Τετάρτη, Μαΐου 07, 2008

4. Ανθρώπινες επαφές

Περίληψη προηγουμένων:

1. Όπου ο ήρωας κατεβαίνει από το αεροπλάνο επιστρέφοντας στην κωλοπόλη του μετά από 20 χρόνια. Τον περιμένει μια παλιά φίλη, η Ρέα και μπόλικος, άσχετος με το θέμα, εκνευρισμός.
2. Δίνονται κάποιες αναγκαίες εξηγήσεις σχετικά με τον Πέτρο, που σαπίζει σε ψυχιατρείο και ο ήρωας ξανασυναντάει την κτηνώδη κίτρινη -μπλε Τενερέ 600.
3. Η Τενερέ πηγαίνει στο συνεργείο και ο ήρωας ανακαλύπτει οτι τον ανακάλυψαν.

Πλάγιασα την Τενερέ δεξιά στη στροφή και χάζεψα την ουρά μου από τον αριστερό καθρέφτη. Ένα σκούρο μπλε Σμαρτ, 50 μέτρα πίσω μου –ένας μαλάκας δίπλα στον οδηγό φωτογράφιζε συνέχεια την πλάτη μου. Νωρίς με στάμπαραν οι κερατάδες, άντε τώρα να τους ξεφορτωθείς. Άφησα τη Βασιλίσσης Σοφίας και χώθηκα στα στενά λίγο πριν το Κολωνάκι –χωρίς να βγάλω φλας. Το Σμαρτ πλακώθηκε στα ανάποδα τιμόνια, γέλασα –ας δούλευαν και λίγο για το μισθό τους. Περίμενα μέχρι να με ξαναβρούν, όταν τους είδα, ξεκίνησα χαλαρά, βγήκαμε παρέα στη Σόλωνος. Ο σκατόδρομος δεν με απογοήτευσε –ήταν μποτιλιαρισμένος σαν κουτί με σαρδέλες. Τους άφησα να κολλήσουν πίσω μου. Αμέσως μετά καβάλησα το πεζοδρόμιο και πήρα ανάποδα τον δρόμο, κόντεψα να πατήσω κάτι πεζούς αλλά στο τέλος τα κατάφερα. Κατέβηκα σχεδόν δίπλα τους και χαμογέλασα εγκάρδια –μάλλον δεν το είδαν γιατί φορούσα ένα φουλ φέις κράνος που μου χάρισε με το ζόρι ο χοντρός του συνεργείου. Έβριζαν μέσα από τα κλειστά τζάμια –τους άφησα έτσι.
Κατέβηκα ανάποδα το πρώτο στενό, ανέβηκα το επόμενο, ξαναβγήκα στη Σόλωνος λίγο πιο κάτω, στριφογύρισα αρκετά μέχρι να φτάσω στο καταγώγιο. Υπήρχε ένα στέκι που ήταν γκαραντί –όσα χρόνια κι αν περνούσαν. Ο ιδιοκτήτης, Σπήλιος το όνομα, παλιός αναρχικός, μου έστελνε καρτούλες ποστ ρεστάντ τα πρώτα χρόνια. Όλο μαλακίες έγραφε, «πως περνάς; έχουν ακόμα νερό τα σιντριβάνια;» -τέτοιες σαχλαμάρες. Ποιητής ο πούστης! Μια φορά του απάντησα, «όλα καλά, ρίχνω τσιμέντα στις πλατείες» και με τρέλανε μετά στην αλληλογραφία. Πάντα σε καρτ ποστάλ, κάτι συνθηματικά του κώλου που αμφιβάλλω αν τα καταλάβαινε ακόμα κι ο ίδιος. Εγώ πάντως –όχι.

Μπήκα στο μαγαζί τυφλωμένος από την αντηλιά, έκλεισα τα μάτια μπας και δω καλύτερα. Μάταιος κόπος. Έσπρωξα ένα σκαμπό κι ανέβηκα προσεκτικά –δεν υπήρχε ψυχή στη μπάρα. Ένας παλιόγερος σκάλιζε το σιντί πλέιερ στην απέναντι γωνία κουνώντας την αλογοουρά του. Οικτρή κατάντια. Γύρισε προς το μέρος μου.
«Θέλετε κάτι;»
«Ένα ‘ότι σου βρίσκεται πρόχειρο’ και πιάσε στασίδι», γέλασα.
Πλησίασε κουτσαίνοντας. Πόσο μεγαλύτερος από μένα ήταν; Τόσο ερείπιο είχα καταντήσει κι εγώ;
«Ρε γαμημένε!» φώναξε.
«Πες το κι έτσι», είπα σεμνά.
Σβάρνισε κάτι καλαμάκια του φραπέ σκύβοντας πάνω από τον πάγκο για να με αγκαλιάσει. Δεν γουστάρω τα σάλια, αλλά τον άφησα.
«Τι κάνεις ρε ψυχή; Πως κι από τα μέρη μας;» ρώτησε.
«Κάποτε έπρεπε να γυρίσω –δε νομίζεις; Νοστάλγησα τις ραχούλες και τα ψηλά βουνά …»
Γέλασε καθώς μου άνοιγε μια μπύρα χωρίς να ρωτήσει.
«Σε έπιασε η παραγραφή;»
«Ε, πως αλλιώς!» απόρησα.
Έξυσε τα γένια του.
«Μερικά πράγματα, παραγράφονται μόνο από νομικής απόψεως –το ξέρεις αυτό».
«Ε, πως αλλιώς!» ξεφύσησα.
«Δηλαδή … όλο το θέμα είναι μέχρι να σε πάρουν χαμπάρι …»
«Λάθος. Με πήραν ήδη –ο νόμος σε αυτή τη χώρα αγρυπνά, δεν τα ‘μαθες;»
Κοίταξε ασυναίσθητα πίσω από την πλάτη μου, έξω από το θολωμένο τζάμι, στο απέναντι πεζοδρόμιο. Στο πόστο του χαφιέ που ήταν άδειο για την ώρα.
«Τι ήρθες να κάνεις εδώ πέρα;» ρώτησε.
«Να πάρω πίσω τα χρωστούμενα», είπα.
«Δε σε πιάνω», μουρμούρισε σκεφτικά.
«Απλά είναι τα πράγματα. Όταν μαντρώσανε τον δικό μου δεν με ρώτησαν. Ήρθα να πω τη γνώμη μου, λοιπόν».
Ξεκαρδίστηκε.
«Σε ποιον θα την πεις ρε μπούρδα; Ποιος θέλει ν΄ακούσει;»
«Εδώ μπαίνεις εσύ στην ιστορία Σπήλιο».
Ρυτίδιασε.
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Σημαίνει ότι παλιά μας έφερνες τις ντουντούκες –‘μια η ντουντούκα, τέσσερις εμείς’, θυμάσαι;»
Ηρέμησε κάπως.
«Αυτά τα λέγανε οι κομματικοί ρε βλάκα!»
«Δεν έχει σημασία. Το νόημα της παραβολής βρίσκεται στη ντουντούκα …»
«Όπου ντουντούκα είναι;»
«Ένα μάγκνουμ για τον επιθεωρητή Κάλαχαν. Απλό, διακριτικό και αποτελεσματικά θορυβώδες για να ακούγομαι».
Χαμογέλασε στραβά.
«Δεν ξέρεις τι λες!» με πληροφόρησε.
«Μπορεί. Αλλά αυτό από μόνο του δεν σημαίνει τίποτα, ούτε βοηθάει την κουβέντα να προχωρήσει».
Εκείνη τη στιγμή μπήκε ένας σφίχτης στο μαγαζί, κοντοκουρεμένος, με τζαμαρίες ηλίου σε μέγεθος γιγαντοοθόνης. Κοιταχτήκαμε με τον Σπήλιο αμίλητοι. Ο σφίχτης πήγε και κάθισε σε ένα τραπέζι στο βάθος.
«Τι σου λέει το πιθήκι;» ρώτησα δείχνοντάς τον με το βλέμμα.
«Άγνωστος και πρωτοφανής», σχολίασε.
«Για πήγαινε να δεις τι θέλει», πρότεινα.
Ο Σπήλιος βγήκε κοπανώντας ένα δίσκο στις καρέκλες και στήθηκε πάνω από τον γομάρη.
«Τι να φέρω;» άκουσα από μακριά.
Ο τύπος παράγγειλε ελληνικό καφέ με μια φωνή ψιλή σαν κιμωλία σε γυαλισμένο πίνακα.
«Πόση ζάχαρη;» ρώτησε ο Σπήλιος.
«Μέτριο», τσίριξε ο τύπος.
Ο Σπήλιος έφυγε μουρμουρίζοντας. Ήταν η σειρά μου. Μάλλον. Τον κοίταξα όσο ζέσταινε το μπρίκι, αλλά απέφυγε να γυρίσει προς το μέρος μου. Σηκώθηκα, πλησίασα και βρόντηξα την καπνοσακούλα στο τραπέζι του. Μέσα είχα τον Ronson, για να μη γδαρθεί –πετάχτηκε ο τύπος από τον γδούπο. Κάθισα χαμογελαστός.
«Επιτρέπεται;» ενδιαφέρθηκα να μάθω.
«Δεν κατάλαβα …», μουρμούρισε εκείνος.
«Καλά, κάτσε να στο εξηγήσω», προθυμοποιήθηκα. «Εδώ είναι στέκι, κάπως ρημάδι βέβαια, αλλά στέκι τέλος πάντων. Κι όταν πίνω τον καφέ μου δεν γουστάρω περίεργες φάτσες –κατάλαβες τώρα;»
Γούρλωσε τα μάτια. Κοίταξε προς τη μεριά του Σπήλιου, μετά γύρισε προς το μέρος μου.
«Ναι αλλά …»
«Τι πράγμα;»
«Δεν έπινες καφέ … μπύρα έπινες …»
Κούνησα το κεφάλι –ο τύπος ήταν άπαιχτος.
«Μπύρα, σωστά. Γι΄αυτό σε άφησα να παραγγείλεις, αλλιώς θα σε κοπάναγα με το που μπήκες», είπα.
Ο τύπος κοίταξε την καπνοσακούλα κάπως αμήχανος.
«Κάνε τσιγάρο», τον καθησύχασα.
«Δεν καπνίζω», είπε.
«Αυτό να μου πεις», παραδέχτηκα. «Δεν σε πειράζει όμως;» κι έστριψα ένα τσιγάρο κοιτάζοντάς τον.
Έπαιξε ταμπούρλο τα δάχτυλά του στο τραπέζι –τον περίμενα μέχρι να τελειώσει.
«Λοιπόν; Τι νέα;» ενδιαφέρθηκα να μάθω.
«Τι νέα;» έκανε ψυλλιασμένος.
«Εγώ ρωτάω», τον συνέφερα. «Μπάτσος ή ντηλέρι; Για πες μου».
Έσφιξε τα χέρια του στο τραπέζι, σε άλλη περίπτωση θα με πλάκωνε στις μάπες. Αλλά τώρα … Οι μυστικοί δεν καρφώνονται τόσο εύκολα, κρατάνε τον θυμό τους και σε περιμένουν στην κοντινότερη γωνιά. Και τα ντηλέρια είναι επαγγελματίες –δεν χαλάνε τη ζαχαρένια τους για τον πρώτο τυχόντα μαλάκα.
«Δεν το πιάνω το υφάκι σου», είπε σκύβοντας πάνω από το τραπέζι.
«Άστο, δεν χρειάζεται να το πιάσεις εδώ», τον καθησύχασα. «Πάρτο μαζί σου και το πιάνεις στο σπίτι με την ησυχία σου».
«Τι θα πει αυτό;» αναρωτήθηκε.
«Θα πει ότι έχεις φύγει κι ο καφές κερασμένος», τον πληροφόρησα.
Το σκέφτηκε. Σηκώθηκε. Περίμενα να με απειλήσει για να καταλάβω τι από τα δύο ήταν. Άφησε αμίλητος ένα χάρτινο τάλιρο στο τραπέζι. Δεν έβγαλα άκρη –πάντως ήταν επίφοβος ο τύπος.
Πήγα πάλι στη μπάρα καθώς έβγαινε έξω.
«Και μετά μου λες ιστορίες για κουμπούρια …»μουρμούρισε ο Σπήλιος.
«Στα λέω σε σένα γιατί ξέρω ότι δεν έχεις», απάντησα. «Απλά γυρεύω μια άκρη».
«Μαλακίες!» μόρφασε ο Σπήλιος. «Δεν είναι δικός μου ο πόλεμος».
«Από πότε αυτό;» ρώτησα. «Κατεβάσαμε σώβρακο και το κουνάμε λευκή σημαία;»
Άπλωσε το χέρι του αριστερά κι έπιασε δυο μπύρες. Τις άνοιξε, έσπρωξε μια μπροστά μου χωρίς να με ρωτήσει. Θα με πήδαγε κανονικά το στομάχι μου σήμερα!
«Μια ζωή σκεφτόσουν με το κάτω κεφάλι», είπε μετρώντας τα λόγια του. «Φάγατε ολόκληρο άνθρωπο και έρχεσαι τώρα να μου το παίξεις ‘ο Εκδικητής με τα Εξάσφαιρα’. Που ζεις ρε δικέ μου; Τι γίνεται δηλαδή –θα ζητήσεις και τα ρέστα από πάνω; Κρύψου καλύτερα, μείνε στην απέξω. Δεν θέλω τους μπελάδες σου και δεν θα σε βοηθήσω εγώ να φας το κεφάλι σου. Φάτο μόνος σου αν γουστάρεις. Που γουστάρεις δηλαδή και θα το φας στην τελική. Και το πάνω και το κάτω Μιλάω σωστά;»
«Ευαγγέλιο τι να σου πω!» γέλασα νευρικά. «Μόνο που ξεχνάς ότι μας είχε στήσει στα δέκα μέτρα ο καργιόλης –ή εμείς ή αυτός. Είχαμε επιλογές; Εμείς φτιάξαμε το παιχνίδι; Όχι βέβαια –αυτός μας σημάδευε, εμείς τον προλάβαμε. Αλλιώς τι θα γινόταν; Μια ακόμα πορεία για τα θύματα της κρατικής βίας; Χέσε μας ρε Σπήλιο –μπουχτίσαμε από τέτοια! Κι άντε, ας πούμε ότι εγώ το παίζω αμέτοχος και ‘ότι έγινε –έγινε’. Τους βλέπεις να με παρατάνε; Ακόμα δεν ήρθα και ξαμολήθηκαν στο κατόπι μου. Να τρέξω; Έτρεξα. Θα γλιτώσω; Μπορεί –όλα γίνονται. Κι ο άλλος; Δε θα λιώνουν τα κόκαλά του από τα χάπια που τον έχουν ποτίσει –τι περιμένεις δηλαδή; Να στείλεις στεφάνι στην κηδεία του;»
Απέφυγε να με κοιτάξει.
«Ξέχνα τον ρε φίλε. Ξέχνα τον σου λέω –αυτός τελείωσε πίσω απ΄τους τοίχους».
Χτύπησα το χέρι μπροστά του, για να μη χτυπήσω εκείνον. Δεν είχα αντοχή ν΄ακούω τέτοια.
«Εσύ μπορεί να τον ξέχασες, αλλά μην περιμένεις να κάνω το ίδιο. Θα τον βγάλω από εκεί μέσα –‘νεκρό ή ζωντανό θα τον βγάλω’, μαλάκα μου. Και θα στον φέρω εδώ να γίνουμε λιώμα όπως παλιά. Εντάξει;»
Γέλασε κουρασμένα.
«Νεκρό μπορεί να τον βγάλεις –ζωντανό δεν προλαβαίνεις», με προειδοποίησε.
«Καλά –μας τα ‘παν κι άλλοι …» μουρμούρισα φορώντας το μπουφάν μου.
Μετά, μάζεψα την καπνοσακούλα και όλα τα σχετικά –ήμουν έτοιμος να στρίψω για την πόρτα.
«Είναι κάτι Ρουμάνοι …» είπε ξεκάρφωτα.
Στάθηκα.
«Και λοιπόν;»
«Αν θες να φας το κεφάλι σου θα το φας. Είναι κάτι Ρουμάνοι που κουμαντάρουν πλέον την αγορά … Βρες τους …»
«Που;»
«Παντού. Δεν είναι δύσκολο. Θα τους βρεις. Αλλά μάλλον θα σε λιώσουν πριν προλάβεις να πεις δυο κουβέντες…»
«Δε βαριέσαι … Ένας λιγότερος –τζάμπα χώρο πιάνω …»
Γέλασε.
«Αν τα καταφέρεις … ξέρεις που θα κρυφτείς. Έτσι;»
«Αν τα καταφέρω δεν θα υπάρχει λόγος να κρυφτώ», τον καθησύχασα.

Έξω από το μαγαζί με περίμεναν. Ο σφίχτης μαζί με δυο άλλους –χάζευαν δήθεν τα κουδούνια στην απέναντι πολυκατοικία, γύρισαν προς το μέρος μου όταν βγήκα. Έκανα πως δεν τους είδα –προσπαθώντας να σκεφτώ. Από πού φεύγουν τώρα; Η Τενερέ ήθελε την ώρα της για να ξεκινήσει –μπόλικες μανιβελιές με τέρμα γκάζι, Χριστοπαναγίες, τέτοια πράγματα. Μπορούσα να τρέξω, αλλά δεν είχα πουθενά να πάω. Άνοιξα το μπουφάν για να είμαι πιο ευκίνητος και έσφιξα το κράνος στο αριστερό χέρι. Θα έσπαγα τίποτα δόντια πριν με βάλουν κάτω. Χαμογέλασα περιμένοντάς τους –το παν είναι να τις τρως με στυλ. Τους μεταφέρεις το άγχος σου κι έτσι βαράνε ξώφαλτσα.
Ο σφίχτης είχε ήδη περάσει τον δρόμο και πλησίαζε.
«Είσαι τσαμπουκάς ρε πούστη;» μου φώναξε. Παράλληλα, έκοψε λίγο για να τον προλάβουν οι υπόλοιποι –ακούμπησα στον τοίχο και σφίχτηκα. Αμίλητος.
«Πες κάτι ρε μουνί», με προέτρεψε ο σφίχτης.
Τίναξα απότομα το κράνος και τον βρήκα πάνω από τη μύτη –ούρλιαξε φέρνοντας τα χέρια του ψηλά. Κατέβασα ακόμα μία το κράνος στο κεφάλι του, για σιγουριά. Οι άλλοι δύο όρμησαν ταυτόχρονα. Σήκωσα το κράνος σαν ασπίδα, αλλά ο μάγκας από αριστερά δε μάσησε. Μου τράβηξε μια κλωτσιά πάνω στην κίνηση σημαδεύοντας στη σπλήνα. Διπλώθηκα βογκώντας –υπολόγισα πόση ώρα θα άντεχα μέχρι να βρεθώ κάτω από τα παπούτσια τους. Εκείνη τη στιγμή έφαγα κάτι σιδερένιο στο δεξί αυτί και αποφάσισα να το παρατήσω το θέμα. Σωριάστηκα περιμένοντας –μια φωνή βούιξε από πάνω μου, κάτι σαν «αφήστε τον άνθρωπο ρε καργιόληδες», αλλά δεν ήμουν σίγουρος. Πάντως, πέρασε ένα λεπτό χωρίς να φάω ξύλο. Σήκωσα το κεφάλι –ο Σπήλιος είχε βγει έξω κρατώντας ένα πράγμα που έμοιαζε με ρόπαλο του μπέιζμπολ. Δίπλα μου βογκούσε ο σφίχτης –τον κατανοούσα πλήρως.
Στάθηκα πάλι στα πόδια μου με το ζόρι, κάποιος είχε γυρισμένη πλάτη, σημάδεψα το αυτί του με το κράνος και τον άκουσα να τσιρίζει σα δαρμένο σκυλί. Ο Σπήλιος απτόητος –στα πέντε μέτρα –κοπάναγε τον τρίτο της παρέας.
Καθώς ο μπροστινός μου το έβαζε στα πόδια, βρέθηκα άπραγος –οπότε τράβηξα μια γερή στο πρόσωπο του σφίχτη, κάπως άσχημο ακούστηκε, απέφυγα να κοιτάξω στην άκρη της μπότας μου.
Ο Σπήλιος ακούμπησε στο ρόπαλο και κοίταξε τους φευγάτους.
«Γαμώ το στανιό σας!» μούγκρισε.
Μετά γύρισε προς το μέρος μου.
«Άντε, καβάλα και εξαφανίσου. Σε λίγο θα γίνει της πουτάνας εδώ πέρα».
«Κι εσύ; Το μαγαζί;»
Γέλασε.
«Λέω να δώσω άδεια στο προσωπικό και να τη δούμε αρουραίοι για καμιά βδομάδα».
«Ποιο προσωπικό; Δουλεύει κι άλλος εδώ;» ρώτησα χαζά.
«Βεβαίως –έχουμε και πολυμελές μπαλέτο! Ρε άντε κοπάνα την από δω –να τελειώνουμε!»
Πονούσα παντού και ήμουν πιο μουδιασμένος από βγαλμένο δόντι, αλλά κατάφερα να ξεκινήσω την Τενερέ. Με την πρώτη, αν σου λέει τίποτα αυτό!
«Μήπως να ψάχναμε στις τσέπες του μαλάκα, να δούμε τι καπνό φουμάρει;» πρότεινα στον Σπήλιο πριν φύγω.
«Άστο σε μένα, αλλά μην ελπίζεις. Αυτά γίνονται μόνο στις ταινίες», απάντησε κλειδώνοντας την πόρτα του μαγαζιού.
Ο σφίχτης μούγκρισε αλλάζοντας πλευρό. Μάλλον συμφωνούσε.
Κατέβηκα το πεζοδρόμιο με την μπροστά ρόδα όρθια –όπως παλιά -και ένιωσα ότι υπήρχε μια μικρή πιθανότητα να τα καταφέρω τελικά. Αυτή η πόλη ήταν γεμάτη τρύπες και οι τρύπες είναι μονίμως τίγκα στα ποντίκια. Όλο και κάποιος θα με θυμόταν, όλο και κάτι θα με βοηθούσε. Έριξα όλο μου το σώμα, από τη μέση και πάνω για να στρίψω την Τενερέ, βγήκα στη λεωφόρο σκεβρωμένος σαν ξύλινο παραθυρόφυλλο.
Είχε έναν ήλιο με πιρούνια στις άκρες, τρύπαγε το κράνος σα ροκφόρ –μειώνοντας τις επιλογές μου. Έπρεπε να κρυφτώ κάπου, να μείνω χωμένος μέχρι να πέσει ο ήλιος. Μετά θα πήγαινα σε εκείνο το σπίτι, στο τέλος του δρόμου. Μυστικά και καλυμμένα –χρειαζόμουν αυτοκίνητο γι΄αυτή τη δουλειά. Αλλά θα πήγαινα όπως και να ‘χε. Έπρεπε να δω τ’ ασπράδια των ματιών τους πριν τους κεράσω δυο μέτρα χώμα.

(συνεχίζεται την επόμενη εβδομάδα)

27 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

Ανώνυμος είπε...

Οι μπίλιες εξακολουθούν να ρίχνονται, τώρα σε ρυθμό πολυβόλου... έχει εικόνεςδυνατές, τσαγανό και τρυφεράδα... πολύ μ' άρεσε αυτό το επεισόδιο...
Αλήθεια, έχω ακούσει κι' εγώ ότι όταν πέρνουν πολλά χάπια, δεν λειώνουν γρήγορα. Κάποια αγριάδα στο μέλλον...
Καλημέρα, είναι κι' όπως σ' αρέσει... συννεφιασμένη...

The Motorcycle boy είπε...

Ότι πεις κι αφού σου αρέσει -εμένα μου περισσεύει. Άλλωστε, είπαμε οτι αυτή η ιστορία είναι κερασμένη.
Τελικά πάντως, δεν νομίζω οτι κανένας μας θα λιώσει γιατί έχουμε γίνει κάπως πλαστικοί και μη ανακυκλώσιμοι.
Καλημέρα κι από εδώ -βρήκε ώρα να συννεφιάσει ο πούστης!

ell είπε...

Ρε γραφεις πολύ ωραία
Συμφωνώ μ' αυτά που είπε ο ανωνυμος για την ιστορία στην 1η του παραγραφο.
"σε ρυθμό πολυβόλου... έχει εικόνεςδυνατές, τσαγανό και τρυφεράδα... πολύ μ' άρεσε αυτό το επεισόδιο..."

Μπράβο ρε! Πολύ καλός για κακές ιστορίες!

Θ' αργήσεις το επόμενο ε;

The Motorcycle boy είπε...

Χάρηκα που σου άρεσε γιατί ήταν κάπως "πέφτει ξύλο" το σημερινό κομμάτι. Ξέρει ο ανώνυμος, δεν γράφω ωραία -αντιγράφω ωραία.

"Πολύ καλός για κακές ιστορίες!" Αυτό μου θυμίζει κάτι που είχα διαβάσει και έλεγε "ένα καλό κακό παιδί" -χτύπησες διάνα!

Το επόμενο τη Δευτέρα -έτοιμο το έχω, αλλά θέλω να το δω λίγο.

ell είπε...

Έλα ρε Motorcycle Boy που "αντιγραφεις" ωραία... μην το λες αυτό.

Έξάλλου όταν κάποιος μιμείται -ό,τι κ αν είναι αυτό- βγαίνει ένα ζόρι... φαίνεται

The Motorcycle boy είπε...

Δεν είναι επαγγελματίες χρυσό μου! Γι΄αυτό ζορίζονται. Τέλος πάντων, κοίτα, όλα έχουν γραφτεί, όλα έχουν ειπωθεί και όλα έχουν τραγουδηθεί. Το μόνο που μας μένει είναι να γράψουμε τις εντυπώσεις μας πάνω σε όλα αυτά -κι έτσι κάνουμε νομίζω.

Mantalena Parianos είπε...

Είχα διαβάσει το #1 όταν το είχες πρωτοποστάρει και σήμερα διάβασα και τα υπόλοιπα σερί.
Κινηματογραφικότατο φίλε μου. Και βαθύτατα ανθρώπινο!



Ξέρεις. Και να γράφεις, και ΤΙ γράφεις, και ΤΙ αφηγείσαι.
Υπήρχε μια εποχή που μέχρι και το ξύλο έμοιαζε πιο αθώο.

The Motorcycle boy είπε...

Καλώς το παιδί! Ναι, κινηματογραφίζει λόγω περιστάσεων -για τα υπόλοιπα που λες, δεν ξέρω.
Ξέρω όμως για το ξύλο που κάποτε ήταν προέκταση των απόψεών μας για τη ζωή και την ηθική, αλλά πλέον έχει καταντήσει είδος επένδυσης τηλεοπτικών αντιλήψεων. Δε βαριέσαι -καλά να είμαστε να τα θυμόμαστε.

Puppet_Master είπε...

pfff deftera.eisai kakos.

asfalites k skilo xmmm.veltionesai :P

The Motorcycle boy είπε...

Καλά μη νομίζεις ... Στη μεθεπόμενη συνέχεια θα βάλω μαφιόζους και πουτάνες. Τι σου λέει αυτό;

Puppet_Master είπε...

mia kokkinomalla an sou einai efkolo xaxaxaxaxa

Ανώνυμος είπε...

Αυτό πού μ' αρέσει πολύ στίς ιστορίες σου είναι οι τίτλοι που βρίσκεις... έχουνε χρώμα, μυρωδιές και φώς, πολύ κινηματογραφικοί.
Είναι ταλέντο να βρίσκεις πιασάρικους τίτλους... ξέρεις εεε?

The Motorcycle boy είπε...

Κοίτα -μου παίρνει ώρα μέχρι να βρω κάποιο τίτλο κι αυτό γιατί, όπως ξέρεις, οι πραγματικές επικεφαλίδες όλων αυτών είναι πάντα τίτλοι τραγουδιών. Αλλά, τα έχουμε πει, με τέτοια δεν κάνεις διαγαλαξιακή επιτυχία χεχεχε.

The Motorcycle boy είπε...

puppet, σκατά ρε γαμώτο. Την έκανα ήδη οξυζεναρισμένη. Την επόμενη φορά, χεχε.

άσωτος είπε...

ωρε της πουτανας γινετε, πολυ ξυλο!!!
πως καταφερνεις να σηκωσεις στη μια ροδα ενα τενερε αρχαιο ειναι ενα θεμα αλλα αν ηθελα αληθειες θα εβλεπα ντοκυμαντερ με λιονταρια. οπως καταλαβες η ον ψωλοκομ γαμαει! εχω μπει πανω απο 5 φορες στη σειρα στο νετ χωρις να τα φτυσει.

The Motorcycle boy είπε...

Ναι και που είσαι ακόμα! Σε λίγο θα έρθει κι ο Τσάκυ Τσαν!
Αυτό που είπες για την Τενερέ είναι βρισιά και πάρτο πίσω. Στο πρώτο Τενερέ το δύσκολο ήταν να κατεβάσεις τη μπροστά ρόδα -όχι να τη σηκώσεις. Πολλή ροπή χαμηλά -μουλάρι στις μεσαίες, ψόφιο ψηλά καθότι και καλά μοντέλο για να καταπιείς τη Σαχάρα.

Αλλά στο συγκεκριμένο κομμάτι μιλάμε για κατέβασμα πεζοδρομίου με την πίσω ρόδα, δεν το θυμάσαι αυτό ρε ή δεν το κάνατε ποτέ;

άσωτος είπε...

εγω φιλε ειμαι των street τα πεζοδρομια τα κατεβαινω οχι στη μια ροδα αλλα με προσοχη μη βρει τιποτα απο κατω...

The Motorcycle boy είπε...

Χαμηλώνεις και τα κλιπ ονς για να φαίνεται το κωλαράκι σου;

Υ.Γ.: Ρε, σαν πολύ να δουλεύει η ΟΝ σου -πρόσεξέ το αυτό, μπορεί και να σε χρεώνουν χαχαχα!

px είπε...

Ρε συ, κυλάει πολύ καλύτερα από το προηγούμενο. Ξεκίνησα με κάποια επιφύλαξη αλλά τελικά με κράτησε. Περιμένω το επόμενο.

The Motorcycle boy είπε...

Το προηγούμενο κομμάτι ή την προηγούμενη ιστορία;

Κυλάει καλύτερα γιατί μου είναι πολύ εύκολες αυτές οι ιστορίες -έχω διαβάσει ένα σωρό τέτοιου είδους. Πότε ρε θα κατέβεις από τα μέρη μας -να τα πούμε ανφάς;

A.F.Marx είπε...

Motorcycle Boy:
Τρέχουμε μια μπλογκοκατάσταση, το "ιδιογράφως".
Αν είναι του γούστου σου, έχεις πρόσκληση
για να καταθέσεις τον οβολό σου.
Η πρόσκληση είναι ανοιχτή και ισχύει για όλους...

Ανώνυμος είπε...

Το μπλογκοπάρτυ μου θύμισε άλλες εποχές και άλλους έρωτες... παιδικούς... από μουσική δεν παίζει, λίγο αναρχοφασιστοαρκουδιάρικο! Πάντως η βεράντα, ο Σπύρος, ο Spitfire, η Tomboy, η Μαριάντζελα, ο Νίκος και τ' άλλα γνωστά άγνωστα παιδιά... σούπερ! Κι' εσύ πολύ καπνίζεις... Εύγε!

Ανώνυμος είπε...

Ξέχασα τον Γιάννη από Γερμανία που ήταν και ο πρώτος...

The Motorcycle boy είπε...

Πολύ θα ευχαριστηθούν να το διαβάσουν όλοι εκείνοι. Είχα και να απαντήσω σε κάτι απορίες, περί του "ποιο είναι το άτομο γιατί, δυο λόγια αλλάξαμε, αλλά έχω τη διαίσθηση οτι ήταν πολύ σημαντικό άτομο" -από τον ιδιοκτήτη αυτά. Βράχος εγώ!

Η μουσική άλλαξε αργότερα, όταν ανέλαβα -αλλά έλειπες. Αλλά μέχρι να κουραστούν τα νεαρά παιδιά (ποια;), έχεις δίκιο -ήταν κάπως "α πα πάου, μάου μάου" η κατάσταση.

The Motorcycle boy είπε...

AfM ευχαριστώ βρε για την πρόσκληση -άσε με να το δω λίγο, γιατί είμαι κάποιος εντελώς σκράπας στα θέματα και μου λείπει ο εξοπλισμός.

Ανώνυμος είπε...

Οι βράχοι είναι που σε στηρίζουν κι' έχεις εμπιστοσύνη... ευχαριστώ γι αυτό. Επρεπε να αναλάβεις καθήκοντα dj νωρίτερα, όχι όταν φύγανε τα καλλίτερα παιδια(!) Την Τρίτη θα ακούσουμε...

The Motorcycle boy είπε...

Ήθελα να αφήσω πρώτα τη νεολαία να ξεδώσει πριν περάσω πίσω από τα πλατώ, χεχεχε. Πάντως και πριν δεν ήταν τόσο χάλια τα κομμάτια, απλά το ηχοσύστημα τα έκανε ν΄ακούγονται βαβουριάρικα, έβλεπες και τα φρικιά με τις μαλλούρες ...

Την Τρίτη έχω ετοιμάσει κάτι αφιερωμένο -όταν ακούσεις θα καταλάβεις.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι