Παρασκευή, Μάϊος 28, 2010

Το μυστήριο των χαμένων μωρών με τα ΜΖ



Διάβασα αυτές τις μέρες κάτι άρθρα (ακόμα και στη σελίδα του sport-fm που έψαχνα ποιος θα βάλει κάνα δίφραγκο να πάρουμε τερματοφύλακα στο Θρύλο αν έχεις το θεό σου!) –διάβασα λοιπόν γι΄αυτό το Lost. Το σήριαλ. Οτι τελείωσε και αρκετές απολογιστικές εκτιμήσεις των φανατικών του, κάποια κουβέντα γενικότερα...

Πριν γράψω κάτι περισσότερο θέλω να προειδοποιήσω (εφόσον η μεταειδοποίηση δεν έχει εφευρεθεί ακόμα): ότι ακολουθεί δεν είναι τίποτα περισσότερο από απλοϊκές απόψεις ενός τηλεθεατή που δεν έχει ασχοληθεί ενδελεχώς με ΟΛΑ τα σήριαλ, τουτέστιν πρόκειται για αποσπασματικές παρατηρήσεις χωρίς ιδιαίτερη εγκυρότητα, πρόκειται με λίγα λόγια για την εφαρμογή του δόγματος: «περί ορέξεως κολοκυθόπιτα». Πάω παρακάτω.



Η θητεία μου στην παρακολούθηση σήριαλ αρχίζει τα μακρινά εκείνα χρόνια της ΥΕΝΕΔ, όπου, πιτσιρικάδες εμείς με κατάμαυρα γόνατα, στηνόμασταν τις ώρες κοινής ησυχίας μπροστά στο καταπληκτικό ντουλαποειδές επίτευγμα που ονομαζόταν τηλεόραση. Σήριαλ μεταγλωττισμένα, η Λάσυ (κάπως αγχωτική με μαζοχιστική πλοκή), η Μάχη (με τον τεράστιο Βικ Μόροου και τον φλώρο Ρικ Τζέισον στο ρόλο του υπολοχαγού) αλλά και το θρυλικό Μικρό σπίτι στο λιβάδι (η Μελίσα Σου Άντερσον θα πρέπει να υπήρξε ο πρώτος μου γυάλινος έρωτας). Εκείνη την εποχή, όταν μας μαζεύανε οι μανάδες στο σπίτι επειδή είχε πλέον βραδιάσει, έβαζε κάτι άλλα σήριαλ πολύ πιο μαγκιόρικα –τον Μάνιξ, τον Αθάνατο, τον Φυγά... Η Χαβάη 5-0 (book them Danno) ήρθε μετά νομίζω...


Τέλος πάντων, κατάλαβες από ποια σήριαλ (αμερικάνικα τα περισσότερα) ξεκίνησα την θητεία μου σαν τηλεθεατής. Αργότερα ήρθαν καλύτερα σήριαλ –κάποια απ΄αυτά με επηρέασαν όσο περίπου και οι σημαντικότερες ταινίες της ζωής μου, στα λέω για να μη νομίζεις οτι παίζω εκ του ασφαλούς:


-Happy Days (όποιος δεν έχει δει τη σκηνή έναρξης της πρώτης περιόδου με τον Φόνζι στον καθρέφτη της τουαλέτας, ή την σκηνή έναρξης της επόμενης περιόδου με τον Φόνζι που κόβει στη μέση τον πανηγυρισμό του στον αγώνα μπάσκετ, δεν έχει ΠΛΗΡΗ εικόνα περί αληθινού cool).

-The Prisoner (δώσε βάση στον εναρκτήριο διάλογο)
Prisoner: Where am I?
Number Two: In The Village.

Prisoner: What do you want?

Number Two: Information.

Prisoner: Which side are you on?

Number Two: That would be telling. We want information, information, information...
Prisoner: You won't get it.
Number Two: By hook or by crook we will.

Prisoner: Who are you?

Number Two: The new Number Two.

Prisoner: Who is Number One?

Number Two: You are Number Six.

Prisoner: I am not a number. I am a free man.

Number Two: Ha, ha, ha, ha....


-The Twilight Zone (το επεισόδιο με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ στον ρόλο του Θανάτου είναι απλώς η πιο ανθρώπινη προσέγγιση που έχω δω περί του θέματος –τύφλα να’χει ο Τζο Μπλακ κι όλα τα σχετικά)
-The Avengers (Θεωρώ την Ούμα Θέρμαν γυναικάρα αλλά δεν θα γίνει ποτέ ΑΛΗΘΙΝΗ Έμμα Πιλ –πόσο μάλλον αυτή η Γιόχανσον που μαθαίνω οτι θα την ενσαρκώσει στο επόμενο σίκουελ –εντάξει, ο Ρέιφ Φάινς και ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ έχουν τόση σχέση με τον Τζον Στιντ όση είχε ο Υβ Μοντάν με τον Σαρτζετάκη).

-The Saint (ο μοναδικός και σπουδαιότερος Παπάρας Παπάρας της ιστορίας).

Όταν μεγάλωσα κι έκοψα τα πολλά πάρε –δώσε με το πατρικό μου σπίτι έχασα επαφή με τα σήριαλ. Εκεί πριν πάω φαντάρος, σε φάση «μαζέψου και λίγο μέσα αλλιώς θα σε βρουν σε κάνα χαντάκι» είδα ένα πολύ όμορφο σήριαλ που λεγόταν Thirty something –συγκινητικό, επειδή πλησίαζα και τα τριάντα...

Κι όταν σοβαρεύτηκα πλέον και απέκτησα δικό μου σπίτι με δική του τηλεόραση είδα μερικά ωραία σήριαλ –επιτέλους η Αγγλία έκανε την ηρωική της αντεπίθεση.
-Yes Minister
-Yes Prime minister

-Not the 9 o’clock news

-The Black Adder

Καταπληκτικές σειρές. H Αμερική μόνο το Moonlighting είχε για να απαντήσει στην αγγλική καταιγίδα -όχι δηλαδή οτι ήταν λίγο το συγκεκριμένο σήριαλ!



Φυσικά δεν θα μπορούσα να αποτελέσω εξαίρεση κι έτσι έχω δει πάνω από 800 φορές τα περισσότερα επεισόδια του Friends και (μέχρι πρόσφατα) καταδιασκέδαζα. Ειδικά το επεισόδιο με τον Μπραντ Πιτ, τα άλλα με τον Μπρους Γουίλις κι εκείνο με τον Γκάρι Όλντμαν είναι, κατά τη γνώμη μου, κλασσικά.


Όσο περνάνε τα χρόνια τόσο λιγοστεύει ο χρόνος –πλέον βλέπω μερικά σήριαλ μόνο στο Νόβα (επειδή δεν αντέχω τις διαφημίσεις και τις συνεχείς αλλαγές ώρας). Θεωρώ καταπληκτικά τα:
-My name is Earl (θα το βγάλει τώρα στα ελληνικά το Μέγκα, ετοιμάσου για αναγούλα)
-How I met your mother (It’s gonna be LEGEN-wait for it!-DARY)
-Boston Legal (Denny Crane: You hear the one about the fella who died, went to the pearly gates? St. Peter let him in. Sees a guy in a suit making a closing argument. Says, "Who's that?" St. Peter says, "Oh, that's God. Thinks he's Denny Crane.")


Από εκεί και πέρα, παρακολουθώ ότι τύχει να περνάει από την οθόνη όταν δεν έχω κουράγιο να ψάξω το τηλεκοντρόλ –ειδικά αν είμαι έτοιμος κιόλας να ψιλοξεραθώ στον ύπνο.

Αλλά δυο σήριαλ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΑ ΜΕ ΟΛΕΣ ΜΟΥ ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ να τα παρακολουθήσω και απέτυχα παταγωδώς. Γιατί προσπάθησα; Επειδή όλος ο κόσμος μίλαγε για αυτά. Περιέργεια.



Ξεκίνησα με το X Files. Είχα βέβαια δει πιο πριν μια τσόντα με τίτλο Sex Files η οποία δεν με βοήθησε να μπω στο κλίμα της σειράς –κάπως μαλακοπιτουράδικα μου φαίνονταν τα επεισόδια, κάπως πολύ αγγούρια ο Μόλντερ κι η Σκάλι (δεν ήμουν ποτέ σίγουρος ποιος είναι ποιος, μέχρι και τώρα που έγραψα τα ονόματά τους το γκούγκλισα και είχα κάνει λάθος στο φύλο –γιατί; Επειδή πολύ γυναικωτός ο Μόλντερ και πολύ αντρουά η Σκάλι, έτσι πιστεύω). Το ρεζουμέ είναι πώς από υποθέσεις τα επεισόδια της συγκεκριμένης σειράς ήταν συνήθως (ή όσα είδα εγώ τουλάχιστον) μάπα. 49 περιπτώσεις στιγμάτων, 53 περιπτώσεις «κατεχόμενων» συν κάτι σχιζοφρενείς δολοφόνοι που συνήθως δεν καταλήγαμε αν πρόκειται περί κανονικών σχιζοφρενών ή απλώς είχε μπει ο διάλος (ή κάποιος εξωγήινος) μέσα τους. Πήγα και σινεμά, είδα το «Θέλω να πιστέψω» (δεν ήθελα να το δω αλλά δεν έπαιζαν τίποτα καλύτερο) –ολόκληρη ταινία ρε παιδί μου και το μόνο έξυπνο ήταν η φωτογραφία του Μπους στα Κεντρικά του FBI με μουσική υπόκρουση το σήμα της σειράς! Δεν διανοούμαι βεβαίως να κάνω συγκρίσεις με τα επεισόδια του Twilight Zone επειδή (πες με κολλημένο με το παρελθόν, πες με γερο-ηλίθιο) το θεωρώ αδιανόητο. Σα να επιχειρούσαμε σύγκριση ανάμεσα στην παράσταση του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας με τον Σερ Λόρενς Ολίβιε και την Πέγκι Άσκροφτ από τη μια και τη Νεράιδα και το Παλικάρι με την Βουγιουκλάκη και τον Παπαμιχαήλ από την άλλη!



Και μετά πέρασα στο Lost. Ήταν η χρονιά που άρχισα να πληρώνω συνδρομή στη Νόβα (επειδή στο σημείο που μένω δεν πιάνει κανένα κανάλι της τηλεόρασης με κεραία –όχι, όχι, δεν μένω στη Ρω, στην Αθήνα μένω). Πλακώθηκα λοιπόν να βλέπω τα πάντα για ένα διάστημα, προκειμένου να ρεφάρω τη συνδρομή –έβλεπα μέχρι αγώνες φούτμπολ και μπόουλινγκ, παρακολουθούσα μέχρι και τα ντοκυμαντέρ του History Channel για μεγάλες ιστορικές προσωπικότητες: τις Heart, τους ΤΟΤΟ, τους Boston... Ναι.
Τότε άρχισα να βλέπω και το Lost από αρχή περιόδου μάλιστα. Φανατικά. «Θέλω να πιστέψω» που λέει και το Μόλντερ –Σκάλι (άει σιχτίρ, πάλι ξέχασα ποιος είναι ποια).
Βέβαια, μου είχαν πει οι επαΐοντες οτι θα ήταν αδύνατο να παρακολουθήσω τη σειρά αν δεν έχω δει όλα τα επεισόδια από τον πρώτο κύκλο και δώθε. Αλλά αδιαφόρησα. Επειδή, κάτσε ρε μάγκα τελικά –είναι ή δεν είναι σήριαλ; Το σήριαλ, από όπου κι αν το πιάσεις, έχει την υποχρέωση να βλέπεται και να κατανοείται! Αλλιώς δεν είναι σήριαλ, είναι ταινία! Είναι το Lost ταινία διάρκειας 1.800 ωρών ξέρω ΄γω; Ή είναι «ένα καινούργιο προϊόν που δεν μπαίνει σε καμιά κατηγορία επειδή αποτελεί μια κατηγορία από μόνο του» (κλασική παπαριά που δηλώνει οτι το χέσαμε και το ρίχνουμε στην φιλοσοφική οντολογία μπας και καθαρίσουμε);
Τέλος πάντων, εγώ τα επεισόδια μια χαρά τα έβλεπα κι ας μην ήμουν γνώστης. Αλλά είχα κάποια προβλήματα κατανόησης –όχι σε στυλ «γιατί πηγαινοέρχονται στο νησί σα μαλάκες».... Άλλα προβλήματα. Όπως:

-Γιατί έχουν ονόματα φιλοσόφων και λογοτεχνικών ηρώων οι πρωταγωνιστές του σήριαλ, όταν δεν έχουν καμιά σχέση με τα δομικά χαρακτηριστικά των συγκεκριμένων φιλοσόφων ή/και ηρώων; Ποια η σύνδεση ενός τύπου που γύρευε να τον σκοτώσουν για να τηλεμεταφερθεί στο νησί με τον Τζον Λοκ, τον πατέρα του θετικισμού; Ποια η σύνδεση ανάμεσα σε έναν οπορτουνιστή με τον αρχετυπικό ήρωα της ανεμελιάς που ακούει στο όνομα Τομ Σόγιερ; Αν εσείς που είδατε και τα πρώτα και τα τελευταία (και τα μεσαία) επεισόδια μπορείτε να μου εξηγήσετε, θα το εκτιμήσω δεόντως.

-Πώς γίνεται να έχεις τους ίδιους πρωταγωνιστές σε 6 κύκλους της σειράς (αν δεν κάνω λάθος) και κανένας τους να μην έχει περιχαρακωμένο χαρακτήρα; Όσους έβλεπα ήταν κακοί τη μια στιγμή και καλοί την άλλη, βολεψίες στη μια φάση και αλτρουιστές στην επόμενη, γαμίκουλες στη μια σκηνή και μυξοπάρθενοι αμέσως μετά... Πρόσεξε, δε μιλάω για τα όρια του καλού και του κακού που συγχέονται στη ζωή των ανθρώπων (και στη μεταφυσική), μιλάω για τη δομή των χαρακτήρων. Δεν μπορεί ένας χαρακτήρας να είναι όλα μαζί ταυτόχρονα –επειδή τότε, απλώς δεν είναι τίποτα! Δεν μπορεί, ας πούμε, ο Τζίμης ο Μποντ στη μια ταινία να ρίχνει τις γκόμενες με μισή ματιά και στην επόμενη να έχει γυναικοφοβία! Δεν γίνεται ο μούχλας Ρος από το Friends να εμφανιστεί σαν μέλος θρας μπάντας και να παίζει κιθάρα με κοντό παντελονάκι! Δεν γίνεται ο πολυμήχανος Μαγκάιβερ να μην ξέρει ν΄αλλάξει λάστιχο! Κι όμως. Στο Lost (όσο εγώ παρακολούθησα) δεν μπόρεσα να βρω τα διακριτικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα των πρωταγωνιστών. Κάνω λάθος;

-Η πάγια τακτική των σήριαλ είναι να δημιουργούν ένα μυστήριο στην αρχή του κάθε κύκλου τους και να το λύνουν μέχρι το τέλος του κύκλου αλλά ταυτόχρονα ν' ανοίγουν ένα ακόμα μυστήριο (ή να μην κλείνουν εντελώς το αρχικό μέγα-μυστήριο) προκειμένου να πάνε σε καινούργιο κύκλο επεισοδίων. Το Lost σε αυτές τις 6 σεζόν έκλεισε κάποιον κύκλο μυστηρίου; Ρωτάω –δεν κάνω τον έξυπνο. Δηλαδή, ο έρμος ο θεατής που καθόταν κι έβλεπε, είπε ποτέ «ααααα, αυτό ήταν!» ή περίμενε να διαλευκανθούν όλα στο τέλος; Και μη μου πεις οτι αυτή ήταν μια καινούργια τακτική στα σήριαλ, επειδή θα σου απαντήσω πώς δεν υφίστανται τέτοιου είδους τακτικές. Τα σήριαλ κινούνται εντός συγκεκριμένων πλαισίων –δεν γίνεται να βγουν εντελώς εκτός, επειδή τότε δεν θα είναι πλέον σήριαλ. Να σου δώσω παράδειγμα: πας σ΄ένα μπουρδέλο να πηδήξεις, κανονίζεις την τιμή, έρχεται η «κοπέλα», συμβαίνει το διαφαινόμενο. Αν πας στο μπουρδέλο, έρθει η «κοπέλα» και σου πει οτι για να πηδήξεις θα πρέπει πρώτα να τη βγάλεις βόλτα για πάστα, μετά να την πας ταξίδι στη Σαντορίνη και μετά να τη ζητήσεις από τους γονείς της –όμορφα και γραφικά όλα αυτά, όμως –το μπουρδέλο δεν είναι πλέον μπουρδέλο και η κοπέλα δεν είναι καθόλου «κοπέλα».



Διάβασα διάφορα τώρα με το τέλος του Lost, από την πλευρά των θαυμαστών της σειράς και τα περισσότερα μού θύμισαν εκείνο το παλιό ανέκδοτο που εξηγούσε γιατί είχαμε γεμίσει νεογέννητα μωρά και ΜΖ μια εποχή: Επειδή όποιος είχε πιαστεί κορόιδο κι έκανε παιδί ή αγόρασε ΜΖ αρνιόταν να το παραδεχτεί, διατυμπάνιζε μάλιστα την σπουδαιότητα της απόκτησης παιδιών και την ευχρηστία των ΜΖ προκειμένου και αυτός να κοκορευτεί και οι υπόλοιποι να τσιμπήσουν. Τσιμπούσαν οι υπόλοιποι κι έτσι πήγαινε κορδόνι η δουλειά.

Μπορεί βέβαια να κάνω και λάθος –το ξεκαθάρισα από την αρχή, δεν το έχω ψάξει σε βάθος το ζήτημα (μήπως τελικά μόλις εφηύρα την μεταειδοποίηση;)

Έχω όμως την εντύπωση οτι στον τομέα του θεάματος (το γενικεύω τώρα –δώσε βάση) επικρατεί το πυροτέχνημα σε βάρος του τεχνήματος. Θέλω να πω...
Μια ταινία που θα ρίξει 5 τσιτάτα, συσκευασμένα σε βιαστική σκηνοθεσία του στυλ «τράβα τσάκα –τσάκα γιατί με πείραξε το κινέζικο και δε με βλέπω να κρατιέμαι για πολύ!» και με βαρύγδουπες μπαλαφάρες, θα έχει σίγουρα καλύτερη τύχη από μια ταινία δομημένη πιο στέρεα, με κείμενο δουλεμένο και ρυθμό κανονικό (όχι τόσο αργό σαν του Αγγελόπουλου, αλλά ούτε και τόσο γρήγορο σαν το Σπιντ για παράδειγμα).
Μια σειρά που πραγματεύεται κοινωνικά ζητήματα (πόλεμος, βιομηχανική ποδηγέτηση των πολιτών, αμβλώσεις, πατριωτική υστερία κ.λ.π.) σίγουρα θα τραβήξει μικρότερη προσοχή από μια σειρά που είναι γεμάτη μυστήριες εξαφανίσεις, υπόνοιες για εξωγήινους και τελικά θα αφορά την μετά θάνατο ζωή και το Καθαρτήριο (a propos –πιο κλισέ φινάλε δεν βρήκαν για το Lost; μπορώ στα πρόχειρα να σου απαριθμήσω 10 ταινίες της τελευταίας 20ετίας που βγήκαν από τη δύσκολη θέση χρησιμοποιώντας αυτό ακριβώς το τρικ).

Και έχω την υποψία οτι τα παραπάνω είναι αποτελέσματα του όγκου ερεθισμάτων που μας καταπλακώνει. Ποιος έχει πλέον τη δυνατότητα να αναλύσει το ερέθισμα; Κι αν υπάρχει κάποιος που τη διαθέτει αυτή τη δυνατότητα, λαμβάνεται ιδιαίτερη φροντίδα ώστε να στερείται ερεθισμάτων. Επειδή, ή θα είσαι στα πρόθυρα να πνιγείς από τον τηλεοπτικό χείμαρρο ή δεν θα έχεις καν τηλεόραση, ή θα είσαι καρφωμένος ανάμεσα σε 100 πολυσινεμάδες του κέντρου της πόλης και δεν θα προλαβαίνεις να δεις τι παίζει ο καθένας ή θα έχεις μισό σινεμά που θα παίζει μόνο Τρανσφόρμερς και Αμέρικαν Πάι.

Και για να μην το παιδεύω άλλο, θα πρέπει να σου αποκαλύψω πως, όταν πρόκειται για δόμηση της υπόθεσης ενός σήριαλ, συμφωνώ απολύτως με την φιλοσοφική άποψη της αξεπέραστης Κάρεν (του Will and Grace):
Ιt's the oldest story in the book. Boy meets girl. Boy wants girl to do dominatrix film. Girl says, "Naked?" Boy says, "Yeah." Girl says, "No way." Boy says, "Okay how about you just wear this rubber dress and beat this old guy with a scrub brush?" Girl says, "How hard?"



Τόσο απλά.

Τετάρτη, Μάϊος 26, 2010

"Μην ξεχάσεις να στείλεις τριαντάφυλλα στην κηδεία μου"

Τελικά δεν το βλέπω να γλιτώνω από εκείνη τη γαμημένη δεκαετία του ’80 –πίστευα οτι αυτό θα ήταν ο επίλογος, αλλά μπα.... Ας μην αρχίσω όμως με καινούργια σχέδια που δεν ξέρω καν αν θα καθίσουν –ας μείνω σε αυτό εδώ.

Στο τρίτο κομμάτι δηλαδή μιας πολυλογίας που ξεκινάει από τις ιστορίες κάτω από την ετικέτα «Πριν πιούμε το κρασί, πριν δαγκώσουμε τα τριαντάφυλλα», συνεχίζεται με την τριπλέτα «Μέρες κρασιού και τριαντάφυλλων» και, θέλω να ελπίζω οτι, ολοκληρώνεται με το «Μην ξεχάσεις να στείλεις τριαντάφυλλα στην κηδεία μου». Πολλά τριαντάφυλλα και αρκετό κρασί –έτσι;

Αυτό που ονομάζεται συνολικά «Πριν πιούμε το κρασί, πριν δαγκώσουμε τα τριαντάφυλλα» είναι ιστορίες από τη γειτονιά μου –την εποχή που πήγαινα ακόμα γυμνασιολύκειο. Δεν έχω αξιωθεί ακόμα να τις συγκεντρώσω σε ένα αρχείο, οπότε, όποιος διακατέχεται από τη νοσηρή περιέργεια να τις διαβάσει θα πρέπει να πάει στο πλάι (εκεί που γράφει Διάτρητα Κουτιά) και να πατήσει την σχετική ετικέτα. Οι ιστορίες είναι ανεξάρτητες, άρα δεν θα έχει σοβαρό πρόβλημα κατανόησης ακόμα κι αν τις διαβάσει ανακατεμένες.

Η τριλογία «Μέρες κρασιού και τριαντάφυλλων» αφορά την εποχή που γυρνοβολούσα στην Αθήνα ντυμένος φοιτητής. Τρία αρχεία (κάτω από την ετικέτα Φτηνές Ιστορίες) τακτοποιημένα και πανάκριβα (αν αυτός που τα κατεβάσει θελήσει και να τα τυπώσει –καθότι το μελάνι και το χαρτί κοστίζουν).

Τέλος, αυτό εδώ. «Μην ξεχάσεις να στείλεις τριαντάφυλλα στην κηδεία μου» -η κατάληξη εκείνων των πιτσιρικάδων της γειτονιάς μου που εμφανίστηκαν, έδρασαν, χαντακώθηκαν (και άλλα πολλά) στα προηγούμενα κομμάτια της πολυλογίας μου. Μάζεψα τις ιστορίες, τις έκανα ένα αρχείο, το κατεβάζεις από εδώ.

Δυο λόγια για το κομμάτι αυτό. Οι ήρωες είναι όλοι αληθινοί –κάπως διογκωμένοι, κάπως ακραίοι για να βγει ο τζόγος της κάθε ιστορίας, αλλά αληθινοί. Όλοι τους. Και η Μελίνα επίσης.

Κι ακόμα.... Είχα πάντα την επιθυμία να βάζω μουσική επένδυση σε ότι φτιάχνω, ένα σάουντρακ ρε παιδί μου, που θα παίζει μαζί με το κείμενο. Γι΄αυτό δανείζομαι συνήθως τίτλους τραγουδιών ή δίσκων και τους χρησιμοποιώ για τίτλους ιστοριών –έχω έτσι την προσδοκία πως ο αναγνώστης ξεκινώντας μπαίνει κατευθείαν στο κλίμα. Λέω τώρα...

Το σάουντρακ των συγκεκριμένων ιστοριών έχει ως εξής:

*Dead flowers –The Rolling Stones (από εκεί ο τίτλος: «And you can send me dead flowers every morning/ send me dead flowers by the mail/ send me dead flowers to my wedding/ and I won’t forget to put roses over your grave»)

1. In through the out door –Led Zeppelin

2. Three Imaginary boys –The Cure

3. Scream a song –The Antitroppau Council

4. No fun –Iggy Pop and the Stooges

5. Hallowed be Thy Name –Iron Maiden

6. Thirsty dog –Nick Cave and the Bad Seeds

7. Queen of Pain –The Cramps

8. One more cup of coffee (for the road) –Bob Dylan

9. Days of future passed –The Moody Blues

10. Fool to cry –The Rolling Stones

8 τραγούδια, 2 δίσκοι για να διαλέξεις το κομμάτι που σου ταιριάζει -Rolling Stones (bonus track) στο άνοιγμα και στο κλείσιμο. Κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα αν θες να ξέρεις...

Τρίτη, Μάϊος 25, 2010

Η αξύριστη "δημοσιογραφία των πολιτών"

«Ξεκίνησε μια ολοκαίνουργια κουβέντα/ αλλά δεν είναι ξεκάθαρη/ την κάνουν οι άνθρωποι από τα καλά σπίτια/ όλη τη φετινή χρονιά/ είναι θορυβώδης κι άγευστη/ την έχω ξανακούσει και παλιότερα», αυτά έλεγε περί «Μόδα» ο Δαβίδ ο Μπάουι από το 1980 ήδη. Και μπορεί τα χρόνια να πέρασαν, αλλά η Μόδα (δεν σκοπεύω να αναφερθώ στο πρετ α πορτέ) παραμένει εξίσου «θορυβώδης κι άγευστη» -ανούσια είναι η σωστή λέξη.

Πάρε για παράδειγμα αυτή την έκφανση της Μόδας που ονομάζεται «δημοσιογραφία των πολιτών»! «Μπιπ –μπιπ, Μόδα» (τώρα που το ξαναθυμάμαι, ήταν πολύ μοδάτο και γκιράπικο αυτό το τραγούδι του Μπάουι).

Κατά πρώτον λοιπόν, ο χαρακτηρισμός «δημοσιογραφία των πολιτών» δεν ορίζει τίποτα. Κάθε πολίτης που γράφει σε δημόσιο χώρο (μπλογκ, τουίτερ, φόρουμ, τσατ, φεϊσμπούκ, μαντρότοιχο) ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΕΙ.

Κατά δεύτερον (και πονηρότερον) όμως –ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός μοιάζει με αμπούλα βρώμας που κάποιος έχει κρύψει στα μουλωχτά κάτω από το χαλί και περιμένει να την πατήσουν για να πνίξει το δωμάτιο στη μπόχα. Επειδή φιλοξενούνται δυο φορτισμένοι όροι εντός του:
1. Οι πολίτες. Οι ενεργοί δηλαδή μέτοχοι της κοινωνικής ζωής. Τα «πολιτικά όντα» του Αριστοτέλη.
2. Η δημοσιογραφία. Αυτό το συναρπαστικό πράγμα δηλαδή που κάνανε ο Μπερνστάιν με τον Γουντγουόρντ και τώρα (ισχυρίζεται οτι) το κάνει ο Μάκης ο Ζούγκλας ο Μπανιστηριτζής.

Υπάρχουν πολλοί εκεί έξω που ταλαιπωρούνται από ονειρώξεις όντας καθισμένοι στις άβολες καρέκλες τους αγκαλιά με τα πισιά τους –ονειρεύονται λοιπόν οτι αποκαλύπτουν το σούπερ μεγαεπιδραστικό σκάνδαλο το οποίο θα ανατρέψει την παγκόσμια τάξη πραγμάτων, ονειρεύονται οτι καλύπτουν σε πρώτη αποκλειστική μετάδοση τη Δευτέρα Παρουσία... Αντ΄αυτών βέβαια, διαπρέπουν στη δημοσίευση θολών φωτογραφιών και απροσδιόριστων βίντεο με λεζάντες όπως «αποκλειστικές εικόνες από την κατακρήμνιση των Τεμπών», ή «Αποκλειστικό –η Μαντόνα έξω από την ταβέρνα της Ματούλας στο Κάστρο!» Όπου ούτε κατακρήμνιση ξεχωρίζει, ούτε Μαντόνα –αλλά εφόσον το υλικό προέρχεται από αδέσμευτο και ανιδιοτελή πολίτη θα πρέπει να είναι και αληθινό –αλλιώς τι σκοπό θα είχε να το δημοσιεύσει; (Προσωπικά πάντως δεν θα ήθελα να ξέρω τους σκοπούς αυτών των πολιτών-δημοσιογράφων, επειδή κάτι τέτοια άτομα που όταν βρεθούν σε τρακάρισμα βγάζουν πρώτα το κινητό για να τραβήξουν βίντεο και μετά πάνε να βοηθήσουν, εμένα με τρομάζουν).

Εντάξει, αλλά τι γίνεται όταν δεν είσαι μάχιμος ρεπόρτερ των δρόμων –όταν δηλαδή δεν είσαι διακοπές στη Μονεμβασιά και τη Μύκονο για να παραμονεύεις τις Μαντόνες, τις Τζολί και τις ΓκάΓκες; Πώς θα επιζήσει η διαδραστική, ενημερωτική ιστοσελίδα σου με το πιασάρικο όνομα www.ompanizon.blogspot.com; Αναγκάζεσαι τότε (για να αντιμετωπίσεις και τον αδυσώπητο ανταγωνισμό από τα κάθε λογής ποντικοκούραδα τελεία μπλογκσπότ κομ) να κλέψεις, να παραποιήσεις και να συκοφαντήσεις στην τελική! Αυτά έχει η δημοσιογραφία –ακόμα κι όταν είναι «των πολιτών».
Βέβαια, μπορείς εύκολα να γλιτώσεις από τα άγχη και τις στεναχώριες, υπάρχει λύση ώστε και ταμπελάτος πολίτης-δημοσιογράφος να παραμείνεις και να μην τρέχεις κάθε μέρα για την αποκλειστικότητα. Πας για παράδειγμα στον Κούλογλου, πρόσεξε πως το θέτει το άτομο:

«Ακόμη και στην αγνή, αυθεντική εκδοχή της, η δημοσιογραφία των πολιτών δεν αρκεί: χρειάζεται μια ομάδα αποφασισμένων ανθρώπων που έχουν τις απαραίτητες γνώσεις και ασχολούνται επαγγελματικά με την ανάδειξη και την παρουσίαση των κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων, την πεμπτουσία δηλαδή της δημοσιογραφίας».
Ουάου!

Εδώ λοιπόν μαθαίνουμε κατ΄αρχάς περί «αγνής αυθεντικής εκδοχής» της «δημοσιογραφίας των πολιτών». Εικονοποιώ εγώ τώρα αυτή την εκδοχή: πολίτης επιμελώς ατημέλητος (καθότι ανεξάρτητη δημοσιογραφία κι έτσι) που σταματάει σε όλα τα περίπτερα της Ερμού για να τσεκάρει την τιμή του εμφιαλωμένου μισόλιτρου. Και να συγγράψει μετά το βαθυστόχαστο: «Η Ερμού πιο ακριβή από την Κάρναμπι Στριτ» στα ίχνη του φωτισμένου τιμονιέρη του μαχητικού ρεπορτάζ αγοράς ονόματι Τσιαμτσίκα («Σε τι κόσμο θα φέρουμε τα παιδιά μας Νίκο Τσιαμτσίκα;»)

Καταφανώς, στον αντίποδα της Α.Α.Ε. («αγνής, αυθεντικής εκδοχής») βρίσκονται οι βόθροι της ιμιτασιόν «δημοσιογραφίας των πολιτών» τύπου Τροκτικό, Αντινιούζ κ.λ.π. Για να μην καταλήξει λοιπόν σε τέτοια χάλια ο συμπαθής πολίτης-δημοσιογράφος, αναλαμβάνει «μια ομάδα αποφασισμένων ανθρώπων» (κάτι σαν τους "Γενναίους του Μπρανκαλεόνε" ας πούμε) να τον καθοδηγήσει ώστε να φτάσει στην «πεμπτουσία της δημοσιογραφίας». Τουτέστιν, στο να κάνει τη χαμαλοδουλειά και αν βγάλει κάτι της προκοπής να το δημοσιεύσουν στο tvxs, να ανέβουν τα κλικ στις μετρήσεις της Αλέξαινας και να πάρει παραπάνω διαφημίσεις η σελίδα! Κι αν τώρα αναρωτηθείς: «μαλάκας είναι ο πολίτης –δημοσιογράφος να δώσει την είδηση στον Κούλογλου;» θα σου απαντήσω πως μαλάκας δεν είναι γι΄αυτό. Μαλάκας είναι επειδή ΓΙΑ ΝΑ ΔΩΣΕΙ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ ΣΤΟΝ ΚΟΥΛΟΓΛΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΕΙ ΚΙ ΑΠΟ ΠΑΝΩ! Εντάξει, να μην τα ισοπεδώνω κι όλα –αν πληρώσει συνδρομή μπορεί να κερδίσει κάνα ντιβιντί ή δωρεάν διαμονή σε καλά ξενοδοχεία –είδες που έχει και η δημοσιογραφία των πολιτών τα πλεονεκτήματά της;

Τέλος πάντων, να μην σε κουράζω με γενικότερους περι-ορισμούς από τη στιγμή που έχω έτοιμα συμπεράσματα, βγαλμένα βεβαίως από προσωπικό μαχητικό ρεπορτάζ αδέσμευτης διαδυκτιακής δημοσιογραφίας (για την ακρίβεια, τα είχα έτοιμα τα συμπεράσματα πριν κάνω το ρεπορτάζ κι αν δεν επιβεβαιώνονταν θα άλλαζα το ρεπορτάζ, όχι τα συμπεράσματα, σαν κανονικός δημοσιογράφος!) Έχουμε και λέμε («δηλαδή δεν έχουμε –αλλά λέμε ΓΙΑ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ»):

-Πολλοί μπήκαν στα μπλογκ και στις άλλες διαδικτυακές φόρμες κατάθεσης απόψεων με το απωθημένο (διαβάζεται και κόμπλεξ) της δημοσιογραφικής καθιέρωσης. Άλλοι τα κατάφεραν και δούλεψαν τα ΜΜΕ, σαν τον Πιτσιρίκο, άλλοι δεν τα κατάφεραν (ονόματα μην πω καλύτερα) και εξαντλήθηκαν στο να βρίζουν όσους πέτυχαν να γίνουν Πιτσιρίκοι. Κατά την ταπεινή μου γνώμη και οι δυο παραπάνω κατηγορίες είναι για τ΄ανάθεμα κι «αντέστε παραδίπλα μη μου τσαλακώσετε το σκιάδιον». Διότι, δεν έχω κανένα πρόβλημα με όποιον θέλει να δουλέψει δημοσιογράφος (μόνο με τους κοπρολάγνους έχω πρόβλημα και μονάχα εφόσον μένουν στην ίδια πολυκατοικία με μένα). Το πρόβλημά μου αρχίζει από τη στιγμή που και καλά σνομπάρεις τους υπόλοιπους φιρμάτους δημοσιογράφους επειδή απλώς θέλεις να πάρεις τη θέση τους. Και το πρόβλημά μου συνεχίζεται όταν κανιβαλίζεις τον πρώην μπλόγκερ-πολίτη και νυν δημοσιογράφο, επειδή τα κατάφερε εκεί που εσύ απέτυχες. Γενικά, είμαι άτομο μειωμένης αντιληπτικής ικανότητας και η υποκρισία με κουράζει επειδή απαιτεί έξτρα μυαλό για να την αναλύσω.

-Μια άλλη κατηγορία πολιτών –δημοσιογράφων είναι οι δημοσιογράφοι-πολίτες! Αυτοί δηλαδή οι δημοσιογράφοι που τους σουτάρανε από το Μέσο που εργάζονταν (ή κάποιοι που εργάζονται σε Μέσο πιο απόμερο κι από απομεσήμερο στη Βουρβουρού, Δεκέμβρη μήνα) κι αποφάσισαν «να τους δείξουν σ΄όλους αυτούς!» Ανοίξανε λοιπόν ένα μπλογκ κι αρχίσανε να δημοσιεύουν τις αποκλειστικότητές τους κατευθείαν ψαρεμένες από τον βόθρο της ενημέρωσης. Αποκλειστικότητες από κολλητούς σε αστυνομικά τμήματα ή πολιτικά γραφεία, διανθισμένες με αξύριστες μασχάλες και υπαρξιακά ερωτήματα –«σε ποιαν ανήκει η μασχάλη; κάντε κλικ να δείτε!» Σκοπός βέβαια (εξίσου κομπλεξικός με αυτόν της αποπάνω κατηγορίας) το «δείξιμο» στους μεγαλοϊδιοκτήτες μέσω της μεγάλης επισκεψιμότητας της σελίδας. Κι όταν τελειώνουν οι αξύριστες μασχάλες και τα κουτσομπολιά των «συνδέσμων» τι καλύτερο για να κρατηθεί ψηλά η επισκεψιμότητα από τη συκοφαντία και την κοπρολαγνική δημοσιογραφία τύπου Μάκη, Θέμου, Τράγκα και λοιπών υπόδικων; Είπα και θυμήθηκα: που στον πούτσο (και με το συμπάθειο ε;) είναι οι φεμινιστικές οργανώσεις της χώρας; Γίνεται η Αλ Σάλεχ σύμβουλος του Βούγια, γεμίζει ο τόπος ημίγυμνες φωτογραφίες της τραβηγμένες προ 10ετίας σε Χ περιοδικό ποικίλης ύλης. Πάει η Ντόρα για την προεδρία της Ν.Δ. -της κοπανάνε ένα άρθρο που συνδέει τις πολιτικές της επιδιώξεις με τα προβλήματα εξωτερικής εμφάνισης και κάποιους υπαινιγμούς σεξουαλικής ανικανότητας άκρως αηδιαστικούς –τα πλασάρουν όλα αυτά για επιστημονικό ψυχολογικό προφίλ! Παραιτείται η Γκερέκου από τη θέση της, ξαναγεμίζει ο τόπος με φωτογραφίες της ημίγυμνες προ 20ετίας στο Πλειμπόι! Τι λένε για όλα αυτά οι φεμινίστριες; Γιατί να πουν –θα αναρωτηθείς! Τι κέρδος θα έχουν; Δεν σχετίζονται αυτά τα θέματα με μείωση ηλικίας συνταξιοδότησης, ή αύξηση διατροφής, ή κονόμα γενικότερα! Σωστά.

-Επειδή κάθε κατηγοριοποίηση που σέβεται τον εαυτό της θα πρέπει να έχει τουλάχιστον τρεις κατηγορίες, γι΄αυτό και μόνο θα προσθέσω εδώ την κατηγορία δημοσιογραφίας των πολιτών που προανέφερα, αυτή δηλαδή που είναι πρόθυμη να πιαστεί κορόιδο από τις ειδησεογραφικές σελίδες και (είτε με άρθρα, είτε με σχόλια) και να συμβάλει έτσι στην αύξηση της δημοτικότητάς τους. Εκτός από τους Ρεπόρτερς Χωρίς Σύνορα του Κούλογλου, σ΄αυτή την κατηγορία μπορείς να κατατάξεις και τους (κατά κόρον γραφικούς) σχολιαστές κάτω από τα άρθρα των ΝΕΩΝ και άλλων δικτυακών εφημερίδων. Αυτοί οι τελευταίοι αποτελούν, νομίζω, την εξέλιξη των ακροατών που τηλεφωνούν σε αθλητικούς ή και ειδησεογραφικούς σταθμούς και καταθέτουν την άποψή τους περί Ερνέστο Βαλβέρδε και Όλι Ρεν (στο ίδιο τηλεφώνημα!) λόγω του ότι: «παιδεύομαι 2 ώρες να πιάσω γραμμή, τώρα που βγήκα στον αέρα έχω να πω διάφορα πραγματάκια».

Γενικό συμπέρασμα; Βεβαίως και διαθέτουμε –τι δηλαδή; Καλύτεροι είναι οι άλλοι; Λοιπόν...

Αν αφήσεις απέξω τους «αλήτες, ρουφιάνους δημοσιογράφους» που έχουν κατακλύσει τον χώρο των μπλογκ για τους δικούς τους σκοπούς, η δημοσιογραφία των πολιτών δεν είναι τίποτα περισσότερο από την προσπάθεια των επίσημων καναλιών ειδησεοποίησης να ποδηγετήσουν τη διαφορετικότητα. Η «δημοσιογραφία των εξεγερμένων» (ή αλλιώς «αντιπληροφόρηση») των ιντυμήντια καταλήγει συνήθως σε άγαρμπες λογοκρισίες εφόσον δεν υπάρχουν σαφείς κατευθυντήριοι άξονες στον χώρο. Οι προσωπικές απόψεις των μπλόγκερς που ξεκίνησαν να δημοσιοποιούνται από το «σήμερα ξύπνησα και ήμουν ανεξήγητα κακόκεφος» και πέρασαν στο «μου τη δίνει αυτή η πόλη», ωθούνται να αφήσουν στην άκρη την (κατά τη γνώμη μου ανεκτίμητη) «προσωπική ματιά» και να επικεντρωθούν σε οπτικές αντικειμενικότητας παύλα εγκυρότητας. Τουτέστιν ή να παραπληροφορήσουν σαν τα επίσημα ΜΜΕ ή να μαραζώσουν.

Στον αγώνα δρόμου σχετικά με το ποιος θα μεταδώσει πρώτος τα εκλογικά αποτελέσματα, τα καθιερωμένα ΜΜΕ μονίμως θα κερδίζουν -στην κούρσα του χαφιεδισμού περί του ποιος πρώτος θα δημοσιοποιήσει την φωτογραφία του στυγερού (δολοφόνου, τρομοκράτη, τραπεζίτη) τα καθιερωμένα ΜΜΕ παίζουν εντός έδρας. Κι όσο το παιχνίδι γίνεται εκεί –το μάξιμουμ επιτυχίας του πολίτη-μπλόγκερ-δημοσιογράφου θα είναι μια θεσούλα φρι λάνσινγκ ή κάτι πιο μόνιμο στην καλύτερη περίπτωση.

Για όποιον το έχει απωθημένο –δεν είναι κακό. Απλώς μου φαίνεται βλακώδες, αν θες να δουλέψεις σε έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο στείλτους κανένα βιογραφικό με κάποια δείγματα δουλειάς -είναι πιο σύντομο και πιο αποτελεσματικό.

Και θα με γλιτώσεις από το βάσανο να πέφτω σε αξύριστες μασχάλες κάθε φορά που ψάχνω κάτι στο Γκουγκλ. Όχι οτι σ΄ενδιαφέρει βέβαια, αλλά λέω τώρα εγώ ο αναγνώστης...

Παρασκευή, Μάϊος 21, 2010

10. «Πες μου οτι είμαι βλάκας που κλαίω»

Θα ήθελα να σου πω οτι βρέχει. Ένα τεράστιο σύννεφο πάνω από τα κεφάλια τους κι εκείνοι σκυμμένοι σκέφτονται όσο το φέρετρο κατεβαίνει στον λάκκο, το σύννεφο βαραίνει, σπάει σε χοντρές σταγόνες, τις νιώθουν σα σφαίρες εκεί που τελειώνουν οι κολλαριστοί γιακάδες των πουκαμίσων τους κι αρχίζουν οι σβέρκοι, βιάζονται ν΄ανοίξουν ομπρέλες ή να προφυλαχτούν κάτω από κάποιο στέγαστρο.... Αυτά θα ήθελα να σου πω.

Όμως δεν ήταν έτσι.

Εκείνη τη μέρα ο ήλιος αποφάσισε να πάρει προκαταβολικά τη ρεβάνς από την εποχή των παγετώνων που ακουγόταν να πλησιάζει –φυσικά, η εποχή των παγετώνων ήταν ανέκαθεν ένας συμβολισμός όπως ακριβώς ο παλιοκερατάς ο ήλιος ήταν ανέκαθεν μαρτύριο. Ιδρώτας στους κολλαριστούς γιακάδες των πουκαμίσων (τελικά υπήρξαν σταγόνες εκεί πέρα –σα σφαίρες στο τελείωμα των γιακάδων, όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία), ιδρώτας μέσα από τα πουλόβερ εκείνων που κάθονται ακροβολισμένοι. Επειδή μια κηδεία είναι επίσημο γεγονός –μπροστά μοστράρουν οι καλοντυμένοι και πιο πίσω όλοι οι υπόλοιποι. Θέμα τάξης.

Στην πρώτη σειρά η Έφη ζαρωμένη μέσα σ΄ένα μαύρο ατσαλάκωτο φόρεμα –τα παιδιά δεξιά και αριστερά της, σε απόσταση. Οι παππούδες τα κρατάνε από τους ώμους, όπως κρατάνε οι κυνηγοί τα λαγωνικά πριν τα αμολήσουν στο κυνήγι της αλεπούς. Τα παιδιά παρακολουθούν με προσήλωση το μαονένιο φέρετρο. Η Έφη παρακολουθεί με προσήλωση το τίποτα. Όλοι αποφεύγουν να την κοιτάξουν –υπάρχει αμηχανία.

Μόνο ο παπάς κάνει τη δουλειά του κανονικά –επαγγελματίας –λαρυγγίζει τα ακατανόητα σκουντώντας δίπλα του τον αχαμνό ψάλτη που ιδρώνει μέσα στο μαύρο ράσο και βιάζεται να ξεμπερδεύουν με όλα αυτά, να περάσουν στην κοντινή ταβέρνα για κονιάκ, ψάρι και καφέ. Ο Παντελής τούς παρακολουθεί με δεμένα τα χέρια στο ύψος της ζώνης του παντελονιού του, σαν ποδοσφαιριστής που στέκεται τείχος σε χτύπημα φάουλ. Είναι σοβαρός, είναι μισοσκυμμένος, είναι διακριτικά τεθλιμμένος, είναι ανήσυχος καθώς κοιτάζει τριγύρω ψάχνοντας να τη βρει χωρίς να τον πάρουν είδηση. Κοιτάζει και κοιτάζει –κρυφοκοιτάζει –μακαρίζει όσους φοράνε μαύρα γυαλιά, εκνευρίζεται με την ιδεοληψία του περί ματαιοδοξίας που τον οδήγησε στο να μην έχει κι αυτός ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά, να βλέπει χωρίς να βλέπεται....

Ακριβώς από πίσω του ο Σάκης ο Μυτόγκας, με τα χέρια επίσης δεμένα κόμπο, ο Αχιλλέας που ψιθυρίζει στον Γένια κι ο Γρηγόρης φανερά ανυπόμονος. Ο Γένιας κουνάει το κεφάλι του συμφωνώντας και μετά αναλαμβάνει να περάσει την παρατήρηση του Αχιλλέα στον Γρηγόρη.
«Κωλάρα η γυναίκα του Πετράκη, ε;» κρυφογελάει ο Γένιας.
«Ναι», απαντάει αφηρημένα ο Γρηγόρης κρατώντας στην άκρη του ματιού τον Αχιλλέα. Έπρεπε να του είχε ανοίξει το κεφάλι σαν καρπούζι...
Πιο πίσω πολλοί άσχετοι –συνάδελφοι από τη δουλειά του Πέτρου, γονείς συμμαθητών των παιδιών του, περαστικοί ίσως... Σίγουρα, όπως και να το δεις...

Ο Ζόμπι κατεβάζει λίγο τα μαύρα γυαλιά του καθώς παρακολουθεί τον συγκεντρωμένο κόσμο.
«Ποτέ δεν κατάλαβα τι διάολο κάνουν όλοι κρεμασμένοι πάνω στο φέρετρο –σαν τις μύγες στα σκατά...» απορεί.
«Δεν πιστεύουν οτι τελείωσε –δεν δέχονται οτι ο δικός τους θα εξαφανιστεί στον λάκκο», απαντάει αφηρημένα ο Ηλίας το Φάντασμα.
«Δίκιο έχουν», σκέφτεται ο Ζόμπι.
Ανάβει τσιγάρο γουβώνοντας την παλάμη του για να προστατεύσει τη φλόγα του αναπτήρα, το Φάντασμα τραβάει με δυο δάχτυλα ένα ακόμα τσιγάρο από το περιφερόμενο πακέτο κι ανάβει με την κάφτρα του άλλου.
«Όταν πας ν΄ανάψεις τότε βάζει αέρα ο γαμημένος!» παρατηρεί.

Σήκωσαν και οι δυο τα μάτια ταυτόχρονα, κοίταξαν σα φίλοι κανονικοί, ο ένας δεξιά ο άλλος αριστερά. Κάποιον περίμεναν -κάποιον, κάποιους...
«Δεν έχει έρθει ακόμα», τον καθησύχασε ο Ζόμπι.
«Ποιος;» αναρωτήθηκε το Φάντασμα.
«Αυτός», του σφύριξε ο Ζόμπι ξεκινώντας να κάνει τη χειρονομία –αλλά στη μέση το’κοψε.
«Λίγο σεβασμό...» διαμαρτυρήθηκε το Φάντασμα.
«Για ποιον;» αναρωτήθηκε ο Ζόμπι.
«Γι΄αυτόν!» του εξήγησε το Φάντασμα δείχνοντας τ΄αρχίδια του με μια κοφτή χειρονομία.
«Α, μάλιστα!» ικανοποιήθηκε επιτέλους ο Ζόμπι.
Σώπασαν απότομα.

Παρακάτω, δίπλα στο μαντρότοιχο του νεκροταφείου και σε κάτι αφρόντιστους τάφους κάθεται ανακούρκουδα ο Λούι, κατάμαυρος, ξεφτισμένος σαν ξεπουπουλιασμένο κοράκι. Στριφογυρίζει το τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλά του, το περνάει από τον δείκτη, στον μέσο και τον παράμεσο και μετά πάλι πίσω, την ίδια διαδρομή ανάποδα χωρίς να το σπάσει. Με το άλλο χέρι μαδάει κάτι χαμομήλια από το χώμα εκεί που βουλιάζουν τα παπούτσια του, τρίβει τα χαμομήλια στην παλάμη του, μετά αναπνέει τη μυρωδιά τους –χαμογελάει. Φοβισμένα. Κοιτάζει, μια προς το σημείο που κατεβάζουν το φέρετρο, δυο στην πρώτη σειρά των συγκεντρωμένων και μετά κοιτάζει εξεταστικά, ψάχνοντας τριγύρω. Γι΄αυτό δεν παίρνει χαμπάρι τη σκιά που καβαλάει το μαντρότοιχο και γλιστράει δίπλα του, ένα μέταλλο γυαλίζει στον ήλιο του νεκροταφείου, ένα κλικ ακούγεται σαν κανονιά δίπλα στ΄αυτιά του, ο Λούι τινάζεται και κοντεύει να σωριαστεί στο χώμα.
«Φωτίτσα;» χαμογελάει ο Γιάννης από δίπλα του προτείνοντας τον αναμμένο zippo.
«Άει στο διάλο με κοψοχόλιασες!» διαμαρτύρεται σιγά ο Λούι.
«Καθότι γρήγορος σαν καρχαρίας», ψιθυρίζει ο Γιάννης.
«Άλλος ήταν έτσι....» θυμάται ο Λούι.
«Κι άλλος γιουβέτσι –τι τα ψάχνεις τώρα;» τον χτυπάει στην πλάτη.
«Λοιπόν; Πως από δω;»
«Ε, είδα φως και μπήκα....»
«Θα τον ξενυχτίσεις όμως;»
«Μπα –έναν στα γρήγορα θα ρίξω και θα φύγω! Τώρα άναψε το γαμήδι σου πριν μου τελειώσει η ζιπολίνη!»
Ο Λούι ανάβει το τσιγάρο με στεναχώρια, επειδή ήθελε περισσότερο να παίξει παρά να το καπνίσει. Ο Γιάννης βάζει τον zippo στην τσέπη του τζιν του.
«Τι ακριβώς κάνουμε εδώ πέρα;» αναρωτιέται.
«Κόβουμε κίνηση παραμένοντας αόρατοι», του εξηγεί ο Λούι.
«Κι ο λόγος;»
«Όλο και κάποιο λόγο θα έχει ο καθένας μας...»
«Σωστά».
Μένουν σιωπηλοί κοιτάζοντας μπροστά.

Μπροστά, αρκετά πιο μπροστά, εκεί που τα δέντρα πυκνώνουν προφυλάσσοντας τους πιο ευαίσθητους από τον ήλιο, εκεί που ακουμπάει το Φάντασμα καπνίζοντας και χαζολογώντας με τον Ζόμπι, εκεί ακριβώς πλησιάζει ο Στάθης. Με το ανοιχτό χορευτικό του βήμα, μ΄ένα ξεφτισμένο καστόρινο σακάκι και τους γιακάδες όρθιους... Δεν παίρνει πολλή ώρα στους άλλους δυο να τον σταμπάρουν. Χαμογελάνε ζεστά αλλά το κόβουν απότομα, γυρίζοντάς το σε στυλάκια –χέρια απλωμένα πίσω από τις πλάτες για λόου φάιβ, στριφογυρίσματα με τις φτέρνες καρφωμένες στο χώμα, τέτοια πράγματα...
«Έι μαν...»
«Πως πάει ρε μαν;»
«Καλά μαν...»
Μετά στρέφονται ταυτόχρονα προς την κεντρική σκηνή της κηδείας, επειδή μοιάζει το φέρετρο να κατεβαίνει στον λάκκο –δεν το βλέπουν αλλά οι μπροστινοί σκύβουν, άρα κάτι τέτοιο συμβαίνει. Μαύρα σακάκια και μαύρα φορέματα πνίγουν την Έφη, σε λίγο δεν διακρίνονται ούτε καν οι ώμοι της, η συγκέντρωση εκεί μπροστά ανοίγει σαν μακάβρια βεντάλια, οι παππούδες απομακρύνουν τα παιδιά.
«Οριακά το πρόλαβες», λέει ο Ζόμπι στον Στάθη.
«Ναι, ίσως...» απαντάει εκείνος.
«Θα πας να....» του δείχνει τους συγκεντρωμένους μπροστά.
«Θ’ αφήσω πρώτα να φύγουν οι πολλοί....»
«Σωστά».
«Εσείς θα πάτε;»
«Εμείς;»
«Από πού κι ως πού;»
«Τι δουλειά έχουμε;»
«Αλλά στην ταβέρνα....»
«Εντάξει, εκεί ναι...»
«Φίλος μας...»
«Για να τον θυμόμαστε κι έτσι...»
«Έτσι....»
Γυρίζουν και κοιτάζουν την πομπή που παρελαύνει μπροστά από την Έφη.

«Συλλυπητήρια κορίτσι μου...»
«Ευχαριστώ...»
«Τι σας βρήκε στα καλά καθούμενα...»
«Ευχαριστώ....»
«Ζωή σε λόγου σας...»
«Ευχαριστώ....»
«Να ζήσετε να τον θυμάστε....»
«Ευχαριστώ....»
«Κουράγιο κορίτσι μου, σκέψου τα παιδιά σου...»
«Ευχαριστώ...»
«Ίσως να μη με θυμάστε –ήμουνα συμμαθητής του Πέτρου, είχαμε συναντηθεί τις προάλλες....»
«Ευχαριστώ...»
«Όχι, εννοώ ...–έχω το ιατρείο δυο τετράγωνα κάτω από το σπίτι σας, το κτηνιατρείο...»
Ο Έφη σηκώνει επιτέλους τα μάτια, τον κοιτάζει αλλά εξακολουθεί να μην καταλαβαίνει –τι θέλει αυτός ο άνθρωπος και γιατί χαμογελάει έτσι ηλίθια;
«Ναι, εντάξει...» μουρμουρίζει στο τέλος.
«Γι΄αυτό λέω.... αν τυχόν με χρειαστείτε, αυτή είναι η κάρτα μου....» συνεχίζει απτόητος ο Παντελής. Πίσω του η ουρά αδημονεί ελεγχόμενα.
«Ευχαριστώ...» απαντάει η Έφη παίρνοντας την κάρτα.
Επιτέλους η ουρά κινείται ξανά.
«Συλλυπητήρια...»
«Ευχαριστώ...»
Σαν τα μυρμήγκια που κουβαλάνε τσόφλια επισημότητας, σπόρους τυπικότητας, αποφάγια καλών τρόπων, οι καλεσμένοι αφήνουν την πραμάτεια τους στις παλάμες της Έφης και συνεχίζουν τον δρόμο τους για την ταβέρνα –απέναντι από το νεκροταφείο.
«Είσαι εντάξει κοριτσάκι;» ο Στάθης κουκουλώνει και τα δυο της χέρια μέσα με τις παλάμες του.
«Εντάξει... τι εντάξει δηλαδή...» ψελλίζει η Έφη.
«Έλα μωρέ –καλύτερα που τον ξεφορτώθηκες τον μούχλα!» ψευτοκοροϊδεύει ο Στάθης.
Η Έφη κάνει φιλότιμη προσπάθεια να γελάσει.
«Μου δώσανε αυτό...» του δείχνει ξαφνικά την κάρτα.
Ο Στάθης την παίρνει στα χέρια του και την εξετάζει.
«Βρε τον μαλάκα!» απορεί.
«Τον ξέρεις;»
«Ναι...»
«Γιατί μου έδωσε κάρτα κτηνιατρείου;»
«Ξέρω ΄γω –μπορεί να πέρασε τα παιδιά σου για αδέσποτα.... Άστο σε μένα πάντως, μην ασχολείσαι», την καθησυχάζει ο Στάθης και κάνει να φύγει. «Δεν θα έρθεις στην ταβέρνα;» τη ρωτάει μισοστρίβοντας.
«Πήγαινε κι έρχομαι....»


Ένας σερβιτόρος με λαχούρι στην πλάτη του γιλέκου στέκεται στην πόρτα ακουμπώντας ένα τετράδιο με μπλε εξώφυλλο σε μια λευκή πετσέτα.
«Είστε;» ρωτάει.
«Συνάδελφος», απαντάει ο άλλος.
«Περάστε στο τραπέζι δεξιά. Είστε;»
«Συγγενής».
«Περάστε στο τραπέζι στο κέντρο. Είστε;»
«Φίλοι».
«Περάστε στο τραπέζι στο βάθος. Είστε;»
«Ε, όλο και κάτι θα΄μαστε...» θυμοσοφεί το Φάντασμα.
«Εννοώ -συγγενής, φίλος, συνάδελφος, συμμαθητής...» εκνευρίζεται το γκαρσόνι.
«Κάπως αυθαίρετη η κατηγοριοποίηση...» παρατηρεί ο Ζόμπι.
«Εγώ είμαι και φίλος και συμμαθητής πάντως», λέει το Φάντασμα.
«Εγώ είμαι φίλος, συμμαθητής, σχεδόν συγγενής και για ένα διάστημα συνάδελφος», παραδέχεται ο Στάθης.
«Περάστε όλοι στο τραπέζι αριστερά!» ξεφυσάει το γκαρσόνι και βιάζεται να γυρίσει προς τους επόμενους που πλησιάζουν. «Είστε;»

Το τραπέζι. Λευκά τραπεζομάντιλα στη σειρά, κρεμ κεραμικά πιάτα, λευκές πετσέτες με μαύρη μπορντούρα –διατίθεται και για άλλες κοσμικές συνεστιάσεις η αίθουσα; Γάμους, βαφτίσεις, γενέθλια; Πλάκα κάνω. Οι καρέκλες, καφέ δερματίνη. Τα γκαρσόνια εξαφανισμένα για την ώρα –μόνο εκείνος ο «Είστε;» στην πόρτα... Μικρά μπουκάλια κονιάκ Μεταξά πεντάρι, ένα κάθε τρία σερβίτσια. Ο κόσμος κάθεται ανακουφισμένος που σταμάτησε να τον κοπανάει ο ήλιος κατακούτελα και που τελικά βρήκε μια θέση να χαλαρώσει λιγάκι –να σταματήσουν τα παπούτσια να τον χτυπάνε κι η γραβάτα να μην τον πνίγει άλλο...

Πλησιάζοντας κοντοστέκονται.
«Ευτυχώς που το τραπέζι έχει δυο άκρες!»
«Κι ευτυχώς που η μια είναι ακόμα ελεύθερη!»
«Ποιος να την έπιανε ρε;»
«Ε, πώς! Κυκλοφορεί και Παντελής λυτός!»
«Τώρα που είπες Παντελής....»
«Ε τι;»
«Έδωσε την κάρτα του στην Έφη!»
«Ποια Έφη;»
«Την τάδε Έφη Ζαρατούστρας –ποια Έφη ρε ηλίθιε;»
«Του Πέτρου;»
«Ε ναι!»
«Της έδωσε την κάρτα του πάνω στα συλλυπητήρια;»
«Αυτό δεν είπα μόλις τώρα;»
«Είναι θεός ο τύπος!»
«Καλά –κάτσε τώρα αποδώ γιατί απέναντι βρωμάει Αχιλλέας....»
Κάθονται σχετικά αδέξια. Πετάνε τα πακέτα τους πάνω στο τραπέζι με σχετικό θόρυβο. Από απέναντι ο Αχιλλέας τους κοζάρει, σκύβει και κάτι λέει στον Γένια. Εκείνος ταλαντεύεται –αν πρέπει να το περάσει ή όχι στον Γρηγόρη. Δεν έχει αποφασίσει ακόμα.

Ο Παντελής έχει ήδη φτάσει αλλά κάθεται μισοκρυμμένος μερικά τραπέζια παρακάτω, περιμένει να διαμορφωθούν πρώτα οι σχηματισμοί και μετά θα διαλέξει τη θέση του. Περιμένει αυτό και κάτι ακόμα. Κι αυτό που περιμένει έρχεται διστακτικά, ανοίγει την πόρτα της ταβέρνας βγάζει τα μαύρα γυαλιά, κοιτάζει, πλησιάζει, αναγκάζεται να κάνει ολόκληρο κύκλο για να μην καθίσει ακριβώς δίπλα στο Φάντασμα, πάει να καθίσει δίπλα στον Στάθη, κοντοστέκεται (επειδή αν καθίσει εκεί, θα βρεθεί ακριβώς απέναντι από το Φάντασμα), δαγκώνει την άκρη των γυαλιών ηλίου σκεπτική....
Ο Παντελής είναι πολύ γρήγορος, όταν θέλει.
«Μαρίνα –εδώ!» φωνάζει έχοντας ήδη χωθεί σε μια καρέκλα στη μέση του τραπεζιού.
Η Μαρίνα κοιτάζει τον Ζόμπι, ο Ζόμπι σηκώνει τους ώμους χαμογελώντας αμήχανα, ο Στάθης τής κλείνει το μάτι και μετά πέφτει εντελώς απότομα, εντελώς νεκρός μέσα στο άδειο κρεμ κεραμικό πιάτο του, η Μαρίνα χαμογελάει όσο απομακρύνεται, το Φάντασμα κοιτάζει με μεγάλη προσήλωση μια αλογόμυγα που περπατάει αδέξια στην διπλανή του καρέκλα.
«Τι κάνεις; Χαθήκαμε!» λέει χωρίς ανάσα ο Παντελής.
«Γιατί –πότε είχαμε βρεθεί;» απορεί η Μαρίνα. Μετά γεμίζει το ποτήρι της κονιάκ και το κατεβάζει με τη μία. Κοιτάζει προς την άλλη πλευρά του τραπεζιού, ο Γρηγόρης της κλείνει το μάτι, κάνει να γυρίσει το κεφάλι της αλλού –όμως θυμάται οτι δεν υπάρχει αλλού.

Τότε ακριβώς ανοίγει η πόρτα και όλα γίνονται άκρως εκρηκτικά, επειδή στο άνοιγμά της εμφανίζεται ο Λούι κι αμέσως μετά, δίπλα του, ο Γιάννης. Κοιτάζουν την ταβέρνα σαν ντελιβεράδες της εταιρείας ΟΛΕΘΡΟΣ Ο.Ε., με τα χέρια στις πίσω τσέπες των παντελονιών.
«Μια ωραία ατμόσφαιρα....» μουρμουρίζει ο Γιάννης.
«Αν σου αρέσουν οι βρικόλακες....» συμπληρώνει ο Λούι.
Ψάχνουν να βρουν κάποιο μέρος να καθίσουν κι εκεί θα έμεναν για πάντα, όρθιοι, διστακτικοί αν θες να ξέρεις –αν οι υπόλοιποι δεν αναλάμβαναν πρωτοβουλίες.

Ο Ζόμπι σηκώνεται ταυτόχρονα με τον Αχιλλέα. Και τους πλησιάζουν, για την ακρίβεια ο Ζόμπι πλησιάζει τον Γιάννη κι ο Αχιλλέας τον Λούι. Γιατί το κάνουν αυτό; Ο Ζόμπι επειδή θέλει να στήσει μια πρόχειρη γέφυρα, ένα από εκείνα τα κατασκευάσματα με τις κληματσίδες που έδειχναν οι παλιές ταινίες με τον Ταρζάν –μια ξεφτιλισμένη ιδιοκατασκευή, ανάμεσα στον Γιάννη και τον Ηλία το Φάντασμα. Κι ο Αχιλλέας....
Ο Αχιλλέας έχει ήδη φτάσει δίπλα στον Λούι.
«Τι έγινε ομορφιά; Την έκανες την αλλαγή φύλου ή ακόμα;» του γαβγίζει μέσα στα μούτρα. Κι αυτό το νουμεράκι ο Αχιλλέας το παίζει με σκοπό, αφού από τη νύχτα που πλακωθήκανε με τον Γρηγόρη ακόμα να τα βρούνε –σκέφτεται λοιπόν οτι η καζούρα θα τους ενώσει. Το προσπάθησε με την Έφη, δεν του βγήκε –τώρα όμως αυτός είναι ο Λούι που έζησε χρόνια πεθαμένος κι αναστήθηκε για να φορτωθεί τις αμαρτίες του κόσμου.
Ο Λούι τον κοιτάζει σκεφτικός.
«Κατάπιες τη γλώσσα σου μωρή πουστάρα;» συνεχίζει απτόητος ο Αχιλλέας.
Ο Λούι γυρίζει προς τον Γιάννη, τον βλέπει κάπως στριμωγμένο επειδή ο Ζόμπι είναι ήδη δίπλα του κι έτοιμος να του μιλήσει –αποφασίζει λοιπόν...
«Εμένα είπε πουστάρα;» ρωτάει ο Λούι τον Γιάννη, βγάζοντάς τον από την αμηχανία για λίγο.
«Έτσι μου φάνηκε...» απαντάει ο Γιάννης.
«Τη γυναίκα του τη ρώτησε;» συνεχίζει ο Λούι.
«Μπορεί κι αυτή να του το είπε για να τον ψήσει οτι το παιδί είναι δικό του...» μουρμουρίζει δήθεν συνωμοτικά, αλλά πάντως δυνατά ο Γιάννης.
«Τι σου είναι οι γυναίκες τέλος πάντων!» θαυμάζει ο Λούι.
«Τι ‘πες τώρα ρε καργιόλη;» φουντώνει δίπλα τους ο Αχιλλέας.
«Εσένα λέει καργιόλη –εγώ είμαι ο πούστης», κάνει νόημα ο Λούι στον Γιάννη.
«Εμένα λες;» ρωτάει ο Γιάννης τον Αχιλλέα.
«Εμένα με θες τίποτ΄ άλλο γιατί βαρέθηκα...» λέει ο Λούι.
«Θα σε γαμήσω ρε!» φουντώνει ο Αχιλλέας.
«Ποιον από τους δυο μας;» αναρωτιέται ο Γιάννης.
«Μάλλον εμένα, τον πούστη....» αποφαίνεται ο Λούι.
«Τελικά του Αχιλλέα του αρέσουν οι άντρες;» χώνεται στην κουβέντα ο Ζόμπι.
«Ξέρω ΄γω, έτσι φαίνεται...» ξύνει το κεφάλι του ο Γιάννης.
«Το είχα υποπτευθεί αλλά δεν ήθελα να μιλήσω πριν σιγουρευτώ...» κάνει συνωμοτικά ο Λούι.
«Ρε μουνιά!» μουγκρίζει ο Αχιλλέας και πιάνει τη μπλούζα του Λούι.
Σε αυτή την περίπτωση ο Αχιλλέας υπολογίζει οτι έχει ήδη δεξιά του τον Γένια κι αριστερά τον Γρηγόρη (ή ανάποδα –τέλος πάντων) και με βάση αυτό ταρακουνάει τον Λούι. Όμως τα πράγματα έχουν περάσει και τα χρόνια έχουν αλλάξει –οι φίλοι του δεν δείχνουν τόσο πρόθυμοι να βρεθούν δίπλα του κι ο Λούι δεν είναι πια 60 κιλά όπως τότε στο σχολείο...
Όλα αυτά έχουν σαν αποτέλεσμα να τσαλακωθεί απλώς η (ήδη ταλαιπωρημένη) μπλούζα του Λούι και να βρεθεί ο Αχιλλέας αγκαζέ, μεταξύ Γιάννη και Ζόμπι.
«Έλα άσε τις μαλακίες –σε κηδεία είμαστε...»
«Ναι ρε μουνιά! Στη δική σας την κηδεία!» ψεκάζει τον τόπο με σάλια ο Αχιλλέας.

Και τότε τα πράγματα γίνονται κάπως περίεργα –δηλαδή πλησιάζει ο Γρηγόρης κι αρπάζει τον Αχιλλέα από το γιακά, μαζί με τους άλλους δύο τον πάνε καροτσάκι μέχρι την είσοδο της ταβέρνας.
«’τονε χορέψουμε;» σφυρίζει ο Γρηγόρης στους άλλους δυο καθώς έχουν δρασκελίσει ήδη την πόρτα.
«Σε κηδεία είμαστε ρε μαλάκα!» διαμαρτύρεται ο Γιάννης.
Κι έτσι τον σουτάρουν συγχρονισμένα και γυρίζουν τις πλάτες αδιαφορώντας για το που θα καταλήξει ο Αχιλλέας. Κι εγώ το ίδιο θα’κανα στη θέση τους.

«Έλα κάτσε από ΄κει να πιούμε τίποτα κονιάκ», του λέει ο Γιάννης.
«Μόνο το Γένια μη φέρεις –αγριεύομαι», τον προειδοποιεί ο Ζόμπι.
Κάπως έτσι ξαναμπαίνουν στην ταβέρνα.

Ο Ζόμπι κάθεται πάλι στην κεφαλή του τραπεζιού, ο Λούι δίπλα του, απέναντι από το Φάντασμα, μετά ο Γρηγόρης απέναντι από τον Στάθη και μετά ο Γιάννης. Το Φάντασμα έχει σταματήσει να χαζεύει την αλογόμυγα στη διπλανή του καρέκλα από την ώρα που έκατσε εκεί ο Στάθης. Η Μαρίνα προσπαθεί να τους κοιτάξει χωρίς να φανεί –πράγμα πολύ δύσκολο έως και αδύνατο.
«Έτσι θα πάει αυτό τώρα;» μουρμουρίζει το Φάντασμα.
«Σε ποιον μιλάει;» ρωτάει ο Γρηγόρης.
«Άστο –μην ασχολείσαι», του λέει ο Στάθης.
Και βάζουν όλοι να πιουν. Μιλάνε ανάμεσα στα γεμίσματα των ποτηριών, μιλάνε αλλά κατά βάση είναι σιωπηλοί όσο διαρκεί το άδειασμα των μπουκαλιών. Πρώτα αδειάζουν τα μπουκάλια και μετά αδειάζονται οι σύντροφοι.
«Να τελειώνουμε κάποτε –δε νομίζεις;» λέει το Φάντασμα κοιτάζοντας τον Γιάννη.
Κι ο Γιάννης σηκώνει το κεφάλι, θα ήθελε να μην είναι εδώ, δηλαδή θα ήθελε κυρίως να μην υπάρχει το εδώ –να υπάρχει κάποιο αλλού με τους τρεις τους ξεκαρδισμένους, εντάξει, άνθρωπος πέθανε –όχι ξεκαρδισμένους, αλλά πάντως μαζί. Μαζί –μαζί, όχι μαζί –απέναντι. Ο Γιάννης σηκώνεται.
«Έλα», λέει στο Φάντασμα.
Αυτός σηκώνει πρώτα τους ώμους και μετά σηκώνεται ολόκληρος.
Προχωράνε παράλληλα στις δυο πλευρές του τραπεζιού. Το Φάντασμα φτάνει εκεί που κάθεται ο Παντελής με τη Μαρίνα, ο Γιάννης έχει ήδη στρωθεί απέναντί τους.
«Έφυγες», λέει το Φάντασμα στον Παντελή.
«Δεν είναι δουλειά σου –εγώ κάθομαι με τη Μαρίνα...» διαμαρτύρεται εκείνος.
«Σε παρακαλώ...» του λέει η Μαρίνα ακουμπώντας το χέρι της στο δικό του.
Ο Παντελής σηκώνεται, κοντοστέκεται αλλά εξαφανίζεται αμέσως όταν αντιλαμβάνεται οτι έγινε πλέον αόρατος για όλους. Ακόμα και για μένα.

«Λοιπόν; Τι είναι αυτό; Καθυστερημένη σκηνή ζηλοτυπίας ή κάτι παρόμοιο;» αναρωτιέται η Μαρίνα.
«Νομίζω ότι....» ξεκινάει το Φάντασμα αλλά δεν βρίσκει τίποτα περισσότερο να πει.
«Αυτό εδώ είναι μια κηδεία....» λέει ο Γιάννης.
«Έτσι φαίνεται», κοιτάζει γύρω του το Φάντασμα.
«Όχι αυτή που φαίνεται», του εξηγεί ο Γιάννης.
Μετά βάζει το χέρι στην τσέπη του μπουφάν του και βγάζει το πιστόλι. Το αφήνει πάνω στο τραπέζι.
«Τι μαλακίες είναι αυτά τώρα;» αγανακτεί το Φάντασμα.
«Μου το’ φερε ένας ταλαίπωρος στο μαγαζί –ήθελε να με ληστέψει αλλά τελικά του το πήρα κοψοχρονιά!» χαμογελάει ο Γιάννης.
«Εντάξει –μάζεψέ το τώρα», λέει το Φάντασμα.
«Όχι πριν...» ο Γιάννης κόβει τη φράση απότομα, κοιτάζει τριγύρω, τα τραπέζια μακριά τους δεν έχουν αντιληφθεί το πιστόλι, οι δικοί τους στην άλλη άκρη δεν ανασαίνουν. «Κάποιος πρέπει να φύγει απ΄ τη μέση, δε βλέπω να γίνεται αλλιώς....» σχολιάζει.
«Ωραία!» σηκώνει τα χέρια ψηλά η Μαρίνα.
«Ρε φίλε...» ξεκινάει να λέει το Φάντασμα.
«Επειδή δεν γίνεται αλλιώς –το καταλαβαίνετε κι εσείς, απλά κωλώνετε να το πείτε.... Εγώ, ο κολλητός μου και η γυναίκα της ζωής μου που έχει το προνόμιο να μας γνωρίζει και τους δυο όλως ιδιαιτέρως...» χαμογελάει ο Γιάννης.
«Γίνεσαι αισχρός!» σφυρίζει η Μαρίνα.
«Ναι σωστά –εγώ είμαι ο αισχρός που τα λέω!» γελάει ο Γιάννης.
«Είχα κάθε δικαίωμα στην τελική...» θυμώνει η Μαρίνα.
«Βέβαια, σίγουρα είχες. Όπως έχω κι εγώ κάθε δικαίωμα να σας ζητάω να τελειώνει αυτή η κατάσταση. Ένας από τους τρεις πρέπει να λείψει. Προθυμοποιείται κανένας σας ή να το κάνω εγώ;» ο Γιάννης τους κοιτάζει όσο μιλάει.
«Και τι νομίζεις οτι βγει μ’ αυτό; Ας πούμε οτι τινάζω τα μυαλά μου στον αέρα, πέρα από το να σας κάνω χάλια τα ρούχα δηλαδή... Εσύ μετά απ΄αυτό θα τα ξανάφτιαχνες με τη Μαρίνα;» αναρωτιέται το Φάντασμα.
«Κι αν το έκανα εγώ; Δεν θα έτρεχε τίποτα πλέον μεταξύ σας –όλα καλά;» αναρωτιέται η Μαρίνα με τη σειρά της.
«Δύο στα δύο –φοβερή ευστοχία!» γουρλώνει τα μάτια ο Γιάννης. «Άρα, το πρόβλημα είμαι εγώ!»
Κι αυτή είναι η πρώτη φορά που το Φάντασμα τολμάει να κοιτάξει τη Μαρίνα μετά από τόσα χρόνια.
«Το πρόβλημα....» λέει το Φάντασμα ψάχνοντας προσεκτικά τα λόγια του.
Αλλά δεν χρειάζεται να ψάξει περισσότερο, βλέπεις, εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο Γιάννης κλείνει το χέρι του γύρω από τη λαβή του περιστρόφου, το σηκώνει....
«Μη ρε μαλάκα!»
«Γιάννη!»
Τους κοιτάζει και τους δυο....
«Σας αγάπησα πολύ ρε γαμημένοι!»
Βάζει την κάνη στο στόμα του και τραβάει τη σκανδάλη κλείνοντας τα μάτια.
Το πιστόλι κάνει ένα κούφιο σκάσιμο και μετά τίποτα –σα να χτύπησε ο κόκορας σε βρεμένο καψούλι, ο Γιάννης ανοίγει τα μάτια και βλέπει τους άλλους δυο απέναντί του να τον κοιτάζουν αγαλματένιοι. Βγάζει την κάνη από το στόμα, φτύνει με αηδία τη σκουριά στο πάτωμα.
«Άδειο ήταν ή μπλόκαρε;» αναρωτιέται.
«Ρε φίλε....» μουρμουρίζει το Φάντασμα κάνοντας ταυτόχρονα νόημα στην υπόλοιπη παρέα να μην πλησιάσει.
Η Μαρίνα στραγγίζει το ποτήρι της από το κονιάκ και σηκώνεται.
«Αν τύχει να ξαναδώ κάποιον από τους δυο σας μπροστά μου θα τον σκοτώσω κανονικά. Όχι μαλακίες και αγιοβασιλιάτικα σαν τώρα –συνεννοηθήκαμε;» ρωτάει.
Και φεύγει χωρίς να περιμένει απάντηση, χωρίς να την ενδιαφέρει η απάντηση. Κρίμα, γιατί εμένα θα με ενδιέφερε η απάντηση αυτών των δυο ρεμαλιών που την κοιτάζουν να απομακρύνεται και μετά γεμίζουν τα ποτήρια τους, τσουγκράνε, τα αδειάζουν αμίλητοι....
«Πάμε –μας περιμένουν οι άλλοι», λέει ο Γιάννης.
Το Φάντασμα σηκώνεται χωρίς να πει τίποτα.
Ίσως και να μην υπάρχει απάντηση τελικά.

Τα γκαρσόνια έχουν ήδη αρχίσει να σερβίρουν το ψάρι, η ταβέρνα ταγκιάζει από τη μυρωδιά τηγανιτού, τα μάτια δακρύζουν, όχι πάντα από τον προφανέστερο λόγο. Οι άνθρωποι μιλάνε.

Με σκυμμένα κεφάλια, γνωστοί που δεν έχουν πολλά να πουν, άγνωστοι που δεν έχουν διάθεση, οι άνθρωποι κάνουν ασύνδετες παρατηρήσεις ανάμεσα στις μπουκιές που κατεβάζουν.
«Ωραία μέρα του ‘κανε πάντως!»
«Ναι, στους καλούς ανθρώπους....»
«Μισό κιλό κρασί και μια σόδα....»
«Κατεψυγμένο μοιάζει το ψάρι....»

«Σε είχαμε για πεθαμένο....»
«Κι εγώ το ίδιο... Με είχα».
«Τις προάλλες πάντως, κόντεψα κι εγώ να τα τινάξω».
«Πεθαίνουμε....»
«Χωρίς να γερνάμε!»
«Έχεις δει τα μούτρα σου στον καθρέφτη;»
«Έχω πρεσβυωπία –δε βλέπω καλά στους καθρέφτες...»
«Μια ζωή μαλακίστηκα -σαβουρογάμης, εύκολο θύμα....»
Ησυχία για λίγο.
«Τι είπε τώρα αυτός;»
«Μη δίνεις σημασία –την είδε ανασκόπηση κι έτσι....»
«Ποιος ενδιαφέρεται;»
«Όχι εγώ πάντως».
«Μια ζωή κανίβαλοι ήσασταν!»
«Μα γιατί συνεχίζει αυτή την ενδοσκόπηση, τι προσδοκά!»
«Τι προσδοκά άραγε!»
«Προσδοκά! Μα πόσο μορφωμένους φίλους έχω!»
«Ποιος είπε οτι είμαστε φίλοι ρε χαμούρη;»
«Μια ζωή ασόβαροι, μια ζωή χαβαλέδες!»
«΄σου πω... εκείνο το κουμπούρι πού μόστραρες παραδίπλα... το έχεις ακόμα;»
«Αφού δε δουλεύει ρε άτομο!»
«Δεν ξαναδοκιμάζεις; Μπορεί αυτή τη φορά να είμαστε πιο τυχεροί».
«Θέλει κανένας περίσσευμα ψάρι;»
«Είσαι άρρωστος δικέ μου; Έφαγες απ΄αυτό το ψάρι;»
«Ποιο ψάρι;»
«Σερβίρανε ψάρι....»
«Εγώ γιατί δεν έχω;»
«Αφού τώρα είπες....»
«Ρε τι είπα –ξείπα; Πλερώνω και θέλω το ψάρι μου! Γκαρσόν!»
«Τι πληρώνει ο μαλάκας; Αφού κερασμένα είναι....»
«Κι αυτό θα πει οτι δεν θα με σερβίρουν ψάρι;»
«Θες να φας ψάρι δηλαδή;»
«Άλλο αυτό!»
«Ναι -αλλά θες να φας ψάρι;»
«Θέλω να φάω ψάρι –τι γουστάρεις τώρα;»
«Άμα δεν βρέξεις κώλο, ψάρι δεν τρως!»
«Ε καλά τότε, θα φάω έναν μαλάκα....»
«Ή θα βρέξεις κώλο...»
«Έλα στην υγεία μας. Να ‘ναι πάντα καλά...»
«Ποιος;»
«Ο Πέτρος».
«Αφού πέθανε!»
«Κι αυτό τι σημαίνει δηλαδή; Οτι δεν πρέπει να συνεχίσει να είναι καλά στην υγεία του;»
«Αααα, η υγεία πάνω απ΄όλα!»
«Κέρνα τώρα και κατά δω...»
«Μείναμε από κρασί».
«Κρασί πίνουμε τόση ώρα;»

Η Μαρίνα δεν πρόλαβε να πάει στην κηδεία, ίσως και να προτίμησε να έρθει αργοπορημένη –θες η αμηχανία, θες κάποια φυσική συστολή, τέλος πάντων. Το θέμα είναι οτι φεύγοντας από την ταβέρνα κατευθύνεται προς το νεκροταφείο. Λυπάται που δεν θυμήθηκε ν΄αγοράσει ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα, για να τ΄αφήσει στον τάφο. Αλλά όλα αυτά δεν έχουν και καμιά σημασία –όπως δεν είχε σημασία το στήσιμό της στο μπαράκι εκείνη τη νύχτα, ούτε τα κλάματά της στο άδειο σπίτι τα ξημερώματα. Καμιά σημασία. Αν ο Πέτρος την είχε κοροϊδέψει –τότε μάλιστα. Αλλά τώρα....

Κι όμως τελικά ο Πέτρος την είχε κοροϊδέψει. Κάθε φορά που κάποιος σε κάνει να σκέφτεσαι, να περιμένεις, να ονειρεύεσαι σκηνικά Χόλυγουντ... Ε, λοιπόν κάθε φορά που κάποιος στο κάνει αυτό και μετά σ΄αφήνει στα κρύα του λουτρού, σε έχει κοροϊδέψει. Έχει εκμεταλλευτεί την ανάγκη σου (και η δική του ανάγκη; αδιάφορο), έχει σκηνοθετήσει τ΄όνειρό σου –με ποιο δικαίωμα; Με ποιο δικαίωμα ρε γαμημένε;

Η Μαρίνα κοντοστάθηκε, κόλλησε στον κορμό του δέντρου καμιά πενηνταριά μέτρα απόσταση από τον τάφο, σταμάτησε ν΄αναπνέει. Επειδή για μια ακόμα φορά ερχόταν δεύτερη.

Η Μελίνα κοίταζε σκεπτική τη φωτογραφία στο μαρμάρινο μνήμα, κάπνιζε ένα μακρύ τσιγάρο με άσπρο επιστόμιο, πίεσε τη γλώσσα της στην οδοντωτή πλευρά του σπασμένου μπροστινού της δοντιού (τελικά, αυτό ήταν ένα σπάνιο οδοντωτό δόντι), πίεσε τη γλώσσα της εκεί πέρα μέχρι να ματώσει, μέχρι το αίμα να ποτίσει το λευκό επιστόμιο του τσιγάρου. Κι όταν το τσιγάρο έφτασε στη μέση, το φύτεψε ήσυχα στο χώμα. Δίπλα του, ίσως και πάνω του. Μετά γονάτισε, φίλησε το παγωμένο μάρμαρο. Σηκώθηκε.
«Στο χρώσταγα νομίζω. Εγώ καθάρισα λοιπόν, εσύ να δω πότε...» μουρμούρισε.

Γύρισε την πλάτη, πήρε το μονοπάτι για την έξοδο.

Η Μαρίνα σφίχτηκε πάνω στον κορμό του δέντρου, ήθελε να αποφύγει εκείνη τη γυναίκα.

Αλλά η Μελίνα την είδε. Κοντοστάθηκε.
«Θες κάτι;» τη ρώτησε.
Η Μαρίνα της έκανε νόημα οτι «όχι».
«Τότε τι κοιτάς ρε μαλακισμένη;» φώναξε η Μελίνα.

Και έφυγε χωρίς να περιμένει απάντηση. Όχι οτι θα άλλαζε τίποτα η απάντηση, όμως εμένα θα με ενδιέφερε να την ακούσω.

ΤΕΛΟΣ

Τετάρτη, Μάϊος 19, 2010

"Ο τρελός Πιερό" και οι πέριξ

Κάθε φορά που ήθελα να πληροφορηθώ για κάτι συγκεκριμένο αντιμετώπιζα ένα τεράστιο πρόβλημα και το πρόβλημα ήταν: αυτή καθεαυτή η πληροφορία. Από πού στον πούτσο να την πάρω; Τα αρχαία χρόνια υπήρχε μόνο η κρατική τηλεόραση –άρα, όχι και πολύ αντικειμενική πληροφόρηση, ειδικά όταν ήθελα να μάθω που βόσκουν οι δικοί μου τους οποίους είχα χάσει σε χτεσινοβραδινές φασαρίες. Εντάξει, παίρναμε τότε τηλέφωνο την Ελευθεροτυπία και ρωτάγαμε αν κανένας συντάκτης έχει ονόματα συλληφθέντων –κάποια άκρη έβγαινε... Τις περισσότερες φορές.

Με το πέρασμα των χρόνων και την εμφάνιση της ιδιωτικής τηλεόρασης οι πληροφορίες θόλωσαν σε βαθμό εξαφάνισης. Πολλές φορές ψάχνω αγωνιωδώς τα κανάλια και τα ειδησεογραφικά σάιτ προκειμένου να ανακαλύψω την ΑΠΟΡΡΗΤΗ (υποθέτω) ώρα διεξαγωγής του επόμενου αγώνα του Ολυμπιακού ή την ΑΚΡΩΣ ΔΙΑΒΑΘΜΙΣΜΕΝΗ (ξαναϋποθέτω) πληροφορία περί του ποιοι ΑΚΡΙΒΩΣ θα απεργήσουν την επαύριον. Δεν υπάρχει και κάποιο τηλέφωνο δικτυωμένου συντάκτη (όπως ήτανε παλιά ο Βότσης στην Ελευθεροτυπία) να τον πάρω, να μου δώσει καμιά μυστική πληροφορία!

Χτες για παράδειγμα....

Όπως είχα ανοιχτή την τηλεόραση να παίζει για υπόβαθρο, άκουσα οτι ο Ζαν Λυκ Γκοντάρ δεν θα πάει στο φεστιβάλ των Καννών λόγω της στάσης της Ευρώπης απέναντι στην Ελλάδα! Έλα! Δεν πρόλαβα την κανονική δήλωση του σκηνοθέτη, όμως μετά βγήκε η Κάρμεν Ρουγγέρη (μη γελάς ρε!) και είπε οτι επρόκειτο περί βαθύτατα πολιτικής δηλώσεως, βγήκε η Βάσια Τριφύλη (μη γελάς ρε μαλάκα λέμε!) και δήλωσε ανατριχιασμένη από τη συγκίνηση, βγήκε κι ο Νίκος ο Κούνδουρος (τώρα γέλα όσο θες!) και είπε πως ο Γκοντάρ είναι πιο Έλληνας από τους Έλληνες και επίσης ανέφερε οτι θέλει δε θέλει η Ευρώπη (ρε, δεν πα΄να χτυπάει τον κώλο της κάτω! δική μου προσθήκη είναι αυτό) η πολιτιστική της κληρονομιά προέρχεται από την Αρχαία Ελλάδα και ΦΥΣΙΚΑ από το Βυζάντιο!

Έψαξα που λες μετά να βρω τη ρημάδα τη δήλωση –ίδρωσα, κοπίασα –το καλύτερο που βρήκα ήταν αυτό εδώ από την Ελευθεροτυπία. Όπου δεν βγάζεις άκρη μεν, περί του τι παίχτηκε, αλλά αναφέρεται και κάποια δήλωση του Γκοντάρ σε περιοδικό:
«... πρέπει να βοηθήσουμε την Ελλάδα να βγει από την οικονομική κρίση γιατί της χρωστάμε ακόμα και το οξυγόνο που αναπνέουμε». Αυτό.

Να πω μερικά πραγματάκια, σε στυλ παρατήρησης κι έτσι....

-Ο Γκοντάρ ποτέ δεν ήταν του γούστου μου. Εντάξει, είχα δει με ελεγχόμενη ευχαρίστηση το «Άβε Μαρία» αλλά δεν ήταν και κλασσική ταινία Γκοντάρ η συγκεκριμένη! Γενικώς, επειδή τυγχάνω λαϊκός και ακαλλιέργητος τύπος, τον Γκοντάρ, τον Ταρκόφσκι, τον Κισλόφσκι και τον Μπέργκμαν –τους βαριέμαι απαξάπαντες. Ωραίοι κινηματογραφιστές, δε λέω! Αλλά με παίρνει ο ύπνος στις ταινίες τους –τι; Ψέματα να σου πω;

-Δεν ξέρω αν η Ρουγγέρη ή η Τριφύλη έχουν δει ταινίες του Γκοντάρ (και δε με νοιάζει κιόλας) αυτό που ξέρω είναι πως η καλλιτεχνική τους πορεία είναι: «πως λέμε Γκοντάρ; Ε, καμιά σχέση!» Ο δε Κούνδουρος που κάποτε σκηνοθέτησε μια από τις καλύτερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου (εννοώ τον «Δράκο» φυσικά) μάλλον έχει ξεμωραθεί εντελώς. Διότι, εντάξει, να δεχτώ οτι πλασάρουμε ακόμα το παραμύθι περί αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς της Δύσης (εννοώντας φυσικά τα μεταφρασμένα, κατά το βολικότερο, χειρόγραφα από καλόγερους της Αναγέννησης) αλλά τι δουλειά έχει το Βυζάντιο με την Ευρώπη; Εκτός από το οτι οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη το 1204 –δεν μπορώ να βρω άλλη ΑΜΕΣΗ σχέση. Α ναι –υπήρξε και το σχίσμα!

-Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω την πνευματική διαύγεια του Γκοντάρ, αλλά έχω την εντύπωση οτι μπερδεύει την Ελλάδα με κάποιο είδος δέντρου που ευδοκιμεί στα περιαστικά πάρκα –εξ ου και η δήλωση περί οξυγόνου. Εκτός αν εννοεί την αντιγραφή που έχουν ρίξει οι Ευρωπαίοι διανοούμενοι σε κάτι Αντιγόνες και Οδύσσειες και Φιλοκτήτες ξέρω γω... Οπότε θα πρέπει σαν χώρα να ζητήσουμε φράγκα για πνευματικά δικαιώματα ΟΧΙ από τα κράτη (άλλωστε, ποτέ τα κράτη δεν τα πήγαιναν καλά με την κουλτούρα) αλλά από ΜΕΜΟΝΟΜΕΝΟΥΣ διανοούμενους –τον Γκοντάρ, τους απόγονους του Τζόις κ.λ.π.

-Αν ευσταθεί η συγκεκριμένη ρήση σαν επιχείρημα τότε δικαιούμαι να υποθέσω οτι μπορούν να το χρησιμοποιήσουν και οι Άγγλοι που έχουν ολόκληρο Σέξπιρ και Μπιτλς και της Παναγιάς τα μάτια. Θα μπορούσε δηλαδή αυτός ο Κάμερον να βγει και να πει: «Ευρώπη και Αμερική πληρώνετε παλιοκαργιόληδες γιατί εμείς σας δώσαμε τα φώτα της σύγχρονης διανόησης». Και μετά θα βγουν οι Αμερικάνοι να ζητάνε τα ρέστα περί Πρίσλεϊ, Σινάτρα και Φρεντ Αστέρ ας πούμε –από κοντά και οι Ρώσοι με τους Ντοστογιέφσκηδες και δε συμμαζεύεται.... Κοντολογίς, η κουλτούρα είτε είναι πνευματική διεργασία που μεταβιβάζεται άνευ αντιτίμου, είτε αποτελεί ανταλλάξιμο προϊόν και τιμολογείται σύμφωνα με τους εκάστοτε νόμους της αγοράς. Από έναν εμποράκο της διανόησης (διευθυντή μουσείου, παραγωγό ταινιών κ.λ.π.) θα περίμενα αυτή τη στάση κοστολόγησης των «προϊόντων της διανόησης». Από έναν πνευματικό δημιουργό σαν τον Γκοντάρ –μάλλον όχι!

Το πάω παρακάτω....

Βγήκαν χτες κάτι σκυλομούρηδες στις ειδήσεις και λέγανε (μέσες-άκρες) οτι τον Τόλη τον Βοσκόπουλο θα πρέπει να τον πληρώνουμε κι από πάνω επειδή αποτελεί πνευματικό κεφάλαιο του τόπου (έτσι λέγανε βρε παιδί μου –πίστεψέ με!). Πρέπει λοιπόν να τον πληρώνουμε κι όχι να τον διαπομπεύουμε που δεν πληρώνει την Εφορεία! Ρωτάω εσένα: συμφωνείς με αυτή την άποψη; Και σε ρωτάω επειδή είναι ίδια ακριβώς με την άποψη που εξέφρασε ο Γκοντάρ περί Ελλάδας! Συμφωνείς; Να έχει ο καλλιτέχνης το ακαταλόγιστο (κάτι σαν βουλευτική ασυλία), να είναι τα δημιουργήματα της διανόησης μια μονίμως λευκή επιταγή που πάντα καλύπτεται....

Προφανώς και όχι. Δεν εννοώ οτι δεν συμφωνείς –άλλωστε έχεις κι εσύ αναρωτηθεί α λα Γκίνσμπεργκ: «Πότε θα μπαίνω στα σούπερ μάρκετ και θα ψωνίζω με την ομορφιά μου;» Σαφώς λοιπόν και θα σου άρεσαν όλα αυτά –να είναι Χρυσή Πιστωτική Κάρτα η κουλτούρα. ΑΛΛΑ:
1. Ξέρεις οτι αυτά δεν γίνονται ούτε στις ιστορίες επιστημονικής φαντασίας του Ασίμοφ.
2. Δεν έχεις καμιά διάθεση να φορολογείσαι για να έχει φορολογική ασυλία ο κάθε Τόλης. Κι ο κάθε Παρθενώνας θα σου πω –ξέρεις πόσο μας στοιχίζει η συντήρησή του και η φύλαξή του; Έχεις όρεξη να τα πληρώνεις από την τσέπη σου; Σίγουρα;

Εξ ου λοιπόν και σκέφτομαι οτι οι αρχισυντάκτες των ειδήσεων είναι αποτυχημένοι σεναριογράφοι της πάλαι ποτέ ΚΛΑΚ ΦΙΛΜΣ ή/και της ΦΙΝΟΣ ΦΙΛΜΣ. Οι αρχισυντάκτες πριν καταλάβουν τη θέση εργασίας τους κάνουν, υποθέτω, ταχύρυθμα σεμινάρια στα οποία διδάσκει ο Νίκος Φώσκολος. Κι ο Δαλιανίδης. Και ο Μίκης Θεοδωράκης. Μετά βγαίνουν και φτιάχνουν τις ειδήσεις, όπως ακριβώς τους έμαθαν οι μεγάλοι δάσκαλοι.

Κι όταν αυτοί οι αρχισυντάκτες –διευθυντές εφημερίδων γίνονται σούργελα από τον κάθε πονηρούλη φονταμενταλιστή Τούρκο Ερντογάν, τρέχει ολόκληρος κυβερνητικός εκπρόσωπος να τους υπερασπιστεί, μπας και σωθούν τα προσχήματα! Τι εννοώ...
Όλοι ξέρουμε οτι ο Ερντογάν είναι ένας θρησκόληπτος μουσουλμάνος που προσπαθεί να τερματίσει τη μοναδική στην παγκόσμια ιστορία προοδευτική χούντα του κόσμου, δηλαδή τη χούντα των Τούρκων στρατιωτικών (που ξεκίνησε από την εποχή του Κεμάλ). Όλοι έχουμε δει επίσης, οτι ο Ερντογάν, με τον αέρα του φανατικού, είναι αδίστακτος –κι όποιος αμφιβάλει ας ξαναδεί το τσοντοβιντεάκι που τερμάτισε την καριέρα του Ντενίζ Μπαϊκάλ (του αρχηγού της τουρκικής αντιπολίτευσης ρε παιδί μου!)
Έχω την εντύπωση οτι ο Γιωργάκης (που μια εξωτερική πολιτική προς όφελος της «ελληνικής ανάπτυξης» ξέρει να την κάνει) τα καταλαβαίνει όλα αυτά κι έτσι κοιτάζει να επωφεληθεί από την αναμπουμπούλα του γείτονα.
Αν μάλιστα γίνει και καμιά μείωση των εξοπλισμών (αμοιβαία –αλλά για τους δικούς μας με νοιάζει κυρίως) θα έχει βγει κι ένα θετικό για εμάς τους μαλάκες τους πολίτες.

Σε αυτή τη φάση –πώς ενεργούν οι δημοσιογράφοι διευθυντές εφημερίδων; Μα όπως ακριβώς τους χαρακτήρισε ο Ερντογάν, σαν «εκπρόσωποι του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας». Τι σκατά δημοσιογραφία είναι αυτή; Τι γαμημένη επιχειρηματολογία; Σκέψου δηλαδή έναν πολεμοχαρή Έλληνα ταξίαρχο (εν αποστρατεία) και πες μου αν θα ρωτούσε τον Ερντογάν διαφορετικά πράγματα απ΄αυτά που τον ρώτησαν οι διευθυντές των εφημερίδων!
Και τα δικαιώματα των Τούρκων πολιτών που καταπατούνται; Και οι μειονότητες που καταπιέζονται στην Τουρκία; Στα παπάρια τους –τι θα γίνει με τον Πατριάρχη και γιατί πετάνε Τουρκικά αεροσκάφη στον Ελληνικό εναέριο χώρο! Εκεί είναι το όλο θέμα! Άλλωστε, είναι γνωστό οτι τα ανθρώπινα δικαιώματα καταπατούνται ΜΟΝΑΧΑ στην Κίνα και την Κούβα –παντού αλλού υπάρχει δημοκρατία!

Κάπως έτσι λοιπόν πάνε τα πράγματα για τους αρχισυντάκτες των ειδήσεων. Είναι υπέρ των εξοπλισμών της χώρας (νομίζω οτι οι εταιρείες οι οποίες εκδίδουν τις εφημερίδες και τα κανάλια τους είναι συνήθως συνέταιροι σε φίρμες μεσαζόντων περί τα εξοπλιστικά). Είναι υπέρ των δηλώσεων συμπάθειας για την Ελλάδα αν αυτές προέρχονται από ξένους «φιλέλληνες» και είναι πρόθυμοι να ξεχάσουν το βρισίδι που ρίχνανε πριν κάτι χρόνια στους ίδιους «φιλλέληνες» -σαν τον Κον Μπετίτ ας πούμε, όταν δήλωνε υπέρ των βομβαρδισμών στη Γιουγκοσλαβία. Και είναι φυσικά υπέρ της ικανοποίησης του περί δικαίου αισθήματος –μόνο εφόσον συνδυάζεται με λιντσάρισμα. Σε στυλ «αναρχικοί δολοφόνησαν υπαλλήλους της Μαρφίν». Σε στυλ «οι βουλευτές ξόδεψαν 1.000 ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό έκαστος για λάπτοπ σε περίοδο κρίσης». Σε στυλ «η τράπεζα πήρε το σπίτι του τάδε φτωχοδιάβολου». Σε στυλ «οι μπουλντόζες γκρέμισαν το σπίτι του δείνα πολύτεκνου».

Από εκεί και πέρα –όταν το θέμα αφορά χοντρά εγκλήματα, οι αρχισυντάκτες κοιτάζουν αλλού, από φόβο μην ακουστεί το όνομα του εργοδότη τους.

Από εκεί και δώθε –όποιος πιστεύει οτι ο Γκαίμπελς ήταν ειδήμονας στην προπαγάνδα καλά θα κάνει ν΄ανοίξει τα μάτια του μπροστά στις σύγχρονες εξελίξεις. Τι Γκαίμπελς και 1984 του Όργουελ! Εδώ μιλάμε ότι για να βρέξει ο ουρανός θα πρέπει να ζητήσει πρώτα την άδεια του Χατζηνικολάου!

«Όλες οι άλλες είναι απλώς οδοντόκρεμες».

Δευτέρα, Μάϊος 17, 2010

Η πρώτη φορά που άκουσα γι΄αυτήν

Η πρώτη μου επαφή με τις αναρχικές θεωρίες ήταν εκείνο το βιβλίο του Τζέιμς Τζολ που αγόρασα σε κάποιο πανηγύρι στο χωριό της μάνας μου, πήγαινα τότε 1η Γυμνασίου. Όμως η πρώτη μου επαφή με την περιγραφή της αναρχικής πρακτικής ήρθε κάπως αργότερα με αυτό εδώ το βιβλίο –το βούτηξα, θυμάμαι, από το σπίτι ενός συμφοιτητή μου και αργότερα το βούτηξε κάποιος άλλος από το δικό μου σπίτι. Έτσι πάνε αυτά. Το βιβλίο: «Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας» του Χανς Μάνγκους Εντσεσμπέργκερ (γαμώ τα ονόματα!), ή αλλιώς «Η ζωή και ο θάνατος του Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι». Και άλλες ιστορίες από τον ισπανικό εμφύλιο –να μη σε κουράσω με λεπτομέρειες. Μέρες που είναι, σκέφτηκα να μεταφέρω μερικά αποσπάσματα:

Οι εκλογές του ‘36
Η αριστερά έλεγε ότι θα απαντούσε σε μια νίκη των δεξιών με επαναστατικά μέσα. Η δεξιά διακήρυσσε πως μια νίκη των αριστερών θα οδηγούσε σε εμφύλιο πόλεμο. Ο Ντουρούτι έβγαζε τελικά το ακόλουθο συμπέρασμα στις συγκεντρώσεις: «Βρισκόμαστε μπροστά στην επανάσταση ή στον εμφύλιο. Κάθε εργάτης που ψηφίζει και μετά κάθεται ήσυχος στο σπίτι του, είναι αντεπαναστάτης. Και ο εργάτης που δεν ψηφίζει και κάνει το ίδιο, δεν είναι καλύτερος από τον προηγούμενο».
Αλεχάντρο Γκιλαμπέρτ



Για την κατάληψη της εξουσίας
Και μονάχα οι δικαιολογίες τους! «Δεν πήραμε την εξουσία όχι γιατί δεν μπορούσαμε, αλλά γιατί είμαστε ενάντια σε κάθε δικτατορία». Μια τέτοια θεωρία αποδείχνει επαρκώς ότι ο αναρχισμός είναι αντεπαναστατική θεωρία. Όποιος αρνείται την κατάληψη της εξουσίας, την παραδίδει σ’ αυτούς που την είχαν πάντα, δηλαδή στους εκμεταλλευτές. Η ουσία κάθε επανάστασης βρίσκεται και πάντα βρισκόταν στο γεγονός ότι φέρνει μια καινούργια τάξη στην εξουσία, που της επιτρέπει να πραγματοποιεί το πρόγραμμά της. Είναι αδύνατο να σπρώξεις τις μάζες στην εξέγερση χωρίς να τις προετοιμάσεις για την κατάληψη της εξουσίας. Κανένας δεν θα μπορούσε μετά την κατάληψη της εξουσίας να εμποδίσει τους αναρχικούς να κάνουν αυτό που νόμιζαν αναγκαίο.
Λέον Τρότσκι



Αν η επανάσταση νικήσει (απόσπασμα συνέντευξης).
Ντουρούτι: Αν η επανάσταση νικήσει, η αστική τάξη δεν θα δεχτεί την ήττα της με τα χέρια ψηλά.
Είμαστε αναρχοσυνδικαλιστές. Αγωνιζόμαστε για την επανάσταση. Ξέρουμε τι θέλουμε. Για μας μετράει πολύ λίγο ότι κάπου στον κόσμο υπάρχει μια Σοβιετική Ένωση, που για χάρη της ησυχίας της και της ειρήνης της ο Στάλιν παρέδωσε τους Γερμανούς και τους Κινέζους εργάτες στη φασιστική βαρβαρότητα. Θέλουμε να κάνουμε την επανάσταση εδώ, στην Ισπανία, και μάλιστα όχι μετά τον επόμενο ευρωπαϊκό πόλεμο, αλλά τώρα, αυτή τη στιγμή. Αυτή τη στιγμή εμείς με την επανάστασή μας προκαλούμε μεγαλύτερο πονοκέφαλο στον Χίτλερ και τον Μουσολίνι παρά ολόκληρος ο Κόκκινος Στρατός. Με το παράδειγμά μας δείχνουμε στη γερμανική και ιταλική εργατική τάξη τι πρέπει να κάνει κανείς με τον φασισμό.
Δεν περιμένω από καμιά κυβέρνηση στον κόσμο υποστήριξη για μια επανάσταση του ελευθεριακού κομμουνισμού. Ίσως οι αντιθέσεις μέσα στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο να έχουν συνέπειες στον αγώνα μας. Είναι πολύ πιθανό. Ο Φράνκο βάζει τα δυνατά του να τραβήξει ολόκληρη την Ευρώπη σ΄αυτή τη διένεξη. Δεν θα διστάσει να στείλει Γερμανούς εναντίον μας. Εμείς όμως δε περιμένουμε βοήθεια από κανένα, τελικά ούτε καν από την ίδια μας την κυβέρνηση.
Βαν Πάαζεν: Αν νικήσετε όμως θα βρεθείτε πάνω σ΄ένα σωρό από συντρίμμια.
Ντουρούτι: Πάντα σε καλύβια και τρύπες μέναμε, θα καταφέρουμε λοιπόν να συνεχίσουμε να μένουμε εκεί μέσα για λίγο καιρό. Μη ξεχνάτε όμως πώς ξέρουμε και να χτίζουμε. Εμείς είμαστε εκείνοι που χτίσαμε τα παλάτια και τις πόλεις στην Ισπανία, την Αμερική και σε ολόκληρο τον κόσμο. Εμείς οι εργάτες μπορούμε να χτίσουμε καινούργια στη θέση τους. Καινούργια και καλύτερα. Δεν φοβόμαστε τα συντρίμμια. Τη γη εμείς θα την κληρονομήσουμε. Γι΄αυτό δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Ας κάνει η αστική τάξη τον κόσμο της κομμάτια προτού αποχωρήσει από τη σκηνή της ιστορίας. Κουβαλάμε μέσα μας έναν καινούργιο κόσμο, που μεγαλώνει κάθε στιγμή. Μεγαλώνει κι αυτή την ώρα που μιλώ μαζί σας.



Μέσα και σκοποί
Δεν είναι αλήθεια ότι η επανάσταση γεννά αυτόματα μια ψηλότερη, καθαρότερη και εντονότερη συνείδηση της κοινωνικής διαδικασίας. Το αντίθετο συμβαίνει, τουλάχιστον όταν η επανάσταση παίρνει τη μορφή του εμφύλιου πολέμου,. Στη θύελλα του εμφύλιου χάνεται κάθε σχέση ανάμεσα στις αρχές και στην πραγματικότητα. Εξαφανίζεται κάθε κριτήριο, με το οποίο θα μπορούσες να κρίνεις πράξεις και θεσμούς. Η αλλαγή της κοινωνίας γίνεται παιχνίδι απλών συμπτώσεων.
ΣιμόνΒέιλ



Εκτίμηση αποτελεσματικότητας
Οι αρχηγοί τους, της CNT και της FAI, δεν ήταν διεφθαρμένοι. Αυτό μπορούσε να το διαπιστώσει ο καθένας. Οι περισσότεροι ήταν εργάτες. Η οργάνωση δεν τους πλήρωνε. Βρίσκονταν πάνω από κάθε υποψία για παραγοντισμό, συμβιβασμό ή γραφειοκρατία. Η απόλυτη όμως ηθική επιταγή που έθεταν στον εαυτό τους και στο κίνημά τους απέβαινε μοιραία γι΄αυτούς. Κινιόταν εναντίον τους σαν διαβρωτική αμφιβολία, σαν σχολαστικός δισταγμός, μόλις έπρεπε να κάνουν το πρώτο τακτικό βήμα στο δρόμο προς την εξουσία. Δεν ήταν φτιαγμένοι για τα προβλήματα μιας πολιτικής συμμαχιών. Ήταν μπλεγμένοι στα χωρίς συμβιβασμούς ναι-όχι της ιδεολογίας τους.
Οι επαγγελίες του φασισμού αντίθετα, από την αρχή δεν συγκρούονταν με την πρακτική. Τι προστάζει η τιμή του ισπανικού έθνους ή που οδηγούν οι επιθυμίες της Αγίας Παρθένου, δεν μπορεί να προσδιοριστεί ορθολογικά. Ο ουρανός συνηθίζει να μην αφήνει στα κρύα του λουτρού εκείνους που ζουν απ΄αυτόν. Όσο πιο μεταφυσικές είναι οι αξίες που επικαλείται μια ιδεολογία, τόσο πιο αδίστακτοι είναι οι υπερασπιστές της.
Χανς Μάνγκους Εντσεσμπέργκερ



Τι απέγιναν οι εναπομείναντες;
Αυτοί οι ογδοντάρηδες βλέπουν με ανάμικτα συναισθήματα την αναγέννηση των ιδεών τους στον παρισινό Μάη και αλλού. Σχεδόν όλοι δούλεψαν με τα χέρια τους. Πολλοί απ΄αυτούς πηγαίνουν ακόμα και σήμερα κάθε μέρα στο γιαπί και στο εργοστάσιο. Περισσότερο όμως δουλεύουν σε μικρές μονάδες. Με μια αρκετή δόση περηφάνιας διαπιστώνουν πως δεν εξαρτώνται από κανέναν, οτι κερδίζουν ακόμα μόνοι το ψωμί τους. Κάθε ένας απ΄αυτούς είναι ειδικός στο επάγγελμά του. Τα συνθήματα για την «κοινωνία των διακοπών», οι ουτοπίες της τεμπελιάς τούς είναι ξένες. Στα μικρά τους διαμερίσματα δεν υπάρχει τίποτα περιττό. Κατανάλωση και φετιχισμός των ειδών τούς είναι άγνωστα. Μόνο η αξία χρήσης μετρά. Ζουν σε μια στενότητα που δεν τους καταπιέζει. Σιωπηλά, αγνοούν τις νόρμες της κατανάλωσης.
Η σχέση των νεοτέρων με την κουλτούρα τούς είναι σκοτεινή. Την κοροϊδία των Καταστασιακών για ότι μυρίζει «παιδεία» δεν την καταλαβαίνουν. Γι΄αυτούς τους παλιούς εργάτες, η κουλτούρα είναι κάτι καλό. Αυτό δεν είναι παράξενο, γιατί τη γνώση του αλφάβητου την πλήρωσαν με ιδρώτα και αίμα. Στα μικρά τους σκοτεινά δωμάτια δεν υπάρχουν τηλεοράσεις αλλά βιβλία. Να πετάξουν τέχνη και επιστήμη από το παράθυρο, ακόμα κι αν έχουν αστική προέλευση, δεν το διανοούνται ούτε στο όνειρό τους. Τον αναλφαβητισμό ενός σιναφιού, που η συνείδησή του καθορίζεται από κόμικς και μουσική ροκ, τον βλέπουν χωρίς κατανόηση. Τη «σεξουαλική απελευθέρωση», που παίρνει κατά γράμμα παμπάλαια αναρχικά θεωρήματα, την προσπερνούν σιωπηλά.
Αυτοί οι επαναστάτες από μια άλλη εποχή έχουν γεράσει αλλά δεν φαίνονται κουρασμένοι. Δεν ξέρουν τι θα πει επιπολαιότητα. Η ηθική τους είναι βουβή, αλλά δεν αφήνει καμιά αμφιβολία. Δεν καταλαβαίνουν πια τον κόσμο. Η βία τούς είναι γνωστή, την ευχαρίστηση στη βία τη βλέπουν με υποψία. Είναι μόνοι και καχύποπτοι...
Δεν χρωστούν ευγνωμοσύνη σε κανένα. Κανένας δεν τους προώθησε. Δεν πήραν τίποτα, δεν ξεκοκάλισαν υποτροφίες. Η καλοπέραση δεν τους ενδιαφέρει. Δεν αγοράζονται. Η φυσική τους κατάσταση είναι άριστη. Δεν έχουν τρελαθεί, δεν είναι νευρωτικοί, δεν χρειάζονται ναρκωτικά. Δεν μοιρολογούν. Δεν μετανιώνουν. Οι ήττες τους δεν τους απογοήτευσαν. Ξέρουν οτι έκαναν λάθη, αλλά δεν παίρνουν τίποτα πίσω. Οι παλιοί άντρες της επανάστασης είναι δυνατότεροι από όλα όσα ήρθαν μετά απ΄αυτούς.
Χανς Μάνγκους Εντσεσμπέργκερ

Υ.Γ.: Αφιερωμένο σε όσους επιμένουν να θυμούνται.

Παρασκευή, Μάϊος 14, 2010

"Μα, τίποτα δεν καταλαβαίνεις;"

Πριν πολλά χρόνια (αιώνες για την ακρίβεια) δούλευα σε κάποιο βιβλιοπωλείο. Εκεί είχαν προσλάβει ένα πανέμορφο κοριτσάκι για το ταμείο -λιγότερο από δίμηνο την κράτησαν, επειδή είχε το κακό συνήθειο να διαβάσει την ώρα της δουλειάς. Διάβαζε μονίμως την «Κοινωνία του Θεάματος» του Γκυ Ντεμπόρ. «Καλά –καταλαβαίνεις τίποτα απ΄αυτό το πράγμα;» τη ρώταγα ο πονηρός. «Όχι», μου έλεγε, «αλλά έτσι πρέπει, έτσι το έγραψε ο Ντεμπόρ –να μην το καταλαβαίνουμε». «Γιατί το έγραψε να μην το καταλαβαίνουμε;» απορούσα ο εξυπνάκιας. «Επειδή αν το καταλαβαίνουμε εμείς, θα το καταλάβουν και οι άλλοι», μου εξηγούσε το κοριτσάκι, «γι΄αυτό το διαβάζουμε τώρα κι ας μην καταλαβαίνουμε –όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, θα το καταλάβουμε». Δεν χρειάζεται να αναφέρω οτι την είχα πάρει στο ψιλό αυτή την πιτσιρίκα –χρειάζεται; Κι όμως...

-Στην Κοινωνία του Θεάματος όπου τα μόνα που βλέπεις είναι τα πράγματα και οι τιμές τους κάνουν τα πάντα προκειμένου να αυξήσουν τα επίπεδα της βαρεμάρας.

-Η μόνη αληθινά ελεύθερη επιλογή είναι να αρνηθείς να πληρώσεις.

-Όλη η ενέργεια που ξοδεύεται σε ημίμετρα δυναμώνει το παλιό καθεστώς.

-Αλλά η ολική καταστολή δημιουργεί τη γλώσσα της πλήρους ανυπακοής.

-Το θέαμα δεν είναι μια συλλογή εικόνων –είναι μια κοινωνική σχέση μεταξύ ανθρώπων που διαμεσολαβείται από εικόνες.

-Σ΄έναν κόσμο που είναι αληθινά στημένος ανάποδα, η αλήθεια είναι μια στιγμή του ψεύδους.

-Για όσο η αναγκαιότητα θα είναι κοινωνικό όνειρο, το όνειρο θα παραμένει κοινωνική αναγκαιότητα. Το θέαμα είναι το κακό όνειρο μιας μοντέρνας αλυσοδεμένης κοινωνίας και στο διηνεκές δεν θα εκφράζει τίποτα περισσότερο από την ανάγκη της για ύπνο. Το θέαμα είναι ο φύλακας αυτός του ύπνου.

-Αν και η διαπάλη μεταξύ διαφορετικών δυνάμεων για τον έλεγχο του ίδιου οικονομικο-κοινωνικού συστήματος παρουσιάζεται επίσημα σαν ασυμφιλίωτος ανταγωνισμός, απλώς αντανακλά την θεσμική ενότητα του συστήματος, τόσο διεθνώς όσο και στο εσωτερικό κάθε χώρας.

-Οι ψευδοανάγκες που δημιουργεί ο σύγχρονος καταναλωτισμός δεν μπορούν να αντιπαρατεθούν με τις αυθεντικές ανάγκες ή επιθυμίες που υπάρχουν άσχετα από την οποιαδήποτε κοινωνία και την ιστορία της. Η υπερπροσφορά αγαθών αντιπροσωπεύει την πλήρη καταστροφή της οργανικής διαμόρφωσης των κοινωνικών αναγκών. Η μηχανιστική συσσώρευση αγαθών απελευθερώνει μια άνευ ορίων εικονικότητα που κυριαρχεί πάνω σε κάθε ζωντανή επιθυμία. Η καταναλωτική δυναμική της αυτονομημένης αυτής εικονικότητας τελειώνει με τη ψευδοποίηση όλης της κοινωνικής ζωής.

-Τα πράγματα τα οποία παρουσιάζει το θέαμα σαν αιώνια βασίζονται στις διαδοχικές αλλαγές και αλλάζουν κάθε φορά που οι υποστηρικτικοί τους θεσμοί μεταβάλλονται. Το θέαμα εμφανίζεται σαν εντελώς δογματικό, αλλά είναι ανίκανο να καταλήξει σε κάποιο στέρεο δόγμα. Τίποτα δεν μένει αμετακίνητο μέσα του. Αυτή η αστάθεια είναι η φυσική κατάσταση του θεάματος, αλλά έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη φυσική του τάση.

Τετάρτη, Μάϊος 12, 2010

Συνεπείς με την ασυνέπεια

Είναι κάποια θέματα που μπορείς να τα δεις και έτσι κι αλλιώς. Το θέμα της ενεργοποίησής σου (ή μη) αναφορικά με το τάδε ζήτημα, ας πούμε. Μπορείς να το δεις και έτσι (αν κανένας δεν ενεργοποιηθεί, τίποτα δε θα γίνει) κι αλλιώς (όσοι κι αν ενεργοποιηθούμε, τίποτα δε θα γίνει). Και επειδή αυτά τα θέματα κρίνονται εκ των προτέρων, «τα στερνά τιμούν τα πρώτα», που λέει και η παροιμία.
Εννοώ –ας υποθέσουμε οτι έχουμε μια κινητοποίηση. Αν η άποψή μας ανήκει στην πρώτη κατηγορία, θα επαληθευτεί στα σίγουρα: όντως, αν κανένας δεν συμμετάσχει στην κινητοποίηση, τίποτα δεν πρόκειται να γίνει –αλλά κι αν κάποιοι συμμετάσχουμε αυτό δεν συνεπάγεται αυτομάτως οτι κάτι θα γίνει, σωστά;
Αν η άποψή μας ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, επίσης θα επαληθευτεί: ακολουθώντας το πεσιμιστικό, «ότι κι αν κάνω, τίποτα δε θα γίνει», δεν κάνουμε τίποτα και, σίγουρα, τίποτα δεν γίνεται!
Είναι λοιπόν κάποια θέματα που μπορείς να τα δεις έτσι κι αλλιώς –εγώ όμως δεν θα ασχοληθώ περισσότερο με αυτά.

Θα προτιμήσω τα θέματα που μπορείς να τα δεις ΣΧΕΔΟΝ ΜΟΝΟ έτσι και όχι αλλιώς –επειδή η θέασή τους (ή αλλιώς η αποτίμησή τους) γίνεται εκ των υστέρων. Ας πούμε, αν θέλουμε να εξετάσουμε την πρόσφατη διακυβέρνηση της Ν.Δ. στη χώρα –μάλλον θα συμφωνήσουμε καθολικά ότι επρόκειτο για καταστροφικό φαινόμενο. Εντάξει, άλλος θα πει οτι φταίει το σύστημα γενικότερα, άλλος θα υπενθυμίσει τις μαλακίες των προηγουμένων κυβερνήσεων, άλλος τέλος θα ρίξει το φταίξιμο αποκλειστικά στον Κόκκαλη που έδιωξε τον Βαλβέρδε (μ΄αυτόν ειδικά θα συμφωνήσω κι εγώ)... Θα διαφωνήσουμε δηλαδή στην ερμηνεία του φαινομένου (ποιος φταίει) αλλά θα συμφωνήσουμε στην αποτίμησή του (η διακυβέρνηση ήταν καταστροφική).

Θα προσπαθήσω λοιπόν αυτό το (σε μεγάλο βαθμό) προφανές να το κάνω κάπως πιο επικίνδυνο. Επειδή σίγουρα δεν έχουμε κανένα πρόβλημα να αποφανθούμε οτι η τάδε περίοδος διακυβέρνησης ήταν καταστροφική εφόσον το όνομά μας δεν αρχίζει από «Κωνστ» και δεν τελειώνει σε «μανλής». Τι γίνεται όμως όταν;

Εννοώ...

Ας πάρουμε μια βεβαιότητα κι αυτή είναι: «Βρισκόμαστε σε περίοδο κοινωνικής κρίσης». Δεν νομίζω οτι κανένας διαφωνεί περί αυτού.

Ας πάμε λίγο πιο πέρα, ας ορίσουμε την κοινωνική κρίση σαν: εισοδηματική κρίση σε επίπεδο πολιτών, οικονομική κρίση σε επίπεδο κράτους και θεσμική κρίση. Έχει κι άλλα; Ίσως –αλλά ας αρκεστούμε στα χοντρά.

Εισοδηματική κρίση σε επίπεδο πολιτών: Τουτέστιν, οι μισθοί έχουν μειωθεί, η ανεργία έχει αυξηθεί, οι τιμές των προϊόντων έχουν αυξηθεί επίσης –το κατά κεφαλήν εισόδημα έχει πιάσει πάτο. Αναλογικά –το κατά κεφαλήν χρέος έχει φτάσει στο ταβάνι.

Οικονομική κρίση σε επίπεδο κράτους: Το κράτος έχει πτωχεύσει. Αδυνατεί να αντεπεξέλθει στις οικονομικές του υποχρεώσεις και αναγκάζεται να δανείζεται συνεχώς με όρους τους οποίους δεν επιλέγει.

Θεσμική κρίση: Η πολυνομία μαζί με τη σχετικοποίηση των νομοθετημάτων έχουν οδηγήσει στην ανομία και στη γενικευμένη πεποίθηση οτι οι λειτουργίες του κράτους αποσκοπούν ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ στην εξυπηρέτηση ΑΥΣΤΗΡΑ προσωποποιημένων συμφερόντων.

Εξακολουθούμε να συμφωνούμε; Υποθέτω πως ναι.

Για να μην τα χαλάσουμε τώρα που μοιάζει να συμφωνούμε, δεν θα ασχοληθώ με το ποιος από τους παραπάνω παράγοντες είναι ο καθοριστικότερος –θα υποθέσω οτι υπάρχει απλώς αλληλεπίδραση. Κι επειδή, τόση ώρα προσπαθώ με κομπίνες να εξετάσω το θέμα των συνεπειών των ενεργειών μας σε κοινωνικό επίπεδο (δεν το είχες καταλάβει;) θα εμπλουτίσω τους παραπάνω παράγοντες με τις αφεντομουτσουνάρες μας. Πρόσεξε!

Υπάρχουν διαφόρων ειδών αντιδράσεις στην κρίση, σε επίπεδο πολιτών. Ας υποθέσουμε οτι δεν είναι καταδικασμένες εκ των προτέρων, λόγω αργοπορίας, κι ας τις σκαλίσουμε λίγο.

-Θα μπορούσαμε λοιπόν να έχουμε περιορίσει τον καταναλωτισμό μας και να μην έχουμε φτάσει σε υπερχρέωση. Είναι έτσι; Μα, αν περιορίζαμε τον καταναλωτισμό μας, τα κέρδη των αφεντικών θα έπεφταν κι εκείνοι θα αντιδρούσαν με τον μοναδικό τρόπο που ξέρουν: μειώσεις των μισθών ή/και απολύσεις. Άρα, όσο εμείς θα προσπαθούμε να καταναλώνουμε σύμφωνα με τα εισοδήματά μας, τόσο τα εισοδήματά μας θα μειώνονται!

-Θα μπορούσαμε ίσως να διεκδικήσουμε καλύτερους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα, μέσω κινητοποιήσεων –αλλά θα έπρεπε αυτό να γίνει με πολεμική διάθεση, την οποία δεν διακρίνω στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα και μακάρι να κάνω λάθος!

-Θα μπορούσαμε ίσως να λύσουμε το όλο πρόβλημα πιέζοντας για κρατικές επιχορηγήσεις –είτε απευθείας στα αφεντικά (βλέπε εγγυήσεις για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών), είτε μέσω της αύξησης των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων. Αυτή μοιάζει κάπως με τη λύση που προκρίθηκε και τελικά υλοποιήθηκε οδηγώντας μας σε πτώχευση –έχω άδικο;

Η οικονομική κρίση σε επίπεδο κράτους ΔΕΝ αντιμετωπίζεται ΜΕΤΑ την πτώχευση. Επειδή τότε απλώς κάνεις εκποίηση και προσδοκάς να πιάσεις καλές τιμές στην αγορά, όπως επίσης και να σου δώσουν μια θεσούλα στο Δ.Σ. οι καινούργιοι ιδιοκτήτες. Ας πάμε λοιπόν λίγο πριν –όταν δεν είχε ακόμη πτωχεύσει το κράτος.

-Θα μπορούσε το κράτος να μην είναι τόσο ανοικονόμητο τα τελευταία χρόνια –δηλαδή, να κλέβουν μεν οι πολιτικοί διαχειριστές αλλά να αφήνουν κιόλας τους εισπρακτικούς μηχανισμούς να κάνουν τη δουλειά τους. Ή να ασχοληθούν με ανταποδοτικά (για το κράτος) έργα. Αλλά γιατί να το κάνουν αυτό; Γιατί ο πολιτικός να σπάει το πολύτιμο κεφάλι του σχετικά με το πώς θα έρθουν έσοδα; Αφού τα υπάρχοντα στα ταμεία φτάνουν για όλους τους (κι αν δεν φτάνουν μπορεί να δανειστεί). Ο πολιτικός λοιπόν θα σπάσει το κεφάλι του μονάχα εφόσον αναγκαστεί. Και πώς αναγκάζεται ο πολιτικός; Μα με την στέρηση της πρόσβασής του στην κεντρική εξουσία –δηλαδή με την απομάκρυνσή του από την κυβέρνηση. Έτσι οι πολίτες ασκούν μια (μικρή βέβαια) πίεση στον πολιτικό. Όταν όμως οι πολίτες απεμπόλησαν το συγκεκριμένο τους δικαίωμα στην λογική του «όλοι ίδιοι είναι, τίποτα δεν αλλάζει» -το έγραψα στην αρχή, να μην το ξαναπάμε εδώ...

-Θα μπορούσε ίσως το κράτος να ενεργήσει καθαρά «αναπτυξιακά» (και το βάζω σε εισαγωγικά επειδή η ανάπτυξη είναι η φτώχεια των πολλών προκειμένου να πλουτίσουν οι λίγοι) και να μην πτωχεύσει. Αυτό θα σήμαινε οτι το κράτος θα έπρεπε να συνάψει συμφωνίες με βάση το οικονομικό του όφελος και χωρίς να αφήνει εθνικιστικά, θρησκευτικά ή άλλου είδους φαντάσματα να καθορίζουν την πρακτική του. Η ερώτηση είναι και πάλι –γιατί να ενεργήσει έτσι το κράτος; Ποιος θα είχε όφελος; Οι πολιτικοί σίγουρα όχι –αφού η «λαϊκή οργή των πατριωτών» θα τους στερούσε το αξίωμα ενώ, από πουθενά δεν θα προέκυπταν υποστηρικτές.

-Θα μπορούσε τέλος το κράτος να ενεργήσει αποκλειστικά με βάση το συμφέρον των πολιτών του. Να κρατικοποιήσει τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, να σβήσει τα χρέη των πολιτών σε εταιρείες και ιδιώτες, να κατευθύνει την παραγωγή με βάση τις δημόσιες ανάγκες, να αρνηθεί να πληρώσει τα χρέη της χώρας... Μισό λεπτό –πώς θα γίνονταν όλα αυτά; Προφανώς αν το κράτος περνούσε σε μια διαφορετική μορφή διακυβέρνησης η οποία θα ακύρωνε όλες τις προηγούμενες υποχρεώσεις του σπάζοντας την κρατική συνέχεια. Αυτή θα ήταν μια λύση αρκετά ενδιαφέρουσα (δεν είμαι πρόχειρος να μιλήσω για το κατά πόσο είναι και οικονομικά βιώσιμη) αλλά πόσοι από τους πολίτες του κράτους μας θα την επιθυμούσαν; Σκέψου το, και πες μου!

Η θεσμική κρίση είναι το καθαρά κοινωνικό φαινόμενο –πάει να πει, έχει σπάσει η σύνδεση μεταξύ θεσμών και σκοπών τους οποίους (οι θεσμοί) εκπληρώνουν. Τι σκατά να κάνεις τότε;

-Ίσως χρειάζεται η ριζική αντικατάσταση θεσμών.

-Ίσως βοηθήσει η ενεργοποίηση των ήδη υπαρχόντων, αλλά ευρισκόμενων σε μόνιμη αχρηστία θεσμών.

-Ίσως το συγκεκριμένο κοινωνικό μόρφωμα να μην είναι πλέον σε θέση να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των πολιτών του και άρα να χρειάζεται αντικατάστασή του και στη συνέχεια επαναπροσδιορισμός των θεσμών.

Γιατί βάζω «ίσως»; Επειδή δεν θέλω να διαφωνήσουμε κατευθείαν.

Ριζική αντικατάσταση θεσμών ΕΝΤΟΣ του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος σημαίνει ολοκληρωτισμός.

Επανενεργοποίηση των θεσμών σημαίνει δικτατορία.

Αντικατάσταση του συγκεκριμένου κοινωνικού συστήματος σημαίνει μετάβαση στον κομμουνισμό, στην κατάργηση των εξουσιών, στην αναρχική κοινοκτημοσύνη –κάτι τέτοιο τέλος πάντων.

Στα πλαίσια των παραπάνω παραδοχών (οι οποίες, θέλω να πιστεύω οτι είναι κοινές –με εξαίρεση ίσως τις τελευταίες) μπορεί ο καθένας να επανεξετάσει τη στάση σου, προκειμένου να διακρίνει τις συνέπειες των πράξεών του.

Θα δώσω μερικά απλοϊκά και χοντροκομμένα παραδείγματα:

-Αν η κοινωνική μου στάση στηρίζεται στην αυστηρά περιχαρακωμένη ατομική δράση (δηλαδή, κοιτάω την πάρτη μου) τότε δεν έχω καμιά δουλειά να σπαταλάω τον χρόνο μου στις διαδηλώσεις. Θα πρέπει να κοιτάξω πως θα ελιχθώ, προκειμένου να αυξήσω τις αποδοχές μου σε βάρος κάποιου συναδέλφου ή προκειμένου να απομυζήσω κατά το δυνατό μεγαλύτερο μέρος της φορολόγησης των πολιτών κι έτσι να βγάλω κέρδος.

-Αν η κοινωνική μου στάση στηρίζεται στην συνδικαλιστική προοπτική της κλαδικής κονόμας, θα πρέπει να φροντίσω να ομηροποιήσω το κοινωνικό σύνολο εκβιάζοντας έτσι το κράτος.

-Αν η κοινωνική μου στάση στηρίζεται στην ανάγκη της επιβίωσης, θα πρέπει να είμαι έτοιμος να συμμαχήσω ακόμα και με τον διάβολο.

-Αν η κοινωνική μου στάση στηρίζεται στην ελπίδα μιας καλύτερης κοινωνίας που θα έρθει μέσα από τις προσπάθειες όλων μας, θα πρέπει να αγωνίζομαι για την ανατροπή της υπάρχουσας κοινωνίας.

Το να εκφράζω την βεβαιότητά μου πως δεν πρόκειται ποτέ να έρθει μια καλύτερη κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα θεωρώ την υπάρχουσα ως απάνθρωπη -και παράλληλα να κάνω οτι περνάει από το χέρι μου προκειμένου να στηρίξω την υπάρχουσα κοινωνία –μοιάζει με πολύ κακόγουστο αστείο ή με τρομερά καταστροφική ψύχωση.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι