Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καλωσήρθα αγαπούλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καλωσήρθα αγαπούλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Ιανουαρίου 08, 2013

"Καλωσήρθα αγαπούλα"

Αφού τελείωσε κι αυτή η ιστορία ας υπάρχει εδώ μαζεμένη για όσους είναι συγκεντρωτικοί τύποι και τους αρέσουν τα ολοκληρωμένα πράγματα. Και μην ξεχνάς -ο Λούης Πετράς δεν αφήνει τίποτα στη μέση (ούτε καν τον μέσο όρο)...

Το εξώφυλλο είναι φυσικά της Tomboy




Τρίτη, Νοεμβρίου 20, 2012

13. «Θα ξαναβρεθούμε όταν ξαναβρεθούμε»

Προηγούμενα:

Τελικά χρειάστηκα εγχείριση –ο καργιόλης ο Ρώσος μού είχε κάνει καλή ζημιά. Με βγάλανε νύχτα με φορείο από τη γκαλερί του Βλαδίμηρου για να με χώσουν σε μια κλινική απ΄αυτές που πάνε οι πλούσιοι όταν χρειάζεται να τους αφαιρέσουν κάνα ψάρι από τον κώλο χωρίς να πάρει δημοσιότητα το όλο θέμα. Δεν παραπονιέμαι, ήμουν ακριβώς τόσο τυχερός όσο και ηλίθιος.
Πέρασα μια βδομάδα στην κλινική, σε κυριλέ δωμάτιο με θέα την Ακρόπολη και τρία γεύματα ημερησίως. Από την πλάσμα οθόνη της τηλεόρασης παρακολουθούσα τις εξελίξεις στην υπόθεση ξεκαθαρίσματος λογαριασμών σε μπαρ του κέντρου της πόλης –ένας άντρας αγνώστων στοιχείων βρέθηκε νεκρός μαζί με τον μπάρμαν, η αστυνομία απέδωσε το γεγονός σε συμμορίες που πουλάνε προστασία και έκλεισε την υπόθεση, ή έτσι τουλάχιστον είπαν. Κοιμόμουν όσο μπορούσα περισσότερο, μετά την εγχείριση, ένας γιατρός φρεσκοξυρισμένος κι ευχάριστος σαν ασφαλιστής ερχόταν να με δει δυο φορές τη μέρα και να με καθησυχάσει οτι η ζωή μου δεν θα άλλαξε σε τίποτα, τώρα που θα είχα ένα νεφρό λιγότερο. Έδειχνε να τον απασχολεί η μηδενική αντίδραση του οργανισμού μου στη φαρμακευτική αγωγή, αποτέλεσμα του εθισμού μου στην κωδεϊνη, αλλά ήταν αρκετά διακριτικός για να το αναφέρει –μάλλον είχε δει πολύ χειρότερα στην καριέρα του.
«Σύντομα θα νιώθετε καλύτερα από πριν», με διαβεβαίωνε.
«Εξαρτάται, για πόσο πριν μιλάμε», μουρμούριζα.
Χαμογελούσε από ευγένεια κι εξαφανιζόταν.
Τα έξοδα της υπόθεσης τα είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου το ζεύγος Μανιάτη –η Έλσα ερχόταν μέρα παρά μέρα για να δει πώς πηγαίνω, μου έφερνε περιοδικά, χυμούς και κάτι περίεργα πράγματα με γιαούρτι, πίτουρο και φρούτα τα οποία φρόντιζα να ξεφορτώνομαι με το πού έφευγε.
«Μας ανησύχησες ρε μπαγάσα», έλεγε.
Κι εγώ χαμογελούσα γιατί, για κάποιον περίεργο λόγο, διαισθανόμουν οτι το εννοούσε.
«Πες μου κάτι Έλσα. Τι του βρήκες αυτού του απαίσιου ανθρώπου;» τη ρώτησα.
Με κοίταξε μ΄ εκείνα τα μελιά μάτια όσο σκεφτόταν την απάντησή της.
«Πες μου πρώτα εσύ βρε Λούη. Είχες ποτέ στη ζωή σου σχέση με κάποια γυναίκα σκέτο υπόδειγμα; Ξέρεις... όμορφη, έξυπνη, φιλική, οργανωτική...»
«Εντάξει –καταλαβαίνω που το πας», χαμογέλασα.
«Δεν καταλαβαίνεις. Γιατί αν καταλάβαινες, θα έκανες ανάποδα την ερώτηση», μου εξήγησε.
Μετά πήγε μέχρι την πόρτα του δωματίου, την έκλεισε για να αποφύγουμε τις απρόσκλητες νοσοκόμες, άνοιξε το παράθυρο διάπλατα και μου άναψε ένα τσιγάρο. Το δέχτηκα ευγνωμονώντας την.
«Όσο έπαιζε στις ταινίες, τότε που ήταν μεγάλος σταρ, εγώ ήμουν έφηβη –μου ρίχνει πάνω από δέκα χρόνια βλέπεις... κυκλοφορούσαν κάτι φωτογραφίες του, τις αγοράζαμε από τα περίπτερα και τις ανταλλάσσαμε κρυφά στα διαλείμματα. Μαζί με τις φωτογραφίες άλλων μεγάλων σταρ βέβαια –εφηβικές σαχλαμάρες... Τον γνώρισα όσο ήταν ακόμα με τη Φωτίου, ήμουν μια από τις περιπετειούλες του, αλλά, αντίθετα με τις υπόλοιπες, κράτησε μαζί μου κάποια επαφή. Επειδή είχα λεφτά –σκέφτεσαι; Μάλλον όχι –άλλωστε και οι υπόλοιπες ήταν ματσωμένες, ίσως περισσότερο από μένα που περίμενα να πεθάνουν οι γονείς μου για να κληρονομήσω. Κρατήσαμε επαφή επειδή εγώ δεν έκανα πολλές ερωτήσεις και δεν έδειχνα να με απασχολεί το μέλλον. Κι επειδή φτιάχνω ωραία σπανακόπιτα, έλεγε όταν ήθελε να με κοροϊδέψει. Επειδή το σιχαίνεται το σπανάκι –κατάλαβες; Αλλά έλεγε αλήθεια, ο λόγος που κράτησε επαφή μαζί μου ήταν η σπανακόπιτα. Το σπίτι που θα τον περίμενε όταν όλοι οι άλλοι θα τον κυνηγούσαν –είχε ήδη σκοτώσει τον Κουδουνά βλέπεις... Μου το αποκάλυψε όταν σκηνοθετούσε τον θάνατό του στο Βερολίνο –αλήθεια, ξέρεις γιατί επέλεξε το Βερολίνο;»
Έξυσα το κεφάλι μου –δεν ήταν δύσκολο να βρω την απάντηση αν κοιτούσα προς το σωστό μέρος.
«Χάρι Λάιμ, ο Τρίτος Άνθρωπος», πρότεινα αβέβαια.
«Σωστός...» επικρότησε η Έλσα. «Πού το κατάλαβες;»
«Κάποια μεγαλομανία...» μουρμούρισα. «Με ποιον άλλον θα έψαχνε να συγκριθεί αν όχι με τον Όρσον Ουέλς;»
Ξεκαρδίστηκε στα γέλια αλλά απότομα σοβάρεψε.
«Θέλει να σε δει», είπε.
Έσβησα το τσιγάρο σε μια κούπα από τσάι.
«Ο λόγος;» απόρησα.
«Πού να ξέρω;» σήκωσε αστεία τους ώμους της η Έλσα.
«Σε κάποια άλλη ζωή...» ψιθύρισα.
«Κόψε τα στυλάκια σε μένα ρε μπαγάσα», αγανάκτησε εκείνη.
«Δηλαδή εγώ είμαι το θέμα;» τη ρώτησα.
«Ώχου, σαν παιδιά κάνετε...»
«Αν δεν ήταν αυτός ρε Έλσα, μπορεί να ζούσε ακόμα...» ξεκίνησα αλλά το έκοψα απότομα.
«Μην κοροϊδεύεις τον εαυτό σου. Η Σόνια θα τέλειωνε άσχημα έτσι κι αλλιώς. Όταν πουλάς τους πάντες στο τέλος δεν υπάρχει κανένας να σε αγοράσει».
«Μαλακίες...» μούγκρισα.
«Μαλακία είναι να μην παραδέχεσαι την αλήθεια», είπε ο Έλσα.
«Η οποία είναι;»
«Οτι απλώς ήθελες να φτάσεις πρώτος στη Σόνια. Να έχεις τον πρώτο λόγο».
«Ακόμα κι έτσι...» ψιθύρισα.
«Παιδιαρίσματα», έκανε περιφρονητικά η Έλσα.
«Ακόμα κι έτσι», επανέλαβα.
Σηκώθηκε.
«Αύριο βγαίνεις», είπε. «Θα σου αφήσω πάνω στο κομοδίνο τη διεύθυνση του σπιτιού που μένουμε. Θα σου αφήσω και το τηλέφωνο αλλά δεν χρειάζεται να ειδοποιήσεις. Έλα όποτε θέλεις, θα σε περιμένουμε».
Μετά άφησε ένα κομμάτι χαρτί στο κομοδίνο που το είχε, μάλλον, προετοιμάσει από πριν. Έσκυψε πάνω μου, με φίλησε, μύριζε κάποιο άρωμα φτιαγμένο από λευκά άνθη. Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να κοιμηθώ ή να σκεφτώ –δεν κατάφερα τίποτα από τα δύο. Πέρασα την υπόλοιπη μέρα σχεδόν ακίνητος. Τηλεόραση, αυτόματη σίτιση, ταραγμένος ύπνος, παυσίπονα. Ζήτησα από τη βραδινή νοσοκόμα ένα σετ ξυριστικών γιατί τα γένια μου είχαν αγριέψει πολύ και, όταν όλοι κοιμήθηκαν, έκανα ένα ξεγυρισμένο μπάνιο μετά ξυρίσματος και παρφουμαρίσματος, μόνο το μανικιούρ-πεντικιούρ μού διέφυγε. Τα ρούχα που φορούσα στη συμπλοκή με τον Ρώσο είχαν καταστραφεί αλλά κάποιος άγιος άνθρωπος φρόντισε ν΄ αφήσει οτι ρουχικό χρειαζόμουν κρεμασμένο στη ντουλάπα τού δωματίου μου. Παντελόνι σούπερ άνετο βαμβακερό χρώματος μαύρου, μάλλινο ζιβάγκο και παλτό μοχέρ εξίσου μαύρο, παπουτσάκι μαλακό, δερμάτινο μποτάκι με σόλα κρεπ. Το πιστόλι έλειπε, αλλά μού είχαν αφήσει την πεταλούδα. Όσο ντυνόμουν ανακάλυψα οτι ο άγιος άνθρωπος είχε φροντίσει να βάλει στη μέσα τσέπη του παλτού 500 ευρώ σε πενηντάρικα, πιασμένα μ΄έναν συνδετήρα –ξεφύλλισα το πάκο και μέσα του βρήκα ένα σημείωμα: «Για να πάρεις ταξί, μένουμε κάπως μακριά». Κατάλαβα λοιπόν οτι η Έλσα είχε φροντίσει για όλα αυτά ή οτι ο Μανιάτης προσπαθούσε να δείχνει όσο πιο διακριτικός γινόταν.
Πριν βγω από το δωμάτιο κοντοστάθηκα –μάζεψα το σημείωμα από το κομοδίνο, είχε πάνω του γραμμένη μια διεύθυνση, ένα σταθερό τηλέφωνο και μια προτροπή: «δεν υπάρχει λόγος ν ΄αργήσεις».
Η κλινική κοιμόταν τον ύπνο των βαρβιτουρικών, ο θυρωρός στην είσοδο έδειξε να ξαφνιάζεται.
«Δεν περιμένατε να φύγετε το πρωί;» ρώτησε.
«Όχι», απάντησα ξερά.
Έξω ψιλόβρεχε.

Περπατούσα στα βρεμένα πεζοδρόμια αναπνέοντας την άδεια πόλη –ήμουν πιο μόνος από τα σκουπίδια στους κάδους της και δεν περίμενα κανέναν να με μαζέψει το ξημέρωμα.

Έφτασα περπατώντας μέχρι το Βιτόφσκι, δεν περίμενα να είναι ανοιχτό τέτοια ώρα αλλά έκανα λάθος. Αχνό φως έβγαινε από τη τζαμαρία του κι ακούμπαγε στο κλειστό περίπτερο, κοίταξα ασυναίσθητα τις απέναντι πολυκατοικίες αλλά δεν υπήρχε κανένας να με πυροβολήσει από εκεί πάνω. Ένιωσα μοναξιά.
Έσπρωξα την εξωτερική πόρτα, κοντοστάθηκα αμήχανα πριν ανοίξω την εσωτερική και μπω στο έρημο μαγαζί. Ο μπάρμαν σταμάτησε να καθαρίζει τον πάγκο και με κοίταξε ξαφνιασμένος, αλλά δε μίλησε.
Κάθισα στο σκαμπό, έβγαλα τα τσιγάρα και τον αναπτήρα μου και τ΄ ακούμπησα μπροστά του.
«Κλείνουμε», είπε.
«Το ξέρω», έκανα, χωρίς διάθεση ν΄αλλάξω στάση.
Συνέχισε να σκουπίζει τον πάγκο, απομακρύνθηκε από μένα –μετά έκλεισε τη μουσική.
«Θέλω να ξέρεις...» ξεκίνησα διστακτικά.
«Ξέρω», είπε.
«Εντάξει», έκανα.
«Είχε δυο παιδιά. Η γυναίκα του δε δουλεύει πουθενά», γρύλισε ο μπάρμαν.
«Μακάρι να μπορούσα...» ψιθύρισα.
«Τι πράγμα; Να τους κόψεις κάνα μηνιάτικο; Μήπως να κάνεις παρέα και στη χήρα για να μη νιώθει μόνη;»
«Μπα –αν κρίνω από το μακαρίτη δεν θα είναι και πολύ του γούστου μου», απάντησα.
Ο μπάρμαν δε γέλασε.
«Είσαι πλέον τραγικά ασύμφορος», μου ξεκαθάρισε.
«Κάτι σαν τη φιλία», φιλοσόφησα.
Γέλασε.
«Πώς ακριβώς το βλέπεις, Λούη; Στις πόσες σφαίρες θεωρείς τον άλλο φίλο σου;»¨
Έσβησα το τσιγάρο και σηκώθηκα.
«Άκου κάτι –όταν μπλεχτήκατε μαζί μου ξέρατε οτι υπάρχουν και κάποια ρίσκα. Τα πήρατε –θέλεις για τα φράγκα, θέλεις για τα ωραία μου μάτια, θες και για τα δύο; Έκανα λάθος εκτίμηση, θα συνέβαινε κάποτε. Δεν το ξέρατε δηλαδή; Εντάξει –ο άνθρωπος σκοτώθηκε από μαλακία μου, νομίζεις οτι δε μου λέει τίποτα αυτό; Εντάξει –είμαι ασύμφορος και τραγικά μαλάκας. Χάρηκα που συνεργαστήκαμε, ωραίο το μαγαζί σας κι ακόμα καλύτερα τα ποτά σας –αν φέρνατε και κάνα ξηροκάρπι μαζί θα ήμουν ακόμα πιο χαρούμενος αλλά είσαστε, ως φαίνεται, τσίπηδες. Αυτά τα ολίγα και τα χαιρετίσματά μου στο θείο μην ξεχάσεις», κούμπωσα το παλτό μου, γύρισα προς την πόρτα.
«Στάσου ρε ηλίθιε», φώναξε ο μπάρμαν.
«Βαρέθηκα να στέκομαι», τον πληροφόρησα κι έφυγα βιαστικός σα ν΄ άκουγα το τρένο να σφυράει τ΄όνομά μου.
Δεν τα είχα μαζί του –μαζί μου τα είχα. Επειδή το τελευταίο διάστημα, με όσους έκανα παρέα, ή σκοτώνονταν ή ήταν ήδη νεκροί.

Βρήκα έναν τηλεφωνικό θάλαμο, έβγαλα το χαρτί από την τσέπη μου και πήρα το τηλέφωνο που ήταν γραμμένο εκεί.
«Παρακαλώ;» ρώτησε η αγουροξυπνημένη φωνή της Έλσας.
«Εγώ είμαι», παραδέχτηκα.
«Συμβαίνει κάτι; Έπαθες τίποτα;»
«Όχι –μια χαρά. Πες τού άλλου να κλείσει ραντεβού με τον Γκας σε μια ώρα πίσω από το Κατ Μπαλού. Να φέρει ότι κόπιες έχει από την ταινία...»
Έπεσε ησυχία στην άλλη άκρη του σύρματος. Μετά άκουσα ψιθύρους.
«Θέλει να σου μιλήσει», είπε η Έλσα.
«Όχι ακόμα», της ξέκοψα.
«Καλά. Και τα λεφτά;» ρώτησε.
«Να κανονίσει πώς θα τα περάσει στο λογαριασμό του –δε με νοιάζει. Εγώ θέλω να πάρω την ταινία», είπα.
«Και να μας τη φέρεις;»
«Αυτό τον καίει;»
Πάλι ησυχία. Πάλι ψίθυροι.
«Εντάξει λοιπόν», έκανε η Έλσα.
Κατέβασα το ακουστικό.

Μού πήρε πάνω από μισή ώρα να φτάσω μέχρι το κλειστό Κατ Μπαλού, η βροχή στο μεταξύ είχε δυναμώσει. Τα ωραία μάλλινα ρούχα μου έφερναν πλέον σε πίνακα τού Νταλί, παρ΄όλα αυτά χώθηκα στο υπόστεγο πίσω από το μαγαζί, άναψα ένα υποφερτά βρεγμένο τσιγάρο και τον περίμενα. Η μέρα ξημέρωνε αργότερα από το συνηθισμένο, έφταιγε η βροχή και η κακή μου διάθεση.
Ένα αυτοκίνητο πάτησε άτσαλα στα τσιμέντα σκορπίζοντας νερό παντού. Οι προβολείς του σκότωναν κατσαρίδα στα 10 μέτρα. Έσβησαν τη μηχανή και περίμεναν. Βγήκα από το υπόστεγο με αργά βήματα, είχα ήδη φροντίσει να κρύψω την πεταλούδα στο μανίκι μου. Η πόρτα τού οδηγού άνοιξε κι ένα γομάρι καμπούριασε προσπαθώντας να αποφύγει τη βροχή. Πήγαινα στοίχημα οτι έβριζε ψιθυριστά. Με πλησίασε.
«Έλα μαζί μου», μούγκρισε
«Πες τού Γκας να βγει και να έρθει αυτός εδώ», διέταξα.
«Δεν πάει έτσι», νευρίασε.
«Έτσι πάει», τον καθησύχασα.
Σήκωσε τους ώμους κι έφυγε τρέχοντας.
Σε λίγο άνοιξε η πίσω πόρτα του αυτοκινήτου και ξεχύθηκε έξω ο Γκας, εμφανώς στραβωμένος. Έτρεξε προς το υπόστεγο.
«Πώς την έχεις δει ρε μαλάκα;» γκρίνιαξε.
«Κάπως ρομαντικά», του εξήγησα. «Περπάτα μαζί μου».
Πήγαμε μέχρι εκεί που το υπόστεγο ακουμπούσε την πίσω πόρτα του μαγαζιού, ο Γκας τουρτούριζε.
«Λοιπόν», τσίριξε, «εδώ έχω την κασέτα».
Έβγαλε από την τσέπη τού μπουφάν του έναν φάκελο Μανίλα και με χτύπησε στο στήθος μ΄ αυτόν. Δεν έκανα καμιά κίνηση να τον πάρω.
«Αντίγραφα;» ρώτησα.
«Δεν έχω κρατήσει».
«Και πού το ξέρω;»
«Επειδή στο λέω ρε πούστη...»
Τον κοίταξα στα μάτια –όντως δεν έμοιαζε να έχει κρατήσει καβάτζα από την ταινία.
«Πόδι, χέρι ή πρόσωπο;» τον ρώτησα.
Κοίταξε φευγαλέα προς το αυτοκίνητο για βοήθεια.
«Μην κάνεις βλακείες», ψιθύρισε.
«Έβαλες να σκοτώσουν τη γυναίκα μου», είπα.
«Δεν έβαλα να τη σκοτώσουν –την ταινία είπα να της πάρει», δικαιολογήθηκε.
«Και τελικά;» ρώτησα.
«Δεν ήταν δικό μου το λάθος, εκείνη έφταιγε».
Χαμογέλασα.
«Ξέρεις καλά οτι πληρώνουν αυτοί που δεν φταίνε. Για παράδειγμα, ο μπάρμαν του Βιτόφκσι...»
«Τι σχέση έχω εγώ μ΄αυτό;»
Γέλασα απότομα. Η μηχανή του αυτοκινήτου πήρε μπροστά, σκέφτηκαν ν΄αλλάξουν θέση και τα φώτα μάς τύφλωσαν προσωρινά. Όμως εμένα μου έφτανε –τίναξα την πεταλούδα και του χάραξα το αριστερό μάγουλο, ο Γκας ούρλιαξε ξαφνιασμένος. Έβαλε το χέρι του για να σταματήσει το αίμα.
«Δεν ήταν γυναίκα σου ρε πούστη. Σε πούλησε», μούγκρισε.
«Δικό μας θέμα αυτό –μη μπλέκεσαι ποτέ ανάμεσα στα ζευγάρια», τον συμβούλευσα.
Μετά άρχισα να περπατάω με την όπισθεν, πέρασα το μπροστινό μέρος του μαγαζιού, βγήκα στη λεωφόρο. Πίσω μου άκουσα τις ρόδες του αυτοκινήτου να στριγκλίζουν, κοντοστάθηκα, γύρισα για να τους περιμένω, αλλά εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ένα ταξί. Ήμουν ακριβώς τόσο τυχερός όσο και ηλίθιος. Άνοιξα την πίσω πόρτα του και χώθηκα μέσα πριν καλά-καλά σταματήσει.
«Φύγε», μούγκρισα.
«Πού πάμε;» ρώτησε ο ταξιτζής.
Έβγαλα το χαρτί με τη διεύθυνση που μου είχε αφήσει η Έλσα και του το έδωσα. Βλαστήμησε.
«Στου διαόλου τη μάνα», παραπονέθηκε.
«Από εκεί έρχομαι –σήμερα θα επισκεφτώ όλη την οικογένεια», του εξήγησα.
Δεν φάνηκε να το πιάνει, δεν με ένοιαξε και ιδιαίτερα. Κοίταξα από το πίσω τζάμι –το αυτοκίνητο τού Γκας δεν μας ακολουθούσε. Δεν υπήρχε λόγος άλλωστε. Είχαμε ξεχρεώσει για την ώρα.

Το ταξί έφτασε αγκομαχώντας μέχρι τη μεγάλη σιδερένια άσπρη καγκελόπορτα, η βροχή έπεφτε καρφί τώρα, κοπάναγε το καπό του ταξί εντελώς παράλληλα με τα κάγκελα της πόρτας. Σήκωσα τον μουσκεμένο γιακά του παλτού μου, έδωσα κάτι τσαλακωμένα χαρτονομίσματα στον ταξιτζή και περίμενα μέχρι να ξεκουμπιστεί για ν΄ανοίξω την καγκελόπορτα.
Περπάτησα αργά στο πλακόστρωτο, είχε πλέον ξημερώσει και μπορούσα να διακρίνω εύκολα τη διαδρομή μέχρι την ξύλινη πόρτα του σπιτιού στη μέση του κήπου. Όμως όταν έφτασα μπροστά στην πόρτα κοντοστάθηκα –ένιωσα κάμποσο γαϊδούρι που θα τους ενοχλούσα πρωινιάτικα. Η βροχή έσταζε από την πλάτη μου, αλλά το είχα συνηθίσει.
Και η πόρτα άνοιξε. Ο Μανιάτης, καθόλου αγουροξυπνημένος –το αντίθετο –φρεσκοξυρισμένος και καλοντυμένος λες κι επρόκειτο να πάμε περίπατο στας εξοχάς.
«Δεν έρχεσαι μέσα γιατί το κόβω οτι θα πιάσει βροχή σε λίγο;» με κορόιδεψε.
Μπήκα διστακτικά –το νερό έπεφτε από πάνω μου κι έφτιαχνε λιμνούλες στα μάρμαρα.
«Μη σε νοιάζει, δεν καθαρίζουμε εμείς», είπε ο Μανιάτης. «Έμπα μέσα, κάτσε να φωνάξω την Έλσα».
Αλλά δεν χρειάστηκε γιατί εκείνη ήταν ήδη στην άλλη πλευρά του διαδρόμου, έτρεξε προς το μέρος μου γρήγορα.
«Καλέ -εσύ έχεις μουλιάσει κανονικά», φώναξε.
Χαμογέλασα αμήχανα.
«Θα ψάξω να σου φέρω ν΄ αλλάξεις», είπε.
«Δεν είναι ανάγκη», έκανα στον αέρα, επειδή εκείνη είχε ήδη εξαφανιστεί.
«Ένα ποτό θα ήταν οτι πρέπει για την κατάστασή σου, αλλά λόγω της ώρας σερβίρεται καφές –πώς λες να το λύσουμε αυτό;» με ρώτησε ο Μανιάτης χτυπώντας με στην πλάτη.
Τον κοίταξα αμίλητος.
«Καλά –άστο, δεν σε κόβω για πολύ στις φόρμες σου», γέλασε και χάθηκε προς την κουζίνα.
Σε λίγο άκουσα τον ήχο κατσαρολικών που κατρακυλάνε, ανακατεμένο με βλαστήμιες, ακολούθησε η είσοδος της Έλσας μάλλον γιατί οι φωνές τους ήταν κοντινές –«αφού δεν τα καταφέρνεις αγάπη μου, άστο σε μένα», «ας ήσουν εδώ», «είχα πάει να βρω ρούχα –σε δέκα μέρη ταυτόχρονα θα είμαι;» Κάπου εκεί βγήκε ο Μανιάτης και με είδε να στέκομαι ακίνητος σε στυλ «ανθρώπινο σιντριβάνι».
«Ιρλανδέζικος καφές εντός ολίγου», με πληροφόρησε. «Στο μεταξύ, έλα πιο μέσα».
Ξεκίνησα να πηγαίνω προς τα μέσα αλλά με πρόλαβε η Έλσα και με τραβολόγησε στα υπνοδωμάτια όπου με περίμεναν φρεσκοσιδερωμένα ρούχα –αυτοί οι άνθρωποι θα πρέπει να είχαν συνεργασία με κάποιο μαγαζί ετοίμων ενδυμάτων...
Ντύθηκα, σενιαρίστηκα και πήγα στο σαλόνι κρατώντας τον φάκελο Μανίλα. Ο ήλιος έβγαινε με όση αξιοπρέπεια τού είχε απομείνει στη μεγάλη τζαμαρία του σαλονιού και στο τραπεζάκι δίπλα στον αναπαυτικό καναπέ με περίμενε μια χορταστική κούπα καφέ παρέα με τα τσιγάρα μου. Ένιωσα τόσο ευδιάθετος όσο ένα κουτάβι που το βγάζουν βόλτα. Άφησα τον φάκελο πάνω στο τραπέζι που με χώριζε από τον Μανιάτη. Η Έλσα έλειπε από το δωμάτιο.
«Θέλω να σε δω να την καταστρέφεις», του είπα.
«Καταστροφή είναι το μεσαίο μου όνομα», γέλασε.
«Μαλακίες», σχολίασα.
«Εντάξει –ότι πεις. Αν θέλεις μάλιστα μπορούμε να πάμε μαζί να τη θάψουμε στον κήπο όταν πεις τον καφέ σου», χαμογέλασε.
«Το μόνο που θέλω είναι να τελειώνουν όλα αυτά και να μην ξαναδώ κανένα σας», νευρίασα.
«Δεν υπάρχει κανένας από μας για να ξαναδείς ρε κορόιδο. Είμαστε όλοι πεθαμένοι –το ξέχασες;» είπε εκείνος.
Άναψα τσιγάρο, ήπια καφέ κι αμέσως ζαλίστηκα –η καφεΐνη ανακατεμένη με λιωμένη ζάχαρη και ουίσκι με κόλλησαν αστραπιαία στα σχοινιά. Αν συνέχιζα να πίνω αυτό το πράγμα, σε λίγο δεν θα μπορούσα να πω ούτε το όνομά μου. Κατέβασα λοιπόν ακόμα μια γερή γουλιά.
«Σκατά», είπα.
«Ο καφές ε; Τον κάνει πετιμέζι», ψιθύρισε δείχνοντας προς την κουζίνα.
«Ποιος καφές;» μουρμούρισα κι εκείνος γέλασε.
Μετά έσκυψε προς το μέρος μου, τράβηξε ένα τσιγάρο από το πακέτο του και το άναψε με αργές κινήσεις.
«Νομίζω οτι πρέπει να τελειώνουμε», είπε.
«Δηλαδή με έντυσες με καινούργια ρούχα για να με πυροβολήσεις;» απόρησα.
Ξεκαρδίστηκε κι επιτόπου τον έπιασε μια ξεγυρισμένη κρίση βήχα.
«Όχι ρε παιδί μου...» είπε με τα χίλια ζόρια προσπαθώντας να ξαναβρεί τη φωνή του.
Τον περίμενα να δω που θα το πάει.
«Γίνανε διάφορα –τα περισσότερα άσχημα και κάποια ακόμα χειρότερα», μουρμούρισε. «Μπλέχτηκες σε μια υπόθεση που δεν σε αφορούσε κι όπως ξέρεις, τέτοιες υποθέσεις καταλήγουν συνήθως πολύ προσωπικές. Είναι όμως φανερό οτι δεν φταίω εγώ γι΄αυτό που έπαθε η γκόμενά σου...»
«Δεν ήταν γκόμενά μου», τον διόρθωσα.
«Καλά –κι εγώ δεν είμαι ο Μανιάτης –γνωστά πράγματα αυτά», γέλασε.
«Το πρόβλημα με σένα δεν είναι οτι ευθύνεσαι για τον θάνατο της Σόνιας –απλά είσαι κάθαρμα, ένας υπερόπτης του κερατά που παίζει τους ανθρώπους για να διασκεδάσει –εκεί είναι το πρόβλημα», του είπα.
«Λοιπόν, μπορεί και να έχεις δίκιο», έκανε σκεπτικά, «αλλά, στ΄αλήθεια δεν βλέπω κάτι κακό σε όλο αυτό. Ούτε και βλέπω να διαφέρω από τους υπόλοιπους ανθρώπους –μήπως όλοι δεν θέλουμε να χρησιμοποιούμε τους άλλους;»
«Όχι όλοι», είπα.
«Σωστά. Όχι όλοι. Κάποιοι. Γιατί οι υπόλοιποι γουστάρουν να χρησιμοποιούνται –νιώθουν ασφάλεια όταν γίνονται υποχείρια, νομίζουν οτι αυτό τους προστατεύει».
Φύσηξα τον καπνό περιφρονητικά.
«Δεν ήρθα εδώ για ν΄ακούσω θεωρίες του δεκάρικου», έκανα.
«Βέβαια, εσύ δεν τις χρειάζεσαι. Είσαι πρακτικός τύπος, οι θεωρίες είναι για τους υπόλοιπους –τις δευτεράντζες. Αυτούς που  νομίζουν οτι έχει κάποια αξία η συμβίωση...» μουρμούρισε.
«Τέτοιες βλακείες έλεγες και στον Κουδουνά;» ρώτησα.
«Μη μπερδεύεις τη συμβίωση με την επιβίωση», έκανε αυστηρά. «Κάποιες φορές για να πετύχεις το ένα πρέπει να θυσιάσεις το άλλο».
«Θυσία, μάλιστα...» μουρμούρισα.
Έσκυψε προς το μέρος μου.
«Έχεις πρόβλημα με τις λέξεις;» ρώτησε.
«Οι λέξεις είναι το πρόβλημα;» απόρησα.
Χαμογέλασε.
«Και για πες μας λοιπόν αφού οι λέξεις δεν είναι το πρόβλημά σου –γιατί τον καθάρισες εσύ τον δικό σου;»
«Ποιον δικό μου;»
«Το γέρο ντε –γι΄ αυτόν που σε κλείσανε φυλακή....»
«Άντε γαμήσου Μανιάτη», μούγκρισα.
Γέλασε χαιρέκακα. Έβλεπα τώρα το πραγματικό του πρόσωπο, δηλαδή τη μάσκα πίσω από όλες τις άλλες μάσκες κι ήταν ένας μαύρος καθρέφτης –ρούφαγε την εικόνα σου και την επέστρεφε παραμορφωμένη. Τρόμαξα λιγότερο απ΄όσο γοητεύτηκα.
«Οι δικαστές, Πετρά, είναι οι μεγαλύτεροι ένοχοι. Γιατί εκείνοι, φίλε μου, δεν έχουν καμιά δικαιολογία, δεν πεινάνε, δεν αγαπάνε, δεν είναι τρομαγμένοι ή καβλωμένοι –η κρίση τους πάει κόντρα στη ζωή...»
Άναψα καινούργιο τσιγάρο, αποτελείωσα τον καφέ μου –κάποιος είχε στήσει ένα καρουζέλ μέσα στο κεφάλι μου χωρίς να τσιγκουνευτεί τα έξοδα –φώτα στροβιλίζονταν κόντρα στο ρυθμό μιας ενοχλητικά επαναλαμβανόμενης μουσικής. Έκλεισα τα μάτια αλλά μετά από λίγο με ξύπνησε το τσιγάρο που έκαιγε τα δάχτυλά μου. Το έσβησα στο τασάκι, ο Μανιάτης καθόταν ακριβώς απέναντί μου και κάπνιζε παρακολουθώντας με.
Προσπάθησα να μιλήσω αλλά τα σαγόνια μου είχαν γίνει σιδερένια.
«Ξεκουράσου –έχουμε λίγη ώρα ακόμα», ψιθύρισε, κι αυτό ακριβώς ήθελα ν΄ακούσω.

Ξύπνησα όταν ο ήλιος είχε λύσει οριστικά τους λογαριασμούς του με τους κάθε λογής αμφισβητίες και μαχαίρωνε ανελέητα τα θύματά του. Στην αρχή ήταν ένα ευχάριστο ζεστό γδάρσιμο πάνω από τα βλέφαρα, που όμως πήγαινε σφαίρα προς το αφόρητο. Άνοιξα τα μάτια ψάχνοντας ν΄ αλλάξω θέση, ο Μανιάτης δεν καθόταν πλέον απέναντί μου. Κράτησα με το ζόρι τα μάτια μου ανοιχτά για ν΄ανακαλύψω οτι ο φάκελος Μανίλα είχε κάνει φτερά. Ξύπνησα εντελώς, πετάχτηκα από τον καναπέ, με χτύπησε κατάμουτρα μια ησυχία τάφου. Έψαξα τα δωμάτια αλλά ήμουν ήδη βέβαιος οτι δεν υπήρχε κανένας στο σπίτι. Κι έτσι ξαναγύρισα στο σαλόνι.

Ένα κομμάτι χαρτί ήταν ακουμπισμένο στο τραπεζάκι, κάτω από το πακέτο με τα τσιγάρα του και τον Ρόνσον αναπτήρα του. Πήρα το χαρτί.
«Θα κάνω μια προσπάθεια να κόψω μερικές βλαβερές συνήθειες, άρα, αυτά δεν μου χρειάζονται για την ώρα. Το σπίτι είναι πληρωμένο για ένα μήνα ακόμα και τίγκα στις προμήθειες, μη γίνεσαι μαλάκας, εκμεταλλεύσου το. Και μη νομίζεις οτι γλίτωσες, κανένας δεν γλιτώνει μέχρι το τέλος. Θα ξαναβρεθούμε όταν ξαναβρεθούμε.
Φάνης».

Άναψα ένα από τα τσιγάρα του με τον Ρόνσον, βρήκα κάποιο ακριβό ουίσκι, σερβιρίστηκα μια γενναία δόση κι έτσι φορτωμένος έφτασα μέχρι την εξώπορτα. Ήπια λίγο ουίσκι, τράβηξα μια τζούρα και μετά πέταξα το τσιγάρο μέσα στο ποτήρι.

Είχε άγριο ήλιο όταν βγήκα στο πλακόστρωτο -επιτόπου μετάνιωσα –ήθελα να γυρίσω πάλι μέσα στο σπίτι και να κοιμηθώ δυο μέρες συνεχόμενα αλλά ήταν πλέον αργά. Όταν μια πόρτα κλείνει, δύσκολα ξανανοίγει.

ΤΕΛΟΣ

Τετάρτη, Οκτωβρίου 31, 2012

12. Το μεγάλο σκοτάδι


Κάθομαι εδώ και τον περιμένω, μπροστά μου ανέγγιχτη η δεύτερη Στολίσναγια τόνικ, κάτω από το τραπέζι το Γκλοκ οπλισμένο, έτοιμο –τον περιμένει. Ο μπάρμαν με κρυφοκοιτάζει άκεφα, ξέρει κι εκείνος οτι η μέρα θα φέρει καταστροφές. Είμαι σχεδόν σίγουρος οτι δεν θα μπει εδώ μέσα, όσο εγώ τον περιμένω θα με περιμένει κι εκείνος –έξω από το μπαρ, στο δρόμο, κρυμμένος στις σκιές. Είναι ακόμα μέρα αλλά κάποτε θα νυχτώσει. Κάποτε θα βγω από εδώ μέσα –θα είμαι τότε εύκολος στόχος. Όμως του είπα οτι θα τον περιμένω και τον περιμένω.

Ανάβω ένα ακόμα τσιγάρο, είμαι ήρεμος, νωχελικός κι αποφασιστικός σαν εργάτης μπροστά σε μηχανή συναρμολόγησης –ξέρω τι πρέπει να κάνω και ξέρω πώς ακριβώς θα το κάνω, το μόνο που χρειάζομαι είναι υλικό για να δουλέψω. Δίπλα μου κάθεται η Σόνια, κάποια Σόνια τέλος πάντων... Όπως εγώ θέλω να τη θυμάμαι, μ΄ ένα χαμόγελο-ρωγμή στο παγωμένο πρόσωπό της, με την κοιλιά ανοιχτή... Είναι η δική μου Σόνια και κανένας δεν μπορεί να τη σκοτώσει πάνω από μια φορά –κανένας, εκτός από μένα.
Η πόρτα ανοίγει, σφίγγομαι λίγο αλλά είναι μονάχα ένας τσαλακωμένος άντρας που θέλει να πιει όσο γίνεται πιο γρήγορα μπας και αντέξει τη μέρα. Η πόρτα κλείνει πίσω του. Ο άντρας πηγαίνει κατευθείαν στη μπάρα, παραγγέλνει και κοιτάζει τη χαραγμένη ξύλινη επιφάνεια μέχρι να ετοιμαστεί το ποτό του. Δεν είναι ο Ρώσος –σίγουρα. Αλλά μήπως είναι κάποιος που ήρθε σταλμένος από εκείνον για να δει τι γίνεται; Δεν έχει καμιά σημασία –είμαι εδώ και τον περιμένω όπως ακριβώς τού είπα.

Οι ώρες περνάνε. Έχω μετρήσει 7 πελάτες να μπαίνουν στο Βιτόφσκι αλλά κανένας τους δεν είναι ο Ρώσος. Το ποτό μπροστά μου ανέγγιχτο, τώρα πλέον έχουν λιώσει τα παγάκια, έχει διαλυθεί η φέτα λεμονιού και μοιάζει όλο αυτό με βρώμικο ενυδρείο δίχως ψάρια. Χρειάζομαι ένα καινούργιο ποτό αλλά δεν έχω διάθεση να πιω, κάθομαι λοιπόν και το κοιτάζω ανέκφραστος.

Απόγευμα...

Νιώθω τις κλειδώσεις μου να σκεβρώνουν, μάταια κουνάω τα πόδια κάτω από το τραπέζι. Πρέπει να σηκωθώ, να περπατήσω, να κυκλοφορήσει το αίμα, να ξεκλειδώσουν τα κόκαλα. Ψάχνω τον μπάρμαν με το βλέμμα –κοιταζόμαστε, μετά προσπαθεί να διακρίνει κάποια κίνηση στο δρόμο, έξω από το μπαρ.
«Δε βλέπω τίποτα», λέει.
«Δεν θα τον έβλεπες έτσι κι αλλιώς», απαντάω. «Κανένας δεν σε περιμένει φόρα-παρτίδα».
Πάω μέχρι την πόρτα, κοντοστέκομαι πριν βγω έξω, νιώθω κάποια απογοήτευση κοιτάζοντας τον άδειο δρόμο. Και μετά βγαίνω στο πεζοδρόμιο, κάνω μερικά βήματα για να ξεμουδιάσω ψάχνοντάς τον. Μια γριά περνάει από απέναντι κουνώντας το κεφάλι, κοιτάζω καλύτερα για να δω αν μιλάει στον εαυτό της ή σε κάποιο χαντς φρι, τότε ακούω το σφύριγμα, κομμάτια τσιμέντου τινάζονται 10 πόντους μακρύτερα από εκεί που πατάω. Κοκαλώνω –ο καργιόλης έχει βάλει σιγαστήρα. Και θέλει να παίξει μαζί μου, θα μπορούσε να με πετύχει αλλά προτίμησε να παίξει προειδοποιώντας με. Χαμογελάω, κάνω ακόμα δυο βήματα –ακόμα ένα σφύριγμα, ακόμα μερικά κομμάτια τσιμέντου τινάζονται στον αέρα. Εντάξει λοιπόν –ξαναμπαίνω στο μπαρ με αργές κινήσεις.
«Είναι εκεί έξω», λέω στον μπάρμαν.
«Το είδα», μουρμουρίζει. «Θα σε περιμένει».
«Κι εγώ το ίδιο».
Παίρνω καινούργιο ποτό το οποίο πίνω πολύ γρήγορα –νιώθω σχεδόν χαρούμενος μετά από όλο αυτό το σκηνικό. Γιατί τώρα ξέρω οτι δεν περιμένω άδικα. Κι εκείνος εκεί έξω προσπαθεί να με γνωρίσει –πράγμα που με συμφέρει. Όσο περισσότερο σε ψάχνουν τόσο περισσότερο φαίνονται. Κάθομαι ξανά στο τραπέζι μου, απλώνω τα πόδια, βγάζω το κινητό τού Γκας από την τσέπη μου. Επιλέγω το νούμερο του Ρώσου. Χτυπάει για λίγο, μετά εκείνος το σηκώνει αλλά δε λέει κουβέντα.
«Δεν σε είχα για τόσο άστοχο», του λέω.
«Δεν είμαι», επιβεβαιώνει.
«Παρακάτω;»
«Σήμερα θα σε σκοτώσω», μουγκρίζει.
«Θα μπορούσες να το έχεις ήδη κάνει», παρατηρώ.
«Δεν βιάζομαι».
Γελάω.
«Μαλακία σου», λέω.
Και κλείνω το τηλέφωνο.
Τώρα ξέρουμε και οι δυο μας οτι πρέπει να κινηθούμε προσεκτικά γιατί δεν θα υπάρξουν δεύτερες ευκαιρίες. Εκείνος θα με περιμένει απέξω, όντας σίγουρος οτι κάποια στιγμή θα βγω. Εγώ θα πρέπει να τον φέρω εδώ μέσα ή έστω να τον βγάλω από την κρυψώνα του. Άραγε πού να έχει τρυπώσει; Σε κάποιο διαμέρισμα στις γύρω πολυκατοικίες; Σε κάποια ταράτσα; Οι σφαίρες ήρθαν από ψηλά γι΄αυτό καρφώθηκαν στο πεζοδρόμιο –αν ήταν κρυμμένος σε καμιά γωνιά θα πήγαιναν στον τοίχο.
Θα μπορούσα πολύ εύκολα να στήσω μια φασαρία καταμεσής του δρόμου, θα μπορούσα μέχρι και μπάτσους να φέρω κι έτσι να την κοπανήσω. Αλλά μετά θα τον έχανα. Με μέτρησε λοιπόν σωστά οτι δεν θέλω να το σκάσω. Κι αυτό ήταν το λάθος του, επειδή έτσι δεν φρόντισε να ελέγχει όλες τις εξόδους διαφυγής.
«Ιάκωβε, νομίζω οτι έφτασε η ώρα να τον γαμήσουμε λιγάκι τον φιλαράκο», ανακοινώνω.
«Πρόσεξε μη μου γαμήσεις και το μαγαζί», λέει.
Χαμογελάω, σβήνω το τσιγάρο μου και χώνομαι στις τουαλέτες. Τέρμα δεξιά υπάρχει μια μικρή σιδερένια πόρτα που βλέπει στον ακάλυπτο μεταξύ των πολυκατοικιών. Αν ο Ρώσος δεν είναι δισυπόστατος δεν μπορεί να βρίσκεται ταυτοχρόνως και στις πολυκατοικίες μπροστά και στις άλλες, πίσω από το μαγαζί... Βγαίνω έξω, δεν κάνει πολύ κρύο, το απόγευμα όλο και λιγοστεύει. Κολλάω στον τοίχο κι αρχίζω να ψάχνω. Δεν μου παίρνει πολλή ώρα για να δω το παράθυρο στο φωταγωγό της πολυκατοικίας λοξά δεξιά μου. Μισάνοιχτο, ίσως σκεβρωμένο. Πηγαίνω, το σπρώχνω, αντιστέκεται αλλά στο τέλος ανοίγει. Μπαίνω μέσα, πατάω στα σκαλοπάτια που από τη μια οδηγούν στο υπόγειο κι από την άλλη στην κεντρική είσοδο. Άνετος...

Είμαι πλέον στο δρομάκι έξω από την πολυκατοικία –ο δρόμος του Βιτόφκσι βρίσκεται δεξιά μου, στην επόμενη γωνία. Εντάξει, να πάω προς τα κει –και μετά; Ανάβω τσιγάρο για να σκεφτώ καλύτερα... Δεν περνάει ψυχή από εδώ που στέκομαι, μόνο κάτι αυτοκίνητα ακούω –μακριά και όλο να ξεμακραίνουν. Μπαίνω στο δρόμο του Βιτόφσκι, πετάγομαι σφαίρα στο απέναντι πεζοδρόμιο από το μπαρ με το πιστόλι στο χέρι, κρυμμένο μέσα από το μπουφάν. Είμαι στη δική του περιοχή τώρα. Ακουμπάω στον πρώτο τοίχο που βρίσκω, ανασαίνω βαθιά, προσπαθώ να τον νιώσω πίσω από τα τσιμέντα... Ένας τύπος με φόρμες γυμναστικής βγαίνει από την παραδίπλα πολυκατοικία κουβαλώντας μια σακούλα με σκουπίδια –τον παρακολουθώ όσο πετάει τα σκουπίδια στον κάδο κι επιστρέφει, ξεκλειδώνει την κεντρική είσοδο και χάνεται.
Υπάρχουν τέσσερις πολυκατοικίες απέναντι από το Βιτόφσκι –σε κάποια από αυτές έχει κρυφτεί –κι εγώ θα πρέπει να μπω μέσα, να πάρω με τη σειρά τα διαμερίσματα, να αφουγκραστώ -και να διαρρήξω όσα μοιάζουν αθόρυβα. Γιατί δεν μπορεί να κρύβεται ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους –ίσως μάλιστα, αν είναι αρκετά μαλάκας, να έχει σπάσει καμιά κλειδαριά και το πράγμα τότε θα είναι πανεύκολο. Εντάξει –αν στηριζόμουν στη μαλακία των άλλων θα είχα πεθάνει είκοσι φορές μέχρι σήμερα. Όχι δηλαδή οτι θα ήμουν σε χειρότερη κατάσταση απ΄αυτή που είμαι τώρα, αλλά κουβέντα να γίνεται...
Πηγαίνω στην εξώπορτα της πρώτης πολυκατοικίας –παλιά εξώπορτα, σιδερένιο πλαίσιο και τζάμι. Παραβιάζεται εύκολα κι αυτό ακριβώς κάνω με την πεταλούδα. Μετά ανεβαίνω τις σκάλες χωρίς ν΄ ανάψω φως –τέσσερα διαμερίσματα σε κάθε όροφο –αφουγκράζομαι. Παντού ακούγεται κόσμος. Πηγαίνω στην ταράτσα, η πόρτα είναι ξεκλείδωτη, βγαίνω έξω, δεν υπάρχει ψυχή.
Κάνω τα ίδια στη δεύτερη πολυκατοικία –εκεί βρίσκω ένα διαμέρισμα ήσυχο –παραβιάζω την πόρτα του, σκοντάφτω σε έπιπλα αλλά δεν ανακαλύπτω τίποτα άξιο λόγο.
Τρίτη πολυκατοικία –η εξώπορτα είναι ασφαλείας –πηγαίνω στην επόμενη. Πριν αρχίσω να πειράζω την κλειδαριά πετάγεται από μέσα μια κοπέλα που σέρνει ένα σκυλάκι. Της κάνω χώρο και μετά μπαίνω. Πρώτος όροφος –δυο διαμερίσματα με κόσμο. Δεύτερος όροφος –γραφεία. Εδώ είμαστε... Όχι πολύ δύσκολες κλειδαριές –ανοίγω την πρώτη και μπαίνω κολλημένος στον τοίχο –είμαι μια χαλκομανία που κινείται. Λογικό μού φαίνεται –σε γραφείο θα έχει κρυφτεί ο πούστης... Αλλά όχι σε αυτό το γραφείο –ίσως στο επόμενο. Είμαι έτοιμος να παραβιάσω την πόρτα του αλλά βλέπω οτι υπάρχει συναγερμός και μάλιστα λειτουργεί. Δεν είναι εδώ.
Τρίτος όροφος –τίποτα. Τέταρτος όροφος –ένα διαμέρισμα ήσυχο. Μπαίνω προσεκτικά, ετοιμάζομαι να ψάξω αλλά ακούω το ασανσέρ να ανεβαίνει. Τσακίζομαι να φύγω –κρύβομαι στις σκάλες. Ένα ζευγάρι βγαίνει από το ασανσέρ, φτάνει στην πόρτα του διαμερίσματος κι αρχίζουν να τσιρίζουν βλέποντας την κλειδαριά διαλυμένη. Κατεβαίνω προσεκτικά –βγαίνω από την πολυκατοικία. Θα καλέσουν τους μπάτσους; Αν ναι –έχουμε ένα εικοσάλεπτο, εγώ κι ο Ρώσος. Αλλά πού διάολο κρύβεται;
Κοιτάζω τον δρόμο, η κοπέλα με το σκυλάκι της επιστρέφουν –εντελώς ασυναίσθητα περνάω στο πεζοδρόμιο του Βιτόφκσι. Συνειδητοποιώ τη μαλακία μου αργά –αλλά δε με νοιάζει ιδιαίτερα. Έτσι κι αλλιώς τον έχω χάσει –δεν είναι εκεί που υπολόγιζα και τώρα έχει το πάνω χέρι. Νιώθω κούραση, οι ώμοι μου κυρτώνουν, το πιστόλι κρέμεται βαρύ. Βαδίζω νωχελικά στο πεζοδρόμιο –έχασα, ας με πυροβολήσει να τελειώνουμε. Αλλά τίποτα δε συμβαίνει.
Ανοίγω την εξωτερική πόρτα του Βιτόφκσι και τότε μου περνάει από το μυαλό το προφανές ερώτημα. Τι ήθελε να κάνει ο Ρώσος; Να με περιμένει πότε θ΄ αποφασίσω να αυτοκτονήσω; Θα καθόταν για πάντα κρυμμένος σ΄ένα σπίτι, ένα γραφείο, μια ταράτσα ενώ εγώ απέναντι θα παράγγελνα πίτσες και σουβλάκια; Ο κρυμμένος αποκαλύπτεται πιο γρήγορα από τον βολεμένο –έτσι δεν είναι; Ανοίγω τη δεύτερη πόρτα, την εσωτερική του Βιτόφκσι, κάτι πάει λάθος πίσω από τη μπάρα αλλά δεν είμαι αρκετά γρήγορος, βουτάω με τα μούτρα στο πάτωμα όσο μια μέγγενη μπουλντόζας δαγκώνει το δεξί μου πλευρό. Γυρίζω στο πλάι και πυροβολώ μέσα από το μπουφάν μου –ο χώρος ντουμανιάζει αλλά καταλαβαίνω οτι η δεύτερη βολή του έχει αστοχήσει –τη νιώθω άλλωστε να τινάζει τον τοίχο δίπλα στο μάγουλό μου. Είναι εκεί, πίσω από τη μπάρα και θα με είχε φάει αν δεν ήταν τόσο ανώμαλος ώστε να θέλει να με βλέπει όσο πεθαίνω. Συνεχίζω να πυροβολώ στα τυφλά καθώς προσπαθώ να στηθώ στα πόδια μου, μια ακόμα σφαίρα μού γδέρνει το δεξί χέρι, τώρα τον βλέπω μισοσκυμμένο, καθώς προσπαθεί να καλυφθεί πίσω από τη μπάρα. Αδειάζω το πιστόλι μου σα μανιακός στα μπουκάλια πίσω από τη μπάρα, θέλω τα πάντα εδώ μέσα να χτυπάνε στο ρυθμό των μηνιγγιών μου και δεν βλέπω τίποτα, είμαι στον αέρα, κοπανάω με την κοιλιά στη μπάρα όσο τον ζητάω –πέφτουμε μαζί στο πάτωμα –με την άκρη του ματιού βλέπω τον μπάρμαν ανάσκελα, λίγο παραδίπλα, η πεταλούδα είναι ήδη στο χέρι μου ενώ εκείνος στριφογυρίζει μανιασμένα να μου ξεφύγει, δεν είναι το ίδιο αποτελεσματικός από τόσο κοντά, ή μάλλον δεν είσαι τόσο απεγνωσμένος. Ο τρόμος μου τον καθηλώνει, αρπάζω τα μαλλιά του και τον χτυπάω στο πάτωμα, προσπαθεί να φέρει το πιστόλι του στην κοιλιά μου, είναι τόσο μαλάκας... Χαμογελάω όσο του κόβω το λαιμό –μια καλή χαρακιά από τη μια κλείδα στην άλλη, φέρνει ασυναίσθητα τα χέρια του ψηλά, παρατάει το πιστόλι –αυτό ήταν. Με κοιτάζει με άσπρα μάτια, τον παρακολουθώ όσο πνίγεται στο αίμα του και κάνω μεγάλη προσπάθεια για να σηκωθώ επειδή θέλω να μείνω εκεί, να τον πιέζω, να του θρυμματίσω τα κόκαλα, να τον στραγγίξω.
Ο μπάρμαν δίπλα μας έχει φάει μια σφαίρα στο μέτωπο και κοιτάζει το ταβάνι έκπληκτος, λες και ανακάλυψε κάποια καινούργια ρωγμή.
«Δε σου έφτανε η Σόνια ρε πούστη;» κλαψουρίζω, πιέζοντας ακόμα τον Ρώσο στο πάτωμα.
Νιώθω σα να έχω ξαπλώσει σε ξεχαρβαλωμένο στρώμα, είμαι θυμωμένος γιατί φέρθηκα ηλίθια. Όσο εγώ τον έψαχνα, εκείνος ερχόταν να με βρει –τι πιο λογικό; Εγώ, τι σκεφτόμουν ο ηλίθιος; Οτι θα με περίμενε όλη τη μέρα; Με έπαιξε κανονικά, με κορόιδεψε... Κι ο μπάρμαν πλήρωσε τη δικιά μου απερισκεψία –ένας ακόμα άνθρωπος που έμαθε οτι η παρέα μαζί μου βλάπτει αλλά δεν θα μπορέσει να μεταδώσει την εμπειρία του σε άλλους.
Με το ζόρι στέκομαι στα πόδια μου. Την είχα φανταστεί αλλιώς αυτή τη στιγμή, ήθελα να πω δυο πράγματα στο Ρώσο πριν πεθάνει –όχι τόσο για να μάθω που έχει κρυμμένη την ταινία αλλά...
Πρέπει να φύγω, η γειτονιά θα έχει αναστατωθεί από τους πυροβολισμούς, είναι και το ζευγάρι που είδε την κλειδαριά του παραβιασμένη... Τρέχω ξανά στις τουαλέτες, στη μικρή σιδερένια πόρτα που οδηγεί στον ακάλυπτο, στο ανοιχτό παράθυρο της πολυκατοικίας κι από εκεί στην κεντρική είσοδο –στο δρόμο. Κόσμος έχει αρχίσει να μαζεύεται, οι μύγες προσελκύονται από τα σκατά και οι άνθρωποι από το αίμα. Κουμπώνω το μπουφάν μου για να μη φαίνεται η πληγή –όχι οτι αυτό βοηθάει σε τίποτα –είμαι γεμάτος αίματα και ανθρώπινη βρωμιά, σα νεογέννητο. Υπάρχει μόνο μια επιλογή για τη συνέχεια και προς τα εκεί κατευθύνομαι....

Από τη Διδότου μέχρι την Ομήρου είναι πέντε λεπτά απόσταση –μπορεί και λιγότερο –εγώ πάντως χρειάζομαι γύρω στα δεκαπέντε γιατί παραπατάω και πρέπει να προσέχω μη βρεθώ να δαγκώνω κανένα ρείθρο πεζοδρομίου. Πηγαίνω με το κεφάλι σκυφτό γιατί έχω την ελπίδα οτι κανένας δεν θα με κοιτάξει αν κανέναν δεν κοιτάξω. Ζαλίζομαι, νιώθω οτι κάποιος φύτεψε ένα νευρωτικό ποντίκι στο δεξί μου πλευρό, θέλω να βήξω αλλά φοβάμαι μη μου βγουν τα άντερα από το στόμα. Αρπάζομαι κυριολεκτικά με τα νύχια από την σιδερένια ταμπέλα της γκαλερί, κατρακυλάω στα σκαλιά, σκάω πάνω στη βαριά πόρτα –ανοίγει, μπαίνω μέσα. Ευτυχώς δεν έχει κόσμο –αυτή η γκαλερί ποτέ δεν έχει κόσμο, απορώ τι δουλειά κάνει.... Με πιάνει γέλιο, πνίγομαι, κρατιέμαι να μη βήξω, τα μάτια μου δακρύζουν.
«Τελικά σε χάλασε πολύ η Κόστα Ρίκα...» χαμογελάει ο Βλαδίμηρος πλησιάζοντάς με.
Βέβαια, όταν φτάνει μπροστά μου παγώνει κάπως –υποθέτω επειδή φοβάται μην ψοφήσω στο μαγαζί του.
«Πάμε πίσω», μουρμουρίζει και με σέρνει μαζί του στο πίσω μέρος του μαγαζιού. Στο δωματιάκι με την καταχωνιασμένη ντουλάπα, ο Βλαδίμηρος με στήνει στον πιο πρόσφορο τοίχο όσο πετάει πράγματα –τελικά αποκαλύπτει κάποιο κρεβάτι εκστρατείας κι εγώ σωριάζομαι εκεί χωρίς να περιμένω ιδιαίτερη πρόσκληση. Το μπουφάν μου ανοίγει.
«Τι έχουμε εδώ;» μονολογεί ο Βλαδίμηρος.
Μου βγάζει το μπουφάν και τη μπλούζα προσεκτικά, δεν έχω κουράγιο ούτε να φέρω αντίρρηση. Μετά φέρνει μια πετσέτα μπάνιου και την πιέζει πάνω στην πληγή.
«Κράτα σφιχτά –μπορείς;» με ρωτάει. «Μπορείς» αποφασίζει μόνος του.
Μάλλον έχει δίκιο αλλά εγώ έχω διαφορετικά πράγματα να σκεφτώ –όπως, ας πούμε, πού ακριβώς βρίσκονται τα πόδια μου και γιατί απέχουν τόσα χιλιόμετρα από το κεφάλι μου. Κάπου εκεί χάνω τον κόσμο –βουτάω σε μια μαύρη λίμνη με βρομόνερα νιώθοντας σαν ψόφιο ψάρι....

Ένα φαλακρό κεφάλι, λίγες τρίχες να φωσφορίζουν στο εκτυφλωτικό φως κι ένα ζευγάρι γυαλιά χωρίς σκελετό που χύνουν μαύρο μελάνι. Γι΄αυτό μάλλον δε βλέπω τίποτα στη συνέχεια, νιώθω κάτι να τσιμπάει το μπράτσο μου, ίσως κάνω λάθος, αλλά δεν έχει πλέον καμιά σημασία επειδή έχω πεθάνει –είμαι στο μεγάλο σκοτάδι ψάχνοντας τη Σόνια και τον Ρώσο για να τους ξανασκοτώσω. Έχω την επιθυμία ν΄ανοιγοκλείσω το στόμα μου, να καταπιώ σκοτάδι, γιατί το αισθάνομαι σπογγώδες σαν παραφουσκωμένο κέικ και αλμυρό σαν τα δάκρυα. Όμως το σκοτάδι είναι παντού, με περικλείει σαν πηχτός αέρας και όλοι ξέρουμε οτι δεν μπορείς να φας αυτό που σε περικλείει γιατί τελικά το σκοτάδι είσαι εσύ, έχετε γίνει ένα και το ένα είναι ίδιο με το τίποτα όταν υπάρχει μόνο σκοτάδι. Θέλω να ουρλιάξω αλλά φοβάμαι μην πνιγώ. Μένω λοιπόν ακίνητος –περιμένω τη Σόνια, τον Ρώσο, τη Λίζα Φωτίου –περιμένω το τίποτα που είναι ήδη εδώ, ήδη εγώ...

Ένα μεταλλικό έλασμα κοπανάει στα δόντια μου προσπαθώντας να τα διαπεράσει, κουνάω το κεφάλι μάταια, μουγκρίζω και ξαφνικά βλέπω τα πάντα. Το σκοτάδι έχει κατακαθίσει, μια γυμνή λάμπα φαίνεται οτι του έχει ξεσκίσει τα σωθικά κι αυτό μου φέρνει θλίψη –θέλω να φωνάξω να φέρουν πίσω το σκοτάδι, να με αφήσουν μέσα του, αφού έχω πεθάνει –τι ζόρι τραβάνε μαζί μου; Το έλασμα αποδεικνύεται κουτάλι, πίσω του υπάρχει το χέρι του Βλαδίμηρου και παραπίσω ολόκληρος ο Βλαδίμηρος.
«Ξύπνησε η πριγκηπέσα;» χαμογελάει.
«Άντε γαμήσου», μουγκρίζω αλλά ακούγονται μόνο τα σύμφωνα «μντ γμθ» ή κάπως έτσι.
«Πρέπει να το καταπιείς αυτό», μου δείχνει το κουτάλι.
Κουνάω το κεφάλι.
«Είναι σούπα –όχι δηλητήριο», λέει.
Ανοίγω το στόμα απρόθυμα –αν έλεγε οτι ήταν δηλητήριο θα ένιωθα καλύτερα. Καταπίνω, ξανά και ξανά, μετά με παίρνει ο ύπνος...

Κάπου μακριά ακούγεται ένας ζεστός ήλιος από εκείνους που σε χτυπάνε φιλικά στην πλάτη. Δίπλα στον ήλιο υπάρχει τρεχούμενο νερό, καθαρό νερό και κάτι πουλιά περίεργα που πάσχουν από επιληψία. Στην αρχή όλα αυτά –επειδή όσο ξυπνάω, συνειδητοποιώ οτι μπαίνει ο ήλιος από το καγκελόφραχτο παραθυράκι ψηλά πάνω μου και το νερό τρέχει από κάποια σπασμένη υδρορροή.  Τα πουλιά μονάχα είναι πραγματικά. Και μια μυρωδιά καπνού που βολτάρει κυματισμός πάνω από το κεφάλι μου και μέσα από τις ακτίνες του ήλιου. Συνειδητοποιώ πόσο πολύ θέλω ένα τσιγάρο.
«Ξύπνησες αγόρι μου; Μας ανησύχησες...» ακούω τη βαριά φωνή του.
Δεν χρειάζεται να κοιτάξω –τον ξέρω καλά πλέον.
«Από πότε ανησυχούν οι πεθαμένοι;» ρωτάω.
 «Από τότε που οι ζωντανοί κάνουν μεγάλες μαλακίες», απαντάει.
«Νερό», λέω.
Έρχεται προς το μέρος μου με αργές κινήσεις, μου δίνει ένα ποτήρι νερό και μετά δεύτερο και τρίτο –τα αδειάζω νιώθοντας το στομάχι μου έτοιμο να εκραγεί.
«Τσιγάρο;» ρωτάει.
Ανάβει ένα χωρίς να περιμένει την απάντησή μου, το αρπάζω λαίμαργα.
«Λοιπόν Πετρά, απ΄ότι φαίνεται έχεις ειδικότητα στο να χαλάς δουλειές», διαπιστώνει ενώ ξανακάθεται βαριά στην καρέκλα του.
«Και για να έχουμε καλό ρώτημα, εγώ πώς πρέπει να σε λέω; Φάνη, Νίκο Μανιάτη ή έχεις κάποιο άλλο όνομα αυτή την περίοδο;» ρωτάω.
Γελάει.
«Τζάμπα τα λεφτά της πλαστικής...» λέει.
«Έπρεπε να διορθώσεις και το πρόβλημα στην πλάτη», του εξηγώ.
«Αυτό το γαμημένο...» βογκάει. «Με έχει τσακίσει...» Και μετά θυμάται την ερώτησή μου. «Λέγε με όπως γουστάρεις –υπάρχουν σοβαρότεροι λόγοι για να παρεξηγηθώ».
Ανακάθομαι προσπαθώντας να στηριχτώ στον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι. Είμαι πιο μονοκόμματος από κατεψυγμένη μπριζόλα, φταίει μάλλον οτι μ΄ έχουν μπαντάρει μέχρι κάτω από το στήθος με κάτι επιδέσμους χρώματος γκρι της βρωμιάς. Το κεφάλι μου γυρίζει από τον καπνό και δεν έχω καμιά διάθεση να καταλάβω τι ακριβώς συμβαίνει στα σωθικά μου.
«Δεν βρήκα που έχει κρύψει την ταινία ο Ρώσος, αν αυτό θέλεις να μάθεις», του ξεκαθαρίζω.
«Δεν σε ρώτησα νομίζω...» λέει ήσυχα.
«Εντάξει, δε με ρώτησες. Έχεις όμως να με ρωτήσεις κάτι; Επειδή νιώθω οτι σου χρωστάω κάποια υποχρέωση για την περίθαλψη...»
 Κουνάει το χέρι σα να θέλει να διώξει τον καπνό από μπροστά του και μετά σκύβει για να σβήσει το τσιγάρο του.
«Σου χρωστάω εγώ κάποιες εξηγήσεις», ψιθυρίζει.
Γελάω ή τουλάχιστον προσπαθώ.
«Δεν χρωστάς τίποτα. Δεν έκανα κάτι για σένα σε τελική ανάλυση».
«Κι όμως...» σκύβει προς το μέρος μου. «Υπάρχουν κάποια πράγματα που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε...»
«Δεν είναι ανάγκη», μαγκώνω.
«Νομίζω πως είναι, επειδή, βλέπεις, Πετρά –αν δεν τα ξεκαθαρίσουμε θα πρέπει να σε καθαρίσω. Δεν αφήνω ποτέ πίσω μου μισάνοιχτες υποθέσεις».
«Γι΄αυτό σκότωσες τον Κουδουνά; Για να μην αφήσεις μισάνοιχτο το πήδημα;»
Γελάει.
«Εκτιμώ το χιούμορ –ακόμα κι όταν δεν υπάρχει», μουρμουρίζει.
«Καλά λοιπόν –πες μου τότε πόσους έχεις σκοτώσει. Όχι ονόματα, ένας αριθμός είναι αρκετός...» του ζητάω.
«Δεν θυμάσαι τι σου είπα όταν πρωτοβρεθήκαμε; Η δουλειά μου είναι να σκοτώνω ανθρώπους και να τους ανασταίνω στη συνέχεια... Βέβαια, μέχρι τώρα μόνο τον εαυτό μου έχω καταφέρει να σκοτώσω κι αυτό όχι με ιδιαίτερη επιτυχία», απαντάει σκεπτικά.
«Και ο Κουδουνάς δεν μετράει;»
«Ο Κουδουνάς... Ένα περιφερόμενο καβλί που πίστεψε οτι μπορεί να γαμήσει τ΄ αστέρια... Ήξερα από την αρχή οτι δεν ήταν καλή ιδέα όλο εκείνο το στήσιμο αλλά η Λίζα επέμενε».
«Δηλαδή η τσόντα ήταν ιδέα της Φωτίου;»
Ανάβει καινούργιο τσιγάρο και με κοιτάζει έντονα.
«Έχεις φοβηθεί ποτέ γυναίκα, Πετρά; Μη βιαστείς να απαντήσεις, δε μιλάω για γυναίκες που ερωτεύτηκες, δε μιλάω καν για όσες σε φτύσανε ή τις άλλες, με το τεράστιο τουπέ που κρατάει μέχρι να πέσουν μαζί σου στο κρεβάτι. Έχεις συναντήσει καμιά τους Πετρά που να σε κάνει να θέλεις να τη σκοτώσεις για να σώσεις την ψυχή σου;»
Το σκέφτομαι για λίγο και περιέργως η Σόνια δεν μου έρχεται στο μυαλό.
«Η Λίζα ήταν ένα παιχνίδι που ξέφυγε από τους κανόνες του κι άρχισε να παίζει μόνο του –δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις. Τη γνώρισα σα λιγωμένη γκομενίτσα που γούσταρε να γράψει στο βιογραφικό της ένα πήδημα με τον διάσημο Νίκο Μανιάτη –εντάξει, το παραδέχομαι, όταν σου έρχεται μια τέτοια γυναίκα έτοιμη, προχωράς ή το μετανιώνεις για πάντα. Όμως γρήγορα τα πράγματα άλλαξαν, το παιχνίδι ξέμενε από κανόνες πιο γρήγορα απ΄ότι μου ζήταγε να της βρίσκω ταινίες η Λίζα. Δεν είχε σημασία –ένα μάτσο γελοίοι που πλασάρανε κάποιο σταρ σύστεμ καρικατούρα –μιλάμε για την Ελλάδα, δεν ξέρω αν έχεις ακουστά... Ταινίες -εντάξει. Δημόσιες εμφανίσεις –οτι γουστάρει το κορίτσι μας. Και κάμποσο εξωπραγματικό πήδημα –εκεί ήταν τελικά το κόλπο. Γιατί καταλήξαμε να προσπαθούμε να γαμήσουμε ο ένας το μυαλό τού άλλου... Δεν υπήρχαν κανόνες πέρα από έναν: να τεστάρουμε τις αντοχές μας. Να πάμε λίγο παρακάτω από εκεί που μπορούμε. Έσπασα πρώτος, το παραδέχομαι», κοιτάζει το τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλά του λες και το βλέπει για πρώτη φορά.
«Δε μου τα είπε έτσι η Φωτίου», λέω.
«Ωραία –δεν σου τα είπε έτσι -και τι με νοιάζει εμένα; Αν θέλεις την άποψή της άντε βρέστη και ρώτα τη. Τώρα μιλάς μαζί μου», σταματάει, ψάχνει τριγύρω για να πιει λίγο νερό. «Δεν ξέρω ποιος το ξεκίνησε –μάλλον εγώ... Ήμουν κάποιο διάσημο αρχίδι, λογικό μού φαίνεται να είχα υπερπροσφορά από γυναίκες.... Φυσικά, εκείνη μπορούσε πάντα να με ξεπερνάει –δεν ήταν μόνο θεογκόμενα ήταν και η γυναίκα του Μανιάτη –ποιος δεν θα ήθελε να γαμήσει τη γυναίκα τού Μανιάτη;» σταματάει και με κοιτάζει επειδή γελάω.
«Σου φαίνομαι υπερόπτης –έτσι;» ρωτάει.
«Όσο να πεις...» παραδέχομαι.
«Λοιπόν είμαι υπερόπτης. Έχω μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου και τόσα χρόνια παλεύω να μου αποδείξω οτι δεν κάνω λάθος και -ξέρεις κάτι Πετρά; Τα καταφέρνω μια χαρά....»
«Η τσόντα...» τον επαναφέρω.
«Η τσόντα ήταν δική μου ιδέα. Κακή ιδέα –υστερόβουλη –απ΄αυτές που πάντα μού έρχονταν, δεν παραπονιέμαι... Ένα πράγμα μπορώ να κάνω καλά στη ζωή μου κι αυτό είναι η ηθοποιία. Παίζω τόσο καλά που στο τέλος μπερδεύομαι κι εγώ ο ίδιος –παθαίνω κρίση ταυτότητας, ποιος είμαι πού πάω και τα ρέστα. Λοιπόν εκεί πάνω ήθελα να την ξεφτιλίσω, να της δείξω οτι είμαι ικανός να κάνω το ψέμα αλήθεια όσο εκείνη θα αποτύγχανε να δείξει ακόμα και τα αληθινά της αισθήματα –γιατί; Επειδή δεν είχε μυαλό ούτε να νιώσει...» ο Μανιάτης σκύβει το κεφάλι, σβήνει το τσιγάρο και μένει ακίνητος. «Αυτό ήθελα κι έτσι έχασα πανηγυρικά –έχεις δει την ταινία Πετρά;»
Κουνάω το κεφάλι μου αρνητικά.
«Μόνο λίγο στην αρχή –δεν άντεξα περισσότερο».
Χαμογελάει.
«Είσαι καλός άνθρωπος, δηλαδή εντελώς μαλάκας –προορισμένος να βοσκάς μια ζωή στο γρασίδι... Αν έβλεπες όλη την ταινία θα το διέκρινες –η Λίζα μού πέταξε ένα τσουβάλι συναισθήματα στα μούτρα. Σου έχουν πετάξει ποτέ ένα τσουβάλι με σκατά; Έτσι ακριβώς νιώθεις όταν σου πετάνε συναισθήματα –οι εσωτερικές εκκρίσεις πάντα βρωμάνε. Και λερώνουν... Έχασα Πετρά, έχασα άγρια... Όπως καταλαβαίνεις, δεν μπορούσαμε να βγούμε όλοι ζωντανοί από εκείνο το δωμάτιο...»
«Εντάξει. Και γιατί δεν σκότωσες τη Φωτίου τότε;»
«Είσαι ηλίθιος Πετρά; Η Λίζα ήταν η γυναίκα των ονείρων μου... Και έβλεπα οτι, ως συνήθως, το όνειρο μετατράπηκε σε εφιάλτη...»
«Και την πλήρωσε ο Κουδουνάς που ήταν άσχετος».
«Άτυχος, όχι άσχετος. Πίστεψε το βόδι οτι ήταν ο υπεργαμίκουλας των 5 ηπείρων –ας πρόσεχε...»
Το κεφάλι μου αρχίζει πάλι να βουίζει.
«Και τη Φωτίου γιατί τη σκότωσες μετά από τόσα χρόνια;»
Γελάει θλιμμένα.
«Βλέπεις πολλές αμερικάνικες ταινίες», λέει. «Γιατί να τη σκοτώσω μετά από τόσα χρόνια;»
«Επειδή είχε την ταινία κι επειδή, κάνω μια υπόθεση, ο Αλεξιάδης έμαθε οτι τελικά είσαι ακόμα ζωντανός και της το είπε», προτείνω.
«Αυτό πώς σου ήρθε πάλι;» απορεί.
Δεν απαντάω.
«Είσαι διορατικός ή κωλόφαρδος», παραδέχεται. «Όντως, ο Αλεξιάδης με ανακάλυψε –ήταν μια άτυχη στιγμή... Η γυναίκα μου η Έλσα... λοιπόν Πετρά είμαι τυχερός που συνάντησα την Έλσα κι εκείνη είναι άτυχη για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Με βοήθησε όταν αποφάσισα οτι έπρεπε να σταματήσω να παίζω τον ρόλο του διάσημου ηθοποιού που κλάνει Άκουα Βέλβα. Είχε και τα λεφτά για να καλύψει τον θάνατό μου, αλλά τα λεφτά είναι σαν τη λέπρα –σε σημαδεύουν. Κάπως έτσι μας πήρε χαμπάρι ο Αλεξιάδης, κινούμασταν στο διεθνές τζετ σετ –καταλαβαίνεις... Φυσικά, πήγε να το πει στη Φωτίου αλλά, σαν ηλίθιος που ήταν, το είπε και στο μαλάκα του, τον Λεωνίδα. Ο οποίος δεν μπορούσε ν΄ αφήσει την ευκαιρία να πάει χαμένη».
«Και;»
«Και η καλή μου η Λίζα προτίμησε να πεθάνει παρά να του δώσει την ταινία –πράξη εντελώς ηλίθια βεβαίως, επειδή τελικά ο καργιόλης την πήρε την ταινία. Ο Αλεξιάδης επικοινώνησε μαζί μου αφού είχε σκοτωθεί η Φωτίου...»
«Για να σε εκβιάσει;»
«Δεν ξέρω. Του είπα οτι έχω πεθάνει κι ας πήγαινε να βρει το Μανιάτη, να συνεννοηθεί μαζί του», γυρίζει το κεφάλι του προς τα πίσω επειδή εκείνη ακριβώς τη στιγμή μπαίνει ο Βλαδίμηρος.
«Πώς πάει;» μας σκάει ένα χαμόγελο. «Συνήλθαμε;»
Η ερώτηση απευθυνόταν σε μένα αλλά δεν είχα όρεξη να μιλήσω. Ψάχτηκα λοιπόν τριγύρω μπας και βρω πού βόσκουν τα ρούχα μου.
«Μπορεί και να στάθηκες τυχερός –ο γιατρός είπε οτι δε φαίνεται να σου έχει πειράξει κάποιο όργανο η σφαίρα. Μπήκε και βγήκε, αλλά πρέπει να πας σε νοσοκομείο για εξετάσεις», με κατατόπισε ο Βλαδίμηρος.
«Εντάξει –πού είναι τα ρούχα μου;» ρώτησα.
«Την έχεις δει ως βιαστικός;» απόρησε ο Μανιάτης.
«Δε νομίζω οτι υπάρχει τίποτα άλλο να κουβεντιάσουμε», είπα.
«Ούτε εγώ νομίζω οτι καθαρίσαμε οι δυο μας», επέμεινε ο Μανιάτης.
«Έχεις κάμποσο χρόνο όσο θα ντύνομαι», έκανα προσπαθώντας να σηκωθώ.
Μαλακίες. Είχα γαμηθεί για τα καλά αυτή τη φορά, τα πόδια μου δίπλωσαν λες και ήταν από χαρτόνι, με το ζόρι πρόλαβα να πιαστώ από το κρεβάτι για να μη σωριαστώ.
«Άραξε ρε ήρωα –μάς παίρνει να σε περιθάλψουμε για λίγο ακόμα», με καθησύχασε ο Βλαδίμηρος.
«Δεν έχω ανάγκη κανέναν πούστη», μούγκρισα, «και ειδικά τους φονιάδες», συμπλήρωσα κοιτάζοντας το Μανιάτη.
Ξεκαρδίστηκε όσο σηκωνόταν από την καρέκλα του.
«Ρε Πετρά, θα μου κάνεις και μαθήματα περί σεβασμού στην ανθρώπινη ζωή –εσύ;»
«Γιατί όχι; Κάποιος πρέπει να το κάνει», απάντησα.
«Εντάξει λοιπόν –για πες μου, αυτή τη Σόνια όταν θα την πετύχαινες τι θα έκανες; Θα τη σκότωνες;»
«Υποθετικά δηλαδή; Πας να δικαιολογήσεις έναν δικό σου φόνο με έναν υποθετικό δικό μου; Δεν περίμενα ν΄ακούσω κάτι τόσο γελοίο Μανιάτη...» γέλασα με τη σειρά μου.
«Δεν πάω να συγκρίνω υποθετικές καταστάσεις με πραγματικές ρε ηλίθιε... Απλώς λέω οτι μια γκόμενα μάς έφερε εκτός ορίων κι επειδή δεν μπορούσαμε να την πειράξουμε, ξεσπάσαμε στον αμέσως κοντινότερο στόχο».
«Δεν ξέρεις τι λες... Εμένα, ο Ρώσος μού τη σκότωσε», ψέλλισα.
«Κι εμένα ο Κουδουνάς μού την πήδηξε. Με όλους τους τρόπους που μπορείς να φανταστείς. Για βάλτα στο ζύγι...» ψιθύρισε ο Μανιάτης.
Αλλά δεν είχα εύκαιρη ζυγαριά κι έτσι έκλεισα τα μάτια μου σφιχτά -δεν τα ξανάνοιξα μέχρι να φύγει από το δωμάτιο.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 17, 2012

11. Οι νεκροί σκοτώνουν

Προηγούμενα:
Το αεροπλάνο προσγειώθηκε σ’ ένα μουντό, λασπερό διάδρομο –λίγος ήλιος με κρυφοκοίταζε πίσω από τα μαύρα σύννεφα -αυτή η πόλη δεν έμοιαζε τόσο με την Αθήνα που είχα αφήσει φεύγοντας για Κόστα Ρίκα και γι΄αυτό ένιωσα, για λίγο, όμορφα. Για λίγο. Μέχρι να με προσγειώσει κανονικά ένας ταρίφας που βρώμαγε σκόρδο και ιδρώτα.
«Πού πάει ο κύριος;»
Αν το ήξερα μαλάκα μου θα πήγαινα και μόνος, δεν θα σε είχα ανάγκη....
«Κέντρο», μουρμούρισα.
«Έτσι γενικά;»
«Διδότου».
Τελικά όλα ήταν προδιαγεγραμμένα και οι μηδενικές επιλογές που είχα στη διάθεσή μου αυτό ακριβώς αποδείκνυαν.

Μπαρ Βιτόφσκι.

Ήσυχο όπως πάντα, άδειο όπως ακριβώς το περίμενα –καθυστέρησα λιγάκι ελέγχοντας τον δρόμο απέξω -περισσότερο από συνήθεια, δεν υπήρχε πια κανένας σοβαρός λόγος... Η Σόνια ήταν παραχωμένη χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, σ΄ένα μέρος όπου οι λιακάδες ήταν πιο υγρές από τις καταιγίδες –κανέναν πλέον δεν απασχολούσε.
«Κι εγώ που νόμιζα οτι οι καλοκαιρινοί παραθεριστές είχαν όλοι επιστρέψει εδώ και μήνες...» με προϋπάντησε ο μπάρμαν χωρίς να καταδεχτεί να σκάσει μισό χαμόγελο.
«Αυτά είναι για τους φτωχούς αγόρι μου», του εξήγησα. «Εμείς της άρχουσας τάξης δεν πάμε διακοπές αν δε χειμωνιάσει για τα καλά».
Έσυρα τη βαλίτσα μου μέχρι το τραπέζι στο βάθος της αίθουσας, εκείνο που χρησιμοποιούσα για γραφείο μου και επέστρεψα στη γυαλιστερή μπάρα.
«Ιάκωβε, το ποτό μου», παράγγειλα.
Αλλά είχε ήδη αρχίσει ν΄ ανακατεύει τα δηλητήρια στο μακρόστενο νεροπότηρο –δεν καταδέχτηκε ούτε να με κοιτάξει –ήταν αυτό κάποια μομφή γιατί αμφισβήτησα τον επαγγελματισμό του ίσως.
«Πώς πάει;» τον ρώτησα.
«Όπως τα άφησες...»
«Όχι ακριβώς», διαπίστωσα.
«Κι επειδή εδώ τίποτα δεν άλλαξε, θα υποθέσω οτι αναφέρεσαι σ΄ αυτά που βρήκες εκεί που πήγες», παρατήρησε ο μπάρμαν.
«Είσαι κάποιος μεγάλος ντέτεκτιβ...» τον επιβράβευσα.
«Ρίχτα», με ενθάρρυνε
«Μη δίνεις σημασία», είπα.
«Εντάξει –δεν θα δώσω. Αλλά μήπως πρέπει να προσέχουμε για κάτι; Επειδή, κάθε φορά που επιστρέφεις, φέρνεις μαζί σου και ένα μάτσο ψυχοπαθείς καουμπόηδες...» μου εξήγησε προσπαθώντας να χαμογελάσει.
«Αυτή τη φορά είναι διαφορετικά. Τώρα είμαι εγώ ο καουμπόης», διευκρίνισα.
«Κι εγώ θα πρέπει να νιώσω πιο ήσυχος μετά από αυτό –έτσι;»
«Δεν ξέρω για σένα, αλλά εγώ θα ένιωθα πολύ καλύτερα αν χρησιμοποιούσες τις τρομερές σου γνωριμίες για να μου εξασφαλίσεις ένα όπλο που δεν είναι καρφωμένο», πρότεινα.
«Έτσι ε;» γέλασε.
«Όπως καταλαβαίνεις, υπάρχει κάποια πολύ δύσκολη κατάσταση εδώ πέρα», παραδέχτηκα.
«Κι αυτό το όπλο, αν υποθέσουμε οτι μπορούσα να το βρω, δεν θα έπρεπε να είναι καρφωμένο επειδή...»
«Επειδή κάποιος παντογνώστης φίλος δεν πρέπει να μάθει οτι το έχω, μέχρι τη στιγμή που θα το χρησιμοποιήσω».
«Επάνω του να υποθέσω...»
«Ιάκωβε, με εκπλήσσει η διορατικότητά σου», αναφώνησα.
«Κι εμένα με εκπλήσσουν οι απαιτήσεις σου αλλά δεν το κάνω θέμα», απάντησε.
«Εντάξει –είμαστε κι οι δύο μας έκπληκτοι», συμπέρανα. «Δώσμου τώρα το ποτό μου και την τεχνολογία μπας και κάνω καμιά δουλειά...»

Πήγα στο τραπέζι μου κουβαλώντας το λάπτοπ και τη φρέσκια Στολίσναγια με τόνικ, εγκαταστάθηκα κανονικά –τσιγάρα, αναπτήρας –μέχρι και σουβέρ έβαλα κάτω από το ποτήρι.
Ξεκίνησα την αναζήτηση γενικολογώντας, αλλά δεν βγήκε κανένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα για το ερώτημα «Φάνης σκηνοθέτης». Πήγα λίγο παραδίπλα ψάχνοντας σε διάφορες ειδικότητες σχετικές με τον κινηματογράφο, αλλά ο δικός μου Φάνης δεν εμφανίστηκε ούτε στους οπερατέρ, ούτε στους φωτογράφους, ούτε καν στους ηχολήπτες. Αποφάσισα ν΄ ακολουθήσω διαφορετική πορεία και σύντομα είχα μπροστά μου όλες τις ταινίες της Φωτίου μαζί με τις λίστες των συντελεστών. Βρήκα πέντε Φώτηδες, τρεις Φ σκέτους και δυο Θ συμπληρωματικούς αλλά ψαρεύοντας τα βιογραφικά τους ανακάλυψα οτι κανένας από αυτούς δεν ήταν ο Φάνης που έψαχνα –δεν ταίριαζαν οι ηλικίες και κάτι ημερομηνίες θανάτων που παρεμβάλλονταν. Συμπέρασμα υπ΄ αριθμόν 1: Ο Φάνης που γνώρισα δεν λεγόταν Φάνης. Συμπέρασμα υπ΄ αριθμόν 2 (συμπληρωματικό του πρώτου): Ο Φάνης μπορεί να λεγόταν Φάνης αλλά δεν είχε σχέση με τον κινηματογράφο. Συμπέρασμα υπ΄ αριθμόν 3 (βοηθητικό των προηγουμένων): Χρειαζόμουν ακόμα ένα ποτό κι αυτό έπρεπε να τακτοποιηθεί άμεσα.
Υπήρχε η προφανής λύση, να πάω δηλαδή στον Βλαδίμηρο, να τον πλακώσω στα χαστούκια και να μάθω αυτά που έψαχνα –όμως κάτι μου έλεγε οτι δεν θα έβγαζα και πολλά πράγματα με τέτοιο τρόπο. Κυρίως επειδή ο Βλαδίμηρος ήταν κάπως απρόβλεπτος –δεν είχα καταλήξει αν επρόκειτο περί φλώρου που το έπαιζε μυστήριος ή περί καθάρματος που το έπαιζε φλώρος. Όταν λοιπόν θα ερχόταν η ώρα να τον επισκεφτώ θα έπρεπε να είμαι καλύτερα προετοιμασμένος...
Άναψα καινούργιο τσιγάρο, ήπια φρέσκο ποτό, έπαιξα λίγο με τη φέτα λεμονιού που αναπαυόταν στο χείλος του ποτηριού, χάζεψα έναν λεχρίτη που μπήκε βιαστικά στο μαγαζί, ρώτησε κάτι κι έφυγε –σκεφτόμουν... Υπάρχουν δυο μέθοδοι αναζήτησης, ή τουλάχιστον, εγώ ξέρω μόνο δυο μεθόδους. Η πρώτη είναι να πας λογικά, με συνεπαγωγές, συγκρίσεις, προσεκτικά βήματα, σε μια γέφυρα που τη χτίζεις περπατώντας. Η δεύτερη μέθοδος είναι να τραβάς αβέρτα χαρτιά από μια εναέρια τράπουλα κι ότι κάτσει. Αυτή η μέθοδος μοιάζει πολύ βολική για ρεμάλια σαν εμένα που βαριούνται να κάνουν λογικούς συνειρμούς –αλλά δεν είναι. Επειδή στο τέλος καταλήγεις να χαζεύεις γυμνές φωτογραφίες γυναικών που πηδιούνται με πίθωνες, ενώ έχεις ξεκινήσει να ψάχνεις, ας πούμε, μια διεύθυνση κλινικής....
Χτύπησα το όνομα της Φωτίου στην αναζήτηση εικόνων και άραξα αναπαυτικά χαζεύοντάς την. Σε λίγο άρχισα να πέφτω σε φωτογραφίες της μαζί με τον Νίκο Μανιάτη. Δοκίμασα, έτσι για πλάκα, μπας και βρω τίποτα με Κουδουνά, αλλά σιγά μην έβγαιναν φωτογραφία τα αστέρια με τον τσοντοπρωταγωνιστή... Βρήκα όμως κάποιες αποκαλυπτικές του Κουδουνά που δεν τον κολάκευαν ιδιαίτερα. Άραγε ποια εποχή είχαν γυρίσει την τσόντα οι τρεις τους; Πριν το διαζύγιο Φωτίου-Μανιάτη, άρα, πριν το ’73... Έψαξα φωτογραφίες τους από εκείνα τα χρόνια, σιγουρεύτηκα οτι την τσόντα τη γύρισαν μεταξύ ’70 και ’73 χοντρικά. Κάτι πιο συγκεκριμένο; Δεν προέκυπτε –επειδή και οι τρεις τους δεν είχαν φύγει από την Ελλάδα, τουλάχιστον μέχρι το ’76. Ο Κουδουνάς είχε καμιά δεκαριά ταινίες εκείνη την τριετία και το ζευγάρι είχε 4 με 5. Μήπως στα γυρίσματα κάποιας από αυτές τις ταινίες κινηματογράφησαν και την παρτούζα; Δεν έβγαινε και δεν είχε σημασία....
Αποφάσισα να σκοτώσω την ώρα μου χαζεύοντας σκηνές των ταινιών τους, για τον Κουδουνά ήταν πιο δύσκολο καθότι έπρεπε να γραφτείς μέλος με συνδρομή, όμως με τους υπόλοιπους ήταν γεμάτο το ίντερνετ. Η Φωτίου με τον Μανιάτη, η Φωτίου μόνη της, ο Μανιάτης ζεν πρεμιέ του ’60, ο Μανιάτης σταρ του ’70, ο Μανιάτης με παραπανίσια κιλά το ’80, ο Μανιάτης εμφανώς γερασμένος το ’90...  Βλακείες... Κάποια στιγμή βαρέθηκα τα συνεχόμενα πλάνα, έβαλα να παίξει μια συνέντευξη από κάποιο τηλεοπτικό αφιέρωμα στο κρατικό κανάλι. Η χοντρή ψευτοδιανοούμενη παρουσιάστρια της εκπομπής αναγγέλλει οτι σήμερα μαζί τους έχουν έναν σπουδαίο ηθοποιό που τίμησε την Ελλάδα παγκοσμίως, το επόμενο πλάνο είναι τραβηγμένο πανοραμικά, φαίνεται η άκρη του πλατό, βλέπουμε τότε μια σκεβρωμένη πλάτη να μπαίνει γεμίζοντας την οθόνη, ο άνθρωπος προσπαθεί να δείξει ευθυτενής αλλά δεν είναι και πολύ εύκολο, μετά ανοίγει η εικόνα κι ο Νίκος Μανιάτης, με σάρκα, οστά, σπορ κρεμ σακάκι και παντοφλέ παπούτσια κάθεται σε μια καρέκλα δίπλα στην χοντρή. Χαιρετάει, ευχαριστεί, χαμογελάει, η χοντρή σκύβει προς το μέρος του και τον φιλάει σαλιάρικα. Κάμποση αηδία... Αλλά υπάρχει κάτι ακόμα...
Νιώθω μια οικειότητα όσο μιλάει ο Μανιάτης –απόρροια μάλλον του οτι κάθομαι και τον χαζεύω σε ταινίες τόση ώρα τώρα. Δεν είναι μόνο αυτό... Προσπαθώ να προσδιορίσω τι με ενοχλεί στη συνέντευξη –μπορεί να φταίει που το μυαλό μου έγινε φάβα όση ώρα τραβάω χαρτιά από την εναέρια τράπουλα, όμως δεν είναι αυτό...
Σπάω το κεφάλι μου προσπαθώντας να καταλάβω τι λέει ο Μανιάτης στη συνέντευξή του και τότε μού έρχεται απροειδοποίητα. Σταματάω το βίντεο, το πηγαίνω πάλι από την αρχή. Χοντρή, προαναγγελία μεγάλου ηθοποιού παγκοσμίως, σκεβρωμένη πλάτη που μπαίνει στο πλατό, στοπ. Πάλι από την αρχή... Χοντρή, προαναγγελία, σκεβρωμένη πλάτη –πάλι... Και ξανά, το βλέπω πέντε φορές κι ακόμα δεν το πιστεύω. Φταίει το μυαλό μου που δεν είναι και τόσο σόι –φταίνε τα χάπια που παίρνω, η έλλειψη ύπνου... Χοντρή, προαναγγελία, σκεβρωμένη πλάτη, καρέ-καρέ. Ανοίγω καινούργια σελίδα αναζήτησης. Πότε πέθανε ο Μανιάτης; Πώς πέθανε; Πού πέθανε; Άρθρα εφημερίδων, κουτσομπολίστικες σελίδες, ένα σωρό μαλακίες...
Απ΄ ότι φαίνεται, ο Μανιάτης πέθανε στο Βερολίνο, το 2001. Ήταν καλεσμένος της Γερμανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου σε κάποιο αφιέρωμα για τους ξένους του γερμανικού σινεμά κάτι τέτοιο. Μετά το τέλος του αφιερώματος παρέμεινε για διακοπές στη γερμανική πρωτεύουσα. Τον βρήκαν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του, είχε πάθει εγκεφαλικό την ώρα που κοιμόταν. Η σωρός του μεταφέρθηκε στην Αθήνα μετά από δυο βδομάδες. Ο Μανιάτης είχε πάει στο Βερολίνο μόνος του, άλλωστε εκείνη την περίοδο της ζωής του δεν υπήρχε κάποια επίσημη σχέση του με γυναίκα. Οι συγγενείς του και τα λοιπά και τα λοιπά.... σταμάτησα το διάβασμα. Ο Μανιάτης είχε πεθάνει μόνος στο Βερολίνο... Η σωρός του...
Έκλεισα το λάπτοπ για να μην αρχίσω να ουρλιάζω. Ο μπάρμαν με κοίταξε –πρέπει να έδειχνα κάπως περίεργα.
«Τι έγινε; Κάνα φάντασμα είδες;» με ρώτησε από μακριά.
Δεν είχα κουράγιο ούτε να χαμογελάσω.
«Το όπλο...» ψέλλισα.
«Τι πράγμα;» απόρησε ο μπάρμαν.
«Μου βρήκες όπλο;» ρώτησα.
«Είσαι σίγουρος;» προσπάθησε να με λογικέψει εκείνος.
«Το όπλο... Τώρα», ψιθύρισα.
Σήκωσε τους ώμους του και έβγαλε το κινητό του. Μίλησε για λίγο.
«Σε 10 λεπτά», είπε κλείνοντας.
Δεν κατάλαβα αν το έλεγε σε μένα ή στον συνομιλητή του από το τηλέφωνο. Πήρα ένα καινούργιο ποτό, άναψα τσιγάρο, κατέβασα δυο χάπια μαζεμένα. Ζαλιζόμουν και δεν έφταιγαν οι Στολίσναγια. Ιδρώτας στη ραχοκοκαλιά, ελαφρύ τρέμουλο στο δεξί χέρι. Το όπλο, το όπλο... Ο Μανιάτης πέθανε στο Βερολίνο, μόνος στο δωμάτιο κάποιου ακριβού ξενοδοχείου απ΄αυτά που σε προστατεύουν από την δημοσιότητα. Νεκρός, εγκεφαλικό την ώρα που κοιμόταν... Ο Μανιάτης... μιας σκεβρωμένη πλάτη που προσπαθεί μάταια να δείχνει ίσια...
«Πρόσεχε λίγο το μαγαζί, θα πεταχτώ έξω», μου φωνάζει ο μπάρμαν.
Τον ακούω αλλά αυτό δεν έχει καμιά αξία. Καπνίζω κοιτάζοντας τον αέρα που θολώνει πρόσκαιρα. Πρέπει να καταστρώσω κάποιο σχέδιο, πρέπει να ξέρω τι θα κάνω πριν και τι θα συμβεί μετά... Πρέπει πάντα να υπάρχει ένα σχέδιο για να λειτουργήσει κανείς εκτός σχεδίου –έτσι δεν είναι;

Η πόρτα του μαγαζιού άνοιξε προσεκτικά για να μπει ο μπάρμαν, καθόμουν και τον χάζευα έτσι όπως κουβαλούσε μια πάνινη τσάντα πλησιάζοντάς με.
«Έφερες το κολατσιό σου για το σχολείο;» ρώτησα.
«Μάλλον το δικό σου κολατσιό», είπε.
Ακούμπησε την τσάντα στο πάτωμα δίπλα στα πόδια μου.
«Χρωστάς ένα χιλιάρικο», μου εξήγησε.
«Φαρμάκι είσαι... Δε γίνεται να το νοικιάσω δηλαδή;» ρώτησα.
«Πώς δε γίνεται...» γέλασε. «Κι ο επόμενος που θα το πάρει τι ακριβώς θα φορτωθεί;»
«Τα βάρη είναι για τους ανθρώπους», φιλοσόφησα.
«Καλά, τραγούδα», είπε επιστρέφοντας στο μπαρ.
Μάζεψα την πάνινη τσάντα και χώθηκα μαζί της στην τουαλέτα. Ήταν ένα Γκλοκ σε καλή κατάσταση συν ένα κουτί με σφαίρες. Έβγαλα τη γεμιστήρα –χωράγανε 17 εκεί μέσα κι άλλες 2 στη θαλάμη. Ασφάλισα το πιστόλι και το έχωσα στη μέσα τσέπη του μπουφάν μου. Ένιωθα έτοιμος αλλά δεν ήμουν. Επειδή είχα να κοιμηθώ κάτι μέρες –σε τέτοια κατάσταση τα χάπια ενεργούν ανεξέλεγκτα. Βγήκα από την τουαλέτα.
«Χρειάζομαι κάπου να κοιμηθώ», είπα στον μπάρμαν.
Μου έδωσε αμίλητος τα κλειδιά του διαμερίσματος στον πάνω όροφο. Ανέβηκα αργά, τακτοποίησα τα πράγματά μου σε μια εύκαιρη γωνιά και σωριάστηκα στο στρώμα. Τότε ήρθε ένας ύπνος όλο νύχια, λασπωμένος από σκόνη και ιδρώτα, να με τραβήξει στα πηγάδια του –αφέθηκα, τι άλλο να’ κανα;

Όταν ξύπνησα εγώ, η πόλη κοιμόταν. Παγωμένη ησυχία, ούτε αυτοκίνητα να χαρακώνουν τα νερά της ασφάλτου, ούτε περαστικοί να τσακώνονται απρόσεκτα.... Σηκώθηκα αργά και άνοιξα το παράθυρο –με πήρε από τα μούτρα η υγρασία του ξημερώματος. Η πόλη κοιμόταν ή έπινε το μαυροζούμι της πριν ξεκινήσει για την πρωινή βάρδια. Πλύθηκα, ντύθηκα, απέφυγα να κοιταχτώ σε καθρέφτη και κατέβηκα στο δρόμο. Χρειαζόμουν αυτοκίνητο, δεν γίνονται αυτές οι δουλειές με ταξί. Άρχισα λοιπόν να γυροφέρνω το τετράγωνο μέχρι να βρω τη σαραβαλιασμένη Άλφα του Βιτόφκσι. Όταν την πέτυχα, χρησιμοποίησα τη λάμα της πεταλούδας για κατσαβίδι κι έβγαλα τα εφεδρικά κλειδιά από το πίσω φλας. Μέχρι να μπω μέσα κόντεψα να ξεπαγιάσω.

Η λεωφόρος δεν είχε καθόλου κίνηση, παρ΄όλα αυτά εγώ πήγαινα σαν κυρία –με σεβασμό στα όρια της κυκλοφορίας και τα φανάρια. Δεν φοβόμουν μη μου την πέσουν τίποτα κρυμμένοι μπάτσοι, απλώς χρειαζόμουν το χρόνο μου για να ξυπνήσω. Χρειάστηκα περίπου ένα τέταρτο για να φτάσω στην περιφραγμένη μονοκατοικία του Γκας, έκανα όμως άλλο τόσο στριφογυρίζοντας έξω από το σπίτι του για να βεβαιωθώ οτι δεν είχε κάποιους εκεί έξω να τον φυλάνε. Τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα ήταν άδεια, τα φώτα στα κοντινά σπίτια σβηστά, άρα, ότι υπήρχε ήταν κλειδαμπαρωμένο στο σπίτι. Την προηγούμενη φορά που είχα έρθει εδώ πέρα, μαζί με τη Σόνια, ήταν ακόμα μέρα –όμως τώρα θα έπρεπε να είμαι προσεκτικός για τίποτα φωτοκύτταρα από εκείνα που σε ψήνουν σα μύγα κάνοντας τη νύχτα μέρα.
Διαλέγω την ίδια τυφλή πλευρά του σπιτιού και πηδάω μέσα από την περίφραξη, το χώμα έχει γίνει βάλτος στον απεριποίητο κήπο, οι μπότες μου χώνονται μέχρι αστράγαλο. Χαμογελάω στη σκέψη οτι θα του κάνω χάλια τα χαλιά τού καργιόλη...
Έχει ξημερώσει για τα καλά όσο φέρνω γύρο το σπίτι κι ακόμα δεν μπορώ να βρω πώς θα μπω μέσα. Πόρτες κλειστές, ρολά κατεβασμένα... Βλέπω το παράθυρο της τουαλέτας που χάσει ανοιχτό αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να χωθεί κάποιος από εκεί μέσα, εκτός ίσως από τον Πήτερ Παν. Η μόνη λύση δείχνει να είναι μια στενή σιδερένια πόρτα στο πίσω μέρος, μάλλον αποθήκη. Η κλειδαριά της με παιδεύει αρκετά, αποφεύγω ακόμα και τους αναγκαίους θορύβους μέχρι να πετάξω τον αφαλό της έξω με τη μύτη της πεταλούδας. Ανοίγω την πόρτα με ρυθμό μισής μοίρας το δευτερόλεπτο όντας σίγουρος οτι οι μεντεσέδες της τρίζουν. Όπως το περιμένω –δεν υπάρχει συναγερμός. Για ποιο λόγο άλλωστε; Σίγουρα έχει ένα με δυο γομάρια μέσα στο σπίτι να τον φυλάνε...
Σκοτάδι, βρώμα από πολυκαιρισμένα σκουπίδια –ποιος μαλάκας ξεκινάει να μπει κρυφά σε σπίτι και δεν παίρνει μαζί του φακό; Ποιος άλλος; Κοπανάω το γόνατό μου σε κάτι μεταλλικό που προεξέχει, δεν βγάζω κιχ, το δέχομαι σαν τιμωρία για την ανοησία μου. Φτάνω μέχρι την εσωτερική πόρτα, γυρίζω το χερούλι αργά και είμαι τυχερός –η πόρτα ανοίγει ξεκλείδωτη. Είμαι μέσα, ετοιμαστείτε καργιόληδες, όφισερ ον ντεκ, που λένε και στα καράτε...
Διάδρομος, τον θυμάμαι αλλά από την απέναντι πλευρά –όταν είχα μπει στο σπίτι κύριος, από την κεντρική είσοδο. Ένα αχνό φως να τρεμοπαίζει από το σαλόνι, μάλλον τα στόρια είναι ερμητικά κλειστά γι΄αυτό δεν το είδα απέξω. Πάω προς τα εκεί. Περνώντας έξω από την κουζίνα διακρίνω κάποια αχνή κίνηση, κολλάω στον τοίχο, κοιτάζω καλύτερα. Κάποιος ή κάποιοι κοιμούνται μέσα... Προσπερνάω.
Στο σαλόνι ένας ανοιχτός δέκτης τηλεόρασης με χαμηλωμένο τον ήχο δείχνει διαφημίσεις μηχανημάτων γυμναστικής. Ένα κεφάλι γερμένο στο πλαϊνό τού καναπέ, πατάω σιγά μέχρι να το φτάσω. Του ακουμπάω το πιστόλι στη μούρη.
«Ξύπνα καργιόλη, ώρα για γυμναστική», μουγκρίζω.
Ο Γκας πετάγεται, προλαβαίνω να του κλείσω το στόμα με την παλάμη.
«Μην κάνεις τίποτα μαλακία και λερώσουμε το κάλυμμα –κρίμα είναι», του λέω.
Με κοιτάζει παγωμένος κι εγώ τραβάω το χέρι μου από το στόμα του.
«Τρελάθηκες ρε Λούη;»
«Αυτό θα ήταν κάποια πρόοδος...» παραδέχομαι. «Για την ώρα, ξύπνα τους πούστηδες από την κουζίνα και φέρτους εδώ».
«Τι θέλεις τώρα δηλαδή...»
Τον χτυπάω με την κάνη στο μέτωπο.
«Τέλειωνε», του λέω.
«Για ελάτε μέσα», γκαρίζει.
Ακούω κίνηση από την κουζίνα.
«Τσακιστείτε ρε ζώα», ξαναλέει.
Είμαι γονατισμένος μπροστά του και τον έχω στήσει μισοξαπλωμένο για προκάλυμμα. Έτσι μας βρίσκουν τα γομάρια –είναι δύο τελικά.
«Μην ανάψετε φως», φωνάζω.
Ο δέκτης της τηλεόρασης τούς φωτίζει αχνά αλλά δεν μπορώ να διακρίνω τις φάτσες τους.
«Ποιος είναι ο Ρώσος;» ρωτάω τον Γκας.
«Ποιος Ρώσος;» απορεί.
Τα γομάρια στέκονται στην πόρτα του σαλονιού –ο ένας κάτι κρατάει, ο άλλος ξύνεται.
«Πες τους να πετάξουν τα όπλα και να πιάσουν τοίχο», λέω του Γκας.
«Κάντε το», φωνάζει.
Ο ένας τους κάτι πετάει, ο άλλος απλώς σηκώνει τα χέρια ψηλά.
«Με τη μούρη στον τοίχο», επιμένω.
Το κάνουν. Μετά τραβάω τον Γκας και τον σπρώχνω να στηθεί δίπλα τους. Ανάβω το φως, τυφλώνομαι για λίγο. Ο ένας τους έχει μαύρα μαλλιά κι ο άλλος είναι ξυρισμένος γουλί.
«Πώς σε λένε;» τον ρωτάω.
«Γιατί; Θες να βγούμε ραντεβού;» γελάει.
Τον χτυπάω με την κάνη δίπλα στο στόμα –ματώνει.
«Βαγγέλη», λέει τελικά.
«Εσένα;» ρωτάω τον άλλο.
«Κι εμένα το ίδιο», μουρμουρίζει.
«Είναι κανένας απ΄ αυτούς ο Ρώσος;» ξαναρωτάω τον Γκας.
Σηκώνει τους ώμους, δεν έχω χρόνο για ναζάκια –τον χτυπάω λοιπόν στα νεφρά, βογκάει.
«Παίζει να μην έχω τίποτα μ΄ εσάς τους δύο», λέω στα γομάρια. «Διαλέξτε –ή θα κάτσετε σε μια γωνιά ήσυχοι όσο λέμε δυο πραγματάκια με το αφεντικό ή θα γίνετε ήρωες. Τι προτιμάτε;»
Μένουν ακίνητοι κοιτάζοντας τον τοίχο.
«Μπουγάδα βάζεις;» ρωτάω τον Γκας.
«Τι θέλεις; Σκοινί να τους δέσεις;»
Τον χτυπάω φιλικά στην πλάτη –αναστατώνεται αλλά μετά ηρεμεί.

Κάπως έτσι βρισκόμαστε να βολτάρουμε στο σπίτι σαν καλή παρέα –ο Γκας βρίσκει σκοινί κι αναλαμβάνει να δέσει τους δικούς του όσο τον επιτηρώ. Τους βάζουμε να καθίσουν στην άλλη άκρη του σαλονιού και τους λουκανικοποιούμε για να σιγουρευτώ οτι δεν θα μας διακόψουν. Μετά επιστρέφουμε στον καναπέ –κάθομαι απέναντί του σε μια πολυθρόνα.
«Έχουμε τόσον καιρό να τα πούμε οι δυο μας...» λέω σκεπτικά.
«Και βρήκες την ώρα, μαλάκα», σχολιάζει ο Γκας.
«Τι έχει η ώρα;» απορώ. «Τέλος πάντων –ας ξεκινήσουμε από τα εύκολα. Πού είναι ο Ρώσος;»
«Με ξαναρώτησες και προηγουμένως...»
«Ακριβώς. Και είναι η τελευταία φορά που ρωτάω. Αν δεν πάρω απάντηση θα σου γαμήσω το δεξί γόνατο, θα προσπαθήσω δηλαδή -επειδή δεν είμαι και καλός στο σημάδι».
Σταγόνες ιδρώτα στο μέτωπό του.
«Δεν ξέρω που μένει», παραδέχεται.
Πυροβολώ τον καναπέ ακριβώς δίπλα στο πόδι του, τ΄ αυτιά μου βουίζουν όσο εκείνος πετάγεται στον αέρα.
«Κάτσε κάτω», του λέω. «Δεν είμαι καλός στο σημάδι –σε προειδοποίησα».
Ξανακάθεται.
«Έχω ένα τηλέφωνο...» μουρμουρίζει.
«Πες του να είναι εδώ σε δυο ώρες».
«Δε γίνεται έτσι... Είναι ανεξάρτητος, του δίνω δουλειές, συναντιόμαστε μετά και πληρώνεται».
«Εντάξει. Πάρτον τηλέφωνο», αποφασίζω.
Κοιτάζει τριγύρω, βλέπω το κινητό του, σηκώνομαι, του το δίνω.
«Τι να του πω;»
«Τίποτα».
Επιλέγει το νούμερο από τον κατάλογο, περιμένει.
«Εγώ είμαι», λέει στη συσκευή. «Έχω λόγο που σε παίρνω τέτοια ώρα...»
Σηκώνομαι, του παίρνω το τηλέφωνο.
«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι», μουγκρίζω.
«Ποιος είσαι;» απορεί η βαριά, αγουροξυπνημένη φωνή.
«Δεν έχει σημασία αυτό. Θέλω να μάθω γιατί δεν τη σκότωσες αμέσως αλλά την άφησες να πεθαίνει αργά...»
«Ποια;»
«Μη μου κάνεις τον ηλίθιο. Είσαι επαγγελματίας, δεν υπάρχει λόγος να πεθάνεις άσχημα όταν μπορείς να πας μια κι έξω...»
«Άντε γαμήσου», μουγκρίζει.
«Όπως θέλεις. Πάρε τώρα χαρτί και σημείωνε. Με λένε Λούη Πετρά. Συχνάζω σ΄ένα μπαράκι ονόματι Βιτόφκσι στη Διδότου. Θα σε περιμένω αύριο, όλη τη μέρα. Αν δεν έρθεις θα σε ψάξω, θα σε βρω και θα σε σκοτώσω. Αλλά κι αν έρθεις, πάλι θα σε σκοτώσω. Οπότε, καλύτερα να μην το καθυστερούμε».
«Άκου πούστη», λέει έχοντας ξαναβρεί την ψυχραιμία του. «Εγώ κάνω τη δουλειά μου και δεν ξέρω τίποτα. Μη μου κολλάς –θα σε ξεσκίσω. Λύσε τα προβλήματά σου με αυτούς που με πληρώνουν».
«Ας μην το παιδεύουμε –έλα να με συναντήσεις και θα τη βρούμε την άκρη», του λέω και μετά κλείνω.
Βάζω το τηλέφωνο τού Γκας στην τσέπη μου.
«Είσαι ηλίθιος τελικά», λέει εκείνος.
«Πες μου κάτι καινούργιο», γελάω. «Και καλύτερα να ξεκινήσεις από το γιατί έβαλες να σκοτώσουν τη Σόνια».
«Πλάκα κάνεις; Πήγε να με γαμήσει η πουτάνα. Την πλήρωσα για την κασέτα κι αυτή έπαιξε πίσω απ΄ την πλάτη μου. Όποιος με γαμάει τον γαμάω».
Χαμογελάω.
«Σε ενοχλεί η προδοσία δηλαδή –για να το διατυπώσουμε πολιτισμένα. Μόνο όταν σε πουλάνε οι άλλοι ή και όταν τους πουλάς εσύ;»
Καταλαβαίνει πού το πάω και σωπαίνει.
«Θα έχανα πολλά λεφτά», δικαιολογείται.
«Γιατί δεν τη σκότωσε αμέσως ο Ρώσος;»
«Δεν ξέρω».
Σηκώνω πάλι το όπλο.
«Δεν του έλεγε που είχε κρυμμένη την κασέτα...»
«Γιατί να του το πει όταν είχε φάει τη σφαίρα;» απορώ.
«Μπας και τη λυπηθεί και την τελειώσει».
«Αυτό σου είπε ο Ρώσος; Και το έχαψες ρε Γκας;»
«Γιατί δηλαδή...»
«Μαλάκα. Ο Ρώσος σού έφαγε την κασέτα της Σόνιας».
Με κοιτάζει απορημένος.
«Όταν τη βρήκαν οι μπάτσοι, έλειπε η τσάντα της...» συνεχίζω. «Ο Ρώσος τη σκότωσε σ΄ένα ξέφωτο μέσα στη ζούγκλα –μάλλον πήγαινε για μπάνιο ή προσπαθούσε να κρυφτεί, δεν έχει σημασία. Και σε ρωτάω τώρα –τι έγινε η τσάντα; Στην έφερε ο Ρώσος;»
Ξύνει το κεφάλι του.
«Όχι», παραδέχεται.
«Ηλίθιε –έκανες μια τρύπα στο νερό. Έφαγες τη Σόνια και έφτιαξες τον Ρώσο», του εξηγώ.
«Μίλα καλά», μουγκρίζει.
«Απορώ πάντως, γαμώ το στανιό μου», θυμώνω. «Γιατί τόση φασαρία για μια τσόντα;»
Με κοιτάζει μπερδεμένος –δαγκώνομαι, κάτι μου διαφεύγει εδώ πέρα.
«Τι τρέχει;» τον ρωτάω.
«Νομίζεις οτι όλη αυτή η φασαρία γίνεται για την τσόντα;»
«Για τι άλλο;»
«Έχεις δει την ταινία;»
«Ναι».
«Όλη;»
«Όχι».
«Γι΄αυτό...»
«Μίλα ρε καργιόλη Γκας».
«Αγόρι μου γλυκό, το πρόβλημα δεν ήταν η τσόντα. Εντάξει –κάποιοι διάσημοι κάνανε παρτούζα, το λες και μαγκιά τους στην τελική... Λίγος ντόρος στις κουτσομπόλες –συνηθισμένα πράγματα. Νομίζεις οτι για μια παρτούζα έγινε όλος αυτός ο σκοτωμός;»
«Αλλά;»
«Στο τέλος της ταινίας ο Μανιάτης μαχαιρώνει τον Κουδουνά ρε βόδι. Κι ο άλλος πεθαίνει –ον κάμερα, πώς το λένε...»
Έτσι το λένε... Κοντεύει να μου πέσει το πιστόλι από τα χέρια. Θέλω να σκοτώσω ή να σκοτωθώ, αλλά δεν κάνω τίποτα γιατί δεν μπορώ να ξεχωρίσω τι θέλω περισσότερο.
«Ο Μανιάτης...» ψελλίζω.
«Έτσι τον κράταγε η Φωτίου –τι νόμισες;»
«Τον κράταγε;»
«Όσο ζούσε. Όταν πέθανε,. η ταινία έχασε κάποια από την αξία της αλλά σίγουρα θα δημιουργούσε μπλεξίματα στους κληρονόμους του».
«Όταν πέθανε ο Μανιάτης...»
Ο Γκας τσαντίζεται.
«Τι τα επαναλαμβάνει ρε μογγόλε; Έχεις χαζέψει;»
Έχω χαζέψει... Αλλά δεν το επαναλαμβάνω κι αυτό–δεν υπάρχει λόγος.
«Κι εσύ;» ρωτάω για να πω κάτι.
«Τι εγώ;»
«Πώς έμαθες το που βρίσκεται η Σόνια;»
«Έχω τις άκρες μου...»
Σηκώνω χαλαρά το πιστόλι.
«Παρακάτω», διατάζω.
«Τι θες τώρα...»
Τον κοιτάζω παγωμένα γιατί πλέον έχω καταλήξει οτι πρώτα θα σκοτώσω και μετά θα σκοτωθώ, αν έχει μείνει τίποτα από μένα βέβαια...
«Ο Βλαδίμηρος», λέει.
«Δικός σου;»
«Χαζός είσαι; Ξέρεις τι εστί Βλαδίμηρος; Τρομερές άκρες...»
«Άρα;»
«Συμφωνία. Ήθελε τις κασέτες πακέτο. Και τη δικιά μου και της Σόνιας».
«Εντάξει. Αλλά γιατί να μην τις αγοράσει;»
«Επειδή ρε κορόιδο κανένας δεν θα του διασφάλιζε οτι η Σόνια δεν θα ξαναπούλαγε την κασέτα αμέσως μετά. Το έκανε μία, γιατί όχι και δεύτερη;» εξηγεί ο Γκας.
«Οπότε κανονίζει με σένα να την καθαρίσεις...»
«Συμφωνία».
«Κι εγώ πού κολλάω; Γιατί με έστειλε να τη βρω;»
«Κάνω υπόθεση τώρα...» μουρμουρίζει ο Γκας. «Έχει φύγει ο δικός μου κι εσύ πας με καθυστέρηση –έχω δίκιο; Καθότι πονηρός ο Βλαδίμηρος –μάλλον σκέφτηκε οτι, σε περίπτωση που τα σκατώσει ο δικός μου να υπάρχει μια εφεδρική επαφή. Εσύ ήσουν η εφεδρική επαφή».
Όλα γυρνάνε στο κεφάλι μου ακατάστατα –πρέπει να βάλω μια σκούπα εκεί μέσα.
«Και τώρα;» απορώ.
«Τώρα, χάρηκα που τα είπαμε –άντε και γαμήσου», λέει ο Γκας.
«Δε νομίζω»,  χαμογελάω.
«Θες να πεις;»
«Οτι ο Ρώσος σ΄ έστησε και χρειάζεσαι κάποιον να του πάρει την κασέτα», προτείνω.
«Εσύ είσαι αυτός;»
«Έχεις κανέναν καλύτερο;»
«Μπορεί...»
«Εντάξει –στείλε εκείνον τότε να μαζέψει οτι θ΄ απομείνει από το Ρώσο».
«Καλά, δεν είπαμε και τίποτα... Υποθέτω οτι τη δουλειά θα την κάνεις από προσωπική ευχαρίστηση –δεν θέλεις τίποτα φράγκα...»
«Άκου πώς θα γίνει», του λέω. «Θα εξαφανιστείς μέχρι να ξεμπερδέψω μαζί του. Το τηλέφωνό σου το παίρνω εγώ. Υποθέτω οτι θα σε ψάξει κι αν δε σε βρει θα έρθει σε μένα».
«Θέλεις να σου δώσω δυο-τρεις δικούς μου;»
«Άστο καλύτερα. Θα τους πάρει είδηση και μπορεί να τον χάσουμε. Αν δεν έρθει να με βρει τότε θα δούμε πώς θα πάει η δουλειά...»
«Καλώς, αλλά είσαι χαζός. Ο τύπος τρώει τρεις σαν εσένα για πρωινό κι αυτό το λέει ‘δίαιτα’. Θα σε γαμήσει πριν καταλάβεις από πού σου ήρθε», με προειδοποιεί.
«Ωραία», λέω. «Τίποτα άλλο;»
«Ξανασκέψου το».
Σηκώνομαι, βάζω το πιστόλι στην τσέπη.
«Υπάρχει κανένας από τους δικούς σου που να γνωρίζει τη μούρη του;» τον ρωτάω.
«Όχι –είναι πολύ προσεκτικός σ΄ αυτά».
Πλησιάζω την πόρτα.
«Όπως είπαμε», του υπενθυμίζω. «Αν δεν στον φέρω σε σακούλες δεν εμφανίζεσαι. Κρύψου κάπου και άσε μήνυμα στο Μπαλού».
«Κι άμα θέλει να σε φέρει εκείνος σε σακούλες;» απορεί.
«Πες του να με πετάξει σε κάνα οικόπεδο μπας και δουν άσπρη μέρα τα αδέσποτα», μουρμουρίζω.

Κάπως έτσι βγαίνω από την εξώπορτα –το κρύο έχει κόψει αρκετά, ο ήλιος ζεσταίνει τις άκρες των σκελετωμένων δέντρων κι ο κήπος του Γκας μοιάζει πιο αξιοθρήνητος από ποτέ. Είναι όλα θέμα στόχευσης. Όσο πιο δύσκολος ο στόχος τόσο μεγαλύτερη η ανακούφιση. Ο Γκας θα δει ακόμα μερικά ξημερώματα, όχι επειδή το αξίζει, αλλά γιατί μπήκε σε δεύτερη μοίρα. Άλλωστε πάντα υπάρχει η περίπτωση να αποτύχω και τότε θα πεθάνει πολύ πιο άσχημα στα χέρια του Ρώσου απ΄ότι στα δικά μου. Δεν ξέρω λοιπόν αν είναι τυχερός ή άτυχος σε τελική ανάλυση.

Ο Ρώσος όμως... Την πυροβόλησε στην κοιλιά και την άφησε να αργοπεθαίνει μπροστά στα μάτια του... Δαγκώνω το χείλι μου και φτύνω αίμα. Τότε, χωρίς φανερό λόγο, μού έρχεται στο μυαλό ο Μανιάτης. Προσπαθώ να επικεντρωθώ στο Ρώσο αλλά μάταια... Ο Μανιάτης σκότωσε τον Κουδουνά και ο Μανιάτης... Φτάνω στη σημείο που έχω παρκάρει την Άλφα, σκύβω, παίρνω λίγη φόρα και κοπανάω το κεφάλι μου στο παρμπρίζ. Μια, δυο, τρεις φορές –στην αρχή το μέτωπό μου καίει, μετά βλέπω αίμα στο τζάμι. Σταματάω. Αλλά πλέον σκέφτομαι μόνο το Ρώσο.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι