Τρίτη, Μάϊος 31, 2011

"Ίχνη νικοτίνης σε γυναικεία δάχτυλα"

Πρόσεξε σκηνικό: Κάθομαι στο σκαμνί του μπαρ, πίνω λευκό κρασί και το παίζω θλιμμένος μπούφος (κάποτε τράβαγε γκόμενες αυτό –μην το γελάς καθόλου) όταν περνάει από δίπλα μου η Μισέλ Βάλεϊ ψάχνοντας για φωτιά. Βλαστημάω που έκοψα το κάπνισμα, η Βάλεϊ έχει βρει φωτιά συν τον Τάκη τον Σπυριδάκη, αποφασίζω να βγω έξω, να κάνω κι εγώ μια τράκα από τα κομμένα, πέφτω πάνω στον Κούνδουρο, ντριπλάρω κατά σειρά τους Μανουσάκη, Κατσουρίδη και Τιμογιαννάκη, περνάω την πόρτα κι έχω να επιλέξω ανάμεσα στους Ζερβό, Παναγιωτίδη, Τζούμα, Βαλαβανίδη που κανιβαλίζουν κάτι άμοιρους φωτογράφους. Ξαναμπαίνω μέσα ξεχνώντας γιατί βγήκα, χαζεύω βιβλία, αφίσες, ρούχα από ταινίες, πίνακες... Φτάνω μέχρι την κυρία έξω από τις αίθουσες προβολής. «Τι έχει τώρα;» ρωτάω. «Στη μικρή αίθουσα παίζονται οι διαφημίσεις του και το Κορίτσι με τις Βαλίτσες. Στη μεγάλη αίθουσα η Πρωινή Περίπολος. Και στον θερινό η Γλυκιά Συμμορία». Χαμογελάω –τελικά υπάρχει Παράδεισος στη γη. Ή Κόλαση –εξαρτάται από την οπτική γωνία...

«Θα περιοριστώ να πω ότι, εφευρίσκουμε κάποιο δικό μας παράδεισο μόνο και μόνο για να επικυρώσουμε την απόφασή μας να ζήσουμε στην κόλαση. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Η κόλαση είναι το σπίτι μας και νοιώθουμε πολύ άνετα και ξεχωριστοί μέσα σ’ αυτήν. Για όποιον διαφωνεί υπάρχουν και οι χασαποταβέρνες της Βάρης.»


Μιλάω φυσικά για το Αφιέρωμα στην Ταινιοθήκη για τον Νίκο Νικολαϊδη, γίνεται χαμός εκεί πέρα, ζούμε εποχές πρώτης προβολής της Γλυκιάς Συμμορίας, πολύς κόσμος, πολλοί οι πιτσιρικάδες –ας πούμε χτες βράδυ έγινε sold out στην Πρωινή Περίπολο, τρέχανε οι άνθρωποι του Αφιερώματος να εξασφαλίσουν κι άλλη ώρα προβολής.

«Είναι γνωστό ότι οι ταινίες μου και τα βιβλία μου είναι όχι προεκτάσεις της ζωής μου, αλλά αναπαραγωγές της. Γενικά, “τα κουρέλια” και κολυμπάνε και τραγουδάνε. Ακόμα!»




Από την προηγούμενη Πέμπτη όταν άρχισε το Αφιέρωμα μέχρι την Πέμπτη που μας έρχεται και θα κλείσει με την συναυλία των Last Drive, Simon Bloom, The Boy, Γιάννης Αγγελάκας 3 με special guest τον Γιώργο Χατζηνάσιο (soundtrack Γλυκιάς Συμμορίας, Πρωινής Περιπόλου), είμαστε όλοι στην τσίλια. Σαν χοντρά παιδιά που τα αμολήσανε σε ζαχαροπλαστείο –πάμε, βλέπουμε, ακούμε, κουβεντιάζουμε, μαγευόμαστε. Οι άνθρωποι του Νίκου Νικολαϊδη έχουν στήσει το σκηνικό και οι νύχτες αυτές είναι δικές του.



Δικές μας.



Όσο προλαβαίνουμε.


«Οι νεκροί υπάρχουν ανάμεσά μας, η πόρτα με το «Άλλο» είναι πάντα ανοιχτή. Αυτό που με απασχολεί είναι η αγάπη, ότι αυτοί οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν μαζί ... Οι νεκροί πεθαίνουν άμα τους ξεχάσουμε, όμως τι είναι πέρα από εκεί; Εκεί αν αγαπάμε θα πάμε μαζί...»

«Όσο για κάποιους αμετανόητους, οι οποίοι ονειρεύονται ακόμη ίχνη νικοτίνης σε γυναικεία δάχτυλα, υγραμένα μάτια και βραχνή φωνή, θα περιμένουν λίγο, μέχρι να συναντήσουμε σε τόπους χλοερούς την ντεκαντάνς φιγούρα της Λίζαμπεθ Σκοτ».



Υ.Γ.: Τα σχόλια με την έντονη γραφή ανήκουν φυσικά στον Νίκο Νικολαϊδη. Και οι φωτογραφίες επίσης -κατά κάποιον τρόπο.

Τετάρτη, Μάϊος 25, 2011

"Ζεις ακόμα ρε κουρέλι;"

Περιμέναμε αρκετά αλλά άξιζε τον κόπο. Και δε μιλάω μόνο για το Αφιέρωμα στο Νίκο Νικολαϊδη που ξεκινάει αύριο στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (Ιεράς Οδού 48, μπαίνεις από Πειραιώς, πας ντουγρού, προσέχεις για να δεις το κτίριο στο δεξί σου χέρι επειδή είναι λίγο πιο μέσα από τον δρόμο).
Μιλάω για τις ταινίες του που ξαναβγαίνουν όλες καθαρές, επεξεργασμένες και σενιαρισμένες, καμιά σχέση με ότι είχαμε δει στους σινεμάδες ή στα άθλια dvd της New Star –εδώ είναι ΟΛΟΚΛΗΡΕΣ οι ταινίες, χωρίς περικοπές, με ήχο κρύσταλλο και εικόνα τζάμι (θυμάσαι τη διαφήμιση που πάει ο τύπος στο μαγαζί ηλεκτρικών και ρωτάει για μια τηλεόραση «έχει χάι ντεφινίσιον»; η ατάκα του υπαλλήλου πλέον θα είναι «έχεις Νίκο Νικολαϊδη;»)
Μιλάω επίσης για τα βιβλία του που επανεκδίδονται από τις εκδόσεις της Athens Voice (κι εφόσον κυκλοφορεί ήδη η δεύτερη έκδοση της «Στεκιάς στο μάτι του Μοντεζούμα» όλα τα βιβλία του Νικολαϊδη είναι πλέον διαθέσιμα).

Για τους φανατικούς του Νικολαϊδη παρουσιάζονται, για πρώτη φορά:

-Ένας μεγάλος αριθμός διαφημίσεων που γύρισε ο σκηνοθέτης (ο φίλος μου ο Νίκος λέει «βλέποντας τις διαφημίσεις του, τον εκτίμησα ακόμα περισσότερο σα σκηνοθέτη» κι έχει τεράστιο δίκιο).

-«Το κορίτσι με τις βαλίτσες», η τρομερή τηλεταινία που είχε κάνει για τον ΑΝΤ1 (μέχρι κι ο Λαζόπουλος παίζει άψογα εκεί μέσα!)

-Η, ουσιαστικά πρώτη, έκδοση των «Τυμβωρύχων» (εφόσον η προηγούμενη ήταν αυτοέκδοση). Μιλάμε για ένα βιβλίο τρυφερής επιστημονικής φαντασίας, μπορώ να το συγκρίνω μόνο με το 1984 του Τζορτ Όργουελ (αν και ο λυρισμός του Νικολαϊδη είναι ασύγκριτος).



Επειδή, απ΄ότι είδα, το πρόγραμμα στο σάιτ της Ταινιοθήκης είναι πιο ανακατεμένο από αχτένιστο κανταΐφι, είπα να το στρώσω λίγο και να το αναδημοσιεύσω. Μπορείς να πατήσεις κάθε τίτλο ταινίας για να μάθεις περισσότερες πληροφορίες, διότι είμεθα και κάποιοι επαγγελματίαι εδώ πέρα είμεθα....
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΡΟΒΟΛΩΝ

ΠΕΜΠΤΗ 26/5
Αίθουσα Α + Αίθουσα Εκθέσεων
20:00 Εγκαίνια αφιερώματος και έκθεσης ζωγραφικής

Θερινός
21:00 Πρωινή περίπολος (108’)
23:00 Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα (110’)

ΠΑΡΑΣΚΕΥH 27/5
Αίθουσα Α
20:00 Ευριδίκη ΒΑ 2037 (105’)
22:00 Θα σε δω στην κόλαση αγάπη μου (110’)
24:00 Γλυκιά συμμορία (151’)

Αίθουσα Β
19:00 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + Διαφημίσεις Ν.Ν.(5’)
19:30 Το κορίτσι με τις βαλίτσες (120’)
21:30 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + ΔιαφημίσειςΝ.Ν. (5’)
22:00 Singapore Sling (115’)
24:00 Γλυκιά συμμορία (151’)

Θερινός
20:30 LIVE ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ 3 | THE LAST DRIVE | THE BOY | SIMON BLOOM Special Guest: ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΤΖΗΝΑΣΙΟΣ | Τιμήεισιτηρίου: 10 € ( Live και μεταμεσονύκτια προβολή - Αίθουσα Α ή Β)

ΣΑΒΒΑΤΟ 28/5
Αίθουσα Α
20:00 Πρωινή περίπολος (108’)
22:00 Ευριδίκη ΒΑ 2037 (105’)

Αίθουσα Β
19:00 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + Διαφημίσεις Ν.Ν. (5’)
19:30 Το κορίτσι με τις βαλίτσες (120’)
21:30 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + ΔιαφημίσειςΝ.Ν. (5’)
22:00 Θα σε δω στην κόλαση αγάπη μου (110’)

Θερινός
21:30 The Zero Years (120’)

ΚΥΡΙΑΚΗ 29/5
Αίθουσα Α
20:00 Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα (110’)
22:00 Ο χαμένος τα παίρνει όλα (120’)

Αίθουσα Β
19:00 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + ΔιαφημίσειςΝ.Ν. (5’)
19:30 Το κορίτσι με τις βαλίτσες (120’)
21:30 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + ΔιαφημίσειςΝ.Ν. (5’)
22:00 Singapore Sling (115’)

Θερινός
21:30 Γλυκιά συμμορία (151’)

ΔΕΥΤΕΡΑ 30/5
Αίθουσα Α
20:00 Singapore Sling (115’)
22:00 The Zero Years (120’)

Αίθουσα Β
19:00 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + ΔιαφημίσειςΝ.Ν. (5’)
19:30 Το κορίτσι με τις βαλίτσες (120’)
21:30 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + ΔιαφημίσειςΝ.Ν. (5’)
22:00 Πρωινή περίπολος (108’)

Θερινός
21:30 Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα (110’)

ΤΡΙΤΗ 31/5
Αίθουσα Α
20:00 Ευριδίκη ΒΑ 2037 (105’)
22:00 Ο χαμένος τα παίρνει όλα (120’)

Αίθουσα Β
19:00 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + ΔιαφημίσειςΝ.Ν. (5’)
19:30 Το κορίτσι με τις βαλίτσες (120’)
21:30 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + ΔιαφημίσειςΝ.Ν. (5’)
22:00 The Zero Years (120’)

Θερινός
21:30 Singapore Sling (115’)

ΤΕΤΑΡΤΗ 1/6
Αίθουσα Α
19:00 Γλυκιά συμμορία (151’)
22:00 Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα (110’)

Αίθουσα Β
19:00 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + ΔιαφημίσειςΝ.Ν. (5’)
19:30 Το κορίτσι με τις βαλίτσες (120’)
21:30 Lacrimae Rerum (11’) + Directing Hell (10’) + ΔιαφημίσειςΝ.Ν. (5’)
22:00 Ευριδίκη ΒΑ 2037 (105’)

Θερινός
21:30 Ο χαμένος τα παίρνει όλα (120’)

Ενιαία τιμή εισιτηρίου για δύο ταινίες: 7 € Τιμή εισιτηρίου για μία ταινία: 5 € | Φοιτητικό: 4 € Οι προβολές στην Αίθουσα Α και στο Θερινό είναι 35mm. Οι προβολές στην Αίθουσα Β είναι ψηφιακές (HD). Η είσοδος στις προβολές Lacrimae Rerum + Directing Hell + Διαφημίσεις Ν.Ν. καθώς και στην έκθεση ζωγραφικής είναι ελεύθερη.

Ενημέρωση: Η ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΛΟΓΩ ΒΡΟΧΗΣ. ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ (2 ΙΟΥΝΙΟΥ), ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΩΡΑ, ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΜΕΡΟΣ, ΜΕ ΤΑ ΙΔΙΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΑ. ΑΡΑ, ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΕΙΣ ΝΑ ΤΗ ΔΕΙΣ.


Υ.Γ.: Κι ένα δωράκι από τον φιλαράκο τον Αντώνη σε όλα τα καλά παιδιά -το σάουντρακ των "Κουρελιών"!!!!

Δευτέρα, Μάϊος 23, 2011

"Ένας Φώντας και μισός"

Θυμάσαι τον Φώντα Τρούσα; Που είχε γράψει εκείνο το καταπληκτικό πόνημα για τη συνέντευξη των Metro Decay επιδεικνύοντας ένα αξιοθαύμαστο σκάλωμα σε άσχετες λεπτομέρειες του τύπου: σε πoια τετραετία του πανανδρεϊκού Πασόκ παιζόταν το Κάρμινα Μπουράνα. Δεν τον θυμάσαι; Κάτσε να σου παραθέσω τμήμα ενός χαρακτηριστικού μας διαλόγου στα σχόλια εκείνου του άρθρου για να στον υπενθυμίσω:
«Μου θυμίζεις τον Κνίτη με το δάχτυλο και το φεγγάρι», του έγραφα απηυδισμένος από την λεπτομεριολαγνεία του.
«Ο «κνίτης» που κοίταγε το δάχτυλο καλά έκανε και το κοίταγε. Όχι θα κοιτάμε τα… φεγγάρια, για να αποβλακωνόμαστε. [σ.σ. Δεν υπήρξα ποτέ Κνίτης, ούτε φύσει (οργανωμένος), ούτε θέσει (απ’ έξω), αλλά δεν έχω και τίποτα μαζί τους», μου απαντούσε στο ακριβώς επόμενο σχόλιό του.
«"Ο «κνίτης» που κοίταγε το δάχτυλο καλά έκανε και το κοίταγε. Όχι θα κοιτάμε τα… φεγγάρια, για να αποβλακωνόμαστε." Αυτό φοβάμαι να πιστέψω οτι το λες στα σοβαρά, το αποδίδω λοιπόν σε χιούμορ το οποίο εγώ, λόγω μειωμένου πνευματικού επιπέδου, δεν έπιασα», σχολίαζα σοκαρισμένος (και με ισχυρή δόση τύψεων) αφού όλοι γνωρίζουμε οτι η κανονική φράση είναι «έδειχναν στον ηλίθιο το φεγγάρι κι αυτός κοίταζε το δάχτυλο» (στον ρόλο του ηλιθίου ο Κνίτης).
«Δεν ξέρω αν το πνευματικό σου επίπεδο είναι μειωμένο (δεν έχω χιούμορ, και τα παίρνω όλα σοβαρά), εγώ όμως με τον «κνίτη», το «δάχτυλο» και το «φεγγάρι» δεν έκανα καθόλου πλάκα», το τελευταίο του αυτό σχόλιο με αποτελείωνε –διότι ο Φώντας Τρούσας παραδεχόταν μεγαλόπρεπα (όπως μόνο ένας Φων μπορεί να κάνει) οτι ναι, επικροτούσε το σήμα κατατεθέν της ηλιθιότητας –το να κοιτάζει δηλαδή κανείς το δάχτυλο όταν του δείχνουν το φεγγάρι!!!!

Αυτός είναι ο Φώντας Τρούσας, ο οποίος αποφάσισε να ασχοληθεί με τον Νικολαϊδη (κι αν άκουσες κάποιο γέλιο ύαινας στο μπακγκράουντ –ναι, δικό μου είναι).

«Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του», τουτέστιν ξεκινάει το άρθρο ο Φων με μια διαπίστωση οτι γίνεται πολύς ντόρος για το επικείμενο αφιέρωμα της Ταινιοθήκης στον Νίκο Νικολαϊδη. Βέβαια, ξεχνάει να αναφέρει το σημαντικό του όλου θέματος, οτι δηλαδή το αφιέρωμα γίνεται εν όψει της επανέκδοσης όλων των βιβλίων του Νικολαϊδη και της επανακυκλοφορίας όλων των ταινιών του επεξεργασμένων και καθαρισμένων (για να γλιτώσουμε από εκείνα τα απαράδεκτα dvd της New Star στα οποία δεν άκουγες, δεν έβλεπες και δεν καταλάβαινες). Αφήνοντας τον ντόρο περί αφιερώματος έτσι ορφανό από την αιτία του ο Τρούσας φτιάχνει ένα κλιματάκι του στυλ «κάβλωσε σε κάτι τρελούς να κάνουν αφιέρωμα στο Νικολαϊδη, έτσι στο ξεκούδουνο». Ωραίος; Πάμε παρακάτω.

«Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα...» (1979). Το φιλμ το είχα πρωτοδεί στα μέσα του ’80, μια δεύτερη φορά στις αρχές του ’90 και μια τρίτη, μόλις χθες, όταν το παρακολούθησα on line.... Διαφορετικά «πράγματα» είδα κάθε φορά, αλλά και στις τρεις προβολές υπήρχε μία κοινή παράμετρος, που έβγαινε πάνω από τα επί μέρους, οδηγώντας με να χαρακτηρίσω την ταινία ως «αλλ’ αντ’ άλλων». Δε θα μείνω στα του σεναρίου – αφού τα σενάρια όσων ταινιών του Νικολαΐδη έχω δει (τις πέντε πρώτες Ευρυδίκη ΒΑ-2037, Κουρέλια…, Γλυκιά Συμμορία, Πρωινή Περίπολος, Singapore Sling) υπήρξαν υποτυπώδη. Δεν θα μείνω στη φωτογραφία, στον τρόπο χειρισμού της κάμερας των ηθοποιών κτλ. – ας πουν γι’ αυτά οι περισσότερο αρμόδιοι –, δεν θα μείνω ούτε στη μουσική (ό,τι κρατώ εν τέλει από τις ταινίες, είναι τα soundtracks του Γιώργου Χατζηνάσιου), αλλά στην ιδεολογική συγκρότηση του φιλμ (στα «Κουρέλια» αναφέρομαι), που για μένα υπήρξε πάντα αφελής, για να μην πω αντιδραστική και ανιστόρητη.»

Εδώ λοιπόν αρχίζει να λύνεται η απορία μου περί του γιατί ο Τρούσας λέει τόσες παπαριές –το παιδί έχει περάσει από την ΚΝΕ κι ας το αρνείται στον αρχικό μας διάλογο. Ή έχει περάσει, ή είναι Κνίτης από μόνος του –έγινε δηλαδή αφ΄εαυτού του (αυτοκνιτοποιήθηκε σαν τον Τσίπρα ένα πράμα). Γι΄αυτό επαναφέρει την πουριτανική επιχειρηματολογία με την οποία πολεμήθηκαν τα «Κουρέλια» στην εποχή τους και η οποία δουλεύτηκε πινγκ πονγκ, την έφτιαξε το τιμημένο ΚΚΕ (Μοσχοβάκης) και τη δανείστηκαν οι φασιστοδεξιοί.
Τρεις φορές είδε το άτομο τα «Κουρέλια» και τίποτα δεν κατάλαβε, τίποτα δεν έπιασε, τίποτα περισσότερο απ΄αυτά που θα καταλάβαινε η συχωρεμένη η γιαγιά μου με το γλαύκωμα.

Κι ας ξεκινήσουμε από τα «υποτυπώδη σενάρια» των ταινιών του Νικολαϊδη. Ναι, βέβαια, ο Νικολαϊδης δεν έχει την χοντροκομμένη πλοκή του Φώσκολου και του Δαλιανίδη, επίσης στον Νικολαϊδη δεν θα δούμε ποτέ το Air Force 1 με τον Χάρισον Πρόεδρο να κοπανάει τρομοκράτες, αλλά όχι και «υποτυπώδη σενάρια» μπάρμπα Τρούσα μου! Ας πούμε, το Rumble Fish, το Tetro και η "Αποκάλυψη τώρα" του Κόπολα έχουν εξίσου υποτυπώδη σενάρια; Οι ταινίες του Φελίνι –τι λες; Υποτυπώδη κι εκεί –έτσι; Αμ του αλλουνού του Κασσαβέτη; Και μην πάμε στον Πέκινπα που ΚΑΙ "υποτυπώδη σενάρια" έχει και βιασμούς!!
Εγώ πάντα το έλεγα (και τώρα ήρθε ο Φώντας να με επιβεβαιώσει), το πρόβλημα του Νικολαϊδη ήταν που δεν διέθετε τίποτα Γιαλαμάδες -Πρετεντέρηδες να του γράφουν σενάρια και, σα να μην έφτανε αυτό, δεν πήρε μια Αννούλα Ανδριανού, μια Ελενίτσα Ζιώγα ή έστω μια Όλγα (χωρίς υποκοριστικό) Μαλέα να του φτιάξουν σενάρια. Πού πας Νικολαϊδη με αναφορές στη «Λάουρα» του Πρέμινγκερ και στο μύθο του Ορφέα; Βάλε κάνα λαβ σ(τ)όρι όπου νεαρός μπετατζής ερωτεύεται μεσόκοπη νοικοκυρά –αυτά είναι υλικό για ταινίες! Να το καταλάβει κι ο Φώντας, να γελάσει το χειλάκι του.

Αλλά ας πάμε στην «αφελή, για να μην πω αντιδραστική και ανιστόρητη ιδεολογική συγκρότηση των Κουρελιών», ας πάμε δηλαδή στο «θέλει ο Κνίτης να κρυφτεί αλλά η χαρά δεν τον αφήνει» (Φώντα, μην επικροτήσεις κι αυτό το γνωμικό, εδώ ο Κνίτης παίζει τον ρόλο της πουτάνας). Ας δούμε λοιπόν, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Νικολαϊδη, την ιδεολογική βάση στην οποία στηρίχτηκαν τα «Κουρέλια» (από το σχετικό βιβλίο του Μίμη Τσακωνιάτη -εκδόσεις ΑΙΓΟΚΕΡΟΣ):

"Ναι, ακούω μια πεθαμένη μουσική που τελείωσε με την 'Γκλεντόρα' του Πέρι Κόμο, μια καθώς πρέπει ηχητική εκτέλεση του ρυθμού που προμήνυε τη βιομηχανοποίησή του, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '50. Το πνεύμα του ροκ εντ ρολ όμως διαπέρασε τον Γαλλικό Μάη και εξαϋλώθηκε στα λευκά κελιά. Κι όταν το λέω αυτό, όλοι με κοιτάνε περίεργα και ρωτάνε: τι εννοείς;"

"Όσον αφορά το Κυπριακό, γίνονταν πολλές κινητοποιήσεις. Ωστόσο, είχα την εντύπωση ότι η όποια διαδήλωση ήταν ευκαιρία για να συμβούν πράγματα, άσχετα απ΄αυτά που υποτίθεται οτι προωθούσε η διαδήλωση. Την πρώτη ώρα έπεφταν ξύλο και συνθήματα και στη συνέχεια όλα τα Γυμνάσια έπαιρναν το δρόμο για του Στρέφη και τον Λυκαβηττό, αναζητώντας τη Μόλι ή τη Βέρα και κει πάνω διαμορφωνόταν ένα άλλο κλίμα".


"Αυτό που μας ενδιέφερε ήταν μια σύγκρουση με την Αστυνομία και ότι αυτή εκπροσωπούσε. Έπειτα ξέραμε πολύ καλά ότι η Κύπρος δεν θα γινότανε ποτέ δική μας, η Μόλι όμως υπήρχε περίπτωση".


"Εκείνο που μας προβλημάτιζε ήταν η καθημερινή εξασκούμενη βία ενός Κράτους και κάποιου συστήματος απροκάλυπτα καταπιεστικού, χωρίς όνομα και τα δύο".

"Απλώς υπήρχαμε έτσι. Προσπαθούσαμε βέβαια να ενημερωθούμε με κάθε μέσο, κάτω από την πίεση μιας ελεγχόμενης πληροφόρησης και να ζούμε αγνοώντας συνειδητά τις επεμβάσεις του συστήματος".


Εντάξει; Πρόκειται περί μιας πολιτικής στάσης η οποία είναι κάθε άλλο παρά αφελής και βασίζεται στα ιστορικά γεγονότα (τα οποία έζησε ο Νικολαϊδης, αλλά ο Φων, φυσικά, γνωρίζει καλύτερα!) Όσο γι΄αυτή την παπαριά του «αντιδραστικού» την είχαν κάνει μαστίχα οι κομματικοί και τη φτύνανε σε στυλ λάσπη για να λερώσουν όποιον διαφωνούσε μαζί τους -λήξις φροντιστηριακού μαθήματος. Και για να λέμε τα πράγματα με τ΄όνομά τους, τα "Κουρέλια" ήταν κλάσεις ανώτερα (σεναριακά και σκηνοθετικά) από την "Μεγάλη Ανατριχίλα" του Κάσνταν η οποία θεωρείται σημαδιακό έργο για τη σύγχρονη Αμερική.

Επίσης ο Φων ενοχλείται από την χρήση του προσδιορισμού «γενιά» σε κάποια συνέντευξη του Νικολαϊδη:

«Έτσι, ακούγοντας τον Νίκο Νικολαΐδη, στη συνέντευξή του στον Γιάννη Σολδάτο, την 13/4/2003, να λέει πως «τα Κουρέλια είναι μια ταινία πάνω στη γενιά του ’50, μια γενιά η οποία φιμώθηκε στην κυριολεξία» οφείλω να πω πως λίγο έλειψε να μου ανεβεί το αίμα στο κεφάλι. Για να γλιτώσω παρά τρίχα το εγκεφαλικό, όταν τον άκουσα στη συνέχεια να συμπληρώνει: «Είναι μία γενιά η οποία δεν πίστεψε στην πολιτική. Πίστεψε μόνο στη φιλία, στον έρωτα, στην ανεξάρτητη γνώμη. Και ήταν μια ταινία (σ.σ. τα ‘Κουρέλια…’), η οποία γυρίστηκε σε μια περίοδο έντονης πολιτικοποίησης. Μία ταινία η οποία αρνείται την πολιτική».

Έχοντας συνηθίσει πλέον την αναλυτική αγελαδινή ματιά του Φώντα θα πρέπει να παρατηρήσω τα εξής:

-Όταν κάποιος χρησιμοποιεί τον χαρακτηρισμό «γενιά» ΣΥΝΗΘΩΣ θέλει να προσδιορίσει μονολεκτικά μια ομάδα ανθρώπων η οποία πέρασε τη νεότητά της σε μια συγκεκριμένη δεκαετία (γενιά του ’50, γενιά του ’80 κ.λ.π.)

-Όταν κάποιος λέει οτι κάνει ταινία «πάνω στη γενιά του ΄50» δεν σημαίνει οτι αποφάσισε να το παίξει «ο μέγας εκφραστής και τρισμέγιστος νομοδιδάσκαλος» της συγκεκριμένης γενιάς. Σημαίνει οτι κάνει μια ταινία ΠΑΝΩ σε ένα θέμα, με βάση το ερέθισμα που του προσφέρει το θέμα. Όπως αν εγώ αύριο κάνω μια ταινία ΠΑΝΩ στους κατά συρροή δολοφόνους δεν πάει να πει οτι γυρεύω να τους εκφράσω ή να τους καπελώσω! Άλλωστε κι ο ίδιος ο Νικολαϊδης έλεγε: «Ταινίες κάνω πρώτα για τον εαυτό μου, τους συνεργάτες μου, τους 10 φίλους μου. Αν τύχει να ενδιαφέρουν και κάποιον άλλο, όπως συνέβη έως τώρα, τόσο το καλύτερο. Μιλάω για ένα σκληρό πυρήνα που του αρέσει η δουλειά μου και όχι για εκείνους που απλώς καταναλώνουν εισιτήρια.»

-Ο Νικολαϊδης (όπως και κάθε νοήμων άνθρωπος) γνωρίζει οτι κάθε πράξη (πόσο μάλλον μια ταινία) είναι πολιτική. Εξηγεί στα παραπάνω αποσπάσματα που αντέγραψα τι εννοεί αναφέροντας οτι η γενιά του δεν πίστεψε στην πολιτική αλλά στη φιλία, τον έρωτα και την ανεξαρτησία. Έχει αντίθετη γνώμη ο Φων; Θεωρεί δηλαδή οτι η γενιά του ’50 ήταν μια γενιά που πίστευε στην πολιτική (εδώ ο όρος χρησιμοποιείται με τη στρατευμένη χροιά που είχε εκείνη την εποχή) πάνω απ΄όλα; Δηλαδή οι «τεντυμπόιδες», οι «γιεγιέδες», οι «μαλλιάδες» του ’50 και του ’60 δεν υπήρχαν; Μόνο οι Λαμπράκηδες, οι ΚΚΕδες, οι «μαύροι» και τα "λαϊκά παιδιά" υπήρχαν εκείνη την εποχή; Ώπα ρε Φων –ούτε ο Γεωργαλάς δεν είχε τολμήσει να ισχυριστεί κάτι τέτοιο, επί χούντας!

-Τα «Κουρέλια» γυρίστηκαν στις αρχές της μεταπολίτευσης όταν κάθε πικραμένος πούλαγε αριστεριλίκι φτιάχνοντας ταινίες με αντάρτες. Αυτό ακριβώς σημαίνει ο όρος «πολιτικοποίηση» που χρησιμοποιεί ο Νικολαϊδης κι όσοι είχαμε την «ευτυχία» να ζήσουμε την εποχή το θυμόμαστε. Ο Φων πού ήταν τότε; Διάβαζε; Ή (όπως παραδέχτηκε στα σχόλια για τους Metro Decay): «όπου άκουγε ξύλο έφευγε» κι έτσι δεν πήρε χαμπάρι τι γινόταν; Πάντως, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Νικολαϊδη: «Με Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα και τη Γλυκιά Συμμορία, τις οποίες θεωρώ ταινίες πολιτικής και αισθητικής παρέμβασης, αποκάλυψα τις υπόγειες σήραγγες που ενώνουν τα συμφέροντα της Αριστεράς και της Δεξιάς, και βέβαια ο χρόνος με δικαίωσε.» Θα μου πεις: ήξερε ο Νικολαϊδης και δεν ξέρει ο Φώντας; Σωστό κι αυτό.

«Βλέποντας ξανά τα «Κουρέλια…» χθες, είπα μέσα μου – γιατί δεν μ’ άκουγε κανείς… – πως ο Νικολαΐδης δεν έκανε απλώς μια «μισή» ταινία, έκανε κάτι ελαχιστότατο».
Βλέποντας ξανά το άρθρο του Φώντα σήμερα, είπα μέσα μου–γιατί όταν μιλάμε από μέσα μας δεν μας ακούει κανείς, εκτός αν υποφέρουμε από παράκρουση –πως ο Τρούσας δεν έγραψε απλώς μια μαλακία, αναπαρήγαγε τα επιχειρήματα της ελεεινής, κατ΄όνομα μόνο, αριστεράς η οποία προσπαθούσε (και τελικά κατάφερε) να λογοκρίνει τον Νικολαϊδη.



«Προσωπικώς, δεν απορώ καθόλου για τη φήμη που απέκτησε το φιλμ μέσα στο κύκλωμα των εν αφασία εγχώριων αντεξουσιαστών (των εν αφασία λέω) και των παρατρεχάμενων ελληνοροκάδων ακροατών. Διαβάστε τι λέει ο Γιάννης Αγγελάκας στην Athens Voice (τεύχος 347, 19-25 Μαΐου 2011) και θα μ’ εννοήσετε: «‘Κουρέλια’ στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και πάθαμε πλάκα όλοι οι πιτσιρικάδες.(…) Από τότε τον είχαμε τον αγαπημένο μας σκηνοθέτη. Ένας άνθρωπος που μιλούσε άλλη γλώσσα και μακριά από πολιτικούρες, με αίσθημα με μουσική. Είχε πήξει το μυαλό μας με τα εντεχνο-μεταπολιτευτικά. Είχαμε βαρεθεί τη ζωή μας. Ακούγαμε ροκ. Δεν είχαμε δει καμία ελληνική ταινία που να μιλάει για τη δική μας τρέλα». Ειλικρινώς, αδυνατώ να κατανοήσω πως η «τρέλα» ενός νέου ανθρώπου θα μπορούσε να σχετίζεται με τις απαγωγές, τους βιασμούς και τους φόνους – πράξεις στις οποίες επιδίδονται οι πρωταγωνιστές των «Κουρελιών» –και εν τέλει την αυτοκτονία (του Άλκη)…»

Δεν ξέρω τι φήμη έχουν τα «Κουρέλια» μεταξύ των «εν αφασία» επειδή δεν έχει τύχει να περιδιαβώ τα νοσοκομεία και να κάνω σχετικό γκάλοπ. Ξέρω όμως οτι για τη γενιά μου (συγνώμη Φώντα), για τους νέους του ’80 ήθελα να πω (κι απ΄ότι έχω ακούσει και για μεγάλο μέρος της νεολαίας του ’70) τα «Κουρέλια» ήταν αποκάλυψη, ήταν σταθμός και προκάλεσαν δέος όταν βγήκαν στα σινεμά. Όπως φυσικά και η «Συμμορία». Όπως ακριβώς δηλαδή τα λέει ο Αγγελάκας (και για να συμφωνώ εγώ με Αγγελάκα –καταλαβαίνεις πόσο προφανές είναι αυτό που λέει). Τώρα, αν ο Φων αποφάσισε οτι οι ελληνοροκάδες και οι αντιεξουσιαστές είναι ένα αμελητέο κομμάτι της νεολαίας του ’70 και του ’80 –τι να πω; Αμελητέοι σύμφωνα με τον Φώντα το ’50, αμελητέοι το ’70, ανύπαρκτοι το ΄80 –το Φώντας από το Χαρίλαος Φλωράκης βγαίνει τελικά ή από το Δημήτρης Δανίκας;

Πάμε στο θέμα των απαγωγών, των βιασμών και των φόνων που ενόχλησε τον Φώντα στα «Κουρέλια». Για την ακρίβεια πρόκειται για ΜΙΑ απαγωγή, ΕΝΑΝ βιασμό κι ΕΝΑΝ φόνο (ενιαίο το γεγονός) –αλλά δίνουμε κάποιο όγκο στο όλο θέμα προκειμένου να δείξουμε οτι τύφλα να΄χουν τα Death Wish του Τσαρλς Μπρόνσον μπροστά στα «Κουρέλια»!
Εδώ λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με τη δημιουργία ενός καταραμένου χαρακτήρα, ενός αντικοινωνικού και εξωσυμβατικού ο οποίος ζει αρρωστημένα προσκολλημένος στο παρελθόν, παίρνει με τη βία αυτά που δεν του δίνονται πλέον απλόχερα και σκοτώνει χωρίς ενδοιασμούς. Αυτός ακριβώς ο χαρακτήρας (ένας είναι Φώντα μου, δεν υπάρχει άλλος στο φιλμ) που ξεκινάει σαν αντιπαθές κτήνος γίνεται στη συνέχεια της ταινίας όχι μόνο συμπαθής αλλά και εμβληματικός. Αυτό λέγεται ανατροπή Φωντανάκι μου, αυτό λέγεται στιβαρό σενάριο, αυτό λέγεται δημιουργία χαρακτήρων με βάθος. Όσο για την αυτοκτονία –είναι η μοναδική λύση που σου αφήνεται ανοιχτή από την πλοκή της ταινίας –οι καταραμένοι "αναχωρητές" (δολοφόνος και ναρκομανής) αυτοκτονούν ενώ ο ολίγον πολιτικοποιημένος (για λόγους κοινωνικής ενσωμάτωσης) τρίτος της παρέας επιστρέφει στην οικογένειά του. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιστροφή της Ρίτας στο ψυχιατρείο και ο τέταρτος της παρέας που αποφυλακίζεται όταν είναι πλέον αργά –αλλά ας μην αναλύσουμε περισσότερο αυτό το «υποτυπώδες σενάριο» -εδώ ο Φώντας δεν έπιασε τα προφανή, αν μπούμε στους συμβολισμούς θα λιποθυμήσει.

«Δεν είμαι συντηρητικός θεατής, το κάθε άλλο θα έλεγα. Γουστάρω τα θρίλερ όλων των ειδών και δεν έχω πρόβλημα με τα κινηματογραφημένα εγκλήματα, ούτε με τους βιασμούς και τις αυτοκτονίες, όταν αιτιολογούνται μέσα από μία σεναριακή πλοκή, που κάπου θα καταλήξει. Όταν όμως οι βιασμοί και τα εγκλήματα συνδέονται με το rock n’ roll (το σάουντρακ της ταινίας, περαιτέρω, είναι πλημμυρισμένο από fifties κομμάτια, που είχε διαλέξει ο γνωστός «δισκάς» των Εξαρχείων Άρης Μπέλλης), έτσι επειδή το θέλει ο Νικολαΐδης, προκειμένου να ικανοποιήσει το… αντι-εξουσιαστικό και το α-πολιτικό του πνεύμα, τότε εγώ θ’ αναγκαστώ να μιλήσω για μία δημαγωγική πρακτική, η οποία ενοχοποιεί βλακωδώς όχι μόνον ολόκληρη τη «γενιά του ’50», αλλά και το ίδιο το rock n’ roll. Βεβαίως, στην πραγματικότητα, εκείνη που ενοχοποιείται είναι η παρέα του Νικολαΐδη (ενδεχομένως κάποιοι από τους πρώτους «ροκεντρολάδες» του Green Park, του Top Hat και των… φλιπερακίων) και όχι συλλήβδην η «γενιά του ’50»· οι 20άρηδες ας πούμε της εποχής, που αγωνίζονταν να επιβιώσουν μέσα στο, ολέθρια βίαιο, αστυνομικό κράτος και παρακράτος της πρώτης «καραμανλικής» 8ετίας. Κάποιοι τους ταυτίζουν. Πρόβλημά τους.»

Εδώ έχουμε την creme de la creme του άρθρου κι όποιος άντεξε να διαβάσει (πέσει) μέχρι τόσο χαμηλά θα αποζημιωθεί. Για τυπικούς λόγους κυρίως θα πω, παρενθετικά, οτι όποιος ξέρει το έργο του Νικολαϊδη γνωρίζει οτι τα μουσικά κομμάτια που χρησιμοποιεί είναι προσωπικές του επιλογές (απλώς τα δανείστηκε από το δισκάδικο του Μπέλη -γι΄αυτό και τον αναφέρει τόσο γενναιόδωρα στους τίτλους).
Εγώ λοιπόν, αντίθετα από τον Φώντα, είμαι συντηρητικός θεατής –θέλω η ταινία που βλέπω να λέει κάποια ιστορία και να με ψήνει οτι οι συμμετέχοντες έχουν βάθος, δεν είναι απλοί διεκπεραιωτικοί χαρακτήρες. Γι΄αυτό δεν γουστάρω τα σπλάτερ (αυτό μάλλον εννοεί ο Φων λέγοντας θρίλερ), ούτε τους βιασμούς και τα εγκλήματα που γίνονται απλώς και μόνο για να έχει μετά το παλικαράκι επαρκή λόγο προκειμένου να ξαντεριάσει τους κακούς. Έχοντας ξεκαθαρίσει αυτό, προχωράω στο παρασύνθημα:

-Οι βιασμοί και τα εγκλήματα συνδέθηκαν με το ροκ εν ρολ λόγω «Κουρελιών»; Τι μας λες ρε Φώντα! Και η «Ζούγκλα του Μαυροπίνακα» δηλαδή τι ήταν; Δεν ήταν το έργο που απογείωσε το ροκ εν ρολ παγκοσμίως; Τι κάνανε εκεί οι ροκενρολάδες; Παίζανε κανάστα;

-Το ροκ εν ρολ ενοχοποιείται από τις πράξεις (βιασμός μετά φόνου) του κινηματογραφικού Άλκη στα «Κουρέλια»; Κι όχι από το οτι, ας πούμε, οι δυο σημαντικότερες μορφές του είδους (Έλβις Πρίσλεϊ και Τζέρι Λι Λιούις) ήταν παιδεραστές; Βάλε και τον Τσακ Μπέρι στο κλαμπ για πλουραλισμό άμα γουστάρεις.

-Πώς έχει στο μυαλό του τους ροκεντρολάδες (τόσο της Ελλάδας, όσο και της Αμερικής) ο Φώντας; Σαν καλοχτενισμένα παιδάκια που μετά την εκκλησία άκουγαν Μπιλ Χάλεϊ, πίνοντας τη γρανίτα τους; Η λέξη «αλητεία» η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το ροκ από τις πρώτες κιόλας εκφάνσεις της συγκεκριμένης μουσικής, του λέει τίποτα του κυρ Φώντα μας;

-Ποιοι ήταν αυτοί οι νέοι που αγωνίζονταν να επιβιώσουν εκείνη την "καραμανλική οκταετία"; Οικοδόμοι που τραγουδούσαν κουβαλώντας πηλοφόρι; Χριστιανόπουλα που πήγαιναν με χαρά; ΚΚΕδες ημιπαράνομοι; Ποιοι σκατά ήταν όλοι αυτοί οι οποίοι, σύμφωνα με τον Φώντα, αποτελούσαν την συντριπτική πλειοψηφία της νεολαίας; Ας μάς τους πει να τους μάθουμε και μετά ας τους ξεχάσουμε λόγω χασμουρήματος.

Κλείνοντας, νομίζω οτι είναι μια καλή ευκαιρία να μεταφέρω την άποψη του ίδιου του Νικολαϊδη για Φωντανάκια σαν τον καλό μας κύριο Τρούσα κι επειδή δεν θέλω να φανώ δεσποτικός, ας διαλέξει μόνος του σε ποια από τις παρακάτω κατηγορίες ανήκει:

«Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων που με θλίβουν βαθύτατα: είναι οι θεατές της Κυριακής. Ακόμα οι διανοούμενοι που γράφουν για κιν/φο δίχως να κάνουν κιν/φο και το υπομοντέλο αυτών, οι χυδαϊστί αποκαλούμενοι κουλτουριάρηδες, που βλέπουν κιν/φο δίχως να κάνουν κιν/φο. Ακόμα οι κριτικοί-επιγραφοποιοί, οι θαμώνες των κιν/κών λεσχών, τα λεγόμενα boutons de jeunesse του σινεμά και πάνω απ’ όλα, ο φαρδύκωλος homo cinematograficus (συνήθως συναντάται συλλογισμένος στους πρόποδες των μικροαστικών σινέ-τέχνης). Κοινό χαρακτηριστικό τους, η πολιτικοποιημένη ημιμάθεια, η έλλειψη χιούμορ, φυσικά και η άγνοιά τους για τον κιν/φο.»


Υ.Γ.: Αυτή την Πέμπτη ξεκινάει το Αφιέρωμα στον Νίκο Νικολαϊδη, στην Ταινιοθήκη. Ξεκινάει με την «Πρωινή Περίπολο» μια ταινία, ξέρεις τώρα, με "βιασμούς, υποτυπώδες σενάριο" και άλλα τέτοια... Μια ταινία η οποία, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται μέσα στις 10 καλύτερες που έχουν γυριστεί παγκοσμίως (αναφορικά με το θέμα της) και μια ταινία που είναι οτι θα ονειρευόταν να φτιάξει ο Χίλκοκ σκηνοθετώντας τον «Δρόμο» αν είχε το απαιτούμενο ταλέντο. Όμως, δυστυχώς η μεγαλοφυΐα δεν πωλείται στα σούπερ μάρκετ. Ούτε και το χιούμορ Φώντα μου.
(Ευχαριστώ τον Milioka για την κερασμένη εικόνα)

Πέμπτη, Μάϊος 19, 2011

6. Φλάουερ στούντιος

Προηγούμενα:Σύνδεσμος
1. Μπάσκετ με τα φαντάσματα

2. Οι εφιάλτες ξεκινάνε ονειρικά
3. Μαλιμπού Μπιτς
4. Τυφλοπόντικες στον παράδεισο των ερπετών
5. "Χασάν ι Σαμπά"

Ανάβω τσιγάρο, της προσφέρω για πολλοστή φορά –όλο ξεχνάω οτι δεν καπνίζει. Αρνείται για πολλοστή φορά. Το κασετοφωνάκι ακόμα γράφει.
«Δεν το κλείνεις;» προτείνω. «Τζάμπα ξοδεύεται η ταινία».
Γελάει αμήχανα.
«Δεν παίρνουν κασέτες πλέον τα δημοσιογραφικά κασετόφωνα», μου εξηγεί. «Έχουν έναν μικρό σκληρό....»
«Και γιατί τα λέμε κασετόφωνα;» απορώ.
Χαμογελάει κάπως πιο ήσυχη.
«Ότι και να’ναι, τζάμπα χαραμίζεται γράφοντας αέρα», καταλήγω.
Το κλείνει διστακτικά.
«Όσες φορές σταμάτησε να γράφει, έβρισκες κι έλεγες κάτι σημαντικό...» μου παραπονείται.
Είναι η σειρά μου να χαμογελάσω.
«Δεν το έκανα επίτηδες», απολογούμαι.
Σηκώνει τους ώμους ναζιάρικα - δεν την έπεισα.
«Πρέπει να σου δείξω κάτι», της υπενθυμίζω.
Ξαναμαζεύεται, την κοιτάζω για να διακρίνω. Φόβος ή αμηχανία;
«Τι θέλεις να μου δείξεις;» ρωτάει διστακτικά.
Το χέρι της πηγαίνει στο κασετοφωνάκι αλλά σταματάει λίγο πριν το ξαναβάλει σε λειτουργία.
Σηκώνομαι.
«Θα έρθεις;» λέω ανυπόμονα. Δεν είναι εύκολα αυτά τα πράγματα.
Προχωράω αργά, πατάω σε υποθετικό ριζόχαρτο σαν τον Κουάι Τσανγκ Κέιν, συγκρατούμαι τελευταία στιγμή να μην αρχίσω τις πουστριλέ περιστροφές των αστραγάλων. Μπορώ να ακούσω οτι με ακολουθεί διστακτικά γι΄αυτό διασχίζω τον διάδρομο, φτάνω στην πόρτα του στούντιο, πιάνω τη λαβή, σταματάω. Την περιμένω κι εκείνη κοντοστέκεται αλλά τελικά αποφασίζει να έρθει δίπλα μου.
«Μη φοβάσαι, δε δαγκώνω», της λέω.
Δεν είναι σίγουρη.
Κι έτσι ανοίγω την πόρτα του στούντιο, ψάχνω τον ροοστάτη στ΄αριστερά, ο χώρος αρχίζει να φωτίζεται. Είμαστε στην κονσόλα, πριν το ηχομονωμένο δωμάτιο. Κι εκείνη τρέμει δίπλα μου, φροντίζω, όσο προσπαθεί να συνηθίσει το ημίφως, να πάρω θέση πίσω της –δεν έχω όρεξη για κυνηγητά.
Το κρεμαστό φωτιστικό πάνω από τα πολύχρωμα κουμπιά είναι σβηστό και η καρέκλα με τα ροδάκια τουμπαρισμένη, στο πάτωμα μια σπασμένη κούπα του καφέ κι ένα τασάκι μεταλλικό (όχι σπασμένο). Τα αποτσίγαρα έχουν φτάσει μέχρι την άκρη της μύτης του έτσι όπως βρίσκεται σωριασμένος, δίπλα στην τουμπαρισμένη καρέκλα, το δεξί του χέρι ακόμα στην κονσόλα.
«Περφεξιονίστας μέχρι τέλους –ήθελε, ως φαίνεται, να κόψει τα πρίμα από τον επικήδειό του», παρατηρώ.
Το κάνω φωναχτά αλλά τα ουρλιαχτά της καλύπτουν τη μισή φράση μου. Κρίμα –ήταν αρκετά πνευματώδες αστείο. Την πιάνω από τους ώμους όσο στριφογυρίζει προσπαθώντας να ξεφύγει, την κρατάω τόσο σφιχτά που αρχίζει να πονάει.
«Αυτόν δεν έψαχνες; Αυτόν δεν ήρθες να δεις;» τη ρωτάω.
Εξακολουθεί να ουρλιάζει κι έτσι τη χαστουκίζω ξανά και ξανά μέχρι να ηρεμήσει.
«Να σου συστήσω τον θρυλικό Πίβοτ, ή ότι απέμεινε απ’ αυτόν τέλος πάντων», της λέω.
Με κοιτάζει σαν ηλίθια.
«Μπορείς ν΄ακούσεις την ιστορία και να φύγεις όταν πλακώσουν οι μπάτσοι ή να πεθάνεις επιτόπου. Τι προτιμάς;» της κάνω χαμογελαστά.
Εξακολουθεί να με κοιτάζει παγωμένη –φοβάμαι οτι έχει πάθει σοκ. Γι΄αυτό την πιάνω κάτω από τις μασχάλες και τη βγάζω έξω, πριν κλείσω το φως προλαβαίνω να δω οτι τα μάτια του έχουν γίνει σκέτο γυαλί. Κάποιος πρέπει να του κλείσει τα μάτια, έτσι συνηθίζεται. Αλλά τώρα δεν προλαβαίνω, άσε που αν πάω κοντά του μάλλον θα τον πλακώσω στις κλωτσιές. Ο Πίβοτ ποτέ δεν θα είναι επαρκώς πεθαμένος -για μένα τουλάχιστον.
Την μεταφέρω στο καθιστικό, της δίνω να πιει λίγο από το νερό της (το πίνει μηχανικά), της δίνω και το κασετοφωνάκι να κρατάει μπας και συνέλθει –τίποτα.
«Θα σου πω τι έγινε, αρκεί να διαθέτεις λίγη υπομονή. Πρέπει να ξέρεις όλη την ιστορία για να την καταλάβεις...» της λέω.
Εξακολουθεί να με κοιτάζει σαν ηλίθια.

Όταν έφυγε ο Γιωργάκης με τη μάνα του καταλάβαμε πώς θα έπρεπε να βρούμε άλλο μέρος για πρόβες. Αυτό που εννοώ είναι οτι ξαναβρεθήκαμε οι υπόλοιποι τρεις, μάς πήρε βέβαια καμιά βδομάδα αλλά στο τέλος πέσαμε ο ένας πάνω στον άλλο -στου Μπιλ- εγώ περίμενα την Έλλη, ο Πίβοτ έπινε με κάτι παιδιά, τότε έσκασε το Μέταλλο (μαύρος σα νυχτερίδα) και μας έκανε νόημα: «τσακιστείτε, θέλω να σας πω».
Τσακιστήκαμε.
Μας είπε οτι ο Γιωργάκης είχε πολλά στο κεφάλι του κι ακόμα περισσότερα στο κορμί του -ένα πλεόνασμα εφιαλτικών παραισθήσεων –α, ναι, είχε και μερικά προβλήματα γενικότερα. Με τη μάνα του, μ΄εμάς, με κάποιους τύπους που τον ψάχνανε επειδή είχε χάσει κάτι πανάκριβο.... Τέλος πάντων, η εκτίμηση του Μέταλλου ήταν πως ο Γιωργάκης θα γύριζε. Μα σε έναν, μα σε δυο μήνες –του κερατά είχε κι ένα σχολείο, δεν υπήρχε περίπτωση να παρατήσει την Τρίτη Λυκείου.
«Όταν γυρίσει πρέπει να είμαστε έτοιμοι», κατέληξε το Μέταλλο.
«Έτοιμοι;» απόρησε ο Πίβοτ.
«Φάτε έναν μαλάκα», τον έδειξε το Μέταλλο.
«Πάει να πει, θα πρέπει να συνεχίσουμε τις πρόβες», έκανα εγώ.
«Αυτό τουλάχιστον για αρχή», επιδοκίμασε το Μέταλλο.
Δεν δόθηκαν άλλες εξηγήσεις εκείνη τη μέρα, ούτε και την επόμενη που μαζευτήκαμε σα δαρμένα σκυλιά στο στούντιο –αποθήκη του Γιωργάκη και παίξαμε, ανόρεχτα είναι η αλήθεια, όμως καλύτερα από κάθε άλλη φορά.
Το είχαμε ανάγκη –καταλαβαίνεις; Επειδή κάθε φορά που κάναμε διάλειμμα κάτι μας πλάκωνε, κόψαμε τα διαλείμματα αλλά δεν μπορούσε να τραβήξει πολύ αυτό κι έτσι συνειδητοποιήσαμε οτι έπρεπε να φύγουμε από το σπίτι του Γιωργάκη. Να βρούμε άλλο μέρος για πρόβες. Και για να βρούμε άλλο μέρος για πρόβες θα έπρεπε να το νοικιάσουμε αλλά για να το νοικιάσουμε θα έπρεπε να έχουμε λεφτά.
Ξεχυθήκαμε στην αγορά.

Εργοστάσιο ειδών κιγκελαρίας –η κατάλληλη δουλειά για το Μέταλλο. Εγώ βρήκα θέση σε χαρτοπωλείο (κυρίως εξωτερικές δουλειές με παπάκι) κι ο Πίβοτ τσίμπησε κάτι νυχτερινά σε ένα μπαράκι της παραλίας, έκανε τα ρεπό του μπάρμαν, του ντιτζέι και της σερβιτόρας. Έγινε τότε η μεταξύ μας κατάσταση «άμα βρεθούμε να με χέσεις». Το Μέταλλο γύρναγε εξοντωμένο τα μεσημέρια και κοιμόταν ως τις 7 κάθε απόγευμα, εγώ δούλευα σπαστό ωράριο (πρωί –απόγευμα) κι όταν συναντιόμασταν ήταν ακριβώς η ώρα που ξεκίναγε τη δουλειά του ο Πίβοτ. Όταν σχόλαγε ο Πίβοτ υπήρχε η πιθανότητα (αν έκανε γρήγορα) να πετύχει το Μέταλλο που περίμενε το λεωφορείο για το εργοστάσιο. Δεν μένανε καθαρές ούτε καν οι Κυριακές επειδή όλο και κάποιος από το μπαρ θα είχε ρεπό –κάτι ξενέρωτες Τρίτες ή Πέμπτες ήταν ελεύθερος ο Πίβοτ όταν εγώ δούλευα 8 με 8 (με ενδιάμεσο μεσημεριανό κενό). Θλίψη, απόγνωση, δυστυχία –όχι απαραίτητα μ΄αυτή τη σειρά. Και κούραση, πολλή κούραση.
«Σε λίγο θα τις κόψουμε τις πρόβες, έτσι όπως πάμε», χασμουρήθηκε ο Πίβοτ.
Ήταν Κυριακή μεσημέρι και λιαζόμασταν στην παραλία, σε ακριβή καφετέρια, καθότι κονομημένοι.
«Θέλει ζόρι αν πρόκειται να συνεχίσουμε», σιγοντάρισα.
«Παπάρια θέλει», κατέληξε το Μέταλλο.
«Διαθέτω, αλλά φως δεν βλέπω», σχολίασε ο Πίβοτ.
Ανάψαμε τσιγάρα ταυτόχρονα και χαζέψαμε μια παρέα πιτσιρίκες.
«Τις έχεις;» έκανε νόημα το Μέταλλο.
«Θα μπορούσα αλλά βαριέμαι», είπε ο Πίβοτ.
«Δηλαδή ούτε μουσική παίζουμε, ούτε γκόμενες βγάζουμε», κατέληξα.
«Το αδιέξοδο των ροκ σταρ», σχολίασε το Μέταλλο.
«Τώρα κατανοώ πλήρως τον Ρότζερ Γουότερς», μουρμούρισε σκεφτικά ο Πίβοτ και μετά έσκυψε –ήταν γρήγορος αλλά όχι πιο γρήγορος από δυο ποτήρια νερό. «Πούστηδες», μούγκρισε καθώς το σουρωμένο τσουλούφι έσταζε πάνω στη μύτη του.
Οι πιτσιρίκες κακάρισαν.
«Για σας το έκανα», τις πληροφόρησε το Μέταλλο. «Έτσι λυσσασμένος που είναι θα σας όρμαγε...»
Οι πιτσιρίκες ξαναγέλασαν σε στυλ «άντε απ’εδώ σαχλέ» κι εμείς τον κοιτάξαμε απορημένοι –δεν είχε ξανακάνει πρώτη κίνηση σε καμάκι το Μέταλλο.
«Είδατε τι τραβάω για πάρτη σας;» κλαψούρισε κοιτάζοντάς τες ο Πίβοτ.
Οι πιτσιρίκες αρχίσανε τα ψουψουρίσματα μεταξύ τους.
«Καλά –γάμησέ τες», νευρίασα. «Το θέμα είναι οτι αν πρόκειται να συνεχίσουμε μ΄αυτές τις δουλειές αντίο συγκρότημα».
Σηκώσαμε τους καφέδες και τα τσιγάρα, πλαγιάσαμε το τραπέζι να στραγγίσουν τα νερά.
«Να ‘ρθω να καθίσω στο τραπέζι σας γιατί αυτό έχει γίνει πισίνα;» ζήτησε από τις πιτσιρίκες ο Πίβοτ.
Εκείνες συμφώνησαν όλο τσαχπινιά, ο μαλάκας σηκώθηκε, μαζί του σηκώθηκε και το Μέταλλο, τον σβέρκωσε και τον ξανακάθισε κάτω.
«Έχουμε κουβέντα», του είπε.
«Αλλά εσύ...» ξεκίνησε ο Πίβοτ.
«Μετά», τον καθησύχασε.
«Πρέπει να βρούμε δουλειές με ίδιο ωράριο», είπα.
«Κατά προτίμηση πρωινές για να παίζουμε και κάνα λάιβ», είπε το Μέταλλο.
«Ωραία», είπε ο Πίβοτ. «Να πάω τώρα στις γκόμενες;»
Αγανάκτησα.
«Ρε κορίτσια, έχουμε πρόβλημα –μπας και μπορείτε να μας βοηθήσετε;» τους ζήτησα.
Μυρίστηκαν πρόστυχο αστείο και το γύρισαν σε επιφυλακή. Όμως διαθέταμε καλά αντανακλαστικά –στο φτερό βρεθήκαμε ανάμεσά τους με τις καρέκλες, τα τσιγάρα και τους καφέδες μας.
«Όπως ξέρετε είμαστε συγκρότημα», ξεκίνησε ο Πίβοτ.
«Ποιο συγκρότημα;» ρώτησε η μια πιτσιρίκα.
«Δεν μας γνώρισες;»
«Δεν μας έχεις ακουστά;»
«Τίποτα;»
«Πού πάει το μυαλό σου;»
«Πες το μη φοβάσαι».
«Αυτοί είμαστε, δεν ονειρεύεσαι».
Ρίξαμε τις κλασσικές ατάκες σε ακατάστατη σειρά, μπερδευτήκαμε κιόλας επειδή κάποιες τις έλεγε ο Γιωργάκης –πού να ήταν τώρα ο Γιωργάκης;
Φυσικά οι κοπέλες είχαν ακούσει για το «Φάντασμα στη Μηχανή» (διατηρούσαμε ακόμα τη φήμη μας στην παραλία) αλλά δεν μας είχαν δει ποτέ, ούτε και ήθελαν επειδή ήτανε μπλιτζούδες. Γι΄ αυτό άλλωστε μάς είχαν γυαλίσει –γαντάκι αραχνοΰφαντο, μποτάκι με τακούνι, φουρό, μπουστάκι και μαλλί στα ουράνια.
Άκουσαν το πρόβλημά μας (δεν τις πολυένοιαξε αλλά δεν είχαν επιλογή), σκέφτηκαν μαζί μας (ή έκαναν πώς) και τελικά μάς πρότειναν να μιλήσουν σε μια καφετέρια που σύχναζαν μπας κι αναλαμβάναμε πρωινές και απογευματινές βάρδιες.
«Και δεν πάμε να πούμε του Μπιλ αν είναι έτσι;» πρότεινε ο Πίβοτ.
«Τι να του πούμε; Να μοιραστεί τη χασούρα μαζί μας; Αφού ζει με τα λεφτά που έβγαλε στα καράβια...» υπενθύμισε το Μέταλλο.
Σωστός.

Με τις κοπέλες καταλήξαμε σε ολονυχτία –ήταν τέσσερις κι ο Πίβοτ δούλεψε ντούμπλεξ –αλλά καταφέραμε να τις πηδήξουμε, πράγμα που είχε σα συνέπεια να χάσουν τη δουλειά τους ο Πίβοτ επειδή δεν εμφανίστηκε όλο το βράδυ χωρίς να ειδοποιήσει και το Μέταλλο που αποκοιμήθηκε το επόμενο πρωί και άφησε 5 λαμαρίνες μάσκουλα στο φούρνο να καρβουνιάσουν. Εγώ επέζησα της πανωλεθρίας, κυρίως επειδή η Έλλη ήταν διακοπές με τους γονείς της.
Την επόμενη μέρα πήγαν ο Πίβοτ και το Μέταλλο στην καφετέρια συστημένοι από τις πιτσιρίκες –ήταν μια δηθενερί πίσω από το Άλσος Παγκρατίου, ο ιδιοκτήτης ολίγον βλάχος και πολύ λιγούρι ήθελε να έρχεται πιτσιρικαρία στο μαγαζί του αλλά να μη χάσει και τους συνταξιούχους, να ακούγεται μουσική αλλά όχι πολύ δυνατά, να είναι «ντυμένοι μοντέρνα» οι υπάλληλοι αλλά και να μην τρομάζουν τα γερόντια, να πληρώνουν οι πελάτες τους καφέδες αλλά και να μην τους πίνουν για να τους ξανασερβίρουν στους υπόλοιπους και τέτοια διαστημικά.
«Είπα να του ρίξω ίσα με δυο κιλά χέσιμο...» έκανε το Μέταλλο.
«Αλλά μετά κατάλαβε οτι έχουμε ανάγκη τα φράγκα», συμπλήρωσε ο Πίβοτ.
«Άσε που στο μαγαζί γίνεται νταραβέρι ξεγυρισμένο», ολοκλήρωσε το Μέταλλο.
«Τι νταραβέρι;» ρώτησα.
«Νταραβέρι», ξανάπε το Μέταλλο.
«Ενίοτε και βαραντέρι», συμπλήρωσε ο Πίβοτ.
Δεν κατάλαβα κι έτσι το άφησα να περάσει.

Η δουλειά στην καφετέρια έφερε γρήγορα αποτελέσματα για όλους μας, επειδή από εκεί τύχαινε να περνάνε κάποια παιδιά γνωστών συγκροτημάτων, έγιναν οι επαφές και σύντομα βρεθήκαμε να πληρώνουμε ρεφενέ ένα ανήλιαγο μπουντρούμι σε πολυκατοικία που είχε μετατραπεί σε στούντιο. Νιώσαμε επαγγελματίες. Δεν έφτανε που είχαμε στούντιο αλλά το μοιραζόμασταν με τα μεγάλα συγκροτήματα της περιοχής, τους Villa 21, τους Headleaders, μέχρι και τους Yell-o-Yell, βέβαια όλοι αυτοί ήταν μια παρέα και ποτέ δεν βγάζαμε άκρη ποιος παίζει που όμως η φάση ήταν καταπληκτική. Περνάγαμε σχεδόν όλες τις ελεύθερες ώρες μας εκεί μέσα, κυρίως χαζεύοντας τους άλλους να προβάρουν. Μαθαίναμε.

Στο στούντιο έρχονταν διάφοροι τύποι, σχετικοί και άσχετοι –κάποιος μας πλησίασε θέλοντας να μάθει τι ψάρια πιάνουμε, υπήρχε μια αποδοχή σ΄αυτό που κάναμε κι ας μην ήμασταν τόσο καλοί, ή τόσο διάσημοι όσο οι υπόλοιποι. Αυτός που μας προσέγγισε ήταν ένας τυπάκος κάπως χονδρουλός, με λαδωμένο μαλλί και αντιτουριστικό ντύσιμο –απορούσαμε από την πρώτη φορά που τον είδαμε τι δουλειά είχε εκεί μέσα. Αλλά όταν ενδιαφέρθηκε για μας κολακευτήκαμε. Κανονίσαμε να είναι μέσα σε μια πρόβα μας κι έτσι ακριβώς έγινε.
Απόγευμα, καλοκαίρι, κλειστά παράθυρα, ιδρώτας ανακατεμένος με τσιγαρίλα, μπύρες -λίαν προσεχώς κατρουλιό- κι ο τυπάκος καθισμένος σε σκαμνάκι απέναντί μας. Κοιταχτήκαμε και σκεφτήκαμε το ίδιο ακριβώς πράγμα –πού ήταν ο Γιωργάκης τώρα που τον χρειαζόμασταν;
«Λείπει ο τραγουδιστής μας», είπε ο Πίβοτ.
«Καλά, δεν πειράζει», έκανε ο ανθρωπάκος στο σκαμνί.
«Συνήθως προβάρουμε μόνο μουσική», του εξήγησε ο Πίβοτ.
«Δεν ξέρετε τους στίχους δηλαδή;» απόρησε ο ανθρωπάκος.
«Τους ξέρουμε», είπε ο Πίβοτ.
«Εντάξει», είπε ο ανθρωπάκος.
Κοιταχτήκαμε. Ποιος θα τραγούδαγε;
«Θα τα ρίξω εγώ», ανέλαβε ο Πίβοτ.
Αναστενάξαμε ανακουφισμένοι και η παράσταση ξεκίνησε.
Η φωνή του Πίβοτ ήταν σωστή αλλά ψόφια σαν ποντίκι σε υδρορροή, απόρησα με το πόσο βαρετά ακούγονταν τα τραγούδια μας. Κι έτσι τραμπαλιστήκαμε προσπαθώντας να τα φέρουμε ίσα βάρκα ίσα γιαλό, το Μέταλλο τσιτωμένο για να καλύψει τα φάλτσα μας, ο Πίβοτ με λιγότερη κιθάρα απ΄αυτή που έπαιζε συνήθως κι εγώ σε ρόλο «μπαλάκι του πινγκ πονγκ». Του παίξαμε δυο κομμάτια κολλητά και μετά σταματήσαμε. Ησυχία.
Ο Πίβοτ έβγαλε τις Καμήλες και πήρε να μας μοιράζει.
«Έχετε κι άλλα τέτοια;» ρώτησε ο ανθρωπάκος.
«Εννοείς δικά μας κομμάτια...» ξεκαθάρισε ο Πίβοτ.
«Ε, ναι...» είπε ο ανθρωπάκος.
«Έχουμε μπόλικα», είπα εγώ.
«Πόσα;» ρώτησε.
«Καμιά τριανταριά έτοιμα κι άλλα τόσα στο ψάξιμο», είπε ο Πίβοτ.
Έλεγε ψέματα –με το ζόρι είχαμε 10 κομμάτια έτοιμα. Κι από ψάξιμο....
«Λέω να κάνουμε ένα σινγκλάκι...» πρότεινε ο ανθρωπάκος.
«Τι σινγκλάκι;» ρώτησε ο Πίβοτ.
«Και ποια είναι η εταιρεία σου;» ρώτησε το Μέταλλο.
Ο ανθρωπάκος μάς εξήγησε οτι έγραφε σε μουσικά περιοδικά, ήταν συνέταιρος σ΄ένα δισκάδικο και σκάρωνε μια μουσική εταιρεία αφού είχε όλη αυτή τη δυνατότητα προώθησης των συγκροτημάτων. Δεν είχε βγάλει κανένα συγκρότημα μέχρι τότε κι εμείς ήμασταν οι μόνοι άνευ εταιρείας απ΄όλο το στούντιο.
«Να το σκεφτούμε», του είπε το Μέταλλο.
«Σκεφτείτε το», συμφώνησε ο ανθρωπάκος. «Κι εφόσον το αποφασίσετε, θέλω να μου παίξετε όλο σας το υλικό για να διαλέξουμε».
«Ποιοι θα διαλέξετε;» κούμπωσε ο Πίβοτ.
«Εγώ κι εσείς ρε παιδιά», διαμαρτυρήθηκε ο ανθρωπάκος.
Εκείνο το βράδυ ξεχάσαμε τα πάντα. Διαφωνίες, προβλήματα, πουστιές, κερατιλίκια... Δυο κουβέντες μονάχα έτρεχαν στον πάγκο της καφετέριας: άλφα, αν μπορούμε να εμπιστευτούμε μια εταιρεία που δεν είχε ξαναβγάλει δίσκο (αυτό λύθηκε εύκολα επειδή δεν είχαμε άλλη πρόταση, άρα η επιλογή ήταν προφανής) και βήτα, πού στον πούτσο ήταν ο Γιωργάκης και πότε θα γύριζε;
«Δεν έχεις τηλέφωνό του;» ρώτησε για δέκατη φορά ο Πίβοτ το Μέταλλο.
Εκείνος απέφυγε να του απαντήσει, μόνο πήγε προς το μηχάνημα για να χτυπήσει μια φραπεδούμπα που του είχαν παραγγείλει εδώ κι ένα τέταρτο. Ο Πίβοτ έριξε μια ματιά να δει πόση ώρα είχε ακόμα η κασέτα που έτρεχε για μουσική υπόκρουση στο μαγαζί και ξαναβυθίστηκε ανάμεσα στους αγκώνες του.
«Τι θα κάνουμε ρε πούστη;» κλαψούρισε.
«Κόφτο μωρέ», νευρίασα. «Την άλλη βδομάδα μπαίνει Σεπτέμβρης, μέχρι να παίξουμε τα τραγούδια στο μαλάκα, μέχρι να διαλέξει τι και πως, θα έχει γυρίσει ο Γιωργάκης».
«Κι αν δεν;» συνέχισε τη μίρλα ο Πίβοτ.
«Αν δεν –δεν θα γράψουμε το σινγκλάκι μέχρι να γυρίσει», είπε το Μέταλλο.
«Μαλακία δεν είναι αυτό;» αναρωτήθηκε ο Πίβοτ.
«Δηλαδή πώς αλλιώς;» νευρίασα. «Θα πάρουμε τους στίχους του Γιωργάκη, θα βάλουμε τον φούφουτο να τους τραγουδήσει κι όλα εντάξει;»
«Δεν είπα αυτό...» έκανε ο Πίβοτ.
«Ε, τότε;» απόρησα.
«Να βγάζαμε τα κομμάτια που έχουν δικούς μου στίχους... Ή εκείνους τους στίχους που είχες γράψει εσύ...», πρότεινε εκείνος κοιτάζοντάς με.
«Ρε καργιόλη, για να βγει το δισκάκι είσαι ικανός μέχρι και τη μάνα σου να πουλήσεις», μούγκρισε το Μέταλλο επιστρέφοντας από το σερβίρισμα του φραπέ.
«Άσε τις μανάδες απέξω καλύτερα», ψιθύρισα.

Περάσαμε μια βδομάδα στο λιώσιμο –βρήκαμε εύκολα 5 υποψήφια κομμάτια απ΄τα οποία τα 3 θα χωράγανε σε σινγκλάκι και καθίσαμε να λουστράρουμε τις μουσικές τους. Όταν ξανάρθε ο ανθρωπάκος τού παίξαμε τα 5 υποψήφια κομμάτια με φουλ έξτρα, τού παίξαμε και τα υπόλοιπα ένα κλικ κάτω από το κανονικό, επέλεξε ανεπηρέαστος αυτά που θέλαμε κι εμείς.
«Πρέπει να έρθετε από το μαγαζί να φτιάξουμε συμβόλαιο και να κανονίσουμε για στούντιο», μας είπε.
Δαγκωθήκαμε –δεν ήμασταν προετοιμασμένοι για τόσο γρήγορη εξέλιξη.
«Πότε θέλεις;» τον ρώτησε ο Πίβοτ.
«Μέσα στη βδομάδα», πρότεινε εκείνος.
Την επόμενη βδομάδα περπατήσαμε στα σύρματα, κλείσαμε μαζί του δυο ραντεβού τα οποία ακυρώσαμε και φροντίσαμε να του προτείνουμε νέα ραντεβού σε ώρες ανύπαρκτες. Σα δικαιολογία χρησιμοποιήσαμε τις δουλειές μας και κάτι υποχρεώσεις που εφεύρισκε ο Πίβοτ, στο τέλος ο ανθρωπάκος φοβήθηκε οτι είχαμε προτάσεις κι από άλλη εταιρεία, μάς τρέλανε στο ψηστήρι περί του πόσο φερέγγυος ήταν και περί της αμέριστης προσοχής που θα τυγχάναμε εφόσον θα ήμασταν το μοναδικό συγκρότημα στην εταιρεία του –ζόρισε η κατάσταση.
Και σα να μην έφτανε αυτό, εξαφανίστηκε κι ο Πίβοτ. Ένα πρωί δεν ήρθε στην καφετέρια, τον κάλυψε το Μέταλλο κι εγώ (όταν σχόλασα) κάνοντας τη βάρδια του, ψάξαμε μετά να τον βρούμε στα στέκια, περάσαμε από το σπίτι του...
«Λείπει από χτες βράδυ, δεν μάς πήρε ούτε ένα τηλέφωνο», έκλαιγε η μάνα του, ο πατέρας του ευτυχώς έλειπε.
«Πού είναι ο καργιόλης;» θύμωσε το Μέταλλο.
«Με καμιά γκόμενα...» υπέθεσα.
«Και πού τη βρήκε; Πού λες να πήγε χτες βράδυ;» απόρησε το Μέταλλο.
«Να πάρουμε τα στέκια με τη σειρά», πρότεινα.
Έτσι κάναμε. Περάσαμε από του Μπιλ (ο Πίβοτ δεν είχε φανεί το προηγούμενο βράδυ), κατεβήκαμε στην παραλία, ρωτήσαμε γνωστούς κι αγνώστους, πήγαμε από το στούντιο στο Παγκράτι, βρήκαμε το Φάρο να προβάρει με τους δικούς του –όχι μόνο δεν είχε περάσει από εκεί ο Πίβοτ αλλά μάς έψαχνε απεγνωσμένα κι ο ανθρωπάκος για το σινγκλ.
«Γαμηθήκαμε», συμπέρανε το Μέταλλο.
«Κράτα μου το χέρι μη χάσω κι εσένα», του ζήτησα εγώ.
Βγήκαμε στη λεωφόρο για να βρούμε ταξί, η επόμενη μέρα προμηνυόταν καταστροφική και η πανσέληνος πάνω από τα κεφάλια μας δεν αρκούσε για να μάς καθησυχάσει.
«Μαλακία να σκάμε τόσα φράγκα στα ταξιά», είπε το Μέταλλο.
«Έβαλα στο μάτι κάτι εντουράκια δίχρονα...» πρότεινα.
«Να τα βουτήξουμε;»
«Όχι ρε μαλάκα –να τ΄αγοράσουμε. Με δόσεις».
«Ωραίος. Έχουμε και λέμε, νοίκι για το στούντιο, δόσεις για μηχανάκια, χαρτζιλίκι για ποτά και τσιγάρα. Φτάνουν αυτά;»
Κούνησα το κεφάλι συμφωνώντας.
«Πάμε τώρα στα έσοδα. Μισθός χαρτοπωλείου από σένα, μεροκάματα στην καφετέρια από μένα. Ο Γιωργάκης είναι ακόμα μαθητής κι ο Πίβοτ λίαν συντόμως απολυμένος –τα λέω καλά;»
Καλά τα έλεγε -τρίκαλα. Μπήκαμε στο ταξί που βρώμαγε ιδρωμένο σκόρδο, φάγαμε στο κεφάλι κάμποσο Μενιδιάτη, Περπινιάδη, Χρηστάκη και άλλους ευαγείς καλλιτέχνες, μέχρι να φτάσουμε στη γειτονιά μας είχαμε αποκτήσει νευρικό τικ. Εγώ στο αριστερό μάτι, το Μέταλλο στο δεξί.
«Καληνύχτα», μου είπε όταν μας άφησε το ταξί.
«Τι καληνύχτα... Αύριο δεν θα προλαβαίνουμε να μετράμε ήττες», μουρμούρισα.
«Ας ξεκουραστούμε λοιπόν απόψε μπας και καταφέρουμε τελικά να μη χάσουμε το μέτρημα», σχολίασε το Μέταλλο.
Κάποια αισιοδοξία –του χαμογέλασα αλλά δεν με είδε.

Όταν έφτασα σπίτι μου, χώθηκα στο δωμάτιό μου και κοιμήθηκα επί τόπου, σαν τούβλο. Πριν ακόμα ακουμπήσει το κεφάλι μου στο μαξιλάρι, που λένε. Δεν είχα προλάβει να κοιμηθώ πάνω από 10 λεπτά, έτσι τουλάχιστον μου φάνηκε, όταν χτύπησε το κουδούνι –τινάχτηκα διαολισμένος. Βγαίνοντας από το δωμάτιο ετοιμάστηκα να δω τη μάνα μου ξεμαλλιασμένη να καταριέται αλλά αντί γι΄αυτό την εντόπισα μέσα στην κουζίνα να βράζει γάλατα και λοιπές αηδίες. Κοιταχτήκαμε, απορήσαμε, συνεχίσαμε.
Στο άνοιγμα της πόρτας περίμενε ένας Πίβοτ φρέσκος και χαμογελαστός σα διαφήμιση απογραφής.
«Σ΄έχω γαμήσει», τον προειδοποίησα.
«Τόσο πάθος πια;» ξεκαρδίστηκε.
Μετά με έσπρωξε να κάνω στην άκρη, μπήκε φουριόζος και πίσω του ακολούθησε ο Γιωργάκης γατίσιος και μισόσκυφτος.
«Τι συμβαίνει εδώ πέρα;» ψέλλισα.
«Κερνάς καφέ;» ζήτησε ο Γιωργάκης.
«Τι ώρα είναι;» ψάχτηκα.
«Νωρίς...» απάντησε.
«Έχεις μια ωρίτσα μέχρι να φύγεις για δουλειά», είπε ο Πίβοτ.
Μ΄έπιασε ένας πονοκέφαλος, υπερέντασης και απότομου ξυπνήματος γωνία.
«Πάμε μέσα», τους είπα.
Σύρθηκα μετά μέχρι την κουζίνα, έφτιαξα τρεις καραβίσιους και τους πήγα στο δωμάτιό μου κλείνοντας την πόρτα.
«Κλείσε την πόρτα», μου είπε ο Πίβοτ.
Πήγα να πω οτι την είχα ήδη κλείσει αλλά κοίταξα πίσω μου κι η πόρτα έχασκε –περίεργο.... Ή ίσως και να τα έβλεπα όλα αυτά στο όνειρό μου, άρα μια χαρά, οι πόρτες δεν κλείνουν, τα κουνούπια δεν πετάνε, οι παντόφλες κολυμπάνε κι όλα τα συναφή.
Ακούμπησα τους φραπέδες, έκλεισα την πόρτα και κάθισα φορώντας ταυτόχρονα ένα σορτσάκι. Φυσικά ξανασηκώθηκα επιτόπου για ν’ανοίξω το παράθυρο εφόσον προβλεπόταν ντουμάνι.
«Λοιπόν, σε τι οφείλουμε την τιμή;» τους ρώτησα όσο ξανακαθόμουν.
«Ήρθαμε», είπε απλά ο Γιωργάκης.
«Έτσι ε;» θαύμασα.
«Τον βρήκα και ήρθαμε», είπε ο Πίβοτ.
«Και τον βρήκες και ήρθατε –άκου κάτι πράγματα», θαύμασα.
«Μουτράκια μωρό μου;» έκανε ο Πίβοτ.
«Ρε σάλτα και γαμήσου», του πρότεινα.
«Έλα –μη χάνουμε χρόνο με σαχλαμάρες», ζήτησε ο Γιωργάκης απλώνοντας τις αρίδες του στο κρεβάτι μου.
«Σωστά», επικρότησε ο Πίβοτ. «Ήρθαμε πρώτα σ΄εσένα επειδή φεύγεις νωρίτερα για δουλειά. Τι λες -κλείνουμε ραντεβού για σήμερα με τον μαλάκα να περάσουμε από το μαγαζί του για τα συμβόλαια;»
Άναψα τσιγάρο, ήπια λίγο καφέ, ηρέμησε κάπως η ταχυπαλμία. Έξω από το ανοιχτό παράθυρο φαινόταν το έρημο μπαλκόνι της Έλλης, κάποια γάτα ή ο αέρας είχαν τουμπάρει μια γλάστρα με γεράνια, έβλεπα το χυμένο καστανόχωμα στο μάρμαρο.
«Δηλαδή τώρα δεν τρέχει τίποτα;» αναρωτήθηκα.
«Σαν τι να τρέχει δηλαδή;» έκανε ο Πίβοτ.
«Γιωργάκη;» επέμεινα.
«Όλα μια χαρά», μου χαμογέλασε εκείνος.
Τους κοίταξα εκεί πέρα να πίνουν νες με τα κεφάλια πλαγιασμένα, μερικές φορές σαν κάτι να συνεννοούνταν και με το ζόρι κρατούσαν το γέλιο τους, σε λίγο θα βγαίνανε αδερφάκια κανονικά κι εγώ ο κακός που δημιουργούσε τα θέματα.
«Εντάξει τότε», είπα. «Το απόγευμα είμαι ελεύθερος, αν θέλετε να τραβηχτούμε στου...»
«Εντάξει», είπε κι ο Γιωργάκης.
«Ηηηη...» έκανε ο Πίβοτ δείχνοντας έξω από το παράθυρο.
«Διακοπές», απάντησα.
«Πότε γυρνάει;» ξαναρώτησε.
«Τι σε νοιάζει;» θύμωσα.
«Έτσι απλά από ενδιαφέρον...» χαμογέλασε.
Γύρισα να κοιτάξω αλλού για να μην του χιμήξω. Κι ο μαλάκας ο Γιωργάκης να μας κοζάρει σαν εξωγήινος.
«Πώς πέρασες στις διακοπές;» τον ρώτησα.
«Προσεχώς καλύτερα», απάντησε χωρίς να σπάσει καθόλου το χαμόγελό του.
«Πρέπει να φύγω», τους πληροφόρησα.
«Στο καλό», μου ευχήθηκαν ξαπλώνοντας πιο αναπαυτικά, ο ένας στο πάτωμα, ο άλλος στο κρεβάτι μου.
«Μαλάκα Πίβοτ πήγες από το σπίτι σου; Οι γέροι σου έχουν φρικάρει», θυμήθηκα ξαφνικά.
«Χέστους –μην τους λογαριάζεις», με διαβεβαίωσε.
Σηκώθηκα, βγήκα, πήγα στο μπάνιο, πλύθηκα, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Ήμουν ακόμα εγώ (ή κάποιος που μου έμοιαζε τρομακτικά) και δεν φαινόταν για όνειρο η όλη φάση. Τράβηξα μια χαλαρή μπουνιά στο νιπτήρα και ξεράθηκα στον πόνο –δεν ήταν όνειρο.
Όταν ξαναμπήκα στο δωμάτιο κάτι κουβέντιαζαν αλλά το κόψανε απότομα. Έδωσα τόπο στην οργή, ντύθηκα....
«Δεν ξεκουμπίζεστε από σιγά –σιγά;» τους είπα επειδή δεν έβλεπα προθυμία.
«Πρέπει ε;» υπολόγισε ο Γιωργάκης.
Σηκώθηκαν λοιπόν με το πάσο τους και τον είδα να παραπατάει ίδια μ’εκείνο το βράδυ στις ερημιές της Βάρκιζας. Από δίπλα του ο Πίβοτ δήθεν καθάριζε τα γόνατα τού παντελονιού του κι αυτό το πράγμα τού πήρε κοντά λεπτό για να το τελειώσει.
«Ρε καργιόληδες...» ξεκίνησα να λέω.
Με κοίταξαν –βλέφαρα πεσμένα.
Δε μίλησα άλλο. Τους πήγα σπρωχτούς μέχρι την πόρτα, τους έδιωξα και έκλεισα. Μετά μπήκα στο δωμάτιό μου, άνοιξα το παράθυρο, πήδηξα από κει στον κήπο, σκαρφάλωσα τη μάντρα και προσγειώθηκα στην αυλή του σπιτιού της Έλλης. Μέριασα την αυλόπορτα κι έφυγα από εκεί πατώντας στις μύτες δεν ήθελα να πέσω πάνω τους με καμιά δύναμη.

Εκείνη τη μέρα με πέτυχε το αφεντικό του χαρτοπωλείου να κλαίω στην αποθήκη κι αναγκάστηκα να του πω οτι πέθανε μια θειά μου που πολύ την αγαπούσα. Προσφέρθηκε να μου δώσει την υπόλοιπη μέρα άδεια, δεν δέχτηκα –πού να πήγαινα αν έφευγα από τη δουλειά;
Έτσι ήρθε το απόγευμα και φύγαμε εμείς -αμήχανοι στα πίσω καθίσματα του λεωφορείου με προορισμό το κέντρο της πόλης. Ο Πίβοτ με τον Γιωργάκη έμοιαζε να μην έχουν αλλάξει ρούχα τουλάχιστον από το προηγούμενο βράδυ και δώθε, ήταν όμως παγωμένα φρέσκοι, σαν μούμιες. Εγώ με το Μέταλλο ιδροκοπούσαμε ελεγχόμενα, ειδικά όταν ανηφορίσαμε από Ακαδημίας για το μαγαζί του τύπου. Δεν το είχαμε υπόψη μας αυτό το μαγαζί, μια τρύπα ήταν τελικά, ημιυπόγειο με θέα τίποτα -Μεθώνης στο ύψος του Στρέφη.
«Καλώς τα παιδιά», μας υποδέχτηκε ο ανθρωπάκος.
«Από δω ο τραγουδιστής μας, ο Γιώργος», κάναμε κι εμείς τις συστάσεις.
«Χάρηκα –Δάκης», είπε ο ανθρωπάκος.
«Όχι –Γιώργος. Ο Δάκης είναι άλλος τραγουδιστής», βοήθησε ο Πίβοτ.
«Εμένα λένε Δάκη», έκανε κάπως πειραγμένος ο ανθρωπάκος.
«Πώς κι έτσι;» ενδιαφέρθηκε να μάθει το Μέταλλο.
«Είμαι από πάνω», του εξήγησε ο ανθρωπάκος, αν μπορείς αυτό το πράγμα να το πεις εξήγηση.
Μετά ο ανθρωπάκος Δάκης μάς πρόσφερε μαύρα νεροζούμια με χλιαρό νερό τα οποία επέμενε να τα ονομάζει φραπέ για κάποιο δικό του, ανεξιχνίαστο, λόγο και κάθισε σ΄ένα γραφείο τιγκαρισμένο στα βινύλια.
«Αύριο θα είσαστε κι εσείς εδώ πάνω», μάς χαμογέλασε –δεν ξέρω αν το έκανε για καλό αλλά και μόνο η ιδέα να βρίσκεται το δισκάκι μας στοιβαγμένο στο σκονισμένο γραφείο του μάς ανησύχησε.
«Δηλαδή όλους αυτούς τους έβγαλες εσύ;» θέλησε να μάθει ο Γιωργάκης.
«Όχι ρε αγόρι μου –από σας ξεκινάω, δεν τα είπαμε;» απόρησε ο Δάκης.
Τότε έσκυψε λίγο, χάθηκε το κεφαλάκι του πίσω από τις στοίβες, μετά ξαναβγήκε κουνώντας κάτι φύλλα χαρτιού, κίτρινα από την υγρασία.
«Για ρίξτε μια ματιά στο συμβόλαιο», μας πρότεινε.
Το Μέταλλο σηκώθηκε, το πήρε και μας το μοίρασε –ήταν σε δυο αντίτυπα κι έτσι αναγκαστήκαμε να διαβάζουμε αγκαλίτσα. «Ο πρώτος των συμβαλλομένων καλούμενος εφεξής Παραγωγός... ο δεύτερος των συμβαλλομένων καλούμενος εφεξής Δημιουργός...» Αυτό το «Δημιουργός» μας άρεσε....
«Παραγωγός;» παρατήρησε ο Πίβοτ. «Νομίζαμε οτι θα κλείσουμε συμβόλαιο για δίσκο, όχι για μάνατζερ...»
Ο Δάκης γέλασε καλόκαρδα.
«Για δίσκο κλείνετε. Απλά με εξουσιοδοτείτε να προβώ σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να ηχογραφηθεί, να αναπαραχθεί και να διανεμηθεί ο δίσκος...» του εξήγησε.
«Κι εσύ πόσο θα παίρνεις για όλα αυτά;» ρώτησε ο Πίβοτ με τη σειρά του.
«Πόσα θα παίρνω είναι το θέμα ή πόσα θα σας δίνω;» ξαναγέλασε ο Δάκης.
Σκύψαμε πάλι στα συμβόλαια προβληματισμένοι.
«Είναι μόνο για ένα σινγκλάκι», είπε ο Γιωργάκης.
«Ναι», συμφώνησα.
«Πόσο κακό μπορεί να είναι λοιπόν;» σκέφτηκε φωναχτά ο Πίβοτ.
Φυσικά, κανένας μας δεν πρόσεξε οτι στα τραγούδια του σινγκλ ορίζαμε συνιδιοκτήτη τον ανθρωπάκο Δάκη.
«Δεν θέλω να ξεκινάμε με τέτοιες λογικές», διαμαρτυρήθηκε εκείνος. «Πιστεύω στο υλικό σας και η προοπτική είναι να επεκτείνουμε τη συνεργασία μας στη συνέχεια. Θέλει κανείς ουίσκι;»
Μπερδευτήκαμε κάπως επειδή όλα αυτά τα είπε χωρίς ανάσα.
«Για να βρέξουμε τις υπογραφές», μας εξήγησε.
Θεωρήσαμε αγένεια να αρνηθούμε αλλά δεν ήμασταν τόσο ριψοκίνδυνοι για να πιούμε το κοριοζούμι που μας πρόσφερε –έτσι απλά βρέξαμε τα χείλη μας, τσουγκρίσαμε και υπογράψαμε φαρδιά πλατιά.
Μετά ο Δάκης μάς τσάκισε στην ανάλυση περί διεθνούς μουσικής σκηνής η οποία έχει χάσει τον προσανατολισμό της λόγω των αλλεπάλληλων χτυπημάτων που δέχεται από το DIY και περί μέλλοντος λαμπρού για τις ανεξάρτητες δισκογραφικές οι οποίες θα καρπωθούν το μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας αλλά και θα τεμαχίσουν την πίτα σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνει ασύμφορη πλέον η ενασχόληση για τις πολυεθνικές.
«Με τόσες πίτες πείνασα», ψιθύρισε το Μέταλλο.
Κάπως έτσι σηκωθήκαμε, ανταλλάξαμε χειραψίες, κλείσαμε ένα γενικότερο ραντεβού για την επόμενη βδομάδα και φύγαμε από το ημιυπόγειο του Δάκη έχοντας υπογράψει το πρώτο μας συμβόλαιο.
«Γαμήθηκε η μύτη μου από τη σκόνη και την υγρασία», παραπονέθηκα ενώ περπατούσαμε στο δρόμο.
Ο Πίβοτ με τον Γιωργάκη κοιτάχτηκαν και σκάσανε στα γέλια.
«Πού πάμε τώρα;» ρώτησε το Μέταλλο.
«Κάπου –γενικά...» πρότεινε ο Πίβοτ.
Καταλήξαμε στο Ντραγκονφλάι, πίσω τραπέζι δεξιά, δίπλα στο παράθυρο, με την τηλεόραση να παίζει βιντεάκια συγκροτημάτων και μια παρέα πάνκηδων να βαράει προσοχές κάθε που εμφανίζονταν οι Τζενερέισον Εξ, οι Εξ Ρέι Σπεκς ή άλλος σκληροπυρηνικός.
«Πού ήσουν από χτες το βράδυ ρε μαλάκα;» ρώτησε το Μέταλλο τον Πίβοτ.
«Με το Γιωργάκη», έκανε αθώα εκείνος.
«Πώς δηλαδή;» απόρησα.
«Τι πώς; Περνούσα έξω από το σπίτι του, είδα φως και μπήκα», εξήγησε ο Πίβοτ.
Κοίταξα τον Γιωργάκη, φαινόταν να μην ακούει, απορροφημένος από τη Λένε Λάβιτς που τραγουδούσε για το Τυχερό της Νούμερο.
«Όλα καλά;» τον ρώτησα.
«Πάω στοίχημα οτι μετά θα ρίξει Κλάους Νόμι», μου απάντησε χωρίς να με κοιτάξει.
Στην οθόνη εμφανίστηκε ο Γκάρι Νιούμαν με την πυραυλοκίνητη πολυθρόνα του.
«Στεφάνι κι έξω», μου χαμογέλασε απολογητικά ο Γιωργάκης.
«Συμβαίνουν αυτά», παραδέχτηκα αμήχανα.
«Μήπως θα έπρεπε να βάλουμε και τίποτα πλήκτρα στην ηχογράφηση;» πρότεινε ο Πίβοτ.
Γύρισα να τον κοιτάξω απορημένος.
«Πώς σου ήρθε αυτό;» ρώτησε το Μέταλλο.
«Όλοι έχουν...» είπε εκείνος.
«Άστους να έχουν», του απάντησε ο Γιωργάκης.
Δεν αλλάξαμε κουβέντα μέχρι να φύγουμε από κει μέσα –τις επόμενες μέρες φροντίσαμε να αποφύγουμε τις συναντήσεις μέχρι εκείνο το απόγευμα Τετάρτης που ανηφορίσαμε τη Μεσογείων πηγαίνοντας στο στούντιο για ηχογράφηση.

Πολλοί λένε οτι όσο ονειρεύεσαι κάτι γίνεσαι απαιτητικός, με αποτέλεσμα να απογοητευτείς αμέσως μόλις το όνειρό σου μοιάσει να πραγματοποιείται. Αυτοί οι πολλοί μάλλον δεν έζησαν ποτέ την πραγματοποίηση κάποιου ονείρου τους. Θέλω να πω οτι τριγυρνάγαμε κάνα μισάωρο στο Χαλάνδρι ψάχνοντας για το στούντιο ηχογράφησης (πώς ονειρεύεσαι να μοιάζει ένα στούντιο ηχογράφησης;) μέχρι ν΄ανακαλύψουμε οτι η αποθήκη με τη λαμαρινένια πόρτα την οποία είχαμε προσπεράσει αμέτρητες φορές ήταν το περιβόητο στούντιο. Χτυπήσαμε ένα κουδούνι που κρεμόταν απ΄τα καλώδιά του, τίποτα δεν έγινε για λίγη ώρα, μέτα η πόρτα σύρθηκε ανατριχιαστικά στον οδηγό της και ο Δάκης εμφανίστηκε χαμογελαστός.
«Αργήσατε», είπε.
«Ψάχναμε για στούντιο, γι΄αυτό την πατήσαμε», τον διαφώτισε ο Πίβοτ, αλλά ο Δάκης δεν έπιασε το χιούμορ.
«Ακολουθείστε», είπε.
Ακολουθήσαμε. Μια βρωμερή σκάλα, θεοσκότεινη –τα πόδια μας μπερδεύονταν στη σκισμένη μοκέτα, ανεβήκαμε δυο ορόφους στα τυφλά, φτάσαμε σε ένα χωλάκι με κόκκινη λάμπα και ψάθινες καρέκλες.
«Καθίστε», είπε ο Δάκης.
Μετά εξαφανίστηκε.
«Τι κάνουμε εδώ μέσα;» αναρωτήθηκε ο Γιωργάκης.
«Περιμένουμε την τσατσά», του απάντησε το Μέταλλο.
Και κοίτα να δεις που εκείνη ακριβώς τη στιγμή έσκασε ένας μουστακαλής με κολλημένο μαλλί πάνω απ΄το κούτελο για να κρύβει τη φαλάκρα, γυαλιστερό πολυέστερ πουκάμισο, παντελόνι καμπάνα και σκαρπινάκι.
«Αυτοί είναι;» ρώτησε κάποιον αόρατο.
«Ναι –πολύ καλό συγκρότημα», του απάντησε ο Δάκης που εμφανίστηκε λίγο πιο πίσω του.
«Παλικάρια, ο Μαγκάρετ από δω με έχει πληρώσει για 8 ώρες, κανονιστείτε λοιπόν», μας είπε ο μουστακαλής.
«Τι 8 ώρες;» απόρησε το Μέταλλο.
«Ποιος είναι ο Μαγκάρετ;» ρώτησα εγώ.
«Δεν ήρθαμε εδώ για πολυλογία», μας υπενθύμισε ο Δάκης ο επιλεγόμενος και Μαγκάρετ όπως μόλις είχαμε μάθει.
Μπήκαμε στο στούντιο, ο Πίβοτ καθυστέρησε λίγο, τελικά ήρθε όταν όλοι είχαμε βολευτεί κουτσά στραβά.
«Τον καργιόλη –άκου 8 ώρες», μούγκρισε. «Του είπα οτι θέλουμε τουλάχιστον 20».
«Σου λέει 8, έχει κλείσει για 10», ψιθύρισε το Μέταλλο.
«Άρα, μέχρι 12 μάς παίρνει», έκανα εγώ.
«8 ώρες –μετά πληρώνετε από την τσέπη σας», ακούστηκε η φωνή του μουστακαλή απέξω.
Θαυμάσαμε τη μαλακία μας να συνωμοτούμε με ανοιχτά μικρόφωνα.

Είχαμε αποφασίσει να γράψουμε ένα Μπίλι, ρυθμικό και χοροπηδηχτό για την πρώτη πλευρά, τους «Κλέφτες Ασθενοφόρων» κι από πίσω θα βάζαμε τη γριά πουτάνα του Γιωργάκη συν ένα ινστρουμενταλάκι του ενάμιση λεπτού. Απ΄αυτό ξεκινήσαμε, για να κουρδιστούμε κιόλας.
«Ώπα, ώπα», έκανε μετά από λίγο ο μουστακαλής.
«Στον κώλο σου μια γόπα», ψιθύρισε ο Πίβοτ.
«Το άκουσα αυτό», είπε ο μουστακαλής.
«Γιατί μας έκοψες;» ρώτησα.
«Επειδή είσαστε παράτονοι», είπε ο μουστακαλής.
«Τι μας λες ρε φον Κάραγιαν», θύμωσε ο Πίβοτ.
«Δεν το πιάνετε από λα μινόρε;» πρότεινε ο μουστακαλής.
«Δεν μας πιάνεις τον πούτσο καλύτερα;» αντιπρότεινε ο Πίβοτ.
«Θα γίνει κι αυτό. Τώρα κρατάω τον κώλο του Μαγκάρετ», μας ενημέρωσε ο μουστακαλής.
Δώσαμε τόπο στην οργή και το ξαναπήγαμε ακριβώς ίδια όπως προηγουμένως.
«Κάπως καλύτερα», μας είπε ο μουστακαλής όταν τελειώσαμε.
«Να γράψουμε και τ΄άλλα δύο;» πρότεινε το Μέταλλο.
Ο μουστακαλής δεν διαφώνησε, οπότε παίξαμε τις μουσικές των υπόλοιπων κομματιών –ο Γιωργάκης θα τραγούδαγε μετά, από πάνω τους.
«Ώπα, ώπα –κόψε», φώναξε ο μουστακαλής.
«Τι θέλει πάλι ο πούστης;» βλαστήμησε το Μέταλλο.
«Έχεις καταλάβει οτι σας ακούω;» ρώτησε ο μουστακαλής.
«Μα γι΄αυτό τα λέω», του απάντησε το Μέταλλο.
«Γιατί παίζει τόσο ψηλά το μπάσο;» ρώτησε ο μουστακαλής.
«Επειδή είναι ψηλό παιδί ο μπασίστας», του απάντησε ο Πίβοτ.
«Μαζέψτε το λίγο και η ντραμς...» έκανε ο μουστακαλής.
«Τι έχει η ντραμς;» απόρησε το Μέταλλο.
«Η ντραμς δεν έχει τίποτα. Εσύ γιατί βάζεις τόση πολλή μπότα μου λες;» ρώτησε το Μέταλλο.
Φορτώσαμε –για την ακρίβεια πρώτος πετάχτηκε ο Γιωργάκης κι οι υπόλοιποι ακολουθήσαμε. Μπήκαμε στην κονσόλα ο μουστακαλής γύρισε και μας κοίταζε ανυποψίαστος. Το Μέταλλο κοπάνησε την πόρτα κι ακούμπησε πάνω της, ο Γιωργάκης με τον Πίβοτ πήγαν και στάθηκαν μπροστά του, εγώ βρέθηκα πίσω από την πλάτη του.
«Άκου ρε μερακλή», άρχισε ο Πίβοτ. «Εμείς ήρθαμε να γράψουμε τα τραγούδια μας. Αν θες να γράψεις τα δικά σου να φύγουμε και να΄ρθουμε άλλη μέρα...»
«Να μην πληρώνει κι άδικα ο Δάκης...» συμπλήρωσε ο Γιωργάκης.
«Ρε παιδιά εγώ για σας το λέω», ξεκίνησε ο μουστακαλής. «Δεν ακούγονται αυτά που παίζετε –σαν κατολίσθηση σε κουζίνα είσαστε».
«Κι εσένα τι σε κόφτει ρε μεγάλε;» χώθηκε το Μέταλλο.
«Ε, πως... Στο στούντιό μου γράφετε –θα μου χαλάσετε το όνομα», διαμαρτυρήθηκε ο μουστακαλής.
«Ποιο όνομα;» απόρησε ο Γιωργάκης.
«Φλάουερ Στούντιος», είπε υπερήφανα ο μουστακαλής.
«Πώς πώς;» απόρησε ο Πίβοτ.
«Φλάουερ Στούντιος –κουφός είσαι; Αλλά μ΄αυτά που παίζεις...» έκανε ο μουστακαλής.
«Τι Στούντιος; Ένα δωμάτιο δεν έχεις μόνο;» τον ρώτησα.
«Έχω κι άλλα στον κάτω όροφο», μου εξήγησε.
«Εκεί είναι το θέμα τώρα;» νευρίασε ο Πίβοτ.
«Άκου Φλάουερ...» θαύμασε ο Γιωργάκης.
«Τιμή σας κιόλας κωλόπαιδα, εδώ έχουν γράψει τα μεγαλύτερα ονόματα της ποπ σκηνής του ‘60. Τραμπς, Κάντιλακς, Μάστανγκς...»
«Μα αυτό δεν είναι στούντιο –είναι συνεργείο», θαύμασε το Μέταλλο.
«Σκάσε ρε», φούντωσε ο μουστακαλής. «Και μη σας πω ποιοι γράφουν εδώ τώρα».
«Μη μας το πεις, να χαρείς τη μουστάκα σου», τον παρακάλεσε ο Γιωργάκης.
«Αδερφέ, κάνε μια προσπάθεια να γράψεις αυτά που παίζουμε. Κι αν πάμε άκλαυτοι, μη στεναχωριέσαι, θα το αντέξουμε», του εξήγησε ο Πίβοτ.
Ξαναμπήκαμε για εγγραφή. Ξαναρχίσαμε. Κατά τις 12 το βράδυ ο μουστακαλής χασμουρήθηκε, ξύστηκε και μας πληροφόρησε οτι κι αύριο μέρα ήταν...
Την επόμενη μέρα μας περίμενε στο στούντιο ένας αγχωμένος Δάκης.
«Παιδιά δεν πάμε καλά, θα φαληρίσουμε πριν ξεκινήσουμε», μας κλάφτηκε.
«Στο μουστάκια πες το που μας έχει σπάσει τα νεύρα», έκανε ο Πίβοτ.
«Του φέραμε κι ένα δίσκο ν΄ακούσει μπας και πάρει γραμμή», χώθηκε ο Γιωργάκης.
«Άντε να δούμε», μουρμούρισε ο Δάκης.

Πριν μπούμε να ξαναγράψουμε στριμώξαμε τον μουστακαλή.
«Άκου», του είπαμε.
Και του βάλαμε 2-3 κομμάτια Μπαουχάους.
«Τι’ναι τούτα;» γκρίνιαξε. «Σα να κλαίει ο διάολος τα παιδιά του».
«Έτσι θέλουμε να βγούμε», του ξεκαθάρισε ο Πίβοτ.
«Άντε ρε κατακαημένοι», μας πρόγκιξε.
Πάντως γράψαμε τη μουσική και ήρθε η σειρά του Γιωργάκη να τραγουδήσει. Καθίσαμε στην κονσόλα και τον αφήσαμε μόνο του μέσα.
«Πάμε», τον ειδοποίησε ο μουστακαλής κι έριξε τη μουσική.
Τότε ο Γιωργάκης μάς γύρισε την πλάτη, έκανε μια προσπάθεια να ξεκινήσει, σταμάτησε.
«Το μικρόφωνο δε βγαίνει;» ρώτησε δείχνοντας το κρεμασμένο ματζαφλάρι.
«Τι σε πειράζει εκεί που είναι;» απόρησε ο μουστακαλής.
Κι ο Γιωργάκης έβγαλε τ΄ακουστικά, βγήκε από το δωμάτιο, έψαξε τριγύρω, εντόπισε ένα χαμηλό τραπεζάκι.
«Για βάλτε ένα χεράκι», μας είπε.
Πήραμε λοιπόν το τραπεζάκι, το βάλαμε στο δωμάτιο εγγραφής κάτω από το κρεμαστό μικρόφωνο και πάνω του ανέβασε μια καρέκλα ο Γιωργάκης, μετά σκαρφάλωσε, κάθισε στην καρέκλα....
«Πες μου πότε είσαι έτοιμος», ζήτησε από τον μουστακαλή.
Και τραγούδησε τα τραγούδια διπλωμένος, με την πλάτη γυρισμένη σε μας που τον ακούγαμε φρικαρισμένοι. Ίσως έφταιγε που έλειπε το τελευταίο διάστημα, ίσως κάτι να δοκίμαζε όσο ήταν μακριά μας, πάντως η φωνή του έμοιαζε πλέον με μασέτα που καθαρίζει το κρέας από τα κόκαλα.
«Δεν είσαστε με τα καλά σας», ψέλλισε ο μουστακαλής.
«Κάνε δουλειά σου», αγρίεψε ο Πίβοτ.
«Ρε πάρτε τον από κει μέσα θα πάθει τίποτα», είπε εκείνος.
Κι εμείς δε μιλήσαμε επειδή ξέραμε πώς ότι ήταν να πάθει το είχε ήδη πάθει ο Γιωργάκης.
Μετά από καμιά ώρα πήρε να μιξάρει ο μουστακαλής με όλους μας πάνω απ΄το κεφάλι του, κάθε μισό λεπτό τον κόβαμε για να τον διορθώσουμε.
«Δε βγαίνει», παραδέχτηκε πρώτος απ΄όλους ο Γιωργάκης.
«Πρέπει να το πάμε από την αρχή», είπε ο Πίβοτ.
«Σίγουρα», είπα εγώ.
«Με καμιά Παναγία. Είσαστε ήδη 2 ώρες πάνω», μας εξήγησε ο μουστακαλής. «Εκτός αν θέλετε να πληρώσετε από την τσέπη σας...»
Θέλαμε αλλά δεν είχαμε.
«Ας τ΄ακούσει κι ο Μαγκάρετ και βλέπουμε», μας πρότεινε τελικά.
Εκείνο το βράδυ κανένας δεν πήγε σπίτι του. Κλειστήκαμε στο στούντιο στο Παγκράτι, προβάραμε τα κομμάτια μέχρι αίματος και συμφωνήσαμε πως έτσι έπρεπε να τα γράψουμε.

Την επόμενη πήραμε τηλέφωνο το Δάκη.
«Τ΄άκουσα –μια χαρά είναι».
«Ούτε να το σκέφτεσαι, θα τα ξαναγράψουμε».
«Καλά, θα τα πούμε αύριο –θα κοιτάξω να σας ξανακλείσω ώρες».
Τη μεθεπόμενη τον ξαναπήραμε τηλέφωνο.
«Εντάξει, αλλά όχι σήμερα. Πάρτε αύριο να σας πω».
Την μεθεπαύριον μια από τα ίδια.
Πέρασαν τέσσερις μέρες στο σύνολο μέχρι που σιχτιρήσαμε.
«Θα πάμε να τα γράψουμε μόνοι μας κι ο λογαριασμός στο θείο», είπε ο Πίβοτ.
Πήγαμε.
«Καλώς τα παιδιά», μας υποδέχτηκε ο μουστακαλής.
«Θέλουμε να γράψουμε», τον πληροφορήσαμε.
«Για ποιο λόγο;» απόρησε ο καλός ο άνθρωπος.
«Για το δισκάκι....»
«Τώρα; Έχει πάρει τα μάστερ εδώ και δυο μέρες ο Μαγκάρετ....»
Πήγαμε στο μαγαζί του Δάκη, τον βουτήξαμε από το λαιμό.
«Γαμημένε, σήμερα πεθαίνεις».
«Ήρεμα ρε παιδιά...»
«Φέρε τα μάστερ».
«Τα έχω δώσει για κοπή...»
«Που να σου κοπεί ο πούτσος, κερατά».
«Ησυχάστε ρε παιδιά –μια χαρά είναι το δισκάκι, θα σκίσετε...»
«Τον κώλο σου θα σκίσουμε».
Εκεί στρίτζωσε αρκετά ο Δάκης, έσπρωξε το Μέταλλο που τον κράταγε από το πουκάμισο.
«Για να σας πω ρε μαλάκες. Εδώ παίζονται λεφτά, γαμώ την καλλιτεχνία σας μέσα... Ο δίσκος έχει ήδη αρχίσει να κόβεται, ή θα βγει έτσι ή δε θα βγει καθόλου».
«Να μη βγει καθόλου ρε πούστη».
«Σοβαρά; Και τα λεφτά που έριξα θα μου τα δώσετε εσείς πίσω;»
«Τι λέει το συμβόλαιο;»
«Για διαβάστε το. Αν έχετε αντιρρήσεις σχετικά με το τελικό αποτέλεσμα θα πρέπει να σας αποζημιώσω, αυτό λέει».
«Δε θέλουμε αποζημίωση, θέλουμε να μη βγει καθόλου».
«Άλλο τι θέλετε κι άλλο τι δικαιούστε....»
Φύγαμε μπαρουτιασμένοι.

Αμίλητοι.

Εκείνη τη μέρα καταλήξαμε στο στούντιο στο Παγκράτι και χτυπήσαμε ένα δεκαπεντάωρο γεμάτο. Είχαμε χάσει τις δουλειές μας, κοντέψαμε να χάσουμε και τα μυαλά μας αλλά όταν βγήκαμε από κει μέσα -σκιές του εαυτού μας, βρώμικοι, στα πρόθυρα της κατάρρευσης- είχαμε ήδη φτιάξει τους σκελετούς των 12 τραγουδιών που αργότερα αποτέλεσαν τον πρώτο μας λονγκ πλέι δίσκο.
«Πρέπει να κοιτάξουμε να βρούμε τίποτα δουλειές, θα χρειαστούμε φράγκα», είπε το Μέταλλο.
«Θα τα βρούμε τα φράγκα», τον καθησύχασε ο Γιωργάκης.
«Εσένα δε σε ψάχνουν πια;» τον ρώτησα.
«Δε με ψάχνουν γιατί φοβούνται μήπως με βρουν», μου απάντησε.
«Για όλη αυτή την ιστορία δε θέλω να ξαναμιλήσουμε ποτέ», μας ξέκοψε ο Πίβοτ.
Αλλά δεν καταλάβαμε αν εννοούσε την ιστορία με το Γιωργάκη ή την άλλη με το σινγκλ. Ότι και να εννοούσε, η επιθυμία του δεν έγινε σεβαστή.

Κάθομαι λίγο πιο μακριά της τώρα, επειδή τη βλέπω σχετικά ήρεμη.
«Να σου φέρω κάτι;» της προτείνω.
«Εσύ τον σκότωσες;» ψελλίζει.
«Εγώ το οριστικοποίησα», της εξηγώ.
«Δεν καταλαβαίνω –θεέ μου δεν καταλαβαίνω τίποτα», κλαψουρίζει.
«Ο Πίβοτ ήτανε χρόνια νεκρός αλλά δεν μπορούσε να πεθάνει κι εγώ τον βοήθησα –βλέπεις, ήταν ο καλύτερός μου φίλος...» αφηγούμαι.
«Άσε με να φύγω», παρακαλάει.
«Όχι ακόμα», της λέω. «Πρέπει να σου πω μερικά πράγματα ακόμα. Στην τελική θα κάνεις και δημοσιογραφική επιτυχία».
«Δεν θέλω ν΄ακούσω, άσε με να φύγω».
Γυρίζω να κοιτάξω έξω από το παράθυρο, προσπαθούν να κρυφτούν αλλά τους διακρίνω. Παίρνουν θέσεις. Σε λίγο θ΄αρχίσουν τα όργανα.

Παρασκευή, Μάϊος 13, 2011

5. «Χασάν ι Σαμπά»

Προηγούμενα:
1. Μπάσκετ με τα φαντάσματα

2. Οι εφιάλτες ξεκινάνε ονειρικά
3. Μαλιμπού Μπιτς
4. Τυφλοπόντικες στον παράδεισο των ερπετών

Βλέπω το αυτοκίνητο να κόβει ταχύτητα όσο πλησιάζει την καγκελόπορτα, προσπερνάει αργά και φρενάρει, μετά το διακρίνω που έρχεται με την όπισθεν και παρκάρει ακριβώς μπροστά από την καγκελόπορτα. Ο κήπος είναι ακόμα έρημος. Αναρωτιέμαι –θα έρθουν να μας κάνουν εθιμοτυπική επίσκεψη ή θα στηθούν απέξω να κόβουν κίνηση; Ο χρόνος μας τελειώνει.
«Αυτός ο επιθετικός τρόπος συμπεριφοράς προς το κοινό ήταν αρκετά διαδεδομένος στις αρχές του ’80, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό –κάνω λάθος;» με ρωτάει εκείνη συμπεραίνοντας ταυτόχρονα.
Δεν έχει πάρει είδηση το αυτοκίνητο έξω από το σπίτι –καλύτερα έτσι.
«Ναι, μαθαίναμε για τις ροχάλες και τα κλωτσομπουνίδια στις πανκ συναυλίες, τα μυθοποιούσαμε όλα αυτά, ήμασταν απόλυτοι.... Μέχρι που τα είδαμε με τα μάτια μας και δεν ήταν έτσι όπως τα φανταζόμασταν. Ήταν πολύ πιο μπερδεμένα τα πράγματα....» της εξηγώ.
«Τι είδατε δηλαδή; Εννοείς κάποια συναυλία;»

Παρασκευή 17 του Σεπτέμβη, ο ήλιος τρέχει να κρυφτεί πέρα από τις γραμμές του Ηλεκτρικού, βγαίνουμε από το ξύλινο βαγόνι μαγκωμένοι –έξω περιμένουν οι μπάτσοι σε διπλή γραμμή.
«Τώρα θα είναι πιο έτοιμοι απ΄ότι ήταν στους Πολίς...» υπέθεσε ο Γιωργάκης.
«Είναι και χεσμένοι όμως, μετά τη Φιλαδέλφεια...» συμπλήρωσε το Μέταλλο.
Δεν είχε κλείσει ούτε βδομάδα, το προηγούμενο Σάββατο έπαιξε ο Γκάλαχερ στο γήπεδο της ΑΕΚ και κάηκε το μουνί τους. Ξύλο, δακρυγόνα –είχαμε πάει κι εμείς, τρομάξαμε να βγούμε ζωντανοί, μπασκίνες και πυροσβεστικές απέξω, χανούμια με καδρόνια μέσα στο γήπεδο.... Ευτυχώς είχαμε μπουκάρει στο τζαμπέ γιατί από συναυλία δεν πήραμε ούτε μυρωδιά.
«Τα εισιτήριά σας ρε κωλόπαιδα».
«Στη σειρά παλιοαλήτες».
«Μόνο όσοι ελέγχουμε θα περνάνε, όσοι δεν έχουν εισιτήριο θα συλλαμβάνονται».
Οι μπάτσοι μάς υποδέχτηκαν με τις αγκαλιές γεμάτες λουλούδια. Μπροστά μας γίνεται ο κακός χαμός –παιδιά χωρίς εισιτήριο άρχισαν να σπρώχνουν για να σπάσουν την αλυσίδα των μπάτσων, παιδιά με εισιτήριο άρχισαν να διαμαρτύρονται –το πήραν απόφαση οι μπάτσοι οτι δεν έβγαινε άκρη και το γύρισαν στις γκλοπιές. Περνούσαμε λοιπόν ανάμεσά τους ενώ εκείνοι βαράγανε όπου βρίσκανε –είχες δεν είχες εισιτήριο...
«Τρέξτε», φώναξε ο Πίβοτ.
Αυτό κάναμε –βρήκαμε μια μπόσικη πλευρά που είχαν μαλλιοκουβαριαστεί κάτι παιδιά αγκαλιά με καπελάκηδες, τους πηδήξαμε αμφότερους σε στυλ «400 μέτρα μετ΄εμποδίων» κι αρχίσαμε την τρεχάλα.
Για να πέσουμε σε δεύτερη διπλή γραμμή μπάτσων έξω από το Σπόρτιγκ. Και πάλι τα ίδια, πάλι στη σειρά, πάλι γκλοπιές. Ένα κορίτσι έκλαιγε τρομοκρατημένο στο πλάι, κάτι παιδιά μάς κοιτάζανε χαμένα –οι μπάτσοι τούς είχαν ήδη φορέσει χειροπέδες.
«Τι γίνεται εδώ ρε πούστη μου –ούτε συγγενή στο Νταχάου να πηγαίναμε να δούμε», θαύμασε ο Πίβοτ.

Μπήκαμε στο Σπόρτιγκ λιωμένοι, άντε να παρακολουθήσεις συναυλία μετά από τόσο ξύλο και σπρωξίδι. Κολλητά στους τοίχους αγόρια και κορίτσια βάφονταν, μαύρες σκιές στα μάτια, μαύρο βερνίκι στα νύχια, λεμόνια, ζελέ, μέχρι και Κολυνός για να σταθούν όρθια τα μαλλιά. Κι εμείς χαμογελούσαμε επειδή νιώθαμε οτι βρισκόμασταν με δικούς μας ανθρώπους. Εμείς από μέσα, οι σκατόμπατσοι απέξω –έτσι έπρεπε να είναι. Ευτυχώς μόνο που ξηγήθηκαν σκληρό μαρκάρισμα οι γέροι της Έλλης και δεν την άφησαν να’ρθει, γιατί μύριζε αίμα εκεί μέσα, δεν ήθελα να έχω την έγνοια της. Θυμήθηκα την Έλλη κι αποσυγκεντρώθηκα για λίγα δευτερόλεπτα –διάστημα αρκετό πάντως για να φάω μια αγκωνιά από τον Πίβοτ.
«Τι στέκεσαι ρε τσουτσέκι; Πάμε να πιάσουμε πόστο».
Τον ακολούθησα βαρύθυμα.

Στη σκηνή βγήκαν οι Μέτρο Ντικέι με τα φώτα ακόμα αναμμένα –τα παιδιά από κάτω ούρλιαξαν κι εμείς αρχίσαμε τις απλωτές σαν κολυμβητές για να πιάσουμε θέση μπροστά. Ο τραγουδιστής κάτι έλεγε σκύβοντας στο μικρόφωνο αλλά δεν ακουγόταν Χριστός από κάτω, εμείς πάντως ουρλιάξαμε επευφημώντας, κυρίως από συναδελφική αλληλεγγύη. Και μετά άρχισαν να παίζουν, τους κοίταζα κι απορούσα με το πόσο ακομπλεξάριστοι έδειχναν –εγώ αν βρισκόμουνα στη θέση τους ν’ανοίγω Μπέρθντεϊ Πάρτι θα μου είχε φτάσει το σκατό στην κάλτσα.
«Καλοί», μου σφύριξε στο αυτί ο Πίβοτ.
«Εντάξει», παραδέχτηκα –κυρίως επειδή ελάχιστα άκουγα αλλά μου άρεσε το στήσιμό τους.
Είχανε ένα στυλάκι «ήρθαμε για να μείνουμε» ρε παιδί μου, κι αυτό το γούσταρα επειδή τα παιδιά από κάτω μοιάζανε μπερδεμένα. Το έριξα λοιπόν στο οτι οι Μέτρο ήταν συγκρότημα από το κέντρο ενώ εμείς ήμασταν από τις συνοικίες –διαφορετικός ο σεβασμός –και σημείωσα οτι θα ήθελα να τους ξαναδώ κάπου που θα άκουγα κιόλας τι παίζανε. Τους ξανάδα μετά από κάνα χρόνο (ίσως και λιγότερο) στο Κύτταρο και ήταν όντως πολύ καλό συγκρότημα μόνο που παίζανε εντελώς διαφορετικά από το Σπόρτιγκ, τρομερή αλλαγή, μου είχε κάνει εντύπωση –στο Σπόρτιγκ έμοιαζαν λίγο με τους Ντιπάρτμεντ Ες (συγκροτηματάρα) ενώ στο Κύτταρο δε μοιάζανε με τίποτα απ΄όσα ήξερα.

Έφυγαν οι Μέτρο, πέρασε κάμποση ώρα στο χαλαρό όταν ξαφνικά βγήκε ο Τρέισι Πιού με το δικτυωτό μπλουζάκι, το καουμπόικο καπέλο και τη μουστάκα, τον ακολουθούσε ο Χάουαρντ σαν παιδάκι χαμένο στο τρένο, ο Χάρβεϊ με ύφος «να σκουπίσω τη μπάρα πριν σερβίρω» -άρχισε τότε ένα σπρωξίδι άνευ προηγουμένου, βρέθηκα να με κοπανάνε στη βάση της σκηνής πριν με αρπάξουν κάτι χέρια, έκλεισα για λίγο τα μάτια, θα τρόμαζα αν δεν άκουγα οικείες φωνές...
«Καθίστε καλά ρε μουνόπανα».
«Βάστα κόντρα, αυτοί θα μας πηδήξουν έτσι που το πάνε».
Άνοιξα τα μάτια, το Μέταλλο με κάλυπτε όσο ο Πίβοτ με τον Γιωργάκη τραβάγανε κλωτσιές σε περιστρεφόμενους πάνκηδες. Με αυτά και με τ΄άλλα δεν κατάλαβα πότε ξεκίνησαν να παίζουν στη σκηνή, μόνο σε μια στιγμή γύρισα και είδα τα όρθια μαλλιά του Νικ Κέιβ (μιλάμε για πολλά μαλλιά και πολύ όρθια) και το κακοφτιαγμένο τατουάζ του με τη νεκροκεφαλή και τις κοτρώνες τα δαχτυλίδια του –όλα αυτά τα είδα πολύ κοντά μου, ένιωσα τρόμο. Επειδή ο άνθρωπος που βρισκόταν σε απόσταση μικρότερη από δυο μέτρα μού έδινε την εντύπωση οτι θα χαιρόταν αν μ΄έβλεπε να πεθαίνω με τρόπο επίπονο, με κοίταζε, μάς κοίταζε –χωρίς να βλέπει –και κάτι άσχημο ούρλιαζε.
Ο Γιωργάκης δίπλα μου ανατρίχιασε και προσπάθησε να πάει πιο πίσω, τον έπιασα από το μπράτσο έτσι για σιγουριά.
«Μίσος, αυτό είναι», φώναξε ο Πίβοτ.
Εκείνο το βράδυ μάθαμε οτι το μίσος θα μπορούσε να γίνει θεατρική παράσταση και να παίζεται καθ΄εκάστη συναυλία. Ξέραμε οτι ποτέ δεν θα γινόμασταν τόσο καλοί σαν τον Κέιβ, αλλά αυτό δεν σήμαινε απολύτως τίποτα. Ένα παιδί τεντώθηκε να πιάσει το απλωμένο χέρι του Κέιβ όσο εκείνος ήταν πεσμένος, μισοκρεμασμένος εκτός σκηνής –όταν τα χέρια ακούμπησαν ο Κέιβ τινάχτηκε σαν ηλεκτροπληξία ενώ το υπόλοιπο συγκρότημα πίσω του έριχνε μπετά –κανονικά μιλάμε. Κάποιοι ξεκίνησαν να χορεύουν πόγκο μα το παράτησαν, κάποιοι άλλοι ξεκίνησαν το κλωτσίδι –αυτό μάλιστα.
Γίναμε όλοι ένα κουβάρι από σφιγμένες γροθιές, προτεταμένες αρβύλες και ξεγυμνωμένα δόντια, δεν προλάβαινα να δω το συγκρότημα στη σκηνή αλλά ήμουνα σίγουρος οτι ο καργιόλης ο Κέιβ το διασκέδαζε. Αφού από την πολλή χαρά τους μπήκανε λάθος στο «Λουζ» και το ξαναπήγανε από την αρχή, θα γέλαγα αν δεν είχα βάλει κάτω ένα γομάρι με πέτσινα και δε μου χρειαζόταν όλη μου η ορμή για να τον κρατήσω ακινητοποιημένο εκεί όσο πιο πολύ γινόταν.
Το τέλος της συναυλίας το είδα μισοκρεμασμένος στα κάγκελα που χώριζαν το παρκέ απ΄τις κερκίδες, είχαμε μπλέξει σ΄ένα κυνηγητό -τρέχαμε για να ξεφύγουμε απ΄αυτούς που κυνηγάγαμε να πιάσουμε.

Έξω μας περίμεναν οι μπάτσοι, ευτυχώς βγήκαμε με τους τελευταίους, όταν οι κλούβες είχαν γεμίσει. Ούτε σκέψη να πάμε προς τον Ηλεκτρικό, χωθήκαμε στα στενά και τρέξαμε –σκιές που στάζανε κόκκινο ιδρώτα. Από εκείνη τη συναυλία πήραμε γραμμή για το πως παίζεται όμορφα το μίσος, πως βγαίνει η απέχθεια και οι φοβίες στη σκηνή –ωμά, άγρια, φαντασμαγορικά -όχι παιδιακίσια με ροχάλες και πάνκικα βρισίδια.
«Καλύτερα να σε βρίζουν παρά να χασμουριούνται», έλεγε ο Πίβοτ κι από εκείνο το βράδυ ξέραμε πώς έπρεπε να το κάνουμε.

Δοκιμάζαμε και δοκιμάζαμε –πέρναγε ο καιρός –το σχολείο το είχαμε γράψει εντελώς στ΄αρχίδια μας, πρόβες και πάλι πρόβες, ο Γιωργάκης έδειχνε να τα καταφέρνει κάπως καλύτερα, είχε αναπτύξει ένα στυλ αρκετά ηθοποιίστικο στην ερμηνεία, αν δεν ήσουνα έμπειρος δεν το έπιανες εύκολα, εμείς όμως το νιώθαμε με την πρώτη. Σαν τον πυγμάχο που δήθεν λαχανιάζει για να μπερδέψει τον αντίπαλο, σαν τον κατσέρ που κάνει οτι πονάει –τον έβλεπες και το΄τρωγες, αλλά εγώ δίπλα του ήξερα.
«Δε σε πειράζουν πια τα τραγούδια;» τον ρώτησε ένα απόγευμα το Μέταλλο.
«Στ΄αρχίδια μου -δε με πειράζει τίποτα εμένα», είχε απαντήσει ο Γιωργάκης.
Κι εγώ δαγκώθηκα επειδή σκέφτηκα για μια στιγμή μήπως ο Γιωργάκης δεν το παίζει στην ερμηνεία για να κοροϊδέψει όσους θα τον δουν στη συναυλία αλλά για να κοροϊδέψει εμάς, το υπόλοιπο συγκρότημα. Όμως δεν μπορούσα εύκολα να το διαπιστώσω επειδή –άκου τι είχαμε πάθει –η φήμη είχε γυρίσει εναντίον μας.
Αυτή η ιστορία με τους μπάτσους στη συναυλία του Πνευματικού Κέντρου πήγε και κόλλησε στις φασαρίες που έγιναν όταν πρωτοπαίξαμε στο γυμναστήριο του σχολείου –δεν χρειάστηκε περισσότερο για να στηθεί το παραμύθι... Ήμασταν πλέον κάποιο φοβερό συγκρότημα που κατάφερνε να τα κάνει πουτάνα όπου έπαιζε, κλώνοι του Σίντ Βίσιους, ξαδέρφια του Τζώνυ Ρότεν, μπατζανάκηδες του Τομ Βερλέιν άμα λάχει... Κι εκεί ακριβώς εμφανιζόταν το πρόβλημα, επειδή ποιος είχε διάθεση να φέρει στο μαγαζί του ένα συγκρότημα που πάει ασορτί με τις φασαρίες; Όλο αυτό κόλλαγε με τη φήμη των Στρες οι οποίοι τύχαινε να είναι από τη δική μας συνοικία –δεν είχαμε χάσει συναυλία τους, γαμώ τα συγκροτήματα αλλά δεν προλαβαίνανε να παίξουν δυο κομμάτια κι αρχίζανε από κάτω τα «Στρες ντιστρόιερς», γινόταν της κόφας σε κάθε τους εμφάνιση –ήμασταν λοιπόν στη συνοικία των καταραμένων, ποιος να μας αφήσει να παίξουμε; Κάτι παλιοροκάδικες τρύπες της περιοχής δεν θέλανε ούτε να μας ακούσουν –κάναμε πολλή φασαρία για τα γούστα τους, άσε που ο «κόσμος μας» ήταν όλο φτωχοδιάβολοι πάνκηδες που φέρνανε το ποτό από το σπίτι και αφήνανε στο μαγαζί μονάχα σπασμένα καθίσματα ή μπουκάλια... Εκείνος ο χειμώνας πέρασε μέσα στις πρόβες και την απόρριψη.

Κι έτσι θα ήταν το τέλος μας σαν συγκρότημα, οι νότιες συνοικίες δεν θέλανε να μας ξέρουν, την Πλάκα την κλείνανε οι καργιόληδες της ανάπλασης μαζί με τη μπατσαρία, τα Εξάρχεια είχαν τους δικούς τους κώδικες όσο εμείς ψωλαρμενίζαμε μ’έναν εφιαλτικά ψεύτικο θρύλο να μας κατατρέχει. Τουλάχιστον καταφέραμε να τσιμπήσουμε ολίγες γκόμενες εκμεταλλευόμενοι τη φήμη μας–εγώ τα πήγαινα ζάχαρη με την Έλλη, είχε πέσει και το μοιραίο πήδημα (αυτό που ωθεί το κορίτσι σε όνειρα συμβίωσης και το αγόρι σε ανεπίστρεπτο ξενέρωμα), ο Πίβοτ είχε μια άγρια ντεθιάρα από τη διπλανή συνοικία ονόματι Αργυρώ συν κάποια κρυφή γκόμενα λόγω της οποίας ζητούσε συνεχώς κάλυψη χωρίς να μας λέει την παραμικρή λεπτομέρεια, το Μέταλλο τραβιόταν με κάτι μεταλλούδες που τις άλλαζε κάθε δεύτερο δεκαπενθήμερο κι ο Γιωργάκης χανόταν όλο και βαθύτερα –γκόμενα δεν έπαιζε σταθερή, μόνο κάτι μυστήριες με Ντεσεβώ που κάπνιζαν μακριά τσιγάρα με χρυσό επιστόμιο τον παίρνανε νωρίς το απόγευμα και τον επέστρεψαν νωρίς το πρωί.

Όλα άλλαξαν ένα ανοιξιάτικο πρωινό όταν χωθήκαμε κοπανιστοί από το σχολείο στη 16, κλασσικό πρωινό στέκι τουριστριών και βρικολάκων τσακωμένων με το φως του ήλιου. Η υπόγα που ήθελε να ονομάζεται ντισκοτέκ βρωμοκοπούσε αποσμητικό χώρου και υγρασία από τον ξηρό πάγο που σκάγανε με το ξεκίνημα του «Χασάν Ι Σαμπά» των Χόκγουιντ –άκου φάση, έξω να λάμπει ο ήλιος και στην υπόγα οι μαλλιάδες να κοπανιούνται πνιγμένοι στον καπνό του ξηρού πάγου ουρλιάζοντας «Χασίς, χασίς, χασίς, χασίς», πόσο πιο όμορφος μπορούσε να γίνει ο κόσμος δηλαδή;
Εκείνη τη μέρα φτάσαμε σχετικά αργά, είχε κατακαθίσει ο ξηρός πάγος, είχε ήδη φύγει ο Χασάν αγκαζέ με τον Σαμπά, είχε τελειώσει το «Χόκους Πόκους» που έπεφτε στάνταρ αμέσως μετά και το μουσικό ντελίριο βρισκόταν στο «Ζίπιν απ μάι μπουτς –γκόουιν μπακ του μάι ρουτς» των Όντισι, πάει να πει ετοιμαζόταν ο ντιτζέας να περάσει στα γκιράπικα. Ψάξαμε τις τσέπες, βγάλαμε κάτι δίφραγκα, η 16 δεν είχε είσοδο αλλά το ποτό ήταν υποχρεωτικό.
«Πάμε να γίνουμε της προσκολλήσεως» μας σφύριξε ο Πίβοτ δείχνοντας ένα τραπέζι με δυο μαλάκες και πολλά ποτήρια.
Είχε δίκιο, το τραπέζι ήταν σωστό, θα σωζόμασταν από το γκαρσόνι κι εφόσον δεν είχε γκόμενες δεν θα έπαιζε υποψία περί του τι θέλουμε και σε τι αποσκοπούμε, κολόμποι δεν μας φαίνονταν τα παλικάρια –όλα πρίμα.
Πήγαμε, τραβήξαμε καρέκλες, στρογγυλοκαθίσαμε.
«Μάγκες μπορούμε να το παίξουμε παρέα μπας και γλιτώσουμε τα ποτά;» ρώτησε στο συνωμοτικό ο Πίβοτ.
«Πολύ θα θέλαμε ρε φίλε αλλά δε γίνεται καθότι είμαστε οι ιδιοκτήτες», ξεκαρδίστηκε ο τύπος απαντώντας στην ερώτηση.
Μαγκωθήκαμε –μια από σκατά τα είχαμε κάνει.
«Μαθητές είσαστε;» ρώτησε ο ένας από τους ιδιοκτήτες.
«Τι μαθητές; Συγκρότημα είμαστε», είπε ο Πίβοτ με φρυδάκι σηκωμένο όλο αυθάδεια.
«Τι συγκρότημα;» ρώτησε ο άλλος.
«Το Φάντασμα στη Μηχανή», ανακοίνωσε ο Γιωργάκης.
«Τι μηχανή; Καρχαρίας, Ζούζουρας και τέτοια που λέμε;» απόρησε ο άλλος.
«Όχι ρε παιδί μου –γενικότερα....» είπε ο Πίβοτ.
«Μάλιστα», έκανε ο δεύτερος ιδιοκτήτης. «Και τι παίζετε;»
«Νιου γουέιβ», είπε ο Πίβοτ.
«Ποστ πανκ», συμπλήρωσα εγώ.
«Φασαρία δηλαδή», συμπέρανε ο ιδιοκτήτης.
«Έχετε και μπλιμπλίκια;» ρώτησε ο άλλος.
«Όχι δεν έχουμε», ξέκοψε το Μέταλλο.
«Τουτέστιν ούτε για χοροεσπερίδα...» υπολόγισε ο ιδιοκτήτης.
«Τι μας πέρασες; Για κλαριντζήδες ή για φλώρους;» χώθηκε ο Πίβοτ.
«Καλά –μην αρπάζεσαι. Έχω ένα φίλο με κλαμπάκι κι έλεγα μήπως...» είπε ο ιδιοκτήτης.
«Τι κλαμπάκι;» μαλάκωσε ο Πίβοτ.
«Ένα, στον Άη Γιάννη...»
Σκύψαμε όλοι τα κεφάλια, έγινε κάποια κουβέντα εκεί πέρα, ρεζουμέ: έπρεπε να μας ακούσει ο φίλος με το κλαμπάκι –στο τέλος μας κέρασαν και τα ποτά, ευγενέστατοι οι ιδιοκτήτες της 16.

Το ένα πράγμα φέρνει τ΄άλλο (κάτσε κάτω να στη βάλω) έτσι λοιπόν κι εμείς καταλάβαμε οτι αν επρόκειτο να κάνουμε καριέρα ως μπάντα θα έπρεπε να έχουμε δείγμα, τουτέστιν ηχογράφηση –άρα στούντιο και τα σχετικά, όμως στούντιο που να γράφει δωρεάν δεν υπήρχε στην Αθήνα. Κι εντάξει, με τον ιδιοκτήτη του κλαμπ στον Άη Γιάννη τα ψευτοκαταφέραμε –πήγαμε ένα απογευματάκι ζαλωμένοι τα όργανα και του κάναμε μια επίδειξη –κόκαλο ήταν από την πολλή φούντα, Χριστό δεν κατάλαβε –μάς έκλεισε μια εμφάνιση «και βλέπουμε» με 5% από τα ποτά και η διαφήμιση δική μας. Αλλά έπρεπε να αποτυπώσουμε τις μεγαλοφυΐες μας σε μπομπίνα το συντομότερο δυνατό, άρα έπρεπε να μαζέψουμε λεφτά, αυτό έμοιαζε επείγον.
Για αρχή ξεχυθήκαμε στις ρούγες να βρούμε φίλους με καλλιτεχνικές ανησυχίες που θα μας σχεδιάσουν κάποια αφίσα και φτηνό φωτοτυπάδικο για τη συνέχεια. Στο πρώτο μάς έσωσε η Αργυρώ η ντεθιάρα, ήταν ένας τύπος χτικιάρης στην παρέα της που βρώμαγε το χνώτο του σάπιο συκώτι κι αντιβηχικό, μας είχε ακουστά αλλά δεν μας είχε ακούσει –τον πήραμε λοιπόν σε κάνα δυο πρόβες και μετά στρώθηκε με τις σινικές μελάνες και τα πενάκια, μάς έφτιαξε ένα πράμα με στέγες εργοστασίων και ιπτάμενα πεθαμένα έμβρυα σκέτη αναγούλα –ευτυχώς κότσαρε κάπου το όνομά μας και το μαγαζί που παίζαμε (ξέχασε βέβαια την ημερομηνία και την συμπληρώσαμε εκ των υστέρων με το χέρι –δε βαριέσαι), είχαμε έτσι την πρώτη μας αφίσα. Και μετά ήρθε η σειρά της Έλλης η οποία ανέλαβε να κάνει στη ζούλα καμιά κατοστή εκτυπώσεις στα μηχανήματα του ιδιωτικού σχολείου που πήγαινε, για να μην την πάρουν πρέφα τα έβγαζε τριάντα-τριάντα, μας τα μοίραζε κι εμείς γινόμασταν μπουχός για να τα κολλήσουμε στις συνοικίες. Κάνα δυο φορές πλακωθήκαμε με τους Κνίτες επειδή κολλήσαμε πάνω σε δικές τους αφίσες αλλά γενικώς τα καταφέραμε μια χαρά. Στου Μπιλ η αφίσα είχε κολληθεί μέσα-έξω στο τζάμι της εισόδου, καθόμασταν εμείς εντός του καταστήματος σε κεντρικό τραπέζι κι απολαμβάναμε τη δόξα μας, στυλ «μην συνωστίζεσθε -εκ δεξιών οι θαυμασταί, εξ ευωνύμων οι εκπρόσωποι του τύπου».
Κι όταν έφτασε η μέρα της συναυλίας –για την ακρίβεια ένα ανοιξιάτικο βράδυ λίγο πριν το Πάσχα –ήρθαν καμιά πενηνταριά δικοί μας και είκοσι άσχετοι περαστικοί, ανεβήκαμε σε μια (ο θεός να την κάνει) σκηνή, παίξαμε βαριεστημένα ένα σετ δικό μας και 4-5 διασκευές, τα παιδιά από κάτω χειροκρότησαν ευγενικά, ο Γιωργάκης δεν ευχήθηκε σε κανέναν να πάει να γαμηθεί και τίποτα δεν σπάστηκε (δηλαδή κάτι πήγαν να ξεκινήσουν οι πάνκηδες αλλά τους ζώσανε στη στιγμή οι φίλοι του ιδιοκτήτη, χοντροί με πουκάμισα ξέχειλα και χρυσές καδένες), τίποτα τρομερό δεν συνέβη. Λεφτά εισπράξαμε λιγότερα απ΄όσα χρειαζόμασταν για τα ταξί, όμως τα δώσαμε στο Μέταλλο να τα φυλάξει εγκαινιάζοντας το «Ταμείο Συγκροτήματος». Κι ο ιδιοκτήτης (εξίσου λιώμα, από ποτά όμως τώρα) μας είπε όσο ξεχώριζε τα βρεμένα κατοστάρικα για να μας πληρώσει...
«Άμα θέλετε να ξαναπαίξετε την άλλη βδομάδα –μέσα».

Το σκεφτήκαμε καλά και το σκεφτήκαμε με την ησυχία μας τις επόμενες μέρες, η συναυλία εκείνη ήτανε να την ακούνε οι μύγες και να κοπανιούνται από μόνες τους στις μυγοσκοτώστρες. Η σκηνή ήταν πιο στενή κι από σχολικό καμπινέ, εγώ κοπάναγα συνέχεια πάνω στα πιατίνια του Μέταλλου, ο Πίβοτ έπρεπε να προσέχει μη ρίξει καμιά αγκωνιά στο Γιωργάκη κατά λάθος -παλιοκατάσταση εν ολίγοις.
«Πάντως αν ξαναπαίξουμε εγώ θα βγω με καρέκλα, πιάστηκα όρθιος κι ακίνητος» προειδοποίησε ο Γιωργάκης.
«Αμ εγώ τι να πω που μου‘κανες συνέχεια μπαρέ με τη μασχάλη σου», του γκρίνιαξε ο Πίβοτ.
«Γι΄αυτό λέω να κάθομαι σε καρέκλα να μην εμποδίζω...» συνέχισε τη γκρίνια ο Γιωργάκης.
«Μαλακίες», έκανε εισαγωγή το Μέταλλο κι όλοι τον κοιτάξαμε για τη συνέχεια.
Αλλά δεν είπε τίποτα στη συνέχεια.
«Το θέμα πάντως είναι οτι λεφτά δεν βγάλαμε από την υπόθεση, ούτε και το διασκεδάσαμε», είπα.
«Άρα;» έκανε το Μέταλλο.
«Άρα πρέπει οπωσδήποτε να ξαναπαίξουμε», είπε ο Πίβοτ.
«Κανονικά όμως», είπε ο Γιωργάκης.
«Τι κανονικά;» απόρησα.
«Κανονικά –κανονικά», μου εξήγησε ο Πίβοτ.
«Και μετά δεν πρόκειται να ξαναπαίξουμε ούτε σε νταμάρι», σχολίασα.
«Μαλακίες», ξανάπε το Μέταλλο.
«Εντάξει –να ψάξω τότε για άλλο κλαμπάκι;» ρώτησε ο Πίβοτ.
«Ναι, καλό θα ήταν», υπέθεσα.
«Μαλακίες», ματαξανάπε το Μέταλλο.
«Τι σκατά το λες και το ξαναλές;» μπουρίνιασε ο Πίβοτ.
«Παίζουμε μαλακίες, είμαστε εκτός τόπου», εξήγησε το Μέταλλο. «Αν θέλουμε να κάνουμε λάιβ σε κλαμπάκια χρειαζόμαστε πρόβες».
Ξύσαμε τα κεφάλια μας τόσο επίμονα που λίγο ακόμα και θα ξύναμε το κεφάλι του διπλανού μας.
«Δηλαδή;» ρώτησε τελικά ο Πίβοτ.
«Δηλαδή αλλιώς παίζεις στο χύμα, αλλιώς παίζεις στα ανοιχτά κι αλλιώς στο στρίμωγμα», είπε το Μέταλλο.
«Φαντάσου τον Κέιβ σ΄εκείνη τη σκηνή...» μουρμούρισα εγώ.
Ο Γιωργάκης εμφανώς ανατρίχιασε.
«Δηλαδή...» υπολόγισε ο Πίβοτ.
«Όλα στημένα από πριν», είπε ο Γιωργάκης.
«Εννοείς να βγάλουμε χορογραφία και τέτοιες σαχλαμάρες;» απόρησε ο Πίβοτ.
«Εννοώ οτι θα έπρεπε να είναι όλα ψεύτικα...» μουρμούρισε ο Γιωργάκης.
«Για τη συναυλία των Μπέρθντεϊ Πάρτι λες;» τον ρώτησα.
«Γενικά. Όλα ψεύτικα, παραμύθι οργή, κάλπικη απόγνωση...» συνέχισε ο Γιωργάκης.
«Σπάστα και ξαναρίχτα, δε σε πιάνω», είπε ο Πίβοτ.
«Δε χρειάζεται», χώθηκε το Μέταλλο. «Όλοι καταλάβαμε κι ο Γιωργάκης περισσότερο».

Τελικά δεν ξαναπαίξαμε σ΄εκείνο το κλαμπάκι στον Αη Γιάννη –ήρθαν όμως οι συγκυρίες μαζί με γνωστούς και φίλους, βρεθήκαμε σ΄ένα φεστιβάλ στου Ζωγράφου (όταν κανονικά θα έπρεπε να διαβάζουμε για τις πανελλαδικές), παίξαμε μέσα στο καταμεσήμερο μπροστά σε ένα φανατικό κοινό τριών ατόμων, μαγέψαμε τους μαστόρους στις απέναντι σκαλωσιές, αλλά καταφέραμε να αποκτήσουμε επαφή με κάποια σοβαρά συγκροτήματα και μέσω αυτών να κλείσουμε εμφανίσεις στο κέντρο.
Αποκορύφωμα οι τρεις εμφανίσεις στον Πήγασο, εντάξει, μικρό το μαγαζί αλλά δεν έπεφτε καρφίτσα, ο Γιωργάκης είχε βρει κάποια άκρη –γλιστρούσε ανάμεσά μας σα σκιά κάνοντας πιο ύπουλη και υποχθόνια την ερμηνεία του, στο τέλος έπιανε τον κόσμο συγκεντρωμένο κι απροετοίμαστο, τους έχωνε τότε μπινελίκια ανακατεμένα με γκάζια, ο μαγαζάτορας μάς προειδοποίησε τη δεύτερη φορά να μην ξανασυμβεί –την τρίτη φορά οι προκλήσεις ξεκίνησαν από τον Πίβοτ και θα μας κατέβαζε με σφαλιάρες ο μαγαζάτορας αν δεν τον προλάβαιναν οι μπασκίνες από το διπλανό κωλάδικο που μπουκάρανε, μάς βγάλανε όλους έξω (συγκρότημα, πελάτες, γκαρσόνες, τον Τσακατσούκα) και αφού μάς γαμωσταύρισαν, μάς πήγαν συνοδεία μέχρι το κωλάδικο για εξακρίβωση. Την άλλη μέρα δίναμε μαθηματικά στις πανελλαδικές εμείς οι υπόλοιποι και νέα ο Γιωργάκης –τουτέστιν άμα πιάσεις βάση κράτα λίγη και για μένα.

Αλλά ήμασταν καλοί και γινόμασταν καλύτεροι. Ο Πίβοτ σκάρωνε θεματάκια με το σωρό, δεν χρειαζόταν πια να έχουμε τους στίχους για να φτιάξουμε τραγούδι, πολλές φορές ο Γιωργάκης έγραφε ακούγοντάς μας να προβάρουμε. Έγραφε κι ο Πίβοτ κάτι σαχλαμαρίτσες πιασάρικες, έγραψα κι εγώ κάποια στιγμή τους στίχους που είχα υποσχεθεί στην Έλλη όμως με πλακώσανε οι υπόλοιποι, επειδή αν βγάζαμε τραγούδι με τέτοιους στίχους και το άκουγε η Έλλη θα με χώριζε στο τσακ μπαμ. Ήταν καλοί στίχοι νομίζω –αλλά τέλος πάντων... Το δικό μου δυνατό σημείο ήταν «τα λέγκο», δηλαδή το πως θα κουμπώσουν μεταξύ τους οι ήχοι –που θα μπαίνει το κάθε όργανο, ποιος θα τονίζει και τέτοια. Ευτυχώς υπήρχε το Μέταλλο, πάνω του πατάγαμε για να πουλήσουμε μούρη κι όταν τα σκατώναμε μάς συμμάζευε, το παιδί μπορούσε να βρει το μέτρο ακόμα και μέσα σε σφηκοφωλιά. Άφησα τελευταίο τον Γιωργάκη όχι χωρίς λόγο. Εντάξει, ο μικρός είχε φωνάρα και στη σκηνή πέταγε, μπορούσες να χαζέψεις μαζί του και να ξεχάσεις τις μαλακίες των υπολοίπων μας. Έγραφε όμως αυτούς τους στίχους... λάθος το πιάνω.... ο Γιωργάκης είχε πρόβλημα. Από την αρχή. Οι στίχοι του ήταν πολαρόιντ, πώς θα σου φαινόταν να βγάζεις σε κοινή θέα μια φωτογραφία σου την ώρα που κλαις κουκουλωμένος στο κρεβάτι ή όταν τραβάς μαλακία ξέρω ΄γω... Ε, ο Γιωργάκης το έκανε αυτό το πράγμα και δεν είχε την αγγλικούρα για να τον προστατεύει, δεν φώναζε «άι κράι», φώναζε «κλαίω» κι από κάτω τού απαντούσαν: «κάτσε να σου δώσω μαντήλι». Δοκίμασε να κλέψει με τον τρόπο που το κάνανε οι παλιοί ροκάδες, μασώντας τις λέξεις α λα Μικ Τζάγκερ, όμως το αποτέλεσμα ήταν αξιοθρήνητο και δημιουργούσε χειρότερες παρερμηνείες. Κατέληξε στο υποχθόνιο –λέξεις κοφτές που δένανε με τα θέματα του Πίβοτ αλλά δεν καταλάβαινες τι σημαίνουν στη σειρά που τραγουδιόντουσαν, έγινε άσσος σ΄αυτό ο Γιωργάκης, άκουγα παιδιά να τραγουδάνε τα ρεφρέν μας χωρίς να τα πολυκαταλαβαίνουν, κάποια στιγμή βέβαια θα ολοκλήρωνες τον συλλογισμό, θα μπαίνανε τα στοιχεία σε σειρά και θα ανακάλυπτες οτι τραγουδάς για μπανιστιρτζήδες και νεκρόφιλους ή για περίεργες ουσίες που βγαίνουν από το κεφάλι σου για να ξαναμπούν σ΄αυτό, περίεργα πράγματα κοντολογίς, για τα οποία κανείς δεν θα έβρισκε λόγο να αισθανθεί περήφανος. Κι όλα αυτά θα ήταν υπέροχα αν επρόκειτο μόνο για παραμύθι, για μια παράσταση που στήναμε πανηγυριώτικα και τη μαζεύαμε όταν σχόλαγε το θέαμα.

Είχε μπει για τα καλά το καλοκαίρι, δουλεύαμε κάτι σαχλαμάρες με το Μέταλλο στο στούντιο –αποθήκη του Γιωργάκη περιμένοντάς τους να εμφανιστούν κι αυτός και ο Πίβοτ, η Έλλη με κάτι φιλενάδες της μπαινόβγαιναν κουβαλώντας μπύρες και γαριδάκια από την κοντινή Έβγα, η κυρία Κατερίνα μπαινόβγαινε ψάχνοντας...
«Μα καλά, δεν σας είπε πού θα είναι;» ρωτούσε.
«Είχαμε κανονίσει να βρεθούμε σήμερα», απαντούσαμε αμήχανα.
Και το πρόσωπό της αυλάκιαζε από την ανησυχία.
«Κλείσε την πόρτα», μου έκανε νόημα το Μέταλλο όταν βγήκε η κυρία Κατερίνα και μείναμε οι δυο μας.
Έκλεισα.
«Τι γίνεται ρε μαλάκα;» με ρώτησε.
Σήκωσα τους ώμους.
«Ποιον ψάχνει αυτή τώρα –έχεις καταλάβει;» ξαναρώτησε το Μέταλλο.
«Το γιο της ψάχνει –τι ρωτάς;» απόρησα.
«Τον ηλίθιο παριστάνεις;» νευρίασε το Μέταλλο.
Ήξερα που το πήγαινε και δε μίλησα.
«Σε είδα τις προάλλες που έφευγες στα νύχια....» μου είπε.
«Για πότε λες;»
«Προχτές».
«Είχα έρθει να πάρω το μπάσο για το σπίτι...»
«Παρακάτω».
Δεν ήθελα να πάω παρακάτω.
«Εσύ τι έκανες εδώ πέρα;» τον ρώτησα για ν΄αποφύγω.
«Εκεί είναι το θέμα; Περνούσα τυχαία», μου απάντησε θυμωμένα.
«Και λοιπόν;»
«Άντε γαμήσου ρε πούστη που θα με δουλέψεις κιόλας», μάγκωσε το Μέταλλο.
Σώπασα.
«Πάμε άλλη μία το ίδιο κομμάτι;» πρότεινα.
Το Μέταλλο με κοίταξε άγρια.
«Νομίζω πάντως οτι ο Γιωργάκης είναι μεγαλύτερο πρόβλημα», ψέλλισα. «Δηλαδή ποιες είναι αυτές οι μυστήριες που τραβιέται; Τι διάβολο κάνουν;»
«Ο Γιωργάκης έχει μπλέξει με χάι κλας ντρόγκα, όσο τον ξεζουμίζουν δεν θα πάθει τίποτα –μετά είναι τα δύσκολα....» μουρμούρισε το Μέταλλο. «Όμως ο άλλος, ο αρχίδης, θα μας μπλέξει άσχημα....»
«Όχι άμα μείνει μεταξύ μας....»
«Μεταξύ μας, Μεταξά –τι λες ρε βλάκα. Θέλει πολύ νομίζεις να γίνει βούκινο; Και δεν λογαριάζω την περίπτωση να το ψυλλιαστεί η Αργυρώ, τότε να δεις γλέντια», έκανε σκυθρωπά το Μέταλλο.
Ευτυχώς άνοιξε η πόρτα και μπουκάρανε η Έλλη με τις φιλενάδες –κάτι ψηλομύτες που της έφερε μαζί της η δικιά μου για να τους κάνει εντύπωση –φέρανε μπύρες μισοπαγωμένες και γαριδάκια μπαγιάτικα.
«Λοιπόν; Πότε θα παίξετε;» με ρώτησε η Έλλη.
«Βλέπεις να έχουν έρθει οι υπόλοιποι;» κούμπωσα.
«Και πότε θα έρθουν;» ρώτησε μια φιλενάδα.
Τι να της πεις κι αυτής τώρα;
Το Μέταλλο σηκώθηκε να τις βοηθήσει, σε λίγο τα γαριδάκια σουλατσάρανε αδέσποτα στα πέριξ και οι μπύρες τρέχανε αφρό στον ξεκοιλιασμένο καναπέ.
«Ήσασταν στου Ζωγράφου;» ρώτησε η φιλενάδα.
«Ναι», παραδέχτηκε ο Πίβοτ.
«Έγινε χαμός εκεί πέρα, έτσι άκουσα», είπε εκείνη στα πρόθυρα του εντυπωσιασμού.
«Μην ακούς -τα παραλένε», τη γείωσε το Μέταλλο.
«Και τώρα τι ετοιμάζετε;»
«Διεθνή περιοδεία –τι άλλο;»
«Έλα μωρέ, πες του να μη δουλεύει τη Ναταλία», με παρακάλεσε ναζιάρικα η Έλλη.
«Μη δουλεύεις τη Ναταλία», επανέλαβα μηχανικά.
«Δε θα παίξετε σε κάνα μαγαζί;» επέμεινε η Ναταλία.
«Το φθινόπωρο κάτι θα γίνει», είπε το Μέταλλο.
«Εμάς αποκλείεται πάντως να μας αφήσουν να έρθουμε», έκανε η Ναταλία.
Την κοιτάξαμε ταυτόχρονα και μετά κοιταχτήκαμε, το Μέταλλο μου έκανε νόημα «θα τη βαρέσω» κι εγώ ανασήκωσα τους ώμους –τι άλλο να’κανα;
«Μα πού είναι ο Πίβοτ;» γκρίνιαξε η Έλλη.
Τη στραβοκοίταξα –τι γούσταρε κι αυτή τώρα, να με βουρλίσει ακόμα περισσότερο;
«Δεν πάμε μέχρι το σπίτι να βοηθήσουμε την κυρία Κατερίνα; Είπε οτι θα μας φτιάξει πίτσα», πρότεινε το Μέταλλο.
«Καλή ιδέα», ενθουσιάστηκε η δικιά μου η νοικοκυρεμένη.
Οι δυο φιλενάδες της στράβωσαν αλλά δεν τις έπαιρνε να το δείξουν.
«Πηγαίνετε –θα μαζέψω λίγο τα σκατολοϊδια εδώ μέσα κι έρχομαι», είπα.
Η Έλλη με κοίταξε, κατάλαβε οτι είχα στραβώσει και πήγε πάσο.
«Θα μείνω να σε βοηθήσω», πρότεινε η Ναταλία.
«Αν είναι να μείνεις, κάντο μόνη σου», είπα όλο ζοχάδα που θα μου χάλαγε την ησυχία μου.
Η Έλλη με έπιασε από το μπράτσο.
«Τι έχεις;» ψιθύρισε.
«Τίποτα –εντάξει», έκανα.
«Μην την αφήσεις μόνη της, είναι γαϊδουριά», μου είπε.
«Ώχου, δεν τις έφερα εγώ...» διαμαρτυρήθηκα.
«Σε παρακαλώ», κλαψούρισε ρίχνοντας κι ένα γλάρωμα στο μάτι για να δέσει το γλυκό.
«Καλά, καλά», υποχώρησα.
Φύγανε λοιπόν και μείναμε με την Ναταλία να μαζεύουμε σκισμένα σακουλάκια κι αδέσποτα μπουκάλια, άδειασα και τα τασάκια σε μια τεράστια πλαστική σακούλα...
«Η Έλλη μάς έχει πει πολλά για σένα», έκανε σε μια στιγμή η Ναταλία.
«Είναι όλα αλήθεια», της ξέκοψα ακόμα ζοχαδιασμένος.
«Όλα;» απόρησε.
Δε μίλησα. Κι αυτό επειδή η Ναταλία έφυγε από την απέναντι πλευρά του δωματίου κι ήρθε να σταθεί τσολιάς ανάμεσα σε μένα και τον σκουπιδοτενεκέ.
«Τι γυρεύεις τώρα;» μούγκρισα.
«Το μπελά μου –τι άλλο;» χαμογέλασε εκείνη.
Έτσι λοιπόν την άρπαξα από το σβέρκο, την έφερα κοντά μου και τη φίλησα με τόση τσαντίλα που από θαύμα δεν της δάγκωσα καμιά γλώσσα. Κι εκείνη κόλλησε επάνω μου σα χταπόδι, δεν ξέρω πως μου ήρθε, αλλά ο φόβος μου όλος ήταν μη μου κάνει χάλια τα ρούχα με το μελάνι της κι έτσι μας πάρουν είδηση.
«Έχει χώρο και για μένα πιτσουνάκια μου;» ακούστηκε η αγριοφωνάρα από το άνοιγμα της πόρτας.
Την έσπρωξα ξαφνιασμένος και βρέθηκα να κοιτάζομαι με τον Πίβοτ.
«Κόψε τις μαλακίες», του ζήτησα.
«Δηλαδή εγώ κάνω μαλακίες κι εσείς κάνετε ομορφιές εδώ πέρα –έτσι πάει;» γέλασε ο Πίβοτ.
Η Ναταλία πέρασε δήθεν θιγμένη δίπλα του σαν αέρας, ακούσαμε τα αθλητικά της να κοπανάνε το χώμα όσο έτρεχε προς το σπίτι.
«Τι έγινε ρε Τρανζίστορ; Δε σου φτάνει η μία;» ρώτησε ο Πίβοτ.
«Βγαλ΄τη σκούφια σου και βάρα με», ψιθύρισα.
«Εντάξει –εγώ όμως δεν μπλέκω με δυο από την ίδια παρέα», απάντησε εκείνος.
«Σωστά», γέλασα νευριασμένος ακόμα. «Άλλη η παρέα της Αργυρώς και άλλη η παρέα της... αλήθεια ρε φίλε, της ποιας;»
«Τι θες τώρα;» κούμπωσε εκείνος.
«Για την άλλη που τραβιέσαι λέω. Ποια είναι, δε θα μας πεις; Κολλητοί δεν είμαστε; Γιατί μας κρατάς στην απέξω; Ίσως να έχει καμιά φιλενάδα να βολευτούμε κι εμείς....»
«Άντε γαμήσου», μούγκρισε ο Πίβοτ.
Επιτόπου μάγκωσε το αποτσίγαρό του μεταξύ μέσου και αντίχειρα, το έστειλε συστημένο για τα μούτρα μου, πρόλαβα και το απέφυγα πλαγιάζοντας.

Μέσα στο σπίτι του Γιωργάκη ήμασταν όλοι μια χαρούμενη παρέα στο μνημόσυνο του μακαρίτη –το πρόσωπο της κυρίας Κατερίνας φωτίστηκε όταν μας είδε να μπαίνουμε με τον Πίβοτ, παροδικά σύννεφα περνούσαν από τα μάτια της κάθε φορά που η κουβέντα πήγαινε στο γιο της –πού να ήταν άραγε το κωλόπαιδο;
Η Έλλη με την Ναταλία χαζογελούσαν άρα δεν είχε πέσει καμιά καρφωτή –δεν την είχα για τόσο κοινοβιακή την Έλλη. Κι ο Πίβοτ μας εξιστορούσε τις περιπέτειές του στη χώρα των δισκογραφικών εταιρειών, παραμύθια και «να’χαμε να λέγαμε» δηλαδή, δεν πίστευα οτι μπορούσε να βρεθεί άνθρωπος που θα έβαζε φράγκα για να ηχογραφήσουμε.
Πάνω στο χώνεμα της σπιτικής πίτσας μάς πέτυχε ο Γιωργάκης, μπήκε αλαφιασμένος στο σπίτι, φρέναρε απότομα στη θέα μας.
«Τι γίνεται εδώ πέρα; Κάνετε πάρτι και δε μου το΄πατε;» είπε αμήχανα.
«Ναι, όταν δεν κάνουμε πρόβα κάνουμε πάρτι», είπε ο Πίβοτ.
«Μίλησε τώρα κι ο συνεπής», παρατήρησα.
Το Μέταλλο έβγαλε τις Καμήλες και τις άφησε πάνω στο τραπέζι, πλακώσαμε λοιπόν κι εμείς να μοιραζόμαστε -από τις κοπέλες κάπνιζε μόνο η Ναταλία, όχι η Έλλη ούτε η άλλη φιλενάδα τους. Ο Γιωργάκης κάθισε παράμερα σα βρεγμένη γάτα και τσιμπολόγησε κάτι υπολείμματα πίτσας, καθαρά για λόγους ευγένειας. Η κυρία Κατερίνα απέφευγε να τον κοιτάξει.
«Θέλω να σας πω», μουρμούρισε ανάβοντας τσιγάρο.
«Πες μας», έκανε ο Πίβοτ.
Ο Γιωργάκης δεν τον κοίταξε κι εγώ στράβωσα το στόμα.
«Μάνα, να πάρουμε το αυτοκίνητό σου;» της ζήτησε.
«Είναι ανάγκη;» αναρωτήθηκε η κυρία Κατερίνα.
«Για να στο ζητάω...» έκανε εκείνος.
Μετά γύρισε σε μας.
«Συνοδέψτε τις κοπέλες μέχρι την πόρτα κι ελάτε στο αμάξι –σας περιμένω», μας είπε.
Η δικιά μου στράβωσε περισσότερο από τις άλλες δυο (οι οποίες προφανώς φυλάγανε τα φαρμάκια τους να της τα ρίξουν κατ΄ιδίαν) –δεν έδωσα σημασία.
«Θα τα πούμε αύριο», μουρμούρισα χωρίς να την κοιτάζω.
«Θα δούμε αν θα μπορώ», απάντησε.
Ρε, δεν πήγαινε στο γερο-διάολο βραδιάτικα;

Οδηγούσε ο Γιωργάκης, δίπλα του ο Πίβοτ έψαξε για καμιά κασέτα αλλά στο τέλος το παράτησε κι έβαλε τον σταθμό της Αμερικάνικης Βάσης. Γέμισε το αμάξι ροκ’εν’ρόλια, καντριές και ουρλιαχτά από τον Γούλφμαν Τζακ, νιώσαμε εντελώς Αμέρικαν Γκράφιτι. Γι΄αυτό κατευθυνθήκαμε προς παραλία, είχαμε φτιάξει γκλάμουρ διάθεση για κρούζινγκ στη λεωφόρο με τους μαϊμουδένιους φοίνικες.
Δε μιλάγαμε, ήταν δύσκολα αυτά που αποφεύγαμε να πούμε.
«Έχω στριμωχτεί άσχημα», έκανε ο Γιωργάκης σπάζοντας την ησυχία.
Τον περιμέναμε να συνεχίσει όσο άφηνε πίσω του την πλαζ της Βούλας.
«Για φράγκα πρόκειται;» ρώτησε το Μέταλλο όταν βαρέθηκε να περιμένει στη μουγκαμάρα.
«Φράγκα...» επανέλαβε ο Γιωργάκης και γέλασε αφηρημένα.
«Εξήγησέ μας ρε γαμώτο –μας γκάστρωσες», είπα εγώ.
«Είναι μπέρδεμα η υπόθεση... πάντως πρέπει να εξαφανιστώ για λίγο καιρό...» ψιθύρισε ο Γιωργάκης.
«Και δηλαδή δεν κάνει να μάθουμε περί τίνος πρόκειται;» ρώτησε ο Πίβοτ.
Ο Γιωργάκης αφοσιώθηκε στα στροφιλίκια περνώντας παντιλικωτά τα Λιμανάκια, αναβόσβηνε τους προβολείς γυρεύοντας να περάσει ινδιάνικα την Τρύπα του Καραμανλή, ο αέρας απ΄τα ανοιχτά παράθυρα έφτιαχνε βεγγαλικά από τις καύτρες των τσιγάρων μας, ανακατευόταν με τον τούρκικο καπνό, μπαΐλντιζε τα πνευμόνια μας...
«Σας σκοτώνω ρε κωλόπαιδα, ρίχνω τ΄αμάξι στο γκρεμό και πάπαλα», ούρλιαξε σε μια στιγμή ο Γιωργάκης.
Κι εμείς κοιτάζαμε ίσα μπροστά προσπαθώντας να διώξουμε τις τούφες που μας στράβωναν, να δούμε έστω το τέλος μας. Στο ραδιόφωνο ο Τζόνι Ρέι με τα Τέσσερα Παλικάρια του έλεγαν για το «Μικρό Άσπρο Συννεφάκι που Έκλαιγε», δεν ακούγαμε καλά μέχρι που το΄κοψε ο Γούλφμαν ουρλιάζοντας κι ησυχάσαμε. Τελικά το αμάξι ντεραπάρισε σε κάτι χωράφια πάνω απ΄τη Βάρκιζα.

Βγήκαμε τσαλακωμένοι αλλά αρτιμελείς, καθίσαμε γύρω από το αυτοκίνητο, πεθυμήσαμε μια μπύρα, κάτι να βρέξουμε το στόμα μας, όμως μείναμε στην ξεραΐλα.
«Άλλαξε τον πούστη το Λυκάνθρωπο», παρακάλεσα τον Πίβοτ που ήταν πιο κοντά στο αυτοκίνητο.
Κι εκείνος, ίσα για να με τσιτώσει, έβαλε το κρατικό που είχε ξερατί μουσική από την ορχήστρα του Γιώργου Μουζάκη μαζί με ανακοινώσεις-αναζητήσεις. Το Μέταλλο πήγε παραδίπλα να φτύσει αλλά γύρισε βρίζοντας που το μέρος ήταν όλο λάσπη. Ο Γιωργάκης άφηνε το τσιγάρο να ξοδεύεται όσο κοίταζε την ολίγη από φεγγάρι ανάμεσα στα σύννεφα.
«Ελπίζω να μην κόλλησε τ΄αμάξι και σπρώχνουμε νυχτιάτικα», είπα.
«Διαμελισμένο πτώμα γυναίκας βρέθηκε σε ερημική περιοχή της Βάρκιζας», μου απάντησε το ραδιόφωνο.
Έστησα αυτί, το ίδιο κάνανε και οι υπόλοιποι.
«Η εξακρίβωση της ταυτότητος της θανούσης καθίσταται δυσχερής επειδή το πτώμα της άτυχης γυναίκας έχει κατακρεουργηθεί από τους αδέσποτους σκύλους που λυμαίνονται την περιοχή», συνέχισε το ραδιόφωνο.
Κοιταχτήκαμε –τριγύρω ακούστηκαν ουρλιαχτά κι αλυχτίσματα.
«Κλείσε τον πούστη τον Λυκάνθρωπο», επανέλαβα.
Το Μέταλλο γέλασε παγωμένα –τα ουρλιαχτά ακούστηκαν πιο κοντά τώρα.
«Μέσα», είπε ο Πίβοτ.
Τρέξαμε λοιπόν και κλειστήκαμε στο αυτοκίνητο, ανεβάσαμε τα τζάμια, μέχρι και ασφάλειες βάλαμε. Έξω η ερημιά χαμογελούσε με χορταριασμένα δόντια.
«Δεν την ψιλοκάνουμε από δω πέρα; Αγριεύομαι», μουρμούρισε ο Πίβοτ.
«Ναι, στείλε τον σοφέρ να σπρώξει για να ξεκολλήσουμε και μετά φύγαμε», τον γείωσε το Μέταλλο.
Ο Πίβοτ τον κοίταξε και μετά κοίταξε εμένα.
«Πού είναι ο Γιωργάκης ρε μαλάκες;» στρίγκλισε.
Η θέση του οδηγού ήταν άδεια, κοπανήσαμε ταυτόχρονα τις κεφάλες μας στα παράθυρα για να τον εντοπίσουμε –μάταια.
«Πρέπει να βγούμε έξω», ανακοίνωσε το Μέταλλο.
«Να τον ψάξουμε», είπα εγώ.
«Και τα σκυλιά που φάγανε τη μακαρίτισσα...» ξεκίνησε ο Πίβοτ.
«Τι έγινε με τα σκυλιά;» αγριεύτηκα.
«Λέω... τώρα που έχουν δοκιμάσει ανθρώπινο κρέας...» συνέχισε ο Πίβοτ.
«Καλόμαθαν λες;» ψέλλισα.
«Ανθρώπινο κρέας...» έκανε ξανά ο Πίβοτ.
«Το μοναδικό κρέας που δεν χρειάζεται αλάτισμα», είπε το Μέταλλο.
«Γεγονός αυτό;» ρώτησα.
«Το ξέρει ο κάθε συνεπής κανίβαλος...», με διαβεβαίωσε.
«Α, τότε εντάξει», είπα κι άνοιξα πρώτος την πόρτα κατά λάθος.
«Άντε κατέβα –τι μαρμάρωσες;» μου φώναξε ο Πίβοτ από μπροστά.
«Κατέβα εσύ πρώτος ρε μαλάκα», τον πρόγκιξα.
Κι έτσι έκανε, δηλαδή για την ακρίβεια βγήκε από το αυτοκίνητο ταυτόχρονα με το Μέταλλο, έμεινα τελευταίος σαν ηλίθιος κι έτρεξα να τους προλάβω.
«Πού να πήγε;» αναρωτήθηκε το Μέταλλο.
«Να τον φωνάξουμε», πρότεινα.
Αλλά κανένας μας δεν τόλμησε.
«Ας τον φωνάξουμε», είπε κι ο Πίβοτ.
«Γιώργο», γκάριξε το Μέταλλο.
«Πού είσαι ρε;» τσίριξε ο Πίβοτ.
Εγώ δε μίλησα. Περιμέναμε, αφουγκραζόμασταν. Τα ουρλιαχτά των σκυλιών ακούγονταν τώρα σχεδόν δίπλα μας.
«Μη χάνουμε την επαφή με το αυτοκίνητο», είπα.
«Γιώργοοοοοο», ξαναφώναξε το Μέταλλο.
«Τι θέλετε γαμώ το στανιό σας;» ακούστηκε η φωνή του κάπως πνιχτή και μπουκωμένη.
«Πού είσαι ρε κωλόπαιδο;» νευρίασε ο Πίβοτ.
«Πήγα για ένα χέσιμο –τι φωνάζετε;» έκανε ο Γιωργάκης.
Κοιταχτήκαμε, έβγαλα τις Καμήλες και πρόσφερα σε όλους.
«Τον γαμείς ή δεν τον γαμείς κύριε πρόεδρε;» αναρωτήθηκα.
«Μην ψάχνεις –κι εμείς χεστήκαμε αδικαιολόγητα», είπε το Μέταλλο.
Κάτι κωλόσκυλα τού απάντησαν αλυχτώντας, κάναμε όλοι δυο βήματα πίσω ασυναίσθητα.
Τότε ξεπρόβαλλε ο Γιωργάκης από κάτι φυλλωσιές, παραπατώντας.
«Πρόσεχε που πατάς μαλάκα, θα γεμίσεις λάσπες το αυτοκίνητο», είπε ο Πίβοτ.
Ο Γιωργάκης γέλασε ξερά, τον κοίταξα –μακάρι να μη γέλαγε έτσι, προτιμότερο τα σκυλιά να κάλυπταν το γέλιο του.
«Πάμε για καμιά μπύρα στην παραλία;» ρώτησε μπαίνοντας στο αυτοκίνητο.
«Δε γαμιέσαι λέω εγώ...» πρότεινε ο Πίβοτ.
«Πάμε σπίτια μας», είπε το Μέταλλο.
Μας πήρε κάνα τέταρτο να σπρώξουμε το αυτοκίνητο για να το βγάλουμε πάλι σε στέρεο έδαφος, θα ξεμπερδεύαμε πολύ πιο γρήγορα αν ο Γιωργάκης δε μαλακιζόταν στο τιμόνι.
«Να οδηγήσω εγώ;» πρότεινε το Μέταλλο.
«Στ΄αρχίδια μου», είπε ο Γιωργάκης και σύρθηκε στη θέση του συνοδηγού.
Επιστρέψαμε αμίλητοι. Το ράδιο μουγκό, η παραλιακή σκοταδιασμένη κι αφτιασίδωτη.
«Όταν είπες οτι θα εξαφανιστείς για λίγο καιρό...» μουρμούρισε το Μέταλλο αλλάζοντας λωρίδα.
«Θα κάνω πουφ και θα χαθώ», γέλασε ξερά για μια ακόμα φορά ο Γιωργάκης.
«Κόψε τις σαχλαμάρες –εγώ κανονίζω λάιβ...» μούγκρισε ο Πίβοτ από δίπλα μου.
«Εσύ άλλα πράγματα κανονίζεις...» έκανε ο Γιωργάκης.
«Τι άλλα πράγματα;» κούμπωσε ο Πίβοτ.
«Καλή ερώτηση –είναι οι άνθρωποι πράγματα;» αναρωτήθηκε κούφια ο Γιωργάκης.
«Τι τσαμπουνάς ρε μαλάκα; Εξηγήσου», ζήτησε ο Πίβοτ.
«Δε νομίζω οτι θέλεις», τον γείωσε ο Γιωργάκης.
Ήξερα χρόνια τον Πίβοτ κι ετοιμάστηκα να τους χωρίσω τώρα που θα πλακώνονταν αλλά πήγε τζάμπα η εγρήγορση επειδή ο Πίβοτ απλώς βλαστήμησε μέσα απ΄τα δόντια του, άναψε τσιγάρο κι έβγαλε το κεφάλι του έξω από το παράθυρο.
«Τέλος πάντων...» έκανε το Μέταλλο.
«Θα πάρω τη μάνα μου και θα φύγουμε διακοπές», είπε ο Γιωργάκης.
«Πού θα πάτε;» ρώτησα.
«Δε χρειάζεται να ξέρετε», απάντησε ο Γιωργάκης.
«Για πόσο;» ρώτησε το Μέταλλο.
«Για όσο», απάντησε ο Γιωργάκης.
«Φτάσαμε», είπε το Μέταλλο.
Ήμασταν κοντά στο σπίτι του Πίβοτ και το δικό μου, προφανώς οι άλλοι δύο θα συνέχιζαν μέχρι το σπίτι του Γιωργάκη. Κατεβήκαμε, ο Πίβοτ κοπάνησε την πόρτα. Δε χαιρετηθήκαμε.

Το αυτοκίνητο ξεκίνησε απαλά και πήρε να χάνεται στη στροφή.
«Τι καταλαβαίνεις απ΄όλα αυτά ρε Τρανζίστορα;» έκανε ο Πίβοτ.
«Έχει σημασία;» αναρωτήθηκα.
«Μάλλον θα πρέπει να ψάξουμε για καινούργιο τραγουδιστή», είπε ο Πίβοτ.
«Τι λες ρε καργιόλη;» μούγκρισα σκοτεινιασμένος.
Με είδε –κατάλαβε.
«Εντάξει, έτσι κι αλλιώς δεν θα έχουμε και τίποτα σοβαρά λάιβ για το καλοκαίρι...» μουρμούρισε.
«Δεν πρόκειται να παίξουμε πουθενά χωρίς το Γιωργάκη», του ξέκοψα.
«Σιγά τον Τζιμ Μόρισον», σφύριξε ο Πίβοτ.
«Εκεί είναι το θέμα;» κούμπωσα εγώ.
Κοιταχτήκαμε –από το Δημοτικό μαζί, τόσα χρόνια...
«Έλα μωρέ Τρανζίστορ», έκανε ο Πίβοτ.
«Παρακάτω», είπα.
«Κι εσύ άλλωστε δεν είσαι άγιος...» ψέλλισε ο Πίβοτ.
«Είναι το ίδιο;» τον ρώτησα.
Γύρισε προς το σπίτι του.
«Πρέπει να την κάνω», μου είπε.
«Όπως νομίζεις», τον πάγωσα.
Πήρα τότε τον δρόμο για το σπίτι σκυθρωπός σα να γύριζα από κηδεία. Επειδή πολλά πέθαιναν κι ακόμα περισσότερα σκοτώθηκαν εκείνο το βράδυ.

Την κοιτάζω όσο αμφιταλαντεύεται –να επαναλάβει την ερώτηση ή όχι; Μήπως δεν άκουσα, μήπως το ξέχασα; Πόση ώρα να πέρασε άραγε; Κοιτάζω έξω από το παράθυρο αλλά δεν μπορώ να διακρίνω τους καργιόληδες μέσα στο παρκαρισμένο αμάξι.
«Δεν ήταν συναυλία αλλά το μισοφαγωμένο πτώμα μιας γυναίκας... Την είχανε βρει κάπου στη Βάρκιζα, οτι απόμεινε απ΄αυτή, ότι αφήσανε τα σκυλιά...» της εξηγώ αλλά σταματάω επειδή βλέπω πως δεν καταλαβαίνει.
«Αυτή βέβαια είναι μια άλλη ιστορία», βιάζομαι να της εξηγήσω. «Τελικά, όπως και να΄χει, κάτι τέτοια γεγονότα σε καθορίζουν –φρικιαστικά πτώματα, πουστιές σε φίλους.... Μαθαίνεις να ραφινάρεις τα αισθήματά σου γιατί αλλιώς θα σου φορέσουν ζουρλομανδύα κι άντε να ψάχνεις πόμολο για να ξύσεις πλάτη...»
«Δεν καταλαβαίνω», παραδέχεται τελικά.
«Τότε θα πρέπει να σου δείξω κάτι», προθυμοποιούμαι.
«Τι πράγμα;» ρωτάει.
«Έλα μαζί μου», της λέω.
Με κοιτάζει αρκετά μπερδεμένη αλλά δε σηκώνεται. Κάνω κι εγώ το ίδιο.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι