Τετάρτη, Ιανουαρίου 19, 2011

16. Θάλαμος Ανάνηψης

Προηγούμενα:
1. Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη
2. Το καινούργιο παντοτινό όνομα του Προέδρου
3. "Η εξαγωγή του λίθου της τρέλας"
4. Ο Οδυσσέας, οι Αργοναύτες και άλλοι ηλίθιοι
5. Η προσευχή είναι ένας νεκρός κροκόδειλος
6. Αφού η Χελώνα έγινε Κέδρος
7. Όλοι βλέπουν τους αόρατους
8. Για τα ψάρια που ταξιδεύουν γύρω από τους καρχαρίες
9. Μετεγχειρητικές επιπλοκές
10. Η αναγκαστική αλήθεια στον βολικό λήθαργο
11. Ένα άλυτο πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα
12. Όταν οι σπηλιές δαγκώνουν
13. Ο εκκωφαντικός ήχος της ασφάλτου
14. Από μηχανής συμβιβασμός
15. Η νίκη χρειάζεται επειγόντως θεραπεία


Ο ήλιος μπλεγμένος στα μακριά της μαλλιά αφόπλιζε τα κοφτερά του νύχια, καθόμουν και τη χάζευα από το άνοιγμα της πόρτας έτσι όπως άστραφταν μελένια τα μαλλιά της. Και θα μπορούσα να μείνω εκεί για πάντα, να γεράσω, να πεθάνω ακίνητος –μόνο χαζεύοντάς την. Αλλά γύρισε μετά από λίγο προς το μέρος μου κι έπειτα έτρεξε με λαχτάρα να κρεμαστεί από το λαιμό μου. Την έστριψα λίγο στο πλάι, την εμπόδισα έτσι να με φιλήσει γιατί βρωμοκοπούσα.
«Ανησύχησα», μου είπε. «Όταν δεν ανέβηκες...»
«Στο τέλος θα σε έβρισκα, όπως και να’χε», της απάντησα.
Με τράβηξε μετά από το χέρι μέσα στο δωμάτιο –άσπρο δωμάτιο, γυμνό, νοσοκομείου –με κάθισε στο ένα από τα δυο κρεβάτια που υπήρχαν.
«Τώρα όλα πέρασαν», είπε.
«Κι άλλα αρχίζουν», μουρμούρισα. Ακούστηκα πολύ ανήσυχος, δεν το είχα σκοπό.
Κοίταξα τριγύρω, το παράθυρο με τα εσωτερικά στόρια, τον μεγάλο δέκτη στον τοίχο απέναντι από τα κρεβάτια, ο δέκτης ήταν ανοιχτός κι έδειχνε ανθρώπους να τρώνε πρωινό. Καλοβαλμένοι όλοι τους, με κόκκινα μάγουλα και ξανθά μαλλιά, σταματούσαν τα χαμόγελα μονάχα για να μασήσουν, μιλούσαν αλλά δεν μπορούσα να τους ακούσω.
«Θέλεις πρωινό;» με ρώτησε.
Ήθελα.
Τράβηξε λοιπόν μπροστά μου ένα τραπεζάκι με ρόδες γεμάτο κλειστά μεταλλικά σκεύη, ανατρίχιασα στην ιδέα οτι θα έτρωγα από εκεί μέσα. Με είδε διστακτικό και άρχισε να ξεσκεπάζει τα σκεύη, τα φαγώσιμα έδειχναν λαχταριστά σαν διαφημίσεις αλλά δεν μπορούσα εύκολα να καταπολεμήσω την αίσθηση του γυμνού μέταλλου που χτυπάει στα δόντια. Ευτυχώς ο καφές ήταν σε χάρτινο πλαστικοποιημένο ποτήρι. Με ζέστανε.
«Έχεις ακούσει τίποτα για το πόσο θα μας κρατήσουν εδώ μέσα;» ρώτησα.
«Μέχρι να νιώσουμε καλύτερα», απάντησε.
«Και ποιος θα το πει αυτό;»
Με κοίταξε λίγο μπερδεμένη.
«Εμείς. Θα το καταλάβουμε όταν νιώσουμε καλύτερα, δεν θα το καταλάβουμε;»
«Εγώ νιώθω μια χαρά πάντως».
«Άμα είσαι σίγουρος πες τους να φύγεις. Αλλά εμένα θα μ΄αφήσεις μόνη;»
«Δε μοιάζεις και τόσο άρρωστη».
«Είμαι όμως. Εξάντληση και ατονία. Δεν νομίζω οτι θα κατάφερνα να περπατήσω πάνω από 100 μέτρα, θα έπεφτα μετά, ίσως και να λιποθυμούσα....»
«Τα παραλές».
«Γιατί το πιστεύεις αυτό; Αν δεν ήμουν άρρωστη τι λόγο θα είχα να μένω εδώ μέσα; Ή μήπως νομίζεις οτι μου αρέσει; Πρέπει να δω τι θα κάνω με σπίτι και σύντομα μάλιστα. Όταν έρθει το παιδί θα χρειαστεί να έχω βρει κάπου να μένω».
«Να μένεις; Νόμιζα οτι το παιδί θα είναι και δικό μου».
«Είναι και δικό σου».
«Άρα θα μένουμε μαζί»
«Θες κάτι τέτοιο;»
«Εσύ δε θες;»
Με κοίταξε μ΄εκείνα τα πελώρια μάτια της.
«Το θέλω πάρα πολύ αλλά δεν θα στο ζητούσα ποτέ. Αν είχα σπίτι, όλα θα ήταν μια χαρά, θα σου πρότεινα να έρχεσαι, να μένεις... όσο... όποτε... Αλλά το σπίτι μου κάηκε....»
«Έχω σπίτι στην πόλη».
«Εδώ;»
«Ξέρω ‘γω; Εδώ είναι η πόλη;»
«Εδώ είναι».
«Εδώ λοιπόν».
«Και...»
«Όταν βγούμε από δω μέσα θα πάμε να μείνουμε εκεί. Δεν είναι τόσο μεγάλο όσο εκείνο που κάηκε...»
«Δεν πειράζει. Άλλωστε τώρα που άλλαξαν τα πράγματα ίσως να σου δώσουν μεγαλύτερο σπίτι».
«Ίσως...»
«Θα έχουμε και το παιδί....»
«Ναι κι αυτό....»
Άρχισα να μασουλάω ένα ακαθόριστο έδεσμα για να σταματήσω την κουβέντα. Προσπαθούσα κιόλας να προσδιορίσω από που έβγαινε η μυρωδιά του αντισηπτικού, από το δωμάτιο τριγύρω ή απ΄αυτό που έτρωγα. Ο ήλιος ανεμπόδιστος από εκείνη ήρθε και με τύφλωσε όσο την έψαχνα στο δωμάτιο.
«Έχει ήλιο έξω, θέλεις να πάμε μια βόλτα;» τη ρώτησα.
«Εντάξει, αλλά όχι πολύ μακριά».
«Γιατί; Φυλακισμένοι είμαστε;»
«Όχι, αλλά δεν αντέχω. Στο είπα και πριν...»
«Μου το είπες».
Σηκώθηκα αδειάζοντας το ποτήρι του καφέ, εκείνη έριξε κάτι λεπτό και μάλλινο στην πλάτη της, εγώ δεν κρύωνα. Κατεβήκαμε τις σκάλες προσεκτικοί κι αμίλητοι.
Στο ισόγειο έκανα να πάω προς τις γυάλινες πόρτες, ήθελα να δοκιμάσω τις βεβαιότητές της. Με έπιασε από το χέρι, χαμογέλασα ήδη δικαιωμένος.
«Πού πας;» με ρώτησε.
«Να βγω έξω –για βόλτα», απάντησα.
«Πού έξω; Στο δρόμο; Γιατί δεν πάμε στην αυλή;»
«Γιατί όχι στο δρόμο;»
«Μα τι βόλτα θα κάνουμε στο δρόμο; Μόνο τσιμέντο υπάρχει. Ενώ στην αυλή έχουν δέντρα και κήπο και παγκάκια αν κουραστούμε...»
Την κοίταξα –εννοούσε αυτά που έλεγε. Τα πίστευε κιόλας.
«Κι αν, παρ΄όλα αυτά, εγώ θέλω να κάνω βόλτα στο δρόμο;»
«Να την κάνεις μόνος σου, εγώ δεν έχω καμιά όρεξη».
Μου γύρισε την πλάτη, μια κυρτωμένη πλάτη που ανεβοκατέβαινε από θυμό ή πείσμα ή επειδή δεν μπορούσε να εξηγήσει τη συμπεριφορά μου. Στεναχωρήθηκα.
«Εντάξει, πήγαινε στον κήπο και περίμενέ με. Θα έρθω σε λίγο», της είπα.
Ήμουν αποφασισμένος, θα έβγαινα έξω.
«Δεν θα πάω στον κήπο, θα γυρίσω στο δωμάτιο. Δεν έχω πολύ όρεξη για βόλτα», ψιθύρισε.
Ήμουν αποφασισμένος, θα έμενα μαζί της αυτή τη φορά.
«Εντάξει, εντάξει», μουρμούρισα. «Πάμε στον κήπο».
Μια άλλη φορά θα επιχειρούσα να βγω έξω. Μια άλλη φορά...
Ο κήπος άξιζε πραγματικά τον κόπο. Η διπλή σειρά από βαρυφορτωμένες λεμονιές όριζε το χαλικόστρωτο μονοπάτι, πιο πίσω πολύχρωμα λουλούδια –κάποιες τριανταφυλλιές ανάμεσά τους αν θυμόμουν ακόμα καλά το άρωμα –χώθηκα ανάμεσα στις λεμονιές για να ανακαλύψω οτι πέρα από τα λουλούδια υπήρχαν αναρριχητικά φυτά που κάλυπταν επιμελώς τον μαντρότοιχο. Μέτρησα τον τόπο με το μάτι και γέλασα χαιρέκακα. Κανονικό προαύλιο φυλακής ήταν εδώ πέρα, από τις λεμονιές μέχρι τον μαντρότοιχο θα πρέπει να μεσολαβούσαν γύρω στα 100 μέτρα σπαρμένα με λουλούδια, 100 μέτρα που θα έπρεπε να τα διανύσει κανείς ακάλυπτος. Κοίταξα ψηλά, στριφογύρισα αργά –πού ήταν άραγε τα παρατηρητήρια;
«Μην τρέχεις, δεν μπορώ να σε φτάσω», την άκουσα ν΄αγκομαχάει πίσω μου.
Σταμάτησα.
«Συγνώμη», είπα.
Κάμερες, μέτρησα πέντε ψηλά στον τοίχο του νοσοκομείου που σκοπεύανε τον ακάλυπτο χώρο. Κι ήμουν σίγουρος οτι οι λεμονιές θα ήταν γεμάτες αισθητήρες –ότι πέρναγε ανάμεσά τους θα σήμαινε συναγερμό σε κάποιο μισοφωτισμένο δωμάτιο ελέγχου. Φυλακή.
«Δεν είναι όμορφα εδώ πέρα;» με ρώτησε.
«Ναι, είναι», είπα και το εννοούσα. Το άρωμα από τις λεμονιές λειτουργούσε αναζωογονητικά όσο το άρωμα των λουλουδιών πεταγόταν απροειδοποίητα, σαν όνειρο μισοκοιμισμένου, και σου θύμιζε... Μητέρα, πατρικό σπίτι, παππούς που σκαλίζει τις βραγιές, θάνατος. Σου θύμιζε το άρωμα των λουλουδιών. Κι όχι μόνο αυτό. Ήμουν πάντοτε θαυμαστής των καλών συστημάτων ασφαλείας, μου άρεσε να ψάχνω το τρωτό τους σημείο κι όσο πιο πολύ δυσκολευόμουν τόσο με συνέπαιρναν –αυτό το σύστημα εδώ πέρα, λόγου χάρη, πρέπει να είχε τυφλά σημεία, δεν τέμνονταν οι ακτίνες των καμερών του τοίχου, δεν τους ένοιαζε επειδή βασίζονταν στους αισθητήρες. Βλακεία τους.
«Τι ψάχνεις;» με τράβηξε από το μανίκι και καλά έκανε –ήμουν τόσο αφηρημένος.
«Τίποτα, χαζεύω...»
«Θέλεις να καθίσουμε;»
Τα παγκάκια ήταν (φυσικά) δίπλα στις λεμονιές.
«Όχι, ας περπατήσουμε λίγο ακόμα».
Ανασήκωσε τους ώμους, ντράπηκα που αδιαφορούσα για την κατάστασή της. Αλλά προχώρησα.
«Είσαι κάπως παράξενος...»
«Συμβαίνει αυτό όταν νιώθεις να σε παρακολουθούν».
«Ποιος σε παρακολουθεί;»
«Μας παρακολουθεί».
«Ποιος;»
Έφερα μια γύρα το αριστερό χέρι δείχνοντας τις λεμονιές μετά έδειξα τον τοίχο του νοσοκομείου με το δεξί.
«Οι λεμονιές και τα παράθυρα;» απόρησε.
Γέλασα.
«Ποτέ μην εμπιστεύεσαι φορτωμένο δέντρο και καθαρό παράθυρο», είπα.
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή τίποτα».
Συνέχισα να προχωράω.
«Έχεις κάτι μαζί μου;» απαίτησε να μάθει.
«Ναι, έχω. Απορία».
Με κοίταξε.
«Πώς μπορείς να είσαι τόσο ανυποψίαστη εδώ μέσα; Με κοροϊδεύεις;»
«Τι θα έπρεπε να υποψιαστώ δηλαδή;»
«Οτι ήμαστε φυλακισμένοι κι απ΄ότι έμαθα δεν θα βγούμε όλοι ζωντανοί από δω».
Γούρλωσε τα μάτια.
«Είναι κάποιο μετατραυματικό σοκ όλο αυτό;» ψέλλισε.
«Αρκετά», της ξέκοψα νευριασμένος.
Έφυγα μπροστά, άνοιξα το βήμα, απότομα σταμάτησα. Γύρισα, την περίμενα.
«Θέλεις να στο αποδείξω; Θέλεις;» την κράτησα από τα μπράτσα πολύ σφιχτά, έκανε λίγο πίσω για να ξεφύγει, την άφησα. «Κοίτα», της φώναξα.
Πέρασα τρέχοντας ανάμεσα στις λεμονιές, πάτησα τα παρτέρια με τα λουλούδια, δε μ΄ένοιαζε τίποτα. Αλλά όσο τσάκιζα τα μπουμπούκια τόσο πιο δυνατά μύριζαν. Έφτασα στον τοίχο –τώρα θ΄αρχίζανε οι σειρήνες.
Τίποτα δεν έγινε.
Πήρα δυο μέτρα φόρα, όρμησα στον τοίχο, αρπάχτηκα από ένα εξόγκωμα, έδωσα ώθηση, άρχισα να σκαρφαλώνω. Λίγο ήθελα, όμως γλίστρησα και σωριάστηκα στα χώματα. Σηκώθηκα πάλι.
«Τι προσπαθείς να κάνεις;» με ρώτησε.
Είχε έρθει κοντά μου χωρίς να καταλάβω.
«Προσπαθώ να σου δείξω οτι δεν μπορούμε να βγούμε από δω μέσα ακόμα κι αν θέλουμε», είπα.
«Κι αν θέλουμε να βγούμε γιατί να μην πάμε από την πόρτα;» απόρησε.
«Επειδή την πόρτα τη φυλάνε», εξήγησα.
«Τη φυλάνε για να μη μπει κανένας, όχι για να μη βγούμε εμείς», φώναξε λες και είχε να κάνει με ξεροκέφαλο παιδί.
«Έτσι λες;» χαμογέλασα ειρωνικά.
«Δεν το λέω εγώ. Έτσι είναι».
«Εντάξει λοιπόν. Πάμε τότε να βγούμε από την πόρτα».
«Πάμε. Αλλά να γυρίσουμε γρήγορα επειδή δεν νιώθω πολύ καλά».
«Θα γυρίσουμε πιο γρήγορα απ΄όσο φαντάζεσαι», μουρμούρισα.
Τώρα έτρεχε αυτή μπροστά μου, την είχα, φαίνεται, εκνευρίσει κι έτσι ξέχασε την αδυναμία της. Πέρασε τον διάδρομο, έφτασε στη γυάλινη πόρτα, γύρισε να με κοιτάξει. Της έκανα νόημα να περιμένει. Έφτασα δίπλα της και πάτησα το κουμπί της πόρτας όπως ακριβώς την προηγούμενη φορά. Οι ίδιοι εκνευρισμένοι φύλακες πετάχτηκαν από την άλλη πλευρά της πόρτας (μπορεί και να μην ήταν οι ίδιοι, ήταν όμως το ίδιο εκνευρισμένοι με τους προηγούμενους). Τους έκανα το γνωστό νόημα με τα χέρια. Με κοίταξαν άγρια, κούνησαν τους ώμους, τους ξανάκανα νόημα.
Και η γυάλινη πόρτα άνοιξε –τα δυο της φύλλα χωρίστηκαν, μετά χώθηκαν στις εσοχές του τοίχου.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο ένας φύλακας.
«Θέλουμε να βγούμε έξω», είπα.
«Γιατί;» απόρησε.
«Για να κάνουμε μια βόλτα», είπα.
«Πού νοσηλεύεστε;» ρώτησε ο άλλος φύλακας.
Σώπασα –αυτό δεν το ήξερα.
«Είμαστε στην Ανάνηψη», απάντησε εκείνη.
«Στην Ανάνηψη; Σίγουρα δεν είσαστε στην Ψυχιατρική;» σχολίασε ο φύλακας.
«Για άκου να σου πω...» ξεκίνησα.
«Αλλά, να είσαστε εκεί μέσα και να θέλετε να κάνετε βόλτα εδώ έξω...»
«Είναι σκέτη παράνοια».
Τους αγνόησα, ήμουν αποφασισμένος. Στράφηκα προς το μέρος της.
«Πάμε», είπα.
Άρχισα να κατεβαίνω τα σκαλιά, εκείνη με ακολούθησε.
Μάρμαρο που γινόταν τσιμέντο και μετά αγκαθωτή άσφαλτος, ο δρόμος της πόλης, ένας δρόμος της πόλης, ένας δρόμος μιας πόλης, ανατρίχιασα από μοναξιά. Έσφιξα τα δόντια, προχώρησα.
«Εντάξει, αρκετά. Πάμε πίσω τώρα», με παρακάλεσε.
«Όχι ακόμα», είπα.
Βρισκόμασταν, βλέπεις, ακόμα πολύ κοντά τους. Προχώρησα το πεζοδρόμιο, εκεί που έστριβε η γωνία έστριψα κι εγώ. Με ακολούθησε παραπατώντας –την έπιασα από το μπράτσο.
«Δεν αισθάνεσαι καλά;» ρώτησα.
Δε μίλησε. Την ακούμπησα στον τοίχο, τώρα που είχαμε στρίψει δεν μας έβλεπαν πια. Και τότε τη φίλησα στα χείλη μην έχοντας ακόμα αποφασίσει –να τρέξω και να χαθώ ή να την πάω πίσω;
Έκανα το δεύτερο φυσικά.
Οι φύλακες μας υποδέχτηκαν με ειρωνικά επιφωνήματα κι εγώ αναγκάστηκα να τη στηρίζω κρατώντας την κάτω από τις μασχάλες μέχρι να φτάσουμε στο δωμάτιό μας, μέχρι να τη βάλω στο κρεβάτι και να τη σκεπάσω ζεστά. Τότε μόνο κάθισα δίπλα της, προσεκτικά, επειδή το κρεβάτι ήταν μονό. Είχε κλειστά τα μάτια κι ανάσαινε γρήγορα.
«Συγνώμη», είπα.
«Τι σου συμβαίνει;» ψέλλισε.
«Αυτό το μέρος με τρελαίνει».
«Κάνε υπομονή. Θα δυναμώσουμε και θα φύγουμε».
«Λες να μας αφήσουν;»
«Γιατί να μη μας αφήσουν; Είσαι ένας από τους ήρωες της εξέγερσης, λένε συνέχεια για σένα στις ειδήσεις....»
«Για μένα;»
«Για σένα».
«Τι ηρωικό έκανα;»
«Έσωσες δυο φορές την καινούργια Πρόεδρο».
«Εγώ;»
«Εσύ».
«Ποια είναι η καινούργια Πρόεδρος;»
«Η Άννα Εξ».
«Η Άννα;»
«Ναι».
«Η γνωστή Άννα;»
Ξεφύσησε εξαντλημένη.
«Ο Οδυσσέας Ωμέγα τι έγινε;»
«Εννοείς ο Αλκιβιάδης Ράιτ...»
«Αυτός....»
«Αγνοείται. Κάποιοι λένε οτι το έσκασε κρυφά από τη χώρα....»
«Δηλαδή τον έχουν εκτελέσει».
«Σταμάτα να λες τέτοια πράγματα, για εκτελέσεις. Με τρομάζεις».
«Εντάξει».
«Άλλωστε η καινούργια κυβέρνηση είναι κατά αυτών των μεθόδων, ξέρω την Άννα πολύ καλά και είμαι σίγουρη οτι ποτέ δεν θα έδινε την έγκρισή της....»
«Αν την ξέρεις τόσο καλά....»
«Την ξέρω. Εσένα ποιος σου είπε για εκτελέσεις;»
«Κάτι φύλακες».
«Και τους πίστεψες -έτσι;»
Δε μίλησα, έβλεπα καθαρά πως είχε δίκιο. Κάτι φύλακες που παίζανε παράνομα στοιχήματα –υπήρχαν πιο αναξιόπιστα άτομα από αυτούς;
«Πρέπει να ηρεμήσω, χρειάζομαι ξεκούραση», είπα. Κυρίως στον εαυτό μου.
«Ξάπλωσε αγάπη μου, τι κρίμα που δεν χωράμε στο ίδιο κρεβάτι», μουρμούρισε μισοκοιμισμένη.
Πήγα στο δικό μου κρεβάτι, ενάμιση μέτρο απόσταση από το δικό της, σκέφτηκα να τα ενώσω, να τη νιώθω δίπλα μου αλλά δεν το έκανα. Να νιώθω δίπλα μου –ποια; Μια άγνωστη γυναίκα με την οποία μοιραζόμασταν, κι εγώ δεν ξέρω πόσα, χρόνια; Και ποια η σχέση της με την καινούργια κυβέρνηση; Ήξερε αυτή την Άννα πολύ καλά, μόνη της το παραδέχτηκε. Μήπως λοιπόν την είχαν ρίξει δίπλα μου για να με παρακολουθεί και να με ελέγχει;
Στράφηκα προς το μέρος της, ανάσαινε πλέον στρωτά, ήρεμα. Σηκώθηκα από το κρεβάτι, χρειαζόμουν ένα χάπι για να βγάλω τη νύχτα. Κοίταξα κιόλας έξω από το παράθυρο –τι ώρα να’ταν; Βγήκα στις μύτες μην την ξυπνήσω.
Το γραφείο με τις νοσοκόμες ήταν μισοφωτισμένο, όταν πλησίασα ακούστηκε βιαστικός ο θόρυβος από χαρτιά που μαζεύονται. Χτύπησα το κουδούνι έξω από την μισάνοιχτη πόρτα αν και δεν χρειαζόταν –με είχαν ήδη δει από το τζάμι. Μια γριά νοσοκόμα με μπλε επωμίδες στη λευκή της στολή κι ένας νεαρός νοσοκόμος με φόρμα χειρουργείου.
«Τι θέλετε;» με ρώτησε η νοσοκόμα.
«Κάτι για να κοιμηθώ», είπα.
«Παυσίπονο ή ηρεμιστικό;»
«Κάτι που να κάνει και για τα δύο».
Ο νοσοκόμος γέλασε αποκαλύπτοντας δυο σειρές αλογίσια δόντια.
«Εξαρτημένος», σχολίασε.
«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» ζήτησα να μάθω.
«Απολύτως κανένα», είπε η νοσοκόμα. «Ποιο είναι το δωμάτιό σας;»
«17-77», είπα.
«Πολύ καλά», χαμογέλασε. Μετά κοίταξε τον νοσοκόμο που ήδη σηκωνόταν. «Φέρε αυτά», είπε και του έσπρωξε ένα γραμμένο φύλλο χαρτιού.
Ο νοσοκόμος ούτε καν ασχολήθηκε να διαβάσει τι έγραφε στο χαρτί. Χάθηκε πίσω της σε μια αποθηκούλα.
«Πάμε καλύτερα;» ρώτησε η νοσοκόμα.
«Καλύτερα από τι;» ρώτησα με τη σειρά μου.
«Καλύτερα», είπε απλά εκείνη.
«Δεν ξέρω», μουρμούρισα. «Υπάρχουν κάποια πράγματα που με αγχώνουν....»
«Φυσικό είναι. Περάσατε έντονες μέρες, βρεθήκατε πολύ κοντά στο θάνατο...»
«Με ξέρετε;»
Η νοσοκόμα χαμογέλασε όλο ζεστασιά.
«Φυσικά και σας ξέρω. Εκτός από ασθενής μου είσαστε και πασίγνωστος άλλωστε».
«Έτσι ε;»
«Όλοι εκτιμούμε όσα κάνατε. Ακούστηκε μάλιστα οτι η Πρόεδρος θα οργανώσει κάποια τιμητική εκδήλωση».
«Για μένα;»
«Για όλη την ομάδα σας».
Έσκυψε πάνω από το γραφείο της.
«Έχετε δει την Πρόεδρο από κοντά;» ρώτησε ψιθυριστά.
«Ναι, την έχω δει».
«Τότε ίσως να μπορείτε να μου πείτε....»
«Τι πράγμα;»
«Είμαι φανατική θαυμάστριά της. Τι σας εντυπωσίασε σε αυτήν;»
Σκέφτηκα την Άννα, τίποτα δεν με είχε εντυπωσιάσει.
«Έχει μια τρομακτική απλότητα σκέψης», είπα.
«Είναι αλήθεια», έκανε η νοσοκόμα εκστασιασμένη.
«Και όταν θυμώνει καταφέρνει να διατηρήσει την ευγένειά της».
«Αυτό δεν το ήξερα», ενθουσιάστηκε η νοσοκόμα.
«Είναι πολύ επιβλητική γυναίκα χωρίς να χρειάζεται να κάνει πολλά πράγματα, απλά μπαίνει στον χώρο και τον καθορίζει», συνέχισα το παραλήρημά μου βλέποντας οτι η νοσοκόμα κρεμόταν από το στόμα μου.
Εκείνη τη στιγμή ευτυχώς επέστρεψε ο νοσοκόμος, μας είδε κολλημένους σχεδόν μούρη με μούρη.
«Τι έγινε;» ρώτησε χαζά.
«Έφερες τα φάρμακα του κυρίου;» ρώτησε νευριασμένα η νοσοκόμα.
«Ναι, μάλιστα», είπε ο νοσοκόμος.
«Άντε λοιπόν –δεν θα του τα δώσεις;»
Ο νοσοκόμος μού τα έδωσε σε μια πλαστική θήκη. Τα χέρια μου έτρεμαν, αναγκάστηκα λοιπόν να τα μαζέψω κοντά στο σώμα μου παίρνοντας βιαστικά την πλαστική θήκη.
«Ευχαριστώ», είπα.
«Ευχαρίστησή μας», απάντησε η νοσοκόμα. «Και για ότι χρειαστείτε, πατήστε απλώς το κουμπί πάνω από το κρεβάτι σας».
Βγήκα στον διάδρομο, ανακάλυψα κιόλας οτι ο όροφός μου είχε ένα τεράστιο σκεπαστό μπαλκόνι –κλεισμένο με χοντρό τζάμι τριγύρω, κάθε 3 μέτρα το τζάμι άνοιγε σε μεγάλα παράθυρα. Άνοιξα λίγο ένα παράθυρο, μπήκε μυρωδιά υγρής νύχτας ανακατεμένη με βαρύ άρωμα λουλουδιών. Τα παράθυρα έβλεπαν στον κήπο του νοσοκομείου. Χρειαζόμουν λίγο νερό, έψαξα το κοντινότερο μηχάνημα, γέμισα ένα πλαστικό ποτήρι. Και ξαναγύρισα στο παράθυρο. Ένιωσα ξαφνικά σαν μεγιστάνας σε παλιά ταινία, στο κατάστρωμα της θαλαμηγού του μ΄ένα ποτήρι μαρτίνι στο ένα χέρι και κάποιο νόστιμο ορντέβρ στο άλλο. Ήπια μια γουλιά νερό, μέτρησα τα χάπια, τρία χάπια, κατέβασα το πρώτο. Κοίταξα έξω από το παράθυρο την ανοιχτή θάλασσα. Ο κήπος φωτιζόταν από προβολείς εδάφους και άλλους προβολείς, βαλμένους μάλλον στην οροφή του κτιρίου. Είδα μια παρέα αντρών να διασχίζει το μονοπάτι ανάμεσα στις λεμονιές, δυο προχωρούσαν λίγο πιο μπροστά και τέσσερις ακολουθούσαν. Οι μπροστινοί πρόσεχαν υπερβολικά πολύ τον βηματισμό τους (κατάπια ακόμα ένα χάπι) ενώ οι πίσω ήταν πιο ανέμελοι, φώναζαν και σπρώχνονταν μεταξύ τους. Σε κάποια στιγμή μάλιστα έσπρωξαν και τους μπροστινούς. Κατάπια δυο χάπια μαζεμένα κι αποφάσισα να κλείσω το παράθυρο, σε 5 ή 6 λεπτά θα με έπαιρνε ο ύπνος. Τότε είδα κάτι γυαλιστερό, έσκυψα ξαφνιασμένος έξω από το παράθυρο, το φως έπεφτε στην κάνη ενός όπλου. Δεν ήταν μόνο ένα το όπλο και δεν ήταν αυτό που γυάλισε –οι κάνες των όπλων, όλοι ξέρουμε πώς, είναι μαύρες ματ. Έσκυψα περισσότερο, άρχισα να ζαλίζομαι –τι γυάλισε; Οι άντρες κόντευαν να βγουν από το οπτικό μου πεδίο, έβλεπα τώρα τη γη, 7 ορόφους πιο κάτω, κι ένιωθα τον ίλιγγο να ξεδιπλώνεται στο στομάχι μου. Τραβήχτηκα μέσα.
Περπάτησα αργά.
Βρήκα (με κάποια δυσκολία) το δωμάτιό μου, ήδη ζαλιζόμουν.
Παρ’όλα αυτά πήγα μέχρι το κρεβάτι της -κοιμόταν γαλήνια.
Ξάπλωσα στο δικό μου κρεβάτι.
Σκεπάστηκα.
Έκλεισα τα μάτια.
Χειροπέδες.
Αυτό που γυάλιζε –προσπάθησα ν΄ανοίξω τα μάτια.
Όπλα κι αυτό που γυάλιζε -χειροπέδες.
Προσπάθησα να σηκώσω το κεφάλι μου αλλά αυτό βυθιζόταν ασταμάτητα στο μαξιλάρι.
Αυτό που γυάλιζε –μαξιλάρι.

6 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

b.b. chris είπε...

Καλή χρονία αδερφέ!
Υγεία και να χαίρεσε την οικογένεια!

The Motorcycle boy είπε...

Κι εσύ ότι καλύτερο ρε Μπλου Κιθαριστικέ Ποδηλάτη Ανωμάλου Δρόμου.

Kit Kat είπε...

Κάθε φορά απολαμβάνω τους γυναικείους χαρακτήρες σου πάντως! Το έχεις το θέμα!

Καλά εχω μεγάλη περιέργεια να δω τι θα γίνει παρακάτω. Δε πιστεύω να κάνει guest εμφάνιση ο Δικαστής Ντρεντ πάντως -έτσι?

The Motorcycle boy είπε...

Τους γυναικείους χαρακτήρες ε; Μάλλον από τύχη τους πιάνω ή επειδή οι γυναίκες είναι τόσο πολύπλοκες που τις βρίσκεις παντού (με πρόσεξες τι ωραία εξηγώ το γεγονός οτι οι γυναίκες είναι ανεμοδούρες ε;)

Ο Δικαστής Ντρεντ; Δεν τα΄μαθες; Έμπλεξε με κάτι Τζαμαϊκάνους και το΄χει ρίξει στη ρέγκε!!! Άστα -δράμα η κατάστασή του, μέσα στη μαστούρα!

Kit Kat είπε...

Σε πρόσεξα, δεν σε πρόσεξα νομίζεις?? Σε λίγο θα μας πεις πως είμαστε και στραβόξυλα!!

Έπαθε τετοιο πράγμα?? Δεν έπρεπε να μου το πεις αυτό. Πολύ στεναχωρέθηκα... νομίζω πως μόλις έπαθα ψυχολογικό τραύμα!

The Motorcycle boy είπε...

Χαίρομαι όλως ιδιαιτέρως που είσαι τόσο προσεκτική -κι ας μην έχεις πληροφορηθεί τις περιπέτειες του Δικαστού. Για δες τον εδώ χωρίς την κάσκα:

http://www.youtube.com/watch?v=K5w8zV9Uoos

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι