, έδιωξε βιαστικά τη σκέψη –παραμύθια έλεγε ο Αχιλλέας ως συνήθως... Και τα λεφτά τούς τα δάνειζε λόγω Γρηγόρη –είχαν υποχρέωση απέναντί του οι μούλοι, χρόνια τους ξελάσπωνε, αυτός πούλαγε μούρη κι εκείνοι βολεύονταν, μην πούμε τώρα για το πόσες γκόμενες τους έδωσε να πηδήξουν! Δεύτερο χέρι –εντάξει, αλλά μήπως υπήρχε ποτέ περίπτωση να τις βγάλουν από μόνοι τους; Έκανε το μαλάκα χρόνια τώρα –τους άφηνε να εκμεταλλεύονται τη δική του αίγλη επειδή «άμα πληρώνεις δεν τρέχει τίποτα....»

Δεν τρέχει τίποτα.

Έφτασε σπίτι του, πάρκαρε σε μια θέση που απαγορευόταν και σήκωσε το κεφάλι προς το φωτισμένο παράθυρο –εκεί ήταν το σαλόνι τους κι η γυναίκα του που τον περίμενε. Μάλλον για να του σπάσει τον πούτσο με τις παλαβομάρες της, αλλά, χάιδεψε το φουσκωμένο του πορτοφόλι στην κωλότσεπη...

«Άμα πληρώνεις δεν τρέχει τίποτα».

Τρίτη, Φεβρουαρίου 16, 2010

"Αλλά εμείς είμαστε οι άλλοι!"

Πήγαινα ακόμα Γυμνάσιο, θυμάμαι, όταν άρχισα να κατεβαίνω συστηματικά στο Καραϊσκάκη. Λεφτά για εισιτήριο -«θα αστειεύεστε βέβαια!» -περιμέναμε στο ημίχρονο ν΄ανοίξουν οι θύρες μπας και μπούμε τζάμπα. Όσο περιμέναμε, είχαμε ανακαλύψει αυτό το μαλακισμένο παιχνίδι –τη στήναμε στα, πέριξ του σταδίου, στενά κι όταν βλέπαμε ξεμοναχιασμένο του την πέφταμε. Ο διάλογος –πάντα ίδιος:
«Με ποιους είσαι εσύ ρε; Με μας ή με τους άλλους;»
«Με σας ρε παιδιά –με σας!» ψέλλιζε τρεμάμενος ο ξεμοναχιασμένος.
«Αλλά εμείς είμαστε οι άλλοι!» πανηγυρίζαμε εμείς ο κανίβαλοι.
Από τότε μου έμεινε η απορία –ποιοι είμαστε εμείς, ποιοι είναι οι άλλοι; Για να τη λύσω, πέρασα 6 χρόνια στην Πάντειο κι ακόμα δεν είμαι σίγουρος αν κατάφερα να βρω την απάντηση. Μη νομίσεις όμως οτι αυτά τα χρόνια πήγανε χαμένα –επειδή, μπορεί να μη βρήκα την απάντηση, έμαθα όμως να ρωτάω καλύτερα. Έμαθα οτι στο γενικό και στο φλου δεν υπάρχουμε ούτε εμείς, ούτε οι άλλοι –υπάρχουμε μονάχα «σε σχέση με».

Εμείς είμαστε «εμείς» -σε σχέση με κάποιον συνεκτικό παράγοντα. Εμείς, γύρω από το Καραϊσκάκη ήμασταν Ολυμπιακοί.
Οι άλλοι είναι «άλλοι» -επειδή δεν μοιράζονται τον δικό μας συνδετικό παράγοντα. Οι άλλοι, γύρω από το Καραϊσκάκη ΔΕΝ ήταν Ολυμπιακοί. Σίγουρο αυτό; Και τότε τι ρόλο βάραγε η κομπίνα: «εμείς είμαστε οι άλλοι»; Μη γίνεσαι κορόιδο!

Και μάθε να ρωτάς: Τι θέλαμε εμείς οι κανίβαλοι εκεί έξω; Να μπούμε τζάμπα στο γήπεδο. Τι είχε ο ξεμοναχιασμένος που δεν είχαμε εμείς; Εισιτήριο! Άρα....

Ένα μεγάλο «εμείς» (ας το πούμε: φίλαθλοι του Ολυμπιακού) σπάει σε ένα μικρότερο «εμείς» (ας το ονομάσουμε: φίλαθλοι του Ολυμπιακού που έχουν έρθει στο γήπεδο) κι αυτό σπάει, με τη σειρά του, σε πολλά διαφορετικά «εμείς» (φίλαθλοι με εισιτήριο και φίλαθλοι χωρίς, φίλαθλοι με ακριβό εισιτήριο και φίλαθλοι με φτηνό, οργανωμένοι και μεμονωμένοι φίλαθλοι, κ.λ.π.)
«Εμείς» λοιπόν, ήμασταν όντως «εμείς οι Ολυμπιακοί» -όμως ήμασταν ταυτόχρονα και οι «άλλοι, που δεν έχουν εισιτήριο». Αντιλαβού;

Φέρτο τώρα όλο αυτό στις μεγάλες αίθουσες προβολής –για να το κάνουμε υπερπαραγωγή:

Τη σήμερον ημέρα και στην παρούσα χώρα μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε κάμποσες μεθόδους «ταξικής» διάκρισης –η κάθε μέθοδος αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο χαρακτήρα ερωτήματος. Αν θελήσω να διακρίνω τις «τάξεις» σε σχέση με την κατοχή, ή μη, των μέσων παραγωγής... χέσε μέσα Αποστόλη! Οπότε το αφήνω στην άκρη αυτό. Αν θέλω όμως να διακρίνω με βάση τον βαθμό συμμετοχής τους στα έσοδα του κράτους; Τότε, πολύ εύκολα θα μπορέσω να μιλήσω για δυο «τάξεις»: αυτούς που κονομάνε κι αυτούς που πληρώνουν (υπάρχει και η ενδιάμεση –που ξύνεται, αλλά άσε την απέξω για την ώρα).
Είναι αυτές τάξεις με την κλασσική έννοια του όρου; Όχι –από τη στιγμή που δεν έχουν κοινή ταξική συνείδηση, από τη στιγμή δηλαδή που δεν μπορούν να ξεχωρίσουν το «εμείς» από το «οι άλλοι». Και ναι, είναι, τουλάχιστον "εν δυνάμει τάξεις" –από τη στιγμή που έχουν κοινά οικονομικά συμφέροντα. Μπερδεμένο; Κάτσε να σου τραβήξω μια απλούστευση.

Στην Ελλάδα δεν μπορούμε να διακρίνουμε παραγωγικούς τομείς, εφόσον δεν υπάρχει καν παραγωγή. Κι αυτό είναι αλήθεια, αν σκεφτεί κανείς οτι ο κατεξοχήν παραγωγικός τομέας (δηλαδή ο πρωτογενής –ή αλλιώς αγροτικός) επιδοτείται για να επιβιώνει και όχι για να παράγει. Ο δευτερογενής τομέας ή αλλιώς η βιομηχανία είναι ανέκδοτο του τύπου «Ελβετός ναύαρχος» και ο τριτογενής, τουτέστιν οι υπηρεσίες και οι μεταπράτες, απορροφά το μεγαλύτερο μέρος του εργασιακού δυναμικού.

Σε αυτή την διαμορφωμένη κατάσταση έρχεται η εκάστοτε κυβέρνηση και ψάχνει για έσοδα. Από που θα τα πάρει; Η πρώτη, εύκολη, απάντηση είναι «από αυτούς που έχουν μεγάλη περιουσία» κι εδώ μπορούμε να ξεκαρδιστούμε με την άνεσή μας. Επειδή «μεγάλη περιουσία» δεν είναι οι βίλες με πισίνα και τα Χάμερ (αυτά είναι απλές ενδείξεις πλούτου), «μεγάλη περιουσία» είναι οι βιομηχανίες, ας πούμε. Να πάει στη φάμπρικα ο αδέκαστος Έλιοτ Νες και να πει στον κοιλαρά με το πούρο: «βγάνεις αδερφάκι μου –ντούκου, ντούκου όλη μέρα οι μάκινες –δώσε κάτι και στο κράτος!» Και να σκεφτεί ο κοιλαράς: «που να ξηλώνω τώρα την παραγωγική μονάδα και να τρέχω στην υπανάπτυκτη αλλοδαπή;» Κι έτσι να πληρώσει κάποιο φόρο.

Όταν όμως δεν υπάρχει παραγωγική μονάδα –δεν υπάρχει και τίποτα για να ξηλωθεί. Πάει ο καλός Έλιοτ Νες στον κοιλαρά –τον πετυχαίνει με το πούρο και το μπουρνούζι δίπλα στην πισίνα. «Δώσε κάτι κύριος –τόσα έχεις!» Αναψοκοκκινίζει ο κοιλαράς, «τι έχω! τίποτα δεν έχω! κι αυτά που βλέπεις της γυναίκας μου είναι, δώρο από ένα θειό της που ζει στο Αμέρικα –κάτσε καλά μη σηκωθούμε και φύγουμε και σ΄αφήσω το περετικό προσωπικό στο ταμείο ανεργίας!» Τι να φορολογήσει ο φτωχο-Έλιοτ; Αέρα κοπανιστό;

Όμως το κράτος χρειάζεται φόρους για ν΄αναπνέει. Κι επειδή δεν μπορεί να τους βάλει στους αεριτζήδες –τους βάζει όπου βρίσκει. Τουτέστιν, στην κατανάλωση, στη μικροϊδιοκτησία και στους μισθούς. Η κατανάλωση είναι, εν πολλοίς, κοινή –είτε πρόκειται για μένα, είτε για τον Βαρδινογιάννη. Άρα, εγώ πληρώνω, αναλογικά περισσότερα, απ΄αυτόν. Η μικροϊδιοκτησία αφορά αποκλειστικά εμένα, επειδή η μεγαλοϊδιοκτησία, τα είπαμε: «ο θειός από το Αμέρικα». Οι μισθοί.... δε θυμάμαι να είδα ποτέ το όνομα κανενός Βαρδινογιάννη σε μισθολόγιο!

Άρα, συμπεραίνουμε πως, όσο μικρότερο είναι το εισόδημα κάποιου, τόσο μεγαλύτερο φόρο πληρώνει. Αναλογική φορολόγηση με τα πόδια στον αέρα και το κεφάλι στο πάτωμα! Αν όμως ήταν έτσι –θα έπρεπε να έχουμε ένα κοινό μέτωπο. Από δω «εμείς» οι πληρώνοντες, από εκεί «αυτοί» οι κονομόντες. Είναι έτσι; Αναφορικά με τους κονομόντες –σαφώς και κάπως έτσι είναι! Τι γίνεται όμως με τους πληρώνοντες;

Σκέψου έναν τύπο που τον ληστεύουν μέρα μεσημέρι -του έχουν λοιπόν βουτήξει το πορτοφόλι, το κινητό, το ρολόι, τα παπούτσια, το μπουφάν κι αυτός χαμογελάει επειδή σκέφτεται: «του την έφερα του πούστη –έχω ένα εικοσάρι στην κωλότσεπη και δεν το βρήκε!» Αυτή ακριβώς η λογική κυριαρχεί στους πληρώνοντες. Τουτέστιν –«να γλιτώσουμε όσα μπορούμε κι ας πληρώσουμε 10 φορές πάνω όσα δεν μπορούμε να γλιτώσουμε!»
Πράγμα το οποίο χωρίζει τη συγκεκριμένη «τάξη» σε υπο-ομάδες, ανάλογα με την δυνατότητα απόκρυψης χρημάτων. Κι έτσι εμφανίζεται η αντίθεση μεταξύ μισθωτών και μικροεμπόρων. Επειδή οι μεν μισθωτοί δεν μπορούν να κρύψουν τη βασική πηγή εισοδήματός τους όσο οι μικροέμποροι τινάζουν το ευρώ μπας και πέσει κάνα σέντσι στο πάτωμα.

Αλλά το κράτος είναι κράτος –πάει να πει, θέλει τα σέα του και τα μέα του, τα κοστουμάκια του τα μονόπετα, τα πατούμενα τα ιλουστρασιόν, τα αμαξάκια τα ξεσκέπαστα –επειδή το κράτος είναι κράτος, τουτέστιν νταβατζής και μάλιστα κακομαθημένος, με ταρίφα στάνταρ, ασχέτως καταστάσεως της πουτάνας. Κι αν η πουτάνα δεν του τα φέρει –τόσο το χειρότερο για την πουτάνα, καθότι κυκλοφορεί και φαλτσέτα ξυραφάτη.

Όσα λοιπόν κλέβει ο μικροέμπορος από το κράτος, τα φορτώνει το κράτος στους μισθωτούς και τα χάνει ο μικροέμπορος από είσπραξη –επειδή, πού θα πηγαίνανε να ψωνίζουν οι μισθωτοί; Στα Χάροντς; Πέφτει η δουλειά του μικροέμπορου, ψάχνει εκείνος να κλέψει αλλά δε βρίσκει –ανεβάζει τις τιμές μπας και τσιμπήσει κανένα κορόιδο και τα πληρώσει (το κορόιδο) για όλους, αλλά τι τα θες; Στο τέλος μένουν όλοι στον άσσο...

Αντί τώρα ο μικροέμπορος να πιάσει αγκαζέ το κορόιδο που τον κρατάει ζωντανό και να δουν πως θα βγάλουν άκρη προτιμά το «ναι, αλλά εμείς είμαστε οι άλλοι!» Και το κορόιδο που του τα παίρνει το κράτος, του τα παίρνει ο μικροέμπορος, του τα παίρνουν οι τράπεζες, του τα παίρνει ο πάσα ένας –τι κάνει; Αντί να πιάσει τον διπλανό του μισθωτό και να δουν τι θα αποκάμουν, αποφαίνεται βαθυστόχαστα: «κι εμείς, οι άλλοι είμαστε!»

Γίνομαι συγκεκριμένος:

-Αν ρωτήσεις έναν εμποράκο περί του ποιος φταίει για το οτι κοπανάει μύγες καθ΄εκάστην, θα σου απαντήσει (χωρίς καν να πεταρίσουν τα μάτια του) οτι φταίνε οι διαδηλωτές και οι απεργοί που παραλύουν την αγορά, οι δημόσιοι υπάλληλοι που πληρώνονται για να κάθονται και ΓΕΝΙΚΑ τα λαμόγια του κράτους.
-Αν ρωτήσεις έναν μισθοφόρο ιδιωτικό υπάλληλο περί του ποιος φταίει και χρωστάει στις τράπεζες μέχρι τρίτης γενεάς, θα σου απαντήσει (χωρίς καν να κοκκινίσουν τ΄αυτιά του) οτι φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι (για τους γνωστούς λόγους) και ΓΕΝΙΚΑ τα λαμόγια του κράτους.
-Αν ρωτήσεις έναν δημόσιο υπάλληλο περί του ποιος φταίει για το οτι δεν έχει στον ήλιο μοίρα, θα σου απαντήσει.... Αλλά σιγά μην κάτσεις να ρωτήσεις τον κοπρίτη τον δημόσιο υπάλληλο –ε; Πάντως, σίγουρα κι αυτός θα αναφέρει ΓΕΝΙΚΑ τα λαμόγια του κράτους –έτσι δεν είναι;

Και τι σημασία έχουν όλα αυτά; Δεν έγραψα παραπάνω οτι η φορολογία του κράτους είναι αντιστρόφως ανάλογη του εισοδήματος του φορολογούμενου; Δεν είναι αυτή η βασική αιτία της όλης αδικίας που υφιστάμεθα; Είναι; Συμφωνείς;

Εντάξει –είμαστε υποτελείς ενός άδικου κράτους, ας αλλάξουμε λοιπόν το κράτος. «Βραστούς, βραστούς ας φάμε τους αστούς» ή κάτι σχετικό. Γενική απεργία, καταλήψεις των δημόσιων κτιρίων -«Ζήτω εμείς –κάτω οι άλλοι!» Ποιοι είμαστε εμείς; Ποιοι είναι οι άλλοι;

Γι΄αυτό ακριβώς και δεν διανοούμαστε να αγγίξουμε το καθεστώς –αλλά προτιμούμε:

-Να κατηγορούμε κάποια αόριστα και νεφελώδη κρατικά λαμόγια τα οποία όμως ψηφίζουμε (μια φορά με τη συμμετοχή μας και δυο με την αποχή μας) στις εκάστοτε εκλογές.
-Να καταριόμαστε τους διαδηλωτές κι ας μας συμφέρει απολύτως να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους (αφού θα βολέψουν κι εμάς μακροπρόθεσμα).
-Να κατακρίνουμε τους δημοσίους υπαλλήλους, είτε πηγαίνουν στις δουλειές τους, είτε απεργούν.
-Να λουφάρουμε από τις κρατικές εισφορές όσο μπορούμε, να μη δίνουμε ασφαλιστικές εισφορές όπου είναι αυτό δυνατό, να πουλάμε με κέρδος 200% και, στο καπάκι, να καταγγέλλουμε όσους κάνουν ακριβώς το ίδιο με μας, απαιτώντας από το κράτος να πληρώσει τα κερατιάτικα.

Είπα για δημόσιους υπάλληλους –λοιπόν, αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα του διαχωρισμού ανάμεσα σ΄εμάς και στους άλλους:

-Πόσοι πιστεύουν οτι οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν βρει τη δουλειά τους με βύσμα; Να δω χεράκια; Δάσος! Πόσοι έχουν βρει δουλειά της προκοπής στον ιδιωτικό τομέα απαντώντας απλώς σε αγγελία και όχι μέσω γνωστού; Να δω χεράκια! Ξεραΐλα!

-Πόσοι πιστεύουν οτι οι δημόσιοι υπάλληλοι απλώς ξύνονται όλη τη μέρα και είναι τσακωμένοι με τη δουλειά; Νάτο πάλι το δάσος! Πόσοι λουφάρουν στις μεγάλες εταιρείες του ιδιωτικού τομέα; Ελάτε –μεταξύ μας τώρα! Πόσοι εκεί πέρα, ασχολούνται με φέισμπουκ, τσατ, ματ, πατ και άλλα συναφή; Μη ντρέπεστε!

-Πόσοι πιστεύουν οτι οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι καλοπληρωμένοι; Σιγά –μη σπρώχνεστε! Πόσοι είναι αυτοί που δουλεύουν σε μεγάλη εταιρεία του ιδιωτικού τομέα, έχουν 15 χρόνια προϋπηρεσία στο εργασιακό τους αντικείμενο, έχουν μεταπτυχιακό, γυναίκα και παιδί και παίρνουν 1.600 ευρώ; Δε βλέπω προθυμία να σηκωθούν πολλά χέρια!

-Πόσοι υποστηρίξουν με φανατισμό την άποψη οτι ο Δημόσιος τομέας είναι το απαύγασμα της δυσλειτουργίας; Όλοι; Καλώς! Πείτε μου τώρα μια ιδιωτική εταιρεία παροχής υπηρεσιών με περισσότερους των 50 υπαλλήλων που να λειτουργεί υποφερτά στην Ελλάδα! Μία!

-Πόσοι βρίζουν τους δημόσιους υπάλληλους επειδή απεργούν και ταλαιπωρούν τον κοσμάκη; Όλοι σχεδόν. Πόσοι απ΄αυτούς που βρίζουν, έχουν κάνει τώρα τελευταία καμιά απεργία για τα εργασιακά τους; «Το αφεντικό θα με σουτάρει», είναι η κλασσική δικαιολογία –η οποία φυσικά κρύβει το προφανές: «αν απεργήσουν όλοι, κανένας δεν θα χάσει τη δουλειά του». Αλλά, όταν οι δημόσιοι υπάλληλοι απεργούν –χάνουν 100 ευρουδάκια την ημέρα –ποιος είναι πρόθυμος να κάνει το ίδιο στον ιδιωτικό τομέα; Να δω χεράκια!

-Πόσοι υποστηρίζουν τα μέτρα μείωσης των μισθών των Δημοσίων υπαλλήλων; Πολλοί; Όλοι; Πόσοι καταλαβαίνουν οτι η μείωση των μισθών στο Δημόσιο θα ακολουθηθεί από ανάλογη μείωση στον Ιδιωτικό τομέα; Ε;

Για να μη σε κουράζω, κι επειδή τυγχάνω Δημόσιος υπάλληλος, θα σου ρεζουμάρω την προσωπική μου άποψη. Εγώ λοιπόν, δούλεψα στον Ιδιωτικό τομέα πριν έρθω στο Δημόσιο. Δούλεψα σε δουλειές που αναγκάστηκα να κάνω και δούλεψα σε δουλειές που γούσταρα το αντικείμενο. Δεν τα πήγα άσχημα –απλά κάθε βράδυ σιχαινόμουν τον εαυτό μου όταν γύριζα σπίτι. Ήρθα λοιπόν στο Δημόσιο επειδή προτιμώ να εξυπηρετώ (κουτσά –στραβά) τα, όποια, συμφέροντα των πολιτών παρά να σκίζομαι για να τα κονομήσει ο κάθε καργιόλης μαγαζάτορας.

Εγώ λοιπόν θα σου πω ένα πράγμα –πρέπει κάποτε να διαλέξεις με ποιους είσαι. Πρέπει να διαλέξεις τι θέλεις, τι σε συμφέρει και τι σε ρίχνει με τα μούτρα στις λάσπες. Να δεις ποιοι άλλοι είναι στη δική σου πλευρά και ποιοι είναι απέναντί σου.

Αν νομίζεις οτι «εσείς είσαστε οι άλλοι», επειδή εγώ έχω το εισιτήριο κι εσύ θες να μου το αρπάξεις –μπορεί και να τα καταφέρεις, αλλά μια ζωή κακομοίρης θα παραμείνεις. Επειδή στην επόμενη γωνιά κάποιος άλλος θα σου αρπάξει κι εσένα το εισιτήριο.
Μήπως λοιπόν θα ήταν καλύτερα να σταματάγαμε όλοι να πληρώνουμε εισιτήρια και να μπαίναμε στα γήπεδα μόνο με ντου;

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 10, 2010

"Κι άλλα νέα από το πουθενά"

«Όσο για τις νεότερες γενιές δεν νομίζω ότι γνωρίζουν το όνομά μου και το έργο μου. Βέβαια, υπήρξε μία εποχή που στ’ αλήθεια ένιωθα ότι υπάρχει ένα νήμα ανάμεσα σε μένα και σε κάποιους ανθρώπους εκεί έξω και αυτό κάπως με στήριζε. Από τότε, όμως, έχουν συμβεί πολλά. Μεταξύ άλλων, αποχώρησα και τους άφησα λιγάκι ξεκρέμαστους.» Ε, λοιπόν δεν είναι έτσι. Ή, ακόμα κι έτσι να ΄ναι, δεν έχω καμιά διάθεση να το δεχτώ. Η παραπάνω ρήση ανήκει στον Νίκο Νικολαϊδη, η αντίρρηση, θέλω να ελπίζω πως, δεν είναι μόνο δική μου.

Ξέρω, ξέρω –έχω γράψει πολλά πράγματα εδώ μέσα για εκείνον, πολλά αλλά όχι αρκετά. Κι έτσι ψάχνω ευκαιρίες, σήμερα έχω ακόμα μια τέτοια –ευκαιρία –βλέπεις, βγήκε στον αέρα η καινούργια σελίδα του Νίκου Νικολαϊδη. Για όσους από εμάς είχαν λιώσει την παλιά του σελίδα, σήμερα είναι μια μέρα στον Παράδεισο. Ή στην Κόλαση αν προτιμάς. «Θεωρώ την Κόλαση έναν υπέροχο ερωτικό τόπο. Βεβαίως και πιστεύω στην Κόλαση σαν λύση. Αν μάλιστα καταφέρουμε να την εγκαθιδρύσουμε εδώ και τώρα, θα είναι κάτι υπέροχο.»

Ας μιλήσουμε λοιπόν για Κόλαση –ας ρίξουμε μια ματιά μέσα από τις Πύλες της, ή, ακόμα καλύτερα, ας τον αφήσουμε εκείνον να μας δείξει:
«-Τι κτηνωδία πατέρα! Ο ουρανός θα μας τιμωρήσει!
-Μικρή αγαπημένη, ο ουρανός είναι το τελευταίο πράγμα που μας ενδιαφέρει».

Singapore Sling

Επειδή η σελίδα του Νικολαϊδη έχει όλο αυτό το υλικό –μέχρι και πολλές από τις διαφημίσεις που γύρισε, ο φίλος μου ο Νίκος ο Χ. όταν τις πρωτοείδε είπε: «βλέποντας τις διαφημίσεις του τον εκτίμησα ακόμα περισσότερο σαν σκηνοθέτη» (κι ο Νίκος ο Χ. ξέρει απ΄αυτά!)
«Ήμουν πάντα απ’ έξω. Τριάντα τρία χρόνια τώρα που κάνω ταινίες και ολίγη λογοτεχνία, δεν βρέθηκα ποτέ σε δημόσιες συζητήσεις, παρουσιάσεις και κάδρα τηλεοπτικά. Είναι μάταια και ανώφελα. Πόσοι άξιοι δεν παγιδεύτηκαν και δεν δάνεισαν το σχήμα τους στα διάφορα παράθυρα; Τώρα πια θαυμάζω την ανοησία τους, αλλά τη φοβάμαι κιόλας. Για μένα θα ήταν πιο σημαντικό αν κάποιος από όλους αυτούς αποφάσιζε να μπει μέσα σ’ ένα σουπερμάρκετ, να κλειδώσει τις πόρτες και να τους αναγκάσει ν’ ακούσουν Καβάφη, Καββαδία και Καρυωτάκη... Θα το ’κανα εγώ, για να τους ληστέψω τις καρδιές.»



Τριγυρίζοντας στη σελίδα μπορείς να δεις τρομακτικά πράγματα –θες ένα παράδειγμα;
«Γνώριζα κάποιον που ζούσε στο ίδιο σπίτι 25 χρόνια»
Ευρυδίκη ΒΑ 2037
Αυτή η ατάκα βρίσκεται στην πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους –και περιγράφει επακριβώς τη ζωή του για τα χρόνια που ακολούθησαν!

Αλλά τι έχεις να πεις περί αγωνίας; «Χρειαζόμαστε επειγόντως όπλα και εχθρούς και να μετρηθούμε πάλι! Γιατί έχουμε πεθάνει και δεν μας το λέει κανείς.» Ξέρεις, αυτή η αγωνία που περνάει ξυστά από τον θάνατο, όταν πρέπει να προλάβεις....
«Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο θάνατος μέσα στις στοές μυρίζει πάντα αγιόκλημα και πάει προς τα δυτικά. Πάντως, νεκρή ή ζωντανή θα σε βγάλω από δω μέσα, δεν έχει σημασία...»
Πρωινή Περίπολος



Επειδή είσαι θυμωμένος και πεινασμένος:
«Μάικλ ιζ άνγκρι και χάνγκρι»
Το κορίτσι με τις βαλίτσες.

Και προσπαθείς να περπατήσεις σ΄έναν αδυσώπητο κόσμο, να φτάσεις κάπου:
«-Αν με σκοτώσουν εμένα, εσένα ποιος θα σε βγάλει από δω μέσα;
-Αυτός που θα σε σκοτώσει. Προχώρα».

Πρωινή Περίπολος

Όταν η φιλία, η αγάπη... ακόμα κι αυτά είναι θανατηφόρα:
«Τελικά δεν πρέπει να έχεις παράπονο, γιατί κάθε φορά που πέθαινες έπαιρνες και κάποιον άλλο μαζί σου».
Θα σε δω στην Κόλαση Αγάπη μου

Μέχρι τη συνειδητή αποχώρηση: «Στην περίοδο που ζούμε ο καθένας πρέπει να εντάξει τον προσωπικό του εφιάλτη σ’ έναν συλλογικό εφιάλτη και ν’ αρχίσει να επεξεργάζεται μόνο αυτόν. Εγώ και η κόλασή μου πρέπει να κάνουμε πίσω.»

Κι έτσι ακριβώς έκανε –όπως το είπε. Κουράστηκε, απελπίστηκε... δεν ξέρω. Ή μήπως ξέρω;
«Γύρισα γιατί ... έψαξα μήπως βρω παλιούς φίλους... αλλά δεν υπάρχουν πια. Τελικά δεν πήγα και πολύ μακριά»
Zero Years


Ο Νίκος Νικολαϊδης σταμάτησε να μιλάει λίγο πριν φύγει οριστικά –έκλεισε τους λογαριασμούς του και... Τέλος πάντων, πήγαινε στη σελίδα του, για να δεις τα υπόλοιπα.

«Φριχτά δικαιωμένος που ο εφιάλτης προχωράει κατά κει που υπολόγιζα, δεν έχω να πω τίποτα άλλο.»

Υ.Γ.: Τα αποσπάσματα διαλόγων ταινιών και οι ατάκες που χρησιμοποίησα αποτελούν ένα μικρό δείγμα αυτών που περιέχονται στη σελίδα του.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 09, 2010

"Αν δεν έχεις κάτι έξυπνο να πεις -κάνε μια ευχή"

Έβγαλε ήλιο σήμερα, καλή φαίνεται η μέρα (όχι για βρικόλακες σαν και του λόγου μου πάντως) –καλημέρα λοιπόν! Και άντε γαμηθείτε. Χτες βράδυ είπα να χαζέψω ειδήσεις –αλλά είχε μια από τα ίδια –αν κάνεις τη μαλακία να παρακολουθήσεις ειδήσεις για να ενημερωθείς περί συγκεκριμένου θέματος, απλώς χάνεις το χρόνο σου.

Έβαλα λοιπόν κατευθείαν το κανάλι της Βουλής –κι αν ακούσω κανέναν να γκρινιάζει τι το θέλουμε το κανάλι αυτό και το πληρώνουμε από πάνω, έχω να του προτείνω δυο πράγματα: άλφα, να παρακολουθήσει ένα οποιοδήποτε ιδιωτικό κανάλι για μια ώρα συνεχόμενα και βήτα, να πάει να γαμηθεί.

Έβαλα το κανάλι της Βουλής αλλά δεν άντεξα να δω ολόκληρη την ταινία. Πολύ σπλάτερ! Μπόρεσα μόνο να δω ελάχιστα ξεκοιλιάσματα, τουτέστιν τη μισή τοποθέτηση της Παπαρήγα, ολόκληρη την τοποθέτηση του Τσίπρα (μετά ανέβηκε στο βήμα ο Χρυσοχοϊδης και το γύρισα στο Νόβα για να δω ένα σήριαλ) και τη δευτερολογία του Καρατζαφέρη (είχε τελειώσει το σήριαλ). Σκέφτηκα λοιπόν οτι, άντε γαμηθείτε.

Θέλω να υπενθυμίσω εδώ πέρα τον διαχωρισμό μεταξύ δεξιάς και αριστεράς -μεταξύ καπιταλισμού, ελεύθερης αγοράς, κεϋνσιανισμού αν θες, από τη μια πλευρά και κομμουνισμού, αναρχισμού, σοσιαλισμού, από την άλλη. Η διαφορά βρίσκεται στο επίκεντρο των παραπάνω δυο τάσεων –για την δεξιά τάση το επίκεντρο είναι η αγορά, ενώ για την αριστερή το επίκεντρο είναι ο άνθρωπος. Όσο οι πρώτοι λένε «αν λειτουργήσει ελεύθερα η αγορά αυτό θα αποβεί συμφέρον για τους ανθρώπους», τόσο οι άλλοι υποστηρίζουν, «αν λειτουργήσει ελεύθερα ο άνθρωπος, αυτό θα αποβεί συμφέρον για τις κοινωνίες». Αν έτσι έχουν τα πράγματα, δικαιούμαι να χαρακτηρίσω τις αριστερές θεωρίες ως ανθρωπιστικές και, κατά συνέπεια, τους αριστερούς ως ανθρωπιστές. Δεν δικαιούμαι;

Βγάζει τώρα αυτό το νομοσχέδιο περί ελληνικής υπηκοότητας για τους μετανάστες το Πασόκ –έχω ξαναγράψει σχετικά. Λόγω θέματος του νομοσχεδίου και με βάση τις μέχρι τότε θέσεις παύλα κινητοποιήσεις της Αριστεράς, αναμένεται κάποια στήριξη από τον συγκεκριμένο χώρο. Είναι σα να βγάζει ταινία για την Ευρωπαϊκή πορεία του Παναθηναϊκού ο Αγγελόπουλος (προτεινόμενος τίτλος: Το γκαζόν που νυστάζει) –άμα δηλώνεις Πανάθα θα βρίσεις, θα δυσανασχετίσεις, αλλά θα πας να τη δεις την παλιοταινία!

Από την άλλη πλευρά, οι έμποροι φυλετικής καθαρότητας με τα Τούρκικα επώνυμα πράττουν όπως αναμενόταν. Διαμαρτύρονται, μαζεύουν υπογραφές για να διώξουν την πουτάνα από την πολυκατοικία, ρίχνουν και δυο κιλά θεατρικά δρώμενα σε στυλ «Η άνοδος και η πτώση του Οίκου των Αρχ(ε)ιδών» -αναμενόμενα πράγματα.

Ενδιαμέσως, η Δεξιά του κοπυράιτ, ταλαντεύεται –και καλά κάνει. Διότι, πριν τοποθετηθεί πρέπει να μελετήσει –τις ανάγκες της χώρας σε δούλους, την κατεύθυνση των ψήφων των δούλων από τη στιγμή που θα αναγορευτούν σε δουλοπάροικους και όλα τα σχετικά. Μελετάει λοιπόν και αποφαίνεται –όχι στο νομοσχέδιο. Αναμενόμενο κι αυτό.

Στη μέση βρίσκεται το Πασόκ, σαν κόμμα του κεντρώου χώρου. Για να προτείνει το σχετικό νομοσχέδιο έχει προφανώς κάποια οφέλη –θες ψήφους; Θες φτηνό εργατικό δυναμικό; Έχουν κάνει κι αυτοί τους υπολογισμούς τους. Μετρώντας την Αριστερά υπέρ τους –λογικό δεν είναι;

Όσο η Αριστερά ξύνεται, κοιτάζοντας αμήχανα αλλού. Θα φέρω ένα παράδειγμα: διάβαζα πριν λίγο καιρό στο ιντιμήντια για την επικείμενη επίσκεψη του Χρυσοχοϊδη σε κάποιους μετανάστες απεργούς πείνας, στα Προπύλαια. Οι σχολιαστές επικαλούνταν τη φασιστική νοοτροπία του Χρυσοχοϊδη, ρίξανε και το σχετικό παράσημο της CΙΑ στην κατσαρόλα –κοντολογίς: δεν είναι δυνατόν να ανεχτούμε αυτή την επίσκεψη στους απεργούς πείνας! Τώρα, αν οι απεργοί πεινούσαν προκειμένου να αναγκάσουν την Πολιτεία να ακούσει τα αιτήματά τους κι αν η Πολιτεία εκπροσωπείται από τους Υπουργούς της (σαν το Χρυσοχοϊδη) –στ΄αρχίδια τους των σχολιαστών. Ρε, δε πα’να πεθάνουν οι απεργοί; Μη σου πω οτι αν πεθάνουν θα ρίξουμε και 10 διαδηλώσεις τιμής ένεκεν!

Έτσι κάπως διαμορφώθηκε η τακτική της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς –με διαδηλώσεις υπέρ της νομιμοποίησης ΟΛΩΝ των μεταναστών και με αμήχανη κόντρα προς το νομοσχέδιο. Και σκεφτόμουν εγώ ο μαλάκας: αν δηλαδή γινόταν αύριο δημοψήφισμα περί του θέματος –τι θα ψηφίζανε όλοι αυτοί; Γιατί με είπα μαλάκα; Επειδή το παραπάνω ερώτημα σπάει όλα τα κοντέρ ηλιθιότητας –ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΘΑ ΨΗΦΙΖΑΝΕ όλοι αυτοί. Σιγά μην καταδεχτούν να συμμετάσχουν στα παιχνίδια της εξουσίας! Κι αν τους ρώταγες: στάκα ρε φιλαράκι –τόσες πορείες έκανες περί νομιμοποίησης, θα αφήσεις το νομοσχέδιο να πέσει από τους φασίστες; Τότε θα επικαλούνταν τον μέγιστο αντιεξουσιαστή φιλόσοφο Νίκο Καρβέλα και συγκεκριμένα τη ρήση του: «Τα θέλω όλα (όλα όλα) ή τίποτα!» Κι άμα μπει η βαριά φιλοσοφία στην κουβέντα, γάμησέ τα –ως γνωστόν.

Είπα γάμησέ τα -τουτέστιν, θα περάσω στην κοινοβουλευτική συζήτηση περί του νομοσχεδίου. Και θα ξεκινήσω με ένα χοντροκομμένο αστείο. Παραθέτω ακριβώς από κάτω δηλώσεις πολιτικών αρχηγών, αν είσαι μάγκας προσπάθησε να βρεις ποιος είπε τι –χωρίς να το γκουγκλίσεις, εντάξει;

Νούμερο 1 (ευκολάκι):
«...αλλά και με τον κοσμοπολιτισμό ο οποίος εμφανίζεται και από αριστερές δυνάμεις, ο οποίος θέλει να καταργήσει το εθνικό πεδίο πάλης, την εθνική ταυτότητα και την πραγματικά διεθνιστική -που δεν αναιρεί την εθνική ταυτότητα- στο όνομα της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας διαπολιτισμικότητας ή πολυπολιτισμικότητας και που κλείνουν τα μάτια σε επικίνδυνες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις κοσμοπολίτικες, οι οποίες αύριο θα θέσουν θέμα μειονότητας και για τους μετανάστες».

Νούμερο 2 (ανεβαίνει ο πήχης):
«Μ' άλλα λόγια, όσα παιδιά γεννιούνται στην Ελλάδα θα πάρουν ιθαγένεια με την ενηλικίωση τους εφ' όσον το θέλουν. Αλλά δεν θα πάρουν ιθαγένεια εξ αρχής και οι γονείς τους.... Δεν θέλουμε απλώς να «πάρουν τα χαρτιά τους» με συνοπτικές διαδικασίες και να αναπαράγονται ως διαφορετικά γκέτο. Θέλουμε την ενσωμάτωση των ξένων, για να καταπολεμήσουμε την ξενοφοβία. Για να τελειώσουμε το ρατσισμό. Δεν θέλουμε τα γκέτο που τροφοδοτούν κι αναπαράγουν το ρατσισμό».

Νούμερο 3 (η παγίδα για να ξεχωρίσουν οι διαβασμένοι):
«Για την πρωτοφανή οικονομική κρίση που περνάει η χώρα χρειάζεται να υπάρχει ομοψυχία. Γιατί βιάζεστε για ένα θέμα που κινδυνεύει η δημοκρατία. Ελάτε μετά από 3 μήνες να το συζητήσουμε. Γιατί δεν το κάνουμε αυτό; Τι θα αλλάξει; Ποιο είναι το κώλυμα; Γιατί βάζουμε φυτίλι ανάμεσα μας τώρα που χρειαζόμαστε ομοψυχία. Τι θέλετε να κερδίσετε;»

Νούμερο 4 (για να πιάσουν κάποιοι τη βάση):
«Όλες οι προηγούμενες νομοθετικές απόπειρες ήταν στρεβλές, αποσπασματικές, αντιμετώπισαν το φαινόμενο φοβικά και εισπρακτικά, αφήνοντας σε καθεστώς ημιπαρανομίας τους μετανάστες... Μην χάσετε την ιστορική ευκαιρία να ανοίξετε νέους δρόμους. Είναι αναγκαία τομή για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής η πρόσβαση των μεταναστών που γεννιούνται στην Ελλάδα στην ιθαγένεια»

Νούμερο 5 (για δυνατούς λύτες):
«Οι άνθρωποι αυτοί υπάρχουν, ζουν και μοχθούν ανάμεσά μας. Έχουν πρόσωπα, ελπίδες, όνειρα και φόβους. Η οικονομική κρίση τους αγγίζει το ίδιο και ανησυχούν το ίδιο με μας. Εργάζονται, εκπληρώνουν τα ασφαλιστικά τους βάρη, αποκτούν ιδιοκτησία, στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο, έχουν ριζώσει στην Ελλάδα που έγινε για τα παιδιά τους, η μόνη πατρίδα. Δεν μπορούμε να τους κάνουμε να μην είναι συμμέτοχοι στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Η άρνηση να τους εντάξουμε με κανόνες, δημιουργεί ανομία και διαφθορά. Οδηγεί πρώτα στην γκετοποίησή τους στη δική μας συνείδηση, μετά στην δική τους και μετά στο χάρτη της πόλης: Δίνει το σήμα πως ποτέ δεν θα είναι ευπρόσδεκτοι εδώ... Προς τι τα φαντάσματα περί αλλοίωσης του έθνους; Τι σημαίνει να είσαι Έλληνας; Δημοκρατία, ισότητα, ανθρωπισμός. Τόσο λίγο πιστεύουμε στη δύναμη της Ελλάδας, στη δύναμη του Ελληνισμού ανά τους αιώνες; Μεγαλύτερη αλλοίωση έχει ο πολιτισμός μας από τις 4-5 ώρες που βλέπουμε τηλεόραση εμείς και τα παιδιά μας»

Για να μη σε κουράζω –το ρεζουμέ της χτεσινής κουβέντας ήταν οτι ΝΔ και Λάος θα καταψηφίσουν το νομοσχέδιο, όπως κάθε λογικός άνθρωπος θα περίμενε. Το Πασόκ θα ψηφίσει υπέρ (σώπα!) Το ΚΚΕ θα καταψηφίσει το νομοσχέδιο (πως είπατε;). Ο Σύριζα μάλλον θα ψηφίσει κατά αν δεν ψηφίσει υπέρ το οποίο όμως θα συμβεί μόνο εάν και εφόσον.... (Χριστό δεν κατάλαβα ρε γαμώτο έτσι όπως τα έλεγε ο Αλέξης!)

Φτάνω στο γκραντ φινάλε και αναρωτιέμαι (επειδή τέτοιος άνθρωπος είμαι εγώ –«έχω μια ερώτηση για κάθε απάντηση»):

Που στο διάολο πήγε ο ανθρωπισμός της Αριστεράς; Που πήγε η συνδικαλιστική λογική της κοινοβουλευτικής Αριστεράς; Που πήγε το «ζητάω πολλά, παίρνω τα λίγα και συνεχίζω να αγωνίζομαι για όλα» -που πήγε αυτό;

Με το νομοσχέδιο θα βελτιωθεί η θέση κάποιων ανθρώπων –πόσων; Πριν τη διαβούλευση περισσότερων από όσων μετά τη διαβούλευση –συμφωνείς; Συμφωνείς, το είπε κι ο Αλέξης (αυτό τουλάχιστον το κατάλαβα). Αφού λοιπόν υπήρχε κίνδυνος κουτσουρέματος στη διαβούλευση γιατί δεν το στήριξες το νομοσχέδιο ρε μαλάκα; Γιατί άφησες να αλωνίσουν οι ακροδεξιοί; Κι εφόσον δεν το στήριξες –τι σκατά διαμαρτύρεσαι τώρα που κουτσουρεύτηκε; Τα κόμματα εξουσίας μετράνε το κάθε βήμα τους με ψήφους –έτσι μέτρησε και το Πασόκ κι ευτυχώς που φοβήθηκε το κράξιμο και δεν απέσυρε εντελώς το νομοσχέδιο!

Είχα δει τη Λιάνα Κανέλλη (τη φωνή του Περισσού-λαού) να διαμαρτύρεται γιατί «κόψανε» σχόλια από το σάιτ της διαβούλευσης –είχε βγει ένας Πασόκος και της έλεγε οτι κόψανε τα γαμωσταυρίδια και δεν υπάρχει μπλόγκερ που να μην το καταλαβαίνει αυτό. Ε, η Λιάνα σκίστηκε να υποστηρίζει οτι όλα έπρεπε να μείνουν –μη και χαθεί καμιά αποψάρα του ΚΚΕ περί του θέματος!

Και ποια είναι η αποψάρα τους; Το «χέσε ψηλά κι αγνάντευε» -διαφωνείς; Να σου πω εγώ κάτι για την αποψάρα τους: όταν το Πασόκ έφερνε το θέμα του Συμφώνου Συμβίωσης για τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια η Αλέκα το καταψήφιζε με το σκεπτικό «δεν πρέπει πάντα να υπακούμε στα κελεύσματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης», τώρα το ΚΚΕ πάλι καταψηφίζει επειδή το νομοσχέδιο είναι «προϊόν συναλλαγής μεταξύ Πασόκ, ΝΔ και Λάος» -ε, σάλτα παραδίπλα κυρα-Αλέκα μου, μη σου πω τίποτα χειρότερο! Αν νομίζεις οτι η τακτική σου έχει σχέση με την Αριστερά, θα σου θυμίσω οτι κι ο Χίτλερ εθνικοσοσιαλιστικό το ονόμαζε το κόμμα του!

Πολύ το αγριέψαμε –θα το μαλακώσω λοιπόν με ένα ανεκδοτάκι. Παρακολουθούσα τη δευτερολογία Καρατζαφέρη –λέει σε κάποια στιγμή το άτομο οτι ο Παπανδρέου φέρθηκε βάναυσα στη ΝΔ και τους μεταχειρίστηκε επιθετικά χωρίς να χρησιμοποιήσει καν λιπαντικό! Από κάτω τα παλικάρια του Λάος χαζογελάγανε θαυμάζοντας την ευφράδεια του Αρχηγού τους (ήταν σα σκηνή κακής ελληνικής ταινίας του Φίνου –με τους Γερμανούς κατακτητές να γελάνε όσο ο λοχίας τους ξεφτιλίζει τη φτωχή λουλουδού του μπουζουξίδικου). Αναρωτιέμαι λοιπόν: ο Καρατζαφέρης δεν παθαίνει ίκτερο κάθε φορά που το ΙΕΡΟ προαύλιο της Βουλής βεβηλώνεται από αναρχικούς; Πως ακριβώς μετράει τη βεβήλωση τελικά; Επειδή το να μιλάς για «πισωκολλητά χωρίς σάλιο» από το βήμα της Βουλής δεν μου φαίνεται και τόσο τιμητικό για τον «ιερό χώρο»! Έχω άδικο;

Άδικο έχω –γιατί εδώ πέρα η κοινοβουλευτική Αριστερά μοιάζει πιο απάνθρωπη από το συντηρητικό Κέντρο, εδώ πέρα κοντεύουμε να ξεχάσουμε «ποιοι είμαστε» επειδή μας έχει γονατίσει το «πως φαινόμαστε» -σε τέτοιες συνθήκες το να χρησιμοποιεί ο Αρχηγός ενός ακροδεξιού κόμματος ορολογία «Πρωταθλητή»/«Πράσινης» είναι το πλέον αναμενόμενο.

Τι έλεγα; Α, ναι! Καλημέρα και άντε γαμηθείτε.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2010

«Ποτέ μην εμπιστεύεσαι έναν χίπη με λάπτοπ»

Ε, λοιπόν -υπάρχουν εδώ μέσα διάφορες συνεντεύξεις που έχω βρει στα πέριξ του διαδικτύου. Τι λείπει; Μα φυσικά ο Τζόνι ο Σάπιος, ο Johnny Rotten που έγινε John Lydon. Βρήκα τη συνέντευξη εδώ, έχει κι άλλες -για πάρε μια ιδέα:

Ερ.: Μας έκανε εντύπωση που σε είδαμε στο ‘Rolling Stone’ του προηγούμενου μήνα. Όχι μόνο επειδή η συνέντευξη είχε παρθεί 18 μήνες πριν δημοσιευτεί, αλλά επειδή δεν υπήρχε καμιά σχετική αναφορά στο εξώφυλλο! Πολύ περίεργο.

Ειλικρινά, το βρίσκω ελεεινό που τους πήρε τόσον καιρό να βγάλουν το κομμάτι, έτσι που, όταν τελικά δημοσιεύτηκε ήταν ήδη ξεπερασμένο. Φαίνεται οτι περάσανε πολύ καιρό τσεκουρώνοντας το κομμάτι, πρέπει να ταλαιπωρήθηκαν πολύ για να ανακαλύψουν τα στραβά μας. Και, κατά δεύτερον, το άρθρο είχε θέμα την άρνησή μας να μπούμε στο Hall of Fame η οποία δεν ισχύει πια!
Μας είχαν υποσχεθεί τότε οτι θα μας κάνουν εξώφυλλο –γι΄αυτό το κάναμε. Αλλιώς δεν θα ασχολιόμουν μαζί τους. Είχα μιλήσει με την Anita Camarata –τη μάναντζερ του Στηβ και του Πολ –πριν δεχτούμε, και με είχε διαβεβαιώσει οτι δεν επρόκειτο να είναι ακόμα ένα πικρόχολο κομμάτι. Είμαι σίγουρος οτι έτσι της είχαν πει κι αυτής. Γι΄αυτό άλλωστε το ‘Rolling Stone’ πήρε έναν συγγραφέα να κάνει τη δουλειά, αλλά το τελικό αποτέλεσμα ήταν μια από τα ίδια. Ευχαριστώ πολύ. Ποτέ μην εμπιστεύεσαι έναν Χίπη. Το λέγαμε χρόνια πριν κι ακόμα δεν έχει αλλάξει. Κι αυτοί είναι χίπηδες με λάπτοπς. Μέχρι κι αυτό το κομμάτι το παρεξήγησαν!
Το ‘Rolling Stone’ είναι πιο καθεστωτικό κι από τ΄αρχίδια ενός τσοπανόσκυλου αλλά τους αρέσει να το παίζουν πολύ αριστεροί και πολύ τρέντυ. Δεν είναι τίποτα τέτοιο. Είναι πιο μπουρζουάδες κι από τους μπουρζουάδες. Είναι σκέτη φιγούρα. Είναι σαν το σαξόφωνο του Κλίντον! (γελάει). Το περιοδικό αποσκοπεί στην αυτοϊκανοποίηση του κοινού που έχει το ίδιο δημιουργήσει. Ενός κοινού από χίπηδες, εκείνης της γενιάς υποθέτω –αυτούς που μεγάλωσαν πλέον και έγιναν δικηγόροι σε πολυεθνικές. Κι αυτός είναι ο τρόπος που γουστάρουν να διαβάζουν για τη μουσική τους....


Ερ.: Υπάρχει μια περίεργη υπόγεια αίσθηση σε όλο το άρθρο οτι δεν πιστεύουν ούτε λέξη απ΄όσα λες.

Δεν χρειάζεται. Δεν χρειάζεται να πιστεύεις όλα όσα λέω, αλλά αυτό που πρέπει οπωσδήποτε να κάνεις είναι να δεις πως είναι στ΄αλήθεια τα πράγματα –και μετά έλα να τα ξαναπούμε. Το μόνο για το οποίο πάλεψα σε ολόκληρη τη ζωή μου, ήταν να κάνω ένα πράγμα σωστά, να εξηγήσω γιατί ενεργώ με τέτοιο τρόπο, κι αν αυτό με κατατάσσει στους ψεύτες, λοιπόν, δεν καταλαβαίνω, δεν μπορώ να κατανοήσω το κίνητρό σου. Πάει κάπως έτσι, η γνώμη μου για τη δική μου ζωή είναι απλώς μια ακόμα άποψη. Σωστά; Μιλάνε με ειδικούς για μένα -δεν είναι εύκολο να καταπιείς τόση ανοησία.

Ερ.: Είναι πολύ αισχρό που στο άρθρο σε αποκαλούν «λάτρη της παραπληροφόρησης» και αμέσως μετά ισχυρίζονται οτι ο Marilyn Manson είναι ο Αντίχριστος! Πάνε δηλαδή να κολλήσουν τον Αντίχριστο με τον Αναρχικό στην ίδια πρόταση, έτσι ξεδιάντροπα!

Τέτοιοι άνθρωποι φροντίζουν πάντα να «νοστιμίζουν» τα κείμενά τους αλλά μέχρι ενός σημείου, επειδή, ξέρεις (γελάει) αν επιτεθούν σε κάποιον άλλον, τι θα μείνει για να καταλογίσουν σε εμάς! Είχαν ΑΠΕΙΡΟ χρόνο μπροστά τους μέχρι να το δημοσιεύσουν και, αν είμαι σκέτο ναρκοπέδιο, ή όπως αλλιώς το γράφουν, παραπληροφόρησης –εντάξει, αποδείξτε το. Μην το πετάτε έτσι απλά και μετά να επικαλείστε διάφορους εκ γενετής ψεύτες, για να το αποδείξετε. Τους το είχα δηλώσει ξεκάθαρα, «αν θέλετε να μάθετε για τους Sex Pistols ρωτήστε τους Sex Pistols!» Οτιδήποτε άλλο είναι άσχετο. Ο Malcolm δεν ήταν ένας Sex Pistol. Κι όσο για το οτι εγώ ευχήθηκα να πεθάνει σε κάποια εμφάνιση στη Βρετανική τηλεόραση –πολύ θα ήθελα να μου το δείξει κάποιος αυτό!
Αν πετσοκόβεις δηλώσεις του Malcolm από διάφορα άρθρα –προκειμένου να φτιάξεις κάποια δικιά σου αλήθεια –λοιπόν, τότε είσαι εντελώς εκτός. Νομίζω οτι ο συγγραφέας ήθελε να μας βάλει σε κάποιες θέσεις που είχε φτιάξει ερήμην μας. Δεν πιάνει καθόλου το νόημα όσων του λέμε –μοιάζει να αγνοεί ακόμα και τη μουσική μας.
Αν νομίζεις οτι τα τραγούδια μας είναι μέτρια και τέτοια... Εντάξει. Η άποψή σου είναι καλοδεχούμενη. Αλλά ακόμα και ολόκληρες κυβερνήσεις είχαν εντελώς διαφορετική γνώμη! Και μπήκαμε σε μεγάλους κινδύνους λόγω αυτών των τραγουδιών. Δεν μπορούν να καταλάβουν τις δυσκολίες, και ειλικρινά, τον τρόμο που έπρεπε να ξεπεράσουμε στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων για να υποστηρίξουμε οτι αρχίσαμε. Και το να τα υποβαθμίζεις όλα αυτά –λες και δεν μετρήσανε πουθενά –είναι απλώς βλακώδες. Επειδή χρειάζεται να είναι κανείς πραγματικά γενναίος για να σταθεί κόντρα σε τέτοιες δυνάμεις. Κι αν αυτό θεωρείται αυτοθαυμασμός –λοιπόν έτσι είναι! Εδώ έρχεται ο αυτοθαυμασμός. Εγώ τα κατάφερα όλα αυτά. Εσύ πάλι –όχι. Άντε γαμήσου. Εντάξει; Καθαρά και ξάστερα. Είναι πολύ εύκολο να πουλάς μούρη όταν ο άλλος έχει ήδη φυσήξει την τρομπέτα, αλλά δεν το έκανες εσύ, δεν βγήκες εσύ μπροστά με την τρομπέτα, οπότε άντε γαμήσου! (γελάει)

Ερ.: Σε κατηγορεί κιόλας οτι λες ψέματα όταν ισχυρίζεσαι οτι οι Sex Pistols ήταν για το Music Hall.

Γιατί ήταν ψέμα αυτό; Πως ήταν ψέμα δηλαδή; Είναι κομμάτι της κουλτούρας μας –αυτό είναι. Γεφυρώσαμε πολλά, πολλά χάσματα μεταξύ της εργατικής και της μεσαίας τάξης και κάναμε τον κόσμο ελάχιστα καλύτερο –και σίγουρα ανοίξαμε πόρτες για πολλά, πολλά καινούργια συγκροτήματα. Κι αυτά δείχνει να τα υποβαθμίζει.
Το άρθρο, στ΄αλήθεια, στήθηκε με μια εντελώς αρνητική διάθεση –από την αρχή. Και συνεχώς προσπαθούσαν να βγάλουν κάποια κόντρα ανάμεσα σε μένα και τον Στηβ. Κι ας μην υπήρχε τίποτα τέτοιο.
Μέσα στους μεγαλύτερους εχθρούς μου υπολογίζω όλους εκείνους που φτιάχνουν ιστορίες περί του πως είμαστε μεταξύ μας. Τώρα, αν εγώ πλησιάσω τον Malcolm και του πω «Φέρε μου μια μπύρα ρε μουνί» κι εκείνος απαντήσει «Άντε γαμήσου», αυτό έχει να κάνει με το πως είμαστε μεταξύ μας. Δεν πρόκειται για κάποια πικρία. Πρόκειται για οικειότητα. Πρόκειται για ανθρώπους που παραμένουν άνθρωποι, όπως θα έπρεπε να γνωρίζει και να έχει ακούσει κάθε κάτοικος των Βρετανικών Νήσων. Πρόκειται για έναν ανοιχτό τρόπο φιλικής επικοινωνίας. Ο συγγραφέας δεν καταλαβαίνει το Βρετανικό χιούμορ, ή το Ευρωπαϊκό χιούμορ, ή το πως λειτουργεί ο κόσμος γενικότερα και τι ακριβώς δημιουργούν οι ταξικές διαφοροποιήσεις.

Ερ.: Μια από τις μεγαλύτερες γελοιότητες του άρθρου ήταν η άποψη οτι οι Ramones «είχαν περισσότερο περφεξιονισμό στο παίξιμό τους» από τους Pistols. Τι είδους οπτική είναι αυτή;

Α, καλά –αυτό ήταν εντελώς εκτός τόπου και χρόνου! Καλημέρα, δεν είμαστε Εργοστασιακά Διαμορφωμένες Ποπ Μονάδες! Πολλά, πολλά συγκροτήματα είναι έτσι –και η Αμερική γουστάρει να δημιουργεί τέτοιες Εργοστασιακά Διαμορφωμένες Ποπ Μονάδες –ο Marilyn Manson μου έρχεται πρόχειρα στο μυαλό και οπωσδήποτε οι Green Day. Έχουν κατασκευαστεί και κατευθυνθεί στην αγορά με σκοπό τις πωλήσεις. Όλα για το Δολάριο. Ο στόχος είναι οι εισπράξεις. Λοιπόν, όλα αυτά είναι εντάξει, δεν νιώθω καμιά αηδία για αυτό το είδος των ανθρώπων –αλλά αηδιάζω όταν προσπαθούν να μας στήσουν απέναντί τους και ισχυρίζονται οτι είμαστε υποδεέστεροι επειδή δεν είμαστε τόσο διεφθαρμένοι όσο αυτοί.
Όλο αυτό είναι μια πολύ πούστικη μέθοδος για να υποβαθμιστεί το πόσο γαμημένα καλοί είμαστε! Και προέρχεται από τη λεγόμενη ιντελιγκέντσια. Αλλά και πάλι αποτυγχάνουν σ΄αυτές τους τις προσπάθειες παραπλάνησης. Επειδή δεν μπορείς να αγνοήσεις την αλήθεια. Η αλήθεια είναι εκεί έξω και όλοι τη βλέπουν. Εγώ έγραψα τα τραγούδια, τα τραγούδησα και έκανα καλά τη δουλειά μου. Έτσι είναι. Εκτός απ΄αυτό, εγώ δεν ζήτησα τίποτα περισσότερο και, σίγουρα, δεν ζήτησα τίποτα βραβεία. Για την ακρίβεια, με πολλή χαρά, απέρριψα κάποια βραβεία.

Ερ.: Έχω την εντύπωση οτι δεν έχουν χρησιμοποιήσει τέτοιο υποτιμητικό στυλ σε άλλο άρθρο για συγκρότημα εκτός από εσάς. Λες και είναι δίκαιο να κάνεις κάτι τέτοιο, απλώς επειδή έχεις απέναντί σου τους Sex Pistols.

Ναι, το ξέρω. Κατά κάποιον τρόπο είναι τιμητικό για μας οτι ξόδεψαν τόσο χρόνο για να μας υποτιμήσουν –σωστά; Λοιπόν, εγώ μίλησα μ΄αυτόν τον άντρα για δυο ώρες περίπου, κι αυτό ήταν όλο που κατάλαβε –τι να κάνω; Τον αντιμετώπισα με πολύ φιλικό και ανοιχτόμυαλο τρόπο –όπως συνήθως κάνω –και μου το ανταπέδωσε με συκοφαντίες. Είναι πραγματικά ατυχές, οτι δεν μπορείς να μιλήσεις με κάποιον στα ίσα και να είσαι ο εαυτός σου –και πρέπει μια ζωή να ψάχνεις για κακές προθέσεις.
Κι αυτή η συνεχής υποψία, λοιπόν, κατά έναν παράξενο τρόπο, έχουν μάλλον δίκιο να είναι καχύποπτοι επειδή είμαι πολύ πιο έξυπνος απ΄αυτούς (γελάει). Κι αυτό τους τρομάζει. Μιλώντας για τον εαυτό μου, θα πρέπει να παραδεχτώ οτι δεν είναι τύπος που μανιπουλάρεται εύκολα απ΄αυτή τη βιομηχανία. Επειδή η βιομηχανία είναι λάθος. Όχι εγώ! Είναι αδυσώπητα και ολοκληρωτικά διεφθαρμένη. Και περιοδικά σαν αυτό είναι απολύτως πιστά στη συγκεκριμένη βιομηχανία. Και στ΄αλήθεια, αν θες να παραμείνεις ηλίθιος τότε το Rolling Stone’ είναι η καλύτερη επιλογή. Γιατί θα σε κρατήσει ηλίθιο για πάντα.
Επειδή εκεί μέσα τους λείπει το πάθος και η αγάπη για τη μουσική. Δεν υπάρχει περίπτωση να βρεις τίποτα εκεί μέσα που να σε κάνει να σκεφτείς κάτι διαφορετικό από το «Ω, μα τι ωραία διαφήμιση αφτερσέιβ!» Νομίζω οτι με κάποιον περίεργο τρόπο το ‘Rolling Stone’ έχει δίκιο –δεν είμαστε τόσο προσοδοφόροι όσο ένα Land Rover ή ένα αφτερσέιβ –σωστά; Άρα δεν είμαστε συγκρότημα για σας, αγοράκια του ‘Rolling Stone’! Αυτοί είναι ένας ακόμα θεσμός που σύντομα θα καταρρεύσει από το ίδιο του το βάρος. Δεν μπορείς να ζεις στον ζεστό αέρα και στον γεμάτο πορδές άνεμο για πάντα.

Ερ.: Αλλά φαίνεται οτι έχουν κάνει ολόκληρες καριέρες σε αυτό το πράγμα. Που είναι ανθρωπίνως αδύνατο να διαβαστεί...

Δεν ξέρω ποιοι το διαβάζουν. Ξέρω πως θεωρείται κάποιο είδος καθιερωμένου θεσμού, αλλά καλημέρα, όπως ξέρουμε για όλους τους θεσμούς, θα πρέπει αναγκαστικά –θα πρέπει –να καταρρεύσουν και να ξαναστηθούν από την αρχή! Είναι κομμάτι του σκατεστημένου και είναι εκεί που πάνε όλα λάθος. Η αποστείρωση του περιοδικού σκοτώνει ότι έχει ενδιαφέρον στη μουσική. Συνέχισε την καλή δουλειά ‘Rolling Stone’, συνέχισε να αποδεικνύεις οτι είσαι ο εχθρός –είσαι ο ε-χθ-ρός...

«Η επανάσταση θα γίνει σε απευθείας μετάδοση»



Ερ.: Είσαι ένας από τους κριτές στο ‘Bodog Battle of the Bands’ που θα αρχίσει να παίζεται στην αμερικάνικη τηλεόραση. Πως μπλέχτηκες με όλο αυτό;

Δεν είχα να κάνω τίποτα τον Ιανουάριο όταν μου το πρότειναν. Αυτό που μου τράβηξε την προσοχή ήταν πως υπήρχαν τρομερά πολλά συγκροτήματα που θα έπρεπε να ακούσουμε. Οι περισσότεροι έπαιζαν 3 τραγούδια, αλλά ήταν δικά τους τραγούδια. Επρόκειτο λοιπόν για μια γνωριμία με τραγουδοποιούς μέσα από ζωντανές εμφανίσεις –πως να μην το βρω ενδιαφέρον; Κι έτσι το έκανα.
Δεν είμαι όμως και πολύ δοσμένος σε όλο αυτό. Υποστηρίζω όποιον γράφει τη δική του μουσική. Αλλά δεν μπορώ να πω οτι κάποιο από τα συγκροτήματα που είδα ήταν τόσο καλό ώστε να κάνει τον κόσμο να σταματήσει να γυρνάει. Δεν ήταν τέτοιου επιπέδου, αλλά αυτό δεν είναι δικό μου λάθος. Το όλο θέμα είχε να κάνει με την ποικιλία και δυστυχώς, σόου σαν κι αυτό είναι τόσο ποικίλα όσο τα συγκροτήματα που συμμετέχουν. Κάποιοι ήταν αρκετά ενδιαφέροντες. Κάποιοι άλλοι ήταν πολύ, πολύ Βρετανοί στην προσέγγισή τους στην ποπ –το οποίο δεν είναι καθόλου κακό –ξέρω οτι χρόνια πριν όλοι λυσσάγανε για το ‘Top of The Pops’ αλλά, μάγκες, αυτή η φάση έχει τελειώσει.

Ερ.: Αν βγουν καναδύο αξιοπρεπείς μπάντες από όλο αυτό, πέρα από τα συνηθισμένα καραόκε ποπ σκουπίδια, θα είναι μια χαρά.

Θα προτιμούσα μια απαίσια μπάντα παρά κάποια βιομηχανοποιημένη δημιουργία των μεγάλων εταιρειών. Οι άνθρωποι πρέπει να θυμόνται οτι ο Jimi Hendrix έπαιξε κάποτε στο ‘Opportunity Knocks’!

Ερ.: Δεν το ήξερα αυτό!

Ναι! Ναιαιαιαι (γελάει). Δεν το έχω δει αλλά οι φήμες λένε οτι ήταν γαμημένα καλός!

Ερ.: Οι καιροί αλλάζουν, η τηλεόραση φαίνεται να γίνεται σημαντικό τμήμα της καριέρας των συγκροτημάτων.

Είναι ο μοντέρνος κόσμος, δεν μπορείς να το αποφύγεις. Και ειλικρινά, αν είσαι νέο συγκρότημα, το χρειάζεσαι. Και το να δίνεται αυτή η δυνατότητα σε τόσες καινούργιες καταστάσεις είναι υπέροχο. Είμαι πολύ χαρούμενος για όλους τους. Δεν περιμένω βέβαια να είναι όλοι φωτεινές διάνοιες, επειδή τελικά και ποιος είναι; Αλλά μόνο αν δίνεις ευκαιρίες στους ανθρώπους υπάρχει περίπτωση να δεις το αστέρι να λάμπει πάνω τους. Το να κάθεσαι στον κώλο σου και να μονολογείς, «Ω, θα είναι όλα απαίσια...» είναι τυπική Εγγλέζικη συμπεριφορά που πρέπει να σταματήσει!

Ο νικητής θα κερδίσει ένα συμβόλαιο με τη Bodog;

Ναι. Το οποίο είναι καλό πράγμα βέβαια, αλλά μπορείς εύκολα να διακρίνεις που βρίσκονται οι ρωγμές και οι παγίδες σε όλο αυτό! Αλλά είναι πολύ καλύτερο από το να μην κάνεις τίποτα. Επειδή από το πουθενά μπορεί να σου βγει κάτι. Στην Αμερική είναι πολύ δύσκολο πλέον για ένα συγκρότημα να βρει συμβόλαιο.

Ερ.: Είχα την εντύπωση οτι αφορούσε μόνο ροκ μπάντες, αλλά δεν είναι έτσι –σωστά;

Α, δεν είναι μόνο ένα είδος μουσικής. Πολλά, πολλά διαφορετικά είδη. Εγώ πάντως, αμέσως καταψήφισα όποιον ήταν σκέτη φωνή και κακό! Ξέρεις, άτομα που απλώς βουτάνε το μικρόφωνο και γκαρίζουν. Είναι απλώς τόσο αδιάφοροι! (γελάει) Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε αυτούς και σε όσους έχουν να περάσουν ένα μήνυμα που σημαίνει κάτι. Υπήρχαν τόσα διαφορετικά είδη μουσικής, αλλά είναι πολύ δύσκολο όταν είσαι σε μια επιτροπή μαζί με άλλους κριτές που δεν έχουν την ίδια οπτική με τη δική μου! (γελάει). Αυτό βέβαια δεν είναι κακό!

Ερ.: Όταν σε βάλανε στην επιτροπή θεωρούσαν μάλλον οτι θα ήσουν ο κακός, οτι θα έλεγες στους ανθρώπους να πάνε να πηδηχτούν και τέτοια.

Όχι. Είμαι εντελώς προσηλωμένος στο να προσπαθήσω να εξηγήσω σε αυτούς τους ανθρώπους τη διασκέδαση που μπορούν να βγάλουν αν κάνουν σωστά το όλο πράγμα. Δεν είμαι εκεί για να κρίνω, δεν είναι αυτός ο τρόπος μου. Θα τους κρίνω αργότερα, όταν το θέμα φτάσει στο να αγοράσω τον δίσκο τους ή όχι....
Για μένα η μουσική είναι γνώση. Οι άνθρωποι σού δίνουν μια αίσθηση περί του πως αντιλαμβάνονται τον κόσμο. Αν σου μεταφέρουν την αίσθησή τους σωστά και καθαρά, κι εγώ ακόμα μαθαίνω πως γίνεται αυτό, τότε είναι ωραία. Και δεν έχει σημασία το μουσικό στυλ. Η αντίληψη του να μην ακούς τίποτα άλλο εκτός από πανκ δεν είναι πανκ αντίληψη. Καθόλου. Δεν θα μπορούσες να βρεθείς μακρύτερα από το πανκ αν έχεις αυτό το modus operandi. Πρέπει να είσαι ανοιχτός σε όλα. Επειδή εμείς ψάχναμε για τις σωστές απαντήσεις –όχι για τις βολικές απαντήσεις...
Με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι κάνουν τα πράγματα διασκεδαστικά. Και λυπάμαι, αλλά ο καταπληκτικός κόσμος του ίντερνετ είναι πολύ στενός για τα ανθρώπινα πλάσματα (γελάει). Ξέρεις. Γενιές ολόκληρες χάνουν το μπούσουλα εκεί μέσα. Μανιπουλάρονται από τις ιδέες και τις ιδεολογίες κάποιων άλλων –και γίνονται σκλάβοι ενός συστήματος το οποίο δεν το καταλαβαίνουν πλήρως.

Ερ.: Το πρόβλημα με το ίντερνετ –όπως έχουμε καταλάβει –είναι η τεράστια ανωνυμία και το οτι οι άνθρωποι δεν έχουν την υπομονή να ελέγξουν τα ΓΕΓΟΝΟΤΑ από μόνοι τους, ή ακόμα και να διαβάσουν το κάθε τι ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΑ!

Νομίζω οτι οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει πως είναι να επικοινωνούν ένας με έναν. Το χιούμορ κι άλλα τέτοια πράγματα χάνονται. Όροι όπως η ειρωνεία δεν γίνονται πια αντιληπτοί! Το πρόβλημα είναι πως όταν πρόκειται για κείμενο οι άνθρωποι δεν ξέρουν πώς να το διαβάσουν, άσε όταν πρόκειται να γράψουν οι ίδιοι! Οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τα κόμματα, τις τελείες μιας πρότασης –τη δομή της γενικά (γελάει). Είμαι ένα ζωντανό πλάσμα και η φωνή μου αντικατοπτρίζει αυτά που εννοώ, τα νοήματα, τις εμφάσεις, και όταν όλα αυτά λείπουν, λοιπόν, τότε χάνεις πολλά πράγματα. Χάνεις περίπου τα 7/8 της πληροφορίας.

Ερ.: Περιμέναμε να σε δούμε σε αυτή τη σειρά, το ‘Bronx Bunny’ τι ακριβώς έγινε εκεί πέρα;

.... Φαίνεται οτι δεν χωράω στον μικρό περιστερώνα τους. Έτσι ακριβώς. Λυπάμαι που σε αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχει χώρος για ανθρώπους έξω από τις νόρμες. Λοιπόν, δεν θέλω να προσπαθήσω να χωρέσω. Χαίρομαι που με πετάνε συνέχεια έξω. Που κάνουν σα να μην υπάρχω. Επειδή υπάρχω μέχρι εκεί που δεν πάει άλλο! Κι αυτοί χάνουν, όχι εγώ.


John Lydon.
The Horses Mouth.
July 2nd 2007.


Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι