Τρίτη, Σεπτέμβριος 27, 2011

Εδώ δεν υπάρχει άσυλο

Είναι κάτι μέρες που χρειάζεσαι από κάπου να κρατηθείς, ή να πιαστείς για να ξανασταθείς όρθιος –το ίδιο κάνει. Είναι αυτές οι μέρες που όλα πάνε ακριβώς όπως δεν έπρεπε. Και τότε, άλλος περιμένει να κατέβει ο θεός και να τον σώσει, άλλος καταναλώνει κάμποση προκάτ παραίσθηση –ο καθένας έχει τον τρόπο του –εγώ πάλι, βάζω να ξανακούσω παλιές κασέτες.


Όχι για να νοσταλγήσω τις «ευτυχισμένες μέρες» -πού τέτοια τύχη! Δεν υπήρξαν ποτέ ευτυχισμένες μέρες άρα δεν υπάρχει και λόγος νοσταλγίας, όμως κοιτάζοντας προς τα πίσω εμφανίζεται η πιθανότητα να ξαναπιάσεις το δρόμο από εκεί που τον άφησες. Να ξαναδείς τα λάθη σου και να τα ξανακάνεις, να ξαναθυμηθείς ποιος ήσουν –όταν ήσουν...



Φιλοσοφία της πυρκαγιάς ή μήπως δικαιολογίες του κώλου; Πάρτο όπως θέλεις.



Το γεγονός είναι οτι πριν κάνα χρόνο καρφώθηκε σε μερικούς ανθρώπους η ιδέα να φτιαχτεί ένα ντοκυμαντέρ για την ανεξάρτητη μουσική σκηνή του ’80 στην Αθήνα -είχα την τύχη να βρεθώ ανάμεσά τους. Και μιλάμε για τρομερή τύχη, επειδή βρέθηκα να γνωρίζω από κοντά τα άτομα που θαύμαζα επί σκηνής, αυτά τα άτομα ήτανε το ίδιο θρυλικά και εκτός σκηνής, για τέτοια τύχη μιλάμε! Βρέθηκα λοιπόν να ψάχνω, να ρωτάω, να κανονίζω, να πίνω μπύρες μαζί τους –πολλές μπύρες... Κυρίως μπύρες.



Και πριν το καταλάβω βρέθηκα με υποχρεώσεις –βλέπεις, αυτό το ντοκυμαντέρ δεν αφορά «την κουρά των αμνών» (και δεν υπονοώ τίποτα για τα πρόβατα ή τα κομμωτήρια), εδώ έχουμε να κάνουμε με κάποιους από τους σημαντικότερους μουσικούς που ατύχησαν να γεννηθούν σ΄αυτή την κωλοχώρα. Εδώ λοιπόν δε χωράνε ερασιτεχνισμοί και μπαλαφάρες του τύπου «ω μα τι όμορφο το παρεϊστικο κλίμα που αναδύει το φιλμ» -αυτά τα συγκροτήματα του ’80 έπαιξαν εμπνευσμένη μουσική, διαφορετική μουσική, δυνατή μουσική, έπαιξαν στην κόντρα κι έχασαν με στυλ –ήταν, αυτό που ονομάζω εγώ «επαγγελματίες». Ήξεραν όλοι τους, απ΄όταν ξεκίνησαν, οτι σ΄αυτή την πόλη δεν υπήρχε άσυλο, γι΄αυτό τα δώσανε όλα με την πλάτη στον τοίχο κι όποιος τους θυμάται, ξέρει οτι δεν υπερβάλλω.



Κι αυτό θυμάμαι εγώ από τη δεκαετία του ’80, πουθενά δεν υπήρχε άσυλο για πολλούς από εμάς. Στις πλατείες δεν μας αφήνανε να μιλήσουμε, συναυλίες δεν μας αφήνανε να δούμε γιατί κατέβαζαν τα συγκροτήματα με το ζόρι από τη σκηνή, να ντυθούμε όπως θέλουμε, να φερθούμε όπως γουστάρουμε δεν μας άφηναν –ήταν η εποχή του Αντρέα του καραμπουζουκλή, η εποχή του «σοσιαλισμού» και της «λευτεριάς» κι αν τόλμαγες να έχεις αντίρρηση σε έτρωγε η μαρμάγκα. Πάντα «σοσιαλιστικά και ελεύθερα» βεβαίως –δεν σε μπουζουριάζανε πλέον στην ΕΑΤ-ΕΣΑ, απλώς σου την πέφτανε οι «αγανακτισμένοι πολίτες» ή τα ΚΝΑΤ και σε συνετίζανε, «δεν είναι σωστά αυτά που σκέφτεσαι σύντροφε», «τώρα έχουμε ελευθερία», «ενεργείς προβοκατόρικα», «δεν είσαι σοβαρός», «στερείσαι ιδεολογίας», «είσαι αλήτης και κωλοπαιδαράς», «έπρεπε να σε έχω στη χούντα να σου πω εγώ», «έπρεπε να σε έχω στην κατοχή να σου πω εγώ» και δώστου να σε σπρώχνουν και να σε κοπανάνε μπας και μαλακώσεις.



Κάποιοι μαλακώσαμε –κάποιοι άλλοι όχι.



Το θέμα είναι οτι βρέθηκα με μια πολύ καλή παρέα κι αυτή η παρέα είναι το αντικείμενο του ντοκυμαντέρ. Το θέμα επίσης είναι οτι αποφασίσαμε να υπάρχει κάποια μυθοπλασία, μια ιστορία που θα εξελίσσεται παράλληλα με τα όσα θα λένε τα παιδιά της δεκαετίας του ’80 και τότε σκέφτηκα οτι θα ήθελα 2-3 ηθοποιούς για να βγάλουν τους σχετικούς ρόλους, οι πρώτες (και οι μοναδικές) μου επιλογές δέχτηκαν ασυζητητί! Το θέμα, τέλος, είναι πως έχω κάποιους ιδιαίτερα ταλαντούχους φίλους οι οποίοι «είδαν» το ντοκυμαντέρ μαζί μου και δέχτηκαν να ονομαστούμε «συνεργείο» και να το γυρίσουμε. 


Το θέμα, με λίγα λόγια, έχει να κάνει με την κωλοφαρδία μου. Καθώς και με οτι όταν έρχονται εκείνες οι γαμημένες μέρες που το έδαφος φεύγει κάτω από τα πόδια σου εγώ έχω κάπου να πιαστώ. Κάποιους...




«Εδώ δεν υπάρχειάσυλο» λοιπόν και κανένας μας δεν νοιάζεται επειδή ποτέ δεν μας προστάτεψε κανένα άσυλο. Ξεκινάμε και σίγουρα κάπου θα φτάσουμε αρκεί να περπατήσουμε όπως ξέρουμε, όπως μάθαμε...



Κι αν όλα αυτά σου κίνησαν την περιέργεια, φρόντισε να περνάς από εδώ, για να μαθαίνεις νέα μας. Επειδή όπως λέγαμε τότε: «αυτό που βλέπεις, αυτό θα πάρεις»

Δευτέρα, Σεπτέμβριος 26, 2011

"Άνωση"



Κι όμως είχα φωτογραφίσει
με Ρώσικη κάμερα, στ΄ορκίζομαι
τη δική σου διαδικασία βυθισμού


κι έβλεπα τη διάθλαση απείραχτων τρίηχων
σε σκοτάδια που ξάσπρισαν
από τη χρήση –διαλευκάνθηκαν,










την αποκλήρωση σαστισμένων προλετάριων
γιατί χώθηκαν, λέει, σε τηλεφωνικούς θαλάμους
στο Ρουφ.











Την περιέλιξη γονιδίων σε υλικά μαραζωμένα,
μαραζωμένα κι όμως άφλεκτα.











Την ίδια στιγμή που ένας
πυρομανής από τσιμέντο
έκοβε βόλτες στο δωμάτιο της μάνας
ενός πρωτάρη πυροσβέστη.









Άνωση,
εχθρός μου η Άνωση.

(Χωρίς Περιδέραιο -Άνωση. Στίχοι -Μουσική: Νίκος Αγγελής)




Υ.Γ.: Ξέρεις, υπάρχουν πολλά ακόμα που μπορείς να μάθεις. Αν θέλεις...

Πέμπτη, Σεπτέμβριος 22, 2011

2. Τα όνειρα γερνάνε άσχημα

Προηγούμενα:

1. Προετοιμασία για αιφνίδιο θάνατο 

< Ήμουνα σε κελί της βόρειας πτέρυγας κι από το ψηλό παράθυρο έβλεπα τα παράθυρα των απέναντι κελιών, πάσχιζα για ένα κομμάτι ουρανού αλλά πόσο να τεντωθεί το μάτι; Έκανα επιτόπια αλματάκια, το ένιωθα δηλαδή, επειδή κουνιόταν η εικόνα του παράθυρου και τότε είδα μέσα από κάποιο απέναντι παράθυρο ένα ζευγάρι να πηδιέται. Εκείνος ήταν ξαπλωμένος στην κουκέτα και η γυναίκα τον είχε καβαλήσει, για λίγο συντόνισα την κίνησή μου με τη δική της και τότε η γυναίκα έβγαλε ένα κατσαβίδι με κίτρινη φλούο λαβή, άνοιξα το στόμα μια πιθαμή καθώς την έβλεπα να καρφώνει το κατσαβίδι στο μάτι του άντρα. Ο άντρας ούρλιαξε όμως η φωνή του βγήκε σαν κουδούνι πόρτας, ανοιγόκλεινε το στόμα του και κουδούνιζε, αν έχεις το θεό σου. Και το κουδούνισμα κομμάτιασε την ησυχία της νύχτας, άνοιξα τα μάτια, ήμουνα ακόμα πεσμένος στον καναπέ του σπιτιού μου και το κουδούνισμα έβγαινε από το τηλέφωνο άσε που δεν ήταν καθόλου νύχτα –ο μεσημεριανός ήλιος με στράβωσε.
Έπεσα από τον καναπέ στη βιασύνη μου να ψάξω το τηλέφωνο, σήκωσα το ακουστικό μουγκρίζοντας.
«Ήρθε ένας φάκελος για σένα», μου είπε ο μπάρμαν από την άλλη άκρη της γραμμής.
«Τι φάκελος;» βόγκηξα.
«Κίτρινος με φουσκίτσες».
«Απέξω;»
«Από μέσα».
Έξυσα το κεφάλι μου.
«Ποιος τον έφερε;»
«Ένας πιτσιρίκος απ΄αυτούς που σου παίρνουν τσιμπούκι για 20 ευρώ».
Σωστός ο μπάρμαν, άξιος ο μισθός του.
«Καλά –έρχομαι», ψέλλισα και μετά πέταξα το τηλέφωνο μακριά από τη συσκευή. Αν ήθελε κάποιος άλλος να επικοινωνήσει μαζί μου θα έπρεπε να προσπαθήσει περισσότερο.

Έβγαλα τα βρώμικα ρούχα μου –κανονικό δεύτερο δέρμα –και χώθηκα κάτω από το ντους. Όταν με χτύπησε το ζεστό νερό πήρα να ξερνάω μαύρη χολή, πλύθηκα έτσι, διπλωμένος κι άρρωστος. Η πλάτη μου πήρε να μουδιάζει από τον πόνο, ήξερα τα σημάδια, σε λίγο ο πόνος θα πέρναγε μπροστά, στο στέρνο, και μετά θα απλωνόταν όπου υπήρχε κόκαλο. Άπλωσα το χέρι μου τρέμοντας, έπιασα την καρτέλα με τα χάπια κωδεϊνης, έσκισα τρέμοντας το αλουμίνιο και κατάπια δυο-τρία, τα κατέβασα με ζεστό νερό και πιέστηκα να μην τα ξεράσω. Σε λίγο όλα έγιναν υπέροχα.
Το νερό έβγαζε ηχούσα σαν κρύσταλλο Βοημίας χτυπώντας στο δέρμα μου, το βαρύ κεφάλι από τον ακατάστατο ύπνο εξαφανίστηκε, η ζωή άρχισε να μοιάζει με εκείνους τους παλιούς καθρέφτες που είχανε ζωγραφισμένο έναν ήλιο να ξημερώνει κι ένα απαλό κίτρινο «καλημέρα». Χαμογέλασα.

Ήπια έναν βιαστικό καφέ, τόσο βιαστικό που οι κόκκοι δεν προλάβανε να λιώσουν στο νερό κι αναγκάστηκα να τους μασήσω, ντύθηκα κατεβαίνοντας τις σκάλες. Χρώσταγα ένα τηλεφώνημα στον κύριο πελάτη από το πρωί αλλά είχα την εντύπωση οτι ο φάκελος με πρόλαβε και ήρθε από μόνος του. Έξω φύσαγε του σκοτωμού, ένα κουτί άδειο από καπότες παρέκαμψε το σήμα του  Stop συνεχίζονταν το σβουριχτό του ταξίδι για το πουθενά. Σκόνη από την τριμμένη άσφαλτο με στράβωσε προσωρινά. Θα τα κατάφερνα, στ΄αλήθεια, να ξεμπερδέψω με όλα αυτά αν δεν ήταν το γαμημένο φως του ήλιου που με γονάτισε. Πέρασα τα τετράγωνα σαν κατσαρίδα με πατημένο κεφάλι, χώθηκα στο μπαρ κανονικός κυνηγημένος.
«Δώσε», είπα του μπάρμαν.
Ήταν διαφορετική βάρδια από τον χτεσινό, άρα δεν υπήρχε λόγος να τον ρωτήσω αν πήρε πουθενά το μάτι του τον Κωνσταντινίδη όσο ο πιτσιρικάς τού έδινε τον φάκελο.
Μου πάσαρε ένα γκαστρωμένο πράγμα,  καθώς το πασπάτευα ένιωσα τις σκληρές γωνίες κάποιου ντοσιέ, πολύ οργανωμένος ο Κωνσταντινίδης.
«Έναν καφέ Ιάκωβε», του ζήτησα και βιάστηκα να αποσυρθώ στο γραφείο μου –το γνωστό τραπεζάκι στο βάθος του μπαρ, αριστερά της τουαλέτας. Μέχρι να ετοιμαστεί ο καφές είχα βγάλει το ντοσιέ και χάζευα φωτογραφίες της Φωτίου, η πρώην γκομενάρα είχε καταλήξει να φέρνει σε μπαγιάτικο σταφιδόψωμο, κυριολεκτικά αγνώριστη. Έπρεπε να κεντράρεις με μεγάλη προσοχή για ν΄ ανακαλύψεις κάποια υπολείμματα λαγνείας στο βλέμμα της, το μόνο που υπήρχε σε αφθονία ήταν το εξεζητημένο στήσιμο –κατάλοιπο πρώην ντίβας με ειδίκευση στην απόκρυψη σωματικών ατελειών. Οι φωτογραφίες την έδειχναν σε νυχτερινό μαγαζί, υπέθεσα οτι ήταν το μαγαζί του γνωστού σιχαμερού τύπου με τον οποίο την είχα δει στη φωτογραφία του ίντερνετ. Οι συγγενείς της (ανίψια κυρίως) έμεναν από Χαλάνδρι και πάνω, δίπλα σε κάθε διεύθυνση υπήρχε κι ένα τηλέφωνο σπιτιού αλλά κανένα κινητό. Στις τελευταίες διαφάνειες του ντοσιέ υπήρχαν κάποιες φωτογραφίες από το σπίτι της στη Νέα Σμύρνη και μια διεύθυνση, έπρεπε να περάσω από κει, να ρίξω μια ματιά –όχι οτι θα έβρισκα τίποτα αλλά ποτέ δεν ξέρεις.

Πίνοντας αργά τον καφέ μου αποφάσισα οτι ο πρώτος που θα επισκεπτόμουν ήταν ο ιδιοκτήτης του νυχτερινού κέντρου, Χάρης Αλευράς με τ΄ όνομα. Έβγαλα το κινητό μου και πήρα την υπηρεσία εξυπηρέτησης πελατών, στο δεύτερο κουδούνισμα μού απάντησε μια πρόθυμη υπάλληλος.
«Θέση 10, πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;»
«Ήθελα να με συνδέσετε με τον κύριο Αλευρά, τον κύριο Χάρη Αλευρά».
«Μισό λεπτό παρακαλώ...»
Περίμενα όσο η γκόμενα με είχε γειώσει ρίχνοντας μουσικά παράσιτα στη γραμμή.
«Δεν υπάρχει καταχώρηση σε αυτό το όνομα», με πληροφόρησε μετά από λίγο.
Το περίμενα. Ευχαρίστησα, έκλεισα το τηλέφωνο και έκανα μια περασιά τους αριθμούς που είχα κρατημένους στη συσκευή –μπας και μου έρθει κάποια ιδέα. Μέχρι που η ιδέα απέκτησε όνομα και το όνομα αυτής Κώστας «Γκας» Καλαντζάκος.  Φυλακές Κορυδαλλού, προφυλακισμένος για συμμετοχή σε εμπρηστική ενέργεια, εκεί γνωριστήκαμε –η δίκη του δεν έγινε ποτέ. Τον είχαν αφήσει με περιοριστικούς όρους, είναι κι αυτό ένα από τα πλεονεκτήματα της συνεργασίας με σημαίνοντα πρόσωπα της κοινωνίας. Τηλεφώνησα κι όσο περίμενα να το σηκώσει κοίταζα το ρολόι του μπαρ –κόντευε 4 το απόγευμα, θα τον πετύχαινα στο ξύπνημα.
«Ποιος πούστης...» ακούστηκε θαμπή η φωνή του από τα βάθη της κόλασης.
«Τι έγινε –σ΄ αφήσανε να πάρεις το κινητό στον τάφο σου;» απόρησα.
«Σε γαμάω...» μούγκρισε.
«Κάνω ένα μπανάκι κι έρχομαι», του απάντησα.
«Ποιος είσαι;»
«Λούης».
«Ζεις ακόμα ρε μουνί;»
«Δεν θα έπαιρνα όρκο περί αυτού», είπα σκεπτικά.
«Σ΄ αφήσανε;»
«Κοντεύω χρόνο έξω».
«Και γιατί δεν τηλεφώνησες νωρίτερα; Δε σου ‘χα πει οτι έχω έτοιμη δουλειά για σένα;»
«Ξέρω ‘γω... την είδα να μείνω λίγο έξω γι΄αυτό και σε απέφυγα. Πάντως μην ανησυχείς –όταν θελήσω να με ξαναβουτήξουν θα είσαι ο πρώτος που θα το μάθει».
«Ίσα ρε μόρτη –τα παιδιά που δουλεύουν για τον Γκας δουλεύουν για το δημόσιο. Μονιμότητα, σίγουρη συνταξιοδότηση, μέχρι και ιατροφαρμακευτική παρέχουμε...»
 «Ναι –τα ίδια ακριβώς ισχύουν και στις φυλακές Διαβατών αλλά αποφάσισα να στηριχτώ για λίγο στην ιδιωτική πρωτοβουλία...»
«Μια ζωή μαλάκας», έβηξε ο Γκας.
«Δεν σε πήρα για να ρωτήσω πώς με βλέπεις», του ξεκαθάρισα.
«Αλλά;»
«Χάρης Αλευράς...»
Του έφαγε λίγο χρόνο μέχρι να συνδέσει το όνομα με πρόσωπο.
«Μου χρωστάει 5 χιλιάρικα –αν του τα πάρεις το 20% δικό σου», είπε στο τέλος.
«Εντάξει, θα το έχω υπόψη», τον έκοψα. «Για άλλο σε θέλω όμως. Θέλω το τηλέφωνό του και ίσως μια καλή κουβέντα από πάρτη σου».
«Τι παίζει;»
«Κάποιος με πληρώνει να βρω μια γκόμενα με την οποία τραβιόταν ο Αλευράς...»
«Έγινες νταβατζής ρε μαλάκα;» γέλασε ο Γκας.
«Μια γκόμενα με την οποία τραβιόταν προ δεκαπενταετίας ο Αλευράς», του ξεκαθάρισα.
«Τι ανωμαλία είναι αυτή τώρα;» απόρησε.
«Καλλιτεχνικά δρώμενα –δεν ασχολούμαι», του ξέκοψα.
«Καλλιτεχνικά τι;»
«Μη με πρήζεις ρε Γκας –θα μου κάνεις τη χάρη ή όχι;»
«Ναι μανούλα μου, ότι θέλει το φιλαράκι. Αλλά με ξύπνησες που με ξύπνησες, να μη μάθω και μισό κουτσομπολιό;»
«Όχι, να μη μάθεις».
«Εντάξει», είπε χολωμένα.
«Πώς πάνε οι δουλειές;» τον ρώτησα για να μαλακώσω λίγο την ατμόσφαιρα.
«Θα τα πούμε από κοντά –όποτε περάσεις από Ψυρρή, έλα να με βρεις. Αράζω στο Κατ Μπαλού».
«Τι είναι αυτό;»
«Μπαράκι. Το ΄χει ο Βασιλάκης ο Τηνιακός».
«Εντάξει, θα περάσω», του είπα κι έκλεισα.
Δεν υπήρχε περίπτωση.

Τέλειωσα τον καφέ μου, άναψα τσιγάρο –σύμφωνα με το ημερήσιο πρόγραμμά μου θα έπρεπε να περιμένω τουλάχιστον δυο ώρες πριν αρχίσω τις βότκες, αλλά η σημερινή ήταν ιδιαίτερη μέρα.
«Ιάκωβε, το ποτό μου», ζήτησα.
Ένα μήνυμα κουδούνισε στο κινητό μου. Ήξερα τι ήταν –το νούμερο τηλεφώνου δίπλα σ’ ένα ΟΚ.
Άμεση εξυπηρέτηση ο Γκας, χαμογέλασα και υπολόγισα οτι θα έπαιρνα τον Αλευρά μετά από μισή βότκα. Σ΄ αυτό το ελεύθερο διάστημα οργάνωσα κάπως τις σκέψεις μου, έβαλα σε μια τάξη το χάος και κάπνισα δυο τσιγάρα όσο το χάος παρέμενε απείραχτο. Πήρα τηλέφωνο τον Αλευρά.
«Ποιος;»
«Λούης Πετράς... Σας μίλησε για μένα...»
«Τι θες;»
«Κάποιες πληροφορίες για την Λίζα Φωτίου...»
Ένας παροξυσμός βήχα πετάχτηκε από το ακουστικό του κινητού μου.
«Πού τη θυμήθηκες αυτήν; Πάνε 10 χρόνια και».
«Εντάξει, αλλά ήθελα να σας ρωτήσω κάποια πράγματα. Γίνεται να τα πούμε από κοντά;»
«Ο Γκας μου είπε οτι είχατε κάνει μαζί....»
«Ναι».
«Από πότε προσλαμβάνουν φυλακόβιους στα ποικίλης ύλης;»
Το άφησα να περάσει χωρίς να πω κάτι.
«Έχετε χρόνο να τα πούμε από κοντά;»
«Εντάξει ρε παιδάκι μου –έλα. Σε μια ώρα στο μαγαζί μου, στην παραλία. Το ξέρεις;»
Είπα οτι το ήξερα και έκλεισα το τηλέφωνο.
«Ιάκωβε, θα χρειαστώ το Ντεντμομπίλ», πληροφόρησα τον μπάρμαν.
Εκείνος με κοίταξε αδιάφορα πριν μου πετάξει τα κλειδιά. Δεν έκανα καμιά κίνηση να τα πιάσω στον αέρα, απλώς τα φρέναρα με τη μπότα μου πριν χωθούν σε κάποια μυστήρια τρύπα του πατώματος.
«Τι –έτσι; Δεν θα πας να μου το ετοιμάσεις;» απόρησα.
«Έχει βενζίνη –φρόντισε μόνο να το παρκάρεις κανονικά όταν γυρίσεις, μη μαζεύουμε πάλι τις κλήσεις με τη σκούπα», μούγκρισε ο μπάρμαν και με ξενέρωσε πλήρως.
Τέλειωσα το ποτό μου, κάπνισα στα γρήγορα ένα τσιγάρο κι έτσι προετοιμάστηκα για μια ακόμα δύσκολη μέρα.
Έξω από το μπαρ ο αέρας εξακολουθούσε να χορεύει βαλς τα σκουπίδια, τα αυτοκίνητα εξακολουθούσαν να κορνάρουν ανυπόμονα (μέχρι που έφτανε η σειρά τους να παρκάρουν στη μέση του δρόμου και τότε οι πιο πίσω αναλάμβαναν το καθήκον του κορναρίσματος). Μια πλάκα στο πεζοδρόμιο κουνήθηκε λίγο κι αυτό με έβαλε σε διαδικασία περιδίνησης –έφταιγαν κάτι παλιά χτυπήματα στα πλάγια του κεφαλιού ή τα χρόνια που πέρασα σε κλειστούς χώρους, η επιστήμη ακόμα διαφωνούσε στο συγκεκριμένο θέμα. Όταν συνήλθα, άρχισα να ψάχνω το Ντεντμομπίλ το οποίο δεν ήταν τίποτα άλλο από μια Λάντσια Δέλτα -σκέτο φέρετρο –απομεινάρι της δεκαετίας του ’70. Μ΄ αυτό βολεύονταν οι μπάρμαν όταν χρειαζόταν να πεταχτούν για τίποτα δουλειές κι εγώ που το χρησιμοποιούσα όταν έπρεπε να απομακρυνθώ από το κέντρο. Τον υπόλοιπο καιρό σάπιζε παρκαρισμένο πέριξ του τετραγώνου.
Γι΄αυτό άλλωστε και μου έβγαλε την πίστη μέχρι να πάρει μπροστά, η μίζα βαριόταν να γυρίσει, δεν έβλεπε το λόγο, αλλά επέμεινα και τελικά μου έκανε το χατίρι. Το φέρετρο κύλησε ράθυμα προς την Ακαδημίας, κόλλησα στο μποτιλιάρισμα κι έτσι βρήκα την ευκαιρία να σκαλίσω λίγο το ραδιόφωνο. Έψαχνα κανένα σταθμό με ειδήσεις (το καλύτερο ηρεμιστικό για μποτιλιάρισμα) ή τίποτα πληροφορίες για την κίνηση στους δρόμους. Έπεσα σε υστερικές εκπομπές όπου υστερικές άντρες και βαριοί γυναίκες αράδιαζαν, άγνωστα σε μένα, ονόματα ανθρώπων με ρυθμό δακτυλογράφησης. Αφού δεν υπήρχαν ειδήσεις έμεινα σ΄ έναν  τέτοιο σταθμό και ήταν μεγάλη μαλακία μου γιατί κόντεψα να τρακάρω –πρόσεξε τι συνέβη. Από τους Στύλους ως το Δέλτα παρακολουθούσα με αγωνία τη στιχομυθία μεταξύ δυο πλασμάτων  περί του θανάσιμου αμαρτήματος κάποιας διάσημης κυρίας (της οποίας το όνομα δεν συγκράτησα) –αυτή λοιπόν η κυρία είχε κάνει κάτι πολύ χοντρό, αποτρόπαιο σα να λέμε κι απορούσα πώς τα κουβεντιάζουν αυτά στο ραδιόφωνο αντί να πάρουν επιτόπου την αστυνομία. Αλλά τι είχε κάνει, δεν το λέγαμε οι εκφωνητές (ή εκφωνήτριες –δεν μπορούσα να βγάλω άκρη). Σύρθηκα σ΄αυτή την υπόθεση μεταξύ διαφημιστικών και άσχετων θεμάτων μέχρι που, βγαίνοντας από τη στροφή στο Δέλτα έμαθα επιτέλους το αμάρτημα της κυρίας –είχε βγάλει τα παπούτσια της σε αεροπορική πτήση και βρωμάγανε τα πόδια της. Μου ΄φυγε προς στιγμή το τιμόνι, μπέρδεψα το φρένο με το γκάζι, πήγαινε καρφωτό το φέρετρο να καβαλήσει πεζοδρόμιο, το μάζεψα, ένας καργιόλης διάλεξε εκείνη ακριβώς τη στιγμή να μου κάνει σφήνα, παγωμένος ιδρώτας στη ραχοκοκαλιά μέχρι να διορθωθούν τα πράγματα. Ο καργιόλης πέρασε μπροστά και μου έκανε κωλοδάχτυλο, χαμογέλασα επειδή εκείνη τη στιγμή σκεφτόμουν τι θα έκανα στους παρουσιαστές του συγκεκριμένου σταθμού αν κάποτε πέφτανε στα χέρια μου. Κατά τα λοιπά, η διαδρομή μέχρι την παραλία εξελίχθηκε συνηθισμένα.

Είμαι συνεπής στα ραντεβού μου, με αποτέλεσμα να επιβεβαιώνεται το ρηθέν του προφήτη περί του οτι «η συνέπεια στα ραντεβού είναι μια πολύ μοναχική εμπειρία». Βέβαια, η συνέπεια στα ραντεβού, κάποιες φορές, σώζει ζωές – φτάνοντας νωρίς μπορεί να τους πιάσεις στα πράσα όσο σου στήνουν την παγίδα –αλλά αυτή η φορά δεν έμοιαζε για τέτοια. Το παραλιακό μαγαζί ήταν ακόμα κλειστό, κάτι πλαστικοί φοίνικες στην είσοδο με κοροϊδεύανε ασύστολα κι ένα ξεθωριασμένο κόκκινο χαλί γεμάτο χαλίκια που έφτανε μέχρι το πάρκινγκ με βύθισε στην κατάθλιψη. Ο αέρας δίπλα στη θάλασσα ήταν 2 μποφόρ δυνατότερος, κι έτσι ένιωσα λίγο Κώστας Πρέκας που περιμένει την Έλενα Ναθαναήλ για να της ανακοινώσει οτι λίαν συντόμως πεθαίνει από ανίατη πλήξη. Ευτυχώς ο Μανιάτης δεν είχε παίξει σε τόσο μεγάλες σάχλες –άρα δεν θα χρειαζόταν να υποκρίνομαι οτι δεν αναγουλιάζω κάθε φορά που θα έλεγα το όνομά του. Κάποιος θόρυβος ακούστηκε από το κλειστό μαγαζί, σε λίγο πετάχτηκε μια ατσούμπαλη καθαρίστρια σέρνοντας μερικές μαύρες σακούλες.
«Καλησπέρα», της ευχήθηκα.
Με κοίταξε απορημένη πριν επιστρέψει στα βάσανά της και με ξεχάσει πλήρως.
«Συγνώμη...» είπα.
«Το μαγαζί είναι κλειστό», μούγκρισε.
Λες και δεν το’ βλεπα....
«Έχω ραντεβού με τον κύριο Αλευρά», ξαναδοκίμασα την τύχη μου.
«Το μαγαζί είναι κλειστό», επέμεινε η καθαρίστρια.
Κοίταξα κατάπληκτος τους πλαστικούς φοίνικες, το βρωμερό κόκκινο χαλί και την μισόκλειστη βαριά πόρτα.
«Αλήθεια;» απόρησα «Και πότε ανοίγετε;»
«Το μαγαζί είναι κλειστό», μου εξήγησε η καθαρίστρια και έφυγε σφαίρα για τον πλησιέστερο κάδο.
Άναψα τσιγάρο. Στις πρώτες τζούρες ήρθε ένα κτηνώδες τζιπ με φιμέ τζάμια να μου χαλάσει την ησυχία – ο αέρας σώπασε και τα χαλίκια εκτινάχθηκαν φονικά καθώς το τζιπ φρέναρε. Από την πόρτα του οδηγού βγήκε ένας ουραγκοτάγκος χωρίς ίχνος σβέρκου, από την πίσω πόρτα βγήκανε δυο χτικιάρηδες -τελευταίος εμφανίστηκε ο Χάρης Αλευράς, καλογυαλισμένος σαν  ασημένιο τασάκι. Λαμέ κοστούμι χωρίς γραβάτα, μεταξωτό πουκάμισο, γυαλί γιγαντοοθόνη, τα λουστρίνια του επέπλευσαν για λίγο στα χαλίκια πριν βρουν άμμο λόγω βάρους. Μου έριξε μια βιαστική ματιά πριν κατευθυνθεί φουριόζος προς το μαγαζί του.
«Εσύ είσαι ο Πετράς;» ρώτησε ένας από τους χτικιάρηδες.
Το παραδέχτηκα.
«Πέρνα μέσα», μου είπε.
Ακολούθησα λοιπόν την κουστωδία των παλιάτσων, μπήκαμε στο μαγαζί που βρώμαγε τσιγάρο, μαραμένα γαρύφαλλα και κάτουρο. Η παρέα κάθισε στο πρώτο τραπέζι μπροστά στην πίστα, κάθισα κι εγώ χαζεύοντας τα παρατημένα μουσικά όργανα και τους σβηστούς προβολείς.
«Λέγε», έκρωξε ο Αλευράς. «Και γρήγορα –έχουμε δουλειές».
Η φωνή του θύμιζε έντονα τσατσά της οδού Φυλής στα τελευταία στάδια καρκίνου του λάρυγγα. Έτσι όπως έγειρε προς το μέρος μου με πήρε η μπόχα από το πατσουλί κι ανακάλυψα οτι φορούσε περουκίνι.
«Ψάχνω τη Λίζα Φωτίου», είπα.
«Στ΄αρχίδια μου», απάντησε.
«Επειδή έχω ακούσει οτι πέρασε κι από κει, γι΄αυτό ήρθα σε σένα...» έριξα το καλαμπουράκι.
Ξεκαρδίστηκε και πνίγηκε στο βήχα του ο μαλάκας.
«Καλώς», είπε στο τέλος.
«Λοιπόν;» αναρωτήθηκα.
Ο Αλευράς τεντώθηκε στην καρέκλα η οποία διαμαρτυρήθηκε διακριτικά, έξυσε τ΄αρχίδια του έξω από τον λαμέ καβάλο και ένευσε χωρίς να κοιτάζει. Ο ουραγκοτάγκος εμφανίστηκε.
«Το δικό μου κι ότι πάρει το παιδί», διέταξε.
«Μια Στολίσναγια τόνικ», ζήτησα.
Ο Αλευράς ξίνισε σα να είχα ζητήσει ορυκτέλαιο αλλά δεν σχολίασε.
«Ωραίο μουνί στα νιάτα της», αναπόλησε. «Την είχα άχτι από μικρός αλλά όταν μου ΄κατσε είχε καταντήσει πλισές. Το ‘κανα το ψυχικό, έτσι, τιμής ένεκεν....»
Περίμενα καπνίζοντας –ο ουραγκοτάγκος είχε ήδη φέρει τα ποτά μας.
«Ήμασταν μαζί κοντά ένα χρόνο, περισσότερο δεν αντεχόταν –την έστειλα...»
«Πόσος καιρός πάει από τότε;»
Ο Αλευράς αναστέναξε βαριά.
«Πάνω από 10 χρόνια, κάτω από 20...»
«Και μετά; Πού πήγε η Φωτίου;
«Ξέρω ‘γω πού πήγε; Σπίτι της για μπιντέ –τι με ρωτάς τώρα...»
Σκέφτηκα λίγο κι αποφάσισα να το πιάσω διαφορετικά το ζήτημα.
«Είχε κάποιο σπίτι εκτός από εκείνο στη Νέα Σμύρνη; Κάποιο εξοχικό ας πούμε...»
«Η Λίζα;» ξεκαρδίστηκε ο Αλευράς. «Ρε παιδί, η Λίζα δεν είχε δεύτερη κιλότα, όταν έβαζε πλύση δεν ξεμύταγε από το σπίτι για να μην τριγυρνάει ξεβράκωτη –άκου εξοχικό...»
Δυσανασχέτησα.
«Σα χοντρά να μου τα λες ρε αφεντικό», του είπα. «Τόσες ταινίες είχε κάνει η γυναίκα, εκείνη την εποχή μάλιστα έπαιζε και σε κάτι σήριαλ –από πού τόση φτώχεια;»
Τότε οι δυο χτικιάρηδες σπρώξανε τις καρέκλες τους κοντά μου, με αγριοκοίταξαν κι ο αριστερός έχωσε τη χλεμπόνα του μπροστά στη μύτη μου.
«Και τι είπαμε πώς τη θέλεις την κυρία Φωτίου;» με ρώτησε.
Ένιωσα λίγο ασφυκτικά.
«Δεν τους παίρνεις από τη μούρη μου γιατί είμαι κι ευαίσθητος στις ιώσεις;» ζήτησα κοιτάζοντας καρφί τον Αλευρά.
«Εγώ σου μιλάω...» μου είπε ο δεξιός χτικιάρης.
Κούμπωσα.
«Κατά πρώτον δεν μου μιλάς εσύ και κατά δεύτερον τραβήξου μη σε γαμήσω», του ζήτησα.
Τα υπόλοιπα ήρθαν κάπως πιο γρήγορα απ΄ότι υπολόγιζα, δηλαδή ο ουραγκοτάγκος μού έριξε μια σβουριχτή στο σβέρκο επειδή, σα μαλάκας, τον είχα χάσει από τα μάτια μου –σωριάστηκα.
Ξέμπλεξα τα πόδια μου από την πεσμένη καρέκλα, τίναξα τη σκόνη από το τζιν μου και στήθηκα με τα πόδια μισάνοιχτα, καουμπόικα να πούμε, απλώς και μόνο για να μου τραβήξει μια ξυριστή κλωτσιά στα τακούνια ένας από τους χτικιάρηδες και να με ξανασωριάσει. Δεν έβγαζε πουθενά αυτό το αστείο.
Ξανασηκώθηκα.
Ο ουραγκοτάγκος και ο ένας χτικιάρης ήταν μπροστά μου, τους κοίταξα κι απότομα έκανα μια πιρουέτα 180 μοιρών για να βρεθώ φάτσα με τον χτικιάρη νούμερο 2 που ετοιμαζόταν να με ξανακοπανήσει πισώπλατα –το φανταζόταν αλλά όχι τόσο γρήγορα κι έτσι του εφάρμοσα το φημισμένο αριστερό μου κροσέ και τον απογείωσα. Οι άλλοι δυο όρμησαν ταυτόχρονα.
«Έλα, φτάνει με τις μαλακίες», μούγκρισε ο Αλευράς.
Οι λεβέντες του κοκάλωσαν επιτόπου.
«Ο Γκας μου είπε οτι του χρωστάς κάτι φράγκα, δε νομίζω οτι θα χαρεί όταν μάθει πώς με υποδέχτηκες», εξηγήθηκα.
«Νερό κι αλάτι», έκανε ο Αλευράς. «Που ‘σαι, φέρε ακόμα ένα στο παλικάρι», διέταξε τον ουραγκοτάγκο πριν γυρίσει προς το μέρος μου. «Ότι έγινε –έγινε», μου είπε.
Ξανακάθισα απέναντί του.
«Εντάξει, αλλά πες στους καργιόληδες να πάνε δυο τραπέζια παραδίπλα», του ξεκαθάρισα.
Ενοχλήθηκε αλλά τους έκανε νόημα με τα μάτια.
«Δε μ΄ αρέσουν τα κουτσομπολιά», ψιθύρισε ο Αλευράς.
«Ούτε μένα. Κι αν είχες να μου δώσεις μια διεύθυνση για το που μένει η Φωτίου δεν θα σε ρωτούσα ούτε καν το μικρό της όνομα. Βλέπεις, πρέπει απλώς να τη βρω...» απολογήθηκα.
«Κι ο λόγος;»
«Κάποιο αφιέρωμα για τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο και θέλουν να της πάρουν συνέντευξη».
«Μπέσα;»
«Έτσι μου είπαν αυτοί που με προσέλαβαν, έτσι σου λέω».
Το σκέφτηκε λίγο αυτό κι όσο σκεφτόταν έβγαλε ένα μαρκούτσι από το τσεπάκι του, κάτι σαν πιπέτο χωρίς τσιγάρο. Καθόμουν εκεί πέρα και τον κοίταζα όσο πάταγε ένα κουμπάκι στη μέση του πιπέτου και ρούφαγε ενώ άναβε στην άλλη άκρη το μπλε φωτάκι.
«Παλεύω να το κόψω το ρημάδι», μου δικαιολογήθηκε.
Κούνησα το κεφάλι με κατανόηση.
«Σκέτος καρκίνος είναι», τον σιγοντάρισα και καπάκι τράβηξα ένα Πλέιερς Σπέσιαλ Νέιβι Κατ για να το ανάψω μπροστά στη μούρη του.
«Λοιπόν η Λίζα...», μουρμούρισε ο Αλευράς παίρνοντας μια νοσταλγική φάτσα σκέτη κακογουστιά. «Παλικάρι μου, αν είχε μυαλό αυτή η γκόμενα θα ήταν δική της η μισή Αθήνα, τόσο που χρέωνε τις βίζιτες στα νιάτα της...»
«Βιζιτού η Φωτίου;» απόρησα.
«Είσαι μικρός και δεν τα ξέρεις...» με συμπόνεσε. «Την είχε πάρει όλη η καλή Αθήνα και η μισή Θεσσαλονίκη».
«Πάντα ριγμένη η συμπρωτεύουσα», διαπίστωσα.
«Εγώ ήμουνα μικρός τότε, πούλαγα κέρατα στο Μοσχάτο, αλλά τα ‘μαθα αργότερα από σίγουρη πηγή. Λέγανε οτι έτσι βγήκε στον κινηματογράφο, το σίγουρο πάντως είναι οτι μετά που τη χώρισε ο Μανιάτης ξεσκίστηκε».
«Και τα λεφτά τι τα ΄κανε;»
«Είχαν ακουστεί διάφορα για τζόγο...»
«Εύκολο», είπα.
Με κοίταξε απορημένος.
«Ο τζόγος είναι στανταράκι όταν θέλουμε να δικαιολογήσουμε εξαφανισμένα χρήματα», υποστήριξα.
Χαμογέλασε.
«Είσαι έξυπνο αγόρι», διαπίστωσε.
«Και λοιπόν; Σκοπεύεις να με στεφανωθείς;» απόρησα.
Έριξε ένα βήξιμο ξεγυρισμένο.
«Όσο ήμασταν μαζί έβγαζε φράγκα –όχι από βίζιτες και τέτοια, δεν τα σηκώνω αυτά... Αλλά δεν είδα ποτέ δραχμή... Τι τα έκανε, πού τα χάλαγε –δεν ξέρω. Δεν τζογάριζε πάντως, αυτό σίγουρα».
«Κάνα νόθο παιδί;» αναρωτήθηκα.
«Πολύ ελληνικό σινεμά βλέπεις», γέλασε.
«Τότε τι;»
«Βρες το –τι με νοιάζει εμένα;» με γείωσε ο Αλευράς.
«Με δυο λόγια δεν ξέρεις τίποτα για την Φωτίου», συμπέρανα.
«Τίποτα πέρα από το πώς τον έπαιρνε...»
Αποφάσισα να κάνω μια τελευταία προσπάθεια πριν εγκαταλείψω.
«Κι αν έλεγα στον Γκας να μην επιμένει άλλο για εκείνο το χρέος;» πρότεινα.
«Τότε θα σου ζητούσα ακόμα μια ανάλογη πίστωση...» υπολόγισε εκείνος.
«Κι εγώ θα σου πρότεινα να πας να γαμηθείς», του εξήγησα.
Σήκωσε τους ώμους δήθεν ανήμπορα. Κι εγώ μάζεψα την πραμάτεια μου, παίρνοντάς το απόφαση οτι είχα χάσει ένα ακόμα απόγευμα.
«Σοβαρολογείς δηλαδή για το χρέος;» με ρώτησε ο Αλευράς.
Ξανακάθισα.
«Η Φωτίου πήγαινα συχνά σ’ έναν ανώμαλο ονόματι Βίκτορα....» σταμάτησε για να σκεφτεί, πράγμα που του πήρε κάμποση ώρα κι ανάλογο ξύσιμο «Βίκτορα Αλεξιάδη», είπε τελικά.
«Τι μέρος του λόγου ήταν αυτός; Αδερφή κι έτσι;» ρώτησα.
«Όχι ρε –σου είπα, ανώμαλος. Οι πούστηδες βολεύονται με τον τρόπο τους, εκείνος δε βολευόταν με τίποτα. Ρε Λιζάκι, της έλεγα, τι τρέχει με τον μυστήριο; Να πω οτι σε πηδάει, να το καταλάβω δηλαδή. Αλλά αυτός για να φορέσει την παντόφλα του χρειάζεται νοσοκόμα.... Κάθε που της αρχίναγα κουβέντα με κοίταγε το Λιζάκι σε στυλ Μπριζίτ Μπαρντό, επιτόπου ξέχναγα τι έλεγα και θυμόμουν τις μαλακίες που είχα τραβήξει για πάρτη της...»
«Της Μπριζίτ Μπαρντό;
«Της Λίζας ρε παιδί μου –όταν ήμουνα μικρότερος...»
«Μάλιστα. Και αυτός ο Αλεξιάδης;»
«Άφραγκος λεφτάς. Έχει ένα ρετιρέ στο Κολωνάκι κι αγναντεύει την ψωμόλυσσά του από τους πέντε ορόφους».
«Διεύθυνση;»
Ο Αλευράς τεντώθηκε πάλι προς τα πίσω, ένας από τους χτικιάρηδες τσακίστηκε να έρθει κοντά του.
«Πήγαινε αγορίνα στο γραφείο μου και φέρε την καφέ ατζέντα», του είπε.
Ο χτικιάρης εξαφανίστηκε ως δια μαγείας. Ο Αλευράς έκανε νόημα στον άλλο χτικιάρη.
«Ήρθαν τα παιδιά;» τον ρώτησε.
«Όχι ακόμα», μουρμούρισε εκείνος.
«Άμα έρθουν να τους ξεχέσεις και μετά να μου τους στείλεις», είπε ο Αλευράς.
Ο χτικιάρης απομακρύνθηκε.
«Κατάλαβες;» μου παραπονέθηκε ο Αλευράς. «Τους πληρώνω, τους έχω κάνει ανθρώπους από πλανόδιους μουσικούς και μου το παίζουν σνομπαρία».
Κατάλαβα αλλά δεν μίλησα γιατί εκείνη τη στιγμή έφτασε η καφέ ατζέντα. Ο Αλευράς την ξεφύλλισε, μετά έκοψε ένα κομμάτι χαρτί, σημείωσε μια διεύθυνση και μου το έδωσε.
Το πήρα, σηκώθηκα, οριστικά αυτή τη φορά και τον ευχαρίστησα.
«Μην ξεχάσεις να ενημερώσεις τον Γκας», μου είπε.
Τον διαβεβαίωσα οτι δεν θα το ξέχναγα και προφανώς έλεγα ψέματα.

Ο αέρας έξω δεν είχε κόψει, σήκωσα τους γιακάδες του δερμάτινου μπουφάν μου και χώθηκα τρέχοντας στο αυτοκίνητο. Βγήκα στην παραλιακή ενώ σκεφτόμουν οτι έπρεπε σύντομα να πιάσω τον περιφερειακό για να περάσω από τα σπίτια των συγγενών της Λίζας Φωτίου. Αυτό ήταν το σωστό, θα γλίτωνα χρόνο και κόπο, αλλά προτίμησα να πάω στη Νέα Σμύρνη για να πάρω λίγο μάτι το πρώην σπίτι της. Ήθελα να πατήσω την άσφαλτο έξω από το σπίτι της, να ακουμπήσω τίποτα καχεκτικά δεντράκια στο πεζοδρόμιο, να μυρίσω τον αέρα της γειτονίας της, να μιλήσω με τον περιπτερά της, τον εβγατζή της ή όποιον άλλο παλιόγερο ήταν πρόχειρος για κουτσομπολιό.

Η Λίζα Φωτίου ήταν μια όμορφη γυναίκα που γέρασε άσχημα. Ίσως να αποφάσισε κάποια στιγμή οτι θα ήταν καλύτερο να εξαφανιστεί παρά να βλέπει ο κόσμος την κατάντια της. Αν  θέλεις τη γνώμη μου –καλά έκανε. Γιατί κάποιος πρέπει να προστατεύει τα όνειρα κι αν εμείς δεν μπορούμε να το κάνουμε τότε αναλαμβάνουν τα ίδια τα όνειρα ν΄ αυτοπροστατευτούν. Κρυμμένα πίσω από βαριές κουρτίνες, αποφεύγοντας το φως και τα αιχμηρά μάτια, τα όνειρα μάς παρακολουθούν.

Το κιβώτιο του Ντεντμομπίλ διαμαρτυρήθηκε όταν έβαλα δευτέρα καρφωτή για να μη ντεραπάρω στη στροφή προς Νέα Σμύρνη. Σκόπευα να ξεθάψω ένα όνειρο κι αυτό μόνο μπελάδες μπορεί να φέρει. Πολλούς μπελάδες, σε πολλούς ανθρώπους.

Τρίτη, Σεπτέμβριος 20, 2011

Directing Hell φίλε μου!

Έχεις σκεφτεί ποτέ οτι η Κόλαση μπορεί και να είναι υπέροχο μέρος; "Θεωρώ την Κόλαση έναν υπέροχο ερωτικό τόπο. Βεβαίως και πιστεύω στην Κόλαση σαν λύση. Αν μάλιστα καταφέρουμε να την εγκαθιδρύσουμε εδώ και τώρα, θα είναι κάτι υπέροχο", υποστήριζε ο Νίκος Νικολαϊδης και αρκετοί από μας τον πίστεψαν. Αυτό είναι βέβαια σημαντικό, αλλά σημαντικότερο είναι που κάποιοι δικοί του άνθρωποι αποφάσισαν να "Σκηνοθετήσουν την Κόλαση".

Χάρη σ΄αυτούς θα μπορέσουμε αύριο, Τετάρτη,  να τη δούμε -στον κινηματογράφο ΑΠΟΛΛΩΝ, στις Νύχτες Πρεμιέρας, στις 10 το βράδυ φυσικά.

Σε όσους δούλεψαν για να γίνει το συγκεκριμένο ντοκυμαντέρ, εγώ ο απλός θαυμαστής, οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ. Μπορεί και δύο, ή τρια, ή και περισσότερα... Θα πάω να τους τα πω.



Υ.Γ.: Το γεγονός οτι πρόκειται για μια παραγωγή της MARNI films σημαίνει πολλά για τους φανατικούς του Νίκου Νικολαϊδη.

Τετάρτη, Σεπτέμβριος 14, 2011

1. Προετοιμασία για αιφνίδιο θάνατο


Μπαρ Βιτόφσκι. Ημιυπόγειο, Διδότου. Κατεβαίνεις τρία σκαλιά, ανοίγεις τη τζαμόπορτα, στα δυο βήματα υπάρχει ακόμα μια πόρτα, ξύλινη με φινιστρίνι. Το μπαρ δουλεύει όλη τη νύχτα και την περισσότερη από τη μέρα –πέφτεις πάνω στον μπάρμαν, υπάρχουν δυο από δαύτους, εναλλάσσονται στις βάρδιες -κανένα πρόβλημα. Ζητάς τον Λούη Πετρά κι ο μπάρμαν αναλαμβάνει τα υπόλοιπα.

Εγώ είμαι πάντα εκεί. Όλη τη νύχτα και την περισσότερη από τη μέρα, κάθομαι στο τραπέζι πίσω στον τοίχο, μετά το μπαρ, αριστερά από την πόρτα της τουαλέτας. Τα παλιά χρόνια εκεί βρισκόταν το κουβούκλιο του ντιτζέι, τότε το μαγαζί είχε κανονική πελατεία –τώρα μόνο αποτυχημένοι δικηγόροι και γιατροί εκτρώσεων, απ΄ αυτούς που έχουν τα γραφεία τους στην Τρικούπη, συν μερικές βίζιτες που βαριούνται να ξεροσταλιάζουν στο κρύο κι απαγκιάζουν στο Βιτόφσκι. Δεν υπάρχει πλέον λόγος για ντιτζέι ή σερβιτόρα, όποιος θέλει να πιει πάει και το παραγγέλνει μόνος του, οι πιο βιαστικοί χώνονται μέσα από τη μπάρα και σερβίρονται. Το τραπέζι μου δε διακρίνεται εύκολα, ένα σποτάκι ακριβώς από πάνω του φρόντισα να το ξεβιδώσω, χρειάζομαι το μισοσκόταδο -είναι απαραίτητο να βλέπω πριν με δουν. Να βλέπεις πρώτος αν θέλεις να βλέπεις ως το τέλος -το έμαθα καλά στη φυλακή.

Εκείνο το μεσημέρι με πέτυχε να διαβάζω μια χτεσινή εφημερίδα που είχε παρατήσει κάποιος πελάτης, τελείωνα τα αθλητικά μαζί με τη δεύτερη Στολίσναγια τόνικ της ημέρας όταν μπήκε. Ετοιμαζόμουν να ζητήσω νερό για να καταπιώ δυο χάπια κωδεϊνης όταν ο ανθρωπάκος ρώτησε κάτι τον μπάρμαν, σηκώθηκα και τους πλησίασα αθόρυβα.
«Και τι τον θέλεις αν επιτρέπεται;» ρωτούσε τώρα ο μπάρμαν με τη σειρά του.
«Για μια δουλειά», απάντησε ο ανθρωπάκος.
1,70 με το ζόρι, σακάκι νέιβι μπλου με επίχρυσα κουμπιά, φανελένιο παντελόνι χρώματος γκρι, παντοφλέ σουέτ παπουτσάκι, ακριβή κολόνια και αραιό μαλλί που είχε γνωρίσει και καλύτερες μέρες.
«Ποιος να του πω οτι τον ζητάει;» συνέχισε την ανάκριση ο μπάρμαν.
Η ανάκριση μού στοίχιζε περίπου 100 ευρώ το μήνα αλλά  τα άξιζε μέχρι σέντσι –άνθρωποι σαν κι εμένα πρέπει να παίρνουν προφυλάξεις.
«Πες του οτι με στέλνει ο Τάκης ο Πιανίστας», απάντησε ο ανθρωπάκος.
Έκανα νόημα στον μπάρμαν να τον βάλει για λίγο στον πάγο, ο ανθρωπάκος δεν με πήρε είδηση.
«Καλά, πάρε κάτι να πιεις, θα τον ειδοποιήσω», είπε ο μπάρμαν.
«Ένα ποτήρι νερό», ζήτησα ενώ πλασαριζόμουν στα δεξιά του ανθρωπάκου.
Ο μπάρμαν γέμισε το ποτήρι και το έσπρωξε προς το μέρος μου χωρίς να με κοιτάξει όσο εγώ ξαναγύριζα στο τραπέζι μου. Κάθισα και κατάπια τα χάπια που κόντευαν να μουλιάσουν στην παλάμη μου. Με τον Πιανίστα γνωριστήκαμε στην Τίρυνθα, εγώ στα τελειώματα εκείνος στα μέσα-έξω. Πρεζόνι μονίμως στο ψάξιμο, δεν προλάβαινε να βγει τον ξαναβουτάγανε, συνήθως για κλοπές που δεν είχε κάνει, Ασφάλεια, ξύλο, δακτυλικά αποτυπώματα, εξ ου και Πιανίστας. Δεν ήταν άτομο εμπιστοσύνης, κανένα πρεζόνι δεν είναι. Αλλά είχε περάσει δίμηνο από την τελευταία φορά που κάποιος πλήρωσε για τις υπηρεσίες μου, ένιωθα πιο στεγνός από καπάκι μπύρας στην άσφαλτο. Γι΄αυτό αποφάσισα να παραβλέψω έναν από τους σημαντικότερους κανόνες μου και να δεχτώ πελάτη συστημένο από πρεζόνι, ήξερα βέβαια οτι οι κανόνες υπάρχουν για να τηρούνται αλλά πίστευα οτι αυτή τη φορά θα έπεφτα στην εξαίρεση –ήμουν τόσο ηλίθιος. Ο ανθρωπάκος στο μπαρ είχε παραγγείλει μια μπύρα, ψευτόπινε κοιτάζοντας τριγύρω του όλο άγχος, δεν μπορούσε να με διακρίνει καθαρά αλλά με ένιωθε. Τον άφησα να τελειώσει, τον είδα να ρωτάει τον μπάρμαν κι εκείνος να σηκώνει τους ώμους αδιάφορα, ο ανθρωπάκος πλήρωσε και σηκώθηκε να φύγει.
«Εδώ», φώναξα χωρίς να κουνηθώ από τη θέση μου.
Ο ανθρωπάκος γύρισε επιφυλακτικά.
«Πάρε ακόμα μια μπύρα και πλησίασε», του ζήτησα.
Έκανε έτσι ακριβώς, κάθισε στην καρέκλα απέναντί μου προσπαθώντας να βολέψει το μπουκάλι της μπύρας και το ποτήρι στο τιγκαρισμένο τραπέζι μου, δεν είχα την παραμικρή διάθεση να τον διευκολύνω.
«Είσαι ο Πετράς;» με ρώτησε.
«Εξαρτάται από το ποιος ρωτάει», είπα.
«Με στέλνει ο Τάκης ο Πιανίστας», επανέλαβε ο ανθρωπάκος.
«Εντάξει –αυτό δεν με βοηθάει και πολύ», διαπίστωσα.
«Αντώνης Κωνσταντινίδης, δημοσιογράφος», συστήθηκε επιτέλους ο ανθρωπάκος.
«Κάπως καλύτερα», είπα εγώ.
«Είσαι ο Λούης Πετράς τελικά;» απαίτησε να μάθει.
«Θα πρέπει να το παραδεχτώ», έκανα σεμνά.
Ο ανθρωπάκος Αντώνης Κωνσταντινίδης απλώθηκε στην καρέκλα, τέντωσε τα πόδια του κάτω από το τραπέζι και με χάζευε όσο άναβα ένα άφιλτρο Πλέιερς Σπέσιαλ. Έσπρωξα απρόθυμα το πακέτο προς το μέρος του.
«Ευχαριστώ –το ‘χω κόψει», είπε.
Ανακουφίστηκα γιατί έμεναν μονάχα 5 τσιγάρα στο πακέτο μου.
«Ο Τάκης είπε οτι μπορείς να κάνεις μια δουλειά για μένα», μουρμούρισε αβέβαια ο ανθρωπάκος.
«Γιατί δεν την κάνει ο Τάκης;» ρώτησα.
«Επειδή είναι μέσα».
«Πάλι;»
«Ληστεία σε πρακτορείο Προπό», είπε ο ανθρωπάκος.
«Μια ζωή ψιλικατζής», διαπίστωσα χαμηλόφωνα. «Και περί τίνος πρόκειται;»
Ο ανθρωπάκος με κοίταξε μπερδεμένος.
«Η δουλειά...» τον διευκόλυνα.
«Α ναι... Θέλω να μου βρεις μια γυναίκα...»
«Μια γυναίκα γενικά ή κάποια συγκεκριμένη;»
«Συγκεκριμένη».
«Και ο λόγος;»
«Είμαι δημοσιογράφος....» ξανάπε ο ανθρωπάκος.
«Είναι αυτό λόγος για να σου βρίσκουν οι άλλοι γυναίκες;» απόρησα.
«Εννοώ οτι ετοιμάζω κάποιο αφιέρωμα...»
«Με τι θέμα;»
Ο ανθρωπάκος με κοίταξε άγρια –ήξερα οτι αυτό το στυλάκι δεν θα πέρναγε για πολλή ώρα.
«Δεν μου αρέσει ο τρόπος σου», είπε.
«Πάει σετάκι με το υπόλοιπο πακέτο, αν δεν σου αρέσει δεν αγοράζεις», του εξήγησα.
«Δεν είμαι σίγουρος ούτε και για τις υπηρεσίες που μπορείς να προσφέρεις», είπε ο ανθρωπάκος.
«Εντάξει», τον καθησύχασα. «Μπορώ να περιμένω μέχρι να σιγουρευτείς».
Άνοιξα την χτεσινή εφημερίδα κι έψαξα εκείνο το συγκλονιστικό άρθρο που αφορούσε την εξάπλωση του κρίκετ στις νότιες γειτονιές της Αθήνας, κάτι τέτοια ρεπορτάζ μονίμως με εντυπωσίαζαν. Κατέβασα κάμποσο ξανθό καπνό ανακατεμένο με γάργαρη βότκα τόνικ, ονειρώδες μείγμα.
«Και τώρα δηλαδή τι γίνεται;» ψέλλισε ο ανθρωπάκος.
Κόντευα να τον ξεχάσω αυτόν, ξεχνάω εύκολα όταν θέλω.
«Τι να γίνει;» αναρωτήθηκα κατεβάζοντας την εφημερίδα. «Εσύ κάνεις παιχνίδι».
Το σκέφτηκε αυτό για λίγο.
«Ας πούμε οτι σου αναθέτω τη δουλειά...» είπε.
«Ας το πούμε, άμα σε βολεύει», δέχτηκα.
«Τι θα κάνεις για να τη βρεις;»
Κατέβασα την εφημερίδα κοντρολαρισμένα νευριασμένος.
«Κοίτα», σφύριξα σκύβοντας προς το μέρος του. «Εσύ θέλεις να γίνει μια δουλειά, εγώ υπολογίζω το μαλλί κι αν με ικανοποιεί αναλαμβάνω να την κάνω. Έτσι έχουν τα πράγματα».
Με κοίταξε σκεπτικά.
«Τελικά θα το πάρω εκείνο το τσιγάρο», είπε.
Βλαστήμησα μέσα απ΄ τα δόντια, προσφέροντάς του το πακέτο. Του άναψα κιόλας, μη μου γαμήσει τον αναπτήρα.
«Λοιπόν, ας τα πάρουμε με τη σειρά», πρότεινα. «Πες μου για το αφιέρωμα που θέλεις να κάνεις».
«Φέτος συμπληρώνονται 10 χρόνια από τον θάνατο του Νίκου Μανιάτη...» ξεκίνησε ο ανθρωπάκος.
«Πέθανε ο Μανιάτης;» απόρησα.
«Καλά, πού ήσουν εσύ και δεν το πήρες είδηση;» απόρησε. Αμέσως θυμήθηκε πού ήμουν και μαζεύτηκε.
«Ναι, τέλος πάντων», συνέχισε. «Θα γίνει ένα μεγάλο αφιέρωμα, θα ξαναπαιχτούν οι σημαντικότερες ταινίες που συμμετείχε, θα ακολουθήσουν εκδηλώσεις...»
«Ενδιαφέρον», είπα χωρίς να το πιστεύω. Είχα δει κάμποσες ταινίες με τον Μανιάτη, πολύ δυνατός ηθοποιός αλλά έπαιζε σχεδόν αποκλειστικά σαβούρες –εμπορικό σινεμά το ’60 και το ’70, δήθεν διανοουμενίστικες ταινίες το ’80, ένα σύντομο πέρασμα από τη Γαλλία στο ενδιάμεσο... Τις περισσότερες ταινίες του τις είχα δει στην τηλεόραση.
«Γι΄αυτό θέλω να βρεις τη Λίζα Φωτίου, για να μιλήσει στο αφιέρωμα...» μου εξήγησε ο ανθρωπάκος.
Τη θυμόμουν τη Φωτίου, γκομενάρα σε ταινίες του ’70, ο γάμος της με τον Μανιάτη ήταν πρωτοσέλιδο στο Φαντάζιο που διάβαζε φανατικά η μακαρίτισσα η μάνα μου, το διαζύγιό τους έγινε πρωτοσέλιδο στον ημερήσιο τύπο -λόγω βιαιότητας. Φωτογραφίες του πρησμένου προσώπου της Φωτίου, φωτογραφίες του Μανιάτη με χειροπέδες –λουκούμι θέμα για τη χούντα που ήταν στα τελειώματα τότε, είχε ξεπεράσει σε απήχηση ακόμα και την ιστορία του Ληστή με τις Γλαδιόλες.
«Τι υπάρχει γι΄ αυτήν;» ρώτησα.
«Ελάχιστα πράγματα. Τα ίχνη της χάνονται κάπου στα μέσα του ’90, όταν ξενοικιάζει το διαμέρισμά της στη Νέα Σμύρνη. Δεν πήγε στην κηδεία του Μανιάτη ή, αν πήγε, κανένας δεν την αναγνώρισε».
«Συγγενείς;»
«Κάτι ξαδέρφες και ανίψια αλλά έχουν να τη συναντήσουν από τις αρχές του ’90 πάνω-κάτω...»
«Φίλοι;»
«Αρκετοί. Όμως κανένας τους δεν ξέρει...»
«Θέλω στοιχεία, διευθύνσεις, τηλέφωνα –από τους συγγενείς και τους φίλους της».
«Θα τα έχεις αύριο το μεσημέρι. Τι άλλο;»
«Όσο πιο πρόσφατες φωτογραφίες της υπάρχουν».
«Εντάξει –αν και μιλάμε για 10 με 12 χρόνια πίσω...»
Ανασήκωσα τους ώμους καρτερικά.
«Η αμοιβή σου;» με ρώτησε.
«Ένα χιλιάρικο συν τα έξοδα κίνησης. Τα 300 μπροστά», του είπα.
«Πολλά δεν είναι;» αναρωτήθηκε.
«Ξέρω ‘γω;» απόρησα με τη σειρά μου. «Βρες την εσύ με λιγότερα».
Με κοίταξε σκεφτικός –το άφιλτρο πήγαινε χαμένο έτσι που το κράταγε για φιγούρα μεταξύ δείκτη και αντίχειρα .
«Τέλος πάντων», είπε.
 Έχωσε το χέρι του στο σακάκι, τράβηξε ένα κομψό πορτοφόλι με χρυσό φινίρισμα, μέτρησε τρία κατοστάρικα και τα ακούμπησε στη μέση του τραπεζιού.
«Έχω να θέσω και κάποιους όρους», με πληροφόρησε στη συνέχεια.
Δεν έκανα κίνηση προς τα χρήματα –απλώς τον περίμενα.
«Πρώτον, θα επικοινωνείς μαζί μου μονάχα στον αριθμό που θα σου δώσω –δεν θα με ψάξεις στον όμιλο που εργάζομαι», σταμάτησε για να κόψει αντιδράσεις, δεν του έκανα τη χάρη. «Δεύτερον, δεν θα πεις σε κανέναν οτι δουλεύεις για μένα, ακόμα κι αν πρόκειται για την αστυνομία...»
«Υπάρχει περίπτωση να μπλέξω με την αστυνομία;» ρώτησα.
«Κανονικά όχι, αλλά δεν σου έχω και μεγάλη εμπιστοσύνη. Αν πλακώσεις κανέναν στο ξύλο για να πάρεις πληροφορίες, ή άμα βουτήξεις τίποτα κηροπήγια ξέρω ‘γω....»
«Για τον Πιανίστα με πέρασες;» απόρησα.
«Αυτός σε σύστησε», απάντησε ο ανθρωπάκος.
Δικός του ο πόντος.
«Πάμε παρακάτω», ζήτησα.
«Τρίτον, μου δίνεις οτιδήποτε βρεις. Και το δίνεις μόνο σε μένα, αλλιώς έχω τον τρόπο μου να σου κάνω ζημιά».
Τον κοίταξα χαμογελώντας, μεγάλο αρχίδι το ανθρωπάκι.
«Τελείωσες;» ρώτησα.
Ένευσε.
«Δεν κάνω τίποτα παράνομο –αν μυριστώ ακόμα και πολεοδομική παράβαση σταματάω επιτόπου και μου πληρώνεις ολόκληρο το ποσό», του εξήγησα.
«Δεν σου ζητάω να κάνεις τίποτα παράνομο», διαμαρτυρήθηκε.
«Πολύ έξυπνο εκ μέρους σου», τον καθησύχασα.
Σηκώθηκε να φύγει, ξανάβγαλε το πορτοφόλι, τον κοίταξα απορημένα.
«Για τη μπύρα», είπε.
«Όχι σε μένα –στον μπάρμαν», του έδειξα.
«Πες μου τον αριθμό του κινητού σου», ζήτησε.
Του τον είπα –αμέσως το καντράν του κινητού μου φωτίστηκε.
«Τώρα έχεις και το δικό μου», ανακοίνωσε βαριεστημένα. «Καλό μεσημέρι –τηλεφώνησέ μου αύριο το πρωί για να συναντηθούμε και να σου δώσω το υλικό».
Γύρισε την πλάτη κι απομακρύνθηκε με ασταθές βήμα, δε μου άρεσε καθόλου αυτός ο ανθρωπάκος. Όταν βγήκε από το μπαρ μάζεψα τα κατοστάρικα και τα έχωσα στην τσέπη του τζιν μου να κάνουν παρέα σ’ ένα μοναχικό εικοσάρικο που καρκινοβατούσε στα όρια της κατάθλιψης. Για λίγο διάστημα θα σταματούσα να μοιράζω τα τσιγάρα με τις ώρες της μέρας, θα σταματούσα να υπολογίζω τη στάθμη της Στολίσναγια στο ποτήρι μου κι αυτό, όσο να πεις, ήταν καλό νέο.
«Σου ‘φεξε πάλι», σχολίασε ο μπάρμαν καθώς μάζευε την απείραχτη μπύρα που είχε αφήσει πίσω του ο ανθρωπάκος.
«Κουνήθηκε το μασίνι -σώθηκε η μπάλα, συμβαίνει και στα καλύτερα φλιπέρια», εξήγησα..
Μετά του έδωσα το κατοστάρικο που θα μου εξασφάλιζε έναν ακόμα μήνα επαγγελματικής στέγης.

Έπρεπε να βάλω ένα πρόγραμμα, να οργανώσω την κατάσταση –ήταν θέμα συνέπειας. Παράγγειλα λοιπόν μια ακόμα βότκα τόνικ και μέχρι να την ετοιμάσει ο μπάρμαν ξεκίνησα να πάω στο περίπτερο για να προμηθευτώ φρέσκα τσιγάρα. Έξω από τη τζαμένια πόρτα του Βιτόφσκι με χτύπησε μια παγωμένη ριπή, αέρας ανακατεμένος με ψιλόβροχο, ζαλίστηκα. Ευτυχώς το πεζοδρόμιο σταθεροποιήθηκε σχεδόν αμέσως, προχώρησα αργά δοκιμάζοντας τις κλειδώσεις μου, έπρεπε οπωσδήποτε να κουμπώσω το δερμάτινο μπουφάν μου, ακόμα καλύτερα έπρεπε να έχω πάρει μαζί μου το δερμάτινο μπουφάν μου, όμως η οξυδέρκεια δεν περιλαμβανόταν στα προτερήματά μου. Γενικότερα δεν είχα προτερήματα, εκτός από μια σακατεμένη μνήμη που λειτουργούσε υπακούοντας σε ατυχείς συνειρμούς μαζί με ένα αποτελεσματικό αριστερό κροσέ, δουλεμένο στα προαύλια των φυλακών πάνω σε άψυχους και έμψυχους σάκους.
«Δυο πακέτα», ζήτησα από τον περιπτερά όσο εκείνος πάλευε να ζεσταθεί αγκαλιά μ΄ ένα ηλεκτρικό αερόθερμο.
Χάζεψα τις κρεμασμένες στα μανταλάκια αθλητικές εφημερίδες έξω από το περίπτερο, ο Θρύλος είχε αρχίσει να σταθεροποιείται μετά τις πρώτες γκέλες υπό την καθοδήγηση του Ερνέστο του επιλεγόμενου και Μυρμήγκι, ο πιτσιρικάς ο Βραζιλιάνος ξεκίναγε να βγάζει μάτια οπαδών και πλεμόνια αντιπάλων αμυντικών, όλα έμοιαζαν τακτοποιημένα στην ομάδα.
«Τι έγινε; Ακόμα να το χωνέψεις το χαμένο πέναλτι του κάγκουρα;» γέλασε ο περιπτεράς.
«Τα πέναλτι είναι για να χάνονται», είπα. «Αλλά αυτό δεν ισχύει και για τα πρωταθλήματα».
«Φέτος είσαστε τελειωμένοι», αποφάνθηκε ο περιπτεράς.
«Εντάξει –να χαρείς κι εσύ μια απονομή μετά από τόσα χρόνια», μουρμούρισα.
«Αν δεν τα στήνατε, θα σου ‘λεγα πόσα θα είχατε πάρει», γρύλισε ο περιπτεράς σπρώχνοντάς μου τα τσιγάρα.
«Στήστε τα κι εσείς, ποιος σας εμποδίζει;» απόρησα πληρώνοντας.
Ώρες –ώρες τον βαριόμουν αφόρητα τον τύπο. Όπως βαριόμουν κι αυτή τη γειτονιά με τους σιχαμένους μαγαζάτορες που σε κλέβανε στα ίσα κι αν πήγαινες να διαμαρτυρηθείς σου απόθεταν τρία κιλά κοινωνική δικαιοσύνη γαρνιρισμένη με μισό κιλό πατριωτισμό, βαριόμουν αυτή την πόλη που οι άνθρωποι ψάχνουν πώς θα σε πατήσουν στο λαιμό όταν δεν κοιτάζεις, βαριόμουν αυτή τη χώρα κι αυτή τη ζωή. Τέτοιες ώρες σκεφτόμουν οτι το μόνο που θα με γλίτωνε ήταν να κάνω μια μεγάλη μπάζα και να την κοπανήσω, να περάσω τους τροπικούς ή να βρω ένα νησί γεμάτο ζαχαροκάλαμα και να βοηθάω τους ιθαγενείς στην απόσταξη. Το ψιλόβροχο μού βελόνιασε την πλάτη, χώθηκα στο Βιτόφσκι τρέμοντας.
«Σκατόκαιρος», είπε ο μπάρμαν.
«Αφού το ήξερες, γιατί δεν με ειδοποίησες να φορέσω μπουφάν;» γκρίνιαξα.
«Είδες τι παλιοχαρακτήρας που είμαι;» γέλασε ο μπάρμαν.
Άρπαξα το φρέσκο ποτό και πήγα στο τραπέζι μου, η εφημερίδα με περίμενε όλο ανυπομονησία. Άναψα τσιγάρο, αποφάσισα να σκαλίσω τα καλλιτεχνικά, ένεκα και της υπόθεσης που είχα αναλάβει. Κοίταξα τη σελίδα με τις θεατρικές παραστάσεις ψάχνοντας για ηθοποιούς της εποχής του Μανιάτη –τζίφος -κάποιοι συνομήλικοί του διέπρεπαν ακόμα σε βλακώδεις παραστάσεις, αλλά δεν θυμόμουν να είχαν παίξει περισσότερο από κομπάρσοι σε ταινίες που πρωταγωνιστούσε εκείνος. Έκλεισα την εφημερίδα, δεν θα το απέφευγα τελικά, έπρεπε να επιστρατεύσω την τεχνολογία.
«Ιάκωβε, για βγάλε το μαραφέτι από τη φορμόλη», διέταξα.
«Έλεγα να βάλω τίποτα μουσική», αντέδρασε ο μπάρμαν.
«Βέβαια –λίγη μουσική για να ψυχαγωγηθεί η πολυπληθής πελατεία είναι απαραίτητη όσο να πεις...» διαπίστωσα εξετάζοντας το άδειο μπαρ.
«Για πάρτη μου», είπε ο μπάρμαν.
«Δεν πρέπει να βάζουμε την πάρτη μας πάνω από την αξιότιμη πελατεία», του εξήγησα υπομονετικά καθώς έμπαινα κάτω από τη μπάρα για να βουτήξω το λάπτοπ.

Ήταν ένα γαμήδι που κουδούνιζε όσο έπαιρνε μπρος και κουβάλαγε του κόσμου τη σύφιλη από το πληκτρολόγιο μέχρι τη μάδερμπορντ, αλλά τη δουλειά μου θα την έκανε. Ξεκίνησα από τον αξιότιμο κύριο Αντώνη Κωνσταντινίδη, το ψαχτήρι πήρε να σκαλίζει με θόρυβο. Γρήγορα διαπίστωσα οτι ήταν σημαντική μορφή στον χώρο της μπαρούφας, αρχισυντάκτης περιοδικού με ειδίκευση στο διεθνές τζετ σετ, καλλιτεχνικός υπεύθυνος κάποιου κρατικού ιδρύματος σχετικού με τον κινηματογράφο και πολυγραφότατος. Περιέφερε μια αποψάρα άνευ ουσίας από εφημερίδα σε κανάλι κι από μπλογκ σε φέισμπουκ, σπουδαίος ο κύριος Κωνσταντινίδης. Κατέβασα μια ολόκληρη βότκα τόνικ για να τον αντέξω. Αλλά περί αφιερώματος στον Νίκο Μανιάτη δε βρήκα τίποτα –λέπι που λέμε –ούτε την παραμικρή αναφορά. Το θεώρησα λογικό, όσο ψήνεται μια εκδήλωση διατηρείται κρυφή, έτσι σκέφτηκα.

Για τον Νίκο Μανιάτη υπήρχαν γιγαμπάιτ πληροφοριών, βιογραφικά σημειώματα, σελίδες θαυμαστών, επικήδειοι από πολιτικούς και απολίτικους, σκηνές από ταινίες του και ταινίες ολόκληρες –γονάτισε το λάπτοπ από τον πολύ Μανιάτη. Αλλά τίποτα δεν έμοιαζε ενδιαφέρον, ο Μανιάτης είχε κατέβει από Θεσσαλονίκη και πριν τελειώσει τη σχολή ηθοποιίας τον πήραν δεύτερο ρόλο σ΄ένα μεγάλο θέατρο –τέλη του ’50. Πρόλαβε να πρωταγωνιστήσει σε 3-4 παραστάσεις πριν τον αρπάξει ο εμπορικός κινηματογράφος και τον μετατρέψει σε ατίθασο αγόρι με τρυφερή καρδιά, «Ιάκωβε ακόμα ένα –δεν αισθάνομαι καλά», γύρισε ένα σκασμό ταινίες και κάπου εκεί γνωρίστηκε με την Λίζα Φωτίου.
Ήταν αρχές του ’70 κι εκείνος παντρεμένος με την κόρη γνωστού μεγαλοπαραγωγού. Οι φήμες τον ήθελαν να πηδάει από δυο γκόμενες κάθε βραδιά, το θεώρησα υπερβολικό και το περιόρισα στη μια γκόμενα τη βδομάδα, σύμφωνα με τις φωτογραφίες που έβλεπα. Η κόρη του μεγαλοπαραγωγού δεν έδειχνε να το παίρνει κατάκαρδα αν έκρινα από τις δικές της φωτογραφίες που έβρισκα δημοσιευμένες. Η Φωτίου έκανε την πρώτη της εμφάνιση σε μια κωμωδία του συρμού –έπαιζε την κοκοτίτσα που άναβε τους άντρες με σκοπό να εξασφαλίσει κάνα σαλονάκι, καμιά γούνα και τέτοια. Έψαξα την ταινία, είδα τη σκηνή –η Φωτίου έσκιζε από εμφάνιση αλλά από σπρέχεν δεν την έκοβα πολύ δυνατή, νιαούριζε σα ραδιόφωνο στα βραχέα η κοπέλα. Ο θρύλος πάντως έλεγε οτι σ΄αυτή την ταινία την κιαλάρισε ο Μανιάτης και την ερωτεύτηκε –κι εγώ δεν είχα καμιά διάθεση να πάω κόντρα σε θρύλους.
Ακολούθησε ένα ειδύλλιο χάρμα ιλουστρασιόν τετραχρωμίας, ένα διαζύγιο του Μανιάτη κι ένας γάμος πολύ γκλάμουρ χιπισμός –στην, τότε, γραφική Μύκονο.
Ο Μανιάτης με τη Φωτίου έκαναν 8 ταινίες και 5 θεατρικές παραστάσεις μέχρι να σκοτωθούν πρωτοσέλιδα. Για τις παραστάσεις δεν βρήκα τίποτα, οι ταινίες όμως ήταν η μια χειρότερη από την άλλη, αποδεικνύοντας οτι όσο καλός ηθοποιός και να είσαι δεν μπορείς να παίξεις τον ερωτευμένο με τη γυναίκα σου. Αυτό αναφορικά με τον Μανιάτη επειδή η Φωτίου εξακολουθούσε συνεπέστατα να μη βλέπεται ερμηνευτικά (αλλά δεν μπορούσα να πω οτι αυτό με ενοχλούσε ιδιαιτέρως –ειδικά εφόσον υπήρχαν ημίγυμνες σκηνές της).
Μετά τον μνημειώδη χωρισμό της με τον Μανιάτη η Φωτίου εξαφανίστηκε καλλιτεχνικά. Ξανάπαιξε, 10 χρόνια αργότερα, σε κάτι βιντεοκασέτες της σειράς και σε δυο τρία σήριαλ αλλά αμφιβάλλω αν κι η ίδια θα ήθελε να τα θυμάται. Την τσέκαρα, καθαρά εγκυκλοπαιδικά, για περάσματα από τσόντες χωρίς αποτέλεσμα. Άρχισα μετά να ψειρίζω τις κοινωνικές εκδηλώσεις –μου πήρε κάμποση ώρα μέχρι να την εντοπίσω, εμφανώς γερασμένη, να κρέμεται από το μπράτσο κάποιου σιχαμερού ιδιοκτήτη παραλιακού μαγαζιού. Σημείωσα το όνομά του.

Στη μπάρα καθόταν ένας λεχρίτης με τσαλακωμένο κοστούμι -για δικηγόρος μου έκανε. Επέστρεψα το λάπτοπ στον μπάρμαν αντιμετωπίζοντας αρκετές δυσκολίες επειδή ο λεχρίτης είχε χυθεί, στην κυριολεξία, πάνω στον πάγκο.
«Συγνώμη που υπάρχω», μούγκρισα σκουντώντας τον για να μεταφέρω το λάπτοπ.
«Δεν κάνει τίποτα –όλοι σας για μένα υπάρχετε», ψέλλισε ο λεχρίτης.
Χαμογέλασα, είχε κάποιο δίκιο.
«Λέω να την κάνω», πληροφόρησα τον μπάρμαν.
«Εντάξει», μου απάντησε χωρίς να με ακούει καν.
Γύρισα πίσω στο τραπέζι μου, μάζεψα τα συμπράγκαλά μου, κούμπωσα το δερμάτινο –προετοιμάστηκα για ψωφόκρυο με μια κουβέντα.
«Τζάμπα κόπος δικέ μου», ακούστηκε πίσω μου η φωνή του λεχρίτη όταν τον προσπέρασα.
Κοντοστάθηκα.
«Τζάμπα κόπος –όλα στημένα», συνέχισε απτόητος.
Το άφησα να περάσει ασχολίαστο κι άνοιξα την πόρτα απότομα, έκανα το ίδιο και με τη τζαμόπορτα, η νύχτα είχε βολευτεί για τα καλά εκεί έξω. Υγρασία, κάδοι ξέχειλοι στα νοτισμένα σκουπίδια, γλίτσα να τρέχει πιο γρήγορα από σένα στα πεζοδρόμια, η πόλη μου. Μου πήρε 10 χρόνια να τη γνωρίσω και 20 να τη μισήσω, όμως όλα αυτά δε με απασχολούσαν πλέον, παραχωμένα σε κελιά όπου το φως σβήνει στις 10:30 ακριβώς ή κοιμισμένα κάτω από χαρτόκουτα σε σοκάκια που φοβάσαι να περάσεις. Η πόλη μου κι οι αναμνήσεις μου –δέρμα που καίγεται όσο σέρνεται στη μεσημεριάτικη άσφαλτο, αυτό ήταν όλο.

Το διαμέρισμά μου ήταν τρία τετράγωνα μετά το μπαρ Βιτόφσκι, κάλυψα την απόσταση πριν το καταλάβω, χώθηκα μηχανικά στο ασανσέρ που με περίμενε και ξεκλείδωσα, με σχετική δυσκολία, την πόρτα μου. Θα ήταν όμορφο να έχω γάτα ή σκύλο, ένα πλάσμα τέλος πάντων να με υποδέχεται κάθε φορά που γύριζα στο σπίτι, ένα πλάσμα να σπάει τη μυρωδιά του σπιτιού, τη δικιά μου μυρωδιά.
Επειδή τότε δε θα μύριζε σαν εκείνα τα δωμάτια όπου μόλις έχει πεθάνει κάποιος γέρος –ανάθεμα –δεν είχα κλείσει τα 45 κι ένιωθα ήδη την αποσυγκόλληση, το κρέας που νερουλιάζει κάτω από το δέρμα, τις κλειδώσεις που σκέφτονται δυο φορές πριν χτυπήσουν. Προετοιμασία για αιφνίδιο θάνατο.

Έπεσα με τα μούτρα στον ξεκοιλιασμένο καναπέ και ξεράθηκα χωρίς καν να γδυθώ.

Δευτέρα, Σεπτέμβριος 12, 2011

"Το όνομά μου είναι Γουίλιαμ Μπλέικ κι αυτή είναι η ποίησή μου"


Είναι, νομίζω, καιρός να σου συστηθώ κανονικά κι επίσημα. Είμαι δημόσιος υπάλληλος. Ανήκω στο «1 εκατομμύριο υπαλλήλους που ταλαιπωρούν τα 10 εκατομμύρια πολιτών, με τη βεβαιότητα ότι "τι μας νοιάζει ο ιδιωτικός τομέας αφού είναι ισόβιος ο δημόσιος" και που μας έφτασαν εδώ που μας έφτασαν. Τα 10 εκατομμύρια πληρώνουν το 1 εκατομμύριο», σύμφωνα με τις δηλώσεις του κυρίου Λοβέρδου –τέτοιος άνθρωπος είμαι εγώ.

Πριν όμως κάνω την αυτοκριτική μου περί της αντικοινωνικής μου αυτής συμπεριφοράς θα ανοίξω μια παρένθεση:

Όταν ο Πάγκαλος είπε «μαζί τα φάγαμε που σας διορίζαμε» και «ο κοπρίτης που διορίζεται με ρουσφέτι στο δημόσιο παραμένει κοπρίτης» έγινε ολίγον της κόφας. Κόψανε από την πρώτη δήλωσή του κομμάτι περί διορισμού και έγινε το «μαζί τα φάγαμε» ευρύτερη κατηγορία –κάποιοι, ως φαίνεται, είχαν τη μύγα. Και στη δεύτερη δήλωση του Παγκάλου κόψανε τα περί ρουσφετιού και γενικεύσανε για όλους τους δημόσιους υπάλληλους, προσωπικά δεν ενδιαφέρθηκα επειδή οι αρχικές δηλώσεις δεν με αφορούσαν.
Τώρα με τον Λοβέρδο ακούστηκαν οι συνήθεις αντιπολιτευτικές διαμαρτυρίες αλλά δεν έγινε ο προηγούμενος χαμός –παρ΄όλο που οι δηλώσεις Λοβέρδου είναι καθαρά φασιστικές ενώ οι δηλώσεις Παγκάλου ήταν επιπέδου σοφιστείας (υπερτονιζόταν η μισή αλήθεια μπας και μείνει στο ημίφως η άλλη μισή). Γιατί;

-Μήπως επειδή ο κόσμος συνήθισε το βρισίδι;
-Μήπως επειδή ο Πάγκαλος είπε κακά λογάκια ενώ ο Λοβέρδος χρησιμοποίησε πιο ήπιες λέξεις;
-Μήπως επειδή ο Λοβέρδος είπε πράγματα που αρέσουν στο ευρύ κοινό;

Ας το δούμε λίγο:
«στην πρώτη γραμμή υπέρ της γραφειοκρατίας είναι το Σύνταγμα, εκεί στηρίχθηκε η νομολογία και η διοίκηση...»
«όποιος πιστεύει πως μπορεί να ασκήσει πολιτικές χωρίς να νικήσει το ελληνικό Δημόσιο αυταπατάται».
«Σας θυμίζω τον τραγικό θάνατο των τριών προσώπων στην MARFIN. Σας θυμίζω ότι με το που πέθαναν αυτοί οι άνθρωποι, σαν να μην ήταν άνθρωποι, επειδή δεν ανήκαν στην Αριστερά, το θέμα ξεπετάχτηκε σε δέκα λεπτά, ή άντε σε ένα βραδινό δελτίο ή στις κηδείες τους. Διότι στην μεταπολιτευτική Ελλάδα, η αξία της ζωής είναι μόνον εάν είσαι αριστερός. Αν δεν είσαι αριστερός, σε πεθαίνουν σε δύο ημέρες. Ό,τι γινόταν μετά τον εμφύλιο, αντεστράφη μετά τη μεταπολίτευση».
Να σημειώσω οτι δεν μεταφέρω ολόκληρες τις δηλώσεις Λοβέρδου όπως παρουσιάζονται στις εφημερίδες επειδή και ασυνάρτητες τις θεωρώ (ίσως απλώς να είναι πετσοκομμένες –αυτή όμως είναι η μόνη ενημέρωση που έχω) και δεν βλέπω να διαφοροποιούν το νόημα όσων μετέφερα εδώ πέρα.

Λοιπόν το Σύνταγμα είναι ένας βραχνάς για τον κάθε συνεπή καφενόβιο –γνωστό αυτό. Εκεί δηλαδή που κάθεται στις 3 καρέκλες του και λιάζεται και ενώ έχει αμολήσει το μυθικό «ρε, με κάνεις εμένα πρωθυπουργό για μια βδομάδα;» τη στιγμή ακριβώς που φτάνει στις εξαγγελίες περί του πώς θα διορθώσει κάθε νόσο και πάσα μαλακία (σχεδόν πάντα, αυτό περιλαμβάνει το στήσιμο κάμποσων ανθρώπων στα 10 μέτρα) πετάγεται ο εξυπνάκιας και τον γειώνει: «αυτό απαγορεύεται από το Σύνταγμα!» Ο καφενόβιος συνήθως τότε ρίχνει την άγρια ματιά του (δεν είναι και λίγο πράμα να σε κόβουν πάνω στις κυβερνητικές εξαγγελίες) και ξεκαθαρίζει: «το΄χω χεσμένο το Σύνταγμα!» Σ΄αυτόν κλείνει (υποθέτω) το ματάκι ο υπουργάρας Λοβέρδος όταν ξεκινάει τη δήλωσή του κατηγορώντας το Σύνταγμα. Πρόβλημα; Ένα και να καίει! Καθότι ο Λοβέρδος ορκίστηκε να τιμάει και να προστατεύει αυτό το Σύνταγμα –αν το θάβει είναι επίορκος. Κι επειδή κατέχει δημόσια θέση, αυτό συνεπάγεται παύση από τα καθήκοντά του.

Η δεύτερη τσαχπινιά του υπουργού εμπεριέχεται στη δήλωσή του περί νίκης επί του «ελληνικού Δημοσίου». Ωραία λόγια, αντρίκεια και ξηγημένα –οι Τουταγχαμών του καφενείου τα γουστάρουν κάτι τέτοια, πωρώνονται κι «εγώ μαζί σου είμαι Αρτέμη –για τους άλλους δεν ξέρω....» Πάρτο αλλιώς τώρα, γιατί βρήκαμε στους σοβάδες: αν έβγαινε αύριο ο CEO της δείνα εταιρείας, ας πούμε της Intrasoft, και έλεγε οτι «όποιος πιστεύει οτι μπορεί να θέσει στόχους (έτσι μεταφράζεται η άσκηση πολιτικής στα μανατζερίστικα) στην Intrasoft χωρίς να νικήσει την Intrasoft αυταπατάται», αν έλεγε λοιπόν κάτι τέτοιο κάποιος «CEO, listen what I CEO» δεν θα τον δένανε πάραυτα; Εγώ που είμαι θιασώτης της αντιψυχιατρικής δεν προτείνω να πάνε τον υπουργό δεμένο στο Δαφνί, αλλά βρε παιδί μου... αφού το Δημόσιο είναι εχθρός σου τι διάολο φαγώθηκες να γίνεις πολιτικός του προϊστάμενος; Κάτι περίεργο διακρίνω εδώ πέρα, κάποια αντίφαση, της οποίας όμως η διερεύνηση εμπίπτει στις αρμοδιότητες άλλων.

Εντάξει, πολύ το σοβαρέψαμε –να πούμε κι ένα αστείο απ΄αυτά που αρέσουν στους άρχοντες των καφενείων, οτι δηλαδή άμα δεν είσαι αριστερός σ΄αυτή τη χώρα δεν υπάρχεις! Κι επειδή ήρθα στο κέφι θα πω και το συμπληρωματικό του συγκεκριμένου αστείου: άμα δεν είσαι γκέι δεν υπάρχεις στη σόου μπίζνες –ωραία; Πολύ γέλιο, έτσι; Ξεραθήκαμε!
Έλα όμως που πρέπει να δικαιολογηθεί το χιουμοράκι καθότι είμαστε και κάποιοι σοβαροί δημόσιοι άνδρες! Πώς θα δικαιολογηθεί; Μα, με την αντιστροφή της πραγματικότητας! 
Μια βδομάδα παίζανε τα δελτία ειδήσεων το θέμα με τους νεκρούς στη Μαρφίν και στο μνημόσυνό τους ήταν πάλι εκεί τα κανάλια –λουλούδια υπήρχαν έξω από το καμένο κτίριο για κάμποσες μέρες, διαδήλωση έγινε σχετικά, πρωτοσέλιδα για μέρες στις εφημερίδες –όλα αυτά τα είδε ως «το θέμα ξεπετάχτηκε σε δέκα λεπτά, ή άντε σε ένα βραδινό δελτίο ή στις κηδείες τους», ο κύριος υπουργός! Ίδιας έκτασης ντόρος έγινε και με τη συμπλοκή στο Ρέντη όπου σκοτώθηκαν οι δυο Δελτάδες –ευτυχώς, ξέχασε να το αναφέρει σαν παράδειγμα ξεπέτας από τα ΜΜΕ ο υπουργός!
Εντάξει πάντως, μπορεί να ζούσε στον πλανήτη Τσάρλεστον όταν γινόντουσαν όλα αυτά κι έτσι να μην τα πήρε είδηση –αλλά η άποψή του: «Διότι στην μεταπολιτευτική Ελλάδα, η αξία της ζωής είναι μόνον εάν είσαι αριστερός», αααα –όλα κι όλα! Λίρα εκατό!
-Η κοπελίτσα εκείνη που προφυλακίσανε επειδή είχε αποκόμματα εφημερίδων με προκηρύξεις τρομοκρατικών οργανώσεων και την διαπόμπεψαν επειδή το επώνυμο της μητέρας της ήταν ίδιο με το επώνυμο μέλους των Μπάαντερ Μάινχοφ να υποθέσω οτι δεν ήταν αριστερή –έτσι; Ήταν αναρχική, άρα δεξιά, μη σου πω και ακροδεξιά!
-Ο τυπάκος με τα πράσινα παπούτσια να υποθέσω οτι ούτε αυτός ήταν αριστερός –σωστά;
-Ο άλλος που τον συνέλαβαν με τα σαμπουάν και του φορτώσανε κατοχή εκρηκτικών –τι ήταν; Δεξιός, άντε το πολύ κεντρώος, έχω δίκιο;
-Οι υπάλληλοι που απολύονται από τα βιβλιοπωλεία όταν τολμήσουν να συμμετάσχουν στην απεργία του συλλόγου τους –κι αυτοί δεξιοί, έτσι; Άντε το πολύ κεντρώοι –είπαμε!
Να μη συνεχίσω με παραδείγματα –απλώς αναρωτιέμαι. Το Πασόκ δεν λέει οτι είναι αριστερό κόμμα; Κάνω λάθος; Κάτι άλλαξε και δεν το πήρα είδηση; Αριστεροί δεν είσαστε σύντροφοι; Κι αν είναι αριστερό κόμμα το Πασόκ αλλά ο Λοβέρδος ενοχλείται από αυτή τη νοοτροπία να αντιμετωπίζονται θετικά μόνο οι αριστεροί σ΄αυτή τη χώρα –τι διάολο κάνει στο Πασόκ; Πήγαινε βρε παιδί μου σε κάνα δεξιό κόμμα –τι κάθεσαι στους σοσιαλιστές και χαλιέσαι; Νομίζω;

Παρασύρθηκα με τα «αποφθέγματα μεγάλων ανδρών» και έφυγα από το θέμα. Είμαι δημόσιος υπάλληλος.

Για να μπω στο Δημόσιο έδωσα εξετάσεις (διάρκειας τριών μηνών). Με εξέτασαν καθηγητές πανεπιστημίων και δικαστές του ΣτΕ. Τα γραπτά και τα προφορικά μου ελέγχθηκαν από διακομματική επιτροπή. Έτσι μπήκα στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης την οποία τέλειωσα με 9. Αυτό σήμαινε άμεσο διορισμό στο δημόσιο κι ο τρόπος με τον οποία διορίστηκα με εξαιρεί, νομίζω, από την κατηγορία Παγκάλου «μαζί τα φάγαμε που σας διορίζαμε».

Είμαι 16 χρόνια δημόσιος υπάλληλος και σ΄αυτά τα χρόνια το ελληνικό Δημόσιο έχει δώσει χρήματα για να με εκπαιδεύσει, να με εξειδικεύσει σε έναν συγκεκριμένο εργασιακό τομέα. Κι έγινα τόσο ειδικός που έφτασα να δίνω μαθήματα σε άλλους δημόσιους υπαλλήλους περί του θέματος της εξειδίκευσής μου. Αλλά ένα ωραίο πρωί αρνήθηκα να υπογράψω κάτι που μου φαινόταν παράνομο (μη με περάσεις για ήρωα –ο δημόσιος υπάλληλος όταν υπογράψει παρανομία την τρώει γερά, ακόμα κι αν ισχυριστεί οτι εκτελούσε εντολή προϊσταμένου). Αφού ήμουν λοιπόν τέτοιος άνθρωπος (τα εξήγησε παραπάνω κι ο Λοβέρδος να μην τα επαναλάβω) με ρίξανε σε μια θέση ψυγείο, άσχετη με την ειδικότητά μου –έτσι τα χρήματα που είχε επενδύσει σε μένα το Δημόσιο πάνε στο βρόντο. Το επεσήμανα πολλές φορές στους ανωτέρους μου αλλά δεν φάνηκε να τους απασχολεί ιδιαίτερα. Ρεζουμέ, έχω όλη την καλή διάθεση να αποσβέσω την επένδυση που έχει γίνει πάνω μου αλλά μονάχα η δική μου καλή διάθεση δεν επαρκεί.

Με την προηγούμενη κυβέρνηση (τότε που δεν υπέγραφα και με κατέψυξαν) ήμουν εκτός μάσας –έβλεπα οτι κάποιοι συνάδελφοί μου βγάζανε κάποια (λίγα, πολλά, πάρα πολλά) εξτραδάκια αλλά δεν ασχολιόμουν –κάποια δουλειά θα κάνανε για να τα βγάζουν, υπέθετα. Όταν όμως η προηγούμενη κυβέρνηση είπε οτι θα μου κρατούσε δυο μισθούς σε δόσεις γιατί είχε ξετινάξει τα ταμεία ενοχλήθηκα κι έκανα απεργίες.

Η τωρινή κυβέρνηση ανέλαβε να με σενιάρει –στην αρχή μου έκοψε τον 13ο και τον 14ο μισθό –δε μίλησα, συναισθανόμενος τη «δεινή οικονομική κατάσταση της χώρας» -να σου πω την αλήθεια, ντράπηκα να μιλήσω.
Μετά μου κόψανε κάτι ακόμα από τον μισθό μου, πάλι δε μίλησα –τα πράγματα πήγαιναν χάλια για όλους. Μάλιστα, κατάπινα και την παράνοια μεγάλης μερίδας των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα -αυτοί λοιπόν χωρίς να έχουν κάνει ποτέ στη ζωή τους απεργία κατηγορούσαν εμένα που δεν φώναζα για τις απολύσεις και τις μειώσεις μισθών στον ιδιωτικό τομέα! Λες και οι δημόσιοι υπάλληλοι κάνουν πληρωμένες απεργίες, λες και δεν χάνω 100 ευρώ κάθε φορά που κατεβαίνω στο δρόμο -αλλά τέλος πάντων, πάμε παρακάτω.
Όσο μου κόβανε μισθό τόσο ανεβάζανε φόρους –ήμασταν σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης!
Τώρα μου ζητάνε να πληρώσω νταβατζιλίκι (400 ευρώ το κεφάλι κι άλλα 400 για το σπίτι που μένω).
Μου λένε οτι ο μισθός μου θα πάει 1.000 ευρώ –εντάξει, δεν ψήνομαι από τις φήμες, περιμένω να δω κάτι έγκυρο πριν μιλήσω.

Αλλά όταν ακούω υπουργάρες (σαν τον παραπάνω) και γενικότερους αναλυτές να λένε οτι ο μισθός μου πρέπει να εξομοιωθεί με τους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα, μπερδεύομαι λίγο. Τι εννοούν;
Δουλεύω σε έναν μεγάλο δημόσιο οργανισμό –άρα η παραβολή θα γίνει με τους μισθούς μιας μεγάλης εταιρείας ή μιας τράπεζας, ας πούμε; Δηλαδή θα παίρνω όσα παίρνει ένας πτυχιούχος με μεταπτυχιακό, γάμο, παιδί και 16 χρόνια προϋπηρεσία σε αυτές τις εταιρείες; Αν ναι –δεν ανησυχώ. Γιατί οι καθαρές αποδοχές μου πρέπει να φτάσουν τουλάχιστον το διχίλιαρο (από 1.600 που παίρνω σήμερα)! Έχω άδικο;

Ακούω εκείνη την παπαριά περί μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων –αυτή η μονιμότητα φταίει για όλα! Αναρωτιέμαι, σε ποιους αναφέρονται; Το Σύνταγμα προβλέπει οτι οι υπάλληλοι είναι μόνιμοι όσο υπάρχει η θέση την οποία καλύπτουν. Αν αύριο καταργηθεί η θέση φεύγει κι ο υπάλληλος –αυτή είναι η περίφημη Συνταγματικά κατοχυρωμένη μονιμότητα! Δεν χρειάζεται βέβαια να πω οτι κανένα Σύνταγμα δεν απαγορεύει την κατάργηση θέσεων στον Δημόσιο τομέα.

Να προσθέσω κάτι λίγα; Ο δημόσιος υπάλληλος αν καταδικαστεί από δικαστήριο ακόμα και για πταίσμα (τροχαίο για παράδειγμα) απολύεται. Ο δημόσιος υπάλληλος μπορεί επίσης να απολυθεί εάν το υπηρεσιακό συμβούλιο αποφανθεί οτι δεν εκτελεί σωστά τα καθήκοντά του.

Και σε όλες τις παραπάνω απολύσεις δεν προβλέπεται αποζημίωση –τώρα, με την εργασιακή εφεδρεία μπαίνει για πρώτη φορά το θέμα της αποζημίωσης.

Τυπικά λοιπόν ο δημόσιος υπάλληλος δεν είναι μόνιμος αλλά ουσιαστικά δεν απολύεται. Επειδή οι πολιτικοί δεν καταργούν θέσεις, επειδή τα υπηρεσιακά συμβούλια δεν παίρνουν τόσο δραστικές αποφάσεις.... εντάξει. Και τι φταίει ο δημόσιος υπάλληλος για όλα αυτά; Κατάργησε κύριέ μου τη θέση κι απόλυσέ με. Άλλαξε τη σύνθεση των υπηρεσιακών συμβουλίων και βάλε κεφαλοκυνηγούς ξέρω ΄γω... Εσύ είσαι η κυβέρνηση, εσύ φαγώθηκες να πάρεις την εξουσία και για να τα κάνεις όλα αυτά δεν χρειάζεσαι ούτε κοινοβούλιο, ούτε ψηφοφορίες, ούτε Σύνταγμα, ούτε τίποτα. Μια απλή υπουργική απόφαση αρκεί! Αλλά δεν τα κάνεις –δικαίωμά σου βεβαίως! Θα έχεις τους λόγους σου! Γιατί λοιπόν για κάτι που δεν κάνεις εσύ κατηγορείς εμένα; Πώς την είδες;

Είμαι δημόσιος υπάλληλος και, μεταξύ μας, δεν ντρέπομαι καθόλου γι΄αυτό. Επειδή δεν πουλάω αμάξια ή κινητά ή άλλα άχρηστα σκατολοϊδια προσπαθώντας να κοροϊδέψω τον κοσμάκη οτι η ζωή του θα γίνει καλύτερη όταν τα αποκτήσει. Δεν προσπαθώ να δέσω ανθρώπους με δάνεια, δεν καταστρέφω το περιβάλλον, δεν βάζω παιδιά να δουλέψουν παράνομα –εγώ απλώς πουλάω υπηρεσίες για να ζουν καλύτερα οι πολίτες αυτής της χώρας. Ή αυτός είναι ο σκοπός μου και δεν ντρέπομαι καθόλου γι΄αυτόν.

Είμαι δημόσιος υπάλληλος κι έχω κάποια εμπειρία για τη λειτουργία του ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα –φυσικό είναι.
 Έχω ψωνίσει σε μαγαζιά όπου σου πουλάνε άλλο προϊόν απ΄αυτό που χρειάζεσαι σε τιμή διπλάσια απ΄όσο θα σου στοίχιζε αν το παράγγελνες από την Αγγλία και στο έφερναν στο σπίτι σου! Λέω λοιπόν οτι υπάρχουν πολλά τέτοια μαγαζιά και καλό θα ήταν, πριν κατηγορήσουν τους κηφήνες δημόσιους υπάλληλους, να κοιτάξουν λίγο τα δικά τους χάλια.
Έχω υπάρξει συνδρομητής ιδιωτικών εταιρειών παροχής υπηρεσιών κι έχω μετανιώσει την ώρα και τη στιγμή (όποιος έφυγε από τον παλιό δημόσιο ΟΤΕ για να πάει στη HOL με καταλαβαίνει). Λέω λοιπόν οτι δεν μπορεί να αποδειχτεί σε απόλυτα μεγέθη η άποψη περί καλής λειτουργίας του ιδιωτικού τομέα και κακής λειτουργίας του δημοσίου –έχω δει σκατά και στις δυο πάντες.
 Έχω συνεργαστεί με ιδιωτικές εταιρείες και σαν δημόσιος υπάλληλος –αυτοί οι, παντός τύπου «σύμβουλοι» απλώς βάζουν εντελώς άπειρα παιδάκια να μαζεύουν στοιχεία από τους δημόσιους υπάλληλους, τα στοιχεία αυτά τα περνάνε σε μια βάση Άξες της συμφοράς και το παίζουν ντρινκ μάι φορντ. Βέβαια, στις περισσότερες των περιπτώσεων, η ταξινόμηση που κάνουν είναι μη χρηστική, ο δημόσιος υπάλληλος κρατάει τα ίδια στοιχεία με διαφορετικό τρόπο και στο τέλος κάνει τη δουλειά –αλλά ο «σύμβουλος» παίρνει τα «εύγε» και τα φράγκα. Λέω λοιπόν, οτι αυτό που ακούγεται περί εμπλοκής ιδιωτικών εταιρειών στην είσπραξη φόρων και στην αξιολόγηση του προσωπικού του Δημοσίου είναι σκέτη μπαρούφα. Επειδή, από τη μια, οι ιδιώτες δεν έχουν αποδείξει οτι διαθέτουν τα προσόντα κι από την άλλη, την τελική υπογραφή θα τη βάζει και πάλι ο δημόσιος υπάλληλος. Άμα βάζεις όμως την υπογραφή το ψάχνεις κιόλας. Κι άμα το ψάχνεις –κάνεις τη δουλειά. Ο ιδιώτης σε τι θα ωφελήσει;

Θέλεις, κύριέ μου, να εισπράττουν οι ΔΟΥ; Στείλε τους Ελεγκτές Δημόσιας Διοίκησης μια βόλτα κατά κει –κι άμα βγάλουν καταχωνιασμένους φακέλους ρίξε μια πειθαρχική ποινή στους προϊσταμένους. Αυτό είναι η δουλειά σου, αλλά δεν την κάνεις.
Θέλεις κύριέ μου, να είναι παραγωγικές οι δημόσιες υπηρεσίες; Πάρε τους συμβούλους που έχεις στο υπουργικό σου γραφείο και βάλτους να φτιάξουν μια μελέτη για κάθε υπουργείο. Ποιο είναι το αντικείμενο του υπουργείου –τι δουλειά κάνει ρε παιδί μου; Τι θέσεις χρειάζονται –οργανισμός να πούμε. Ποιος είναι ο σκοπός του κάθε υπουργείου –τι θέλει να πετύχει δηλαδή; Βγάλε κι έναν τρόπο να μετράς τον σκοπό και ξεμπέρδεψες, μέχρι αγαλματάκι στην Κλαθμώνος σε κόβω!
Αλλά όταν μου λες οτι θα δίνεις πριμ παραγωγικότητας χωρίς να έχουν καθοριστεί τα παραπάνω –συγνώμη φιλαράκι, αλλά για «λάβετε οι ημέτεροι τα δέοντα» σε κόβω. Και μακάρι να είμαι λάθος καθότι πάλι από μένα θα κόψεις και πάλι σε άλλους θα τα δώσεις. Αλλά στο τέλος εμένα θα κατηγορήσεις.

Είμαι δημόσιος υπάλληλος και χάνω μισή ώρα τη μέρα για να βρω φωτοτυπικό μηχάνημα που δουλεύει, ο υπολογιστής μου είναι για να γεννάνε κότες (Windows 2000), εκτυπωτή έχει κάποιος συνάδελφος τρία γραφεία παρακάτω και τον παρακαλάω για να τυπώσω, υλικό γραφείου δεν έχω, το κτίριο που δουλεύω είναι υπό κατάρρευση και σώζω κάθε τρίλεπτο γιατί έχουμε συνεχείς διακοπές ρεύματος. Είμαι δημόσιος υπάλληλος και έτσι δουλεύω –αλλά δεν ζητάω τα ρέστα από κανέναν. Επιλογή μου και τη λούζομαι –με πιάνεις;

Όταν όμως έρχεσαι και με βρίζεις από πάνω για πράγματα τα οποία εσύ δεν έκανες –τότε ενοχλούμαι λιγάκι. Ειδικά αν εσύ που με βρίζεις, πριν γίνεις υπουργάρα ήσουν εξίσου δημόσιος υπάλληλος με μένα για να μη σου πω χειρότερος –καθηγητής πανεπιστημίου δηλαδή.

Λέω λοιπόν –εγώ είμαι δημόσιος υπάλληλος κι αυτή είναι η δουλειά που κάνω, εσύ λεβέντη μου τι δουλειά κάνεις; Για πες μας να το μάθουμε...

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι