Πέμπτη, Νοεμβρίου 30, 2006

10. Άσπρος φόβος

1. Στενά παπούτσια, σπασμένα κουμπιά
2. Ένα τσιγάρο υπόθεση
3. Ρόδες γυρίζουν στον αέρα
4. Συνθήκες βρασμού
5. Μαυρισμένες σελίδες, λιωμένα εξώφυλλα
6. "Δυο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό"
7. Τρεις ιστορίες για το μεσοδιάστημα
8. Κάποια τραγούδια γύρω από φτηνά ξενοδοχεία
9. Προετοιμασία μίσους
Φοβάται. Ο Άρης φοβάται. Για την ακρίβεια, έχει ασπρίσει -από κλειδώσεις μέχρι μηνίγγια, ιδρώνει κρύα και τρέμει. Μπροστά του χάσκουν οι ζάντες-ξυράφια της μαύρης Ντεσπεράντο, δίπλα του η Μάχη, σχολιάζει την πίσω σέλα.
«Στενή δεν είναι;»
«Ε;»
Ο Άρης τρέμει να ξανανέβει σε μοτοσικλέτα. Δικαιολογίες υπάρχουν πολλές – ούτε τις φυσιοθεραπείες δεν ολοκλήρωσε καλά-καλά. Και έχει ακόμα σκοτοδίνες, εντάξει, όχι συνέχεια –αλλά ποτέ δεν ξέρεις. «Θα εξαλειφθούν σταδιακά. Το χτύπημα ήταν αμβλύ, μάλλον προσκρούσατε στο σίδερο στήριξης του κάδου. Αν δεν φορούσατε κράνος θα είχε καρφωθεί στο πίσω μέρος του κεφαλιού σας. Αλλά και πάλι … οι εξετάσεις δείχνουν κάποια ραγίσματα, βλέπετε; Εδώ κι εδώ… μάλλον έχει τραυματιστεί κι ο εσωτερικός φλοιός, αλλά θα επουλωθεί μόνος του –με τον καιρό. Για την ώρα…», να αποφεύγει τις έντονες δραστηριότητες, είχε πει ο γιατρός. Να μην οδηγεί, να μην ανεβαίνει σκάλες, να μην τρέχει –τέτοια πράγματα. Να ζει σε αναπηρική καρέκλα, πες καλύτερα. Ο Άρης τον είχε γράψει κανονικά. Η Μάχη θα πέθαινε από το άγχος, αν το μάθαινε –ευτυχώς δεν κατάλαβε τίποτα. Ούτε καν υποψιαζόταν. Ο Άρης φρόντιζε να το κρατήσει μυστικό χωρίς να ξέρει πως κι αυτή του έκρυβε κάτι. Γιατί η Μαρία είχε τηλεφωνήσει και στη Μάχη για να της πει σχετικά με την εξαφάνιση του Κώστα, αλλά αυτή προτίμησε να μην ανησυχήσει τον Άρη. Δεν υπήρχε λόγος –θα μαθευόταν αργότερα ή θα ξαναεμφανιζόταν ο Κώστας.
Τα παιδιά από το περιοδικό –για την ακρίβεια ο Χρηστάρας –του είχαν φέρει αυτή τη Ντεσπεράντο μέχρι να επισκευαστεί η δική του μοτοσικλέτα (πράγμα αδύνατο) ή μέχρι να αγοράσει καινούργια (το πιο πιθανό). Η Ντεσπεράντο ανήκε στο περιοδικό –την είχαν για ώρα ανάγκης, για περιηγήσεις επισκεπτών –τέτοια πράγματα.
Ο Άρης φιλάει τη Μάχη για να πάρει κουράγιο και ανεβαίνει. Ο κινητήρας αρχίζει να λειτουργεί σα μαχαίρι που κόβει βούτυρο, δεν γίνεται να καθυστερήσει άλλο –ξεκινάει για τη δουλειά του, κοντά δυο μήνες από το ατύχημα. Στα πρώτα μέτρα έχει ήδη ιδρώσει μέσα στο κράνος, αρκεί να τον πλησιάσει αυτοκίνητο για να δει στιγμιότυπα σύγκρουσης σε γρήγορη κίνηση –σφίγγει τα μάτια, τα διώχνει και κόβει ταχύτητα. Στο φανάρι, σταματάει δίπλα του ένα σκούτερ –ο πιτσιρίκος χαζεύει τη Ντεσπεράντο και φεύγει πατημένος όταν ανάβει πράσινο. Ο Άρης ακολουθεί γελώντας με τη φάτσα του μικρού –γυρίζει κάθε λίγο να κοιτάξει πίσω του, δεν μπορεί να πιστέψει ότι έριξε τόσο «στ΄ αυτιά» της μεγάλης μοτοσικλέτας. «Chicken rider, σωστά μικρέ;»
«Ήρθες αφεντικό; Σιδερένιος!», η υποδοχή είναι πιο ήρεμη αυτή τη φορά. Ίσως και πιο μουδιασμένη –τα παιδιά δουλεύουν μπροστά στους υπολογιστές τους, περίεργα άφωνα –ούτε ένα πείραγμα, ούτε μια βρισιά. Ο Άρης το κατάλαβε πριν καθίσει καν στην καρέκλα του. «Στα τελειώματα είναι οι διαδικασίες ξεπουλήματος –η ΔΥΝΑΜΙΚΗ μας έχει ράψει ήδη τα κουστούμια», τον είχε πληροφορήσει τηλεφωνικά ο Χρηστάρας πριν μια βδομάδα. Τι θα έκανε; Τι μπορούσε να κάνει; Απολύτως τίποτα. Δεν είχε δύναμη να κοντράρει και δεν είχε διάθεση. Ούτε επιχειρήματα. Φοβόταν να κινηθεί, με απλά λόγια.
«Να κατέβουμε στο γραφείο σου για κάτι υπογραφές;» ρώτησε τηλεφωνικά ο Καραγιάννης.
«Όχι άστο –ανεβαίνω εγώ», προτίμησε να μην δει όλο το τμήμα τον συμβιβασμό του. Σηκώθηκε κουτσαίνοντας.
«Έχεις ενημερωθεί περί του θέματος –έτσι;» χαμογέλασε ο Νικολάου.
«Σαφώς και όχι, όπως θα θυμάστε πολύ καλά. Αλλά το ερώτημα είναι –ακόμα κι αν ενημερωνόμουν θα άλλαζε κάτι;» ανταποδίδει το χαμόγελο ο Άρης. Κοιτάζει κιόλας τον καινούργιο μαλάκα που κάθεται στην άλλη άκρη του τραπεζιού συσκέψεων, δίπλα στον Καραγιάννη και δήθεν σημειώνει. Μικρότερός του, με τρεις τόνους ζελέ στο μαλλί και κομψό κοστούμι. Χαφιές τους ή τοποτηρητής; Σε πιο σημείο έχουν φτάσει οι διαδικασίες πώλησης;
«Μα τι λες τώρα Άρη μου! Είμαστε στην ίδια πλευρά, συνέταιροι –σαφώς και η γνώμη σου μετράει!» απορεί καθησυχαστικά ο Καραγιάννης.
«Καλά, ας κόψουμε τις σάλτσες. Εξηγείστε μου λίγο το καινούργιο καθεστώς» και φοβάται σχετικά με το τι θ’ ακούσει ο Άρης. Σκοπεύει να συμβιβαστεί με έναν καλό μισθό και υποτυπώδη αυτονομία. Μετά, βλέπει.
«Δεν υπάρχει καινούργιο καθεστώς αγαπητέ. Η κατάσταση διατηρείται ως έχει –απλώς θα υπάρχει δομική συνεργασία με την ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ. Εξακολουθείτε να διατηρείτε την θέση και τις αρμοδιότητές σας. Το μόνο που αλλάζει είναι η υποχρέωση της εταιρείας σας να συμμετέχει στις συνεδριάσεις του Ομίλου, προκειμένου να καθορίζεται, από κοινού και σε τακτά χρονικά διαστήματα, η στρατηγική πλεύσης μας. Φυσικά, μετά από απαίτηση του κυρίου Καραγιάννη θα σας διαθέσουμε τρεις από τους καλύτερους εμπειρογνώμονές μας, προκειμένου να σας υποστηρίζουν σε εξειδικευμένα θέματα της αγοράς». Ο κουστουμάτος μίλησε την χειρότερη ώρα. Κυριολεκτικά. Δεν χρειαζόταν –δεν υπήρχε λόγος. Υπογραφόταν ένα ξεπούλημα και ο καθένας προσπαθούσε να εξασφαλίσει τα μίνιμουμ –αυτό ήταν όλο. Δεν υπήρχε λόγος να τους περιγράψει τις συνθήκες υποτέλειας.
Ο Νικολάου δαγκωνόταν σε κάθε κουβέντα του κουστουμάτου –δεν είχε καμιά όρεξη να τα πάρει στο κρανίο ο Άρης και να τους καθυστερήσει με τίποτα ξεσπάσματα. Τον έβλεπε κιόλας τεντωμένο, οι αρθρώσεις του έσφιγγαν τις άκρες του τραπεζιού. Βέβαια, ο Νικολάου δεν ήταν σε θέση να καταλάβει πως ο Άρης είχε φάει ένα ακόμα φλας σκοταδιού και πάλευε να νικήσει τη ζαλάδα του. Γι΄ αυτό παραξενεύτηκε όταν τον είδε να υπογράφει γρήγορα στα χαρτιά και να σηκώνεται.
«Προχωρήστε τις διαδικασίες μόνοι σας –έχω κάποια επείγουσα δουλειά στο γραφείο μου», μουρμούρισε σέρνοντας τις μπότες του.
Ο κουστουμάτος πετάχτηκε να χαιρετήσει τον Άρη καθώς αυτός περνούσε δίπλα του –γιατί οι μάνατζερς δεν είναι ποτέ ικανοί να ξεχωρίσουν τη αποδοχή από την απαξίωση.
«Να πάτε στο καλό αγαπητέ μου», έτεινε μια παλάμη με ασημένιο μανικετόκουμπο.
«Ρε σάλτα και γαμήσου», σφύριξε ο Άρης κοιτάζοντάς τον έντονα. Και τρόμαξε μόλις το ξεστόμισε, δεν ένιωθε καθόλου δυνατός αυτή την εποχή.
Έφυγε όσο πιο βιαστικά μπορούσε το χτυπημένο του πόδι. Κι ας ένιωθε τις βίδες, που είχαν αφαιρεθεί, να μαχαιρώνουν τα κόκαλά του. Δεκαπέντε μέρες τώρα –ήταν χειρότερα από τότε που το πόδι του έμοιαζε απομίμηση Ρόμποκοπ. Λες και οι βίδες είχαν τραβήξει μαζί τους τις νευρικές του απολήξεις –γυμνά καλώδια υψηλής τάσης, προσαρμοσμένα στο πόδι του, ένιωθε μεταλλικά τσιμπήματα όταν καθόταν και αλλεπάλληλα ηλεκτροσόκ όταν περπατούσε. «Όλα θα διορθωθούν με τον καιρό», είχε πει ο φυσιοθεραπευτής –μαλακίες, στην ηλικία του τίποτα δεν διορθώνεται, απλά παραφυλάει. Το είχε πάρει απόφαση ο Άρης, θα κυκλοφορούσε με ελεγχόμενο σακατιλίκι για τα επόμενα χρόνια, επειδή κάποιο αρχίδι αποφάσισε να περάσει με κόκκινο. Και πάλι, τυχερός ήταν που την είχε σκαπουλάρει, τόσον καιρό.
Στο γραφείο, έπαιζε με μια στραβωμένη μπιέλα (την είχε εκεί για να μην του παίρνει τα χαρτιά ο αέρας) και συζητούσε με τη μπετούγια στο παράθυρο. Την ησυχία του ήθελε και πολλά χρόνια με τη Μάχη. Μια δουλειά διεκπεραιωτική, να σκοτώνει τις ώρες μακριά της και να τον αφήνει ξεκούραστο για εκείνη. Ας έπαιρναν την εταιρεία, ας έβαζαν τους μαλακούς κώλους τους σε ανατομικές πολυθρόνες κι ας έγραφαν για πολύχρωμα σκουτεράκια και μοτοσικλέτες-πολυθρόνες. Στ΄αρχίδια του -αν αυτά ήθελε να διαβάζει ο κόσμος. Κάποτε, κάποιοι έφτιαξαν μια υποφερτή ζωή πουλώντας τη μονομανία τους. Κάποτε ξενυχτούσαν προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσουν θολές φωτογραφίες δοκιμαστικών σε εξωτικές πίστες. Κάποτε χάνονταν για μέρες σε μηχανουργεία προσπαθώντας να φτιάξουν εκείνο το τόσο απαραίτητο εξάρτημα που θα επέτρεπε σε μια θρυλική κυρία να αδιαφορήσει για τα 70 χρόνια ζωής της και να ξανακουνήσει τις ρόδες της. Πλάκα είχε –αλλά δεν περνάνε αυτά πια. Πλάκα είχε, αλλά τελείωσε. Καλύτερα λάιφσταϊλ καλοπληρωμένοι παρά άφραγκοι σκληροπυρηνικοί. Σωστά; Κατέβασε τη μπιέλα με δύναμη και κομμάτιασε κάποια γυάλινη υδρόγειο –δώρο από μια παλιά του σχέση. «Για να θυμάσαι πως είσαι όλος μου ο κόσμος», του είχε πει –κι αυτός είχε νιώσει ηλίθια γιατί εκείνη η γυναίκα δεν σήμαινε τόσα πολλά και, στην τελική, πάντα ξενέρωνε με τις βαρύγδουπες δηλώσεις.
Σηκώθηκε για να πει τίποτα σαχλαμάρες με τα παιδιά που εξακολουθούσαν να δουλεύουν άψυχα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο.
«Ναι;»
«Κύριε Άρη; Η κυρία Βούλα, η διαχειρίστρια είμαι. Σας ενοχλώ;»
Τι ήθελε η σκατόγρια; Μήπως είχαν ξεχάσει τα κοινόχρηστα; Έμενε ακριβώς από πάνω τους και κάθε βράδυ άκουγαν τις παντόφλες της να σέρνονται στο πάτωμα –ατέλειωτο σύρσιμο, καζανάκι τουαλέτας και πάλι πίσω. Στις 3, στις 4, στις 5 –όλο το βράδυ βόλταρε η άθλια! Η «κυρία Βούλα» που κανένας δεν την είχε πληροφορήσει ότι ποτέ δεν χρησιμοποιείς τον χαρακτηρισμό «κύριος -κυρία» όταν μιλάς για τον εαυτό σου. Ο Άρης ξύνισε.
«Όχι δεν με ενοχλείτε. Τι συμβαίνει;»
«Να … κύριε Άρη … φαίνεται πως κάποιος μπήκε στο διαμέρισμά σας. Η πόρτα είναι ορθάνοιχτη …»
«Έρχομαι αμέσως», της έκλεισε το τηλέφωνο, πριν προλάβει να σκεφτεί. Πετάχτηκε σαν παλαβός στο ασανσέρ –είχε χρόνο να συνειδητοποιήσει την κατάσταση στην επιστροφή, αλλά έπρεπε να βιαστεί. Να φτάσει πριν τη Μάχη –θα φρικάρει η κοπέλα αν το δει πρώτη!
Ξεχάστηκε ανάμεσα στις λευκές γραμμές της λεωφόρου και οδήγησε γρήγορα. Είχε την εντύπωση πως η αδρεναλίνη κρατούσε τις σκοτοδίνες μακριά –έτσι θα γινόταν, δεν είχε ώρα για χασίματα. Ένας αρρωστιάρης ήλιος αντανακλούσε στη ζελατίνα του κράνους και οι άνθρωποι του γύριζαν την πλάτη από τα πεζοδρόμια. Κάποιος βιαστικός με θορυβώδεις εξατμίσεις, φαρδιά πίσω ρόδα και στραβοπατημένες μπότες που έδιωχνε τα αργοκίνητα αυτοκίνητα με μια κίνηση των ώμων του –ο Άρης είχε την αίσθηση πως ο χρόνος του τελείωνε. Το σκεφτόταν λογικά και είχε άδικο γιατί φρόντισε να αποθηκεύει μπόλικο χρόνο στις τσέπες του μπουφάν του. Και είχε άδικο γιατί ο χρόνος είναι φυσαλίδες που σπάνε όταν προσπαθείς να τις κρατήσεις. Εξαργύρωσε την τελευταία επιταγή αδρεναλίνης ανεβαίνοντας τις σκάλες με τα πόδια. Κι έφτασε στην ορθάνοιχτη πόρτα, τρέμοντας. Πονώντας. Η κλειδαριά κρεμόνταν από το ξύλο -«κι αν είναι ακόμα μέσα;» «Καλύτερα –να τελειώνουμε μια και καλή». Φοβισμένος και συνάμα αηδιασμένος από τον φόβο του -μπήκε.
Το σπίτι, με την πρώτη ματιά, φαινόταν απείραχτο. Όπως ακριβώς το είχαν αφήσει -πριν φύγουν. Τα βιβλία στα ράφια, οι καναπέδες στη θέση τους, τα cd μόνιμα μπερδεμένα με dvd και δίσκους. Όλα καλά. Έπρεπε να κοιτάξει και τα μέσα δωμάτια –ίσως ο κλέφτης να έψαξε στα συρτάρια. Πηγαίνοντας για την κρεβατοκάμαρα, σήκωσε ασυναίσθητα τα παντελόνι από τη πιτζάμα της Μάχης –«αυτή η γυναίκα πετάει παντού τα ρούχα της λες και κάνει στριπτίζ –όχι ότι είναι άσχημο αλλά …». Το παντελόνι της πιτζάμας ήταν κομματιασμένο στον καβάλο! Κάποιος είχε χρησιμοποιήσει ψαλίδι ή μαχαίρι –ο καβάλος ήταν κουρελιασμένος, λωρίδες μεταξωτού υφάσματος κρέμονταν από την κεντρική ραφή. Ένα παγωμένο δάχτυλο μέτρησε τη ραχοκοκαλιά του Άρη καθώς αυτός χάζευε το παντελόνι, ακίνητος. «Ποιος ξεφτιλισμένος;» -πέταξε το παντελόνι στον απέναντι τοίχο με σιχασιά. «Ποιος ανώμαλος;» -γλίστρησε με την πλάτη στον τοίχο και βρέθηκε να καπνίζει, αγγίζοντας το πεταμένο παντελόνι με τη μύτη της μπότας του. Απροστάτευτος μπροστά στην απειλή που χαμογελούσε στην άκρη του ποδιού του. «Δηλαδή, κάποιος μπήκε, κυκλοφόρησε μέσα στο σπίτι και κομμάτιασε μια πιτζάμα; Αυτό μόνο;» Πετάχτηκε σαν ξεχαρβαλωμένο ελατήριο. Στην κρεβατοκάμαρα ήταν όλα εντάξει. Στο μπάνιο επίσης. Και στην κουζίνα… Στην κουζίνα μύριζε βαρύ καπνό –διαφορετικό από τον δικό του. Ποιος κάπνισε; Εκείνος ο καργιόλης; Στην κούπα της Μάχης, στο νεροχύτη, μια γόπα κολυμπούσε σε υπολείμματα πρωινού καφέ. Μια γόπα; Ο Άρης την έπιασε στις άκρες των δαχτύλων του –ΚΑΡΕΛΙΑ lights, βρωμερό τσιγάρο, χρόνια είχε να το μυρίσει –υπήρχαν ακόμα άνθρωποι που τα κάπνιζαν; Και γιατί στην κούπα της Μάχης; Ένας θόρυβος στο σαλόνι τον έκανε να πεταχτεί. «Λες να ξαναγύρισε ο μαλάκας;» Βγήκε από την κουζίνα πατώντας επιφυλακτικά στα πλακάκια.
Ένας άντρας ήταν μέσα στο σαλόνι, βημάτιζε χωρίς προφυλάξεις και κοίταζε γύρω. Ο Άρης βγήκε μπροστά του απότομα …
«Ποιος είσαι εσύ;»
Ο άντρας πετάχτηκε ξαφνιασμένος, αλλά αμέσως χαλάρωσε.
«Καλημέρα. Υπαστυνόμος Ανδρέου –μας ειδοποίησαν για μια διάρρηξη. Εσείς είστε;»
«Ποιος μαλάκας πήρε τους μπάτσους; Η κυρία Βούλα –ποιος άλλος;» ο Άρης βλαστήμησε στη σκέψη –είναι κάποιοι άνθρωποι που δεν νιώθουν καλά αν δεν χώσουν τη μύτη τους σε ξένες υποθέσεις. Σαν την κυρία Βούλα που ζει για να ανακατεύεται. Γι΄ αυτό έγινε διαχειρίστρια, για να ξέρει τι γίνεται στα διαμερίσματα των υπολοίπων. Κι αν της έλεγες τίποτα, θα σου άρχιζε το παραμύθι για την ασφάλεια των ενοίκων και τα σχετικά. «Αει γαμήσου κυρία Βούλα!».
«Υπαστυνόμος είπατε;»
Ο άλλος χαμογέλασε καθησυχαστικά και εμφάνισε μια ταυτότητα, με μαγικό τρόπο στο αριστερό του χέρι. Ήταν πενηντάρης, με φαλάκρα και αθλητικό σώμα. Αν μάλιστα δεν φορούσε τόσο παλαιομοδίτικο καρό σακάκι, μπορεί και να περνιόταν για συμπαθητικός τύπος.
«Καθήστε», του έδειξε τον απέναντι καναπέ ο Άρης. Κάθησαν και κοιτάζονταν.
«Λοιπόν; Σας ακούω. Μπήκαν κάποιοι στο σπίτι σας;»
«Κάποιοι, κάποιος, δεν ξέρω. Με ειδοποίησαν και βρήκα την κλειδαριά παραβιασμένη.»
«Σας λείπει κάτι;»
«Από μια γρήγορη ματιά που έριξα … όχι, δε νομίζω».
«Μάλιστα. Αυτό είναι καλό. Θα πρέπει βέβαια να υποβάλετε μήνυση κατ’ αγνώστων. Από πού μπορώ να τηλεφωνήσω για να καλέσω τη σήμανση;»
Ο Άρης σηκώθηκε για να του φέρει τη συσκευή, αλλά στα μέσα της διαδρομής σταμάτησε.
«Αυτός που μπήκε, έκανε κομμάτια τη πιτζάμα της γυναίκας μου», μουρμούρισε. «Και άφησε ένα αποτσίγαρο στην κούπα της στο νεροχύτη»
«Της γυναίκας σας;»
«Ναι»
«Ενδιαφέρον», είπε ο μπάτσος, με αφηρημένο ύφος. Το δεξί του χέρι έκανε ανασκαφές στις μέσα τσέπες του σακακιού, ψάχνοντας να ψαρέψει κάποιο μπλοκάκι.
«Μήπως σας βρίσκεται ένα στυλό;» ρώτησε, ψάχνοντας τις εξωτερικές τσέπες αυτή τη φορά.
Ο Άρης ξεκίνησε να πάει προς τα συρτάρια του γραφείου, αλλά, στη μέση της διαδρομής, ανακάλυψε πως κρατούσε τη συσκευή …
«Το τηλέφωνο δεν το θέλετε τελικά;»
«Όχι … πως … το θέλω.»
Ο Άρης προτίμησε να βρει κι ένα στυλό για να του τα δώσει όλα μαζί.
«Κάτι άλλο θα χρειαστείτε ή να καθήσω;» τον ρώτησε καθώς τον πλησίαζε.
«Ένα ουισκάκι με τίποτα φυστικάκια δεν θα με χάλαγε», είπε αυτός, αλλά βλέποντας το ορθάνοιχτο στόμα του Άρη έσπευσε να προσθέσει, «αστειεύομαι φυσικά –καθίστε».
Σχημάτισε έναν αριθμό και περίμενε με τη συσκευή στο αυτί.
«Έλα … ποιος είναι εκεί; … Τι έγινε; Όλα εντάξει; … Να στείλετε ένα κλιμάκιο της σήμανσης στο … (στράφηκε προς τον Άρη, ζήτησε την ακριβή διεύθυνση και την είπε στο τηλέφωνο) … Ναι, αυτά. Άντε γεια».
Μετά ξάπλωσε αναπαυτικά στον καναπέ και πήρε μια πλήρη κατάθεση. Ο Άρης είχε την εντύπωση πως, όσο μιλούσε, ο μπάτσος ψιλοκοιμόταν –στοιχημάτιζε μάλιστα πως στο μπλοκάκι του ζωγράφιζε κύκλους αντί να σημειώνει.
«Αυτά;» ρώτησε ο μπάτσος, όταν θεώρησε πως ο Άρης είχε ολοκληρώσει.
«Αυτά», είπε κι ο Άρης κοιτάζοντας το ρολόι του ανήσυχα. Σύντομα θα ερχόταν η Μάχη και προτιμούσε να είναι μόνος του.
«Μήπως θέλετε να με ρωτήσετε κάτι;» πρότεινε ο μπάτσος καθώς ξεκολλούσε από τον καναπέ.
«Δεν ξέρω. Εσείς βγάλατε κανένα συμπέρασμα από την όλη ιστορία;» ρώτησε βαριεστημένα ο Άρης.
Ο μπάτσος τακτοποίησε το σημειωματάριο στην τσέπη του, έχωσε και το δανεικό στυλό στην άλλη πριν απαντήσει …
«Κοιτάξτε –υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Ας πούμε, αυτός που μπήκε εδώ μέσα δεν ήθελε να σας κλέψει. Μου είπατε ότι δεν βρήκατε τα πράγματά σας ανακατεμένα –άρα δεν έψαξε. Τότε γιατί μπήκε; Μάλλον για να σας αφήσει κάποιο μήνυμα. Κάτι που σχετίζεται με τη γυναίκα σας –ίσως; Μπορεί και όχι. Μπορεί απλά να ήθελε να σας υπενθυμίσει πως κάποιος σας θυμάται ακόμα. Όλους σας. Μπορεί κι αυτό -δε μπορεί;»
Ο Άρης έφαγε ολοκληρωτικό μπέρδεμα -για αρχή. Αδυνατούσε να καταλάβει τι του έλεγε ο μπάτσος. Ο οποίος εκμεταλλεύτηκε τη σύγχιση για να αποχωρίσει.
«Αντίο σας», πληροφόρησε τον απορημένο Άρη και έκλεισε την πόρτα πίσω του.
Ο Άρης έμεινε να την κοιτάζει. Την πόρτα που έχασκε, σε πλήρη αρμονία με το στόμα του. «Τι είπε τώρα το άτομο; Ποιος μας θυμάται;» Έτρεξε πίσω του αλλά ο μπάτσος είχε γίνει καπνός. Ανέβηκε μέχρι το διαμέρισμα της κυρίας Βούλας και πάτησε το κουδούνι απεγνωσμένα. Η γριά εμφανίστηκε διστακτικά.
«Τι έγινε; Σας κλέψανε;»
«Όχι εντάξει. Κυρία Βούλα να σας ρωτήσω -εσείς καλέσατε την αστυνομία;»
«Όχι κύριε Άρη μου. Εγώ είδα την πόρτα και τρόμαξα. Περίμενα να γυρίσετε και να κανονίσετε εσείς. Γιατί …», δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της κι ο Άρης κατέβαινε ήδη τα σκαλιά δυο-δυο.
Ησυχία στην είσοδο της πολυκατοικίας. Και έξω δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Κάποια αυτοκίνητα, αλλά κανένα ίχνος του μπάτσου. Ή του «μπάτσου». Ανέβηκε στο διαμέρισμά του με το ασανσέρ. «Το τηλέφωνο …», άρπαξε τη συσκευή και πάτησε το κουμπί επανάκλησης. Περίμενε μέχρι να ενεργοποιηθεί η γραμμή.
«Νωρίς το κατάλαβες», είπε η αντρική φωνή στην άλλη άκρη του σύρματος.
«Ποιος είσαι;»
«Δεν έχει σημασία Το πήρες το μήνυμα –έτσι δεν είναι κακομοίρη;»
«Τι εννοείς;»
«Μην κάνεις το βλάκα. Δεν ήσουνα έτσι παλιά -εκτός αν σου άφησε κανένα κουσούρι το τράκο».
Κενό στην άλλη άκρη της γραμμής και η συσκευή έχει απομείνει ξεχασμένη στο χέρι του Άρη. Τους θυμάται ακόμα. Και ήρθε μέσα στο σπίτι του –εντάξει, όχι αυτός ο ίδιος (σάλιο προσγειώνεται δίπλα στη μπότα του Άρη) –έστειλε κάποιον να σκίσει τη πιτζάμα της Μάχης και να του παίξει παιχνιδάκια με μαϊμουδένιους μπάτσους. Ο γαμημένος ξεθάρρεψε, από τα τόσα χρόνια που τον άφησαν στην ησυχία του –να προετοιμαστεί, να δυναμώσει –ξεθάρρεψε ή βαρέθηκε να κρύβεται. Έπρεπε να τον είχαν διαλύσει τότε που μπορούσαν, αλλά τους κράτησαν βουνά από δικαιολογίες. Να μη μπλέξουν πριν σιγουρευτούν ότι θα τη σκαπουλάρουν, να μην καρφωθούν τη στιγμή που προσπαθούσαν να στήσουν τις ζωές τους –ποιες ζωές τους; Τις δουλειές τους και τις οικογένειές τους, πες καλύτερα. Να τις χτίσουν με παράθυρα μόνο μπροστά, γιατί πίσω έχασκαν νεκροταφεία και ψυχιατρεία. Λουλούδια και σοκολάτες –εθιμοτυπικά πράγματα για να ξεμπερδεύουμε. Κάποτε, το κάθαρμα θα βρει αυτό που του αξίζει –εμένα μου λες; Αν υπάρχει θεία δίκη –μπορεί. Αλλιώς … η πληρωμή αναβάλλεται και οι τόκοι τρέχουν.
Έρχεται τώρα που η παρέα γαμήθηκε και ψόφησε –πως το έμαθε άραγε; Το θέμα είναι πως έρχεται για όλους και οι «όλοι» δεν υπάρχουν, τρεις παραιτημένοι σαραντάρηδες –αυτό έχει μείνει. Τρεις καθιστές πάπιες –εύκολοι στόχοι. Να το έμαθαν άραγε οι άλλοι; Πολύ θα ήθελε να τους τηλεφωνήσει, αλλά δεν έπαιζε πλέον τέτοια προοπτική. Δεν γυρίζεις πίσω από τα λόγια –όλα στραβά πήγαν –τι θα κάνουν οι άλλοι; Μάλλον θα κρυφτούν κι αυτό είναι το καλύτερο που μπορούν. Ο Άρης φοβάται. Από το πρωί φοβάται και τώρα, ακόμα περισσότερο. Θέλει λίγα χρόνια με τη Μάχη και τίποτα άλλο –λίγα χρόνια, πολλά χρόνια, ποτέ δεν θα είναι αρκετά γι΄ αυτό πρέπει να φύγει, να κρυφτεί. Κανένας δεν θα του πάρει τα χρόνια που δικαιούται και, στην τελική, έχει να ενδιαφερθεί για τους ζωντανούς. Και να θάψεις τους πεθαμένους Άρη –το ζήτημα είναι αν μπορείς!
«Αγάπη μου τι έγινε;» η Μάχη κοντοστέκεται στην είσοδο της πόρτας περιμένοντάς τον. Κι αυτός, φυσικά, τρέχει να την αγκαλιάσει –να την προστατεύσει.
«Κάποιος μπήκε εδώ μέσα. Ευτυχώς δεν έκανε τίποτα –μόνο την πόρτα χάλασε».
«Τι;» η Μάχη στριφογυρίζει στην αγκαλιά του.
«Μην ανησυχείς. Όλα είναι εντάξει τώρα. Μην ανησυχείς».
Πρέπει να φύγουν. Τώρα αμέσως! Ο Άρης την καθίζει απέναντί του κρατώντας της τα χέρια.
«Αγαπούλα έχω μια πρόταση. Να τα παρατήσουμε όλα και να την κοπανήσουμε για λίγο καιρό. Τι λες;» προσπαθεί να βγάλει κάθε χρώμα από τη φωνή του.
«Να φύγουμε; Τώρα; Μα πως; Η δουλειά σου; Έχω και κάτι υποχρεωτικές παρακολουθήσεις …»
Της σφίγγει τα χέρια περισσότερο. Ασυναίσθητα.
«Δεν κατάλαβες αγαπούλα. Πρέπει να φύγουμε! Τώρα! Είναι σοβαρό!»
Σωπαίνουν. Καταλαβαίνει και, ευτυχώς, αφήνει τις ερωτήσεις για αργότερα.
«Που θα πάμε;»
«Λέω να πάμε στου γονείς σου. Θέλεις;»
Δακρύζει αλλά προσπαθεί να το κρύψει πίσω από ένα, μασημένο, «εντάξει, πάω να ετοιμάσω» και στη βιασύνη της να χωθεί στις ντουλάπες. Ο Άρης της δίνει λίγο χρόνο πριν πάει να τη βοηθήσει. Όχι τόσο για να νιώσει πιο ήρεμη –όσο για να βρει αυτός, κάποιο ξεχασμένο ύφος αυτοπεποίθησης. Όχι πανικός, όχι τώρα!
Μαζεύουν αμίλητοι, θα ταξιδέψουν με τη Ντεσπεράντο και πρέπει να φύγουν γρήγορα, για να μην τους πάρει νύχτα στην εθνική. Ο Άρης ενημερώνει τα παιδιά στο περιοδικό ότι θα λείψει –και δεν κάνει καν τον κόπο να πει τίποτα στους αποπάνω, σιγά μην τον ψάξουν κιόλας!
Σπαταλάει λίγο χρόνο ξαναπατώντας την επανάκληση –«ο αριθμός που καλείτε δεν λειτουργεί προσωρινά …», κλείνει το τηλέφωνο, κάθεται μπροστά στον υπολογιστή και ψάχνει τον αριθμό που φαίνεται στο καντράν –δεν είναι καταχωρημένο, φυσικά.
Ένα σακ βουαγιάζ για την πλάτη και ένα ακόμα που θα δεθεί στο πίσω φτερό –αυτά είναι όλα που μπόρεσαν να μαζέψουν. Κατεβαίνουν πιασμένοι από το χέρι, αποφεύγοντας να κοιταχτούν. Ο Άρης διώχνει την ξαφνική ζαλάδα ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του –τι θα γίνει αν θολώσει στο ταξίδι; Εντάξει, κι αυτό είναι υπολογισμένο –κάποια αίσθηση ισορροπίας θα του μείνει –μακάρι να είναι αρκετή για να κρατήσει τη μοτοσικλέτα σε ευθεία γραμμή. Αρκεί μόνο να μην χάσει επαφή, όσο ακόμα κινούνται στην πόλη …
Βγαίνουν με τα χέρια κρατημένα σφιχτά –κι ο Άρης τους βλέπει αμέσως. Δυο αδιάφοροι με μαύρα γυαλιά, στο άσπρο αυτοκίνητο απέναντί τους. Γιατί φοράνε πάντα μαύρα γυαλιά; Είναι θέμα στυλ ή απλά προσπαθούν να κρύψουν την αμηχανία τους; Φαντάσου να κοιτάζεσαι με αυτόν που παρακολουθείς –σκατοκατάσταση! Ο Άρης δένει το σακ βουαγιάζ στο φτερό, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στους απέναντι. Δένει απρόσεκτα, γι’ αυτό κι ο γάντζος στην άκρη του χταποδιού πετάγεται με εμφανή διάθεση να του βγάλει το μάτι.
«Πρόσεχε μωρό μου», η Μάχη τρέχει να τον βοηθήσει.
«Δεν είναι τίποτα –τσιτώθηκε πολύ το γαμημένο …»
Κάνουν την υπόλοιπη δουλειά παρέα –οι ώμοι τους αγγίζονται κι ο Άρης ηρεμεί από τη μυρωδιά της. Δεν τρέχει τίποτα, σε τελική ανάλυση. Αν ήθελαν να τους την πέσουν θα το είχαν κάνει ήδη –έχουν στηθεί εκεί μονάχα για να τους τρομάξουν. Κι αν περιμένουν να ξεκινήσει τη μοτοσικλέτα και να τον τρακάρουν αμέσως μετά; «Θα πάρουν τ’ αρχίδια μου –όταν ανέβω στη μηχανή δε με πιάνουν ούτε με σφαίρες». Ε, καλά –όχι κι έτσι!
Γιατί ο Άρης δεν έχει ξεπεράσει τον φόβο της οδήγησης ακόμα –γι’ αυτό πηγαίνει αργά, με συνοδεία το άσπρο αυτοκίνητο. Το γλεντάει κιόλας -«και γαμώ τις επισημότητες!» Η Μάχη κρατιέται πάνω του, χαλαρά, αποκαμωμένη -θα αντέξει τρεις ώρες ταξίδι; Η μοτοσικλέτα κινείται βαριεστημένα –έτσι όπως είναι φορτωμένη, ακόμα και οι σφήνες ανάμεσα στα αυτοκίνητα γίνονται δύσκολα. Στα δυο χιλιόμετρα στρίβουν αριστερά με κατεύθυνση κάποιο από τα στέκια που μαζεύονται οι γνωστοί. Γιατί έχει μια δουλειά να τελειώσει κι ελπίζει να πετύχει κάποιους αραχτούς στον ήλιο. Νιώθει καλύτερα πριν καν φτάσει στη Spider’s, όταν βλέπει τις μοτοσικλέτες τους σε παράταξη. Εκεί είναι –οι περισσότεροι τουλάχιστον.
«Θα σταματήσουμε;» ρωτάει η Μάχη.
«Ναι, θα κανονίσω κάτι και φύγαμε».
Παρκάρει χαζεύοντας τη φιγούρα του άσπρου αυτοκινήτου από τους καθρέφτες του. Θα τον περιμένουν φυσικά κι αυτός δεν πρόκειται ν’ αργήσει. Βλέπει τους δικούς του πίσω από καλαμάκια φραπέ. Καθώς πλησιάζει το τραπέζι τους, κάποιοι στραβολαιμιάζουν για να μη χάσουν οπτική επαφή με τις μοτοσικλέτες τους.
«Καλώς τα παιδιά τα δικά μας», μερικά χέρια σηκώνονται παρέα με φιλικά χαμόγελα.
Ο Άρης με τη Μάχη πιάνουν καρέκλες και απαντάνε σε αδιάφορες ερωτήσεις –«ναι, θα πάμε ένα ταξιδάκι», «εντάξει, μια χαρά είμαι –πονάω λίγο, αλλά παλεύεται το ζήτημα», τέτοια πράγματα. Είναι περισσότερες από μια, παρέες –οι στρητάδες από τα μπαράκια, που ξαποσταίνουν μετά το γυμναστήριο, οι αρχαίοι από τα Δυτικά –ψιθυρίζουν στήνοντας μονίμως «καλές φάσεις» και τα πιτσιρίκια με τα μοτάρ. Ο Άρης έχει παραπάνω από μια, χάρες να ζητήσει –στριφογυρίζει το κεφάλι, ψάχνοντας τους κατάλληλους. Ζήτημα χρόνου είναι …
«Θέλω κάτι», τραβάει το δερμάτινο μανίκι ενός σκουλαρικάτου μεταλλά.
«Πες το κι έγινε».
«Να –κάτι καργιόληδες μου ρημάξανε την κλειδαριά στο σπίτι. Παίζει να μου τη φτιάξει κάποιος; Δε λέει να αφήσω την πόρτα έτσι, τώρα που φεύγουμε».
Ο μεταλλάς κόβει κίνηση στα διπλανά τραπέζια, κάνει νόημα σ΄ έναν πιτσιρίκο και του εξηγεί την κατάσταση. Ο πιτσιρίκος συμφωνεί πρόθυμα, παίρνει τα κλειδιά του Άρη, κανονίζει να του αφήσει δυο καινούργια ζευγάρια στο υπόγειο της πολυκατοικίας –δίπλα από τον καυστήρα …
«Ευχαριστώ πολύ ρε!»
«Δεν κάνει τίποτα παππούλη» και η πρώτη δουλειά έκλεισε.
Η Μάχη ζητάει συγνώμη, αλλά πρέπει να πάει στην τουαλέτα κι ο Άρης σηκώνεται πίσω της. Βρίσκει αυτόν που θέλει, δυο τραπέζια πιο πίσω και τον παίρνει παράμερα.
«Έχω πρόβλημα», του λέει χωρίς προλόγους.
«Όπως πάντα –έτσι;» χαμογελάει ο άλλος.
«Μπορεί και χειρότερα. Το θέμα είναι πως το άσπρο αυτοκίνητο, εκεί, απέναντι –δε λέει να ξεκολλήσει από τον κώλο μου».
Ο άλλος κοιτάζει διακριτικά. Οι αδιάφοροι στο αυτοκίνητο δεν μπορούν να τους δουν –μιλάνε μεταξύ τους, μέχρι που ο συνοδηγός πετάγεται στο κοντινό περίπτερο.
«Ποιοι είναι;»
Ο Άρης φτύνει στα πλακάκια.
«Σώπα ρε! Τόσο πολύ ξεθάρρεψε το μουνόπανο!» απορεί ο άλλος.
Ο Άρης κουνάει το κεφάλι και αφήνει μισό, αμίλητο, λεπτό να κυλήσει.
«Θα τους γαμήσουμε στα ίσα», αποφασίζει ο άλλος.
«Επικίνδυνο. Σας έχουν που σας έχουν στη μπούκα …»
«Αυτό ακριβώς. Τι περισσότερο να μας κάνουν;»
«Πρόσεξε μη μπλέξετε ρε μαλάκα».
Ο άλλος ανάβει τσιγάρο. Κοιτάζει γύρω του και πλησιάζει το μάγουλο του Άρη …
«Μην τρελαίνεσαι –θα στείλω ξεκάρφωτους. Είναι κάτι καινούργια παιδιά, τους βλέπεις; Μέσα στο μπαρ κάθονται –ναι, αυτοί που σαχλαμαρίζουν με τις γκομενίτσες. Και χάρη θα τους κάνω –γαμώ τις μούρες θα πουλήσουν. Δώσε μου δέκα λεπτά και μετά φεύγεις».
Ο Άρης σφίγγει το φουσκωμένο μπράτσο του άλλου.
«Θα στο χρωστάω μάγκα μου».
«Καλά, γράφτο τεμπεσίρι», γελάει ο άλλος και σηκώνεται αμέσως.
Η Μάχη επιστρέφει από την τουαλέτα, αλλά ο Άρης δεν την αφήνει να καθίσει στο τραπέζι των υπολοίπων. Την τραβάει παράμερα ...
«Πρέπει να σου πω δυο πράγματα κι ένα ευχαριστώ που δεν με ρώτησες προηγουμένως».
Τον κοιτάζει σοβαρή. Ανήσυχη, αλλά όχι τρομαγμένη κι αυτό είναι καλό.
«Έχω κάποιες ανοιχτές ιστορίες από παλιά και φοβάμαι πως ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια».
«Να τρομάξω;»
«Όχι ακόμα –θα σου πω εγώ πότε. Τέλος πάντων, αυτός που μπήκε σπίτι μας, μπορεί να ήταν μόνο η αρχή. Μπορεί και όχι –δεν ξέρω ακόμα, αλλά καλύτερα να μείνουμε μακριά για λίγο καιρό. Δεν έχω καμιά όρεξη για φασαρίες».
Η Μάχη κοιτάζει το μεταλλικό τραπέζι.
«Θέλω να μάθω περισσότερα. Θα μου πεις;»
«Εντάξει, το δικαιούσαι. Όταν φτάσουμε, θα σου τα πω όλα. Καταλαβαίνεις όμως γιατί πρέπει να φύγουμε –έτσι;»
Η Μάχη κουνάει το κεφάλι της συμφωνώντας.
«Ωραία. Δεν θέλω να ανησυχήσεις περισσότερο. Σε λίγες μέρες, τα πράγματα θα έχουν ηρεμίσει και θα ξαναγυρίζουμε. Απλά δεν θέλω να ταραχτείς».
Κολλάει πάνω του, μισοκλείνοντας τα μάτια …
«Δεν θα πάθεις τίποτα –έτσι; Μόνο αυτό θέλω να μου πεις, γιατί αν πάθεις κάτι …»
«Μην ανησυχείς, τίποτα δεν θα πάθουμε. Όλα θα ηρεμήσουν σε λίγες μέρες».
«Δεν θέλω να συμβεί τίποτα –δεν αντέχω άλλο …»
Ακουμπάει τα δάχτυλά του στα χείλη της, χαμογελάει για να την ησυχάσει και ετοιμάζεται. Ώρα να φύγουν. Μέσα από το μπαρ του έχουν κάνει νόημα –ένα χέρι γνέφει «αντίο» πριν μετατραπεί σε γροθιά που στριφογυρίζει. Πολλά ποτήρια με καφέ σηκώνονται για να τους χαιρετήσουν καθώς η μοτοσικλέτα ξεκινάει. Ταυτόχρονα με πέντε άλλες μοτοσικλέτες που ξεκολλάνε από το μαγαζί και παρκάρουν δίπλα στο άσπρο αυτοκίνητο. Ο Άρης ξέρει τη συνέχεια.
Το άσπρο αυτοκίνητο αγωνίζεται να ξεπαρκάρει, εγκλωβισμένο ανάμεσα στις μοτοσικλέτες. Αναγκαστικά, ακουμπάει σε μια από αυτές –ο αναβάτης φωνάζει, βάζοντας ταυτόχρονα τα κλειδιά στην τσέπη…
«Τι έγινε ρε λεβέντες! Θα μας πηδήξετε κιόλας;»
«Συγνώμη, απλά προσπαθούμε να βγούμε», λέει το κεφάλι που βγαίνει από το παράθυρο του οδηγού.
«Τι έγινε ρε; Μαθήματα οδήγησης θα κάνουμε;» φωνάζει η μοτοσικλέτα που ακουμπάει τον μπροστινό προφυλακτήρα του αυτοκινήτου.
«Ξέρω γω με τους μαλάκες! Μου γρατζούνισαν και το φέρινγκ!»
«Δεν έγινε τίποτα ρε παιδιά …», υποστηρίζει μαζεμένα ο συνοδηγός. Γιατί οι άλλοι έχουν πλησιάσει επικίνδυνα στις πόρτες του αυτοκινήτου.
«Βγες έξω ρε πούστη να δεις αν έγινε τίποτα», φωνάζει ο «γρατζουνισμένος».
«Κοιτάξτε … δεν είναι θέμα …»
Οι υπόλοιποι θαμώνες πλησιάζουν σχηματίζοντας κύκλο, γύρω από το άσπρο αυτοκίνητο. «Τι έγινε;» «Ποιοι είναι οι μαλάκες;» «Τρέχει κάτι;»
Οι αδιάφοροι χάνουν την ψυχραιμία τους και δεν προλαβαίνουν να ασφαλίσουν τις πόρτες. Μέγα λάθος γιατί τους έχουν ήδη τραβήξει έξω, «σιγά ρε παιδιά … δεν έγινε τίποτα …» -προλαβαίνουν ακόμα να φωνάξουν, «μην κάνετε καμιά μαλακία –είμαστε αστυνομικοί …», αλλά δεν σώζονται. Πια.
Ο Άρης έχει δει μόνο την αρχή της φάσης, αλλά δεν χρειάζεται περισσότερα. Χρόνια τώρα παίζεται ο ίδιος τσαμπουκάς –τα παιδιά χτυπάνε και φεύγουν, οι ξεφτιλισμένοι αλωνίζουν στα πέριξ για κάμποσες μέρες μετά, ψάχνοντας φταίχτες στ’ άχυρα. Στο τέλος βαριούνται, τσιμπάνε τίποτα άσχετους και ξεχαρμανιάζουν.
Η εθνική τους περιμένει μετά τα πρώτα διόδια, η Μάχη ψάχνει στην τσέπη της για κέρματα, αλλά ο υπάλληλος κάνει νόημα να περάσουν ελεύθερα. Ο Άρης χαμογελάει φιλικά, καλός οιωνός για το ταξίδι είναι αυτός.
Δίνες αέρα ξεκινάνε από το μπροστινό φτερό και προσπαθούν να στροβιλίσουν τα κράνη, όσο αυξάνεται η ταχύτητα. Ο λαιμός σύντομα μουδιάζει, ταξιδεύοντας με μοτοσικλέτες που δεν είναι φτιαγμένες για ταξίδια. Τα χέρια σκεβρώνουν, σχηματίζοντας ορθή γωνία, οπότε, ψάχνεις μέρος να σταματήσεις για καφέ. Συνήθως –γιατί ο Άρης δεν θέλει να χάσει χρόνο. Όταν υποχωρείς δεν πρέπει να καθυστερείς –αλλιώς δεν έχει νόημα η φυγή. Κι όταν υποχωρείς δεν χρειάζεται να αφήνεις χώρο για σκέψεις –αλλιώς μένεις μετέωρος. Η ρόδα καταπίνει τη λευκή λωρίδα ενώ κοπάδια εντόμων αυτοκτονούν στη ζελατίνα του κράνους. Υπάρχουν κάτι καινούργια μαραφέτια, που προσαρμόζονται στα κράνη και εξασφαλίζουν ενδοσυνεννόηση ανάμεσα στον επιβάτη και τον συνοδηγό –ποτέ δεν τα χώνεψε ο Άρης γιατί το ταξίδι είναι πορεία προς τα μέσα και απερίσπαστος πρέπει να αφήνεσαι για να μη χάσεις την ευκαιρία. Ο δρόμος κυλάει στα πλάγια –τσιμέντο που διαχωρίζει τις κατευθύνσεις και πράσινα χορταρένια κύματα που, πάνω τους, πλατσουρίζουν εργοστάσια. Τα μάτια θαμπώνουν προς τα έξω, αλλά καθαρίζουν κατά μέσα κι ο δρόμος –κορδόνι. Αν κοιτάξεις τα σωθικά σου θα βρεις ανθρώπους που σε κοιτάζουν πίσω. Στα χέρια τους κρατάνε υποχρεώσεις, τις δικές σου υποχρεώσεις. Κι ο φόβος σου είναι αέρας που κλυδωνίζει τα πρόσωπα –τα ανακατεύει για να μείνει στο τέλος ένας πολτός που παίρνει τη μορφή της. Σε αυτή χρωστάς πρώτα απ΄ όλα κι αυτή πρέπει να φροντίσεις πάνω απ’ όλα. Έτσι είναι κι αν το πρόσωπό της δεν διακρίνεται –βουτάς τα χέρια σου στον πολτό και φτιάχνεις το πρόσωπο της Μάχης με υλικά δανεισμένα από την Άλεξ. Έτσι πρέπει να είναι.
Η Μάχη αλλάζει συνέχεις θέση στην πίσω σέλα, έχει, σίγουρα, πιαστεί ολόκληρη αλλά ο Άρης δεν βλέπει έξω. Μόνος του σέρνεται από τη ροπή της Ντεσπεράντο –είναι στιγμές που συντονίζεται με τον κινητήρα και στρίβει όλο το σύστημα -αυτός, η Μάχη, η μοτοσικλέτα –ένα κομμάτι. Και είναι στιγμές αμνησίας, αδειάσματος. Μετά, τσιτώνει απότομα στο φόβο μιας σκοτοδίνης που δεν λέει να έρθει.
Ο δρόμος λιγοστεύει καθώς αφήνουν δεξιά τους την Αγχίαλο και η Μάχη παίρνει κουράγιο στα πρώτα σπίτια του Βόλου. Παρακάμπτουν την πόλη –είναι η ώρα να πιάσουν τις στροφές που οδηγούν στο Πήλιο –μετά τα πρώτα χωριά μένουν οι γονείς της Μάχης. Ο πατέρας της είναι αρχιτέκτονας –βαρέθηκε να χτίζει εκκλησίες και δημαρχεία στην ευρύτερη περιοχή Μαγνησίας και αποσύρθηκε στο εξοχικό τους. Τράβηξε μαζί τη μητέρα της Μάχης –βρέθηκε μια θέση στο δημοτικό σχολείο του χωριού και η κυρία Σοφία συμπληρώνει τα χρόνια που της λείπουν για τη συνταξιοδότηση. Δυο στενά από την πλατεία του χωριού είναι το σπίτι τους κι ο Άρης κόβει απότομα ταχύτητα –δεν έχει όρεξη να βρεθεί κάτω από τις ρόδες κανενός τρακτέρ, τώρα στα τελειώματα.
Παρκάρουν τη μοτοσικλέτα έξω από το σπίτι, ο πατέρας Θόδωρος τους παίρνει αμέσως χαμπάρι από τον κήπο και σηκώνει τα χέρια ψηλά, φωνάζοντας «Σοφία, Σοφία, τρέξε να δεις ποιοι ήρθαν!», η Μάχη έχει ήδη κατέβει πριν καν σταματήσει εντελώς η μοτοσικλέτα, το κεφάλι της μητέρας Σοφίας εμφανίζεται στο παράθυρο κι ο Άρης χαμογελάει πεθαμένα. Γιατί έχει δει το άσπρο αυτοκίνητο που είναι παρκαρισμένο στην άλλη άκρη του δρόμου –50 μέτρα απόσταση, από το σπίτι. Ίδιο μ’ αυτό που άφησαν στην Αθήνα, με δυο καινούργιους αδιάφορους να τους χαζεύουν μέσα από τα μαύρα γυαλιά τους.
Οι γονείς της Μάχης είναι ήδη έξω και τους αγκαλιάζουν, ενώ αναρωτιούνται «γιατί δεν μας ειδοποιήσατε, να φτιάξουμε ένα φαγητό της προκοπής!». Η Μάχη φεύγει μαζί τους κι ο Άρης λύνει το σακ βουαγιάζ από το φτερό της Ντεσπεράντο. Όταν φτάσεις στο τέλος του δρόμου δεν έχει άλλο να φοβηθείς, γι΄ αυτό κοιτάζει ίσια απέναντί του –καρφώνει το βλέμμα του στα μαύρα γυαλιά και φτύνει στο χώμα επιδεικτικά.
Το άσπρο αυτοκίνητο ζωντανεύει και χάνεται ράθυμα, στο βάθος του δρόμου.
(συνεχίζεται κατά μόνας)

46 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

Lex_Luthor06 είπε...

Κάποιοι προσπαθώντας να ξεπαρκάρουν γρατζούνησαν μια μηχανή και έφαγαν το ξύλο της αρκούδας γι αυτο.

Το παραπάνω αρκεί να καταστήσει το νο10 ως το αγαπημένο μου από όλη την σειρά.

tomboy είπε...

Δεν θυμάμαι αν στο είπα ποτέ αλλά αυτά ακριβώς ήταν τα συναισθήματά μου για την μπλε γυάλινη υδρόγειο.

Μου άρεσε πολύ το κομμάτι της διαδρομής. Είναι ακριβώς έτσι.

Ανώνυμος είπε...

Το ξύλο το έφαγαν για άλλο λόγο, lex. Το γρατζούνισμα δεν ήταν παρά η αφορμή.
Θα μας σκάσεις μέχρι να 'επέλθει η κάθαρση' , αλλά αξίζει τον κόπο.

Ανώνυμος είπε...

Αν έχουν κάποιο νόημα οι θεματικές αναφορές, είναι επειδή έτσι μπορεί ένα λογοτεχνικό έργο να κριθεί σε λεπτομέρειες που μπορεί να περνούν απαρατήρητες από όσους δεν έχουν άμεση σχέση με το θέμα, αλλά είναι καρφιά στο μάτι όσων ξέρουν.
Στην λογοτεχνία που κάνει αναφορά σε μοτοσυκλέτες και μοτοσυκλετιστές, μέχρι σήμερα, είναι πολύ λίγα τα έργα που σέβονται τον μικρόκοσμο της μοτοσυκλέτας κι ας μην είναι γραμμένα από μοτοσυκλετιστές. Η μεγάλη πλειοψηφία των έργων όμως, κυρίως των δεκαετιών του 1970 και 1980, αναφέρονται στη μοτοσυκλέτα ως εντύπωση κι όχι ως βίωμα. Όταν όμως έχεις το βίωμα και την ευλογία της λογοτεχνικής γραφής τότε το έργο γίνεται πραγματικά όμορφο.
Ακόμα πιο όμορφο γίνεται, όταν, παρόλο που μπορεί κάποιος να το κατατάξει σε μία ή περισσότερες θεματικές, αυτό έχει δική του αρχιτεκτονική και δικό του λόγο ύπαρξης. Μπορεί εγώ να χαίρομαι που διαβάζω ένα όμορφο κείμενο το οποίο έχει και μοτοσυκλέτες αλλά το σημαντικό είναι πως ένα καλογραμμένο κείμενο για κάποιο θέμα, όταν αποφασίζει να έχει για λογοτεχνικό του ήρωα μοτοσυκλέτα ή μοτοσυκλετιστή, να μπορεί ο συγγραφέας να το κάνει πειστικά, όμορφα, λειτουργικά και αισθαντικά.
Συγγνώμη για τα πολλά λόγια, πρώτη φορά διαβάζω κάτι που συνεχίζει να γράφεται και μ’ αρέσει που αυτό γίνεται σε κείμενο που μέχρι τώρα δεν μ’ απογοήτευσε.

DeuceDBiker είπε...

Η γαμημένη υποκουλτούρα που λέγεται "μοτοσυκλέτα-στην-ελλάδα" από την αρχή του 80 μέχρι και τις αρχές του 90 ανακατεμένη με ελευθεριακή ζωή και ροκάδικο περιθώριο είναι δύσκολο φορτίο για όσους το κουβαλάνε στις πλάτες τους μέχρι σήμερα...
Ανασταίνεις όμορφα τα φαντάσματα, μα εύχομαι να τα στείλεις τελικά στον τάφο τους, μ οποιοδήποτε τίμημα, αυτό θα κανε η "παρέα", αλλά τώρα έχουν πολλά να ρισκάρουν πέρα από το τομάρι τους γι αυτό πρέπει να "φορτώσουν" ακόμα και να σχεδιάσουν τη δική τους κάθαρση...

Εσύ συνέχισε να μπαίνεις βαθιά στα κόκκινα...

αναρωτιέμαι καμμιά φορά που διάβολο κρυφτήκανε τόσοι μπόλντορες, που στην ευχή πετάξανε τοσους καρχαρίες...

DeuceDBiker είπε...

και ν αφήνεις αραιά και που κανα κενό να ξεχωρίζουν οι παράγραφοι, δεν είναι ντροπή...

homelessMontresor είπε...

Ευτυχώς που ήταν λιγάκι μικρό και μπόρεσα να το διαβάσω κατ'ευθείαν!
Αυτήν την τρέλα με τις μοτοσυκλέτες ποτέ δεν μπόρεσα να την μοιραστώ, αλλά σαν να αρχίζω να την καταλαβαίνω!

The Motorcycle boy είπε...

-lex, είναι έτσι ακριβώς κι ας μην είναι έτσι ακριβώς. Ρε συ, είσαι ίδιος ο Άσωτος υιός (στις απόψεις), ίσως να στο έχω ξαναπεί -και μένετε και κοντά. Μη μου πεις οτι γνωρίζεστε κιόλας;
-tomboy, δεν μου το έχεις πει -αλλά, μάλλον με βόλευε να είναι έτσι. Για τη διαδρομή -αναφέρεσαι στα βάσανα του συνεπιβάτη ε; Χε, χε.
-pan, όπως έλεγα και στον lex είναι και δεν είναι έτσι. Άλλη ήταν η αιτία, αλλά ο σκοπός είναι πάντα ιερός σε αυτές τις περιπτώσεις.
-tsalimi, ειλικρινά ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, αν και νομίζω πως υπερβάλεις σχετικά με την ποιότητα του κειμένου μου. Όντως, είναι και για μένα σημαντικό οτι το κείμενο συνεχίζει να γράφεται και αφού έχει διαβαστεί, γιατί έτσι γίνεται διαδραστικό (σε βαθμό τον οποίο δεν μπορώ να καθορίσω). Έχεις μεγάλο δίκιο για την αντιμετώπιση της μοτοσικλέτας από τους έλληνες λογοτέχνες (αυτό έλειπε να μην είχες!). Νομίζω πως στο συγκεκριμένο θέμα ισχύει, σε μεγάλο βαθμό, το "όποιος το ζει δεν έχει χρόνο να το γράψει κι όποιος το γράφει δεν το ζει -απλά το παρατηρεί".
-Αδελφέ deuced, ακουμπάς ακριβώς πάνω στο θέμα. Καταλαβαίνεις πως όλο αυτό το πράγμα είναι ΚΑΙ ένα κωδικοποιημένο ημερολόγιο ενός ανθρώπου που δεν καταφέρνει να γράψει σε πρώτο πρόσωπο. Η κάθαρση είναι καλό πράμα, αλλά εμείς -σαν γενιά δεν την πετύχαμε πουθενά αυτή την κυρία. Και μην περιμένεις να την πετύχουν κι αυτοί εδώ. Δυστυχώς, τα μπολντόρια, τα ζήτα, τα φουράκια και οι καρχαρίες -αλλά και οι τενερέ οι παλιές, οι κίτρινες-μπλε (το προσωπικό μου φετίχ), έχουν γίνει παλιοσίδερα σε εξευτελιστικές τιμές. Όπως ακριβώς και τα παραμύθια της γενιάς μου. Έτσι δεν έπρεπε να είναι; (Αφήνω ρε αδερφέ μια γραμμή μετά από κάθε παράγραφο, αλλά στη μεταφορά από το word στον blogger -γίνονται όλα μακαρόνι. Ευχαριστώ κι εσένα και τους υπόλοιπους που αντέχετε να το διαβάζετε).
montressor, άμα σε βρει κανένας Ευ-άγγελος και σε πλακώσει στο ξύλο θα φταίω εγώ; 10 σελίδες word παιδάκι μου -θα διαβάσει κανένας το σχόλιό σου ότι ήταν μικρό, θα ξεγελαστεί να το ξεκινήσει και στη μέση θα σε ψάχνει με άγριες διαθέσεις! Χαίρομαι που, αν και δεν τρελλαίνεσαι με τις μοτοσικλέτες, δεν βαρέθηκες το κείμενο -γιατί την είχα την αγωνία πως το συγκεκριμένο θα διαβαζόταν μόνο από κάτι ρεμάλια μηχανόπληκτους.

numb_jg είπε...

Καλημέρα και καλό μήνα!
Θα τελειώσει μέσα στο 2006; Άσε, μην πεις...

Bitch Girl είπε...

μου άρεσε πιο πολύ η προτελευταία παράγραφος...σιγά μην την σκαπουλάριζαν τόσο εύκολα, όταν φεύγεις το πρόβλημα δε μένει πίσω, σε ακολουθεί.

remalimihanopliktos είπε...

Μικρό και προβλέψιμο, σε σχέση με τα προηγούμενα...όταν κάνεις ευτυχισμένα τα πιτσιρίκια που σου ρίχνουν με το σκούτερ πάντα σου μένει ένα χαμόγελο,όσο μεγαλώνω το κάνω και ποιό συχνά.

ΣεΞπΥρ είπε...

Ρε Ευάγγελε, πότε θα μου φέρεις τις φωτοτυπίες από το Νο 9? Και που'σαι: βγάλε και το Νο 10 ρε αν δε σου κάνει κόπο, να έχουμε να διαβάζουμε το ΣΚ. Παρακαλώ, συνεχίστε!

Ο Καλος Λυκος είπε...

comment στην Ελλάδα...τα μαζεύω γιά την πτήση...

The Motorcycle boy είπε...

numb καλό μήνα, έστω και καθυστερημένα. Αν θα τελειώσει μέσα στο 2006; Να σου πω ... άσε δε σου λέω. Μήπως και ξέρω δηλαδή;
bitch, το πρόβλημα σε ακολουθεί μέχρι να αρχίσεις να το ακολουθείς εσύ. Στο ενδιάμεσο διάστημα μπορείς να το λύσεις (σπάνιο) ή να το επιδεινώσεις (το πιο πιθανό).
Ρεμαλοαπέτοιε, γενικά είμαι προβλέψιμος. Τι με πέρασες για τον Στήβεν Κινγκ; Αλλά αυτό το "μικρό", είσαι ο δεύτερος που το λέει. Ρε παιδιά, 10-11 σελίδες word ειναι τα ποστ μου κι αυτό ήταν 10 όταν το τελείωσα. Μήπως χάθηκε κάτι στη μεταφορά;
Και που είσαι Ευ-άγγελε πιάσε τίποτα πίτσες και μπύρες (γι' αυτό χαίρομαι που είναι μικρότερός μας, ε Σέξπυρ); Ο πρώτος που εμφανίστηκες είσαι -οι υπόλοιποι ακόμα πεθαμένοι από χτες είναι;
Τα σχόλια από κοντά λύκε. Άντε, λίγες μείνανε.

Cherryfairy είπε...

ξέρω που το πας,και καλά το πας.συνέχισε.

The Motorcycle boy είπε...

Για να δούμε ρε φιλενάδα. Αλήθεια, εσένα πότε θα σε δούμε;

Θαυμαστης σας! είπε...

Ψοφας για γκομενακια εεε; Δεν ειναι κακο, αυτο ελειπε! Εχεις πηδηξει καμια απο εδω ρε μοτορ? Ολο και καποια θα εχει λυσει το βρακακι της...

roidis είπε...

τι να προσθέσω παραπάνω απ' ότι έχω πει και στα προηγούμενα...
αφού τώρα πια το κείμενο έχει βρει το βηματισμό του, και μάλιστα βάσει αυτού του τελευταίου - προς το καλύτερο.

The Motorcycle boy είπε...

Ναι, ειδικά με την cherry, όλο στο καμάκι είμαι αλλά δεν μου κάθεται! Ρε τι άλλο θ' ακούσουμε!
Ροϊδη κι ελπίζω προς την τελική του κατάληξη -αρκετά ταλαιπώρησα τους φίλους μου με αυτό. Εσύ συνέχεια εικόνες στο προφίλ αλλάζεις; Αν και η προηγούμενη μου άρεσε πολύ -η καινούργια είναι πιο ταιριαστή με τον άλλο Ρο.

Ο Καλος Λυκος είπε...

έξι και νύχτωσεεεεεεεεεεεεε....

The Motorcycle boy είπε...

Άντε ρε και σε περιμένουμε. Μην ξεχάσεις το τηλέφωνό μας στα εξωτερικά έτσι;

Ο Καλος Λυκος είπε...

Μπαααα...αφού το έχω στο μαίηλ ρε συ...

sorry_girl είπε...

Τα διάβασα και τα δύο αφού τα εκτύπωσα κι αυτό γιατί θα μου τα΄βγαζες τα ματάκια μου με τόσο μικρή γραμματοσειρά.
Έχω να δηλώσω οτι μου άρεσε περισσότερο αυτό το μέρος.
Εντωμεταξύ είμαι σίγουρη ότι κάτι θα γίνει και δεν θα γράψεις τέλος.
Έτσι για να μας βασανίζεις!

The Motorcycle boy είπε...

Λύκε, δεν ξέρω -εγώ προσέχω για να έχω.
sorry, που χάθηκες εσύ παιδάκι μου; Αν το συνεχίσεις αυτό να μη μου βάζεις πρώτο σχόλιο μην περιμένεις να δεις τέλος στο σεντονομαρτύριο -είπα και ελάλησα. Χαίρομαι που σου άρεσε πάντως -καθότι είμαι σε φάση αβεβαιότητας.

Sigmund_01 είπε...

Άντε ρε θα χτυπήσουμε πυράκια έτσι όπως πάει. Ανέβασε λίγο το τέμπο! Ξεκινάω να το διαβάσω και μόλις αρχίζω και στρώνω να το γαμημένο ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ! Άσε που ξεχνάω κομμάτια από τα πρώτα επεισόδια :-P

VITA MI BAROUAK είπε...

Βρε άνθρωπε τι κάνεις;
Τι σεντόνια είναι αυτά, τι προικιά;…
Μου είναι τελείως αδύνατο να σε παρακολουθήσω…

The Motorcycle boy είπε...

Γιατρέ μου -μπορώ να κάνω κάτι για την περίπτωσή σου θαρρώ. Αντί να ποστάρω 10σέλιδα θα ποστάρω 20σέλιδα. Το θέμα είναι πως κάθε ποστ-κεφάλαιο είναι συγκεκριμένη ενότητα. Άρα, θα λέω τα ίδια με περισσότερα λόγια. Άντε βρε -θα τα κάνω για να μη σου χαλάσω χατήρι!
Αν ξεχνάς κάτι (είσαι και σε μια ηλικία), μη ντρέπεσαι -ρώτα με. Από το να γράφω περιλήψεις προτιμώ ερωτήσεις.
Vita εύκολο είναι να το παρακολουθήσεις. Ένα απλό διαβασματάκι στα λινκάκια που προηγούνται και ... αυτό ήταν όλο!

άσωτος υιός είπε...

καλο. μου αρεσε γινετε ποιο "δυνατο".
αντε να δουμε τι θα κανουμε σημερα.

The Motorcycle boy είπε...

Άστα αδερφέ -θα είναι μέσα ο Ευ-άγγελος. Ας αρκεστούμε στην άποψη του Σόλιντ οτι τίποτα δεν είναι καταστροφή στο ποδόσφαιρο. Δηλαδή, είτε κερδίζουμε και παίζουμε ΟΥΕΦΑ -είτε χάνουμε και φτιάχνουμε ομάδα.

Ανώνυμος είπε...

τι γυρεύω σε ενα μηχανόβιο μπλογκ...δεν καβαλάω πια..μόνο αν τα εχω πιει χαλαρώνω και δεν φοβάμαι...αλλά πήρα φόρα...για το διήγημα ήθελα να σου πω..οτι είναι απίθανα καλογραμμένο ..με ένταση σαν την πρώτη γκαζιά..και ηδονή (το μάζεψα) όπως όταν παίρνει μπρός με την δεύτερη...
Σε αναμονή του επόμενου γραπτού :-)

Ανώνυμος είπε...

παλι αυτη η τελιτσα στο display name μου (παρολο που το τσεκαρα και δεν θαπρεπε νάναι)
μαύρη γάτα said...τα παραπάνω

The Motorcycle boy είπε...

Μαύρη γάτα, μετά τελείας ή άνευ, να μου πεις για τα άλλα που πήρες φόρα κι όχι για το διήγημα. Ή να τα ποστάρεις για να τα διαβάσω.
Σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια και ... άκουσα ανάλογα καλά λόγια για σένα από κάτι Απατεώνες. Να τους πιστέψω;

Ανώνυμος είπε...

πονεμένες (κυριολεκτικά και μεταφορικά) ιστορίες ...α πα πα δεν θέλω να θυμάμαι :-)
εεε οχιιιι μην τους πιστεύεις τους Απατεώνες :-) :-)

The Motorcycle boy είπε...

Μαύρη γάτα, ο μοτοσικλετιστής -από τις ουλές ξεχωρίζει. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Να μην πιστεύω λες ε; Καλά, θα περιμένω να βγάλω συμπέρασμα από μόνος μου. Κανονίστε τίποτα ρε.

Ανώνυμος είπε...

Οχι μην πιστεύεις (χειρότερος μλκς είμαι) :-)
για να δούμε :-) εχουμε να ειδωθούμε χμμ ισως και χρόνο :-I

Ανώνυμος είπε...

αα ξέχασα...Την Καλημέρα μου :-)

The Motorcycle boy είπε...

Ε, ένας λόγος παραπάνω. Κανονίστε, γιατί την έχω γειτόνισσα -όλο και κάπου θα σας πετύχουμε με τους υπόλοιπους.
Καλημέρα βεβαίως -γατί όχι;

The Motorcycle boy είπε...

Γατί; Σιγά μην είναι και σκυλί, χα, χα

Ανώνυμος είπε...

:-) Motorcycle boy
the big I ;-)
(check raresteak)

The Motorcycle boy είπε...

Αν σου πω οτι δεν κατάλαβα Χριστό θα φανώ πολύ ηλίθιος; Ε, θα στο πω κι ας φανώ.

Ανώνυμος είπε...

sorry motorcycle boy θυμήθηκα το big I που δημοσιεύσε ο rarestake :-)http://raresteak.wordpress.com/2006/11/28/i/

Ανώνυμος είπε...

*raresteak

The Motorcycle boy είπε...

Μαύρη γάτα -όμορφο ήταν το ποστ που λες. Εμένα βέβαια μου αρέσουν οι άνθρωποι που καταστρέφονται από το διογκωμένο εγώ τους. Τουλάχιστον δεν τους φταίνε οι άλλοι. Ευχαριστώ για τις επεξηγήσεις καθότι τυγχάνω και ολίγον στούρνος.

Ανώνυμος είπε...

και μένα μου άρεσε πολύ αυτό το πόστ..και γενικότερα πώς ενα "i" κάνει την διαφορά
(γμτ πάλι κατάφερα να φύγω απο το θέμα..εε οχι και στούρνος -πάρτο πίσω- :-) ..πετάω έτσι ενα "i" χωρίς εξήγηση )

The Motorcycle boy είπε...

Εγω(ισμός) λέγεται αυτό αλλά μόνο κακό δεν είναι.

Ανώνυμος είπε...

ναι δεν είναι κακό ... αυτόν τον εγωισμό τον δικαιούμαστε

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι