Δευτέρα, Ιουνίου 01, 2009

7. «Ο κυνηγός του κυνηγού δεν κυνηγάει»

Προηγουμένως:
1.Ο Άρης είναι καθηλωμένος σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο αντιμετωπίζοντας σημαντικά κενά μνήμης. Μαζί με μια ακόμα ένοικο, την Κατερίνα, βρίσκουν έναν κρεμασμένο άντρα κοντά στο ξενοδοχείο.

2. Οι χωρικοί εμφανίζονται με απειλητικές διαθέσεις λόγω του κρεμασμένου, αλλά η κατάσταση διορθώνεται μετά την παρέμβαση του θείου Χάρη και την παράδοση των ενόχων κυνηγών.

3. Κατανομή αρμοδιοτήτων μέσα στο ξενοδοχείο, όσο τα όπλα παραμένουν στον θείο Χάρη και μια φωτογραφία εφημερίδας που ισχυρίζεται οτι ο Άρης είναι καταζητούμενος τρομοκράτης.

4. Ψάρεμα με αμφίβολα αποτελέσματα και κάποιες αψιμαχίες σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων.

5. Μια απόπειρα βιασμού έχει συνέπεια την κοινή πορεία του Άρη με τον Πάνο εκτός ξενοδοχείου.

6. Ο Άρης φτάνει στο χωριό και, με τη βοήθεια του αστυνόμου, ψάχνει να βρει την κόρη του.

Όμως αυτή τη νύχτα δεν είχα ύπνο, γωνιώδεις φωνές ανάβλυσαν από τα μωσαϊκά στερώντας μου την πολυτέλεια της ξεκούρασης. Υπολόγιζα τη νύχτα για σύμμαχο και είχα, εν μέρει, δίκιο –μόνο που η συμμαχία μας δεν αφορούσε πλέον τη λήθη. Ήταν καλά όσο κράτησε –πάλεψα να περάσω τις μέρες και κρύφτηκα στα τυφλά αδιέξοδα της νύχτας απρόθυμος να συνειδητοποιήσω.

Όχι άλλο πια.
Δρασκέλισα το ανοιχτό παράθυρο και πάτησα στο ξεραμένο χώμα όσο πιο αθόρυβα γινόταν. Μετά βγήκα προσεκτικά στο δρόμο, υπήρχε κάτι εκεί έξω, ο αέρας στις νύχτες της άπνοιας είναι συμπαγής σαν αφράτη φρατζόλα ψωμιού. Κάπου πίσω μου εντόπισα το εμπόδιο, κάτι έσπρωχνε τον αέρα. Περπάτησα αναποφάσιστος –μπορεί όλα αυτά να μην είχαν σχέση με μένα, μπορεί οι χωρικοί να ξενυχτούσαν φοβισμένοι από Εκείνους που θα έρθουν. Επειδή, το ήξερα, πάντα έρχονται Εκείνοι. Ακούμπησα στον τοίχο ενός σπιτιού για να νιώσω καθησυχαστική την ανθρώπινη παρουσία, ένα κρεβάτι έτριξε από μέσα, πήρα δύναμη –ξεκίνησα πάλι.

Πλατσούρισα στα νερά που λίμναζαν καταμεσής του δρόμου, πάγωσα μέχρι το μεδούλι, τάχυνα το βήμα μου. Ένα σκυλί έκλαιγε κι αυτό ήταν όλο. Απέφυγα να περάσω από την πλατεία, προτίμησα τα δρομάκια που οδηγούσαν στα πίσω σπίτια του χωριού, γρήγορα μπλέχτηκα σ΄ένα λαβύρινθο οικημάτων που έμοιαζαν σαν πεταμένα ζάρια σε κουβέρτα μπαρμπουτιέρας. Ήταν περίεργο, αλλά δεν άκουγα κανένα ζώο πέρα από τον λυπημένο σκύλο. Περίεργο; Μπορεί και όχι. Οι χωρικοί θα πρέπει να φύλαγαν τα ζώα τους έξω από το χωριό, ο στάβλος που κοιμήθηκα το πρώτο βράδυ θα πρέπει να ήταν καιρό αχρησιμοποίητος. Μετά θυμήθηκα τη μυρωδιά εκεί μέσα -ακαθαρσίες και σάπια φρούτα –αυτό σήμαινε οτι τα ζώα δεν είχαν πολύ καιρό που μεταφέρθηκαν. Τι φοβήθηκαν οι χωρικοί και τα έκρυψαν αλλού; Να θυμηθώ να το ψάξω.

Πέρασα τρίτη φορά από το ίδιο σημείο, μια ξύλινη πόρτα με ρόπτρο μεταλλικό, φτιαγμένο να μοιάζει με κομμένο ανθρώπινο χέρι. Αυτό που υπήρχε πίσω μου ελάφραινε τον ακίνητο αέρα ακανόνιστα –μάλλον είχε λαχανιάσει. Αλλά δεν ήμουν έτοιμος να το αντιμετωπίσω. Προχώρησα λοιπόν ακόμα πιο γρήγορα, τα πόδια μου μπλέχτηκαν σε ένα παιδικό ποδήλατο, έπεσα σαν κομπάρσος σε κωμωδία. Το πεζούλι δίπλα στο κεφάλι μου μύριζε ξεραμένο ασβέστη. Κοίταξα το ποδήλατο ελπίζοντας να είναι κοριτσίστικο –κάτω από το τιμόνι ήταν κολλημένο ένα αυτοκόλλητο με τη φάτσα κάποιου ποδοσφαιριστή –τζίφος.

Αλλά σκέφτηκα να καθίσω εκεί που έπεσα, για λίγο, για ένα τσιγάρο και τυχαίες σκέψεις. Κοίταξα τριγύρω όσο άναβα το τσιγάρο –σαχλαμάρες, όλα αυτά δεν μου έλεγαν τίποτα. Δεν το θυμόμουν το μέρος, δεν είχα ξαναπεράσει από δω, τουλάχιστον πριν από αυτή τη νύχτα. Είχα κάνει λάθος με το χωριό ή απλώς βρισκόμουν σε καινούργια γειτονιά –δεν ήμουν σίγουρος ακόμα. Ένας άνθρωπος βόγκηξε μέσα στον ύπνο του –τον καταλάβαινα απόλυτα. Και το νερό κυλούσε στα λούκια, κάτω απ’ τα πεζούλια –μύριζε σαπουνάδα κι αγιόκλημα. Είδα την καύτρα του τσιγάρου να ψοφάει μισοβυθισμένη στο τρεχούμενο νερό πριν σηκωθώ για να συνεχίσω τον δρόμο μου.

Οτι κι αν ήταν αυτό που με ακολουθούσε, φαίνεται πως αποφάσισε να αποχωρήσει. Πρώτα διέκρινα μια μαύρη στενόμακρη γραμμή να γλιστράει βιαστικά στα σοκάκια, απέναντί μου –μετά ένιωσα την άπνοια πηχτή, άκοπη.
«Ο κυνηγός του κυνηγού δεν κυνηγάει», ψιθύρισα την προειδοποίηση χαμογελώντας. Και ακολούθησα τη σκιά.

Ήμασταν κοντά δέκα πιτσιρήδες εκεί πέρα, λυσσάξαμε απ΄το απόγευμα –από την ώρα που οι μανάδες μας αποφάσισαν οτι τέλειωσε η «κοινή ησυχία» και μας απάλλαξαν της υποχρέωσης του μεσημεριανού ύπνου. Δέκα πιτσιρήδες, κοντά τέσσερις ώρες κι ο ήλιος φευγάτος προ πολλού. Τα φώτα στις κολώνες του ηλεκτρισμού είχαν ανάψει, το βλέπαμε επειδή αυτές τις δυο κολώνες τις είχαμε για ντούκες κι αγωνιούσαμε, περιμέναμε λεπτό με το λεπτό να πεταχτούν οι μανάδες μας στα παράθυρα, να μπήξουν τις τσιρίδες –«τσακίσου έλα μέσα σκατόπαιδο, δε βλέπεις που νύχτωσε;» Τρέχαμε λοιπόν με περισσότερη ορμή, κοπανάγαμε στις κολώνες του ηλεκτρισμού ουρλιάζοντας «ντούκα πρω» γυρίζαμε μετά να κυνηγήσουμε τον άλλο που πισωπατούσε προειδοποιώντας –«ο κυνηγός του κυνηγού δεν κυνηγάει». Λαχταρούσαμε να καταπατήσουμε τον κανόνα, επειδή παίζαμε σε σταματημένο χρόνο, παίζαμε εκτός ώρας, σε λίγο θα βλέπαμε τα αχτένιστα κεφάλια των μανάδων μας και τις φωνές, θα τις βλέπαμε τις φωνές, «τσακίσου μέσα, θα σε περιποιηθεί μια χαρά ο πατέρας σου». Αλλά οι φωνές αργούσαν. Κι ο σταματημένος χρόνος δεν προχώραγε, φοβόμασταν μην ξαναβρεί τον κανονικό του δρόμο ο χρόνος από τον κανόνα -κατάλαβες; Ένα κεφάλι κουρεμένο με την ψιλή φρέναρε για να μη χτυπήσει πάνω στην κολώνα του ηλεκτρισμού ακολουθώντας το υπόλοιπο σώμα, «ντούκα πρω» πανηγύρισε το κεφάλι. Μετά γύρισε στο άλλο κουρεμένο κεφάλι που τον κυνηγούσε και το άλλο κουρεμένο κεφάλι αλαφιάστηκε, «ο κυνηγός του κυνηγού...» πήγε να ψελλίσει αλλά δεν πρόλαβε. Το πρώτο κουρεμένο κεφάλι τον άρπαξε και τον σβούριξε πάνω στην κολώνα του ηλεκτρισμού, «δεν πάει, δεν πάει», διαμαρτυρήθηκε το δεύτερο κουρεμένο κεφάλι. Οι ομάδες σταμάτησαν για λίγο το κυνηγητό, κοιτάχτηκαν πριν αρχίσουν να φωνάζουν, με την ώρα οι φωνές έγιναν σπρωξίδι –πέσανε κάποιες μπουνιές. Η μύτη του κουρεμένου κεφαλιού μάτωσε αλλά δεν έδωσε σημασία, ήταν προσηλωμένος στο να κρατάει το άλλο κουρεμένο κεφάλι κολλημένο στην κολώνα. Και το κακό συνεχίστηκε μέχρι που η άλλη ομάδα ελευτέρωσε το κουρεμένο της κεφάλι, βαρέθηκε το ξύλο να πέφτει κι όλα τα κουρεμένα κεφάλια κάθισαν στο χώμα να ηρεμήσουν. Τότε κάπως ανησύχησαν –η ώρα από μακριά περασμένη, κάνανε και σαματά μεγάλο, τι περιμέναν οι μανάδες για να βγουν στα παράθυρα; Τα κουρεμένα κεφάλια κοίταξαν προς τα σπίτια λίγο φοβισμένα. Μετά έπεσε μουγκαμάρα, ένα σκυλί κλαψούρισε και το πρώτο κουρεμένο κεφάλι σηκώθηκε από χάμω. «Πάω σπίτι», είπε. Κι έτσι έφυγε.

Ακούμπησα την αραχνιασμένη ξύλινη κολώνα του ηλεκτρισμού, η, έτσι κι αλλιώς άχρηστη, λάμπα ήταν θρυμματισμένη από σφεντόνα. Κοίταξα ασυναίσθητα για να βρω την δεύτερη κολώνα αλλά το μέρος δεν ήταν εδώ. Συνέχισα λοιπόν να περπατάω με το κεφάλι σκυμμένο -από το χώμα, το κούφιο τσιμέντο και τα πεζούλια περίμενα σημάδια γνωριμίας. Βιαζόμουν, περπατούσα και μύριζα τον αέρα ανυπόμονα.

Μέχρι που άκουσα τις φωνές.

Οι φωνές ακούγονταν από το σπίτι στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Πλησίασα.

Φώτα αναμμένα μέσα. Και ένας άντρας μισοξαπλωμένος κάτω από την ελιά. Πήγα πιο κοντά. Επιφυλακτικά. Ο άντρας με κοίταξε αλλά δεν φιλοτιμήθηκε να σηκωθεί.
«Καλό βράδυ», ευχήθηκα.
Ο άντρας δεν απάντησε. Κοιταχτήκαμε λίγο ακόμα πριν αποφασίσω οτι δεν είχα καμιά όρεξη να μείνω περισσότερο εδώ πέρα. Γύρισα λοιπόν την πλάτη.
«Τι κόλπα είναι αυτά; Άντε μπες μέσα, σε περιμένουν!» αγανάκτησε ο άντρας.
Σταμάτησα απότομα, δεν είχα ιδέα για ποιο πράγμα μιλούσε. Αλλά έκανα όπως ακριβώς μου είπε, πέρασα την εξώπορτα και κατευθύνθηκα προς το σπίτι.
«Με περιμένουν είπες;» ρώτησα τον άντρα όταν περνούσα δίπλα του.
«Ναι –δεν το΄ξερες;» έκανε εκείνος.
«Τι σημασία έχει;» σκέφτηκα, αλλά μάλλον το φώναξα κιόλας.
Μπήκα στο σπίτι που μύριζε ούζο και τσιγαρίλα. Οι άντρες έστρεψαν τα κεφάλια τους από το μακρόστενο τραπέζι και με κοίταξαν, μέτρησα κεφάλια, κοντά δέκα άτομα, κεφάλια –όχι κουρεμένα -κεφάλια.
«Καλώς τον», είπε ο κοντινότερος στην πόρτα.
Άλλο με απασχολούσε εμένα τώρα. Επειδή οι άντρες του δωματίου ήταν άγνωστοι, όλοι –εκτός από έναν. Μου έκανε νόημα να καθίσω δίπλα του κι εγώ προτίμησα να ακουμπήσω στον τοίχο, δίπλα στο παράθυρο, επιφυλακτικά.
«Πως από ‘δω;» τον ρώτησα.
«Τι περίμενες δηλαδή –να μείνω πίσω;» γέλασε νευρικά ο Στέφανος.
Προτίμησα να μην απαντήσω. Προτίμησα να απολαύσω ένα τσιγάρο, επειδή τίποτα απ΄όσα γίνονταν δεν το καταλάβαινα.
«Άργησες Άρη και σε περιμέναμε...» είπε τότε ένας γεροδεμένος με ξεκούμπωτο πουκάμισο.
«Ναι, μου το είπε κι ο απέξω οτι άργησα... Λοιπόν, εσείς με περιμένατε νωρίτερα κι ο αστυνόμος του χωριού αργότερα –υπάρχει εδώ πέρα κάτι που δεν καταλαβαίνω», παρατήρησα εγώ.
«Τι πράμα;» ο γεροδεμένος.
«Που διάολο ξέρατε όλοι σας οτι θα έρθω και μάλιστα πριν καν το μάθω εγώ!»
Οι άντρες στο τραπέζι ξεκαρδίστηκαν –μάλλον διέθετα έμφυτο χιούμορ.
«Ρε τον Άρη!» θαύμασε κάποιος απ΄αυτούς.
«Πως τα λέει!» παρατήρησε κάποιος άλλος.
«Αυτή η ψυχραιμία του με σκοτώνει!» πανηγύρισε ο γεροδεμένος.
Πλησίασα αργά τον Στέφανο, έγειρα μέχρι να ακουμπήσω σχεδόν το αυτί του.
«Ποιοι είναι αυτοί οι μαλάκες;» ρώτησα ψιθυριστά.
«Οι δικοί μας», απάντησε διατηρώντας το χαμόγελό του.
Δικοί μας; Και ποιοι είμαστε εμείς; Μια χάντρινη φωνή κουδούνισε το κεφάλι μου, έλεγε οτι θα συναντήσω τους δικούς μας και πρέπει να επιδιώξω επαφή, δεν χρειάζεται να τους ψάξω –θα με βρουν αυτοί –να κάνω άμεσα την επαφή. Με τους δικούς μας.

Γι΄αυτό ξανακοίταξα τους άντρες που σαχλαμάριζαν χαμηλόφωνα –σκέφτηκα να κάνω αυτή την επαφή, αφού έτσι ήρθαν τα πράγματα.
«Ποιος είναι ο υπεύθυνος;» ρώτησα.
Ο γεροδεμένος πετάχτηκε από την καρέκλα του.
«Πάμε στο δίπλα δωμάτιο», είπα εγώ.
«Να έρθω μαζί σας;» ρώτησε ο Στέφανος.
«Να κάτσεις εκεί που είσαι», μούγκρισα χωρίς να τον κοιτάξω.
Ο γεροδεμένος βγήκε κι εγώ τον ακολούθησα.

«Ορέστης», είπε όταν μείναμε μόνοι μας.
«Κανονικό ή κωδικό;» ρώτησα εγώ.
«Έχει σημασία;» απόρησε εκείνος.
«Για την περίπτωση που θα σε δω αύριο στο δρόμο...»
«Δεν θα με γνωρίσεις αν δε σου συστηθώ», μου εξήγησε ο Ορέστης.
«Πάμε παρακάτω», είπα εγώ.
«Εννιά άτομα, δυο περίστροφα και εφτά κυνηγετικά», υπολόγισε ο Ορέστης.
«Αυτά μόνο;» αναρωτήθηκα.
Εκείνος δεν μίλησε.
«Είμαστε όμως αποφασισμένοι», είπε μετά από λίγο.
«Για τι πράγμα;» απόρησα.
«Για όλα! Καθαρίζουμε τον αστυνόμο και τον κοινοτάρχη που είναι του ίδιου φυράματος...»
«Και μετά;»
Με κοίταξε έκπληκτος.
«Μα για το ΄μετά’ ήρθες εσύ! Γι΄αυτό σε περιμέναμε, αλλιώς θα μπορούσαμε να είχαμε ξεμπερδέψει από μόνοι μας».
«Ο Στέφανος...» μουρμούρισα.
«Εσύ δεν τον έστειλες;» μπερδεύτηκε ο Ορέστης.
«Εγώ τον έστειλα», παραδέχτηκα απρόθυμα. «Υπάρχει κι ένας ακόμα, στο κρατητήριο...»
«Δικός μας;» ενδιαφέρθηκε να μάθει.
«Όχι ακριβώς... Μεγάλη ιστορία...» είπα εγώ.
«Ας τον αφήσουμε τότε εκεί μέσα. Για την ώρα...»
«Για την ώρα».
Έβγαλε το πακέτο του και με κέρασε κάποιο σιχαμερό τσιγάρο με άσπρο φίλτρο. Προτίμησα να μην τον προσβάλω –καπνίσαμε για λίγο αμίλητοι.
«Δεν θα σκοτώσουμε κανέναν», είπα σταθερά.
«Δεν είμαστε αρκετοί για να κρατάμε αιχμαλώτους...» διαμαρτυρήθηκε εκείνος.
«Ο κυνηγός του κυνηγού δεν κυνηγάει», είπα εγώ.
«Πού το θυμήθηκες αυτό τώρα;» ξεκαρδίστηκε ο Ορέστης.
«Πάμε να βρούμε τους υπόλοιπους», είπα εγώ.

Οι άντρες είχαν σηκωθεί από το τραπέζι, μας περικύκλωσαν και με χτυπούσαν στην πλάτη, δυο από αυτούς με αγκάλιασαν αμήχανα. Ήταν οι δικοί μου αναμφίβολα, αλλά εγώ δεν ένιωθα καθόλου δικός τους –κράτησα λοιπόν τα προσχήματα. Ο Στέφανος καθόταν μόνος του παράμερα.
«Τι λες; Θα τα καταφέρουμε Άρη;» με ρώτησε ένας αδύνατος νεαρός.
«Δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς», είπα μηχανικά.
«Σωστά! Είμαστε η αναγκαιότητα!» πανηγύρισε ο γεροδεμένος.
«Πότε θα κάνουμε επαφή με τους άλλους έξω από ΄δω;» ρώτησε ένας ψαρομάλλης.
«Όταν ανοίξουν οι δρόμοι», απάντησε αντί για μένα ο γεροδεμένος.
Τους άφησα πίσω, πλησίασα τον Στέφανο και τον τράβηξα μαζί μου.
«Πάμε κάπου πιο ήσυχα», ζήτησα.

Εκείνη τη νύχτα οι μανάδες μας ήταν προσηλωμένες σε κάποιο αόρατο σημάδι στον απέναντι τοίχο, με τα χέρια διπλωμένα στην ποδιά -και οι πατεράδες μας είχαν το αυτί κολλημένο στο ράδιο. «Άντε να κοιμηθείς», μας είπαν όταν κατάλαβαν οτι γυρίσαμε στο σπίτι. Κι αυτό ακούστηκε ταυτόχρονα απ΄όλη τη γειτονιά, πρώτα εξώπορτες που κλείνανε προσεκτικά να μην κουδουνίσει το τζάμι τους, μετά ησυχία, τέλος «άντε να κοιμηθείς» -σαν γκάζα που κατρακυλάει και παρασέρνει όσους βόλους βρίσκει μπροστά της. Φορούσα ένα κοκκινόμαυρο πλεγμένο κορδόνι στον αριστερό καρπό, μου το είχε χαρίσει κάποιο κορίτσι με άγρια μαλλιά, το πρωί στο μπάνιο, στριφογύρισα το κορδόνι.
«Τι έγινε;» ρώτησα σιμώνοντας τον πατέρα μου.
Αυτός χάιδεψε το κουρεμένο μου κεφάλι χωρίς να πάρει το αυτί του από το ράδιο.
«Άντε κοιμήσου, όλα θα πάνε καλά», είπε.
Όχι σε μένα -στο ράδιο.

«Αυτοί λοιπόν είναι οι τοπικοί τρομοκράτες;» γέλασα αμήχανα όσο ο Στέφανος βολευόταν στο πεζούλι, έξω από τον κήπο.
«Χάλια μαύρα ε;» μουρμούρισε.
«Ξέρω ‘γω; Έχει σημασία;» αναρωτήθηκα.
«Καμιά απολύτως», μου απάντησε.
«Γιατί ήρθες; Φοβήθηκες μήπως δεν ξαναγυρίσω στο ξενοδοχείο;» τον ρώτησα.
«Δεν μπορούσα να το ρισκάρω περιμένοντας. Σε έχω χρεωμένο...» μουρμούρισε ο Στέφανος.
«Τι θα πει πάλι αυτό;» απόρησα.
«Νόμιζα οτι το είχες ήδη καταλάβει...»
Τον κοίταξα εξεταστικά. Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος; Όσο θυμάμαι, εννοώ όσο θυμάμαι κανονικά –όχι αποσπάσματα –αυτός ο άνθρωπος είναι συνέχεια δίπλα μου.
«Με ποιους είσαι;» θέλησα να μάθω.
«Μαζί σου», με διαβεβαίωσε.
«Με ποιους είσαι;» ξαναρώτησα.
«Κάνε αυτό που πρέπει και δεν χρειάζεται ν΄ανησυχείς», χαμογέλασε.
«Αυτό που πρέπει; Δεν θυμάμαι τίποτα», απελπίστηκα.
«Θα τα θυμηθείς όλα στην ώρα τους», με διαβεβαίωσε.
«Γιατί δε με βοηθάς;»
«Επειδή δεν ξέρω αν λες αλήθεια».
«Με ποιους είσαι;» αγανάκτησα.
«Εσύ με ποιους είσαι Άρη; Με ποιους είσαι;»
«Μόνος μου», παραδέχτηκα.
Γέλασε με πολύ άσχημο τρόπο.
«Κανένας δεν έχει αυτή την πολυτέλεια τώρα πια», είπε τελικά.
«Έμαθες τουλάχιστον που θα βρω την κόρη μου;» παρακάλεσα.
«Δεν έχουμε καιρό για οικογένειες Άρη. Αν θέλουμε να κρατήσουμε τις οικογένειές μας ζωντανές, δεν έχουμε καιρό για οικογένειες...» αναπόλησε, νομίζω.
«Εγώ θα τη βρω. Πρώτα θα τη βρω και μετά όλα τ΄άλλα», πείσμωσα.
«Κάνε οτι νομίζεις. Αλλά μη με αναγκάσεις...»
Γύρισα να τον αντιμετωπίσω. Περίμενα.
«Μη με αναγκάσεις», ξαναείπε κι απομακρύνθηκε βιαστικά.

Γύρισα πάλι στο εσωτερικό του σπιτιού, βρήκα τον γεροντότερο απ΄όλους τους και τον τράβηξα μαζί μου.
«Ψάχνω ένα κοριτσάκι και μια γυναίκα», είπα προσπαθώντας να κοντρολάρω τη φωνή μου. «Ήρθαν πριν λίγο καιρό από την πόλη, έχω συγγενείς εδώ, πρέπει να έχω συγγενείς –γι΄αυτό ήρθαν...»
Με κοίταξε αργά.
«Τίνος είσαι;» ρώτησε.
«Έχω ξεχάσει», παραδέχτηκα.
«Εμείς μάθαμε οτι στέλνουν κάποιον μεγάλο από την πόλη –εσύ δεν είσαι αυτός;»
«Εγώ πρέπει να είμαι», χαμογέλασα.
«Θες να ψάξουμε την κόρη σου;»
«Μπορείτε;»
«Όλα γίνονται!» έβαλε τα χέρια στις πίσω τσέπες του παντελονιού του και περίμενε.
«Λοιπόν;» απόρησα.
«Δώσε εντολή», ζήτησε.
«Δε δίνω εντολές, βοήθεια χρειάζομαι», είπα.
«Μας το λέγανε αλλά δεν το πιστεύαμε!» θαύμασε ο γέρος.
«Τι σας λέγανε;»
«Οτι εσείς οι μεγάλοι είσαστε οι πιο αφοσιωμένοι στην κεντρική γραμμή –‘ο επικεφαλής υπερετεί, δεν υπερετείται’» απάγγειλε ο γέρος.
Ο επικεφαλής είναι ο μεγάλος άτυχος, επειδή στις δυσκολίες έχει να φροντίσει πρώτα τους άλλους και μετά τον εαυτό του, όσο στις επιτυχίες παροπλίζεται και παραμερίζεται –ο επικεφαλής είναι καταδικασμένος να κριθεί αυστηρά και να πληρώσει τα λάθη των υπολοίπων. Σκέψεις σα μουσική από ραδιόφωνο σε διπλανό σπίτι.

Έσφιξα τα δόντια μπας κι ακούσω κάτι απ΄αυτά που έλεγε το ράδιο, έκλεισα τα μάτια αλλά ήταν ένας ψίθυρος μονότονος χωρίς γωνίες να πιαστώ. Άρχισε να πιάνει νυχτερινή ψύχρα, αλλά δεν αποφάσιζα να τραβήξω το σεντόνι –πάλευα ακόμα να ξεχωρίσω τα λόγια από το ράδιο. Κάτι φλιτζάνια σύρθηκαν στο δρόμο για το νεροχύτη, ο θόρυβός τους με απέλπισε. Κοίταζα το ταβάνι, σκιές από τα πόδια μου φτιαγμένες με το νυχτερινό λαμπάκι το θηλυκωμένο στην πρίζα του δωματίου μου. Κράτησα την ανάσα μου όσο μπορούσα περισσότερο.
«Πάμε για ύπνο», άκουσα τελικά τη φωνή του πατέρα μου.
Μετά ο θόρυβος από το τασάκι του που πήγαινε στην κουζίνα, τα παράθυρα που σφαλίζονταν, η κλειδαριά της εξώπορτας –αυτό ήταν καινούργιο. Ποτέ οι γονείς μου δεν δοκίμαζαν την κλειδαριά της εξώπορτας, ποτέ μέχρι τώρα.
«Τι κάνεις τόση ώρα;» ακούστηκε ανυπόμονη η φωνή του πατέρα μου.
Ησυχία.
«Δηλαδή αν κλειδαμπαρώσεις θα τους κρατήσεις απέξω;» κορόιδεψε μετά από λίγο ο πατέρας μου.
Βήματα, ελαφριές σαγιονάρες –η μάνα μου.
«Τι θα κάνουμε; Τι θ΄απογίνουμε;» αναστέναξε.
«Ότι όλος ο κόσμος κι εμείς», είπε βαριά ο πατέρας μου.
Τα βήματά τους συγχρονισμένα. Συλλογίστηκα όλες εκείνες τις φορές που τους είχα ακούσει να τσακώνονται και τον τρόμο, τι θα απογίνουμε αν φύγει ο πατέρας. Τώρα δεν ήταν έτσι –κάτι άλλο ήταν.
«Θα κάνουν επιστράτευση», είπε ο πατέρας.
Ένας ήχος σα λόξυγκας, πνιχτός –αυτή ήταν η μάνα μου.
Άνοιξα τα μάτια, είδα το πλεγμένο κορδόνι στο χέρι μου, ήταν τόσο όμορφο, σαν το κορίτσι που μου το χάρισε –εκείνο με τα άγρια μαλλιά στο μπάνιο. Μέχρι σήμερα το πρωί ήταν όλα καλά, μέχρι να μου χαρίσει το κορδόνι όλα πήγαιναν καθημερινά, οι διακοπές μας στο χωριό. Όμορφο κορίτσι με άγρια μαλλιά, κοκαλωμένα από θαλασσινό αλάτι.
Έκοψα το κορδόνι με τα δόντια μου και το έφτυσα μακριά μου μανιασμένος.

Αυτό τα έφταιγε όλα.

12 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

samson rakas είπε...

κοίτα να δεις που ο άρης σιγά σιγά θα μας βγει Μαοϊκός.

πως μου ήρθε αυτό τώρα;

The Motorcycle boy είπε...

Χαχαχα, έλα ντε -πως σου ήρθε; Σε έναν καλύτερο κόσμο θα ήμασταν όλοι Μαοϊκοί -αλλά αυτός δεν θα ήταν Ο καλύτερος κόσμος.

RaZz the post-feminist girl είπε...

syxnoteres synexeies pleeeease!!! kata t alla 8a epanalavw auto pou skeftomai ka8e fora pou diavazw auto to saga: the plot thickens!

The Motorcycle boy είπε...

Είναι δύσκολο πράγμα ρε φιλενάδα -με κουράζει και με ταλαιπωρεί, μέχρι τον Μπράιαν Κλαφ ξέθαψα για να το λουφάρω! Για να δούμε.

άσωτος είπε...

αμα θες να λουφαρεις κανε ενα αφιερωμα στα μεταλλα του θρυλου επι κωσκωτα (χατζιδη, κωφιδη, παχατουριδη κλπ). η φαση παντωσ μου θυμιζει λιγο το εργο με τον αρλοντ (μη μου πεις ποιον αρλοντ) στο μελλον που του ειχαν σβησει τη μνημη...καλο εργακι...

The Motorcycle boy είπε...

Τόταλ Ρικόλ ε; Εργάρα. Στηριγμένο σε Φίλιπ Ντικ. Όχι ρε φίλε -δεν τα καταφέρνω εγώ σε τέτοια!

Ετοίμασα το αφιέρωμα και θα το δεις αύριο. Όχι στους μεταλλάδες του Θρύλου ρε! Στον ένα και μοναδικό τυπάκλα!

Υ.Γ.: Το προηγούμενο για τον Κλαφ το διάβασες; Αυτά είναι για σένα.

RaZz είπε...

btw autos o dromos pou onomasane brian clough way einai dipla sto spiti mou!! koitaga shmera thn tampela ki elega ti m 8ymizei to onoma!

The Motorcycle boy είπε...

Μένεις δίπλα σε δρόμο που ονομάζεται "Μπράιαν Κλαφ"; Να καταθέσεις ένα μπουκέτο λουλούδια (κι ένα μπουκαλάκι σκατς) εκ μέρους μου! Ο άνθρωπος ήταν μορφή -νομίζω οτι έχουν και το άγαλμά του έξω από το γήπεδο της Νότινγχαμ.

Sotiris είπε...

Διάολε ! Καταραμένε Σιτζούνε !
Δεν τα πιάνω γαμώ το μπελά μου !!

Έχει γίνει επανάσταση ; Έχει γίνει εμφύλιος ; Έχουν κατέβει εξωγήινοι ; Τι σκατά συμβαίνει ; Και τι είναι ο Άρης ; Ο γνωστός με τα πολλά λεφτά ; Μετενσάρκωση του συνώνυμου Βελουχιώτη ;
Βοήθα boy !!!

The Motorcycle boy είπε...

"Τι είναι ο Άρης; Ο γνωστός με τα πολλά λεφτά;" Χαχαχα -καταπληκτικό.

Κάτι έχει γίνει πάντως, κάτι αρκετά μεγάλο κι ο Άρης είναι μπλεγμένος σε αυτό. Για τα υπόλοιπα θα πρέπει να περιμένεις να γράψω τις συνέχειες, όπου και θα ξεκαθαρίσω την υπόθεση. Ε;

Τι είναι Σιτζούνος ρε; Σι γιου ιν Τζουν, που λέμε;

Puppet_Master είπε...

panw pou teliwnw thn istoria k paw na skeftw ti pextike edw.me swzeis apo ton kopo k mou les gia ola ftene oi ginekes xaxaxaxa

The Motorcycle boy είπε...

Ναι οι κουφάλες! Χαχαχα

Καθότι "όλαι αι γυναίκαι είναι μολόχαι" που έλεγε κι ο φιλαράκος μου ο Διονύσης -καλή του ώρα.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι