Κυριακή, Μάρτιος 28, 2010

"Όλοι μου λένε να πάω μαζί τους, αλλά κανείς δεν με προσκαλεί"

Θα πρέπει να παραδεχτώ οτι ο πρώτος που ανακάλυψε το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ (από την παρέα μου –έτσι;) ήταν ο Παναγιώτης ο Κούστας. Στο μπλογκ του διάβασα οτι κυκλοφόρησε –τον θυμόμουν καλά τον Θόδωρο Παπαντίνα. Τον θυμόμουν επειδή συμμετείχε στην πρώτη κανονική συναυλία που είδα στη ζωή μου –ήταν Κυριακή πρωί, στο Παλαί της Γλυφάδας. Τα φιλαράκια μας οι Stress θα άνοιγαν τη συναυλία, μετά θα έπαιζε ο Σιδηρόπουλος με την Εταιρεία Καλλιτεχνών. Τελικά ο Σιδηρόπουλος δεν ήρθε –«για λόγους ανωτέρας βίας» είχε πει στο μικρόφωνο ο Παπαντίνας, αλλά δεν ήταν εκεί το θέμα. Η πρώτη μου κανονική ροκ συναυλία –τουτέστιν, εκεί που καθόμασταν καπνίζοντας σκάσανε 5-6 μυστήριοι με καμπαρτίνες, καπέλα, κάτι γκόμενες εντελώς σελιλόιντ, μείναμε μαλάκες! Αυτοί λοιπόν ήταν οι μυθικοί ρόκερς; Αυτοί ήταν η Εταιρεία Καλλιτεχνών. Που πλακώθηκαν σε κάτι μπλουζιές πανοραμικές και τρισδιάστατες, είδαμε το Μισσισιπή και φλέγεται και τον Μπλάιντ Λέμον Τζέφερσον να βλέπει καλύτερα από κουκουβάγια! Εντάξει, ήμασταν μαλακισμένα κωλόπαιδα και στήσαμε μερικούς καυγάδες εκεί πέρα, αλλά η συναυλία παραμένει για μένα θρυλική.

Μετά τον Κούστα, άκουσα για το ντοκιμαντέρ από μια φίλη μου (πολύ κινηματογραφική) –έτυχε να το δει κι από τότε κόλλησε. Λάτρεψε τον Παπαντίνα, έφαγε τον κόσμο να βρει το σιντί του, έφτασε μέχρι Μύκονο για να τον ακούσει σε κάποιο μπαράκι που έπαιζε...

Όλα αυτά ήταν σημαντικές ενδείξεις –για μένα.

Έτσι λοιπόν, τραβολόγησα την Tomboy για τον Μικρόκοσμο, εκεί μας περίμενε ο Κούστας που είχε ήδη δει δυο φορές (κολλητά) την ταινία κι ετοιμαζόταν να τη δει και τρίτη...



T 4 Trouble –μάγκες και φέρτε μαζί σας ανταλλακτικές κιλότες όταν πάτε να το δείτε, επειδή σίγουρα θα σας σπάσουν τα λάστιχα μέσα στη σκοτεινή αίθουσα.

Κάνω μια παρένθεση για να κλιμακώσω την αγωνία: όπως γνωρίζουν οι φίλοι μου λατρεύω να μισώ τη γενιά του ’70, αυτή τη γαμημένη γενιά του Πολυτεχνείου. Που μας έσπασε τ΄αρχίδια με τα ανδραγαθήματά της, που έζησε σε μια εποχή όπου τα ροδάκινα ήταν μεγάλα σαν καρπούζια και τα καρπούζια μεγαλύτερα από τα αστικά λεωφορεία. Αυτή λοιπόν η ταινία για τον Παπαντίνα μου θύμισε οτι, πέρα από το μίσος μου, η γενιά του ΄70 ήταν υπεύθυνη για μερικούς από τους μεγαλύτερους προσωπικούς μου μύθους. Χέσε το Πολυτεχνείο τώρα –μιλάμε για τα πραγματικά ζόρικα άτομα.



Διάβασα κάτι κριτικές σχετικά με την ταινία αυτή –όλοι σχεδόν οι θετικοί γράφανε περί ναρκισσισμού του Παπαντίνα, που τον οδήγησε στην αυτοκαταστροφή και άλλα τέτοια κολοκύθια τούμπανα. Εντάξει, τα άτομα δεν έχουν επαφή με το αντικείμενο και το αντικείμενο λέγεται «ροκ περσόνα». Πως λέμε Τζιμ Μόρισον; Κιθ Μουν; Μικ Τζάγκερ; Κιθ Ρίτσαρντς; Ίγκι Ποπ; Μπράιαν Τζόουνς; Έχεις ακούσει, κάτι σχετικό;

Λέγανε οι άνθρωποι που θυμόντουσαν τον Παπαντίνα στη Θεσσαλονίκη του ’70: «Όταν τον πρωτοείδαμε τρελαθήκαμε –τι ήταν αυτός; Λες και είχε έρθει από άλλο πλανήτη -ντύσιμο, συμπεριφορά... Σκεφτόμασταν πως αν τον ακολουθήσουμε θα βρούμε τον άλλο δρόμο... Πολλές γυναίκες έκαναν την προσωπική τους απελευθέρωση χρησιμοποιώντας τον Παπαντίνα...» Κατάλαβες τι εννοώ; «Το πήγε πολύ μακριά, αλλά φίλε, ήξερε να παίζει κιθάρα/ Κι όταν έκανε έρωτα με το εγώ του ο Ζίγκι ρουφήχτηκε από το ίδιο του το μυαλό/ σαν κάποιος λεπρός μεσσίας/ όταν τα παιδιά τον σκότωσαν έπρεπε να διαλύσω τη μπάντα». Κατάλαβες; «Ο Ζίγκι έπαιζε κιθάρα», μαλάκα.

Κι ο Μικ Ρόνσον επίσης. Κι ο Θόδωρος (Τέρρι) Παπαντίνας.

«Να παίζω κιθάρα, αυτό θέλω μόνο. Να είμαι με άλλους, να παίζουμε μαζί σε κάποιο μαγαζί, να περνάμε ωραία και μετά να περιμένω να πληρωθώ και να σηκωθώ να φύγω –να γυρίσω σπίτι μόνος μου, να μιλήσω με τις σκιές μου...»

Δε θέλω να γράψω πολλά για το ντοκιμαντέρ –επειδή δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο ντοκιμαντέρ. Αυτό το πράγμα είναι ταινία κανονική, με υπόθεση, πρωταγωνιστές, κομπάρσους, καλούς, κακούς, μαλάκες, συναίσθημα... Αυτό το πράγμα πρέπει να το στείλει ο Δημήτρης ο Αθυρίδης που το γύρισε, θα πρέπει λοιπόν να το κόψει σε ένα ντιβιντί και να το στείλει στον Αρονόφσκι για να του δείξει πως γυρίζεται μια ταινία για έναν ξεπεσμένο θρύλο. Επειδή ο Αθυρίδης ξέρει πως γίνεται και το απέδειξε –εντάξει;

Αλήθεια –ποιος είναι αυτός ο Αθυρίδης; Από που ξεφύτρωσε; Πως κατάφερε να φτιάξει την καλύτερη ελληνική ταινία (δεν είναι απλώς ντοκιμαντέρ αυτό) της τελευταίας δεκαετίας; Δεν ξέρω –το μόνο που ξέρω είναι οτι τα κατάφερε και μπράβο του.

Δεν θέλω να γράψω για όλα αυτά που δείχνει η ταινία –δεν θέλω να προδώσω την υπόθεση (ναι μάγκα μου –υπάρχει υπόθεση!), δεν θέλω να κάψω τις δυνατές σκηνές της αποκαλύπτοντάς τες.

Δανείστηκα μια φράση του Παπαντίντα για τίτλο, δανείστηκα μια κουβέντα του παραπάνω –θα δανειστώ κι άλλη μια φράση το στο κλείσιμο. Επειδή ο άνθρωπος ΜΙΛΑΕΙ κι αν μπορείς να τον ακούσεις είσαι τυχερός, αν δεν μπορείς είσαι απλώς κρετίνος.

Τι εννοώ; Πάρε μάτι:


«Βαρετός loser ροκάς

Το «Τ4 Τrouble Αnd Τhe Self Αdmiration Society- Τhe music and life of Τerry Ρapadinas» του Δημήτρη Αθυρίδη πραγματεύεται τον ασυμβίβαστο ροκά Θόδωρο Παπαντίνα, ο οποίος πήρε την κατιούσα λόγω της αυτοκαταστροφικής διάθεσής του. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς το γιατί. Ο 55άρης Παπαντίνας γκρινιάζει μπροστά στον φακό, κομπάζει για τις μοναδικές ικανότητές του (« δεν έπαιζα κιθάρα για τον Παύλο Σιδηρόπουλο• ο Σιδηρόπουλος τραγουδούσε για την κιθάρα μου»), ζητεί δανεικά, βρίζει τον αδελφό του που αδιαφορεί για την κατάντια του. Ενδεχομένως ο Παπαντίνας να είναι όντως ένας καλός παραγνωρισμένος μουσικός (ο Διονύσης Σαββόπουλος μιλά για αυτόν), αλλά δεν κατάλαβα τον λόγο για τον οποίο θα έπρεπε να με απασχολήσουν τα προβλήματά του. Αν ο Παπαντίνας ήταν η αφορμή για έναν γενικότερο σχολιασμό της ροκ σκηνής των 70s, η ταινία θα είχε κάποιο νόημα». Αυτά γράφει για την ταινία ο Γιάννης Ζουμπουλάκης –να προσθέσω παρενθετικά οτι στο ίδιο κείμενο, παραπάνω, αναφέρεται στον ηθοποιό Πουλικάκο σαν «εγγύηση» (εγγύηση τίνος πράγματος;) και παρακάτω ψιλοχύνει με το ντοκιμαντέρ «Νικαριά μου» -μιλάμε για τέτοιο ψαγμένο άτομο!

Λοιπόν –το περιστατικό που περιγράφει ο Ζουμπουλάκης, το διηγείται μια παλιά γκόμενα του Παπαντίνα και έχει ως εξής: «Έξω από το μαγαζί ήταν ακόμα κόσμος και λεει μια κοπέλα ‘αυτός είναι ο Παπαντίνας που έπαιξε με τον Σιδηρόπουλο’ και γυρνάει ο Θόδωρος και της απαντάει ‘μωρή ελεεινή –ο Σιδηρόπουλος έπαιξε με το συγκρότημα του Παπαντίνα’!» Όσοι έτυχε να δουν τον Σιδηρόπουλο εκτός σκηνής θα αναγνωρίσουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά και των δυο τους στον τρόπο συμπεριφοράς (απλά ο Σιδηρόπουλος είχε κάποιους να τον κρατάνε για να μη διαλυθεί, ενώ ο Παπαντίνας όχι). Όσοι έχουν μια, έστω, μικρή επαφή με το ροκ, θα εκστασιαστούν από τη γνωριμία τους με τον Παπαντίνα. Όσοι πάλι, είναι βαρετοί ηλίθιοι δημοσιογράφοι, θα συμφωνήσουν με το άρθρο του Ζουμπουλάκη.



Επειδή το ροκ δεν είναι για όλους –συμβαίνουν αυτά τα πράγματα, πώς να το κάνουμε; Εγώ λάτρευα κάτι κωλόπαιδα πρεζάκηδες που «έζησαν γρήγορα, πέθαναν νέοι, για να κάνουν ωραίο κουφάρι», άλλοι πάλι τους θεωρούσαν μαλάκες και ξοδεμένους . «Βαρετούς losers» που λέει κι ο Ζουμπουλάκης. Εμένα με γοήτευσε το σύνθημα: «Γεννηθήκαμε για να χάνουμε –όχι για να διαπραγματευόμαστε». Άλλοι «δεν καταλαβαίνουν το λόγο γιατί θα έπρεπε να τους απασχολούν όλα αυτά». Σωστοί –αλλά τότε γιατί ασχολούνται με πράγματα που δεν καταλαβαίνουν; Πήγα εγώ να γράψω για τον «ιδιαίτερο τρόπο σκέψης της Ικαρίας»; Δεν πήγα!

Κι αν ασχολήθηκα κάπως με το κείμενο του Ζουμπουλάκη είναι γι΄αυτή τη φράση: «κομπάζει για τις μοναδικές του ικανότητες». Όποιος δει την ταινία θα καταλάβει οτι απαιτείται τεράστια δόση κρετινισμού, αχαλίνωτη ξεδιαντροπιά και αναισθησία επιπέδου οικοδομικής τσιμεντοκολώνας για να γράψεις μια τόσο μεγάλη μαλακία.

Να κλείσω με μια ακόμα φράση του Παπαντίνα, την οποία λεει μετά το τέλος της ταινίας αναφερόμενος σε έναν πρεζέμπορο αλλά και πρεζόνι ταυτόχρονα: «Άμα είσαι άρρωστος, έχεις πελάτη τον εαυτό σου». Ξέχνα την πρέζα κράτα μόνο την αρρώστια –σκέψου το γενικότερα αυτό.

Τετάρτη, Μάρτιος 24, 2010

"Θα έπρεπε να σε είχα σκοτώσει χτες"

Λοιπόν –ξέρεις κάτι; Σήμερα έχω καλά νέα! Δηλαδή, από χτες τα διάβασα –αλλά μου είχαν φανεί κάπως εξωπραγματικά, θα μου πεις -αυτή την εποχή η πραγματικότητα είναι πιο γλιστερή κι από πεζοδρόμιο έξω από μπαρ, πιο βρωμερή κι από χρησιμοποιημένο σώβρακο... Τέλος πάντων –θα ξαναγυρίσω στα καλά νέα.

Κύριοι και κύριοι, από χτες επιτρέπεται η νουμεράδα βάσει δικαστικής απόφασης! Τι είναι αυτό ε;

Οι ξακουστοί Hell’s Angels –ήταν οι πρώτοι που έδωσαν όνομα στο συγκεκριμένο κόλπο, το έλεγαν «makin’ a new mama». Το σκηνικό γινόταν ως εξής: ένας Άγγελος, σχετικά ομορφάντρας, την έπεφτε σε κάποια ξέμπαρκη κοπέλα στο μπαρ ή στις υπαίθριες συγκεντρώσεις τους. Η κοπέλα-θύμα ποτιζόταν με τίποτα μπύρες, χαπακωνόταν αν ήταν ανάγκη, ερχόταν κάποια χαλαρότητα ρε παιδί μου. Μετά ο ομορφάντρας Άγγελος τράβαγε την κοπέλα κάπου μοναχικά (λέμε τώρα!) όπου άρχιζαν οι περιπτύξεις. Όταν άναβαν τα αίματα, σκάγανε και οι υπόλοιποι Άγγελοι πηδάγανε την κοπέλα, ο καθείς με τη σειρά του (ή το νούμερό του). Όταν τελείωναν, είχαν μια καινούργια mama της οποίας καθήκον ήταν να περιποιείται τα μέλη του κλαμπ. Αλλά οι Αμερικάνοι (συντηρητικοί και στενόμυαλοι) αυτό το πράγμα το απαγορεύανε –το θεωρούσαν ομαδικό βιασμό –άκου να δεις!

Στην Ελλάδα το έθιμο πρέπει να άκμασε στον Εμφύλιο (με θιασώτες και στις δυο πλευρές) –εγώ πάντως το θυμάμαι σαν αιτία τρομερών μαχαιρωμάτων και αιματηρού ξύλου όταν ήμουνα πιτσιρικάς. Βλέπεις, εκείνη την εποχή η νουμεράδα είχε σκοπό τον εξευτελισμό. Είτε της κοπέλας που την ανεχόταν, είτε της παρέας της, είτε του γκόμενού της ή του αδερφού της. Γι΄αυτό άλλωστε και η νουμεράδα ήταν το ένα από τα δυο αγαπημένα σπορ των χουλιγκάνων.

Χρειάζεται να γράψω οτι η νουμεράδα είναι βιασμός; Χρειάζεται να εξηγήσω πως ΚΑΜΙΑ γυναίκα δεν έχει όρεξη να την πηδάνε ένα κάρο μαντραχαλάδες στην άκρη του δρόμου, ή σε ερημικές τοποθεσίες, ή σε μια βρώμικη τουαλέτα; Εκτός αν αυτή η γυναίκα έχει το ακαταλόγιστο (αλλά και τότε βιασμός είναι –ή τουλάχιστον ήταν). Μην με παρεξηγήσεις, δεν έχω τίποτα με τις παρτούζες και τα οποιαδήποτε γούστα του κάθε ανθρώπου. Επίσης δεν βρίσκω κανένα λόγο να διαφωνήσω με το ζευγάρι που πηδιέται ΟΠΟΥ βρει. Αλλά η νουμεράδα είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα –έγινα κατανοητός;

Και είναι νόμιμη –με απόφαση δικαστηρίου!

Το αποφάσισε το δικαστήριο της Χαλκίδας –σχετικά με εκείνη την υπόθεση που συνέβη στο σχολείο της Αμαρύνθου πριν 3 χρόνια, αν θυμάσαι. Τότε που 4 μαθητές έκαναν κατάσταση (δεν βίασαν, σύμφωνα με το δικαστήριο) με μια συμμαθήτριά τους από τη Βουλγαρία στις σχολικές τουαλέτες και 2 άλλες κοπέλες τραβούσαν βίντεο! Η μια κοπέλα μάλιστα ήταν αδερφή ενός από τους γαμίκουλες. Μιλάμε για πολύ προχώ καταστάσεις, έτσι;
Να επισημάνω κάποιο αστείο εδώ πέρα. Για τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου η δίκη γίνεται (δεν γίνεται δηλαδή –αλλά τέλος πάντων) στην Άμφισσα, λόγω του ότι στην Αθήνα υπάρχει διαμορφωμένο κλίμα το οποίο μπορεί να επηρεάσει τους δικαστές στις αποφάσεις τους, υπάρχει και φόβος επεισοδίων. Αλλά η δίκη για τον βιασμό της Αμαρύνθου γίνεται ακριβώς δίπλα στον τόπο του συμβάντος κι ας έφαγαν ξύλο από τους χωρικούς οι διαδηλωτές που πήγαν εκεί λίγες μέρες μετά το γεγονός. Καθότι η Αθήνα είναι ένα χωριό όπου όλοι επηρεάζουν όλους, ενώ η Χαλκίδα είναι κάτι σαν τη Νεά Υόρκη –άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, νομίζω;

Αποφάσισε λοιπόν το δικαστήριο ότι όντως υπήρξε σεξουαλική επαφή, αλλά αυτή συνέβη με τη θέληση της μαθήτριας! Με απλά λόγια, πήγε η κοπελίτσα, 10 η ώρα το πρωί στο σχολείο, στήθηκε έξω από την πόρτα της τουαλέτας και άρχισε τα «όσοι πιστοί προσέλθετε»! Και δεν είχε κανένα πρόβλημα –απλά, όταν κατάλαβε οτι άλλες μαθήτριες την τραβάνε με κινητό, τα πήρε στο κρανίο και απείλησε οτι θα κάνει καταγγελία για βιασμό! Άκου τώρα και τη συνέχεια –οι οπερατέρ μαθήτριες το σβήσανε επιτόπου το βίντεο, όμως άδικος κόπος. Η καταγγελία έγινε.
Κάπως χαζές οι οπερατέρ μαθήτριες ε; Αφού τραβάγανε συναινετικό σεξ, τι τους ήρθε και το σβήσανε; Ούτε να τους κατηγορήσει η άλλη θα μπορούσε, ούτε τίποτα! Τι άμυαλα παιδιά –να μη δουν το συμφέρον τους!

Έχει κι άλλα όμορφα πράγματα η όλη υπόθεση –πρόσεξε:
-Οι κατηγορούμενοι έχουν κάνει μήνυση στη μαθήτρια, επειδή τους εξέθεσε και τους συκοφάντησε.
-Οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης εστιάστηκαν στο γεγονός οτι η κοπελίτσα από τη Βουλαρία «ήταν αριστούχος μαθήτρια αλλά εκείνη την περίοδο είχε αλλάξει, είχε μπλέξει με εξωσχολικούς και φερόταν περίεργα»!
-Διάβασα επίσης παρατηρήσεις εμπλεκομένων σχετικά με το γεγονός οτι η μητέρα της κοπελίτσας δεν ερχόταν στο τέλος στη δίκη, «μάλλον είχε καταλάβει οτι κάτι πήγαινε στραβά στην υπόθεση»!
-Διάβασα φασιστικά σάιτ να πανηγυρίζουν με την απόφαση του δικαστηρίου.
-Διάβασα στο ιντιμήντια κάποιο άτομο να υποστηρίζει οτι ήταν κοντά στο περιστατικό και «3 πίπες ήταν η όλη υπόθεση». Διάβασα άλλους να υποστηρίζουν πως η όλη υπόθεση στήθηκε για να χτυπηθούν οι μαθητικές καταλήψεις.

Διάβασα πολλά και προβληματίστηκα. Μήπως τελικά είμαι μαλάκας; Μήπως έχω κολλήματα; Στερεότυπα; Τσίχλα στο μυαλό, τσίμπλα στο μάτι;

Επειδή δεν συμμερίζομαι καθόλου τις απόψεις τους αν θες να ξέρεις. Δεν μπορώ να δεχτώ οτι μια γυναίκα (πόσο μάλλον ένα κοριτσάκι 15 χρονών!) έκανε όλο αυτό το πράγμα με τη θέλησή της. Εντάξει, το ξανάπα και το διάβασα στην κατάθεση της κοπελίτσας. Η οποία παραδέχτηκε οτι ήταν ερωτευμένη με κάποιο συμμαθητή της και πήγαν μαζί στην τουαλέτα, όπου πλάκωσαν μετά από λίγο οι κανίβαλοι.

Αλλά το παραμύθι οτι φοβήθηκε επειδή την τράβηξαν βίντεο και επέλεξε να καταγγείλει βιασμό ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ, αυτό δεν τρώγεται. Δηλαδή κώλωσε μην την ξεφωνίσουν και αποφάσισε να μπει στη διαδικασία καταγγελίας που είναι το υπέρτατο ξεφώνημα, ειδικά για τις μικρές κοινωνίες; Σα να μην έστεκε καθόλου καλά στα μυαλά της η κοπελίτσα –αλλά, ακόμα κι έτσι, βιασμός λέγεται η πράξη ρε γαμώτο.

Σε κάποιες περιπτώσεις ομαδικών βιασμών (όταν «φτιάχνανε καινούργιες μανούλες») οι Άγγελοι της Κόλασης την έβγαζαν καθαρή. Επειδή τα θύματα δεν είχαν ίχνη βιασμού –εκεί ακριβώς είναι το κόλπο. Αν ο βιασμός ξεκινήσει μετά από συναινετικό σεξ δύσκολα ανιχνεύεται.

Τρία ζήτω λοιπόν στους Αγγέλους και μπράβο στους αδέκαστους δικαστές της Χαλκίδας. Με κάτι τέτοιες αποφάσεις, η Ελλάδα θα ξαναγίνει τουριστικός παράδεισος.

Υ.Γ.: Ο τίτλος του κειμένου είναι γνωστό σύνθημα των Hell’s Angels και τον έβαλα γιατί έτσι.

Δευτέρα, Μάρτιος 22, 2010

"Αυτές οι καλύτερες μέρες"

Θα πρέπει να παραδεχτώ οτι τον ξαναθυμήθηκα για χάρη της κόρης μου. Βλέπεις, είναι ατέλειωτες οι ώρες στο μποτιλιαρισμένο αυτοκίνητο όταν πρέπει να μεταφέρεις ένα παιδί από τη μια άκρη της Αθήνας στην άλλη (άκρη του Πειραιά) και η μουσική σπρώχνει κάπως τον χρόνο να περάσει. Μη έχοντας σε υπόληψη το ραδιόφωνο (μόνο ειδήσεις και αθλητικά ακούω –εφόσον εκεί πέρα έχουν σταματήσει να βάζουν κανονική μουσική), αναγκάστηκα να ψαχουλέψω τα σιντί μου πριν 3 χρόνια. Μετά από μπόλικα αποτυχημένα πειράματα καταλήξαμε οτι, πατέρας και κόρη, θα μπορούσαμε να συμβιβάσουμε τα μουσικά μας ακούσματα μονάχα σε έναν καλλιτέχνη κι έτσι ο Λουκιανός Κηλαηδόνης απέκτησε μια από τις νεαρότερες φανατικές του θαυμάστριες. Η μικρή έμαθε κάμποσα τραγούδια του απέξω κι ακόμα και σήμερα (που τα αγγλικά τής επιτρέπουν να διευρύνει τη γκάμα ακουσμάτων της) είναι κάμποσες οι φορές που μου προτείνει μέσα στο μποτιλιάρισμα: «βάλε λίγο Λουκιανό να τραγουδήσουμε μαζί!» Δυστυχώς, με το «μαζί» δεν εννοεί εκείνη και τον Λουκιανό...

Εν ολίγοις ο Κηλαηδόνης περνάει ακόμα άνετα στα πιτσιρίκια –μεγάλη του μαγκιά, όσο να πεις! Επειδή νομίζω οτι ο Κηλαηδόνης περνάει σχεδόν σε όλους! Αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να διασκευαστεί -κι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος ύπαρξης του παρόντος κειμένου. Γίνομαι συγκεκριμένος.

Πριν κάτι χρόνια πήγα να δω τον Φοίβο Δεληβοριά στο ΖΟΟΜ. Καταλαβαίνεις τώρα οτι για να μπω εγώ σε αυτό το άνδρο της μελό φιοριτούρας με τα πανάκριβα ποτά σημαίνει πως έχω σε κάποια εκτίμηση τον Δεληβοριά (και όντως, έτσι είναι). Δημιούργησε αυτό το ατομάκι πολλά ωραία τραγούδια και δυο-τρία καταπληκτικά, εντάξει, δεν είναι κοντά στο δικό μου αγαπημένο στυλ μουσικής (έχω κάπως πιο κλασσική παιδεία –αυστηρά δωδεκάμετρη και με απαραίτητη τη χρήση ντιστόρσιον) αλλά τέλος πάντων είναι ωραίος ο Φοίβος. Πιάνει λοιπόν σε μια στιγμή να διασκευάσει το «Ένα γουρούνι λιγότερο» του Κηλαηδόνη! Μετά το τέλος της (κυριολεκτικής) εκτέλεσης του τραγουδιού σηκωθήκαμε και φύγαμε κακήν κακώς –προσωπικά, βλαστημούσα την ώρα και τη στιγμή που έσκασα τα ωραία μου λεφτά για να δω αυτό το πράγμα. Από τότε δεν ξαναπήγα στον Δεληβοριά...

Πριν κάτι μέρες πετύχαμε, μαζί με την κόρη μου, τη διασκευή του «Ύμνου των μαύρων σκυλιών» από τους ΟΝΕΙΡΑΜΑ –ξεράσαμε αμφότεροι. Κάτι ιδέες που είχε η κόρη μου να δει το συγκεκριμένο συγκρότημα (αν το πετυχαίναμε πουθενά δωρεάν) της γύρισαν σε πλήρη απαξίωση.

Γιατί λοιπόν δεν διασκευάζεται με τίποτα αυτός ο άτιμος ο Κηλαηδόνης; Η εύκολη απάντηση είναι οτι όσοι το προσπάθησαν διακατέχονταν από καλλιτεχνική υπεροψία, αντιμετώπισαν το όλο θέμα με στυλ «έλα μωρέ, δυο συγχορδίες είναι εκεί πέρα και κάτι στιχάκια –εμείς έχουμε παίξει παπάδες!» Και λόγω αυτής τους της υπεροψίας επέλεξαν δυο από τα τραγούδια στα οποία ο Κηλαηδόνης στριφογυρίζει ύπουλα τη φαλτσέτα της απαξιωτικής ειρωνείας –όσο νομίζεις οτι ανταλλάσσετε χειραψία, εκείνος σου έχει ήδη κόψει τις φλέβες. Σαν τους ποδοσφαιριστές του Παναθηναϊκού που μπήκαν χτες βράδυ να πατήσουν τους κουρελιασμένους ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού κι αγχώνονταν όσο πέρναγε η ώρα και το ταμπλό δεν έγραφε 3-4 γκολάκια, έτσι και οι παραπάνω διασκευαστές. Δεν καταδέχτηκαν μια αξιοπρεπή διασκευή σε κάποια νοσταλγική ευκολούρα του Λουκιανού –πήγαν κατευθείαν για θρίαμβο, με αποτέλεσμα να την πατήσουν άσχημα. Επειδή, αντί για 4-0 το ταμπλό έγραψε στο τέλος 0-1 κι αντί για την καλλιτεχνική αποθέωση των διασκευαστών, το ταμπλό έγραψε «είσαστε τυχεροί που δεν έχουν ωριμάσει ακόμα οι ντομάτες!»

Η πρώτη μου επαφή με τον Κηλαηδόνη ήταν από σπόντα –εκεί κάπου στις αρχές του ’80 όταν ο Ράλλης παραληρούσε στη Βουλή: «δεν είναι δυνατόν να χρηματοδοτούμε τα πανεπιστήμια για ν΄ακούνε εκεί μέσα οι φοιτητές Κηλαηδόνη!» Τον Ράλλη τον έκοβα για εντελώς γελοίο άτομο, άρα αυτός ο Κηλαηδόνης θα πρέπει να ήταν, εκ προοιμίου, σωστός! Όταν έβγαλα την Τρίτη Λυκείου (έχοντας ακούσει όλα κι όλα δυο –τρία τραγούδια του) κανόνισα να κοιμηθώ στο σπίτι κάποιου κολλητού μου κι έτσι βρέθηκα στο Πάρτυ της Βουλιαγμένης. Ήταν όλα εκεί πέρα πολύ εντυπωσιακά, μυθικά –μη φανταστείς τίποτα Γούντστοκ ή παρόμοιες παπαριές που γράφτηκαν από τότε κατά κόρον! Το ανεπανάληπτο της νύχτας εκείνης ήταν η διάθεση για σκανταλιές –πολύς κόσμος και πολλοί μουσικοί στην πλωτή εξέδρα, όλοι τους πρόθυμοι να κάνουν σκανταλιές! Πολλά παιδιά που το είχαν σκάσει από τα σπίτια τους, πολλά συνωμοτικά κλεισίματα ματιών, κάτι ξέραμε όλοι μας, αυτό που δεν ξέραμε (και δεν μας ένοιαζε κιόλας) είναι αν το «κάτι» ήταν ίδιο για όλους. Μια όμορφη νύχτα που ακολουθήθηκε από πολλές «Νύχτες καταστροφής».

Ο Κηλαηδόνης ανήκει στην καταραμένη γενιά του ’50 –τη μοναδική, κατά τη γνώμη μου, τραγική γενιά του σύγχρονου κόσμου. Πρόκειται για παιδιά που μεγάλωσαν κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, έπαιξαν μπάλα σε ναρκοθετημένες γειτονιές, είχαν για ρουτίνα τις αντιαεροπορικές σειρήνες και ήξεραν να ξεχωρίζουν τον ήχο του πολυβόλου Μπρεν. Λοιπόν νομίζω οτι από τη στιγμή που θα μάθεις να παίζεις μπάλα δίπλα στους σκοτωμένους τίποτα δεν είναι ικανό να σου σκοτώσει την παιδικότητα. Ο άνθρωπος αντιδρά στη φρίκη σκάβοντας χαρακώματα –στις πρώτες γραμμές οι στενοί φίλοι, όλοι εκείνοι στους οποίους βασίζεται, στο κέντρο μέσα στο βαθύτερο όρυγμα ο ίδιος του ο εαυτός, ερμητικά προφυλαγμένος. Σαν εκείνη την ταινία με τον κυνηγημένο εβραίο που κρύβεται στο υπόγειο για χρόνια πολλά κι όταν βγαίνει έξω έχει τελειώσει ο πόλεμος αλλά εκείνος έχει μείνει πίσω –κάπως έτσι βγήκαν στον μεταπολεμικό κόσμο οι νέοι της δεκαετίας του '50. Στην Αμερική εμφανίστηκε το κίνημα των μπήτνικ, στην Ευρώπη μεσουράνησαν οι υπαρξιστές και στην Ελλάδα...

Στην Ελλάδα έπεφτε το ξύλο αβέρτα από τους αστυνόμους κι αυτό οδήγησε πολλούς από εκείνη τη γενιά σε μια ιδιότυπη παρανομία. Έγραφε κάπου ο Χάντερ Τόμσον πως «στις εποχές όπου σχεδόν τα πάντα απαγορεύονται, το πέρασμα στην παρανομία είναι μοιραίο για πολύ κόσμο και οι παράνομοι μοιάζουν όλο και περισσότερο γοητευτικοί για τους υπόλοιπους». Αυτό ακριβώς συνέβη στη γενιά του ’50. Ο Κηλαηδόνης ήταν από τα «παιδιά της Κυψέλης», ο Νικολαϊδης ανήκε στην «παρέα του Γκριν Παρκ», μαζί με τη Γώγου και άλλους πολλούς –η Αθήνα ήταν μικρή και έβραζε κατά τόπους. Οι τεντυμπόηδες του κέντρου αρνούνταν να συρθούν στις διαδικασίες παραγωγής, θεωρούσαν (και με το δίκιο τους) οτι ο κόσμος τους χρωστάει τη χαμένη παιδικότητά τους, συνέπλεαν με την Αριστερά ευκαιριακά (όταν η κατάσταση πήγαινε για χοντρό χαβαλέ) και έφευγαν γρήγορα όταν τα πράγματα γίνονταν δυσκοίλια. Με αποτέλεσμα να βρεθούν απέναντι κι από τους καθεστωτικούς χωροφύλακες και από τους ημιπαράνομους του ΚΚΕ.

Να σου δώσω ένα απλοϊκό παράδειγμα –κατέβασα τις προάλλες τα επεισόδια ενός σήριαλ που έβλεπα πιτσιρικάς μετά μανίας. Για όποιον το θυμάται, μιλάω για το θρυλικό Happy Days όπου κυκλοφορούσε ο γίγαντας Φόνζι Φονζαρέλι. Εντάξει, «το σήριαλ αμερικάνικο και πολύ προπαγανδιστικό του εκεί τρόπου ζωής» (θα έλεγε κάποιος οπαδός του Λαξατόλ και του Αντόρνο). Όμως κάθε καλόπιστος θεατής εύκολα θα διακρίνει, ακόμα κι εκεί μέσα δυο, μουσειακά πλέον, χαρακτηριστικά της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το πρώτο ονομάζεται αθωότητα και το δεύτερο παιδικότητα. Η δική μου γενιά, του ’80, είχε παρόμοιες κατευθύνσεις δράσης με τη γενιά του ’50 αλλά η αθωότητα και η παιδικότητα δεν υπήρχαν πλέον. Με αποτέλεσμα να μην είμαστε καταραμένη και τραγική γενιά σαν εκείνους –εμείς ήμασταν απλώς γελοία και γραφική γενιά. Οι μικρές διαφορές κάνουν τις μεγάλες διαφοροποιήσεις –σωστά;

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης ήταν ένα από τα «Κουρέλια που τραγουδάνε ακόμα» -απλά, έτυχε να ανήκει σε παρέα άλλης γειτονιάς, γι΄αυτό και δεν εμφανίστηκε στον επιτάφιο της συγκεκριμένης γενιάς που έβγαλε το 1979 ο Νίκος Νικολαϊδης. Άλλωστε, εκείνη ακριβώς τη χρονιά ο Λουκιανός συνιστούσε «Ψυχραιμία παιδιά!» και υπερασπιζόταν τον δικό του αποκλεισμό με την «Παρέα»: «Σήμερα όπως κάθε βράδυ είπα στους δικούς μου ΄γεια’/ κι έφυγα μες το σκοτάδι για να συναντήσω τα παιδιά/ ήταν όλοι μαζεμένοι και γελούσαν από χτες/ που ΄γινε ξανά ληστεία και την κοπανίσαν οι ληστές». (Περιέργως, αυτό είναι και το αγαπημένο τραγούδι της κόρης μου –κάποια σύνδεση πρέπει να υπάρχει αλλά μου διαφεύγει).

Θες και μια ακόμα περίεργη σύμπτωση; Το 1975, ο Νικολαϊδης σκηνοθετεί την «Ευριδίκη ΒΑ 2037» χρησιμοποιώντας στον τίτλο, τον αριθμό του αυτοκινήτου του. Το 1986 ο Κηλαηδόνης κυκλοφορεί τον δίσκο «Τραγούδια για κακά παιδιά» και βάζει μέσα το κομμάτι «ΒΗ 4530»:

«Σάββατο βράδυ, μόλις έχει συμβεί/ Το νιώθεις, το ξέρεις, αλλά δε το ‘χεις δει/ Τ’ αμάξι κομμάτια και ‘συ προσπαθείς/ Πως έγινε, να φανταστείς/ Και γύρω σου, κόσμος που μαζεύεται αργά/ Σε δείχνουν και μιλάνε σιγά/ Και μες στο σκοτάδι, μια λάμψη θαλασσιά/ Απίστευτη, τόση μοναξιά/ Ο ήχος από τα φρένα και ένα χτύπημα μετά/ Μικρές σταγόνες αίμα και σπασμένα γυαλιά/ Τα φώτα αναμμένα, η μποτίλια σου πιο ‘κει/ Στο ράδιο, απαλή μουσική/ Απέραντοι κύκλοι και λόφοι από ψηλά/ Έρχονται και φεύγουν απαλά/ Ζεστά μεσημέρια, σε μιαν ακρογιαλιά/ Σκοτάδι, λαμαρίνες και γυαλιά/ Σάββατο βράδυ, μόλις έχει συμβεί/ Το νιώθεις, το ξέρεις, αλλά δε το ‘χεις δει/ Απλώνει η βενζίνη, τη γλυκιά της μυρωδιά/ Αλλιώς φανταζόμουν τη βραδιά...»

Εντάξει, εύκολο είναι να εντοπίσεις κάποιον συνωμοτικό διάλογο ανάμεσα στους δυο τους, με αυτούς τους αριθμούς αυτοκινήτων. Άλλωστε, το 1986 ήταν ζόρικη χρονιά και για τον Νικολαϊδη. Ήταν τότε που αποφάσισε οτι κάποια παγίδα υπήρχε στην τόσο ευρεία αποδοχή της «Γλυκιάς Συμμορίας» και αντέδρασε βίαια φτιάχνοντας ένα από τα αριστουργήματα του κινηματογράφου, την «Πρωινή Περίολο». Κοντολογίς, το 1986 ήταν μια σπουδαία χρονιά!

Πολλοί ασυμβίβαστοι διανοούμενοι μπορεί να χαμογελάνε στραβά μπροστά στην απλότητα, πολλοί μουσικοί χαμένοι στη βιρτουοζιτέ τους μπορεί να στραβομουτσουνιάζουν μπροστά στις κλασσικές μουσικές φόρμες, πολλοί πούροι Αριστεροί μπορεί να εξεγείρονται με την αγάπη των παιδιών της γενιάς του ’50 για την Αμερική («πώς γράφω τραγούδια ρωτούν μερικοί/ και τι σχέση έχω με την Αμερική/ δεν έχω καμμία, τη γνώρισ’ απλά/ από κάποιες ταινίες σε κάποια σινεμά»).

Άκου όμως το «Δελτίο Ταυτότητας»:
Στοιχεία ταυτότητος:/ επώνυμον Φιλίππου,/ όνομα Παναγιώτης, Πάνος,/ γεννηθείς την 20-4-1960, εις Αθήνας,/ κατοικία Χελμού 35, Αθήναι,/ Κυψέλη, Παγκράτι, Πατήσια, Ηλύσια,/ Σεπόλια, Εξάρχεια, Τέρμα Ιπποκράτους,/ Γκύζη, Περιστέρι, Κολωνός./ Ανάστημα 1,76,/ σχήμα προσώπου ωοειδές,/ χρώμα οφθαλμών καστανόν,/ όνομα πατρός Ιωάννης,/ αντίσταση κατά της αρχής,/ όνομα μητρός Μαργαρίτα,/ το γένος Πετραλιά,/ όνομα συζύγου, κενόν,/ ληστεία,/ το γένος, κενόν./ Επάγγελμα μαθητής,/ υπηκοότης Ελληνική,/ σωματεμπορία,/ θρήσκευμα Χριστιανός Ορθόδοξος,/ δημότης Αθηναίων,/ μητρώα αρρένων Αθηναίων 520-8,/ χρήση-κατοχή ναρκωτικών,/ το παρόν δελτίον εξεδόθη την 20-7-74,/ ένοπλος επίθεσις,/ ΑΒΤ 902523,/ ΙΣΤ παράρτημα ασφαλείας Αθηνών,/ αναρχοκομμουνιστής,/ ο διοικητής Παναγιώτης Σαρρής».

"Άκου πτώμα να μαθαίνεις".

Μετά πήγαινε να ψάξεις τα υπόλοιπα τραγούδια του Κηλαηδόνη κι έλα να μου πεις πως γίνεται κάποιος τόσο παιδικά τρυφερός να στραβώνει τα χείλη και να σου καρφώνει το στυλάκι του τόσο θανατερά, όταν σε πετύχει χαλαρό. Με την αυθάδεια μικρού παιδιού, με την ειρωνεία ανθρώπου καταδικασμένου σε ισόβια ζωή. «Κοριός με στιλέτο στην πλάτη», όπως θα έγραφε ο Νικολαϊδης.

Τον Ιούλιο του 1983 πήγα, σχεδόν μαθητής ακόμα, στο Πάρτι της Βουλιαγμένης και τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, σχεδόν φοιτητής πλέον, πήγα στη «Γλυκιά Συμμορία». Ήταν μια άγρια χρονιά που σημάδεψε την υπόλοιπη ζωή μου, έγιναν πολλά άσχημα πράγματα από τότε και πολύ λιγότερα καλά –όμως ο Νικολαϊδης με τον Κηλαηδόνη ήταν οι δυο ρακέτες του φλίπερ που με τίναξαν βίαια στο καντράν και με άφησαν μετά να σπάω τα μούτρα μου στα εμπόδια, κοπανώντας ανεξέλεγκτα.

Ευτυχώς που δεν τίλταρε το μηχάνημα!

Τρίτη, Μάρτιος 16, 2010

Το κυματιστό γέλιο του καρδιοχειρούργου

Μόλις χτες κατάφερα να δω «Το Κύμα» -πολλοί φίλοι μου είχαν προτείνει την ταινία και πολύς ο ντόρος όταν είχε κυκλοφορήσει στις αίθουσες. Αν θες την αλήθεια, απέφευγα να δω την ταινία. Έχω αυτή την τάση, προτιμώ να λέω «δεν έχω άποψη» από το να τα χώνω σε μια ταινία που άρεσε σε πολλούς γνωστούς μου –γι΄αυτό άλλωστε, μετά την εμπειρία του «V for Vendetta» απέφυγα να δω το «Watchmen». Γιατί να τα σκαλίζω; «Δεν έχω δει την ταινία, δεν έχω άποψη» και ξεμπερδεύουμε.

Αλλά χτες έβαζε «Το Κύμα» στην τηλεόραση –δεν μπορούσα να το αποφύγω, το είδα και έχω άποψη. Όχι τόσο για την ταινία (η οποία είναι σαχλαμάρα σαν αποτέλεσμα) όσο για το περιεχόμενό της, το λεγόμενο «κοινωνικό πείραμα».

Ψάχνοντας την αρχή του σπάγκου θα πρέπει να πω δυο λόγια περί του απλού πειράματος. Το οποίο ξεκίνησε όταν ο άνθρωπος άρχισε να παρατηρεί –καθόταν, που λες, ο πρωτόγονος και κοπάναγε πέτρες για να περάσει η ώρα του (όπως σήμερα κάνουμε ζάπινγκ –ένα τέτοιο πράγμα). Κοπάνα, τρίψε, κοπάνα –σε κάποια φάση τσακμακώσανε οι πέτρες και πετάξανε σπίθες, πέσανε οι σπίθες στα ξερόκλαδα, πάρε μια φωτιά! Ο πρωτόγονος την ήξερε τη φωτιά, την είχε βουτήξει από κάτι περαστικούς κεραυνούς και τη χρησιμοποιούσε ήδη –αλλά, όσο κι αν προσπάθησε, κεραυνό δεν κατάφερε να φτιάξει (πριν την εμφάνιση των AC/DC στα μεγάλα στάδια). Παρατήρησε λοιπόν οτι οι πέτρες μπορούσαν να κάνουν την ίδια δουλειά. Έτσι γενικά; Όχι –κι εδώ ξεκινάει το πείραμα. Το οποίο κατέληξε στο συμπέρασμα οτι: ΚΑΠΟΙΕΣ πέτρες μπορούν να παράγουν σπίθα και ΚΑΠΟΙΑ ξύλα μπορούν να λαμπαδιάσουν από την σχετική σπίθα. Όταν έφτασε σε αυτό το σημείο ο άνθρωπος (μετά από ΠΟΛΛΕΣ δοκιμές), δημιούργησε και τον πρώτο επιστημονικό νόμο. Κι επειδή όποιος τον εφάρμοζε είχε σημαντικά μεγάλες πιθανότητες ν΄ανάψει φωτιά, ο νόμος ήταν έγκυρος.

Όλα θα πήγαιναν καλά αν δεν υπήρχε ένα μικρό προβληματάκι: οι συνθήκες του περιβάλλοντος χώρου. Επειδή ωραία ήταν η ανακάλυψη της φωτιάς αλλά αν εσύ μπορέσεις να ανάψεις φωτιά όταν ρίχνει καρεκλοπόδαρα ή να περιορίσεις τη φωτιά όταν φυσάει 10 μποφόρ τότε μπράβο σου και τύφλα να΄χει ο Μίστερ Zippo. Γι΄αυτό οι απόγονοι του πρωτόγονου Προμηθέα αναγκάστηκαν να κάνουν την πρώτη τους λουμπινιά και να εφεύρουν τις Κανονικές Συνθήκες (δηλαδή, τις εργαστηριακά διαμορφωμένες συνθήκες του περιβάλλοντος χώρου).

Έτσι λοιπόν ο σύγχρονος «θετικός» επιστήμονας κάνει τα μαγιλίκια του, βγάζει τη διατριβή του και σου κοτσάρει από κάτω: «τουτέστιν λοιπόν αποφαινόμεθα οτι σε Κανονικές Συνθήκες η κατάποση ελαιολάδου καταπολεμά προκαταβολικώς τα συμπτώματα της μέθης, τοιούτο δε ονομάζεται εφεξής Νόμος Φόνζι Φονζαρέλι». Πας εσύ να εφαρμόσεις τον Νόμο Φονζαρέλι και με την πρώτη γουλιά ελαιολάδου βγάζεις τ΄άντερά σου, παθαίνεις πονόκοιλο και σκουλαπεντόρια, χειρότερα από το να έπινες δυο νταμιτζάνες Σαμιώτικο. Όταν συνέρχεσαι, βουτάς τον επιστήμονα από τα πέτα –«μισό λεπτό αγαπητέ!» διαμαρτύρεται ο επιστήμων, «εγώ μίλησα για Κανονικές Συνθήκες –αν εσείς έχετε έλκος δωδεκαδακτύλου και λαδοξερατίαση, δεν πληρείτε τις σχετικές Συνθήκες!» Φεύγεις δαρμένος και βλαμμένος –με την απορία: «πληρούνται ποτέ αυτές οι Κανονικές Συνθήκες;» Πέραν του εργαστηρίου –ποτέ!

Για να μην πολυλογώ, ο φυσικός επιστήμονας κατάφερε, με τα χρόνια, να κάνει προσομοίωση των εργαστηριακών συνθηκών με τις περιβαλλοντικές συνθήκες (ή το ανάποδο) κι έτσι τα πειράματά του οδήγησαν σε ασφαλείς Νόμους. Αλλά η επιτυχία, ως γνωστόν, αποθρασύνει κι έτσι την είδε ο «θετικός» επιστήμονας παντογνώστης θεός. Και άπλωσε το γνωστικό του αντικείμενο στις, λεγόμενες, «θεωρητικές» επιστήμες. Με το επιχείρημα: «αφού κατάφερα να αποκωδικοποιήσω το DNA, θα κωλώσω στην αποκωδικοποίηση της ανθρώπινης επιθετικότητας;» Επιχείρημα ανάλογο του: «αφού είμαι αστέρι του ΝΒΑ, θα κωλώσω να γίνω επιθετικός σε επαγγελματική ομάδα ποδοσφαίρου;» Το οποίο βέβαια κανένας αθλητής (όσο καβαλημένος κι αν είναι) δεν διανοείται να θέσει κι αυτό θα πρέπει κάτι να μας πει για την αμετροέπεια των επιστημόνων.

Τα έγραψα όλα αυτά για να ξεκαθαρίσω οτι ο χαρακτηρισμός «κοινωνικό πείραμα» (εφόσον προϋποθέτει διεξαγωγή σε εργαστηριακό περιβάλλον) είναι τόσο αντιφατικός όσο το «μαυρομάλλης με ξανθά μαλλιά». Δεν λέω οτι δεν γίνεται –λέω οτι δεν στέκει!

Οι κοινωνικές επιστήμες δεν εφαρμόζονται «in vitro» επειδή: α) δεν είναι δυνατό να διαμορφωθούν τέτοιες κοινωνικές συνθήκες και β) ακόμα κι αν το καταφέρναμε με κάποιο μαγικό τρόπο, το συμπέρασμα που θα εξαγόταν θα ήταν παντελώς άχρηστο.

Επιστρέφοντας στο «Κύμα», διάβασα (με πολύ ενδιαφέρον) οτι η ταινία βασίστηκε σε ένα πραγματικό σχολικό πείραμα που έλαβε χώρα στο Πάλο Άλτο της Καλιφόρνια το 1967. Στόχος του, τότε, πειράματος ήταν να αποδείξει οτι οι άνθρωποι μετατρέπονται εύκολα σε όχλο που χειραγωγείται. Κι εδώ ακριβώς αρχίζουν οι απορίες μου:

-Ποιος ο λόγος διεξαγωγής του σχετικού πειράματος; Αν ο πεφωτισμένος καθηγητής έφερνε στην τάξη μια τηλεόραση και πρόβαλλε μισή ώρα διαφημίσεων δεν θα έφτανε στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα; Αν πρόβαλλε εικόνες ντοκιμαντέρ με διαδηλωτές να λιντσάρουν έναν ύποπτο ασφαλίτη με πολιτικά, ή εικόνες από λιντσαρίσματα χουλιγκάνων –δεν θα έβγαινε το ίδιο ακριβώς συμπέρασμα; Και γιατί τελικά να ξανανακαλυφθεί ο τροχός, από τη στιγμή που ο Γουστάβ Λε Μπον τα έχει γράψει όλα αυτά στην «Ψυχολογία των Μαζών» εδώ και 200 περίπου χρόνια;

-Από που προκύπτει η σύνδεση της συμπεριφοράς η οποία αναπτύχθηκε από τους μαθητές κατά τη διάρκεια του «πειράματος» με το ίδιο το «πείραμα»; Πως μπορούμε να είμαστε βέβαιοι οτι οι μαθητές αντέδρασαν με τον Χ τρόπο επειδή αφέθηκαν να χειραγωγηθούν κι όχι γιατί, για παράδειγμα, ήθελαν να πάρουν καλό βαθμό στο μάθημα, ή επειδή έκαναν χαβαλέ, ή επειδή είχαν ήδη διαμορφώσει μια κουλτούρα μάζας από την μέχρι τότε διαδικασία κοινωνικοποίησής τους; Το βιβλίο του Καλιφορνέζου καθηγητή δεν το έχω διαβάσει, αλλά η ταινία προσπαθεί να κάνει τη διασύνδεση με πονηρούτσικες πουστίτσες. Εντάξει –κι εγώ επιθυμώ να σκάσουν αύριο οι αναρχικοί εξωγήινοι και να μας εφαρμόσουν την αναρχική κοινωνία, αλλά δεν το λέω αυτό «κοινωνικό πείραμα», μάλλον φαντασιοπληξία το λέω.

-Ποια ήταν τελικά η έκτροπη συμπεριφορά στην οποία οδήγησε το «πείραμα» τα υποκείμενά του; Στην ταινία, σαν αποτελέσματα εκτροπής παρουσιάστηκαν: κάποια graffiti που κάνανε οι μαθητές στην πόλη (μόνο που αντί να γράφουν Bithoulas was here, έφτιαχναν το σήμα του Κύματος), κάποιες ιστοσελίδες με βίαιο περιεχόμενο (σαν αυτές που γεμίζουν το ίντερνετ), μια συμπλοκή μεταξύ σχολείων σε αγώνα πόλο (απ΄αυτές που συμβαίνουν κατά συρροή τα τελευταία 50 χρόνια), ένα χαστούκι μαθητή στη γκόμενά του (εδώ κι αν έχουμε φασιστική έκφανση!), ένα παρ’ολίγον λιντσάρισμα μαθητή (σχεδόν καθημερινό φαινόμενο στις σχολικές αυλές) και τέλος ο γνωστός ψυχάκιας μαθητής με το πιστόλι που μακελεύει μια σχολική αίθουσα (άραγε και στο Κολουμπάιν το ίδιο πείραμα κάνανε;)

Τουτέστιν η όλη ιστορία αφορά ένα πείραμα του οποίου το συμπέρασμα είναι εκ των προτέρων γνωστό και καταγεγραμμένο. Από την διεξαγωγή δε του πειράματος δεν προκύπτουν ούτε άμεσες διασυνδέσεις ερεθισμάτων –συμπεριφοράς, ούτε και η πιθανολόγηση (έστω) οτι η τυχόν επανάληψη παρόμοιων ερεθισμάτων θα οδηγήσει σε παρόμοιες συμπεριφορές. Μια τρύπα στο νερό, σα να λέμε, μόνο που η πέτρα με την οποία ανοίξαμε την τρύπα ήταν ιλουστρασιόν και φωσφοριζέ.

Κατόπιν αυτών, θα κάνω μερικές υποθέσεις επιστημονικής φαντασίας (στην κυριολεξία):

1. Ο σκοπός του πειράματος και της ταινίας θα μπορούσε να είναι η ενίσχυση της άποψης οτι τα κοινωνικά φαινόμενα δύνανται να μελετηθούν εργαστηριακά και αποκομμένα από το κοινωνικό τους περιβάλλον. Τέτοιου είδους απόψεις υποστηρίζονται από μπαρουφολόγους «κοινωνικούς βιολόγους», μπαταξήδες ψυχολόγους (που νομίζουν οτι το σύνολο ισούται με το ακριβές άθροισμα των μονάδων που το αποτελούν) και «ιστορικούς επιστήμονες» τύπου Φουκουγιάμα ή Λιακόπουλου.

2. Η συμβολική αναπαράσταση ενός κοινωνικού φαινομένου συνήθως απογυμνώνει το φαινόμενο από τη σημασία του. Για παράδειγμα (χοντρικά), η αναπαράσταση του Ολοκαυτώματος με το βίαιο κόψιμο λουλουδιών από έναν κήπο θα μείωνε (ή και θα εξαφάνιζε) τη φρίκη αυτού καθεαυτού του γεγονότος. Ο Ολοκληρωτισμός λοιπόν, δεν ήταν απάνθρωπος επειδή δυο παιδιά παίξανε χαστούκια –ήταν απάνθρωπος σαν θεωρία εφόσον προωθούσε την ανθρώπινη ανισότητα και τα αποτελέσματά του είναι γνωστά, φρικιαστικά και (ιλιγγιωδώς) αριθμητικά μετρήσιμα. Όπως και η σφαγή των ιθαγενών στον Αμαζόνιο είναι απάνθρωπη σαν γεγονός, ενώ η σφαγή των ιθαγενών του πλανήτη Πανδώρα στο "Avatar" είναι απλώς ένα συγκινησιακό κλισέ.

3. Το πείραμα απέδειξε τελικά, διαφορετικά πράγματα απ΄όσα ευαγγελίζονται οι δημιουργοί του. Απέδειξε οτι ο ρόλος του καθηγητή μιας τάξης παραμένει απολυταρχικός, απέδειξε οτι οι προβληματικοί μαθητές εξωθούνται στην παράνοια ακόμα και από τα προοδευτικά σχολεία, απέδειξε οτι τα αθλήματα συνεπάγονται κτηνώδη ανταγωνισμό ακόμα και στην «αγνότερη» μορφή τους, απέδειξε οτι ο χαβαλές κερδίζει κατά κράτος την όποια διαδικασία μάθησης στα σχολεία. Έτσι είναι αυτά τα πειράματα –τα εφαρμόζεις στους άλλους και βγάζουν συμπεράσματα σχετικά με σένα.

Όταν κάνεις ένα πείραμα συνηθίζεται να βγάζεις κάποιο συμπέρασμα –κι αν το πείραμά σου είναι μούφα, το πετάς στα σκουπίδια γεμάτος ντροπή. Το συγκεκριμένο πείραμα έγινε βιβλίο, ξανάγινε βιβλίο και βγήκε σε ταινία. Άρα κάποιοι υποθέτουν οτι, απ΄όλο αυτό, βγήκε κάποιο συμπέρασμα. Ποιο;

Οτι οι αναρχικοί είναι κρετίνοι, βρομύλοι χασικλήδες που τσαμπουκαλεύονται μονάχα όταν τους σβήνουν τα συνθήματα ή όταν δεν τους πουλάνε χόρτο;

Οτι μονάχα οι φυτούκλες μαθήτριες έχουν το σθένος να αντισταθούν στο «Κύμα»;

Οτι οι προοδευτικοί γονείς οδηγούν τα παιδιά τους στον συντηρητισμό;

Οτι οι αλητόβιοι μαθητές είναι η καλύτερη μαγιά για τη στελέχωση φασιστικών ομάδων;

Οτι το λευκό πουκάμισο και το τζιν παντελόνι είναι στολή ανάλογης βαρύτητας με τις στρατιωτικές; Άρα, είτε φοράς τη στολή του Γ΄Ράιχ, είτε είσαι ντυμμένος πάνκης -μας κάνει ένα και το αυτό;

Οτι ένας έμπειρος αναρχικός και πρώην καταληψίας είναι ο πλέον αναμενόμενος να υποπέσει σε χιτλερικές τάσεις συμπεριφοράς;

Οτι οι ομαδικές ενέργειες των μαθητών είναι εν δυνάμει φασιστικές;

Οτι ο καλύτερος τρόπος για να σκηνοθετήσεις μια θεατρική παράσταση είναι να επιβληθείς;

Οτι τα πάρτι στις παραλίες, τα στίκερ και τα γκράφιτι είναι εν δυνάμει φασιστικά φαινόμενα;

Οτι αν θυσιάσουμε τμήμα του «εγώ» για χάρη του «εμείς» θα μετατραπούμε αυτομάτως σε φασιστική συμμορία;

Οτι τελικά η καψούρα είναι δυνατότερη από τον φασισμό;

Ποιο γαμημένο συμπέρασμα βγαίνει από όλη αυτή την προσπάθεια παρουσίασης του συγκεκριμένου πειράματος;

Λοιπόν, θα σου πω το δικό μου συμπέρασμα, για να μη σε ταλαιπωρώ άλλο: Την προηγούμενη ακριβώς μέρα, έτυχε να δω (και να καταευχαριστηθώ) μια άλλη ταινία, το "Crank: High Voltage". Εκεί, ο αιμοσταγής δολοφόνος Τσεβ Τσέλιος (παντού υπάρχει ένας Έλληνας!) αγωνιζόταν να ξαναβρεί την καρδιά του, την οποία είχαν κλέψει κάτι Κινέζοι χασάπηδες χειρούργοι (κυριολεκτώ). Έτρεχε ο ήρωας και είχε να φορτίζει συνέχεια μια μηχανική καρδιά που του έβαλαν για να πορεύεται στην ταινία και δώστου τα ηλεκτροσόκ, δώστου να χαλάνε τα μοτεράκια.... Τι εννοώ με όλα αυτά; Οτι πολύ διασκέδασα με την ταινία (ο πρωταγωνιστής Τζέισον Στάθαμ είναι από τους αγαπημένους μου) αλλά σκεφτόμουν τα γέλια που θα έκανε ένας καρδιοχειρούργος αν τύχαινε να παρακολουθήσει το συγκεκριμένο φιλμ. Γιατί θα γελούσε ο καρδιοχειρούργος; Επειδή όσα παρουσίαζε το φιλμ σχετικά με την επιστήμη του ήταν ένα μάτσο καραγκιοζιλίκια. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο ένας κοινωνικός επιστήμονας θα ξεκαρδιζόταν παρακολουθώντας «Το Κύμα».

Και τα ρέστα δικά σας...

Δευτέρα, Μάρτιος 15, 2010

"Δεν έχει φάση"

Ξύπνησε με την αίσθηση πως ένα ψόφιο ποντίκι είχε φρακάρει στον ουρανίσκο του εμποδίζοντάς τον αναπνεύσει, ένιωσε να πνίγεται, ξεφύσησε απελπισμένα και τότε η αποφορά του ποντικιού έφτασε μέχρι τα ρουθούνια του. Προσπάθησε να βήξει –αδύνατο. Κούνησε τα σαγόνια του μήπως ενεργοποιηθεί κάποιος σιελογόνος. Και τεντώθηκε στο κρεβάτι, βρέθηκε ο μισός έξω από τα σεντόνια, είδε τις ακτίνες του ήλιου που πάλευαν να χωθούν ανάμεσα στις κατεβασμένες γρίλιες –γιατί δεν ήταν κλειστές οι κουρτίνες του παραθύρου; Θυμόταν αμυδρά οτι τις είχε κλείσει το προηγούμενο απόγευμα –αυτό που δεν θυμόταν ήταν το τι έγινε μετά. Όταν επέστρεψε στο σπίτι, μέχρι να φτάσει στο κρεβάτι....

Χρειαζόταν επειγόντως ένα ποτήρι νερό, μπας και καταπιεί το ψόφιο ποντίκι.

Ακούμπησε το δεξί του πέλμα στο πάτωμα, η ζεστασιά του παρκέ ήταν κάποια παρηγοριά. Για λίγο. Επειδή, όσο κι αν προσπάθησε δεν γινόταν να βγάλει το σώμα του έξω από το κρεβάτι, ολόκληρη η αριστερή του πλευρά είχε παραλύσει. Σχεδόν ολόκληρη. Αφού κάποιος γάζωνε το στήθος του, μια αόρατη ραπτομηχανή μπαινόβγαινε λίγο πιο κάτω από την καρδιά του, δυο αργά τσιμπήματα, μετά τέσσερα γρήγορα και πάλι απ΄την αρχή. Συγκεντρώθηκε στη ραπτομηχανή και ξέχασε για λίγο οτι πνιγόταν αδυνατώντας ν’αναπνεύσει –προσπάθησε άδικα να σηκώσει το αριστερό του χέρι μπας και ψηλαφίσει το στήθος του, μετά ανακάλυψε οτι το δεξί του χέρι κρεμόταν έξω από το κρεβάτι, το μάζεψε αργά. Ψάχτηκε. Τίποτα δεν υπήρχε πάνω στο γυμνό του στήθος, καμιά ραπτομηχανή, μόνο ο πόνος, δυο αργά τσιμπήματα, τέσσερα γρήγορα και πάλι απ΄την αρχή. «Πεθαίνω ρε πούστη!» σκέφτηκε κι αυτό τον ηρέμησε κάπως. «Δε νιώθω την αριστερή πλευρά, σε λίγο θα παραλύσω κι από δεξιά –έτσι θα πάω, από τη βρώμα θα με βρουν». Συνέχισε να πνίγεται άπνοος –αλλά πνιγόταν βουβά, σα να τον είχαν τσιμεντώσει στο βυθό μιας άθλιας προβλήτας, γεμάτης ψόφια ποντίκια. Κάτι σα λόξυγκας τον ξετίναξε, η ραπτομηχανή πήρε να γαζώνει κατά ριπάς στο στήθος του –έχασε μέχρι και την αίσθηση του πόνου, το σώμα του άρχισε να συσπάται μηχανικά, ο κόσμος μαύρισε. Κάποια κραυγή ξεκίνησε από τα νεφρά του, μα δεν κατάφερε να βγει στον αέρα –μούγκριζε σα μοσχάρι που του έχουν κόψει τις φωνητικές χορδές, μούγκριζε άηχα.

Το χτύπημα στο μέτωπο τον επανέφερε στη ζωή –πόνεσε, έγλυψε σκόνη από το παρκέ κι έτσι ανακάλυψε οτι ξανάρθε σάλιο στο στόμα του. Κατάπιε προσεκτικά –ούτε ίχνος ψόφιου ποντικιού πλέον στον ουρανίσκο του, άρχισε ν’ανασαίνει λαίμαργα. Δοκίμασε πάλι να κουνήσει την αριστερή του πλευρά, άψυχα τα μέλη του σύρθηκαν όσο ο δεξιός του ώμος έσπρωχνε το πάτωμα. Ξανάπεσε, βόγκηξε –τώρα με ήχο.
«Καλά που δεν πάθαμε και τίποτα».

Και τότε άκουσε το στριφογύρισμα στο κρεβάτι του –όμως, έτσι όπως ήταν πεσμένος δεν είχε οπτική επαφή. Το στριφογύρισμα συνεχίστηκε. «Δεν είμαι μόνος τελικά;» σκέφτηκε. Άφησε το κεφάλι του να ξαναπέσει.
«Τι έπαθες; Είσαι καλά;» ακούστηκε η γυναικεία φωνή από πίσω του.
Βραχνή φωνή από το απότομο ξύπνημα.
«Μια χαρά είμαι –είπα να κάνω την πρωινή μου γυμναστική», απάντησε με κατσαρωμένη φωνή.
Ποια κοιμήθηκε στο κρεβάτι του; Έκανε ακόμα μια προσπάθεια να σηκωθεί –δεν τα κατάφερε. Αν ήταν μόνος του τώρα θα έκλαιγε. Κανονικά.
«Θες βοήθεια;» ρώτησε η φωνή.
«Αν μπορείς... κάποια κράμπα...» μουρμούρισε αβέβαια.
Άκουσε τα γυμνά πόδια της να κοπανάνε στο παρκέ, μετά τα πόδια έφτασαν στο ύψος των ματιών του, μπορούσε να δει οτι η γυναίκα είχε βαμμένα νύχια. Ποια ήταν αυτή και γιατί έβαφε τα νύχια των ποδιών της χειμωνιάτικα; Καμιά στριπτιτζού; Αλλά δεν θυμόταν να πήγε σε στριπτιζάδικο χτες βράδυ... Όταν έφυγε από το σπίτι του πέρασε από τη γαμωταβέρνα που είχαν μαζευτεί οι παλιοί συμμαθητές, όμως σύντομα ανακάλυψε πως οι περισσότεροι ήταν μαλάκες που δεν είχε όρεξη να ξαναδεί –είχε φύγει όσο πιο σύντομα γινόταν. Και μετά;

«Κρατήσου από πάνω μου», είπε η γυναίκα.
Έσκυψε για να περάσει τον ώμο της κάτω από τη μασχάλη του, όσο αυτός προσπαθούσε ν’ανασηκώσει το κορμί του. Δεν κατάφεραν και πολλά πράγματα, η γυναίκα τον τραβούσε σαν τσουβάλι γεμάτο πέτρες και το κρεβάτι φαινόταν χιλιόμετρα μακριά. Την κοίταζε κλεφτά όσο αγκομαχούσαν παρέα. Η γυναίκα ήταν γυμνή, είχε κάτι μυτερά βυζιά που ανεβοκατέβαιναν όσο αγωνιζόταν να τον μεταφέρει κι όσο περισσότερο την κοίταζε τόσο συνειδητοποιούσε οτι αυτή η γυναίκα ήταν κοντά 20 χρόνια μικρότερή του. Που στο διάολο την πέτυχε;

Έπεσαν μαζί στο κρεβάτι κάπως απότομα –η γυναίκα άφησε μια μικρή κραυγή πόνου και μετακινήθηκε βιαστικά. Εκείνος βρέθηκε ανάσκελα να χαζεύει το γύψινο στο φωτιστικό του ταβανιού. Η γυναίκα χάθηκε για λίγο από το οπτικό του πεδίο.
«Είσαι καλύτερα τώρα;» τον ρώτησε.
«Δεν έχω παράπονο...» χαμογέλασε.
«Εντάξει», του είπε η γυναίκα και ξαναβρέθηκε απότομα στο οπτικό του πεδίο.
Είχε ξανθά μαλλιά, αλλά εκείνος μπορούσε να διακρίνει, πως αυτό δεν ήταν το φυσικό της χρώμα. Ξανθά, μακριά μαλλιά. Την κοίταξε κάπως απορημένα.
«Απ΄ότι φαίνεται έγινε κάποια κατάσταση μεταξύ μας χτες βράδυ...» μουρμούρισε εκείνος.
«Την οποία δεν θυμάσαι ή δεν θέλεις να θυμάσαι!» τον κάρφωσε η γυναίκα.
«Γιατί –εσύ δηλαδή θυμάσαι;» ρώτησε.
«Μέσες άκρες...» παραδέχτηκε η γυναίκα.
«Γι΄αυτό λοιπόν...» είπε.
«Δήμητρα», του συστήθηκε η γυναίκα ψάχνοντας να βρει τα ρούχα της.
«Ηλίας», απάντησε εκείνος. «Ή αλλιώς Φάντασμα –πριν τη δύση του ηλίου κυκλοφορώ αόρατος, όταν πέσει η νύχτα κάνω τους εφιάλτες των γονιών σας πραγματικότητα», σκέφτηκε αλλά δεν το είπε φωναχτά.
«Χάρηκα», φώναξε η γυναίκα από την άλλη άκρη του δωματίου.
«Πόσων χρονών είσαι Δήμητρα;» ρώτησε μηχανικά.
«25 –εσύ;»
Χαμογέλασε ή τουλάχιστον προσπάθησε, έτσι σακάτης που είχε καταντήσει.
«Αρκετά μεγάλος για να είμαι πατέρας σου», της ξεκαθάρισε.
«Αν μου το έλεγες αυτό χτες βράδυ θα με έριχνες νωρίτερα», είπε η γυναίκα.
«Νωρίτερα από τι;» απόρησε εκείνος.
«Νωρίτερα....» μουρμούρισε η γυναίκα.

Συγκεντρώθηκε στο γύψινο του φωτιστικού από ανάγκη, αφού μόνο εκεί μπορούσε να κοιτάζει. Διέκρινε μάλιστα και μια αράχνη που είχε φτιάξει τον ιστό της –«πάνω από το κεφάλι μου πλέκουν ιστούς οι αράχνες, πόσο πιο πεθαμένος να γίνω δηλαδή;» αναρωτήθηκε.
«Είπες τίποτα;» απόρησε η γυναίκα.
«Όχι –εντάξει....» βιάστηκε να απαντήσει.
«Λέω να πηγαίνω τότε», μουρμούρισε η γυναίκα διστακτικά. «Αν δε με χρειάζεσαι...»
«Μπορείς να μου φέρεις λίγο νερό;» την παρακάλεσε.

Κι έμεινε εκεί να την περιμένει ανήμπορος –ενοχλημένος που μια άγνωστη γυναίκα κυκλοφορούσε στο σπίτι του, νευριασμένος από αυτό το πράγμα που τον είχε πιάσει στα ξαφνικά. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί, έσφιξε τα δόντια και τίναξε το αριστερό του χέρι με δύναμη, αλλά δεν έγινε σχεδόν τίποτα. Μόνο ένα σκίρτημα στον αριστερό ώμο -κι αυτό μπορεί να ήταν της φαντασίας του. «Έλα ρε πούστη –κόφτην πλάκα!» αναστέναξε. Κι αν δεν ήταν πλάκα;

Την άκουσε να ξαναμπαίνει, στάθηκε πάνω του και γέμισαν τα μάτια του με το διαφανές ποτήρι –εκείνη τον στήριξε να ανασηκωθεί κι εκείνος ήπιε με βουλιμία. Το μισό ποτήρι χύθηκε στο στήθος του, ανατρίχιασε, ντροπιάστηκε.
«Τι ακριβώς σου συνέβη;» τον ρώτησε.
«Δεν ξέρω –ξύπνησα με το στόμα τσαρούχι, έκανα να σηκωθώ και βρέθηκα στο πάτωμα. Όλη μου η αριστερή πλευρά έχει βγει οφ...» ψιθύρισε.
Άκουσε μια καρέκλα να σέρνεται στο πάτωμα -δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί ή να λυπηθεί που η γυναίκα είχε αποφασίσει να μη φύγει αμέσως.
«Μάλλον τα ανακάτεψες άσχημα χτες βράδυ...» είπε η γυναίκα σκεφτικά.
«Μάλλον...» συμφώνησε εκείνος όσο άρχιζε να θυμάται.

Έβρεχε όταν είχε βγει από την ταβέρνα, μούσκεψε μέχρι να μπει στο αυτοκίνητο. Ήταν νωρίς ακόμα για να υποστεί το κλασσικό στήσιμο παύλα αυτοτιμωρία στην οποία είχε υποβληθεί από τη στιγμή που ξεστόμισε εκείνη τη γαμημένη φράση: «εγώ εκεί θα είμαι και θα σε περιμένω –όποτε θες, έλα». Ήταν νωρίς η ώρα, αλλά δεν ήταν καθόλου νωρίς ο χρόνος –ή ήταν πλέον πολύ αργά, όπως το δει κανείς. Αυτός πάντως θα πήγαινε. Όπως κάθε τέτοια μέρα τα τελευταία δυο χρόνια, θα πήγαινε και θα έβγαζε τη νύχτα κοιτάζοντας κλεφτά την πόρτα του μπαρ, μπας και μπει επιτέλους ο Γιάννης, να λήξει η παρεξήγηση... Παρεξήγηση, τρόπος του λέγειν –αν το να σε πιάσει ο κολλητός σου με τη γυναίκα του θεωρείται παρεξήγηση τότε τι θεωρείται πουστιά; Πούλημα, ξεφτιλίκι, όπως θες πέστο –αλλά παρεξήγηση; Ναι εντάξει, «η ιδιοκτησία είναι κλοπή» και «δεν υπάρχει δικό μου και δικό σου σ΄αυτόν τον παλιόκοσμο», από δικαιολογίες διαθέτουμε «σε όλα τα σχέδια, για όλα τα μεγέθη».

Είχε παρκάρει έξω από το καφενείο της διασταύρωσης –από εκεί φαινόταν το παλιό μαγαζί του Μπιλ του Χοντρού που τώρα πλέον ήταν παπουτσάδικο –είχε αποφασίσει να σκοτώσει την ώρα του στο καφενείο παίζοντας πόκερ στα «σκιερά» τραπέζια και υπολογίζοντας οτι μπορεί να πετύχαινε κάποια στιγμή τον Κώστα τον Ιντζέ. Επειδή «αν θέλεις να γλιτώσεις από τις τύψεις, κοίτα να βγάλεις χοντρά φράγκα», έτσι ήταν.

Το τραπέζι του πόκερ μύριζε «Ψιλικά-Χαρτικά», λαϊκοί φτωχομπινέδες που παίζανε για κέρματα κοιτάζοντας συνέχεια το ρολόι –μην αργήσουν στο σπίτι. Συνήθως ο Ηλίας δεν έχανε την ώρα του με τέτοια σαπάκια αλλά είδε στο τραπέζι το Λεωνίδα τον Σόλοικο κι έκατσε λόγω που τον είχε άχτι. Ο σκατόχοντρος τούς είχε φάει τη Μελίνα, ένα χρόνο μετά το Λύκειο –όπου τον έβλεπε, έψαχνε ευκαιρία να τον λιανίσει ο Ηλίας. Έκατσε και αφιερώθηκε στο παιχνίδι –σε μισή ώρα τους είχε ξετινάξει, κρυφοκοίταγε τη μπάζα του (ποτέ δε μετράς τα κέρδη όσο παίζεις) και ήτανε ψιλολόγια, φυστίκια ανάλατα.
«Μέσα ρε μάγκα –δε θα με πιάσεις εμένα σόλοικο», μούγκρισε ο Λεωνίδας ποντάροντας δυο μάρκες του δεκάρικου με ύφος Νικ δι Γκρικ.
Αν ήταν άλλος, ο Ηλίας θα πήγαινε πάσο –δεν άξιζε η μπάζα για να κάψει την κομπίνα του, αλλά αυτόν τον πούστη είχε αποφασίσει να τον ξεσκίσει.
«Ωραίος!» χαμογέλασε. «Διπλασιάζω».
Ο Λεωνίδας τον κοίταξε βαριανασαίνοντας, ο Ηλίας κατουρήθηκε στα γέλια εσωτερικώς ενώ απέξω παρέμεινε Φάντασμα.
«Πας να μου τα φας ε; Αλλά εγώ είμαι καλύτερος –ξανασκέψου το μόρτη!» είπε στο τέλος ο Λεωνίδας.
«Θα πληρώσεις να τ΄ανοίξω ή θα το φιλοσοφήσουμε εδώ πέρα;» αγανάκτησε δήθεν ο Ηλίας κοπανώντας τα φύλλα στο τραπέζι. Είχε δει και τον Ιντζέ να μπαίνει με τις πλάτες στο καφενείο, βιαζόταν να ξεμπερδεύει μπας και βγάλει τίποτα αληθινό χρήμα.
«Καλά μωρ΄αδερφάκι –μην αρπάζεσαι!» έκανε ο Λεωνίδας. «Πάσο –τις καρδιές μας θα χαλάμε τώρα;»
Ο Ηλίας μάζεψε τη λιμαδούρα από το τραπέζι και σηκώθηκε.
«Κύριοι, ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία αλλά με περιμένει ένας φίλος...» ανακοίνωσε.
Κι όπως σηκωνόταν έκανε μια μαλακία εντελώς ερασιτεχνική –τσάκισε δηλαδή λίγο τα χαρτιά του για να τα δει ο Σόλοικος –ντροπής πράγματα για επαγγελματία αλλά τον είχε άχτι τον καργιόλη! Ο Σόλοικος κιτρίνισε μα προτίμησε να το καταπιεί αμίλητος.

«Καλώς τα παιδιά!» είπε ο Ιντζές.
«Έχεις τίποτα ή τζάμπα κάθισα;» ρώτησε ο Ηλίας πριν καθίσει δίπλα του.
«Τι τζάμπα; Δεν θες να μάθεις περί της υγείας μου;» απόρησε θεατρικά ο Ιντζές.
«Έλα –τελείωνε», έκανε ο Ηλίας κοιτάζοντας το ρολόι του.
«Δυο χιλιάρικα», είπε ο Ιντζές.
«Άρα χιλιαπεντακόσα και με το ζόρι κι επειδή είμαστε φίλοι...» συμπέρανε ο Ηλίας.
«Μην ξηγιέσαι!» διαμαρτυρήθηκε ο Ιντζές.
«Όπως θες», ξεκαθάρισε ο Ηλίας και πήρε να σηκώνεται.
«Κολπάκια μεταξύ μας;» παραπονέθηκε ο Ιντζές.
«Αυτό λέω κι εγώ», απάντησε ο Ηλίας.
«Εντάξει –στα ίσα –χιλιαεφτακόσα...»
«Αντίο και φιλιά στο θείο...»
«Έχω υποχρεώσεις ρε δικέ μου!»
«Ενώ εγώ αγοράζω για την προσωπική μου συλλογή –έτσι;»
«Δώσε αυτά που είπες –κι ας χάσω από το μερτικό μου...»
«Πόσο καρφωμένο είναι το πράμα;»
«Διακοπές σε εξωτικά νησιά –αν κινηθείτε γρήγορα μιλάμε για αγνό παρθένο μαλλί...»
«Που είναι;»
«Στα γνωστά...»
«Αμάξι», του έκανε νόημα ο Ηλίας και σηκώθηκε βιαστικός.
Περνώντας από το τραπέζι του πόκερ είδε τον Λεωνίδα να τον αγριοκοιτάζει.
«Μια μέρα θα παίξουμε χοντρό παιχνίδι ρε παλιόμουτρο!» μούγκρισε ο Λεωνίδας.
«Αν έχεις τίποτα της προκοπής να ποντάρεις!» του χαμογέλασε ο Ηλίας.
Κι ο νους του πήγε στη Μελίνα.

Είχαν φτάσει στο σημείο που συνήθως καβάντζωνε κλοπιμαία ο Ιντζές –επιτόπου ο Ηλίας εξέτασε το πράμα, επειδή αυτή ήταν η δουλειά του από τότε που είχε φαλιρίσει το κοσμηματοπωλείο του συχωρεμένου του γέρου του –εκτιμητής κι έτσι ας πούμε. Τεμάχια εφτά –θα μπορούσε να τα πάρει του Ιντζέ με χιλιατετρακόσα, αλλά δε γαμιέται; Τηλεφώνησε στον Μαρούλια, τον κεφαλαιούχο –πήρε το ΟΚ, έδεσε τη δουλειά. Μετά έβγαλε το νετ μπουκ από τη θήκη του πίσω καθίσματος.
«Σε δυο λογαριασμούς, έτσι;» ρώτησε τον Ιντζέ.
«Όπως πάντα», είπε εκείνος.
Κι έμεινε να τον κοιτάζει όσο εκείνος έκανε τις μεταφορές.
«Κάποια μέρα θα μου στήσεις μηχανή μ΄αυτό το μαραφέτι –είμαι σίγουρος!» μουρμούρισε ο Ιντζές.
«Κάνουν τέτοια πράγματα οι φίλοι;» αγανάκτησε δήθεν ο Ηλίας.
«Εσύ έχεις κάνει χειρότερα –αλλά τέλος πάντων...» απάντησε ο Ιντζές και βγήκε βιαστικά από το αυτοκίνητο.

Με το ζόρι τα πρόλαβε όλα στη συνέχεια –να πάει τα κοσμήματα στον Μαρούλια (ένα χιλιάρικο καθάρισε από την υπόθεση για πάρτη του) και μετά να φτάσει στο μπαρ εγκαίρως. Είχε κόσμο εκεί μέσα αλλά όχι τον κόσμο που εκείνος έψαχνε.

Παρακάτω.

Ο Γιάννης δεν θα ερχόταν ούτε αυτό το βράδυ και ο Ηλίας το ήξερε. Γι΄αυτό άφησε να τον μπλέξει εκείνη η παρέα του Νίκου του Γερμανού, είχε ήδη κατεβάσει 4-5 βότκες όταν μπήκαν... Ο Νίκος μαζί με κάτι γκόμενες... Στοπ εδώ!

Ανάμεσά τους ήταν αυτή η Δήμητρα. Ο Ηλίας αναστέναξε ανακουφισμένος όταν το θυμήθηκε, αλλά μετά σκοτείνιασε επειδή του ήρθαν και τα υπόλοιπα –κάποιο μπουκάλι που ρόλαρε άδειο στο τραπέζι τους, οι συχνές επισκέψεις στην τουαλέτα, η πιστωτική του Νίκου που έκοβε γραμμές, αίμα στον καθρέφτη, όχι –αίμα στη μύτη του, που το είδε στον καθρέφτη... «Μια τελευταία γύρα –το μείγμα ονομάζεται Ανανάς Εξπρές λόγω αρώματος...» είχε πει ο Νίκος ο Γερμανός. Τι ήταν αυτό; Κάτι θυμόταν σχετικά, αλλά όσο κι αν το έστυβε, μόνο εικόνες από αμερικάνικη καταδίωξη τού έρχονταν...
«Τι είναι το Ανανάς Εξπρές;» ρώτησε διστακτικά.
«Κάποιο κοκτέιλ με ανανά; Που να ξέρω;» αναρωτήθηκε η Δήμητρα απορημένη.
Άρα αυτή δεν συμπεριλαμβανόταν στην τελευταία γύρα –ή ίσως και να είχε ξεχάσει.

Δεν ήταν η πρώτη νύχτα που έχανε από τη ζωή του ο Ηλίας, αλλά ήταν το πρώτο πρωινό που ξύπναγε ανάπηρος. Ξύστηκε στον δεξί γοφό προσπαθώντας να σκεφτεί πως θα διορθωνόταν η κατάσταση. Μέσα στην τουαλέτα υπήρχε ένα ολόκληρο φαρμακείο, αν έψαχνε τα συρτάρια της κρεβατοκάμαρας μπορεί και να πετύχαινε κάνα κομμάτι λιβάνι, τίποτα ξεχασμένα φιξάκια –λέμε τώρα! Όμως τι έπρεπε να πάρει για την κατάστασή του; Ανεβαστικά ή ριχτικά; «Καλύτερα κρεμασμένος στο σύρμα, παρά ξεκρέμαστος», αποφάσισε στο τέλος.
«Μπορείς να μου φέρεις το τηλέφωνο;» της ζήτησε.
Πήρε λίγη ώρα στη Δήμητρα, μέχρι να ξαπλώσει το ακουστικό της συσκευής δίπλα στον ώμο του -εκείνος το άρπαξε βιαστικά. Σχημάτισε ένα από τα λίγα νούμερα που ήξερε απέξω. Περίμενε ακούγοντας το σήμα της κλήσης.
«Δε γίνεται σήμερα. Πνίγομαι», είπε η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής.
«Έλα τότε να σε μάθω κολύμπι», σχολίασε ο Ηλίας.
«Πως να’ρθω; Αφού πνίγομαι!» διαμαρτυρήθηκε η φωνή.
«Τελείωνε!» δυσανασχέτησε ο Ηλίας. «Και φέρε κάνα κουστουμάκι γαμπριάτικο αν το΄χεις πρόχειρο. Θα μας χρειαστεί για να ντύσουμε τον μακαρίτη».
«Ποιο μακαρίτη;» απόρησε η φωνή.
«Τον υποφαινόμενο –πού να βρεθεί άλλος υποψήφιος;» γέλασε ο Ηλίας. «Άντε βιάσου αν θες να προλάβεις την κηδεία μου, αλλιώς θα τα διαβάσεις σα μαλάκας από τις τηλεοράσεις».
Άφησε το ακουστικό δίπλα στο μαξιλάρι του και η Δήμητρα φρόντισε να το βάλει πάλι πάνω στη συσκευή. Υπολόγιζε οτι δεν θα έκανε πάνω από δεκάλεπτο να αριβάρει ο Ζόμπι.
«Θα έρθει κάποιος φίλος σου;» τον ρώτησε η Δήμητρα.
«Έτσι ελπίζω», απάντησε.
«Τότε εγώ να πηγαίνω...»
«Κάτσε μέχρι να ΄ρθει. Πως θ΄ανοίξω την πόρτα σ΄αυτό το χάλι;» γκρίνιαξε εκείνος.
Η κοπέλα αναστέναξε μεγαλόφωνα και άκουσε το σώμα της να μετακινείται στην καρέκλα.
«Τίποτα περιοδικά έχεις για να περάσει η ώρα;» τον ρώτησε.
«Έχω κάτι τσόντες μέσα στο ντουλάπι με τ΄άπλυτα», της απάντησε.
«Άστο –να μένει....» αναστέναξε η Δήμητρα.
«Τόσο κακή η χτεσινοβραδινή εμπειρία;» μουρμούρισε.
Η Δήμητρα σηκώθηκε και στάθηκε πάνω από το κεφάλι του. Είχε ντυθεί κανονικά και τώρα δεν έδειχνε τόσο όμορφη όσο προηγουμένως.
«Δηλαδή –έτσι πηδάνε οι άντρες της ηλικίας σου;» τον κάρφωσε.
«Που να ξέρω; Τράβα βρες τους και ρώτα τους...» ξεφύσηξε εκείνος.
Μείνανε αμίλητοι μέχρι να τους διακόψει το κουδούνι.
«Πάω ν΄ανοίξω», του είπε.
Η αράχνη από το ταβάνι του έκλεισε πονηρά το μάτι. Ή έτσι νόμισε.

«Τι γίνεται παλιόγερε –πεθαίνουμε;» φώναξε ο Ζόμπι από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. «Κι εσείς δεσποινίς; Ανιψιά τού εκλιπόντος;» συνέχισε γυρνώντας προς τη Δήμητρα.
«Έλα κάτσε ρε μαλάκα –δεν έχω όρεξη...» ψέλλισε ο Ηλίας.
Άκουσε την καρέκλα να σέρνεται προς το κρεβάτι, σε λίγο ο χώρος πάνω απ΄το κεφάλι του γέμισε από τα σπασμένα μπροστινά δόντια του Ζόμπι που αποκαλύφτηκαν σε κάτι σαν χαμόγελο.
«Τι παριστάνεις εδώ πέρα, μου λες;» τον ρώτησε ο Ζόμπι.
«Δεν μπορώ να κουνηθώ», του απάντησε ο Ηλίας.
«Από πότε;»
«Από το πρωί που ξύπνησα...»
«Και γιατί δεν πήρες έναν γιατρό;»
«Μη λες μαλακίες...»
«Άρα, χτες βράδυ κάναμε περίεργα πραγματάκια που δεν μπορούμε να τα πούμε σε καταξιωμένο επιστήμονα...»
«Κάπως έτσι....»
«Και η ξανθιά;»
«Που είναι τώρα;»
«Πήγε για χέσιμο –ξέρω ΄γω;»
«Ήταν στην παρέα του Νίκου του Γερμανού...»
«Και όλως παραδόξως βρέθηκε σήμερα το πρωί δίπλα σου!»
«Μάγος είσαι;»
«Καλή γκομενίτσα πάντως –κράτα τηλέφωνο».
«Τι να το κάνω στα χάλια μου;»
«Ε, πως! Να μην υπάρχει μια γυναίκα να μου σφίγγει το χέρι στην κηδεία σου;»
«Άσε μας ρε ηλίθιε!»
«Αυτό λέω κι εγώ. Άσε μας, παράτα μας! Ή σήκω και ντύσου ή πάρε τηλέφωνο τον γιατρό. Αν θες σε πάω και νοσοκομείο....»
«Άναψέ μου ένα τσιγάρο...»
«Κάνει; Στην κατάστασή σου;»
«Τέλειωνε γαμημένε!»
Η Δήμητρα τους βρήκε να καπνίζουν όταν ξαναμπήκε, πήγε από την άλλη πλευρά του κρεβατιού και κοντοστάθηκε.
«Εγώ λέω να πηγαίνω...» του είπε.
«Να πας όπου θες!» απάντησε ο Ηλίας.
«Αν θέλεις κάτι...»
«Είναι ο μαλάκας εδώ».
«Εννοώ από μένα...»
«Εντάξει –αν θελήσω κάτι θα σε βρω».
«Αφήστε το τηλέφωνό σας δεσποινίς –για παν ενδεχόμενο...» χώθηκε ο Ζόμπι.
Η Δήμητρα έψαξε την τσάντα της, βρήκε ένα σημειωματάριο και στυλό, έγραψε, έσκισε, άφησε στο κομοδίνο πλάι από το κρεβάτι.
«Περαστικά», του ευχήθηκε πριν εξαφανιστεί.
Ο Ηλίας συνέχισε να κοιτάζει το ταβάνι αμίλητος.
«Λοιπόν; Τι έγινε χτες;» τον ρώτησε ο Ζόμπι.
«Για πότε λες;» απόρησε ο Ηλίας.
«Πες μου για την ταβέρνα...»
«Σαχλαμάρες... Ένα κάρο ξενέρωτοι και κάτι λέσια...»
«Ο Λούι;»
«Τσου»
«Ο Γιάννης;»
«Πλάκα κάνεις; Αλλά είχε έρθει ο Πέτρος...»
«Έλα! Τι κάνει το άτομο;»
«Στη φρίκη του –κρυφοκοίταζε συνέχεια το κινητό του κι έψαχνε τη Μελίνα...»
«Δεν του είπες;»
«Ποιος ο λόγος; Άστον να ζει με τις αναμνήσεις...»
«Σωστά...»
Ο Ηλίας έψαξε το τασάκι για να σβήσει το τσιγάρο του.
«Φοβάμαι ρε μαλάκα», ψιθύρισε.
«Τι φοβάσαι; Αφού δεν πέθανες επιτόπου, μάλλον τη γλίτωσες...»
«Αυτό φοβάμαι, οτι θα μείνω έτσι –ανάπηρος. Θα με ταΐζουν σούπες και θα χέζομαι πάνω μου...»
«Μπα –μη φοβάσαι.... Δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθεί άτομο να σε ταΐζει, μάλλον θα πας από ασιτία....»
Ο Ηλίας γέλασε με το ζόρι.
«Τι θα κάνουμε;» ρώτησε.
«Σαν τι να κάνουμε δηλαδή;» απόρησε ο Ζόμπι.
«Ξέρω ΄γω; Σκότωσέ με ρε φίλε –από το να ξεφτιλιστώ, καλύτερα!»
«Ναι ε; Δηλαδή σε σκοτώνω και καθαρίζεις ενώ εγώ περνάω τα νιάτα μου στη φυλακή!»
«Ποια νιάτα ρε χούφταλο!»
«Τα δικά μου –μην το γελάς! Κάνω φυσική ζωή, πράγμα που σημαίνει οτι θα πεθάνω σε βαθιά γεράματα....»
«Φυσική ζωή λέγοντας, εννοείς οτι καπνίζεις μόνο φούντες και λιβάνια;»
«Ε, βέβαια! Έχω κόψει και το κρέας...»
«Έχεις κόψει το κρέας, έχεις κόψει το γαμήσι, δεν κόβεις και την πούτσα σου να ξεμπερδεύεις;»
«Και πως θα κατουράω;» διαμαρτυρήθηκε ο Ζόμπι. «Πάω να σου φτιάξω κάνα τσάι, να ισιώσεις....» αποφάσισε αμέσως καθώς σηκωνόταν.
«Άμα βρεις τσάι θα κάτσω να με γαμήσεις...» παρατήρησε ο Ηλίας.
«Στην κατάσταση που είσαι δε νομίζω οτι χρειάζεται να σου ζητήσω την άδεια...» σχολίασε ο Ζόμπι. «Αλήθεια ρε γελοίε –το πουλάκι σου δουλεύει ακόμα ή παρέλυσε;»
«Ξέρω γω; Δεν μου παίρνεις μια πίπα να το διαπιστώσουμε;» μούγκρισε ο Ηλίας.

Τελικά το τσάι προέκυψε καφές, ο Ηλίας στήθηκε από τον Ζόμπι σαν Ελ Σιντ στα μαξιλάρια και το μεσημέρι κατέληξε απόγευμα. Κάτι προτάσεις του Ζόμπι για σούπα απορρίφθηκαν μετά βδελυγμίας.
«Δε στα ‘πα....» είπε ο Ζόμπι ακουμπώντας τα αθλητικά του στο σεντόνι του κρεβατιού.
«Για πες τα...» ζήτησε ο Ηλίας.
«Λέμε με την ομάδα να μετακινηθούμε προς περιφέρεια....»
«Δηλαδή;»
«Επαρχία ρε παιδί μου... Ορεινή Πελοπόννησο ίσως....»
«Με την ομάδα ε;»
«Ναι...»
«Δηλαδή θα μετακομίσετε;»
«Κάπως έτσι...»
«Και νομίζεις ρε ηλίθιε οτι θα σας αντέξουν οι βλάχοι της Πελοποννήσου; Εκεί τους δεξιούς τους έχουν για αναρχικούς, αν πας εσύ με τα φρικιά σου θα σας κρεμάσουν στον πλάτανο...»
«Είναι κι αυτό μια κάποια λύση...» μουρμούρισε αφηρημένα ο Ζόμπι.
«Λύση το να σας δέσουν;» απόρησε ο Ηλίας.
«Τέλος πάντων –με σένα τι θα γίνει...»
«Δεν ξέρω. Να βρούμε κανένα γιατρό;»
«Τι πήρες χτες;»
«Μακάρι να θυμόμουν!»
«Α, τόσο καλά!»
«Πάντως αδερφέ μου –αν ερχόταν ο χρόνος πίσω, ούτε ασπιρίνη δεν θα ΄παιρνα! Γαμημένη χημεία, στη φέρνει από κει που δεν το περιμένεις!»
«Αν ερχόταν ο χρόνος πίσω...»
«Ούτε ασπιρίνη».
Ο Ζόμπι έσκυψε πάνω του κι ο Ηλίας γύρισε το κεφάλι. Κοιτάχτηκαν.
«Κάποτε θα συνέβαινε....» του είπε ο Ζόμπι.
«Ναι, αλλά όχι σε μένα...» συμπλήρωσε εκείνος.
«Θα πεταχτώ μέχρι το μαγαζί να κατεβάσω ρολά. Επειδή μας βλέπω να τον ξενυχτάμε τον μακαρίτη...» μουρμούρισε ο Ζόμπι καθώς σηκωνόταν.
Ο Ηλίας δεν είπε τίποτα.

Έμεινε μόνος σ΄ένα απρόσιτο σπίτι, σκέφτηκε τότε πώς δεν είχε κάνει τίποτα ενδιαφέρον τόσα χρόνια. Τίποτα που να αξίζει τον κόπο να διηγηθεί στις επερχόμενες απελπιστικές νύχτες της αναπηρίας. Απλώς πήδηξε διάφορες γκόμενες που δεν γούσταρε επειδή δεν κατάφερε ποτέ να κάνει κατάσταση με εκείνες που άξιζαν τον κόπο.
«Καλός, αλλά λίγος –ψάχνω διαφορετικό παραμύθι...» του είχε πει τότε η Μελίνα.
«Δεν υπάρχουν πια παραμύθια», είχε φυσήξει καπνό στα μούτρα της εκείνος.
«Κι αυτό σημαίνει οτι πρέπει να σταματήσω να ψάχνω;» τον είχε καρφώσει η Μαλίνα.
Και λοιπόν; Παντρεύτηκε το Λεωνίδα τον Σόλοικο στο τέλος –αυτό ήταν το παραμύθι της; Αυτό έψαχνε; Που ακούστηκε παραμύθι με δέκα στρέμματα κοιλιά και πάγκο στις λαϊκές αγορές;

Ο Ηλίας έστριψε αργά το κεφάλι και φύσηξε τον ανύπαρκτο καπνό από τα πνευμόνια του. «Η Μελίνα κουράστηκε να ψάχνει κι εγώ δεν προσπάθησα καν. Ούτε για την τιμή των όπλων! Έτσι χάθηκε ένα αξιομνημόνευτο πήδημα», ψιθύρισε.

Γιατί αργούσε τόσο ο Ζόμπι;

Έκλεισε τα μάτια του, άδειασε το κεφάλι του, χρειαζόταν επειγόντως ένα υπνωτικό αλλά τον πήρε ο ύπνος στην προσπάθειά του να βρει τρόπο να το φτάσει.

Και ήρθε ιδρώτας.

Ένας νιπτήρας με την πορσελάνη του στιγματισμένη από σβησίματα τσιγάρων, ο καθρέφτης ακριβώς από πάνω, αυτόν τον καθρέφτη έπρεπε να αποφύγει. Πάση θυσία. Και ένα βουναλάκι καυτής σκόνης, η νεφελώδης μάζα στο αλουμινόχαρτο, την κοίταζε αχόρταγα –δεν γινόταν να την πλησιάσει. Η σκόνη έμοιαζε με υδρατμό σε αναμονή.... Αυτό ήταν όλο;

Ο Ηλίας τινάχτηκε σα νευρόσπαστο, στηρίχτηκε στις παλάμες του, ανασηκώθηκε. Το δωμάτιο ξανάγινε τόσο μικρό όσο ήταν στην πραγματικότητα. Μόνο που η πραγματικότητα δεν ήταν.

Πήρε αναπνοή, πόνεσε, τα χέρια του έτρεμαν αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να ξαπλώσει. «Σ΄αυτόν τον κόσμο μπορώ ακόμα να κινούμαι», σκέφτηκε. Έτσι έκανε –σηκώθηκε προσεκτικά, χωρίς να σωριαστεί στο πάτωμα. Περπάτησε απολαμβάνοντας τη ζεστασιά του παρκέ στις γυμνές του πατούσες. «Περπατάω σχεδόν κανονικά», σκέφτηκε. Το δωμάτιο τέλειωσε, η πόρτα της κρεβατοκάμαρας άνοιξε, ο διάδρομος (κρύος), η πόρτα της τουαλέτας (ανοιχτή), ο νιπτήρας στη θέση του, η πορσελάνη (λευκή χωρίς σημάδια σβησμένων τσιγάρων), το σπίτι του...

Σκόνταψε σε μια κουλουριασμένη πετσέτα δίπλα στη μπανιέρα, κρατήθηκε –δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναπέσει. «Είμαι καλά λοιπόν», σκέφτηκε.

Δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναπέσει –έριξε νερό στα μούτρα του και όλα καθάρισαν.

«Δεν υπάρχει περίπτωση –καμιά περίπτωση!» φώναξε.

Και τότε χτύπησε το κουδούνι.

Δεν ήταν μακριά, δεν ήταν τόσο μακριά. Αλλά ζαλιζόταν κάπως. Και πονούσε. Πόδι, στήθος, ώμος –πονούσε.

Άνοιξε την πόρτα με το δεξί του χέρι.
«Ανώμαλος είσαι κι ανοίγεις την πόρτα ξεβράκωτος;» απόρησε ο Ζόμπι απέξω.
«Ανώμαλος ναι...» ψιθύρισε ο Ηλίας.
«Ανώμαλος αλλά υγιέστατος!» παρατήρησε ο Ζόμπι.
«Έχεις απόλυτο δίκιο... Κάτι πρέπει να κάνω γι΄αυτό...» θυμήθηκε ο Ηλίας.
Τον παράτησε σύξυλο στο χωλ, χωρίς να νοιαστεί ούτε την πόρτα να κλείσει –σάρωσε τα ντουλάπια του καθρέφτη στο μπάνιο, γέμισε τη χούφτα του χάπια και τα κατάπιε κάτω από τη βρύση. Έτρεμε και έτρεμε.
«Είσαι εντάξει τελικά;» φώναξε ο Ζόμπι.
«Μια χαρά –λέω να κάνω ένα ντους», απάντησε εκείνος.
Υδρατμοί από το ζεστό νερό που έτρεξε απότομα –σε λίγο όλα θα εξαφανίζονταν.

Και τότε ο Ηλίας πανικοβλήθηκε.

«Ρε μαλάκα!» ούρλιαξε.
«Τι έγινε πάλι;» απόρησε ο Ζόμπι.
«Πήγαινε μέχρι το κομοδίνο να δεις αν μου το άφησε τελικά το τηλέφωνό της η γκόμενα!» έκανε αγχωμένα ο Ηλίας.

Το χαρτί στο κομοδίνο έγραφε: «Δεν έχει φάση».

Τρίτη, Μάρτιος 09, 2010

"Μην ενοχλείτε τα ζώα!"

Συνήθως βαριέμαι να γράψω κάτι σχετικά με τον Δημόσιο τομέα –έχω την εντύπωση οτι κανέναν δεν ενδιαφέρουν αυτά τα πράγματα, ειδικά όταν το κείμενο δεν καυτηριάζει τον γραψαρχιδισμό των Δημοσίων υπαλλήλων. Σήμερα όμως θα κάνω μια εξαίρεση, επειδή η υπόθεση έχει πλάκα. Πολλή πλάκα –σκλήρυνση κατά πλάκας μη σου πω!

Θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος.

Χτες πήγε αυτός ο Ραγκούσης να περάσει το καινούργιο νομοσχέδιο για την «επιλογή των προϊσταμένων στο Δημόσιο» με τη διαδικασία του κατεπείγοντος. «Για λόγους δημοσίου συμφέροντος» κι έτσι –καταλαβαίνεις....

Επειδή τώρα μπορεί να μη γνωρίζεις, θα σε πληροφορήσω για κάποια πράγματα:

-Η προηγούμενη κυβέρνηση όταν ανέλαβε τα κουμάντα βόλεψε όλους τους αγωνιζόμενους νεοδημοκράτες δημόσιους υπάλληλους σε θέσεις προϊσταμένων και άλλες θέσεις –κουφέτα.
-Επειδή όμως οι καιροί είναι χαλεποί, υποχρεώθηκε ο τότε Υπουργός Πάκης να φτιάξει έναν νόμο για τις επιλογές των προϊσταμένων, όπου (του πούστη) υπήρχαν και κάποια αντικειμενικά κριτήρια (προϋπηρεσία, πτυχία, προηγούμενη εμπειρία και άλλες τέτοιες, ασήμαντες, λεπτομέρειες).
-Με τον νόμο Πάκη, οι περισσότεροι τοποθετημένοι νεοδημοκράτες (ή χτεσινοί Πασόκοι που είδαν μέσα σε μια νύχτα το φως το αληθινό!) θα έχαναν τις θέσεις τους επειδή από προσόντα διέθεταν μόνο κόνεξ ή/και κομματική αγωνιστικότητα. Φέρνω παραδείγματα: Υπάλληλοι που δεν είχαν γίνει καν τμηματάρχες, έγιναν διευθυντές. Υπάλληλοι που βρίσκονταν καταχωνιασμένοι, επέδειξαν αξιοζήλευτη κινητικότητα (μια βδομάδα τμηματάρχες, μια βδομάδα διευθυντές και στο τέλος του μήνα Γενικοί Διευθυντές). Προϊστάμενοι Διευθύνσεων Διεθνών Σχέσεων βρέθηκαν να μην ξέρουν ούτε καν δεύτερη γλώσσα και να μη μπορούν να απαντήσουν στα μέιλ τους. Συνταξιούχοι επανήλθαν στην ενεργό δράση. Κομμωτήρια επιστρατεύτηκαν, τουαλέτες ράφτηκαν, ψύλλοι καλιγώθηκαν... Και άλλα πολλά έγιναν –αναφέρω μόνο τα ασήμαντα.
-Ψηφίστηκε, που λες, ο νόμος Πάκη όμως δεν μπήκε ποτέ σε λειτουργία. Λήξανε οι θητείες των προϊσταμένων και αρνήθηκαν οι υπηρεσίες να κάνουν νέες κρίσεις υπαλλήλων. Όταν λέω υπηρεσίες διάβαζε πολιτικούς προϊστάμενους και υπηρεσιακά συμβούλια –έτσι; Έμειναν λοιπόν οι ληγμένοι ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ και η ζωή συνεχίστηκε.
-Το όλο θέμα δεν είχε να κάνει μόνο με την ψώρα των διορισμένων προϊσταμένων που δεν ήθελαν να χάσουν τα αξιώματά τους. Το κυρίως πιάτο ήταν η συμμετοχή σε αμειβόμενες επιτροπές και συμβούλια –πολλά τα φράγκα μάνα μου! Γι΄αυτό άλλωστε και η προηγούμενη κυβέρνηση φρόντισε να φτιάξει τόσες επιτροπές και ειδικές υπηρεσίες ώστε να μην αφήσει κανέναν (δικό της) παραπονεμένο.

Ερωτώ τώρα εγώ ο αφελής: μήπως η παραπάνω κατάσταση πρέπει να αλλάξει επειγόντως; Κατεπειγόντως που λέει κι ο Ραγκούσης. Μήπως η παρούσα κυβέρνηση κατηγορείται για καθυστερήσεις κι έτσι θα έπρεπε να κινηθεί πιο γρήγορα σε κάποια ζητήματα, όπως αυτό εδώ;

Επειδή ήρθε η κουβέντα σε καθυστερήσεις, να σου πω δυο λόγια για το νομοσχέδιο Ραγκούση:

-Επιλογές Γενικών Διευθυντών από επιτροπή στην οποία συμμετέχουν μέλη του ΑΣΕΠ και μέλη του Συνηγόρου του Πολίτη.
-Επιλογές Προϊσταμένων από επιτροπή Γενικών Διευθυντών.
-Πέρα από τα προσόντα των υποψηφίων θα υπάρχει ΚΑΙ συνέντευξη στις παραπάνω επιτροπές ΚΑΙ γραπτές εξετάσεις.

Τουτέστιν, χρονοβόρα πράγματα (αντικειμενικές θα είναι μάλλον οι κρίσεις αλλά για να ολοκληρωθούν θα χρειαστούν εξάμηνο το λιγότερο). Κι επειδή τα πράγματα χρονοβόρα, είπε ο έρμος ο Ραγκούσης να τα ξεκινήσει μια ώρα αρχύτερα.

Πάμε τώρα στην θέση της ΑΔΕΔΥ:

«Θεωρούμε ότι το ζήτημα της αξιοκρατίας, της λειτουργικής αυτοτέλειας της Δημόσιας Διοίκησης, του χτυπήματος των κομματικοπελατειακών σχέσεων, της συμμετοχής των εργαζομένων στις αποφάσεις που τους αφορούν και που αποτελούν διαχρονικές διεκδικήσεις της ΑΔΕΔΥ, δεν εξυπηρετούνται με τέτοιου τύπου διαδικασίες. Για το λόγο αυτό ζητάμε ουσιαστικό διάλογο για την εισαγωγή και ψήφιση νομοσχεδίου με κανονική διαδικασία, που θα υπηρετεί τις παραπάνω αρχές», λένε με ανακοίνωσή τους τα παλικάρια!
Εγώ που είμαι Δημόσιος Υπάλληλος έχω να παρατηρήσω επί της συγκεκριμένης ανακοίνωσης πως τελικά η μαλακία τυφλώνει! Διότι, γαμώ το φελέκι μου δηλαδή, εγώ έχω διαβάσει το κείμενο του νομοσχεδίου εδώ κι ένα μήνα, όταν το στείλανε σε όλες τις Δημόσιες Υπηρεσίες για να κάνουν τις προτάσεις τους! Μοιράστηκε σε κάθε υπάλληλο –πως να το κάνουμε δηλαδή; Οι λεβέντες της ΑΔΕΔΥ δεν το πήραν πρέφα; Στα γραφεία τους στο Δημόσιο δεν πατάνε καθόλου; Αν τύχει να περάσουν (κάποτε) θα το βρουν το κειμενάκι να τους περιμένει εκεί πάνω, αραχνοΰφαντο. Τόσον καιρό δεν μπορούσαν να κάνουν τον γαμωδιάλογό τους; Τι περίμεναν; Να ωριμάσουν τα τζάνερα και οι μπιγκόνιες;

Να πω και κάτι περί προτάσεων της ΑΔΕΔΥ –η συγκεκριμένη συνδικαλιστική οργάνωση ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΙ ΠΟΤΕ ΚΑΜΙΑ πρόταση. Έχει κάνει ευχολόγια, έχει προτείνει τη δωρεάν παραχώρηση οικοπέδων στο φεγγάρι για τους συνταξιούχους –αλλά πρόταση που να έχει προοπτικές υλοποίησης, «συγνώμη χρυσό μου, δεν θα μπορέσω!» Το πρόβλημα της ΑΔΕΔΥ στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο είναι οι γραπτές εξετάσεις –απλά πράγματα! Όπως αντιδρούσαν στην αξιολόγηση των καθηγητών και των δασκάλων, έτσι θα αντιδράσουν κι εδώ. Διότι ο συνδικαλισμός πρέπει να προστατεύει τους αναλφάβητους –τι νόμισες;

Πάμε και στο Ελληνικό Κοινοβούλιο:

Σκάει που λες ο πάνσοφος (και πασίγερος) Απόστολος Κακλαμάνης και διαμαρτύρεται: «Δεν μπορεί να ταλαιπωρείται συνέχεια η Βουλή με τη διαδικασία του κατεπείγοντος!» Δηλαδή, που να κάθεται να διαβάζει το νομοσχέδιο ο άθρωπας, είναι και 33 ολόκληρες σελίδες –άστο στο μούσκιο να ωριμάσει κάνα μήνα! Να το περιλάβουν οι εφημερίδες, να το κάνουν μια περίληψη βρε αδερφέ! Σκέφτηκε ο πάνσοφος.

Είπαν κι άλλα ωραία πράγματα οι βουλευτές –αλλά δεν έχει σημασία. Τελικά επικράτησε η άποψη «Δεν μπορείς να βιάσεις την αγάπη/ όχι, όχι πρέπει να περιμένεις», που έλεγε παλιά κι ο γελοίος Φιλ Κόλινς.

Να σταθώ όμως και λίγο στη στάση της Ν.Δ. επειδή έχω αυτή την όρεξη για καλαμπούρια:

«Ο βουλευτής Λάρισας (Χ. Ζώης) σε υψηλούς τόνους είχε θέσει το ερώτημα γιατί η κυβέρνηση επέλεξε τη διαδικασία του κατεπείγοντος, παρόλο που το συγκεκριμένο νομοσχέδιο δεν είχε επείγοντα χαρακτήρα και είχε καυτηριάσει το περιεχόμενο της κυβερνητικής πρότασης. Μετά τις αντιδράσεις, το υπουργείο Εσωτερικών υποχώρησε χθες όσον αφορά το διαδικαστικό της κοινοβουλευτικής συζήτησης, ωστόσο δεν απέσυρε το νομοσχέδιο, το οποίο η Ν.Δ. χαρακτηρίζει «κόκκινο πανί», καθώς στρέφεται ουσιαστικά κατά των λειτουργών και των στελεχών της δημόσιας διοίκησης, που επέλεξαν να μην ανήκουν στις κομματικές οργανώσεις του ΠΑΣΟΚ.
Σκληρές ήταν οι δηλώσεις που έκανε χθες για το θέμα ο εκπρόσωπος τύπου της Ν.Δ., βουλευτής Β’ Αθήνας, Πάνος Παναγιωτόπουλος, ο οποίος τόνισε ότι το νομοσχέδιο Ραγκούση θα οδηγήσει την ελληνική δημόσια διοίκηση σε πλήρη καταρράκωση κάθε έννοιας αξιοκρατίας και σωστής αξιολόγησης.
Επισήμανε επιπλέον ότι το ΠΑΣΟΚ δεν είχε κανένα λόγο να συντάξει ένα νέο νομοσχέδιο για την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων, προσθέτοντας μάλιστα καυστικά ότι η κυβέρνηση:
«Με τους ίδιους στόχους και με το ίδιο περιεχόμενο μπορούσε να επαναφέρει σε δράση το νομοσχέδιο, το οποίο είχε καταθέσει, λίγο μετά το 1981, ο Μένιος Κουτσόγιωργας, με το οποίο το ΠΑΣΟΚ αποπειράθηκε και πέτυχε να αλώσει κομματικά την ελληνική δημόσια διοίκηση». (το κειμενάκι το πήρα από την ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ).

Λοιπόν το καλαμπούρι είναι οτι αυτοί καρφώνονται από μόνοι τους! «Στρέφεται ουσιαστικά κατά των λειτουργών και των στελεχών της δημόσιας διοίκησης, που επέλεξαν να μην ανήκουν στις κομματικές οργανώσεις του ΠΑΣΟΚ», λέει ο Ζώης τουτέστιν, παραδέχεται οτι γεμίσανε τον τόπο με ΜΗ ΠΑΣΟΚΟΥΣ! Δηλαδή; Φέρανε ΚΚΕδες και Συριζαίους στα πράγματα; Κι αν ναι –που τους βρήκαν; Μήπως φέρανε και μερικούς νεοδημοκράτες επίσης; Κι αν πάλι ναι –πού στον πούτσο ξέρουν τι είναι ο καθένας στη δημόσια διοίκηση; Αλλά κι αν το ξέρουν (κρατάνε δηλαδή φάκελο με τις πολιτικές πεποιθήσεις του καθενός) πώς κέρατο θα το μάθουν οι βρωμοπασόκοι υπουργοί; Μήπως τελικά κάνουν μπαμ από χιλιόμετρα οι άσχετοι που πήραν τις θέσεις και ο καθένας μπορεί να ανθιστεί οτι τα συγκεκριμένα τζιμάνια, αν δεν είχαν βύσμα, δεν θα γίνονταν ούτε βοηθοί κλητήρων;

Σιγοντάρει κι ο Πάνος Προφιτερόπουλος οτι το Πασόκ δεν είχε κανένα λόγο να φτιάξει νέο νομοσχέδιο! Δεν βρέθηκε κανένας να του πει οτι στο Δημόσιο έχουν να γίνουν κρίσεις προϊσταμένων από του Αγίου Ανδρεουλάκου ανήμερα; Δεν βρέθηκε κανένας να του πει οτι αν σήμερα ο Χ πολίτης γουστάρει, μπορεί να αμφισβητήσει την ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ Δημόσια πράξη, εφόσον την υπογράφει Διευθυντής με ληγμένη θητεία (άρα Διευθυντής χωρίς αρμοδιότητα);

Περί του 1981 που ο Κωτσόγιωργας άλωσε τη Δημόσια Διοίκηση έχει δίκιο ο Πάνος. Μπήκανε τότε Πασόκοι πολλοί, διπλασιάστηκε σχεδόν το μέγεθος του Δημόσιου τομέα. Αυτό όμως που δεν λέει ο Πανούλης είναι οτι ΠΡΙΝ ΤΟ ’81, αν σε βλέπανε με καμιά περίεργη αναρχοαυτόνομη εφημερίδα (ας πούμε με το ΕΘΝΟΣ) σε στέλνανε σπίτι σου να κοιτάς τις αμυγδαλιές (ή τις αμυγδαλές σου στον καθρέφτη –εφόσον δεν έμενες σε μονοκατοικία). Αυτό που επίσης δεν είπε ο αξιότιμος είναι οτι οι διώξεις των κεντρώων και των αριστερών ΔΕΝ σταμάτησαν μετά τη χούντα, αλλά συνεχίστηκαν κανονικά επί ηγέτη Καραμανλή. Τουτέστιν, αν έχουν ανοιχτά τεφτέρια στα μπακάλικά τους οι Δεξιοί με τους Κεντρώους -εγώ χέστηκα. Ας τα βρουν μεταξύ τους. Όμως το οτι ήταν κανάγιας ο Κουτσόγιωργας δεν σημαίνει οτι πρέπει να μείνουν αιωνίως προϊστάμενοι στο Δημόσιο οι συνταξιούχοι της ΝΔ! Άνθρωποι είναι κι αυτοί –πόσο να φάνε πια! Θα πάθουν τίποτα και θα χρεωνόμαστε με δημόσιες κηδείες σε περίοδο κρίσης!

Εν κατακλείδι, για να μην το παρατραβάνε το αστείο και το ξεχειλώσουμε: αράξτε ρε μάγκες με το νομοσχέδιο του Ραγκούση, αφήστε μπας και κουνηθεί τίποτα στο Δημόσιο! Που στέλνεις ένα κείμενο με μέιλ στο Διευθυντή και στο ζητάει να του το πας σε φωτοτυπία επειδή δεν ξέρει ν΄ανοίξει το παράθυρο του Word! Πού γράφεις «τα παραπάνω» και στο διορθώνει σε «τα ανωτέρω»! Εσείς οι ΑΔΕΔΥ και οι βουλευτές και οι λοιποί υπέρμαχοι δε δουλεύετε εδώ πέρα –μην ασχολείστε λοιπόν με τις διαδικασίες του Δημοσίου!

Και οι υπόλοιποι που βρίζουν το αρτηριοσκληρωτικό Δημόσιο, καλά θα κάνουν να προσανατολίζουν τη ροχάλα τους. Επειδή στο κάτω-κάτω της Γραφής δε φταίω εγώ που η ΑΔΕΔΥ φοβάται τις γραπτές εξετάσεις, ούτε φταίω που ο Κακλαμάνης βαριέται να διαβάσει. Και σίγουρα δεν ευθύνομαι ούτε για τον νόμο Πάκη, ούτε για το γεγονός οτι ο οποιδήποτε Ζώης ή Παναγιωτόπουλος περνάνε για κανονικοί άνθρωποι και δεν τους έχουν κλείσει ακόμα στο Δαφνί!

Νομίζω;

Υ.Γ.: Διάβαζα σήμερα το πρωί ότι το νομοσχέδιο κολλάει σε μια διάταξη περί δυνατότητας του Πρωθυπουργού να παραγγέλνει μελέτες και να πληρώνει επιτροπές από μόνος του. Επειδή όμως είμαι κατά βάθος ευγενικός άνθρωπος προτίμησα να μην ασχοληθώ με αυτό το θέμα -είναι και μέρες νηστείας, δε λέει να το γυρίσω στα γαμωσταυρίδια μεσημεριάτικα!

Δευτέρα, Μάρτιος 08, 2010

Μορφωμένες πουτάνες και αμόρφωτοι διανοούμενοι

Παλιότερα είχα αυτή την απορία –τι ζόρι τραβάει ο κάθε τραμπάκουλας με τη «δικτατορία της Κούβας»! Αναρωτιόμουν, τι διάολο τους πιάνει και αναμεταδίδουν κάθε τσίχλα των Αμερικάνικων Πρακτορείων Ειδήσεων με ζέση την οποία θα ζήλευαν και οι τηλε-ευαγγελιστές της «Αυτοκρατορίας»...
Παλιότερα όλα αυτά –μετά έβγαλα κάποια άκρη.

Προσέχοντας ποιος γράφει τι σκέφτηκα οτι ίσως πρόκειται για πρώην Κνίτες ή/και πρώην Ρηγάδες που βγάζουν τα απωθημένα τους επειδή το «Κόμμα» δεν τους άφηνε να υμνήσουν τη «Βελούδινη Επανάσταση» ή επειδή οι «Αποστάτες» τους έψηναν πως ο Τσαουσέσκου είναι απευθείας απόγονος του Λένιν. Μπορεί να΄ναι κι έτσι.

Όπως και να’χει, διαβάζοντας τις καινούργιες παρλαπίπες περί Κούβας θυμήθηκα εκείνη την παλιά υπόθεση της «κατατρεγμένης μπλόγκερ Γιόανι Σάντσες» που αναγκαζόταν να τρυπώνει κρυφά στα μεγάλα ξενοδοχεία της Αβάνας προσποιούμενη τη Γερμανίδα (η κοπέλα είναι μιγάδα και έχει τόσες πιθανότητες να περάσει για Γερμανίδα, όσες ακριβώς έχω εγώ να περάσω για εν ενεργεία μπασκετομπολίστας του Ολυμπιακού), αυτά τράβαγε λοιπόν προκειμένου να ποστάρει στο μπλογκ της όσο οι αρχές την κυνηγούσαν ανελέητα –τόσο ανελέητα που η Γιοάνι είχε σηκώσει μέχρι και τη φωτογραφία της στο ίντερνετ! Μονίμως ηλίθιοι οι Κουβανοί ασφαλίτες –έτσι;

Γιατί θυμήθηκα τη Γιοάνι Σάντσες; Επειδή ξαναδιάβασα το όνομά της, πάλι σε άρθρο του Μιχάλη Μητσού –έχουμε λοιπόν σίκουελ της σαπουνόπερας: «δώστε ίντερνετ στους Κουβανούς»! Την προηγούμενη φορά είχα κάνει τη μαλακία να σχολιάσω στο μπλογκ του συγκεκριμένου κυρίου –η απάντησή του εξαντλήθηκε κυρίως στην ειρωνεία περί του πόσο ΚΚΕ είμαι!

Να ξεκαθαρίσω λοιπόν τη θέση μου για την Κούβα επειδή -που ξέρεις; Μπορεί να είμαι ΚΚΕ και να μην το έχω πάρει είδηση!

Οι γνώσεις μου περί Κουβανέζικου μοντέλου διακυβέρνησης προέρχονται από βιβλία σχετικά με την ιστορία του νησιού μετά την επικράτηση της επανάστασης του Φιδέλ και από προσωπική εμπειρία (έχω πάει δυο φορές στο νησί). Άκου λοιπόν:

Το κουβανέζικο μοντέλο διακυβέρνησης μπορεί να οριστεί σαν Κρατικός Σοσιαλισμός, με σχεδόν πλήρη την εποπτεία του κράτους στις παραγωγικές δραστηριότητες και με αυξημένη, ταυτόχρονα, την κρατική μέριμνα για το επίπεδο διαβίωσης των πολιτών. Στα πλαίσια του συγκεκριμένου συστήματος, η πολιτική διαμάχη έχει μεταφερθεί σε διαφορετικό πεδίο από αυτό της κομματικοποίησης. Τουτέστιν, δεν έχει σημασία ΠΟΣΑ κόμματα μετέχουν στις εκλογές αλλά ΠΟΙΕΣ είναι οι επιλογές που θα ψηφίσουν οι εκπρόσωποι (με ή χωρίς εισαγωγικά, δεν είμαι σε θέση να ξέρω) των πολιτών.

Στην Κούβα γίνονται εκλογές κανονικά, είτε σε εθνικό επίπεδο όπου επιλέγονται οι κοινοβουλευτικοί αντιπρόσωποι, είτε σε τοπικό επίπεδο (γειτονιάς, κομματικής οργάνωσης) προκειμένου να επιλεγούν οι αντιπρόσωποι που θα προωθήσουν τα τοπικά αιτήματα στην κεντρική εξουσία.

Τέλος –υπάρχει ο θεσμός του δημοψηφίσματος, για τη διεξαγωγή του οποίου απλώς απαιτείται η συλλογή συγκεκριμένου αριθμού υπογραφών (8.000 νομίζω σε πληθυσμό 10.000.000).

Το συγκεκριμένο μοντέλο διακυβέρνησης σαφώς και δεν είναι ιδανικό. Σαφώς και δεν είναι ότι προσωπικά θα ανέμενα από μια επανάσταση η οποία θα καταργούσε την καταπίεση. Σαφώς και δεν έχει σχέση με κομμουνισμό.

Αλλά είναι ένα μοντέλο με ανθρώπινο πρόσωπο αν το συγκρίνεις με το καπιταλιστικό μοντέλο διακυβέρνησης των κρατών της Δύσης.

Ή, όπως έλεγε ένας Κουβανός αξιωματούχος: «Όσοι από τη Δύση μας πιέζουν να αλλάξουμε το πολιτικό μας σύστημα θα πρέπει μας πουν κιόλας ΤΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΕΧΟΥΝ ΝΑ ΜΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΝ».

Πάμε τώρα στο γελοίο του πράγματος –δηλαδή στους έγκριτους αρθρογράφους:

«Αστυνομία γύρω από το κοιμητήριο. Αστυνομία παντού μέσα στην πόλη. Προληπτικές συλλήψεις αντικαθεστωτικών της περιοχής. Οι κουβανικές Αρχές προειδοποίησαν τους ξένους δημοσιογράφους να παραμείνουν στην Αβάνα· μακριά και απόντες. Ετσι, σε κλίμα ζόφου και τρομοκράτησης, έγινε στη Μπάνες -στον τόπο όπου γεννήθηκε- η κηδεία του Ορλάντο Σαπάτα.
Ορλάντο Σαπάτα. Κουβανός πολιτικός κρατούμενος. Πέθανε στις 23 Φεβρουαρίου, σε ένα νοσοκομείο της Αβάνας, έπειτα από 85 ημέρες απεργίας πείνας. Ηταν 42 ετών», ξεκινάει το άρθρο της με τίτλο «Η Κούβα σκοτώνει τα παιδιά της», η Τέτα Παπαδοπούλου στην Ελευθεροτυπία (δεν θα παραθέσω ολόκληρα τα άρθρα –όποιος θέλει, μπορεί να τα διαβάσει στα σχετικά λινκ). Αν ξεπεράσεις το Φωσκολικό ύφος, καταλαβαίνεις οτι πρόκειται περί κάποιου Ορλάντο Σαπάτα ο οποίος πέθανε σε απεργία πείνας.

Πρώτη ερώτηση: Γιατί ήταν φυλακή αυτός ο πολιτικός κρατούμενος;
«Ορλάντο Σαπάτα. Καταδικάστηκε το 2003 σε 18 χρόνια φυλάκισης για «διασάλευση της δημόσιας τάξης». Ηταν μέλος μιας παράνομης, βέβαια, οργάνωσης για την υπεράσπιση των πολιτικών ελευθεριών («Κουβανική Δημοκρατική Επιτροπή», DDC). Στην Κούβα, όποιος ζητά ακόμη και τις πιο στοιχειώδεις πολιτικές ελευθερίες, διαταράσσει την α λα Κάστρο «δημόσια τάξη», μας πληροφορεί η καλή Τέτα.

«Έτσι, επιβάλλεται να εξηγήσουμε πολύ σύντομα, χωρίς περιττούς χαρακτηρισμούς, για το ποιος ήταν ο Σαπάτα Ταμάγιο. Παρά τον εξωραϊσμό, ήταν ένας συνηθισμένος κρατούμενος που ξεκίνησε την εγκληματική του δράση το 1988. Διώχθηκε για τα εγκλήματα «παραβίασης οικογενειακού ασύλου» (1993), «πρόκληση κακώσεων» (2000), «απάτη» (2000), πρόκληση τραυματισμών και κατοχή όπλου» (2000: τραυματισμό και γραμμικό κάταγμα κρανίου στον Λεονάρντο Σιμόν, με τη χρήση μαχαιριού), «διασάλευση κοινής ησυχίας» και «διατάραξη της δημόσιας τάξης» (2002), ανάμεσα σε άλλες υποθέσεις οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με την πολιτική, αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση στις 9 Μαρτίου 2003 και υπέπεσε πάλι σε αδικήματα στις 20 του ίδιου μήνα. Με βάση το ποινικό του μητρώο, αυτή τη φορά καταδικάστηκε σε 3 χρόνια φυλάκισης, αλλά η αρχική καταδίκη αυξήθηκε πολύ τα επόμενα χρόνια εξ αιτίας της επιθετικής συμπεριφοράς του στη φυλακή.
Στην λίστα των αποκαλούμενων πολιτικών κρατούμενων, που δημιουργήθηκε για να καταδικαστεί η Κούβα το 2003 από την χειραγωγούμενη πρώην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, δεν υπάρχει το όνομα του –όπως βεβαιώνει χωρίς να αναφέρει τις πηγές και τα γεγονότα, το ισπανικό πρακτορείο Τύπου EFE – παρά το γεγονός ότι η τελευταία φορά που φυλακίστηκε συνέπεσε με την φυλάκιση εκείνων. Εάν είχε υπάρξει προηγούμενη πολιτική πρόθεση, δεν θα είχε αφεθεί ελεύθερος έντεκα ημέρες πριν», αντιγράφω από σχετικό άρθρο που δημοσιεύτηκε στο tvxs (κακομεταφρασμένο –αφού ο συντάκτης το βούτηξε από εδώ, αλλά θεώρησε σκόπιμο να μην αναφέρει την πηγή του!)
Έχουμε λοιπόν ένα θεματάκι σχετικά με το πόσο πολιτικός ήταν (ή έγινε) ο συγκεκριμένος κρατούμενος.

Δεύτερη ερώτηση: Ποια ήταν τα αιτήματα για τα οποία απεργούσε ο Σαπάτα;

«Ορλάντο Σαπάτα. Αποφάσισε να αρχίσει απεργία πείνας -ο άνθρωπος δεν είχε άλλον τρόπο να αμυνθεί- σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις βάρβαρες συνθήκες της κράτησής του. Θύμα ανηλεών ξυλοδαρμών και ρατσιστικής βίας από τους φρουρούς της φυλακής· ήταν, βλέπετε, μαύρος...», οδύρεται η Τέτα.

«Ο Σαπάτα ήταν ο τέλειος υποψήφιος: ένας άνθρωπος «ασήμαντος» για τους εχθρούς της Επανάστασης, εύκολος στο να πειστεί να επιμείνει σε μία ανόητη προσπάθεια, αδύνατων αιτημάτων (τηλεόραση, κουζίνα και τηλέφωνο στο κελί του) που κανένας από τους πραγματικούς αρχηγούς του δικτύου δεν είχε το θάρρος να ζητήσει», αναφέρει το κλεμμένο άρθρο του tvxs.

Να προσθέσω οτι το μεγαλύτερο ποσοστό των σωμάτων Ασφαλείας (και των δεσμοφυλάκων) στην Κούβα αποτελείται από μαύρους και μιγάδες, αλλά αυτό δεν τους εμποδίζει να είναι ρατσιστές με τους άλλους μαύρους σύμφωνα με την Τέτα!

Και περνάμε στο κυρίως πιάτο, δηλαδή τον αγωνιζόμενο Μιχάλη Μητσό:

«Ο Γκιγιέρμο Φαρίνιας... στη διάρκεια της προηγούμενης (απεργίας πείνας), που έκανε το 2006 ζητώντας ελεύθερη πρόσβαση στο Ιnternet για όλους τους Κουβανούς, χρειάστηκε να διακομιστεί επανειλημμένα στο νοσοκομείο. Το ίδιο συνέβη και χθες, όγδοη ημέρα της νέας του απεργίας όπου αρνείται και το νερό. Την ξεκίνησε την επαύριο του θανάτου του Ορλάντο Σαπάτα, που υπέκυψε ύστερα από απεργία δυόμισι μηνών. Το αίτημά του είναι το ίδιο μ΄ εκείνου: να αφεθούν ελεύθεροι 26 πολιτικοί κρατούμενοι που παρουσιάζουν προβλήματα υγείας».

Λοιπόν, άλλος πάλι αυτός ο Φαρίνιας! Ο οποίος ζητούσε το 2006 ελεύθερη πρόσβαση στο ίντερνετ για όλους τους Κουβανούς!
Τώρα, εγώ που από το 2004 ήδη επικοινωνούσα με Κουβανούς μέσω μέιλ για να κλείσω δωμάτιο στην Αβάνα και μετά, για χρόνια, αντάλλασσα μαζί τους μέιλ περί του πως περνάνε κι όλα τα σχετικά –μάλλον σε τίποτα υψηλά ιστάμενους θα είχα πέσει, δεν εξηγείται αλλιώς! Και τα σπίτια που είδα στην Αβάνα με υπολογιστές και ίντερνετ, μάλλον τουριστικές ατραξιόν ήταν –όχι αληθινά κουβανέζικα σπίτια! Το ίδιο προφανώς ισχύει για τα κουβανέζικα μπλογκ, για τις σελίδες απ΄όπου μπορείς να αγοράσεις πράγματα στην Κούβα κ.λ.π. Οι Κουβανοί ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ελεύθερη πρόσβαση στο ίντερνετ –πάει και τελείωσε! Το γράφει χρόνια τώρα ο Μητσός και το στηρίζει στα κείμενα που σηκώνει η Σάντσες και άλλοι Κουβανοί μπλόγκερς οι οποίοι, ας μην ξεχνάμε οτι, στερούνται της ελεύθερης πρόσβασης!
Αλλά, τώρα πλέον ο Φαρίνιας έχει άλλο αίτημα –το ίδιο με του μακαρίτη του Ορλάντο Σαπάτα. Ποιο είναι αυτό; «να αφεθούν ελεύθεροι 26 πολιτικοί κρατούμενοι που παρουσιάζουν προβλήματα υγείας»!!!

Δηλαδή, ρεζουμάρω: Ο μακαρίτης ο Σαπάτα ξεκίνησε να απεργεί για να διαμαρτυρηθεί περί των συνθηκών κράτησής του αλλά στη συνέχεια το αίτημά του μετατράπηκε σε απελευθέρωση των 26 πολιτικών κρατουμένων! «Με προβλήματα υγείας», βεβαίως!

Να ρωτήσω κάτι αστείο: Αν κάνω απεργία πείνας δεν αποκτώ προβλήματα υγείας; Δηλαδή απεργώ τελικά για την απελευθέρωση των απεργών; Όλο αυτό μου μοιάζει με το παλιό ανέκδοτο: «δουλεύω για να πάρω παπί για να πηγαίνω στη δουλειά μου».

Εκτός βέβαια, αν τα άτομα με προβλήματα υγείας είναι κακοποιημένοι φυλακισμένοι –πράγμα για το οποίο αμφιβάλλω, μέχρι να δω με τα ματάκια μου σχετικές μαρτυρίες. Υπάρχουν; Μα προφανώς δεν υπάρχουν κι αυτό από μόνο του είναι απόδειξη της βάναυσης κακομεταχείρισης των κρατουμένων –ούτε να διαμαρτυρηθούν δεν τους επιτρέπουν! Σωστά ρε ξεφτέρια;

«Ο Φαρίνιας είναι απαισιόδοξος. Αν δεν ξεκινήσουν απεργία πείνας 50 διαφωνούντες μαζί, λέει, δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα. Αλλά η (άτυπη) αντιπολίτευση δεν θέλει μια τέτοια εξέλιξη. Πάνω απ΄ όλα, λένε, μετράει η ανθρώπινη ζωή. Η κυβέρνηση των Κάστρο δεν το έχει σε τίποτα να αφήσει να πεθάνουν κι άλλοι απεργοί. Η αντίδρασή της στον θάνατο του Σαπάτα ήταν να συλλάβει δεκάδες ανθρώπους που πήγαιναν στην κηδεία, μεταξύ των οποίων και τη γνωστή μπλόγκερ Γιοάνι Σάντσες», συνεχίζει ο Μητσός.

«Στον νέο του ρόλο (ο Ορλάντο Σαπάτα) παροτρύνθηκε ξανά και ξανά από τους πολιτικούς του μέντορες να κάνει απεργίες πείνας που υπονόμευσαν καθοριστικά τον οργανισμό του. Η κουβανική ιατρική ήταν από κοντά. Στα διάφορα νοσοκομειακά ιδρύματα που τον περιέθαλπαν υπάρχει προσωπικό υψηλής ειδίκευσης – στο οποίο προστέθηκαν σύμβουλοι από διάφορα κέντρα – και δεν λυπήθηκαν τη χρήση πόρων για τη θεραπεία του. Του χορηγήθηκε τροφή ενέσιμη. Η οικογένεια του ενημερωνόταν για κάθε βήμα. Η ζωή του παρατάθηκε για μέρες με τεχνητή αναπνοή. Για όλα αυτά υπάρχουν αποδείξεις», αναφέρει το άρθρο του tvxs.

Εγώ τώρα, τι να πιστέψω;

Το ισπανόφωνο μπλογκ (άρα και το tvxs) που γράφει οτι η όλη υπόθεση είναι στημένη ή τον Μητσό και την Τέτα; Ας δούμε το θέμα σε επίπεδο πηγών ενημέρωσης:
Αν το μπλογκ αντλεί το υλικό του από επίσημες κομματικές πηγές της Κούβας, οι άλλοι δυο αντλούν το υλικό τους από προπαγανδιστικά έντυπα της Δύσης που χρόνια τώρα συκοφαντούν το κουβανέζικο σύστημα διακυβέρνησης. Έχω δίκιο ή δίκιο έχω;

Πάμε τώρα στο «δια ταύτα» των άρθρων Τέτης –Μητσού:

Μας αφορά ο θάνατος του Ορλάντο Σαπάτα; Μας αφορά η τύχη των αντιφρονούντων στην Κούβα;
"Τι να πεις. Την ελληνική Αριστερά, ούτε (επί Σοβιετίας) την αφοροούσαν ούτε (τώρα) την αφορούν τέτοια πράγματα. Δεν έχει χρόνο. Ασχολείται, βλέπετε, αποκλειστικά με τον ιμπεριαλισμό.
Πολλοί, στην Ευρώπη, θεωρούν την Κούβα μια χώρα μακρινή. Μακρινή ως προς την απόσταση; Εντάξει. Μακρινή ως προς το καθεστώς; Οχι. Οι Κουβανοί ζουν αυτό που έζησε επί μισόν αιώνα, μέχρι το 1989, η μισή Ευρώπη: τον ολοκληρωτισμό.
Πολλοί, ειδικά στην Ελλάδα, δυσκολεύονται να δεχθούν το αυτονόητο. Οτι δηλαδή είτε κόκκινη είτε μαύρη, η δικτατορία είναι δικτατορία. Και στην περίπτωση της Κούβας δεν πρόκειται απλώς για δικτατορία αλλά ακριβώς για ολοκληρωτικό καθεστώς.
Ακούω δεξιά και αριστερά ότι οι Κουβανοί είναι «υπερήφανος λαός». Τι μανία και αυτή, να βλέπουν υπερηφάνεια εκεί που υπάρχει ταπείνωση, και τρόμος, εξαθλίωση και προπαγάνδα. Πώς μπορεί να είναι υπερήφανοι οι Κουβανοί, όταν για ένα ραδιόφωνο παγκοσμίου λήψεως «κερδίζεις» περί τα δέκα χρόνια φυλακής;» γράφει γλαφυρά η Τέτα.

Κάνει, υποθέτω, την αντίστιξη μεταξύ «ολοκληρωτισμού του Ανατολικού μπλοκ» και «δημοκρατίας της Δύσης». Δηλαδή η Δύση είχε δημοκρατία εφόσον στις εκλογές μπορούσες ανέκαθεν να επιλέξεις μεταξύ 2 (όμοιων) πολιτικών, ενώ η Ανατολική Ευρώπη είχε δικτατορία επειδή ακριβώς δεν σου έδινε αυτή τη μη επιλογή! Πάει καλά....
Μου διαφεύγει βέβαια η διαφορά μεταξύ απλής δικτατορίας και (ενισχυμένου) ολοκληρωτικού καθεστώτος, αλλά εφόσον την κατέχει η Τέτα –δεν επιμένω περισσότερο.

Περί «υπερήφανου κουβανέζικου λαού», έχω όμως να καταθέσω κάποιες προσωπικές μαρτυρίες:
-Υπερήφανος είναι ένας λαός όταν βρίσκεται σε χειρότερη οικονομική κατάσταση από εσένα αλλά παρ΄όλα αυτά, αν κάνεις ένα δώρο στο ανταποδίδει με δώρο μεγαλύτερης αξίας.
-Υπερήφανος είναι ένας λαός όταν έχει την άποψη «δεν εχθρεύομαι τους Αμερικάνους –τι φταίνε αυτοί για όσα κάνουν οι κυβερνήσεις τους;»
-Υπερήφανος είναι ένας λαός που δεν έχει διάθεση να τον λυπούνται και που εκνευρίζεται όταν του ζητάνε να στρώσει κώλο για να τον σώσουν οι Δυτικοί με τα φράγκα τους.

Έγραψα «λαός» για να μείνω στη μελούρα της Τέτας –στην πραγματικότητα πρόκειται για μια πλειοψηφία -την πλειοψηφία των κατοίκων της Κούβας. Την πλειοψηφία που πριν κάποια χρόνια ψήφισε να μην αλλάξει το σύστημα διακυβέρνησης της χώρας (κοντά στο 80% ήταν). Την πλειοψηφία που θεωρεί αναφαίρετο δικαίωμα τη μόρφωση και την υγειονομική περίθαλψη.

«Και για να επανέλθουμε στην αρχική μας απορία: γιατί έχει τυφλωθεί η παγκόσμια Αριστερά;» αναρωτιέται ο Μητσός.

Έλα ντε! Γιατί η παγκόσμια Αριστερά δεν συμπλέει με την παγκόσμια Δεξιά προκειμένου να κατηγορήσει ασύστολα την Κούβα; Γιατί η παγκόσμια Αριστερά δεν υιοθετεί άκριτα τα συκοφαντικά δημοσιεύματα των Αμερικάνικων Μέσων Μαζικής Καταστολής; Προφανώς η παγκόσμια Αριστερά είναι ακόμα δέσμια κάποιου περίεργου Σταλινισμού ή ίσως και να την χρηματοδοτεί ο Ραούλ Κάστρο!
Δεν εξηγείται αλλιώς η επιμονή της παγκόσμιας Αριστεράς σχετικά με την απελευθέρωση των 5 Κουβανών που κρατούνται κατά παράβαση των διεθνών κανονισμών στις ΗΠΑ! Δεν εξηγείται αλλιώς η επιμονή της παγκόσμιας Αριστεράς να καταγγέλλει τον ολοκληρωτισμό της Δύσης!

Αλλά πως εξηγείται αυτή η στάση των Ελλήνων «πούρων και πουρών αριστερών» οι οποίοι βιάζονται να υιοθετήσουν ότι μαλακία κυκλοφορεί αρκεί να στρέφεται κατά της Κούβας; Πως εξηγείται η ηρωοποίηση εκ μέρους τους ενός ποινικού κρατούμενου που εξέφρασε πολιτικές απόψεις στην Κούβα, την ώρα που, για παράδειγμα, λοιδορούν τον Γιάννη Δημητράκη στην Ελλάδα; Πως εξηγείται η απαξίωσή τους περί του δυτικού πολιτικού συστήματος (η οποία εκφράζεται με το «όλοι ίδιοι είναι» κάθε περίοδο εκλογών) και η ταυτόχρονη αγανάκτησή τους για το γεγονός οτι η Κούβα δεν διαθέτει τέτοιο πολιτικό σύστημα;

Είχαν ρωτήσει κάποτε τον Φιδέλ Κάστρο για τα αυξημένα ποσοστά γυναικείας πορνείας που παρατηρούνται στο νησί κι εκείνος ξεκίνησε να δίνει μια τυπική απάντηση περί του οτι η πορνεία απαγορεύεται στο νησί και περί του οτι προσπαθούν να κάνουν το ένα και το άλλο... Στο τέλος είχε πει, «τουλάχιστον οι δικές μας πόρνες είναι μορφωμένες».

Μέσα στην παγκόσμια εξαθλίωση υπάρχουν χώρες που διαθέτουν μορφωμένες πουτάνες και χώρες που διαθέτουν αμόρφωτους διανοούμενους, λοιπόν νομίζω οτι εκεί που κυκλοφορούν μορφωμένες πουτάνες υπάρχει ακόμα ελπίδα ενώ εκεί που διαπρέπουν οι αμόρφωτοι διανοούμενοι υπάρχει μόνο απελπισία και παραίτηση.

Δευτέρα, Μάρτιος 01, 2010

"Ναι, αλλά κι εσύ είσαι μαλάκας!"

Ένας παλιόφιλος είχε πάντα έτοιμη την ατάκα, όταν τον στριμώχναμε για κάποια αναμφισβήτητη μαλακία του -έλεγε λοιπόν τότε ο παλιόφιλος: «ναι, αλλά κι εσύ είσαι μαλάκας!» Μεγάλη κουβέντα -επειδή όμως ο παλιόφιλος δεν είναι ιστορικό πρόσωπο, πηγαίνω σε κάποιον που, κατά την ταπεινή μου γνώμη, θα έπρεπε να είναι ισόβιος «Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας», τουτέστιν στο Νίκο, Μουστάκια, Αναστόπουλο. Είναι, που λες, ο Μουστάκιας προπονητής στη Χ ομάδα κι έχει βγάλει όλους τους παίχτες μπροστά μπας και πετύχουν κάνα γκολ. Στο ημίχρονο το παιχνίδι είναι ακόμα 0-0, οπότε, λέει τη θρυλική ατάκα ο Μουστάκιας: «Ρε πρόεδρε, αφού γκολ δε βάζουμε σήμερα, να τους γυρίσω όλους πίσω στο δεύτερο ημιχρόνιο, να χάσουμε 1-0 και να τα ρίξουμε στη διαιτησία;» Μεγάλη κουβέντα, μεγάλου (αν και κοντού) ανδρός και θυμήσου την –διότι, τι να μας πουν τα «έθνη τα ανάδελφα» και τα «απέραντα φρενοκομεία» συγκρινόμενα με τις ατάκες του Μουστάκια;

Περνάω τώρα στο προκείμενο, επειδή ποτέ δεν επικαλούμαι αποφθέγματα μεγάλων ανδρών επί ματαίω. Και στο προκείμενο, έχουμε μια Ελλάδα...

Η οποία λειτούργησε «Μεταφοραί Εκδρομαί ο Μήτσος» από εντάξεώς της στην ΟΝΕ και δώθε. Τουτέστιν, ήρθε αρχικώς αυτή η νομισματική ένωση και δε μας ρώτησε καν αν τη θέλουμε. Γιατί δεν μας ρώτησε; Άστο –μην το σκέφτεσαι, κάθε ερώτηση περιλαμβάνει και την απάντησή της και η τότε ερώτηση ήταν «μαζί με την Ευρώπη σε ένα δυνατό νόμισμα ή μόνοι και ψωραλέοι με τη δραχμή;» Άμα δεν είσαι ΚΚΕ δεν τίθεται καν θέμα ερωτήσεως κι αν είσαι, επίσης δεν τίθεται θέμα –άρα, αχρείαστη η ερώτηση. Ή έτσι σκέφτηκε τέλος πάντων ο κόσμος τότε και οι έρευνες της εποχής το επιβεβαιώνουν. Να μπούμε λοιπόν στην ΟΝΕ, αλλά πως να μπούμε όταν έπρεπε να πιάσουμε τα κριτήρια -τουτέστιν τον μισό αριθμό του Θηρίου; 3-3-3, Έλλειμμα –ΑΕΠ –Πληθωρισμός, επί τις 100, εντάξει;
Θα αναρωτηθείς (εδώ, με το δίκιο σου) «σάματις οι άλλες χώρες της ΟΝΕ τα πιάνανε τα κριτήρια;» Κάποιες ναι, κάποιες άλλες όχι. Πόσες δεν πιάνανε τα κριτήρια; Κανείς δεν ξέρει. Επειδή εκεί πέρα πήγαιναν να φτιάξουν ισχυρό νόμισμα, δεν είχαν καμιά όρεξη να τους λένε μπαταξήδες τα διεθνή χρηματιστήρια! Κι έτσι η Επιτροπή της Ε.Ε. κοίταζε αλλού όσο οι μετεξεταστέες χώρες ματσακονιάζανε τα οικονομικά τους στοιχεία προκειμένου να περάσουν την τάξη και να μπουν στο κολέγιο. Πήρανε δάνεια κρυφά αυτές οι χώρες, πειράξανε λογιστικές εγγραφές –στο τέλος τούς δώσανε το πιστοποιητικό οτι είναι υγιείς και εύρωστες –όχι για το καλό της εκάστοτε χώρας ή από μεγαλοψυχία, αλλά για χάρη του παντοδύναμου Ευρώ.

Είχα κάνει, θυμάμαι, μια σχετική εργασία στο ρημαδομεταπτυχιακό μου και δε μου έβγαινε με τίποτα ακέραιος –δεν ψηνόμουνα οτι θα πιάσουμε τελικά τα κριτήρια ένταξης όπως κι αν το μέτραγα. Ο επιβλέπων καθηγητής είχε δηλώσει πλήρη άγνοια και καθολική διαφωνία με το κοινωνιολογικό κομμάτι της εργασίας μου, αλλά εκτίμησε ιδιαίτερα τα οικονομικά στοιχεία που χρησιμοποίησα (πώς αλλιώς! αφού αυτός μου τα είχε δώσει!) Πήρα ένα εννιαράκι ξεγυρισμένο, επειδή εγώ καλά μεν τα υπολόγιζα αλλά στην ΟΝΕ μπήκαμε! «Η εγχείρισης επέτυχε, ο ασθενής απεβίωσε» -ευτυχώς που δε με πλάκωσαν με τις ντομάτες κιόλας!

Μετά από αυτή την ευχάριστη υπενθύμιση μιας ακόμα προσωπικής αποτυχίας στον χώρο των επιστημών επιστρέφω στην ταρατατζούμ είσοδο της Ελλάδας στην ΟΝΕ. Για να υπενθυμίσω την υπεύθυνη αντιμετώπιση του γεγονότος από τον εμπορικό και επιχειρηματικό κόσμο της χώρας –με τις ανατιμήσεις των προϊόντων στο Θεό και την αισχροκέρδεια που αποτελεί σήμα κατατεθέν για αυτές τις κοινωνικές ομάδες παύλα στυλοβάτες της χώρας. Μας ρουφήξανε το μεδούλι κανονικά δηλαδή κι ότι κονόμησαν μόνο στον κύκλο εργασιών τους δεν το επανεπένδυσαν. Είχε η τότε κυβέρνηση εκείνο τον γραφικό τον Κουλούρη που έτρεχε, λέει, στις λαϊκές να συλλάβει όποιον τολμούσε να υπερτιμήσει το μαρούλι –τρελά καλαμπούρια! Πάντως, οι ανατιμήσεις έμειναν.

Όπως έμειναν και τα χρέη των «καλύτερων Ολυμπιακών Αγώνων που έχουν γίνει ποτέ» (μέχρι τους επόμενους). Να πω κάτι και γι΄αυτό: ο θείος Καραμανλής είχε προτείνει να γίνονται οι Ολυμπιακοί Αγώνες μονίμως στην Ολυμπία και ο πατέρας Αντρέας είχε κάνει τα πάντα για να πάρουμε τους Ολυμπιακούς του 2004. Αν λοιπόν θέλεις να δώσεις μετάλλια οικονομικής απομύζησης της χώρας –οι δυο προαναφερθέντες ανεβαίνουν άνετα στο βάθρο- εντάξει, το χρυσό το παίρνει ο πατήρ Ανδρέας λόγω αποτελεσματικότητας.

Σε τέτοια οικονομική κατάσταση ήταν η χώρα όταν ο κυρίαρχος λαός αποφάσισε να αλλάξει τον Σημίτη με τον ανιψιό Καραμανλή. Ο οποίος ανιψιός, πολύ οραματιστής κι έτσι –το πρώτο που έκανε ήταν απογραφή, ώστε να φορτώσει έλλειμμα στην προηγούμενη κυβέρνηση και δώσει αέρα ξοδευματία στους δικούς του υπουργούς. Βέβαια, άμα πάρεις κληρονομιά μια επιχείρηση και πας μόνος σου να καρφωθείς στην Εφορεία «κύριοι, ο προηγούμενος έκλεπτε», η Εφορεία θα σου πει «ευχαριστώ πολύ δια την ενημέρωση» και θα σου φορέσει εσένα το πρόστιμο –αλλά αυτά ήταν βαθιά νοήματα για να τα πιάσει ο χονδρός ανιψιός. Κι επειδή δεν έπιανε τα βαθιά, προτίμησε να αφήσει τις χερούκλες διαφόρων μυστήριων αεριτζήδων να χωθούν βαθιά στον κρατικό προϋπολογισμό και να τον ξετινάξουν μέχρι διπλοσέντονο. Εντάξει, του κάνανε και πλάτες κάτι "Ευρωπαίοι ηγέται" για δικούς τους λόγους –το ρεζουμέ πάντως είναι πως το κρατικό ταμείο φαλίρισε.

Κι άλλαξε πάλι κυβέρνηση, ήρθε ο υιός στη θέση του ανιψιού, προέκυψε και κάποια παγκόσμια οικονομική κρίση, κοπήκανε και οι πλάτες από τους άνωθεν Ευρωπαίους –βρέθηκε το ελληνικό κράτος σε κατάσταση «ξεπούλημα λόγω κατεδάφισης». Τέλος ιστορικής αναδρομής αφού φτάσαμε στο παρόν.

Η καινούργια κυβέρνηση, που λες, κάνει το εξής: κοιτάζει τριγύρω κι έχει να πληρώνει ένα κάρο μισθούς και υποχρεώσεις, κοιτάζει μετά στα ταμεία και δεν υπάρχει ούτε λέπι. Τα ρίχνει σαφώς στους προηγούμενους τους «παλιοκλεφταράδες» αλλά με αναθέματα δεν εξοφλούνται τα τραπεζογραμμάτια. Πάει μετά να την φέρει πλαγιομετωπικά την κατάσταση η καινούργια κυβέρνηση, λέει «ο λαός απαιτεί ενόχους», ξεκινάει εξεταστικές επιτροπές και άλλα τέτοια –πέφτουν από δίπλα οι τηλε-έγκυροι (που μέχρι χτες απαιτούσαν κεφάλια στον ντορβά) κι αναρωτιούνται: «μα τι εξεταστικές επιτροπές τώρα –προέχει η ενότης της χώρας!» Τι να σου κάνει και η κυβέρνηση που πρέπει να πληρώσει και δεν έχει; Ανακαλύπτει τους δυνάστες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Μας πιέζουν να πάρουμε αιματηρά μέτρα!» λέει. Και καλά «δεν είναι οτι δεν έχουμε να σας πληρώσουμε –απλώς δεν μας αφήνουν οι Ευρωπαίοι!» Και κανένας κρετίνος δε ρωτάει: «δηλαδή, αν σας άφηναν οι Ευρωπαίοι θα είχατε να πληρώσετε μισθούς και δώρα Πάσχα;»

Από κοντά βέβαια οι εύρωστοι Ευρωπαϊκοί κυβερνήτες που φοβούνται υποτίμηση του νομίσματος και δεν θέλουν να δώσουν έξτρα φράγκα στην ελληνική κυβέρνηση όταν έχουν κόψει από τις δικές τους χώρες. Αυτοί ρίχνουν ένα αυστηρό ξεχεστήριο στους υπουργούς της Ελλάδας (για λαϊκή κατανάλωση), υπενθυμίζουν όσα τους έχουν καρφώσει οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις –τέλος πάντων, βάζουν χοντρό χέρι. Δουλειά τους είναι –μην τρελαίνεσαι. Το κάνουν πρώτα οι Άγγλοι αλλά τους ντριπλάρουμε καθότι αυτοί δεν είναι στην ΟΝΕ, το κάνουν μετά οι Γάλλοι αλλά αυτοί είναι «αδέλφια μας» οπότε ξηγιόμαστε μεγαλοπρεπή γαργάρα, το κάνουν και οι Γερμανοί –κάπως πιο χοντροκομμένα για δικούς τους λόγους.

Βγαίνει και το Focus με την Αφροδίτη της Μήλου να κάνει κωλοδάχτυλο –σα στάμπα σε μπλουζάκι Γάλλου πάνκη!

Και σύμπαντας ο σοβαρός πολιτικός κόσμος της χώρας ξεσηκώνεται για την προσβολή! Ξεχνώντας οτι το συγκεκριμένο περιοδικό είναι μια φυλλάδα που πουλάει επιστήμη του κώλου σε στυλ «συναισθηματική νοημοσύνη», «εξωγήινοι στα καπνοχώραφα» και «γιατί ο σκύλος μου γλύφει τη σελίδα 173 των Αθλίων του Ουγκώ». Αναγορεύουν το περιοδικό σε εγκυρότατο έντυπο, επειδή ποιος θα ασχολιόταν αν έλεγαν οτι πρόκειται για σαβούρα επιπέδου «Τσάο» και «Λοιπόν», ή για την έντυπη μορφή του «Αθέατου Κόσμου» του Χαρδαβέλα;

Ενώ παίζεται αυτή η φαροκωμωδία πετάγεται σαν την τσουτσού το Λάος (νομίζω οτι ο πρώτος που έθεσε το θέμα ήταν ο Άδωνης) και θυμάται το παραμύθι των γερμανικών αποζημιώσεων του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου! Στο νήμα τσιμπάει την ατάκα κι ο Τσίπρας –ρίχνει ακόμα έναν δεκάρικο περί αποζημιώσεων που μας χρωστάνε οι Φρίτσηδες. Ε, μαλάκες μπορεί να είναι στην καινούργια κυβέρνηση –αλλά όχι και τόσο πολύ! Βγαίνει ο Πάγκαλος και παίζει ακόμα μια το γνωστό Μαοϊκό κολπάκι του αποπροσανατολιστή με μια μνημειωδώς υβριστική δήλωση την οποία θα μαζέψει τάχιστα (αλλά ο αποπροσανατολισμός θα έχει επιτευχθεί). Πετάγεται ο Πετσάλνικος και συγκρίνει τα δικά μας Νόμπελ με τα δικά τους. Βγαίνει ο Αλέφαντος και υπενθυμίζει οτι ο Μινχ του Παναθηναϊκού ήταν «μισοπλέμονος» κι όχι «κορμί» σαν τον δικό μας τον Στολτίδη! Εντάξει –αυτό το τελευταίο δεν συνέβη, επειδή, μπορεί να είναι γραφικός ο Αλέφας αλλά τόσο γελοίος δεν έχει καταντήσει!

Με λίγα λόγια, η στάση μας ως εθνικά υπερήφανης χώρας απέναντι σε όσα καταλογίζονται στις (εθνικά υπερήφανες πάντα) κυβερνήσεις μας είναι: «ναι, αλλά κι εσείς είσαστε μαλάκες»! Κάνανε τις προάλλες και πορεία στη γερμανική πρεσβεία κάτι λεβέντες εξεγερμένοι με σύνθημα: «Όχι στην γερμανική οικονομική κατοχή»! Και παρασύνθημα: «Να αποδωθούν τώρα οι πολεμικές αποζημιώσεις»»!! Δεν είναι αστείο –το είδα σε αφίσα! Τωρινή, όχι του 1948!

Δηλαδή, «εντάξει –τα κάναμε μούτι, μπαλαμουτιάσαμε οικονομικά στοιχεία, φαλιρίσαμε τα κρατικά ταμεία –αλλά ΕΣΕΙΣ μας χρωστάτε!»

Ξαναδηλαδή, αν βγει η τουρκική κυβέρνηση και ζητήσει πολεμικές αποζημιώσεις για τις ζημιές που έκανε ο ελληνικός στρατός στην πορεία του μέχρι τον Σαγγάριο, θα πρέπει να ψάχνουμε σαν χώρα τις κωλότσεπές μας –μπας και βρούμε τα χρωστούμενα;

Ο αγαθός εθνικιστής θα πει: «μα οι Τούρκοι δήμευσαν περιουσίες –σιγά μην τους χρωστάμε κι από πάνω!» Και φυσικά ΔΕΝ θα συνυπολογίσει τις πολεμικές αποζημιώσεις που πήρε η Ελλάδα από το Σχέδιο Μάρσαλ, τα χαμηλότοκα γερμανικά δάνεια και τις αποζημιώσεις που έχουν ήδη πληρώσει οι Γερμανοί. Δεν φτάνουν αυτά; Ήταν λίγα; Ας διαπραγματεύονταν καλύτερα οι τότε κυβερνήσεις –όταν το παίζαμε νικητές Παγκοσμίου Πολέμου. Τώρα θυμήθηκαν οτι δεν ήταν συμφέρουσες οι συμφωνίες;

Αλλά οι τότε κυβερνήσεις διαπραγματεύτηκαν μια χαρά και οι συμφωνίες ήταν τρομακτικά συμφέρουσες. Επειδή όλοι εκείνοι προτίμησαν τις μίζες από την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης, από τον πόλεμο, χώρας.

Κι όλα τα υπόλοιπα που ακούς είναι χάντρες για τους ιθαγενείς –εντάξει;

Επειδή, το ρεζουμέ παραμένει: μια χώρα χωρίς «αναπτυξιακές προοπτικές» (διάβαζε: χωρίς δομημένες μορφές εκμετάλλευσης) δεν έχει καμιά δουλειά μέσα σε ένα «αναπτυξιακό» νόμισμα.

....Ο Μεγάλος Μουστάκιας κοίταξε τον πάγκο των αναπληρωματικών και, πέρα από τα αμούστακα, είδε κάτι βετεράνους που είχαν ακόμα δελτίο μπας και συμπληρώσουν τα συντάξιμα. Γύρισε μετά να δει μέσα στο γήπεδο –η μεγαλύτερη ελπίδα της ομάδας του ήταν ο εγχώριος διεμβολιστής Βαλακούδουνας ο οποίος έπασχε από ποδάγρα κι ο αλλοδαπός μάγος ονόματι Πελεγκρίνο Μούτι που ρευόταν ακόμα τα ουίσκια από το χτεσινό σκυλάδικο, ακουμπισμένος στο σημαιάκι του κόρνερ. «Δε γαμεί!» μουρμούρισε ο Μουστάκιας και πλησίασε τον χοντρό που κατεύθυνε τους οργανωμένους της Θύρας 1.
«Που ΄σαι πατρίδα!» του ψιθύρισε ο Μουστάκιας. «Στο επόμενο που θα σφυρίζει ο διατητής –ξεκίνα μια μανούρα περί του πόσο πουλημένος είναι και για το τι έκανε η μάνα του κατά λιμάνι μεριά στα νιάτα της». Ο χοντρός έγνεψε και ο Μουστάκιας πήγε ν΄αράξει στην άκρη του πάγκου –να μην τον καίει τζάμπα το λιοπύρι. Στο πεντάλεπτο γλάρωσε εκεί που καθόταν και είδε όνειρο πως ήτανε, λέει, Πρόεδρος της Δημοκρατίας και είχε στήσει στη σειρά τους πρεσβευτές όλων των χωρών για να τους ξεχέσει αβέρτα. Κι έτσι δεν πήρε χαμπάρι οτι ο χοντρός στην κερκίδα τα σκάτωσε και έβρισε τον διαιτητή όταν σφύριξε φάουλ υπέρ της ομάδας τους –η κερκίδα μετατράπηκε αυτομάτως σε δελτίο ειδήσεων των 8.

Ο Μουστάκιας αναστέναξε, άλλαξε πλευρό και συνέχισε το όνειρό του αδιαφορώντας για το ξύλο που έπεφτε στα πέριξ.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι