Παρασκευή, Αύγουστος 26, 2011

Τρία αστεία κόμματα

«Οι ψυχοπαθείς κατέλαβαν το άσυλο», έλεγε το προφητικό εκείνο τραγούδι, εξ ου και προκύπτει το ερώτημα: ποιοι είναι οι αντίστοιχοι σημερινοί Fun Boy Three; Εντάξει, ο ένας είναι ο Σαμαράς, ο δεύτερος ο Σπηλιωτόπουλος. Ο τρίτος; Να δεχτούμε και, για χάρη της τέχνης, να αναγορεύσουμε την Αννούλα τη Διαμαντοπούλου σε τρίτο Αστείο Αγόρι; Ας το δεχτούμε μπας και βάλουμε ένα πλαίσιο στον νόμο–πλαίσιο.

Τον οποίο νόμο διάβασα όσο άντεξα. Είχα, βλέπεις, αυτή την απορία –πώς γίνεται να καταργήσεις ένα δικαίωμα που έχει τα ερείσματά του στο οικογενειακό δίκαιο; Μιλάω για το άσυλο.

Όπως ισχύει οτι στο σπίτι του καθενός μας δεν μπορεί να μπουκάρει αέρα-πατέρα ο μπάτσος εκτός αν τον καλέσουμε ή αντιληφθεί οτι τελείται εγκληματική πράξη, έτσι πάει και με τα πανεπιστήμια, τις εκκλησίες, τις εταιρείες και τα μπουρδέλα (εφόσον έχουν άδεια λειτουργίας). Η διαφοροποίηση μεταξύ όλων των υπολοίπων ασύλων και του πανεπιστημιακού ήταν οτι αντί για τον ιδιοκτήτη του σπιτιού, τον παπά της εκκλησίας, τον κατά νόμο υπεύθυνο της εταιρείας ή την τσατσά του μπουρδέλου, σύμφωνη γνώμη για το μπουκάρισμα των μπάτσων στο πανεπιστήμιο θα έπρεπε να δώσει μια τριμελής επιτροπή (και μάλιστα η γνώμη αυτή να είναι ομόφωνη). Εφόσον βεβαίως (και μην το υποβαθμίσεις αυτό) δεν υπήρχε η υπόνοια τέλεσης εγκληματικής πράξης εντός του ασύλου –σε αυτή την περίπτωση ο μπάτσος μπουκάριζε βουρ.

Διάβαζα λοιπόν στις εφημερίδες οτι το άσυλο επρόκειτο να καταργηθεί μέσω της μη αναφοράς του στον καινούργιο νόμο, άκουσα στις ειδήσεις οτι ο Σάμυ Δέλτας Τζούνιορ είχε βάλει τρεις όρους για συναίνεση -εις εκ των οποίων ήτο η κατάργηση του ασύλου- άκουσα και τη Ντιαμάντα Κάλλας να αγορεύει στη Βουλή: «Το πανεπιστημιακό άσυλο καταργείται, θα ισχύει ότι και στους δημόσιους χώρους» και μπερδεύτηκα ο άτομος!
Δηλαδή, πώς θα ισχύουν τα ίδια με τους δημόσιους χώρους; Θα μπορεί στα πανεπιστήμια να μπαινοβγαίνει ο πάσα ένας (όπως στις πλατείες π.χ.) και να απλώνει ένα αντίσκηνο μετά καταλήψεως ας πούμε (όπως στην πλατεία Συντάγματος); Αν ναι –μια χαρά! Επειδή όμως είμαι άνθρωπος δύσπιστος αποφάσισα να δω τι γράφει το νομοσχέδιο περί του θέματος και νάτο:

Άρθρο 3 -Ακαδημαϊκή Ελευθερία
1. Στα Α.Ε.Ι. κατοχυρώνεται η ακαδημαϊκή ελευθερία στην έρευνα και τη
διδασκαλία, καθώς και η ελεύθερη έκφραση και διακίνηση των ιδεών.
2. Υπεύθυνος για την τήρηση της παραγράφου 1, καθώς και για την
προστασία και ασφάλεια του προσωπικού και της περιουσίας του Α.Ε.Ι., είναι
ο πρύτανης. Με τον Οργανισμό κάθε ιδρύματος ορίζεται η διαδικασία
διαφύλαξης της ακαδημαϊκής ελευθερίας.
3. Σε αξιόποινες πράξεις που τελούνται εντός των χώρων των Α.Ε.Ι.
εφαρμόζεται η κοινή νομοθεσία.

Έχω λοιπόν κάποιες απορίες, ως συνήθως:

-Όταν λένε οτι κατοχυρώνεται η ελεύθερη έκφραση και διακίνηση των ιδεών στα ΑΕΙ, χωρίς να προσδιορίζουν το εύρος των ιδεών και χωρίς να περιορίζουν τη φύση των φορέων ιδεών, δεν εννοούν οτι μπορεί π.χ. να μπει ελεύθερα στον χώρο του ΑΕΙ ένας οπαδός του Κρίσνα και να αναπτύξει τη φιλοσοφία του βράζοντας ρύζι με σταφίδες και μοιράζοντάς το στον κόσμο; Αν ναι, τότε δικαιούμαι να υποθέσω οτι μπορεί να μπει στον χώρο του ΑΕΙ και μια ομάδα εξωπανεπιστημιακών αναρχικών οι οποίοι θα κάνουν τη λαϊκή τους συνέλευση –έχω λάθος; Κι αν μπουν και εφόσον η διακίνηση των ιδεών επιτρέπεται δεν μπορούν να μπουκάρουν οι μπάτσοι εκτός αν τους καλέσει ο πρύτανης –όπως και σήμερα δηλαδή!

-Αν τώρα αυτοί που έχουν μπει δεν συνιστούν απειλή για το προσωπικό και δεν επιβουλεύονται την περιουσία του ΑΕΙ ο πρύτανης δεν έχει λόγο να κάνει κάτι –έτσι δε λέει το δεύτερο τμήμα του άρθρου; Άσε που τελικά, όπως αναφέρεται στο ίδιο τμήμα, το κάθε ίδρυμα μπορεί να αποφασίσει όπως γουστάρει περί της διαφύλαξης της ακαδημαϊκής ελευθερίας –άρα, μπορεί και να θεσπίσει κανόνες αυστηρότερους των προηγουμένων περί ασύλου!

-Για το τρίτο τμήμα δεν έχω κάτι να πω –αυτό ίσχυε «από ανέκαθεν» και παραμένει σε ισχύ.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπάρχει λόγος να διαμαρτύρονται κατά της κυβέρνησης οι φοιτητές στο θέμα του ασύλου. Αρκεί να κανονίσουν με τον πρύτανή τους και να περάσουν τους κανόνες διαφύλαξης του ασύλου που θεωρούν σωστούς. Έχω άδικο; Πονηρή λοιπόν η Ντάιμοντ Λέιντι! Και το άσυλο δεν θεσπίζει και αφήνει τη δυνατότητα θέσπισής του ανοιχτή, απλώς κάνοντάς το πάσα στα όργανα των ΑΕΙ. Κι όλοι αυτοί που πανηγυρίζουν για την κατάργηση του ασύλου, αν δεν έχουν κάποια στοιχεία τα οποία τους βεβαιώνουν οτι τα ΑΕΙ θα καταργήσουν από μόνα τους το άσυλο είναι απλώς βόιδια και κοροϊδάρες. Αν έχουν στοιχεία, ας μας τα πουν κι εμάς να μην αγωνιούμε.

Και για να τελειώνουμε με την κατάργηση του ασύλου –ποιος είπε στους πανηγυρτζήδες οτι οι πρυτάνεις που μέχρι σήμερα έμπαζαν (ή δεν έμπαζαν) τα ΜΑΤ στα ΑΕΙ θα αλλάξουν τακτική από αύριο; Μπήκε η τσαχπινιά σχετικά με την περιουσία του ΑΕΙ (λες και πριν, υπεύθυνος για την περιουσία του ΑΕΙ δεν ήταν ο πρύτανης αλλά ο φούφουτος) μπας και τρομάξουν –ποιοι; Οι πρυτάνεις; Μια μάντρα κλάσανε στον πρύτανη που κάλεσε ο εισαγγελέας όταν μπήκαν οι απεργοί πείνας στη Νομική, τα ίδια θα γίνουν και σε οποιαδήποτε άλλη φάση. Γιατί το ποιος ευθύνεται για τις καταστροφές σε τέτοιους χώρους είναι ενίοτε πιο ανεξιχνίαστο από το ποιος τελικά σκότωσε τον Τζον Αυλακιώτη. Κι άντε μετά σε κατάσταση πολιορκίας ενός ΑΕΙ από τα ΜΑΤ να πεις οτι φταίνε οι μέσα που σπάνε και όχι οι έξω που πετάνε –άρα, λάδι ο πρύτανης.

Πέρα από το θέμα του ασύλου ακούστηκαν διάφορα για τον συγκεκριμένο νόμο –πλαίσιο, δεν θα μπω σε λεπτομέρειες αφού αυτά είναι φοιτητικά χωράφια κι όπως θέλουν εκείνοι ας τα οργώσουν. Θα μείνω όμως λίγο στην κουβέντα που έγινε, περί μη συμμετοχής των φοιτητών στην εκλογή πρύτανη ο οποίος ήταν αρχικά να εκλέγεται από εξωτερικούς (από το ΑΕΙ) παράγοντες αλλά τελικά πέρασε το ναζάκι της ΝΔ και θα εκλέγεται μονάχα από ΑΕΙτζήδες (όμως ο κατάλογος υποψηφιοτήτων θα συμπληρώνεται από τους εξωτερικούς). Δυο λοιπόν τα σενάρια:

1. Μια επιτροπή αναγνωρισμένων ακαδημαϊκών της Ελλάδας και του εξωτερικού να επιλέγει πρύτανη (πρόταση Πασόκ).

2. Να εκλέγεται ο πρύτανης από τους καθηγητές και τους εκπροσώπους των φοιτητών του ΑΕΙ (πρόταση ΝΔ).

Τελικά ακολουθείται κάτι ενδιάμεσο –η επιτροπή των αναγνωρισμένων θα προτείνει, το ΑΕΙ θα εκλέγει κι οι εκπρόσωποι των φοιτητών le poulet. Να συγχαρώ εδώ, πρωτίστως, τη ΝΔ για την καινοτόμα πρότασή της να εισηγηθεί αυτό που ήδη ίσχυε και το Πασόκ, δευτερευόντως, για την εκσυγχρονιστική του οπτική με τις επιτροπές των αναγνωρισμένων.

Επειδή έτυχε να έχω προσωπική εμπειρία (σαν παρατηρητής βέβαια!) της λειτουργίας τέτοιων επιτροπών αναγνωρισμένων ακαδημαϊκών της Ελλάδας και του εξωτερικού θα πρέπει να παραδεχτώ οτι πρόκειται περί μεγάλου χαβαλέ. Οι συμμετέχοντες ανήκουν, συνήθως, σε μια από τις εξής κατηγορίες:

-Ξένοι πανεπιστημιακοί που δεν έχουν την παραμικρή επαφή με την ελληνική πραγματικότητα, αλλά τα πολλά κιλά αυθεντίας που διαθέτουν τους εμποδίζουν να αναζητήσουν σχετική πληροφόρηση.
-Έλληνες πανεπιστημιακοί που σταδιοδρομούν στην αλλοδαπή και έρχονται με το υφάκι του επαναπατρισθέντα από τη Γερμανία ο οποίος κυκλοφορεί στο χωριό με τη Μερτσέντα και απορεί συνεχώς: «μα πώς ζείτε έτσι βρε παιδί μου!» (ο παραλληλισμός είναι σχηματικός –προς θεού, δεν έχουν Μερσεντές οι άνθρωποι!)
-Έλληνες πανεπιστημιακοί ελληνικών πανεπιστημιών που κοιτάνε λιγούρικα τους εκπροσώπους των δυο παραπάνω κατηγοριών και κλαίγονται: «εμείς εδώ μοιραζόμαστε το μπικ και τρώμε τυρόπιτα κάθε Πάσχα».

Δεν είμαι εύκαιρος να ορίσω τι ποσοστό των συμμετεχόντων σε αυτές τις επιτροπές ανήκει στις παραπάνω κατηγορίες, πάντως, εντελώς πρόχειρα θα σου πω οτι πρόκειται για περισσότερο από το 50%. Λοιπόν, έχω την υποψία οτι κάτι τέτοιες επιτροπές δεν θα βοηθήσουν στην αναβάθμιση της τριτοβάθμιας παιδείας της χώρας.

Από την άλλη, το υπάρχον σύστημα με τους καθηγητές και τους εκπροσώπους των φοιτητών να εκλέγουν πρύτανη έχει αποδειχτεί κάπως, λίγο, πιθανώς, ίσως, ει δυνατόν.... με μια κουβέντα πρόκειται περί αισχρά συναλλακτικού συστήματος. Δούναι και λαβείν, θα σε ψηφίσω αν μου φτιάξεις την τάδε έδρα, τσίμπα και μια κομματική γραμμή, δώσε και μένα μπάρμπα. Και φυσικά το καινούργιο σύστημα θα είναι μια από τα ίδια. Απλώς θα κοπεί ολίγο από το πουλ μουρ των φοιτητοπατέρων (αλλά η κομματική γραμμή θα εξακολουθεί να περνάει). Κι όσο για το κοσμογονικό γεγονός οτι τους υποψήφιους πρυτάνεις θα προτείνει η επιστημονική επιτροπή που λέγαμε παραπάνω –σιγά τα ωά! Ο πρύτανης που θα εκλεγόταν με την προηγούμενη μέθοδο, 99% θα είναι μέσα στους προτεινόμενους υποψήφιους (το 1% αφορά πρυτάνεις χωρίς διδακτορικό αν υπήρξαν τέτοιοι μέχρι σήμερα).

Άρα λοιπόν –στις βασικές του γραμμές –ο καινούργιος νόμος πλαίσιο είναι «μια απ΄τα γίδια». Κι ακόμα γελάω με το τρικάκι της υπουργού που κουβάλησε ένα μπαούλο νομολογία για να δείξει οτι απλουστεύει τα πράγματα –ποιος το σκέφτηκε άραγε; Γελάω γιατί και ο προηγούμενος νόμος –πλαίσιο, τόσος ήταν, σαν αυτόν που ψηφίστηκε τώρα. Αλλά κατά τη διάρκεια εφαρμογής του βγήκαν τόσες εγκύκλιοι, αποφάσεις, προεδρικά διατάγματα και νόμοι που σχηματίστηκε μισό μπαούλο. Το άλλο μισό μπαούλο γέμισε με νόμους που δεν ισχύουν πια αλλά τους βάλανε για μπούγιο.

Φτιάξανε λοιπόν έναν νόμο που δεν κάνει τίποτα απολύτως κι έτσι η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου παραμένει πιστή στον τιποτισμό της (απορώ μάλιστα πώς δεν έχει γίνει καλτ για τους καμένους τριαντάρηδες φαν του είδους). Πραγματικά, η τωρινή κυβέρνηση αγωνίζεται να ξεπεράσει σε ανικανότητα κι αυτή ακόμα την κυβέρνηση –θεσμό του Κωστάκη! Δυο χρόνια τώρα σχεδιάζουν, ανακοινώνουν, διαβουλεύονται και στο τέλος τα παίρνουν όλα πίσω! Έχουμε λοιπόν μια πλατωνική κυβέρνηση, πώς ερωτοτροπούν κάτι αγνά, αμόλυντα ζευγάρια χωρίς ν΄αγγίζονται; Έτσι ακριβώς κυβερνάνε κι αυτοί.

Και να πεις οτι δε μπάζει από παντού η τριτοβάθμια εκπαίδευση!

Από την εποχή που ήμουνα φοιτητής φωνάζαμε κατά του μοναδικού συγγράμματος που έδινε υπερεξουσίες στον διδάσκοντα καθηγητή. Θα δίνουνε, λέει, και ηλεκτρονικά συγγράμματα από δω και πέρα –αλήθεια; Κι από ποιο σύγγραμμα θα μπαίνουν τα θέματα στις εξετάσεις;

Από την εποχή των πρώτων ελληνικών πανεπιστημίων οι φοιτητές ξελαρυγγιάζονται για περισσότερα κονδύλια στην παιδεία (αίθουσες, εποπτικά μέσα διδασκαλίας, βιβλιοθήκες, στέγαση, σίτιση κλπ). Ο καινούργιος νόμος ανοίγει (λένε) τη δυνατότητα εισροής ιδιωτικών κονδυλίων στα πανεπιστήμια. Υπέροχα! Σα να το βλέπω μπροστά μου να έρχεται ο CEO της Novartis για να επιλέξει τι απ΄όλα θα χρηματοδοτήσει: τα ερευνητικά προγράμματα του Φυσικού Αθηνών, ή τις κοσμογονικές ανακαλύψεις του Χημικού Πάτρας; Ρε λεβέντες –καλά, η κυβέρνηση έχει το ακαταλόγιστο στην παπαρολογία (και στη νομοπαρασκευή) αλλά εσείς που διαμαρτύρεστε για το γεγονός οτι ξεπουλιούνται τα πανεπιστήμια στους ιδιώτες, πώς την έχετε δει; Μαλάκες ή πονηροί;

Βαριέμαι να συνεχίσω την απαρίθμηση των προβλημάτων των πανεπιστημίων τα οποία δεν αγγίζει καν ο νόμος –πλαίσιο γι΄αυτό περνάω κατευθείαν στο ρεζουμέ: καταπληκτικός νόμος –πλαίσιο, ηλιθιοδέστερος και ευθυνοφοβότερος δεν θα μπορούσε να γίνει!
Γι΄αυτό άλλωστε ψηφίστηκε με ευρεία συναίνεση, αν ο συγκεκριμένος νόμος είχε το παραμικρό θετικό στοιχείο θα το πολεμούσαν μέχρι θανάτου τα κόμματα της αντιπολίτευσης κι αν είχε αρνητικά στοιχεία θα τα διατυμπάνιζαν για να πάρουν τη δόξα. Αλλά αυτοί όχι μόνο το ψήφισαν –πανηγύριζαν κιόλας επειδή καταργήσανε το άσυλο και τσακώνονταν για το ποιος είχε προτείνει πρώτος τις βλακώδεις διατάξεις του νόμου! Εντάξει, η τιμημένη αριστερά διαφώνησε και το ακόμα πιο τιμημένο ΚΚΕ δήλωσε για πολλοστή φορά την ανυπακοή του (αυτή η στάση ανυπακοής του ΚΚΕ θα πρέπει να μελετηθεί πάντως, επειδή για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία εμφανίζεται ανυπάκουος προβοκάτορας, σε λίγο θα μπερδευτούν κι οι ίδιοι σχετικά με το από ποιους παίρνουν εντολές και ποιους προβοκάρουν).

Διαβάζω όσα έγραψα μέχρι τώρα και κοντεύω να πεθάνω από τη νύστα, σταματάω λοιπόν και πες μου τώρα εσύ τι φταίει; Έχασα το σπινθηροβόλο στυλ γραψίματός μου ή το όλο θέμα είναι πιο βαρετό από παρακολούθηση αγώνα μπάτμιγκτον σε διασυλλογικό επίπεδο;

Τρίτη, Αύγουστος 23, 2011

Ήταν ο Δαρβίνος εγκληματολόγος;

Θυμάμαι πριν κάτι αιώνες, όταν απείχα μόλις 2-3 μαθήματα από την απόκτηση πτυχίου κοινωνιολογίας, με είχε πιάσει η πρεμούρα της άμεσης επαγγελματικής αποκατάστασης. Σ΄αυτή τη χώρα όταν λέμε άμεση επαγγελματική αποκατάσταση εννοούμε: μπάτσος, στρατιωτικός, παπάς ή καθηγητής παύλα δάσκαλος. Είχα ξεκινήσει λοιπόν το ψάξιμο της πιθανότητας διορισμού σε θέση καθηγητή γυμνασιολυκείου, οπότε, μαζί με άλλους τελειόφοιτους ανακαλύψαμε οτι τελικά τα όνειρα είναι «πουλιά ταξιδιάρικα» που έλεγε κι ο Ζορζ Μουστακί Καλογιάννης. Κοντολογίς, καταλάβαμε οτι αν δεν είχαμε ισχυρό σύλλογο να καρφώσει το μάθημα της κοινωνιολογίας σε διδακτικές ύλες, πανελλαδικές εξετάσεις και όλα τα σχετικά, διορισμό δε βλέπαμε. Και μην το αντιμετωπίζεις σαν ξερό διορισμό, λάβε υπόψη οτι όσο αυξάνεται η βαρύτητα ενός μαθήματος τόσο αυξάνονται και οι φροντιστηριακές ώρες που χρειάζονται για την «κατανόησή» του.
Για να μη σε κουράζω ο, νεοσύστατος τότε, σύλλογος Κοινωνιολόγων ποτέ δεν κατάφερε να βρει επαρκές εκβιαστικό έρεισμα προκειμένου να επηρεάσει τα πράγματα προς όφελός του (όπως έκαναν και κάνουν άλλοι επαγγελματικοί σύλλογοι) κι έτσι το μάθημα της Κοινωνιολογίας ποτέ δεν απέκτησε ιδιαίτερη βαρύτητα.

Γιατί στα έγραψα όλα αυτά; Σαν προλεγόμενα -προκειμένου να ισχυριστώ οτι η φύση των μαθημάτων που διδάσκονται στα σχολεία καθορίζεται κυρίως από τη δυναμική των σχετικών επαγγελματικών συλλόγων παρά από τις υποτιθέμενες ανάγκες των μαθητών. Και για να κλείσω το θέμα της Κοινωνιολογίας (μη νομίζεις κιόλας οτι κάνω κάποια προπαγάνδα για το μάθημα) θα σου πω οτι σύμφωνα με τελευταία έρευνα σε μαθητές ελάχιστο (2-5%) ήταν το ποσοστό εκείνων που θα ήθελαν να διδαχθούν το συγκεκριμένο μάθημα. Εντάξει, ποτέ δεν το διδάχτηκαν σωστά γι΄αυτό και δεν έχουν ολοκληρωμένη άποψη επί του θέματος, θα μπορούσα να ισχυριστώ, αλλά το γεγονός παραμένει. Κι άμα δεν θέλουν τα παιδιά να κάνουν Κοινωνιολογία ας πάνε να κάνουν ζίου ζίτσου, δικό τους θέμα –τι με κόφτει εμένα;

Δεν θα έκανα καθόλου κουβέντα για όλα τα παραπάνω αν δεν διάβαζα στο Έθνος αυτό το καταπληκτικό άρθρο, που τιτλοφορείται:

«Στην Ελλάδα φοβούνται ακόμη... τον Δαρβίνο»

Να σημειώσω οτι τον Δαρβίνο τον φοβάμαι κι εγώ (μαζί με την Ελλάδα) επειδή η θεωρία του: α) είναι πλέον παρωχημένη και β) έχει αποτελέσει βάση για τις ναζιστικότερες των παρανοήσεων.
Προσοχή –δεν λέω οτι ο Δαρβίνος ήταν για τα μπάζα (η θεωρία του περί Εξέλιξης των ειδών ήταν όντως κοσμογονική), ούτε υποστηρίζω οτι ο Δαρβίνος ήτανε μπάρμπας του Αδόλφου! Απλώς αναφέρω αυτά που συνέβησαν ΛΟΓΩ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗΣ των θεωρητικών του συμπερασμάτων. Πάμε παρακάτω:

«Εξοστρακίζουν τη Βιολογία από το νέο γενικό αλλά και τεχνολογικό λύκειο, καθώς, όπως επισημαίνουν επιστημονικές ενώσεις αλλά και κορυφαίοι πανεπιστημιακοί, το μάθημα υποβαθμίζεται σε μία περίοδο όπου η συγκεκριμένη επιστήμη θα έπρεπε να βρίσκεται στον πυρήνα της Παιδείας.»

Εδώ λοιπόν είναι το ρεζουμέ της υπόθεσης –τουτέστιν κόβουν ώρες από το μάθημα βιολογίας και ξεσηκώθηκε ο επαγγελματικός κλάδος γιατί χάνει λεφτά. Φυσιολογική η αντίδρασή τους αλλά αυτό το «η συγκεκριμένη επιστήμη θα έπρεπε να βρίσκεται στον πυρήνα της Παιδείας» με προβλημάτισε λιγάκι.

«Οι έξι πανεπιστημιακοί που υπογράφουν την επιστολή: Γεώργιος Γραμματικάκης, ομότιμος καθηγητής Πανεπιστήμιου Κρήτης, Φώτης Καφάτος, καθηγητής στο Imperial College London, Αχιλλέας Γραβάνης, Ελευθέριος Ζούρος, Αλέξης Καλοκαιρινός και Ελευθέριος Οικονόμου- επισημαίνουν ότι η Βιολογία αποτελεί τον κρίκο μεταξύ των θετικών και ανθρωπιστικών επιστημών, που "δεν μπορούν να συζευχθούν σ΄ ένα γόνιμο και ολοκληρωμένο σύνολο χωρίς αυτή"».

Για να έρθει η επόμενη ακριβώς παράγραφος και να επιβεβαιώσει τους φόβους μου –πρόσεξε: οι θετικές και οι ανθρωπιστικές επιστήμες δεν μπορούν να ΣΥΖΕΥΧΘΟΥΝ σ΄ένα ΓΟΝΙΜΟ και ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΟ ΣΥΝΟΛΟ χωρίς τη Βιολογία!!!!! Τι μας λένε εδώ οι έξι υπέροχοι πανεπιστημιακοί; Οτι η Βιολογία ΔΕΝ είναι μια ακόμα θετική επιστήμη, η βιολογία πατάει και στις ανθρωπιστικές. Πριν την εξετάσουμε αυτή την άποψη ας δούμε ακόμα μια παράγραφο του άρθρου σχετική με την επιστολή των πανεπιστημιακών:

«Μάλιστα, απευθύνουν έκκληση στην κ. Διαμαντοπούλου να επανεξετάσει το μάθημα της Βιολογίας στο πρόγραμμα του γυμνασίου και του λυκείου, υπό το πνεύμα όχι μόνο των εφαρμογών της αλλά και της καλλιέργειας μιας υγιούς κοινωνικής συνείδησης.»

Εντάξει –το είδαμε, δεν υπάρχει πλέον περιθώριο παρερμηνείας. Οι συγκεκριμένοι πανεπιστημιακοί υποστηρίζουν την άποψη οτι η Βιολογία σαν επιστήμη, δεν μελετά μονάχα τα βιολογικά χαρακτηριστικά του ανθρώπινου οργανισμού αλλά μπορεί ΝΑ ΑΠΟΦΑΝΘΕΙ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ. Απίθανο;

Για να το σπάσω σε λιανά αυτό το πράγμα θα φέρω ένα παράδειγμα από άλλο άρθρο:

«Τα αγόρια που φέρουν το λεγόμενο «γονίδιο του πολεμιστή» είναι πιθανότερο να μπλέξουν σε συμμορίες και να γίνουν μάλιστα τα πιο βίαια μέλη τους, δείχνει νέα αμερικανική μελέτη, ενισχύοντας έτσι προηγούμενες αναφορές για την κληρονομική βάση της επιθετικότητας.
«Αν και οι συμμορίες τυπικά θεωρούνται κοινωνικό φαινόμενο, η έρευνά μας δείχνει ότι οι ποικιλίες ενός συγκεκριμένου γονιδίου MAOA [...] παίζουν σημαντικό ρόλο» σχολιάζει στο Livescience.com ο καθηγητής Βιοκοινωνικής Εγκληματολογίας Κέβιν Μπίβερ, επικεφαλής των ερευνητών στο Πανεπιστημιακό Πανεπιστήμιο της Φλόριντα....

Προηγούμενη μελέτη το 2006 ενοχοποιούσε το γονίδιο MAOA στην αυξημένη επιθετικότητα που καταγράφεται μεταξύ των ιθαγενών της φυλής Μαορί στη Νέα Ζηλανδία.

Το γονίδιο MAOA περιέχει την πληροφορία για τη σύνθεση ενός ενζύμου (αναστολέας της μονοαμινοξιδάσης Α) το οποίο απενεργοποιεί νευροδιαβιβαστές όπως η ντοπαμίνη και η σεροτονίνη. Οι ουσίες αυτές, που δρουν ως χημικοί αγγελιαφόροι στον εγκέφαλο, σχετίζονται με τη διάθεση και πιθανώς με την επιθετικότητα. Οι ποικιλίες του γονιδίου που φαίνεται ότι ξυπνούν τα ένστικτα του πολεμιστή μειώνουν την παραγωγή του ενζύμου και ανεβάζουν έτσι τα επίπεδα των νευροδιαβιβαστών.

«Επιπλέον, διαπιστώσαμε ότι με βάση τις ποικιλίες αυτού του γονιδίου μπορούμε να ξεχωρίσουμε τα μέλη συμμοριών τα οποία είναι πιθανότερο να συμπεριφερθούν βίαια και να χρησιμοποιήσουν όπλα από τα μέλη που είναι λιγότερο πιθανό να κάνουν οτιδήποτε από τα δύο» προσθέτει.»

Μια ομορφιά –έτσι; Τα παιδιά που μπλέκονται σε συμμορίες το κάνουν λόγω γονιδίου (όπως μας διαβεβαιώνει ένας ΒΙΟΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΟΣ!!!) Βέβαια, οι επιστημοναράδες πετάνε ένα «πιθανώς» και κάποιο «συνήθως» για να μην τους πάρουν με τα λεμόνια αλλά στο συμπέρασμα είναι κάθετοι: μπορούν να ξεχωρίσουν τους ΠΙΘΑΝΟΥΣ ΑΥΡΙΑΝΟΥΣ εγκληματίες.
Κι αν νομίζεις οτι αυτά είναι φούμαρα από ταινίες επιστημονικής φαντασίας πάρε ένα λινκ όπου το γονίδιο της επιθετικότητας λήφθηκε υπόψη για να μειωθεί η ποινή κάποιου.

Να μη σε κουράσω με παραδείγματα, κάπου θα έχεις ακούσει κι εσύ για τις προόδους της Βιολογίας σε επίπεδο μάλιστα να μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για την ανθρώπινη συμπεριφορά από βιολογικά ευρήματα.

Υποστηρίζω οτι η συγκεκριμένη θέση είναι κατά πρώτον φασιστική και κατά δεύτερον ντετερμινιστική –και εξηγούμαι:

-Φασιστική είναι μια «επιστημονική» θέση η οποία προσδίδει χαρακτήρα ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗΣ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ σε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά, ΠΡΙΝ ΑΚΟΜΑ Η ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΕΚΔΗΛΩΘΕΙ. Όλοι γνωρίζουμε οτι απόψεις του τύπου «όλοι οι έτσι είναι γιουβέτσι» (όλοι οι Εβραίοι είναι φιλοχρήματοι, όλοι οι μαύροι είναι διανοητικά κατώτεροι, όλοι οι άρειοι είναι διανοητικά ανώτεροι) είναι ναζιστικές απόψεις –όχι μόνο επειδή η απόδειξή τους δεν έχει καμιά σχέση με τις παραδεκτές επιστημονικές μεθόδους αλλά και γιατί το άτομο (Εβραίος, μαύρος, άρειος) δεν μπορεί να κάνει ΤΙΠΟΤΑ προκειμένου να μεταβάλει την κατάστασή του. Δεν πάει να διαβάζει ο μαύρος και να γίνεται καθηγητής πανεπιστημίου; ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ θα παραμένει πιο ηλίθιος από τον άρειο μποντυμπιλντερά που δεν έμαθε να βάζει ούτε την υπογραφή του.
Ας φύγουμε όμως από τον ναζισμό κι ας πάμε στον φασισμό: Ο διαθέτων το τάδε «γονίδιο επιθετικότητας» θα εκδηλώσει επιθετική (εκτός ορίων) συμπεριφορά όσο κι αν χτυπάει τον κώλο του στο πάτωμα για να το αποφύγει. Αφαιρείται έτσι από το άτομο η δυνατότητα επιλογής –είσαι έτσι άρα θα κάνεις αυτό, πάει και τελείωσε. Κι αν δεν μας πιστεύεις δες τους Μαορί! Είναι επιθετικοί λόγω γονιδίου, όχι λόγω της θέσης τους στο κοινωνικό περιβάλλον! Δηλαδή, άμα πάρεις ένα νεογέννητο Μαορί και το δώσεις στη Μαντόνα να το αναθρέψει δεν θα καταφέρεις τίποτα –όταν το νεογέννητο σταθεί στα πόδια του θα βουτήξει το δόρυ και θα τη σουβλίσει Like a Virgin. Διότι έχει το «ένστικτο του πολεμιστή»!!! Το οποίο το διαθέτουν, αν θες να ξέρεις, και κάποια παιδιά του δυτικού κόσμου (λόγω γονιδίου) κι ας μην έχει υπάρξει πόλεμος στη γονεακή τους αλυσίδα για γενιές ολόκληρες! Αν αυτά είναι επιστημονικά συμπεράσματα, εγώ είμαι ο Ταράς Μπούλμπα!

-Το θέμα του ντετερμινισμού είναι εξίσου σημαντικό. Ντετερμινισμός σημαίνει «μονοδιάστατος απόλυτος καθορισμός», τουτέστιν κάποια πράγματα καθορίζονται σε απόλυτο (ή σχεδόν απόλυτο) βαθμό από ΕΝΑΝ ΜΟΝΟ παράγοντα. Εκεί την πάτησε κι ο μαρξισμός, μια (κατά τα άλλα) διορατική και τρομακτικά ακριβής θεωρία –βλέπεις, η άποψη του Μαρξ οτι «το κοινωνικό εποικοδόμημα καθορίζεται ΣΕ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗ από την οικονομική υποδομή» ροκάνισε μοιραία την ορθότητα της θεωρίας, όσο κι αν ο θείος Κάρολος προσπάθησε να το σώσει αναφέροντας το «σε τελευταία ανάλυση». Η άποψη οτι κάποιοι βιολογικοί παράγοντες καθορίζουν καίρια την κοινωνική συμπεριφορά είναι το απαύγασμα του ντετερμινισμού –αυτό, από μόνο του ακυρώνει την θεωρητική ορθότητα των απόψεων. Και δεν το λέω εγώ –το λέει ο Καστοριάδης μαζί με 29 ακόμα ειδικούς πλυντηρίων.

Έγραψα στον πρόλογο οτι η βαρύτητα των μαθημάτων στο σχολικό πρόγραμμα καθορίζεται από την ειδική βαρύτητα των επαγγελματικών συλλόγων που σχετίζονται με αυτά και μπορώ να στο αποδείξω:

«Η Γενική Συνέλευση του τμήματος Βιολογικών Εφαρμογών και Τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, για να προσθέσει: "Αυτά στον ΄Αιώνα της Βιολογίας΄, όταν παγκοσμίως, εύλογα, ενδυναμώνεται η διδασκαλία των βιολογικών επιστημών, επειδή ακριβώς οι εφαρμογές τους καθορίζουν με καλπάζοντα ρυθμό πλήθος πτυχών της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, την υγεία των πληθυσμών κ.ά.".

Η Πανελλήνια Ένωση Βιοεπιστημών αναφέρει ότι αυτές οι επιλογές για τη διδασκαλία της Βιολογίας ουσιαστικά μειώνουν τις ώρες και συρρικνώνουν το ακροατήριό της. "Θα στερήσουν από τον μαθητή την αναγκαία γνώση ώστε να διαμορφώνει υπεύθυνες για τον εαυτό του, την κοινωνία και το περιβάλλον στάσεις και συμπεριφορές", τονίζουν τα μέλη της Ενωσης, προσθέτοντας πως θα εξαντλήσουν όλα τα μέσα, προκειμένου "η καταδίκη του μαθήματος της Βιολογίας να μην περάσει".»

Η Πανελλήνια Ένωση Βιοεπιστημών λοιπόν θα εξαντλήσει όλα τα μέσα προκειμένου να μη χαθεί καμιά διδακτική ώρα μαθήματος στα σχολεία (και άρα να μη χαθούν θέσεις βιολόγων καθηγητών) αλλά ας μην αμελούμε το γεγονός οτι «οι εφαρμογές των βιολογικών επιστημών καθορίζουν με καλπάζοντα ρυθμό πλήθος πτυχών της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, την υγεία των πληθυσμών κ.α.»

"Πλήθος πτυχών" -να το δούμε αυτό:

-Βιολογία και κοινωνική ζωή. Αν μπορέσουμε να εντοπίσουμε κάποια βιολογικά στοιχεία (γονίδια ή ξέρω ΄γω τι) που προκαθορίζουν συμπεριφορές τότε θα γίνει εφικτή και η ανάλογη βιολογική λοβοτομή η οποία θα αχρηστεύει το γονίδιο της επιθετικότητας ή το γονίδιο της τεμπελιάς ή το γονίδιο της «παρά φύση» σεξουαλικότητας; Ή μήπως θα αρκεστούμε απλώς στο να απομονώνουμε τα άτομα με τα παραπάνω γονίδια; Καμιά εξοριούλα, τίποτα ορυχεία να σπάνε πέτρες, κάποιο ψυχιατρείο ίσως;

-Βιολογία και οικονομική ζωή. Έχω κάπου διαβάσει οτι μπορεί να διαγνωστεί βιολογικά η προδιάθεση εμφάνισης καρκίνου στο άτομο -αυτή η εξέταση θα ήταν χρήσιμη σε μια ασφαλιστική εταιρεία ή σε κάποιον εργοδότη ο οποίος ενδιαφέρεται να μην πληρώνει τζάμπα άρρωστους εργαζόμενους. Πολύ περισσότερο δε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το εργασιακό περιβάλλον, η βιομηχανική μόλυνση, το εργασιακό άγχος και όλα αυτά απενοχοποιούνται –κανένας δεν φταίει για την εμφάνιση καρκίνου εκτός από το γονίδιο. «Ήταν να το πάθει και το έπαθε». «Κισμέτ». «Κιέ σερά σερά». Το αναπόφευκτο, ο θεός –εκεί μας καταλήγει η επιστήμη της βιολογίας!

-Βιολογία και υγεία των πληθυσμών. Εντάξει, εκεί θέλω να πιστεύω οτι υπάρχει η συμβολή της συγκεκριμένης επιστήμης και γι΄αυτό άλλωστε ΔΕΝ την αμφισβητώ ΣΕ ΕΠΙΠΕΔΟ ΘΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ.

Αλλά, βρε παιδί μου, εντάξει –από την εποχή που ο Φουκουγιάμα αποφάσισε με προεδρική εντολή να κηρύξει το «τέλος των ιδεολογιών» κάτι θα έπρεπε να εμφανιστεί για να εξηγεί την κοινωνική συμπεριφορά. Βρήκανε τη βιολογία κι έτσι αθωώθηκε το κοινωνικό σύστημα, αυτό δεν διαφέρει σε τίποτα από την προτεσταντική ηθική η οποία ενδυνάμωσε (τσιμέντωσε πες καλύτερα) το πνεύμα του καπιταλισμού, όπως είχε εξακριβώσει ο τεράστιος Μαξ Βέμπερ. Γνωστά είναι τα πράγματα όπως γνωστός είναι κι ο ολοκληρωτισμός της Δύσης –αλλού είναι εμένα η απορία μου.

Ήταν ανάγκη, για να μη χαθούν κάποιες θέσεις καθηγητών βιολογίας στα σχολεία να αποθεωθούν τέτοιες φασιστικές ιδέες τις οποίες μάλιστα βρέθηκαν να προσυπογράφουν αξιοσέβαστοι επιστήμονες;

Σιγά ρε παιδιά –χαλαρώστε. Κι αν κόψουν ώρες Βιολογίας το μάθημα θα παραμείνει στις πανελλαδικές (άρα το φροντιστήριο είναι δεδομένο). Άσε που, σαν ειδικοί και παντογνώστες, θα πάρετε και τις ώρες της Αγωγής του Πολίτη, της Κοινωνικής Αγωγής και ότι άλλο σχετικό διδάσκεται στα σχολεία –τι ξέρουν άλλωστε περί αυτών οι νομικοί και οι κοινωνιολόγοι; Εσείς λύσατε μέχρι το πρόβλημα της επιθετικότητας των Μαορί, σ΄αυτά θα κωλώσετε;


Δευτέρα, Αύγουστος 22, 2011

Κανένας σεβασμός για τους νεκρούς

Πάει κι αυτό, τελείωσε... Δε σου κρύβω οτι με άγχωνε η κάθε συνέχεια γιατί αυτή η ιστορία δεν ήταν δική μου, δεν την έζησα πρώτο χέρι –από αλλού την άκουσα. Άσε που αφορούσε ανθρώπους που έπαιζαν μουσική κι εγώ τη μοναδική σχέση που έχω με παίξιμο οργάνου (ή οργάνων) είναι αυτό που φαντάζεσαι.

Ευτυχώς, υπήρχε αυτό το καλό παιδί ο Κώστας ο Μάστορης που είχε την υπομονή να τα διαβάζει και να μου στέλνει διορθώσεις με μέιλ, του χρωστάω λοιπόν ένα μεγάλο ευχαριστώ –αν δεν τον είχα γνωρίσει δεν θα είχα το θράσος να γράψω τέτοια ιστορία.

Και βέβαια, ευχαριστώ όσους τη διαβάσατε στις συνέχειες που σήκωνα εδώ μέσα –τίποτα δεν προχωράει χωρίς ενθάρρυνση.

Η ιστορία ολοκληρωμένη υπάρχει εδώ πέρα

Κι εδώ το εξώφυλλο που έφτιαξε η Tomboy


Πέμπτη, Αύγουστος 18, 2011

13. «Δε γίνεται να τη βγάλεις καθαρή μετά τα τριάντα»

Προηγούμενα:

1. Μπάσκετ με τα φαντάσματα
2. Οι εφιάλτες ξεκινάνε ονειρικά
3. Μαλιμπού Μπιτς
4. Τυφλοπόντικες στον παράδεισο των ερπετών
5. "Χασάν ι Σαμπά"
6. Φλάουερ Στούντιος
7. Κριστίν
8. Ψόφιες τουλίπες και τουμπαρισμένοι χρυσοκάνθαροι
9. Ένα μάτσο μουσικόφιλες ψωλίτσες
10. Ανάπηροι με χρυσαφένια δάχτυλα
11. Το ιλουστρασιόν παραμύθι της παρέας
12. Το τέλος μιας συμμαχίας μοναχικών παιδιών

Τελικά πιστεύω οτι είχαμε όλοι μας ξοφλήσει κι ακόμα χειρότερα, ήμασταν όλοι πεθαμένοι αλλά δεν το παίρναμε χαμπάρι. Δεν το είχαμε συνειδητοποιήσει, που λέει κι ένας φίλος μου πρώην καθηγητής φυσικής αγωγής και νυν ντιτζέι σε έθνικ μπαρ. Είναι άσχημο πράγμα αυτό, να έχεις ξοφλήσει και να μην το καταλαβαίνεις, να βρωμάς πτωμαΐνη και να νομίζεις οτι βρωμάει ο διπλανός σου, «Μπούμπη φύγε από κοντά απ΄ τον κύριο, δε βλέπεις οτι κλάνει συνέχεια;» που λέει και το ανέκδοτο. Άλλο αυτό κι άλλο ο πρώην καθηγητής φυσικής αγωγής –διαφορετικά ανέκδοτα...
Μιλάμε για τον Τρανζίστορ τώρα -εντάξει; Καμιά σχέση με ανέκδοτα και φυσικές αγωγές –βέβαια, ντιτζέι έπαιξε ένα φεγγάρι με αξιοσημείωτη αποτυχία, θυμάμαι οτι έβαζε ρέιβ κομμάτια, κάργα ήχο του Μάντσεστερ να πούμε, καταπληκτικός, μόνο που τα έβαζε 5-6 χρόνια πριν την ώρα τους, τ΄ ακούγανε οι σκατομαλάκες με το υφάκι και κόβανε λάσπη. Όταν γίνανε επιτυχίες αυτά τα κομμάτια σε κάτι θλιβερά πάρτι στα Οινόφυτα και σε παρακείμενα αγροτεμάχια ο Τρανζίστορ είχε περάσει σε άλλη φάση, άσχετη με τη μουσική. Άκουγα άσχημα πράγματα γι΄ αυτόν, οτι τα παραισθησιογόνα τον είχανε διαλύσει, οτι γύρναγε χαμένος και κουρελής στην πλατεία και τον μαζεύανε οι παλιοί γνωστοί, τον φρόντιζαν για κάνα δυο μέρες πριν τον παρατήσουν πλυμένο, ξυρισμένο, χαρτζιλικωμένο, να ξανακυλήσει στα ρεζιλίκια.
Μετά ήρθε το χαμπέρι οτι παντρεύεται, με προσκάλεσε εκείνη η καλή κοπέλα. Αισθάνθηκα κάπως μαλάκας, δεν στο κρύβω. Δηλαδή όσο ακουγόταν οτι σερνόταν εγώ τον κινέζο και τώρα που γάμος και χαρά η Βασίλω πρώτη; Για να σου πω την αλήθεια δεν τα πίστευα –ούτε οτι σερνόταν ημίτρελος στην πλατεία, ούτε οτι παντρευόταν –τίποτα απ΄ αυτά δεν ήταν Τρανζίστορ. Για κάποιον άλλον μιλούσαν, κάποιον που εγώ δεν γνώριζα.. Παρ΄ όλα αυτά η περιέργεια είναι κακό χούι, πήγα λοιπόν στο γάμο του στο δημαρχείο για να μάθω –τίποτα δεν έμαθα, όπως πήγα, έτσι έφυγα.

Όταν τον είδα στην οθόνη της τηλεόρασης τα χρειάστηκα κι όταν τον συνάντησα στο σπίτι του Πίβοτ βεβαιώθηκα –όσα λέγανε γι΄ αυτόν ήτανε λίγα. Είχε σαλτάρει κανονικά, με καταλαβαίνεις; Όχι σαν εκείνους τους σαλταρισμένους που χαρακώνονται με ξυραφάκια της Γουίλκινσον και μετά κάνουν τον Ταρζάν μέχρι να τους δέσουν, σαλταρισμένος τύπου ωρολογιακή βόμβα –ήσυχος, ήρεμος, κανονικός σα ρολόι κι όταν ερχόταν η στιγμή, μπουμ. Η στιγμή ήρθε στο σπίτι του Πίβοτ, έναν ολόκληρο μήνα τον πιλάτευε ο καργιόλης τον Τρανζίστορ, «έλα, είναι ανάγκη», «πρέπει να βρεθούμε για τελευταία φορά», «στο όνομα της παιδικής μας φιλίας ρε πούστη –τίποτα δε σέβεσαι;» Αυτά τα έμαθα από τον ίδιο τον Τρανζίστορ. Όμως δεν πρόλαβε ή δε θέλησε να μου ξεκαθαρίσει περισσότερα –γιατί τον ήθελε ο Πίβοτ, τι ήταν αυτά που ισχυριζόταν, οτι δηλαδή ο Πίβοτ του ζήτησε να τον σκοτώσει... Δεν πρόλαβε, δεν ήθελε, δεν έχει σημασία –εγώ πάντως δεν έμαθα. Όταν τέλειωσε το πανηγύρι, την ώρα που ακούστηκε ο πυροβολισμός και μπουκάρανε οι μπάτσοι, ήμουνα στο πάτωμα χεσμένος, ήξερα οτι δεν προλάβαινα αλλά βιαζόμουν και σερνόμουν –μπουκάρανε οι μαλάκες κι ήταν έτοιμοι να πυροβολήσουν μέχρι τα σκαμπό αν τα έβλεπαν να κινούνται. Νομίζω πάντως οτι αν είχα λίγο παραπάνω χρόνο θα προλάβαινα. Θα προλάβαινα αλλά δεν ξέρω τι.

Να τα πάρουμε από μια αρχή όμως.

Όταν μπήκα μέσα στο σπίτι και τον πρωταντίκρισα τρόμαξα λίγο και λυπήθηκα ακόμα περισσότερο. «Πώς έχεις γίνει έτσι ρε μαλάκα;» Δεν πρόλαβα να το πω, το είπε αυτός για μένα κι έτσι έφυγε η απόσταση. Ήμασταν ένα μάτσο χάλια έκαστος –για λύπηση, για φτύσιμο πες καλύτερα. Σκεφτόμουν κάμποσες φορές και με πιάνανε τα γέλια, να ξανανεβαίναμε στη σκηνή οι τρεις μας, σε οποιαδήποτε σκηνή ρε παιδί μου, σ΄ένα μικρό κλαμπ να παίξουμε για φίλους –το Φάντασμα στη Μηχανή. Του το είπα σε μια δόση που ήμασταν μόνοι, έτσι για να γελάσουμε κι ο Τρανζίστορ με κοίταξε κάμποσο φοβισμένα.
«Θα άντεχες;» με ρώτησε ψελλίζοντας σχεδόν.
«Γιατί ρε; Ακόμα παίζω –ξέρεις πόσα ντεσιμπέλ μπορώ να βγάλω;»
«Πόσα;»
Τον κοίταξα –μπορεί να ήμουνα μαλάκας αλλά όχι και τόσο.
«Στα πόσα ντεσιμπέλ θα ξορκίσεις τα φαντάσματα;» με ξαναρώτησε βλέποντας οτι δεν είχα τίποτα να πω.
Έτσι έμεινα με την απορία, όχι οτι θα το κάναμε, αλλά πώς θα φαινόταν ρε παιδί μου –οι τρεις μας πάνω στη σκηνή μετά από τόσα χρόνια, πώς θα δείχναμε; Γελοίοι; Βετεράνοι; Απατεώνες; Νοσταλγοί; Ξέρω τι θα έλεγε ο Τρανζίστορ, «αφού δεν έχουμε κάτι καινούργιο να πούμε γιατί ν΄ ανέβουμε στη σκηνή;» αλλά δεν πήγαινε έτσι το πράγμα. Πολλές φορές χρειάζεται ν΄ανέβεις εκεί πάνω για να υπερασπιστείς όσα ήσουν, να πεις –«αυτή είναι η ζωή μου ρε καργιόληδες, πηγαίνετε παραπέρα να κατουρήσετε», κάτι τέτοιο τέλος πάντων...

Συνεννοηθήκαμε να γίνει η συνέντευξη με την κοπελίτσα σε στυλ «τι να μας πεις κι εσύ –όλη σου η ζωή ένα Σάββατο δικό μας κι αυτό με βροχή» αλλά είπαμε να προσέξουμε λιγάκι επειδή η δημοσιογράφος στα πρόθυρα της υστερίας.
«Γιατί έμεινε ρε Τρανζίστορ;» τον ρώτησα.
«Επειδή είναι βρικόλακας ρε κορόιδο», μου απάντησε. «Τρέφονται με τις ζωές μας σε σημείο να μη νοιάζονται αν χάσουν τις δικές τους».
«Να την ξεσκίσουμε όσο μας παίρνει...»
«Μην είσαι χαζός –τίποτα δε μας παίρνει να της κάνουμε, εμείς είμαστε μονίμως από κάτω. Ειδικά εσύ που έχεις να ζήσεις και μετά απ΄αυτό το πανηγύρι...»
«Έτσι πιστεύεις; Και γιατί μπήκα εδώ μέσα; Για να κάνω χάζι;» ρώτησα τσαντισμένα.
«Μπήκες για να μου κάνεις πλάτες ρε Μέταλλο και σ΄ ευχαριστώ δηλαδή... Αλλά δε σε παίρνει για περισσότερα».
«Ναι ε;»
Με κοίταξε χαμογελαστός, έφερε τη χερούκλα του πάνω από τους ώμους μου, το πήγαινε να μ΄ αγκαλιάσει βάζω στοίχημα, αλλά στη μέση κόπηκε –μου έριξε μια φιλική στην πλάτη και τραβήχτηκε παραδίπλα. Έτσι ήμασταν, οποιαδήποτε ανθρώπινη εκδήλωση τη θεωρούσαμε πουστριλίκι –αυτοί ήμασταν.
Μετά το ρίξαμε στην αναζήτηση αλκοόλ και εφεδρικών τσιγάρων –ξέραμε οτι ο Πίβοτ είχε σίγουρα καβάτζες, ο Πίβοτ πάντα λειτουργούσε με καβάτζες, τσιγάρα, ποτά, ναρκωτικά, ανθρώπους.... Ναρκωτικά δε θελήσαμε να βρούμε επειδή ήταν κρίσιμη η κατάσταση και δεν μας έπαιρνε να φιλιόμαστε με τα σύννεφα τέτοιες ώρες.
«Φωτογραφίες;» αναρωτήθηκε η δημοσιογράφος.
«Θα σου δώσουν μπόλικες απ΄το νεκροτομείο», της είπε ο Τρανζίστορ.
Ή κάτι τέτοιο.

Η γκομενίτσα χαλάρωνε όσο προχωρούσε η συνέντευξη, θες τα ποτά, θες τα τσιγάρα που τ΄ άναβε αλυσιδωτά και μου γαμούσε το νευρικό σύστημα επειδή τα χαράμιζε η καργιόλα –δεν κατέβαζε καπνό, απλώς τον κράταγε στο στόμα της και τον έβγαζε στη συνέχεια, φουγάρο ναυπηγείων Ελευσίνας. Σε κάποια φάση μάλιστα μου έκανε νόημα ο Τρανζίστορ, είχε απλωθεί στον καναπέ η δικιά σου, μπούτι –κυλοτάκι μπλου ελεκτρίκ σε κοινή θέα –είχε ξεκουμπώσει και κάτι κουμπιά ένεκα η ζέστη του αλκοόλ, ασορτί σουτιέν –κλασάτη γκόμενα και τέτοια... Έριξα κι εγώ ολίγη από καραγκιοζιλίκια, στυλ «μου έπεσε ο αναπτήρας», τελικά κατέληξα δίπλα της, απλώθηκα κιόλας προς μπούτι μεριά, η γκόμενα δεν έδειχνε να χαμπαριάζει –φρι ριφίλ θα την πηδάγαμε –αλλά είδα το μάτι του Τρανζίστορ να στάζει δηλητήριο και συμμαζεύτηκα –«τι ωφελείται άνθρωπος εάν τον κόσμον όλον κερδίσει την δε ψυχήν αυτού απωλέσει» που λέει κι ο Αλέφαντος...
Ξαναγύρισα δίπλα του και σερβιρίστηκα διπλή μεζούρα βότκα για να καθαρίσω, η γκόμενα στην κοσμάρα της να συνεχίζει τις ερωτήσεις... Δέκα φορές το πήγε σε ερωτήσεις περί του φόνου, δέκα φορές μανούριασε ο Τρανζίστορ, άλλες τόσες πάλεψα να το συμμαζέψω μη γίνει γενοκτονία εκεί μέσα. Κι η μαλακισμένη αδιόρθωτη –δεν ξέρω τι θα βγάλει στο βρωμοπεριοδικό της αλλά συνέχεια τριγύριζε σαν τη μύγα το ξεραμένο αίμα του Πίβοτ.
Δεν της είπαμε τίποτα, δεν έμαθε. Άλλωστε πώς να το εξηγήσεις όλο αυτό; Πώς να εξηγήσεις τη δολοφονία μιας φιλίας; Ειδικά σε κάποια σαν αυτή που οι δολοφονίες φιλίας την άφηναν αδιάφορη, μονάχα για τις δολοφονίες ανθρώπων νοιαζόταν. Ηλίθια κατσίκα –με άψογο μπούστο όμως, θα πρέπει να παραδεχτώ. Πήρε κοντά στις δυο ώρες η συνέντευξη, στο τέλος κατάλαβα οτι δεν ήταν μόνο δική μου ιδέα, κανένας μας δεν ήθελε να τελειώσει. Η δημοσιογράφος με την ελπίδα να βγάλει κάτι περισσότερο κι εμείς για να μη χαθούμε τώρα που είχαμε βρεθεί.
«Κοπάνα την τώρα κι ερχόμαστε και εμείς», την ξαπόστειλε ο Τρανζίστορ στο τέλος. Δεν παίρνω όρκο αλλά μου φάνηκε οτι η τύπισσα γούσταρε κάτι ακόμα, όταν την είδα να φτάνει στην πόρτα σκέφτηκα: «αυτήν κακώς δεν την παρτουζώσαμε» -είχα μια τέτοια εντύπωση.

«Επιτέλους μόνοι», είπε ο Τρανζίστορ τότε.
«Μην παίρνεις θάρρος, έχω περίοδο», του ξέκοψα.
«Έλα ρε μαλάκα να κάνουμε το τελευταίο μας τσιγάρο κι άσε τις μπούρδες γιατί σε λίγο θα πλακώσουν οι μπασκίνες», γέλασε ο Τρανζίστορ και άρπαξε το πρώτο εύκαιρο πακέτο. «Ξεμείναμε», διαπίστωσε σκεφτικά.
«Από τσιγάρα;» ρώτησα χαζά.
«Γενικότερα», είπε. Και μετά τσαλάκωσε το άδειο πακέτο, πήγε στα μέσα δωμάτια, κάτι έπεσε στο πάτωμα με θόρυβο, αλαφιάστηκα.
Ξαναμπήκε σε λίγο κουνώντας ένα πακέτο.
«Παλ Μαλ άφιλτρα το πουλάκι μου», θαύμασε.
Ένιωσα μια ελαφριά ζαλάδα, το ποτό έφερνε πιο έντονα την ανάμνηση των Παλ Μαλ στον ουρανίσκο –οι αρωματικοί καπνοί με χάλαγαν από πάντα.
«Αυτή η χούσπα θα είναι το τελευταίο μας τσιγάρο;» μουρμούρισα θλιμμένα.
«Γέρο μου, το τελευταίο τσιγάρο το σβήσαμε πριν χρόνια, τώρα καπνίζουμε τις γόπες», είπε ο Τρανζίστορ.
Κάθισε δίπλα μου και άναψε δυο Παλ Μαλ.
«Εκείνη είπε, γλυκέ μου, ξέρεις οτι σταμάτησα τα τσιγάρα με την καινούργια χρονιά αλλά δεν σταμάτησα το κάπνισμα», σφύριξε γελώντας ο Τρανζίστορ.
«Κι εγώ είπα, γυναίκα, σκοπεύεις να περπατήσεις ένα μίλι για ένα Κάμελ ή θα κάνεις σαν τον κύριο Τσέστερφιλντ και θα μείνουμε όλοι ικανοποιημένοι;» συνέχισα εγώ τη σαχλαμάρα.
«Κι εκείνη είπε, εξαρτάται από το πακέτο σου –ρέγκιουλαρ ή κινκ σάιζ;» ξεκαρδίστηκε ο Τρανζίστορ.
«Παπάρια μάντολες –Παλ Μαλ», έφτυσα.
«Τώρα γιατί το γάμησες;» ρώτησε ο Τρανζίστορ.
«Ξέρω ‘γω... μάλλον δε μ΄ αρέσει αυτή η μάρκα», είπα.
Αλλά πήρα το αναμμένο τσιγάρο που μου πρόσφερε και το κάπνισα ήσυχα –σκεπτικά.

Κι έπεσε τότε μια μουγκαμάρα απ΄αυτές που βρωμάνε αποχαιρετισμό, λασπωμένα πεζοδρόμια κι αυτοκίνητα που καταβρέχουν το μπουφάν σου. Μέσα ήτανε πεθαμένος ο Πίβοτ, κάπου μακριά τα κόκαλα του Γιωργάκη παίζανε καστανιέτες, η κυρία Κατερίνα βρισκόταν σε παρόμοια κατάσταση σύμφωνα με έγκυρους υπολογισμούς, ο Δάκης ο Μαγκάρετ μπαινόβγαινε στις φυλακές προσπαθώντας να βρει «το δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο» για την αψεγάδιαστη εισαγωγή κοκαΐνης, ο Χοντρός κι ο Κοντός διέπρεπαν στο δισκογραφικό στερέωμα πουλώντας φύκια και θαλασσιές χάντρες, ο Φιλ είχε πεθάνει, ο Φίβερ είχε σκοτωθεί άδικα των αδίκων και μια ολόκληρη γενιά έκοβε βόλτες πάνω από ανοιχτούς τάφους με τις φλέβες τίγκα στη χοληστερίνη –όχι κι ο καλύτερος τρόπος για εντυπωσιακή αποχώρηση, νομίζω;
«Είδα την Έλλη», ψιθύρισε ο Τρανζίστορ.
Γύρισα να τον αντικρίσω, αλλά εκείνος κοίταζε το τίποτα απέναντί μας.
«Πρόσφατα... Εγώ την έψαξα, αλλιώς δεν υπήρχε περίπτωση...» τράβηξε μια γερή τζούρα πριν συνεχίσει. «Και τώρα η ερώτηση του ενός εκατομμυρίου δολαρίων φίλε μου», γύρισε απότομα και με κάρφωσε. «Η Έλλη είχε γυρίσει στην Αθήνα και έψαχνε –ποιον έψαχνε;»
«Εντάξει, μαλακίες...» μουρμούρισα.
«Α, όχι τέτοια... Θα πρέπει να απαντήσεις, για να κερδίσεις», μου είπε και μετά εμφάνισε το Γκλοκ από το πουθενά, ήρθα φάτσα με την κάνη, «θα πρέπει να απαντήσεις, έστω και για να μη χάσεις...» μουρμούρισε ο Τρανζίστορ.
«Άντε γαμήσου –ρίξε άμα γουστάρεις», κούμπωσα. «Μας κουνάς στη μούρη το κουμπούρι λες κι είσαι ο Ντιλίνγκερ Σι Μπι Διακόσια...»
Άφησε το πιστόλι στο πλάι σκεφτικός.
«Έψαχνε να βρει τον Πίβοτ –βλέπεις το αρχίδι κράταγε τα στοιχεία του κρυφά, ούτε καταλόγους, ούτε τίποτα.... Είχε πάρει σβάρνα τα στούντιο και τις εταιρείες παραγωγής...»
«Τι σκατά τον ήθελε τον Πίβοτ;» απόρησα.
«Δε μου είπε.... Έτσι όπως την έκοβα πάντως, δεν είχε καλούς σκοπούς...»
«Παρακάτω;»
«Παρακάτω, πήρα τηλέφωνο τον Πίβοτ και τον ειδοποίησα. Κρύψου μαλάκα, σε ψάχνει η τρελή...»
«Η Έλλη ήταν η τρελή;»
Με κοίταξε χωρίς να απαντήσει.
«Εμένα πάντως δε με έψαχνε, έδειχνε να με έχει σβήσει.... Ήσουν απλώς ηλίθιος, αυτό μου είπε. Γιατί ήμουν ηλίθιος; Επειδή δεν ήθελες να δεις πέρα από το παραμύθι σου. Καταλαβαίνεις τίποτα εσύ;» γύρισε και με ξανακοίταξε ακόμα πιο έντονα.
«Εγώ καταλαβαίνω οτι δεν ωφελεί –όσο τα σκαλίζουμε, τόσο πιο βαθιά στο κόκαλο φτάνουμε...» είπα.
«Κάποτε πρέπει να γίνει όμως», μουρμούρισε ο Τρανζίστορ. «Κάποτε...»
«Κι αν όχι τώρα., τότε πότε;» γέλασα.
«Κι αν όχι εμείς, τότε ποιοι;» συμπλήρωσε γελώντας κι ο Τρανζίστορ.

Ευτυχώς εκείνη την ώρα βρήκαν οι μπάτσοι να κάνουν σαματά και μας γλιτώσανε από τα δύσκολα.

Η σακατεμένη πόρτα (την είχαμε στυλώσει εντελώς πρόχειρα απ΄ όταν βγήκε η γκόμενα) έκανε ένα μπραφ και σωριάστηκε, τιναχτήκαμε ξαφνιασμένοι και βρεθήκαμε τετ α τετ με κάτι ληγμένα κομάντα, δεν περίμεναν οτι θα γινόταν τόσος σαματάς, κοιταζόμασταν αμήχανα μέχρι να πάρει απόφαση ο Τρανζίστορ να σηκώσει το Γκλοκ –«πέστε κάτω», ακούστηκαν οι φωνές τους, κανένας δε σκέφτηκε να πυροβολήσει, φάε κάτι κομάντα, ο Τρανζίστορ έριξε μια, δυο φορές, έτσι για το καλό και οι μαλάκες σύρθηκαν παρά πίσω να καλυφθούν.
«Πάμε», μου είπε.
Και πήγαμε. Κρυφτήκαμε στο διάδρομο έξω από τα υπόλοιπα δωμάτια, παραφυλάγαμε κιόλας για να δούμε αν θα μας παίρνανε το σαλόνι. Μισό λεπτό που έμοιασε με χρόνο, ένα λεπτό –ένας αιώνας.
«Τι κάνουμε τώρα;» τον ρώτησα.
«Βγαίνουμε αν είμαστε αποφασισμένοι», μουρμούρισε.
«Πώς βγαίνουμε;» ψέλλισα.
«Με τα χέρια ψηλά ή με τα πόδια μπροστά –εσύ διαλέγεις...»
«Δεν έχω πάρει ακόμα απόφαση...»
«Την έχεις πάρει, αλλά τέλος πάντων. Πάμε προς τα μέσα;»
«Κι άμα αρχίσουν να μπαίνουν;»
Με κοίταξε σχεδόν στοργικά.
«Περίμενε τότε να καθαρίσω λίγο», είπε.
Και βγήκε φόρα παρτίδα με το πιστόλι, προχώρησε προς την πόρτα, πέσανε δυο πυροβολισμοί ταυτόχρονα –κουφάθηκα εντελώς. Περίμενα να καθαρίσει ο καπνός, τότε τον ξαναείδα να πασχίζει με την πόρτα, την είχε σηκώσει και πάλευε να τη στήσει ξανά στη θέση της. Έτρεξα κοντά του να τον βοηθήσω, ήταν δύσκολο να κάνει δουλειά κρατώντας το πιστόλι στο ένα χέρι.
«Πήγαινε πίσω», μου σφύριξε –περισσότερο το είδα να σχηματίζεται στα χείλη του παρά το άκουσα.
Τότε η πόρτα διαλύθηκε σε μικρά κομματάκια κόντρα πλακέ που πέρναγαν ξυστά στα κεφάλια μας, ούρλιαξα μάλλον όταν ένα κοφτερό κομμάτι με πέτυχε στο μέτωπο, χέστηκα καθώς το πέρασα για σφαίρα ή κάτι τέτοιο. Ο Τρανζίστορ με τράβηξε γρήγορα στο πλάι, αφέθηκα να με σύρει.
«Σταματήστε να ρίχνετε για να βγούμε», τον άκουσα να ουρλιάζει.
Χαμογέλασα ευτυχισμένος -είναι περίεργο αλλά εκείνη τη στιγμή έτσι ένιωθα επειδή μου είχε ξανάρθει η ακοή. Τον κοίταξα και πάγωσα, είχε αίματα στο πρόσωπο και στο λαιμό.
«Τι συμβαίνει ρε μαλάκα;» τον ρώτησα.
«Όλα καλά, μόνο λερώθηκα λιγάκι», απάντησε.
«Σκότωσες κανέναν;» κλαψούρισα.
«Μόνο τις καλές μου προθέσεις», είπε.
Και μετά έπεσε σκοτάδι σα να με σκέπασαν με κουβέρτα, όμως άκουγα οτι γινόταν της μουρλής έξω από την κουβέρτα, ποδοβολητά, πράγματα που σπάγανε, ουρλιαχτά και διαταγές, τα άκουγα όλα αυτά με παραμόρφωση –όχι με επιβράδυνση όπως συμβαίνει στους εφιάλτες των ταινιών, απλώς ξεφτισμένα στις άκρες –άκουγα δηλαδή οτι κάποιος κάτι έλεγε κι ενώ έμοιαζε όλο αυτό κοντά μου, δίπλα μου, δεν μπορούσα να ξεχωρίσω ακριβώς τα λόγια. Ή έσπαγε, ας πούμε, ένα ποτήρι κι εγώ άκουγα στην αρχή το κοπάνημα του γυαλιού στο πάτωμα αλλά μετά έμοιαζε κάποιος να τυλίγει το ποτήρι σε βελούδο, ο ήχος γινόταν πιο μαλακός, σχεδόν χαλαρωτικός –αποφάσισα να τα παρατήσω όλα αυτά για λίγο και να πάρω έναν υπνάκο.

Με τίναξε ο πυροβολισμός. Ένας και με αντίλαλο. Άνοιξα τα μάτια, το κεφάλι μου ήταν πιο βαρύ από τραγούδι θρας μέταλ και πονούσε εξίσου ασυντόνιστα. Βρισκόμουν στο πάτωμα, σύρθηκα σα σκουλήκι όλος αγωνία για να προλάβω, έβλεπα στην είσοδο τις γουρουνίσιες αρβύλες τους, είχαν μπει μέσα και σε λίγο θα μου πάταγαν τη μύτη –αυτό δε με πείραζε με τον πονοκέφαλο που είχα, μόνο που έπρεπε να προλάβω –τι; Δεν ήξερα.

Όσο τον έβλεπα να τρομοκρατείται τόσο εγώ ηρεμούσα. Καημένο Μέταλλο, τι ήθελες και μπλέχτηκες; Δε σε αφορούσε το θέμα, ευθείς εξ΄ αρχής, ανάμεσα σε μένα και τον Πίβοτ ήταν η υπόθεση –φίλοι από παιδιά, κολλητοί, ο μοναδικός μου κολλητός, καταλαβαίνεις; Να γαμήσω τον προστατευτισμό σου ρε μαλάκα –από τις πρώτες μέρες του συγκροτήματος εσύ μπροστά για όλους μας. Ποιος στο ζήτησε; Ή επειδή ήσουνα μεταλλάς την είχες δει κάπως Ιππότης της Ελεεινής Τραπέζης; Ποιος σου ζήτησε να μας ξελασπώσεις, ποιος σου είπε οτι μπορούσες να πληρώνεις εσύ τις μαλακίες μας; Με ποιο δικαίωμα ρε Μέταλλο; Μέχρι το τέλος ο καργιόλης, να έρθει εδώ, να μπλεχτεί –προστατευτισμός, περιέργεια, όλα αυτά από «π» ξεκινάνε, σαν την πουστιά. Όπως καταλαβαίνεις γίνεται μια προσπάθεια να κρατηθώ στο ύψος των περιστάσεων –όταν δακρύζεις, κατέβασε καντήλια μέχρι να σου περάσει, έτσι δεν πάει; Το γεγονός είναι οτι τον είχα δίπλα μου, όχι αποφασισμένο, αλλά έτοιμο. Αν το ήθελα θα σκοτωνόταν μαζί μου και θα το ήθελα αν είχε πάρει μια τέτοια απόφαση. Όπως κι αν το δεις, ένα συγκρότημα με πεθαμένα όλα τα μέλη είναι ένα συγκρότημα θρύλος, θα γινόμασταν πιο διάσημοι κι από τους Μίλλι Βανίλλι.
Βγήκα λοιπόν να καθαρίσω το σαλόνι, οι μπασκίνες ρίξανε την πόρτα και δεν είχα καμιά όρεξη για απρόσκλητες επισκέψεις –σκεφτόμουν κιόλας οτι αν έτρωγα καμιά αδέσποτη (από σημάδι δεν τους έκοβα και πολύ δυνατούς) θα έληγε το όλο ζήτημα με τις μικρότερες δυνατές απώλειες για εκείνον.
Προχώρησα προς την πεσμένη πόρτα. Ένας καθυστερημένος σηκωνόταν απέξω, του είχε λυθεί η ζώνη με τα πυρομαχικά κι αγωνιζόταν να τη μαζέψει, με είδε όταν τον είδα κι εγώ. Πυροβολήσαμε, μάλλον ταυτόχρονα, γιατί ακούστηκε ένα δυνατό μπουμ και μετά κουφαμάρα. Δεν τον πέτυχα, δε με πέτυχε –σημειώσατε Χ. Εξαφανίστηκε στο κατέβασμα της σκάλας κι εγώ βάλθηκα να ξαναστήσω την ξεχαρβαλωμένη πόρτα, μπουρδέλο το κάνανε το σπίτι του Πίβοτ οι μαλάκες.
Ήρθε δίπλα μου εκεί που παιδευόμουν, να με βοηθήσει στην αναστύλωση, ήθελα να γυρίσω και να του φωνάξω «τι ανακατεύεσαι ρε Μέταλλο;» αλλά φοβόμουν να το κάνω μη βάλω τα κλάματα. Μπάσο –ντραμς, παραμέναμε η καλύτερη ρυθμ σέξιον της εποχής μας, κοιτάτε να μαθαίνετε βρομύλοι χιπαέδες.

Και τότε έγινε της κολάσεως. Έσκασε η πόρτα σα να την είχε κάποιος ναρκοθετήσει, κομμάτια πετάγονταν στον αέρα πληγώνοντάς μας, το Μέταλλο ούρλιαξε δίπλα μου και σκόνταψε. Τον έπιασα από τις μασχάλες, δε φαινόταν να είχε πάθει ζημιά, απλώς κάποιο κοφτερό κόντρα πλακέ τον είχε πετύχει και τότε κατάλαβα οτι πυροβολούσαν απέξω, πυροβολούσαν προς το μέρος μας.
«Σταματήστε να ρίχνετε για να βγούμε», ούρλιαξα.
Συνέχισα να σέρνω το Μέταλλο, ήξερα οτι σε λίγο θα κάνανε ντου, ίσως να ρίχνανε τίποτα δακρυγόνα πριν μπουκάρουν, ποιος ξέρει; Τον έσυρα προς το διάδρομο έξω από τα δωμάτια κι εκείνος χαμογελούσε σαν ηλίθιος, αλλά σε κάποια φάση πάγωσε.
«Τι συμβαίνει ρε μαλάκα;» με ρώτησε.
Προς στιγμή φοβήθηκα οτι είχε χάσει τα μυαλά του, ότι τα ξέχασε όλα και νόμιζε οτι τρέχαμε ανέμελοι στην ακρογιαλιά αλλά γρήγορα ανακάλυψα πως ήμουνα μέσα στα αίματα –μάλλον γι΄αυτό ρωτούσε. Δεν πόναγα πουθενά.
«Όλα καλά, μόνο λερώθηκα λιγάκι», τον καθησύχασα.
«Σκότωσες κανέναν;» με ρώτησε.
«Μόνο τις καλές σου προθέσεις», είπα και του κοπάνησα το Γκλοκ χαμηλά στο πίσω μέρος του κρανίου, τον ένιωσα να λύνεται στα χέρια μου και τον παράτησα αναίσθητο καταμεσής του σαλονιού ελπίζοντας οτι οι μπασκίνες δεν θα τον έκαναν κόσκινο.
Τώρα ήμουν ελεύθερος να πιάσω τοίχο.

Κλειδαμπαρώθηκα στο στούντιο, η πόρτα θα άντεχε για κάμποση ώρα –έτσι την έκοβα. Είδα τον Πίβοτ αραχτό με το τασάκι δίπλα στη λαβή του καρφωμένου μαχαιριού.
«Σου έλειψα;» τον ρώτησα.
Δεν απάντησε.
«Δεν μπορεί... τόσες ώρες.... Αλλά τι να κάνω κι εγώ, είχαμε κόσμο», του εξήγησα. «Ήταν εκείνη η καργιόλα η δημοσιογράφα, έπρεπε να γίνει η συνέντευξη, για το καλό του συγκροτήματος –τα ξέρεις αυτά, καλύτερα απ΄ όλους μας... Ρε συ –ήρθε και το Μέταλλο, πού να δεις το Μέταλλο, χόντρυνε μαλάκα μου, έκανε μπάκα και μοιάζει πλέον με καθηγητή Λυκείου, πέταξε και βυζιά, χάλια μαύρα.... Τι σου τα λέω τώρα, αφού τον είδες. Και μιλάω εγώ που έχω καταντήσει σα βατράχι –χάνω και μαλλιά, χρειάζομαι γυαλιά για να ξεχωρίζω τι γράφουν τα λεωφορεία, τι σου λέει όλο αυτό; Μόνο εσύ παρέμεινες στυλάκι –πώς τα καταφέρνεις ρε πούστη; Τραβιέσαι με κολαγόνα; Κάνεις κούρες στου Ασλάν; Κάνεις λιποαναρρόφηση; Ρωτάω λες και δεν ξέρω... πρέζα, έτσι; Τώρα τη χρειαζόσουν πιο πολύ από παλιότερα μ΄αυτό που σε βρήκε, πρέζα, κοκό, ο καλός ο μύλος όλα τ΄ αλέθει. Για πες μου κάτι όμως ρε τεράστιε Πίβοτ: γιατί κανένας δεν μας προειδοποίησε; Γιατί κανένας δεν μας είπε οτι υπήρχε σοβαρή πιθανότητα να επιβιώσουμε μετά τα τριάντα; Θυμάσαι; Μια αισχρά κομμένη δόση –τσιμεντόσκονη, στρυχνίνη, μέχρι και καφέ πρέπει να είχανε βάλει γιατί το μείγμα τους είχε βρει χρώματος σκατί. Αυτό θα μας σκοτώσει ρε μαλάκα, σου είχα πει, εσύ γέλαγες. Κι αν μας σκοτώσει; Πόσα χρόνια μάς μένουν ακόμα; Εφτά; Οχτώ; Γέλαγες. Ήμασταν 22 χρονών κι όλα μοιάζανε υπέροχα. Γιατί κανένας δεν μας είπε οτι θα ζήσουμε μετά τα 30; Γιατί ρε φίλε;»
Προηγουμένως, μάλλον το Μέταλλο, του είχε κλείσει τα μάτια κι έτσι τώρα όχι μόνο δε μου απαντούσε αλλά ούτε που με κοίταζε. Με έπιασε λοιπόν μια μανία, ήθελα να τον σκοτώνω ξανά και ξανά αλλά καταλάβαινα οτι τίποτα δεν θα διορθωνόταν, τίποτα δεν θα γύρναγε πίσω –κι έτσι τον σήκωσα, με κόπο, πονούσα στο πλάι του λαιμού και το δεξί μου χέρι άρχιζε να παραλύει, τελικά κάποιος πρέπει να με είχε πετύχει –τον σήκωσα με τα χίλια ζόρια, τον έστησα στην καρέκλα με τα ροδάκια και τον κόλλησα με τα μούτρα στην κλειδωμένη πόρτα, το τασάκι ξανάπεσε στο πάτωμα, δεν είχα όμως καμιά διάθεση να το μαζέψω.
Άναψα τσιγάρο, φύσηξα τον καπνό στην κάνη του Γκλοκ κι έμεινα να χαζεύω το ντουμάνι που κύλαγε ανεμπόδιστο.
«Θα τους καθυστερήσεις για λίγο –έτσι δεν είναι;» τον ρώτησα.
Και νομίζω οτι μου απάντησε αλλά δεν είχα χρόνο να το ψάξω, απέξω ακούγονταν τα άτσαλα βήματά τους, πόσες σφαίρες μού απέμεναν άραγε; Φύσηξα ακόμα ένα σύννεφο καπνού στην κάνη και βιάστηκα να τη χώσω στο στόμα μου για να τραβήξω την πιο μολυβένια ανάποδη της ζωής μου –σκέτη μέγκλα.
Σε λίγο θα τα πούμε από κοντά, τον διαβεβαίωσα. Αυτό ήταν όλο.

Αναγκάστηκα να ουρλιάξω γιατί ήταν έτοιμοι να με ποδοπατήσουν οι καργιόληδες.
«Βοήθεια», φώναξα.
Ένας μπασκίνας έσκυψε πάνω μου.
«Ζει ακόμα», διαπίστωσε.
Ζω βρε βόιδι, γιατί να μη ζω; Δε με βλέπεις που κινούμαι;
«Πάρτε τον από δω», διέταξε ο μπασκίνας.
Προσπάθησα να κυλήσω προς τα μέσα, προς το διάδρομο, να δω τι έγινε με τον Τρανζίστορ, να μάθω... Με άρπαξαν από τα χέρια και τα πόδια.
«Αφήστε με, είμαι εντάξει», είπα.
Δεν καταλάβαιναν Χριστό τα γομάρια. Άκουσα πυροβολισμούς, αμέτρητους, συνεχόμενους, μετά μια πόρτα έπεσε, άκουσα βλαστήμιες ανακατεμένες με γέλια. Τρεξίματα –όλοι έτρεχαν τώρα κι εμένα με στήσανε καθιστό σ΄ένα τοίχο και με παράτησαν.
«Εδώ είναι, εδώ είναι», λέγανε.
Προσπάθησα να σταθώ στα πόδια μου αλλά σωριάστηκα και τότε είδα τον αστυνόμο πάνω από το κεφάλι μου να χαμογελάει.
«Τελικά τα καταφέρατε, σας οφείλουμε ένα ευχαριστώ», είπε.
«Τι έγινε;» ζήτησα να μάθω.
«Αυτοπυροβολήθηκε», είπε ο αστυνόμος.
«Ζει;» ρώτησα.
«Θα μου έκανε μεγάλη εντύπωση αν συνέβαινε κάτι τέτοιο», είπε ο αστυνόμος.
Και μετά, όσο καθόμουν αμίλητος....
«Πάντως μέχρι το τέλος παρέμεινε αμετανόητος», διαπίστωσε ο αστυνόμος.
«Τι σημαίνει αυτό;» ρώτησα.
«Μείνετε εκεί μέχρι να έρθουν οι τραυματιοφορείς», μου είπε κοφτά και βιάστηκε να βγει από το διαμέρισμα.
Προσπάθησα να δω τι γινόταν, αλλά άκουσα τα φλας που άστραφταν και τις τσιρίδες των δημοσιογράφων, έγειρα στο πλάι και λιποθύμησα, δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω.

Με συνέφερε το κούνημα του ασθενοφόρου, ίσως και η μάσκα οξυγόνου που μου είχανε καρφώσει στη μούρη. Κοίταξα τριγύρω –ήμουνα μόνος με δυο νοσοκόμους κι ένα ζευγάρι διαλυμένα αμορτισέρ που μετέφεραν στην πλάτη μου κάθε ανωμαλία του εδάφους. Ήθελα να βογκήξω αλλά δεν ήταν δυνατό. Έστησα αυτί ν΄ακούσω τους τραυματιοφορείς που λέγανε για μακελειό, πολλές σφαίρες, για τους δυο άντρες που βρέθηκαν κόσκινο –σκέφτηκα λοιπόν οτι οι μπάτσοι σκοτώσανε τον Τρανζίστορ αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω αν ο δεύτερος άντρας ήταν ο Πίβοτ και πώς διάβολο είχε γίνει κόσκινο. Κούνησα το κεφάλι και τότε με πρόσεξαν, ο ένας έκανε νόημα στον άλλο, σε λίγο πνίγηκα στο οξυγόνο και την είδα ως πουλί πετούμενο –βρέθηκα έξω από το ασθενοφόρο, οι λακκούβες του δρόμου δεν πονούσαν πλέον την πλάτη μου όσο πετούσα πάνω από την έρημη πόλη, διέκρινα τις φωτεινές πινακίδες να ξεδιπλώνονται και κάτι αφίσες κουρελιασμένες στους τοίχους, πλησίασα κοντύτερα να τις διαβάσω, εύκολο ήταν τελικά, οι αφίσες έδειχναν κάτι στέγες εργοστασίων και ιπτάμενα πεθαμένα έμβρυα αηδία σκέτη, από κάτω έγραφε «Το Φάντασμα στη Μηχανή για μια μόνο εμφάνιση» και στη συνέχεια ένα όνομα μαγαζιού που δε μου έλεγε τίποτα απολύτως. Η νύχτα ήτανε τίγκα στην υγρασία, ίσως αυτό με εμπόδιζε να πετάξω ψηλά, βρέθηκα λοιπόν δυο μέτρα πάνω από το οδόστρωμα, τότε είδα την Κριστίν σταματημένη στη μέση του δρόμου και ήξερα οτι με περίμεναν, κούνησα τα πόδια, τα στύλωσα μπας και καταφέρω να προσεδαφιστώ –χαμένος κόπος –έμενα εκεί, μετέωρος, δυο μέτρα από το οδόστρωμα σαν πούπουλο χήνας. Τότε είδα τον Γιωργάκη να μπαίνει τρεκλίζοντας στο πίσω κάθισμα, δίπλα του έτρεξε να χωθεί ο Τρανζίστορ όσο ο Πίβοτ άνοιγε την πόρτα του συνοδηγού, ξηγιόταν μια υπόκλιση στο αόρατο κοινό που τον επευφημούσε, μετά μπήκε κλείνοντας απότομα την πόρτα και καλά κυνηγημένος από αφηνιασμένες γκρούπις. Να δω πού θα πάτε καργιόληδες, σκέφτηκα γελώντας από μέσα μου, επειδή ήξερα οτι εκείνη τη μέρα οδηγούσα εγώ. Όμως το γέλιο μου κόπηκε μαχαίρι όταν αντίκρισα τον εαυτό μου, ντυμένο στα δερμάτινα και 30 χρόνια νεώτερο να πλησιάζει την πόρτα του οδηγού –εκείνος ο μπάσταρδος πριν μπει μέσα σήκωσε το κεφάλι του, έψαξε στον ουρανό, με εντόπισε, χαμογέλασε δείχνοντάς μου ένα μεγαλειώδες κωλοδάχτυλο.
Η Κριστίν ξεκίνησε μέσα στα δάκρυά μου...

Ξύπνησα σ΄ένα δωμάτιο νοσοκομείου δίπλα σε ανθρώπους που βρωμοκοπούσαν εγχείριση και αντισηπτικό. Πρώτα ένιωσα τη μυρωδιά τους και μετά άνοιξα τα μάτια, πάνω μου στεκόταν η Σόνια κι έκλαιγε.
«Μην κάνεις έτσι», της είπα.
Τότε κατάλαβε οτι ξύπνησα, έριξε το κεφάλι της στο λαιμό μου και άρχισε να με φιλάει ανάμεσα σε αναστεναγμούς, μάς πήρε κάνα πεντάλεπτο να ηρεμήσουμε.
«Νόμιζα οτι αυτό ήταν...» κλαψούρισε.
«Τι έγινε;» ρώτησα.
«Όταν είπαν στις ειδήσεις οτι βρήκαν τα πτώματα δυο αντρών διάτρητα...» ξανάρχισε το κλάμα.
«Σταμάτα ρε παιδί μου –με κόβεις για διάτρητο;» θύμωσα.
«Φοβήθηκα πολύ», μου είπε.
«Το παιδί;» ρώτησα.
«Στη μάνα μου», απάντησε.
«Δεν πιστεύω να...»
«Όχι, όχι –δεν ξέρει τίποτα», με καθησύχασε.
«Αλλά σύντομα θα μάθει...» διαπίστωσα.
«Θα του πούμε...»
«Τι θα του πούμε;» την έκοψα απότομα.
Μουγκάθηκε.
«Οι μπάτσοι σκότωσαν τον Τρανζίστορ;» τη ρώτησα.
«Λένε οτι είχε προλάβει ν΄ αυτοκτονήσει πριν μπουν μέσα...»
Λένε, λένε... τα παπάρια μου λένε. Δεν έδωσα συνέχεια.
«Οι γιατροί είπαν οτι δεν έχεις κάτι σοβαρό, μονάχα επιπόλαια τραύματα από θραύσματα... Σε δυο μέρες θα βγεις, περιμένουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων...» είπε η Σόνια.
«Δε θα έρθω στο σπίτι όταν βγω», της ανακοίνωσα.
«Πού θα πας;»
«Ξέρω κι εγώ πού θα πάω; Θα πάρω τα βουνά να με φάνε τα όρνια».
«Μη μιλάς έτσι», παρακάλεσε έτοιμη να ξαναρχίσει τα κλάματα.
Προτίμησα λοιπόν να μη μιλήσω καθόλου. Όσο ξεκαθάριζε το κεφάλι μου καταλάβαινα οτι είχα μπόλικα να κάνω όταν θα έβγαινα από το νοσοκομείο. Κατά πρώτον θα έπρεπε να ψάξω για την Έλλη, να τη βρω για να μου πει τι είχε συμβεί. Αυτό θα ήταν κάμποσο δύσκολο, μπορεί να την είχε ξανακοπανήσει για το εξωτερικό, αλλά δεν θα ησύχαζα μέχρι να τη συναντήσω. Μου είχε καρφωθεί και μια τρελή ιδέα, οτι θα έπρεπε δηλαδή να τη βρω για να την σκοτώσω, λες και κάποιος από τα παιδιά επικοινωνούσε μαζί μου τηλεπαθητικά και με καθοδηγούσε –αλλά αυτά είναι σκέτες σαχλαμάρες –σκεφτόμουν λοιπόν οτι κάτι είχα μάθει, κάτι μου είχε πει ο Τρανζίστορ κι αυτό με έσπρωχνε σε τέτοιες σκέψεις, μόνο που δεν θυμόμουν τι ακριβώς. Έκλεισα τα μάτια.
«Θέλω να κοιμηθώ λίγο», είπα στη Σόνια.
«Ότι θες», κλαψούρισε.
Μετά θα έπρεπε να ασχοληθώ με το υλικό του Φαντάσματος στη Μηχανή, δεν ξέρω αν είχε προλάβει να ξεπουλήσει τα δικαιώματα ο Πίβοτ αν και μου φαινόταν κάπως αταίριαστο με τη νοοτροπία του –γιατί να πούλαγε τα δικαιώματα; Αφού έβγαζε φράγκα από το υλικό έτσι όπως το χειριζόταν... Τέλος πάντων, έπρεπε να βρω το υλικό του συγκροτήματος, να το συγκεντρώσω και να το καταστρέψω. Έπρεπε να σκοτώσω το Φάντασμα στη Μηχανή.

Ένα φίδι που δαγκώνει την ουρά του

Ανέβηκα τις σκάλες με τα πόδια σε μια προσπάθεια να ηρεμήσω, ένιωθα πολύ γελοίος για την ταραχή μου –λες και πήγαινα σε ραντεβού με γκόμενα. Όταν έφτασα στην πόρτα του χτύπησα το κουδούνι διακριτικά κι εκεί, επιτόπου, θύμωσα με τον εαυτό μου –γιατί φέρεσαι έτσι βρε ηλίθιε; Τι φοβάσαι; Μην ξυπνήσει το μωρό; Τράβηξα λοιπόν μια γερή στο κουδούνι, το κοπάνησα με την παλάμη μου κι έκανε ένα αστείο πλαφ –αλλά τα πράγματα χειροτέρεψαν όταν μου άνοιξε την πόρτα μια χοντρή αντρογυναίκα με στραβοκουμπωμένη ρόμπα.
«Τι θέλετε;» ρώτησε.
Άλλο πάλι κι αυτό –θες τώρα στα γεράματα να χάλασε τόσο πολύ το γούστο του στις γυναίκες; Κόντεψα να βάλω τα γέλια αλλά κατάφερα να σχηματίσω το όνομά μου.
«Ο κύριος σάς περιμένει», είπε η γυναίκα.
Και υπηρετικό προσωπικό λοιπόν –τι λες βρε παιδί μου...
Την ακολούθησα στο σαλόνι και κάθισα στο σημείο ακριβώς του καναπέ που μου υπέδειξε.
«Θέλετε να σας φέρω κάτι; Καφέ; Τσάι;» με ρώτησε η γυναίκα.
«Όχι ευχαριστώ», είπα κι αμέσως το μετάνιωσα. «Λίγο νερό ίσως...» συμπλήρωσα.
Η γυναίκα εξαφανίστηκε αφήνοντάς με να χαζεύω έναν μαλακισμένο πίνακα του Κλιμτ απέναντί μου.
«Μεγάλε Τρανζίστορα –πόσα χρόνια ρε ψυχή;» άκουσα τη φωνή του, χωρίς να γυρίσω –ποιος ο λόγος άλλωστε;
Στήθηκε μπροστά μου περιμένοντας να σηκωθώ και να πλακωθούμε στα γλωσσόφιλα ξέρω ΄γω... Στο τέλος βαρέθηκε, πήγε και κάθισε απέναντί μου.
«Μια χαρά κρατιέσαι», διαπίστωσα.
«Μακάρι να μπορούσα να πω το ίδιο και για σένα», χαμογέλασε ο Πίβοτ.
Η γυναίκα έφερε το νερό κι έσπασε κάπως την αμηχανία της ατμόσφαιρας.
«Φέρε μας κάτι να πιούμε», παράγγειλε ο Πίβοτ χωρίς να την κοιτάξει και μετά με ρώτησε: «τι θα πιεις;»
«Τίποτα», απάντησα.
«Δυο βότκες περιποιημένες», είπε ο Πίβοτ γράφοντάς με κανονικά.
«Τι με ήθελες;» τον ρώτησα περισσότερο ανυπόμονα απ΄ότι θα έπρεπε να φανεί.
«Γιατί βιάζεσαι;» χαμογέλασε.
«Έχουμε και δουλειές», είπα.
«Καλά –κλάσε μας τώρα», ξεκαρδίστηκε.
Έκανα να σηκωθώ.
«Κάτσε ρε παιδί μου, κάτσε να πούμε μια κουβέντα...» διέταξε ο Πίβοτ.
Κάθισα.
«Λοιπόν;» ρώτησα.
«Ακόμα μου το κρατάς για το υλικό από το συγκρότημα;» ζήτησε να μάθει.
«Όχι –όσο έρχονται τα λεφτά δεν με παίρνει να...»
«Εντάξει, αυτά μας τα ΄παν κι άλλοι που την είχαν πιο μεγάλη. Σε ρωτάω όμως στα ίσα», με διέκοψε ανυπόμονα ο Πίβοτ.
«Ρωτάς τι δηλαδή; Αν εξακολουθώ να πιστεύω οτι κανιβαλίζουμε ένα πτώμα; Δε νομίζω οτι έγινε κάτι για ν΄αλλάξω γνώμη...»
«Ρε Τρανζίστορ μια ζωή ο ίδιος...» κορόιδεψε ο Πίβοτ. «Μια ζωή εκτός πεδίου. Γεράσαμε φίλε μου, κάποτε πρέπει να καταλήξουμε περί του τι θέλαμε να κάνουμε στη ζωή μας...»
«Εγώ δεν ήθελα ποτέ τίποτα. Καμιά γκομενίτσα στην αρχή και μετά να παίζω μουσική για να περνάω καλά –εσύ τι ήθελες;» τον κοίταξα αγριεμένα.
Εκείνη τη στιγμή ήρθαν οι βότκες –δροσίστηκα κι αλάφρωσε λίγο το μυαλό μου.
«Ήθελα τα πάντα και το μόνο που πήρα ήταν κρύο», μουρμούρισε ο Πίβοτ.
«Πες κάτι δικό σου ρε γελοίε», αγανάκτησα.
«Γιατί δεν είναι δικό μου; Επειδή το τραγούδησαν άλλοι; Τι σκατά έχεις στο κεφάλι σου ρε Τρανζίστορ; Η μουσική είναι μολυσματικός ιός, άπαξ και μπει στον οργανισμό σου σε διαλύει και σε ξαναφτιάχνει -μετά είναι όλα δικά σου και τίποτα δεν σου ανήκει», φούντωσε ο Πίβοτ.
Κοπάνησα το ποτήρι στο τραπεζάκι δίπλα μου και σηκώθηκα.
«Ξέρεις κάτι ρε φίλε;» του σφύριξα όσο έσκυβα πάνω του. «Εμένα δε με αφορούν πλέον όλα αυτά».
«Ή έτσι θέλεις να πιστεύεις», ψιθύρισε ο Πίβοτ. «Αλλά τέλος πάντων –για διαφορετικό πράγμα ήθελα να έρθεις...»
Ξανακάθισα.
«Ακούω», είπα.
«Με βρήκε η Έλλη τις προάλλες...» ξεκίνησε ο Πίβοτ.
Χλώμιασα, ψάχτηκα για τα τσιγάρα μου κι εκείνος το πήρε χαμπάρι –μου πέταξε το πακέτο του μαζί μ΄έναν ασημένιο Ρόνσον. Άναψα, του τα ξαναγύρισα.
«Σε είχα ειδοποιήσει...» ψέλλισα.
«Ναι, εντάξει», είπε. «Αλλά δεν σκέφτηκα να κρυφτώ στα βουνά ή κάτι τέτοιο... Την υποτίμησα τη γκόμενα...»
«Δεν ήταν η πρώτη φορά», του υπενθύμισα.
«Σωστός», γέλασε.
«Παρακάτω», ζήτησα.
«Υπέροχη η κυρία, διατηρείται φιγουρίνι –καλύτερη από παλιά...» αναπόλησε.
«Πες μου κάτι που δεν ξέρω», τον γείωσα.
«Και καταπληκτικό κρεβάτι», τόνισε τις λέξεις του.
«Το μουνί της μάνας σου», βλαστήμησα με σφιγμένα δόντια.
«Ζήτησες να σου πω κάτι που δεν ήξερες», δικαιολογήθηκε.
«Έφερες πάλι τους μαλάκες για νουμεράδα;» μούγκρισα.
«Όχι δεν πρόλαβα αυτή τη φορά», ξεκαρδίστηκε.
Τότε πετάχτηκα να τον βουτήξω από το λαιμό, έκανε στο πλάι, μου τράβηξε ένα κουτουπιέ στο γόνατο, βρέθηκα πελαργός να σφαδάζω.
«Τι ευέξαπτος που έχεις γίνει φίλε», ψευτοθαύμασε.
Κάθισα απέναντί του αλλά το χέρι μου χώθηκε άθελα στην τσέπη του τζιν μου –χάιδεψα τον σουγιά.
«Πάει περισσότερο από δίμηνο που έγινε», ψιθύρισε εκείνος. «Ήρθε μ΄ ένα στυλάκι περασμένα-ξεχασμένα, χαμογελάκια, ναζάκια, μέσα στην πουτανιά. Τέτοιο σκηνικό μέχρι να πέσουν τα πηδήματα, με παρακολουθείς;»
«Δεν βλέπω σε τι με αφορά...» ξεκίνησα να λέω αλλά μ’ έκοψε.
«Ένα πρωί ξύπνησα κι εκείνη έλειπε, έτσι στο ξεκάρφωτο, χωρίς ειδοποίηση, χωρίς κάποιο σημείωμα... Ξύπνησα από τους πόνους, ήξερες ρε μαλάκα οτι έχω καρκίνο;» με κοίταξε.
Κούνησα τους ώμους –δεν το ήξερα.
«Η κατάσταση ήταν ελεγχόμενη για χρόνια, εντάξει, κάποιες μικροεπεμβάσεις, χημειοθεραπεία αλλά ήμουνα πλέον μια χαρά. Τα πάντα ελεγχόμενα. Κι εκείνο το πρωί ξύπνησα από τους πόνους, όλο μου το κορμί, κρύοι πόνοι –σα να με περπάταγε σαύρα... Πλακώθηκα στα παυσίπονα, τζάμπα κόπος –χρειάστηκε ένα ολόκληρο φιξάκι για να στανιάρω. Πήγα στο γιατρό –μετάσταση. Για την ακρίβεια μεταστάσεις –παντού...» σταμάτησε, με κοίταξε πριν ανάψει τσιγάρο.
«Δεν καταλαβαίνω τη σύνδεση», παραδέχτηκα.
«Εκείνη», ψιθύρισε ο Πίβοτ. «Εμφανίστηκε και ξύπνησε το θανατικό που κοιμόταν μέσα μου».
«Τα ΄χεις χάσει», τον περιγέλασα πιο ψεύτικα από όσο θα ήθελα ενώ σηκωνόμουν.
«Κάτσε κάτω, δεν έχει σημασία», παραδέχτηκε. «Δεν έχει σημασία τι πιστεύω και τι θα πιστέψεις, το θέμα είναι οτι ο καρκίνος με αλωνίζει...»
«Λυπάμαι», είπα απλά.
«Τα παπάρια μου λυπάσαι», φώναξε. «Παρακάλαγες να ψοφήσω, να βγω από τη μέση για να μη σου χαλάω το όνειρο, να μη σου θυμίζω...»
«Τον εφιάλτη», συμπλήρωσα σκεφτικά. «Μπορεί και να ΄ναι έτσι, πάντως στ΄αλήθεια λυπάμαι. Ήσουνα ο κολλητός μου όπως και να’ χε...»
«Εκεί ποντάρω», μου είπε σιγά.
«Πάλι δε σε καταλαβαίνω», παραδέχτηκα.
«Στη φιλία μας –τόσα έχουμε περάσει. Δεν σβήνονται αυτά ρε φίλε», χαμογέλασε αξιολύπητα.
«Αυτό ακριβώς –δεν σβήνονται. Μένουν για να μην ξεχνιούνται οι κτηνωδίες...» διαπίστωσα.
«Μέσα είσαι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα τη βρούμε την άκρη», χαμογέλασε ο Πίβοτ.
«Ποια άκρη;» τον ρώτησα.
«Έλα μαζί μου», είπε γυρίζοντάς μου την πλάτη.
«Για πού;» ξαναρώτησα.
«Έχω ένα στούντιο, θέλω να σου βάλω κάτι ν΄ακούσεις...» μου απάντησε.
«Υπάρχει λόγος; Γιατί δεν μπορώ να μείνω πολύ, έχω δουλειές...» ψευτοδικαιολογήθηκα.
«Σημαντικότερο κι από τη ζωή σου», γέλασε ο Πίβοτ. «Και πάντως, σημαντικότερο από τη δική μου ζωή –στα σίγουρα».
Μετά χάθηκε στο ανοιγόκλεισμα μιας πόρτας, εγώ επέστρεψα στο τραπεζάκι δίπλα στον καναπέ, κατέβασα την υπόλοιπη βότκα μου και ξεκίνησα να τον βρω.
Στο διάδρομο έπεσα πάνω στην υπηρέτρια, κάτι ήθελε να μου πει αλλά απέφυγα το βλέμμα της –δεν ήταν δική μου δουλειά.
Άνοιξα την πόρτα και τον είδα να κάθεται σε μια καρέκλα με ροδάκια μπροστά από την κονσόλα.
«Καλώς τον κι ας άργησε», είπε ο Πίβοτ.


ΤΕΛΟΣ

Πέμπτη, Αύγουστος 11, 2011

12. Το τέλος μιας συμμαχίας μοναχικών παιδιών

Προηγούμενα:

1. Μπάσκετ με τα φαντάσματα
2. Οι εφιάλτες ξεκινάνε ονειρικά
3. Μαλιμπού Μπιτς
4. Τυφλοπόντικες στον παράδεισο των ερπετών
5. "Χασάν ι Σαμπά"
6. Φλάουερ Στούντιος
7. Κριστίν
8. Ψόφιες τουλίπες και τουμπαρισμένοι χρυσοκάνθαροι
9. Ένα μάτσο μουσικόφιλες ψωλίτσες
10. Ανάπηροι με χρυσαφένια δάχτυλα
11. Το ιλουστρασιόν παραμύθι της παρέας

Τα γεγονότα (πριν και μετά από αυτή τη συνέντευξη) είναι πλέον γνωστά, κυριάρχησαν στην ειδησεογραφία για όλο το προηγούμενο διάστημα. Δεν σκοπεύουμε λοιπόν να επανέλθουμε σχετικά με τη δολοφονία του Πίβοτ αλλά ούτε και για την αυτοκτονία του Τρανζίστορ (λατρεύουμε πάντως να χρησιμοποιούμε αυτά τους τα ονόματα κι έχουμε τη δυνατότητα εφόσον είμαστε μουσικό περιοδικό κι όχι δελτίο ειδήσεων). Άλλωστε η βασική προϋπόθεση προκειμένου να γίνει η συνέντευξη ήταν να μην υπάρχουν αναφορές στα συγκεκριμένα γεγονότα. Προσπαθήσαμε να τη σεβαστούμε όσο ήταν δυνατό. Στη συνέντευξη συμμετέχουν ο Τρανζίστορ (R.I.P) ο οποίος, εκτός των άλλων, ήταν ο μπασίστας του συγκροτήματος Φάντασμα στη Μηχανή κι ο ντράμερ του συγκροτήματος, ο επονομαζόμενος Μέταλλο.


Ερ.: Πόσα χρόνια είχατε να συναντηθείτε οι τρεις σας;
Μ.: Οι τρεις μας; (γέλια)
Τ.: Με το Μέταλλο είχαμε να βρεθούμε πάνω από 20 χρόνια. Τύχαινε βέβαια κάποιες φορές να πέσουμε ο ένας πάνω στον άλλο....
Μ.: Αλλά φροντίζαμε να κοιτάζουμε αλλού.

Ερ.: Δηλαδή οι σχέσεις σας είχαν διακοπεί οριστικά με τη διάλυση του συγκροτήματος;
Μ.: (στον Τρανζίστορ) Τι να της πεις τώρα;
Τ.: Πες της οτι είχαν διακοπεί οριστικά.
Μ.: Αν οι μεταξύ μας σχέσεις εξακολουθούσαν, για ποιο λόγο να διαλύαμε το συγκρότημα;

Ερ.: Πόσο καταλυτικός ήταν ο θάνατος του τραγουδιστή σας;
Τ.: Το Φάντασμα στη Μηχανή ήταν μια μουσική, ας την ονομάσουμε, φόρμα που αποτελούνταν από τέσσερα συγκεκριμένα άτομα. Το τέσσερα δεν είναι και τόσο μεγάλος αριθμός, δεν ήμασταν καμιά Κρατική Ορχήστρα Αθηνών ώστε να μπορούμε να αναπληρώσουμε τα μέλη μας. Θέλω να πω οτι όποιος κι αν έφευγε, το συγκρότημα δεν θα ήταν πια το ίδιο. Δεν θα ήταν το Φάντασμα στη Μηχανή.

Ερ.: Ειδικά αν αυτός που φεύγει είναι ο τραγουδιστής.
Μ.: Δηλαδή τι νομίζεις; Οτι ήμασταν συνοδευτική μπάντα; Έχεις την εντύπωση οτι κάποιος ήταν ο σπουδαίος εκεί πέρα ενώ οι άλλοι ήταν σκέτοι οργανοπαίχτες;

Ερ.: Αυτή ακριβώς θα ήταν η επόμενη ερώτησή μου. Θα ήθελα να μάθω περισσότερα για τον ρόλο του καθενός στο συγκρότημα.
Μ.: Πιστεύω πάντως οτι έχεις σχηματίσει άποψη πριν ακόμα μάθεις.
Τ.: Λογικό είναι. Οτι κυκλοφορεί τόσα χρόνια το έχει χάψει αμάσητο.


Ερ.: Ήταν διαφορετικά τα πράγματα;
Μ.: Αυτός που βλέπεις εδώ δίπλα μου είναι ο καλύτερος παραγωγός που έχω συναντήσει. Χωρίς τον Τρανζίστορ οι δίσκοι μας θα ακούγονταν εντελώς διαφορετικοί –σα ραπτομηχανές θα ακουγόμασταν....
Τ.: Επίσης έπαιζα και μπάσο, να μην το ξεχνάμε αυτό (γέλια).
Μ.: Γαμάτο μπάσο. Πάνω του πάταγε όλη η φροντ λάιν, γιατί άμα δεν έχεις ζόρικο μπασίστα πρέπει ο κιθαρίστας να παίζει και τα ρυθμικά κι ο τραγουδιστής να προσέχει να κρατάει το μέτρο από μόνος του...
Τ.: Καλά, ένα αστείο έκανα –δεν το είπα για να μου φτιάξεις τον επικήδειο. Άλλωστε η ρυθμ σέξιον είναι μπάσο και ντραμς. Αλλά μην περιμένεις από μένα να πω πόσο καλός ντράμερ ήταν το Μέταλλο και τέτοιες σαχλαμάρες -αυτά τα ξέρουν όλοι Εγώ λέω οτι αν δεν υπήρχε το Μέταλλο δεν θα υπήρχε το συγκρότημα.


Ερ.: Θέλεις να μας πεις περισσότερα γι΄αυτό;
Τ.: Όχι.
Μ.: Γιατί όχι ρε Τρανζίστορα; Πες τής κοπέλας –μόνο εγώ θα σου πλέκω το πουλόβερ;
Τ.: Τώρα που τα ξαναθυμάμαι, αυτή η τάση που είχες για εμετό κόντεψε να μας διαλύσει το συγκρότημα (πολλά γέλια κι από τους δυο τους).

Ερ.: Θα μας πείτε τι εννοείτε;
Μ.: Όχι.
Τ.: Όπως βλέπεις δεσμεύομαι.

Ερ.: Η αρχική μου ερώτηση αφορούσε τον τραγουδιστή σας.
Μ.: Ο Γιωργάκης ήταν από άλλο πλανήτη. Κι όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, κανένας δεν κατάλαβε αυτά που προσπαθούσε να πει... τον μόλυνε και το γήινο περιβάλλον...
Τ.: Αυτό από ταινία δεν είναι; Ο Άνθρωπος που έπεσε στη Γη –σωστά;
Μ: Ναι εντάξει, αλλά αποκλείεται να την έχει δει η κοπέλα...
Τ.: Ο Γιωργάκης ήταν αυτός που έδωσε το όνομα στο συγκρότημα κι αυτός που καθόρισε το στίγμα μας από την αρχή. Χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, από την αρχή ήταν σίγουρος για όλα. Πώς θα λεγόμαστε, τι μουσική θα παίζαμε, πώς θα κάναμε τις συναυλίες...
Μ.: Ο Γιωργάκης ήταν το καλύτερο και το χειρότερο πρόσωπό μας ταυτόχρονα.


Ερ.: Κι ο Πίβοτ;
Μ.: Μεγάλος μαλάκας.
Τ.: Αλλά εξίσου μεγάλος κιθαρίστας. Ο Πίβοτ έφτιαξε τα θέματα για τα περισσότερα κομμάτια μας, σχεδόν για όλα τα κομμάτια μας.... Όταν ξεκινήσαμε το συγκρότημα –του Πίβοτ ήταν η ιδέα να κάνουμε συγκρότημα –όταν ξεκινήσαμε δεν ήξερα οτι μπορούσε να παίξει κιθάρα... Κάποιες φορές κάτι γρατζούναγε με μια δανεική αλλά σε γενικές γραμμές δεν έλεγε και πολλά πράγματα.... Στις πρώτες μας πρόβες, ειδικά τον πρώτο χρόνο ήταν εντυπωσιακό. Κάθε μέρα ερχόταν διαφορετικός Πίβοτ, εγώ τον θυμόμουν σαν τον κολλητό μου από το σχολείο κι εκείνος άλλαζε μέρα με τη μέρα. Όσο καλύτερα μάθαινε να παίζει κιθάρα, όσο καλύτερα τα κατάφερνε στις συνθέσεις, τόσο μακρύτερα πήγαινε....

Ερ.: Μακρύτερα;
Τ.: Απομακρυνόταν από αυτά που θέλαμε σαν ομάδα και κόλλαγε στις δικές του ιδέες, στις δικές του φιλοδοξίες.

Ερ.: Ποιες ήταν αυτές;
Μ.: Να πηδήξει τον κόσμο όλο.
Τ.: Ο Πίβοτ δεν μπορούσε να αντέξει το ημίφως. Ήθελε φαντασμαγορία ή σκοτάδι –ήθελε να γίνουμε οι προφήτες του μίσους, οι καλύτεροι γαμιάδες της γενιάς μας, οι πλουσιότεροι καλλιτέχνες της ανεξάρτητης κι εξαρτημένης δισκογραφίας...

Ερ.: Κι από ότι φαίνεται τα κατάφερε στα περισσότερα.
Μ.: Ναι αλλά χωρίς εμάς. Με τη δική μας δουλειά αλλά χωρίς εμάς.
Τ.: (στο Μέταλλο) Δεν βάλαμε ποτέ κοπυράιτ –κι εσύ θα μπορούσες να πάρεις τη δουλειά μας και να...
Μ.: Όχι σε μένα τέτοιες μαλακίες.
Τ.: Όμως θα μπορούσες...
Μ.: Δεν θα μπορούσα –ούτε εγώ, ούτε εσύ, ούτε κανένας άλλος εκτός από εκείνον.


Ερ.: Είχατε ποτέ κάποια έντονη διαφωνία με τον Πίβοτ; Καυγαδίζατε συχνά;
Τ.: Είχαμε τις διαφωνίες μας αλλά πάντα σε πολιτισμένο επίπεδο. (γελάει)
Μ.: (στον Τρανζίστορ) Θέλει να μάθει γιατί τον σκότωσες.
Τ.: Αλλά δεν ρωτάει για να μη διακόψουμε τη συνέντευξη –σωστά;
Μ.: Ίσως να φοβάται μη σκοτώσεις κι εκείνη...
Τ.: Τι το περάσαμε εδώ πέρα; Για περίοδο εκπτώσεων; Ή συγκρίνει την πάρτη της με τον Πίβοτ;
Μ.: Συγκρίνεις τα μούτρα σου με τον Πίβοτ κοπελιά;


Ερ.: Ας προχωρήσουμε παρακάτω. Ποια περίοδο του συγκροτήματος θεωρείτε σημαντικότερη;
Τ.: (στο Μέταλλο) Να απαντήσω;
Μ.: Αν πρόκειται να πεις αυτό που σκέφτομαι θα προτιμούσα όχι.
Τ.: Η σημαντικότερη περίοδος για το Φάντασμα στη Μηχανή ήταν η εποχή μετά τη συναυλία στο Πνευματικό Κέντρο.
Μ.: (γελάει) Καταπληκτικός –σε παραδέχομαι.

Ερ.: Τι έγινε μετά τη συναυλία στο Πνευματικό Κέντρο;
Τ.: Έβγαλα γκόμενα (γέλια).
Μ.: Εγώ πάλι -όχι.

Ερ.: Τότε δεν είχατε και τα πρώτα προβλήματά σας με την αστυνομία;
Τ.: Με την αστυνομία διατηρούσαμε πάντοτε στενές σχέσεις.
Μ.: Φαίνεται άλλωστε.

Ερ.: Αντιμετωπίζατε πάντως και ιδιαίτερα επιθετικές αντιδράσεις εκ μέρους του κοινού στις αρχικές σας εμφανίσεις.
Τ.: Ναι –ωραία ήταν.
Μ.: Ο Σωτήρης από τους ΑΔΙΕΞΟΔΟ είχε πει κάποτε οτι, από το να κάθεται το κοινό και να σε χαζεύει πίνοντας την πορτοκαλάδα του, προτιμότερο θα ήταν να σου πετάξει την πορτοκαλάδα στο κεφάλι. Έτσι ήταν.
Τ.: Το θέμα είχε να κάνει με τη συμμετοχή, την πρόκληση αντίδρασης, συναισθημάτων. Κι εμείς ζήσαμε σε μια εποχή που ακόμα κι οι παρέες ήταν συμμαχίες μοναχικών παιδιών σε μια προσπάθεια επιβίωσης. Δεν μπορούσαμε λοιπόν να φωνάζουμε από τη σκηνή, «κρατήστε το χέρι του διπλανού σας και προσευχηθείτε για αγάπη και ειρήνη» -έχεις δει εσύ κανέναν στριμωγμένο με την πλάτη στον τοίχο να προσεύχεται για αγάπη και ειρήνη; Απλά θέλαμε να δηλώσουμε οτι επιμένουμε να κάνουμε αυτό που γουστάρουμε, προσπαθούμε να μην ξεφτιλιστούμε και οι υπόλοιποι ας τραβηχτούν ο καθένας όπως του αρέσει. Δεν είχαμε, ή τουλάχιστον δεν είχα, καμιά διάθεση να ηγηθώ κάποιας κίνησης, να καθοδηγήσω...
Μ.: Κανένας μας δεν είχε τέτοια διάθεση εκτός από τον Πίβοτ.


Ερ.: Αυτές οι επιθετικές αντιδράσεις στις πρώτες συναυλίες σας μετατράπηκαν στη συνέχεια σε εκδηλώσεις λατρείας και θαυμασμού. Πώς το εξηγείτε;
Μ.: Επειδή ξεπουληθήκαμε.
Τ.: Αυτό είναι κάπως υπερβολικό. Απλώς το πράγμα ξέφυγε από τους αρχικούς μας σχεδιασμούς. Έφταιγε και ο τρόπος που προσπαθούσαμε να προκαλέσουμε αντιδράσεις, είχαμε γίνει πλέον κοινότυποι.... γραφικοί. Έβγαινε ο Γιωργάκης και τους έβριζε κι από κάτω γελάγανε, δεν τους έκανε πλέον καμιά εντύπωση.
Μ.: (στον Τρανζίστορ) Είχαμε γίνει τσίρκο –φοβάσαι να το πεις;
Τ.: Είχαμε γίνει τσίρκο –αυτό ακριβώς. Πηγαίναμε, δίναμε παράσταση, πληρωνόμασταν και φεύγαμε. Στο τέλος δεν θυμόμασταν καν τι κάναμε πάνω στη σκηνή –όλα γίνονταν αυτόματα λες και δουλεύαμε σε φάμπρικα.


Ερ.: Πόσο επηρέασαν τα ναρκωτικά σε όλα αυτά;
Μ.: Ποια ναρκωτικά; Γίνε πιο συγκεκριμένη.
Τ.: Εντάξει, είναι γνωστό οτι ο Γιωργάκης είχε κάποιες άσχημες περιπέτειες κι εγώ... τέλος πάντων, είχα το μερίδιο που μου αναλογούσε στη γενιά της ηπατίτιδας. Κι έτσι δεν μπορώ να σου πω πόσο επηρέασαν τα ναρκωτικά τη μουσική μας –είναι σα να με ρωτάς για το πόσο επηρέασε τη μουσική μας η παρατεταμένη ανομβρία του τέλους της δεκαετίας του ’80...

Ερ.: Μιλάς μετεωρολογικά ή συμβολικά όταν αναφέρεσαι σε ανομβρία;
Τ.: (γέλια) Πάρτο όπως θέλεις...
Μ.: Νομίζω οτι στο τέλος του ’80 ήμασταν πλέον κανονικοί μουσικοί. Επιτέλους παίζαμε σωστή μουσική.
Τ.: Όπως κατάλαβες η ανομβρία της πόλης μας είχε επηρεάσει τη μουσική μας περισσότερο από τα ναρκωτικά (γέλια).
Μ.: Καλά –μην αρχίσουμε πάλι αυτή την κουβέντα...

Ερ.: Ποια κουβέντα;
Τ.: Μια κουβέντα...
Μ.: Καμιά κουβέντα.

Ερ.: Τι σημαίνει το όνομα του συγκροτήματός σας;
Μ.: Είναι από το βιβλίο του Άρθρουρ Καίσλερ... Το βγάλανε και τίτλο δίσκου οι Πολίς...
Τ.: Μετά από μας πάντως –ένα χρόνο μετά... Το Φάντασμα στη Μηχανή είναι εκείνη η φαντασιακή δύναμη που κινεί την ανθρωπότητα. Αν θέλεις να το απλοποιήσεις μπορείς να το πεις και ψυχή.
Μ.: Τώρα που το λες... Λοιπόν μετά από τόσα χρόνια ανακαλύπτω οτι ήμουνα ντράμερ σε ένα συγκρότημα της σόουλ... (γέλια).

Ερ.: Ο πρώτος σας δίσκος (Με την πλάτη στον τοίχο) θεωρείται πλέον κλασσικός αν και δεν έκανε την επιτυχία των επόμενων κυκλοφοριών σας...
Μ.: Μη λες: ο πρώτος σας δίσκος. Έναν μόνο δίσκο βγάλαμε –Με την πλάτη στον τοίχο. Κυριολεκτικά και μεταφορικά κι όπως γουστάρεις πάρτο. Αλλά αυτός ήταν ο μοναδικός μας δίσκος. Ότι ακολούθησε ήτανε μαλακίες...

Ερ.: Πώς το εννοείς δηλαδή; Δεν είχαν την έγκρισή σας οι υπόλοιποι δίσκοι;
Μ.: Κατά πρώτον δεν είχαν –και δεν μπορούσαν να έχουν –την έγκριση του Γιωργάκη...
Τ.: Εκ των πραγμάτων... Κι όπως θυμάσαι το Φάντασμα στη Μηχανή υπήρχε μονάχα όταν ήταν ενεργά όλα του τα μέλη.

Ερ.: Εντάξει, αλλά οι επόμενοι δυο δίσκοι σας που κυκλοφόρησαν, περιλάμβαναν την πλήρη σύνθεση του συγκροτήματος –μόνο στον τέταρτο δίσκο αλλάξατε τραγουδιστή.
Τ.: Και μπασίστα...
Μ.: Δεν έχει σημασία.... Κυκλοφόρησαν πολλά πράγματα με τον Γιωργάκη αλλά για κανένα δεν είχε δώσει τη συγκατάθεσή του πέρα από την Πλάτη στον Τοίχο. Οι υπόλοιποι δίσκοι ήταν σκέτη εκμετάλλευση...

Ερ.: Ποιος εκμεταλλευόταν τι;
Τ.: Εμείς οι υπόλοιποι, εκμεταλλευόμασταν τις λίγες στιγμές πραγματικής έμπνευσης που είχαμε.

Ερ.: Θες να πεις οτι δεν είχατε ποτέ άλλοτε έμπνευση εκτός από την εποχή που παίζατε πλήρεις στο συγκρότημα;
Τ.: Θέλω να πω οτι το Φάντασμα στη Μηχανή λειτούργησε για ένα διάστημα και μετά τελείωσε. Πέθανε ο Γιωργάκης, άλλαξαν πολλά πράγματα και στις ζωές των υπολοίπων...
Μ.: Πριν από αυτό, πριν πεθάνει ο Γιωργάκης...
Τ.: Έχεις δίκιο. Ήδη είχαμε τελειώσει πριν πεθάνει ο Γιωργάκης. Αυτό δεν σημαίνει οτι δεν μπορούσε ο καθένας από μας να κάνει εμπνευσμένα πράγματα κι ο Πίβοτ πρώτος απ΄ όλους έβγαλε καταπληκτικές δουλειές... Αλλά δεν ήταν πια το Φάντασμα στη Μηχανή.

Ερ.: Θέλετε να μου μιλήσετε για την τελευταία σας περιοδεία –πότε ήταν; Το ’89;
Μ.: Το ’90. Ξεκινήσαμε μ΄ εκείνη τη συναυλία στον Λυκαβηττό...
Τ.: Ήταν η τελευταία φορά που έπαιξα με το συγκρότημα, στη συνέχεια είχα ένα ατύχημα και δεν ακολούθησα...
Μ.: Μόνος σου πήγες και στούκαρες για να μην έρθεις στην περιοδεία...
Τ.: Μπορεί και να ήταν έτσι... Πάντως θυμάμαι οτι στον Λυκαβηττό κατάλαβα δυο πράγματα. Το πρώτο ήταν οτι ο Γιωργάκης μας έβλεπε ακόμα και γέλαγε...
Μ.: Τον είδες κι εσύ; Ποτέ δεν μιλήσαμε γι΄αυτό.
Τ.: Ναι, κάπου κοντά στην κονσόλα. Το δεύτερο ήταν οτι δεν μπορούσα να ξαναπαίξω με το συγκρότημα, ήταν ανυπόφορο. Έμοιαζε σα να προσπαθούσες να παίξεις πλακωτό με πιασμένη την παραμάνα κι ενώ οι καρποί των χεριών σου κρέμονταν από μισοκομμένες κλωστές –δεν είχε κανένα νόημα ακόμα κι αν κατάφερνες να κουνήσεις τα ζάρια...
Μ.: (γελάει) Πάντα ήσουνα άσχετος στο τάβλι. Αλλά τα πράγματα ήταν όντως γκραν γκινιόλ σ΄εκείνη την τελευταία περιοδεία. Ανεβαίναμε να παίξουμε κι ακολουθούσαμε τα παλιά μας πατήματα, εγώ άκουγα τον Τρανζίστορ ας πούμε και πάνω του έδενα, αλλά το πρόβλημα ήταν οτι δεν έπαιζε ο Τρανζίστορ μαζί μας στη συγκεκριμένη φάση –ήταν κάποιος άλλος... Και το χειρότερο απ΄ όλα –είχαμε έναν καινούργιο τραγουδιστή αλλά εγώ συνέχιζα να μετράω ακούγοντας τον Γιωργάκη... Δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις τι εννοώ...
Τ.: Πατάγαμε στο σεισμό, πόσο να σταθείς όρθιος όταν η γη φεύγει από τα πόδια σου;
Μ.: Είχα ρωτήσει τον Πίβοτ που τον έβλεπα πιο ψύχραιμο ας πούμε. Ρε φίλε, πώς αντέχεις να παίζεις με το μισό συγκρότημα αλλού; Θυμάμαι οτι είχε πει: δεν τρέχει τίποτα –ακόμα τους ακούω, γι΄αυτό και μπορώ να παίζω.
Τ.: Είχε κάποιο δίκιο...
Μ.: Μαλακίες.

Ερ.: Πάντως, από εκείνη την εποχή και μετά η μουσική σας επηρέασε πολύ κόσμο.
Μ.: Ναι; Ποιους ας πούμε;

Ερ.: Τι να πρωτοθυμηθώ; Έγιναν κάποιες διασκευές των τεσσάρων –πέντε πιο επιτυχημένων τραγουδιών σας...
Μ.: Εντάξει και την 9η του Μπετόβεν διασκευάσανε κάτι καρεκλάδες απ΄ότι θυμάμαι. Αυτό τι πάει να πει; Οτι επηρεάστηκε η ντίσκο από την κλασσική μουσική;
Τ.: Έτυχε ν΄ακούσω τις διασκευές που λες –ήταν όλες τους άθλιες. Όλα όσα απεχθανόμασταν μουσικά υπήρχαν σ΄αυτές τις διασκευές. Κλαψομούνικα σόλα κιθάρας, ερμηνεία όλο πάθος από τον τραγουδιστή...
Μ.: Σε μια διασκευή μάλιστα έχει ντραμ μασίν.
Τ.: Σε κάποια άλλη διασκευή έχουν προσθέσει σαξόφωνο και ακορντεόν...
Μ.: Δεν θυμάμαι τι μισούμε περισσότερο σαν συγκρότημα –το σαξόφωνο ή το ακορντεόν;
Τ.: Το βιολί μισούσαμε πάνω απ΄ όλα –καιρός λοιπόν να βγει κάποια διασκευή κομματιού μας που να έχει και βιολί.
Μ.: Αν ήταν το βιολί πουλί...

Ερ.: Δηλαδή δεν είχαν την έγκρισή σας αυτές οι διασκευές;
Μ.: Όσο οι διασκευές μάς έφερναν χρήματα η έγκρισή μας ήταν δεδομένη. Αυτό βέβαια δε σήμαινε οτι μας άρεσαν... Το θέμα ήταν οικονομικό, όχι αισθητικό.
Τ.: Μια φορά μάς ζήτησαν ένα τραγούδι για να το παίξουν σε κάποια τσόντα με τους γαμιάδες μασκαρεμένους πάνκηδες...
Μ.: Το θυμάμαι –γούσταρα σαν τρελός. Ειδικά επειδή θα παίζανε το κομμάτι κανονικά, δεν θα το πειράζανε...
Τ.: Αλλά δεν ήθελε ο Πίβοτ και σκάλωσε το θέμα.

Ερ.: Ο Πίβοτ ξανάπαιξε όλα τα κομμάτια του συγκροτήματος με διαφορετική ενορχήστρωση.
Τ.: Μαγκιά του.

Ερ.: Σας έκανε πρόταση να παίξετε μαζί του σ΄αυτό το πρότζεκτ;
Μ.: Έχει σημασία;
Τ.: Για να μη χάνεις το χρόνο σου θα σου πω οτι ο Πίβοτ ήταν ο μοναδικός κολλητός που είχα μέχρι σήμερα. Τα υπόλοιπα παιδιά του συγκροτήματος υπήρξαν παρέα μου, ήμασταν δεμένοι κι όλα τα σχετικά –τους αγαπούσα... Αλλά ο Πίβοτ ήταν ο κολλητός μου. Δεν πρόκειται λοιπόν να βγάλεις κάποιο κουτσομπολιό εδώ πέρα... Και για να μη σου αφήσω χώρο για υπονοούμενα θα σου πω στα ίσια οτι ο Πίβοτ μας ζητούσε να συμμετάσχουμε σε κάθε τι σχετικό με το Φάντασμα στη Μηχανή.
Μ.: Και στα άσχετα με το συγκρότημα μάς ζητούσε να συμμετάσχουμε.

Ερ.: Αλλά εσείς δεν συμμετείχατε.
Μ.: Ποιος το λέει αυτό;

Ερ.: Τα κρέντιτς στους δίσκους και τα σιντί.
Μ.: Μην πιστεύεις ότι διαβάζεις.
Τ.: Μπουμτάουν Ρατς νομίζω.
Μ.: Μέσα είσαι.

Ερ.: Δηλαδή συμμετείχατε;
Τ.: Έχεις την εντύπωση οτι αν το κάναμε θα το παραδεχόμασταν σε σένα;
Μ.: Οι δουλειές του Πίβοτ είναι δουλειές του Πίβοτ κι έτσι πρέπει να τις βλέπεις. Εμείς εδώ μιλάμε για το Φάντασμα στη Μηχανή –τι σχέση έχουν όλα τα υπόλοιπα;

Ερ.: Εντάξει –ας μιλήσουμε για το Φάντασμα στη Μηχανή. Πώς θα χαρακτηρίζατε τη μουσική σας;
Μ.: Απειλητική ποπ.
Τ.: Σίγουρα ποπ. Με την έννοια οτι χρησιμοποιούσαμε, ή τουλάχιστον προσπαθούσαμε να χρησιμοποιήσουμε, τις κλασσικές και δημοφιλείς φόρμες του ροκ εν ρολ... Όταν δεν το καταφέρναμε οφειλόταν κυρίως στην ανικανότητα ή τη δειλία μας. Όσες φορές το καταφέραμε, φτιάξαμε αξιόλογα κομμάτια. Σίγουρα ποπ λοιπόν. Όσο για την απειλή... αυτή ήταν κυρίως εσωτερική, κατευθυνόταν περισσότερο προς το συγκρότημα. Θέλω να πω οτι εμείς φοβόμασταν τα τραγούδια μας, χεζόμασταν πάνω μας, την ώρα που το κοινό από κάτω τα χόρευε. Κι εκεί κάπου χανόταν η επαφή, γινόταν αυτιστικό το όλο θέμα...
Μ.: Αυτιστικά απειλητική ποπ λοιπόν.

Ερ.: Μου κάνει εντύπωση που αυτοχαρακτηρίζεστε σαν ποπ συγκρότημα. Η άποψη που επικρατεί σας εντάσσει στο νταρκ γουέιβ, για την ακρίβεια σας θεωρεί πατριάρχες της εγχώριας κίνησης.
Μ.: Γιατί –το νταρκ γουέιβ δεν είναι ποπ;
Τ.: Τι θα πει νταρκ γουέιβ; Μελό μελοποιήσεις Καρυωτάκηδων και μίρλα τύπου Τζόι Ντιβίζιον;

Ερ.: Απορρίπτετε δηλαδή τους Τζόι Ντιβίζιον; Ρωτάω επειδή πολλοί συνέδεσαν την αυτοκτονία του τραγουδιστή σας με αυτή του Ίαν Κέρτις.
Μ.: Μαλακίες. Ο Ίαν Κέρτις ήταν επιληπτικός...
Τ.: Το να προσπαθείς να συνδυάσεις τις αυτοκτονίες δυο διαφορετικών ανθρώπων με βάση το οτι ήταν, ας πούμε, και οι δυο τραγουδιστές ή οτι και οι δυο έγραφαν λυπημένους στίχους μοιάζει με αυτό που λένε οι σαβουρογάμηδες για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους –πως όταν σβήσει η λάμπα όλες οι γυναίκες είναι ίδιες. Αυτός λοιπόν που συνδέει τον Γιωργάκη με τον Ίαν Κέρτις έχει απλώς σαβουρογάμικα μουσικά γούστα. Ότι κάτσει το ακούει –προχτές Τζόι Ντιβίζιον, χτες Φάντασμα στη Μηχανή, σήμερα Διάφανα Κρίνα, αύριο Πουλόπουλο...
Μ.: Πού τον θυμήθηκες τον Πουλόπουλο;
Τ.: Ο Πουλόπουλος είναι το σήμα κατατεθέν του σαβουρογάμη. Γενικότερα, όχι μόνο μουσικά.

Ερ.: Μου φάνηκε οτι διαφωνήσατε προηγουμένως και με τις μελοποιήσεις των ποιημάτων του Καρυωτάκη. Κάνω λάθος;
Τ.: Δεν διαφωνούμε γενικώς με τίποτα αρκεί να μην είμαστε υποχρεωμένοι να το κάνουμε εμείς. Αν τώρα ρωτάς κατά πόσο μας άρεσαν οι μελοποιήσεις Καρυωτάκη, μπορώ να μιλήσω στο όνομα όλων και να πω οτι τις θεωρούσαμε γελοίες. Παραπέρα, σε καθαρά προσωπικό επίπεδο θα σου πω οτι εγώ δεν τρελαινόμουν για τον Καρυωτάκη –προτιμούσα την ποίηση του Αρανίτση.
Μ.: Εμένα δεν μου άρεσε η ποίηση γενικώς.

Ερ.: Ποιοι σας επηρέασαν μουσικά;
Τ.: Μπορώ να σου πω οτι οι Ραμόνς ήταν αυτοί που μας έδωσαν την ώθηση να φτιάξουμε το συγκρότημα. Είχε φέρει ένα δίσκο τους στο σπίτι μου ο Πίβοτ και μου είπε: αφού αυτοί κάνουν επιτυχία, μπορούμε κι εμείς. Στην αρχή λοιπόν ακούγαμε όλα εκείνα τα συγκροτήματα του πανκ και του νιου γουέιβ και προσπαθούσαμε να τα μιμηθούμε, άρα αυτοί θα πρέπει να μας επηρέασαν...
Μ.: Εγώ στην αρχή άκουγα Πριστ, Σάμπαθ και λίγο Μέιντεν της εποχής του Ντι Άνο. Οι υπόλοιποι δεν ξέρω τι άκουγαν –πέρα από τα κομμάτια που προσπαθούσαμε να διασκευάσουμε, Πίστολς και τέτοια.

Ερ.: Πώς βλέπετε το μέλλον του ελληνικού ροκ;
Τ.: Άμεσα συνυφασμένο με το δικό μας μέλλον (γέλια).
Μ.: Τι θα πει ελληνικό ροκ; Ροκ που το παίζουν Έλληνες ή ροκ με ελληνικό ηχόχρωμα; Αν μιλάμε για το πρώτο δεν έχω ιδέα –πού να ξέρω τι παίζει ο καθένας σ΄αυτή τη χώρα; Αν μιλάμε για το δεύτερο –χέστα. Ροκ με ελληνικό ηχόχρωμα σημαίνει: ηλεκτρικό τσιφτετέλι για να τ΄ αρπάξουμε.
Τ.: Ή τίποτα παραδοσιακοί ρυθμοί για να νιώσει οικεία ο βλάχος.

Ερ.: Μου φαίνεται οτι είσαστε κάπως απόλυτοι.
Τ.: Μας παίρνει να είμαστε –έτσι πιστεύω.
Μ.: Πληρώσαμε για αυτές μας τις απόψεις και μάλιστα διπλή τιμή.

Ερ.: Τι εννοείτε;
Μ.: Τίποτα. Απλά πουλάμε μούρη.
Τ.: Συνηθίζεται άλλωστε στον χώρο των ροκ σταρς.

Ερ.: Θέλετε να μας πείτε τι κάνατε μετά τη διάλυση του συγκροτήματος;
Τ.: Εννοείς, εκτός από το να συμμετέχουμε στις επανακυκλοφορίες των τραγουδιών μας; (γέλια).
Μ.: Εγώ ήμουν ήδη σ΄ ένα σχήμα πριν διαλυθεί οριστικά το Φάντασμα στη Μηχανή... Βγάλαμε ένα δίσκο φρι τζαζ, μετά μπλέχτηκα με ένα καθαρόαιμο ροκ σχήμα –κανονική σεβεντίλα, έπαιζα επιτέλους το χαρντ που ονειρευόμουν από παιδί... Με αυτούς, ξέρεις για ποιους λέω –ας μην σπιλώσουμε υπολήψεις –τρέχαμε σε συναυλίες στην επαρχία, μετά παίξαμε κάνα δυο σεζόν στις μεγάλες πίστες της παραλιακής, δεύτερο όνομα στην καλύτερη... Εκεί πρωτοσυνεργάστηκα με καθαρόαιμα σκυλιά κι αυτό με βοήθησε αρκετά στο να κονομήσω παίζοντας σέσιον στις ηχογραφήσεις τέτοιων τραγουδιών –θα εκπλαγείς αν μάθεις σε πόσα σκυλάδικα, βλαχοπόπ, και τουρκολαϊκά έχω παίξει. Φυσικά, πάντα με ψευδώνυμο καθότι είμεθα και κάποια τζαζ προσωπικότης.... Για να μην πολυλογώ, κατέληξα την τελευταία δεκαετία καθηγητής ωδείου με το δικό μου τμήμα αυτοσχεδιαστικής μουσικής –έτσι το λένε όταν κάποιος είναι όνομα αλλά δεν έχει κάνει σπουδές μουσικής και δεν διαθέτει δίπλωμα.
Τ.: Εγώ πήγα για λίγο στο Λονδίνο, δούλεψα σε στούντιο ηχογράφησης, γύρισα πίσω, βοήθησα κάποιους φίλους να ηχογραφήσουν τη δουλειά τους... Δε θυμάμαι να έκανα κάτι άλλο σχετικά με τη μουσική.

Ερ.: Κι από δω και πέρα;
Μ.: Γιατί; Άλλαξε κάτι; Θα συνεχίσω αυτό που κάνω προφανώς.
Τ.: Εγώ λέω να εκμεταλλευτώ τη δημοσιότητα που κέρδισα από τα τελευταία γεγονότα και να κονομήσω κυκλοφορώντας κάποιον καινούργιο δίσκο...

Ερ.: Έχεις τίποτα έτοιμο;
Τ.: Τι σημασία έχει αυτό; (γέλια).

Ερ.: Κλείνοντας τη συνέντευξη θέλω να σας ρωτήσω αν έχετε να πείτε κάτι τελευταίο.
Τ.: Ξέρω τι θέλεις να ακούσεις, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο θα το ακούσεις κιόλας... Εγώ πάντως θα πω μονάχα οτι νιώθω πιο ήσυχος τώρα που ξαναβρέθηκα με παλιούς φίλους, νιώθω καλυμμένος, σα να προσγειώθηκα με αλεξίπτωτο σε στέρεο έδαφος. Νιώθω οτι μετά από τόσα χρόνια ο σεισμός σταμάτησε, το έδαφος δεν κουνάει πια. Κι αυτό είναι χαλαρωτικό όσο να πεις...
Μ.: Εγώ δεν νιώθω καθόλου έτσι. Βασικά έχω την αίσθηση οτι μας πιάσανε, μας στριμώξανε και μας πιάσανε.
Τ.: Ακόμα κι έτσι... δεν χρειάζεται να τρέχουμε πια.

Σε αυτό το σημείο ολοκληρώθηκε η συνέντευξη με τα δυο μέλη του Φαντάσματος στη Μηχανή. Προσπαθήσαμε αρκετά να διευκρινίσουμε κάποιες από τις απαντήσεις τους, ειδικά τις απαντήσεις στις τελευταίες δύο ερωτήσεις μας αλλά δεν στάθηκε δυνατό. Ο Τρανζίστορ και το Μέταλλο, δυο θρύλοι της σύγχρονης μουσικής, δυο τσακισμένοι άνθρωποι με εμφανή τα σημάδια του χρόνου πάνω τους, παρ΄ όλο το συντηρητικό παρουσιαστικό τους, γίνονταν ιδιαίτερα επιθετικοί όσες φορές προσπαθούσαμε να επιμείνουμε σε θέματα που τους ενοχλούσαν. Κι επειδή, πριν δώσουν την συνέντευξη, φρόντισαν να απομονωθούν στα ενδότερα του σπιτιού, έχουμε τη βάσιμη υποψία οτι οι απαντήσεις τους ήταν προσχεδιασμένες.

Στη διάρκεια της συνέντευξης καταναλώθηκε ένα μπουκάλι βότκα και δυο πακέτα τσιγάρα, καταχρήσεις στις οποίες συμμετείχαμε προσπαθώντας να αντιμετωπίσουμε την ένταση που συνεπαγόταν η διεξαγωγή συνέντευξης υπό αστυνομικό κλοιό. «Πήγαινε τώρα, φύγε πρώτη και πες τους οτι βγαίνουμε κι εμείς», ήταν το τελευταίο πράγμα που ακούσαμε από τον Τρανζίστορ.

Αποχωρώντας από το σπίτι στο οποίο αντιμετώπισα μια κατάσταση ιδιότυπης ομηρίας, σκέφτηκα οτι λόγω ηλικίας δεν πρόφτασα να δω καμιά συναυλία του Φαντάσματος στη Μηχανή. Αποχαιρετώντας τον Πίβοτ και το Μέταλλο συνειδητοποίησα οτι, χωρίς να ευθύνομαι, είχα χάσει μια εμπειρία ζωής.

Πέμπτη, Αύγουστος 04, 2011

Τα σαλιάρικα σκυλιά του Παβλώφ

Είχα πάντα αυτή την εντύπωση, οτι η επικοινωνία μεταξύ της, εκάστοτε, κυβέρνησης και των κοινωνικών ομάδων μοιάζει να γίνεται με τη μέθοδο των σκυλιών του Παβλώφ. Καλλιεργούνται δηλαδή κάποια αντανακλαστικά που ωθούν στην αυτόματη επανάληψη της πράξης (ακόμα και στην αυτόματη επανεμφάνιση συγκεκριμένων αισθημάτων) σαν απάντηση σε συγκεκριμένο ερέθισμα (το γνωστό Παβλοφικό «χτύπημα του κουδουνιού»).

«Χτυπάει το κουδούνι» η κυβέρνηση διαρρέοντας, για παράδειγμα, το περιεχόμενο μιας νομοθετικής πράξης, απαντά αντανακλαστικά η σχετική κοινωνική ομάδα. Λίγο ενδιαφέρει το περιεχόμενο της νομοθετικής πράξης κι ακόμα λιγότερο επηρεάζει το προσδοκώμενο αποτέλεσμα της νομοθετικής πράξης στο σύνολο της κοινωνικής ζωής (επειδή οι υπόλοιπες κοινωνικές ομάδες δεν είναι εκπαιδευμένες -με την Παβλοφική έννοια του όρου- ώστε να αντιδρούν σε θέματα που δεν τις αφορούν ονομαστικά).
Η αντανακλαστική απάντηση της άμεσα σχετιζόμενης με την νομοθετική πράξη κοινωνικής ομάδας λαμβάνει υπόψη της το υποθετικό περιεχόμενο της πράξης μόνο σε επίπεδο προφάσεων εφόσον η ίδια η απάντησή της καθορίζεται από άλλους παράγοντες. Τέτοιοι παράγοντες είναι, για παράδειγμα, η άποψη της κοινωνικής ομάδας για την κοινωνική θέση που κατέχει (αν θεωρεί οτι είναι ευνοημένη αντιτίθεται εκ των προτέρων σε κάθε αλλαγή, αν θεωρεί οτι είναι υποβαθμισμένη βλέπει θετικά την αλλαγή), η κομματική σχέση μεταξύ νομοθετούντος και ηγεσίας της κοινωνικής ομάδας κ.λ.π.

Να δώσω παράδειγμα; Το πρόσφατο σήριαλ με τους ιδιοκτήτες ΤΑΞΙ. Η ηγεσία τους (εμφανώς νεοδημοκρατικής απόχρωσης) διαπραγματεύτηκε με τον Ρέππα το άνοιγμα των κλειστών επαγγελματικών αδειών σε όλη την υπόλοιπη χώρα εκτός Αθήνας και Θεσ/νίκης. Για να κάνει αυτή την «παραχώρηση» η ιδιοκτησία των ΤΑΞΙ έλαβε την υπόσχεση της δυνατότητας μετατροπής της άδειας ΤΑΞΙ σε άδεια μισθωμένου οχήματος ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ (βλέπε βανάκι). Θα αναρωτηθείς τώρα –μα δεν πρόκειται για μια ευθεία διαπραγμάτευση στη βάση των συμφερόντων;Κι αν είναι έτσι, τι Παβλοφικές σαχλαμάρες μάς λες;
Λέω λοιπόν οτι σαφώς και δεν πρόκειται για μια, ας την ονομάσουμε εκλογικευμένη, διαπραγμάτευση. Επειδή η νεοδημοκρατική ηγεσία των ιδιοκτητών ΤΑΞΙ ήρθε από θέση «αν δεν μας δώσεις θα βάλουμε το Σαμαρά να φωνάζει» (αν επρόκειτο για ΠΑΜίτικη ηγεσία, η θέση θα ήταν «ότι και να μας δώσεις εμείς δεν θα το δεχτούμε μέχρι να βγούμε από την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ»). Επίσης, η ηγεσία ενός κλειστού κλάδου φυσικά εμφορείται από τη λογική «όποιος πάει να πειράξει το επάγγελμα μάς βλάφτει».
Όταν ο επόμενος Ραγκούσης διέδωσε οτι ΔΕΝ θα περάσει το προσυμφωνημένο προεδρικό διάταγμα Ρέππα (χωρίς να πει ΤΙ θα περάσει τελικά), οι ιδιοκτήτες ΤΑΞΙ αντέδρασαν καθαρά Παβλοφικά: «στο δρόμο μέχρι να φύγουν» (σου θυμίζει κάτι αυτό;)
Από την άλλη πλευρά βέβαια, το σωματείο των οδηγών ΤΑΞΙ που θεωρεί οτι βρίσκεται σε δυσχερή θέση, άρα ο κάθε σχετικός νόμος το πιθανότερο είναι πως θα τους ωφελήσει –αντέδρασε θετικά στην προοπτική του καινούργιου νόμου Ραγκούση (ΧΩΡΙΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙ να γνωρίζει περί τίνος πρόκειται).
Και οι υπόλοιπες κοινωνικές ομάδες; Μα φυσικά, επειδή δεν είναι εκπαιδευμένες να αντιδρούν σε θέματα που δεν φαίνεται να τις αφορούν απλώς σφύριξαν αδιάφορα μέχρι τα αποτελέσματα των αντιδράσεων των ταξιτζήδων να τις πλήξουν άμεσα. Και τότε, η αντίδρασή τους καθορίστηκε από Παβλοφικούς όρους (δηλαδή βασίστηκε στην εκ των προτέρων θέση τους αναφορικά με την κυβέρνηση και τους ταξιτζήδες).
Μέχρι σήμερα δεν άκουσα έναν να λέει οτι τα ΤΑΞΙ είναι πανάκριβα, άθλια και πληρώνονται διπλοκούρσες όταν δεν κλέβουν με το ρολόι –δεν άκουσα έναν να αναφέρει οτι σε συνθήκες φόρτου είναι σχεδόν αδύνατο να βρεις ΤΑΞΙ στις μεγάλες πόλεις κι οτι οι ταξιτζήδες συνήθως επιλέγουν διαδρομή για να πάρουν πελάτη. Δεν ισχυρίζομαι οτι ο νόμος Ραγκούση θα τα λύσει όλα αυτά γιατί απλούστατα ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ νόμος Ραγκούση. Λέω απλώς οτι οι ταξιτζήδες δεν είναι και το πρότυπο του συμπαθούς επαγγελματικού κλάδου –έχω μια τέτοια εντύπωση.

Ενώ λοιπόν έδειξα παραπάνω οτι από την πλευρά της κυβέρνησης χρησιμοποιείται η Παβλοφική μέθοδος για την επικοινωνία της με τις κοινωνικές ομάδες, μου είναι δύσκολο (έως και αδύνατο) να δείξω οτι η ίδια μέθοδος χρησιμοποιείται ΚΑΙ από τις κοινωνικές ομάδες. Για να το κάνω πιο λιανά, ενώ μεν πιστεύω οτι το «χτύπημα του κουδουνιού» από την πλευρά των κοινωνικών ομάδων θα προκαλούσε την αντανακλαστική αντίδραση της κυβέρνησης, δεν βλέπω κάποια ομάδα να «χτυπάει» με ευκρίνεια «το κουδούνι». Τα σκυλιά του Παβλώφ είχαν μάθει οτι τα τρία κουδουνίσματα σήμαιναν φαγητό κι όταν τα άκουγαν, έτρεχαν τα σάλια τους. Αν όμως τα κουδουνίσματα ήταν δύο ή τέσσερα, τότε τι γινόταν; ΤΙΠΟΤΑ, εκτός εάν τα σκυλιά είχαν εκπαιδευτεί οτι τα δύο κουδουνίσματα, για παράδειγμα, σήμαιναν ΚΑΤΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ.

Για να το αναπτύξω, θα φτιάξω ένα μοντέλο που στηρίζεται σε απλές παραδοχές (υποθέτοντας βάσιμα οτι το απλοποιημένο μοντέλο μου δεν διαφέρει δραματικά από την, περιπλοκότερη, κοινωνική κατάσταση). Θα υποθέσω λοιπόν οτι το Παβλοφικό φαγητό των πολιτικών είναι η κατάληψη της εξουσίας –το «κουδούνι που χτυπάει» σημαίνει γι΄αυτούς οτι θα πάρουν την (ή θα παραμείνουν στην) κυβέρνηση. Αυτό βέβαια σημαίνει οτι περιορίζω το μοντέλο μου στα κόμματα εξουσίας –αλλά νομίζω οτι μπορούμε να ζήσουμε με αυτόν τον περιορισμό προκειμένου να μην καταλήξουμε στη συγγραφή βιβλίου. Το Παβλοφικό αυτό «κυβερνώ ή όχι» διαφέρει από το «πολιτικό κόστος» επειδή το δεύτερο είναι αρκετά εκλογικευμένο και ενίοτε μακροπρόθεσμο –καμιά σχέση με τη δύναμη που κινεί τις κυβερνήσεις της χώρας μας δηλαδή. Αν δεχτούμε λοιπόν οτι οι κυβερνήσεις ενεργούν όπως θα προσδοκούσαν οι πολίτες (τρέχουν τα σάλια τους στο χτύπημα του κουδουνιού) ας δούμε μερικά παραδείγματα όπου οι πολίτες προσπάθησαν να «χτυπήσουν το κουδούνι» καθώς και τις ανάλογες κυβερνητικές αντιδράσεις:

-Δολοφονία Γρηγορόπουλου. Ο κόσμος που βγήκε στους δρόμους απαίτησε τιμωρία των ενόχων κι αυτό επιτεύχθηκε. Για όσους το θεωρούν αυτονόητο να υπενθυμίσω οτι στην ανάλογη περίπτωση της δεκαετίας του ’80 (δολοφονία Καλτεζά) ο δολοφόνος Μελίστας ΟΥΤΕ προφυλακίστηκε (απλώς μετατέθηκε εκτός Αθήνας για να αποφύγει το λιντσάρισμα) ΚΑΙ όταν έγινε η δίκη αθωώθηκε. Το Παβλοφικό μήνυμα που έλαβε η τότε κυβέρνηση μετά τη δολοφονία Γρηγορόπουλου ήταν «ή τιμωρούνται οι ένοχοι ή πέφτετε».

-Φωτιές και απανθρακωμένοι άνθρωποι στην Πελοπόννησο. Ο κόσμος (αν δεχτούμε οτι) βγήκε στους δρόμους αλλά το μήνυμα που πήρε η κυβέρνηση ήταν «με κάποια χιλιαρικάκια σε πληγέντες και μη, ξαναβγαίνουμε αεράτοι».

-Κίνημα «Δεν πληρώνω». Οι ενέργειες του συγκεκριμένου κινήματος είναι γνωστές, τα αποτελέσματα των ενεργειών του (μέχρι στιγμής τουλάχιστον) είναι τα εξής: αύξηση εισιτηρίων ΜΜΜ, αύξηση στα διόδια και σταμάτημα των έργων στις εθνικές οδούς. Κρίνοντας από το αποτέλεσμα μπορώ να υποθέσω οτι το μήνυμα που πήρε η κυβέρνηση από το κίνημα ήταν «άσε τους μαλάκες να περνάνε τζάμπα κι όταν ησυχάσουν θα βγάλουμε διπλά και τρίδιπλα τα σπασμένα». Και για να προλάβω τυχόν διαφωνίες του στυλ «σιγά μη φταίει το κίνημα για τις αυξήσεις» θα πω οτι εδώ πέρα το εξετάζω καθαρά λειτουργικά το ζήτημα: αν έβγαινε ένας υπουργός αύριο και έλεγε «μειώνονται οι τιμές των διοδίων», αυτό θα πανηγυριζόταν σαν νίκη του κινήματος –κάνω λάθος; Όταν βγαίνει λοιπόν ο άλλος κι αυξάνει τις τιμές –τι είναι; Άσχετο με το κίνημα;

-Κάτοικοι Κερατέας. Μετά από μάχες με τα ΜΑΤ, αποκλεισμούς, κατακλυσμούς και άλλα τέτοια το όλο θέμα έχει παγώσει. Οι τοπικές αρχές της Κερατέας προτείνουν ανέφικτες λύσεις, οι ΙΔΙΟΚΤΗΤΕΣ ΓΗΣ κερδίζουν τα ασφαλιστικά μέτρα για το Οβριόκαστρο (!!!!) και η περιφανής νίκη (ποιών;) είναι πλέον αναμφισβήτητη. Το μήνυμα που έστειλαν τελικά οι αγωνιστές κάτοικοι της περιοχής ήταν «μακριά από τον κώλο μου κι ας είν΄και στον δικό σου». Το μήνυμα που έλαβε η κυβέρνηση ήταν «άστο και βλέπουμε». Στο μεταξύ, ΦΥΣΙΚΑ, τα σκουπίδια παραμένουν.

-Αγανακτισμένοι Συντάγματος. Συγκεντρώθηκαν στην πλατεία με βασικό σύνθημα «δεν φεύγουμε αν δεν φύγουν αυτοί». Τελικά έφυγε απλώς ο Παπακωνσταντίνου και αντικαταστάθηκε από τον Βενιζέλο όποτε το σύνθημα (με τα μέχρι σήμερα δεδομένα) μετατράπηκε σε «καλά –φεύγουμε για διακοπές κι όταν επιστρέψουμε τα ξαναλέμε». Σε αυτό το διάστημα βέβαια ο αγαπητός Βενιζέλος έχει φροντίσει να εξασφαλίσει τους μισθούς των παπάδων, να εξαιρέσει τους ένστολους από τις περικοπές και το ενιαίο μισθολόγιο, να στηρίξει τις λατρεμένες μας τράπεζες, να μειώσει τη φορολογία των επιχειρήσεων και να τσακίσει τους μισθωτούς στις περικοπές μισθών και στις αυξήσεις φόρων. Ειλικρινά δεν καταλαβαίνω ποιο ήταν το μήνυμα που ήθελαν να στείλουν οι Αγανακτισμένοι αλλά το μήνυμα που πήρε η κυβέρνηση ήταν «όταν ο κόσμος φωνάζει ενεργοποιούμε τον κομματικό μας μηχανισμό κι όλα πάνε πρίμα». Αυτό τουλάχιστον δείχνει η απομάκρυνση των «ανθρώπων του Γιωργάκη» από τα πράγματα και η ενεργοποίηση των παλαιοκομματικών στελεχών.

Ξέρω οτι η κουβέντα θα ήταν πολύ μεγαλύτερη αν τα παραπάνω γεγονότα εξετάζονταν αναλυτικά αλλά θέλησα να δείξω μέσα από ένα απλουστευμένο μοντέλο την μη αξιοποίηση των Παβλοφικών αντανακλαστικών την κυβέρνησης από τις κοινωνικές ομάδες. Ή (αν το δούμε διαφορετικά) την διαφορετική σημασία των κουδουνισμάτων για την κυβέρνηση –το γεγονός δηλαδή οτι η Χ κοινωνική ομάδα θεώρησε οτι κουδουνίζοντας Ψ φορές θα προκαλέσει την «έκκριση σάλιου» της κυβέρνησης ενώ στην πραγματικότητα τα Ψ κουδουνίσματα μεταφράστηκαν σαν «ώρα για βόλτα και τσισάκια». Όλα αυτά βέβαια προκύπτουν από τα μέχρι σήμερα δεδομένα –αν αύριο τα δεδομένα αλλάξουν θα αλλάξουν και τα συμπεράσματα.

Θα ήθελα τώρα να δείξω μια ακόμα πλευρά της υπόθεσης –την πλευρά της αντικειμενικά θετικής προς το κοινωνικό σύνολο νομοπαρασκευής και την αντιμετώπισή της από το ίδιο το κοινωνικό σύνολο. Λέω λοιπόν οτι ακόμα και μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα δημιουργείται η ανάγκη να παραχθούν νόμοι που βελτιώνουν την κοινωνική διαβίωση. Κλασσικό παράδειγμα οι νόμοι προστασίας των εργαζομένων που εμφανίστηκαν με τη γέννηση του καπιταλισμού (αμέσως μετά την επικράτηση της βιομηχανικής επανάστασης). Το κράτος αντιλήφθηκε οτι για να διατηρήσει το εργατικό του δυναμικό θα έπρεπε να παρέμβει νομοθετικά και να περιορίσει την «ελεύθερη αγορά προϊόντων και υπηρεσιών» -σε διαφορετική περίπτωση θα μέτραγε πτώματα εργαζομένων, εργοστάσια χωρίς προσωπικό και αγορές χωρίς πελάτες. Κάνω μια σημείωση εδώ: το γεγονός αυτό, το οτι δηλαδή η «ελεύθερη αγορά» δεν αυτορυθμίζεται με καμια παναγία αν δεν περιοριστεί η κτηνώδης «ελευθερία» της είναι αρκετό για να καταδείξει την προδιαγεγραμμένη αποτυχία της φιλελεύθερης θεωρίας αλλά η όμορφη προπαγάνδα μας επιμένει να αλληθωρίζει παρακάμπτοντας το πρόβλημα με την επισήμανση «ναι, αλλά στον κομμουνισμό τα πράγματα είναι χειρότερα». Λες και η δολοφονία ενός παιδιού μπορεί να γίνει αποδεκτή επειδή κάποιος άλλος δολοφόνησε ένα βρέφος –τέλος της σημείωσης.

Παραθέτω μερικές αντικειμενικά θετικές νομοθετικές προσπάθειες λοιπόν:

-Ο νόμος Χατζηγάκη που καθιέρωνε το Σύμφωνο Συμβίωσης και την συνκηδεμονία των παιδιών από τους χωρισμένους γονείς. Αντέδρασε το Λάος και το ΚΚΕ στο Σύμφωνο Συμβίωσης μεταξύ ομόφυλων ατόμων, αντέδρασαν οι γυναικείες οργανώσεις στην συνκηδεμονία –ένα το κρατούμενο. Από την άλλη πλευρά οι οργανώσεις ομοφυλοφίλων ΔΕΝ στήριξαν τον νόμο ζητώντας «πολιτικό γάμο ή τίποτα», οι ενώσεις πατεράδων αποδείχτηκαν αδύναμες (έως και ανύπαρκτες), πήρε το μήνυμα η υπουργάρα ως εξής: «ή αφήνεις την κατάσταση ως έχει και κρατάς τις ψήφους που ήδη έχεις, ή την αλλάζεις και χάνεις τις ψήφους σου χωρίς προοπτική να πάρεις καινούργιες από αυτούς που ωφελούνται». Χρειάζεται να γράψω τι έκανε τελικά ο υπουργός;

-Ο νόμος Ραγκούση για την υπηκοότητα. Από τη μια άφρισε η ΝΔ και το Λάος, από την άλλη δεν υπήρξε καμιά στήριξη εκ μέρους του Σύριζα (καλά –για το ΚΚΕ δεν το συζητάμε, ήταν αντίθετο έτσι κι αλλιώς!) ούτε φάνηκε η προοπτική στήριξης από κάποιες κοινωνικές ομάδες εφόσον ο «προοδευτικός εξωκοινοβουλευτικός χώρος» απαξίωσε πλήρως το νομοσχέδιο (πριν ακόμα το δει) όντας σίγουρος οτι δεν έλυνε κανένα πρόβλημα και ήταν απλώς «για τα μάτια». Ο Ραγκούσης πήρε το μήνυμα και έκανε ΑΥΤΟ ΑΚΡΙΒΩΣ. Έναν νόμο «για τα μάτια», έτσι ώστε και τους δεξιούς να ικανοποιεί και στους αριστερούς να το προβάλλει σαν προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος. Υπέροχο;

-Ο νόμος περί υποχρεωτικής δωρεάς οργάνων μετά θάνατο. Πέσανε οι προοδευτικοί Δελαστίκ αγκαζέ με την οπισθοδρομική κομπανία να καταγγείλουν το μέγα ανοσιούργημα, που είχε γίνει και στην Αργεντινή παρόμοιος νόμος όταν πήγε το ΔΝΤ (!!!) και περιορίζεται η ελευθερία των πολιτών και τι λέει το Σύνταγμα περί αυτού και άλλα τέτοια φίδια. Από την άλλη πλευρά ελάχιστες (και σιγανές) ήταν οι φωνές στήριξης. Αποτέλεσμα; «Θέλω, εδώ, να δηλώσω πώς το ζήτημα αυτό το αντιμετωπίζω με περίσκεψη, συμπεριέλαβα τη σχετική ρύθμιση στο σχέδιο νόμου. Ωστόσο, από την πορεία του κοινοβουλευτικού διαλόγου θα εξαρτηθεί, αν ως υπουργείο θα επιμείνουμε στη συγκεκριμένη διάταξη», τάδε έφη Λοβέρδος. Ελληνιστί «δε γαμιέστε στο κάτω-κάτω; άμα δε γουστάρετε να σωθούν κάποιοι άνθρωποι, μη σώσουν και σωθούν, γιατί να χάσω εγώ ψήφους;»

-Ο νόμος περί αποποινικοποίησης των ναρκωτικών. Δεν πρόλαβε να σκάσει μύτη το νομοσχέδιο για διαβούλευση και πλακώθηκε το τιμημένο ΚΚΕ: «η νομιμοποίηση των ναρκωτικών που εξήγγειλε η κυβέρνηση με δήθεν δάκρυα για τους χρήστες που φυλακίζονται στοχεύει μόνο στο μυαλό και την ψυχή κυρίως των νέων ανθρώπων, αλλά και όλου του λαού. Μια νεολαία μισοζαλισμένη, με σκυμμένο το κεφάλι βολεύει το πέρασμα της πολιτικής τους. Μια νεολαία που στερείται τα δικαιώματά της στην Παιδεία, την Υγεία, τον πολιτισμό, τον αθλητισμό, αλλά έχει «δικαίωμα» να καλλιεργεί χασίς σε γλάστρες, είναι ακίνδυνη για το σύστημα που με νύχια και δόντια υπερασπίζονται». Από κοντά και το Λάος, αγκαζέ (στη συγκεκριμένη περίπτωση) με τους «προοδευτικούς εξυπνάκηδες» και τον Πιτσιρικό να κάνουν χιούμορ του τύπου «τα αποποινικοποιούν επειδή, για να τους αντέξουμε θα χρειαστούμε σκληρά ναρκωτικά». Εντάξει, για να μην αδικώ τον Πιτσιρίκο θα πρέπει να διευκρινίσω οτι η θέση είναι πως η κυβέρνηση τρόμαξε από τους Αγανακτισμένους του Συντάγματος και γι΄αυτό κάνει σπασμωδικές κινήσεις για να μας αποσπάσει την προσοχή (τώρα ποιους Αγανακτισμένους εννοεί και ποιών την προσοχή να αποσπάσει όταν όλοι έχουν πάει για μπάνια –δεν το κατάλαβα, δεν πειράζει). Και να πω οτι η θέση του Πιτσιρίκου είναι: «Ο μόνος τρόπος να αποφύγει η κυβέρνηση το μακελειό που την περιμένει είναι να κάνει τα ναρκωτικά υποχρεωτικά».
Επειδή από την άλλη πλευρά δεν έχω ακούσει τίποτα και έχω κάποια άποψη περί του θέματος θα μου επιτρέψεις να πολυλογήσω εδώ πέρα:
Λοιπόν, τα παραπάνω είναι παπαριές κι όποιος τα λέει είναι κτηνάρα. Απάνθρωπος και φασίστας επίσης. Δεν θα ασχοληθώ με τη θέση του ΚΚΕ, θα πω μονάχα οτι κάποιοι εκεί πέρα δεν κάθονται να διαβάσουν ούτε καν τα κλασσικά κείμενα του Μαρξ, με αποτέλεσμα οι απόψεις τους σε τέτοια ζητήματα να φέρνουν προς Λιακόπουλο –σε λίγο θα μας πουν οτι μας ψεκάζουν με ναρκωτικά για να μας έχουν σκλάβους.
Να υπενθυμίσω επίσης τις αντιδράσεις μεγάλης μερίδας «προοδευτικών» (πάλι αγκαζέ με φασιστοειδή τύπου Ροντούλη) στην απαγόρευση του καπνίσματος. Και ν΄αναρωτηθώ –ρε λεμούριοι, σας έκοψε η απαγόρευση του καπνίσματος αλλά τώρα που το θέμα αφορά στο σταμάτημα της κτηνωδίας τού να κλείνονται στη φυλακή για εμπορία τα πρεζάκια ή ο καημένος που πιάστηκε με λίγη φούντα είσαστε υπέρ της διατήρησης της απαγόρευσης;
Από πιτσιρικάς θυμάμαι οτι γίνονταν εκδηλώσεις, συναυλίες, διαδηλώσεις για τη νομιμοποίηση –τρώγαμε ξύλο αβέρτα υπό τους ήχους του Legalize it. Ξέρω επίσης οτι η πλειοψηφία της γενιάς μου (και της προηγούμενης και των επόμενων) έχουν καπνίσει τουλάχιστον φούντα. Άρα ο νόμος της απαγόρευσης είχε καταργηθεί μέσα στην κοινωνία -απόμενε να καταργηθεί και τυπικά. Γνωρίζω επίσης (και δεν σηκώνω αντίρρηση σε αυτό) οτι η απαγόρευση η ίδια λειτουργούσε προωθητικά για τα σκληρά (χημικά) ναρκωτικά καθότι ο ντήλερ ξέροντας πως με ότι κι αν τον έπιαναν θα έτρωγε φυλάκα προτιμούσε να ντηλάρει σκληρά (που θα του εξασφάλιζαν και μόνιμη πελατεία) και θα του άφηναν μεγαλύτερο κέρδος. Γνωρίζω (κι επίσης δεν σηκώνω αντίρρηση) οτι ο εγκλεισμός των περιστασιακών χρηστών τους μετατρέπει (στις περισσότερες περιπτώσεις) σε εξαρτημένους. Γνωρίζω τέλος (κι εδώ είναι που σε τυχόν αντίρρηση θα πέσει φάπα) οτι οι περισσότεροι θάνατοι οφείλονται σε νοθευμένες δόσεις (ή υπερβολικές δόσεις που είναι η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος) κι αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί μονάχα με την αποποινικοποίηση του χρήστη.
Γνωρίζοντας όλα αυτά λοιπόν μπορώ με πλήρη συνείδηση να ευχηθώ ένα πράγμα σε όσους πουλάνε χιουμοράκι του τύπου «μας δίνουν νόμιμη πρέζα για να τους αντέξουμε», σε όσους ψάχνουν να βρουν τους μύχιους σκοπούς που ο Παπαϊωάννου κατεβάζει αυτή τη διάταξη τώρα (λες και γενικότερα οι υπουργοί φτιάχνουν νόμους για το καλό της ανθρωπότητας!) και σε όσους εκπροσωπούν την άποψη «τώρα προέχουν άλλα πράγματα σημαντικότερα της νομιμοποίησης»: ρε μάγκες δεν πάτε να γαμηθείτε μπας και ξελαμπικάρετε; Έχει και η κτηνωδία τα όρια της, νομίζω!

Δεν χρειάζεται να αναφέρω περισσότερα παραδείγματα, έγινε (ελπίζω) εμφανές το γεγονός της «αντικοινωνικής λειτουργίας της ίδιας της κοινωνίας» στις περιπτώσεις όπου θετικοί (για το κοινωνικό σύνολο) νόμοι ακυρώνονται από το ίδιο το κοινωνικό σύνολο! Εκτός αν υποθέσουμε οτι αυτοί οι γενικώς θετικοί νόμοι αντιστρατεύονται τα συμφέροντα κάποιων κοινωνικών ομάδων οι οποίες έχουν τη δύναμη να μπλοκάρουν τελικά οτι δεν τις συμφέρει ακόμα κι αν έτσι βλάπτεται το κοινωνικό σύνολο. Αυτό, σε απλά ελληνικά σημαίνει οτι βρισκόμαστε σε χειρότερο στάδιο από εκείνο του πρώιμου καπιταλισμού όπου υπήρχε μια πρόνοια προκειμένου να μην ψοφάει ο κόσμος σωρηδόν κι απομείνουν στο τέλος μόνο οι ισχυροί.

Και θα κλείσω όπως το συνηθίζω –με ένα ανέκδοτο: θέλει, λέει, ο Παπαϊωάννου να ρυθμίσει τον χώρο των blogs, με νόμο. Υπέροχο! Ας το κάνει για όσους μπλόγκερς αναρτούν τα κείμενά τους σε ιστοσελίδες που φιλοξενούνται εντός Ελλάδας (μόνο το indymedia μου έρχεται στο μυαλό). Εμάς τους υπόλοιπους που σηκώνουμε τα κείμενά μας στην Πασαντίνα, μας διέπει η αμερικανική νομοθεσία. Ομοίως κάποια ευρωπαϊκή νομοθεσία διέπει τους Ζούγκλες και τους υπόλοιπους δημοσιογελοίους σελιδάδες. Αν κάποιος εγκληματήσει, σύμφωνα με την ΚΟΙΝΑ ΑΠΟΔΕΚΤΗ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΣ ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΗ νομοθεσία, ας πάνε να ζητήσουν τα στοιχεία του από την Πασαντίνα ή από το Βέλγιο και ΒΕΒΑΙΩΣ θα τα πάρουν. Κι ας τον πιάσουν τον «κάποιο» να τον δικάσουν. Άλλα όσο δεν παρανομούμε δεν βλέπω τι είδους νόμος θα μπορούσε να μας απαγορεύσει την πρόσβαση σε σέρβερς του εξωτερικού και την ανάρτηση κειμένων σε αυτούς! Έτσι –για να μη λέμε ότι μας κατέβει και περνιόμαστε για σπουδαίοι - νομίζω;

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι