Τρίτη, Μαΐου 31, 2011

"Ίχνη νικοτίνης σε γυναικεία δάχτυλα"

Πρόσεξε σκηνικό: Κάθομαι στο σκαμνί του μπαρ, πίνω λευκό κρασί και το παίζω θλιμμένος μπούφος (κάποτε τράβαγε γκόμενες αυτό –μην το γελάς καθόλου) όταν περνάει από δίπλα μου η Μισέλ Βάλεϊ ψάχνοντας για φωτιά. Βλαστημάω που έκοψα το κάπνισμα, η Βάλεϊ έχει βρει φωτιά συν τον Τάκη τον Σπυριδάκη, αποφασίζω να βγω έξω, να κάνω κι εγώ μια τράκα από τα κομμένα, πέφτω πάνω στον Κούνδουρο, ντριπλάρω κατά σειρά τους Μανουσάκη, Κατσουρίδη και Τιμογιαννάκη, περνάω την πόρτα κι έχω να επιλέξω ανάμεσα στους Ζερβό, Παναγιωτίδη, Τζούμα, Βαλαβανίδη που κανιβαλίζουν κάτι άμοιρους φωτογράφους. Ξαναμπαίνω μέσα ξεχνώντας γιατί βγήκα, χαζεύω βιβλία, αφίσες, ρούχα από ταινίες, πίνακες... Φτάνω μέχρι την κυρία έξω από τις αίθουσες προβολής. «Τι έχει τώρα;» ρωτάω. «Στη μικρή αίθουσα παίζονται οι διαφημίσεις του και το Κορίτσι με τις Βαλίτσες. Στη μεγάλη αίθουσα η Πρωινή Περίπολος. Και στον θερινό η Γλυκιά Συμμορία». Χαμογελάω –τελικά υπάρχει Παράδεισος στη γη. Ή Κόλαση –εξαρτάται από την οπτική γωνία...

«Θα περιοριστώ να πω ότι, εφευρίσκουμε κάποιο δικό μας παράδεισο μόνο και μόνο για να επικυρώσουμε την απόφασή μας να ζήσουμε στην κόλαση. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Η κόλαση είναι το σπίτι μας και νοιώθουμε πολύ άνετα και ξεχωριστοί μέσα σ’ αυτήν. Για όποιον διαφωνεί υπάρχουν και οι χασαποταβέρνες της Βάρης.»


Μιλάω φυσικά για το Αφιέρωμα στην Ταινιοθήκη για τον Νίκο Νικολαϊδη, γίνεται χαμός εκεί πέρα, ζούμε εποχές πρώτης προβολής της Γλυκιάς Συμμορίας, πολύς κόσμος, πολλοί οι πιτσιρικάδες –ας πούμε χτες βράδυ έγινε sold out στην Πρωινή Περίπολο, τρέχανε οι άνθρωποι του Αφιερώματος να εξασφαλίσουν κι άλλη ώρα προβολής.

«Είναι γνωστό ότι οι ταινίες μου και τα βιβλία μου είναι όχι προεκτάσεις της ζωής μου, αλλά αναπαραγωγές της. Γενικά, “τα κουρέλια” και κολυμπάνε και τραγουδάνε. Ακόμα!»




Από την προηγούμενη Πέμπτη όταν άρχισε το Αφιέρωμα μέχρι την Πέμπτη που μας έρχεται και θα κλείσει με την συναυλία των Last Drive, Simon Bloom, The Boy, Γιάννης Αγγελάκας 3 με special guest τον Γιώργο Χατζηνάσιο (soundtrack Γλυκιάς Συμμορίας, Πρωινής Περιπόλου), είμαστε όλοι στην τσίλια. Σαν χοντρά παιδιά που τα αμολήσανε σε ζαχαροπλαστείο –πάμε, βλέπουμε, ακούμε, κουβεντιάζουμε, μαγευόμαστε. Οι άνθρωποι του Νίκου Νικολαϊδη έχουν στήσει το σκηνικό και οι νύχτες αυτές είναι δικές του.



Δικές μας.



Όσο προλαβαίνουμε.


«Οι νεκροί υπάρχουν ανάμεσά μας, η πόρτα με το «Άλλο» είναι πάντα ανοιχτή. Αυτό που με απασχολεί είναι η αγάπη, ότι αυτοί οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν μαζί ... Οι νεκροί πεθαίνουν άμα τους ξεχάσουμε, όμως τι είναι πέρα από εκεί; Εκεί αν αγαπάμε θα πάμε μαζί...»

«Όσο για κάποιους αμετανόητους, οι οποίοι ονειρεύονται ακόμη ίχνη νικοτίνης σε γυναικεία δάχτυλα, υγραμένα μάτια και βραχνή φωνή, θα περιμένουν λίγο, μέχρι να συναντήσουμε σε τόπους χλοερούς την ντεκαντάνς φιγούρα της Λίζαμπεθ Σκοτ».



Υ.Γ.: Τα σχόλια με την έντονη γραφή ανήκουν φυσικά στον Νίκο Νικολαϊδη. Και οι φωτογραφίες επίσης -κατά κάποιον τρόπο.

Τετάρτη, Μαΐου 25, 2011

"Ζεις ακόμα ρε κουρέλι;"

Περιμέναμε αρκετά αλλά άξιζε τον κόπο. Και δε μιλάω μόνο για το Αφιέρωμα στο Νίκο Νικολαϊδη που ξεκινάει αύριο στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (Ιεράς Οδού 48, μπαίνεις από Πειραιώς, πας ντουγρού, προσέχεις για να δεις το κτίριο στο δεξί σου χέρι επειδή είναι λίγο πιο μέσα από τον δρόμο).
Μιλάω για τις ταινίες του που ξαναβγαίνουν όλες καθαρές, επεξεργασμένες και σενιαρισμένες, καμιά σχέση με ότι είχαμε δει στους σινεμάδες ή στα άθλια dvd της New Star –εδώ είναι ΟΛΟΚΛΗΡΕΣ οι ταινίες, χωρίς περικοπές, με ήχο κρύσταλλο και εικόνα τζάμι (θυμάσαι τη διαφήμιση που πάει ο τύπος στο μαγαζί ηλεκτρικών και ρωτάει για μια τηλεόραση «έχει χάι ντεφινίσιον»; η ατάκα του υπαλλήλου πλέον θα είναι «έχεις Νίκο Νικολαϊδη;»)
Μιλάω επίσης για τα βιβλία του που επανεκδίδονται από τις εκδόσεις της Athens Voice (κι εφόσον κυκλοφορεί ήδη η δεύτερη έκδοση της «Στεκιάς στο μάτι του Μοντεζούμα» όλα τα βιβλία του Νικολαϊδη είναι πλέον διαθέσιμα).

Για τους φανατικούς του Νικολαϊδη παρουσιάζονται, για πρώτη φορά:

-Ένας μεγάλος αριθμός διαφημίσεων που γύρισε ο σκηνοθέτης (ο φίλος μου ο Νίκος λέει «βλέποντας τις διαφημίσεις του, τον εκτίμησα ακόμα περισσότερο σα σκηνοθέτη» κι έχει τεράστιο δίκιο).

-«Το κορίτσι με τις βαλίτσες», η τρομερή τηλεταινία που είχε κάνει για τον ΑΝΤ1 (μέχρι κι ο Λαζόπουλος παίζει άψογα εκεί μέσα!)

-Η, ουσιαστικά πρώτη, έκδοση των «Τυμβωρύχων» (εφόσον η προηγούμενη ήταν αυτοέκδοση). Μιλάμε για ένα βιβλίο τρυφερής επιστημονικής φαντασίας, μπορώ να το συγκρίνω μόνο με το 1984 του Τζορτ Όργουελ (αν και ο λυρισμός του Νικολαϊδη είναι ασύγκριτος).



Επειδή, απ΄ότι είδα, το πρόγραμμα στο σάιτ της Ταινιοθήκης είναι πιο ανακατεμένο από αχτένιστο κανταΐφι, είπα να το στρώσω λίγο και να το αναδημοσιεύσω. Μπορείς να πατήσεις κάθε τίτλο ταινίας για να μάθεις περισσότερες πληροφορίες, διότι είμεθα και κάποιοι επαγγελματίαι εδώ πέρα είμεθα....
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΡΟΒΟΛΩΝ

ΠΕΜΠΤΗ 26/5
Αίθουσα Α + Αίθουσα Εκθέσεων
20:00 Εγκαίνια αφιερώματος και έκθεσης ζωγραφικής

Θερινός
21:00 Πρωινή περίπολος (108’)
23:00 Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα (110’)

ΠΑΡΑΣΚΕΥH 27/5
Αίθουσα Α
20:00 Ευριδίκη ΒΑ 2037 (105’)
22:00 Θα σε δω στην κόλαση αγάπη μου (110’)
24:00 Γλυκιά συμμορία (151’)

Αίθουσα Β
19:00 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + Διαφημίσεις Ν.Ν.(5’)
19:30 Το κορίτσι με τις βαλίτσες (120’)
21:30 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + ΔιαφημίσειςΝ.Ν. (5’)
22:00 Singapore Sling (115’)
24:00 Γλυκιά συμμορία (151’)

Θερινός
20:30 LIVE ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ 3 | THE LAST DRIVE | THE BOY | SIMON BLOOM Special Guest: ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΤΖΗΝΑΣΙΟΣ | Τιμήεισιτηρίου: 10 € ( Live και μεταμεσονύκτια προβολή - Αίθουσα Α ή Β)

ΣΑΒΒΑΤΟ 28/5
Αίθουσα Α
20:00 Πρωινή περίπολος (108’)
22:00 Ευριδίκη ΒΑ 2037 (105’)

Αίθουσα Β
19:00 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + Διαφημίσεις Ν.Ν. (5’)
19:30 Το κορίτσι με τις βαλίτσες (120’)
21:30 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + ΔιαφημίσειςΝ.Ν. (5’)
22:00 Θα σε δω στην κόλαση αγάπη μου (110’)

Θερινός
21:30 The Zero Years (120’)

ΚΥΡΙΑΚΗ 29/5
Αίθουσα Α
20:00 Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα (110’)
22:00 Ο χαμένος τα παίρνει όλα (120’)

Αίθουσα Β
19:00 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + ΔιαφημίσειςΝ.Ν. (5’)
19:30 Το κορίτσι με τις βαλίτσες (120’)
21:30 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + ΔιαφημίσειςΝ.Ν. (5’)
22:00 Singapore Sling (115’)

Θερινός
21:30 Γλυκιά συμμορία (151’)

ΔΕΥΤΕΡΑ 30/5
Αίθουσα Α
20:00 Singapore Sling (115’)
22:00 The Zero Years (120’)

Αίθουσα Β
19:00 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + ΔιαφημίσειςΝ.Ν. (5’)
19:30 Το κορίτσι με τις βαλίτσες (120’)
21:30 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + ΔιαφημίσειςΝ.Ν. (5’)
22:00 Πρωινή περίπολος (108’)

Θερινός
21:30 Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα (110’)

ΤΡΙΤΗ 31/5
Αίθουσα Α
20:00 Ευριδίκη ΒΑ 2037 (105’)
22:00 Ο χαμένος τα παίρνει όλα (120’)

Αίθουσα Β
19:00 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + ΔιαφημίσειςΝ.Ν. (5’)
19:30 Το κορίτσι με τις βαλίτσες (120’)
21:30 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + ΔιαφημίσειςΝ.Ν. (5’)
22:00 The Zero Years (120’)

Θερινός
21:30 Singapore Sling (115’)

ΤΕΤΑΡΤΗ 1/6
Αίθουσα Α
19:00 Γλυκιά συμμορία (151’)
22:00 Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα (110’)

Αίθουσα Β
19:00 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + ΔιαφημίσειςΝ.Ν. (5’)
19:30 Το κορίτσι με τις βαλίτσες (120’)
21:30 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + ΔιαφημίσειςΝ.Ν. (5’)
22:00 Ευριδίκη ΒΑ 2037 (105’)

Θερινός
21:30 Ο χαμένος τα παίρνει όλα (120’)

Ενιαία τιμή εισιτηρίου για δύο ταινίες: 7 € Τιμή εισιτηρίου για μία ταινία: 5 € | Φοιτητικό: 4 € Οι προβολές στην Αίθουσα Α και στο Θερινό είναι 35mm. Οι προβολές στην Αίθουσα Β είναι ψηφιακές (HD). Η είσοδος στις προβολές Lacrimae Rerum + Directing Hell + Διαφημίσεις Ν.Ν. καθώς και στην έκθεση ζωγραφικής είναι ελεύθερη.

Ενημέρωση: Η ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΛΟΓΩ ΒΡΟΧΗΣ. ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ (2 ΙΟΥΝΙΟΥ), ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΩΡΑ, ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΜΕΡΟΣ, ΜΕ ΤΑ ΙΔΙΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΑ. ΑΡΑ, ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΕΙΣ ΝΑ ΤΗ ΔΕΙΣ.


Υ.Γ.: Κι ένα δωράκι από τον φιλαράκο τον Αντώνη σε όλα τα καλά παιδιά -το σάουντρακ των "Κουρελιών"!!!!

Δευτέρα, Μαΐου 23, 2011

"Ένας Φώντας και μισός"

Θυμάσαι τον Φώντα Τρούσα; Που είχε γράψει εκείνο το καταπληκτικό πόνημα για τη συνέντευξη των Metro Decay επιδεικνύοντας ένα αξιοθαύμαστο σκάλωμα σε άσχετες λεπτομέρειες του τύπου: σε πoια τετραετία του πανανδρεϊκού Πασόκ παιζόταν το Κάρμινα Μπουράνα. Δεν τον θυμάσαι; Κάτσε να σου παραθέσω τμήμα ενός χαρακτηριστικού μας διαλόγου στα σχόλια εκείνου του άρθρου για να στον υπενθυμίσω:
«Μου θυμίζεις τον Κνίτη με το δάχτυλο και το φεγγάρι», του έγραφα απηυδισμένος από την λεπτομεριολαγνεία του.
«Ο «κνίτης» που κοίταγε το δάχτυλο καλά έκανε και το κοίταγε. Όχι θα κοιτάμε τα… φεγγάρια, για να αποβλακωνόμαστε. [σ.σ. Δεν υπήρξα ποτέ Κνίτης, ούτε φύσει (οργανωμένος), ούτε θέσει (απ’ έξω), αλλά δεν έχω και τίποτα μαζί τους», μου απαντούσε στο ακριβώς επόμενο σχόλιό του.
«"Ο «κνίτης» που κοίταγε το δάχτυλο καλά έκανε και το κοίταγε. Όχι θα κοιτάμε τα… φεγγάρια, για να αποβλακωνόμαστε." Αυτό φοβάμαι να πιστέψω οτι το λες στα σοβαρά, το αποδίδω λοιπόν σε χιούμορ το οποίο εγώ, λόγω μειωμένου πνευματικού επιπέδου, δεν έπιασα», σχολίαζα σοκαρισμένος (και με ισχυρή δόση τύψεων) αφού όλοι γνωρίζουμε οτι η κανονική φράση είναι «έδειχναν στον ηλίθιο το φεγγάρι κι αυτός κοίταζε το δάχτυλο» (στον ρόλο του ηλιθίου ο Κνίτης).
«Δεν ξέρω αν το πνευματικό σου επίπεδο είναι μειωμένο (δεν έχω χιούμορ, και τα παίρνω όλα σοβαρά), εγώ όμως με τον «κνίτη», το «δάχτυλο» και το «φεγγάρι» δεν έκανα καθόλου πλάκα», το τελευταίο του αυτό σχόλιο με αποτελείωνε –διότι ο Φώντας Τρούσας παραδεχόταν μεγαλόπρεπα (όπως μόνο ένας Φων μπορεί να κάνει) οτι ναι, επικροτούσε το σήμα κατατεθέν της ηλιθιότητας –το να κοιτάζει δηλαδή κανείς το δάχτυλο όταν του δείχνουν το φεγγάρι!!!!

Αυτός είναι ο Φώντας Τρούσας, ο οποίος αποφάσισε να ασχοληθεί με τον Νικολαϊδη (κι αν άκουσες κάποιο γέλιο ύαινας στο μπακγκράουντ –ναι, δικό μου είναι).

«Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του», τουτέστιν ξεκινάει το άρθρο ο Φων με μια διαπίστωση οτι γίνεται πολύς ντόρος για το επικείμενο αφιέρωμα της Ταινιοθήκης στον Νίκο Νικολαϊδη. Βέβαια, ξεχνάει να αναφέρει το σημαντικό του όλου θέματος, οτι δηλαδή το αφιέρωμα γίνεται εν όψει της επανέκδοσης όλων των βιβλίων του Νικολαϊδη και της επανακυκλοφορίας όλων των ταινιών του επεξεργασμένων και καθαρισμένων (για να γλιτώσουμε από εκείνα τα απαράδεκτα dvd της New Star στα οποία δεν άκουγες, δεν έβλεπες και δεν καταλάβαινες). Αφήνοντας τον ντόρο περί αφιερώματος έτσι ορφανό από την αιτία του ο Τρούσας φτιάχνει ένα κλιματάκι του στυλ «κάβλωσε σε κάτι τρελούς να κάνουν αφιέρωμα στο Νικολαϊδη, έτσι στο ξεκούδουνο». Ωραίος; Πάμε παρακάτω.

«Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα...» (1979). Το φιλμ το είχα πρωτοδεί στα μέσα του ’80, μια δεύτερη φορά στις αρχές του ’90 και μια τρίτη, μόλις χθες, όταν το παρακολούθησα on line.... Διαφορετικά «πράγματα» είδα κάθε φορά, αλλά και στις τρεις προβολές υπήρχε μία κοινή παράμετρος, που έβγαινε πάνω από τα επί μέρους, οδηγώντας με να χαρακτηρίσω την ταινία ως «αλλ’ αντ’ άλλων». Δε θα μείνω στα του σεναρίου – αφού τα σενάρια όσων ταινιών του Νικολαΐδη έχω δει (τις πέντε πρώτες Ευρυδίκη ΒΑ-2037, Κουρέλια…, Γλυκιά Συμμορία, Πρωινή Περίπολος, Singapore Sling) υπήρξαν υποτυπώδη. Δεν θα μείνω στη φωτογραφία, στον τρόπο χειρισμού της κάμερας των ηθοποιών κτλ. – ας πουν γι’ αυτά οι περισσότερο αρμόδιοι –, δεν θα μείνω ούτε στη μουσική (ό,τι κρατώ εν τέλει από τις ταινίες, είναι τα soundtracks του Γιώργου Χατζηνάσιου), αλλά στην ιδεολογική συγκρότηση του φιλμ (στα «Κουρέλια» αναφέρομαι), που για μένα υπήρξε πάντα αφελής, για να μην πω αντιδραστική και ανιστόρητη.»

Εδώ λοιπόν αρχίζει να λύνεται η απορία μου περί του γιατί ο Τρούσας λέει τόσες παπαριές –το παιδί έχει περάσει από την ΚΝΕ κι ας το αρνείται στον αρχικό μας διάλογο. Ή έχει περάσει, ή είναι Κνίτης από μόνος του –έγινε δηλαδή αφ΄εαυτού του (αυτοκνιτοποιήθηκε σαν τον Τσίπρα ένα πράμα). Γι΄αυτό επαναφέρει την πουριτανική επιχειρηματολογία με την οποία πολεμήθηκαν τα «Κουρέλια» στην εποχή τους και η οποία δουλεύτηκε πινγκ πονγκ, την έφτιαξε το τιμημένο ΚΚΕ (Μοσχοβάκης) και τη δανείστηκαν οι φασιστοδεξιοί.
Τρεις φορές είδε το άτομο τα «Κουρέλια» και τίποτα δεν κατάλαβε, τίποτα δεν έπιασε, τίποτα περισσότερο απ΄αυτά που θα καταλάβαινε η συχωρεμένη η γιαγιά μου με το γλαύκωμα.

Κι ας ξεκινήσουμε από τα «υποτυπώδη σενάρια» των ταινιών του Νικολαϊδη. Ναι, βέβαια, ο Νικολαϊδης δεν έχει την χοντροκομμένη πλοκή του Φώσκολου και του Δαλιανίδη, επίσης στον Νικολαϊδη δεν θα δούμε ποτέ το Air Force 1 με τον Χάρισον Πρόεδρο να κοπανάει τρομοκράτες, αλλά όχι και «υποτυπώδη σενάρια» μπάρμπα Τρούσα μου! Ας πούμε, το Rumble Fish, το Tetro και η "Αποκάλυψη τώρα" του Κόπολα έχουν εξίσου υποτυπώδη σενάρια; Οι ταινίες του Φελίνι –τι λες; Υποτυπώδη κι εκεί –έτσι; Αμ του αλλουνού του Κασσαβέτη; Και μην πάμε στον Πέκινπα που ΚΑΙ "υποτυπώδη σενάρια" έχει και βιασμούς!!
Εγώ πάντα το έλεγα (και τώρα ήρθε ο Φώντας να με επιβεβαιώσει), το πρόβλημα του Νικολαϊδη ήταν που δεν διέθετε τίποτα Γιαλαμάδες -Πρετεντέρηδες να του γράφουν σενάρια και, σα να μην έφτανε αυτό, δεν πήρε μια Αννούλα Ανδριανού, μια Ελενίτσα Ζιώγα ή έστω μια Όλγα (χωρίς υποκοριστικό) Μαλέα να του φτιάξουν σενάρια. Πού πας Νικολαϊδη με αναφορές στη «Λάουρα» του Πρέμινγκερ και στο μύθο του Ορφέα; Βάλε κάνα λαβ σ(τ)όρι όπου νεαρός μπετατζής ερωτεύεται μεσόκοπη νοικοκυρά –αυτά είναι υλικό για ταινίες! Να το καταλάβει κι ο Φώντας, να γελάσει το χειλάκι του.

Αλλά ας πάμε στην «αφελή, για να μην πω αντιδραστική και ανιστόρητη ιδεολογική συγκρότηση των Κουρελιών», ας πάμε δηλαδή στο «θέλει ο Κνίτης να κρυφτεί αλλά η χαρά δεν τον αφήνει» (Φώντα, μην επικροτήσεις κι αυτό το γνωμικό, εδώ ο Κνίτης παίζει τον ρόλο της πουτάνας). Ας δούμε λοιπόν, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Νικολαϊδη, την ιδεολογική βάση στην οποία στηρίχτηκαν τα «Κουρέλια» (από το σχετικό βιβλίο του Μίμη Τσακωνιάτη -εκδόσεις ΑΙΓΟΚΕΡΟΣ):

"Ναι, ακούω μια πεθαμένη μουσική που τελείωσε με την 'Γκλεντόρα' του Πέρι Κόμο, μια καθώς πρέπει ηχητική εκτέλεση του ρυθμού που προμήνυε τη βιομηχανοποίησή του, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '50. Το πνεύμα του ροκ εντ ρολ όμως διαπέρασε τον Γαλλικό Μάη και εξαϋλώθηκε στα λευκά κελιά. Κι όταν το λέω αυτό, όλοι με κοιτάνε περίεργα και ρωτάνε: τι εννοείς;"

"Όσον αφορά το Κυπριακό, γίνονταν πολλές κινητοποιήσεις. Ωστόσο, είχα την εντύπωση ότι η όποια διαδήλωση ήταν ευκαιρία για να συμβούν πράγματα, άσχετα απ΄αυτά που υποτίθεται οτι προωθούσε η διαδήλωση. Την πρώτη ώρα έπεφταν ξύλο και συνθήματα και στη συνέχεια όλα τα Γυμνάσια έπαιρναν το δρόμο για του Στρέφη και τον Λυκαβηττό, αναζητώντας τη Μόλι ή τη Βέρα και κει πάνω διαμορφωνόταν ένα άλλο κλίμα".


"Αυτό που μας ενδιέφερε ήταν μια σύγκρουση με την Αστυνομία και ότι αυτή εκπροσωπούσε. Έπειτα ξέραμε πολύ καλά ότι η Κύπρος δεν θα γινότανε ποτέ δική μας, η Μόλι όμως υπήρχε περίπτωση".


"Εκείνο που μας προβλημάτιζε ήταν η καθημερινή εξασκούμενη βία ενός Κράτους και κάποιου συστήματος απροκάλυπτα καταπιεστικού, χωρίς όνομα και τα δύο".

"Απλώς υπήρχαμε έτσι. Προσπαθούσαμε βέβαια να ενημερωθούμε με κάθε μέσο, κάτω από την πίεση μιας ελεγχόμενης πληροφόρησης και να ζούμε αγνοώντας συνειδητά τις επεμβάσεις του συστήματος".


Εντάξει; Πρόκειται περί μιας πολιτικής στάσης η οποία είναι κάθε άλλο παρά αφελής και βασίζεται στα ιστορικά γεγονότα (τα οποία έζησε ο Νικολαϊδης, αλλά ο Φων, φυσικά, γνωρίζει καλύτερα!) Όσο γι΄αυτή την παπαριά του «αντιδραστικού» την είχαν κάνει μαστίχα οι κομματικοί και τη φτύνανε σε στυλ λάσπη για να λερώσουν όποιον διαφωνούσε μαζί τους -λήξις φροντιστηριακού μαθήματος. Και για να λέμε τα πράγματα με τ΄όνομά τους, τα "Κουρέλια" ήταν κλάσεις ανώτερα (σεναριακά και σκηνοθετικά) από την "Μεγάλη Ανατριχίλα" του Κάσνταν η οποία θεωρείται σημαδιακό έργο για τη σύγχρονη Αμερική.

Επίσης ο Φων ενοχλείται από την χρήση του προσδιορισμού «γενιά» σε κάποια συνέντευξη του Νικολαϊδη:

«Έτσι, ακούγοντας τον Νίκο Νικολαΐδη, στη συνέντευξή του στον Γιάννη Σολδάτο, την 13/4/2003, να λέει πως «τα Κουρέλια είναι μια ταινία πάνω στη γενιά του ’50, μια γενιά η οποία φιμώθηκε στην κυριολεξία» οφείλω να πω πως λίγο έλειψε να μου ανεβεί το αίμα στο κεφάλι. Για να γλιτώσω παρά τρίχα το εγκεφαλικό, όταν τον άκουσα στη συνέχεια να συμπληρώνει: «Είναι μία γενιά η οποία δεν πίστεψε στην πολιτική. Πίστεψε μόνο στη φιλία, στον έρωτα, στην ανεξάρτητη γνώμη. Και ήταν μια ταινία (σ.σ. τα ‘Κουρέλια…’), η οποία γυρίστηκε σε μια περίοδο έντονης πολιτικοποίησης. Μία ταινία η οποία αρνείται την πολιτική».

Έχοντας συνηθίσει πλέον την αναλυτική αγελαδινή ματιά του Φώντα θα πρέπει να παρατηρήσω τα εξής:

-Όταν κάποιος χρησιμοποιεί τον χαρακτηρισμό «γενιά» ΣΥΝΗΘΩΣ θέλει να προσδιορίσει μονολεκτικά μια ομάδα ανθρώπων η οποία πέρασε τη νεότητά της σε μια συγκεκριμένη δεκαετία (γενιά του ’50, γενιά του ’80 κ.λ.π.)

-Όταν κάποιος λέει οτι κάνει ταινία «πάνω στη γενιά του ΄50» δεν σημαίνει οτι αποφάσισε να το παίξει «ο μέγας εκφραστής και τρισμέγιστος νομοδιδάσκαλος» της συγκεκριμένης γενιάς. Σημαίνει οτι κάνει μια ταινία ΠΑΝΩ σε ένα θέμα, με βάση το ερέθισμα που του προσφέρει το θέμα. Όπως αν εγώ αύριο κάνω μια ταινία ΠΑΝΩ στους κατά συρροή δολοφόνους δεν πάει να πει οτι γυρεύω να τους εκφράσω ή να τους καπελώσω! Άλλωστε κι ο ίδιος ο Νικολαϊδης έλεγε: «Ταινίες κάνω πρώτα για τον εαυτό μου, τους συνεργάτες μου, τους 10 φίλους μου. Αν τύχει να ενδιαφέρουν και κάποιον άλλο, όπως συνέβη έως τώρα, τόσο το καλύτερο. Μιλάω για ένα σκληρό πυρήνα που του αρέσει η δουλειά μου και όχι για εκείνους που απλώς καταναλώνουν εισιτήρια.»

-Ο Νικολαϊδης (όπως και κάθε νοήμων άνθρωπος) γνωρίζει οτι κάθε πράξη (πόσο μάλλον μια ταινία) είναι πολιτική. Εξηγεί στα παραπάνω αποσπάσματα που αντέγραψα τι εννοεί αναφέροντας οτι η γενιά του δεν πίστεψε στην πολιτική αλλά στη φιλία, τον έρωτα και την ανεξαρτησία. Έχει αντίθετη γνώμη ο Φων; Θεωρεί δηλαδή οτι η γενιά του ’50 ήταν μια γενιά που πίστευε στην πολιτική (εδώ ο όρος χρησιμοποιείται με τη στρατευμένη χροιά που είχε εκείνη την εποχή) πάνω απ΄όλα; Δηλαδή οι «τεντυμπόιδες», οι «γιεγιέδες», οι «μαλλιάδες» του ’50 και του ’60 δεν υπήρχαν; Μόνο οι Λαμπράκηδες, οι ΚΚΕδες, οι «μαύροι» και τα "λαϊκά παιδιά" υπήρχαν εκείνη την εποχή; Ώπα ρε Φων –ούτε ο Γεωργαλάς δεν είχε τολμήσει να ισχυριστεί κάτι τέτοιο, επί χούντας!

-Τα «Κουρέλια» γυρίστηκαν στις αρχές της μεταπολίτευσης όταν κάθε πικραμένος πούλαγε αριστεριλίκι φτιάχνοντας ταινίες με αντάρτες. Αυτό ακριβώς σημαίνει ο όρος «πολιτικοποίηση» που χρησιμοποιεί ο Νικολαϊδης κι όσοι είχαμε την «ευτυχία» να ζήσουμε την εποχή το θυμόμαστε. Ο Φων πού ήταν τότε; Διάβαζε; Ή (όπως παραδέχτηκε στα σχόλια για τους Metro Decay): «όπου άκουγε ξύλο έφευγε» κι έτσι δεν πήρε χαμπάρι τι γινόταν; Πάντως, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Νικολαϊδη: «Με Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα και τη Γλυκιά Συμμορία, τις οποίες θεωρώ ταινίες πολιτικής και αισθητικής παρέμβασης, αποκάλυψα τις υπόγειες σήραγγες που ενώνουν τα συμφέροντα της Αριστεράς και της Δεξιάς, και βέβαια ο χρόνος με δικαίωσε.» Θα μου πεις: ήξερε ο Νικολαϊδης και δεν ξέρει ο Φώντας; Σωστό κι αυτό.

«Βλέποντας ξανά τα «Κουρέλια…» χθες, είπα μέσα μου – γιατί δεν μ’ άκουγε κανείς… – πως ο Νικολαΐδης δεν έκανε απλώς μια «μισή» ταινία, έκανε κάτι ελαχιστότατο».
Βλέποντας ξανά το άρθρο του Φώντα σήμερα, είπα μέσα μου–γιατί όταν μιλάμε από μέσα μας δεν μας ακούει κανείς, εκτός αν υποφέρουμε από παράκρουση –πως ο Τρούσας δεν έγραψε απλώς μια μαλακία, αναπαρήγαγε τα επιχειρήματα της ελεεινής, κατ΄όνομα μόνο, αριστεράς η οποία προσπαθούσε (και τελικά κατάφερε) να λογοκρίνει τον Νικολαϊδη.



«Προσωπικώς, δεν απορώ καθόλου για τη φήμη που απέκτησε το φιλμ μέσα στο κύκλωμα των εν αφασία εγχώριων αντεξουσιαστών (των εν αφασία λέω) και των παρατρεχάμενων ελληνοροκάδων ακροατών. Διαβάστε τι λέει ο Γιάννης Αγγελάκας στην Athens Voice (τεύχος 347, 19-25 Μαΐου 2011) και θα μ’ εννοήσετε: «‘Κουρέλια’ στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και πάθαμε πλάκα όλοι οι πιτσιρικάδες.(…) Από τότε τον είχαμε τον αγαπημένο μας σκηνοθέτη. Ένας άνθρωπος που μιλούσε άλλη γλώσσα και μακριά από πολιτικούρες, με αίσθημα με μουσική. Είχε πήξει το μυαλό μας με τα εντεχνο-μεταπολιτευτικά. Είχαμε βαρεθεί τη ζωή μας. Ακούγαμε ροκ. Δεν είχαμε δει καμία ελληνική ταινία που να μιλάει για τη δική μας τρέλα». Ειλικρινώς, αδυνατώ να κατανοήσω πως η «τρέλα» ενός νέου ανθρώπου θα μπορούσε να σχετίζεται με τις απαγωγές, τους βιασμούς και τους φόνους – πράξεις στις οποίες επιδίδονται οι πρωταγωνιστές των «Κουρελιών» –και εν τέλει την αυτοκτονία (του Άλκη)…»

Δεν ξέρω τι φήμη έχουν τα «Κουρέλια» μεταξύ των «εν αφασία» επειδή δεν έχει τύχει να περιδιαβώ τα νοσοκομεία και να κάνω σχετικό γκάλοπ. Ξέρω όμως οτι για τη γενιά μου (συγνώμη Φώντα), για τους νέους του ’80 ήθελα να πω (κι απ΄ότι έχω ακούσει και για μεγάλο μέρος της νεολαίας του ’70) τα «Κουρέλια» ήταν αποκάλυψη, ήταν σταθμός και προκάλεσαν δέος όταν βγήκαν στα σινεμά. Όπως φυσικά και η «Συμμορία». Όπως ακριβώς δηλαδή τα λέει ο Αγγελάκας (και για να συμφωνώ εγώ με Αγγελάκα –καταλαβαίνεις πόσο προφανές είναι αυτό που λέει). Τώρα, αν ο Φων αποφάσισε οτι οι ελληνοροκάδες και οι αντιεξουσιαστές είναι ένα αμελητέο κομμάτι της νεολαίας του ’70 και του ’80 –τι να πω; Αμελητέοι σύμφωνα με τον Φώντα το ’50, αμελητέοι το ’70, ανύπαρκτοι το ΄80 –το Φώντας από το Χαρίλαος Φλωράκης βγαίνει τελικά ή από το Δημήτρης Δανίκας;

Πάμε στο θέμα των απαγωγών, των βιασμών και των φόνων που ενόχλησε τον Φώντα στα «Κουρέλια». Για την ακρίβεια πρόκειται για ΜΙΑ απαγωγή, ΕΝΑΝ βιασμό κι ΕΝΑΝ φόνο (ενιαίο το γεγονός) –αλλά δίνουμε κάποιο όγκο στο όλο θέμα προκειμένου να δείξουμε οτι τύφλα να΄χουν τα Death Wish του Τσαρλς Μπρόνσον μπροστά στα «Κουρέλια»!
Εδώ λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με τη δημιουργία ενός καταραμένου χαρακτήρα, ενός αντικοινωνικού και εξωσυμβατικού ο οποίος ζει αρρωστημένα προσκολλημένος στο παρελθόν, παίρνει με τη βία αυτά που δεν του δίνονται πλέον απλόχερα και σκοτώνει χωρίς ενδοιασμούς. Αυτός ακριβώς ο χαρακτήρας (ένας είναι Φώντα μου, δεν υπάρχει άλλος στο φιλμ) που ξεκινάει σαν αντιπαθές κτήνος γίνεται στη συνέχεια της ταινίας όχι μόνο συμπαθής αλλά και εμβληματικός. Αυτό λέγεται ανατροπή Φωντανάκι μου, αυτό λέγεται στιβαρό σενάριο, αυτό λέγεται δημιουργία χαρακτήρων με βάθος. Όσο για την αυτοκτονία –είναι η μοναδική λύση που σου αφήνεται ανοιχτή από την πλοκή της ταινίας –οι καταραμένοι "αναχωρητές" (δολοφόνος και ναρκομανής) αυτοκτονούν ενώ ο ολίγον πολιτικοποιημένος (για λόγους κοινωνικής ενσωμάτωσης) τρίτος της παρέας επιστρέφει στην οικογένειά του. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιστροφή της Ρίτας στο ψυχιατρείο και ο τέταρτος της παρέας που αποφυλακίζεται όταν είναι πλέον αργά –αλλά ας μην αναλύσουμε περισσότερο αυτό το «υποτυπώδες σενάριο» -εδώ ο Φώντας δεν έπιασε τα προφανή, αν μπούμε στους συμβολισμούς θα λιποθυμήσει.

«Δεν είμαι συντηρητικός θεατής, το κάθε άλλο θα έλεγα. Γουστάρω τα θρίλερ όλων των ειδών και δεν έχω πρόβλημα με τα κινηματογραφημένα εγκλήματα, ούτε με τους βιασμούς και τις αυτοκτονίες, όταν αιτιολογούνται μέσα από μία σεναριακή πλοκή, που κάπου θα καταλήξει. Όταν όμως οι βιασμοί και τα εγκλήματα συνδέονται με το rock n’ roll (το σάουντρακ της ταινίας, περαιτέρω, είναι πλημμυρισμένο από fifties κομμάτια, που είχε διαλέξει ο γνωστός «δισκάς» των Εξαρχείων Άρης Μπέλλης), έτσι επειδή το θέλει ο Νικολαΐδης, προκειμένου να ικανοποιήσει το… αντι-εξουσιαστικό και το α-πολιτικό του πνεύμα, τότε εγώ θ’ αναγκαστώ να μιλήσω για μία δημαγωγική πρακτική, η οποία ενοχοποιεί βλακωδώς όχι μόνον ολόκληρη τη «γενιά του ’50», αλλά και το ίδιο το rock n’ roll. Βεβαίως, στην πραγματικότητα, εκείνη που ενοχοποιείται είναι η παρέα του Νικολαΐδη (ενδεχομένως κάποιοι από τους πρώτους «ροκεντρολάδες» του Green Park, του Top Hat και των… φλιπερακίων) και όχι συλλήβδην η «γενιά του ’50»· οι 20άρηδες ας πούμε της εποχής, που αγωνίζονταν να επιβιώσουν μέσα στο, ολέθρια βίαιο, αστυνομικό κράτος και παρακράτος της πρώτης «καραμανλικής» 8ετίας. Κάποιοι τους ταυτίζουν. Πρόβλημά τους.»

Εδώ έχουμε την creme de la creme του άρθρου κι όποιος άντεξε να διαβάσει (πέσει) μέχρι τόσο χαμηλά θα αποζημιωθεί. Για τυπικούς λόγους κυρίως θα πω, παρενθετικά, οτι όποιος ξέρει το έργο του Νικολαϊδη γνωρίζει οτι τα μουσικά κομμάτια που χρησιμοποιεί είναι προσωπικές του επιλογές (απλώς τα δανείστηκε από το δισκάδικο του Μπέλη -γι΄αυτό και τον αναφέρει τόσο γενναιόδωρα στους τίτλους).
Εγώ λοιπόν, αντίθετα από τον Φώντα, είμαι συντηρητικός θεατής –θέλω η ταινία που βλέπω να λέει κάποια ιστορία και να με ψήνει οτι οι συμμετέχοντες έχουν βάθος, δεν είναι απλοί διεκπεραιωτικοί χαρακτήρες. Γι΄αυτό δεν γουστάρω τα σπλάτερ (αυτό μάλλον εννοεί ο Φων λέγοντας θρίλερ), ούτε τους βιασμούς και τα εγκλήματα που γίνονται απλώς και μόνο για να έχει μετά το παλικαράκι επαρκή λόγο προκειμένου να ξαντεριάσει τους κακούς. Έχοντας ξεκαθαρίσει αυτό, προχωράω στο παρασύνθημα:

-Οι βιασμοί και τα εγκλήματα συνδέθηκαν με το ροκ εν ρολ λόγω «Κουρελιών»; Τι μας λες ρε Φώντα! Και η «Ζούγκλα του Μαυροπίνακα» δηλαδή τι ήταν; Δεν ήταν το έργο που απογείωσε το ροκ εν ρολ παγκοσμίως; Τι κάνανε εκεί οι ροκενρολάδες; Παίζανε κανάστα;

-Το ροκ εν ρολ ενοχοποιείται από τις πράξεις (βιασμός μετά φόνου) του κινηματογραφικού Άλκη στα «Κουρέλια»; Κι όχι από το οτι, ας πούμε, οι δυο σημαντικότερες μορφές του είδους (Έλβις Πρίσλεϊ και Τζέρι Λι Λιούις) ήταν παιδεραστές; Βάλε και τον Τσακ Μπέρι στο κλαμπ για πλουραλισμό άμα γουστάρεις.

-Πώς έχει στο μυαλό του τους ροκεντρολάδες (τόσο της Ελλάδας, όσο και της Αμερικής) ο Φώντας; Σαν καλοχτενισμένα παιδάκια που μετά την εκκλησία άκουγαν Μπιλ Χάλεϊ, πίνοντας τη γρανίτα τους; Η λέξη «αλητεία» η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το ροκ από τις πρώτες κιόλας εκφάνσεις της συγκεκριμένης μουσικής, του λέει τίποτα του κυρ Φώντα μας;

-Ποιοι ήταν αυτοί οι νέοι που αγωνίζονταν να επιβιώσουν εκείνη την "καραμανλική οκταετία"; Οικοδόμοι που τραγουδούσαν κουβαλώντας πηλοφόρι; Χριστιανόπουλα που πήγαιναν με χαρά; ΚΚΕδες ημιπαράνομοι; Ποιοι σκατά ήταν όλοι αυτοί οι οποίοι, σύμφωνα με τον Φώντα, αποτελούσαν την συντριπτική πλειοψηφία της νεολαίας; Ας μάς τους πει να τους μάθουμε και μετά ας τους ξεχάσουμε λόγω χασμουρήματος.

Κλείνοντας, νομίζω οτι είναι μια καλή ευκαιρία να μεταφέρω την άποψη του ίδιου του Νικολαϊδη για Φωντανάκια σαν τον καλό μας κύριο Τρούσα κι επειδή δεν θέλω να φανώ δεσποτικός, ας διαλέξει μόνος του σε ποια από τις παρακάτω κατηγορίες ανήκει:

«Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων που με θλίβουν βαθύτατα: είναι οι θεατές της Κυριακής. Ακόμα οι διανοούμενοι που γράφουν για κιν/φο δίχως να κάνουν κιν/φο και το υπομοντέλο αυτών, οι χυδαϊστί αποκαλούμενοι κουλτουριάρηδες, που βλέπουν κιν/φο δίχως να κάνουν κιν/φο. Ακόμα οι κριτικοί-επιγραφοποιοί, οι θαμώνες των κιν/κών λεσχών, τα λεγόμενα boutons de jeunesse του σινεμά και πάνω απ’ όλα, ο φαρδύκωλος homo cinematograficus (συνήθως συναντάται συλλογισμένος στους πρόποδες των μικροαστικών σινέ-τέχνης). Κοινό χαρακτηριστικό τους, η πολιτικοποιημένη ημιμάθεια, η έλλειψη χιούμορ, φυσικά και η άγνοιά τους για τον κιν/φο.»


Υ.Γ.: Αυτή την Πέμπτη ξεκινάει το Αφιέρωμα στον Νίκο Νικολαϊδη, στην Ταινιοθήκη. Ξεκινάει με την «Πρωινή Περίπολο» μια ταινία, ξέρεις τώρα, με "βιασμούς, υποτυπώδες σενάριο" και άλλα τέτοια... Μια ταινία η οποία, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται μέσα στις 10 καλύτερες που έχουν γυριστεί παγκοσμίως (αναφορικά με το θέμα της) και μια ταινία που είναι οτι θα ονειρευόταν να φτιάξει ο Χίλκοκ σκηνοθετώντας τον «Δρόμο» αν είχε το απαιτούμενο ταλέντο. Όμως, δυστυχώς η μεγαλοφυΐα δεν πωλείται στα σούπερ μάρκετ. Ούτε και το χιούμορ Φώντα μου.
(Ευχαριστώ τον Milioka για την κερασμένη εικόνα)

Τρίτη, Μαΐου 03, 2011

Η παραδοχή της βαρύτητας

Δεν το αρνούμαι, το πρώτο που μου έκανε εντύπωση ήταν το όνομά τους. Gravitysays_i, λες κι η βαρύτητα αποφάσισε επιτέλους να παραδεχτεί την ενοχή της.


Μετά άκουσα τα δυο καινούργια τραγούδια τους και μου ήρθε στο μυαλό το King Volcano των Bauhaus, το Drifters των Yell-o-Yell -αυτό το μουσικό κυματοειδές ταξίδι που κάποτε προσπάθησαν να κάνουν οι Iron Butterfly (για να καταλήξουν τελικά στα κοφτερά βράχια, όπως όλοι θυμούνται). Οι Gravitysays_i δείχνουν να αποφεύγουν τους σκοπέλους μέχρι στιγμής -μακάρι να τα καταφέρουν μέχρι το τέλος. Όπως και να'χει, νομίζω οτι η συναυλία τους αύριο θα είναι ενδιαφέρουσα.


Δευτέρα, Μαΐου 02, 2011

Ο Μάιος του Νίκου Νικολαϊδη

Σήμερα είναι μια ωραία μέρα -κι αν δεν είναι, θα την κάνουμε. Ίσως να έχεις προσέξει στην άκρη δεξιά την αφίσα με τον Νίκο Νικολαϊδη -λοιπόν αυτός ο μήνας του ανήκει, έτσι ρε παιδί μου -τσαμπουκαλίδικα. Σχετικά με το τι πρόκειται να γίνει θα τα πούμε αργότερα, για αρχή όμως θα σου βάλω ολίγα ορεκτικά.

Την φοβερή αφίσα (άνοιξέ τη να διαβάσεις για τις εκδηλώσεις):



Μια συνέντευξη της Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου (όποιος δεν την ξέρει ας πάει να δει τις ταινίες του Νικολαϊδη για να τη μάθει) η οποία αποδεικνύει οτι κυκλοφορούν ακόμα ανάμεσά μας "γυναίκες με προδιαγραφές θανάτου".

Και το κυρίως πιάτο. Αποσπάσματα από το δυνατότερο βιβλίο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.

ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ -Νίκος Νικολαϊδης (χαλάλι του κι ο τίτλος από τους Pink Floyd τους οποίους απεχθάνομαι)

1. Μήπως τελικά είχε δίκιο ο Σταύρος ο Μιχαλάκης;

Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν όλα αυτά αξίζουν τον κόπο. Πουσάρισμα κόντρα στο πουσάρισμα, μετεωρισμοί μέσα στο χρόνο, αποδημίες σε τρία οικοδομικά τετράγωνα –κι αναβολές, άδικα πηδήματα, ελπίδες της δεκάρας κι υστερικά φλασαρίσματα, τριάντα χρονών και ξοφλημένος κι ανίκανος να καταντήσω οτιδήποτε. Στο φινάλε λέω όμως πως δεν πρέπει να παραπονιέμαι, γιατί δεν είμαι κι ο μοναδικός που ‘χει πέσει μέσα σ΄ αυτό το άγριο λούκι. Τώρα πώς τα καταφέρνουν μερικοί και καθαρίζουν, δεν ξέρω... Μήπως είχε δίκιο ο Σταύρος ο Μιχαλάκης, ένα καλό παιδί από την Καλλιθέα, όταν, την ημέρα μάλιστα που η αδελφή του αρραβωνιαζόταν ένα δευτεροετή της Φαρμακευτικής, έκανε τα εξής παράδοξα: Πήγε κρυφά στο διπλανό απ’ το γιορτινό δωμάτιο, έλυσε το κορδόνι του δεξιού παπουτσιού του, έβγαλε μετά την κάλτσα του, δάγκωσε τις μπούκες του δίκαννου όπλου του πατέρα του και πάτησε τις σκανδάλες με το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του, αφήνοντας πίσω του έναν τοίχο πασαλειμμένο με μυαλά και άλλες ουσίες, ένα άσχημο γενικά λείψανο, μισό πακέτο Παλ Μαλ και ένα ορίτζιναλ 45άρι Γκλεν Μίλλερ, που μου το ‘χε μάλιστα κλέψει δώδεκα χρόνια πριν, όταν κάναμε παρέα στο Γυμνάσιο.

2. Ακόμα και οι μπάτσοι της κουλτούρας έχουν ανάγκες

Βρισκόμαστε στο δεύτερο ουίσκι, αυτή είχε βγάλει τα παπούτσια της, είχε μισογείρει πάνω σ΄ένα άβολο καναπεδάκι, είχε σκεπάσει τα πόδια της με μια μαύρη ζακέτα και προσπαθούσε, πολύ πατριωτικά, να με πείσει ότι το ροκ εν’ ρολ ήταν δημιούργημα των δισκογραφικών εταιρειών κι ενός παγκόσμιου κυκλώματος αποπροσανατολισμού. Χειριζόταν με πολλή άνεση τη γνωστή συλλογιστική των μπάτσων της κουλτούρας, που κρίνουν σαν επικίνδυνο ό,τι δεν υποκύπτει στην αντίληψη και τον έλεγχό τους, άλλα το χειρότερο, πλασάριζε μια καλά προπονημένη και κάλπικη αγωνία για την καταστροφή της κατά τ΄άλλα κούρελης εθνικής φυσιογνωμίας μας.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που έπεφτα σε επαγγελματίες ιδεολόγους, που ‘χαν μεταλλαχτεί σ΄εθνικόφρονες φασίστες, τέλεια όμως καμουφλαρισμένοι κάτω απ΄την ομίχλη των καιρών μας... Γι΄αυτό έκανα πως άκουγα προσεκτικά τις προοδευτικές κοινοτυπίες της, ενώ από την άλλη, πιο προσεκτικά, έψαχνα μια δικαιολογία για να το σκάσω από κει μέσα, όταν αυτή, τελείως αναπάντεχα, μου ‘δωσε την ευκαιρία που ζητούσα.
-Γιατί δε μένεις να κοιμηθείς εδώ, με ρώτησε.
Απ΄ό,τι είχα διαπιστώσει, το διαμέρισμά της δεν εστερείτο καθρέπτου, άρα κάπου θα ‘χε ανταμώσει και τη μάπα της και θα ‘ξερε τι σκατά φρόκαλο ήταν. Από που λοιπόν αντλούσε αυτό το θράσος; Εκτός κι αν φοβόταν τη νύχτα και βαριόταν τη μοναξιά της τόσο πολύ, που έφτανε στο σημείο να συμβιβαστεί και να μοιραστεί το κρεβάτι της κι ό,τι πολυτιμότερο είχε μ’ έναν τύπο που είχε κιόλας χαρακτηρίσει ύποπτο και αντιδραστικό... Κάτι δεν πήγαινε καλά και μια έκτη αίσθηση, που σε άλλη περίπτωση θα την αγνοούσα, ενισχυμένη κι απ’ τη φοβερή καλλονή της, με ειδοποιούσε οτι έπρεπε ν’ αποχωρήσω το δυνατό γρηγορότερο από κει μέσα.

3. Η γενιά που ερχόταν πάντα αργά.

-Εκτός των άλλων, συνέχισα, είχα την ατυχία ν’ ανήκω σ’ εκείνη την τραγική γενιά, που, όπως την ονομάζω «ερχόταν πάντα αργά». Μια γενιά δηλαδή που ήταν πολύ νέα για ν’ αρπαχτεί απ΄τους Κομήτες του Μπιλ Χάλεϋ, τον Λιτλ Ρίτσαρντ, τον Μπάντυ Χόλυ κι όλους τους άλλους κούρελους και κάπως μεσόκοπη πια για να πιάσει το νόημα του καλιφορνέζικου ονείρου, που κυρίευε τον κόσμο καβάλα στη βεγγαλική του ψυχεδέλεια. Όμορφα χρόνια δηλαδή κι εμείς μια ζωή απέξω.

4. Το πέος ως όργανο ταξικής εκδίκησης

Ξαφνικά αναρωτήθηκα τι διάολο γύρευα εκεί μέσα και γιατί μου κακοφαινόταν επειδή δεν μπορούσα να διασκεδάσω όπως όλος ο άλλος κόσμος. Τι σκατά ισορροπίες εφάρμοζαν όλα αυτά τα σχήματα με τα χαμογελαστά και ξαναμμένα πρόσωπα κι από πού ψώνισαν αυτό το αποβλακωμένο αυτοκόλλητο μειδίαμα, που το κυκλοφορούσαν με τόση σιγουριά και αυταρέσκεια...
Κάποτε πρόβαλλα σαν άλλοθι το επιχείρημα οτι επιζητούσα την παρουσία μου σε τέτοιoυς χώρους μόνο και μόνο για να επικυρώσω τις διαφορές μου απ΄όλα αυτά τα απολεπιδωμένα σαυροειδή και τις νεοπλουτίστικες αποβολές κι έτσι να ενισχύσω κάπως τη μεγάλη εκτίμηση που έτρεφα για το άτομό μου.
Δεν άργησα όμως να παραδεχτώ οτι ήμουνα ένα άτομο με μειωμένες αντιστάσεις και υποβαθμισμένη πνευματικότητα, που τη χωνόμουν συστηματικά μες σε παρέες από στέισον-βάγκον μαλάκες, μόνο και μόνο για να τους γαμώ τις γκόμενες –κι όλα τ΄άλλα ήταν παραμύθια...
Βέβαια δε γούσταρα καθόλου την ιδέα οτι η ταξική μου εκδίκηση εφαρμοζόταν μέσω κάποιου πέους που ‘χε χάσει πια τον μπούσουλα ανάμεσα στις μεγαλοαστικές του μνήμες και σε μια ανεξέλεγκτη και θυμωμένη λούμπεν συμπεριφορά... Αλλά τι να κάνεις; Ο καθένας στο δικό του πόλεμο. Εγώ πάντως την έβρισκα αφάνταστα με το να στήνω πισωκολλητό διάφορα σικ καυλοράπανα και την ώρα που τα πηδούσα, να τα βάζω να φωνάζουν με ρυθμό και ερεθισμένα, κάποια συνθήματα απ’ τα Ιουλιανά και τον Ανένδοτο, όπως «δε σε θέλει ο λαός, πάρ’ τη μάνα σου κι εμπρός» ή το «ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά». Δεν ισχυρίζομαι βέβαια οτι αυτού του είδους η διαφώτιση βοήθησε διάφορα αδέσποτα γκομενάκια να συνειδητοποιηθούνε πολιτικά και τέτοιες μπαρούφες, αλλά το καθήκον μου το έκανα κι αρκετές φορές πληρώθηκα καλά γι΄αυτό.

5. Η κίτρινη απειλή

Άνοιξα κι άπλωσα λίγο τα πόδια μου και σιγά σιγά άρχισα να κατουριέμαι απάνω μου κι ένα γλυκό συναίσθημα με τύλιξε, καθώς το ζεστό υγρό πήρε να γλιστράει μαλακά πάνω στην κοιλιά μου.
Παλιά, όταν το κάναμε παρέα με τον Σταύρο τον Μιχαλάκη μέσα στα τρόλεϊ και τα ζαχαροπλαστεία, νομίζαμε οτι τους τη βγαίναμε πάνω απ΄την αμμωνία. Μπορεί όμως να ήτανε και λάθος μας. Τώρα που το σκέφτομαι, η «κίτρινη απειλή» ήταν κάτι σαν πανοπλία. Κάτι ζεστό και ήσυχο, που ερχόταν να μας συναντήσει βαθιά από μέσα μας κι όλη αυτή η πρόκληση ήταν και η μόνη μας άμυνα. Τους λέγαμε οτι είμαστε μικρά παιδιά που λερώνονται απάνω τους και δεν μπορούν πια να μας κάνουν τίποτα. Και περιμέναμε έτσι να ‘ρθει κάποιος να μας μαλώσει κι ύστερα να μας βουτήξει στο μπάνιο να μας πλύνει κι ύστερα να μας φορέσει καθαρά ρούχα. Έφτανε να κυλήσει λίγο το ζεστό υγρό πάνω στην κοιλιά μας κι αμέσως η μοναξιά το ‘σκαγε μέσα απ’ τα παντελόνια και γινόμαστε πάλι τεσσάρων χρονών και κανένας δεν μπορούσε πια να μας πειράξει κι η μόνη υποχρέωση που είχαμε ήταν να τρώμε όλο μας το φαγητό, να κοιμόμαστε νωρίς περιμένοντας τις μέρες της γιορτής και τις διακοπές του καυτού καλοκαιρού, τότε που πέθαιναν άνυδρες οι σαύρες πάνω στα πεζούλια.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι