Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Μην ξεχάσεις να στείλεις τριαντάφυλλα στην κηδεία μου". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Μην ξεχάσεις να στείλεις τριαντάφυλλα στην κηδεία μου". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Μαΐου 26, 2010

"Μην ξεχάσεις να στείλεις τριαντάφυλλα στην κηδεία μου"

Τελικά δεν το βλέπω να γλιτώνω από εκείνη τη γαμημένη δεκαετία του ’80 –πίστευα οτι αυτό θα ήταν ο επίλογος, αλλά μπα.... Ας μην αρχίσω όμως με καινούργια σχέδια που δεν ξέρω καν αν θα καθίσουν –ας μείνω σε αυτό εδώ.

Στο τρίτο κομμάτι δηλαδή μιας πολυλογίας που ξεκινάει από τις ιστορίες κάτω από την ετικέτα «Πριν πιούμε το κρασί, πριν δαγκώσουμε τα τριαντάφυλλα», συνεχίζεται με την τριπλέτα «Μέρες κρασιού και τριαντάφυλλων» και, θέλω να ελπίζω οτι, ολοκληρώνεται με το «Μην ξεχάσεις να στείλεις τριαντάφυλλα στην κηδεία μου». Πολλά τριαντάφυλλα και αρκετό κρασί –έτσι;

Αυτό που ονομάζεται συνολικά «Πριν πιούμε το κρασί, πριν δαγκώσουμε τα τριαντάφυλλα» είναι ιστορίες από τη γειτονιά μου –την εποχή που πήγαινα ακόμα γυμνασιολύκειο. Δεν έχω αξιωθεί ακόμα να τις συγκεντρώσω σε ένα αρχείο, οπότε, όποιος διακατέχεται από τη νοσηρή περιέργεια να τις διαβάσει θα πρέπει να πάει στο πλάι (εκεί που γράφει Διάτρητα Κουτιά) και να πατήσει την σχετική ετικέτα. Οι ιστορίες είναι ανεξάρτητες, άρα δεν θα έχει σοβαρό πρόβλημα κατανόησης ακόμα κι αν τις διαβάσει ανακατεμένες.

Η τριλογία «Μέρες κρασιού και τριαντάφυλλων» αφορά την εποχή που γυρνοβολούσα στην Αθήνα ντυμένος φοιτητής. Τρία αρχεία (κάτω από την ετικέτα Φτηνές Ιστορίες) τακτοποιημένα και πανάκριβα (αν αυτός που τα κατεβάσει θελήσει και να τα τυπώσει –καθότι το μελάνι και το χαρτί κοστίζουν).

Τέλος, αυτό εδώ. «Μην ξεχάσεις να στείλεις τριαντάφυλλα στην κηδεία μου» -η κατάληξη εκείνων των πιτσιρικάδων της γειτονιάς μου που εμφανίστηκαν, έδρασαν, χαντακώθηκαν (και άλλα πολλά) στα προηγούμενα κομμάτια της πολυλογίας μου. Μάζεψα τις ιστορίες, τις έκανα ένα αρχείο, το κατεβάζεις από εδώ.

Δυο λόγια για το κομμάτι αυτό. Οι ήρωες είναι όλοι αληθινοί –κάπως διογκωμένοι, κάπως ακραίοι για να βγει ο τζόγος της κάθε ιστορίας, αλλά αληθινοί. Όλοι τους. Και η Μελίνα επίσης.

Κι ακόμα.... Είχα πάντα την επιθυμία να βάζω μουσική επένδυση σε ότι φτιάχνω, ένα σάουντρακ ρε παιδί μου, που θα παίζει μαζί με το κείμενο. Γι΄αυτό δανείζομαι συνήθως τίτλους τραγουδιών ή δίσκων και τους χρησιμοποιώ για τίτλους ιστοριών –έχω έτσι την προσδοκία πως ο αναγνώστης ξεκινώντας μπαίνει κατευθείαν στο κλίμα. Λέω τώρα...

Το σάουντρακ των συγκεκριμένων ιστοριών έχει ως εξής:

*Dead flowers –The Rolling Stones (από εκεί ο τίτλος: «And you can send me dead flowers every morning/ send me dead flowers by the mail/ send me dead flowers to my wedding/ and I won’t forget to put roses over your grave»)

1. In through the out door –Led Zeppelin

2. Three Imaginary boys –The Cure

3. Scream a song –The Antitroppau Council

4. No fun –Iggy Pop and the Stooges

5. Hallowed be Thy Name –Iron Maiden

6. Thirsty dog –Nick Cave and the Bad Seeds

7. Queen of Pain –The Cramps

8. One more cup of coffee (for the road) –Bob Dylan

9. Days of future passed –The Moody Blues

10. Fool to cry –The Rolling Stones

8 τραγούδια, 2 δίσκοι για να διαλέξεις το κομμάτι που σου ταιριάζει -Rolling Stones (bonus track) στο άνοιγμα και στο κλείσιμο. Κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα αν θες να ξέρεις...

Παρασκευή, Μαΐου 21, 2010

10. «Πες μου οτι είμαι βλάκας που κλαίω»

Θα ήθελα να σου πω οτι βρέχει. Ένα τεράστιο σύννεφο πάνω από τα κεφάλια τους κι εκείνοι σκυμμένοι σκέφτονται όσο το φέρετρο κατεβαίνει στον λάκκο, το σύννεφο βαραίνει, σπάει σε χοντρές σταγόνες, τις νιώθουν σα σφαίρες εκεί που τελειώνουν οι κολλαριστοί γιακάδες των πουκαμίσων τους κι αρχίζουν οι σβέρκοι, βιάζονται ν΄ανοίξουν ομπρέλες ή να προφυλαχτούν κάτω από κάποιο στέγαστρο.... Αυτά θα ήθελα να σου πω.

Όμως δεν ήταν έτσι.

Εκείνη τη μέρα ο ήλιος αποφάσισε να πάρει προκαταβολικά τη ρεβάνς από την εποχή των παγετώνων που ακουγόταν να πλησιάζει –φυσικά, η εποχή των παγετώνων ήταν ανέκαθεν ένας συμβολισμός όπως ακριβώς ο παλιοκερατάς ο ήλιος ήταν ανέκαθεν μαρτύριο. Ιδρώτας στους κολλαριστούς γιακάδες των πουκαμίσων (τελικά υπήρξαν σταγόνες εκεί πέρα –σα σφαίρες στο τελείωμα των γιακάδων, όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία), ιδρώτας μέσα από τα πουλόβερ εκείνων που κάθονται ακροβολισμένοι. Επειδή μια κηδεία είναι επίσημο γεγονός –μπροστά μοστράρουν οι καλοντυμένοι και πιο πίσω όλοι οι υπόλοιποι. Θέμα τάξης.

Στην πρώτη σειρά η Έφη ζαρωμένη μέσα σ΄ένα μαύρο ατσαλάκωτο φόρεμα –τα παιδιά δεξιά και αριστερά της, σε απόσταση. Οι παππούδες τα κρατάνε από τους ώμους, όπως κρατάνε οι κυνηγοί τα λαγωνικά πριν τα αμολήσουν στο κυνήγι της αλεπούς. Τα παιδιά παρακολουθούν με προσήλωση το μαονένιο φέρετρο. Η Έφη παρακολουθεί με προσήλωση το τίποτα. Όλοι αποφεύγουν να την κοιτάξουν –υπάρχει αμηχανία.

Μόνο ο παπάς κάνει τη δουλειά του κανονικά –επαγγελματίας –λαρυγγίζει τα ακατανόητα σκουντώντας δίπλα του τον αχαμνό ψάλτη που ιδρώνει μέσα στο μαύρο ράσο και βιάζεται να ξεμπερδεύουν με όλα αυτά, να περάσουν στην κοντινή ταβέρνα για κονιάκ, ψάρι και καφέ. Ο Παντελής τούς παρακολουθεί με δεμένα τα χέρια στο ύψος της ζώνης του παντελονιού του, σαν ποδοσφαιριστής που στέκεται τείχος σε χτύπημα φάουλ. Είναι σοβαρός, είναι μισοσκυμμένος, είναι διακριτικά τεθλιμμένος, είναι ανήσυχος καθώς κοιτάζει τριγύρω ψάχνοντας να τη βρει χωρίς να τον πάρουν είδηση. Κοιτάζει και κοιτάζει –κρυφοκοιτάζει –μακαρίζει όσους φοράνε μαύρα γυαλιά, εκνευρίζεται με την ιδεοληψία του περί ματαιοδοξίας που τον οδήγησε στο να μην έχει κι αυτός ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά, να βλέπει χωρίς να βλέπεται....

Ακριβώς από πίσω του ο Σάκης ο Μυτόγκας, με τα χέρια επίσης δεμένα κόμπο, ο Αχιλλέας που ψιθυρίζει στον Γένια κι ο Γρηγόρης φανερά ανυπόμονος. Ο Γένιας κουνάει το κεφάλι του συμφωνώντας και μετά αναλαμβάνει να περάσει την παρατήρηση του Αχιλλέα στον Γρηγόρη.
«Κωλάρα η γυναίκα του Πετράκη, ε;» κρυφογελάει ο Γένιας.
«Ναι», απαντάει αφηρημένα ο Γρηγόρης κρατώντας στην άκρη του ματιού τον Αχιλλέα. Έπρεπε να του είχε ανοίξει το κεφάλι σαν καρπούζι...
Πιο πίσω πολλοί άσχετοι –συνάδελφοι από τη δουλειά του Πέτρου, γονείς συμμαθητών των παιδιών του, περαστικοί ίσως... Σίγουρα, όπως και να το δεις...

Ο Ζόμπι κατεβάζει λίγο τα μαύρα γυαλιά του καθώς παρακολουθεί τον συγκεντρωμένο κόσμο.
«Ποτέ δεν κατάλαβα τι διάολο κάνουν όλοι κρεμασμένοι πάνω στο φέρετρο –σαν τις μύγες στα σκατά...» απορεί.
«Δεν πιστεύουν οτι τελείωσε –δεν δέχονται οτι ο δικός τους θα εξαφανιστεί στον λάκκο», απαντάει αφηρημένα ο Ηλίας το Φάντασμα.
«Δίκιο έχουν», σκέφτεται ο Ζόμπι.
Ανάβει τσιγάρο γουβώνοντας την παλάμη του για να προστατεύσει τη φλόγα του αναπτήρα, το Φάντασμα τραβάει με δυο δάχτυλα ένα ακόμα τσιγάρο από το περιφερόμενο πακέτο κι ανάβει με την κάφτρα του άλλου.
«Όταν πας ν΄ανάψεις τότε βάζει αέρα ο γαμημένος!» παρατηρεί.

Σήκωσαν και οι δυο τα μάτια ταυτόχρονα, κοίταξαν σα φίλοι κανονικοί, ο ένας δεξιά ο άλλος αριστερά. Κάποιον περίμεναν -κάποιον, κάποιους...
«Δεν έχει έρθει ακόμα», τον καθησύχασε ο Ζόμπι.
«Ποιος;» αναρωτήθηκε το Φάντασμα.
«Αυτός», του σφύριξε ο Ζόμπι ξεκινώντας να κάνει τη χειρονομία –αλλά στη μέση το’κοψε.
«Λίγο σεβασμό...» διαμαρτυρήθηκε το Φάντασμα.
«Για ποιον;» αναρωτήθηκε ο Ζόμπι.
«Γι΄αυτόν!» του εξήγησε το Φάντασμα δείχνοντας τ΄αρχίδια του με μια κοφτή χειρονομία.
«Α, μάλιστα!» ικανοποιήθηκε επιτέλους ο Ζόμπι.
Σώπασαν απότομα.

Παρακάτω, δίπλα στο μαντρότοιχο του νεκροταφείου και σε κάτι αφρόντιστους τάφους κάθεται ανακούρκουδα ο Λούι, κατάμαυρος, ξεφτισμένος σαν ξεπουπουλιασμένο κοράκι. Στριφογυρίζει το τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλά του, το περνάει από τον δείκτη, στον μέσο και τον παράμεσο και μετά πάλι πίσω, την ίδια διαδρομή ανάποδα χωρίς να το σπάσει. Με το άλλο χέρι μαδάει κάτι χαμομήλια από το χώμα εκεί που βουλιάζουν τα παπούτσια του, τρίβει τα χαμομήλια στην παλάμη του, μετά αναπνέει τη μυρωδιά τους –χαμογελάει. Φοβισμένα. Κοιτάζει, μια προς το σημείο που κατεβάζουν το φέρετρο, δυο στην πρώτη σειρά των συγκεντρωμένων και μετά κοιτάζει εξεταστικά, ψάχνοντας τριγύρω. Γι΄αυτό δεν παίρνει χαμπάρι τη σκιά που καβαλάει το μαντρότοιχο και γλιστράει δίπλα του, ένα μέταλλο γυαλίζει στον ήλιο του νεκροταφείου, ένα κλικ ακούγεται σαν κανονιά δίπλα στ΄αυτιά του, ο Λούι τινάζεται και κοντεύει να σωριαστεί στο χώμα.
«Φωτίτσα;» χαμογελάει ο Γιάννης από δίπλα του προτείνοντας τον αναμμένο zippo.
«Άει στο διάλο με κοψοχόλιασες!» διαμαρτύρεται σιγά ο Λούι.
«Καθότι γρήγορος σαν καρχαρίας», ψιθυρίζει ο Γιάννης.
«Άλλος ήταν έτσι....» θυμάται ο Λούι.
«Κι άλλος γιουβέτσι –τι τα ψάχνεις τώρα;» τον χτυπάει στην πλάτη.
«Λοιπόν; Πως από δω;»
«Ε, είδα φως και μπήκα....»
«Θα τον ξενυχτίσεις όμως;»
«Μπα –έναν στα γρήγορα θα ρίξω και θα φύγω! Τώρα άναψε το γαμήδι σου πριν μου τελειώσει η ζιπολίνη!»
Ο Λούι ανάβει το τσιγάρο με στεναχώρια, επειδή ήθελε περισσότερο να παίξει παρά να το καπνίσει. Ο Γιάννης βάζει τον zippo στην τσέπη του τζιν του.
«Τι ακριβώς κάνουμε εδώ πέρα;» αναρωτιέται.
«Κόβουμε κίνηση παραμένοντας αόρατοι», του εξηγεί ο Λούι.
«Κι ο λόγος;»
«Όλο και κάποιο λόγο θα έχει ο καθένας μας...»
«Σωστά».
Μένουν σιωπηλοί κοιτάζοντας μπροστά.

Μπροστά, αρκετά πιο μπροστά, εκεί που τα δέντρα πυκνώνουν προφυλάσσοντας τους πιο ευαίσθητους από τον ήλιο, εκεί που ακουμπάει το Φάντασμα καπνίζοντας και χαζολογώντας με τον Ζόμπι, εκεί ακριβώς πλησιάζει ο Στάθης. Με το ανοιχτό χορευτικό του βήμα, μ΄ένα ξεφτισμένο καστόρινο σακάκι και τους γιακάδες όρθιους... Δεν παίρνει πολλή ώρα στους άλλους δυο να τον σταμπάρουν. Χαμογελάνε ζεστά αλλά το κόβουν απότομα, γυρίζοντάς το σε στυλάκια –χέρια απλωμένα πίσω από τις πλάτες για λόου φάιβ, στριφογυρίσματα με τις φτέρνες καρφωμένες στο χώμα, τέτοια πράγματα...
«Έι μαν...»
«Πως πάει ρε μαν;»
«Καλά μαν...»
Μετά στρέφονται ταυτόχρονα προς την κεντρική σκηνή της κηδείας, επειδή μοιάζει το φέρετρο να κατεβαίνει στον λάκκο –δεν το βλέπουν αλλά οι μπροστινοί σκύβουν, άρα κάτι τέτοιο συμβαίνει. Μαύρα σακάκια και μαύρα φορέματα πνίγουν την Έφη, σε λίγο δεν διακρίνονται ούτε καν οι ώμοι της, η συγκέντρωση εκεί μπροστά ανοίγει σαν μακάβρια βεντάλια, οι παππούδες απομακρύνουν τα παιδιά.
«Οριακά το πρόλαβες», λέει ο Ζόμπι στον Στάθη.
«Ναι, ίσως...» απαντάει εκείνος.
«Θα πας να....» του δείχνει τους συγκεντρωμένους μπροστά.
«Θ’ αφήσω πρώτα να φύγουν οι πολλοί....»
«Σωστά».
«Εσείς θα πάτε;»
«Εμείς;»
«Από πού κι ως πού;»
«Τι δουλειά έχουμε;»
«Αλλά στην ταβέρνα....»
«Εντάξει, εκεί ναι...»
«Φίλος μας...»
«Για να τον θυμόμαστε κι έτσι...»
«Έτσι....»
Γυρίζουν και κοιτάζουν την πομπή που παρελαύνει μπροστά από την Έφη.

«Συλλυπητήρια κορίτσι μου...»
«Ευχαριστώ...»
«Τι σας βρήκε στα καλά καθούμενα...»
«Ευχαριστώ....»
«Ζωή σε λόγου σας...»
«Ευχαριστώ....»
«Να ζήσετε να τον θυμάστε....»
«Ευχαριστώ....»
«Κουράγιο κορίτσι μου, σκέψου τα παιδιά σου...»
«Ευχαριστώ...»
«Ίσως να μη με θυμάστε –ήμουνα συμμαθητής του Πέτρου, είχαμε συναντηθεί τις προάλλες....»
«Ευχαριστώ...»
«Όχι, εννοώ ...–έχω το ιατρείο δυο τετράγωνα κάτω από το σπίτι σας, το κτηνιατρείο...»
Ο Έφη σηκώνει επιτέλους τα μάτια, τον κοιτάζει αλλά εξακολουθεί να μην καταλαβαίνει –τι θέλει αυτός ο άνθρωπος και γιατί χαμογελάει έτσι ηλίθια;
«Ναι, εντάξει...» μουρμουρίζει στο τέλος.
«Γι΄αυτό λέω.... αν τυχόν με χρειαστείτε, αυτή είναι η κάρτα μου....» συνεχίζει απτόητος ο Παντελής. Πίσω του η ουρά αδημονεί ελεγχόμενα.
«Ευχαριστώ...» απαντάει η Έφη παίρνοντας την κάρτα.
Επιτέλους η ουρά κινείται ξανά.
«Συλλυπητήρια...»
«Ευχαριστώ...»
Σαν τα μυρμήγκια που κουβαλάνε τσόφλια επισημότητας, σπόρους τυπικότητας, αποφάγια καλών τρόπων, οι καλεσμένοι αφήνουν την πραμάτεια τους στις παλάμες της Έφης και συνεχίζουν τον δρόμο τους για την ταβέρνα –απέναντι από το νεκροταφείο.
«Είσαι εντάξει κοριτσάκι;» ο Στάθης κουκουλώνει και τα δυο της χέρια μέσα με τις παλάμες του.
«Εντάξει... τι εντάξει δηλαδή...» ψελλίζει η Έφη.
«Έλα μωρέ –καλύτερα που τον ξεφορτώθηκες τον μούχλα!» ψευτοκοροϊδεύει ο Στάθης.
Η Έφη κάνει φιλότιμη προσπάθεια να γελάσει.
«Μου δώσανε αυτό...» του δείχνει ξαφνικά την κάρτα.
Ο Στάθης την παίρνει στα χέρια του και την εξετάζει.
«Βρε τον μαλάκα!» απορεί.
«Τον ξέρεις;»
«Ναι...»
«Γιατί μου έδωσε κάρτα κτηνιατρείου;»
«Ξέρω ΄γω –μπορεί να πέρασε τα παιδιά σου για αδέσποτα.... Άστο σε μένα πάντως, μην ασχολείσαι», την καθησυχάζει ο Στάθης και κάνει να φύγει. «Δεν θα έρθεις στην ταβέρνα;» τη ρωτάει μισοστρίβοντας.
«Πήγαινε κι έρχομαι....»


Ένας σερβιτόρος με λαχούρι στην πλάτη του γιλέκου στέκεται στην πόρτα ακουμπώντας ένα τετράδιο με μπλε εξώφυλλο σε μια λευκή πετσέτα.
«Είστε;» ρωτάει.
«Συνάδελφος», απαντάει ο άλλος.
«Περάστε στο τραπέζι δεξιά. Είστε;»
«Συγγενής».
«Περάστε στο τραπέζι στο κέντρο. Είστε;»
«Φίλοι».
«Περάστε στο τραπέζι στο βάθος. Είστε;»
«Ε, όλο και κάτι θα΄μαστε...» θυμοσοφεί το Φάντασμα.
«Εννοώ -συγγενής, φίλος, συνάδελφος, συμμαθητής...» εκνευρίζεται το γκαρσόνι.
«Κάπως αυθαίρετη η κατηγοριοποίηση...» παρατηρεί ο Ζόμπι.
«Εγώ είμαι και φίλος και συμμαθητής πάντως», λέει το Φάντασμα.
«Εγώ είμαι φίλος, συμμαθητής, σχεδόν συγγενής και για ένα διάστημα συνάδελφος», παραδέχεται ο Στάθης.
«Περάστε όλοι στο τραπέζι αριστερά!» ξεφυσάει το γκαρσόνι και βιάζεται να γυρίσει προς τους επόμενους που πλησιάζουν. «Είστε;»

Το τραπέζι. Λευκά τραπεζομάντιλα στη σειρά, κρεμ κεραμικά πιάτα, λευκές πετσέτες με μαύρη μπορντούρα –διατίθεται και για άλλες κοσμικές συνεστιάσεις η αίθουσα; Γάμους, βαφτίσεις, γενέθλια; Πλάκα κάνω. Οι καρέκλες, καφέ δερματίνη. Τα γκαρσόνια εξαφανισμένα για την ώρα –μόνο εκείνος ο «Είστε;» στην πόρτα... Μικρά μπουκάλια κονιάκ Μεταξά πεντάρι, ένα κάθε τρία σερβίτσια. Ο κόσμος κάθεται ανακουφισμένος που σταμάτησε να τον κοπανάει ο ήλιος κατακούτελα και που τελικά βρήκε μια θέση να χαλαρώσει λιγάκι –να σταματήσουν τα παπούτσια να τον χτυπάνε κι η γραβάτα να μην τον πνίγει άλλο...

Πλησιάζοντας κοντοστέκονται.
«Ευτυχώς που το τραπέζι έχει δυο άκρες!»
«Κι ευτυχώς που η μια είναι ακόμα ελεύθερη!»
«Ποιος να την έπιανε ρε;»
«Ε, πώς! Κυκλοφορεί και Παντελής λυτός!»
«Τώρα που είπες Παντελής....»
«Ε τι;»
«Έδωσε την κάρτα του στην Έφη!»
«Ποια Έφη;»
«Την τάδε Έφη Ζαρατούστρας –ποια Έφη ρε ηλίθιε;»
«Του Πέτρου;»
«Ε ναι!»
«Της έδωσε την κάρτα του πάνω στα συλλυπητήρια;»
«Αυτό δεν είπα μόλις τώρα;»
«Είναι θεός ο τύπος!»
«Καλά –κάτσε τώρα αποδώ γιατί απέναντι βρωμάει Αχιλλέας....»
Κάθονται σχετικά αδέξια. Πετάνε τα πακέτα τους πάνω στο τραπέζι με σχετικό θόρυβο. Από απέναντι ο Αχιλλέας τους κοζάρει, σκύβει και κάτι λέει στον Γένια. Εκείνος ταλαντεύεται –αν πρέπει να το περάσει ή όχι στον Γρηγόρη. Δεν έχει αποφασίσει ακόμα.

Ο Παντελής έχει ήδη φτάσει αλλά κάθεται μισοκρυμμένος μερικά τραπέζια παρακάτω, περιμένει να διαμορφωθούν πρώτα οι σχηματισμοί και μετά θα διαλέξει τη θέση του. Περιμένει αυτό και κάτι ακόμα. Κι αυτό που περιμένει έρχεται διστακτικά, ανοίγει την πόρτα της ταβέρνας βγάζει τα μαύρα γυαλιά, κοιτάζει, πλησιάζει, αναγκάζεται να κάνει ολόκληρο κύκλο για να μην καθίσει ακριβώς δίπλα στο Φάντασμα, πάει να καθίσει δίπλα στον Στάθη, κοντοστέκεται (επειδή αν καθίσει εκεί, θα βρεθεί ακριβώς απέναντι από το Φάντασμα), δαγκώνει την άκρη των γυαλιών ηλίου σκεπτική....
Ο Παντελής είναι πολύ γρήγορος, όταν θέλει.
«Μαρίνα –εδώ!» φωνάζει έχοντας ήδη χωθεί σε μια καρέκλα στη μέση του τραπεζιού.
Η Μαρίνα κοιτάζει τον Ζόμπι, ο Ζόμπι σηκώνει τους ώμους χαμογελώντας αμήχανα, ο Στάθης τής κλείνει το μάτι και μετά πέφτει εντελώς απότομα, εντελώς νεκρός μέσα στο άδειο κρεμ κεραμικό πιάτο του, η Μαρίνα χαμογελάει όσο απομακρύνεται, το Φάντασμα κοιτάζει με μεγάλη προσήλωση μια αλογόμυγα που περπατάει αδέξια στην διπλανή του καρέκλα.
«Τι κάνεις; Χαθήκαμε!» λέει χωρίς ανάσα ο Παντελής.
«Γιατί –πότε είχαμε βρεθεί;» απορεί η Μαρίνα. Μετά γεμίζει το ποτήρι της κονιάκ και το κατεβάζει με τη μία. Κοιτάζει προς την άλλη πλευρά του τραπεζιού, ο Γρηγόρης της κλείνει το μάτι, κάνει να γυρίσει το κεφάλι της αλλού –όμως θυμάται οτι δεν υπάρχει αλλού.

Τότε ακριβώς ανοίγει η πόρτα και όλα γίνονται άκρως εκρηκτικά, επειδή στο άνοιγμά της εμφανίζεται ο Λούι κι αμέσως μετά, δίπλα του, ο Γιάννης. Κοιτάζουν την ταβέρνα σαν ντελιβεράδες της εταιρείας ΟΛΕΘΡΟΣ Ο.Ε., με τα χέρια στις πίσω τσέπες των παντελονιών.
«Μια ωραία ατμόσφαιρα....» μουρμουρίζει ο Γιάννης.
«Αν σου αρέσουν οι βρικόλακες....» συμπληρώνει ο Λούι.
Ψάχνουν να βρουν κάποιο μέρος να καθίσουν κι εκεί θα έμεναν για πάντα, όρθιοι, διστακτικοί αν θες να ξέρεις –αν οι υπόλοιποι δεν αναλάμβαναν πρωτοβουλίες.

Ο Ζόμπι σηκώνεται ταυτόχρονα με τον Αχιλλέα. Και τους πλησιάζουν, για την ακρίβεια ο Ζόμπι πλησιάζει τον Γιάννη κι ο Αχιλλέας τον Λούι. Γιατί το κάνουν αυτό; Ο Ζόμπι επειδή θέλει να στήσει μια πρόχειρη γέφυρα, ένα από εκείνα τα κατασκευάσματα με τις κληματσίδες που έδειχναν οι παλιές ταινίες με τον Ταρζάν –μια ξεφτιλισμένη ιδιοκατασκευή, ανάμεσα στον Γιάννη και τον Ηλία το Φάντασμα. Κι ο Αχιλλέας....
Ο Αχιλλέας έχει ήδη φτάσει δίπλα στον Λούι.
«Τι έγινε ομορφιά; Την έκανες την αλλαγή φύλου ή ακόμα;» του γαβγίζει μέσα στα μούτρα. Κι αυτό το νουμεράκι ο Αχιλλέας το παίζει με σκοπό, αφού από τη νύχτα που πλακωθήκανε με τον Γρηγόρη ακόμα να τα βρούνε –σκέφτεται λοιπόν οτι η καζούρα θα τους ενώσει. Το προσπάθησε με την Έφη, δεν του βγήκε –τώρα όμως αυτός είναι ο Λούι που έζησε χρόνια πεθαμένος κι αναστήθηκε για να φορτωθεί τις αμαρτίες του κόσμου.
Ο Λούι τον κοιτάζει σκεφτικός.
«Κατάπιες τη γλώσσα σου μωρή πουστάρα;» συνεχίζει απτόητος ο Αχιλλέας.
Ο Λούι γυρίζει προς τον Γιάννη, τον βλέπει κάπως στριμωγμένο επειδή ο Ζόμπι είναι ήδη δίπλα του κι έτοιμος να του μιλήσει –αποφασίζει λοιπόν...
«Εμένα είπε πουστάρα;» ρωτάει ο Λούι τον Γιάννη, βγάζοντάς τον από την αμηχανία για λίγο.
«Έτσι μου φάνηκε...» απαντάει ο Γιάννης.
«Τη γυναίκα του τη ρώτησε;» συνεχίζει ο Λούι.
«Μπορεί κι αυτή να του το είπε για να τον ψήσει οτι το παιδί είναι δικό του...» μουρμουρίζει δήθεν συνωμοτικά, αλλά πάντως δυνατά ο Γιάννης.
«Τι σου είναι οι γυναίκες τέλος πάντων!» θαυμάζει ο Λούι.
«Τι ‘πες τώρα ρε καργιόλη;» φουντώνει δίπλα τους ο Αχιλλέας.
«Εσένα λέει καργιόλη –εγώ είμαι ο πούστης», κάνει νόημα ο Λούι στον Γιάννη.
«Εμένα λες;» ρωτάει ο Γιάννης τον Αχιλλέα.
«Εμένα με θες τίποτ΄ άλλο γιατί βαρέθηκα...» λέει ο Λούι.
«Θα σε γαμήσω ρε!» φουντώνει ο Αχιλλέας.
«Ποιον από τους δυο μας;» αναρωτιέται ο Γιάννης.
«Μάλλον εμένα, τον πούστη....» αποφαίνεται ο Λούι.
«Τελικά του Αχιλλέα του αρέσουν οι άντρες;» χώνεται στην κουβέντα ο Ζόμπι.
«Ξέρω ΄γω, έτσι φαίνεται...» ξύνει το κεφάλι του ο Γιάννης.
«Το είχα υποπτευθεί αλλά δεν ήθελα να μιλήσω πριν σιγουρευτώ...» κάνει συνωμοτικά ο Λούι.
«Ρε μουνιά!» μουγκρίζει ο Αχιλλέας και πιάνει τη μπλούζα του Λούι.
Σε αυτή την περίπτωση ο Αχιλλέας υπολογίζει οτι έχει ήδη δεξιά του τον Γένια κι αριστερά τον Γρηγόρη (ή ανάποδα –τέλος πάντων) και με βάση αυτό ταρακουνάει τον Λούι. Όμως τα πράγματα έχουν περάσει και τα χρόνια έχουν αλλάξει –οι φίλοι του δεν δείχνουν τόσο πρόθυμοι να βρεθούν δίπλα του κι ο Λούι δεν είναι πια 60 κιλά όπως τότε στο σχολείο...
Όλα αυτά έχουν σαν αποτέλεσμα να τσαλακωθεί απλώς η (ήδη ταλαιπωρημένη) μπλούζα του Λούι και να βρεθεί ο Αχιλλέας αγκαζέ, μεταξύ Γιάννη και Ζόμπι.
«Έλα άσε τις μαλακίες –σε κηδεία είμαστε...»
«Ναι ρε μουνιά! Στη δική σας την κηδεία!» ψεκάζει τον τόπο με σάλια ο Αχιλλέας.

Και τότε τα πράγματα γίνονται κάπως περίεργα –δηλαδή πλησιάζει ο Γρηγόρης κι αρπάζει τον Αχιλλέα από το γιακά, μαζί με τους άλλους δύο τον πάνε καροτσάκι μέχρι την είσοδο της ταβέρνας.
«’τονε χορέψουμε;» σφυρίζει ο Γρηγόρης στους άλλους δυο καθώς έχουν δρασκελίσει ήδη την πόρτα.
«Σε κηδεία είμαστε ρε μαλάκα!» διαμαρτύρεται ο Γιάννης.
Κι έτσι τον σουτάρουν συγχρονισμένα και γυρίζουν τις πλάτες αδιαφορώντας για το που θα καταλήξει ο Αχιλλέας. Κι εγώ το ίδιο θα’κανα στη θέση τους.

«Έλα κάτσε από ΄κει να πιούμε τίποτα κονιάκ», του λέει ο Γιάννης.
«Μόνο το Γένια μη φέρεις –αγριεύομαι», τον προειδοποιεί ο Ζόμπι.
Κάπως έτσι ξαναμπαίνουν στην ταβέρνα.

Ο Ζόμπι κάθεται πάλι στην κεφαλή του τραπεζιού, ο Λούι δίπλα του, απέναντι από το Φάντασμα, μετά ο Γρηγόρης απέναντι από τον Στάθη και μετά ο Γιάννης. Το Φάντασμα έχει σταματήσει να χαζεύει την αλογόμυγα στη διπλανή του καρέκλα από την ώρα που έκατσε εκεί ο Στάθης. Η Μαρίνα προσπαθεί να τους κοιτάξει χωρίς να φανεί –πράγμα πολύ δύσκολο έως και αδύνατο.
«Έτσι θα πάει αυτό τώρα;» μουρμουρίζει το Φάντασμα.
«Σε ποιον μιλάει;» ρωτάει ο Γρηγόρης.
«Άστο –μην ασχολείσαι», του λέει ο Στάθης.
Και βάζουν όλοι να πιουν. Μιλάνε ανάμεσα στα γεμίσματα των ποτηριών, μιλάνε αλλά κατά βάση είναι σιωπηλοί όσο διαρκεί το άδειασμα των μπουκαλιών. Πρώτα αδειάζουν τα μπουκάλια και μετά αδειάζονται οι σύντροφοι.
«Να τελειώνουμε κάποτε –δε νομίζεις;» λέει το Φάντασμα κοιτάζοντας τον Γιάννη.
Κι ο Γιάννης σηκώνει το κεφάλι, θα ήθελε να μην είναι εδώ, δηλαδή θα ήθελε κυρίως να μην υπάρχει το εδώ –να υπάρχει κάποιο αλλού με τους τρεις τους ξεκαρδισμένους, εντάξει, άνθρωπος πέθανε –όχι ξεκαρδισμένους, αλλά πάντως μαζί. Μαζί –μαζί, όχι μαζί –απέναντι. Ο Γιάννης σηκώνεται.
«Έλα», λέει στο Φάντασμα.
Αυτός σηκώνει πρώτα τους ώμους και μετά σηκώνεται ολόκληρος.
Προχωράνε παράλληλα στις δυο πλευρές του τραπεζιού. Το Φάντασμα φτάνει εκεί που κάθεται ο Παντελής με τη Μαρίνα, ο Γιάννης έχει ήδη στρωθεί απέναντί τους.
«Έφυγες», λέει το Φάντασμα στον Παντελή.
«Δεν είναι δουλειά σου –εγώ κάθομαι με τη Μαρίνα...» διαμαρτύρεται εκείνος.
«Σε παρακαλώ...» του λέει η Μαρίνα ακουμπώντας το χέρι της στο δικό του.
Ο Παντελής σηκώνεται, κοντοστέκεται αλλά εξαφανίζεται αμέσως όταν αντιλαμβάνεται οτι έγινε πλέον αόρατος για όλους. Ακόμα και για μένα.

«Λοιπόν; Τι είναι αυτό; Καθυστερημένη σκηνή ζηλοτυπίας ή κάτι παρόμοιο;» αναρωτιέται η Μαρίνα.
«Νομίζω ότι....» ξεκινάει το Φάντασμα αλλά δεν βρίσκει τίποτα περισσότερο να πει.
«Αυτό εδώ είναι μια κηδεία....» λέει ο Γιάννης.
«Έτσι φαίνεται», κοιτάζει γύρω του το Φάντασμα.
«Όχι αυτή που φαίνεται», του εξηγεί ο Γιάννης.
Μετά βάζει το χέρι στην τσέπη του μπουφάν του και βγάζει το πιστόλι. Το αφήνει πάνω στο τραπέζι.
«Τι μαλακίες είναι αυτά τώρα;» αγανακτεί το Φάντασμα.
«Μου το’ φερε ένας ταλαίπωρος στο μαγαζί –ήθελε να με ληστέψει αλλά τελικά του το πήρα κοψοχρονιά!» χαμογελάει ο Γιάννης.
«Εντάξει –μάζεψέ το τώρα», λέει το Φάντασμα.
«Όχι πριν...» ο Γιάννης κόβει τη φράση απότομα, κοιτάζει τριγύρω, τα τραπέζια μακριά τους δεν έχουν αντιληφθεί το πιστόλι, οι δικοί τους στην άλλη άκρη δεν ανασαίνουν. «Κάποιος πρέπει να φύγει απ΄ τη μέση, δε βλέπω να γίνεται αλλιώς....» σχολιάζει.
«Ωραία!» σηκώνει τα χέρια ψηλά η Μαρίνα.
«Ρε φίλε...» ξεκινάει να λέει το Φάντασμα.
«Επειδή δεν γίνεται αλλιώς –το καταλαβαίνετε κι εσείς, απλά κωλώνετε να το πείτε.... Εγώ, ο κολλητός μου και η γυναίκα της ζωής μου που έχει το προνόμιο να μας γνωρίζει και τους δυο όλως ιδιαιτέρως...» χαμογελάει ο Γιάννης.
«Γίνεσαι αισχρός!» σφυρίζει η Μαρίνα.
«Ναι σωστά –εγώ είμαι ο αισχρός που τα λέω!» γελάει ο Γιάννης.
«Είχα κάθε δικαίωμα στην τελική...» θυμώνει η Μαρίνα.
«Βέβαια, σίγουρα είχες. Όπως έχω κι εγώ κάθε δικαίωμα να σας ζητάω να τελειώνει αυτή η κατάσταση. Ένας από τους τρεις πρέπει να λείψει. Προθυμοποιείται κανένας σας ή να το κάνω εγώ;» ο Γιάννης τους κοιτάζει όσο μιλάει.
«Και τι νομίζεις οτι βγει μ’ αυτό; Ας πούμε οτι τινάζω τα μυαλά μου στον αέρα, πέρα από το να σας κάνω χάλια τα ρούχα δηλαδή... Εσύ μετά απ΄αυτό θα τα ξανάφτιαχνες με τη Μαρίνα;» αναρωτιέται το Φάντασμα.
«Κι αν το έκανα εγώ; Δεν θα έτρεχε τίποτα πλέον μεταξύ σας –όλα καλά;» αναρωτιέται η Μαρίνα με τη σειρά της.
«Δύο στα δύο –φοβερή ευστοχία!» γουρλώνει τα μάτια ο Γιάννης. «Άρα, το πρόβλημα είμαι εγώ!»
Κι αυτή είναι η πρώτη φορά που το Φάντασμα τολμάει να κοιτάξει τη Μαρίνα μετά από τόσα χρόνια.
«Το πρόβλημα....» λέει το Φάντασμα ψάχνοντας προσεκτικά τα λόγια του.
Αλλά δεν χρειάζεται να ψάξει περισσότερο, βλέπεις, εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο Γιάννης κλείνει το χέρι του γύρω από τη λαβή του περιστρόφου, το σηκώνει....
«Μη ρε μαλάκα!»
«Γιάννη!»
Τους κοιτάζει και τους δυο....
«Σας αγάπησα πολύ ρε γαμημένοι!»
Βάζει την κάνη στο στόμα του και τραβάει τη σκανδάλη κλείνοντας τα μάτια.
Το πιστόλι κάνει ένα κούφιο σκάσιμο και μετά τίποτα –σα να χτύπησε ο κόκορας σε βρεμένο καψούλι, ο Γιάννης ανοίγει τα μάτια και βλέπει τους άλλους δυο απέναντί του να τον κοιτάζουν αγαλματένιοι. Βγάζει την κάνη από το στόμα, φτύνει με αηδία τη σκουριά στο πάτωμα.
«Άδειο ήταν ή μπλόκαρε;» αναρωτιέται.
«Ρε φίλε....» μουρμουρίζει το Φάντασμα κάνοντας ταυτόχρονα νόημα στην υπόλοιπη παρέα να μην πλησιάσει.
Η Μαρίνα στραγγίζει το ποτήρι της από το κονιάκ και σηκώνεται.
«Αν τύχει να ξαναδώ κάποιον από τους δυο σας μπροστά μου θα τον σκοτώσω κανονικά. Όχι μαλακίες και αγιοβασιλιάτικα σαν τώρα –συνεννοηθήκαμε;» ρωτάει.
Και φεύγει χωρίς να περιμένει απάντηση, χωρίς να την ενδιαφέρει η απάντηση. Κρίμα, γιατί εμένα θα με ενδιέφερε η απάντηση αυτών των δυο ρεμαλιών που την κοιτάζουν να απομακρύνεται και μετά γεμίζουν τα ποτήρια τους, τσουγκράνε, τα αδειάζουν αμίλητοι....
«Πάμε –μας περιμένουν οι άλλοι», λέει ο Γιάννης.
Το Φάντασμα σηκώνεται χωρίς να πει τίποτα.
Ίσως και να μην υπάρχει απάντηση τελικά.

Τα γκαρσόνια έχουν ήδη αρχίσει να σερβίρουν το ψάρι, η ταβέρνα ταγκιάζει από τη μυρωδιά τηγανιτού, τα μάτια δακρύζουν, όχι πάντα από τον προφανέστερο λόγο. Οι άνθρωποι μιλάνε.

Με σκυμμένα κεφάλια, γνωστοί που δεν έχουν πολλά να πουν, άγνωστοι που δεν έχουν διάθεση, οι άνθρωποι κάνουν ασύνδετες παρατηρήσεις ανάμεσα στις μπουκιές που κατεβάζουν.
«Ωραία μέρα του ‘κανε πάντως!»
«Ναι, στους καλούς ανθρώπους....»
«Μισό κιλό κρασί και μια σόδα....»
«Κατεψυγμένο μοιάζει το ψάρι....»

«Σε είχαμε για πεθαμένο....»
«Κι εγώ το ίδιο... Με είχα».
«Τις προάλλες πάντως, κόντεψα κι εγώ να τα τινάξω».
«Πεθαίνουμε....»
«Χωρίς να γερνάμε!»
«Έχεις δει τα μούτρα σου στον καθρέφτη;»
«Έχω πρεσβυωπία –δε βλέπω καλά στους καθρέφτες...»
«Μια ζωή μαλακίστηκα -σαβουρογάμης, εύκολο θύμα....»
Ησυχία για λίγο.
«Τι είπε τώρα αυτός;»
«Μη δίνεις σημασία –την είδε ανασκόπηση κι έτσι....»
«Ποιος ενδιαφέρεται;»
«Όχι εγώ πάντως».
«Μια ζωή κανίβαλοι ήσασταν!»
«Μα γιατί συνεχίζει αυτή την ενδοσκόπηση, τι προσδοκά!»
«Τι προσδοκά άραγε!»
«Προσδοκά! Μα πόσο μορφωμένους φίλους έχω!»
«Ποιος είπε οτι είμαστε φίλοι ρε χαμούρη;»
«Μια ζωή ασόβαροι, μια ζωή χαβαλέδες!»
«΄σου πω... εκείνο το κουμπούρι πού μόστραρες παραδίπλα... το έχεις ακόμα;»
«Αφού δε δουλεύει ρε άτομο!»
«Δεν ξαναδοκιμάζεις; Μπορεί αυτή τη φορά να είμαστε πιο τυχεροί».
«Θέλει κανένας περίσσευμα ψάρι;»
«Είσαι άρρωστος δικέ μου; Έφαγες απ΄αυτό το ψάρι;»
«Ποιο ψάρι;»
«Σερβίρανε ψάρι....»
«Εγώ γιατί δεν έχω;»
«Αφού τώρα είπες....»
«Ρε τι είπα –ξείπα; Πλερώνω και θέλω το ψάρι μου! Γκαρσόν!»
«Τι πληρώνει ο μαλάκας; Αφού κερασμένα είναι....»
«Κι αυτό θα πει οτι δεν θα με σερβίρουν ψάρι;»
«Θες να φας ψάρι δηλαδή;»
«Άλλο αυτό!»
«Ναι -αλλά θες να φας ψάρι;»
«Θέλω να φάω ψάρι –τι γουστάρεις τώρα;»
«Άμα δεν βρέξεις κώλο, ψάρι δεν τρως!»
«Ε καλά τότε, θα φάω έναν μαλάκα....»
«Ή θα βρέξεις κώλο...»
«Έλα στην υγεία μας. Να ‘ναι πάντα καλά...»
«Ποιος;»
«Ο Πέτρος».
«Αφού πέθανε!»
«Κι αυτό τι σημαίνει δηλαδή; Οτι δεν πρέπει να συνεχίσει να είναι καλά στην υγεία του;»
«Αααα, η υγεία πάνω απ΄όλα!»
«Κέρνα τώρα και κατά δω...»
«Μείναμε από κρασί».
«Κρασί πίνουμε τόση ώρα;»

Η Μαρίνα δεν πρόλαβε να πάει στην κηδεία, ίσως και να προτίμησε να έρθει αργοπορημένη –θες η αμηχανία, θες κάποια φυσική συστολή, τέλος πάντων. Το θέμα είναι οτι φεύγοντας από την ταβέρνα κατευθύνεται προς το νεκροταφείο. Λυπάται που δεν θυμήθηκε ν΄αγοράσει ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα, για να τ΄αφήσει στον τάφο. Αλλά όλα αυτά δεν έχουν και καμιά σημασία –όπως δεν είχε σημασία το στήσιμό της στο μπαράκι εκείνη τη νύχτα, ούτε τα κλάματά της στο άδειο σπίτι τα ξημερώματα. Καμιά σημασία. Αν ο Πέτρος την είχε κοροϊδέψει –τότε μάλιστα. Αλλά τώρα....

Κι όμως τελικά ο Πέτρος την είχε κοροϊδέψει. Κάθε φορά που κάποιος σε κάνει να σκέφτεσαι, να περιμένεις, να ονειρεύεσαι σκηνικά Χόλυγουντ... Ε, λοιπόν κάθε φορά που κάποιος στο κάνει αυτό και μετά σ΄αφήνει στα κρύα του λουτρού, σε έχει κοροϊδέψει. Έχει εκμεταλλευτεί την ανάγκη σου (και η δική του ανάγκη; αδιάφορο), έχει σκηνοθετήσει τ΄όνειρό σου –με ποιο δικαίωμα; Με ποιο δικαίωμα ρε γαμημένε;

Η Μαρίνα κοντοστάθηκε, κόλλησε στον κορμό του δέντρου καμιά πενηνταριά μέτρα απόσταση από τον τάφο, σταμάτησε ν΄αναπνέει. Επειδή για μια ακόμα φορά ερχόταν δεύτερη.

Η Μελίνα κοίταζε σκεπτική τη φωτογραφία στο μαρμάρινο μνήμα, κάπνιζε ένα μακρύ τσιγάρο με άσπρο επιστόμιο, πίεσε τη γλώσσα της στην οδοντωτή πλευρά του σπασμένου μπροστινού της δοντιού (τελικά, αυτό ήταν ένα σπάνιο οδοντωτό δόντι), πίεσε τη γλώσσα της εκεί πέρα μέχρι να ματώσει, μέχρι το αίμα να ποτίσει το λευκό επιστόμιο του τσιγάρου. Κι όταν το τσιγάρο έφτασε στη μέση, το φύτεψε ήσυχα στο χώμα. Δίπλα του, ίσως και πάνω του. Μετά γονάτισε, φίλησε το παγωμένο μάρμαρο. Σηκώθηκε.
«Στο χρώσταγα νομίζω. Εγώ καθάρισα λοιπόν, εσύ να δω πότε...» μουρμούρισε.

Γύρισε την πλάτη, πήρε το μονοπάτι για την έξοδο.

Η Μαρίνα σφίχτηκε πάνω στον κορμό του δέντρου, ήθελε να αποφύγει εκείνη τη γυναίκα.

Αλλά η Μελίνα την είδε. Κοντοστάθηκε.
«Θες κάτι;» τη ρώτησε.
Η Μαρίνα της έκανε νόημα οτι «όχι».
«Τότε τι κοιτάς ρε μαλακισμένη;» φώναξε η Μελίνα.

Και έφυγε χωρίς να περιμένει απάντηση. Όχι οτι θα άλλαζε τίποτα η απάντηση, όμως εμένα θα με ενδιέφερε να την ακούσω.

ΤΕΛΟΣ

Τρίτη, Μαΐου 11, 2010

9. «Οι μέρες του μέλλοντος πέρασαν»

Ο Γιάννης τίναξε τις καουμπόικες μπότες του κατεβαίνοντας από το σαραβαλιασμένο θρανίο, στριφογύρισε τον Zippo στην παλάμη πριν ανάψει το Camel που κρεμόταν στα χείλη του, τράβηξε μια τζούρα όσο τεντωνόταν, έριξε και μια ροχάλα στο πάτωμα πριν πάρει τη θέση του δίπλα στην έδρα. Κοίταξε τα μαζεμένα παιδιά από κάτω, μέτρησε κεφάλια στα γρήγορα –σχεδόν όλοι ήταν εκεί.
«Να σας ενημερώσω για όσα έγιναν στο δεκαπενταμελές....» ξεκίνησε.
«Ναι –ενημέρωσέ μας, γιατί εξαγριωθήκαμε τώρα τελευταία!» κορόιδεψε ο Αχιλλέας.
«Σκάσε ρε μαλακισμένο!» τον αγριοκοίταξε ο Γιάννης.
«Εμένα είπες;» σηκώθηκε ο Αχιλλέας.
«Εσένα –τρέχει τίποτα;» έκανε δυο βήματα προς το μέρος του ο Γιάννης.
«Ναι, τρέχει....» απάντησε ο Αχιλλέας.
«Ε, άντε κυνήγα το κι άσε μας ήσυχους...» απαξίωσε ο Γιάννης.
Πέσανε μπόλικα χάχανα, ο Αχιλλέας πατζάριασε απότομα, κοίταξε γύρω του αλλά ο Γρηγόρης του έκανε νόημα να λουφάξει.
«Λοιπόν, συνεχίζω....» είπε ο Γιάννης. «μετά την ψηφοφορία που έγινε, το δεκαπενταμελές δεν μας στηρίζει για την ημερήσια....»
«Να πάει να γαμηθεί το δεκαπενταμελές!» ακούστηκε από κάτω.
«Τα μουνιά της Τρίτης φταίνε –για να μη χάσουν τη δική τους πενθήμερη, πουλάνε τη δική μας ημερήσια...» σιγοντάρισε άλλη φωνή.
«Στ΄αρχίδια μας –εμείς θα πάμε!» φώναξε κάποιος τρίτος.
«Μισό –να τελειώσω!» γκάριξε ο Γιάννης. «Κι όποιος με ξαναδιακόψει θα κατέβω να τον πηδήξω επιτόπου –συνεννοηθήκαμε;»
«Διακοπή, καλέ διακοπή!» τσίριξε ο Καραμέλας σπάζοντας τον καρπό του σε μια άγαρμπη αδερφίστικη απομίμηση.
«Άντε χάσου βρομύλε!» μουρμούρισε ο Γιάννης. «Λοιπόν», συνέχισε, «αυτό που μετράει είναι οτι το δεκαπενταμελές μας αφήνει ακάλυπτους. Είμαστε τέσσερα τμήματα η Δευτέρα, θα πρέπει να βγάλουμε τουλάχιστον δυο πούλμαν αν θέλουμε να την πάμε την εκδρομή. Το Β2 είμαστε μέσα σχεδόν όλοι –κάνω λάθος;» ξαναμέτρησε κεφάλια.
«Όλοι, όλοι!» ακούστηκαν φωνές.
«Εντάξει –σχεδόν όλοι!» μουρμούρισε κάποιος.
«Σηκώστε χέρια όσοι δεν θα΄ρθουν...» ζήτησε ο Γιάννης.
«Να σηκώσουν αυτοί που θα΄ρθουν!» πετάχτηκε ο Παντελής.
«Ας σηκώσει χέρια όποιος να’ναι τέλος πάντων....» κορόιδεψε το Φάντασμα από δίπλα.
«Κι άμα δε μας δώσουν οι γέροι τα φράγκα για την εκδρομή;» ρώτησε η Βιολέτα από το μπροστά θρανίο.
«Εντάξει –σε όποιον δεν δώσουν θα τσοντάρουμε οι υπόλοιποι», είπε ο Γιάννης. «Αρκεί να μη γίνουν πουστριλίκια...»
«Με τις απουσίες;» ρώτησε η Μελίνα από το βάθος.
«Το συμβούλιο γονέων και κηδεμόνων πρότεινε να μετρήσουν για αδικαιολόγητες...» είπε σιγά ο Γιάννης.
«Τι πράγμα;»
«Ποιος πούστης το σκέφτηκε αυτό;»
«Ο γιατρός, ο Σοφιανός –ποιος άλλος;»
«Γιατί;»
«Δεν καταλαβαίνεις ρε μαλάκα! Για να πάνε μετά οι γέροι μας σ΄αυτόν, να τους γράψει δικαιολογητικά και να τα κονομήσει...»
«Ακούστηκε οτι θα κατέβει για δήμαρχος στις επόμενες εκλογές –μάλλον θέλει να μαζέψει ψήφους....»
«Καλά –άμα πάμε και του κάψουμε το ιατρείο θα σου πω εγώ τι ψήφους θα μαζέψει...»
«Τέλος πάντων –σηκώστε τα ξερά σας όσοι δεν πρόκειται να έρθετε....» φώναξε ανυπόμονα ο Γιάννης.
Έπεσε απότομη ησυχία –5 χέρια σηκώθηκαν, ένα απ΄αυτά ήταν της Μελίνας. Ο Γιάννης είδε τους δικούς του να μετακινούνται, γίνανε σταδιακά ένας κύκλος γύρω από τη Μελίνα, ήξερε τι της λέγανε.... Γύρισε να κοιτάξει τον Σόλωνα, τον πρόεδρο του Β1, που πρόβαρε τον μισοκοιμισμένο με το κεφάλι ριγμένο στην έδρα.
«Ξύπνα, φτάσαμε!» του σφύριξε ο Γιάννης.
«Ποιος; Τι;» σηκώθηκε αναμαλλιασμένος ο Σόλωνας.
«Οι δικοί μου είναι μέσα –25 άτομα περίπου...» του έδειξε ο Γιάννης.
«Κι οι δικοί μου άλλοι τόσοι....» είπε ο Σόλωνας.
«Ακριβώς;»
«Περίπου...»
«’νταξει -να σφυρίξω λήξη;» τον ρώτησε ο Γιάννης.
«Κάτσε –έχω να πω....» ανακλαδίστηκε ο Σόλωνας καθώς σηκωνόταν. Πήγε δίπλα στον Γιάννη, περίμενε για λίγο μπας και φιλοτιμηθούν οι κανίβαλοι να βγάλουν τον σκασμό, βαρέθηκε τελικά και τράβηξε ένα τσοπάνικο σφύριγμα εκκωφαντικό.
«Έλα ησυχία να μιλήσω!» φώναξε αμέσως μετά.
Έγινε κάποια, τρόπον τινά, ησυχία.
«Η προοπτική είναι, όταν γυρίσουμε από την εκδρομή να κάνουμε αποχή για να δικαιολογήσουμε τις απουσίες –το έχουμε συζητήσει τα προεδρεία της Δευτέρας...» είπε ο Σόλωνας.
«Καλά –και τις απουσίες της αποχής πως θα τις δικαιολογήσουμε;» ρώτησε ένα παιδί από τα μεσαία θρανία.
«Θα κάνουμε άλλη αποχή γι΄αυτό», είπε περήφανα ο Σόλωνας.
«Μήπως να κάναμε τίποτα πιο δραστικό; Να κάναμε μια απεργία πείνας για να υπερασπιστούμε τα ιδανικά μας!» πρότεινε μια άσχημη με τεράστια γυαλιά.
«Δε γίνεται! Εμένα το ιδανικό μου είναι το φαΐ!» τη γείωσε ο Σόλωνας.
Έγινε πάλι χάβρα.
«Γαμηθείτε –φύγετε από την αίθουσα, έληξε η ενημέρωση!» ούρλιαξε ο Γιάννης.
Στην πόρτα εμφανίστηκε αφάνα το κεφάλι του μαθηματικού, ήταν από τη νεώτερη γενιά των καθηγητών, απ΄αυτούς που παίρνανε την πρώτη τους μετάθεση στην πρωτεύουσα και τους στέλνανε δυσμενή. Αυτό το λύκειο ήταν όντως δυσμενής –για καθηγητές, μαθητές –για όλους.
«Τι αποφασίσατε τελικά;» ρώτησε τον Λούι που δρασκέλιζε ήδη την πόρτα.
«Εκδρομή και μετά αποχή», του απάντησε εκείνος.
«Καλά ξηγηθήκατε.... Μακάρι να μπορούσα να’μαι μαζί σας», μουρμούρισε ο μαθηματικός.
«Ε, ποιος σ΄εμποδίζει;» χαμογέλασε ο Λούι.
«Αφού έχουμε πάρει απόφαση ρε παιδί μου –δεν θα συνοδεύσουμε εκδρομές φέτος σε ένδειξη διαμαρτυρίας...» διαμαρτυρήθηκε ο μαθηματικός.
«Έχετε πάρει απόφαση –και τι μ΄αυτό;» έβαλε τους αντίχειρες κάτω από τις μασχάλες ο Λούι.
«Οι συλλογικές διαδικασίες δε σου λένε τίποτα εσένα;» γέλασε ο μαθηματικός.
«Μου λένε οτι η συλλογικότητα είναι ο θάνατος της προσωπικότητας», απάγγειλε ο Λούι.
Ο μαθηματικός ξεκαρδίστηκε.
«Μηδενισμός, ατομικισμός και τι άλλο;» έκανε.
«Πάντως όχι συνδικαλιστικός δήθεν κομμουνισμός!» τον κάρφωσε ο Λούι.
«Έλα –για σύνελθε!» φώναξε ο μαθηματικός.
Κοιτάχτηκαν για λίγο, ήταν χρόνια οργανωμένος στο κόμμα ο μαθηματικός, είχε φάει το ξύλο της αρκούδας σα φοιτητής, το σκέφτηκε ο Λούι και σκέφτηκε μήπως το παρατράβαγε. Για όλα φταίγανε εκείνες οι μαλακισμένες του θηλέων που πήγανε και πνιγήκανε με τη βάρκα στην Κρήτη –οι συνοδεύοντες καθηγητές πληρώσανε τη νύφη κι από τότε αρχίσανε αυτό το τροπάρι –να μη συνοδεύουν μαθητικές εκδρομές.
«Τέλος πάντων –ο καθένας έχει το δικαίωμα -αρκεί να μην την κοπανάει όταν αρχίζουν οι υποχρεώσεις....» μουρμούρισε ο μαθηματικός κάπως μετανιωμένος για την προηγούμενη έκρηξή του.
«Σημειώσατε Χι», του χαμογέλασε ο Λούι πριν του γυρίσει την πλάτη.
Αυτά όλα έγιναν πριν μια βδομάδα.

Επειδή σήμερα είναι η μέρα των πούλμαν. Αραγμένα απέναντι από τα κάγκελα του σχολείου, γυαλιστερά σα φάλαινες το ξημέρωμα περιμένουν να καταβροχθίσουν αυτούς τους φωνακλάδες που κλωτσάνε άδεια κουτιά, άδεια μπουκάλια και στο τέλος κλωτσιούνται μεταξύ τους για να περνάει η ώρα.
«Πού είναι ο μαλάκας;» αναρωτιέται το Φάντασμα.
«Χαμουρεύεται μάλλον - πίσω από τις φτέρες με το γκόμενό του –δεν είδες οτι κι αυτός λείπει;» απαντάει ο Ζόμπι.
Τότε σκάνε από διαφορετικές κατευθύνσεις ο Γιάννης με τον Πέτρο, χαιρετάνε –το Φάντασμα κάνει νόημα στον Ζόμπι σε στυλ «για ξεκάρφωμα, αλλά δε μασάμε», ο Ζόμπι τρέχει προς τον Λούι που κουβαλάει ένα κασετόφωνο μεγάλο σαν φαλαινοθηρικό. Ανάμεσα από τα σταθμευμένα πούλμαν περνάει ο Στάθης σέρνοντας ένα σακίδιο, κοιτάζει τριγύρω ψάχνοντας, κάνει στο τέλος νόημα στον Πέτρο.
«Πάρτο».
«Τι είναι;»
«Ξύδια –ότι μπόρεσα από τους γέρους μου...»
«Μήπως είναι ληγμένα ρε μαλάκα; Επειδή οι γέροι σου πίνουν μόνο στις μεγάλες γιορτές...»
«Και τι πειράζει; Θα την ακούσουμε πιο γρήγορα!»
«Ή θα μας κόψει!»
«Ναι –το ρίσκο δεν αξίζει μία αν δεν παίρνεις και καμιά ζωή που και που... Είδες πουθενά τη Φανή;»
«Ποια είναι η Φανή;»
«Η....»
Οι παλάμες του Στάθη φουσκώνουν απότομα μπροστά στο στέρνο του.
«Ααα, ηηηη....»
«Ναι –αυτή».
«Δεν την είδα!»
«Ποτέ και σώσεις!»
Οι δυο τους χωρίζουν –ο Στάθης για να ψάξει τη Φανή, ο Πέτρος για να προσκολληθεί τους υπόλοιπους που κυλιούνται ήδη στα πεζοδρόμια λες κι είναι σαύρες που θέλουν να ξεφορτωθούν τα πουκάμισά τους. Το κασετόφωνο στριγκλίζει μικροφωνισμούς.
«Τι είναι αυτό;» δυσανασχετεί ο Πέτρος.
«Γκανγκ οφ Φορ –Άνθραξ», του εξηγεί ο Λούι.
«Ποιο είναι το συγκρότημα και ποιο το τραγούδι;» αναρωτιέται ο Πέτρος.
«Με τη σειρά ακριβώς που τα ΄πες...» χαμογελάει ο Λούι.
Κάθεται –μοιράζονται τσιγάρα από ένα ξεκοιλιασμένο πακέτο Camel.
«Ο δικός σου κυνηγάει τη Γωγώ τη βυζαρού που ψάχνει το γαμιά της;» απαγγέλλει το Φάντασμα.
«Αυτός τουλάχιστον θα την πιάσει ενώ εσύ...» κοροϊδεύει ο Ζόμπι.
«Δεν την έχω πιάσει εγώ εννοείς;» πετάγεται το Φάντασμα. «Και την έχω πιάσει και την έχω κουνήσει....»
«Μόνο αν θυμήθηκες στο τέλος να την τινάξεις δεν ξέρω...» συμπληρώνει ο Λούι.
«Κι αυτοί γαμιόσαντε....» μονολογεί ο Πέτρος.
«Συναναμετάξυ τους...» χαμογελάει ο Ζόμπι.
Έχει ήλιο χειμωνιάτικο, όλοι τους φοράνε ανοιχτά τζιν μπουφάν ή κολεγιακές με σηκωμένα μανίκια, τα κορίτσια δεν φοράνε ποδιές σήμερα και τα πάντα μοιάζουν με καρέ της υπόσχεσης.
Ο Γρηγόρης με τους δικούς τους φτάνουν καθυστερημένοι ως συνήθως. Δυο τρεις γκομενίτσες τρέχουν να τους συναντήσουν, ο Στάθης φτύνει στην άσφαλτο συνεχίζοντας να ψάχνει τη Φανή.

Οι πρόεδροι των τμημάτων κρέμονται από τις ανοιχτές πόρτες των τριών (τελικά) πούλμαν.
«Άντε τσακιστείτε ρε ψοφίμια!»
«Φεύγουμε μαλάκες!»
«Όποιος δεν ανέβει τώρα, μένει πίσω!»
Ο Πέτρος κοιτάζει έξω από το τζάμι περιμένοντας –είναι σίγουρος οτι δεν πρόκειται να συμβεί αλλά εξακολουθεί να περιμένει τη Μελίνα να εμφανιστεί τρέχοντας, ν΄ανέβει αλαφιασμένη στο πούλμαν, να του χαμογελάσει: «Άλλαξα γνώμη τελικά!»
«Μαζέψου!»
Ο Πέτρος με το ζόρι προλαβαίνει να τραβηχτεί καθώς ο Στάθης προσγειώνεται δίπλα του.
«Δε θα κάτσεις με την...»
«Όχι –θέλει να κάτσει με μια φίλη της».
«Ποια φίλη της; Μήπως να καθίσουμε ζευγαράκια;»
«Την Άννα τη χοντρή, δε νομίζω να έχεις διάθεση...»
«Όχι δεν έχω...»
«Ρε μπαγάσα –όποια και να’ταν... Αφού εσύ περιμένεις τη Μελίνα!»
«Τι μαλακίες λες τώρα;»
«Μεταξύ μας!»
«Μεταξά! Σάλτα γαμήσου!»
Ο Πέτρος κοιτάζει φουρκισμένος έξω από το παράθυρο όσο το πούλμαν ξεκινάει. Σκατά.
«Φιλάκι;»
Η μύτη του Στάθη δίπλα στη δική του.
«Βρε μ΄έναν πούστη!»
Το πούλμαν σταματάει σε φανάρι.

Ο Ζόρμπα δε Φρικ σηκώνεται από τη γαλαρία, το μούτρο του λαμποκοπάει τίγκα στα παστωμένα με Κλεραζίλ σπυριά. Κρατάει μια κασέτα με τις άκρες των δαχτύλων του λες και μόλις την ψάρεψε από τουαλέτα. Την πάει στον οδηγό του πούλμαν –έναν σιχαμένο σαραντάρη με τριχωτό άνοιγμα στο πουκάμισο, ο οδηγός βρωμοκοπάει Sante άφιλτρα –κάτι λένε, ο οδηγός συμφωνεί απρόθυμα. Κοιτάζει τους μαθητές από τον καθρέφτη του και βάζει την κασέτα. Ξεκινάνε οι κιθάρες κομμωτηρίου -«Λες μ΄αγαπάς/ θες να παντρευτούμε».
Ο Λούι δαγκώνει το πιστόλι που έφτιαξε με τα δάχτυλά του και τινάζει τα μυαλά του στον αέρα, ο Γιάννης δίπλα του καθαρίζει το κεφαλάρι του καθίσματος όλο σιχασιά.
«Γεια σου ρε Τζιμάκο με το κλαρίνο σου!» φωνάζει ο Πέτρος.
«Δεν είναι και τόσο χάλια...» μουρμουρίζει ο Στάθης από δίπλα του.
«Αρχαιολογίες....» σνομπάρει ο Πέτρος.
«Σιγά ρε εξελιγμένε! Δεν είδα όμως τίποτα δικούς σου να τους τραβάνε στα δικαστήρια όπως τις Ταξιαρχίες!»
«Επειδή βγάλανε την ξεβράκωτη στη σκηνή; Γαμώ τις επαναστάσεις –τι να σου πω!»
«Από κάπου πρέπει ν΄αρχίσει κανείς!»
«Κι αρχίσανε από κώλο καθότι επαναστάτες του κώλου!»
«Ρε άντε από ‘δω...»
«Κι εγώ σ΄αγαπώ/ γαμώ το Χριστό μου»
Η μουσική σταματάει απότομα, το ίδιο και το τραγούδι. Η κασέτα κουνιέται στο χέρι του οδηγού. Ο Ζόρμπα δε Φρικ χαζογελάει με τον Αχιλλέα και τους υπόλοιπους στη γαλαρία, ο οδηγός κουνάει την κασέτα νευριασμένα. Ο Πέτρος σηκώνεται να τη μαζέψει –κρίμα είναι να πεταχτεί. Την αρπάζει από το χέρι του οδηγού, κάνει μεταβολή κι αρχίζει να περπατάει στον διάδρομο του πούλμαν. Η Βιολέτα σηκώνεται και του κλείνει το δρόμο. Του δείχνει την κασέτα. Είναι κατακόκκινη και ίσως μεθυσμένη.
«Δική σου είναι;»
«Ναι αμέ!»
Του σκάει τότε ένα σκαμπίλι αστραφτερό –το πούλμαν εκτυφλώνεται για λίγο. Το σκαμπίλι τσούζει κι ο Πέτρος σηκώνει ήδη τη γροθιά του, κάπου στη μέση της διαδρομής συνέρχεται.
«Άντε παραδίπλα μωρή...» μουρμουρίζει καθώς την προσπερνάει.
Φτάνει στον Ζόρμπα δε Φρικ, του πετάει την κασέτα στα πόδια.
«Σιγά –θα τη χαλάσεις και είναι αυθεντική!» διαμαρτύρεται εκείνος.
«Αυθεντικό δεν είναι τίποτα δικό σου ρε γύφτο...» συνεχίζει το μουρμουρητό ο Πέτρος.
Πίσω του γελάει ο Γένιας με τον Αχιλλέα, ο Γρηγόρης δεν έχει χρόνο να γελάσει επειδή χαμουρεύεται με κάποια.
Προσωρινή κατάπαυση.

Ο δρόμος είναι ένα τεράστιο φίδι («το φίδι είναι μακρύ, εφτά μίλια/ καβάλα το φίδι μωρό μου») κι επειδή όλοι βιάστηκαν, τώρα ζαλίζονται σε κάθε τίναγμα του πούλμαν, ανακατεύονται όσο ταξιδεύουν πάνω στις κρύες φολίδες του φιδιού –εμετική μυρωδιά ούζου ανακατεμένη με καπνό, ο Παντελής έχει ανοίξει το παράθυρο, η Μαρίνα δίπλα του σηκώνει απορημένη τους ώμους, ο οδηγός ρωτάει, «ποιος κερατάς καπνίζει εκεί πίσω;»
«Θα πάω να του πω –δεν είναι κατάσταση!» λέει ο Παντελής.
«Κάτσε στ΄αυγά σου», κάνει η Μαρίνα.
Ναύπλιο.

Τα πούλμαν ξεβράζουν κανίβαλους. Οι κανίβαλοι πέφτουν άτσαλα στα παρτέρια της πλατείας. Τα παρτέρια αναποδογυρίζουν. Κάποιος θα φωνάξει σύντομα τους μπάτσους.
«Ποιος είναι για Παλαμήδι;» ρωτάνε δυο ξενέρωτες.
«Εγώ είμαι για το παλαμάρι πάντως!» ξεκαθαρίζει ο Σόλωνας. Μετά αγκαλιάζει τη Ρένα, τη μόνιμή του και αποχωρούν αδιάκριτα. Το Β1 στριφογυρίζει, ψάχνεται, στο τέλος ξεκινάει για το λιμάνι. Το Β3 αποφασίζει να μετρήσει τα σκαλιά του Παλαμηδιού. Το Β2 απλώνεται σαν αψέντι από σπασμένο μπουκάλι, στην αρχή περικυκλώνουν το πούλμαν μετά ανοίγονται προς το κέντρο της πόλης, χωρίζονται σε τόσες ομάδες όσοι και οι δρόμοι, μετακινούνται αργά, αναποφάσιστα –ίσως και απειλητικά. Κάποιοι φτάνουν στην κεντρική πλατεία, στριφογυρίζουν με μάτια μισόκλειστα, κεφάλια πονεμένα. Ακούγονται προτάσεις για καφέ –επειγόντως καφέ.
Το κασετόφωνο του Λούι πιάνει ολόκληρο το σιδερένιο τραπεζάκι του μαγαζιού.
«Βάλε κάτι», ζητάει ο Ζόμπι.
«Κάτι ρομαντικό;» αναρωτιέται ο Λούι.
«Ναι, ναι....»
«Ότι πεις!»
Σκαλίζει, ψάχνεται, βρίσκει, αλλάζει κασέτα, πατάει το πλέι.
«Ψηλά τα χέρια –ποιος θέλει να πεθάνει;/ Άκουσες για τον Σόνυ που κάηκε;/ Σαν λαμπερό ερωτικό αστέρι!»
«Καινούργιο;» ρωτάει ο Ζόμπι.
«Τελευταίο –μετά διαλύσανε», απαντάει ο Λούι.
«Έλα!»
«Κάπως βαβούρα...» μουρμουρίζει το Φάντασμα.
«Μετά στρώνει η κασέτα, έχω γράψει Ουράια Χιπ», γελάει ο Λούι.
«Σιγά και μην....»
«Αυτό έλειπε!»
Δεν προλαβαίνουν να γελάσουν πολύ. Το γκαρσόνι εμφανίζεται πάνω από τα κεφάλια τους.
«Ή κλείστε το ή φύγετε», λέει.
«Γιατί;»
«Ενοχλείτε τους πελάτες».
«Κι εμείς πελάτες είμαστε –πώς δηλαδή;»
«Ρε ακούτε τι σας λέω;»
Κοιτάζονται.
«Ακούμε;»
«Δώσε τόπο στην οργή...»
«Πάμε να φύγουμε –εδώ βρωμάει φορμόλη».
«Εσύ χάνεις λιγούρη!»
«Θα έβαζα και γάλα στον καφέ μου, απ΄αυτό που σου’χει λήξει από πέρσι...»
Διασχίζουν την πλατεία, φτάνουν στην εκκλησία. Τη φέρνουν γύρα.
«Το βλέπεις; Κοίτα –το βλέπεις;»
«Ποιο;»
«Έχουν σε τζαμάκι τη σφαίρα που αστόχησε όταν φάγανε τον Καποδίστρια!»
«Τι λε ρε παιδί μου! Για να δω!»
«Αν σπάγαμε το τζαμάκι και βουτάγαμε τη σφαίρα;»
«Ε και;»
«Μα πώς! Όλο και κάποιος θα ενδιαφερόταν να την αγοράσει –συλλέκτης κι έτσι να πούμε!»
«Βρε κόπανε, η σφαίρα είναι σημαντική επειδή ακριβώς είναι καρφωμένη στον τοίχο. Αν τη βγάλεις θα είναι απλώς μια σφαίρα από όπλο εποχής».
«Ε, να βγάλουμε κι ένα κομμάτι τοίχο τότε!»
«Μα είσαι εντελώς ηλίθιος!»
«Πάμε πίσω στα πούλμαν; Έκοψα κάποιο γρασιδάκι εκεί κοντά....»
«Ο Στάθης που είναι;»
«Τρέχα γύρευε...»
«Επειδή έχει εκείνες τις προμήθειες λέω....»
«Δεν τις έχει –τις άφησε μέσα στο πούλμαν».
«Ε, τι καθόμαστε εδώ πέρα λοιπόν;»
Αυτό το μέρος του χυμένου αψεντιού αδιαφορώντας για τους φυσικούς νόμους αποφασίζει να επιστρέψει από μόνο του στο μπουκάλι.

Ο Στάθης έχει ξεμείνει πίσω στα πούλμαν, η Φανή στριμωγμένη δίπλα του –αμήχανοι.
«Πάμε πουθενά;»
«Πού δηλαδή;»
«Πουθενά».
Την τραβάει κοντά του και τη φιλάει. Έχει σκοπό να συνεχίσει, αλλά νιώθει μια σκιά να τον πιέζει. Σπρώχνει τη Φανή λίγο στο πλάι, κοιτάζει –ο οδηγός του πούλμαν.
«Ελάτε μέσα ρε παιδιά, να σας βάλω και αιρ κοντίσιον...» χαμογελάει λιγδωμένα.
«Άστο –να λείπει...» απαντάει ο Στάθης. Σηκώνεται δίνοντας το χέρι του στη Φανή. «Πάμε», της λέει.
«Πού;» απορεί ξανά εκείνη.
«Κάπου».
Φεύγουν αγκαλιασμένοι.

Συναντιούνται με τους υπόλοιπους όσο εκείνοι επιστρέφουν.
«Πού πάτε ρε;»
«Κάποια βόλτα....»
«Να΄ρθω κι εγώ μαζί σας;»
«Αμέ! Έχω και φανάρι να σου δώσω να το κρατάς!»
«Το σακίδιό σου...»
«Μέσα –στη θέση μου. Ανοιχτό είναι το πούλμαν».
Χωρίζουν οι δρόμοι τους, για την ώρα.

Δυο μπουκάλια ουίσκι της πυρκαγιάς, ένα μπουκάλι κονιάκ, κάτι περισσεύματα ξεθυμασμένου ούζου, ένα μπουκάλι μαρτίνι, ένα μπουκάλι κουμ κουάτ! Καθόλου πάγος, καθόλου αναψυκτικά –πηχτό φαρμάκι το αλκοόλ κατεβαίνει. Στην αρχή με το ζόρι, αλλά όλοι βιάζονται να το ξεπεράσουν. Το κασετόφωνο του Λούι παίζει αβέρτα –πολλά παιδιά έχουν μαζευτεί τριγύρω τους, έχουν κάνει έναν μεγάλο κύκλο, σε μια μεριά κάθεται ανακούρκουδα κι ο οδηγός του πούλμαν δίπλα στη Βιολέτα. Η Βιολέτα, ακόμα πιο άσχημη τώρα που είναι για τα καλά μεθυσμένη. Κατακόκκινη.
Το κασετόφωνο παίζει μια καινούργια κασέτα, πιο πιασάρικα τραγούδια –όχι τα νιου γουέιβ του Λούι. Πέφτει καζούρα όταν ακούγονται οι Σκόρπιονς. Κάποιος ζητάει Πουλόπουλο για να δέσει το σιρόπι. Περνάνε καλά, γελάνε πολύ. Πίνουν βιαστικά, καταναγκαστικά. Ο Πέτρος σηκώνεται, τεντώνεται.
«Που πας;»
«Ξέρω ΄γω; Γενικότερα...»
Και φεύγει περιπατητικά.

Η Μαρίνα έχει καθίσει δίπλα στον Γιάννη από καθαρή σύμπτωση –είναι περίεργο, αλλά οι δυο τους δεν έτυχε να βρεθούν τόσο κοντά άλλη φορά. Διαφορετικά τμήματα, διαφορετικές δέσμες. Εκεί πέρα είναι το Φάντασμα με τον Ζόμπι, όμως το Φάντασμα έχει ψυλλιαστεί το ενδιαφέρον του Γιάννη για τη Μαρίνα –φροντίζει λοιπόν να γίνει αόρατος κρύβοντας και τον Ζόμπι ταυτόχρονα. Θέλουν να φτιάξουν έναν τοίχο για να δώσουν χώρο στον Γιάννη. Έναν τοίχο από ομίχλη –το Φάντασμα ειδικεύεται σε κάτι τέτοια. Σκουντάει τον Ζόμπι καθώς βλέπουν τον Γιάννη να μοστράρει το κολπάκι «ανάβω τον Zippo κροταλίζοντας τα δάχτυλα, τον σβήνω μ΄ένα τίναγμα στον αέρα» για χάρη της Μαρίνας.
«Σωστός!» ψιθυρίζει το Φάντασμα.
«Και τι τύπος!» σιγοντάρει ο Ζόμπι.
Η Μαρίνα αντικαρφώνεται παίρνοντας τον αναπτήρα από τον Γιάννη, τον περιεργάζεται και λέει «ωραίος αναπτήρας» ή κάτι τέτοιο.
«Αφού άλλο θέλεις να του πιάσεις μανάρι μου...» σφυρίζει το Φάντασμα.
«Σκάσε και κολύμπα!» διατάζει ο Ζόμπι.
«Όποιος δεν ανάψει το πρώτο του τσιγάρο με Zippo θα καταντήσει τραπεζικός ή δημόσιος υπάλληλος μια μέρα», ακούνε τον Γιάννη να λέει με μπλαζέ ύφος.
Γουρλώνουν ταυτόχρονα τα μάτια, πνίγονται, παθαίνουν σπασμούς αλλά συνεχίζουν να φτιάχνουν ομίχλες
Μέχρι να έρθει ο μαλάκας ο Παντελής και να τους ξεσκίσει τα αραχνοΰφαντα πέπλα.

Ο Πέτρος ανησυχεί. Αυτή η πόλη μοιάζει με τη λίμνη που υπάρχει δίπλα στο χωριό της μάνας του –τον είχαν πάει στη λίμνη όταν ήταν μικρός –νούφαρα, ανοιχτά δίχρωμα λουλούδια κολυμπούσαν στον αφρό της. Έβαλε το χέρι να τα πιάσει –το νερό ήταν παγωμένο. Βούτηξε το χέρι του βαθύτερα να συνηθίσει την θερμοκρασία, πόνος οξύς τον τίναξε, τράβηξε το χέρι πίσω –ένα νερόφιδο βιάστηκε να ξανακρυφτεί στο σκοτάδι της λίμνης. Αυτή η πόλη μοιάζει μ’ εκείνη τη λίμνη. Παρέες αντρών με πεινασμένα μάτια –τουλάχιστον στη λίμνη τα νερόφιδα είχαν την διακριτικότητα να παραμένουν κρυμμένα μέχρι να δαγκώσουν... Κι ο μαλάκας ο Στάθης –εδώ βρήκε να χαμουρευτεί μ΄εκείνη την κοπέλα; Πως διάολο την είπε; Ήταν καινούργια –αδύνατο να θυμηθεί το όνομά της....

Ο Πέτρος ξαναγυρίζει στην εκκλησία επειδή θέλει να δει τη σφαίρα ακόμα μια φορά, θέλει να νιώσει το θάνατο που έχει απομείνει στις πέτρες του τοίχου, σα μια μεμβράνη που κόλλησε και κανένας δε νοιάστηκε να την καθαρίσει –δε νοιάστηκε ή δε μπόρεσε... Ο Πέτρος έχει νιώσει το θάνατο πασαλειμμένο στις πέτρες του τοίχου και πάει πίσω στην εκκλησία για να τον ξανανιώσει. Στην αρχή περπατάει αφηρημένα –μέχρι που ψάχνει στα παγκάκια λες και υπήρχε περίπτωση να έχει καθίσει εκεί ο θάνατος, να ξαποστάσει πριν θερίσει... Αλλά μετά ακούγεται η κραυγή, δεν είναι σίγουρος, ίσως η κραυγή να βγαίνει από το μυαλό του, όμως τρέχει προς την πίσω μεριά της εκκλησίας. Νομίζει –όχι, είναι σίγουρος –πως έχει στριμώξει τον θάνατο στο αδιέξοδο, όπου να’ναι θα τον αναγκάσει να στρίψει το πρόσωπό του και να τον κοιτάξει.
«Σ΄έχω πούστη, σ΄έχω επιτέλους!» σφίγγει τα δόντια του ο Πέτρος.

Αλλά στο αδιέξοδο στενό είναι κάτι μαλάκες κοντοκουρεμένοι κι ανάμεσά τους μια κοπέλα, γνωστή, από το σχολείο του... Β1 ή Β3; Η κοπέλα μοιάζει τρομαγμένη, κουνάει τα χέρια προς το μέρος του κι ο Πέτρος γίνεται βιαστικά απογοητευμένος. Οι κοντοκουρεμένοι κάνουν να του κλείσουν το δρόμο, ίσως κάποια άλλη φορά –όχι σήμερα.... Ο Πέτρος πιάνει την κοπέλα από το μπράτσο και την τραβάει μαζί του.
«Πάμε –μας περιμένουν», της λέει.
Εκείνη σφίγγεται πάνω του, οι κοντοκουρεμένοι διαμαρτύρονται.
«Αφού είμαστε μια παρέα!»
Ο Πέτρος πετάει ένα «στ΄αρχίδια μου» και προχωράει βιαστικός –θέλει να ξεφορτωθεί αυτή την κοπέλα, θέλει να ξαναγυρίσει, να ψάξει για τον θάνατο που του παίζει αυτά τα μαλακισμένα παιχνίδια....
Βγαίνουν στην πλατεία με τους καργιόληδες στο κατόπι τους.

Ο Πέτρος έχει την εντύπωση οτι η κοπέλα κλαίει, γυρίζει λοιπόν αργά προς το μέρος της, προσπαθεί να την κοιτάξει. Αλλά εκείνη τη στιγμή εμφανίζονται οι δικοί του –τρέχοντας μπαίνουν από τον απέναντι δρόμο στην πλατεία, αλαφιασμένοι –τι συμβαίνει;
«Πέφτει ξύλο –έχουν στριμώξει το Στάθη...» χειρονομεί κάποιος.
Ο Πέτρος τους ακολουθεί, αναγκάζεται μάλιστα να φρενάρει συχνά για να τον φτάσουν οι υπόλοιποι, αφού δεν ξέρει κατά πού πέφτει το ξύλο.

Ο Στάθης είναι κωλόφαρδος επειδή έχει τύχει να περνάνε κάτι παιδιά από το Β3 –περιηγητές που επιστρέφουν από το Παλαμήδι. Αυτοί λοιπόν έχουν δει το στρίμωγμα, στον τοίχο ενός ερειπωμένου σπιτιού ο Στάθης και η Φανή, μπροστά τους 5 ή 6 φαντάροι με πολιτικά. Κάτι τσακώνονται, αλλά τα παιδιά που τρέχουν προς το μέρος τους δεν ακούνε.
«Αφήστε τους ρε μουνόπανα!» ουρλιάζει ο Γιάννης.
Οι φαντάροι γυρίζουν και κοιτάνε τα παιδιά που έχουν παραταχτεί απέναντί τους. Ο Στάθης χαμογελάει στη Φανή, είναι και οι δυο τους ιδρωμένοι. Οι φαντάροι τούς κόβουν το δρόμο –κάπως μπερδεμένο μοιάζει όλο αυτό...
Όλοι μένουν να κοιτάζονται ακίνητοι. Σχεδόν όλοι.

Το Φάντασμα γλιστράει από τα πλάγια, εκμεταλλεύεται τις πεσμένες στα πεζοδρόμια σκιές, φτάνει κοντά σ΄ένα φαντάρο –εκείνος τον παίρνει χαμπάρι τελευταία στιγμή.
«Είσαι πολύ άντρας;» του σφυρίζει το Φάντασμα αλλά ο φαντάρος δεν καταλαβαίνει αν το σφύριγμα βγαίνει από τη φωνή ή από το χέρι του Φαντάσματος που τον χαστουκίζει στο αριστερό αυτί.
Ο φαντάρος σηκώνει τα χέρια του και μετά γονατίζει κλαίγοντας. Τα υπόλοιπα παιδιά ζωντανεύουν απότομα, ορμάνε στους φαντάρους, μουγκρίζοντας «ντου». Ο Στάθης βρίσκει ευκαιρία και τραβάει τη Φανή μακριά από το ξύλο, μετά επιστρέφει και πλακώνει στις κλωτσιές έναν μισοπεσμένο φαντάρο. Τα παιδιά δεν σταματάνε παρ΄όλο που οι φαντάροι έχουν ήδη εγκαταλείψει κάθε αντίσταση –όλο και περισσότερα παιδιά καταφθάνουν.
«Πάμε να φύγουμε», λέει ο Ζόμπι. «Εδώ θα γίνει σκοτωμός».
Ο Γιάννης φτύνει κάποιον ξαπλωμένο και κάνει πίσω, ο Πέτρος έχει ήδη ξεκολλήσει από τη συμπλοκή, τραβάνε τον Στάθη και τον Λούι –το Φάντασμα είναι στην άλλη άκρη του δρόμου ψάχνοντας κάτι. Τον πλησιάζουν.
«Θα γίνει της κόφας», γελάει το Φάντασμα.
Ο Γιάννης τον πλησιάζει, κοιτάζει προς τη μεριά που δείχνει το Φάντασμα, μια ομάδα κοντοκουρεμένων φαίνεται να κοντοζυγώνει –πόσοι είναι; Τι κρατάνε;
«Έρχονται κι άλλοι –ετοιμαστείτε!» ουρλιάζει ο Γιάννης.
Κάποια παιδιά σταματάνε να κλωτσάνε τους πεσμένους.
Ο Γιάννης ξεδιαλέγει τα κορίτσια –τα τραβάει στην άκρη.
«Πηγαίνετε να φέρετε όποιους βρείτε! Εδώ θα γίνει κόλαση!» τους λέει.
Τα κορίτσια τρέχουν όσο μπορούν πιο γρήγορα. Οι καινούργιοι φαντάροι πλησιάζουν. Ο Πέτρος τραβάει μια σφαλιάρα στο Στάθη.
«Μαλάκα –κοίτα τι τραβάμε για πάρτη σου!»
Ο Στάθης χαζογελάει.
Ο Ζόμπι ακουμπάει στην πλάτη του Φαντάσματος κι ο Γιάννης βγαίνει μπροστά για να μην αφήσει μόνο του τον Λούι.
«Ροκ δε Μπίλι Μπούγκι!» κλείνει το μάτι ο Λούι στον Γιάννη δείχνοντας τους φαντάρους που πλησιάζουν.
«Είσαι και πολύ μαλάκας τελικά!» γελάει ο Γιάννης.
Και μετά ρίχνει ένα σπριντ προς το μέρος των φαντάρων. Ο Λούι βιάζεται να σπριντάρει δίπλα του –τρέχουν δαιμονισμένα για να καλύψουν τα μέτρα που τους χωρίζουν. Οι υπόλοιποι τους παίρνουν χαμπάρι σχεδόν αμέσως.
«Α τα μουνιά!» απορεί ο Στάθης και αρχίζει να τρέχει με τη σειρά του για να τους προφτάσει.
«Που πάτε ρε;» φωνάζει ο Ζόμπι και σπριντάρει επίσης.
Οι φαντάροι βλέπουν τέσσερα παιδιά να έρχονται τρέχοντας προς το μέρος τους, κοντοστέκονται με απορία. Φυσικά, το Φάντασμα έχει ήδη φτάσει στο πλάι των φαντάρων και διαλέγει στόχο.

«Σπάστο το γαμήδι!» γελάει ο Γρηγόρης.
Ο Αχιλλέας πετάει το σκουπιδοτενεκέ στη βιτρίνα, η βιτρίνα γίνεται ιστός αράχνης, ιστός διάφανης κοφτερής αράχνης.
«Μαλακίες έκανες. Θέλει κι άλλο», λέει ο Γρηγόρης.
«Πάμε να φύγουμε –έρχονται!» φωνάζει ο Γένιας από τη γωνία.
Το βάζουν στα πόδια.

«Έρχονται κι άλλοι!»
«Μα πόσοι πια!»
«Να την κοπανήσουμε!»
«Πολύ αργά!»
«Που είναι το Β1;»
«Πλάτη στον τοίχο –θα μας λιανίσουν!»

Η πόλη σηκώνει ένα μαύρο σύννεφο, δεν είναι τόσο ενοχλητικός ο ήλιος πλέον. Ίσως και να φταίει το απόγευμα. Παιδιά κλαίνε και παιδιά ουρλιάζουν –κοντοκουρεμένα παιδιά κι άλλα με μακριά όρθια μαλλιά, είναι στιγμές που όλα ησυχάζουν κι ακούγεται μόνο ένα λαχάνιασμα να βγαίνει από χωμάτινα πνευμόνια.

«Ο Σόλωνας!»
«Και οι δικοί του!»
«Τώρα θα τους πάρουμε φαλάγγι!»
«Αίμα και λάσπη!»

Τα παιδιά αλαλάζουν ινδιάνικα. Κανένας δεν βλέπει μακρύτερα από είκοσι πόντους. Μπροστά του ή δίπλα του.

Μετράνε κεφάλια καθώς τους τραβάνε μέσα στα πούλμαν. Βρίζονται άσχημα, ειδικά όσοι δεν έχουν καταλάβει οτι το πανηγύρι τελείωσε, αυτοί που έχουν φάει περισσότερες απ΄όσες έριξαν.
«Έλα –φεύγουμε».
«Άσε με να το γαμήσω το μουνάκι!»
«Ποιον ρε ηλίθιε; Το ΄βαλανε στα πόδια!»
«Θα τον φτάσω –άσε με!»
«Όπου να΄ναι πλακώνει η μπατσαρία!»
«Θα τους γαμήσω κι αυτούς –θα γαμήσω ότι κινείται!»
«Καλά –κατούρα και λίγο».

Τα πούλμαν ξεκινάνε με μεγάλη καθυστέρηση. Οι σειρήνες σκίζουν τους δρόμους της πόλης. Οι πρόεδροι των τμημάτων έχουν κρεμαστεί στους οδηγούς.
«Φύγε!»
«Αν μου κάνουν σήμα θα σταματήσω!»
«Μην τολμήσεις...»
«Θα χάσω την άδειά μου....»
«Έτσι κι αλλιώς θα την χάσεις που δέχτηκες να μεταφέρεις ανήλικους ασυνόδευτους!»
«Κωλόπαιδα!»
«Φύγε και μην κοιτάς πίσω!»
Τα πούλμαν βγαίνουν στον εθνικό δρόμο. Γεμάτα θολά μάτια.

Αίμα τρέχει από το φρύδι του. Ο Στάθης τσακίζει στα δύο το τσιγάρο και του βάζει καπνό στην πληγή.
«Τι θα πεις στη μάνα σου;» τον ρωτάει.
«Παπαριές –έπεσα στη μπάλα...» απαντάει ο Πέτρος.
«Νομίζουν οτι είσαι σχολείο τώρα –έτσι;»
«Ναι, δεν τους είπα....»
«Καλύτερα. Να μη σου πρήζουν και τ΄αρχίδια....»
«Ναι –κάπως έτσι....»
«Στο χρωστάω το σημερινό, να το ξέρεις...»
«Κοίτα τότε να μου το ξεχρεώσεις πριν πεθάνω».
«Έχεις καιρό ακόμα...» μουρμουρίζει ο Στάθης σπάζοντας και δεύτερο τσιγάρο για να σταματήσει το αίμα της πληγής.

Ο Ζόμπι κοιμάται με το στόμα μισάνοιχτο, το Φάντασμα έχει εξαϋλωθεί για μια ακόμα φορά από δίπλα του κι έτσι αόρατος περιτριγυρίζει το πούλμαν. Ο Λούι κοιτάζει έξω, ο Γιάννης πλάι του καπνίζει στη ζούλα.
«Δε θα μας πιάσουν ποτέ ζωντανούς», ψιθυρίζει ο Λούι.
«Τι πράγμα;» πετάγεται ο Γιάννης.
«Τίποτα –είμαι αλλού», του απαντάει εκείνος.
«Γνώρισα κάποια σήμερα....» λέει ο Γιάννης.
«Πως κι έτσι;» συνέρχεται ο Λούι.
«Κάπως έτσι...» απαντάει ο Γιάννης.
«Και;» περιμένει ο Λούι
«Και. –τίποτα», κόβει την κουβέντα ο Γιάννης.

Τα πούλμαν ξανακαβαλάνε το φίδι επιστρέφοντας και τα παιδιά σφαλίζουν τα μάτια για ν΄αντέξουν.

Τρίτη, Μαΐου 04, 2010

8. «Ακόμα μια κούπα καφέ για το δρόμο»

Έφερε την κούπα μπροστά στο στόμα, την άφησε ν’αχνίζει κάτω από τα ρουθούνια του –λες κι η άχνα του καφέ θα αναπλήρωνε τον χαμένο ύπνο. Την κούραση. Το ελαφρύ κεφάλι. Το τζιν που έκαιγε ακόμα το στομάχι του. Αποφάσισε κιόλας να πιει την πρώτη γουλιά καφέ αλλά τον έπιασε βήχας –ένας μαλακισμένος βήχας απ΄αυτούς που σέρνουνε τσουγκράνα στα σωθικά σου -άφησε κάτω την κούπα κι έψαξε τα τσιγάρα του
.
Μια ασημένια ταμπακέρα σε σχήμα Zippo κι ένας Zippo με χαραγμένα τ’αρχικά της σε μια καρδιά στο πλάι –του τα είχε κάνει δώρο σετάκι. Όταν πρωτοσυναντήθηκαν, εκείνος της μόστραρε το κολπάκι «ανάβω τον Zippo κροταλίζοντας τα δάχτυλα, τον σβήνω μ΄ένα τίναγμα στον αέρα». Εκείνη είχε εντυπωσιαστεί αλλά δεν ήθελε να το δείξει. «Ωραίος αναπτήρας», είχε πει. «Όποιος δεν ανάψει το πρώτο του τσιγάρο με Zippo θα καταντήσει τραπεζικός ή δημόσιος υπάλληλος μια μέρα», είχε υπενθυμίσει την παλιά προφητεία ο Γιάννης με μπλαζέ ύφος. Του ερχόταν η ανάμνηση σε κάθε τσιγάρο που άναβε, ζάρωνε τα φρύδια, έσφιγγε τα χείλη, βλαστημούσε τρίζοντας τα δόντια του. «Πρώτα θα πεθάνω και μετά θα ξεχάσω». Πνίγηκε με την πρώτη τζούρα του τσιγάρου, ήπιε μια μεγάλη γουλιά καφέ για να μαλακώσει ο λαιμός του, συνέχισε να καπνίζει.

Απέναντί του ανοιχτή η τηλεόραση με χαμηλωμένο ήχο, ένας ξαναμμένος χοντρός έκανε νοήματα σε μια αρσενική σαύρα με γυαλιά, πίσω τους, σε γιγαντοοθόνη, περνάγανε αυτοκίνητα. Ο Γιάννης κοίταξε προσεκτικά –είδε τον χοντρό να ψεκάζει τον σαύρα με σάλια και μετά είδε τον σαύρα να κουνάει τα χαρτιά του, σε λίγο και οι δυο τους ηρέμησαν επειδή ήρθε μια μεσόκοπη πλατινέ γκόμενα με ξεχειλωμένα βυζιά. Ο Γιάννης προσηλώθηκε για λίγη ώρα υπολογίζοντας πότε τα βυζιά της θα χυθούν έξω από το ντεκολτέ, άναψε δεύτερο τσιγάρο, αποφάσισε οτι δεν υπήρχε περίπτωση και άλλαξε κανάλι. Ο ξαναμμένος χοντρός πεταγόταν σε κάθε φώτισμα της οθόνης, πότε φαλακρός, πότε γυαλάκιας, πότε με πουκάμισο, πότε με σακάκι, πότε αδυνατισμένος –αλλά πάντα ξαναμμένος. Τι διάολο τον έτρωγε πρωινιάτικα; Σα να είχε φύγει βιαστικά από το σπίτι, πριν προλάβει να ολοκληρώσει την πρωινή του τουαλέτα. Ο Γιάννης άλλαξε ακόμα μερικά κανάλια –έπεσε σε κάτι καρτούν τερατώδικα, με δαγκάνες καβουριών για χέρια με μουστάκια ποντικιών στις μούρες, χάζεψε παρακολουθώντας. Περίμενε να σκάσει το παλικαράκι και να τα καθαρίσει όλα αυτά τα εκτοπλάσματα, αλλά στο τέλος έγινε το ανάποδο –τα τέρατα καθάρισαν κάτι συμπαθητικές φιγούρες με μαύρες κολάν φόρμες.
«Ένα περίεργο πράγμα!» αναφώνησε πίνοντας τις τελευταίες γουλιές καφέ.

Στο ασανσέρ ζαλίστηκε –αναγκάστηκε ν΄ακουμπίσει στους καθρέφτες για να μη σωριαστεί. Ο αέρας στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας τον βοήθησε να συνέλθει –αν βέβαια ο πονοκέφαλος, η τάση για εμετό και οι τρεμούλες μπορούν να θεωρηθούν ενδείξεις για κάτι τέτοιο. Ξεκλείδωσε το αυτοκίνητό του και ξεκίνησε με απαλές κινήσεις –σα να είχε αυγά μέσα στα παπούτσια του. Έτσι οδηγούσε πάντα, του το είχαν πει «κανονικός μηχανοδηγός τρένου». Έμοιαζαν ακίνητα τα οχήματα που οδηγούσε, νόμιζες οτι θα μπορούσες ν΄ανοίξεις την πόρτα και να κατέβεις –μόνο αν κοίταζες το καντράν θα ανακάλυπτες οτι πήγαινε με 100 χιλιόμετρα και βάλε. Έλεγξε ασυναίσθητα το διπλανό του κάθισμα όσο έβγαινε στο δρόμο, να δει αν ήταν εκεί και μισοκοιμόταν –δεν ήταν εκεί. Άνοιξε το πλαϊνό του παράθυρο κι έφτυσε στον παγωμένο πρωινό αέρα.

Βγαίνοντας στη λεωφόρο άφησε την αργή κίνηση του μποτιλιαρίσματος να τον συνεπάρει, είδε τους πονηρούς που γύρευαν να σφηνώσουν σε άλλη λωρίδα νομίζοντας οτι έτσι θα πάνε πιο γρήγορα –έπαιξε μαζί τους, δίνοντας επίτηδες χώρους και κλείνοντάς τους πριν προλάβουν οι άλλοι να τους γεμίσουν –έψαξε στο ραδιόφωνο, ειδήσεις, τραγούδια, ειδήσεις, ειδήσεις, ειδήσεις, αθλητικά, ειδήσεις –το΄κλεισε.

Η ποδιά του αυτοκινήτου κοπάνησε άσχημα καθώς ανέβαινε το πεζοδρόμιο, πάρκαρε δίπλα στο παπί του πιτσιρικά που είχε έρθει νωρίτερα από εκείνον και είχε ήδη ανοίξει τα ρολά. Ακούμπησε το κεφάλι στο τιμόνι, όλα τραντάχτηκαν απότομα πριν σταθεροποιηθούν. «Για πόσο άραγε;» αναρωτήθηκε έχοντας την αίσθηση οτι η απορία του ήταν γενικότερης φύσης.
«Καλημέρα αφεντικό!» του φώναξε ο πιτσιρικάς από την πόρτα.
«Κακό ψόφο μούλε», τον χαιρέτησε ο Γιάννης μισοσκυμμένος ακόμα έξω από το αυτοκίνητό του.
Ο πιτσιρικάς ξεκαρδίστηκε.

Μπήκαν και οι δυο στο μαγαζί, η μυρωδιά του λουστραρισμένου δέρματος τούς έφερε τσούξιμο στα μάτια.
«Καφέ έβαλες;» ρώτησε ο Γιάννης.
«Δεν πίνεται αυτός της καφετιέρας. Θα πάω να πάρω απέξω –θες;» είπε ο πιτσιρικάς.
«Τι μάκινα είναι αυτή που πας ν’αρχίσεις;» απόρησε ο Γιάννης. «Εμείς πίνουμε 10 κούπες τη μέρα, θα τρέχουμε συνέχεια στα σαντουιτσάδικα;»
«Ε, τι να γίνει; Μέχρι να πάρεις καμιά εσπρεσιέρα της προκοπής...» απάντησε ο πιτσιρικάς.
«Ρε σάλτα γαμήσου παραδίπλα –που θες κι εσπρεσιέρα!» τσαντίστηκε ο Γιάννης.
Μετά έφυγε για το κουζινάκι στο πλάι του μαγαζιού, ξέπλυνε τη γυάλα της καφετιέρας και τη γέμισε νερό. Άλλαξε το φίλτρο, έριξε μέσα 5-6 κουταλιές καφέ κι έκατσε περιμένοντας τη μυρωδιά ν’αναδυθεί από τα πλάγια του βραστήρα. Όσο περίμενε, έριχνε κλεφτές ματιές στο μαγαζί –μπας και μπει κανένας πελάτης. «Σκεφτόμαστε τώρα και καμιά μαλακία να περνάει η ώρα», μουρμούριζε.

Το παπουτσάδικο το είχε κληρονομήσει από τον θείο του, τρία μαγαζιά ήταν η επιχείρηση, καθένα σε διαφορετική συνοικία –αλλά ένεκα η κρίση... Ποια κρίση δηλαδή, η μαλακία που τον έδερνε πες καλύτερα... Τέλος πάντων, είχε κατορθώσει να «κάνει τα τρία δυο» πριν συγχωνεύσει τα δυο εναπομείναντα μαγαζιά σε ένα και μοναδικό –αυτό εδώ που φυτοζωούσε. Το κράταγε ανοιχτό συνεχές ωράριο, 9 με 8, είχε τον πιτσιρικά για τα πρωινά και μια φοιτητριούλα από το μεσημέρι και μετά. 9 με 5 ο μούλος, 12 με 8 η αφηρημένη. Κι εκείνος παντός καιρού, ανεξαρτήτως ωραρίου, μονίμως επιστρέφων εντός ολίγου. Έβαλε στην κούπα του τον πρώτο καφέ που έπεσε στη γυάλα, τον πιο βαρύ –πάντα το έκανε αυτό κι ο πιτσιρικάς έπινε τα δεύτερα, τα αποπλύματα, ήταν να μη μουρμουράει μετά; Πρόσθεσε και κάμποσο κονιακάκι, κατάπιε δυο ασπιρίνες αμάσητες, κάθισε στο γραφειάκι του περιμένοντας να νιώσει καλύτερα. Αλλά αντί γι΄αυτό μπήκε ο πιτσιρικάς φουριόζος σπρώχνοντας την πλεξιγκλάς βιτρινόπορτα.
«Αφεντικό, επειδή το΄ξερα οτι θα ζήλευες σού πήρα κι εσένα!» τσίριξε.
Μετά απόθεσε ένα μυρωδάτο σίχαμα με κανέλες, χρωματιστή τρούφα και οροπέδια άσπρης κρέμας που φιλοδοξούσε να περνιέται για καφές.
«Τι είναι αυτό ρε βλαμμένε;» απόρησε ειλικρινά ο Γιάννης.
«Εσπρέσο Ματσιατίσιμο!» κοκορεύτηκε ο πιτσιρικάς.
«Να πας να σε διαβάσει παπάς –άλλη ελπίδα δεν βλέπω για την περίπτωσή σου...» του πρότεινε ο Γιάννης.
«Δοκίμασε ρε αφεντικό –μην είσαι τόσο δυσκοίλιος!»
Ο Γιάννης τον κοίταξε όσο ένιωθε τα σφυριά να ξεκινάνε μεροκάματο μέσα στο κεφάλι του. Σκέφτηκε λοιπόν να τραβήξει μια γουλιά από ευγένεια, μπας και τον ξεφορτώσει ο πιτσιρικάς –τράβηξε με τα χείλη του το χοντρό καλαμάκι, ρούφηξε....
«Τι έπαθες αφεντικό;» ήρθε πίσω του ανήσυχος ο πιτσιρικάς όσο εκείνος έφτυνε με σιχασιά στον νεροχύτη, πίσω στο κουζινάκι, και καθάριζε το στόμα του κάνοντας γαργάρες.
«Να σου πω ρε μούλε –για καφέ στο δώσανε αυτό το πράμα;» τον ρώτησε όταν συνήλθε κάπως.
«Ναι –γιατί;»
«Να τους το πας πίσω τότε. Αυτό δεν είναι καφές, μαλάκα μου, γαλακτομπούρεκο σε πλαστικό ποτήρι είναι!»
Ο πιτσιρικάς ξεκαρδίστηκε κι έτσι τον ξεφορτώθηκε ο Γιάννης για λίγη ώρα. Άναψε καινούργιο τσιγάρο γλιστρώντας τον Zippo ασυναίσθητα, παράλληλα με τη ραφή του τζιν παντελονιού του. Ρούφηξε μετά τον πηχτό καπνό του Camel και πνίγηκε συγκρατημένα.
Τότε ακριβώς χτύπησε το τηλέφωνο.
«Παρακαλώ;» αρπάχτηκε βιαστικά από το ακουστικό
, κάπως αιφνιδιασμένος.
«Τζόνι;» αναρωτήθηκε η φωνή από την άλλη άκρη.
«Ποιος είναι;»
«Ο Σάκης παιχταρά μου! Σακ Ατάκ –έτσι;»
Ο Γιάννης απομάκρυνε το ακουστικό από το αυτί του και βλαστήμησε στα μουγκά. Τι σκατά τους είχε τους υπαλλήλους στο μαγαζί άμα ήταν να σηκώνει από μόνος του τα τηλέφωνα;
«Ναι, τι έγινε ρε Σάκη...» μουρμούρισε αποκαμωμένα.
«Σκοτώθηκε ο Πέτρος, δεν τα΄μαθες;» έκανε η σχεδόν θιγμένη φωνή στην άλλη άκρη.
«Γιατί να τα μάθω; Σε γραφείο τελετών δουλεύω;» απόρησε ο Γιάννης. Τα σφυριά στο κεφάλι του μπερδεύτηκαν, κοπάνησαν μεταξύ τους πριν συνεχίσουν το κάρφωμα, σπίθες πετάχτηκαν μπροστά στα μάτια του.
«Ρε φίλε τι λες τώρα; Κολλητός σου δεν ήτανε ο Πέτρος;»
«Κοίτα Σάκη –κατά πρώτον μιλάς για κάτι αιώνες πριν...»
«Αιώνες –άκου το μαλάκα! Τα σχολικά μας χρόνια ρε –η καλύτερη εποχή, ξεχνιούνται αυτά;»
«Τι να σου πω αγόρι μου, αν η καλύτερή σου εποχή ήταν τα σχολικά σου χρόνια καλά κάνεις και τα θυμάσαι... Εγώ από τότε δεν θυμάμαι ούτε πώς με λέγανε....»
Έπεσε ησυχία στην άλλη άκρη του σύρματος.
«Αλλά απ΄ότι λίγα θυμάμαι, δεν έκανες και πολύ παρέα με τον Πέτρο –έτσι δεν είναι ρε Σάκη;» τον κάρφωσε ο Γιάννης.
«Εντάξει τώρα –δεν έχει σχέση...»
«Ναι, δεν έχω χέσει ακόμα, σε λίγο λέω να πάω –λοιπόν....» ξηγήθηκε μια χοντροκομμένη μαθητική ντρίπλα ο Γιάννης.
«Η κηδεία του είναι την Τετάρτη», είπε σιγά ο Σάκης.
«Ποιανού;» ρώτησε ο Γιάννης.
«Του Πέτρου ρε άνθρωπε!» τσίριξε ο Σάκης.
«Στ΄αρχίδια μου», τον διαβεβαίωσε ο Γιάννης και κοπάνησε το τηλέφωνο.
Θράσος που το έχουν μερικοί! Άναψε καινούργιο τσιγάρο φουρκισμένος.

«Γιατί έβριζες ρε αφεντικό;» ρώτησε μουλωχτά ο πιτσιρικάς.
«Για να μη σε πλακώσω στις γρήγορες –γι’ αυτό...» του ξέκοψε ο Γιάννης.

Πρωινό καθημερινής σημαίνει σκότωμα αλογόμυγας αν έχεις μαγαζί στα προάστια –αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που είχε μάθει ο Γιάννης όταν ξεκίνησε να δουλεύει στο μαγαζί του θείου του. «Καφεδάκι, τσιγαράκι, μετά ουζάκι, μπυρίτσα... Μόνο τα απογεύματα πλακώνει κόσμος», του έλεγε ο θείος προσπαθώντας να τον πείσει οτι δεν υπήρχε καλύτερο μέρος για πρωινό ρηλάξ από το κωλομάγαζο. Ο Γιάννης σκεφτόταν από τότε οτι τα είχε κάπως μπερδεμένα στο μυαλό του ο θείος –αν δηλαδή πέρναγε για ρηλαξάρισμα αυτό το καθημερινό μαρτύριο γιατί να μην αράζανε ο καθένας τους σ΄ένα φέρετρο να προβάρουν και τους ρόλους τους περί αιωνιότητας; Τουλάχιστον μέσα στο καπιτονέ φέρετρο θα μπορούσες να το κόψεις στον ύπνο –κανένας καργιόλης δεν θα σου έλεγε...
«Καλημέρα κύριε Γιάννη»
«Καλημέρα, καλημέρα....»
Ή καμιά καργιόλα.... Πότε πήγε κιόλας 12 και ήρθε η πιτσιρίκα;
«Ήθελα να σας ρωτήσω...» κόμπιασε η μικρή μπροστά του.
Ο Γιάννης σήκωσε τα μάτια από το χαρτί με τις ζωγραφιστές πεντάλφες και τα σφυροδρέπανα, άφησε το στυλό και την κοίταξε.
«Άδεια θες –έτσι;» μουρμούρισε.
«Ναι, έχω εξεταστική και πρέπει....»
«Παπάρια εξεταστική έχεις –λες κι εμείς δεν περάσαμε... Τέλος πάντων, να χαρείς, μη μου λες παραμύθια!» δυσανασχέτησε ο Γιάννης.
«Δηλαδή, να....» δίπλωσε αμήχανα τα δάχτυλά της η πιτσιρίκα.
«Καθάρισε με τον μουλόσπορο εκεί πέρα –πόσες μέρες θες να λείψεις;» ρώτησε ο Γιάννης.
«Έλεγα για δύο...»
«Πέμπτη, Παρασκευή –έτσι;»
«Ε, ναι....»
«Ταξιδάκι με τον γκόμενο;»
«Όχιιιι....»
«Καλά –τέλος πάντων, δε με νοιάζει. Κανόνισε με τον άλλον να κάτσει τουλάχιστον τη μια μέρα παραπάνω....»
«Εντάξει! Ευχαριστώ πολύ κύριε Γιάννη!»
Την παρακολούθησε ν΄απομακρύνεται κουνιστή και λυγιστή –σα διαφήμιση μοχίτο. Θα τον κατάφερνε τον μουλόσπορο, τον είχε ήδη στο βρακί της έτσι κι αλλιώς –ή μάλλον, μόνο αλλιώς, όχι έτσι –αφού ο μουλόσπορος μόνο έβλεπε, δεν άγγιζε. Αυτά κάνανε οι γυναίκες από τότε που τις θυμόταν ο Γιάννης –πουλάγανε ακριβά την πραμάτεια τους. Όσο λιγότερα διέθεταν, τόσο περισσότερο σε παίδευαν με τα παζάρια –καλά κάνανε. Όχι σαν τους μαλάκες που την είχαν δει μονίμως υπερπαραγωγή: «για σένα τα πάντα» και μετά ερχόταν κάποια άλλη κι άντε πάλι «για σένα τα πάντα» -αφού τα έδωσες στην προηγούμενη ρε ηλίθιε! Το «για σένα τα πάντα» τελικά σήμαινε «τα πάντα που έχω» -δηλαδή τίποτα. Γι΄αυτό γυροφέρνανε τα «πάντα» τους οι μαλάκες από τη μια στην άλλη...

Εκείνη βέβαια δεν ήταν έτσι. Δεν παζάρευε, έμοιαζε αποφασισμένη να τα δώσει όλα –άνευ όρων. Κι έτσι έκανε δηλαδή και όλα ήταν τόσο όμορφα που ο Γιάννης δεν το πίστευε. Η ζωή δεν μπορεί ποτέ να είναι τόσο όμορφη, η ζωή είναι ένα κυνηγητό κι εσύ στο ρόλο του θηράματος –«κι αν υπάρχει ένα μέρος που δε με κυνηγάνε/ το μέρος αυτό το λέω σπίτι», μόνο που, ακόμα και μέσα στο σπίτι σου -δε γίνεται! Κάπου θα στην έχουν στημένη. Ο Γιάννης έκανε τη μαλακία και το ξέχασε –πες το έρωτα, πες το ανάγκη για ξεκούραση, πες το όπως θες. Και εσύ βέβαια, μπορεί να ξεχάσεις την παγίδα, αλλά η παγίδα δεν σε ξεχνάει ποτέ –όχι μέχρι να πέσεις μέσα τουλάχιστον. Εκείνη, ο Ηλίας το Φάντασμα, η παγίδα –δόκανο που κομματιάζει τον αστράγαλό σου, εσωτερική αιμορραγία. «Όλα καλά;» «Μια χαρά...» «Ξέρεις....» «Ούτε ξέρω, ούτε θέλω να μάθω».
Εκείνη που μάζεψε τα πράγματά της κι έφυγε από το σπίτι, ο Ηλίας που τον περίμενε στο συνηθισμένο μέρος, τη συνηθισμένη ώρα –μέχρι να γίνει το μέρος ασυνήθιστο και η ώρα ακατάλληλη –δεν εξηγείται αλλιώς το οτι ποτέ δεν συναντήθηκαν. Το συνηθισμένο μέρος έμοιαζε τώρα να είναι μια κηδεία -και η ώρα επίσης.
«Δεν πρόκειται να πάω ούτε σέρνοντας», μούγκρισε ο Γιάννης.
«Ψηλά τα χέρια και βγάλτε το σκασμό!» βρόντηξε μια φωνή.
Ο Γιάννης τινάχτηκε ξυπνώντας –η πρώτη του σκέψη ήταν οτι τον πιάσανε με κατεβασμένα τα παντελόνια. Δε μίλησε. Στη μέση του μαγαζιού η πιτσιρίκα κι ο μούλος πισωπατούσαν με τα χέρια ψηλά, ο Γιάννης έβλεπε τους ώμους της πιτσιρίκας ν’ανεβοκατεβαίνουν, μπροστά τους ένας αναμαλλιασμένος άντρας. Όχι πολύ μεγάλος –το πολύ τριαντάρης. Ο Γιάννης σηκώθηκε αργά από το γραφειάκι.
«Τι τρέχει;» φώναξε.
«Τρέχει οτι άμα δε μου δώσετε την είσπραξη θα σας γαμήσω!» φώναξε ο άντρας.
«Έλα δω –άστους αυτούς, εδώ είναι τα λεφτά», του είπε ο Γιάννης.
Ο άντρας δίστασε.
«Έλα να τελειώνουμε, μη μπει κάνας πελάτης!» δυσανασχέτησε ο Γιάννης.
«Πηγαίνετε στο βάθος να σας βλέπω!» φώναξε ο άντρας κι ακολούθησε τα δυο παιδιά που προχωρούσαν με κατεβασμένα κεφάλια.
Έτσι έφτασε απέναντι από τον Γιάννη, το μικρό γραφείο μονάχα τους χώριζε. Κοιτάχτηκαν.
«Κατέβαινε το χρήμα....» μούγκρισε.
Ο Γιάννης έπιασε το συρτάρι ακριβώς μπροστά του, μέτρησε τον άντρα με τα μάτια, θολά μάτια απεγνωσμένα, κοίταξε μετά το χέρι του που τον σημάδευε τεντωμένο αλλά στριμμένο στο πλάι. Ακόμα μια μαλακισμένη απομίμηση αμερικάνικης ταινίας, αν ο άντρας επιχειρούσε να πυροβολήσει θα έσπαγε και το χέρι του μαζί.
Ο Γιάννης τράβηξε απότομα το συρτάρι, το συρτάρι τινάχτηκε βγαίνοντας από το γραφείο και άδειασε στο πάτωμα, ο άντρας έσκυψε λίγο πιο μπροστά για να δει, ο Γιάννης του άρπαξε τον καρπό και τον έστριψε δυνατά. Ο άντρας ούρλιαξε, το πιστόλι έπεσε στο πάτωμα, ο Γιάννης το μπλόκαρε κάτω από το παπούτσι του. Εξακολουθώντας να κρατάει τον καρπό του άντρα.
«Άσε με ρε πούστη!» ούρλιαξε εκείνος.
«Σκάσε!» κόντραρε ο Γιάννης. «Θα σου κάνω μια πρόταση....»
«Άσε με....» κλαψούρισε ο άντρας.
«Θέλω το πιστόλι σου», είπε ο Γιάννης.
«Πάρτο κι άσε με να φύγω...» τρεμούλιασε ο άντρας.
«Εντάξει –αλλά για να μην ξανάρθεις... Πόσα θες για το πιστόλι;» ρώτησε ο Γιάννης.
Ο άντρας σταμάτησε να τραβάει το χέρι του, κοίταξε τριγύρω μπερδεμένος.
«Εεεε....» ψέλλισε.
«100 ευρώ ή την είσπραξή μου», του πρότεινε ο Γιάννης.
«Τι;»
«100 ευρώ ή όσα έχω μέσα στο ταμείο ρε παιδί μου...» χαμογέλασε ο Γιάννης.
«Δηλαδή....»
«Έχουμε και δουλειές –αποφάσισε!»
Ο άντρας έκανε μερικά βήματα πίσω, τραμπαλίστηκε σε κάτι εξαθλιωμένα αθλητικά παπούτσια....
«Το ταμείο σου», είπε στο τέλος.
«Καλώς –πάμε να στα δώσω», απάντησε ο Γιάννης και βγήκε από το γραφείο. Στο δρόμο φρόντισε να μαζέψει το πιστόλι από το πάτωμα, ο άντρας αλαφιάστηκε –συνέχισαν όμως να προχωράνε δίπλα. Όταν φτάσανε στο ταμείο ο Γιάννης σήκωσε τη μηχανή για να βρει το κουμπί που απασφάλιζε το συρτάρι, σκύψανε και οι δυο περίεργοι να δουν όταν το συρτάρι τινάχτηκε με θόρυβο. Ο Γιάννης γέλασε, ο άντρας χλόμιασε.
«Δεν έχει ούτε 20 ευρώ!» γκρίνιαξε.
«Ε πως! Μαζί με τα κέρματα....» τον κορόιδεψε ο Γιάννης.
«Μα ούτε 20!» κλαψούρισε ο άντρας.
«Κεσάτια», του εξήγησε ο Γιάννης.
«Καλά –δώσε το κατοστάρικο», είπε ο άντρας.
«Ποιο κατοστάρικο;» έκανε ο Γιάννης.
«Για το πιστόλι....»
Ο Γιάννης τον έπιασε από τον ώμο, μια μυρωδιά ιδρώτα ανακατεμένη με σκόρδο του χτύπησε τη μύτη όσο ο άντρας αναδευόταν για να γλιτώσει από τη λαβή του.
«Ήρθες να με ληστέψεις, παρ΄όλα αυτά σε άφησα να διαλέξεις αντί να σε πετάξω έξω. Τώρα που δε σου αρέσει αυτό που διάλεξες αλλάζεις –κοίτα μη σε πλακώσω στις γρήγορες και φωνάξω τους μπάτσους....» του σφύριξε ο Γιάννης.
«Αλλά μου είπες....»
Ο Γιάννης τον άφησε, ο άντρας τινάχτηκε να στρώσει τα ρούχα του.
«Άντε γαμήσου –φύγε από δω μέσα!» μούγκρισε.
«Όμως....» είπε ο άντρας
«Κι αν ξαναπατήσεις σου υπόσχομαι να σου σκίσω πρώτα τον κώλο με το σκουπόξυλο και μετά να σε δώσω στους μπάτσους!» τον έκοψε ο Γιάννης.
Ο άντρας βγήκε έξω τρέχοντας.

«Αφεντικό είσαι ‘νταξει;» έτρεξε ξωπίσω του ο πιτσιρικάς.
Ο Γιάννης διπλωμένος στον πάγκο του ταμείου στην προσπάθεια να στείλει πίσω στα σπλάχνα του τη χολή που έχει ανέβει μέχρι το στόμα του. Όλα μαύρα και θαμπά –κι η βρώμα που άφησε πίσω του ο άντρας φεύγοντας, η σιχαμένη μυρωδιά του πανικού. Ιδρώτας –σκόρδο –μεθάνιο. Ο Γιάννης γαντζωμένος όσο ο πιτσιρικάς τον τραντάζει από τους ώμους.
«’σύχασε ρε μούλε –θα μου σκίσεις κάνα πουκάμισο...» μουγκρίζει.
Κι ο πιτσιρικάς τον αφήνει χαμογελώντας διστακτικά.
«Όμορφη -θα μου βάλεις λίγο καφέ με κονιακάκι μπας και στυλωθώ λίγο;»
Και η πιτσιρίκα τσακίζεται να κάνει οτι της ζήτησε προσπαθώντας να συνέλθει από τον πανικό. Θα χύσει τον καφέ και μπορεί να της πέσει το μπουκάλι με το κονιάκ, μπορεί να γίνουν ζημιές και να χρειάζεται σφουγγάρισμα αλλά ο Γιάννης δεν τα σκέφτεται όλα αυτά τώρα. Στην τελική δεν έχει μπει πελάτης από το πρωί, ας κάνουν και καμιά φασίνα τα μαλακισμένα για να δικαιολογήσουν το μισθό τους.

Κάθεται πάλι στο γραφειάκι του και νιώθει το πιστόλι να τρίβεται στη φόδρα της τσέπης του παντελονιού –τελικά όσοι κουβαλάνε πιστόλια δεν θα πρέπει να φοράνε τζιν, τώρα το συνειδητοποιεί. Άραγε είναι γεμάτο το γαμήδι; Να θυμηθεί να το ελέγξει. Αργότερα.

Πίνει ζεστό καφέ ανακατεμένο με κονιάκ και το κεφάλι του επανέρχεται στο στριφογύρισμα. Ελεγχόμενη ζαλάδα, μια τάση για ξεκαρδιστικό γέλιο τσιγκλάει τον ουρανίσκο του, έξω έχει ήλιο με λίγη συννεφιά, όσο κι αν προσπάθησε δεν κατάφερε ούτε σήμερα να τον σκοτώσει κάποιος, να ξεμπερδεύει. Ακόμα μια μέρα σούρσιμο, σαν τη σαύρα με τα κομμένα πόδια που γδέρνει την κοιλιά της στην τραχιά επιφάνεια της στέρνας –«το καλοκαίρι που πέθαιναν άνυδρες οι σαύρες στις στέρνες»....

«Αφεντικό η κυρία ζητάει το ίδιο σε 38», του κουνάει ένα ζευγάρι τακούνια μπροστά στη μύτη του ο πιτσιρικάς.
«Ναι –και;» απορεί εκείνος.
«Δεν έχουμε στην αποθήκη, να πάω να τ’ ανοίξω;»
Ο Γιάννης ρουφάει μια ακόμα χορταστική γουλιά από την κούπα.
«Κάνε ότι γουστάρεις μούλε –μη με πρήζεις».
Και μετά αδιαφορεί.

Άραγε να’χει σφαίρες το πιστόλι;

Είναι ήδη απόγευμα όταν συνειδητοποιεί οτι τα παιδιά τον κοιτάζουν περίεργα εδώ και ώρα πολλή. Χωρίς να κινηθεί προσπαθεί να βρεθεί για λίγο έξω από τον εαυτό του, να δει τι διάβολο παραξενεύει τα παιδιά στην εμφάνισή του, στη στάση του, τη συμπεριφορά του... Και τότε βλέπει το θλιβερό θέαμα στο γραφειάκι –ένας μεσόκοπος με κόκκινα μούτρα που κρατάει την κούπα του καφέ στο αριστερό χέρι, τον Zippo στο δεξί κι ένα τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλη. Πόση ώρα είναι έτσι; Πήγαινε πιο πίσω.

Ένας χαμογελαστά όψιμος τριαντάρης, χαμογελάει στο άνοιγμα της πόρτας επειδή μπαίνει εκείνη φουριόζα, ξέρει οτι θα του πει κάτι τερατώδες, ίσως να την κοροϊδέψει, ίσως και να νευριάσει λίγο –αλλά πάντως θα νιώσει για μια ακόμα φορά σα να βγήκε μόλις από την πρωινή θάλασσα πεινασμένος. Πόση ώρα είναι έτσι; Πήγαινε πιο πίσω.

Ένας αγχωμένος μαλλιάς, περιμένει κρεμασμένος από το τηλέφωνο, κάθεται στα καρφιά επειδή οι υπόλοιποι έχουν αργήσει ανεξήγητα, κοιτάζει το ρολόι στον απέναντι τοίχο και απαντάει μηχανικά στον θείο. Θέλει να σηκωθεί, να πάει μέχρι την τουαλέτα, έχει πάνω του κάτι χάπια –δεν ξέρει αν θα το βοηθήσουν να δει τα πράγματα πιο ήσυχα, πιο καθαρά, πιο τακτοποιημένα. Πριν πόση ώρα; Έχει πιο πίσω;

Θέλει ν΄αφήσει την κούπα του καφέ στο γραφείο και θέλει επιτέλους ν΄ανάψει το γαμωτσίγαρό του, μόνο που δεν ξέρει τι να κάνει πρώτο και τι δεύτερο, κάθεται λοιπόν εκεί πέρα, στο γραφειάκι του, μ΄ένα τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλη, έναν Zippo στο δεξί χέρι και μια κούπα καφέ στο αριστερό. Καφέ με κονιάκ.

Και τα παιδιά να τον κοιτάζουν απορημένα, αμήχανα.

Κι έξω από την πλεξιγκλάς πόρτα του μαγαζιού ένας χαμογελαστός μαλλιάς τον κοιτάζει επίσης –πριν βουτήξει με το κεφάλι κάτω από το πεζοδρόμιο και (άκου φάση!) το πεζοδρόμιο είναι 6 μέτρα ψηλό κι ο μαλλιάς πετάει σαν πουλί πριν σκάσει στο έδαφος. Πριν σκάσει ή μέχρι να σκάσει; Πιο απ΄τα δύο;

Εκείνη έφυγε ανατολικά κι ο Ηλίας το Φάντασμα χάθηκε στα δυτικά –ποτέ δεν θα πάει να τον συναντήσει στο ραντεβού, όχι επειδή δεν θέλει, αλλά γιατί δεν θα τα καταφέρει. Να καλύψει την απόσταση.

Τελικά όλα γίνονται –ίσως και να μπορεί ν΄ανάψει το τσιγάρο χωρίς ν΄αφήσει την κούπα –αλλά μετά; Κάτι πρέπει ν΄αφήσει, κάτι πρέπει να εγκαταλείψει, έστω για λίγο –αλλιώς δεν πρόκειται να κάνει τίποτα. Κοιτάζει τα παιδιά που τον κοιτάζουν συγχυσμένα, φοβισμένα.

Και σα να μην έφτανε όλο αυτό το μπλέξιμο, χτυπάει το τηλέφωνο. Τώρα; Τον ήπιαμε!

Τα παιδιά δεν κουνάνε από τις θέσεις τους.

Εσύ;

Το τσιγάρο στα χείλη, ο Zippo, η κούπα με τον καφέ. Και το κονιάκ.

Δεν ευκαιρείς.

Σηκώνεσαι -να τους αδειάσεις τη γωνιά.

Τα παιδιά ανοίγουν διάδρομο αφήνοντάς τον να περάσει όσο εκείνος κατευθύνεται προς την πλεξιγκλάς πόρτα.
«Αφεντικό;»
«Λέγε ρε μούλε....»
«Που πας;»
«Όπου γουστάρω –λογαριασμό θα σου δώσω;»
«Θα ξανάρθεις;»
«Αν δεν έρθω, κλείσε εσύ».
«Αφεντικό;»
«Τι ΄ναι πάλι;»
«Την κούπα θα την πάρεις μαζί σου;»
«Γιατί ρε μαλακισμένο; Δικιά μου δεν είναι; Στη χρωστάω μήπως;»
«Όχι αλλά...»
Ο Γιάννης τραβάει μια ξεγυρισμένη κλωτσιά στην πλεξιγκλάς πόρτα –πως αλλιώς να την ανοίξει με τα χέρια πιασμένα; Κι όσο προχωράει προς το αυτοκίνητό του τόσο ανακαλύπτει οτι πρέπει κάτι ν΄αφήσει, κάτι να παρατήσει, κάτι να εγκαταλείψει –αλλά δεν είναι έτοιμος. Πρόθυμος. Εύκαιρος. Ακόμα.

Προσπερνάει το αυτοκίνητο κι αρχίζει να περπατάει αναποφάσιστος, με τα χέρια πιασμένα, με το τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλη, με την απορία για το αν έχει τελικά σφαίρες το πιστόλι που του πληγώνει το δέρμα τσιτώνοντας την φόδρα της τσέπης....

Βγαίνει στη λεωφόρο και συνεχίζει το περπάτημα. Έτσι ακριβώς.

Δευτέρα, Απριλίου 26, 2010

7. «Η Βασίλισσα του Πόνου»

Ξυπνάς πάντα 10 λεπτά νωρίτερα από τον διπλανό σου. Δεν έχει σημασία ούτε ποιος είναι, ούτε πώς είναι. 10 λεπτά νωρίτερα. Να φτιαχτείς λίγο, να περιποιηθείς, όσο –ότι μπορείς... 10 λεπτά ανασυγκρότησης, στην προσπάθεια να ξεπεράσεις ακόμα ένα πρωινό. Και μετά το μεσημέρι. 20 με 30 λεπτά μπάνιο, περιποίηση, γυρισμένο το κλειδί στην πόρτα, 20 με 30 λεπτά –διπλωμένη στα δυο, με τα νύχια καρφιά στις χούφτες κι ένα μαχαίρι να σουλατσάρει στα σωθικά σου. Κι ούτε ένα δάκρυ...

Έχεις κοντά 20 χρόνια να κλάψεις. Αλλά σήμερα το πρωί θα το κάνεις. Χρειάζεσαι 12 λεπτά αντί για τα συνηθισμένα 10 –χρειάζεσαι λίγο περισσότερο χρόνο, πρέπει να μοιράσεις το κλάμα. 2 λεπτά το πρωί, ίσως κι ένα δεκάλεπτο το μεσημέρι.... Για τον Πέτρο.

Το κλειδί στην κλειδαριά. Το νερό χτυπάει αλύπητα στο σιφόνι.

Στο είπε η αδερφή σου όταν πήγες να της κρατήσεις τα παιδιά, η αδερφή σου και τα τρία της παιδιά –η μικρή αδερφή που στάθηκε πιο άξια από σένα, η μικρή αδερφή που δεν ήταν στείρα. Στείρα όπως εσύ, αν και «στειρότητα λέμε την ανάγκη μας για δημιουργία». Ο Πέτρος... Τόσο ήσυχος, τόσο αθόρυβος –σαν αέρας το απομεσήμερο. Βαθιά ανάσα –στιγμιαία ανακούφιση. Δε θα σκάσουμε σήμερα! Μετά, μετά από λίγο θα έχεις όλο το χρόνο να συνειδητοποιήσεις πόσο έξω έπεσες στην εκτίμησή σου. Ο Πέτρος. Μια ελπίδα, σα γόπα τσιγάρου που ακόμα καπνίζει –πόσες τζούρες έχουν μείνει δηλαδή; Τι έμεινε; Λίγα πράγματα. Καλά αλλά λίγα. Ο Πέτρος...

«Ξέρεις ποιος πέθανε;»
«Ποιος;»
«Ο Πέτρος».
«Ποιος Πέτρος;»
«Ο συμμαθητής σου ρε συ! Αυτός που σ΄έφερνε στο σπίτι...»
«Ο Πέτρος....»
«Ναι. Μην τα αφήσεις να δουν πολλή τηλεόραση. Να φάνε, να πλυθούν και να διαβάσουν –εντάξει;»
«Εντάξει».

Αφήνεις πάντα τη βρύση να τρέξει, το νερό χτυπάει αλύπητα στο σιφόνι μέχρι να ζεσταθεί κι όταν έρχεται η ώρα το καταλαβαίνεις από τους υδρατμούς. Κάθεσαι εκεί και περιμένεις, μέχρι το πρόσωπό σου στον καθρέφτη να θολώσει, μέχρι να γίνει μια απροσδιόριστη καρικατούρα –κάτι σαν κακή ανάμνηση –και το λες όλο αυτό «καινούργια μέρα». Η καινούργια μέρα ξεκινάει με σένα να εξατμίζεσαι. Κάθε μέρα και περισσότερο. Μια μέρα θα κοιτάξεις στον καθρέφτη και θα έχει εξαφανιστεί μέχρι κι η κακή σου ανάμνηση –εκείνη η μέρα θα την πεις «μέρα γιορτής».

Εσύ κάτω από το τρεχούμενο αχνιστό νερό, το κορμί σου να το στέλνει πιτσιλιστό στα πλακάκια του μπάνιου, πώς γίνεται να έχουν απομείνει μόνο τα άσχημα στο κορμί σου, δεν μπορεί, ίσως να φταίει ο τρόπος που το κοιτάζεις, ίσως να φταίει.... Δεν έχει σημασία. Όπως και να΄ναι το κορμί σου κανένας δεν το θέλει πια. Ούτε καν το γομάρι που ροχαλίζει δίπλα σου, ούτε καν αυτός –όλοι, κάποτε, βαριούνται. Κλείνεις τα μάτια, το νερό χτυπάει αλύπητα στο σιφόνι.
Κι όμως, όλα ξεκίνησαν όμορφα.

Ένα κόκκινο Ζ 1300 με αγωνιστική ρίγα στο ντεπόζιτο, ο Δημήτρης χαμογελαστός έξω από την πόρτα του Λυκείου. Το τζιν μπουφάν του ανοιχτό, γερμένος στο τιμόνι, ένα ζευγάρι γάντια σφηνωμένα κάτω από τον αριστερό καθρέφτη. Η αριστερή σου γάμπα ακόμα τσούζει από το φιλί της εξάτμισης, στα χαμηλά. Τα κουμπιά της ποδιάς σου τσιτώνουν. Το χαμόγελο ανεβαίνει σε κλείσιμο ματιού. Κοιτάζεις γύρω σου για καθηγητές, όλα καλά. Κι αυτός ο Δημήτρης –χίλιες φορές! «Μη στήνεσαι μπάστακας στην εξώπορτα βρε παιδί μου, θα βρω κάνα μπελά!»
«Άντε ρε Μελίνα –ήμουνα νιος και γέρασα....» γυρίζει το κεφάλι του να σε φιλήσει.
«Είσαι παλαβός άνθρωπέ μου;» διαμαρτύρεσαι καθώς ανεβαίνεις στη μηχανή πίσω του. Ξέρεις οτι το μισό σχολείο χαζεύει το βρακί σου γι΄αυτό τραβάς λίγο περισσότερο το ψαλίδισμα πάνω στα μαρσπιέ –πάρτε μάτι λιγούρια!
«Μωρό, είμαι παλαβός για σένα αλλά δεν το έχεις πάρει ακόμα είδηση...»
Το χαμόγελό σου εξατμίζεται αγκαζέ με τους καπνούς της εξάτμισης, η μηχανή βγαίνει στο δρόμο αφήνοντας μαλακό λάστιχο, σφίγγεσαι πάνω του, ο αέρας δυναμώνει απότομα –ποιος άφησε τη ζωή ανοιχτή να μπάζει;

Δάκρυα στα μάτια από την ταχύτητα.

Στα Λιμανάκια με τον ήλιο να πλατσουρίζει απέναντι. Βγάζει τα μαύρα του γυαλιά, τα ακουμπάει στη σέλα της μηχανής.
«Να μείνουμε μαζί, αυτό λέω...»
«Πώς δηλαδή;»
«Ξέρω ΄γω; Να παντρευτούμε στην ανάγκη...»
«Τι λες τώρα;»
«Να παντρευτούμε ρε μωρό, να μας πάρουν και κάνα κλινοσκέπασμα δώρο...»
«Μα εγώ πάω ακόμα σχολείο κι εσύ δεν έχεις σταθερή δουλειά....»
«Ε, και λοιπόν;»
«Πώς θα ζούμε;»
«Τώρα πώς ζούμε δηλαδή;»
«Ξέρω ΄γω;»
«Έτσι θα ζούμε και τότε –μη σκας»
«Θα πρέπει να βρούμε κανονικές δουλειές....»
«Μέσα είσαι»
«Θα πρέπει τότε ν΄αφήσω το σχολείο....»
«Γιατί και τώρα που πας, γίνεται τίποτα;»
«Όχι αλλά....»
«Σκοπεύεις να γίνεις επιστήμων μωρό μου;»
«Όχι αλλά....»
«Εντάξει λοιπόν –συζητήθηκε, αποφασίστηκε, ανακοινώθηκε. Θα ΄ρθω αύριο στη μάνα σου».
«Αύριο!»
«Σήμερα λέω να γλεντήσουμε τον αρραβώνα μας....»
Ο Δημήτρης. Μαύρα μαλλιά, σπαστά, κολλημένα πίσω με μπριγιαντίνη άρωμα λεμόνι, πράσινα μάτια, ηλιοκαμένος. Ο Δημήτρης που ερχόταν από το πουθενά και πήγαινε στο τίποτα –αλλά έκανε μια στάση για να είναι μαζί σου. Ο Δημήτρης. Δεν φόραγε το τζιν μπουφάν του όταν ήρθε στη μάνα σου, είχε βάλει ένα σακάκι που τον έκανε να μοιάζει με κινούμενη κρεμάστρα. Του άνοιξες στην πόρτα και ξεκαρδίστηκες.
«Τι να γίνει –ήταν μεγαλόσωμος ο μακαρίτης...» δικαιολογήθηκε αμήχανα.
Ο Δημήτρης, εσύ, αμηχανία –η μάνα σου, η αδερφή σου. Ο πατέρας σου –όχι. Όχι, όχι –ούτε τότε, ούτε ποτέ. Ο πατέρας σου είχε πεθάνει κουνώντας μια φουσκομάγουλη κούκλα μπροστά στα μάτια σου...
«Κοίτα τι σου έφερα Μελινάκι!»

Μπαμ! Χαλασμένος πυροκροτητής στο νταμάρι, η εταιρεία έστειλε συλλυπητήρια, «ένα τραγικό ανθρώπινο λάθος που στοίχισε....»

Η κούκλα μύριζε μονίμως τσιχλόφουσκα, δάγκωσες τα πόδια της για να νιώσεις τη γεύση, ήταν όλα ψέματα, σκέτο πλαστικό, καθόλου τσιχλόφουσκα, πουθενά ο πατέρας. Ο πατέρας. Όχι. Και οι γονείς του Δημήτρη επίσης. Όχι. Είχαν πεθάνει. Είχαν σκοτωθεί σε δυστύχημα. Ήταν μετανάστες στη Γερμανία. Ήταν εξωγήινοι. Κάθε φορά σου απαντούσε κάτι αλλιώτικο.
«Οι γονείς μου, λοιπόν, θα στο αποκαλύψω –μεταξύ μας όμως! Δεν είχες ποτέ την απορία πώς ο Έλβις τραβιότανε με την Πρισίλα κι ο Τζέρι Λι με τη Μάιρα την ίδια εποχή χωρίς να παίξει κανένα μπερδεγουέι μεταξύ τους; Θα πρέπει λοιπόν να το παραδεχτώ, γιατί δεν είναι καλό να υπάρχουν μυστικά μεταξύ μας - είμαι ο χαμένος γιος της Μάιρα και του Έλβις ή ίσως της Πρισίλα και του Τζέρι Λι –το θέμα βέβαια είναι οτι με πετάξανε σ΄αυτή την κωλοχώρα για να πεθάνω...»

Αλήθεια! Πέθανε σ΄αυτή την κωλοχώρα. Δεν ήσουνα μαζί του, έμαθες τα νέα την επομένη. Τον κλείσανε οι μπάτσοι μετά την τρύπα του Καραμανλή, τους ξεφτίλιζε καιρό τώρα με το Ζ, του τη φυλάγανε. Τα παιδιά είπαν οτι εκτοξεύτηκε προς τη μεριά της θάλασσας, δεν έμεινε τίποτα δικό του για να θάψουν. Έτσι είπαν. Ίσως και να ήταν τελικά εξωγήινος....

Κι εσύ γύρισες στο σχολείο μετά από ένα χρόνο απουσίας. Έναν αρραβώνα μετά. Πάει να πει, επισήμως ξεπαρθενεμένη. Πράγμα που σημαίνει: πρόθυμη. Εύκολη. Εν δυνάμει πουτάνα. Το θέμα ήταν να μην τη χάσεις. Άπαξ και έσπασε –μπάτε σκύλοι αλέστε. Τι ένας, τι δυο τι εκατόν δυο! Ωραία λογική, έτσι; Οι μαλακισμένες οι πιτσιρίκες –τους έριχνες ένα χρόνο κι ένα τσουβάλι εμπειρίες, άρα ήσουνα πουτάνα. Τα μυξιάρικα που είχες πλέον για συμμαθητές –αφού το έχει κάνει, γιατί να μην το ξανακάνει; Οι γλύτσηδες καθηγητές με τη λαδωμένη αραίωση στο κεφάλι –ήρθε μπας και τελειώσει το σχολείο, είναι πλέον ολόκληρη γυναίκα όχι κανένα παιδάκι! Είχες επιστρέψει στο Λύκειο επειδή, απλούστατα, δεν είχες που αλλού να πας. Αυτό ήταν όλο. Και η εξαήμερη της επόμενης χρονιάς –ήταν κι αυτό κάτι. Την περίμενες από την Πρώτη Γυμνασίου, 4 χρόνια, όταν σε πήρε ο Δημήτρης και τώρα που εκείνος έφυγε –γιατί όχι; Εξαήμερη. Να έχεις να λες. Στα παιδιά σου, στα εγγόνια σου... Στο κορίτσι που θα σου έφερνε μια μέρα ο γιος σου, εκείνο το ντροπαλό έξυπνο κορίτσι που θα έψαχνε άνθρωπο να ανοιχτεί και θα τον έβρισκε σε σένα, θα σε ένιωθε φίλη της... Έπρεπε να πας εξαήμερη –τέλος.

Και γι΄αυτό έπρεπε να περάσεις την τάξη, ν΄αντέξεις τις μαλακισμένες να σε στραβοκοιτάνε, τα σπυριάρικα να ξερογλείφονται... Εκείνος ο καργιόλης ο Γρηγόρης με την παρέα του, σκέτα σιχάματα. Στις γκομενίτσες τρέχανε τα ζουμιά όταν τους βλέπανε, το Γρηγόρη δηλαδή... Οι άλλοι ήταν σα γαμώ τον αντίχριστό μου μέσα –τέλος πάντων... Πουλάγανε μούρη στις μικρότερες τάξεις, στριμώχνανε τα φλωράκια τα διαβαστερά, τσαμπουκάδες για ψύλλου πήδημα. Ειδικά ο Αχιλλέας, σε ανατρίχιαζε. Κοντόχοντρος, με κάτι χέρια σαν κουτάλες, κοκκινομούρης, ιδρωμένος, με μάτια πρόστυχα. Οι άλλοι προσπαθούσαν να δουν κάτω από την ποδιά σου, εκείνος προσπαθούσε να δει μέσα από το βρακί σου. Κι ακόμα πιο μέσα... Έπρεπε με κάποιους να πας, τους μοναχικούς στο σχολείο τους τρώει η μαρμάγκα –διάλεξες λοιπόν την παρέα των φρικιών -Φάντασμα, Ζόμπι, Λούι, Γιάννης... Καλά παιδιά –κάπως τσιταρισμένα στην ανάγκη τους να δείχνουν μονίμως υπερβολικοί, αλλά εντάξει.

«Χτύπησε το κουδούνι...»
«Ποιος το χτύπησε;»
«Ένα περίεργο πράγμα ρε παιδί μου!»
«Και τώρα;»
«Κέρνα τσιγάρο να το διαλευκάνουμε!»
«Δεν θα μπούμε στην τάξη;»
«Από τώρα; Μαζί με την πλέμπα;»
«Σωστά –δεν είμαστε τίποτα τυχαίοι!»
«Δεν έχουν στεγνώσει και τα νύχια μου ακόμα!»
Νύχια βαμμένα με μαύρο μανό. Ο Ζόμπι. Μάτια βαμμένα μαύρα. Ο Λούι. Μαλλιά όρθια, στερεωμένα με οδοντόκρεμα. Το Φάντασμα. Στόμα κρυμμένο κάτω από παλαιστινιακή μαντίλα. Ο Γιάννης. Σύντομα άρχισες να τους βαριέσαι. Κόντεψες να μείνεις από απουσίες κιόλας... Αποφάσισες λοιπόν να στρώσεις –έκοψες τα πολλά μαζί τους, αλλά δεν υπάρχει σωτηρία άμα είσαι καταραμένος... Καθόσουν μόνη, προτελευταίο θρανίο, στη σειρά δίπλα στο παράθυρο... Πίσω σου ο Ζόμπι με το Φάντασμα, μπροστά ο Λούι με το Γιάννη, πιο μπροστά ο Πέτρος με το Στάθη... Όλη η σειρά χαζεύατε έξω από το παράθυρο μια άνοιξη γεμάτη γύρη από ιβίσκους, κεφάλια πετάγονταν στο μπίστιγμα της μπάλας κάτω απ΄τη μπασκέτα -φιλολογικά και η καινούργια καθηγήτρια κάπως στρίγκλα.
«Όλη η σειρά θα φύγει από το παράθυρο –θα πάει απέναντι, στον τοίχο...»
Σιγά μη... Την επόμενη μέρα τίποτα δεν είχε μετακινηθεί. Ήσουν περίεργη να δεις που θα πάει το πράγμα....
«Αν δεν αλλάξετε θέση μην κάνετε τον κόπο να μπαίνετε στην τάξη όταν έχω μάθημα εγώ. Έξω όλοι τώρα –βάλτους απουσία».
Έξω όλοι τότε.

Στο καπνιστήριο.
Ο Στάθης τόσο όμορφος κι αμίλητος, κάπνιζε ακουμπισμένος στον τοίχο, το τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλη καουμπόικα.
«Ο γυμναστής ρε μαλάκες!» μούγκρισε ο Γιάννης κρυφοκοιτάζοντας προς το προαύλιο.
«Ας έρθει να μας τα γυμνάσει λίγο γιατί κρέμονται....» παρατήρησε το Φάντασμα.
Ο Πέτρος κάτι ψιθύριζε στον Στάθη, έκρυψε το τσιγάρο στη χούφτα και κοίταξε κάπως ανήσυχα. Ο Στάθης αστραπιαία έβγαλε τη γλώσσα και μάζεψε το μισοκαπνισμένο του τσιγάρο, εξαφανίζοντάς το μέσα στο στόμα του. Μετά τους κοίταξε όλους αθώα. Εσύ χαμογέλασες με το κολπάκι. Σε είδε. Σου χαμογέλασε με σφραγισμένα χείλη. Σήκωσες τους ώμους απορημένη. Ο Στάθης έκανε μια παντομίμα, έπιασε το βλέφαρό του, το γύρισε ανάποδα, μετά έκανε οτι βγάζει τον βολβό του ματιού του, τον καθάρισε, τον ξανάβαλε στη θέση του και καλά –έδειξε εντυπωσιασμένος λες και μόλις τώρα σε έβλεπε πρώτη φορά. Έβγαλε πάλι το τσιγάρο από το στόμα, άδειασε τον καπνό, ξανάκρυψε το τσιγάρο διπλώνοντας τη γλώσσα του, χαμογέλασε με σφραγισμένα χείλη. Ξεκαρδίστηκες.
«Λήξη συναγερμού», είπε ο Γιάννης.
Ο Στάθης έβγαλε για μια ακόμα φορά το τσιγάρο, αλλά δεν το άφησε να κρεμαστεί στα χείλη του, το απογείωσε φτύνοντας στον αέρα, το περίμενε να φτάσει στο ύψος του κουτουπιέ και το σούταρε ψιλοκρεμαστά. Το τσιγάρο καρφώθηκε στριφογυρίζοντας σε μια λακκούβα με νερό –ακούστηκε ένα μικρό τσιτσίρισμα καθώς έσβηνε. Εσύ γελούσες.
«Κάπως καραγκιόζης», σου ψιθύρισε ντροπαλά ο Πέτρος.
Πετάχτηκες ξαφνιασμένη –τον είχες ξεχάσει αυτόν. Για την ακρίβεια δεν τον είχες προσέξει ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή. Δεν είχε τίποτα για να προσέξεις βέβαια –αλλά εξακολουθούσες να τον κοιτάζεις γεμάτη περιέργεια....
«Πάω να ρίξω κάνα σουτάκι», είπε ο Στάθης.
«Κι εγώ να σουτάρω θέλω, αλλά που να το΄βρω...» έκανε δήθεν μισοκακόμοιρα ο Ζόμπι.
«Ούτε για καφέ δεν μπορούμε να πάμε γαμώτο με τη μονόωρη....» γκρίνιαξε ο Λούι.
«Και γιατί δεν μπορούμε;» αναρωτήθηκε το Φάντασμα.
Κανένας δεν του απάντησε οπότε καταλήξατε στου Μπιλ του Χοντρού και χάσατε όλες τις υπόλοιπες ώρες.
Κάθε φορά που έμπαινε η φιλόλογος εσείς βγαίνατε έξω. Επιδεικτικά, χαμογελώντας. Στο τέλος χαμογελούσε και η φιλόλογος –κανένας δεν μπορεί να κρατήσει κακία στους ξεροκέφαλους. Κάθε φορά –δυο βδομάδες....

«Σήμερα εγώ θα μπω μέσα», είπε ο Πέτρος.
Ήσασταν αραχτοί στις κερκίδες, στη σειρά, οι συνεχείς μονόωρες σας είχαν κάνει συμμορία.
«Τι σου’ρθε;» απόρησε ο Γιάννης.
«Θέλω να γράψω έκθεση, θα βάλει για το χάσμα των γενεών και έχω άποψη....» μουρμούρισε ο Πέτρος.
«Μήπως είσαι φλώρος;» τον ρώτησε ο Στάθης.
«Τώρα το κατάλαβες!» τον κορόιδεψε ο Πέτρος.
«Θα μπω κι εγώ –είμαι όριο...» είπες.
«Όριο;»
«Αν κάνω 3-4 απουσίες ακόμα πάω για Σεπτέμβρη...»
«Ρε συ! Σωστή η Μελίνα –εμείς πώς είμαστε από απουσίες;» πετάχτηκε το Φάντασμα.
Σκατά ήταν από απουσίες όλοι τους –κατεβάσανε τ΄αυτιά και μπήκαν στην τάξη. Κουβάλησαν τα θρανία τους στον απέναντι τοίχο που είχε κάτι φεγγίτες ψηλούς -μόνο για να μπαίνει κίτρινο φως... Κουβάλησαν και το θρανίο σου χαμογελαστοί. Ήσουνα δικιά τους πλέον.
«Μπα; Τι βλέπω; Βάλατε μυαλό;» χαμογέλασε η φιλόλογος.
«Πού να το βάλουμε;» απόρησε το Φάντασμα.
«Ξέρω ΄γω; Το ΄βγαλε κανένας κι έπρεπε εμείς να το ξαναβάλουμε πίσω;» συνέχισε ο Ζόμπι.
Ο Γιάννης έκανε μια επιτόπια μίμηση εγχείρισης στο κρανίο του Λούι, βάζοντάς του μυαλό α λα Φρανκενστάιν κι ο Στάθης κοίταξε τον Πέτρο απορημένος.
«Μυαλό; Τι είναι το μυαλό;» τον ρώτησε.
«Αυτό που δεν μπορούν να δουν οι φιλόλογοι και πρέπει να ρωτήσουν για να μάθουν αν το έχουμε», του απάντησε ο Πέτρος.
«Θα σκάσετε ή θα σας πετάξω πάλι έξω;» φώναξε η φιλόλογος.
«Εγώ πάντως ήρθα να γράψω έκθεση –μετά κάντε ότι θέλετε», ξεκαθάρισε ο Πέτρος.
Η φιλόλογος γύρισε την πλάτη κι άρχισε να γράφει στον πίνακα.

Μένατε προς την ίδια κατεύθυνση. Περπατούσε δίπλα σου, τον έβλεπες να σε κρυφοκοιτάζει και χαμογελούσες πνιχτά, μην τον κομπλάρεις. Έλεγε πολλά αστεία, συνήθως έξυπνα αστεία –όχι κρυάδες. Σε έκανε να ξεχνάς. Ή να μη δίνεις τόση σημασία. Στη μάνα σου κι εκείνο το σαχλαμάρα που είχε αρχίσει να μπάζει σπίτι. Στην αδερφή μου που ζήλευε. Στο χαρτζιλίκι που δεν είχες. Στα ρούχα που δεν είχες. Στα αθλητικά παπούτσια. Που δεν είχες.
«Με γεια!» σου έλεγε κάθε πρωί.
«Τι ‘με γεια’; Δε φοράω τίποτα καινούργιο!» παρατηρούσες.
«Ναι ε; Εμένα πάντως καινούργια μου φαίνεσαι –ολοκαίνουργια!» απαντούσε.
Χαμογελούσες. Κοίταζε αλλού.

Όταν τα’βαλε με το Γρηγόρη και τους μαλάκες του, τον είδες διαφορετικά. Δεν ήταν μυξιάρικο με φάτσα γεμάτη σπυριά. Δεν είχε καθόλου σπυριά, δεν σε κοίταξε ποτέ λιγούρικα.... Ήταν... ίσως.... θα μπορούσε....

Δεν πήγες τελικά σινεμά μαζί του –που σε είχε καλέσει.... Φοβήθηκες.
«Δε θα΄ρθω μωρέ –με περιμένει η μάνα μου στο σπίτι....»
«Όπως νομίζεις»
«Μη στραβώνεις!»
«Όχι –εντάξει»
Σου γύρισε την πλάτη, σκέβρωσε ολοφάνερα.
«Περίμενε βρε χαζέ –θέλω να σου πω κάτι!»
«Εδώ είμαι, δεν έφυγα!»
«Λοιπόν άκου... θέλω μια μέρα να έρθεις σπίτι μου και να με ζητήσεις σε γάμο –κατάλαβες;»
Τον κοίταξες κι έγινε ξαφνικά το πρόσωπό του θολό, μάκρυνε, έμεινε μόνο ένα ζευγάρι μάτια που γύρεψαν να σε χωρέσουν με τη μία –ένιωσες να πνίγεσαι. Θα έπρεπε να μετανιώνεις για όσα είπες, αλλά το μυαλό σου δούλευε ανάποδα.
«Κατάλαβες βλάκα μου;» του είπες τρυφερά –τι στο διάολο είχες πάθει; Θα έπρεπε να του πεις οτι κάνεις πλάκα, οτι όλα αυτά ήταν ένα αστείο...
«Κατάλαβα», μουρμούρισε τραβώντας τα μάτια του από πάνω σου.
Κι εσύ τον πλησίασες και τον φίλησες στο στόμα, τον ένιωσες πέτρινο στο άγγιγμα σου και μετά, πάνω που μαλάκωνε, πάνω που πήγαινε να σε ρουφήξει μέσα του –τραβήχτηκες πίσω. Δεν τον χαιρέτησες άλλο. Έφυγες αφήνοντάς τον να χαζεύει την πλάτη σου –ήταν πλέον στο χέρι του. Κάτι έπρεπε να κάνει, αν ενδιαφερόταν....
Επειδή τα πράγματα πήγαιναν άσχημα στο σπίτι –ο σαχλαμάρας της μάνας σου είχε εμφανίσει έναν Λεωνίδα που δούλευε μαζί του... Στον προξενεύανε. Με άσχημο τρόπο –από τη μια ο Λεωνίδας καθημερινός επισκέπτης, από την άλλη η μάνα σου που ρώταγε πότε θα παρατήσεις το σχολείο, να βρεις καμιά δουλειά, δεν μπορούσε για πολύ ακόμα να σε τρέφει....

«Θα κάτσεις πολύ ακόμα εκεί μέσα; Τέλειωνε –χέζομαι!» μούγκρισε το γομάρι έξω από την πόρτα της τουαλέτας.
Πετάχτηκες –ξύπνησες απότομα.
«Τώρα βγαίνω...» μουρμούρισες. Κι έγλειψες τη σπασμένη άκρη του μπροστινού σου δοντιού, η γλώσσα σου χαράχτηκε –σε βοηθούσε αυτό να θυμάσαι τη μέρα που το γομάρι σήκωσε χέρι πάνω σου...

Τον είδες να ξύνεται.
«Θα έρθεις σήμερα να βοηθήσεις στη δουλειά;» σε ρώτησε.
«Γιατί; Ήρθα και χτες για να΄ρθω και σήμερα;» τον κάρφωσες στριμώχνοντάς τον στον τοίχο για να περάσεις. Το μπουρνούζι σου άνοιξε στην προσπάθεια, τον είδες να σε χαζεύει με το στόμα μισάνοιχτο.
«Πολύ κακόγουστο το αστείο», είπες παγωμένα.
Κι έφυγες.

Είκοσι με εικοσιπέντε λεπτά. Τόσο του χρειαζόταν για να ξεκουμπιστεί από το σπίτι –για τόσο έπρεπε να κυκλοφορήσεις φάντασμα μέσα από τις χαραμάδες, να κρύβεσαι, να μην ξαναπέσεις πάνω του. Μέχρι το βράδυ που θα επέστρεφε, θα είχες βρει τρόπο να συνεχίσεις να τον αποφεύγεις. Στο κρεβάτι είχατε χωριστά σκεπάσματα, εδώ και χρόνια....

Το πρώτο σας ραντεβού, ο Λεωνίδας αρωματισμένος και έτοιμος για επίδειξη ιπποτισμού της δεκάρας. Γεροδεμένος –του έδινες δυο χρόνια για να ξεχειλίσει η μπάκα του από τη ζώνη του παντελονιού.
«Ακούς μουσική;»
Τον κοίταξες απορημένη –αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενες να σε ρωτήσει.
«Ναι –ακούω...»
«Παίζω σ΄ένα γκρουπ, ξέρεις....»
Απίστευτο!
«Τι παίζεις;»
«Ντραμς»
«Ποιο γκρουπ;»
«Με έναν από το σχολείο σου –τον Λούι...»
«Παίζεις μαζί με τον Λούι;»
«Ναι –καλή φάση!»
Τον είδες πολύ αλλιώτικα εκείνη τη στιγμή, αλλά η έκπληξη είναι το δυνατότερο υπνωτικό. «Η έκπληξη είναι η παγίδα που μας έχουν στημένη –αν μια πόρτα γράφει ΕΚΠΛΗΞΗ θα τραβήξω τα εξάσφαιρα και θα την κάνω κόσκινο πριν την ανοίξω –6 τρύπες στη γαμημένη καρδιά της έκπληξης», σου είχε πει κάποτε ο Πέτρος. Δεν το θυμήθηκες όμως –ακριβώς όταν το χρειαζόσουν περισσότερο, έτσι γίνεται πάντα....

«Ο Λεωνίδας; Ποιος Λεωνίδας ο Σόλοικος;» ο Λούι έστρωσε τα μαλλιά του προς τα πίσω κοιτάζοντάς σε χαμογελαστά. «Σκιτζής. Για να καταλάβεις, παίζεις και τις παύσεις!»
Δεν ήταν αυτό που ήθελες να μάθεις....

Περίμενες τον Πέτρο, ντρεπόσουν να τον ξαναπλησιάσεις –είχες καταντήσει μυξοπάρθενη, για πρώτη φορά στη ζωή σου. «Αφού τον φίλησα, τι άλλο περιμένει;» Κι ο Λεωνίδας επίμονος –ερχόταν και σ΄έπαιρνε με μια μηχανή, μετά από μήνες έμαθες οτι τη δανειζόταν από κάποιον γνωστό του. Πολλές βόλτες. Είχε και γνωστές στο σχολείο, κάτι κοπέλες που στην αρχή σου φάνηκαν εντελώς μαλακισμένες, στη μέση τις συμπάθησες και στο τέλος σου γυρνούσαν τ΄άντερα κάθε φορά που διασταυρωνόσουν μαζί τους. Κι ο Πέτρος; Τον κοίταζες και χαμογελούσες προσπαθώντας να μην τρέξουν τα παρακάλια από τα χείλη σου κι εκείνος χαμογελούσε πίσω. Ο Πέτρος προφανώς φοβήθηκε επειδή κατάλαβε οτι ήθελες σοβαρή σχέση. Ο Πέτρος που τελικά ήταν μια από τα ίδια.... Να σε στριμώξει. Να σε χουφτώσει. Να ξεροχύσει. Αυτά.

Χίλιες φορές ο Λεωνίδας! Είχε τουλάχιστον αρχίδια –όχι σαν...

Ο Λεωνίδας δεν «είχε τουλάχιστον» -ήταν όλος αρχίδια. Ήταν όμως και μια λύση, δεν υπήρχε περίπτωση να ψάχνεις για δουλειά, δεν υπήρχε περίπτωση να βρεις δουλειά της προκοπής.... Το πολύ να σε πήδαγε στη ζούλα το κάθε αφεντικό –προτιμότερος ο ένας από τους πολλούς, ίσως και να συνήθιζες με τον καιρό... Κάτι τέτοιο. Στην αρχή είχε μπόλικες ορέξεις, μέχρι και που ενδιαφέρθηκε μια –δυο φορές αν σου άρεσε. Μετά όλα γίνονταν πιο βιαστικά, λες και ήσουνα καπαρωμένη με την ώρα κι έπρεπε να τελειώνει στο τσακ μπαμ, για να μην τον πιάσει η διπλή ταρίφα. Δεν κατάφερες να συνηθίσεις, σε ενοχλούσε όλο και περισσότερο –δεν περίμενες να είναι έτσι.

Μετάνιωνες που άφησες το σχολείο.

Λες και είχες άλλη προοπτική! Ηλίθια!
«Πως την έχεις δει; Εγώ θα δουλεύω κι εσύ θα ξοδεύεις;» το μούτρο του κατακόκκινο και ιδρωμένο, κολλημένο στο δικό σου.
«Γιατί; Έτσι δεν πάει; Με πληρώνεις για να με πηδάς», χαμογελάς άγρια μπροστά στα διογκωμένα του μάτια.
«Σιγά μη σε πηδάω κιόλας!»
«Εγώ εδώ είμαι –αν εσύ δεν μπορείς πλέον, είναι δικό σου πρόβλημα!»
Δεν είδες ποτέ το χέρι του να σηκώνεται γιατί τον κοίταζες ίσα στα μάτια. Γι΄αυτό πόνεσες απότομα, βύζαξες αλμυρό το αίμα από τα χείλη σου. Έπεσες πίσω, γύρεψες κάπου να πιαστείς. Έναν τοίχο...

Ακούμπησες. Σε κοίταζε μπερδεμένος, έσκυψε το κεφάλι.
«Εσύ έχεις πεθάνει για μένα. Από δω και πέρα...» του σφύριξες.
«Συγνώμη ρε Μελίνα, φάνηκα σόλοικος....» μουρμούρισε.
Έβαλες το χέρι, χωνί στο αριστερό σου αυτί.
«Δεν ακούω...» μίλησες στον εαυτό σου.
«Ρε Μελίνα δηλαδή....» συνέχισε.
Τον πλησίασες. Τίναξες το δάχτυλό σου σα στιλέτο και τον ακούμπησες στο στήθος.
«Δεν κατάλαβες τι σου είπα; Είσαι πεθαμένος! Μην κλαψουρίζεις λοιπόν –δείξε λίγη αξιοπρέπεια!»
Τράβηξες το δάχτυλο από το στήθος του κι έφτυσες ανάμεσα στα παπούτσια του, αίμα μαζί μ΄ένα κομμάτι από το μπροστινό σου δόντι.

Δεν το έφτιαξες το δόντι –ήθελες να θυμάσαι. Να θυμάσαι. Να θυμάσαι. Οι πεθαμένοι δεν μπορούν να σε βλάψουν. Και τώρα ο Πέτρος....

«Πώς πέθανε;»
«Ποιος;»
«Ο Πέτρος...»
«Και που να ξέρω εγώ; Θες τίποτ΄άλλο;»
«Όχι».
«Ρε Μελίνα χάζεψες; Με πήρες στη δουλειά να με ρωτήσεις αυτό το πράγμα;»
«Ναι –γι΄αυτό σε πήρα».
«Ε, άντε χέσου!»
Ακούς το τηλέφωνο να βροντάει –η αδερφή σου δεν έχει καθόλου υπομονή. Η αδερφή σου έχει δουλειά, παιδιά, άντρα –αλλά όχι και υπομονή. Εσύ πάλι δεν έχεις τίποτα.

«Φεύγω».
Δεν λες κουβέντα.
«Μελίνα φεύγω».
«Το άκουσα».
«Λέω μήπως θέλεις να σου φέρω τίποτα...»
«Τίποτα».
Η πόρτα χτυπάει, τον βλέπεις από το παράθυρο να πλησιάζει το αυτοκίνητό του σαν ουραγκοτάγκος, νιώθεις στιγμιαία αναγούλα. Αφήνεις την κουρτίνα να πέσει.

Το σπίτι βουίζει από ησυχία.

Παίρνεις βαθιά ανάσα. Πηγαίνεις στην κρεβατοκάμαρα –κλείνεις τις κουρτίνες. Νιώθεις κούραση, την καθημερινή κούραση. Οι μέρες είναι κούραση. Τις νύχτες αγωνίζεσαι να μη σε ακουμπήσει ούτε καν η βρώμικη αναπνοή του, σηκώνεσαι και κυκλοφορείς στο σπίτι σαν αερικό, καπνίζεις στο σκοτάδι, πίνεις από το μπουκάλι. Μετά ψευτοκοιμάσαι –έχεις το νου σου πότε θα ξημερώσει, μετράς τα λεπτά στο φωσφοριζέ καντράν του ρολογιού.... Ξυπνάς πάντα 10 λεπτά νωρίτερα από τον διπλανό σου. Δεν έχει σημασία ούτε ποιος είναι, ούτε πώς είναι. 10 λεπτά νωρίτερα. Να φτιαχτείς λίγο, να περιποιηθείς, όσο –ότι μπορείς...

Γι΄αυτό είσαι χώμα τα πρωινά –περιμένεις να φύγει από το σπίτι για να κοιμηθείς με την ησυχία σου. Ξαπλώνεις στη δική σου πλευρά, γυρίζεις προς τα έξω επειδή η μυρωδιά του υπάρχει ακόμα στο διπλανό μαξιλάρι. Κλείνεις τα μάτια –ο Πέτρος πέθανε, δεν έχει σημασία πώς και γιατί. Δεν έχει σημασία ούτε καν το οτι πέθανε, έτσι κι αλλιώς ήταν ένας ακόμα χέστης. Και το χειρότερο είναι που σε κορόιδεψε, σε έκανε να πιστέψεις οτι θα σε γλίτωνε απ΄όλα αυτά.... Σε πόνεσε περισσότερο κι από τον Δημήτρη που έφυγε χωρίς ν΄αφήσει πίσω του τίποτα. Ο Δημήτρης έφυγε, ο Πέτρος δεν ήρθε –αυτή ήταν η διαφορά.

Καρφώνεις τα νύχια στις χούφτες.
«Κακό σου ψόφο κωλόπαιδο!»
Μετά κλαις ασταμάτητα, έτσι σε παίρνει ο ύπνος.

Και είναι κρίμα που κανένας τους δε σε βλέπει έτσι όπως κοιμάσαι, το στήθος σου ν’ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά, τα μάτια να πεταρίζουν πίσω από τα κλειστά σου βλέφαρα και μισό χαμόγελο –μοιάζει σαν κάτι να ονειρεύεσαι....

Αλήθεια –ονειρεύεσαι ποτέ όσους σε ονειρεύονται Μελίνα;

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι