Πέμπτη, Οκτωβρίου 22, 2009

9. «Εξωτικό νησί είναι αυτό που δεν έχει μπάτσους»

Προηγουμένως:
1. "Που θα πας ρε ηλίθιε;"
2. Μαθαίνοντας τη Βέρα
3. Οι σφαίρες δεν πληρώνουν εισιτήριο μετ΄επιστροφής
4. Σκυλί με λαστιχένιο λουρί
5. Η πραγματική γαλήνη
6. Σημαδεύοντας τη βροχή
7. "Όχι πια εδώ"
8. Ένα παγωμένο χέρι για να κρατιέσαι

Πρώτο πράγμα που είδα ανοίγοντας τα μάτια μου ήταν τη σκοτεινή κάνη ενός Λούγκερ να με σημαδεύει ξεδιάντροπα. Έσπρωξα το χέρι της στο πλάι -έκανα να πιάσω το Βάλτερ από το μπουφάν μου...
«Μαλακία σου νομίζω», σχολίασε ο άντρας με το Λούγκερ.
Έμεινα ξεκρέμαστος να τον κοιτάζω, φαινόταν γερασμένος αλλά όχι γέρος –κάτι ακατάστατα γκρίζα μαλλιά μισόκρυβαν τα μάτια του. Χαμογέλασα αμήχανα –τι άλλο να ΄κανα;

Είχαμε φτάσει στο παραλιακό σπίτι όταν το μεσημέρι σκάντζαρε βάρδια με το απόγευμα κι εγώ ρήμαξα την Άλφα βγάζοντάς την από τον ασφαλτόδρομο. Επειδή έπρεπε να πάμε στην πίσω πλευρά του σπιτιού, μέσα από το κατσικίσιο μονοπάτι –εκεί πίσω ήταν ανοιγμένο κομμάτι στο συρματόπλεγμα απ΄ότι θυμόμουν. Η κοιλιά της Άλφα σερνόταν ουρλιάζοντας σε κροκάλες και γαϊδουράγκαθα –της ζήτησα να κάνει υπομονή, δεν γινόταν διαφορετικά. Ήταν ανάγκη να πλησιάσουμε όσο πιο κοντά γινόταν στο σπίτι, δεν έλεγε να πηγαίνω πέρα-δώθε με μια πεθαμένη γυναίκα στην αγκαλιά μου. Κι αυτό το σπίτι είχε ίσα με δυο στρέμματα βραχόκηπο γύρω του, αγκομαχήσαμε μέχρι να βγούμε στην πίσω πλευρά. Αλλά η τρύπα βρισκόταν εκεί, έχασκε αδρανοποιώντας το συρματόπλεγμα, κάτι βρωμόχορτα ανακατεμένα με ξεραμένες μαργαρίτες μπλόκαραν λίγο τη βάση της κι αυτό ήταν όλο. Την είχα περάσει μέσα από εκεί με μπόλικο ζόρι, την είχα ξαπλώσει μετά στο πεζούλι της εξώπορτας –η κλειδαριά ήταν επιπέδου νηπιαγωγείου.

Το σπίτι μούχλιαζε στην εγκατάλειψη, μπόλικη σκόνη στα πατώματα με καθησύχαζε οτι είχαν πολύ καιρό να το κατοικήσουν ιδιοκτήτες. Την είχα ακουμπήσει στον καναπέ με θέα μαύρα κύματα και αφρισμένα βράχια, δεν είπαμε πολλά, ήμουνα ψόφιος από την κούραση κι Εκείνη ήταν ψόφια γενικότερα –έπεσε λοιπόν ένας λήθαργος επάνω μας, βαρύς σαν σφάλμα.

«Πτώμα η κυρία!» σχολίασε περιπαικτικά ο άντρας με το Λούγκερ δείχνοντάς την.
«Δε λες τίποτα!» παραδέχτηκα.
Τότε εκείνος έκανε κάτι περίεργο –κοίταξε δηλαδή το Λούγκερ σα να το έβλεπε πρώτη φορά και στη συνέχεια το ακούμπησε πλάι του, σ΄ένα τραπεζάκι. Μπερδεύτηκα -κανονικά έπρεπε να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία, να τον καθαρίσω ή έστω να τον απειλήσω αλλά κάπου κόλλαγα.
«Αμφιβάλλω αν υπάρχει τίποτα σ΄αυτό το σπίτι που να μην έχει πολυκαιρίσει γι΄αυτό δε σε ρωτάω τι να σου προσφέρω...» δικαιολογήθηκε ο άντρας.
«Εντάξει, καταλαβαίνω...» είπα αμήχανα. Ανάθεμα κι αν καταλάβαινα δηλαδή –αλλά δεν βρήκα τίποτα καλύτερο να πω.
«Καταλαβαίνεις ε; Τότε δεν μου εξηγείς κι εμένα μπας και βγάλω καμιά άκρη;» γέλασε ο άντρας.
Κοίταξα το παρατημένο Λούγκερ και σιγουρεύτηκα οτι αυτή η υπόθεση δεν θα λυνόταν με σφαίρες, άπλωσα λοιπόν το χέρι μου στο μπουφάν, έπιασα το Βάλτερ. Το ζύγισα στην παλάμη μου πριν το πετάξω στο τραπεζάκι –πήγε το γαμήδι και προσγειώθηκε κολλητά, με τον κόκορα κάτω από τη σκανδάλη του Λούγκερ. Χαμογέλασα σαν ηλίθιος. Ο άντρας σήκωσε το Βάλτερ, το περιεργάστηκε, μετά έβγαλε τη γεμιστήρα, τη μέτρησε και την ξανάβαλε.
«Ωραίο κομμάτι», είπε αφηρημένα. «Λοιπόν, για προχώρα τώρα στο παρασύνθημα...»
Άπλωσα τα πόδια, γέμισα όσο χώρο μου αναλογούσε, στριφογύρισα στη θέση μου για να κερδίσω χρόνο. Σκεφτόμουνα τα κάτωθι: άλφα, οτι τον έκοβα για δικό μας τον άντρα απέναντί μου και βήτα, οτι οι γνώσεις μου περί ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης έφταναν μόνο μέχρι τη διαπίστωση πως αν κοπανήσεις κάποιον στη μύτη θα δακρύσει στα σίγουρα.
«Δεν το πάμε ανάποδα και να μου εξηγήσεις τι γυρεύεις εσύ εδώ πέρα;» πρότεινα.
Γέλασε απότομα –το ίδιο απότομα σοβάρεψε.
«Κοίτα –μου κάνει κάπως περίεργο να μπουκάρεις στο σπίτι μου παραβιάζοντας την πόρτα και να με ρωτάς τι γυρεύω ΕΓΩ εδώ πέρα...»
«Αυτό είναι το σπίτι σου; Και πόσα χρόνια έχεις να το επισκεφτείς;» ρώτησα.
«Δεν έφυγα ποτέ από ΄δω, αλλά έχεις δίκιο... κατά κάποιον τρόπο. Αυτό είναι το σπίτι μου όμως έχω χρόνια να το νιώσω σαν τέτοιο. Προτιμάω το κιόσκι του κήπου, παραδίπλα... Αλήθεια, που το κατάλαβες οτι δε μένω εδώ;»
«Πολύ σκόνη στα πατώματα», χαμογέλασα.
«Σωστός», επικρότησε χαλαρά.
«Λοιπόν;» ρώτησα εγώ.
«Λοιπόν; Τι λοιπόν; Μένω καιρό στο κιόσκι, μη ρωτήσεις πόσον ούτε και γιατί. Κάποτε αυτό το σπίτι έβραζε, γίνονταν πράγματα εδώ μέσα –τώρα πια κυκλοφορούν μόνο σκιές και υπνοβάτες. Ενίοτε και διαρρήκτες...» το γύρισε στο καλαμπούρι. «Κι αυτό μας ξαναφέρνει στην αρχική ερώτηση...»
Αποφάσισα οτι δεν είχα τίποτα να χάσω, δηλαδή, ποτέ δεν είχα τίποτα να χάσω αν εξαιρέσεις τις μέρες μου μαζί της... Τέλος πάντων, αποφάσισα να παίξω με ανοιχτά τα φύλλα.
«Τη γνώρισα πριν λίγες μέρες, έγινε φασαρία όσο προσπαθούσα να την πάρω μαζί μου, πάνω στη φασαρία έφαγε μια αδέσποτη από τον αρραβωνιαστικό της...»
«Η οποία αδέσποτη...» με διέκοψε φτιάχνοντας μια γραμμή στον αέρα με το δάχτυλό του -η γραμμή ξεκινούσε να με συναντήσει αλλά στη μέση λοξοδρομούσε καταλήγοντας σε Εκείνη.
«Έτσι ακριβώς», παραδέχτηκα.
«Και μετά;» ρώτησε.
«Τι μετά;» έκανα το κορόιδο.
«Δεν την πιάνω την όλη υπόθεση –δηλαδή πως έγινε; Την είδες, τη γούσταρες, τη βούτηξες εν ψυχρώ κι ο άλλος άρχισε το πιστολίδι;»
«Όχι ακριβώς», παραδέχτηκα.
Περίμενε να συνεχίσω αλλά δεν είχα όρεξη για κάτι τέτοιο.
«Και τώρα ποιο είναι το σχέδιο;» ζήτησε να μάθει.
«Έχω κάτι δουλίτσες να τελειώσω –σκέφτηκα λοιπόν να την παρκάρω εδώ, για να μην την τραβολογάω μαζί μου...» δικαιολογήθηκα.
«Ναι, έτσι που κατάντησε δεν μπορείς να πεις οτι έχει σοβαρές προοπτικές να περάσει ως ‘η ψυχή του πάρτι’», παρατήρησε. «Αν και μερικά πάρτι είναι τόσο ψόφια που θα πέρναγε άνετα για ζωντανή –έχω πάει εκεί, πίστεψέ με!»
Γέλασα και όχι από υποχρέωση. Είχε μιλήσει για Εκείνη χωρίς να δείξει την παραμικρή ευγένεια, αν ήταν άλλος στη θέση του τώρα θα μέτραγε δόντια. Όμως μ΄αυτόν ήταν διαφορετικά.
«Εδώ μέσα το μόνο φαγώσιμο είναι οι κατσαρίδες όπως σου είπα και προηγουμένως –αλλά στο κιόσκι έχει κάποια στοιχειώδη... Θες να σου φέρω τίποτα;» με ρώτησε.
«Θα πάμε μαζί», του απάντησα –επειδή μερικές προφυλάξεις παίρνονται αυτόματα.
«Όπως θέλεις –την κυρία θα την αφήσουμε μόνη;» χαμογέλασε όσο σηκωνόταν.
«Μ΄ένα Βάλτερ κι ένα Λούγκερ...» υπολόγισα.
«Θα έχει καλή παρέα», συμπέρανε.

Βγήκαμε στον κήπο, περάσαμε δίπλα σε μια πισίνα με βρώμικο ξυλιασμένο νερό, κοντοστάθηκα.
«Έχω κάτι πράγματα στην Άλφα», είπα.
«Πάμε να τα πάρουμε», προθυμοποιήθηκε.
Ξεκινήσαμε λοιπόν για την πίσω πλευρά του σπιτιού, πολλές φορές αναγκαστήκαμε να λοξοδρομήσουμε επειδή ξεραμένα δέντρα μας εμπόδιζαν.
«Φιστικιές», μου εξήγησε.
«Ότι πεις...» μουρμούρισα.
Σκαρφαλώσαμε μέχρι την τρύπα του φράχτη, τον άκουγα ν΄αγκομαχάει με τα παπούτσια μπερδεμένα στα αγριόχορτα. Φαινόταν οτι έχει περάσει πολλά και οι αντοχές του εξαντλημένες, γύρισα να του μιλήσω.
«Μη δίνεις σημασία», ψιθύρισε εκνευρισμένος.
Φτάσαμε στην Άλφα. Ακούμπησε στο καπό να ξελαχανιάσει.
«Ωραίο κουρσάκι», παρατήρησε άκεφα.
«Εξ ου και το κλαίει αυτός που το ΄χασε», σχολίασα.
Γέλασε όσο πήγαινε προς το πίσω μέρος της Άλφα. Εκεί κοντοστάθηκε, έφτασα δίπλα του να δω τι κοίταζε.
«Κάποιες τρύπες...» έδειξε το πορτ μπαγκάζ της Άλφα με περιέργεια.
Είχε δίκιο. Οι μαλάκες έξω από την κλινική είχαν κάνει το πορτ μπαγκάζ ελβετικό τυρί. Κατσούφιασα ανοίγοντάς το. Η βαλίτσα με τα χρήματα ήταν άθικτη αλλά η θήκη της Βέρας είχε δυο περιποιημένα σκασίματα. Πέρασα τα δάχτυλά μου πάνω της, μετά την τράβηξα έξω. Με το άλλο χέρι έπιασα τη βαλίτσα.
«Κάτσε να σε βοηθήσω», μου πρότεινε.
Του έδωσα τη θήκη.
«Όπου υποτίθεται οτι μέσα κρύβεται ένα φοβερό τόμιγκαν!» ψευτοθαύμασε.
«Καμιά σχέση!» διαμαρτυρήθηκα. «Να σου συστήσω τη Βέρα».
Ζύγισε τη θήκη στριφογυρίζοντας τον καρπό του.
«Και η Βέρα είναι...» αναρωτήθηκε.
«Εκείνη που πάντα φεύγει», έκανα ξεκάρφωτα.
«Πες μου γι΄αυτό!» ξεκαρδίστηκε.
Μετά πήρε το δρόμο για το σπίτι πατώντας προσεκτικά τις πέτρες. Κι εγώ κατάλαβα οτι γνώριζε ήδη τη Βέρα –ίσως καλύτερα απ΄οτι τη γνώριζα ακόμα κι εγώ. Περισσότερο, διαφορετικά, πιο δυνατά από μένα είχε γνωρίσει τη Βέρα αυτός ο άντρας.

Φτάνοντας έξω από το κιόσκι κοντοστάθηκε ψάχνοντας τα κλειδιά του, τράβηξε μια αρμαθιά και άνοιξε κάνοντάς μου νόημα να περάσω. Οι κουρτίνες ήταν μισόκλειστες εκεί μέσα, μισοσκόταδο. Άναψε το φως, έδειχνε βιαστικός –άφησε τη θήκη της Βέρας στην είσοδο του δωματίου και χάθηκε στο βάθος ενός θεοσκότεινου διαδρόμου. Τον περίμενα να επιστρέψει.
«Φαίνεται οτι χάνω εύκολα την ανάσα μου αυτή την εποχή...» μουρμούρισε. «Δεν ξέρω αν φταίει η υγρασία ή κάτι χειρότερο...»
Δε μίλησα, δεν κατάλαβα πολλά. Το πήρε είδηση και μου έδειξε προς τα μέσα.
«Συσκευή οξυγόνου, μπουκάλες, μάσκες –τέτοια πράγματα...» με πληροφόρησε.
Ένευσα. Έβγαλα τσιγάρο αλλά θυμήθηκα όσα μόλις μου είχε πει, βιάστηκα να το μαζέψω.
«Κάνε παιχνίδι –δε μας έχουν αφήσει και πολλά πράγματα ν’αναπνέουμε», με καθησύχασε βγάζοντας το δικό του πακέτο.
Ανάψαμε τσιγάρα σχεδόν ταυτόχρονα, μετά πέταξε το πακέτο και τον αναπτήρα στο μεγάλο τραπέζι με τα σκαλισμένα πόδια που στήριζαν το δωμάτιο.
«Έλα στην κουζίνα», μου ζήτησε.

Τον έβλεπα ν΄ανοιγοκλείνει το ψυγείο, έβγαζε κλειστές συσκευασίες αλλαντικών, κουτιά με περίεργα τυριά, με πήραν οι μυρωδιές.
«Άσπρο ή κόκκινο;» με ρώτησε.
«Παρταόλα θα παίξουμε;» απόρησα.
Μου έδειξε το ντουλάπι με τα κρασιά.
«Ότι γουστάρεις», είπα τελικά.
Μου έκανε νόημα να μεταφέρουμε τα φαγώσιμα στο μεγάλο τραπέζι, περάσαμε τον διάδρομο και τα στρώσαμε πάνω του όσο καλύτερα μπορούσαμε. Ήμουν κάπως αφηρημένος, υπήρχε αυτό το θέμα που με απασχολούσε. Έτσι, όταν ξεφορτώθηκα τα πιάτα, πήγα εκεί που ακούμπαγε η θήκη της Βέρας. Την ξάπλωσα στο πάτωμα και την άνοιξα. Σε πρώτη φάση όλα έδειχναν καλά. Έπιασα το μπράτσο της Βέρας, την τράβηξα έξω από τη θήκη, μετά τη στριφογύρισα για να δω καλύτερα. Όχι οτι χρειαζόταν δηλαδή. Επειδή πάνω στην κίνηση ακούστηκαν τα κομμάτια ξύλου να κουδουνάνε μέσα στο σκάφος –έψαχνα πλέον να βρω τη ζημιά. Στη βάση της είχε ανοίξει μια τρύπα και στην πλάτη άλλη μία –γέλασα όσο σκεφτόμουν οτι τουλάχιστον η Βέρα δεν είχε κρατήσει μέσα της τη σφαίρα.
«Στην ξεσκίσανε λίγο –ε;» μουρμούρισε ανοίγοντας το μπουκάλι του κρασιού.
«Όλα κάποτε πεθαίνουν», απάντησα.
«Χωρίς αυτό να σημαίνει οτι ζούσαν προηγουμένως», σχολίασε.
Τον κοίταξα σκεφτικός –λοιπόν, ήμουν εδώ πέρα έχοντας χάσει κάθε λόγο για να περιμένω το επόμενο ξημέρωμα, Εκείνη είχε πεθάνει και η Βέρα δεν έδειχνε στα καλύτερά της. Κι εγώ ετοιμαζόμουν για δείπνο με έναν άνθρωπο για τον οποίο δεν ήξερα τίποτα συγκεκριμένο –ενώ εκείνος φαινόταν να γνωρίζει τα πάντα για τα πάντα. Κρατώντας ακόμα τη Βέρα κάθισα στην καρέκλα απέναντί του και τράβηξα κοντά μου το γεμάτο ποτήρι.
«Οι καλύτερες μέρες έχουν φύγει μακριά, ας ευχηθούμε λοιπόν σύντομα να πάμε να τις συναντήσουμε», είπε εκείνος σηκώνοντας το δικό του ποτήρι.
Ήπια σ΄αυτό νιώθοντας περίεργη ανακούφιση.
«Μένεις μόνος σου εδώ;» ρώτησα έτσι για να πω κάτι.
«Εδώ; Τι εννοείς ‘εδώ’; Εδώ στη γη ας πούμε;» γέλασε απότομα.
Δε μίλησα. Απλώς πάρκαρα τη Βέρα δίπλα μου –να τη νιώθω, να μην αγριεύομαι.
«Ναι μόνος μου –δεν αντέχω πλέον τους πολλούς ανθρώπους...» μουρμούρισε.
«Δεν μίλησα για πολλούς ανθρώπους, για τους δικούς σου ρωτάω, την οικογένειά σου πουχού», διαμαρτυρήθηκα.
«Ξέρεις πως πάει; Ένας ή πολλοί –έτσι πάει!» μου είπε γέρνοντας λίγο προς το μέρος μου. «Δεν είμαι πια τόσο δυνατός όσο παλιότερα και το πρώτο που σε αφήνει είναι η κατανόηση... Πες μου όμως, είμαι περίεργος –εσύ τι ρόλο βαράς;»
«Διαρρήκτης -τι άλλο;» γέλασα χαζά.
«Ένας διαρρήκτης που κουβαλάει το πτώμα κάποιας γυναίκας –φοβερή κατάσταση!» σχολίασε.
«Εντάξει, υπήρξα και μποξέρ ένα φεγγάρι», συμπλήρωσα.
«Μποξέρ! Είχα κάποτε ένα φίλο μποξέρ...» μουρμούρισε και μετά φάνηκε να βουλιάζει σε αναμνήσεις.
«Και τι απέγινε;» ρώτησα.
«Τι απέγινε ποιος;» αναρωτήθηκε.
«Ο φίλος σου ο μποξέρ...»
«Ε, ξέρω ΄γω; Τι γίνονται συνήθως οι μποξέρ;»
«Θυρωροί σε πολυκατοικίες», γέλασα κι εκείνος με μιμήθηκε.
«Μποξέρ λοιπόν! Είχες συγκεκριμένο στυλ αγώνα; Α λα Κάσιους Κλέι ας πούμε;» ρώτησε.
«Μπα, δε νομίζω. Συνήθως έπαιζα την παρέλαση...» απάντησα προσεκτικά.
Με κοίταξε απορημένος, άφησε το ποτήρι του στο τραπέζι και περίμενε.
«Παρέλαση βρε παιδί μου, πως το λένε;» αναρωτήθηκα. «Ξεκινούσα από τη γωνιά μου με σκοπό να φτάσω στην απέναντι γωνιά –στο σκαμνί του αντιπάλου. Ήταν μια βιαστική βόλτα κι ότι βρισκόταν εμπόδιο στο δρόμο μου το κοπάναγα. Αντίπαλος, διαιτητής... χεστήκαμε στην τελική!»
Ξεκαρδίστηκε.
«Κι ο άλλος τι έκανε δηλαδή; Σε άφηνε να βολτάρεις;» ρώτησε όταν σταμάτησε να γελάει.
«Κοίτα –αν ήταν βλάκας καθόταν μπροστά μου και τις έτρωγε. Αν είχε λίγο μυαλό έκανε στο πλάι και μου ΄ριχνε στ΄αυτιά... Κάποιες φορές πάντως έφτασα μέχρι το απέναντι σκαμνί και τότε δεν ήξερα τι άλλο να κάνω...»
«Και η Βέρα τι ρόλο παίζει σε όλα αυτά;» ρώτησε ξαφνιάζοντάς με.
«Η Βέρα... Την είδα στο σπίτι μιας κοπέλα και την πήρα. Μετά άρχισα να χάνω αγώνες σωρηδόν... Βλέπεις, η Βέρα ήθελε αποκλειστικότητα...»
«Αποκλειστικότητα! Απ΄αυτή που ποτέ δεν ζητάει η Βέρα αλλά εσύ της τη χαρίζεις όπως και να’χει, βέβαια είναι τζάμπα κόπος... Ένα πρωί βρίσκεις την αποκλειστικότητά σου στα σκουπίδια και τη Βέρα φευγάτη», αναπόλησε.
«Που την ξέρεις εσύ τη Βέρα;» νευρίασα.
«Ποιος σου είπε οτι την ξέρω; Γιατί; Μήπως την ξέρεις εσύ;» απόρησε.
Σήκωσα το ποτήρι και το άδειασα μονομιάς.
«Η γυναίκα... Εκείνη που αφήσαμε στο σπίτι... δεν πέθανε από τη σφαίρα του αρραβωνιαστικού της. Αυτοκτόνησε –ήθελα να την αφήσω σε ένα εφημερεύον νοσοκομείο αλλά εκείνη προτίμησε να μου πάρει το Βάλτερ και να ξεμπερδεύει», του εξήγησα στο άσχετο.
«Και μετά;» με προέτρεψε.
«Μετά την πήγα σ΄ένα Γραφείο Τελετών, τη βαλσάμωσα για να μην τουμπανιάσει –έχω βλέπεις να την πάω σ΄ένα βουνίσιο σπίτι με θέα τη θάλασσα κι αγριοτριανταφυλλιές που στεφανώνουν τα παράθυρα, από κει θα χαζεύαμε τα χρόνια να περνάνε, της το είχα υποσχεθεί αυτό. Την πρώτη μέρα που τη γνώρισα...»
«Πες μου και τα ενδιάμεσα σκηνικά», μου ζήτησε.
«Ενδιάμεσα... οι μπάτσοι μας πήραν στο κατόπι κι εγώ αναγκάστηκα να καθαρίσω μερικούς ενοχλητικούς τύπους, αυτά πάνω-κάτω».
«Και πρέπει να πας -που;»
«Πρέπει να κάνω μια επίσκεψη στο Αφεντικό, να τον ρωτήσω για ποιο λόγο με έστησε έτσι άσχημα –έχω αυτή τη βαλίτσα τίγκα στα χρήματα, αλλά είναι σημαδεμένα κι έτσι δεν μπορώ να τα ξοδέψω», ολοκλήρωσα τη διήγησή μου κι έμοιαζε αυτό σα μονόλογος αυτιστικού.
«Όμορφα!» συμπέρανε. «Από κάτι τέτοιους σαν εσένα ήθελα να ξεμπλέξω, γι΄αυτό ήρθα εδώ πέρα...»
«Είχες προβλήματα με τον υπόκοσμο;» ρώτησα χαζά.
«Προβλήματα... κοίτα –υπήρχαν πολλοί εκεί πέρα που με πέρναγαν για δικό τους, υπήρχαν κι άλλοι, η αφάν γκατέ της κοινωνίας ας πούμε... Αυτοί με κατηγορούσαν οτι ήμουνα υπόκοσμος και μετά με κατηγορούσαν οτι δεν ήμουνα αρκετά υπόκοσμος... τρέχα γύρευε. Στο τέλος είδαν όλοι μαζί οτι τους βόλευε να με φύγουν, είπα λοιπόν να την κάνω από μόνος μου για να τους βγάλω από τον κόπο...»
«Και γιατί όλα αυτά;» ρώτησα.
«Επειδή δεν αντέχω τους ανθρώπους –από την εποχή που εξαφανίστηκαν οι δικοί μου περνάω κάπως μοναχικά, βγαίνω τις νύχτες με πανσέληνο και ουρλιάζω στο φεγγάρι, κυκλοφορώ με την πλάτη στον τοίχο, μπαίνω στα μπαρ μόνο όταν κλείνουν... τέτοια κατάσταση», ψιθύρισε.
«Κι έτσι νομίζεις οτι θα ξεφύγεις;» αναρωτήθηκα.
«Να ξεφύγω;» απόρησε. «Λοιπόν υπήρχε κάποτε ένα νησί χωρίς μπάτσους, πολύ μακριά από δω κι εμείς θέλαμε να φτάσουμε εκεί –έπρεπε όμως πρώτα να κάνουμε τη μεγάλη δουλειά, να ματσωθούμε... Σκατά, στο τέλος βαρέθηκε το νησί να μας περιμένει και σηκώθηκε κι έφυγε!»
«Πως το λέγανε το νησί;»
«Πως το λέγανε; Νήσος Πάιτα –αν έχεις ακουστά».
«Ναι, κάτι έχω ακούσει...» είπα αφηρημένα.
«Αλήθεια;» ρώτησε με ντούμπλεξ φωτάκια ελπίδας στα μάτια.
«Δεν είμαι σίγουρος... Ίσως...» είπα μετανιωμένος. Επειδή το ήξερα το νησί, και την ήξερα την ιστορία –αλλά ποτέ μου δεν τα πίστεψα όλα αυτά. Ένα νησί στον χάρτη είναι οτι θέλεις εσύ να είναι, όμως τελικά Εκείνη ποτέ δεν έρχεται όσο κι αν περιμένεις. Στο τέλος καταλήγεις αλκοολικός από τα πολλά κοκτέιλ και σέρνεσαι στις προβλήτες, τότε σε μαζεύουν οι μπάτσοι –μην ακούς αυτούς που λένε αλλιώτικα, υπάρχουν μπάτσοι παντού.
«Κουράστηκα», είπε ξέπνοα.
«Να πηγαίνω τότε –μάλλον παρατράβηξε η βίζιτα...» έκανα να σηκωθώ.
«Όχι, κάτσε –δεν τρέχει τίποτα. Απλά θα την πέσω να δω καμιά φρικτή ταινία, εσύ κάνε ότι γουστάρεις...»
Με παράτησε σύξυλο και απλώθηκε στον καναπέ παραπέρα –είχε μια διακριτική γωνιά το δωμάτιο με μεγάλη οθόνη τηλεόρασης και γκράντε ηχοσύστημα καλωδιωμένο πέριξ. Εγώ έβλεπα την πλάτη της οθόνης, άτακτα καλώδια κι αυτό ήταν όλο.

Έφερα τη Βέρα στην αγκαλιά μου, έσκυψα το κεφάλι πάνω της κι άρχισα να δοκιμάζω πως ακούγεται. Χάιδεψα τις χορδές και η Βέρα έβγαλε κάτι ήχους παραπονιάρικους, σα σκυλί με κομμένο πόδι. Έπιασα τότε να παίζω εκείνο το τραγούδι που λέει για το Φονικό στους «Δρόμους του Λαρέντο» αλλά κάπου στη μέση θύμωσα με τις στριγκές κραυγές της, το γύρισα στο «Με λένε Σαμ Χολ και θα σας πετάξω τα μάτια έξω», είχα γείρει πάνω της αφοσιωμένος, δεν τον είδα που με πλησίασε.
«Αν δεν το καβαλήσεις, θα σε καβαλήσει αυτό», σχολίασε.
«Δεν καταλαβαίνω...» έκανα.
«Παίξε κάνα ‘Θα ξανασυναντηθούμε’ και θα καταλάβεις», μου έκλεισε πονηρά το μάτι.
«Δεν παίζω μπροστά σε άλλους», έκανα νευριασμένα.
«Άλλους; Που τους είδες τους άλλους;» αναρωτήθηκε θεατρικά.
Σηκώθηκα, έβαλα βιαστικά τη Βέρα στη θήκη της.
«Πάω να την πέσω δίπλα στη γυναίκα μου», τον πληροφόρησα.
«Καθότι πολύ δεμένο ζευγάρι κι έτσι...» γέλασε. «Να σου πω –την πηδάς;»
Ανασήκωσα τους ώμους.
«Είναι σε άσχημη κατάσταση μ΄αυτή τη ραφή στην κοιλιά...» δικαιολογήθηκα.
«Κι εσύ ιδιαίτερα εκλεκτικός παρ΄όλο το χάλι σου», συμπέρανε.
«Ότι έχουμε το κρατάμε...» σχολίασα.
«Κι ότι θέλουμε το παίρνουμε», συμπλήρωσε.
«Μέσα είσαι», συμφώνησα.
Έκανα ν΄ανοίξω την εξώπορτα.
«’σου πω...» με σταμάτησε. «Όταν ξανάρθεις θα λείπω...»
«Σου έχω αφήσει τη βαλίτσα με τα φράγκα», του θύμισα.
«Ναι –θα την κρύψω πάνω απ΄το κουβούκλιο του ασανσέρ...» ξεκαρδίστηκε. «Σούγκαρ θρι, αν με εννοείς...»
«Και τα ρέστα δικά σου», συμφώνησα.
«Εδώ λοιπόν πέφτει ο σχετικός αποχαιρετισμός», διαπίστωσε.
«Κρίμα που έχω τη Βέρα στη θήκη...» είπα εγώ.
«Άκου κάτι ρε ηλίθιε...» μου είπε ήρεμα, «τα πράγματα έχουν ξεφύγει εντελώς κι εσύ θα τελειώσεις άσχημα -φρόντισε μόνο να μην ξεφτιλιστείς», έσκυψε το κεφάλι, γύρισε να φύγει από την πόρτα.
«Περισσότερο;» απόρησα.
Τον άκουσα να γελάει μέσα απ΄το σπίτι, νομίζω οτι τον άκουσα να λέει «δεν έχεις δει τίποτα ακόμα» ή κάτι τέτοιο. Τα φώτα σβήσανε.

Πήρα το δρόμο για το σπίτι με τη θήκη της Βέρας να κοπανάει δίπλα στο γόνατό μου. Η βροχή έπεφτε πάλι με το τουλούμι κι έτσι δεν μπόρεσα να διακρίνω αν είχε βγει απόψε το φεγγάρι. Άνοιξα την πόρτα, τινάχτηκα σα σκυλί, να φύγουν τα νερά.
«Αγάπη μου γύρισα!» φώναξα.
Κι αν μου απάντησε εγώ πάντως δεν την άκουσα –η βροχή έκανε δαιμονικό θόρυβο πέφτοντας κόντρα στα τζάμια του σπιτιού. Πήγα δίπλα της, ήταν ήσυχη. Υπολόγισα οτι είχα χρόνο για λίγο ύπνο –όταν η νύχτα πλησίαζε το τελείωμά της, τότε θα ΄ρχονταν η δική μου ώρα.

Έκλεισα. Τα μάτια.

19 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

tomboy είπε...

Αμα έχεις δει στην πραγματικότητα αυτό το σπίτι, η ιστορία μοιάζει αληθηνή.
Είναι τρομακτικό όσο να πεις..

The Motorcycle boy είπε...

Ναι πες μου γι΄αυτό! Σε κάνει να πιστεύεις οτι τελικά, μερικά πράγματα ζουν από μόνα τους σε κάποιους χώρους. Πάντως εκεί πέρα έχω περάσει το μοναδικό βράδυ της ζωής μου όπου πίστεψα οτι κάποιος με έβαλε να παίξω σε ταινία χωρίς να με ρωτήσει!

RaZz the feminist είπε...

οκ ο,τι περιλαμβάνει εγκαταλελειμένα σπίτια ξέρεις οτι μ' αρέσει. μακράν το πιο spooky κομμάτι της ιστορίας. στο τέλος περίμενα ειλικρινά οτι α) καθώς περιπλανιόταν στον κήπο θα έβρισκε τον τάφο του γέρου (typical ghost) και β) μόλις έμπαινε στο σπιτι η γκόμενα θα είχε ζωντανέψει (όσο ζωντανά είναι τα ζόμπι τέλος πάντων).

samson rakas είπε...

το φόντο σίγουρα είναι μαυρόασπρο. για τη βροχή δε ξερω, έβρεχε στο singapore sling;
άρχισε να σκάβεις :)

πρτφ

The Motorcycle boy είπε...

Χαχα, Ραζ, κάπως κοντά έπεσες -επειδή ο θρύλος λέει οτι στον κήπο (εκεί κοντά στην είσοδο με τις φιστικιές) είναι ο τάφος του πατέρα. Αλλά αυτή είναι μια διαφορετική ιστορία που σχετίζεται με μια υπόσχεση για ραντεβού στην Κόλαση -δεν είναι της παρούσης.
Όχι γέρος -γερασμένος, έχει διαφορά.

Και στο Σίγκαπουρ έβρεχε πολύ (πάρα πολύ) και η Κόλαση είναι ένας υγρός τόπος. Λείπει κι Εκείνη να μας πει οτι "Τώρα είμαι στον κήπο μέσα σ΄ένα λάκκο.. βρέχει συνέχεια και πρέπει ν΄αδειάζω τα νερά... γι΄αυτό είμαι έτσι μούσκεμα".

Ανώνυμος είπε...

Να σου πω ρε μοτοσακέ, ο "σπιτονοικοκύρης" είναι υπαρκτό πρόσωπο ή αποκύημα της φαντασίας του? Μπας κι έχει σαλέψει εντελώς μ' αυτά που τον βρήκαν και φαντασιώνεται ό,τι τον βολεύει? Απρόσμενη η συνέχεια, είμαι περίεργος να δω πού θα πάει

The Motorcycle boy είπε...

Να σου απαντήσω -ο σπιτονοικοκύρης είναι ζωντανός/νεκρός και όχι με την έννοια του ζόμπι με μουσική υπόκρουση Μάικλ Τζάκσον έτσι;

Ο χαρακτήρας του σπιτονοικύρη βασίστηκε σε πραγματικό πρόσωπο το οποίο όμως ποτέ δεν γνώρισα από κοντά. Το σπίτι επίσης είναι υπαρκτό κι αυτό αξιώθηκα να το επισκεφτώ.

Ρεζουμέ -ο σπιτονοικοκύρης είναι, ας πούμε, η προσωποποίηση του θεσμιστή (όπως θα σου έλεγε κι ο Σαμσών παραπάνω) για τον ιδιόκοσμο του ήρωα. Και σαν τέτοιος λειτουργεί.
Υπάρχει στην ιστορία για δυο λόγους:
1. Επειδή γουστάρω να συνομιλώ μαζί του.
2. Επειδή είναι πιο βολικό (αφηγηματικά) να βρει ο ήρωας έναν "δικό του" άνθρωπο στο σπίτι που παρατάει την πεθαμένη -παρά να την αφήσει σύξυλη και να φύγει.

Άρα, στη συνέχεια της ιστορίας ο σπιτονοικοκύρης δεν θα έχει ατάκες αλλά θα καθορίσει αξιακά.

Έβγαλες άκρη;

samson rakas είπε...

φως φανάρι.

πρτφ

Ανώνυμος είπε...

ναι, ναι, το 'πιασα. απλά μου έμοιασαν πολύ οι ατάκες τους, το ύφος τους, οι διαδρομές τους και η αποστασιοποίησή τους (αυτή η δυσκολία που δείχνουν να προσεγγιστούν) -σα να έχουν κοινή μήτρα- και σκέφτηκα μήπως ήταν απλά μια ανάγκη του ήρωα να τον εφεύρει. τλκ, δεν έπεσα κ πολύ έξω μάλλον. περιμένουμε!

The Motorcycle boy είπε...

Είδες ο Σαμσών; Του 'σπασα τ΄αρχίδια τόσον καιρό αλλά τελικά τον εκπαίδευσα, σε λίγο θα λέει απέξω την εργοβιογραφία του Ν.Ν., χαχαχαχα.

Πάντς Ανώνυμε δεν έπεσες καθόλου έξω -κι εγώ αμφιταλαντεύτηκα αν θα τον έβαζα σε "πραγματική" ή φαντασιακή βάση. Κι επειδή αμφιταλαντεύτηκα το άφησα φλου. Μια απορία τώρα -κι όπως θέλει μου την απαντάει: φαίνεται οτι ο ήρωας είναι βουλησιακός, του στυλ "η βούλησή μου είναι ο νόμος" ή αλλιώς "ότι θέλω το βουτάω"; Φαίνεται αυτό ή έπρεπε να το τονίσω περισσότερο;

samson rakas είπε...

φως φανάρι.

πρτφ

Ανώνυμος είπε...

μπαμ κάνει

The Motorcycle boy είπε...

Ας μείνουμε στα φωσφανάρια κι ας αποφύγουμε τα μπαμ καθότι ο Χρυσοχοϊδης ξανανεβάζει την οπερέτα της 17Ν -σωστά; Χαχαχα.

[Germanos] είπε...

ασχετο αλλα Λουγκερ και Βαλτερ παιρνουν τις ιδιες σφαίρες...

Puppet_Master είπε...

skata

Puppet_Master είπε...

thafth ston khpo vale k mia triadafilia apo panw k ase mas isixous.

The Motorcycle boy είπε...

Γερμανέ, αυτό δεν το είχα ψάξει! Σωστός!

Puppet δεν είναι αυτό το κατάλληλο σπίτι -για αλλού πάει Εκείνη.

Ανώνυμος είπε...

μιας και τη βαλσάμωσες γέμισε την ηρωίνη και κάνε μπίζνες.

πρτφ

The Motorcycle boy είπε...

Χαχαχα, βρε τον αλήτη! Τι είναι η γυναίκα ρε; Η τσόπερ του Χένρι Φόντα στον "Ξένοιαστο Καβαλάρη";

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι