Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κολλήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κολλήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Ιουνίου 26, 2018

Δημοσιογραφία του υψίστου. Είδες;


«Εξήγησα στον Γιαννόπουλο, πως δεν θέλω να κάνω συζήτηση μαζί του, αφού χαρακτηρίζει σκουλήκια, την γενιά του Πολυτεχνείου. Δεν έχει σημασία, το πώς το «προσχέδιο» σεναρίου ήλθε στα χέρια μου (φυσικά χωρίς την έγκρισή του). Το ουσιαστικό είναι, πως σε αυτό το «προσχέδιο», εκφράζει την σκέψη του, που απαξιώνει αγώνες, ενώ ταυτίζει μια ολόκληρη γενιά, με κάποιους καρεκλοκένταυρους που εκμεταλλεύτηκαν τους αγώνες. Συνεπώς, ας μην στέλνει πια σχόλια. Απαξιώ να συζητήσω μαζί του». Μανώλης Νταλούκας, 31 Ιουλίου 2016

«Τελευταία, γνωρίσαμε έναν άλλο μυθομανή, τον Θανάση Γιαννόπουλο.
Αυτός λοιπόν, ορίζει ως ανεξάρτητη σκηνή στην Αθήνα του ’80, προσχηματικά το πανκ-new wave της εποχής, αλλά στην πραγματικότητα, την δική του παρέα». Μανώλης Νταλούκας, 2 Αυγούστου2016.

«Θανάση εγώ δεν ήμουν στην συναυλία. Εσύ όμως πήγες, και με την ανάρτησή σου, που ήρθε στις ειδοποιήσεις μου, μας ενημέρωνες για το τι –κατά την γνώμη σου – συνέβη στην συναυλία του Κέηβ. Δεν μας έλεγες όμως, να μην το πούμε πουθενά, γιατί φοβόσουν μην σε κάνει νταντά το Ejekt. Αν μας το είχες πει, δεν θα το αναδημοσιεύαμε, διότι οι γνώμες όσων κάνουν κωλοτούμπες δεν μετράνε. Συνεπώς, η καταγγελία σου, για εμένα πια, δεν ισχύει. Και πλέον, σε θεωρώ, πρόσωπο αναξιόπιστο, κάτι σαν τις κουτσομπόλες της γειτονιάς, που στα κρυφά διαδίδουν «ειδήσεις» και στα φανερά γίνονται κότες. Κατανοητό;» Μανώλης Νταλούκας, 25 Ιουνίου 2018.

Διαβάζοντας, ένας ουδέτερος παρατηρητής, τα παραπάνω αποσπάσματα από το blog του Μανώλη Νταλούκα, θα είχε, υποθέτω, την εξής απορία: Αφού αυτός ο Γιαννόπουλος είναι παλιοχαρακτήρας και μυθομανής, γιατί ο τίμιος Νταλούκας εξακολουθεί να τον αναδημοσιεύει;
Μια υποθετική απάντηση θα ήταν: για να τον ξεμπροστιάσει, για να αποδείξει στο Πανελλήνιο ότι ο λαοπρόβλητος Θανάσης Γιαννόπουλος που προσφάτως έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών τιμής ένεκεν για την προσφορά του στα γράμματα και τις τέχνες κάνει αυτό εδώ:
«Μεγαλόπρεπη κωλοτούμπα από τον Θανάση Γιαννόπουλο (aka The Motorcycle Boy), ο οποίος με ανάρτησή του στο fb, μας ενημέρωνε για «το χτεσινό αίσχος» -όπως έγραφε- στην συναυλία του Κέηβ, αλλά όταν δημοσιεύσαμε την «καταγγελία» του, μάζεψε την ουρά του» (update από τον Μανώλη Νταλούκα, στο συγκεκριμένο post).
Εντάξει –όλα αυτά θα είχαν κάποια βάση αν ο υποφαινόμενος (εγώ δηλαδή) ήμουν κάποιος διάσημος ή επιδραστικός ή έστω με καλούσαν στα μεσημεριανάδικα για να αναλύσω την πολιτικοοικονομικοκοινωνική κατάσταση της χώρας εν όψει της κυκλοφορίας του νέου μου δίσκου. Ισχύει κάτι τέτοιο; Δε νομίζω, αλλά δεν παίρνω και όρκο…

Μπερδεύτηκες; Κάτσε να σε ξεμπερδέψω…
Το προηγούμενο Σάββατο, πήρα την κόρη μου και πήγαμε στο Ejekt. Είδαμε τους Wolf Alice, γίναμε τρισευτυχισμένοι –καταπληκτικό συγκρότημα, μακάρι να μην έπαιζαν τόσο λίγο, αλλά είχαν έρθει σαν τρίτο όνομα και μακάρι κάποιος να τους ξαναφέρει μόνους τους ή έστω headleaders. Αράξαμε μετά για ξεκούραση –να περάσουν οι Editors που δεν μας πολυενδιέφεραν και να είμαστε φρέσκοι σα χαμομηλάκια για τον μεγάλο Nick Cave. Και άρχισε η βροχή. Θυμάσαι τη σκηνή από το Φόρεστ Γκαμπ που λέει ο τύπος ότι «έβρεχε συνέχεια κι από παντού, έβρεχε από πάνω, έβρεχε από δεξιά, από αριστερά, από τα πλάγια, μέχρι και από κάτω έβρεχε»; Αυτό ακριβώς.
Με το που ξεκίνησε ο πανικός, σκεφτήκαμε να βγούμε εκτός συναυλιακού χώρου, μπας και βρούμε κάνα υπόστεγο, αλλά δεν επιτρεπόταν. Εντός συναυλιακού χώρου τώρα –γινόταν του Πουκέ… Μανάδες έψαχναν να χώσουν κάπου τα παιδιά τους, από τα κιόσκια μας έδιωχναν αγρίως γιατί υπήρχε κίνδυνος ηλεκτροπληξίας, όπως μας έλεγαν, ο χώρος μετατράπηκε σε γραφική λιμνούλα, οι διοργανωτές ήταν εξαφανισμένοι και «η βρόχα έπιπτε στρέι θρου». Ώρα 8:40 όλα αυτά.
Την ψάξαμε κάνα μισάωρο, κάναμε τις βουτιές μας, ρίξαμε κάποιες απλωτές, ύπτιο, πεταλούδα –ε, πόσο να κάτσεις στη θάλασσα δηλαδή; Βγήκαμε από το συναυλιακό χώρο μαζί με τον περισσότερο κόσμο, μπήκαμε στην παραδίπλα λίμνη μέχρι το γόνατο (Βοϊδοκοιλιά μου θύμισε το σκηνικό –αχ τι καλά!) βρήκαμε κάτι άλλους λουόμενους κάτω από ένα υπόστεγο -200 μέτρα από τη συναυλία -οι οποίοι μας δάνεισαν μάσκα, αναπνευστήρες και βατραχοπέδιλα προκειμένου να φτάσουμε μέχρι το αυτοκίνητό μας.
Αφού φάγαμε κάνα τέταρτο μποτιλιάρισμα, από τα αυτοκίνητα που έφευγαν μαζί μας κι αφού κινηθήκαμε υποβρυχίως στην Ποσειδώνος και κοντέψαμε να βουλιάξουμε στο ποτάμι της Αλίμου, φτάσαμε σπίτι μας και όλα καλά. Βρεγμένοι μέχρι το συκώτι και μέχρι κινητό εντός σακιδίου.
Κατά τις 10 άρχισαν να βγαίνουν τα μαντάντα στο facebook, ότι η βροχή σταμάτησε (μετά από μιάμιση ώρα δηλαδή) και η συναυλία θα γίνει κανονικά με προγραμματισμένη ώρα εμφάνισης του Nick Cave τις 12:00.
Εντάξει –τα πήρα άσχημα.

Έγραψα την άλλη μέρα ένα κάτι στην προσωπική μου (κλειστή) σελίδα στο facebook –θα το διαβάσεις στο άρθρο του αδέκαστου Νταλούκα –έλεγα ότι θεωρούσα αισχρή τη διοργάνωση, άποψή μου –έτσι;
Έλεγα κιόλας (κι αυτό για μένα είναι το σημαντικότερο) ότι θεωρούσα την απόφαση του Cave  να παίξει όταν οι μισοί τουλάχιστον είχαν φύγει και οι υπόλοιποι ήταν μουσκίδια για τόσες ώρες, απαράδεκτη και ενδεικτική του πόσο σέβεται το κοινό του.
Τα έλεγα, τα λέω και θα τα λέω –γιατί αυτά πιστεύω. Αν έχει κάποιος άλλη άποψη, είναι δικαίωμά του.

Όταν είδα ότι ο Νταλούκας (τον οποίο είχα βλακωδώς αφήσει στους «φίλους» μου για να μη λέει ότι τον βρίζω στα κρυφά ή συνωμοτώ εναντίον του ξέρω ΄γω…) τσίμπησε την ανάρτηση του facebook μαζί με τα σχόλια κάποιων φίλων μου (επιλεκτικά πάντα –τι διάολο! είναι και δημοσιογραφάρα ο άνθρωπος!) χωρίς να με ρωτήσει, εκνευρίστηκα. Του ζήτησα να αφαιρέσει τουλάχιστον τα σχόλια των υπολοίπων που δεν γνώριζαν ότι θα βγουν φόρα-παρτίδα.
Η απάντησή του; Τη διάβασες παραπάνω –εκεί που λέει για κωλοτούμπες. Ήρθε κι ένα λεβεντόπαιδο νταλουκιασμένο να το τερματίσει:
«Τους τραβήξανε τ αυτάκια απ το Ejekt και τώρα το ρίχνουν στην τρελή. Ρε σεις Λιάσκα και Γιαννόπουλε, το θέμα είναι αυτά που γράψατε, και όχι η αναδημοσίευση του Μανώλη. Ισχύουν λοιπόν αυτά που γράψατε ή όχι; Τι αναδημοσίευσε ο Μανώλης; Προσωπικά σας δεδομένα ή τα μυστικά του κράτους και έπρεπε να πάρει άδεια; Ποια άδεια ρε γελοίοι τύποι; Την κριτική σας κάνατε, σε ένα γεγονός που αφορά όλους. Δεν δημοσίευσε αλληλογραφία με την γκόμενά σας. Άι σιχτίρ με τσαντίσατε. Τώρα, αντί να μας πείτε για την ταμπακιέρα, πετάτε την μπάλα αλλού. Καλά σας λέει κωλοτούμπες. Κωλώσατε πουλάκια μου; Τι θέλατε να θάβετε στα κρυφά; Στα φανερά ωρέ!!»

Βέβαια, καλά θα ήταν να είχαμε επαφή με το Ejekt, να μας σκάγανε κάνα τζάμπα εισιτήριο (όπως κάνουν στους δημοσιογράφους), να μας χώναμε τίποτα backstage να πίναμε το τσαγάκι μας μαζί με τον Cave και να χαζεύουμε την πλέμπα που μουλιάζει απόξω –αν ήταν έτσι, μόνο θετικά θα είχαμε να πούμε για τη διοργάνωση.
Επειδή όμως…
Δεν ξέρω κανέναν από τους διοργανωτές…
Αν τύχαινε να συναντήσω κάποιον θα του ζήταγα να μου δώσει τα λεφτά μου πίσω…
Εισιτηριάκια 2 πλήρωσα κανονικά και με το νόμο…
Η όλη συναυλία μού στοίχισε 200 ευρώ και χωρίς να δω τον Cave για τον οποίο πήγαινα…
Στη σελίδα του Ejekt γράφτηκαν πολύ χειρότερα από τα δικά μου από μπόλικο κόσμο...

Παραμένω στις απόψεις μου τις οποίες κι εδώ επανέλαβα.

Και επιμένω ότι κανένας Νταλούκας δεν έχει δικαίωμα να δημοσιεύει δικά μου γραπτά (δεν είναι η πρώτη φορά, άλλωστε –υπάρχει προηγούμενο) χωρίς την άδειά μου εφόσον δεν τα έχω αναρτήσει σε δημόσιο χώρο. Σε τελική ανάλυση –είναι και ποινικό αδίκημα, εντάξει;

Θα μου πεις –τι περίμενες από έναν άνθρωπο ο οποίος έχει θεοποιήσει τον Παύλο Σιδηρόπουλο και πλασάρεται ως δεινός υπερασπιστής του, αλλά δημοσιεύει πράγματα σαν το παρακάτω:
«Στο καλοκαιρινό κλαμπ Λουξεμβούργο, εμφανίζομαι με φρου-φρου πουκάμισα, βαμμένος έντονα σαν τον Alice Cooper. Αυτοξεφτιλίζομαι στο πάλκο, παίζοντάς το, αδελφή…» Π.Σιδηρόπουλος- Από υπαγορευμένο κείμενο στον Μ.Νταλούκα, με τις αναμνήσεις του από την Εποχή τηςΔικτατορίας. 1984.
Και δεν καταλαβαίνει ότι κάποια πράγματα που λέγονταν άνετα το 1984, δημιουργούν λάθος εντυπώσεις το 2013. Δεν καταλαβαίνει ότι έτσι εκθέτει τον συχωρεμένο, προσδιορίζοντάς τον ως ομοφοβικό –πράγμα το οποίο, αν ίσχυε (που πολύ αμφιβάλω), καλύτερα θα ήταν να παραμείνει κρυμμένο γιατί δεν έχει καμιά σχέση με το έργο του καλλιτέχνη. Λέω εγώ…
Και το λέω γιατί δεν πουλάω τις απόψεις μου 20 ευρώ συνδρομή (άνεργοι, ΑΜΕΑ και πολύτεκνοι 4 ευρώ) όπως κάνει ο Νταλούκας –συνεννοηθήκαμε;

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 05, 2014

«Ένα καθαρό πουκάμισο»

Πάνε 7 χρόνια από τότε που έφυγε –μια μέρα σαν τη σημερινή

Σκέφτηκα λοιπόν οτι υπάρχει αυτή εδώ η συνέντευξη στη ΒΑΒΕΛ, όπου ο Νίκος Νικολαϊδης συζητάει με τον Άγγελο Φραντζή για την «Άγρια Συμμορία» του Σαμ Πέκινπα, αυτή η κουβέντα δημοσιεύτηκε στη Βαβέλ –είναι όμορφο να βλέπεις το πώς βίωνε αυτός ο άνθρωπος τις ταινίες . Και τι σημασία έχουν έννοιες όπως: προσωπικός χώρος, αυτοδιάθεση, συντροφικότητα, ήθος…  Ειδικά αυτό –ήθος.
The Wild Bunch
του Άγγελου Φραντζή

Την «Άγρια Συμμορία» την είχα δει μόνο σε βίντεο. Δεν μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση. Ίσως γιατί αυτό που είδα μου φάνηκε δυσανάλογο του μύθου της. Οι φίλοι μου με έβριζαν. Μου έλεγαν οτι δεν είχα καταλάβει τίποτα. Και είχαν δίκιο. Ευτυχώς ξαναείδα την ταινία τώρα στον κινηματογράφο, με αφορμή την επανέκδοσή της.
Τι είναι αυτό που κάνει την «Άγρια Συμμορία» αξεπέραστη; Από πού πηγάζει αυτή η μοναδική δύναμη, που είναι ικανή να σε βγάλει από την αίθουσα με μια διάθεση να πάρεις τα όπλα; Σκεφτόμουν αρκετές μέρες διάφορα πράγματα, ώσπου οι φιγούρες του Χόλντεν, του Έρνστ Μποργκνάιν, του Ράιαν ή του Γουόρεν Όουτς, άρχισαν να συγχέονται με αυτές του Τάκη Μόσχου, του Σπυριδάκη, ή της Μασκλαβάνου. Τα νεκρά πρόσωπα της άγριας συμμορίας, αυτά τα φαντάσματα, κατοικούσαν πια σ΄ένα παλιό σπίτι στην Κηφισιά. Το οχυρό της γλυκιάς συμμορίας του Νίκου Νικολαϊδη. Εκείνος κάτι θα ήξερε περισσότερο. Πήρα το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκα προς την Κηφισιά, γεμάτο ερωτήσεις.



Νίκος Νικολαϊδης: Κοίταξε, όλοι κρύβουμε μέσα μας ένα γέρο αποτυχημένο του οποίου το όνειρο είναι να κάνει την τελευταία καλή μπάζα και την κοπανήσει. Ακόμη κι ένας εικοσάρης τον έχει αυτόν το γέρο μέσα του. Αυτό το μοτίβο που δουλεύει ο Πέκινπα στην «Άγρια Συμμορία» είναι αρχετυπικό, και γι΄αυτό έγινε τόσο πλατιά αποδεκτό. Είναι κάτι που το έχουμε δει συχνά. Έχει «τσαλαβουτήσει» πολύ δημιουργικά κι ο Κλιντ Ήστγουντ σ΄αυτή την ιστορία των τελευταίων ντεσπεράντος, των χαμένων… Και πάντα αυτό το θέμα είχε μια επιτυχία. Γι΄αυτό η ταινία άρπαξε. Πέρα από τις αρετές της κινηματογράφησης βέβαια.

Άγγελος Φραντζής: Είναι κι ένα από τα θέματα, νομίζω, της ταινίας που ετοιμάζετε τώρα και δεν είναι τυχαίο οτι έχει τίτλο «Ο χαμένος τα παίρνει όλα». Διαβάζοντας το σενάριο της ταινίας, έχω την εντύπωση οτι υπάρχει μια άμεση σχέση με τα «Κουρέλια τραγουδούν ακόμα» και με τη «Γλυκιά Συμμορία» που είναι κι αυτές ταινίες συμμοριών και, κατά τη γνώμη μου, έχουν αρκετά κοινά θεματικά στοιχεία με την ταινία του Πέκινπα.

Ν.Ν.: Σίγουρα υπάρχει κάτι μέσα εκεί. Ίσως είναι κι αυτός ένας κύκλος που πρέπει να κλείσω. Ένα άλλο μοτίβο της «Άγριας Συμμορίας» που βέβαια έχει δώσει κι αυτό εξετάσεις κι έχει πετύχει, είναι οι κανόνες που υπάρχουν μέσα στη συμμορία, η ηθική της συμμορίας που συναντιέται μετά και σε άλλες ταινίες από καλούς σκηνοθέτες, αλλά είναι λιγάκι τα απονέρια του Πέκινπα. Αυτοί οι κώδικες της συμμορίας είναι που κάνουν την ταινία γοητευτική και μυθική. Και είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον, γιατί οι ήρωες του είναι επικίνδυνοι. Κρατάνε, αν θέλεις, μια ανθρώπινη υστεροβουλία. Επιβουλεύονται ο ένας τον άλλον, κι έτσι αποκτά μεγαλύτερη σημασία η στιγμή που θα ενωθούν για να εκδικηθούν. Γιατί ξεπερνούν τα πάθη, τις μικρότητες και τις κακίες τους και λειτουργούν σαν μια γροθιά. Σε άλλες ταινίες που δουλεύουν πάνω σ΄αυτό το αρχετυπικό θέμα οι ήρωες είναι πιο αγαπημένοι, πιο καλοσυνάτοι. Εδώ είναι όλοι τους κέρατα βερνικωμένα. Ο καθένας κοιτάει πώς θα φάει τον άλλον.

Α.Φ.: Ο κίνδυνος δηλαδή είναι και απ΄έξω και από μέσα;

Ν.Ν.: Ακριβώς αυτό είναι ένα στοιχείο που κάνει την «Άγρια Συμμορία» να διαφέρει από άλλες ταινίες του είδους, όπως επίσης ένα άλλο στοιχείο είναι η παντελής έλλειψη της γυναίκας. Η πρώην αρραβωνιαστικιά του μεξικάνου πάει με τον Μαπάτσε και όλες οι άλλες γυναίκες είναι πόρνες. Στο γουέστερν, είτε η μορφή της μάνας, είτε της αρραβωνιαστικιάς, είναι πάντα τρυφερή και γλυκιά. Εδώ δεν υπάρχει καμιά θέση για την γυναίκα, παρά μόνο στα σκουπίδια και στα γουρούνια. Και είναι περίεργο πώς μια τόση μισογυνική ταινία άρεσε τόσο πολύ στις γυναίκες.

Α.Φ.: Η σκηνή, άλλωστε με τις πόρνες είναι αυτή που προετοιμάζει το έδαφος για το τέλος. Όλη αυτή η μιζέρια μέσα στα άθλια δωμάτια, με την πόρνη να κλαίει γιατί δεν της έδωσε αρκετά λεφτά, λειτουργεί σχεδόν σαν κίνητρο για να κάνει τον Πάικ να πει «Let’s go» και τον άλλον να του απαντήσει «Why not?» για να καθαρίσουν τον Μαπάτσε.

Ν.Ν.: Μα ναι, ξέρουνε που πάνε. Το  «Why not?» είναι σα να λέει «ας το δοκιμάσουμε». Μπορεί να μας βγει, μπορεί και όχι. Δεν κάθεται να τα αναλύσει. Είναι έτοιμος. Δεν είναι μια πράξη απελπισίας. Είναι μια πράξη επιλογής.

Α.Φ.: Πιστεύω οτι αυτός είναι και ένας λόγος που η «Άγρια Συμμορία» αποτέλεσε ταινία  αναφοράς για διάφορα κινήματα του ’70 που δανείστηκαν σχεδόν τους κώδικες ηθικής της. Η πράξη επιλογής που κάνουν στο τέλος…

Ν.Ν.: Αυτό τους έτυχε. Μην εξωραΐζουμε τώρα την άγρια συμμορία επειδή τους έπεσε δίπλα μια επανάσταση. Χεστήκανε για την επανάσταση. Ξεκομμένα πράγματα. Πάνε κόντρα σε μια στρατοκρατική μηχανή κατά τύχη, οτιδήποτε κι αν τους είχε τύχει, οτιδήποτε κι αν είχε προσπαθήσει να εισβάλει στο χώρο τους, με την ίδια κόντρα θα το αντιμετώπιζαν.

Α.Φ.: Μα συμφωνώ. Ακόμα και η επανάσταση του Βίγια να έμπαινε στο δρόμο τους, έτσι θα αντιδρούσαν. Εγώ δεν λέω οτι το ζήτημα είναι ιδεολογικό…

Ν.Ν.: Να σου πω, για μένα το πιο ενδιαφέρον είναι οτι, ανάμεσα στη σύγκρουση κακών και κακών, υπάρχουν διαφορές. Γιατί και η άγρια συμμορία είναι κακή, έχει σκοτώσει, έχει αναστατώσει πόλεις. Όμως ξαφνικά βλέπεις οτι το κακό έχει κανόνες, έχει ήθος, έχει κώδικες ανδροσύνης με την έννοια του ανδρός, διαφέρει από το άλλο. Τελικά δηλαδή, ο θεατής κάνει μια αντιστροφή και πηγαίνει με τους κακούς, που τελικά συμπεριφέρονται σαν καλοί. Είναι, στη δεδομένη στιγμή, οι καλοί.

Α.Φ.: Η ηθική τους είναι μια ηθική ελευθερίας λοιπόν, πέρα από το καλό και το κακό.

Ν.Ν.: Εκεί επάνω νομίζω οτι αγαπήθηκε η ταινία. Γιατί από την άλλη μεριά δεν υπάρχει τίποτε. Μόνο η απόλυτη βαρβαρότητα. Και αυτό είναι το πολιτικό στοιχείο τής ταινίας και η μεγάλη προσφορά της, αν θέλεις. Το γεγονός οτι την δικαιοσύνη την αποδίδουν όχι οι καλοί αλλά οι κακοί. Ο Πέκινπα δεν αφήνει περιθώρια στους καλούς. Τους έχει αποκλείσει από τον κόσμο του. Είναι επικίνδυνοι. Οποιαδήποτε λύση και οποιοδήποτε παράδειγμα θα έρθουν μόνο από την πλευρά των παρανόμων. Και εκεί ίσως ταυτίστηκαν κάποια κινήματα.

Α.Φ.: Το ζήτημα βέβαια της ηθικής του κακού είναι ένα μοτίβο που έχουμε συναντήσει πολύ συχνά. Από τον Μελβίλ μέχρι τον Τζον Γου οι κακοί έχουν κώδικες που τους καθιστούν τελικά γοητευτικούς.

Ν.Ν.: Μα αυτό είναι το πιο εύκολο. Το να κάνεις το θεατή να ταυτιστεί με έναν γοητευτικό κακό δεν είναι δύσκολο. Το δύσκολο είναι να κάνεις μια ταινία για κάποια καθάρματα και να μην τα θαυμάσεις. Υπάρχει μια ταινία που είδα τελευταία, όπου ο σκηνοθέτης κατάφερε να δείξει τον ήρωα σαν αυτό που είναι, δηλαδή ένα πραγματικό κάθαρμα. Είναι «Ο στρατηγός» του Μπούρμαν. Και οι ήρωες του Πέκινπα δεν κάνουν τίποτα το ηρωικό. Κοροϊδεύονται, κλέβουν, είναι έτοιμοι να αλληλοσφαχτούν, είναι άσχημοι, γέροι…  θα μου πεις βάζει απέναντί τους κάτι άλλους, πιο κακούς. Σχηματικά μπορεί να σε κοροϊδέψει, αλλά αν πας πιο βαθιά, βλέπεις οτι δεν σε κοροϊδεύει. Κι αυτό είναι το σημαντικό. Κι όταν πάνε κόντρα, πάνε μόνο για τον τσαμπουκά τους. Είναι καθαρή συμμορία. Δεν σηκώνουν πολλά-πολλά. Παίζει βέβαια ρόλο οτι είναι γέροι, οτι έχουν κάνει ένα κύκλο και ζητάνε ένα καθαρό πουκάμισο πριν φύγουν.

Α.Φ.: Βρίσκονται όμως ακριβώς στο σημείο να υλοποιήσουν όλοι τα όνειρά τους. Έχουν πετύχει, έχουν πάρει τα λεφτά και μπορεί ο καθένας να κάνει οτι ακριβώς θέλει.

Ν.Ν.: Δεν είναι μόνο η ηθική της συμμορίας που τους κάνει να μην φύγουν. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που τους κάνουν να αρνηθούν τον δρόμο με τα φράγκα. Όχι μόνο για να φτιάξουμε κάποιους θετικούς ήρωες και να τους πουλήσουμε, γιατί πάντα υπάρχει αυτή η φιλοσοφία του ταμείου από πίσω, καθώς καταλαβαίνεις. Υπάρχουν όμως στοιχεία ενός ψυχισμού, τα οποία θέλουν έρευνα και αυτή η συζήτησή μας είναι λιγάκι στην περιφέρεια του θέματος, δεν μπορεί να μπει μέσα.  Γιατί σε κάθε πλάνο υπάρχουν νύξεις και μηνύματα από τον σκηνοθέτη τα οποία καταχωρούνται, αλληλοερμηνεύονται, συμπληρώνονται μέσω του μοντάζ και, τελικά, καταλήγουν σε ένα συμπέρασμα. Αυτό όμως είναι κάτι που θέλει μια ανάλυση, πρόταση-πρόταση. Εννοώ πρόταση κινηματογραφική: ο σκηνοθέτης βάζει τον ένα δεξιά, τον άλλο αριστερά, τον άλλον να βγαίνει με ένα άσπρο πουκάμισο… όλα αυτά έχουν μια σημασία και τελικά γεννούν το νόημα. Σημασία λοιπόν, για να επανέλθουμε, δεν έχει οτι αυτοί φεύγουν απογοητευμένοι ή κουρασμένοι. Είναι η στιγμή που πρέπει να δικαιολογήσουν όλη τους την ύπαρξη. Και τους δίνεται η ευκαιρία να την δικαιολογήσουν. Δεν πάνε να αυτοκτονήσουν. Το παίζουν μια ζαριά. Μπορεί και να ζήσουν μπορεί και να πεθάνουν. Πάντα με τα «μπορεί» πήγαιναν αυτοί. Και γι΄αυτό πολεμάνε με τέτοια λύσσα: για να ζήσουν. Έχουν αφήσει τα μέλη τους εκεί πέρα, τα χέρια τους και τα πόδια τους. Τους έχουν ξεφτιλίσει, τους έχουνε βάλει χέρι. Δεν μπορούν να φύγουν πια. Αυτός είναι ο τσαμπουκάς τους.



Α.Φ.: Πώς το βλέπετε σε σχέση με το τέλος της «Γλυκιάς Συμμορίας»;

Ν.Ν.: Κοίταξε, δεν μπορώ να σου αποκλείσω το ενδεχόμενο να έχω επηρεαστεί πολύ χοντρά. Δεν ήταν ένα μοτίβο ξένο προς εμένα όλο αυτό: η αυτοδιάθεση, η ελευθερία να κάνεις τον εαυτό σου ότι θέλεις. Γιατί και στα «Κουρέλια» πάλι είχα δώσει τα ίδια στοιχεία, πάλι μιλούσα για μια συμμορία. Μάλλον δεν έχω τα στοιχεία και δεν μου αρέσει να λέω μεγάλες κουβέντες αλλά υποθέτω οτι πρέπει να έχω επηρεαστεί.

Α.Φ.: Δεν ήταν δηλαδή μια συνειδητή αναφορά; Γιατί ήδη ο τίτλος εκεί παραπέμπει. Κι αν ο Πέκινπα έχει ανάγκη τον μυθικό χώρο του είδους, είναι ίσως γιατί θέλει να τοποθετήσει τα μεγέθη του σε κλίμακες απόλυτες. Ενώ η «Γλυκιά Συμμορία» είναι μια ταινία μέσα στην πόλη,

Ν.Ν.: Κοίταξε, η «δική μου» δεν είναι μια σοβαρή συμμορία. Είναι μια τρυφερή, μια γλυκιά συμμορία. Δεν είναι άνθρωποι εκπαιδευμένοι στα όπλα, κλεφτρόνια είναι, που την κάνουν έτσι γενικά. Απλά οι ήρωες αυτοπαγιδεύονται μέσα στους μύθους τους, καταστρέφοντας τελικά και τον δικό τους μύθο και τον εαυτό τους, πάντα όμως μέσα από την επιλογή τους για αυτοδιάθεση. Το στοιχείο της συντροφικότητας και της αγάπης υπάρχει ήδη από τα «Κουρέλια», παρόλο που και εκεί οι ήρωες είναι ψιλοκαθάρματα. Πάντως, οι σχέσεις της «γλυκιάς» με την «άγρια» συμμορία μπορούν να βρεθούν ίσως στο φινάλε των δυο ταινιών –αν και τώρα μιλάμε για τις χοντρές γραμμές και όχι για τα ημίτονα και τα συνημίτονα και τις αποχρώσεις, που είναι πολύ σημαντικά βέβαια. Το πώς είναι στημένα όλα αυτά, το ντεκουπάζ ή το μοντάζ που παίζει βασικό ρόλο. Μην ξεχνάς άλλωστε τη συνεργασία του Πέκινπα με τον Σπότισγουντ, που του έκανε το μοντάζ και στα «Αδέσποτα Σκυλιά» και δεν υπήρξε ένας απλός εκτελεστής μοντέρ. Ήξερε να αναδεικνύει φοβερά το υλικό που του έδινε ο Πέκινπα. Ο ίδιος γύρισε αργότερα αρκετές ταινίες, μεταξύ άλλων και το «Νικαράγουα». Ο ένας επηρέασε τον άλλο. Κι αυτό το συναντάμε συχνά στην ιστορία του κινηματογράφου. Όπως ο Ρενέ, ο οποίος χρησιμοποίησε ως μοντέρ του τον Κολπί, που είχε γυρίσει την «Μεγάλη απουσία» πριν από το «Χιροσίμα, αγάπη μου», και εκεί μέσα κρύβεται ένα μεγάλο κομμάτι από το ψάξιμο τού Ρενέ.

Α.Φ.: Ο Κολπί έτυχε να είναι καθηγητής μου στη σχολή κινηματογράφου και μας μιλούσε συχνά για τη συνεργασία του με τον Ρενέ και τον τρόπο που αλληλοεπηρεάζονταν.

Ν.Ν.: Άρα, όταν μιλάμε για Ρενέ θα πρέπει να μιλάμε και για Κολπί κι όταν μιλάμε για Πέκινπα θα πρέπει να μιλάμε και για Σπότισγουντ. Αυτά βέβαια είναι ζητήματα των ιστοριών του σινεμά, απλά εγώ το αναφέρω γιατί μου έχει κάνει εντύπωση. Οι ταινίες τού Σπότισγουντ που έπονται του Πέκινπα έχουν ένα ενδιαφέρον και ενδεχομένως να μπορείς να δεις τις επιρροές. Όλο αυτό θέλει ψάξιμο, αλλά, για να ξανάρθουμε στην «Άγρια Συμμορία», για μένα η εισαγωγή της ταινίας, δηλαδή όλο το κομμάτι της ληστείας είναι για μελέτη. Είναι για μελέτη ο τρόπος που έχει χτιστεί όλο αυτό. Έχει μια μανιακή προσήλωση στη λεπτομέρεια και χτίζει λιθαράκι-λιθαράκι όλη τη δράση, με φοβερή επιμονή. Είναι ίσως το ωραιότερο κομμάτι του Πέκινπα.

Α.Φ.: Πιο πολύ απ΄το τέλος;

Ν.Ν.: Ναι, πιο πολύ κι απ΄το τέλος. Όχι οτι δεν στέκομαι στο τέλος ως κινηματογράφηση. Στην εποχή του αυτό ήταν που έκανε τρομερή αίσθηση. Όλο εκείνο το κέτσαπ σλόου μόσιον. Αλλά η εισαγωγή σε όλα αυτά τα σκαμμένα πρόσωπα, αυτές τις παλιομούρες.. τον Ράιαν, τον Γουόρεν Όουτς ή τον Χόλντεν έχει μια άλλη δύναμη.

Α.Φ.: Αυτό το χτίσιμο της εισαγωγής, για μένα ξεκινά ήδη απ΄τους τίτλους της ταινίας, όπου ο Πέκινπα μάς παρουσιάζει κομματιαστά, μια-μια τις ξεχωριστές ομάδες στο χώρο και στέκεται σε κάθε μια απ΄αυτές με ένα ασπρόμαυρο στοπ-καρέ. Σαν να βγαίνει ξαφνικά από τη δράση και να την κοιτάζει απ΄έξω. Όλες αυτές οι παράλληλες δράσεις, τα παιδιά, ο παπάς, οι πελάτες της τράπεζας, ο Ράιαν στην ταράτσα και η συμμορία, πολλαπλασιάζονται μέσα από διαφορετικές γωνίες. Σαν ο ένας κόσμος να κοιτάει τον άλλον κι αυτή η ανταλλαγή των βλεμμάτων να καταλήγει αναπόφευκτα στη σύγκρουση.

Ν.Ν.: Εδώ μιλάμε για τον φιλμικό και τον φυσιολογικό χρόνο, οι οποίοι συνεργάζονται εις βάρος του ρεαλιστικού και πολύ σωστά βέβαια. Ο πραγματικός χρόνος διαστέλλεται, γιατί δεν έχεις την αίσθηση ότι, αφήνοντας το ένα γκρουπ για να οδηγηθείς στο άλλο, μετεωρίζεται η δράση. Αντίθετα, όταν ξανάρχεσαι στην ομάδα που έχεις αφήσει, η ελλείπουσα δράση συνυπάρχει στο εσωτερικό της σκηνής. Έχει καταφέρει να σου δώσει την αίσθηση οτι, όση ώρα βρίσκεσαι με το ένα γκρουπ, το άλλο συνεχίζει να δουλεύει. Και αυτό γίνεται σε όλα τα επίπεδα. Γι΄αυτό σου λέω: είναι πραγματικά κομμάτι για μάθημα αυτό, για πολλούς σκηνοθέτες, και ιδιαίτερα σήμερα.

Α.Φ.: … Και βέβαια, ανάμεσα σε όλα αυτά, ειδικά στη σκηνή του μακελειού, βρίσκονται τα παιδιά που κοιτούν την σκηνή, όχι με φόβο, αλλά με απόλαυση. Και δεν είναι τυχαίο οτι, αφού φύγει η συμμορία και περάσει μπροστά από τα παιδιά που καίνε τον σκορπιό, ο Πέκινπα μένει σε ένα πολύ κοντινό πλάνο του καμένου σκορπιού που, σβήνει με ένα πολύ αργό dissolve στο γενικό πλάνο της τράπεζας με τα πτώματα.

Ν.Ν.: Εγώ έχω μια απορία: γιατί μισεί τόσο πολύ τα παιδιά ο Πέκινπα; Τα θεωρεί διαβολεμένα πλάσματα. Σε πολλές ταινίες του, βάζει κάποιο πιτσιρίκι να βασανίζει ένα ζώο ή να σκοτώνει.. Στην αρχή της «Άγριας Συμμορίας» τα παιδιά καίνε τον σκορπιό. Δεν ξέρω, είναι κάτι που πρέπει να ψαχτεί.

Α.Φ.: Τα παιδιά είναι σχεδόν ένα λάιτ μοτίφ στην ταινία. Αποτελούν έναν καθρέφτη των μεγάλων, ένα χειρότερο είδωλό τους. Τους μιμούνται και γίνονται χειρότερα. Δεν είναι τυχαίο οτι το παιδί που θαυμάζει τον στρατηγό Μαπάτσε σκοτώνει τελικά τον Πάικ. Έχουμε μια πλήρη αντιστροφή της αθωότητας.

Ν.Ν.: Δείχνει, αν θέλεις, αυτό το σάπισμα και τη διαφθορά που αρχίζει ήδη από τη γέννηση του ανθρώπου, αυτή τη διάλυση που διαβρώνει τα πάντα και δεν αφήνει καμιά ελπίδα. Όταν τα παιδιά καίνε τους σκορπιούς, δεν μπορούν να κάνουν επιλογές ή όταν σκοτώνουν και κάνουν πρότυπα τους αδίστακτους δολοφόνους, σημαίνει οτι η ίδια η μήτρα είναι σάπια και ότι βγαίνει απ΄αυτήν.



Α.Φ.: Εγώ νομίζω, αντίθετα, οτι η «Άγρια Συμμορία» είναι μια ταινία με μια φοβερή ελπίδα στο τέλος, όπως ελπίδα υπάρχει και στο τέλος της «Γλυκιάς Συμμορίας».

Ν.Ν.: Κοίταξε, η ελπίδα σε αυτές τις ταινίες ποια είναι; Είναι οτι το άτομο διεκδικεί ακόμα και διεκπεραιώνει την αυτοδιάθεσή του. Δηλαδή διαλέγει τον τρόπο που θα ζήσει και διαλέγει τον τρόπο που θα πεθάνει. Κάτι σπάνιο δηλαδή. Κι επειδή είναι σπάνια η αυτό-κτονία, καταλήγει να γίνεται μια θέση ζωής Η διάθεση για μια πραγματικά διαφορετική πορεία θέλει μεγάλη δύναμη. Γιατί θα μπορούσαν και στις δυο ταινίες, οι ήρωες στο τέλος να τα μαζέψουν και να φύγουν. Αλλά τους έχει χτυπήσει κάτι βαθύτερο εκεί πέρα. Κι αυτό δεν έχει κάνει ούτε με την πολιτική ούτε με τις σφαίρες. Έχει μόνο να κάνει με το οτι κάποιος έβαλε χέρι στο δικό τους τον κώδικα, κι εκεί πέρα πάνω αυτοί δεν τα σηκώνουν κάτι τέτοια. Δεν είναι οτι είναι απελπισμένοι και δεν έχουν πού αλλού να πάνε. Διαλέγουν να μείνουν. Αυτός ο στρατηγός ήδη δυο φορές έβαλε άγριο χέρι στον χώρο τους. Κι αυτό δεν μπορούν να το δεχτούν. Δεν μπορούν να ζήσουν ξέροντας οτι κάποιος έχει εισχωρήσει στον χώρο τους και τον έχει κάνει άνω-κάτω. Αυτός είναι ένας χώρος περιχαρακωμένος, δικός τους, τον οποίο προστατεύουν και διεκδικούν πάση θυσία, όπως βλέπεις.

Α.Φ.:… Κι αυτό είναι κάτι που βρίσκεται πέρα από τους προσωπικούς στόχους του καθένα, που βέβαια είναι πολύ διαφορετικοί, μια και ο μοναδικός που έχει ένα όραμα, ας πούμε, είναι ο μεξικάνος που θέλει να πάει με τον Πάντσο Βίγια.

Ν.Ν.: Όταν όμως τον αφήνουν να πάρει τα όπλα, δεν κάνουν μια πράξη πολιτική. Κάνουν μια πράξη καθαρά συναισθηματική. Χαρίζουν σε αυτόν κάτι που εν μέρει το δικαιούται ως σύντροφός τους, και χαρίζουν επίσης μια ελπίδα σε κάποιους ανθρώπους που τους φροντίσανε, τους τραγουδήσανε, τους ζεστάνανε, τους αποχαιρετήσανε. Είναι όλη αυτή η εκπληκτική σκηνή του αποχαιρετισμού της συμμορίας, όταν φεύγουν από το χωριό, που για μένα είναι ένα από τα ωραιότερα κομμάτια που υπάρχουν στον κινηματογράφο και το οποίο δεν έχει τελικά σχέση με το σινεμά. Είναι κάτι άλλο, δεν είναι σινεμά. Ουσιαστικά είναι η είσοδος τους προς το θάνατο. Λες και το ξέρουν οτι αυτοί θα πεθάνουν και τους αποχαιρετούν με αυτό το τραγούδι. Είναι κάτι, λοιπόν, που δεν έχει να κάνει με την πολιτική. Επιτρέπουν στον Έιντζελ, τον μεξικάνο, να έχει αυτή την απόκλιση, γιατί αυτό αποτελεί μέρος της ηθικής τους.

Α.Φ.: Όμως η ελπίδα βρίσκεται και στην τελευταία σκηνή της ταινίας, μετά το μακελειό, όπου ο Ράιαν, που είναι ο κυνηγός τους, φεύγει με τον γέρο Κορτς, που είναι ο μόνος που έμεινε από τη συμμορία, και τον γέρο του χωριού, αφήνοντας την υπόνοια οτι θα ξαναφτιαχτεί μια νέα συμμορία. Κι όταν φεύγουν τελικά οι τρεις τους είναι λίγο… viva la revolution!

Ν.Ν.: Αυτές είναι κάποιες υποχωρήσεις του Πέκινπα. Εγώ θεωρώ καθαρά εμβόλιμη αυτή τη σκηνή. Για μένα η ταινία τελειώνει με τον Ράιαν μόνο του έξω από το χωριό. Τελειώνει με την απέραντη μοναξιά του, γιατί έχασε κάποιους συντρόφους που ήταν στην απέναντι όχθη, αλλά που άξιζε να τους κυνηγήσει και ήξερε να τους κυνηγήσει. Χωρίς αυτούς είναι άχρηστος. Και ξέρεις, πάντα όταν σκέφτομαι την «Άγρια Συμμορία», μου έρχεται στο μυαλό το κεφάλι του Αλφρέντο Γκαρσία μέσα στη λεκάνη με τον πάγο, γιατί υπάρχουν και εκεί κάποιες σχέσεις αγάπης και συντροφικότητας, ανάμεσα στο κεφάλι και τον κυνηγό του κεφαλιού. Τα υπόλοιπα είναι λιγάκι γιατί πρέπει να γίνουν οι υποχωρήσεις, για να βγουν τελικά και οι ταινίες. Δεν γίνεται αλλιώς.



Η συνέντευξη έκλεισε κάπου εδώ, αλλά η συζήτηση συνεχίστηκε μέχρι αργά. Σταματήσαμε να μιλάμε για την ταινία και αρχίσαμε να μιλάμε για την ανάγκη σύστασης μιας ομάδας που θα πάρει στα χέρια της τον κινηματογράφο στον τόπο μας. Μιας καινούργιας συμμορίας. Μπήκα στο αυτοκίνητο και σκεφτόμουν. Δυο στενά πιο κάτω, φρέναρα απότομα μπροστά από δυο μηχανάκια που έστριψαν και χάθηκαν. Μέσα στο σκοτάδι διέκρινα τις φιγούρες των οδηγών τους. Ήταν ο Αργύρης και η Μαρίνα. Στα χέρια τους κρατούσαν μερικά τουφέκια τυλιγμένα σε κάτι κουβέρτες. Ποιος ξέρει; Μπορεί να ήταν και ιδέα μου.

Παρασκευή, Αυγούστου 01, 2014

Μουσική για να γίνεις καλύτερος άνθρωπος

Ήταν  Κυριακή πρωί, πριν κάνα δυο μήνες απ΄ότι θυμάμαι, που αποφάσισα οτι είχα ανάγκη να ακούσω κάτι καινούργιο. Κάτι φτιαγμένο από νέους μουσικούς που να κυκλοφόρησε τα τελευταία χρόνια ρε παιδί μου…  Γιατί, ας το παραδεχτούμε, η μουσική που έχω για παρέα την τελευταία τριακονταετία είναι αυτό ακριβώς –μουσική τριακονταετίας.

Κι επειδή δεν υπάρχει πλέον το Happening και ο Ασλάνογλου –να περάσω από εκεί, ν΄αράξω και να πληροφορηθώ για τα καινούργια πράγματα, αποφάσισα να ψάξω μέσω διαδικτύου. Με τον παλιό τρόπο όμως –δηλαδή ξεφυλλίζοντας περιοδικά. Μπήκα λοιπόν στη σελίδα του ΝΜΕ κι άρχισα το ξεψάχνισμα –κοίταξα κάτι λίστες, διάβασα διαγωνίως κάτι κριτικές, ότι μου χτύπαγε στο μάτι το γιουτούμπιαζα για να πάρω μια γεύση. Βρήκα κάμποσα ενδιαφέροντα πράγματα που κυκλοφορούν τώρα –συγκινήθηκα από δυο ψυχωτικές, τη Sharon Van Etten (με το λαδωμένο α λα PJ Harvey μαλλί) και τη Jessica Lea Mayfield (οτι κοντινότερο σε σχιζοφρένεια έχει κυκλοφορήσει στο μουσικό στερέωμα του αμερικάνικου νότου) –τέλος πάντων, αυτά είναι γούστα.

Γιατί πέρα από τα γούστα υπάρχουν και οι συγκροτηματάρες. Αυτοί που τους ακούς και τρέχεις να βρεις ότι έχουν κυκλοφορήσει και μετά παρακαλάς να τους δεις ζωντανά και να κυκλοφορήσουν καμιά δεκαριά δίσκους στο καπάκι –έτσι, μπας και χορτάσεις. Από την κυριακάτική μου εκείνη αναζήτηση,  κόλλησα σε δυο τέτοια συγκροτήματα.

Κατά πρώτον και σύμφωνα με τις ποταπές μουσικές μου καταβολές (οι οποίες με ωθούν στη λατρεία της φασαρίας), στους Parquet Courts. Τετραμελής Νεοϋρκέζικη (κατά δήλωσή τους) μπάντα της οποίας τα 3 μέλη κατάγονται από το Τέξας! Τους έχουν κατατάξει στα πανκ, ποστ πανκ συγκροτήματα, τους έχουν πει ψυχεδελικούς και slackers –σαχλαμάρες… Οι τύποι παίζουν αγνό garage και μάλιστα το παίζουν και σε γκαράζ (καταπληκτική η συναυλία τους στο ποδηλατάδικο του Mellow Johnny στο Όστιν!) Έχουν δώσει και μια συναυλία στο ΑΝ (όπως ανακάλυψα εκ των υστέρων) αλλά δεν τους ήξερα τότε –γαμώ την ατυχία μου γαμώ! Γενικώς, δίνουν συναυλίες, είναι τέτοιο συγκρότημα. Ηχογράφησαν τον δεύτερό τους δίσκο σε 3 μέρες (δηλαδή απλώς έπαιξαν τα κομμάτια ζωντανά και τα έγραψαν επιτόπου), είναι συνηθισμένα ατομάκια αλλά όχι φλούφληδες σαν κάτι σουπεργκρουπάρες που βλέπω να κυριαρχούν στο, και καλά, εναλλακτικό ροκ.
Γράφουν πρώτα τους στίχους και μετά τη μουσική –πράγμα σπάνιο για το είδος που παίζουν, αλλά όταν έχεις κάμποσο ταλέντο μπορείς να δέσεις δυνατό στίχο με ακόμα δυνατότερο ρυθμό και να βγάλεις αριστουργήματα. Παράδειγμα: το Master of my craft. Με ρεφρέν περισσότερο κολλητικό από τσίχλα σε αθλητικό παπούτσι διαθέτει στίχους όπως: «Έχω κάνει ρεκόρ, πάω για χρυσό μετάλλιο, χρυσό δίσκο, χρυσορυχείο/ έχω το όνομά μου τυπωμένο σε γλώσσες σε μπλουζάκια και σε μυαλά/ Ποιότητα κλινοσκεπασμάτων –υψηλή/ Συνδρομές μελών –υψηλές/ Χρέωση ανά ώρα –υψηλή/ Ένα λεπτό από το χρόνο σου;/ Ξέχασέ το!» 


Πουλάνε τον δεύτερό τους δίσκο το Light up Gold μαζί με το πρώτο τους ΕP το Tally All the Things That You Broke –εντυπωσιακό υλικό, κοφτερό, πεντακάθαρο και αρκούντως φασαριόζικο. Μιλάνε εκεί μέσα για απλά πράγματα –για τις Καριέρες στη Μάχη, τις μοναδικές καριέρες που έχουν απομείνει στους Αμερικάνους, για την έλλειψη έμπνευσης στο Borrowed Time (το οποίο στις συναυλίες το παίζουν κολλητά με το Master of my craft και παίρνουν κεφάλια κανονικά), για Stoned and Starving βόλτες στην πόλη («Έκοβα βόλτες στο Ρίτζγουντ, στο Κουίνς/ ξεφύλλιζα περιοδικά/ ήμουν τόσο μαστουρωμένος και πεινασμένος./ Διάβαζα συστατικά/ αναρωτιόμουν ‘μπορώ να το φάω αυτό;’/ ήμουν τόσο μαστουρωμένος και πεινασμένος»)


Δεν φοβούνται να ανακατέψουν τρίλεπτα με δεκάλεπτα κομμάτια, αυτό που τους νοιάζει είναι να πλακωθούν με τις κιθάρες κολλημένες στους ενισχυτές. Και δεν καταλαβαίνουν από ταμπέλες. Ο πρώτος δίσκος που άκουσε ο τραγουδιστής και κιθαρίστας τους Andrew Savage ήταν το Computer World των Kraftwerk, τον είχαν οι γονείς του στο σπίτι και τον έμαθε απέξω. Ο πρώτος δίσκος που αγόρασε: «Ήταν από ένα συγκρότημα που λεγόταν SMD —το οποίο φανταζόμουν οτι σήμαινε "Suck My Dick"—και το 7" λεγόταν  King of Drunk.Το παράγγειλα όταν το είδα στο Maximum RocknRoll, είχε ένα σκελετό να πίνει μπύρα και να κατουράει σε μια τουαλέτα και έγραφε ‘στείλε 8 δολάρια σ΄αυτή τη διεύθυνση’. Ο δίσκος ήρθε έξι μήνες μετά και είχε ένα σημείωμα όπου μου ζητούσαν συγνώμη για την αργοπορία».

Ο τρίτος δίσκος τους  (Sunbathing Animal –τίτλος εμπνευσμένος από τη γάτα τους που λιάζεται στο παράθυρο!)  δεν έχει την ωμότητα του προηγούμενου αλλά είναι πολύ πιο άρτιος τεχνικά. Και στιχουργικά φαίνεται οτι τα παιδιά αρχίζουν να κινούνται σε πιο δύσβατα μονοπάτια.  Κομμάτια όπως το Dear Ramona που μιλάνε για μια κοπέλα η οποία «Γεννήθηκε σε μια αφύσικη πολιτεία που κανένας πατέρας δεν τη διεκδικεί/ Αυτή την κόρη που αποταμιεύει συνδρομές από παραστάσεις στις οποίες κανένας δεν την έχει δει να παίζει/ Φτιάχνει πρωινό για δύο κάθε πρωί και πίνει καφέ χωρίς ζάχαρη το βράδυ/ Κι όποιον έπεσε στο κρεβάτι μαζί της μπορείς να τον διαβάσεις στο σημειωματάριό της».

Στην κριτική για την αθηναϊκή τους συναυλία που δημοσιεύεται στο Avopolis διαβάζω μεταξύ των άλλων: «Mε διθυράμβους που δεν σ’ αφήνουν να τους προσπεράσεις σαν μία ακόμα indie μετριότητα χωρίς να τους ακούσεις, και με διπλή αναφορά στο τελευταίο τεύχος του Rolling Stone, οι Parquet Courts έφτασαν από το Μπρούκλιν στην Αθήνα υποσχόμενοι κάμποσα. Παρά το ρίσκο που εμπεριέχει, το να βλέπεις μια μπάντα «τώρα που συμβαίνει» είναι πάντα συναρπαστικό (ποιος αλήθεια δεν θα 'θελε να είχε προλάβει τους Franz Ferdinand στο Ρόδον;). Κι όμως, κάτι λιγότερο από τα 2/3 της μικρής χωρητικότητας του An Club γέμισαν. Γιατί ο Έλληνας ακροατής πολύ πιο εύκολα επιλέγει να μαγευτεί από το μοναδικό-υπερθέαμα-του-The Wall-ξανά-στην-πόλη-σας, ή να θαυμάσει τον Γιάννη Χαρούλη με λίγο τσίπουρο κρυμμένο στην τσάντα, από το να κοιτάξει τι γίνεται λίγο παραέξω. Τα ξέρετε αυτά.»
Κι ο συντάκτης καταλήγει οτι οι Parquet Courts είναι: «μια μπάντα τόσο καλή, που μάλλον δεν θα μπει στον κόπο να γίνει σπουδαία.»
Συμφωνώ διαφωνώντας – η σπουδαιότητα των Parquet Courts έγκειται στο ότι ποτέ δεν θα μπουν στον κόπο να γίνουν σπουδαίοι.

Το δεύτερο συγκρότημα που με εντυπωσίασε και (με όση αντικειμενικότητα μού απομένει μπορώ να διακρίνω οτι) είναι σημαντικότερο από τους Parquet Courts –ονομάζεται Wolf Alice. Από το Λονδίνο της Αγγλίας –το κανονικό -τρία αγόρια κι ένα κορίτσι  έχουν βαλθεί να ξανακάνουν την ποπ συνταρακτική.

Αυτό το συγκρότημα λειτουργεί σε διάφορα, αλληλοσυμπληρούμενα,  επίπεδα. Έχουν κάτι μελωδίες σα να περπατάς σε αμμουδερή θάλασσα και να πατάς αχινό, έχουν στίχους μελαγχολικούς όπως θα περίμενες από ένα σωστό εφηβικό ποπ συγκρότημα και τα βιντεοκλίπ τους είναι αριστουργήματα νεανικής οργής και καταγγελίας. Α ναι –στις συναυλίες τους ξεσκίζουν τα κομμάτια τους σε εκτελέσεις που θα ζήλευαν κάμποσα hardcore συγκροτήματα.  Δίνω παράδειγμα:
Υπάρχει αυτό το τραγούδι τους που λέγεται «Fluffy». Η μουσική του ξεκινάει από φολκ ποπ  («λόγω των περιορισμένων μέσων που είχαμε στην αρχή, δεν είχαμε ηλεκτρικές κιθάρες ούτε ενισχυτές και δεν ξέραμε κανέναν που να παίζει ντραμς», λέει η Ellie) για να καταλήξει σε κανονικό βομβαρδισμό για headbangers,( «γιατί βλέπω το υπόλοιπο συγκρότημα να αδημονεί και θέλω να τους δώσω κάτι για να χτυπηθούν», λέει ο Theo). Οι στίχοι του είναι ήδη γνωστοί σε όποιον έχει ακούσει αξιοπρεπή ποπ από την εποχή των Beatles και δώθε: «Μοιάζεις έξυπνος αλλά δε με νοιάζει/ δεν ψάχνω για έρωτες/ θα πούλαγα την ψυχή μου για να γλιτώσω από εδώ πέρα!/ Τι μπορεί κανείς να κάνει σε μια πεθαμένη πόλη;/ Δεν το πιστεύω οτι ζω εδώ/ κι έτσι ψάχνω για φτηνές συγκινήσεις με τον τρόπο που εγώ ξέρω/ 16 χρονών!/ Τόσο γλυκιά!/ 16 χρονών!»Το βιντεοκλίπ παρουσιάζει την ιστορία του συγκροτήματος –πώς τα δυο αρχικά μέλη του συνάντησαν τα υπόλοιπα δυο. Και ο τίτλος του τραγουδιού είναι το όνομα τού γάτου τους!

Απ΄όπου κι αν το πιάσεις βρωμάει αριστούργημα!

Έχουν κυκλοφορήσει ένα ΕΡ και ένα σινγκλ, περιοδεύουν συνέχεια κι ακούγεται οτι ετοιμάζουν τον πρώτο τους δίσκο –φυσικά σαρώνουν στα ανεξάρτητα τσαρτ κι εκεί έξω τους περιμένουν σαν τον Χριστό στα Ιεροσόλυμα. Έχουν περισσευούμενο ταλέντο και απεριόριστο θράσος, δεν έχουν αναστολές, δεν κωλώνουν να αναμείξουν ντίσκο με φολκ και χαρντκορ με ποπ –παίζουν την καλύτερη μουσική που άκουσα τα τελευταία χρόνια κι ας μου αρέσουν λιγότερο από τους Parquet Courts.
Το Blush είναι, μάλλον ένα από τα 30 καλύτερα τραγούδια που έχω ακούσει στη ζωή μου, το βίντεό του είναι σκέτο ποίημα και το Moaning Lisa smile είναι ο εξυπνότερος τίτλος τραγουδιού που έχω δει τα τελευταία χρόνια. Και μιλάνε ανοιχτά για ομοφυλοφιλία, εφηβικό τραμπουκισμό, εχθρικές πόλεις, περίεργους έρωτες –όλα αυτά που απασχολούσαν τους νέους από την εποχή του Κάιν και του Άβελ και δώθε…


Περισσότερες πληροφορίες για τα συγκροτήματα:


Πέμπτη, Μαΐου 29, 2014

"Εμείς είμαστε εσείς. Εγώ είμαι εσύ."

Κυρίως ήταν πρόβλημα διάθεσης –αυτό ήταν. Αν έχεις κάτι όμορφο να πεις, δε βλέπεις την ώρα να το κάνεις. Αν έχεις κάτι ενδιαφέρον, σε τρώει μέχρι να το μοιραστείς με άλλους –ξέρεις τώρα, σκέφτεσαι τις εκφράσεις που θα πάρουν όταν το διαβάσουν (ή το ακούσουν) και σκέφτεσαι τις εκφράσεις που θα χρησιμοποιήσουν για να το σχολιάσουν.. Αλλά δεν υπάρχουν πλέον όμορφα πράγματα εδώ πέρα, ούτε ενδιαφέροντα. Μόνο ενοχλητικά, εκνευριστικά κι ακόμα χειρότερα… Μια αποκτήνωση τόσο πυκνή που δεν κόβεται ούτε με μπαλτά (εδώ υπάρχει μια ατυχής προσπάθεια χιούμορ μέσω της υπόθεσης Μπαλτάκου, αλλά μη δίνεις σημασία).

Όπως και να’χει, ζω σε μια χώρα η οποία γουστάρει τη μεταφορά ευθυνών και την απραξία. Κάποιοι θέλουν να καθαρίζουν για πάρτη τους τα τάγματα εφόδου των φασιστών και κάποιοι άλλοι βολεύονται με το οτι υπάρχουν τα τάγματα εφόδου των φασιστών, άρα δεν μπορούν να κάνουν τίποτα οι ίδιοι –κάτσε μέχρι να πέσουν (από μόνοι τους) οι φασίστες και μετά βλέπουμε… Κοντολογίς η επανάσταση κοντοζυγώνει από μόνη της –τώρα, αν είναι κι «εθνοσωτήριος» τι να γίνει; Εμείς ήμασταν ανέκαθεν με την επανάσταση…

Να –αυτά είναι που δε γουστάρω να γράφω. Να λέω ή να αναλύω. Με αηδιάζουν ρε παιδί μου. Γι΄αυτό και δεν τα πολυγράφω, πλέον.

Αλλά τώρα βρήκα κάτι όμορφο και ενδιαφέρον. Το οποίο βέβαια δεν συμβαίνει σε αυτή την κωλοχώρα που ζω, ούτε και πρόκειται να συμβεί για όσο ζω –και το στηρίζω αυτό σε προσωπική εμπειρία.

Το γεγονός είναι οτι στις 26 Μαϊου 2014 διαβάσαμε τα τελευταία λόγια του Υποδιοικητή Μάρκος, ξέρουμε όλοι ποιος είναι (ή μάλλον ήταν) αυτός –έτσι; Βοηθάω –λευκός, αγνώστου ταυτότητας (μέχρι πριν κάποια χρόνια τουλάχιστον) ο οποίος πέρασε μεγάλο διάστημα της ζωής του στην Τσιάπας και ειδικά στη Ζούγκλα Λακαντόνα μαζί με τους ιθαγενείς μέχρι να ξεκινήσει το Κίνημα των Ζαπατίστας. Στον στρατό των Ζαπατίστας ο ανώτερος βαθμός ήταν αυτός του Υποδιοικητή επειδή Διοικητής ήταν η Γενική Συνέλευση.

Κάνοντας έναν μικρό απολογισμό της δράσης των Ζαπατίστας ο Μάρκος λέει:
«Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι κάποιοι πιστεύουν πως κάναμε λάθος με την επιλογή μας αυτή – ότι δηλαδή ένας στρατός δεν μπορεί και δεν πρέπει να προσπαθεί να επιβάλλει την ειρήνη. Με πολλούς τρόπους η σκέψη αυτή είναι σωστή αλλά ο κύριος λόγος για την επιλογή μας ήταν και είναι, το γεγονός ότι με μάχες, θα καταλήγαμε να εξαφανιστούμε. Ίσως κάναμε λάθος με την επιλογή να καλλιεργήσουμε τη ζωή αντί να υμνούμε τον θάνατο.
Αλλά κάναμε αυτή την επιλογή κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο και ακούγοντας ο ένας τον άλλο – βάση της συλλογικότητας που είμαστε. Εμείς επιλέξαμε εξέγερση. Με άλλα λόγια, εμείς επιλέξαμε τη ζωή.
Γνωρίζαμε και γνωρίζουμε ότι ο θάνατος είναι απαραίτητος ώστε να υπάρξει η ζωή και ότι για να ζήσουμε πρέπει να πεθάνουμε.
Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι είκοσι χρόνια μετά ότι το ‘τίποτα για μας’ (σ.σ. ολόκληρο το σύνθημα ήταν: «όλα για όλους, τίποτα για μας») , η φράση αυτή αποδείχθηκε όχι απλώς μια καλή φράση για πανό και τραγούδια, αλλά μια πραγματικότητα.
Αν η συνέπεια είναι αποτυχία, τότε η ασυνέπεια είναι ο δρόμος προς την επιτυχία – η διαδρομή προς την εξουσία. Αλλά δεν θέλουμε να πάμε εκεί. Δεν μας ενδιαφέρει. Μέσα σε αυτές τις παραμέτρους, προτιμούμε να αποτύχουμε παρά να νικήσουμε».

Η αντίστιξη των εννοιών υπήρξε αγαπημένο εκφραστικό μέσο των Ζαπατίστας. Έλεγε ο Μάρκος σε μια παλιότερη ομιλία του, περιγράφοντας το ξεκίνημα της εξέγερσης:
«…Όμως, καθώς είχαμε πάει στην πόλη, μας είδε εκεί πολύς κόσμος. Και η ανησυχία μας ήταν τι θα απογίνουν οι οικογένειες των συντρόφων, ότι θα τους κάνανε κακό, γιατί όλοι γνωρίζονται στις κοινότητες … Έτσι μας ήρθε η ιδέα να καλύψουμε τα πρόσωπά μας: άλλοι τα κάλυψαν απλώς με ένα μαντήλι και άλλοι με κουκούλες. Και πήραμε την πόλη υπό τον έλεγχό μας. Και έφτασαν δημοσιογράφοι απ΄ όλα τα μέρη, άρχισαν να τραβάνε φωτογραφίες και τότε έγινε σύμβολό μας η κουκούλα, που ήταν μαύρη γιατί έχουμε το χρώμα της γης, και έτσι αρχίζει να γίνεται γνωστό σε όλο τον κόσμο αυτό που συμβαίνει…
Όταν λοιπόν ξεσηκωθήκαμε, άρχισαν να έρχονται οι ειδήσεις του πώς είναι οι ιθαγενικές κοινότητες στην Τσιάπας και αρχίζουν όλοι να μας κοιτάνε και να ακούνε τη φωνή μας. Γι’ αυτό εμείς λέμε ότι όταν κρύψαμε τα πρόσωπά μας μάς είδαν, ενώ όταν κυκλοφορούσαμε έτσι, ‘φυσιολογικοί’, κανείς δεν μας έδινε σημασία.»

Όλα αυτά είναι όμορφα κι ο τρόπος έκφρασης του Μάρκος είναι κάμποσο ποιητικός –θα αρκούσε αυτό μόνο για να αναχθεί σε επαναστατικό λόγο σε μια εποχή που κυριαρχείται από την ανιστόρητη αποκτήνωση. Αλλά η αποχώρηση του Μάρκος συνοδεύεται από τη σημαντικότερη έκφραση του αντιεξουσιαστικού προτάγματος που έχει καταγραφεί εδώ και αιώνες.
Πρόσεξε λίγο:

«Το πρωί της 1ης Ιανουαρίου του 1994, ένας στρατός γιγάντων – ή αυτόχθονων ανταρτών – συγκλόνισαν τον κόσμο με τα βήματα τους, όταν κατέβηκαν στις πόλεις [της Τσιάπας]. Λίγες μέρες αργότερα, με το αίμα των νεκρών μας ακόμα στους δρόμους, συνειδητοποιήσαμε ότι εκείνοι στο εξωτερικό δεν μας βλέπουν. Έχοντας συνηθίσει να κοιτούν αφ’υψηλού τις κοινότητες των ιθαγενών, δεν κοίταξαν πάνω για να μας δουν, έχοντας συνηθίσει να μας βλέπουν να ταπεινωνόμαστε, οι καρδιές τους δεν καταλάβαιναν την αξιοπρεπή εξέγερση μας. Αντ’ αυτού, επικεντρώνονταν μόνο στα πρόσωπα μας ως μιγάδες, το πρόσωπο του μιγά που θα μπορούσαν να δουν όταν φοράει κουκούλα. Οι αρχηγοί μας τότε είπαν: ‘Βλέπουν μόνο τα πράγματα που είναι σύμφωνα με το δικό τους επίπεδο, όσο ασήμαντα κι αν είναι. Ας βάλουμε κάποιον στο επίπεδο τους, έτσι ώστε να μπορούν να τον δουν και, μέσω αυτού, να μπορούν να δουν και μας’.
Και έτσι ξεκίνησε ένας σύνθετος ελιγμός της απόσπασης της προσοχής: ένα μαγικό τέχνασμα που ήταν φοβερό και θαυμάσιο, μια κατεργάρικη κίνηση που ταιριάζει στην ιθαγένικη καρδιά μας. Η εγχώρια σοφία των ιθαγενών προκάλεσε τον μοντέρνο κόσμο, σε ένα από τα προπύργια της – τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η κατασκευή της προσωπικότητας που ονομάζεται Μάρκος είχε αρχίσει».

Και για όσους δεν το κατάλαβαν –συνεχίζει:
«… Σας είπα ότι τότε ξεκίνησε η κατασκευή της προσωπικότητας. Αν μου επιτρέπετε να καθορίσω την προσωπικότητα Marcos, θα ήθελα να πω χωρίς δισταγμό ότι ήταν μια μεγάλη μεταμφίεση.
Μέσα στο κίνημα, η πρόοδος των ανθρώπων ήταν εντυπωσιακή. Και αυτός είναι ο λόγος που ξεκινήσαμε το μάθημα ‘Ελευθερία Σύμφωνα με τους Ζαπατίστας’. Συνειδητοποιήσαμε ότι υπήρχε τώρα μια γενιά που θα μας κοιτάξει στα μάτια και ήταν ικανή να μας ακούει και να μιλάει για εμάς, χωρίς να περιμένει την ηγεσία ή κάποια καθοδήγηση – χωρίς να σκοπεύει να διατάξει ή να υπακούσει. Η προσωπικότητα του Μάρκος δεν ήταν πλέον αναγκαία. Το επόμενο στάδιο του αγώνα των Ζαπατίστας ήταν έτοιμο.
Σύμφωνα με τις πεποιθήσεις μας και την πρακτική μας, η εξέγερση δεν χρειάζεται ηγέτες και προσωπικότητες, μεσσίες ή σωτήρες. Για να αγωνιστείς χρειάζεται μόνο να έχεις μια αίσθηση ντροπής, έναν βαθμό αξιοπρέπειας, και πολλή οργάνωση. Τα υπόλοιπα είτε εξυπηρετούν την συλλογικότητα είτε δεν εξυπηρετούν καθόλου.»

Κουβέντες, βαθυστόχαστες αναλύσεις, μπόλικη ψυχανάλυση για το ρόλο του ηγέτη –για την ανάγκη της αναφοράς του λαού σε κάτι «πέρα, πάνω και έξω» από αυτόν, παραμύθια για την «επαναστατική ωρίμανση του λαού», οδηγίες χρήσης για την «ανάπτυξη ταξικής συνείδησης» -κολοκύθια με τη ρίγανη…
Χρειάζονταν οι άνθρωποι εκεί πέρα κάποιον να βγαίνει και να τους εκπροσωπεί, κάποιον που να «μιλάει τη γλώσσα» των δυτικών Μ.Μ.Ε. κάποιον «ορατό» κι έτσι γεννήθηκε ο Μάρκος. Κι ο «Αρχηγός», ο «Φωτισμένος», ο «Ηγέτης» ήταν απλώς η βιτρίνα, το φερέφωνο του κινήματος –σκέψου κάτι πιο κοντά στον κολεκτιβισμό και την αναρχία αν μπορείς!
Αυτά δεν είναι καινούργια πράγματα για τον Μάρκος, τα έλεγε και παλιότερα προετοιμάζοντάς μας οτι κάποια στιγμή θα τα πράξει:
«Ο Μάρκος δεν υπάρχει, δεν είναι -είναι μία σκιά, είναι η κορνίζα ενός παραθύρου. Αν πίσω μου βλέπετε τους συντρόφους μου διοικητές, τους αρχηγούς μου, πρέπει να σταθείτε από την άλλη μεριά, τη μεριά των κοινοτήτων και να καταλάβετε πολύ καλά πως όταν τους βλέπουμε είναι ακριβώς ανάποδα, εκείνοι είναι μπροστά από εμάς. Αυτό το παράθυρο θα θέλαμε να χρησιμέψει για να σκύψετε πάνω σ’ αυτό που είμαστε, αυτό που υπάρχει πίσω από μένα, και πίσω από τους διοικητές μας: στους ιθαγενικούς λαούς και σ’ όλη την κατάσταση της αδικίας, της φτώχειας, της εξαθλίωσης.
Είναι επίσης ένα παράθυρο για να δουν από την άλλη πλευρά οι ιθαγενικές κοινότητες, να σκύψουν και να δουν εσάς. Για να δουν ότι η καλοσύνη και η κακία δεν έχει να κάνει με τη γλώσσα ή με το χρώμα των ματιών.
Τόση προσοχή, τόση αγωνία, τόση πίεση για κάτι που σε τελευταία ανάλυση είναι μία κουκούλα αδειανή, είναι απλά μια κακή φωτοχυσία που συγκρατεί τον αγώνα μας. Εμείς, όμως, θέλουμε να σας ζητήσουμε ένα πράγμα. Με τον κατάλληλο φωτισμό μία κορνίζα παραθύρου γίνεται και καθρέφτης. Είμαι σίγουρος ότι αν κοιτάξετε καλά θα καταφέρετε αν δείτε εσάς τους ίδιους. Και αυτό είναι που θέλουμε να σας ζητήσουμε, αυτό είναι που θέλουμε να καταλάβετε. Εμείς είμαστε εσείς. Εγώ είμαι εσύ.»

Κάπου εδώ θα ρωτήσει ο εξυπνάκιας: «δηλαδή ο Μάρκος ήταν απλώς μια μαριονέτα; ένας ηθοποιός που έπαιζε ένα ρόλο;»

Ας αφήσουμε τον ίδιο τον Υποδιοικητή να απαντήσει:

«Η σιωπή του πλήθους είπε: ‘Περίμενε, συντρόφε. Μην φεύγεις’. Αλλά ο Μάρκος δεν είχε ακόμη τελειώσει. Συνέχισε παραθέτοντας μια σειρά από νεκρούς ή εξαφανισμένους συντρόφους, και πολιτικούς και κοινωνικούς κρατούμενους από την Ατένκο, την Ostula, την Oaxaca, την Πόλη του Μεξικού, την Ιταλία, την Τσιάπας, την Ελλάδα, την Παλαιστίνη, την Chéran, την Guerrero, την Morelos, την Puebla, την Chihuahua, την Sonora, την Jalisco, την Sinaloa και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Επίσης διάβασε τα ονόματα των μεταναστών και των Mapuches, λέγοντας:
‘Αυτή τη στιγμή, σε άλλα μέρη του Μεξικού και του κόσμου, ένας άνδρας, μια γυναίκα, ένας γκέι, ένα αγόρι, ένα κορίτσι, ένας γέρος, μια ηλικιωμένη γυναίκα, μια μνήμη, έχει πληγεί από κοντινή απόσταση, από ένα σύστημα που προχωρά σε αδηφάγα εγκλήματα, μαχαίρια, νεκρούς, χλευασμούς, εγκατάλειψη…
Η αδικία έχει τόσα πολλά ονόματα και προκαλεί τόσες πολλές κραυγές. Και μην ξεχνάμε ότι, ενώ ένα άτομο ψιθυρίζει, κάποιο άλλο κραυγάζει. Ακούγοντάς τους θα πρέπει να ενεργοποιηθούμε, ώστε να βρούμε μια διαδρομή που μετατρέπει την αδικία σε κάτι γόνιμο. Το μόνο που χρειάζεται είναι να χαμηλώσετε το κεφάλι σας και να ανυψώσετε την καρδιά σας.
Η δικαιοσύνη που θέλουμε είναι η συνεχής και η επίμονη αναζήτηση της αλήθειας.
Πιστεύουμε ότι είναι απαραίτητο κάποιος από μας να πεθάνει, έτσι ώστε ο Γκαλεάνο να μπορεί να ζήσει. Έτσι, έχουμε αποφασίσει ότι σήμερα, ο Marcos πρέπει να πεθάνει.
Και σε αυτές τις πέτρες που έχετε αφήσει στον τάφο του, θα μάθετε να μην πουλήσετε τον εαυτό σας, να μην παραδοθείτε και να μην ενδώσετε.’
Στις 2:08 π.μ., δηλώνω ότι ‘ο Εξεγερμένος Μάρκος – ο αυτοαποκαλούμενος υποδιοικητής από ανοξείδωτο χάλυβα – παύει να υφίσταται’.
***********************************************************
Δύο λεπτά αργότερα, μετά από κάποια χιουμοριστικά υστερόγραφα που χρησιμοποιήθηκαν για να ανυψώσουν λίγο την διάθεση, ο ‘Μάρκος’, αποχώρησε από τη σκηνή για πάντα. Τα φώτα έσβησαν και ένα κύμα χειροκροτημάτων ακολούθησε από το πλήθος των οπαδών του έκτου και από τις βάσεις στήριξης των Ζαπατίστας και των αγωνιστών.
Στιγμές αργότερα η φωνή του πρώην υποδιοικητή ακούστηκε και πάλι, αλλά εκτός σκηνής, λέγοντας: ‘Καλημέρα σύντροφοι. Το όνομά μου είναι Γκαλεάνο. Εξεγερμένος Γκαλεάνο. Μου είπαν ότι, όταν θα ήταν να γεννηθώ και πάλι, θα ήταν συλλογικά’.
***
Εξεγερμένος Γκαλεάνο.
Μεξικό Μάϊος του 2014.»

Αυτά ειπώθηκαν μέσα στ΄άλλα κι εδώ υπάρχει το πλήρες κείμενο, αν θέλεις να το διαβάσεις.

Όταν λοιπόν θα κάθεσαι και θα αναλύεις την άνοδο του φασισμού και τις κάθε λογής κλεπτοκρατίες (ωραίος προσδιορισμός, μα την αλήθεια, για να μην πεις το πραγματικό όνομα του συστήματος!) –τότε, θυμήσου ότι:
«…η εξέγερση δεν χρειάζεται ηγέτες και προσωπικότητες, μεσσίες ή σωτήρες. Για να αγωνιστείς χρειάζεται μόνο να έχεις μια αίσθηση ντροπής, έναν βαθμό αξιοπρέπειας, και πολλή οργάνωση. Τα υπόλοιπα είτε εξυπηρετούν την συλλογικότητα είτε δεν εξυπηρετούν καθόλου».

Και πού ξέρεις…

Πέμπτη, Απριλίου 10, 2014

"Αρχίζω να χάνω -την υπομονή μου"


Εγώ λοιπόν ενοχλούμαι. Και εκνευρίζομαι. Κι ο λόγος της ενόχλησης και του εκνευρισμού έχει να κάνει, τις περισσότερες φορές, με τα διαφορετικά μέτρα και σταθμά αξιολόγησης και το υπόγειο θάψιμο. Δηλαδή, όταν ο έτσι κάνει το άλφα είναι ωραίος, όταν όμως το άλφα το κάνει ο γιουβέτι είναι φτυστέος. Κι ακόμα περισσότερο μου τη δίνουν κάτι κριτικές/παρουσιάσεις (όπως θέλεις πέστο) που ξεκινάνε με το απόφθεγμα: «οι τάδε είναι καταπληκτικοί» και συνεχίζουν με τόσα «ναι μεν, αλλά» θαψίματα ώστε στο τέλος μένεις με 2 απορίες: α) καλά –αν έχουν όλα αυτά τα κουσούρια, τι σόι καταπληκτικοί είναι; β) αν δηλαδή ο γράφων δεν τους θεωρούσε καταπληκτικούς τι θα έγραφε; οτι πρέπει να ανασκολοπιστούν στην πλατεία Συντάγματος;
Ενοχλούμαι λοιπόν γιατί, σαν απλοϊκός άνθρωπος που έτυχε να μπλέξει με την κοινωνιολογία έχω την τάση να βάζω τα πάντα σε φόρμες –εδώ ο έτσι, εκεί ο γιουβέτσι, παραδίπλα ο κοτέτσι και να δούμε που θα χώσουμε τον κοκορέτσι…
Τώρα, ο Άρης Καραμπεάζης τυγχάνει (κατά δήλωσή του) δικηγόρος. Έχουμε και παρόμοια κολλήματα, απ΄ότι έχω καταλάβει, επειδή κι εκείνος διατηρούσε μια στήλη στο Popaganda την οποία ονόμασε «Λευκός Θόρυβος», όπως ονομάζω κι εγώ αυτό το μπλογκ.
Η αρχική μου «γνωριμία» (μέσω των γραπτών του βέβαια, εξ ου και τα εισαγωγικά) συνέβη μέσω ενός σχολίου του στο e-tetradio όπου έμπλεκε τους Χαοτική Διάσταση με τους Χωρίς Περιδέραιο (κράτα το αυτό για παρακάτω) και κάποια εκπομπή της Δήμητρας Γαλάνη στην κρατική τηλεόραση καταλήγοντας οτι μπορεί η Γαλάνη να τσίμπαγε ένα εβδομηντάρι αλλά «δαύτοι οι πάνκηδες δεν αγαπάνε το χρήμα»!!!! Εντελώς ακατανόητο σχόλιο βεβαίως αλλά δικαίωμά του. Εκεί που είχα ένσταση ήταν στο χαρακτηρισμό «πάνκηδες» για τους Χωρίς Περιδέραιο (κράτα το κι αυτό).

Εμείς τώρα που κάνουμε αυτό το ντοκυμαντέρ για την ανεξάρτητη μουσική σκηνή της Αθήνας του ’80, το «Εδώ δεν υπάρχει Άσυλο», μιλήσαμε με κάποια από τα συγκροτήματα του ντοκυμαντέρ και διοργανώσαμε (μαζί με το Gagarin 205) μια συναυλία οικονομικής ενίσχυσης και όχι μόνο –περισσότερα για το θέμα εδώ.
Σε αυτή τη συναυλία ήρθε ο Άρης Καραμπεάζης και την παρουσιάζει (λέμε τώρα) στο mic. Το οποίο είναι επίσης δικαίωμά του, όπως είναι βέβαια και δικό μου δικαίωμα να ενοχλούμαι. Όχι επειδή ο άνθρωπος θάβει κάμποσα από τα συγκροτήματα της συναυλίας (γούστα είναι αυτά), όχι επειδή ως επαγγελματίας δημοσιογράφος όφειλε να καθίσει μέχρι το τέλος της συναυλίας –εφόσον ήθελε να την παρουσιάσει –αλλά δεν το έπραξε (ποιος τον έχασε τον επαγγελματισμό για να τον βρουν οι δημοσιογράφοι!). Ενοχλούμαι επειδή παρουσιάζει ένα δικολαβίστικο κείμενο για ένα θέμα το οποίο, καταφανώς δεν γνωρίζει και κανένας δεν βγαίνει να του πει: «αφού σε χαλάει ρε αγόρι μου –τι ασχολείσαι;»


Κι όμως ασχολείται:

«Κατά καιρούς, παρότι επόμενης γενιάς, αισθάνομαι την ανάγκη σε διάφορα forum, blog κλπ να υπερασπιστώ μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματος μου (λέμε τώρα), όσους αρχίζουν τα "μας πρήξατε με το ελληνικό πανκ και το new wave και τα 80s" κλπ, αλλά λόγω επαγγέλματος έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι εκτός δικαστηρίων καλό είναι να υπερασπίζεται ο καθένας την πάρτη του και μόνο (εντός πάλι όχι, και δεν το λέω για να μη μείνουμε από δουλειά- μόνο)».
Εντάξει –ξεπέρνα το παραληρηματικό της συγκεκριμένης παραγράφου και κάνε μια προσπάθεια να βγάλεις κάποιο νόημα. Ας υποθέσουμε λοιπόν (γιατί σίγουροι δεν μπορούμε να είμαστε) οτι εδώ ο Καραμπεάζης θεωρεί ότι κάποιοι τα έχουν πρήξει σε κάποιους άλλους με το ελληνικό πανκ και το  νιού γουέιβ του ’80 (αν καταλαβαίνω καλά). Ερώτημα: ποιοι είναι οι πρήχτες; Τα συγκροτήματα έχουν δώσει συνεντεύξεις μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού τα τελευταία 2-3 χρόνια, τα άρθρα που έχουν γραφτεί για αυτή τη σκηνή δεν είναι πάνω από 5-6… Άρα, δεν είναι αυτοί που «τους» τα έχουν πρήξει.
Μήπως τους τα πρήξαμε εμείς που κάναμε κάποιες συνεντεύξεις εν όψει της συναυλίας στο Gagarin; Όμως αυτή είναι η πάγια πολιτική του συγκεκριμένου χώρου –δηλαδή ΚΑΘΕ ΣΥΝΑΥΛΙΑ που γίνεται εκεί την προωθεί με συνεντεύξεις, παρουσιάσεις κλπ. Τα ίδια έκανε για την επετειακή συναυλία του Πουλικάκου, τα ίδια έκανε για τη συναυλία του Νικήτα Κλιντ ή τους Nightstalker, τα ίδια έκανε για τους Fall, τα ίδια έκανε και για τον Ρακιντζή. Μόνο εμείς (και μόνο η ανεξάρτητη σκηνή του ΄80) είμαστε οι πρήχτες;  Ή να υποχρεώσουμε το Gagarin να κρατάει κρυφές τις συναυλίες του; Όλες τις συναυλίες; Ή μόνο κάποιες;
Μήπως τελικά οι πρήχτες είναι ο κόσμος που ασχολείται με αυτά τα συγκροτήματα; Οι πιτσιρικάδες που γέμισαν το Gagarin μαζί με τους μεσήλικες τους συνομηλίκους μου; «…αλλά λόγω επαγγέλματος έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι εκτός δικαστηρίων καλό είναι να υπερασπίζεται ο καθένας την πάρτη του και μόνο» -τι καταλαβαίνεις εσύ από αυτό;

Οι παλιές αγάπες δεν ξεχνιούνται –γι΄αυτό κι ο Καραμπεάζης ξανανοίγει, εφ΄όλης της ύλης, το θέμα Metro Decay –έχει και ψωμί βλέπεις…

«Θυμάμαι την προ δύο ετών συνέντευξη του Κώστα Μάστορη και τις έντονες αντεγκλήσεις που προκάλεσε όταν σχολιάστηκε στο Δισκορυχείον του Φώντα Τρούσα. Αντεγκλήσεις που κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τους Metro Decay σχεδόν απαγορεύεται να τους αγγίζουμε, πολλώ δε μάλλον να τους αμφισβητούμε, ακόμη και αν ορθά- κοφτά πιστεύουμε κάποιοι από εμάς, που τολμήσαμε να εκφέρουμε άποψη, ότι έχουν ηχογραφήσει τον καλύτερο δίσκο της ελληνικής σκηνής, από χτίσεως κόσμου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν αλάνθαστοι βέβαια».
Ο ορισμός της στρεψοδικίας περιέχεται τόσο περιεκτικά σ΄αυτή την παράγραφο! Γιατί βέβαια ΚΑΝΕΝΑΣ, ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ (και το γράφω επειδή συμμετείχα σε εκείνον τον καυγά) δεν ισχυρίστηκε οτι απαγορεύεται να αγγίζονται οι Metro Decay. Δικαίωμα του κάθε Τρούσα, Καραμπεάζη –δικαίωμα του καθενός μας με δυο λόγια –να έχει την οποιαδήποτε άποψη και να τη δημοσιοποιεί. Αλλά εξίσου δικαίωμα του καθενός μας να διαφωνεί με μια δημοσιοποιημένη άποψη και να εκφράζει τη διαφωνία του! Χαρακτηρίζοντας αυτή την έκφραση διαφωνίας ως απαίτηση «να μην αγγίζεται» ένα θέμα ο Καραμπεάζης κάνει αυτό ακριβώς που κατακρίνει –απαιτεί οι δημοσιευμένες απόψεις κάποιων (και βέβαια όχι των Metro Decay) να μην αμφισβητούνται!

Και για να αποδείξει οτι «κάποιες απόψεις είναι πιο ίσες από τις άλλες», ο Καραμπεάζης διαστρεβλώνει μια άποψη του Κώστα του Μάστορη:
«Σε πρόσφατο κείμενο του Κώστα Μάστορη υπό τον ωραίο τίτλο "Κανονικά εμείς είμαστε οι γηπεδούχοι" (που κρύβει από πίσω του μια ακόμη πιο ωραία ιστορία) ανασύρονται ρήσεις του Μαρκ Τουαίην περί κριτικών που δεν πηδάνε και περί ευνούχων που δεν παίζουν μουσική (ή κάπως έτσι) και η τελική φράση προς όσους τολμήσουν να σχολιάσουν κάποια από τα ελαττώματα των Metro Decay είναι το (αμίμητο για μένα) "παιδιά ήταν βρε ζώα".»
Τι έγραφε ο Μάστορης;
«Αυτο που δεν αλλαξε ποτε ηταν το πως μας αντιμετωπιζουν οι συνομηλικοι, οι ιδιοι αυτοι που εκραζαν στο Σπορτινγκ τον Σεπτεμβρη του 82. Τι κριμα που εκεινη τη μερα πηγαμε στη συναυλια με τα ποδια... Επρεπε να ειχαμε ερθει απο καποια επαρχιακη πολη της Ουαλιας, ετσι τα φαλτσα μας θα ερμηνευονταν σαν πρωτοπορια και οι τεχνικες μας ατελειες σαν πειραματικη διαθεση. Αντ´αυτου εχω να ανεχθω επιπλεον και αυτους που 30 χρονια μετα σταζουν φαρμακι για μια παρεα παιδιων που γουσταρε να δημιουργησει τη δικη της μουσικη ιστορια. Παιδια ηταν βρε ζωα! Σημερα θα παιζανε στο schoolwave και θα χειροκροτουσαν οι συμμαθητες τους..»
Έγραφε (από όσο μπορώ να καταλάβω ο πτωχός) οτι ΑΥΤΟΙ που έκραζαν τους τέσσερεις πιτσιρικάδες ΠΟΥ ΑΝΟΙΓΑΝ ΤΟΥΣ BIRTHDAY PARTY ΣΤΟ ΣΠΟΡΤΙΝΓΚ, ανέχονταν τη φαλτσαδούρα του κάθε ξένου απλώς και μόνο επειδή τύγχανε να είναι ξένος! Και τόσα χρόνια συνεχίζουν το ίδιο τροπάρι ΠΑΡΑΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΩΡΑ ΠΛΕΟΝ οτι επρόκειτο για πιτσιρικάδες σαν αυτούς που σήμερα παίζουν στο schoolwave κι όχι για συγκροτήματα έμπειρα.
Να στο πάω και λίγο παραδίπλα, αν θέλεις καλά και σώνει να κάνεις συγκρίσεις; Πάρε την «Υπέρβαση» των Metro Decay –τον πρώτο τους δίσκο δηλαδή. Και βάλτον δίπλα στον πρώτο δίσκο των Rolling Stones (ναι, τον ομώνυμο με τις διασκευές). Πάρε το σινγκλάκι τους το «Κειμήλια/ Σκιές» και βάλτο δίπλα «I’m the face» των High Numbers (ξέρουμε όλοι ποιοι είναι αυτοί –έτσι;) Και πες μου ποιος συνεχίζει μετά από τόσα χρόνια και στάζει φαρμάκι για τους Στόουνς ή τους Χου επειδή τότε έβγαλαν εκείνους τους δίσκους! Πες μου ποιος βγαίνει να πει: «με τέτοιο πρώτο δίσκο που έβγαλαν οι Μέτρο, αν συνέχιζαν θα έκοβαν κώλους»!

Και ας περάσουμε στο κυρίως μενού του πιάτου Metro Decay:
«…και όπως έδειξε και η εμφάνιση των (Not) Metro Decay, μέσα από τις ορθές και επιμελείς επιλογές σε ήχο και σκηνική παρουσία, το μεγάλο ατού και η αειθαλής γοητεία των (Yes) Metro Decay ήταν, είναι και θα είναι (και για εκείνους ισχύει αυτό) τα ελαττώματα, οι ατέλειες και η όποια αμέλεια τους, τα οποία δεν είναι κακό να τα επισημαίνει κανείς. Είτε είναι ζώον εκείνης της εποχής, είτε μιας κατοπινής, όπως ο υπογράφων.»
Λέει λοιπόν εδώ ο Καραμπεάζης οτι το ατού του συγκεκριμένου συγκροτήματος ήταν οτι δεν έπαιζαν σωστά! Κι αυτό το ατού το έκαψαν στη συναυλία επειδή έπαιξαν σωστά! πάμε παρακάτω…

«Η πληροφορία ήταν μάλλον περιττή, καθότι όσοι άκουσαν και είδαν, εύκολα κατάλαβαν ότι δεν επρόκειτο για τους Metro Decay. O Ξαγάς κάτι κακίες έλεγε στο αυτί μου για τους Doors του Ian Astbury και εγώ ανοήτως υπερθεμάτισα για τους Queen του Paul Rodgers, αλλά τελικά κανείς από τους δύο δεν είχε δίκιο. Σε εκείνες τις περιπτώσεις οι Doors ακούστηκαν σαν Doors και οι Queen σαν Queen (δυστυχώς για όλους). Στην προκειμένη περίπτωση, οι Metro Decay ακούστηκαν σαν ένα όψιμα καλοκουρδισμένο ψηφιακό ροκ συγκρότημα του δεύτερου μισού των 80s, και όχι σαν την new wave μπάντα σε σύγχυση και απόγνωση, που παίρνει τα μυαλά και τις ψυχές, όσων ασχολούνται με το μοναδικό της άλμπουμ εδώ και δεκαετίες. Περίπου σαν Alan Parsons Project, αλλά με καλά τραγούδια, κάτι τέτοιο, τα μπερδεύω κι όλα αυτά άλλωστε. Σε κάποια φάση πίστεψα ότι θα τα drums θα αποδίδουν όλο το βράδυ φόρο τιμής στις 'πατέντες' του Phil Collins, εποχής In The Air Tonight και πέρα, αλλά ευτυχώς διαψεύστηκα.»
Όπου λοιπόν ο Αντώνης ο Μανιάτης για τον οποίο ο Τρούσας έγραφε παλιότερα (και δεν ήταν ο μόνος): «Αφού, το γκρουπ ήταν τόσο συνειδητοποιημένο όσον αφορά στη χρήση του ελληνικού στίχου στα τραγούδια του, τότε γιατί τραγουδούσε στην ελληνική με ξενική προφορά; Προσωπικώς, αυτό το θεωρώ χαζό (το θεωρούσα από τότε). Για να μην πω γελοίο. Δεν ξέρω γιατί το έκαναν.» -αυτός λοιπόν ο Αντώνης Μανιάτης αντιμετωπίζεται πλέον ως Τζιμ Μόρισον ή Φρέντι Μέρκιουρι! Το οποίο πέρα από βλακώδες είναι και μακάβριο γιατί ο άνθρωπος δεν έχει πεθάνει ρε γαμώτο!
Αμ οι Metro; Πού δεν φαλτσάρανε πλέον κι ακούστηκαν σαν «ψηφιακό ροκ συγκρότημα» (παλιά τι ήταν; αναλογικοί;) κι όχι σαν «new wave μπάντα σε σύγχυση και απόγνωση» και μοιάζανε και με τους Άλαν Πάρσονς Πρότζεκτ κι ο ντράμερ τους έπαιζε σαν το Φιλ Κόλινς –για όνομα του θεού –σε ποια συναυλία πήγε ο Καραμπεάζης και τον κορόιδεψαν οτι είχε έρθει σε αυτή του «Εδώ δεν υπάρχει Άσυλο»;

«Στη θέση του τραγουδιστή έγινε ένα λάθος, καθότι ανατέθηκαν τα φωνητικά στον ιδανικό-μίμηση πράξεως αντικαταστάτη του Θάνου Ανεστόπουλου, σε ένα ενδεχόμενο reunion των Κρίνων, στο οποίο τυχόν δεν θα θέλει να συμμετάσχει ο τελευταίος. Ο Ζαφείρης Μαράνος (των Grains απ' ότι διαβάζω κι εγώ) είχε το look και το attitude των ημερών εκείνων, αλλά μη έχοντας εκείνες τις ημέρες και εκείνες τις εικόνες στις πλάτες του, (παρ)έμεινε τελικά κάποια βήματα πίσω από τα τραγούδια που ανέλαβε να ερμηνεύσει. Είτε αρκετά βήματα πίσω (Κειμήλια-Σκιές) , είτε απλώς ένα-δύο (Απειλή-Ταξίδι), αλλά πάντως πίσω.»
Δυο βλακείες στη σειρά δεν μας κάνουν (δυστυχώς) μια εξυπνάδα –μας κάνουν μονάχα δυο βλακείες! Το λοιπόν, όποιος έχει ακούσει και Μέτρο και Διάφανα Κρίνα ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΕΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙ οτι οι δεύτεροι είναι σαφώς επηρεασμένοι από τους πρώτους! Κι αν δεν το έχει παρατηρήσει μπορεί να πάει στη σελίδα των Κρίνων (ή στις συνεντεύξεις τους) και να το διαβάσει! Άρα, όταν λέμε οτι ο Μαράνος θα ήταν καλός για τα Κρίνα, συνεπάγεται οτι θα ήταν καλός και για τους Μέτρο!
Και επίσης –τι μέρες και εικόνες πρέπει να έχει στις πλάτες του κάποιος για να τραγουδήσει τα κομμάτια των Μέτρο; Πόσο ήταν ο Αντώνης Μανιάτης όταν τα τραγούδαγε -120 χρονών και κουβάλαγε τις εμπειρίες μιας ζωής; Ή ο Μαράνος δεν καταλαβαίνει την απόγνωση των στίχων των Μέτρο επειδή ζει σε μια παραδεισένια εποχή; Κι αν τελικά ο Μαράνος ήταν «λίγος» για να αποδώσει τα κομμάτια αυτά, δεν θα το έβλεπε ο Μάστορης με το Μαστρόκαλο; Τον Καραμπεάζη θα περίμεναν; Τόσο ηλίθιοι θα ήταν ώστε να βγουν μετά από τόσα χρόνια και να υποβαθμίσουν τη δουλειά των Μέτρο;

Αφου εξαντλήσαμε το κλασικό ρεπερτόριο –ας πάμε και στα άλλα θέματα της συναυλίας κατά Καραμπεάζη (κι ας μην δώσουμε μεγάλη σημασία στην εντελώς αντιδεοντολογική αντιμετώπισή της με ένα άρθρο για όλα τα συγκροτήματα κι ένα μονάχα για τους Χωρίς Πιεριδέραιο –ποιος έχασε τη δεοντολογία κλπ….):

«Έφτασα στο Gagarin 205 ένα-δυο τραγούδια πριν κατέβουν από την σκηνή οι Not 2 Without 3, οι οποίοι ομοίως αυθαίρετα χαρακτηρίζονται θρυλικοί εδώ κι εκεί, χωρίς όμως ούτε οι περιορισμένη δισκογραφική τους παρουσία, ούτε πολύ περισσότερο η απόδοση τους σήμερα (μιλάω για αυτή τη λίγη που είδα εγώ) να δικαιολογεί κάποιο είδους θρύλο. Η υπερ-χρήση της έννοιας του 'θρύλου' στην περίπτωση των ημεδαπών new wave/punk σχημάτων πιθανολογώ ότι αναφέρεται στο γεγονός ότι τα περισσότερα σχήματα (ακόμη και οι προπάτορες Παρθενογέννεσις) για δεκαετίες όχι απλά έμειναν στην αφάνεια, αλλά κατά κυριολεξία οι περισσότεροι δεν είχαν ακούσει καν για αυτά….»
Πέραν του γεγονότος οτι κρίνει ο Καραμπεάζης την εμφάνιση των Not 2 Without 3 από ένα ή δύο κομμάτια (να το κάνουμε 1,5 να συμφωνήσουμε;) και δεν έχει κανένα πρόβλημα να εκφέρει άποψη (επαγγελματίας!) έχουμε το εξής καταπληκτικό: ενώ εξηγεί το πώς κάποιος γίνεται θρύλος (δηλαδή περιγράφεται με θρυλούμενα και όχι με γεγονότα) κι ενώ οι Not 2 Without 3 (σύμφωνα με τον Καραμπεάζη) πληρούν τον όρο «θρυλικοί», αυτός δεν μπορεί να καταλάβει γιατί χαρακτηρίζονται ως τέτοιοι! Μη χειρότερα!

Επειδή με απασχόλησε λίγο αυτό με τους θρύλους, το έψαξα και στο κείμενο του Καραμπεάζη για τους Χωρίς Περιδέραιο:
«Συνηθίζουμε να μιλάμε για θρύλους, για μοναδικές και ανεπανάληπτες περιπτώσεις στην ιστορία της μουσικής, του ροκ, του πανκ και της ελεκτρόνικα.... για τύπους που με μισό τραγούδι στιγμάτισαν πέντε-δέκα γενιές μαζί και άλλα τέτοια καθημερινά πράγματα. Η αλήθεια είναι όμως ότι οι πραγματικοί θρύλοι είναι λίγοι. Διορθώνω. Οι πραγματικοί θρύλοι είναι ελάχιστοι και σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχουν καν και αυτοί οι ελάχιστοι, γιατί σιγά- σιγά -ειδικά στη μουσική- χάνονται οι συνθήκες εκείνες που δημιουργούσαν θρύλους.»
Εδώ λοιπόν ο ποιητής δίνει ΑΛΛΟ ΟΡΙΣΜΟ ΠΕΡΙ ΘΡΥΛΩΝ τον οποίο από μόνος του υποβαθμίζει και τελικά μένει με το θρύλο στο χέρι! Να και τα χειρότερα που λέγαμε!

Πάμε σε άλλο συγκρότημα:
«Οι Ανυπόφοροι. Εκπρόσωποι μίας παντελώς αφελούς garage punk άποψης, τόσο μουσικά, όσο και κυρίως στιχουργικά. Οι ίδιοι πάντως (αλλά και αρκετοί από το κοινό) έδειξαν ότι το διασκεδάζουν και ότι πραγματικά αγγίζει την ψυχή τους τόσο αυτό που έκαναν στο παρελθόν, όσο και αυτό το οποίο βρέθηκαν να κάνουν σήμερα, εν είδη βίαιης στήριξης ενός απροσδιόριστα σημαντικού παρελθόντος. Και αυτό είναι που έχει τη σημασία του τελικά, όχι απόλυτη βέβαια, αν τυχόν θέλετε την άποψη μου. Και σίγουρα όχι καταλυτική, στην περίπτωση των Ανυπόφορων, όπου ο ψυχισμός δεν επαρκούσε για να καλύψει το τυπικά αδιάφορο. Αντιλαμβανόμενοι και οι ίδιοι το όχι και τόσο τυχαίο του ονόματος που διάλεξαν για το συγκρότημα τους, οι Ανυπόφοροι αποχαιρέτησαν τη σκηνή αγκαλιασμένοι και τραγουδώντας όλοι μαζί (και κακόηχα) το τελευταίο τους τραγούδι για απόψε. Και το βλέμμα τους ήταν απολύτως καθαρό (σε αντίθεση με τον ήχο τους).»
Άλλ΄αντ΄άλλα –της Παρασκευής το γάλα! Γκαράζ πανκ αφελές μουσικά (διότι άμα δε ρίξεις 7 σύνθια και 15 σόλα συν 32 πνευστά στο γκαράζ πανκ, πού θα τα ρίξεις;) και στιχουργικά (διότι άμα δεν ερμηνεύσει 7 Μποντλέρ ο πάνκης, ποιος θα τους ερμηνεύσει;) –αλλά παρ΄όλα αυτά «έδειχναν να το διασκεδάζουν» (δηλαδή ήταν και ηλιθιοι από πάνω!)
Βρέθηκαν, λέει στη σκηνή, «εν είδη βίαιης στήριξης ενός απροσδιόριστα σημαντικού παρελθόντος» -καλά, όταν ο Γλυνέλης έλεγε οτι βρέθηκαν εκεί για να πουν ένα αντίο που άργησε 30 χρόνια «γιατί κάποτε πρέπει να λέγεται και το αντίο», ο Καραμπεάζης είχε πάει για τσίσα του;


Συνεχίζουμε:
«Οι CptΝέφος.  Δεν γνωρίζω αν είχαν ποτέ φανατικούς οπαδούς και αν προκάλεσαν πάθη και "κολλήματα" ανάλογα με αυτά των Last Drive ή ακόμη και τα (αναδρομικά- οπισθοδρομικά) των Metro Decay. Ό,τι άφησαν πίσω τους πάντως δισκογραφικά κινείται πάντοτε στα όρια του "για ελληνικό καλό είναι", το οποίο για χρόνια ακολουθούσε την ελληνική σκηνή και καλό είναι να λέμε -τουλάχιστον τώρα- ότι την ακολουθούσε για συγκεκριμένους λόγους και για συγκεκριμένα συγκροτήματα και όχι έτσι γενικώς και αορίστως.»
Για τους Νέφος δεν γνωρίζει ο άνθρωπος αλλά επιμένει να γράψει την αποψάρα του: «για ελληνικό –καλό είναι»! Δηλαδή αυτό κατάλαβε από τα κομμάτια που παίχτηκαν επί σκηνής; Οτι παίχτηκαν μόνο κομμάτια των Κάπτεν Νέφος; Εντάξει «για δημοσιογράφος, ενημερωμένος είναι»!

Εδώ τα καλά –εδώ τα όμορφα:
«Τα Αρνάκια ήταν επιλογή της (σχεδόν) τελευταίας στιγμής και όλοι ξέραμε ότι είχαν μεταξύ άλλων και το πρώτο σύνθημα της βραδιάς. Τους θυμάμαι από τη δεκαετία του '90 κυρίως και δεν τους είχα συνδυάσει με τα εγχώρια 'νεοπανκοκυματικά' 80s, παρότι βέβαια το βιογραφικό τους ξεκινάει από το συμβολικό 1984 και δύο χρόνια μετά συμμετέχουν στη συλλογή ΣΥΝΤΑΓΗ ΑΝΤΙ ΘΑΝΑΤΟΥ (που επανακυκλοφόρησε πρόσφατα, όπως και η πρώτη ΔΙΑΤΑΡΑΞΗ)….
'Σκότωσε το μπάτσο που έχεις μέσα σου πριν είναι αργά', σόλο από εδώ, σόλο από εκεί, σόλο και παραπέρα και τελικά το ατόφιο ροκ μάλλον γερνάει καλύτερα από εκείνο που κάποτε επεδίωξε να το αμφισβητήσει, ακόμη και στις συνειδήσεις των αμφισβητιών. Οι περισσότεροι στίχοι των τραγουδιών έφταναν από σκηνής στα αυτιά μας πεντακάθαροι, αλλά και υπερβολικά απλοϊκοί. Αφελείς μες στην αλήθεια τους, θα έλεγε κάποιος υπερβολικά καλοπροαίρετος, αλλά από τις συνθέσεις των Αρνάκια μέσα στα 20 και 25 χρόνια που έχουν περάσει ξεπηδούν κυρίως αδυναμίες, παρά σημεία συναισθηματικής, πολλώ δε μάλλον ουσιαστικής σημασίας, αναφοράς».
Ας το πάρουμε από την αρχή… Δεν ξέρω τι εννοεί με το «επιλογή της (σχεδόν) τελευταίας στιγμής» για τα Αρνάκια, αλλά επειδή συμμετείχα στην επιλογή των συγκροτημάτων θα πω οτι από την αρχή σκεφτόμασταν η συναυλία να έχει: Stress, Cpt. Neφος, Χωρίς Περιδέραιο, Αρνάκια, Ανυπόφορους, Metro Decay και This Fluid. Η επιλογή είχε να κάνει με τις ανάγκες κινηματογράφισης του ντοκυκαντέρ –κατά πρώτο λόγο. Είχαμε μιλήσει και με τους Not 2 without 3 αλλά είχαμε πρόβλημα χρόνου γιατί με τόσες μπάντες δεν θα ξεμπερδεύαμε ούτε το επόμενο μεσημέρι! Έτυχε κάποιο πρόβλημα στους This Fluid κι έτσι ήμασταν πιο άνετοι –αν λοιπόν κάποιος θέλει να βρει καλά και σώνει την επιλογή της τελευταίας στιγμής θα πρέπει να βάλει εκεί τους Not 2 without 3 –κι αυτό με πολύ κόπο (γιατί έτσι κι αλλιώς ψάχναμε πώς θα παίξουν στη συναυλία) και χωρίς να σημαίνει οτι η συγκεκριμένη μπάντα ήταν «δευτεράντζα» (απλώς, επικοινώνησε μαζί μας όταν είχε βγει το line up).
Προφανώς ο Καραμπεάζης δεν γνωρίζει την πορεία που είχαν τα Αρνάκια τη δεκαετία του ’80 –ούτε το γεγονός οτι ήταν ένα από τα βασικά συγκροτήματα του Πήγασου. Αυτός, έτυχε ν΄ακούσει το δίσκο που έβγαλαν στη δεύτερη φάση τους ως συγκρότημα κι έμεινε εκεί –«κουκιά τρώει, κουκιά μολογάει» που έλεγε κι η γιαγιά μου.
Καλά η άποψη περί «ατόφιου ροκ» το οποίο αποδέχτηκαν τελικά οι αμφισβητίες του (τα Αρνάκια δηλαδή) ας μείνει ασχολίαστη!
Αλλά αυτό το κόλλημα με τους «αφελείς στίχους» -έλεος ρε Καραμπεάζη! Ποιοι είναι οι μη αφελείς στίχοι δηλαδή; Ψάχνω να βρω –βρίσκω ένα άρθρο του για τον Morrissey και βλέπω τον ανυπόκριτο θαυμασμό του για στίχους όπως: «Νύχτα ή μέρα δεν κάνει διαφορά/ θα χρειάζεσαι κάποιον στο πλευρό σου». Βάζω από δίπλα το: «θα πάρω το περίστροφο και θα πυροβολήσω/ το ηλιοβασίλεμα» από τα Αρνάκια. Ε, να ψάξω τώρα για το ποιος είναι περισσότερο αφελής;

«Το All Star Game τελείωμα της βραδιάς δεν έμεινα να το δω/ακούσω ποτέ, συνεπώς θεωρώ άστοχο να μεταφέρω εδώ αυτά που γράφονται αλλού και από άλλους….
εγώ από την πλευρά μου περιμένω ακόμη περισσότερες βινυλιακές επανεκδόσεις από την εποχή εκείνη και ακόμη λιγότερα reunion και συναυλίες, εκτός αν είναι σαν και αυτό για το οποίο θα διαβάσετε στην άλλη σελίδα που λέγαμε (ή ακόμη και των Stress, λίγες ημέρες αργότερα, κατά πώς μαθαίνω μόνο, καθότι κάθε που εμφανίζονται προσφάτως εγώ είμαι στη λάθος πόλη).»
Αυτό θα πει δημοσιογράφος! Να πηγαίνεις στη συναυλία τού «Εδώ δεν υπάρχει Άσυλο», να μην αντιλαμβάνεσαι οτι ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ REUNION (αλλά για πάρτυ και ταυτόχρονα καταγραφή μιας μουσικής σκηνής για τις ανάγκες ενός ντοκυμαντέρ), να υποστηρίζεις οτι τα μόνα reunion που αξίζουν τον κόπο είναι σαν αυτό των Stress (κι όχι σαν τις σαχλαμάρες που έγιναν στη συγκεκριμένη συναυλία) και να φεύγεις ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΤΑΝ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΒΓΟΥΝ ΟΙ STRESS!!! Και μετά να παραπονιέσαι που ήσουν σε λάθος πόλη όταν έκαναν τη συναυλία τους!!!! Ρε Καραμπεάζη άλλαξες πίστα αγόρι μου!

Ας κλείσουμε με την ευχάριστη νότα του Καραμπεάζη –δηλαδή τους Χωρίς Περιδέραιο, οι οποίοι του άρεσαν τόσο πολύ ώστε έκανε ξεχωριστό άρθρο γι΄αυτούς:

«Λέει λοιπόν ο Αγγελής μεταξύ άλλων "εγώ μπορεί να έγραφα τους στίχους και να είχα στο μυαλό μου το πώς θα είναι το τραγούδι, αλλά από μουσική είμαι άσχετος" και παρακάτω "Διάβαζα πολύ υπερρεαλιστές τότε, αν και όχι φανατικά, αν και ασχολούμουν αρκετά με την ποίηση". Αμέσως κλίκαρε στο μυαλό μου ότι ακριβώς αυτό είναι η μουσική των ΧΠ. Μία θεμιτά επιφανειακή προσέγγιση της υπόθεσης μουσική και ποίηση, τραγούδια και φευγάτοι στίχοι, ασυνείδητη πρωτοπορία, χωρίς το ιδεολογικό (παρά)φόρτωμα του Do It Yourself. Χωρίς φανατισμό και σοβαροφάνεια, για κάτι σώνει και καλά σπουδαίο.
Τα τραγούδια των Χωρίς Περιδέραιο είναι μια υπόθεση που όσο μένει ξεχασμένη σε ένα συρτάρι ή σε μία έγκαιρα χαμένη κασέτα, τόσο εξαργυρώνει το ατού της αφέλειας της, το βασικό της προτέρημα, το ότι έγινε από παιδιά που δεν είχαν πλήρη συνείδηση (αλλά είχαν πλήρη διαύγεια, καθότι ο Αγγελής παρακάτω λέει ότι δεν έπαιρνε ναρκωτικά»

Ας δούμε πρώτα τι ΟΝΤΩΣ λέει ο Αγγελής στη συγκεκριμένη συνέντευξη:
«Εγώ μπορεί να έγραφα τους στίχους και να είχα στο μυαλό μου το πώς θα έπρεπε να είναι το τραγούδι, αλλά με τη μουσική είμαι άσχετος. Έχω κάνει κάποια χρόνια κιθάρα και synthesizer, αλλά είμαι κυρίως αυτοδίδακτος. Όμως είχα την τύχη να ανταποκριθούν στην αγγελία μου ο Κώστας ο Κόλλιας και ο Παντελής Πετρονικολός που ήταν κι οι δυο τους πολύ καλοί μουσικοί».
Το «με τη μουσική» γίνεται «από μουσική» στον Καραμπεάζη! Εκεί λοιπόν που ο Αγγελής εννοεί την ενορχήστρωση κομματιών στην οποία δηλώνει άσχετος, ο Καραμπεάζης ανακαλύπτει έναν τσουρουκά που δε σκαμπάζει από μουσική! Άσχετα αν ο άνθρωπος λέει οτι έχει κάνει χρόνια κιθάρα και συνθεσάιζερ κι έχει ασχοληθεί και μόνος του! Άσχετα αν λέει οτι τελικά βρήκε καλούς μουσικούς και έστησε το συγκρότημά του! Τι μένει στον Καραμπεάζη; Οτι ο Αγγελής δηλώνει «άσχετος»!
Στη συνέχεια, η δήλωση του Αγγελή οτι είχε διαβάσει πολύ υπερρεαλιστές αλλά δεν ήταν φανατικός τους –διάβαζε κι άλλα πράγματα στην ποίηση ερμηνεύεται από τον Καραμπεάζη ως: «Αμέσως κλίκαρε στο μυαλό μου ότι ακριβώς αυτό είναι η μουσική των ΧΠ. Μία θεμιτά επιφανειακή προσέγγιση της υπόθεσης μουσική και ποίηση, τραγούδια και φευγάτοι στίχοι, ασυνείδητη πρωτοπορία, χωρίς το ιδεολογικό (παρά)φόρτωμα του Do It Yourself.» Αν μπορέσει κανένας να μου πει πώς από το ένα καταλήγει στο άλλο ο Καραμπεάζης αναλαμβάνω να τον κεράσω ένα γεύμα στου Ινδού (είμαι και φτωχός άνθρωπος) γιατί το δικό του το μυαλό δεν μπορεί να δει τη σύνδεση! Κι αυτή η «ασυνείδητη πρωτοπορία» με τσακίζει –δηλαδή τι νόμιζε ο Αγγελής όταν έβγαινε το ’80, οτι έπαιζε το «Μπανάκι-μανάκι»;

Ας κλείσω με το:
«Ακούστηκαν περίπου σαν Fad Gadget που πρόλαβαν και έκαναν ένα-δύο εμπορικά βήματα, προτού εγκλωβιστούν στην πρωτοπορία»
Κι αναρωτιέμαι –αν τα γράφεις όλα αυτά για το συγκρότημα που σου άρεσε από όλη τη συναυλία, τότε τι σκατά σού άρεσε από το συγκεκριμένο συγκρότημα;
Καλά –για το τι θα έγραφε ο Καραμπεάζης για όσους δεν του άρεσαν δεν αναρωτιέμαι –το είδα παραπάνω!

Αυτά και συγνώμη που μακρηγόρησα –ας δούμε αυτό το ποστ σαν μια ευκαιρία να μπουν κάποια βίντεο από τη συναυλία για να γίνει κιόλας φανερό πόσο εύστοχος υπήρξε στο άρθρο του ο Καραμπεάζης! Τέρας! Ευστοχίας!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι