Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Είκοσι λεπτά πριν τη Ναστάζια Κίνσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Είκοσι λεπτά πριν τη Ναστάζια Κίνσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Ιανουαρίου 27, 2014

18. Στο τέλος

Προηγούμενα:
2. Όλα δείχνουν χειρότερα την Κυριακή
3. Σα σκυλιά που κυνηγάνε την ουρά τους 
4. "Ο χλωμός εραστής με το άνθος στην κομβιοδόχη" 
5. Μια ενοχλητική φωτογραφία 
6. Δέκα λεπτά μετά τη Ναστάζια Κίνσκι
13. "Εμείς είμαστε οι άλλοι"
14. «Αρχίδια, γλυκιά μου»
15. Φεύγοντας μόνος

Η μεταλλική φωνή έκοβε τη φασαρία της απέραντης αίθουσας αναμονής με διαδοχικές ανακοινώσεις –η καταιγίδα έφερνε κάμποσες καθυστερήσεις πτήσεων, αλλά, ευτυχώς, καμιά ακύρωση. Ακόμα.
Έξω από την αίθουσα έκανε κουμάντο η σκοτεινιά κι ας ήταν μεσημέρι. Αν πλησίαζες κοντά στις εισόδους άκουγες τη βροχή να σκάει κατά ριπάς στα πλεξιγκλάς.
«Άντε να βγεις να καπνίσεις…» μουρμούρισε ο Αργύρης.
«Σύγχρονα αεροδρόμια, σου λέει… Καλύπτουν τις ανάγκες όλων, εκτός βέβαια από τους καπνιστές, αυτοί δεν μετριούνται στον ανθρώπινο πληθυσμό», σιγοντάρισε ο Κώστας.
Η Μαρίνα δεν είπε τίποτα –είχε στο νου της τα παιδιά που έκοβαν βόλτες εξερευνώντας το χώρο λόγω βαρεμάρας.
Σα συνεννοημένοι κοίταξαν έξω από το πλεξιγκλάς την καταιγίδα και μετά τον πίνακα αναγγελίας πτήσεων. Είναι άβολη η συνοδεία αυτών που πρόκειται να ταξιδέψουν –σα να μη φτάνει η αμηχανία του αποχαιρετισμού υπάρχει και η ενδιάμεση αναμονή που όλοι εύχονται να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα. Όλοι εκτός από τους ερωτευμένους –στη συγκεκριμένη περίπτωση όλοι δηλαδή.
«Πάω να πάρω εφημερίδες», είπε ο Κώστας κι απομακρύνθηκε.
Όταν έφτασε στο σταντ με τον ημερήσιο τύπο έβγαλε το κινητό του, κοίταξε τις αναπάντητες κλήσεις και διάλεξε μία από αυτές.
«Έλα –σ΄ έπαιρνα τηλέφωνο…» είπε η αντρική φωνή.
«Τι έγινε;» ρώτησε ο Κώστας.
«Είχαμε εξελίξεις, νομίζω δηλαδή…» ψέλλισε ο Βασίλης.
«Δηλαδή;»
«Βρήκαν έναν άντρα σκοτωμένο και μια γυναίκα…»
«Τι γυναίκα;»
«Σκοτωμένη κι αυτή, μάλλον αλληλοπυροβολήθηκαν».
«Κάτσε βρε παιδί μου και τι σχέση έχει με τον φίλο μου τον Τάκη αυτό;»
«Ο Γιαννάκης…»
«Ο Γιαννάκης;»
«Ναι, ο….»
«Α, εντάξει. Τι τρέχει με το Γιαννάκη;»
«Λέει πώς ο νεκρός ήταν παλιός γνωστός σας».
«Πώς τον λέγανε;»
«Άκη κάτι… Σιρχάν Σιρχάν είπε ο Γιαννάκης να σου πω…»
 «Έλα ρε –σκοτώθηκε ο Σιρχάν! Κακό του ψόφο», γέλασε ο Κώστας.
«Πώς μιλάς έτσι για τον άνθρωπο –ο Γιαννάκης είπε…»
«Τι είπε ο Γιαννάκης; Οτι ο Σιρχάν ήταν παλιός χαφιές της Ασφάλειας;»
«Όχι…»
«Κακώς –από εκεί έπρεπε να ξεκινήσει. Είχε μια ομάδα, δεν θυμάμαι τώρα πώς λέγονταν, κάνανε κάτι ιστορίες κι όταν τον έπιασαν οι μπάτσοι –συγνώμη, όταν συνελήφθη θέλω να πω –τους έδωσε όλους στεγνά».
«Εσείς δεν είχατε σχέσεις μαζί του;»
«Με τον Σιρχάν; Για μαλάκες ψάχνεις ρε Βασίλη; Αυτόν, όταν τον καλούσες στο σπίτι κοίταζε να χωθεί στην κρεβατοκάμαρα για να βουτήξει τίποτα εσώρουχα της γκόμενάς σου».
«Τι να τα κάνει; Παρενδυτικός ήταν;»
«Τι να ήταν;»
«Παρενδυτικός –τραβέλι ρε συ, πώς το λένε!»
Ο Κώστας ξεκαρδίστηκε.
«Όχι ρε κανίβαλε –για άλλο λόγο τα ήθελε τα εσώρουχα».
«Α, κατάλαβα», είπε ο Βασίλης. «Τέλος πάντων, αυτός πάει και μαζί του πάει μια κοπελίτσα σαν τα κρύα τα νερά».
«Γι΄αυτή λυπάμαι αν και, δυστυχώς, δεν μπορώ να πω οτι τη γνώριζα».
«Έλα που παραπονιέσαι –με τέτοια κουκλάρα που κυκλοφορείς…» τον μάλωσε ο Βασίλης.
Ο Κώστας θυμήθηκε τις τέσσερεις αναπάντητες της Αθηνάς.
«Τέλος πάντων, είμαι στο αεροδρόμιο και πρέπει να κλείσω…»
«Φεύγεις;»
«Όχι εγώ. Η Μαρίνα, η γυναίκα του συχωρεμένου του Τάκη. Οικογενειακώς».
«Πού πάνε;»
«Στην αδερφή της… Και γιατί κουμπουριάστηκε ο Σιρχάν με την κοπελίτσα ρε Βασίλη;»
«Έλα ντε!»
«Καλά –θα τα πούμε όταν έρθω σπίτι, θα σου χτυπήσω για κάναν καφέ».
«Εντάξει… Κώστα…»
«Τι;»
«Ο Γιαννάκης είπε οτι κάνατε διάφορα στα νιάτα μας».
«Κάναμε περισσότερα απ΄ όσα ξέρει ο Γιαννάκης. Υπάρχει πρόβλημα;»
«Όχι –άλλωστε υπάρχει παραγραφή…»
«Έτσι μπράβο. Τα λέμε λοιπόν».
Βιάστηκε να κλείσει το τηλέφωνο.

Η επόμενη κλήση ήταν στην Αθηνά.
«Πού είσαι;»
«Στο αεροδρόμιο –ξεπροβοδίζουμε τη Μαρίνα και τα μικρά».
«Θέλω να σε δω μετά…»
Ο Κώστας δεν είπε τίποτα.
«Λοιπόν;» έκανε ανυπόμονα η Αθηνά.
«Τι λοιπόν;»
«Θα βρεθούμε; Και σε παρακαλώ να μη με ρωτήσεις γιατί».
«Δεν σκόπευα…»
«Να έρθω από το σπίτι σου;»
«Έλα».
Έκλεισε το τηλέφωνο ξύνοντας το μάγουλο του σκεπτικά. Μετά έκανε μεταβολή για να συναντήσει τους άλλους.
«Τι έγινε; Πού είναι οι εφημερίδες;» τον ρώτησε ο Αργύρης.
«Ποιες εφημερίδες; Α, δεν πήρα… Με ειδοποίησε ο Βασίλης οτι βρήκαν τα πτώματα…»
«Του Σιρχάν και της Σόνιας;» ρώτησε η Μαρίνα.
Ο Κώστας ένευσε.
Ο Αργύρης κοίταξε πέρα –ένα γκρουπ επιβατών σέρνανε βαλίτσες με ροδάκια αναστατώνοντας το σύμπαν. Η Μαρίνα τον ακούμπησε στο μπράτσο.
«Είσαι καλά;» τον ρώτησε.
«Ποτέ δεν ήμουν καλύτερα», γέλασε εκείνος.
«Δεν μας είπες όμως ρε φίλε… Πώς βρέθηκες εσύ στο σπίτι του Σιρχάν;» ρώτησε ο Κώστας.
«Όχι –δεν σας το είπα», παραδέχτηκε ο Αργύρης.
«Όπως και να ‘χει η Σόνια ίσως και να σας γλίτωσε από χοντρά μπλεξίματα», παραδέχτηκε η Μαρίνα.
«Αφού πρώτα τα προκάλεσε», συμπλήρωσε ο Κώστας.
«Κάποιο σεβασμό στους νεκρούς…» ζήτησε η Μαρίνα.
Ο Αργύρης δεν είπε τίποτα.
«Σε πόση ώρα φεύγει η πτήση σας;» ρώτησε ο Κώστας.
«Δεν είναι ανάγκη να μείνετε μέχρι τότε», κούμπωσε η Μαρίνα.
Κανένας δε βρήκε τίποτα να της απαντήσει, ούτε και έδειξαν διάθεση να κουνηθούν από τις θέσεις τους.
«Αφού λοιπόν είσαστε ακόμα εδώ..» είπε η Μαρίνα.
«Και πού να πάμε δηλαδή;» απόρησε ο Κώστας.
Η Μαρίνα τον αγριοκοίταξε.
«Κι επειδή ελπίζω να μην σας ξαναδώ…» συνέχισε.
«Όχι αν δε σε δούμε εμείς πρώτοι», χώθηκε ο Κώστας.
«Θέλω να σας πω –να πάτε να γαμηθείτε. Ελπίζω στη ζωή μου να μην ξαναπέσω σε τέτοιους μαλάκες που θέλανε συνέχεια κάποιον από πίσω τους να μαζεύει τις βλακείες τους και να τους προσέχει μην πάθουν τίποτα…» σφύριξε η Μαρίνα.
«Κι ο Τάκης όμως…» έκανε ο Κώστας.
«Και γι΄ αυτόν τα λέω –να τ΄ ακούει όπου κι αν βρίσκεται…»
«Να μη σε απογοητεύσω, αλλά…» ψιθύρισε ο Αργύρης.
«Σκάσε», του χώθηκε η Μαρίνα. «Βγάλτε το σκασμό για λίγο –κάποτε πρέπει να μάθετε ν΄ ακούτε…»
«Τι;» έκανε ο Κώστας βάζοντας την παλάμη του σα χωνί πάνω από το δεξί του αυτί.
«Άντε γαμηθείτε…» απηύδησε η Μαρίνα.
«Αυτό μάς το ξανάπες», παρατήρησε ο Κώστας.
Η Μαρίνα σηκώθηκε, μάζεψε τα πιτσιρίκια και κατευθύνθηκε προς το check in. Οι άλλοι δύο έμειναν μετέωροι. Μέχρι ο Αργύρης να τρέξει πίσω της.
«Μισό λεπτό», της είπε.
Εκείνη γύρισε. Τα παιδιά προχώρησαν σαν κουρδιστά.
«Θέλω να ξέρεις οτι όλα πήγαν στραβά», της είπε.
«Ενώ υπήρχε περίπτωση να πάνε ίσια…» γέλασε η Μαρίνα.
«Σωστή –δικός σου ο πόντος».
«Δεν είναι θέμα πόντων, Αργύρη», του ξεκαθάρισε.
«Όπως και να ‘χει…»
«Όπως και να ‘χει μάς ξεσκίσατε», έσκυψε το κεφάλι η Μαρίνα και απομακρύνθηκε ακολουθώντας τα παιδιά της.
Ο Αργύρης έβγαλε τσιγάρο, το έχωσε ανάμεσα στα χείλια του, δεν το άναψε –το ξανάβαλε στο πακέτο του. Τα απομεινάρια της οικογένειας του Τάκη πήραν να εξαφανίζονται περνώντας μέσα από τον ανιχνευτή μετάλλων.
Βγήκαν από την κεντρική αίθουσα του αεροδρομίου, ο ένας δίπλα στον άλλο, και η βροχή κόντεψε να τους πάρει απ΄τα μούτρα. Βιάστηκαν να χωθούν στο υπόστεγο της αερογέφυρας, άναψαν τσιγάρα καπακώνοντας τις φλόγες από τους αναπτήρες τους –κανονικά συνεννοημένοι.
«Τι γίνεται παρακάτω;» αναρωτήθηκε ο Κώστας χαζεύοντας ένα δέντρο που το τίναζε η καταιγίδα.
«Τι να γίνει δηλαδή; Ο Σιρχάν έπαιξε πιστολιές λόγω ερωτικής αντιζηλίας, ως εκ τούτου η επανάστασις αργεί λόγω έρωτος», υπολόγισε ο Αργύρης.
«Λες ε;»
«Λέω».
«Και οι υπόλοιποι –οι δικοί του;»
«Πιτσιρικάδες. Σύντομα θα βρουν καινούργιο μαλάκα που θα κατέχει την απόλυτη αλήθεια –ποιος ξέρει; Μπορεί και να την κατέχουν οι ίδιοι…»
«Αφ΄εαυτού τους δηλαδή…»
«Ναι –κάπως έτσι…»
«Όμως στην τελική, εκείνοι φάγανε τον Τάκη…»
«Και τι σκοπεύεις να κάνεις γι΄αυτό;»
Ο Κώστας δεν απάντησε.
Τα τσιγάρα τους νοτίστηκαν από τις σταγόνες που στριφογύριζε ο αέρας, δεν υπήρχε και τίποτα άλλο να κάνουν εκεί πέρα.
«Θέλεις να σε κατεβάσω με το αυτοκίνητο στο κέντρο;» ρώτησε ο Αργύρης.
«Όχι –θα πάρω τον Υπόγειο», είπε ο Κώστας.
«Τότε λοιπόν…» έκανε ο Αργύρης σηκώνοντας το γιακά του μπουφάν του.
«Τότε..» επανέλαβε ο Κώστας.
«Την κάνω. Θα ξαναβρεθούμε όταν ξαναβρεθούμε», είπε ο Αργύρης.
«Όχι αν έχουμε ξαναβρεθεί προηγουμένως», γέλασε ο Κώστας.
«Ρε, άντε γαμήσου και φέρε την είσπραξη», γέλασε ο Αργύρης με τη σειρά του.
Χωρίστηκαν.

Ο Αργύρης πήγε σκυφτός προς το πάρκινγκ προσπαθώντας να μουσκέψει όσο γινόταν λιγότερο όσο ο Κώστας ανέβαινε μαρμαρωμένος τις κυλιόμενες σκάλες της αερογέφυρας. Καμιά δεκαριά άνθρωποι έτρεχαν να χωθούν στ΄ αυτοκίνητα τους, κυνηγημένοι από μια πόλη απροετοίμαστη για καταιγίδες.
Ο Κώστας έφτασε στον σταθμό του Υπόγειου κι εκεί έμαθε οτι το επόμενο τρένο θα ερχόταν σε 9 λεπτά. Δεν προλάβαινε να ξανανέβει για ν΄ αγοράσει εφημερίδα, πράγμα που τον βόλευε. Κοίταξε τριγύρω του, στάμπαρε μια ομορφούλα που παιδευόταν με την τεράστια τσάντα της, ξεκίνησε να την πλησιάζει και καλά για να τη βοηθήσει αλλά το μετάνιωσε. Η Αθηνά θα τον περίμενε στο σπίτι ακόμα κι αν έφτανε μετά από αυτόν. Η Αθηνά…
Ο Κώστας χαμογέλασε ανόρεχτα, ψάχνοντας στο βάθος του τούνελ για το τρένο.

Άναψε τσιγάρο πριν ανάψει τη μηχανή του αυτοκινήτου. Οι υδρατμοί θόλωσαν τα τζάμια, έσκασε λίγο το παράθυρο κι αμέσως άρχισε να μπαίνει η βροχή. Προσπάθησε να επικεντρωθεί στη Σόνια, προσπάθησε να νιώσει την απώλεια από το θάνατο του Τάκη αλλά το μόνο που ερχόταν στο μυαλό του ήταν η Μαρία –οι μέρες που την περίμενε να φύγει πριν ξημερωθούν, οι γαμημένοι οι φασίστες τίγκα στα χάπια, με μάτια κόκκινα να τον περικυκλώνουν…
«Τίποτα δεν τελειώνει πριν τελειώσουμε», μουρμούρισε.
Το αυτοκίνητο κύλησε αργά στον διάδρομο του πάρκινγκ.
Το αεροπλάνο κύλησε μέχρι την άκρη του διαδρόμου απογείωσης.
Το τρένο είχε καθυστέρηση τελικά.

Τρίτη, Ιανουαρίου 14, 2014

17. 5 λεπτά μετά τη Ναστάζια Κίνσκι

Προηγούμενα:
2. Όλα δείχνουν χειρότερα την Κυριακή
3. Σα σκυλιά που κυνηγάνε την ουρά τους 
4. "Ο χλωμός εραστής με το άνθος στην κομβιοδόχη" 
5. Μια ενοχλητική φωτογραφία 
6. Δέκα λεπτά μετά τη Ναστάζια Κίνσκι
13. "Εμείς είμαστε οι άλλοι"
14. «Αρχίδια, γλυκιά μου»
15. Φεύγοντας μόνος

Ένιωθε κάμποσο μελλοθάνατος έτσι που στεκόταν έξω από το κτίριο της Κεντρικής Ασφάλειας καπνίζοντας, ο φρουρός τον κοίταζε περίεργα (ή έτσι του φαινόταν) καθώς μπαινόβγαινε στο κουβούκλιο χαϊδολογώντας το αυτόματό του. Άναψε το επόμενο τσιγάρο με την καύτρα του προηγούμενου και κοίταξε τα ψηλά παράθυρα του κτιρίου λες και θα ‘βγαινε κάποιος από εκεί πάνω να του κουνήσει μαντήλι.
«Πού είσαι ρε Βασίλη γαμώ το φελέκι σου…» μουρμούρισε.
Άρχισε τότε μια ψιλή βροχή –κατούρημα εξ ουρανού –σήκωσε τους γιακάδες τού μπουφάν του βλαστημώντας, τι δουλειά είχε αυτός στο κωλάδικο; Ο φρουρός τον κοίταξε άγρια τώρα (ή έτσι του φάνηκε). Κι ο Βασίλης άφαντος –αυτοκίνητα έμπαιναν στο υπόγειο γκαράζ του κτιρίου, κόσμος ανέβαινε τα σκαλιά βιαστικά ή με το κεφάλι χαμένο ανάμεσα στους ώμους, ο Βασίλης πουθενά.
Έσβησε το μισοκαπνισμένο τσιγάρο, έκανε την καρδιά του πέτρα και πήγε προς το φρουρό.
«Περιμένω τον κύριο Κελπεκίδη», έκανε, σχεδόν απολογητικά.
«Ποιος είναι αυτός;» ρώτησε ο φρουρός.
«Δουλεύει εδώ…» μουρμούρισε ο Κώστας.
«Σε ποια Διεύθυνση –δεν ξέρετε;» τον κοίταξε περίεργα ο φρουρός.
«Έλα ρε φίλε –συγνώμη για την καθυστέρηση, έμπλεξα στην κίνηση», τον άρπαξε από τους ώμους ο Βασίλης.
Ο Κώστας πιέστηκε να χαμογελάσει και στο τέλος τα κατάφερε.
«Είναι μαζί μου ο κύριος», είπε κοφτά ο Βασίλης στο φρουρό με αυταρχικό ύφος.
Μετά ανέβηκε τα σκαλιά με χοροπηδητό βήμα κι ο Κώστας τον ακολούθησε. Πήραν το πρώτο εύκαιρο ασανσέρ κι ανέβηκαν αμίλητοι –ο Βασίλης κάπως αμήχανος για την αργοπορία, ο Κώστας εντελώς αμήχανος γιατί αλλιώς είχε συνηθίσει να μπαίνει στην Ασφάλεια -χρόνια πίσω σε μια άλλη εποχή σ΄ένα άλλο κτίριο.
Ο διάδρομος μύριζε βερνίκι παπουτσιών, κάτουρο και φτηνά τσιγάρα, ένα κιτρινιάρικο φως από λαμπτήρες φθορισμού έβγαινε από την οροφή, ο Βασίλης χτύπησε την πόρτα κάποιου γραφείου και μπήκε μέσα χωρίς να περιμένει απάντηση. Ένας χοντρός με ξυρισμένο κεφάλι κοπάναγε τα πλήκτρα του υπολογιστή του προσπαθώντας να βολέψει τους αγκώνες του ανάμεσα σε στοίβες χαρτιών που ξεχείλιζαν από πολύχρωμους φακέλους.
«Καλημέρα Γιαννάκη –πώς πάει; Πάλι τσόντες βλέπεις;» ρώτησε τσαχπίνικα ο Βασίλης.
Ο χοντρός (Γιαννάκης πλέον) σήκωσε το κεφάλι του και μούγκρισε άκεφα.
«Από δω ο φίλος μου ο Κώστας που σου ‘λεγα…» σύστησε τον Κώστα στο χοντρό ο Βασίλης.
Ο χοντρός γύρισε, κοίταξε τον Κώστα, μισόκλεισε τα μάτια και ζωντάνεψε απότομα.
«Αυτός που μου ΄λεγες;» ρώτησε τον Βασίλη με ξαφνικό ενδιαφέρον.
Οι δυο άντρες κάθισαν σε κάτι σιδερένιες καρέκλες με πατικωμένα αφρολέξ μαξιλαράκια, ο Γιαννάκης έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα από κάποιο συρτάρι και τους πρόσφερε.
«Καφεδάκια να παραγγείλω;» ρώτησε χαμογελαστός.
«Για μένα μια πορτοκαλάδα –είναι χάλια το στομάχι μου, μ΄ έχει τσακίσει το έλκος», κλαψούρισε ο Βασίλης.
«Τίποτα, ευχαριστώ», ψιθύρισε ο Κώστας.
«Λοιπόν φίλε μου…» έριξε ένα λιγωτικό υφάκι ο Γιαννάκης γέρνοντας προς το μέρος του Κώστα, «τι έχεις να μας πεις για την υπόθεση;»
Ο Κώστας τραβήχτηκε λίγο παραπίσω και κοίταξε, πρώτα το χοντρό και μετά το Βασίλη.
«Τι λέει ο δικός σου ρε Βασίλη;» πετάχτηκε αγανακτισμένος. «Για ανάκριση με φέρατε;»
Ο Γιαννάκης ξάπλωσε πάλι πίσω στην καρέκλα του και χαμογέλασε.
«Όχι, όχι –απλώς αν ξέρεις κάτι…» πήγε να τα μπαλώσει ο Βασίλης.
«Τι να ξέρω δηλαδή; Το μόνο που ξέρω είναι οτι φάγανε το φίλο μου στα καλά του καθουμένου κι εσείς εδώ με ρωτάτε τι έχω να πω… Εντάξει, θα εκφράσω την αμέριστη συμπαράστασή μου στην οικογένεια και την οργή μου για την αλόγιστη βία –αρκούν αυτά;»
«Μην εξάπτεσαι…» γουργούρισε ο Γιαννάκης. «Ρώτησα μπας και μπορείς να μας πεις κάτι να βοηθηθούμε. Αν θυμάσαι κάποιον να τον είχε απειλήσει προσφάτως, αν είχε καυγαδίσει με κάποιον…»
«Αν θυμόμουν κάτι τέτοιο θα είχα πάει να βρω τον κάποιον και θα του είχα γαμήσει το φελέκι», είπε ήρεμα ο Κώστας.
«Σε καταλαβαίνω», ένευσε ο Γιαννάκης. Τράβηξε το πακέτο με τα τσιγάρα που τους είχε προσφέρει και τσίμπησε ένα ο ίδιος –το άναψε σχεδόν βουλιμικά.
 «Εσείς δεν έχετε τίποτα;» ανέλαβε να σπάσει τη σιωπή ο Βασίλης.
«Κάτι έχουμε από την κάμερα του νεοκλασικού απέναντι…» μουρμούρισε ο χοντρός. «Κάτσε να το βρω… αν μπορεί ν΄ αναγνωρίσει κανέναν ο φίλος μας…».
Όσο ακόμα μουρμούριζε, βυθίστηκε στην οθόνη του υπολογιστή του ανοιγοκλείνοντας αρχεία –το δάχτυλό του έπαιζε νευρικά, σα να είχε πάρκινσον.
«Ρε Βασίλη, μπες από μέσα να σου δείξω ένα βιντεάκι από τη γιορτή του μικρού!» πανηγύρισε σε κάποια φάση.
Ο Βασίλης σηκώθηκε δείχνοντας ενθουσιασμό εμφανώς για λόγους ευγενείας, πήγε πίσω από το γραφείο και κοίταξε την οθόνη με λυπημένο, ή βαριεστημένο, βλέμμα.
«Θες να δεις κι εσύ;» ρώτησε τον Κώστα ο χοντρός.
«Ευχαριστώ, δεν είμαι σε καλή διάθεση», απολογήθηκε ο Κώστας.
«Καταλαβαίνω… Γι΄αυτό κιόλας καθυστερώ να σου δείξω το βίντεο…» είπε ο χοντρός.
Ναι, γι’ αυτό, όχι επειδή είσαι μαλάκας, σκέφτηκε ο Κώστας. Αναγκάστηκε όμως να περιμένει μπόλικη ώρα ακόμα ακούγοντας τους δυο μπάτσους να συζητούν για φίλους και γνωστούς, ήρθε στο καπάκι κι ένας χυμός πορτοκάλι τον οποίο ο Βασίλης δεν ήπιε εφόσον θυμήθηκε εκ των υστέρων οτι τον πειράζει στο στομάχι…
«Εδώ είμαστε», δέησε να ασχοληθεί με το θέμα του μετά από κάνα τέταρτο ο Γιαννάκης ο χοντρός. Μετά έχωσε τη μουτσούνα του σχεδόν μέσα στην οθόνη, κοίταξε κάτι με τρομερό ενδιαφέρον, συνοφρυώθηκε.
«Κάτσε να σου γυρίσω, να δεις», είπε στον Κώστα και βάλθηκε να στρέφει την οθόνη προς τα έξω.
Ένα ακατανόητο ασπρόμαυρο πλάνο, κάτι θολές πλάτες να εμφανίζονται ξαφνικά και μετά να εξαφανίζονται.
«Αυτό ήταν;» ρώτησε απογοητευμένος ο Κώστας.
«Ναι, δυστυχώς…» παραδέχτηκε ο χοντρός. «Ξέρω, στην αρχή δε σου λέει τίποτα. Θα σου εξηγήσω λοιπόν τι ακριβώς γίνεται –αυτοί που μπαίνουν ξαφνικά, αλλάζουν θέση, κυνηγάνε τον φίλο σου και τον πυροβολούν. Προηγουμένως πρέπει να διημείφθη κάποια συμπλοκή η οποία ξεκίνησε από το μπαρ… Η γκαρσόνα μας είπε οτι ο φίλος σου τσακώθηκε με κάποιον άντρα τον οποίο δεν είδε καλά, όμως τον περιέγραψε σαν σωματώδη προς το γεμάτο, ηλικίας 40 με 50. Είναι ο τρίτος απ΄αυτούς που φαίνονται στο βίντεο, πηγαίνει πίσω από τους άλλους που πυροβολούν. Ο φίλος σου έφαγε δυο σφαίρες πισώπλατα –η μια τον βρήκε στην άνω πλάτη και η άλλη στο πίσω μέρος του λαιμού. Τον πυροβόλησαν 3 ή 4 φορές από τους κάλυκες που βρήκαμε… Είχε ήδη ανέβει στη μηχανή του, έχασε τον έλεγχο και χτύπησε σ΄έναν τοίχο καφετέριας απέναντι, αλλά ήταν ήδη νεκρός, νομίζω…»
Ο Κώστας ξανακοίταξε το βίντεο που έπαιζε στο ριπίτ,  δυο φιγούρες μάλλον αδύνατες εμφανίζονταν από το πλάι, κάποιες λάμψεις μπροστά τους, μάλλον πυροβολούσαν. Και μια τρίτη φιγούρα πίσω τους, πιο βαριά αυτή, έκανε ένα βήμα απότομο μπαίνοντας στην περιοχή της κάμερας, σταμάτησε ρίχνοντας το βάρος μπροστά –μάλλον έδινε κάποια εντολή στους άλλους δύο –και μετά έφυγε στα πλάγια με αργό βηματισμό ενώ οι δυο μπροστινοί του πετάχτηκαν έξω από την περιοχή εμβέλειας της κάμερας χοροπηδώντας. Αν ήταν εδώ ο Αργύρης ίσως να τον βοηθούσε, ίσως να αναγνώριζε κάποιον αλλά ο ίδιος δεν μπορούσε καν να συνδέσει το σουλούπι του άντρα πίσω από τους κουμπουροφόρους με τον Σιρχάν.
«Λυπάμαι, δε μου θυμίζουν τίποτα…» ψιθύρισε.
«Να σε ρωτήσω κάτι –εντελώς φιλικά;» έκανε ο χοντρός μπάτσος ξαπλώνοντας πάλι στην καρέκλα του. «Αν σου θύμιζαν, αν αναγνώριζες κάποιον, θα μας το έλεγες;»
«Φιλικά;» του έκλεισε το μάτι ο Κώστας.
Ο χοντρός σήκωσε τους ώμους δήθεν αγανακτισμένος που αμφισβητούνταν οι προθέσεις του.
«Φιλικά λοιπόν φίλε Γιάννη αν τύχαινε να γνωρίζω κάποιο απ΄ αυτά τα αρχίδια που σκοτώσανε τον κολλητό μου θα τους έψαχνα ακόμα και στου βοδιού το κέρατο. Κι όταν θα σε ειδοποιούσα θα έπρεπε να φέρεις ηλεκτρική σκούπα για να μαζέψεις τα κομμάτια τους. Φιλικά πάντα –έτσι;» έκανε πίσω γιατί ασυναίσθητα όσο μιλούσε είχε γύρει πάνω στο γραφείο του μπάτσου, ψάχτηκε, βρήκε τσιγάρο και το άναψε.
«Έτσι λοιπόν;» μουρμούρισε ο χοντρός. «Το ξέρεις οτι με κάτι τέτοια θα μπορούσα να σε συλλάβω;»
«Α, έτσι το εννοείς το φιλικά εσύ…» συμπέρανε ο Κώστας.
«Όχι ρε χριστιανέ μου αλλά απορώ δηλαδή –διάβολε –τόσα χρόνια, μυαλό δε βάλατε! Βλέπεις στο βίντεο τους άλλους με τις μπιστόλες να κουμπουριάζουν τον δικό σου κι αντί να πεις –πιάστους κυρ αστυνόμε μου γιατί δεν ξέρω μην έρθουν αύριο και κουμπουριάσουν εμένα –μου ονειρεύεσαι εκδίκηση λες και είσαι ο Τσαρλς Μπρόνσον ρε πούστη μου!»
«Πού τον θυμήθηκες αυτόν;» γέλασε στο άσχετο από δίπλα ο Βασίλης.
«Δείξε μου άλλη μια το βίντεο», ζήτησε ο Κώστας.
«Γιατί να το κάνω; Μπας κι αναγνωρίσεις κάποιον και καθαρίσεις μόνος σου;» γέλασε ο Γιαννάκης.
«Θα σε χάλαγε; Δυο υποθέσεις στη σειρά λυμένες –μέχρι και παράσημο θα έπαιρνες», κορόιδεψε ο Κώστας.
«Σιγά –μη βλέπεις πολλά αμερικάνικα σήριαλ», τον γείωσε ο Γιαννάκης.
Αλλά του ξανάβαλε το βίντεο.
Δυο φιγούρες που κινούνταν βιαστικά, άλλη μια πίσω τους –πιο αργά. Πρώτα σταματάει η τρίτη φιγούρα, γέρνει λίγο μπροστά, μάλλον φωνάζει εντολές. Οι άλλοι δύο σταματάνε, κάποια κίνηση σωμάτων και μετά λάμψεις. Τι φοράει η τρίτη φιγούρα; Μάλλον κάποιο χοντρό μπουφάν, δες καλύτερα, αραιά μαλλιά ανακατεύονται στον αέρα, αρχές φαλάκρας, γιατί σταματάει έτσι περίεργα; Επειδή φοράει ακατάλληλα παπούτσια και γλιστράει στο πλακόστρωτο –τι παπούτσια; Λουστρίνια ίσως –απ΄ αυτά με τις λείες σόλες που πρέπει να τις τρίψεις σε χαλίκια για να χαραχτούν… Αυτός ο γελοίος μοιάζει με τον Σιρχάν, ίσως, μάλλον…
«Δε βγάζω άκρη», παραδέχτηκε ο Κώστας.
«Επειδή κοιτάζεις τον αρχηγό –πίσω από αυτούς που πυροβολούν», του εξήγησε ο Γιαννάκης. «Γιατί είσαι κολλημένος με το παρελθόν και ψάχνεις να βρεις τίποτα παλιούς γνωστούς, κάνω λάθος;»
«Ποιο παρελθόν; Ποιους παλιούς γνωστούς;» πετάχτηκε απορημένος ο Βασίλης.
«Ε, ξέρει ο φίλος μας από εδώ για τι πράγμα μιλάω…» χαζογέλασε ο Γιαννάκης.
«Μαλακίες…» μουρμούρισε ο Κώστας.
«Έτσι το βλέπεις σήμερα», είπε ο Γιαννάκης.
«Έτσι το έβλεπα πάντα…» ξεκαθάρισε ο Κώστας.
«Και η επανάσταση που λέγατε τότε;» απόρησε ο Γιαννάκης.
«Ποια επανάσταση ρε φίλε; Τι μας πέρασες -για τίποτα αρκουδιάρηδες;» γέλασε ο Κώστας.
«Νόμιζα…» μουρμούρισε ο Γιαννάκης.
«Εσύ, για να έχουμε καλό ρώτημα τι έκανες τότε; Στην ηλικία μου σε κόβω πάνω –κάτω…»
«Εγώ…» ο χοντρός Γιαννάκης ξεφύσησε αναπολώντας και καλά. «Άλλες εποχές τότε –πιο αγνές, πιο τίμιες…»
«Κατάλαβα –στο Κάπα Κάπα ήσουνα…» τον κορόιδεψε ο Κώστας.
«Και τι δηλαδή; Τι θες να πεις;» φούντωσε ο χοντρός.
«Άστο τίποτα…» μουρμούρισε ο Κώστας και σηκώθηκε.
«Εγώ θα μείνω λίγο ακόμα, έχω κάτι δουλειές», του είπε ο Βασίλης κάμποσο παγωμένος.
Κι έτσι βρέθηκε ο Κώστας μόνος στο ασανσέρ κι ακόμα πιο μόνος στα μαρμάρινα σκαλιά της Ασφάλειας –μια κούραση τον πλάκωσε όσο έσερνε τα πόδια του για τον Υπόγειο.  Όταν μπήκε στο βαγόνι, όταν ο Υπόγειος ξεκίνησε ουρλιάζοντας, δεν τόλμησε να κοιτάξει έξω από το παράθυρο γιατί στα σκοτεινά τσιμέντα παιζόταν το βίντεο των δολοφόνων σε ριπίτ.

Ο Αργύρης κρύωνε. Με την πλάτη στον τοίχο της πολυκατοικίας ενώ το ψιλόβροχο κατάβρεχε τις άκρες των παπουτσιών του, με το μπουφάν κουμπωμένο και έντονη την ανάγκη για κατούρημα, δυο ώρες και βάλε έξω από το σπίτι της Σόνιας. Μέτρησε τα τσιγάρα στο πακέτο του και υπολόγισε ότι δεν θα την έβγαζε για πάνω από μια ώρα, αγχώθηκε. Ένα αυτοκίνητο πέρασε πλατσουρίζοντας στην άσφαλτο, ένα ακόμα (μετά από λίγα λεπτά) –ερημιά γενικώς. Ο Αργύρης σήκωσε το κεφάλι για να απογοητευτεί ακόμα μια φορά από το άδειο διαμέρισμα με τα κατεβασμένα ρολά στη μπαλκονόπορτα. Ευχήθηκε να μην έρθει ποτέ η Σόνια, να βρίσκεται ήδη σε κάποιο αεροπλάνο για το εξωτερικό ή έστω στο κατάστρωμα ενός πλοίου, στο κουπέ κάποιου τρένου –λίγο μακριά, πολύ μακριά, μακριά πάντως. Επειδή ήξερε τι ήθελε να κάνει και ήξερε τι έπρεπε να κάνει αλλά δεν ήξερε τι θα έκανε αν την έβλεπε να εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά του. Άναψε ακόμα ένα τσιγάρο τη στιγμή ακριβώς που χτύπησε το κινητό του. Ψάχτηκε, του πήρε λίγη ώρα μέχρι να το ψαρέψει από τη μέσα τσέπη τού μπουφάν του, στην οθόνη αναβόσβηνε ο αριθμός της.
«Ναι;» φώναξε με σπασμένη φωνή.
«Αργύρη;» ψιθύρισε η Σόνια.
«Παρακάτω», μούγκρισε εκείνος εκνευρισμένος που φάνηκε η ταραχή του.
«Θέλω να έρθεις εδώ –μπορείς να σημειώσεις μια διεύθυνση;»
«Λέγε», έκανε κοφτά ο Αργύρης.
Η Σόνια του είπε μια διεύθυνση στην άλλη άκρη της πόλης.
«Εντάξει, σε μια ώρα θα είμαι εκεί».
«Δε γίνεται πιο γρήγορα;»
«Θα το παλέψω –ξέρω ‘γω;»
«Όταν έρθεις, μη χτυπήσεις κουδούνι. Είναι μονοκατοικία, σπρώξε την εξώπορτα και μπες», είπε η Σόνια αργά.
«Τι μαλακίες είναι αυτές τώρα;» δυσανασχέτησε ο Αργύρης.
«Κάνε γρήγορα», είπε η Σόνια κι έκλεισε.
Ο Αργύρης ένιωσε υπέροχα. Πετάχτηκε στη βροχή κι άρχισε να ψάχνει για ταξί –το πρώτο που βρήκε τον κατάβρεξε προσπερνώντας τον, το επόμενο πήγε να κάνει το ίδιο αλλά ο Αργύρης πρόλαβε να πηδήξει στο πλάι και να γλιτώσει, το τρίτο ταξί σταμάτησε. Ο Αργύρης χώθηκε στο πίσω κάθισμα και φώναξε τη διεύθυνση που του είχε πει πριν λίγο η Σόνια.
«Στου διαόλου τον κώλο…» βλαστήμησε ο ταξιτζής.
«Πόσο θα κάνουμε να φτάσουμε;» ρώτησε ο Αργύρης.
«Καμιά ωρίτσα χαλαρά…»
«Κάντο μισή ώρα αν θέλεις να βγάλεις ένα εικοσάρικο έξτρα», του πρότεινε ο Αργύρης.
«Είσαι παλαβός ρε φίλε;»
«Μπορεί και να ‘μαι… Εσύ το θες το εικοσάρικο ή όχι;»
Ο ταξιτζής ανασήκωσε τους ώμους και πέρασε ένα κόκκινο φανάρι.
«Τρέχει κάτι σοβαρό;» ρώτησε τον Αργύρη.
«Εκτός από το ταξί σου;» έκανε εκείνος.
«Λέω..»
«Κοίτα μπροστά σου γιατί αν τσακιστούμε δεν έχει εικοσάρικο».
Ο ταξιτζής εκνευρίστηκε αλλά πέρασε κάτι μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα ανεβάζοντας το μισό αμάξι στο πεζοδρόμιο.
«Ρωτάω μη μας σταματήσουν τίποτα τροχαίοι…» δικαιολογήθηκε.
«Γεννάει η γυναίκα μου και πρέπει να την πάω στο μαιευτήριο», είπε ο Αργύρης.
«Αλήθεια;» τον ρώτησε ο άλλος.
«Ξέρω ΄γω –εσύ τι λες;» ψευτογέλασε ο Αργύρης.
Ο ταξιτζής δε μίλησε –πάτησε γκάζι και κόρνα ταυτόχρονα βρίζοντας κάποιο αυτοκίνητο που πήγαινε αργά στην αριστερή λωρίδα.
Έφτασαν κοντά στο σπίτι σε 40 λεπτά και τους πήρε άλλα 5 για να βρουν την ακριβή διεύθυνση. Η βροχή έπεφτε για τα καλά πλέον, το σπίτι δε φαινόταν από το δρόμο γιατί είχε έναν περιποιημένο κήπο με τριανταφυλλιές και κάτι δέντρα αγνώστου ταυτότητας. Ο Αργύρης έβγαλε το πορτοφόλι του.
«Δεν τα καταφέραμε…» κλαψούρισε ο ταξιτζής.
«Δεν πειράζει», είπε ο Αργύρης και του έδωσε ένα εικοσάρι παραπάνω απ΄ όσα έγραψε το ταξίμετρο.
Ο ταξιτζής βιάστηκε να εξαφανιστεί πριν αλλάξει γνώμη κι ο Αργύρης έμεινε στη μέση του πουθενά να βρέχεται. Πήγε να κουμπώσει το μπουφάν του αλλά το μετάνιωσε. Προχώρησε αργά προς την αυλόπορτα, την άνοιξε και πήρε το πλακόστρωτο μονοπάτι που οδηγούσε προς το σπίτι. Περπάτησε προσεκτικά με το κεφάλι μισοσκυμμένο κι έτσι είδε οτι το κορδόνι του αριστερού παπουτσιού του είχε λυθεί, έκανε να σκύψει για να το δέσει αλλά το μετάνιωσε. Έσπρωξε την εξώπορτα που άνοιξε τρίζοντας, μπήκε στο χολ παρέα με το μισοσκόταδο του απογεύματος, κοντοστάθηκε, το κορδόνι του σερνόταν στο πάτωμα, έσκυψε να το δέσει, αλλά το μετάνιωσε.  Τα μάτια του δάκρυσαν από την κατακαθισμένη κάπνα της πυρίτιδας και η μεταλλική μυρωδιά του αίματος γέμισε σάλια το στόμα του όσο σηκωνόταν. Δεν πρόκειται να τη βγάλουμε καθαρή, σκέφτηκε ανατριχιάζοντας. Τραμπαλίστηκε αβέβαια, έσκυψε ξανά να δέσει το κορδόνι του αλλά όταν βρέθηκε με το γόνατο στο πάτωμα τον έπιασε μια ζαλάδα, σηκώθηκε παραπατώντας.
Πέρασε το χολ και βρέθηκε σ΄έναν μικρό διάδρομο που οδηγούσε σε κάτι σαν τραπεζαρία, σαλόνι, λίβινγκ ρουμ, φακ δεμ ολ κατάσταση. Στη μέση του δωματίου ένας μεγαλόσωμος άντρας πεσμένος μπρούμυτα, δεν έβλεπε το πρόσωπό του αλλά πήγαινε στοίχημα οτι ο άντρας προσπαθούσε να φύγει όταν την είχε φάει.  Άλλωστε ένας σκούρος λεκές στην πλάτη τού πουκαμίσου του δεν άφηνε και πολλά περιθώρια για αμφιβολίες.
Πλησίασε τον πεσμένο άντρα και είδε ένα πιστόλι να προεξέχει από το δεξί του χέρι –ήταν ένα μικρό πιστόλι καπακωμένο από μια χοντρή παλάμη. Κάτι αραιά μαλλιά έπεφταν μισοκαλύπτοντας τα μάτια του αλλά ο Αργύρης δεν χρειαζόταν δελτίο ταυτότητας για να καταλάβει οτι ο Άκης, ο επιλεγόμενος και Σιρχάν Σιρχάν είχε τερματίσει την, όποια, σταδιοδρομία του στο ότι σκατά ήταν αυτό που έκανε.
«Ένας καργιόλης λιγότερος…» μουρμούρισε ο Αργύρης όσο σηκωνόταν.
Και τότε του ήρθαν όλα μαζεμένα. Το τηλεφώνημα της Σόνιας, ο πεθαμένος Σιρχάν, η κατακαθισμένη κάπνα της πυρίτιδας –πόση ώρα πριν είχαν πέσει οι σφαίρες;
Κοίταξε τριγύρω και την είδε να κάθεται σε μια πολυθρόνα στο βάθος του τεράστιου δωματίου. Είχε διαλέξει προσεκτικά αυτή τη θέση για να έχει θέα από το παράθυρο στον κήπο αλλά και προς το διάδρομο που ερχόταν από την εξώπορτα του σπιτιού. Όμως στα σίγουρα δεν είχε πυροβολήσει τον Σιρχάν από εκεί. Ένα πιστόλι ήταν πεταμένο λίγα εκατοστά πιο δίπλα από το τακούνι της δεξιάς της μπότας κι από πάνω του κρεμόταν το χέρι της Σόνιας πολύ χαλαρό –λες και προσπαθούσε να στεγνώσει τα φρεσκοβαμμένα νύχια της.
«Κερνάς τσιγάρο;» τον ρώτησε χαμογελώντας.
Ο Αργύρης την πλησίασε διστακτικά. Όχι γιατί φοβόταν μην του μπουμπουνίσει κι αυτού καμιά με το πεταμένο πιστόλι αλλά επειδή εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, από τη συγκεκριμένη γωνία και με το συγκεκριμένο φως του απογεύματος που έμπαινε από το παράθυρο η Σόνια ήταν πανέμορφη. Κι ο Αργύρης ξέπνοος.
Παρ΄όλα αυτά την πλησίασε, τράβηξε το μαλακό πακέτο από την τσέπη του μπουφάν του, το τίναξε για να πεταχτούν κάνα δυο τσιγάρα και της το πρότεινε για να πάρει μόνη της.
«Δε μου το ανάβεις καλύτερα; Μου είναι λίγο δύσκολο να μετακινηθώ γιατί κρατάω κάτι αηδίες που βγήκαν απ΄ τη θέση τους», γέλασε η Σόνια.
Τότε μόνο πρόσεξε ο Αργύρης οτι η κοπέλα ήταν διπλωμένη στο κάθισμα, με το δεξί της χέρι εξαφανισμένο κάτω από μπλούζα της στο ύψος της κοιλιάς.
«Τι έγινε;» φώναξε λαχανιάζοντας.
«Μη δίνεις σημασία», εξακολούθησε να του χαμογελάει η Σόνια.
«Πρέπει να σε πάω…»
«Πουθενά δεν προλαβαίνεις να με πας», τον καθησύχασε. «Αλλά ένα τσιγάρο, νομίζω το δικαιούμαι».
Ο Αργύρης άναψε δυο τσιγάρα και της έδωσε το ένα, αναγκάστηκε να το σφηνώσει ανάμεσα στα μισάνοιχτα χείλη της, ταράχτηκε ακουμπώντας το παγωμένο της πρόσωπο.
Γονάτισε μπροστά της, προσπάθησε να της απομακρύνει το χέρι από την κοιλιά, η Σόνια αντιστάθηκε.
«Δεν υπάρχει λόγος να χαλάσουμε τις καλές εντυπώσεις», του είπε τραβώντας με κόπο το τσιγάρο από το στόμα της.
«Τι έγινε εδώ πέρα;» ρώτησε ο Αργύρης.
«Τι να γίνει –όπως τα βλέπεις… Είχαμε μια συζήτηση που πήρε άσχημο δρόμο…»
«Αυτός σκότωσε τον Τάκη;»
«Δεν τον πυροβόλησε αυτός, αλλά ήταν εκεί…»
«Και έδωσε την εντολή».
«Κάπως έτσι…»
«Ο λόγος;»
Την είδε να τινάζεται προσπαθώντας να συγκρατήσει κάποιο βήχα, την πλησίασε αλλά του έκανε νόημα να μείνει στη θέση του.
«Έπρεπε να συνεργαστείτε –δεν είχατε επιλογή», ψιθύρισε η Σόνια.
«Έτσι ε;» χαμογέλασε ο Αργύρης.
«Πώς αλλιώς;» μόρφασε από πόνο η Σόνια.
«Κι εσύ τι λες για όλα αυτά;»
«Έχει σημασία;»
«Για μένα…»
«Για σένα!» κορόιδεψε η Σόνια.
«Να ξέρω –με τι διάολο πήγα κι έμπλεξα».
«Δηλαδή αν σου πω οτι συμφωνούσα με όλα αυτά μέχρι την ώρα που αρχίσανε να σκοτώνουν αθώους…»
«Τότε θα πιστέψω οτι ήσουν απλώς ηλίθια».
Η Σόνια έσκυψε το κεφάλι και μετά τινάχτηκε σα να προσπαθούσε να μην την πάρει ο ύπνος.
«Ηλίθια –μάλιστα. Και καθαρίσαμε;»
«Ναι, αν πίστευα οτι ήσουν ηλίθια θα είχαμε καθαρίσει».
«Και τι πιστεύεις;»
«Δεν είναι της ώρας».
«Σου φαίνομαι να έχω πολλές ώρες ακόμα;» γέλασε η Σόνια.
«Τότε, ας πούμε οτι δεν θες να ξέρεις…»
Το κεφάλι της ξανάπεσε, ο Αργύρης την πλησίασε και έβαλε το χέρι του κάτω από το σαγόνι της αλλά έμεινε κέρινος βλέποντας την να φτύνει αίμα.
«Επειδή σ΄ αγαπάω ρε μαλάκα», ψέλλισε η Σόνια και προσπάθησε να γελάσει ειρωνικά όμως δεν της βγήκε.
Ο Αργύρης πήγε να την κρατήσει, εκείνη άφησε κάπως άτσαλα το κορμί της να πέσει από την πολυθρόνα κι έτσι του ξέφυγε –έσκασε στο πάτωμα.
Ο Αργύρης βιάστηκε να την αρπάξει αλλά είχε γίνει ένα βαρύ τίποτα η Σόνια κι έτσι την άφησε στην ησυχία της. Πρόσεξε όμως οτι είχε πεθάνει κρατώντας την κοιλιά της –κρατώντας τις καλές εντυπώσεις.
Σηκώθηκε αργά, ξανάσκυψε όμως σχεδόν αμέσως για να δέσει το κορδόνι του που τιναζόταν ακατάστατα σα σκουλήκι με πονόκοιλο –όταν έπιασε τη λυμένη άκρη το μετάνιωσε, δεν είχε κουράγιο. Σηκώθηκε και έκανε δυο βήματα πίσω χωρίς να παίρνει τα μάτια του από τη Σόνια. Έψαξε το πακέτο του, τράβηξε ένα τσιγάρο και το άναψε. Με τις πρώτες τζούρες το στομάχι του ανακατεύτηκε, πέταξε το τσιγάρο στο πάτωμα και το έσβησε με το τακούνι του παπουτσιού του, συνέχιζε να το πατάει μέχρι να διαλυθεί.
«Αυτό ήταν λοιπόν», μουρμούρισε.
Απομακρύνθηκε από τη Σόνια, έφτασε δίπλα στο πτώμα του Σιρχάν, σκέφτηκε να τον κλωτσήσει στα μούτρα ή να τον φτύσει, δεν έκανε τίποτα από τα δυο.

Έξω η βροχή είχε σταματήσει. Βγήκε από τον κήπο και κοντοστάθηκε στο πεζοδρόμιο έξω από τη μονοκατοικία. Έβγαλε το κινητό του, διάλεξε έναν αριθμό.
«Έλα –πού είσαι;» ακούστηκε η φωνή του Κώστα από τη συσκευή.
«Είμαι 5 λεπτά μετά τη Ναστάζια Κίνσκι», του είπε και το ΄κλεισε.
Το τηλέφωνο πήρε να χτυπάει αλλά το αγνόησε.   
100 μέτρα πιο πέρα από τη μονοκατοικία πάτησε το λυμένο του κορδόνι και βρέθηκε με τα γόνατα στην άσφαλτο.
Πέθανε στα γέλια.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 10, 2013

16. «Όλο μόνοι τελειώνουμε»

Προηγούμενα:
2. Όλα δείχνουν χειρότερα την Κυριακή
3. Σα σκυλιά που κυνηγάνε την ουρά τους 
4. "Ο χλωμός εραστής με το άνθος στην κομβιοδόχη" 
5. Μια ενοχλητική φωτογραφία 
6. Δέκα λεπτά μετά τη Ναστάζια Κίνσκι
13. "Εμείς είμαστε οι άλλοι"
14. «Αρχίδια, γλυκιά μου»
15. Φεύγοντας μόνος

Και κοίτα να δεις που στην κηδεία του Τάκη είχε πλημμυρίσει το νεκροταφείο με δημοσιογράφους, κάμερες, μαρκούτσια… Απ΄ έξω κάτι όψιμοι άγριοι φώναζαν δήθεν επαναστατικά συνθήματα μέχρι που βαρέθηκαν και πήγαν για καφέ ή μπύρα (αδιευκρίνιστο, εφόσον η κηδεία του Τάκη έγινε νωρίς το απόγευμα).
Σύμφωνα με τα δελτία ειδήσεων της προηγούμενης μέρας: «Γνωστός πρώην αντιεξουσιαστής δολοφονήθηκε κάτω από ανεξακρίβωτες συνθήκες», σύμφωνα με τα κουτσομπολιά του ίντερνετ, «τον φάγανε οι φασίστες –αντίποινα για το φόνο του Βυθούλκα». Είχε στηθεί λοιπόν μια πρόχειρη διαδήλωση διαμαρτυρίας, τα κανάλια πλάκωσαν στο σπίτι της οικογένειας, η Μαρίνα γαμήθηκε ολοσχερώς προσπαθώντας να προστατεύσει τα παιδιά της, ο Κώστας ήταν δυο μέρες άυπνος –στην πόρτα να διώχνει τους δημοσιογράφους –πέρασαν και κάτι μπασκίνες για ερωτήσεις αλλά τους έδιωξε κι αυτούς μέσα στο σωρό.

Είχε συννεφιά ευτυχώς. Και λίγο κρύο.
Η Μαρίνα στεκόταν στη μέση, πλαισιωμένη από τα πιτσιρίκια, μετά μικρό κενό και παραδίπλα οι υπόλοιποι. Φωνές και σπρωξιές πίσω τους. Ο Κώστας σε ρόλο μαντρόσκυλου –να ξεχωρίζει τους κρετίνους από τους φίλους και συγγενείς. Ο Αργύρης μισοκρυμμένος στη δεύτερη σειρά. Η Αθηνά δίπλα στον Κώστα. Η Σόνια στα πλάγια, μόνη της, αποκομμένη. Όλοι εκεί. Κι ο Βασίλης με τη γυναίκα του –σοβαροί, μετρημένοι, επίσημοι. Στην πρώτη σειρά. Ησυχία πάνω από τη φασαρία. Πολιτική κηδεία, χωρίς παπάδες. «Θέλει κανένας να πει δυο λόγια για τον εκλιπόντα;»
«Τελειώνετε και άντε γαμηθείτε», μούγκρισε ο Κώστας από πίσω, σπρώχνοντας το μακρύ «καλάμι» ενός μικροφώνου.
Το φέρετρο κατέβηκε στο λάκκο.
Ο Αργύρης βγήκε μπροστά. Έριξε μια χούφτα μαύρο χώμα. Τόσο μαύρο όσο τα μάτια του. Ο Κώστας δεν πρόλαβε. Η Μαρίνα έκανε δυο βήματα, κοντοστάθηκε –ένιωσε να χάνεται αλλά θυμήθηκε τα παιδιά, συνήλθε. Η Σόνια άναψε τσιγάρο –πάντα σε απόσταση.
Η σεμνή τελετή έληξε.

Η Μαρίνα άφησε τα πιτσιρίκια στη μάνα της και πήγε προς το δικό της αυτοκίνητο. Ο μεγάλος γιος του Τάκη ξέκοψε από τα υπόλοιπα παιδιά, πλησίασε τον Κώστα και τον τράβηξε από το μανίκι.
«Κουράγιο μικρέ», είπε ο Κώστας.
«Μάθε ποιος το έκανε», μούγκρισε το παιδί κοιτάζοντάς τον άγρια.
«Και τι θα βγει;» απόρησε ο Κώστας.
«Θα τον σκοτώσω», είπε το παιδί.
«Ηρέμησε μικρέ», προσπάθησε να του χαϊδέψει τα μαλλιά ο Κώστας.
Ο μικρός τραβήχτηκε.
«Άμα πεθάνει αυτός που το ‘κανε θα ηρεμήσω», φώναξε κι έφυγε να προφτάσει τ’ αδέρφια του.
Ο Κώστας έμεινε να τον κοιτάξει σκεπτικός.
«Το ίδιο θα ΄λεγε κι ο Τάκης», μουρμούρισε.
Τότε τον πρόφτασε ο Αργύρης.
«Πάμε με τη Μαρίνα», του είπε.
«Φύγαμε».
«Η Αθηνά;»
«Δεν χρειάζεται να έρθει. Η Σόνια;»
«Θα έρθει και η δικιά της σειρά».
«Τι εννοείς;»
«Πάμε με τη Μαρίνα», επανέλαβε ο Αργύρης.
Δεν την άφησαν να οδηγήσει. Δεν είπαν κουβέντα σε όλη τη διαδρομή.

 Ο Αργύρης μύρισε το θάνατο πριν ακόμα ξεκλειδώσει την εξώπορτα η Μαρίνα, αηδίασε αλλά προσπάθησε να μην το δείξει.
«Βολευτείτε, πάω να φτιάξω καφέ», είπε η Μαρίνα και χώθηκε στην κουζίνα.
Κάθισαν απέναντι ο ένας απ΄ τον άλλο και καταπλακώθηκαν από την ησυχία του διαμερίσματος.
«…κάνα ξύδι…» ακούστηκε να λέει ο Κώστας.
«Τι πράγμα;»
«Θα προτιμούσα να πίναμε κάνα ξύδι αντί για καφέ», επανέλαβε ο Κώστας.
Κι ο Αργύρης ξαναβούλιαξε στην αφηρημάδα του.

Η Μαρίνα μπήκε κουβαλώντας ένα δίσκο με φλιτζάνια, καφετιέρα κι ένα μπουκάλι κονιάκ.
«Δεν έχουμε κουλουράκια», ψέλλισε απολογητικά.
«Δεν χρειάζεται», την καθησύχασε ο Αργύρης.
Κι εκείνη τον κοίταξε άγρια.
Κάθισε απέναντί του, πήρε ένα τσιγάρο από το πακέτο του Κώστα, το άναψε, πνίγηκε από τον ξανθό καπνό.
«Τι σκατά καπνίζεις», βόγκηξε γυρίζοντας προς το μέρος του.
Ο Κώστας σήκωσε τους ώμους αμήχανα.
«Λέγε», έκανε η Μαρίνα απότομα στρίβοντας προς τον Αργύρη.
«Είναι δικό μου το λάθος», παραδέχτηκε ο Αργύρης.
«Αλλά τον δικό μου άντρα φάγανε», είπε η Μαρίνα.
Ο Κώστας άναψε τσιγάρο χαζεύοντας τα παπούτσια του.
«Όταν πέθανε η Μαρία μαχαίρωσα ένα Μετωπίτη», μουρμούρισε ο Αργύρης.
«Γιατί; Τιμής ένεκεν;» απόρησε η Μαρίνα.
«Ένα βράδυ έτρεχα να της βρω φάρμακα. Με στρίμωξαν σε μια πλατεία για έλεγχο και με ξεφτίλισαν –αυτός που μαχαίρωσα έκανε κουμάντο».
«Και είπες να ξεπλύνεις τη ντροπή», γέλασε η Μαρίνα.
«Έχει σημασία τι είπα;» ρώτησε ο Αργύρης.
«Σωστά. Προχώρα».
«Πιάσανε μετά εκείνον τον Πακιστανό και του φόρτωσαν το φόνο… Έπρεπε να κάνω κάτι…»
«Και τι έκανες; Έφαγες κι άλλο Μετωπίτη;»
«Το σκεφτόμουν, το σχεδίαζα… Αλλά με πρόλαβαν κάτι φουσκωτοί –ποιος ξέρει τι νταραβέρια είχαν. Βρήκα την ευκαιρία κι ανέλαβα την ευθύνη ανωνύμως. Δεν έφταιγε τίποτα ο Πακιστανός…»
«Ο Τάκης τι σχέση είχε με όλα αυτά;»
«Καμιά. Απλώς του τα είχα πει».
«Παρακάτω…»
«Μετά άρχισε να πουλάει μούρη αυτός ο Βυθούλκας…»
«Οπότε σκέφτηκες να τον καθαρίσεις κι αυτόν σαν τους άλλους για να μην τον προσβάλεις», σφύριξε η Μαρίνα.
«Κάπως έτσι…»
«Μια ζωή μαλάκας…» σχολίασε εκείνη.
«Πες το κι έτσι…» της απάντησε ο Αργύρης.
«Ο Τάκης πότε μπλέκεται στην υπόθεση;»
«Όταν αποφασίζουμε να μην αφήσουμε μόνο τον Αργύρη…» πετάχτηκε ο Κώστας. «Κι έτσι…»
«Τον Τάκη τον κρεμάσαμε, τον αφήσαμε απέξω. Εμείς οι δυο πήγαμε για τον Βυθούλκα, ο Τάκης έφαγε στήσιμο», είπε ο Αργύρης.
«Γι΄αυτό δεν ήθελε να σας δει τον τελευταίο καιρό;»
«Γι΄αυτό».
«Και τότε πώς…» αναρωτήθηκε η Μαρίνα.
«Ήρθε τις προάλλες στο σπίτι μου ένας καργιόλης –τον είχε στείλει μάλλον ο Άκης ο Σιρχάν», είπε ο Αργύρης.
«Σιρχάν Σιρχάν;» έκαναν με μια φωνή ο Κώστας και η Μαρίνα.
«Αυτός…»
«Και;»
«Μου είπε οτι ήταν από κάποια οργάνωση και θέλανε να πάρουν την ευθύνη της δολοφονίας Βυθούλκα. Να τους πω λεπτομέρειες, για να γίνουν πιστευτοί…»
«Κι εσύ φυσικά τού είπες –κάνω λάθος;» πετάχτηκε ο Κώστας με ανακούφιση.
Ο Αργύρης δε μίλησε.
«Δεν του είπες;» πάγωσε ο Κώστας.
«Δε γούσταρα τη φάτσα του…» ψιθύρισε ο Αργύρης.
«Δηλαδή –κάτσε να καταλάβω. Έχουμε φάει έναν άνθρωπο…»
«Μετωπίτη, όχι άνθρωπο».
«Έστω κι έτσι… Έχουμε φάει αυτόν τον τύπο μαζί κι έχεις φάει έναν μόνος σου, άσε που έχεις πάρει και την ευθύνη για άλλον ένα. Έρχεται λοιπόν κάποιος και σου λέει, ‘αναλαμβάνω τις ευθύνες και σε καθαρίζω’. Κι εσύ αντί να τον κεράσεις τίποτα γαλακτομπούρεκα, μην αλλάξει γνώμη και φύγει, τον διώχνεις;»
«Δεν έχω γλυκά στο σπίτι…»
«Γιατί;»
«Δεν τα πολυτρώω».
«Γιατί δεν τον άφησες να αναλάβει την ευθύνη –ρωτάω».
«Κι αν ήταν μπάτσος;»
«Μπάτσος ε; Δηλαδή λες να ξέρανε οι μπάτσοι οτι έχεις φάει τόσο κόσμο και να έρχονταν στο πούστικο να σε τουμπάρουν…»
«Δε λέω αυτό».
«Τότε τι;»
Ο Αργύρης ανάβει τσιγάρο σκεφτικός.
«Δεν ξέρω… Δε γούσταρα ρε φίλε. Να δίνω αναφορά σε τσιράκια τού Σιρχάν; Εσύ δηλαδή θα ένιωθες εντάξει μετά;» μουρμούρισε.
«Εντάξει… ο Σιρχάν κάπως χαφιές από αρχαιοτάτων…» παραδέχτηκε ο Κώστας.
«Δεν ήθελα ιστορίες μαζί του –για ποιο λόγο άλλωστε; Κάναμε ότι κάναμε και το θέμα τελείωσε».
«Πότε τελείωσε; Πριν φάνε τον Τάκη ή μετά;» τον επανέφερε η Μαρίνα.
«Ποτέ δεν τελείωσε, τόσα χρόνια…» παραδέχτηκε ο Κώστας.
«Θες να πεις οτι ο Σιρχάν σκότωσε τον Τάκη;» ρώτησε η Μαρίνα.
«Δεν ξέρω. Πάντως ο Τάκης σκοτώθηκε μια μέρα μετά τη συνάντησή μου με τον καργιόλη τού Σιρχάν… Αν δεν είχε νταραβέρια με τίποτα άλλο –πού, αν είχε, θα μας το έλεγε –κι αν δεν μας πήραν είδηση οι Μετωπίτες –πού αν μας έπαιρναν, θα την έπεφταν πρώτα σε μένα ή τον Κώστα…» έκανε σκεφτικά ο Αργύρης.
«Πώς βρέθηκε μόνος στην πλατεία ο Τάκης;» ρώτησε ο Κώστας.
«Δεν ήμασταν καλά τώρα τελευταία. ‘Μιλούσαμε μόνο με νοήματα’ –κατάλαβες; Κάτι τον έτρωγε και δε μου έλεγε κι εγώ θύμωνα –τόσο μαλακισμένη!» η Μαρίνα έσκυψε το κεφάλι προσπαθώντας να καταπιεί. Ήπιε μια γουλιά καφέ με κονιάκ.
«Πλακωμένος μαζί σου, πουλημένος από μας…» είπε ο Κώστας.
«Όλο μόνοι τελειώνουμε», μουρμούρισε ο Αργύρης.
«Τελικά ποιος σκότωσε τον Τάκη;» ρώτησε ο Κώστας.
Τον κοίταξαν αμίλητοι. Μετά φρεσκάρισαν το κονιάκ στους καφέδες τους και τα τσιγάρα στο τασάκι.
«Ωραία όλα αυτά. Αλλά από πού έμαθε ο Σιρχάν οτι σκοτώνετε Μετωπίτες;» ρώτησε η Μαρίνα.
Ο Αργύρης την κοίταξε αμίλητος. Αυτή η γυναίκα είχε πολλά πράγματα πάνω της που θύμιζαν το κορίτσι του Τάκη, από εκείνη την, σχεδόν ανύπαρκτη (τώρα που το ξανασκεφτόταν) εποχή όπου οι τρεις τους έκαναν σχέδια για το πώς θα πέσει η Μαρίνα και έστηναν κομπίνες για να τη χωρίσουν από το μαλάκα που την τραβολόγαγε. Το κορίτσι του Τάκη. Από τη μέρα που τα φτιάξανε –νύχτα ήταν, και στο δίπλα δωμάτιο επικρατούσε ντουμάνι ιδεολογικής ανάλυσης –η Μαρίνα έγινε μέλος της παρέας με  άνεση βετεράνου. Μιλούσαν μαζί της για τα πάντα κι εκείνη ήταν μαζί τους στα πάντα.
«Στάσου ρε γαμώτο!» πετάχτηκε η Μαρίνα. «Είχατε ποτέ την ηλίθια ιδέα να νοικιάσετε ιστιοπλοϊκό;»
Ο Αργύρης δαγκώθηκε, αλλά ο Κώστας, ανυποψίαστος, πρόλαβε να πεταχτεί.
«Ιστιοπλοϊκό; Τι παπαριές είναι αυτές –ποιος το σκέφτηκε;»
«Η Σόνια», είπε βαριά η Μαρίνα και μετά σώπασε.
«Μέσα είσαι…» συμφώνησε ο Αργύρης.
«Της τα είπες;» τον ρώτησε αυστηρά η Μαρίνα.
«Όλα».
«Κι εκείνη…»
«Μάλλον στημένη από τον Σιρχάν…» έκανε ο Αργύρης.
«Από την αρχή;»
«Μπορεί…»
«Είπα κι εγώ –τέτοια γκόμενα να στραβωθεί με τον Αργύρη…» γέλασε ο Κώστας.
«Αυτό είναι το θέμα τώρα;» νευρίασε ο Αργύρης.
«Είναι κι αυτό ένα θέμα!» παραδέχτηκε η Μαρίνα.
Και γέλασαν αυθόρμητα. Για ένα λεπτό έμοιασαν με την παρέα εκείνης της σχεδόν ανύπαρκτης εποχής αλλά μετά έφτασε η ώρα του Τάκη να πει το χοντρό αστείο που θα κανιβάλιζε την όλη κατάσταση και τότε έπεσε βαριά η απουσία του με τη σιωπή.
«Τώρα;» έσπασε τη σιωπή ο Κώστας.
«Τώρα, τι;» αναρωτήθηκε ο Αργύρης.
Ακόμα μια σιωπή. Γύρισε προς τη Μαρίνα.
«Ο μεγάλος σου, με ρώτησε ποιος το ΄κανε για να τον βρει και να τον σκοτώσει», της είπε.
Η Μαρίνα χαμογέλασε πεθαμένα.
«Ίδιος ο Τάκης», είπε.
«Δεν είναι κακή η ιδέα του πάντως…» ψιθύρισε ο Κώστας.
«Άσε τις μαλακίες», θύμωσε η Μαρίνα.
«Να τις αφήσει ο Κώστας για να τις πιάσει κάποτε ο γιός σου;» ρώτησε ο Αργύρης.
«Είναι μικρός, θα ξεχάσει…» ψιθύρισε η Μαρίνα.
«Αν δεν τον έκανες με τον Τάκη μπορεί και να γίνει έτσι», της απάντησε ο Αργύρης.
«Φτάνει!» φώναξε η Μαρίνα. Πετάχτηκε αναποδογυρίζοντας το φλιτζάνι της. «Εκατό χρονών ψοφίμια έχετε γίνει κι ακόμα παιδιαρίζετε –τα παιδιά μου είναι πιο ώριμα από σας, πάρτε το χαμπάρι!»
Οι άλλοι δυο κοιτάχτηκαν με σκυμμένα κεφάλια και δε μίλησαν.
«Προτείνω να τελειώσουμε αυτό το γαμημένο το κονιάκ και να ξεραθούμε όλοι», είπε στη συνέχεια ο Κώστας.
Η Μαρίνα είχε πέσει στα γόνατα και καθάριζε τον χυμένο καφέ από τα πλακάκια με ένα πάκο χαρτοπετσέτες.
«Είμαι μια χαρά, να πάτε σπίτια σας», είπε.
«Ούτε γι΄ αστείο», της ξέκοψε ο Αργύρης.
«Αν όλο αυτό είναι στα πλαίσια της εξιλέωσης…» μουρμούρισε η Μαρίνα.
«Ούτε γι΄ αστείο» επανέλαβε ο Αργύρης.

Οι δυο τους θα κοιμόντουσαν στο δωμάτιο των αγοριών αλλά έμειναν πίσω –όταν η Μαρίνα τους καληνύχτισε- για να καπνίσουν κάνα τελευταίο τσιγάρο. Η ώρα κόντευε 12 και το μπουκάλι του κονιάκ ήταν άδειο.
«Πού λες να είναι η κάβα;» αναρωτήθηκε ο Κώστας.
«Θες να πιεις κι άλλο;»
«Δεν μου κολλάει ύπνος…»
Κοίταξαν τριγύρω, άνοιξαν ντουλάπια, ξετρύπωσαν μια βότκα κάνοντας κάμποσο θόρυβο.
«Σιγά ρε μαλάκα –θα την ξυπνήσεις», σφύριξε ο Αργύρης.
«Αν δεν έχει πάρει χάπια αποκλείεται να κοιμάται. Κι αν έχει πάρει δεν ξυπνάει ούτε με σφαίρες», απάντησε ο Κώστας κι αμέσως του ήρθε ο Τάκης στο μυαλό. «Πόσες σφαίρες έφαγε –έμαθες;»
«Δε ρώτησα».
«Πάνω από μία;»
«Δεν ξέρω –τι σημασία έχει;»
«Έτσι ρωτάω… Θα την πέσω στο Βασίλη μπας και μάθουμε λεπτομέρειες, όλο και κάποιες άκρες θα έχει…»
«Τι σημασία έχει;» ξαναρώτησε ο Αργύρης.
«Να ξέρουμε…»
«Γιατί;»
«Έτσι θα το αφήσουμε;»
«Ναι, έτσι θα το αφήσουμε».
«Πας καλά;»
«Τι θες τώρα ρε μαλάκα; Παντρέψου την Αθηνά όσο ακόμα σε ανέχεται και ξέχνα τα όλα…»
«Δεν πάει έτσι…»
«Έτσι πάει. Κι αν κάποιος πρέπει να κάνει κάτι…»
«Αυτός θα είσαι εσύ;» γέλασε ο Κώστας.
«Καθότι υπεύθυνος και τελειωμένος…» παραδέχτηκε ο Αργύρης. «Η Μαρία πέθανε μέσα στη φρίκη κι εγώ νόμισα οτι η φρίκη είναι ίωση και περνάει με αντιβιώσεις…»
«Αντιβίωση η Σόνια;»
«Ας πούμε…»
«Ποιον κοροϊδεύεις τώρα; Εμένα ή εσένα;»
Ο Αργύρης έβαλε βότκα στο άδειο του φλιτζάνι.
«Ξέρεις κάτι ρε φίλε; Αυτή η Ναστάζια Κίνσκι δεν υπάρχει τελικά. Ποτέ δεν υπήρξε…»
«Πώς έτσι;»
«Εννοώ οτι μια χαρά είναι η γυναίκα και σούπερ γκόμενα και να τη χαίρεται ο μπαμπάς της, θεοσχωρέστον…»
«Θεοσχωρέστον…»
«Αλλά ήταν όλα στο μυαλό μας –βρίσκαμε κάποιες γυναίκες, τις φορτώναμε τις έρμες με την εικόνα που είχαμε στα κεφάλια μας και μετά τις κατηγορούσαμε γιατί δεν έμοιαζαν μ΄ αυτή την εικόνα… Η Ναστάζια Κίνσκι –ένα σκληρό αστείο…» χαμογέλασε πέτρινα ο Αργύρης.
«Έτσι λοιπόν;» αναρωτήθηκε ο Κώστας.
Ο Αργύρης δε μίλησε.
«Ακόμα όμως δεν μου απάντησες στην ερώτηση…»
«Ποια ερώτηση;»
«Ποιον κοροϊδεύεις; Εσένα ή εμένα;»
«Αν ήταν εδώ ο Τάκης θα σου έλεγε ‘και τους δυο’»
«Εντάξει, αλλά ο Τάκης δεν είναι εδώ κι εμείς καθόμαστε στο σπίτι του περιμένοντας πότε θα νιώσει η γυναίκα του τι συνέβη και θα σαλτάρει στα παράθυρα. Λοιπόν άσε τις πίπες για κάποτε που θα χαζεύουμε τις χιονισμένες Άλπεις από τη βεράντα του σαλέ…»
«Ή θα αρμενίζουμε τα πέλαγα με το γιγάντιο ιστιοπλοϊκό μας…»
«Άκου ιστιοπλοϊκό –τι σκέφτηκε η άτιμη!» θυμήθηκε ο Κώστας.
«Όντως», παραδέχτηκε άψυχα ο Αργύρης.
«Και τώρα που είπαμε τα παραμύθια μας και δε μας πήρε ο ύπνος, προχώρα στο παρασύνθημα», τον σκούντηξε ο Κώστας.
«Δεν υπάρχει τίποτα ρε παιδί μου…» διαμαρτυρήθηκε ο Αργύρης.
«Αφού το λες θα το δεχτώ», υπέκυψε ο Κώστας. «Άκου λοιπόν τι σκέφτομαι. Την πέφτουμε πρώτα στο Βασίλη για να μάθουμε πληροφορίες –τι ξέρουν οι μπασκίνες, σε τι θέση ευρέθη το πτώμα, αν είχε φάει σταφύλια προηγουμένως –αυτά που κάνουν και στις ταινίες, με πιάνεις;»
Ο Αργύρης δε μίλησε κι ο Κώστας συνέχισε.
«Αν δούμε οτι πάει κατά Σιρχάν μεριά το πράγμα, στριμώχνουμε τη Σόνια, βρίσκουμε το Σιρχάν…»
«Και μας κάνει σουρωτήρι με τους δικούς του».
«Α, μπράβο! Όχι ρε μαλάκα –τον πετυχαίνουμε μόνο του και τον γαμάμε –άκου να μας κάνει σουρωτήρι! Εμάς ρε;»
«Γιατί βλέπεις κάναν άλλο να τον ψάχνει;»
«Όχι».
«Άρα εμάς!»
«Εντάξει δίκιο έχεις, μάλλον δε φτουράμε και θα μας γαμήσει αυτός αντί να τον γαμήσουμε εμείς».
«Πράγμα που σημαίνει ότι…» του έκλεισε πονηρά το μάτι ο Αργύρης.
«Ψάχνουμε για τον Σιρχάν!» πανηγύρισε ο Κώστας.
«Σιρχάν Σιρχάν», τον συμπλήρωσε ο Αργύρης.
Όταν δεν μένει τίποτα να ειπωθεί και η νύχτα βαραίνει κουρασμένη από τη μέρα, το λόγο παίρνει η τηλεόραση. Χάζεψαν αποβλακωμένα τη συνεχόμενη εναλλαγή καναλιών, είδαν διαφημίσεις και ταινίες που κανείς δεν θα πήγαινε να δει στο σινεμά όταν πρωτοπαίζονταν, προ δεκαετίας, είδαν ειδήσεις όπου οι σκηνές της κηδείας του Αργύρη πέρναγαν σε δεύτερο πλάνο πίσω από ξεμαλλιασμένους ρεπόρτερ, είδαν εκπομπές διαλόγου κωφών όπου λυνόταν και δενόταν το πρόβλημα της τρομοκρατίας των δύο άκρων…
«Τελικά ο Ζαν Κλωντ Βαν Νταμ ήταν άκρο;» απόρησε νυσταγμένα ο Κώστας.
«Με τέτοιο ονοματεπώνυμο δεν τον λες και μέσο…» παραδέχτηκε ο Αργύρης.
«Πάω να ξεραθώ –κουτουλάω», είπε ο Κώστας.
«Έρχομαι», του απάντησε ο άλλος.
Και βολεύτηκε πιο άνετα στον καναπέ, σταθεροποίησε την τηλεόραση σε ένα κανάλι –η Ροζάριο Ντόουσον αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα οικογενειακής φύσεως τα οποία ουδόλως απασχολούσαν τον Αργύρη, αλλά η άτιμη η Ροζάριο ήταν γκομενάρα κι έτσι κόλλησε να την παρακολουθεί που γυρόφερνε στους δρόμους μιας συννεφιασμένης πόλης και μπαινόβγαινε σ΄ένα μακρουλό σαράβαλο το οποίο επέμενε να περνιέται για αυτοκίνητο. Ήθελε να πιει λίγο ακόμα και ν΄ ανάψει ακόμα ένα τσιγάρο αλλά δεν είχε κουράγιο να κουνηθεί, έτσι όπως ήταν βολεμένος, με το κεφάλι ακουμπισμένο στο μαλακό μπράτσο του καναπέ. Μάλιστα, κάπου πήρε το μάτι του και τον Τάκη, πίσω από τη γκομενάρα τη Ροζάριο να κάνει γκριμάτσες όσο εκείνη άπλωνε το δράμα της στον φακό –κάποια στιγμή θα πρέπει να τον πήρε χαμπάρι ο κερατάς ο σκηνοθέτης γιατί άρχισε να θολώνει το μπακγκράουντ και να κάνει κοντινά στην παλιο-Ροζάριο που έκλαιγε με λυγμούς (τρέχα γύρευε για ποιο λόγο). Ο Αργύρης κουνήθηκε απότομα μπας και ξεθολώσει το σκηνικό και δει τι έκανε ο Τάκης, έτσι βρέθηκε με τα μούτρα στο πάτωμα, δεν πόνεσε αλλά ξύπνησε.
«Τι σου ‘ρθε και την κορόιδευες την κοπέλα ρε κάθαρμα;» μουρμούρισε μεταξύ ύπνου και ξύπνιου.
Στήθηκε στα πόδια του με αργές κινήσεις, κόκαλα τρίζανε, μύες αρνούνταν κάθε συνεργασία –γεράσαμε, δίκιο έχει η Μαρίνα, σκέφτηκε.
Γέμισε την κούπα του βότκα και κατέβασε μια γερή γουλιά για να κυκλοφορήσει το αίμα του, έψαξε τα τσαλακωμένα πακέτα για τσιγάρα –από το παράθυρο έμπαινε λίγο φως –ξημερώνει, πόση ώρα κοιμόμουν; αναρωτήθηκε.
Πήγε μέχρι το παράθυρο, τράβηξε τις κουρτίνες και τότε τους είδε. Ένας καργιόλης καθισμένος στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο, η πόρτα ανοιχτή κι ο τύπος είχε απλώσει τις ποδάρες του έξω. Ένας ακόμα που ερχόταν από την απέναντι πλευρά του δρόμου κουβαλώντας καφέδες και χάρτινα σακουλάκια. Ο Αργύρης τραβήχτηκε στο πλάι του παραθύρου σχεδόν ασυναίσθητα. Ανακάτεψε τα μαλλιά του που είχαν πατικωθεί από τον ύπνο και θυμήθηκε οτι έπρεπε να κατουρήσει.
Στο δίπλα δωμάτιο, των παιδιών, ο Κώστας στεκόταν πίσω από το μισάνοιχτο πατζούρι και κοίταζε το δρόμο. Στεκόταν εκεί κάμποση ώρα –για την ακρίβεια είχε ακούσει το αυτοκίνητο να παρκάρει, τις πόρτες να ανοίγουν… Κοίταζε ακίνητος, παγωμένος. Και είδε την πόρτα της πολυκατοικίας ν΄ ανοίγει (δεν άκουσε το θόρυβο), η Μαρίνα πετάχτηκε σα να την ξέβρασε το κτίριο, έτρεξε προς το σταματημένο αυτοκίνητο. Ο τύπος που καθόταν με απλωμένα τα πόδια βγήκε μαχμουρλίδικα από το αυτοκίνητο κι ο άλλος έδειχνε κάπως αμήχανος με τους καφέδες –μετά τους ακούμπησε στον ουρανό του αυτοκινήτου.
Ο Κώστας έφυγε σφαίρα από το παιδικό δωμάτιο –στη μέση ξαναγύρισε κι έβαλε τα παπούτσια του με λυμένα τα κορδόνια.
«Αργύρη», φώναξε μπαίνοντας στο σαλόνι.
Ο άλλος πρόβαλε από τη μισάνοιχτη πόρτα της τουαλέτας.
«Τι έγινε;» ρώτησε.
«Πάμε κάτω γρήγορα», λαχάνιασε ο Κώστας ανοίγοντας την πόρτα του διαμερίσματος.
Ο Αργύρης έτρεξε πίσω του, κατρακύλησαν δίπλα-δίπλα στις σκάλες.
«Είδες τους καργιόληδες απέξω;» ρώτησε.
«Το θέμα δεν είναι οτι τους είδα εγώ αλλά οτι τους είδε η Μαρίνα», ψέλλισε ο Κώστας.
«Μάγκα μου…» έκανε ο Αργύρης. «Φρέναρε λίγο και δέσε τα κορδόνια σου –θα σκοτωθείς», είπε στη συνέχεια.
Κι όταν ο Κώστας σταμάτησε, ο Αργύρης τον προσπέρασε –βγήκε πρώτος στο πεζοδρόμιο.

Η Μαρίνα είχε ήδη στηθεί απέναντι στους δυο άντρες και τους φώναζε.
«Τι σκατά θέλετε κάτω από το σπίτι  μου; Τι ζητάτε ρε παλιοχαμούρες; Ποιοι είσαστε;»
Εκείνοι την κοίταζαν σιωπηλοί –ο ένας μάλιστα, αυτός που πριν άπλωνε τις ποδάρες του, χαμογελούσε κιόλας.
Ο Αργύρης έφτασε πρώτος, ο Κώστας ήταν στη μέση της διαδρομής ακόμα.
«Κάτσε πίσω», είπε στη Μαρίνα ο Αργύρης.
«Άσε με. Θέλω να μάθω ποιοι είναι και τι κάνουν κάτω από το σπίτι μου», τσίριξε η Μαρίνα.
Ο Κώστας έφτασε και πήρε θέση δίπλα στη Μαρίνα έτοιμος να επέμβει.
«Κάτι σάς ρώτησε η κυρία», σφύριξε απειλητικά ο Αργύρης κοιτάζοντας τούς δυο άντρες.
Αυτός που κουβάλαγε τους καφέδες κάτι πήγε να πει αλλά ο διπλανός του τον αγριοκοίταξε κόβοντάς του την όρεξη. Ο Αργύρης το ‘πιασε και μάγκωσε κάπως.
«Φάε κάτι πούστηδες –τι κοιτάτε ρε;» τινάχτηκε η Μαρίνα κι έκανε να ορμήσει καταπάνω τους, τελευταία στιγμή πρόλαβε να την κρατήσει ο Κώστας.
«Πάρε την αστυνομία», είπε ήσυχα ο Αργύρης.
Οι δυο τύποι τον κοίταζαν χαμογελώντας πλατύτερα τώρα.
Η Μαρίνα ξέφυγε από τον Κώστα και όρμησε στον χαμογελαστό μαχμουρλή, εκείνος προσπάθησε να βάλει τα χέρια μπροστά στα μούτρα του αλλά δεν κατάφερε πολλά –έφαγε κάτι καλές νυχιές στα μάγουλα. Ο Κώστας την τράβηξε πίσω με τα χίλια ζόρια, ο δεύτερος τύπος έκανε να ορμήσει αλλά ο Αργύρης του έκοψε το δρόμο.
«Τι τρέχει; Θα μας βαρέσεις κιόλας;» τον ρώτησε χαμογελώντας κρύα.
«Άστους», διέταξε κοφτά ο πρώην μαχμουρλής και νυν γρατζουνισμένος. «Μπες στο αμάξι».
Ο άλλος βιάστηκε να υπακούσει, γύρισε πλάτη και άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου, έτσι τον πέτυχε μπόσικο ο Κώστας, σάρωσε με μια πούστικη συρτή κλωτσιά τα τακούνια των παπουτσιών του –ο μαλάκας παραπάτησε, προσπάθησε να κρατηθεί αλλά κοπάνησε με τα μούτρα στην πόρτα του αμαξιού.
Η Μαρίνα γέλασε υστερικά.
«Έτσι φεύγεις; Χωρίς να χαιρετήσεις;» τον ρώτησε ο Κώστας.
Ο τύπος σηκώθηκε εκτός εαυτού, έχωσε το χέρι στο μπουφάν του και τράβηξε πιστόλι.
«Ήσυχα», του φώναξε ο διπλανός του.
Ο Κώστας βγήκε μπροστά του.
«Ρίξε ρε μουνί, ρίξε αν έχεις άντερα!» τον προκάλεσε.
Ο άλλος κατέβασε το πιστόλι και χώθηκε στο αυτοκίνητο βρίζοντας.
«Πηγαίνετε σπίτι σας», μίλησε επιτέλους εκείνος με τα γρατζουνισμένα μάγουλα. Είχε μια φωνή πιο τυπική κι από αυτόματο μηχάνημα έκδοσης εισιτηρίων.
«Τι σκατά είσαστε;» τον ρώτησε ο Αργύρης.
«Δεν σας αφορά», του απάντησε.
«Εντάξει –θα περιμένουμε τότε εδώ πέρα μέχρι να έρθει η αστυνομία», είπε ο Αργύρης.
«Δεν χρειάζεται», έκανε ο άλλος και του γύρισε την πλάτη.
Μπήκε στο αμάξι, έβαλε μπροστά τη μηχανή. Οι τρεις τους έμειναν στο πεζοδρόμιο παρακολουθώντας τους να απομακρύνονται.
«Μπάτσοι;» ρώτησε ο Κώστας κοιτάζοντας τον άδειο δρόμο.
«Ή κάτι παρόμοιο…» μουρμούρισε ο Αργύρης.
«Έπρεπε να με αφήσετε…» διαμαρτυρήθηκε η Μαρίνα.
«Να κάνεις τι;» ρώτησε ο Αργύρης.
«Τίποτα», ψιθύρισε εκείνη με κατεβασμένο το κεφάλι.
«Έτσι», επικρότησε ο Αργύρης.
«Το εννοώ», του είπε εκείνη.
«Τίποτα;» απόρησε ο Κώστας με τη σειρά του.
«Είμαστε καρφωμένοι –αυτό θέλει να πει η Μαρίνα», εξήγησε ο Αργύρης.
«Και πότε δεν ήμασταν;» απόρησε ο Κώστας.
«Τώρα όμως είναι αλλιώς», είπε η Μαρίνα.
«Πάντα αλλιώς ήταν», ξεκαθάρισε ο Αργύρης.
«Άρα;» αναρωτήθηκε ο Κώστας.
«Άρα…» έκανε σκεπτικά ο Αργύρης.
«Άρα, τίποτα», έκλεισε την κουβέντα η Μαρίνα.
Ή έτσι ήθελε να φανεί.

Ανέβηκαν αμίλητοι στο διαμέρισμα, οι δυο άντρες μάζεψαν τα πράγματα τους κι έφυγαν χαιρετώντας με μισόλογα –όταν βγήκαν στο δρόμο ακολούθησαν διαφορετικές κατευθύνσεις χωρίς καν να κάνουν τον κόπο να συνεννοηθούν μεταξύ τους. Ο καθένας τους ήξερε τι σκόπευαν να κάνουν οι άλλοι και ήξερε οτι έπρεπε να τους εμποδίσει να το κάνουν. Τίποτα περισσότερο.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 08, 2013

15. Φεύγοντας μόνος

Προηγούμενα:
2. Όλα δείχνουν χειρότερα την Κυριακή
3. Σα σκυλιά που κυνηγάνε την ουρά τους 
4. "Ο χλωμός εραστής με το άνθος στην κομβιοδόχη" 
5. Μια ενοχλητική φωτογραφία 
6. Δέκα λεπτά μετά τη Ναστάζια Κίνσκι
13. "Εμείς είμαστε οι άλλοι"
14. «Αρχίδια, γλυκιά μου»

Φόρεσε το κράνος του και καβάλησε την ασπροκόκκινη café racer, έμεινε για λίγο ακίνητος απολαμβάνοντας τον ξυραφένιο ήχο, σήμα-κατατεθέν των CB, και μετά πετάχτηκε καρφί στο δρομάκι έξω από την πολυκατοικία τινάζοντας από πάνω του σαν στάχτη την οικογενειακή ζωή. «Επιτέλους μόνοι», ψιθύρισε μέσα στην αντήχηση του κράνους. Από το μπαλκόνι η Μαρίνα τον χάζευε με τα χέρια στη μέση, οι καυγάδες τους όλο και χειροτέρευαν τον τελευταίο καιρό και τα παιδιά γίνονταν όλο και πιο ανυπόφορα. Ο Τάκης κατέβασε την πρώτη καρφωτή από δευτέρα και η μηχανή τίναξε την μπροστά ρόδα στον αέρα ξαφνιασμένη. «Δε γαμιόμαστε, λέω εγώ;» φώναξε στη σπηλιά τού κράνους και βγήκε απρόσεκτα στη λεωφόρο –ένα αυτοκίνητο κόρναρε- στ΄ αρχίδια του…

Ήθελε να φύγει αλλά ποτέ δεν ξεφεύγεις από όσα βρίσκονται σφηνωμένα στο κεφάλι σου. Θυμήθηκε κιόλας το ανέκδοτο «εκεί που καθόμουν στο χαράκωμα τι λες οτι μού πέρασε από το μυαλό; μια σφαίρα» πήρε να χαμογελάει αλλά αμέσως το ΄κοψε γιατί πιέστηκαν τα μάγουλά του στα «μαξιλαράκια» του κράνους. Ο ήλιος έφευγε με μπλαζέ υφάκι, τα φώτα της πόλης δεν είχαν ακόμα ανάψει –του άρεσε αυτό το ημίφως, ταίριαζε με τη διάθεσή του. Και η μηχανή πήγαινε από μόνη της στη γνωστή διαδρομή. Άλλες φορές θα είχε ραντεβού με τους υπόλοιπους στην πλατεία, θα βιαζόταν να τους συναντήσει –άλλες φορές, όχι σήμερα… Τι να γίνονταν άραγε αυτοί οι μαλάκες; Τους απέφευγε από τότε που τον πούλησαν στη φάση με τον Βυθούλκα –με τίποτα δεν μπορούσε να δεχτεί οτι όλο αυτό έγινε για το καλό του, ποιο καλό του; Ή είμαστε μαζί ή δεν είμαστε –άλλο δεν υπάρχει. 
Τα αυτοκίνητα πήραν να πυκνώνουν όσο έμπαινε προς το κέντρο της πόλης, υπνωτισμένοι οδηγοί άκουγαν ραδιόφωνο ή μιλούσαν στο κινητό τους (συχνά έκαναν και τα δυο μαζί). Ο Τάκης πλεύρισε από δεξιά ένα κουπέ στο φανάρι –πίσω από το τιμόνι μια ξανθιά βαφόταν με το ένα μάτι στο καθρεφτάκι. Γκομενίτσες- το άλας της ζωής, σκέφτηκε ο Τάκης και η διάθεσή του έφτιαξε. Όταν άναψε το πράσινο, έστριψε τον πλαϊνό καθρέφτη του κουπέ προς τα μέσα κι έφυγε σφαίρα μέσα στα κορναρίσματα της ξανθιάς. Η πόλη τον περίμενε –αλλά δυστυχώς μόνο αυτή…

Πάρκαρε τη μηχανή στο πλακόστρωτο ενώ τριγύρω βράδιαζε αχαλίνωτα. Έβγαλε το κράνος, κοίταξε προς το κέντρο της πλατείας –μια ερημιά απ΄αυτές που κόβουν γόνατα. Ούτε καν οι πλανόδιοι με τα παράνομα ντιβιντί… Από τα τρία περίπτερα, μονάχα το ένα ήταν ανοιχτό –τα άλλα δύο έστεκαν παραμελημένα βρωμίζοντας απλώς το χώρο. Μιζέρια –πότε θα ξεκολλήσουμε από αυτό το σαπιοτάφιο; σκέφτηκε ανεβαίνοντας τον πεζόδρομο προς τα μπαράκια. Η επιλογή μπαρ είναι δύσκολη υπόθεση όταν θέλεις να γίνεις αλοιφή μόνος σου –τα άδεια αποκλείονται γιατί όλο και κάποιος από το προσωπικό που κωλοβαράει θα σου πιάσει την κουβέντα, τα γεμάτα επίσης, αφού όλο και κάποιος θα βρεθεί κολλημένος δίπλα σου, τα μισογεμάτα τρις χειρότερα –επειδή μπορεί σύντομα να γεμίσουν… Διάλεξε ένα μαγαζί με σκυφτούς πελάτες, λίγους και ακροβολισμένους –αυτό του φαινόταν οτι δεν επρόκειτο να γεμίσει ακόμα κι αν πλημμύριζαν οι υπόνομοι όλων των υπολοίπων μπαρ της περιοχής. Είχε την κατατονία του αλκοολικού που περιμένει το τέταρτο ποτό του το μαγαζί εκείνο…
Ο Τάκης βολεύτηκε στο ακριανό τραπέζι, δίπλα στο μισάνοιχτο παράθυρο –άπλωσε την πραμάτεια του (κράνος, μπουφάν) στην απέναντι καρέκλα και τα σύνεργα καπνιστικής του στο μεταλλικό τραπεζάκι.
Μια κουρασμένη γκαρσόνα έσυρε την ηλικία της μέχρι πάνω από το κεφάλι του για να του πάρει παραγγελία. Ο Τάκης απέφυγε να την κοιτάξει –με τα μάτια καρφωμένα στο πακέτο των τσιγάρων περίμενε το ποτό του. Έτσι ακριβώς, στην ίδια στάση, παράγγειλε και το δεύτερο. Από τα ηχεία ακούγονταν κλασσικά Nirvana, άντε γαμήσου μαλάκα Κομπέιν, ευχήθηκε ο Τάκης φτύνονταν ένα κομματάκι ξεραμένου καπνού. Το μπαράκι τριγύρω του πήρε να γεμίζει από σκιές που συνωστίζονταν, πεθαμένοι, ξεχασμένοι, ενοχλητικοί άνθρωποι… Ο Τάκης προσπαθούσε να μην τους κοιτάζει, ένιωθε όμως το θρόισμα τους στο μέτωπό του –το παρελθόν είναι μια μόλυνση που παραφυλάει –όταν σε βρει μπόσικο πετάγεται να σε γονατίσει. Σήκωσε το κεφάλι του διστακτικά –χρειαζόταν ακόμα ένα ποτό γιατί τον είχε πιάσει το άγχος του αλκοολικού, οτι θα ξέμενε και δεν έβρισκε τότε την γκαρσόνα εύκαιρη. Χαμογέλασε τρέμοντας –απόψε θα μας βρουν στα πατώματα, σκέφτηκε.
Τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο τον τελευταίο καιρό. Η Μαρίνα έμοιαζε να έχει παρανοήσει –τον τσέκαρε λες και είχε κρυφή γκόμενα, μέχρι την ώρα που χρειαζόταν για να γυρίσει από τη δουλειά του είχε αρχίσει να του μετράει. Και δεν τον άφηνε σπιθαμή –σούπερ μάρκετ μαζί, περίπτερο μαζί (να περπατήσουμε λίγο, να πάρουμε αέρα), μέχρι και συνεργείο για το σέρβις του αυτοκινήτου πήγαν μαζί. Εντάξει, ήταν κάπως αποπνικτική η όλη φάση –όμως το πρόβλημα του Τάκη ήταν αλλού. Διότι όσο η Μαρίνα πήγαινε κολαούζος στις δουλειές που είχε αναλάβει αυτός, τόσο απαιτούσε να έρχεται κι εκείνος στις δικές της δουλειές. Λαϊκή; Να πάνε μαζί –άσε μας ρε παιδάκι μου, η λαϊκή μού προκαλεί αναγούλα με τα σάπια ζαρζαβάτια της…. «Κι εγώ γιατί έρχομαι όπου πας;» να γκρινιάζει η Μαρίνα. «Σου ζήτησα εγώ να έρθεις;» να απορεί ο Τάκης. Και τα παιδιά –να ‘χει μπει ο διάολος μέσα τους… Σήκωσε το κεφάλι του χωρίς να προλάβει να το ξανασκεφτεί –οι σκιές των πεθαμένων που σουλατσάριζαν τριγύρω δεν πρόλαβαν να μεστώσουν κι έτσι παρέμειναν θολές σαν τον καπνό του τσιγάρου –ο Τάκης βρήκε τη γκαρσόνα ακουμπισμένη στη μπάρα και της έκανε νόημα για ένα ακόμα ποτό.
Εντάξει, ήξερε τι ζόρι περνούσε η Μαρίνα. Τόσα χρόνια μαζί –είχε καταλάβει η γυναίκα πως κάτι έτρεχε, κάτι έκαναν ή ετοιμάζονταν να κάνουν… Και φοβόταν. Ακόμα κι έτσι όμως…
Το τρίτο ποτό ήρθε μαζί με τη βαριεστημένη γκαρσόνα. Ο Τάκης σήκωσε το κεφάλι να την ευχαριστήσει και τότε τον είδε. Ημιφαλακρό, βαρύ από τα χρόνια και κακοντυμένο από πάντα, μ΄ εκείνα τα απαράδεκτα λουστρίνια που κάνανε πολλούς να τον περνάνε για μυστικό μπάτσο.
«Σαν τα χιόνια τον Αύγουστο», του χαμογέλασε ο Άκης ψάχνοντας ελεύθερη καρέκλα για να καθίσει.
«Σιρχάν Σιρχάν…» μουρμούρισε ο Τάκης.
Έσκυψε μετά στο ποτό του και τον άφησε να παιδεύεται.
«Τι υποδοχή είναι αυτή μετά από 30 χρόνια!» παραπονέθηκε ο Άκης.
«Κανονικά θα έπρεπε να σε πλακώσω στις μπουνιές αλλά βαριέμαι να σηκώνομαι –έχουν περάσει και 30 χρόνια…» απάντησε ο Τάκης.
«Ρε παιδί μου…»
«Δίνε του», μούγκρισε ο Τάκης.
Ο Άκης βολεύτηκε στην καρέκλα απέναντί του χαμογελαστός.
«Έχουμε κάτι να πούμε οι δυο μας…» ψιθύρισε.
«Δεν έχουμε να πούμε τίποτα –πώς σου πέρασε τέτοια ιδέα;» μάγκωσε ο Τάκης.
«Κι όμως… Βλέπεις, ξέρω για τον Βυθούλκα…»
«Εσύ κι όλος ο κόσμος…»
«Ξέρω περισσότερα από τον υπόλοιπο κόσμο».
«Στ΄ αρχίδια μου».
«Δε νομίζω… Είσαστε, βλέπεις, κάμποσο μπλεγμένοι στην όλη ιστορία…»
Ο Τάκης άναψε τσιγάρο και τον κοίταξε προσεκτικά.
«Οτι ήσουνα χαφιές από παλιά, το θυμάμαι –τώρα στα γεράματα αποφάσισες να το γυρίσεις και στην επιστημονική φαντασία;» χαμογέλασε.
«Τακούλη –όχι σε μένα αυτά…» μουρμούρισε ο Άκης.
Ο Τάκης πίεσε επίμονα τη γόπα στο τασάκι, πράγμα που του πήρε πάνω από μισό λεπτό –και τότε, σα να τον τσίμπησε μύγα άρπαξε τα πέτα του Άκη, τον τράβηξε προς το μέρος του αδιαφορώντας για τα ποτήρια που κατρακύλησαν από το τραπέζι.
«Άκου κάτι ρε μουνί –τη γλίτωσες πριν 30 χρόνια γιατί έτρεχες γρήγορα και είχες πλάτες. Τώρα νιώθεις το ίδιο τυχερός;» σφύριξε μισό πόντο από τα μούτρα του άλλου.
Ο Άκης συνέχισε να χαμογελάει, η γκαρσόνα έτρεξε προς το μέρος τους, ο μπάρμαν ήταν σε επιφυλακή και ο Τάκης ανακάλυψε οτι το στόμα του Άκη βρωμοκόπαγε –τον παράτησε
απρόθυμα.
«Ή κοπάνα την, ή πάμε έξω να το συνεχίσουμε –δεν υπάρχει λόγος να γίνουμε νούμερο», του είπε.
Ο Άκης σηκώθηκε χωρίς να χάσει το χαμόγελό του και πήγε προς την πόρτα του μπαρ. Εκεί κοντοστάθηκε, κοίταξε τον Τάκη και βγήκε.
«Γαμημένοι –πουθενά δεν θα βρούμε ησυχία;» μούγκρισε ο Τάκης.
«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» ρώτησε η γκαρσόνα.
«Να ‘ταν μόνο ένα…» έκανε ο Τάκης.
«Μπορώ να βοηθήσω;»
Ο Τάκης την κοίταξε μυστήρια.
«Εξαρτάται… Μπορείς να μας γυρίσεις 30 χρόνια πίσω;»
«Τι πράγμα;»
«Τίποτα –μαλακίες λέω».
«Εντάξει, αλλά πρέπει να φύγετε τώρα. Οι πελάτες ενοχλούνται από τις φασαρίες…»
Ο Τάκης κοίταξε τριγύρω του –οι σκιές των νεκρών είχαν εξαφανιστεί, μόνο οι ετοιμοθάνατοι αλκοόλες είχαν μείνει.
«Ποιοι ενοχλούνται;» απόρησε. «Αυτοί, όσο έχουν γεμάτο ποτήρι, ακόμα και νταλίκα να περάσει δεν θα την πάρουν είδηση».
«Όπως και να ‘χει», μουρμούρισε η γκαρσόνα.
«Να τελειώσω το ποτό μου πρώτα», της ζήτησε κι εκείνη σήκωσε τους ώμους νευρικά.
Έχουμε γίνει ξεφτίλες, γεράσαμε κι ακόμα μας πετάνε έξω από τα μπαράκια –πόσα χρόνια να περάσουν πια, πόσο σοβαροί να γίνουμε για να μας αφήσουν στην ησυχία μας; Καργιόληδες…
Κατέβασε μονορούφι το υπόλοιπο ποτό, έκανε να σηκωθεί μα συνειδητοποίησε οτι έπρεπε να μείνει λίγο ακόμα, να μην καρφωθεί οτι φεύγει αμέσως όταν τον διώξανε. Άναψε τσιγάρο, κοίταξε τριγύρω –κάμποσοι τον κρυφοκοίταζαν. Καργιόληδες…
Η γκαρσόνα πήγε φουριόζα στο διπλανό του τραπέζι κι άρχισε να τακτοποιεί την ερημιά –μετακίνησε το καθαρό τασάκι, άναψε κάτι υπολείμματα κεριού στο ρεσώ  ενώ συνέχισε να του ρίχνει άγριες ματιές.
«Τι διάολο –όλοι για τους χαφιέδες δουλεύετε;» μούγκρισε ο Τάκης κι έσβησε το τσιγάρο του μπαρουτιασμένος.
Φόρεσε το μπουφάν, δεν μπόρεσε ν΄ αντισταθεί στον πειρασμό κι έριξε μια ακόμα κλεφτή ματιά στη γκαρσόνα, του φάνηκε οτι την είδε ν΄ αναστενάζει ανακουφισμένη, σκέφτηκε για μια στιγμή να φορέσει και το κράνος μέσα στο μαγαζί να γίνει πανηγύρι η κατάσταση, αλλά κρατήθηκε. Στράφηκε προς το μέρος της.
«Για πες μου ρε όμορφη –τι έχεις ακούσει περί Ναστάζια Κίνσκι;» τη ρώτησε.
«Την ηθοποιό;» έκανε μπερδεμένη η γκαρσόνα.
«Πες την κι έτσι –γυναίκα είσαι, θα ξέρεις καλύτερα…»  γέλασε ο Τάκης.
«Δε σε καταλαβαίνω», μαζεύτηκε η γκαρσόνα.
«Λέω ρε παιδί μου, για τη Ναστάζια Κίνσκι… Έχεις ακούσει πότε θα έρθει στο ραντεβού;»
«Τι πράγμα;»
«Λέω πώς τώρα αποκλείεται –αλλά το ‘πότε’ είναι θέμα, δε νομίζεις; Σε μια ώρα, σε δύο; Σε δέκα λεπτά, σε είκοσι;»
Η γκαρσόνα άρχισε να περπατάει επιφυλακτικά προς τη μπάρα.
«Μήπως τελικά ήρθε και δεν την πήραμε είδηση –καταλαβαίνεις πού το πάω;» επέμεινε ο Τάκης.
Η γκαρσόνα ακούμπησε στο ξύλο της μπάρας για προστασία, εκείνος πέταξε ένα χαρτονόμισμα στο σιδερένιο τραπέζι κι έφυγε με αργά βήματα.
Ήρωας! σκέφτηκε χαζογελώντας ενώ έβγαινε στο κρύο της νύχτας.

Έπεσαν πάνω του από δυο πάντες, ταυτόχρονα. Πίσω του στα δεξιά και στ΄ αριστερά –έφαγε κάτι ξεγυρισμένες στα νεφρά και στην πλάτη πριν προλάβει να τους δει, κρατήθηκε να μη σωριαστεί, προχώρησε μισό βήμα, έκανε να γυρίσει προς το μέρος τους, τότε τον κοπάνησε ένας απ΄αυτούς στη μούρη. Ένιωσε το σκίσιμο από τα δόντια του στο κάτω χείλος, κατάπιε αίμα. Πρόλαβε όμως να στριφογυρίσει το κράνος –κοπάνησε τον τύπο στα μούτρα πριν καν τον δει.
Για λίγο έγινε ανακωχή, ο τύπος που έφαγε το κράνος στα μούτρα κρατούσε τη μύτη του, ο άλλος κοίταζε για να δει αν μπορεί να στηρίζεται στον δικό του κι ο Τάκης έκανε δυο βήματα πίσω ψάχνοντας τοίχο για να μην του ξαναπάρουν τις πλάτες.
«Πάμε γερά», φώναξε ο μαντράχαλος στον άλλο που κράταγε ακόμα τη μύτη του. Ξεκίνησαν κάπως απρόθυμα να τον ξαναπλησιάζουν –ο Τάκης έφτυσε αίμα γιατί ένιωθε να πνίγεται κι αποφάσισε οτι δεν θα την έβγαζε καθαρή. Το μπουφάν δυσκόλευε τις κινήσεις του, η μηχανή ήταν κάμποσο μακριά για να ελπίζει οτι θα τη φτάσει τρέχοντας αλλά παρέμενε η μοναδική του ελπίδα. Οι δυο τύποι τάχυναν το βήμα τους πλησιάζοντάς τον –πέταξε το κράνος στα μούτρα του χτυπημένου που την έφαγε για ακόμα μια φορά απροετοίμαστος και σταμάτησε, ο Τάκης όρμησε κατά πάνω του αλλά πριν τον φτάσει τράβηξε μια καλή αγκωνιά στον άλλο –τον πέτυχε στο ηλιακό πλέγμα και τον άκουσε να βογκάει. Έριξε μια κουτουλιά αποτελειώνοντας τη δουλειά που είχαν κάνει τα χτυπήματα του κράνους, άκουσε το κρακ της μύτης που σπάει και είδε εκεί πέρα μια ευκαιρία, γύρισε την πλάτη, το ‘βαλε στα πόδια. Πόσο ήταν μέχρι τη μηχανή; 20 μέτρα; 30 το πολύ –προλάβαινε. Τους άκουσε πίσω του να φωνάζουν αλλά δεν τίποτα περισσότερο –δεν θα τον κυνηγούσαν άλλο; Και τότε άκουσε το θόρυβο, σα λάστιχο που σκάει, κι ένα δυνατό ρεύμα τον έσπρωξε –παραπάτησε, έχασε την ισορροπία του, έπεσε στα γόνατα.
‘Έτσι είναι λοιπόν να τρως σφαίρα, σκέφτηκε κι όσο προσπαθούσε να ξανασηκωθεί νέο κύμα τον κοπάνησε στο πλακόστρωτο, έγλυψε σκόνη αλλά κατάφερε να στηθεί στα πόδια του σα μαριονέτα. Η μηχανή ήταν κοντά –όσο σηκωνόταν πρόλαβε να δει την αλυσίδα της –θέλει λάδωμα, μην το ξεχάσω, σκέφτηκε.
Ανέβηκε, έβαλε το κλειδί, τα χέρια του έτρεμαν αλλά δεν πονούσε –περίεργο…
Η μηχανή ξεκίνησε, κατέβηκε στην άσφαλτο κι όλα έμοιαζαν καλοκουρδισμένα για λίγο, άλλαξε γρήγορα ταχύτητα, μπροστά του ο τοίχος ενός μαγαζιού, έπρεπε να στρίψει το τιμόνι αλλά έπεσε ξαφνικά ένα σκοτάδι ακινησίας.
Η μηχανή κοπάνησε στον τοίχο.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι