Δευτέρα, Δεκεμβρίου 06, 2010

14. Από μηχανής συμβιβασμός

Προηγούμενα:
1. Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη
2. Το καινούργιο παντοτινό όνομα του Προέδρου
3. "Η εξαγωγή του λίθου της τρέλας"
4. Ο Οδυσσέας, οι Αργοναύτες και άλλοι ηλίθιοι
5. Η προσευχή είναι ένας νεκρός κροκόδειλος
6. Αφού η Χελώνα έγινε Κέδρος
7. Όλοι βλέπουν τους αόρατους
8. Για τα ψάρια που ταξιδεύουν γύρω από τους καρχαρίες
9. Μετεγχειρητικές επιπλοκές
10. Η αναγκαστική αλήθεια στον βολικό λήθαργο
11. Ένα άλυτο πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα
12. Όταν οι σπηλιές δαγκώνουν
13. Ο εκκωφαντικός ήχος της ασφάλτου

Με ξύπνησε ο ήχος της αιολικής αντλίας, μακρόσυρτος όσο ρούφαγε το νερό από τα έγκατα της γης για να αναπληρώσει τα αποθέματα. Αυτό προφανώς σήμαινε οτι κάποιος είχε καταναλώσει σεβαστή ποσότητα νερού, δεν ήταν απλώς ένα καζανάκι που άδειασε, ήταν περισσότερο. Μπάνιο ίσως και λούσιμο. Γύρισα πλευρό να ξεμουδιάσω.
Μύρισα στον αέρα, καμένο ξύλο και λιωμένη ζάχαρη, βούτυρο και μήλο. Ένιωσα ασφαλής, ένιωσα ζεστασιά, η ψυχή μου χαμογέλασε διάπλατα. Στήθηκα στους αγκώνες, σηκώθηκα. Ήμουν μόνος και το δωμάτιο έμπαζε χαδιάρικο φως μέσα από βαριές κουρτίνες.
Ακούμπησα προσεκτικά τις πατούσες στο χαλάκι, στήθηκα στα πόδια μου μουδιασμένος, κοίταξα τριγύρω. Αυτό το σπίτι ήταν το σπίτι μου αλλά την ίδια ώρα δεν είχε καμιά σχέση με το σπίτι στο οποίο επέστρεφα μετά τις εξαντλητικές βάρδιες της Φορολογικής Δικαιοσύνης. Αυτό το σπίτι ήταν ο παράδεισος ενώ το κανονικό μου σπίτι έμοιαζε με το καθαρτήριο. Και η κόλαση ήταν ο καθημερινός μου προορισμός.
Κατέβηκα την ξύλινη σκάλα προσπαθώντας να μην κάνω θόρυβο. Ήμουν ήδη έξω από την κουζίνα όταν συνειδητοποίησα οτι κυκλοφορούσα με τα εσώρουχα, κοντοστάθηκα προσπαθώντας να θυμηθώ που ήταν τα ρούχα μου κι αν τα χρειαζόμουν τελικά -τότε άκουσα φωνές. Όχι φωνές, ομιλίες.
«Θα συνέλθει, τον χρειαζόμαστε».
«Δεν θέλω να τον επιβαρύνουμε άλλο».
«Όλοι μας θα πρέπει...»
«Αυτός αρκετά μέχρι τώρα».
«Μέχρι να τελειώσει η υπόθεση δεν υπάρχει αρκετά».
«Δεν το διάλεξε».
«Κανένας μας δεν το διάλεξε. Οι καταστάσεις μάς διάλεξαν».
Άρχισα να κρυώνω όπως στεκόμουν εκεί πέρα. Όμως ξεχώριζα τη φωνή της ανάμεσα στις υπόλοιπες, ήταν αυτή που με υπερασπιζόταν. Έψαξα τριγύρω για ρούχα και μετά έψαξα μέσα στο κεφάλι μου αλλά δεν βρήκα πουθενά ρούχα.
«Σηκώθηκες;» την άκουσα πριν προλάβω να την δω που είχε φτάσει σχεδόν δίπλα μου.
«Ναι», είπα.
«Δεν βρήκες τα ρούχα σου;»
«Όχι. Πού;»
«Έλα μαζί μου».
Την ακολούθησα. Ανεβήκαμε πάλι στην κρεβατοκάμαρα κι ένιωσα εντελώς ηλίθιος επειδή η Κάσσι απλώς άνοιξε την ντουλάπα απέναντι από το κρεβάτι και μετά παραμέρισε δείχνοντάς μου το εσωτερικό της για να διαλέξω.
Τα ρούχα μου ήταν τακτοποιημένα και (αυτό το ανακάλυψα όταν διάλεξα κάτι να φορέσω) μοσχοβολούσαν στην ντουλάπα. Αυτό είναι το σπίτι μου κι αυτή είναι η ντουλάπα μου και εδώ δίπλα στέκεται η γυναίκα μου. Αλλά αυτό δεν είναι το σπίτι μου και η ντουλάπα δεν είναι δική μου και η γυναίκα αυτή...
«Μην καθυστερήσεις πολύ –σε περιμένουν», μου είπε.
Τότε θυμήθηκα, γύρισα να τη δω.
«Πώς πας;»
Μου χαμογέλασε ακουμπώντας το χέρι στην κοιλιά της.
«Μια χαρά, μην ανησυχείς...»
«Έχεις....»
«Τίποτα σοβαρό, μια χαρά είμαι».
Μου χαμογέλασε.
«Ήθελα να ψάξω για σένα...»
Με φίλησε για να σταματήσω να μιλάω.
«Ξέρω, μην ανησυχείς. Ντύσου τώρα και κατέβα».
Μετά με άφησε να θαυμάσω τους ώμους της όσο έμεναν ακάλυπτοι στο γλίστρημα του φορέματός της καθώς έφευγε.
Με πονούσε όταν έφευγε μακριά μου ακόμα και για λίγο. Γι΄αυτό ολοκλήρωσα το ντύσιμό μου απρόσεκτα, ότι βρήκα μπροστά μου φόρεσα κι όλο κοιταζόμουν στον καθρέφτη, έπρεπε να ξυριστώ κάποια στιγμή.
Κατέβηκα χοροπηδώντας τα σκαλιά, ένας οικογενειάρχης έτοιμος να υποδεχτεί τους καλεσμένους του.
Πέρασα τον διάδρομο χωρίς να το καταλάβω και βρέθηκα στην κουζίνα που ξεχείλιζε ήλιο. Χρειαζόμουν τη ζεστασιά του με τέτοιο χειμώνα. Κι έτσι ένιωσα ευδιάθετος όταν τους είδα καθισμένους στο μεγάλο τραπέζι, κάπως ανυπόμονους επειδή η μυρωδιά του πρωινού που σέρβιρε η Κάσσι έσπαγε μύτες.
«Άντε, αρκετά σε περιμέναμε», φώναξε χαρούμενα ο Γιάν. Φορούσε πάντα τα δερμάτινα ρούχα του κι έμοιαζε μονίμως αόρατος.
Δίπλα του η γυναίκα με τα μακριά άσπρα μαλλιά.
Κούνησα το κεφάλι να τους χαιρετίσω, μισόκλεισα τα μάτια για να συνηθίσω τον ήλιο που τους έλουζε. Τότε τον πρόσεξα.
Υπήρχε ένας ακόμα άντρας, καθόταν με σκυμμένο το κεφάλι δίπλα στον Γιάν και στριφογύριζε κάτι μεταλλικό ανάμεσα στα δάχτυλά του –πιρούνι ή μαχαίρι δεν μπορούσα να ξεχωρίσω.
Κάθισα.
«Καλημέρα», μου είπε μαζεμένα ο άντρας.
Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίγεται, τα γένια άρχισαν να με φαγουρίζουν απροειδοποίητα.
«Τι δουλειά έχει αυτός εδώ;» μούγκρισα.
«Είναι μαζί μας πια», είπε ο Γιάν.
«Μαζί μας; Τι μαζί μας;» απόρησα.
«Κανονικά», με διαβεβαίωσε ο Γιάν.
«Αυτό κι αν είναι έκπληξη. Σωστά 777;» μου χαμογέλασε ο άντρας από απέναντι.
«Σωστά 77», παραδέχτηκα.
«Το βρίσκω κάπως αποκρουστικό να χρησιμοποιείτε ακόμα τα υπηρεσιακά σας ονόματα», είπε η γυναίκα με τα άσπρα μαλλιά.
Μου πήρε λίγο χρόνο να θυμηθώ οτι το όνομά της ήταν Άννα.
«Εγώ δεν είμαι εναντίον της Υπηρεσίας. Η Υπηρεσία είναι εναντίον μου», είπα.
Ο Α77 ξεκαρδίστηκε.
«Μα είσαι απολαυστικότατος», διαπίστωσε.
«Δεν ξέρω τι είμαι, αλλά ξέρω τι δεν είμαι. Προδότης», σφύριξα σκύβοντας προς το μέρος του.
Αυτό του έκοψε το γέλιο.
«Εκτός από αστείος είσαι και ηλίθιος», μουρμούρισε. «Τόσα χρόνια στη Φορολογική Δικαιοσύνη δεν κατάλαβες οτι το παιχνίδι αλλάζει την ώρα πού παίζεται; Αυτός είναι ο μόνος κανόνας της Υπηρεσίας».
«Για σένα», είπα.
«Για μένα και για όλους».
«Όχι για μένα πάντως. Δεν είμαι τόσο ευέλικτος».
«Το ξέρω 777», γέλασε ο Α77.
«Μπορείς να με λες και τρία εφτάρια», τον πληροφόρησα.
«Άγριο τον λένε», είπε η Άννα.
«Τρία εφτάρια», επανέλαβα αγριοκοιτάζοντάς τον.
Η Κάσσι άρχισε νευρικά να σερβίρει αχνιστό καφέ. Οι άνθρωποι στο τραπέζι ξεκίνησαν να τρώνε ανόρεχτα. Εγώ τους κοίταζα και σκεφτόμουν για το τι έπρεπε να σκεφτώ με όλα αυτά και τι έπρεπε να κάνω. Κι ο γαμημένος ο Α77 έτρωγε το φαγητό του σπιτιού μου σα να μην συνέβαινε τίποτα ή έτσι τουλάχιστον μου φαινόταν. Οτι αυτό ήταν το σπίτι μου κι εγώ παρείχα το φαγητό και εκείνος ο άνδρας απέναντί μου έτρωγε σα να μη συνέβαινε τίποτα. Και τελικά συνέβαινε κάτι; Ήπια μια γουλιά καφέ και έκαψα τη γλώσσα μου.
Κάτι συνέβαινε.
«Λοιπόν», ξεκίνησα. «Υπάρχει κάποιος λόγος που είμαστε όλοι μαζεμένοι εδώ πέρα; Ή απλώς πρόκειται για κοινωνική επίσκεψη...»
«Κατά πρώτον ο Ιωσήφ δεν κάνει επίσκεψη –είναι φιλοξενούμενος», διευκρίνισε ο Γιάν.
«Ο Ιωσήφ;» αναρωτήθηκα.
Ο Α77 έγειρε λίγο το κεφάλι, χαμογελώντας.
«Φιλοξενούμενος;» συνέχισα.
«Εντάξει, δεν ήσουν σε θέση να συγκατατεθείς αλλά δεν πιστέψαμε οτι θα είχες αντίρρηση να φιλοξενήσεις...»
«Να προσφέρεις καταφύγιο σε έναν κυνηγημένο», συμπλήρωσε η Άννα.
«Να προσφέρω καταφύγιο... στο σπίτι μου...» μουρμούρισα.
«Ακριβώς», είπε ο Γιάν.
«Ακριβώς», επανέλαβα. «Νομίζω όμως τελικά οτι έχω αντίρρηση ή μάλλον αντιρρήσεις. Σχετικά με το πόσο δικό μου είναι το σπίτι, αλλά αυτό μπορεί να περιμένει. Δεν ισχύει βέβαια το ίδιο για τον... Ιωσήφ....»
Με κοίταξαν απορημένοι.
«Αυτός δεν μπορεί να περιμένει, πρέπει να σηκωθεί και να φύγει αμέσως».
Η Κάσσι με αγκάλιασε από πίσω σκύβοντας πάνω απ΄τους ώμους μου.
«Αγάπη μου ηρέμησε», με παρακάλεσε ψιθυριστά.
«Φύγε απ΄το σπίτι μου», είπα στον Α77.
«Να φύγω; Και πού να πάω;» αναρωτήθηκε.
«Όπου θέλεις αρκεί να μη σε βλέπω».
«Άγριε», πετάχτηκε η Άννα.
Σηκώθηκα όρθιος κλωτσώντας την καρέκλα προς τα πίσω.
«Είναι εδώ το σπίτι μου;» φώναξα.
Κανένας δεν απάντησε.
«Απαιτώ λοιπόν να φύγει αυτός ο άνθρωπος. Κι αν κάποιος από εσάς τους υπόλοιπους διαφωνεί δεν τον κρατάω. Μπορεί να φύγει μαζί του».
Κοίταξα πρώτα τον Α77 που απέφυγε το βλέμμα μου, μετά τον Γιάν που με μετρούσε όλος περιέργεια και στη συνέχεια την Άννα που έμοιαζε μπερδεμένη. Την Κάσσι δεν τόλμησα να την αντικρίσω
«Όπως το βλέπω εγώ, υπάρχει μια εξέγερση σε εξέλιξη... Και είμαστε πολύ κοντά στο να επικρατήσουμε», είπε ο Γιάν. «Σύντομα θα γίνει αυτό κι όταν θα γίνει...»
«Όσοι δεν ήταν μαζί σας θα θεωρηθούν εναντίον σας», τον διέκοψα.
«Άδικο θα έχουμε;» ρώτησε.
«Άδικο ή δίκιο –όλα αυτά μοιάζουν κάπως αστεία όταν χορεύεις με μια θηλιά στο λαιμό», του υπενθύμισα.
Δεν είχε κάτι να απαντήσει.
«Ο Ιωσήφ είναι καταζητούμενος όπως κι εσύ. Ίσως και σε λίγο χειρότερη θέση αφού περιμένουμε από μέρα σε μέρα να πέσει στον επανέλεγχο», μου εξήγησε η Άννα με ζεστή φωνή.
«Αυτός ο άνθρωπος ήταν ένας διεφθαρμένος καιροσκόπος και δε νομίζω οτι διορθώθηκε. Απλώς βρέθηκε απέξω με την αλλαγή της ηγεσίας...» άρχισα να λέω.
«Δείχνεις να με ξέρεις τόσο καλά», κορόιδεψε ο Α77.
«Σε ξέρω τόσο καλά», του ξεκαθάρισα.
«Περάσαμε μια διεφθαρμένη κατάσταση, η χώρα βυθίστηκε στη διαφθορά, πολλοί αναγκάστηκαν να βρωμιστούν... Όμως όλα αυτά θα αλλάξουν...» μουρμούρισε η Άννα.
Δεν κατάφερα να μη γελάσω.
«Είστε σίγουροι οτι εδώ είναι το σπίτι μου;» ρώτησα.
«Τι θα πει αυτό; Δεν ξέρεις πού είναι το σπίτι σου;» απόρησε ο Γιάν.
«Ρωτάω επειδή δεν ταιριάζω στο ντεκόρ... Μήπως τελικά αυτό είναι το σπίτι του Ιωσήφ; Και μήπως...» γύρισα προς την Κάσσι, είχε ματωμένο βλέμμα δεν τόλμησα να συνεχίσω.
«Είναι αναμενόμενο να φέρεσαι αψυχολόγητα μετά από όσα πέρασες αλλά υπάρχουν και κάποια όρια», είπε ο Γιάν.
«Δείξτα μου», τον προκάλεσα.
Και μετά, επειδή τίποτα δεν έγινε και κανένας δεν μου έδειχνε, αποφάσισα οτι ο Μήτσαμ έπρεπε να πάει μια βόλτα. Κοίταξα τριγύρω αλλά δεν τον είδα, κάπου στον κήπο θα κοπροσκύλιαζε. Βγήκα λοιπόν, τον έψαξα, δεν χρειάστηκε πολύ. Στη δεύτερη φορά που άκουσε το όνομά του ο Μήτσαμ κατέφθασε τρέχοντας με την ουρά σε υπερδιέγερση.
«Δεν πάμε καμιά βόλτα να ξεμουδιάσουμε;» του πρότεινα.
Άλλο που δεν ήθελε.
Άνοιξα την ξύλινη αυλόπορτα και βγήκαμε στο χορταριασμένο μονοπάτι, ο ήλιος ζέσταινε τις πλάτες μας όσο ακριβώς χρειαζόταν. Κλωτσούσα πέτρες και τις παρακολουθούσα να κατρακυλάνε ενώ ο Μήτσαμ αλαφιαζόταν από τον ξαφνικό θόρυβο.
«Θες λίγη δράση», του είπα.
Συμφώνησε χώνοντας τη μουσούδα του στις παλάμες μου. Πήρα λοιπόν ένα κομμάτι ξύλο και το πέταξα μακριά στα διπλανά χωράφια, ο Μήτσαμ έτρεξε όλο προθυμία να μου το φέρει πίσω. Έβαλα τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού και τον χάζευα όσο χανόταν μέσα στα φορτωμένα στάχυα ή έτσι μου έμοιαζαν τουλάχιστον –με σπαρμένα κατάφορτα στάχυα –είχαν ύψος πάνω από σαράντα πόντους κι ο Μήτσαμ βούταγε μέσα τους σα να ήταν ξέβαθη θάλασσα. Μια ξέβαθη κίτρινη θάλασσα.
Τώρα έτρεχε προς το μέρος μου κουνώντας το κεφάλι με το κομμάτι ξύλου σφηνωμένο ανάμεσα στα δόντια του. Τον περίμενα κρατώντας στην άκρη του ματιού μου το χωράφι με τα στάχυα, επειδή ήταν ένα, φαινομενικά, απέραντο χωράφι. Δεν έβλεπα συρματοπλέγματα σε καμιά του πλευρά. Έβλεπα όμως τα στάχυα να λυγίζουν αδικαιολόγητα, εφόσον δε φύσαγε κανένας αέρας. Ο Μήτσαμ άρχισε να τρίβει το κομμάτι ξύλου στο δεξί μου γόνατο. Κι εγώ έψαχνα γιατί λυγίζουν τα στάχυα –δεν μου πήρε πολλή ώρα να δω τα δυο ελικοφόρα. Κατέβαιναν σαν ξεκοιλιασμένες φάλαινες από τον καθαρό ουρανό, το γόνατό μου πόνεσε, έσκυψα, πήρα αφηρημένα το ξύλο από τα δόντια του Μήτσαμ. Τότε εκείνος άρχισε να με γρατζουνάει για να το ξαναπετάξω, ετοιμάστηκα, την τελευταία στιγμή κρατήθηκα, αλλιώς θα τον είχα στείλει γραμμή στους Σεκιούριτι που αποβιβάζονταν στη μέση του απέραντου χωραφιού.
«Πάμε σπίτι», του είπα και ξεκίνησα βιαστικά.
Ο Μήτσαμ με ακολούθησε.
Δεν χρειαζόταν τελικά να ειδοποιήσω κανέναν –όλοι είχαν βγει στην αυλή κι αγνάντευαν τα ελικοφόρα όταν έφτασα. Ο Μήτσαμ έτρεξε φοβισμένος και μπλέχτηκε στο φουστάνι της Κάσσι.
«Στα μπροστινά παράθυρα», έδειξε με μια κίνηση των ώμων του ο Γιάν.
Δίπλα του η Άννα ένευσε ανέκφραστα, μετά πήρε μαζί της την Κάσσι και χάθηκαν μέσα στο σπίτι.
«Τώρα τι γίνεται;» ρώτησα.
«Θα πιάσουμε τα μπροστινά παράθυρα και θα περιμένουμε», είπε ο Γιάν.
«Τι;»
«Να φύγουν οι γυναίκες. Και μετά θ΄αρχίσουμε να φεύγουμε εμείς, ένας-ένας....»
«Και τελευταίος....»
«Εγώ φυσικά», χαμογέλασε ο Γιάν.
Μπήκαμε στην τραπεζαρία του σπιτιού, σταθήκαμε δίπλα από τα παράθυρα κρυφοκοιτάζοντας. Οι Σεκιούριτι δεν φαίνονταν ακόμα. Άκουγα πίσω μου τις κουβέρτες να ξεδιπλώνονται αδειάζοντας όπλα, όταν σταμάτησε ο θόρυβος γύρισα να διαλέξω. Ο Α77 ήρθε δίπλα μου.
«Θυμάσαι καθόλου πώς είναι να πυροβολείς; Επειδή έχεις πάνω από 10 χρόνια να έρθεις σε επιχείρηση», σφύριξα χωρίς να τον κοιτάζω.
«Όλο βλακείες είσαι», αναστέναξε.
Χαμογέλασα ασυναίσθητα επειδή μου έμοιασε παιδιάστικη η αντίδρασή του. Λίγο ακόμα και θα πέρναγα τον Α77 για άνθρωπο, ευτυχώς συγκρατήθηκα. Διάλεξα ένα αυτόματο με εναλλασσόμενους γεμιστήρες, το σκέφτηκα λίγο καλύτερα, επειδή αν ήταν να αφήσουμε τελευταίο τον Γιάν θα έπρεπε αυτός να το κρατήσει τέτοιο όπλο. Αλλά σκέφτηκα οτι κανένας δε με ρώτησε για το πότε θέλω να φύγω και κανένας δεν θα μου υποδείξει, επιθεώρησα λοιπόν το αυτόματο και πήγα προς τα παράθυρα. Ο Α77 πήρε ένα εντυπωσιακό οβιδοβόλο. Ο Γιάν άρχισε να προσαρμόζει αορτήρες και θήκες πιστολιών πάνω του ενώ κρατούσε το βλέμμα καρφωμένο έξω από το κοντινότερο παράθυρο. Δεν χρειάστηκε να κουβεντιάσουμε για να διαλέξουμε θέσεις. Η Κάσσι με πλησίασε.
«Πρέπει να φύγεις», της είπα.
«Πρέπει πάλι να φύγω, δεν μπορώ συνέχεια να φεύγω», διαμαρτυρήθηκε εκείνη.
«Μακάρι να ήταν αλλιώς τα πράγματα», έκανα αφηρημένα.
«Τα πράγματα είναι όπως εμείς τα κάνουμε να είναι», την άκουσα να λέει κοφτά πίσω από τη γυρισμένη πλάτη της.
Ήταν λοιπόν δικό μου το λάθος. Γι΄αυτό προτίμησα να ασχοληθώ με τις ρυθμίσεις του αυτομάτου, είχα την πρόθεση να μην τα θαλασσώσω παντού. Όχι οτι κι αυτό ήταν εύκολο –βλέπεις, δεν μπορούσα να καταλήξω στην επιθυμητή απόσταση βολής. Θα τους χτυπούσαμε όταν εμφανίζονταν στο ξέφωτο ή θα τους αφήναμε να πλησιάσουν;
«Πότε ρίχνουμε;» ρώτησα χωρίς να πάρω τα μάτια μου από το παράθυρο.
«Μετά από μένα», απάντησε ο Γιάν.
«Κοντά ή μακριά;» επέμεινα να μάθω.
«Αδιάφορο», είπε ο Γιάν.
«Να ξέρω τη ρύθμιση...» διαμαρτυρήθηκα.
«Βάλτη στα 200 μέτρα».
«Αλλά τότε ότι χτυπάω πιο κοντά θα διαλύεται», είπα.
«Ακριβώς», συμφώνησε ο Γιάν.
Έκανα όπως μου είπε. Στην πίσω πλευρά του σπιτιού άκουγα τις γυναίκες που μάζευαν τα λιγοστά τους πράγματα. Άραγε υπήρχε κανένα όχημα εκεί πίσω; Και πού θα πήγαινε όλο αυτό; Η Κάσσι κουβάλαγε μέσα της ένα παιδί και ισχυριζόταν πως ήταν δικό μου, εγώ δεν θα έπρεπε να το δω αυτό το παιδί; Πράγμα που σήμαινε οτι έπρεπε να μείνουμε κι οι δυο μας ζωντανοί για 7 με 8 μήνες ακόμα –κάνω λάθος;
Δεν υπάρχει πιο τρομακτικός θόρυβος από εκείνον της κάνης όταν χτυπάει σε τζάμι. Τινάχτηκα ασυναίσθητα πίσω και είδα οτι ο Α77 είχε φέρει το οβιδοβόλο του τόσο μπροστά που λίγο ακόμα και θα έσπαγε το τζάμι. Βλαστήμησα.
«Γαμώ την τύχη μου».
Γύρισε να με κοιτάξει αλλά τον απέφυγα.
«Μην κάνεις καμιά σαχλαμάρα και πυροβολήσεις με κλειστό τζάμι», του είπα.
«Να είσαστε έτοιμες για όταν σας πούμε», φώναξε ο Γιάν κοιτάζοντας ακόμα έξω.
Οι γυναίκες από το πίσω μέρος του σπιτιού δεν του απάντησαν αλλά ήμουνα σίγουρος οτι τον άκουσαν. Και τότε αρχίσαμε να βλέπουμε τις στολές των Σεκιούριτι όσο πλησίαζαν παραταγμένοι σε σφιχτή γραμμή. Χαμογέλασα, έτσι ηλίθια που στήνονταν, στο τέλος θα ήταν παιχνιδάκι για όλους μας να διαφύγουμε.
«Φοβούνται», μουρμούρισε ο Α77.
Πήγα να τον βρίσω αλλά το μετάνιωσα επειδή είχε δίκιο. Ή έτσι έμοιαζε, οτι οι Σεκιούριτι μάς πλησίαζαν φοβισμένοι.
Και τότε έσκασαν οι πρώτες οβίδες, γκρεμίζοντας την περίφραξη του κήπου –ο Μήτσαμ άρχισε να ουρλιάζει. Έψαξα ασυναίσθητα να τον βρω έξω από το παράθυρο αλλά δεν τον είδα –μόνο τον άκουγα. Καινούργιες οβίδες φτιάξανε τρύπες δίπλα από τα οπωροφόρα της μπροστινής πρασιάς, καθόμουν και χάζευα πορτοκαλί μπαλίτσες να σκάνε στον αέρα με κάθε απότομο ξετίναγμα των δέντρων.
«Δεν θα προειδοποιήσουν;» αναρωτήθηκα.
«Θα το έκαναν αν υπήρχαμε», γέλασε ο Γιάν.
Κι αμέσως μετά έσκυψε δίπλα από το τζάμι. Κάναμε το ίδιο και σε λιγότερο από ένα λεπτό το καθιστικό του σπιτιού γέμισε κοφτερά κομμάτια γυαλιού, ήλιος και καπνός μπήκαν απ΄έξω. Ο Γιάν σηκώθηκε, σημάδεψε από το σπασμένο τζάμι, πυροβόλησε, ένας Σεκιούριτι έπεσε στο χώμα σφαδάζοντας. Έγινε μια μικρή ησυχία, οι Σεκιούριτι διέκοψαν την προέλασή τους περιμένοντας οδηγίες. Ο Γιάν πυροβόλησε ακόμα μια φορά, δεύτερος Σεκιούριτι βρέθηκε στο έδαφος να γυρνάει σα σκουλήκι κομμένο στη μέση. Κατάλαβα τι έπρεπε να κάνω.
Ξεπρόβαλα κι άρχισα να τους χτυπάω σαν καθιστές πάπιες σε προσομοίωση λούνα παρκ, τον καθένα χαμηλά, σημάδευα γόνατα και πετύχαινα κάπου στη βουβωνική χώρα, μέτρησα πέντε Σεκιούριτι κομμένους σχεδόν στη μέση.
Ο Α77 έκανε περισσότερη φασαρία αλλά παρατήρησα χαιρέκακα οτι ήταν λιγότερο αποτελεσματικός. Βέβαια κατάφερε να φυτέψει μια οβίδα σ΄έναν Σεκιούριτι και να τον μετατρέψει σε κρατήρα, αλλά...
«Τώρα, τώρα», φώναξε ο Γιάν.
Θόρυβος από το πίσω μέρος του σπιτιού, οι γυναίκες έφευγαν.
Ο Γιάν άλλαξε όπλο και άρχισε να ρίχνει κατά ριπάς. Περισσότερο για να κάνει φασαρία αλλά ακόμα κι έτσι ήταν εντυπωσιακά εύστοχος. Ο Α77 δεν προλάβαινε να γεμίζει το οβιδοβόλο. Κι εγώ σκέφτηκα να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία μπας και σκοτώσω κάποιον από τους διμοιρίτες ή κανέναν επικεφαλής τέλος πάντων.
Οι Σεκιούριτι άρχισαν να οπισθοχωρούν προσπαθώντας να καλυφθούν, αλλά ακόμα κι έτσι συνέχισαν τις ρίψεις οβίδων, το σπίτι ταρακουνήθηκε, η σκεπή του έτριξε επικίνδυνα. Αν συνέχιζαν σ΄αυτό το ρυθμό σύντομα θα μας έκαιγαν ζωντανούς. Άφησα λοιπόν τους μακροπρόθεσμους υπολογισμούς κι άρχισα να αδειάζω γεμιστήρες στο σωρό.
Είδα τον Γιάν και κοιτάζει το ρολόι του, ήξερα οτι υπολόγιζε το χρόνο για να φύγει ο επόμενος. Δέκα λεπτά συνήθως ήταν αρκετά. Οι Σεκιούριτι άρχισαν να ανασυντάσσονται εκεί έξω.
Ο Α77 είχε ξεθαρρέψει, εξακολουθούσε να πυροβολεί σχεδόν ακάλυπτος.
«Έλα πιο μέσα», του είπα.
«Προσωπικό ενδιαφέρον;» απόρησε.
«Είσαι μαζί μας κι αν σε πετύχουν θα μειωθεί η δύναμη πυρός μας κατά το 1/3», του ξέκοψα.
Τον άκουσα να χάσκει ειρωνικά κι ένιωσα πολύ γελοίος. Ευτυχώς εκείνη ακριβώς τη στιγμή διάλεξε ένας Σεκιούριτι να πλησιάσει τους τραυματίες που σφαδάζανε στον ανοιχτό χώρο, ήταν πολύ εύκολο να τον πετύχω και να τον κόψω στη μέση –βγήκα έτσι κι από τη δύσκολη θέση.
«Ήταν τραυματιοφορέας», παρατήρησε ο Α77.
«Ναι ήταν», συμφώνησα.
«Είναι ώρα για τον επόμενο», φώναξε ο Γιάν.
«Φύγε», είπα στον Α77.
«Και δε θα σε νοιάξει που η δύναμη πυρός θα μειωθεί κατά το 1/3;» κορόιδεψε.
Ο Μήτσαμ ούρλιαξε για μια ακόμα φορά, απροειδοποίητα, από την κρυψώνα του.
«Δεν το΄χω σε τίποτα να σου ρίξω», προειδοποίησα τον Α77.
«Κάντο τότε, τι περιμένεις;» αναρωτήθηκε.
Ήταν η σειρά μου να γελάσω περιφρονητικά.
«Θα φύγει κανείς σας;» αγανάκτησε ο Γιάν.
Οι Σεκιούριτι άρχισαν τότε να ρίχνουν βολές κατεδάφισης, έτσι όπως ήταν κρυμμένοι ρύθμιζαν τα οβιδοβόλα τους στη μικρότερη απόσταση, σημάδευαν ψηλά, έριχναν και μετά οι οβίδες επιβράδυναν στον αέρα κι έπεφταν κοντά μας. Οι πρώτες έσκασαν στον κήπο φτιάχνοντας ένα αδιαπέραστο τοίχος σκόνης. Ήταν θέμα χρόνου να πέσουν οι οβίδες τους μέσα στο σπίτι.
«Πάμε τώρα, πάμε όλοι μαζί», φώναξε ο Γιάν.
Είχε δίκιο φυσικά. Με το χαμό που γινόταν έξω ήταν η καλύτερη στιγμή να φύγουμε. Χωρίς να μας πει αδειάσαμε ότι είχαν τα όπλα μας έξω από τα παράθυρα κι αρχίσαμε να ξαναγεμίζουμε υποχωρώντας.
Προλάβαμε οριακά, επειδή, τη στιγμή που βγαίναμε από το καθιστικό γκρεμιζόταν ο μπροστινός του τοίχος. Η κουζίνα έμοιαζε κάπως ακατάστατη, φαίνεται οι γυναίκες σκέφτηκαν να φτιάξουν σάντουιτς για το δρόμο αλλά το μετάνιωσαν στη μέση.
«Είναι κλειδωμένη» ούρλιαξε ο Α77.
Δεν χρειαζόταν να γυρίσω προς το μέρος του, τον άκουγα να κοπανάει το πόμολο της πίσω πόρτας.
«Μια αριστερά δυο δεξιά», του είπα.
Διάβολε –αυτό έλειπε να μην ξέρω πώς ανοίγει η πόρτα της κουζίνας μου. Άκουσα ακατάσχετα στριφογυρίσματα και μετά τον Γιάν.
«Κάνε παραδίπλα», του είπε.
Δεν μπορούσα ακόμα να πάρω τα μάτια από την μπροστινή πρόσοψη του σπιτιού που διαλυόταν μέσα σε θορυβώδη σκόνη, όμως κατάλαβα οτι ο Γιάν άνοιξε την πόρτα της κουζίνας με κλωτσιά. Τους ακολούθησα, βγήκαμε μαζί στην πίσω αυλή.
«Έχει ένα άνοιγμα στο συρματόπλεγμα», είπε ο Γιάν.
Ένα άνοιγμα, τι άλλο; Τρέξαμε προς τα εκεί και φαινόταν ακόμα στα 100 με 150 μέτρα να αγκομαχάει φεύγοντας ένα ημιφορτηγό –οι γυναίκες. Τότε ακούστηκαν τα βήματα, τραχεία, απ΄αυτά που τσακίζουν χαμόκλαδα και λουλούδια, κάποιος φαίνεται οτι είχε βγει μπροστά στο ημιφορτηγό να του κόψει τον δρόμο.
«Κάτω, όλοι κάτω», σφύριξε ο Γιάν και χώθηκε πίσω από μια τσιμεντένια δεξαμενή. Ακολουθήσαμε. Και τότε, πρώτα το ένιωσα, μετά το είδα, αλλά ακόμα δεν ήμουν σίγουρος αν συνέβαινε στην πραγματικότητα. Ο Μήτσαμ έτρεχε γαβγίζοντας προς το άνοιγμα της περίφραξης αλλά εκεί ακριβώς στεκόταν ο άντρας που είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς να κόψει τον δρόμο του φορτηγού.
Τότε είδε το σκυλί.
Μαύρο, με σηκωμένο το τρίχωμα, κόκκινα μάτια. Το σκυλί τον είδε κι αυτό.
Γύμνωσε τα δόντια, στάθηκε στο άνοιγμα της περίφραξης και γρύλισε. Ο άντρας σήκωσε το πιστόλι. Σημάδεψε λίγο πιο χαμηλά από τη μουσούδα του Μήτσαμ.
Το σκυλί τινάχτηκε ξαφνικά κι άρχισε να τρέχει, ο άντρας αιφνιδιάστηκε, προσπάθησε να προσαρμόσει τη στόχευση αλλά το σκυλί πέρασε δίπλα του σαν τον αέρα και χάθηκε στην κατηφόρα ακολουθώντας το ημιφορτηγό.
Ανάσανα ανακουφισμένος.
Και χαμήλωσα το αυτόματο, ήμουν έτοιμος να σκοτώσω αυτόν τον άντρα. Ο οποίος τώρα πέρασε από πολύ κοντά μας χωρίς να παρατηρήσει τίποτα ύποπτο και κατευθύνθηκε προς την πόρτα της κουζίνας.
Τον αφήσαμε να μπει μέσα και μετά χωθήκαμε στο άνοιγμα του συρματοπλέγματος όσο πιο αθόρυβα γινόταν, επιφυλακτικά αρχίσαμε να απομακρυνόμαστε.
Όχι για πολύ.
Μπορεί να έχεις ξαναζήσει μια ιστορία παίζοντας και τους δυο ρόλους, τον κυνηγό και τον κυνηγημένο, στις δυο διαφορετικές εκδοχές της -αλλά αυτό δεν σημαίνει οτι δεν θ΄αλλάζουν και τα υπόλοιπα κομμάτια της ιστορίας; Εδώ έγινες από θύτης θύμα...
Ένα ελικοφόρο ήταν αραγμένο στην άκρη του δρόμου, απορούσα μάλιστα πώς τους είχε ξεφύγει το ημιφορτηγό. Μέχρι που είδα οτι οι Σεκιούριτι είχαν ακροβολιστεί στα πλαϊνά, δεν χρειάστηκε να περιμένω πολύ για ν΄ακούσω τους πυροβολισμούς τους.
«Μας έχουν κλεισμένους», κλαψούρισα.
«Ήρεμα», είπε ο Γιάν.
Οι σφαίρες είχαν ήδη ακινητοποιήσει το ημιφορτηγό.
«Πάμε», φώναξα. «Πάμε, θα στις σκοτώσουν».
«Η προοπτική είναι να σωθούμε όσο περισσότεροι γίνεται. Αν πάμε εκεί απλώς θα σκοτώσουν κι εμάς», παρατήρησε ο Γιάν.
«Άντε γαμήσου δεν έχω την ανάγκη σου», μούγκρισα οργισμένα.
Ήμουν έτοιμος να ξεκινήσω, αλλά μια προσπάθεια δεν έβλαφτε.
«Ιωσήφ, θα έρθεις μαζί μου;» ρώτησα τον Α77.
«Ναι, πάμε», είπε ήσυχα.
Τον κοίταξα με κάποια έκπληξη.
«Σήμερα θα πάμε ή άλλη μέρα;» γέλασε.
Ξεκινήσαμε να κατεβαίνουμε τον δρόμο σχεδόν τρέχοντας. Έβλεπα ήδη τους Σεκιούριτι να κάνουν κύκλο γύρω από το σταματημένο ημιφορτηγό, σκόπευαν να πάρουν κάθε δυνατή προφύλαξη πριν επιτεθούν.
Μπήκαμε στα χωράφια λίγο λαχανιασμένοι, τα παπούτσια μου θρυμμάτιζαν ξερό χώμα αλλά υπήρχε κάτι ακόμα. Το έδαφος...
«Το νιώθεις;» ρώτησα τον Α77.
«Κάτι έρχεται», είπε εκείνος.
Το έδαφος έτρεμε.
«Εκεί», είπα.
Φορτηγά, μια πομπή.
Δυο έστριψαν κι έρχονταν προς τη μεριά του κυκλωμένου ημιφορτηγού ενώ τα υπόλοιπα πήγαιναν κατά την μπροστινή πλευρά του σπιτιού μου. Όπλισα το αυτόματο.
«Δεν γλιτώνουμε», είπα στον Α77.
«Καλύτερα λοιπόν να κάνουμε πολλή φασαρία», απάντησε εκείνος.
Και έριξε μια οβίδα προς την πλευρά των Σεκιούριτι.
Δεν πέτυχε τίποτα περισσότερο από το να τους κάνει να σπάσουν τον κύκλο. Το ημιφορτηγό παρέμενε ακίνητο πάντως. Σημάδεψα κι αισθάνθηκα πολύ ωραία που είχα ακούσει τον Γιάν σχετικά με τη ρύθμιση του όπλου. Ήμουν έτοιμος να πυροβολήσω όταν είδα τους Σεκιούριτι να το βάζουν στα πόδια. Κοκάλωσα.
«Τι είναι αυτό πάλι;» απόρησα.
Ο Α77 μου έδειξε αμίλητος προς τα χωράφια, εκεί που τα δυο φορτηγά άδειαζαν άντρες πάνοπλους με πολύχρωμα ρούχα.
«Αυτό πρέπει να είναι οι δικοί μας», μου είπε.
«Οι δικοί μας», επανέλαβα σαν ηλίθιος.
Τους είδα να παρατάσσονται σαν κανονικό στρατιωτικό τμήμα σε σχηματισμό βεντάλιας, μια ομάδα 3-4 ατόμων έπαιρνε θέση και πυροβολούσε όσο η διπλανή της ομάδα φρόντιζε να προωθηθεί καλυπτόμενη σε καινούργιες θέσεις.
«Αυτοί είναι εκπαιδευμένοι», διαπίστωσα.
«Τι περίμενες δηλαδή;» απόρησε ο Α77.
«Εκπαιδευμένοι σα στρατιώτες», συνέχισα.
«Ε, σαν τι ήθελες να είναι εκπαιδευμένοι; Σα μπαλαρίνες;» ξεκαρδίστηκε ο Α77.
Μα η επανάσταση...
«Εντάξει κύριοι, όλα τελείωσαν», ακούστηκε η φωνή του Γιάν πίσω μας.
«Το ήξερες αυτό;» ρώτησα.
«Το είχα καταλάβει», απάντησε.
«Γι΄αυτό είπες οτι δεν θα ερχόσουν μαζί μας;» συνέχισα.
«Όταν είπα οτι δεν θα ερχόμουν το εννοούσα», απάντησε ξανά ο Γιάν.
«Και πότε το κατάλαβες δηλαδή οτι θα εμφανιζόταν το ιππικό;» απόρησα.
«Το ιππικό;» έκανε ο Γιάν.
«Τίποτα –μη δίνεις σημασία. Αυτά συνέβαιναν στις παλιές ταινίες... πότε κατάλαβες οτι θα έρθουν οι δικοί μας;» ξαναρώτησα.
«Όταν τον είπες Ιωσήφ», απάντησε ο Γιάν και έφυγε για να συναντήσει τους άντρες που είχαν στρώσει στο κυνήγι τους Σεκιούριτι.
Ο Α77 τον ακολούθησε χωρίς να βιάζεται.
Έμεινα πίσω.
Λιγότερα από 300 μέτρα με χώριζαν από τη γυναίκα μου κι από σένα που δεν είχες ακόμα γεννηθεί, αλλά πλέον ένιωθα σίγουρος οτι θα σε δω. Κοντοστάθηκα λοιπόν και πίεσα τον εαυτό μου να υποθέσει οτι το έκανα απλώς για να παρατείνω την απόλαυση της ανέλπιστης οικογενειακής επανένωσης.
Δεν ήταν αυτό όμως.
Κάποιοι με στρατολόγησαν σε μια επανάσταση χωρίς να πολυνοιαστούν για τη γνώμη μου. Μια επανάσταση που σου παρέχει σπίτι στην ύπαιθρο και γυναίκα και παιδί και φίλους καλούς. Όσο βέβαια είσαι διατεθειμένος να δεχτείς οτι η καλοτυχία μπορεί να αφορά και ανθρώπους που τελικά δεν την άξιζαν. Αλλά και ποιος αποφασίζει σχετικά με αυτό;
Πήγαινε κάτω, σε περιμένει η γυναίκα που κουβαλάει το παιδί σου.
Όσο δεν δεχόμουν να καθίσω στο ίδιο τραπέζι με τον άθλιο όλα πήγαιναν κατά διαβόλου. Όταν τον δέχτηκα εμφανίστηκε η σωτηρία.
Πήγαινε, πήγαινε, πήγαινε.
Στον άθλιο.
Στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στους φίλους σου.
Όπλισα το αυτόματο για κάθε ενδεχόμενο κι άρχισα να κατεβαίνω το δρόμο.

6 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

liontas είπε...

Έπρεπε να τον λένε Ιωσήφ;

(Παρακαλώ, μην απαντήσεις με "γυριστή". Αν "σ' έπιασα" απλά παραδέξου το, αλλιώς πες μου ότι κάνω λάθος)

The Motorcycle boy είπε...

Ναι, έπρεπε. Όλα έχουν το λόγο τους (ακόμα κι όταν δεν το έχω καταλάβει εγώ) αλλά εδώ σωστά μ΄έπιασες.

Υ.Γ.: Μου έβαλες την παράκληση και δεν μπόρεσα να κανιβαλίσω την απάντηση ρε μπαγάσα... χαλάλι σου όμως.

Kitty Kat είπε...

Απο που να αρχίσω...!
Α, ναι! Όπως είδες αποφάσισα να αφήσω τις 80ιές για λίγο, διαβάζοντας κάτι πιο καινούργιο, πράγμα το οποίο τελικά αποδείχτηκε μεγάλη μαλακία. Γιατί? Πολύ απλά, τώρα θα πρέπει να περιμένω κάθε πότε θα γράφεις τις συνέχειες! Που μάλλον σημαίνει, πως α)μου άρεσε β)μου άρεσε πολύ, γ) μου άρεσε τόσο ώστε να κολλήσω (δεν αναιρεί τα α + β αλλα λέμε).
Αρχικά βέβαια οταν διάβασα τον τίτλο "Κανείς δεν αγαπάει την φορολογική δικαιοσύνη" λέω να δείς βλακεία έκανα και πάτησα λάθος λίνκ χαχαχα αλλα οκ τον βρήκα τον δρόμο.
Και τώρα σοβαρά, είναι πολύυυυ καλό. Και σουρεαλιστικό και σκοτεινό(σκέψου πως κανονικά αυτά δεν μου αρέσουν) και ανατριχιαστικό. Έχει και κλασσικά εναν καθικιφιδικαιολιγωντιμουνοπανο, αλλα παρόλα αυτά συμπαθέστατο ήρωα, οπότε τι άλλο να ζητήσει κανείς!
Εν τω μεταξύ και η πλοκή τέλεια, εκει που λες όλα ωραία και καλά, την άλλη λες μπα δεν μπορεί τα βλέπει στον ύπνο του. Ρε μήπως είναι σχιζοφρενής? Μήπως έχει πεθάνει και έχει πάει στην κόλαση? και τέτοια. Γιατί εδώ που τα λέμε το σκηνικό πολύ κόλαση ρε παιδάκι μου (όχι οτι απέχουμε πολύ απο αυτό "Το μέλλον δεν έμοιαζε ποτέ τόσο κοντά" tag line στο poster της ταινίας). Ειδικά στο σημείο με τις σπηλιές και μετά απαπαπαπαπα, η τρίχα κάγκελο, μέχρι μια γρατζουνιά που είχα άρχισε να πονάει απο την ανατριχίλα.
Σε αυτό το τελευταίο κεφάλαιο δε, έπαθα και deza vu με τον σκύλο που έτρεχε στην κατυφόρα!!!
Τι άλλο? Αυταααααααά υποθέτω...άντε άντε αναμένω το επόμενο (δεν νομίζω να αργήσει..ε? ε? ε?).

Κατερίνα


ΥΓ: Μικρό μικρό σχόλιο! Δεν φταίω εγώ, ήμανε παιδί της θεωριτικής κατεύθυνσης.

ΥΓ2: Αυτόν γιατί τον λένε Άγριο? Και γιορτάζει των αγίων πάντων? Η΄του αγίου Αγρίου ανήμερα?

ΥΓ3: Χρωστάς και μια ιστορία για το όνομα του Γουίλιαμ Δράκου :P

The Motorcycle boy είπε...

Καλύτερη χρονιά από την περσινή σου εύχομαι Κατερίνα. Πώς την πάτησες εσύ κι άρχισες να διαβάζεις ιστορία που δεν έχει τελειώσει; Και βρήκες κι έπεσες σ΄αυτό το παλούκι που μου βγάζει τον Αντίχριστο κάθε φορά για να το συνεχίσω! Τέλος πάντων -θα το παλέψω να μη μείνει ένα (δυο) κλίκ πριν τον τερματισμό...

Χαίρομαι πάντως που λες για Κόλαση -εδώ και καιρό προσπαθώ να γράψω κάτι με Καθαρτήριο και Κόλαση. Χαίρομαι επίσης που σε ανατρίχιασαν οι σπηλιές, αν είδες τον τίτλο, είναι κεντρικές στην όλη ιστορία και δεν σκοπεύω να αναφερθώ άλλο σε αυτές -θέλω να μείνουν σαν εντύπωση.
Στις προοπτικές που δίνεις (όνειρο ή κατάβαση στην κόλαση) βάλε και το κυβερνοδιάστημα α λα Γουίλιαμ Γκίμπσον.

Τέλος να σου πω οτι κι εγώ αυτού του είδους τις ιστορίες (τύπου επιστημονική φαντασία) δεν τις γουστάρω καθόλου, ούτε καν τις διαβάζω. Φαίνεται λοιπόν οτι πρόκειται για μια ιστορία που ήθελε να γραφτεί από μόνη της.

Kitty Kat είπε...

Καλή χρονιά!!! (και ήμουν σίγουρη πως κάτι ξέχασα χτες, αλλά ήταν και 4 η ώρα). Ότι καλύτερο σου εύχομαι για το 2011! Σου έκανα και ποδαρικό στα σχόλια ή νομίζω? Λές να αποδειχτώ γκαντεμόσκυλο?? χαχαχα

Άσε και εγώ ακόμα αναρωτιέμαι πως την πάτησα ρε γαμώτο. Παίζει να νόμιζα πως κατα βάθος δεν θα μου αρέσει, οπότε δεν θα το τελείωνα και ποτέ. Πάντως δεν σε φοβάμαι εσένα, σιγά μη δεν το τελειώσεις!

Όσο για τις σπηλιές έχεις δίκιο. Καλύτερα να μείνουν σαν εντύπωση και να μείνει το ερωτηματικό για το τι ακριβώς ήταν εκεί, τι έγινε κλπ.
Cyberspace ε? Αυτό η αλήθεια είναι πως δεν μου είχε περάσει απο το μυαλό!!

Δηλαδή αν διάβαζες τέτοιου είδους πράγματα, τι θα έγραφες??? :P


Κατερίνα

The Motorcycle boy είπε...

Καλύτερη χρονιά -δε βαριέσαι... Αν η χρονιά έφτιαχνε με τις ευχές φέτος θα έπρεπε να κερδίσω το λαχείο κι εγώ και εσύ και όλοι μας!

Βασικά πριν ανοίξω μπλογκ δεν μπορούσα να τελειώσω ούτε μισή ιστορία οπότε μην το γελάς καθόλου, χεχεχεχεχε.

Από κυβερνοδιάστημα -εντάξει, έχω διαβάσει τον Νευρομάντη του Γκίμπσον που ήταν καταπληκτικός και τίποτα άλλο. Αν διάβασα κι άλλα ίσως να μπορούσα να γράψωφ μια κανονική κυβερνοϊστορία.

Ξέχασα να σου απαντήσω προηγουμένως -δεν ξέρω γιατί αυτόν τον λένε Άγριο, μόνος του το διάλεξε όταν έψαχνα για όνομα. Πάντως είναι κανονικό αρχαίο όνομα όπως ο Δημοσθένης και το Κλεομένης -δεν ξέρω όμως αν γιορτάζει, χαχαχαχαχα.

Υ.Γ.: Επειδή μπλέχτηκα με διάφορα έχω καιρό να γράψω οπότε ναι -είσαι το πρώτο σχόλιο του '11 και το δεύτερο. Για τρίτο, ποιος ξέρει πότε;

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι