Θυμάσαι τον Φώντα Τρούσα; Που είχε γράψει εκείνο
το καταπληκτικό πόνημα για τη συνέντευξη των Metro Decay επιδεικνύοντας ένα αξιοθαύμαστο σκάλωμα σε άσχετες λεπτομέρειες του τύπου: σε πoια τετραετία του πανανδρεϊκού Πασόκ παιζόταν το Κάρμινα Μπουράνα. Δεν τον θυμάσαι; Κάτσε να σου παραθέσω τμήμα ενός χαρακτηριστικού μας διαλόγου στα σχόλια εκείνου του άρθρου για να στον υπενθυμίσω:
«Μου θυμίζεις τον Κνίτη με το δάχτυλο και το φεγγάρι», του έγραφα απηυδισμένος από την λεπτομεριολαγνεία του.
«Ο «κνίτης» που κοίταγε το δάχτυλο καλά έκανε και το κοίταγε. Όχι θα κοιτάμε τα… φεγγάρια, για να αποβλακωνόμαστε. [σ.σ. Δεν υπήρξα ποτέ Κνίτης, ούτε φύσει (οργανωμένος), ούτε θέσει (απ’ έξω), αλλά δεν έχω και τίποτα μαζί τους», μου απαντούσε στο ακριβώς επόμενο σχόλιό του.
«"Ο «κνίτης» που κοίταγε το δάχτυλο καλά έκανε και το κοίταγε. Όχι θα κοιτάμε τα… φεγγάρια, για να αποβλακωνόμαστε." Αυτό φοβάμαι να πιστέψω οτι το λες στα σοβαρά, το αποδίδω λοιπόν σε χιούμορ το οποίο εγώ, λόγω μειωμένου πνευματικού επιπέδου, δεν έπιασα», σχολίαζα σοκαρισμένος (και με ισχυρή δόση τύψεων) αφού όλοι γνωρίζουμε οτι η κανονική φράση είναι «έδειχναν στον ηλίθιο το φεγγάρι κι αυτός κοίταζε το δάχτυλο» (στον ρόλο του ηλιθίου ο Κνίτης).
«Δεν ξέρω αν το πνευματικό σου επίπεδο είναι μειωμένο (δεν έχω χιούμορ, και τα παίρνω όλα σοβαρά), εγώ όμως με τον «κνίτη», το «δάχτυλο» και το «φεγγάρι» δεν έκανα καθόλου πλάκα», το τελευταίο του αυτό σχόλιο με αποτελείωνε –διότι ο Φώντας Τρούσας παραδεχόταν μεγαλόπρεπα (όπως μόνο ένας Φων μπορεί να κάνει) οτι ναι, επικροτούσε το σήμα κατατεθέν της ηλιθιότητας –το να κοιτάζει δηλαδή κανείς το δάχτυλο όταν του δείχνουν το φεγγάρι!!!!
Αυτός είναι ο Φώντας Τρούσας, ο οποίος
αποφάσισε να ασχοληθεί με τον Νικολαϊδη (κι αν άκουσες κάποιο γέλιο ύαινας στο μπακγκράουντ –ναι, δικό μου είναι).
«Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του», τουτέστιν ξεκινάει το άρθρο ο Φων με μια διαπίστωση οτι γίνεται πολύς ντόρος για το επικείμενο αφιέρωμα της Ταινιοθήκης στον Νίκο Νικολαϊδη. Βέβαια, ξεχνάει να αναφέρει το σημαντικό του όλου θέματος, οτι δηλαδή το αφιέρωμα γίνεται εν όψει της επανέκδοσης όλων των βιβλίων του Νικολαϊδη και της επανακυκλοφορίας όλων των ταινιών του επεξεργασμένων και καθαρισμένων (για να γλιτώσουμε από εκείνα τα απαράδεκτα dvd της New Star στα οποία δεν άκουγες, δεν έβλεπες και δεν καταλάβαινες). Αφήνοντας τον ντόρο περί αφιερώματος έτσι ορφανό από την αιτία του ο Τρούσας φτιάχνει ένα κλιματάκι του στυλ «κάβλωσε σε κάτι τρελούς να κάνουν αφιέρωμα στο Νικολαϊδη, έτσι στο ξεκούδουνο». Ωραίος; Πάμε παρακάτω.
«
Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα...» (1979). Το φιλμ το είχα πρωτοδεί στα μέσα του ’80, μια δεύτερη φορά στις αρχές του ’90 και μια τρίτη, μόλις χθες, όταν το παρακολούθησα on line.... Διαφορετικά «πράγματα» είδα κάθε φορά, αλλά και στις τρεις προβολές υπήρχε μία κοινή παράμετρος, που έβγαινε πάνω από τα επί μέρους, οδηγώντας με να χαρακτηρίσω την ταινία ως «αλλ’ αντ’ άλλων». Δε θα μείνω στα του σεναρίου – αφού τα σενάρια όσων ταινιών του Νικολαΐδη έχω δει (τις πέντε πρώτες Ευρυδίκη ΒΑ-2037, Κουρέλια…, Γλυκιά Συμμορία, Πρωινή Περίπολος, Singapore Sling) υπήρξαν υποτυπώδη. Δεν θα μείνω στη φωτογραφία, στον τρόπο χειρισμού της κάμερας των ηθοποιών κτλ. – ας πουν γι’ αυτά οι περισσότερο αρμόδιοι –, δεν θα μείνω ούτε στη μουσική (ό,τι κρατώ εν τέλει από τις ταινίες, είναι τα soundtracks του Γιώργου Χατζηνάσιου), αλλά στην ιδεολογική συγκρότηση του φιλμ (στα «Κουρέλια» αναφέρομαι), που για μένα υπήρξε πάντα αφελής, για να μην πω αντιδραστική και ανιστόρητη.»Εδώ λοιπόν αρχίζει να λύνεται η απορία μου περί του γιατί ο Τρούσας λέει τόσες παπαριές –το παιδί έχει περάσει από την ΚΝΕ κι ας το αρνείται στον αρχικό μας διάλογο. Ή έχει περάσει, ή είναι Κνίτης από μόνος του –έγινε δηλαδή αφ΄εαυτού του (αυτοκνιτοποιήθηκε σαν τον Τσίπρα ένα πράμα). Γι΄αυτό επαναφέρει την πουριτανική επιχειρηματολογία με την οποία πολεμήθηκαν τα «Κουρέλια» στην εποχή τους και η οποία δουλεύτηκε πινγκ πονγκ, την έφτιαξε το τιμημένο ΚΚΕ (Μοσχοβάκης) και τη δανείστηκαν οι φασιστοδεξιοί.
Τρεις φορές είδε το άτομο τα «Κουρέλια» και τίποτα δεν κατάλαβε, τίποτα δεν έπιασε, τίποτα περισσότερο απ΄αυτά που θα καταλάβαινε η συχωρεμένη η γιαγιά μου με το γλαύκωμα.
Κι ας ξεκινήσουμε από τα
«υποτυπώδη σενάρια» των ταινιών του Νικολαϊδη. Ναι, βέβαια, ο Νικολαϊδης δεν έχει την χοντροκομμένη πλοκή του Φώσκολου και του Δαλιανίδη, επίσης στον Νικολαϊδη δεν θα δούμε ποτέ το Air Force 1 με τον Χάρισον Πρόεδρο να κοπανάει τρομοκράτες, αλλά
όχι και «υποτυπώδη σενάρια» μπάρμπα Τρούσα μου! Ας πούμε, το Rumble Fish, το Tetro και η "Αποκάλυψη τώρα" του Κόπολα έχουν εξίσου υποτυπώδη σενάρια; Οι ταινίες του Φελίνι –τι λες; Υποτυπώδη κι εκεί –έτσι; Αμ του αλλουνού του Κασσαβέτη; Και μην πάμε στον Πέκινπα που ΚΑΙ "υποτυπώδη σενάρια" έχει και βιασμούς!!
Εγώ πάντα το έλεγα (και τώρα ήρθε ο Φώντας να με επιβεβαιώσει), το πρόβλημα του Νικολαϊδη ήταν που δεν διέθετε τίποτα Γιαλαμάδες -Πρετεντέρηδες να του γράφουν σενάρια και, σα να μην έφτανε αυτό, δεν πήρε μια Αννούλα Ανδριανού, μια Ελενίτσα Ζιώγα ή έστω μια Όλγα (χωρίς υποκοριστικό) Μαλέα να του φτιάξουν σενάρια. Πού πας Νικολαϊδη με αναφορές στη «Λάουρα» του Πρέμινγκερ και στο μύθο του Ορφέα; Βάλε κάνα λαβ σ(τ)όρι όπου νεαρός μπετατζής ερωτεύεται μεσόκοπη νοικοκυρά –αυτά είναι υλικό για ταινίες! Να το καταλάβει κι ο Φώντας, να γελάσει το χειλάκι του.
Αλλά ας πάμε στην
«αφελή, για να μην πω αντιδραστική και ανιστόρητη ιδεολογική συγκρότηση των Κουρελιών», ας πάμε δηλαδή στο «θέλει ο Κνίτης να κρυφτεί αλλά η χαρά δεν τον αφήνει» (Φώντα, μην επικροτήσεις κι αυτό το γνωμικό, εδώ ο Κνίτης παίζει τον ρόλο της πουτάνας). Ας δούμε λοιπόν, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Νικολαϊδη, την ιδεολογική βάση στην οποία στηρίχτηκαν τα «Κουρέλια» (από το σχετικό βιβλίο του Μίμη Τσακωνιάτη -εκδόσεις ΑΙΓΟΚΕΡΟΣ):
"Ναι, ακούω μια πεθαμένη μουσική που τελείωσε με την 'Γκλεντόρα' του Πέρι Κόμο, μια καθώς πρέπει ηχητική εκτέλεση του ρυθμού που προμήνυε τη βιομηχανοποίησή του, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '50. Το πνεύμα του ροκ εντ ρολ όμως διαπέρασε τον Γαλλικό Μάη και εξαϋλώθηκε στα λευκά κελιά. Κι όταν το λέω αυτό, όλοι με κοιτάνε περίεργα και ρωτάνε: τι εννοείς;"
"Όσον αφορά το Κυπριακό, γίνονταν πολλές κινητοποιήσεις. Ωστόσο, είχα την εντύπωση ότι η όποια διαδήλωση ήταν ευκαιρία για να συμβούν πράγματα, άσχετα απ΄αυτά που υποτίθεται οτι προωθούσε η διαδήλωση. Την πρώτη ώρα έπεφταν ξύλο και συνθήματα και στη συνέχεια όλα τα Γυμνάσια έπαιρναν το δρόμο για του Στρέφη και τον Λυκαβηττό, αναζητώντας τη Μόλι ή τη Βέρα και κει πάνω διαμορφωνόταν ένα άλλο κλίμα".
"Αυτό που μας ενδιέφερε ήταν μια σύγκρουση με την Αστυνομία και ότι αυτή εκπροσωπούσε. Έπειτα ξέραμε πολύ καλά ότι η Κύπρος δεν θα γινότανε ποτέ δική μας, η Μόλι όμως υπήρχε περίπτωση"."Εκείνο που μας προβλημάτιζε ήταν η καθημερινή εξασκούμενη βία ενός Κράτους και κάποιου συστήματος απροκάλυπτα καταπιεστικού, χωρίς όνομα και τα δύο".
"Απλώς υπήρχαμε έτσι. Προσπαθούσαμε βέβαια να ενημερωθούμε με κάθε μέσο, κάτω από την πίεση μιας ελεγχόμενης πληροφόρησης και να ζούμε αγνοώντας συνειδητά τις επεμβάσεις του συστήματος".Εντάξει; Πρόκειται περί μιας πολιτικής στάσης η οποία είναι κάθε άλλο παρά αφελής και βασίζεται στα ιστορικά γεγονότα (τα οποία έζησε ο Νικολαϊδης, αλλά ο Φων, φυσικά, γνωρίζει καλύτερα!) Όσο γι΄αυτή την παπαριά του «αντιδραστικού» την είχαν κάνει μαστίχα οι κομματικοί και τη φτύνανε σε στυλ λάσπη για να λερώσουν όποιον διαφωνούσε μαζί τους -λήξις φροντιστηριακού μαθήματος. Και για να λέμε τα πράγματα με τ΄όνομά τους, τα "Κουρέλια" ήταν κλάσεις ανώτερα (σεναριακά και σκηνοθετικά) από την "Μεγάλη Ανατριχίλα" του Κάσνταν η οποία θεωρείται σημαδιακό έργο για τη σύγχρονη Αμερική.
Επίσης ο Φων ενοχλείται από την χρήση του προσδιορισμού «γενιά» σε κάποια συνέντευξη του Νικολαϊδη:
«Έτσι, ακούγοντας τον Νίκο Νικολαΐδη, στη συνέντευξή του στον Γιάννη Σολδάτο, την 13/4/2003, να λέει πως «τα Κουρέλια είναι μια ταινία πάνω στη γενιά του ’50, μια γενιά η οποία φιμώθηκε στην κυριολεξία» οφείλω να πω πως λίγο έλειψε να μου ανεβεί το αίμα στο κεφάλι. Για να γλιτώσω παρά τρίχα το εγκεφαλικό, όταν τον άκουσα στη συνέχεια να συμπληρώνει: «Είναι μία γενιά η οποία δεν πίστεψε στην πολιτική. Πίστεψε μόνο στη φιλία, στον έρωτα, στην ανεξάρτητη γνώμη. Και ήταν μια ταινία (σ.σ. τα ‘Κουρέλια…’), η οποία γυρίστηκε σε μια περίοδο έντονης πολιτικοποίησης. Μία ταινία η οποία αρνείται την πολιτική».Έχοντας συνηθίσει πλέον την αναλυτική αγελαδινή ματιά του Φώντα θα πρέπει να παρατηρήσω τα εξής:
-Όταν κάποιος χρησιμοποιεί τον χαρακτηρισμό «γενιά» ΣΥΝΗΘΩΣ θέλει να προσδιορίσει
μονολεκτικά μια ομάδα ανθρώπων η οποία πέρασε τη νεότητά της σε μια συγκεκριμένη δεκαετία (γενιά του ’50, γενιά του ’80 κ.λ.π.)
-Όταν κάποιος λέει οτι κάνει ταινία
«πάνω στη γενιά του ΄50» δεν σημαίνει οτι αποφάσισε να το παίξει «ο μέγας εκφραστής και τρισμέγιστος νομοδιδάσκαλος» της συγκεκριμένης γενιάς. Σημαίνει οτι κάνει μια ταινία ΠΑΝΩ σε ένα θέμα, με βάση το ερέθισμα που του προσφέρει το θέμα. Όπως αν εγώ αύριο κάνω μια ταινία ΠΑΝΩ στους κατά συρροή δολοφόνους δεν πάει να πει οτι γυρεύω να τους εκφράσω ή να τους καπελώσω! Άλλωστε κι ο ίδιος ο Νικολαϊδης έλεγε:
«Ταινίες κάνω πρώτα για τον εαυτό μου, τους συνεργάτες μου, τους 10 φίλους μου. Αν τύχει να ενδιαφέρουν και κάποιον άλλο, όπως συνέβη έως τώρα, τόσο το καλύτερο. Μιλάω για ένα σκληρό πυρήνα που του αρέσει η δουλειά μου και όχι για εκείνους που απλώς καταναλώνουν εισιτήρια.»-Ο Νικολαϊδης (όπως και κάθε νοήμων άνθρωπος) γνωρίζει οτι κάθε πράξη (πόσο μάλλον μια ταινία) είναι πολιτική. Εξηγεί στα παραπάνω αποσπάσματα που αντέγραψα τι εννοεί αναφέροντας οτι η γενιά του δεν πίστεψε στην πολιτική αλλά στη φιλία, τον έρωτα και την ανεξαρτησία. Έχει αντίθετη γνώμη ο Φων; Θεωρεί δηλαδή οτι η γενιά του ’50 ήταν μια γενιά που πίστευε στην πολιτική (εδώ ο όρος χρησιμοποιείται με τη στρατευμένη χροιά που είχε εκείνη την εποχή) πάνω απ΄όλα; Δηλαδή οι «τεντυμπόιδες», οι «γιεγιέδες», οι «μαλλιάδες» του ’50 και του ’60 δεν υπήρχαν; Μόνο οι Λαμπράκηδες, οι ΚΚΕδες, οι «μαύροι» και τα "λαϊκά παιδιά" υπήρχαν εκείνη την εποχή; Ώπα ρε Φων –ούτε ο Γεωργαλάς δεν είχε τολμήσει να ισχυριστεί κάτι τέτοιο, επί χούντας!
-Τα «Κουρέλια» γυρίστηκαν στις αρχές της μεταπολίτευσης όταν κάθε πικραμένος πούλαγε αριστεριλίκι φτιάχνοντας ταινίες με αντάρτες. Αυτό ακριβώς σημαίνει ο όρος «πολιτικοποίηση» που χρησιμοποιεί ο Νικολαϊδης κι όσοι είχαμε την «ευτυχία» να ζήσουμε την εποχή το θυμόμαστε. Ο Φων πού ήταν τότε; Διάβαζε; Ή (όπως παραδέχτηκε στα σχόλια για τους Metro Decay): «όπου άκουγε ξύλο έφευγε» κι έτσι δεν πήρε χαμπάρι τι γινόταν; Πάντως, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Νικολαϊδη:
«Με Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα και τη Γλυκιά Συμμορία, τις οποίες θεωρώ ταινίες πολιτικής και αισθητικής παρέμβασης, αποκάλυψα τις υπόγειες σήραγγες που ενώνουν τα συμφέροντα της Αριστεράς και της Δεξιάς, και βέβαια ο χρόνος με δικαίωσε.» Θα μου πεις: ήξερε ο Νικολαϊδης και δεν ξέρει ο Φώντας; Σωστό κι αυτό.
«Βλέποντας ξανά τα «Κουρέλια…» χθες, είπα μέσα μου – γιατί δεν μ’ άκουγε κανείς… – πως ο Νικολαΐδης δεν έκανε απλώς μια «μισή» ταινία, έκανε κάτι ελαχιστότατο».Βλέποντας ξανά το άρθρο του Φώντα σήμερα, είπα μέσα μου–γιατί όταν μιλάμε από μέσα μας δεν μας ακούει κανείς, εκτός αν υποφέρουμε από παράκρουση –πως ο Τρούσας δεν έγραψε απλώς μια μαλακία, αναπαρήγαγε τα επιχειρήματα της ελεεινής, κατ΄όνομα μόνο, αριστεράς η οποία προσπαθούσε (και τελικά κατάφερε) να λογοκρίνει τον Νικολαϊδη.
«Προσωπικώς, δεν απορώ καθόλου για τη φήμη που απέκτησε το φιλμ μέσα στο κύκλωμα των εν αφασία εγχώριων αντεξουσιαστών (των εν αφασία λέω) και των παρατρεχάμενων ελληνοροκάδων ακροατών. Διαβάστε τι λέει ο Γιάννης Αγγελάκας στην Athens Voice (τεύχος 347, 19-25 Μαΐου 2011) και θα μ’ εννοήσετε: «‘Κουρέλια’ στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και πάθαμε πλάκα όλοι οι πιτσιρικάδες.(…) Από τότε τον είχαμε τον αγαπημένο μας σκηνοθέτη. Ένας άνθρωπος που μιλούσε άλλη γλώσσα και μακριά από πολιτικούρες, με αίσθημα με μουσική. Είχε πήξει το μυαλό μας με τα εντεχνο-μεταπολιτευτικά. Είχαμε βαρεθεί τη ζωή μας. Ακούγαμε ροκ. Δεν είχαμε δει καμία ελληνική ταινία που να μιλάει για τη δική μας τρέλα». Ειλικρινώς, αδυνατώ να κατανοήσω πως η «τρέλα» ενός νέου ανθρώπου θα μπορούσε να σχετίζεται με τις απαγωγές, τους βιασμούς και τους φόνους – πράξεις στις οποίες επιδίδονται οι πρωταγωνιστές των «Κουρελιών» –και εν τέλει την αυτοκτονία (του Άλκη)…»Δεν ξέρω τι φήμη έχουν τα «Κουρέλια» μεταξύ των «εν αφασία» επειδή δεν έχει τύχει να περιδιαβώ τα νοσοκομεία και να κάνω σχετικό γκάλοπ. Ξέρω όμως οτι για τη γενιά μου (συγνώμη Φώντα), για τους νέους του ’80 ήθελα να πω (κι απ΄ότι έχω ακούσει και για μεγάλο μέρος της νεολαίας του ’70) τα «Κουρέλια» ήταν αποκάλυψη, ήταν σταθμός και προκάλεσαν δέος όταν βγήκαν στα σινεμά. Όπως φυσικά και η «Συμμορία». Όπως ακριβώς δηλαδή τα λέει ο Αγγελάκας (και για να συμφωνώ εγώ με Αγγελάκα –καταλαβαίνεις πόσο προφανές είναι αυτό που λέει). Τώρα, αν ο Φων αποφάσισε οτι οι ελληνοροκάδες και οι αντιεξουσιαστές είναι ένα αμελητέο κομμάτι της νεολαίας του ’70 και του ’80 –τι να πω; Αμελητέοι σύμφωνα με τον Φώντα το ’50, αμελητέοι το ’70, ανύπαρκτοι το ΄80 –το Φώντας από το Χαρίλαος Φλωράκης βγαίνει τελικά ή από το Δημήτρης Δανίκας;
Πάμε στο θέμα των απαγωγών, των βιασμών και των φόνων που ενόχλησε τον Φώντα στα «Κουρέλια». Για την ακρίβεια πρόκειται για ΜΙΑ απαγωγή, ΕΝΑΝ βιασμό κι ΕΝΑΝ φόνο (ενιαίο το γεγονός) –αλλά δίνουμε κάποιο όγκο στο όλο θέμα προκειμένου να δείξουμε οτι τύφλα να΄χουν τα Death Wish του Τσαρλς Μπρόνσον μπροστά στα «Κουρέλια»!
Εδώ λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με τη δημιουργία ενός καταραμένου χαρακτήρα, ενός αντικοινωνικού και εξωσυμβατικού ο οποίος ζει αρρωστημένα προσκολλημένος στο παρελθόν, παίρνει με τη βία αυτά που δεν του δίνονται πλέον απλόχερα και σκοτώνει χωρίς ενδοιασμούς. Αυτός ακριβώς ο χαρακτήρας (ένας είναι Φώντα μου, δεν υπάρχει άλλος στο φιλμ) που ξεκινάει σαν αντιπαθές κτήνος γίνεται στη συνέχεια της ταινίας όχι μόνο συμπαθής αλλά και εμβληματικός. Αυτό λέγεται ανατροπή Φωντανάκι μου, αυτό λέγεται στιβαρό σενάριο, αυτό λέγεται δημιουργία χαρακτήρων με βάθος. Όσο για την αυτοκτονία –είναι η μοναδική λύση που σου αφήνεται ανοιχτή από την πλοκή της ταινίας –οι καταραμένοι "αναχωρητές" (δολοφόνος και ναρκομανής) αυτοκτονούν ενώ ο ολίγον πολιτικοποιημένος (για λόγους κοινωνικής ενσωμάτωσης) τρίτος της παρέας επιστρέφει στην οικογένειά του. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιστροφή της Ρίτας στο ψυχιατρείο και ο τέταρτος της παρέας που αποφυλακίζεται όταν είναι πλέον αργά –αλλά ας μην αναλύσουμε περισσότερο αυτό το
«υποτυπώδες σενάριο» -εδώ ο Φώντας δεν έπιασε τα προφανή, αν μπούμε στους συμβολισμούς θα λιποθυμήσει.
«Δεν είμαι συντηρητικός θεατής, το κάθε άλλο θα έλεγα. Γουστάρω τα θρίλερ όλων των ειδών και δεν έχω πρόβλημα με τα κινηματογραφημένα εγκλήματα, ούτε με τους βιασμούς και τις αυτοκτονίες, όταν αιτιολογούνται μέσα από μία σεναριακή πλοκή, που κάπου θα καταλήξει. Όταν όμως οι βιασμοί και τα εγκλήματα συνδέονται με το rock n’ roll (το σάουντρακ της ταινίας, περαιτέρω, είναι πλημμυρισμένο από fifties κομμάτια, που είχε διαλέξει ο γνωστός «δισκάς» των Εξαρχείων Άρης Μπέλλης), έτσι επειδή το θέλει ο Νικολαΐδης, προκειμένου να ικανοποιήσει το… αντι-εξουσιαστικό και το α-πολιτικό του πνεύμα, τότε εγώ θ’ αναγκαστώ να μιλήσω για μία δημαγωγική πρακτική, η οποία ενοχοποιεί βλακωδώς όχι μόνον ολόκληρη τη «γενιά του ’50», αλλά και το ίδιο το rock n’ roll. Βεβαίως, στην πραγματικότητα, εκείνη που ενοχοποιείται είναι η παρέα του Νικολαΐδη (ενδεχομένως κάποιοι από τους πρώτους «ροκεντρολάδες» του Green Park, του Top Hat και των… φλιπερακίων) και όχι συλλήβδην η «γενιά του ’50»· οι 20άρηδες ας πούμε της εποχής, που αγωνίζονταν να επιβιώσουν μέσα στο, ολέθρια βίαιο, αστυνομικό κράτος και παρακράτος της πρώτης «καραμανλικής» 8ετίας. Κάποιοι τους ταυτίζουν. Πρόβλημά τους.»Εδώ έχουμε την creme de la creme του άρθρου κι όποιος άντεξε να διαβάσει (πέσει) μέχρι τόσο χαμηλά θα αποζημιωθεί. Για τυπικούς λόγους κυρίως θα πω, παρενθετικά, οτι όποιος ξέρει το έργο του Νικολαϊδη γνωρίζει οτι τα μουσικά κομμάτια που χρησιμοποιεί είναι προσωπικές του επιλογές (απλώς τα δανείστηκε από το δισκάδικο του Μπέλη -γι΄αυτό και τον αναφέρει τόσο γενναιόδωρα στους τίτλους).
Εγώ λοιπόν, αντίθετα από τον Φώντα, είμαι συντηρητικός θεατής –θέλω η ταινία που βλέπω να λέει κάποια ιστορία και να με ψήνει οτι οι συμμετέχοντες έχουν βάθος, δεν είναι απλοί διεκπεραιωτικοί χαρακτήρες. Γι΄αυτό δεν γουστάρω τα σπλάτερ (αυτό μάλλον εννοεί ο Φων λέγοντας θρίλερ), ούτε τους βιασμούς και τα εγκλήματα που γίνονται απλώς και μόνο για να έχει μετά το παλικαράκι επαρκή λόγο προκειμένου να ξαντεριάσει τους κακούς. Έχοντας ξεκαθαρίσει αυτό, προχωράω στο παρασύνθημα:
-Οι βιασμοί και τα εγκλήματα συνδέθηκαν με το ροκ εν ρολ λόγω «Κουρελιών»; Τι μας λες ρε Φώντα! Και η «Ζούγκλα του Μαυροπίνακα» δηλαδή τι ήταν; Δεν ήταν το έργο που απογείωσε το ροκ εν ρολ παγκοσμίως; Τι κάνανε εκεί οι ροκενρολάδες; Παίζανε κανάστα;
-Το ροκ εν ρολ ενοχοποιείται από τις πράξεις (βιασμός μετά φόνου) του κινηματογραφικού Άλκη στα «Κουρέλια»; Κι όχι από το οτι, ας πούμε, οι δυο σημαντικότερες μορφές του είδους (Έλβις Πρίσλεϊ και Τζέρι Λι Λιούις) ήταν παιδεραστές; Βάλε και τον Τσακ Μπέρι στο κλαμπ για πλουραλισμό άμα γουστάρεις.
-Πώς έχει στο μυαλό του τους ροκεντρολάδες (τόσο της Ελλάδας, όσο και της Αμερικής) ο Φώντας; Σαν καλοχτενισμένα παιδάκια που μετά την εκκλησία άκουγαν Μπιλ Χάλεϊ, πίνοντας τη γρανίτα τους; Η λέξη «αλητεία» η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το ροκ από τις πρώτες κιόλας εκφάνσεις της συγκεκριμένης μουσικής, του λέει τίποτα του κυρ Φώντα μας;
-Ποιοι ήταν αυτοί οι νέοι που αγωνίζονταν να επιβιώσουν εκείνη την "
καραμανλική οκταετία"; Οικοδόμοι που τραγουδούσαν κουβαλώντας πηλοφόρι; Χριστιανόπουλα που πήγαιναν με χαρά; ΚΚΕδες ημιπαράνομοι; Ποιοι σκατά ήταν όλοι αυτοί οι οποίοι, σύμφωνα με τον Φώντα, αποτελούσαν την συντριπτική πλειοψηφία της νεολαίας; Ας μάς τους πει να τους μάθουμε και μετά ας τους ξεχάσουμε λόγω χασμουρήματος.
Κλείνοντας, νομίζω οτι είναι μια καλή ευκαιρία να μεταφέρω την άποψη του ίδιου του Νικολαϊδη για Φωντανάκια σαν τον καλό μας κύριο Τρούσα κι επειδή δεν θέλω να φανώ δεσποτικός, ας διαλέξει μόνος του σε ποια από τις παρακάτω κατηγορίες ανήκει:
«Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων που με θλίβουν βαθύτατα: είναι οι θεατές της Κυριακής. Ακόμα οι διανοούμενοι που γράφουν για κιν/φο δίχως να κάνουν κιν/φο και το υπομοντέλο αυτών, οι χυδαϊστί αποκαλούμενοι κουλτουριάρηδες, που βλέπουν κιν/φο δίχως να κάνουν κιν/φο. Ακόμα οι κριτικοί-επιγραφοποιοί, οι θαμώνες των κιν/κών λεσχών, τα λεγόμενα boutons de jeunesse του σινεμά και πάνω απ’ όλα, ο φαρδύκωλος homo cinematograficus (συνήθως συναντάται συλλογισμένος στους πρόποδες των μικροαστικών σινέ-τέχνης). Κοινό χαρακτηριστικό τους, η πολιτικοποιημένη ημιμάθεια, η έλλειψη χιούμορ, φυσικά και η άγνοιά τους για τον κιν/φο.»Υ.Γ.: Αυτή την Πέμπτη ξεκινάει το Αφιέρωμα στον Νίκο Νικολαϊδη, στην Ταινιοθήκη. Ξεκινάει με την «Πρωινή Περίπολο» μια ταινία, ξέρεις τώρα, με "
βιασμούς, υποτυπώδες σενάριο" και άλλα τέτοια... Μια ταινία η οποία, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται μέσα στις 10 καλύτερες που έχουν γυριστεί παγκοσμίως (αναφορικά με το θέμα της) και μια ταινία που είναι οτι θα ονειρευόταν να φτιάξει ο Χίλκοκ σκηνοθετώντας τον «Δρόμο» αν είχε το απαιτούμενο ταλέντο. Όμως, δυστυχώς η μεγαλοφυΐα δεν πωλείται στα σούπερ μάρκετ. Ούτε και το χιούμορ Φώντα μου.
(Ευχαριστώ τον Milioka για την κερασμένη εικόνα)