Παρασκευή, Δεκεμβρίου 15, 2006

12. Ένα πολυάσχολο κάθαρμα

1. Στενά παπούτσια, σπασμένα κουμπιά
2. Ένα τσιγάρο υπόθεση
3. Ρόδες γυρίζουν στον αέρα
4. Συνθήκες βρασμού
5. Μαυρισμένες σελίδες, λιωμένα εξώφυλλα
6. "Δυο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό"
7. Τρεις ιστορίες για το μεσοδιάστημα
8. Κάποια τραγούδια γύρω από φτηνά ξενοδοχεία
9. Προετοιμασία μίσους
10. Άσπρος φόβος
11. "Όμως στο λέω -αυτή η νύχτα είναι κακιά"

Ακουμπάς στο τζάμι και χαζεύεις την κίνηση. Είναι χλιδή να κοιτάζεις τον κόσμο από τον έβδομο όροφο –μέχρι και το μποτιλιάρισμα στη λεωφόρο φαίνεται γραφικό. Απέναντι η θάλασσα, είχες, πάντα, ανάγκη να τη βλέπεις για να μη σε πιάνει η κλειστοφοβία σου. Τα κτίρια στο κέντρο της πόλης μοιάζουν με συγκρότημα φυλακών –κοιτάζεις απέναντι και το απέναντι σε κοιτάζει. Ανθρωπάκια που δουλεύουν προσπαθώντας να λουφάρουν ή διευθυντάδες που χουφτώνουν τις γραμματείς τους. Δεν τα μπορείς αυτά. Όχι το χούφτωμα, όχι τη δουλειά των άλλων –αν υπήρχε κάποιος σκοπός για τον οποίο ήρθες στη γη είναι αυτός –να χουφτώνεις και να δουλεύουν οι άλλοι για πάρτη σου. Όχι –το να σε βλέπουν δεν μπορείς. Θέλεις εσύ να κουμαντάρεις τις εμφανίσεις σου, σπάνιες, σημαντικές, σε περιβάλλον προκαθορισμένο. Από σένα.
Έχεις παρατήσει ένα σβησμένο πούρο στο αλαβάστρινο τασάκι του γραφείου. Τα σιχαίνεσαι τα πούρα, ποτέ δεν κατάφερες να τα καπνίσεις, άλλωστε, όπως και να ‘χει, ο γιατρός σου απαγόρευσε το κάπνισμα πριν έξη μήνες. «Στένωση αορτής» ή κάτι παρόμοιο. Μαλακίες των γιατρών –θα πας σε άλλον να σου προτείνει κάτι καλύτερο. Όμως το σβησμένο πούρο δίνει την κατάλληλη εικόνα στο γραφείο σου. Χλιδάτος και διακριτικός συνάμα.
Ποιος είσαι; Ένας διευθυντής μικρομεσαίας εταιρείας μεταφορών -τίποτα περισσότερο. Η εταιρεία δεν είναι στο όνομά σου, κυρίως γιατί δεν έχεις πλέον όνομα. Ο διευθύνων σύμβουλος είναι ένας κεφτές με καμένο μυαλό από την κόκα. Βιτρινάτος, ηλίθιος, πειθήνιος –μια χαρά παιδί. Και η εταιρεία δουλεύει ρολόι –βιτρίνα, εντάξει, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως θα τη φαλιρίσουμε κιόλας! Δυο ώρες τη μέρα σου τρώει να κανονίσεις τα πάντα και μετά απομονώνεσαι για τραβήξεις τα σκοινιά. Τεντώνεις εδώ και βαράει προσοχές ένας υπουργός. Λασκάρεις εκεί και αναπνέουν ανακουφισμένοι καμιά κατοστάρα άνθρωποι. Δεν το ξέρουν ότι εσύ τους κανονίζεις, δεν το ξέρουν πως ελέγχεις τις ζωές τους –δεν μπορούν να φανταστούν ότι υπάρχεις.
Γιατί στην πραγματικότητα, δεν υπάρχεις. Δεν έχεις όνομα και δεν έχεις υπόσταση. Δεν είσαι καταχωρημένος σε κανέναν φάκελο και ταυτόχρονα είσαι παντού. Όποιος σε ψάξει -θα βρει. Αλλά είναι τόσα πολλά αυτά που θα βρει και στο τέλος θα χάσει τον δρόμο. Γιατί εσύ φτιάχνεις τα πλακόστρωτα και τους λαβύρινθους, τα περβάζια και τα φώτα –εσύ έφτιαξες τον κόσμο σου και δεν υπάρχεις εκεί μέσα. Είσαι πάνω. Πέρα. Έξω. Παντού. Πουθενά. Ξεκολλάς από το παράθυρο και ψάχνεις τις τσέπες σου για τσιγάρο. Δεν έχεις φυσικά. Και γι΄ αυτό σηκώνεις το τηλέφωνο…
«Ελίνα, ετοιμάστηκαν τα εμβάσματα;»
«Όχι ακόμα κύριε Οικονόμου –δεν μου έχουν φέρει τίποτα από το λογιστήριο».
«Και τι περιμένουν δεσποινίς; Να κλείσουν οι τράπεζες;»
«… μα … είπαν …»
«Άκου Ελίνα –δεν με ενδιαφέρει τι είπαν. Πρέπει δηλαδή να κατέβω εγώ για να δουλέψουν; Όχι γιατί, αν είναι έτσι, δεν σε χρειάζομαι Ελίνα μου. Αν είναι να κάνω εγώ τη δουλειά σου δεν υπάρχει λόγος να πληρώνεσαι εσύ γι’ αυτό. Κατάλαβες;»
«Μάλιστα κύριε Οικονόμου».
«Ωραία –χαίρομαι».
Η πουτανίτσα θα κλείσει το τηλέφωνο τρέμοντας. Θα τσακιστεί αμέσως μετά να γκαζώσει το λογιστήριο –αλλά μάταια. Δεν είναι δυνατό να ετοιμαστούν τα εμβάσματα τόσο γρήγορα, αλλά η πουτανίτσα δεν το ξέρει. Θα την αφήσεις στην αγωνία μέχρι το απόγευμα και τότε θα δείξεις μεγαλοψυχία. Για να καταλάβει ότι σου χρωστάει. Και να στο ξεπληρώσει με κανένα πηδηματάκι σε σύντομο χρονικό διάστημα. Έτσι γυρίζει ο τροχός. Δεν έχεις τσιγάρα και πηδάς τη γραμματέα σου, δεν έχεις οικογένεια και φροντίζεις να χάσουν κι άλλοι τις δικές τους, νιώθεις βαρυστομαχιά και κάποιος χάνει τη βόλεψή του. Για να νιώσεις εσύ καλύτερα. Και η μαλακία είναι ότι νιώθεις!
Ξέρεις πολύ καλά το γιατί. Οι άνθρωποι χωρίζονται σε κυνηγούς και θηράματα. Κάποιοι στήνουν ξώβεργες, πυροβολάνε στο φτερό, καμακώνουν ότι σπαρταράει. Και κάποιοι άλλοι κάθονται για να πιαστούν. Να γίνουν τροφή για τα θηρία κι αυτή είναι η χρησιμότητά τους πάνω στη γη. Όμως, υπάρχεις κι εσύ. Ούτε κυνηγός που λειτουργεί από ανάγκη, ούτε θήραμα φυσικά. Εσύ περιμένεις πίσω από τις φυλλωσιές και καμακώνεις τον κυνηγό –παρέα με το θήραμα. Και το καλύτερο είναι πως δεν το κάνεις από ανάγκη. Το κάνεις γιατί γουστάρεις. Κι έτσι δεν πιάνεσαι στον τροχό, αλλά εσύ του δίνεις ώθηση να γυρνάει. Γιατί γουστάρεις.
Θα ήθελες τώρα ένα καλό μπουκάλι κρασί σε ρομαντική ατμόσφαιρα, παρέα με τίποτα γκομενάκια. Θα ήθελες ξεκούραση και κόσμο να περιμένει τις επιθυμίες σου. Έχει μεσημεριάσει, βαρέθηκες να δουλεύεις, αλλά δεν μπορείς να τα παρατήσεις. Είναι κάτι ραντεβού επείγοντα και κάποια τηλέφωνα που πρέπει να γίνουν, γιατί μερικοί κώλοι χρειάζονται σφίξιμο. Αναστενάζεις –κανείς δεν καταλαβαίνει τη φρίκη της βαρεμάρας -κι εσύ βαριέσαι. Αυτόματα κανονίζεις τις δουλειές σου –είσαι καλός σ’ αυτό, ψέματα, είσαι ο καλύτερος. Γιατί βγήκες από τα σκατά και ξαναμπήκες πολλές φορές, αλλά δεν λέρωσες τα καστόρινα παπούτσια σου.
Σηκώνεις το τηλέφωνο, ενεργοποιείς τη συσκευή με τα παράσιτα –δεν γουστάρεις να σε βγάλουν σε cd …
«Έλα Βασίλη, ο Αντρέας είμαι».
Ακούς τον κόμπο που ανεβαίνει στον λαιμό του άλλου κι ακούς την ανησυχία του.
«Ναι κύριε Αντρέα, περίμενα να με πάρετε».
«Πως πήγε;»
«Όλα καλά κύριε Αντρέα. Είμαστε κοντά του και περιμένουμε όπως μας είπατε. Πήγαν ξέρετε …»
«Ξέρω. Άκουσέ με τώρα. Σε περίπτωση που θελήσει να φύγει, δεν χρειάζεται να τον συνοδεύσετε. Απλά -ειδοποιείτε. Εσείς θα μείνετε εκεί να φροντίζετε τους υπόλοιπους. Κατανοητό;»
«Μάλιστα κύριε Αντρέα.»
«Τίποτα άλλο;»
«Ε … ναι… Οι … συνάδελφοι … στην Αθήνα … ξέρετε …»
«Τι πράγμα;»
«Δέχτηκαν κάποια επίθεση και …»
Σφίγγεις το ακουστικό νευρικά. Δεν πρέπει ν’ ακούγονται κάτι τέτοια –ακόμα και ανάμεσα στα παράσιτα.
«Δεν καταλαβαίνω τι μου λες. Αν έχεις προβλήματα δεν με ενδιαφέρει. Αν κάποιος συνάδελφός σου είναι άρρωστος, πες του να πάει στο γιατρό και δώστου 10 μέρες άδεια. 20 μέρες. Δώστου ένα χιλιάρικο και στείλτον σπίτι του στην τελική ανάλυση. Συνεννοηθήκαμε;»
Συνεννοηθήκατε. Η άλλη άκρη του σύρματος κατάλαβε πως θέλεις να βγάλει από την κυκλοφορία τους δυο μαλάκες που κάθισαν να φάνε ξύλο. Και θα το κάνει –το καλό που του θέλεις!
Ένα πουλί σκάει με τη μύτη στο τζάμι του παραθύρου σου. Τσαφ απότομο και τίποτα μετά. Γελάς με το ξάφνιασμά σου και με τα εξυπνοπούλια που κολλάνε στον αντικατοπτρισμό τους σπάζοντας τα μούτρα τους. Έτσι θα πέσουν στα χέρια σου, τυφλωμένοι και ξαφνιασμένοι. Ο ένας είναι μια χαρά εγκλωβισμένος, με τις ανάσες των δικών σου στον σβέρκο του. Ο άλλος, σέρνεται στα μπουρδελοξενοδοχεία με κουρελιασμένα νεύρα. Κι ο τρίτος προσπαθεί να περπατήσει στη λάσπη που εσύ τον έθαψες. Υπολογίζεις πως θα τους πάρει λίγο καιρό μέχρι να σε βρουν. Και θα χρειαστούν αρχίδια για να έρθουν –τα ‘χουν; Δεν τρέχει τίποτα –θα έρθουν έτσι κι αλλιώς, γιατί εσύ θα τους αναγκάσεις. Θολωμένους από την απόγνωση, εκνευρισμένους από τις ανοιχτές προκλήσεις, παγιδευμένους στις αναμνήσεις τους. Έτσι τους θέλεις. Έναν-έναν, χωρίς σταθερό περπάτημα. Και τότε θα τελειώσεις μαζί τους.
Ήταν μαλάκες από την αρχή. Ελιτίστες μαλάκες με απρόσιτο υφάκι –σαν κουνούπι σε κοίταζαν. «Ζήσε δίπλα μας, μόνο μην κάνεις φασαρία γιατί θα σε πατήσουμε», αυτό έλεγαν πίσω από τις κουβέντες τους. Και δεν έπρεπε να είναι έτσι –ειδικά εκείνες τις ώρες.
Από μικρό παιδί, μαθητής, μπήκες στην ΚΝΕ. Όλοι ήταν στην ΚΝΕ, τότε, όλοι οι «σωστοί» τουλάχιστον, και οι γκόμενες κρέμονταν από το στόμα τους –ήταν ζόρικα να είσαι στην ΚΝΕ εκείνες τις εποχές. Σε μια αφισοκόλληση σε τσίμπησαν οι μπάτσοι και σε πλάκωσαν στις σφαλιάρες. Έκλαιγες, έτρεμες, η μύξα σου ανεξέλεγκτη κι ο ασφαλίτης να κοροϊδεύει. «Μάζεψε τα σάλια σου ρε -που μου ήθελες να κολλάς αφίσες! Κωλόπαιδο! Είσαι κατά του κράτους; Είσαι κουμμουνιστής; Θέλεις να πηδήξεις την κόρη μου και να μου κόψεις το λαιμό με κονσερβοκούτι; Μίλα ρε Βούλγαρε!». Κάθε ερωτηματικό ερχόταν κολλητά με τη σφαλιάρα Τα θαυμαστικά συνοδεύονταν από μπουνιές –στο στέρνο για να μη μένουν σημάδια.
Σε παράτησαν στο παγωμένο γραφείο όταν βαρέθηκαν να σε ξεφτιλίζουν. Για ώρα πολλή. Έτρεμες, δεν μπορούσες να πάρεις αναπνοή και ήθελες να φύγεις. Να γλιτώσεις. Δεν υπήρχε λόγος να είσαι εκεί –δεν υπήρχε νόημα. Κόλλαγες αφίσες για να πουλήσεις μούρη στις γκόμενες –οι μπάτσοι δεν ήταν μέσα στο πρόγραμμα.
Ήρθε ένας καλός άνθρωπος, ψαρομάλλης, ευγενικός. Σου έδωσε νερό και το μαντήλι του, να σκουπίσεις τις μύξες. Σε είπε «παιδί μου» και ήσουνα έτοιμος να του φιλήσεις τα χέρια. Δεν ήθελες να σε βαρέσουν άλλο –δεν άντεχες τις απειλές. Δεν υπήρχε λόγος.
Ο ψαρομάλλης σου εξήγησε πως το ΚΚΕ είναι πλέον νόμιμο κόμμα, οπότε, η αστυνομία οφείλει να το προστατεύει εξίσου με τα άλλα κόμματα. Για το καλό της ευνομούμενης πολιτείας μας. Αλλά, λόγω των τόσων χρόνων παρανομίας, έχουν εισχωρήσει κακοποιά στοιχεία –ειδικά στην νεολαία του Κόμματος. «Αναρχικοί, τρομοκράτες, άτομα με αντεθνικές επιδιώξεις … κατάλαβες παιδί μου;» Καταλάβαινες σιγά –σιγά. Όχι αυτά που ήθελε, αλλά αυτά που έπρεπε.
Η κατήχηση συνεχίστηκε για πολύ ώρα, βρεθήκατε να πίνετε καφέ και να καπνίζετε με τον ψαρομάλλη. Σου έλεγε ονόματα –παιδιά γνωστά σου, που είχαν μπλέξει με την τρομοκρατία. Δεν τον πίστευες, αλλά δεν είχε καμιά σημασία. Ήθελες να συνεχίσει την κουβέντα, φοβόσουν μην ξαναεμφανιστούν οι άλλοι.
Σε ρώτησε αν είχες παρατηρήσει τίποτα αντεθνικές ενέργειες από μέλη της ΚΝΕ –δαγκώθηκες. Πήρε τον δισταγμό σου για άρνηση, σηκώθηκε –«κρίμα παιδί μου και σε είχα συμπαθήσει, αλλά μπορεί να έκανα λάθος, μπορεί κακώς να σου ανοίχτηκα» -κόντεψες να πέσεις στα γόνατα. Του έδωσες τα ονόματα όσων δεν γούσταρες, του Αποστόλη που έπαιζε καλό μπάσκετ κι έριχνε τις γκόμενες άνετα, του Μιχάλη που σε είχε φλομώσει στη θεωρία, του Νάσου –έτσι, για να το κάνεις πιο εντυπωσιακό. Ξανακάθισε ο ψαρομάλλης, χαμογέλασε και σε χτύπησε στον ώμο. «Μπράβο παιδί μου, τους ξέραμε ήδη αυτούς και χαίρομαι που μου μίλησες. Έτσι αποδεικνύεις πως είσαι χρήσιμος πολίτης και πως, όντως αγωνίζεσαι για ένα καλύτερο αύριο. Δεν έχει σημασία που διαφωνούμε, παιδί μου, εσείς με τον τρόπο σας –εμείς με τον δικό μας. Το θέμα είναι να έχουμε δημοκρατία και ελευθερία –δεν συμφωνείς; Γι΄ αυτό, θέλω να σου προτείνω να γίνεις χρήσιμος και για το Κόμμα σου και για τη χώρα. Αλλά πάνω απ΄ όλα για τον εαυτό σου. Θέλεις παιδί μου;» Μαλάκας ήσουνα; Και βέβαια ήθελες! Να τους πληροφορείς τι γινόταν στις συναντήσεις της ΚΟΒας, να τους δίνεις στοιχεία –ποιος είναι ποιος –να τους ενημερώνεις για ότι αποφασιζόταν. Αυτά. Θα έπαιρνες κι ένα μικρό χαρτζιλίκι, μαλακίες, αλλά τουλάχιστον δεν θα σε ξαναμάγκωναν. Δεν θα σε ξαναχτυπούσαν, δε σε ξεφτίλιζαν. Και στην τελική ανάλυση –τρίχες κατσαρές ήταν οι πληροφορίες που ζητούσαν. Όλο κουβέντες ήταν οι σύντροφοι και μεγάλες δηλώσεις –όταν έφτανε η ώρα της πράξης έκαναν τα παγώνια. Κι οι μπάτσοι νόμιζαν πως έχουν να κάνουν με τίποτα επικίνδυνους –ας πίστευαν ότι ήθελαν! Εσύ έβγαζες ζουμί κι από τις δυο πλευρές -τότε ήταν που αποφάσισες να έχεις τις πλάτες σου καλυμμένες. «Βρέξει, χιονίσει ο Σπύρος θα γαμήσει», έλεγες. Κι έκανες.
Στο Κόμμα ανέβαινες γρήγορα. Είχες μια γκομενίτσα, όχι πολύ όμορφη αλλά με άκρες στα μεγαλοστελέχη –προβληματικιά και χρήσιμη μόνο για δημόσιες εμφανίσεις. Έγινες καθοδηγητής –μπόλικος κόσμος κρεμόταν από τ’ αρχίδια σου. Και το νταραβέρι με τη μπατσαρία –αμείωτο. Αυτό σ΄ έφαγε.
Σε κάλεσαν μια μέρα στο Τμήμα, όχι ο ψαρομάλλης –αυτόν είχες καιρό να τον δεις. Ήταν ένας άλλος, περίεργος, καλοντυμένος και παγερός. Σε κοίταζε σαν κομμάτι κρέας στο τσιγκέλι που παζάρευε να το αγοράσει. Φοβήθηκες -όπως παλιά. Και νευρίασες. Δεν είχες κανένα λόγο να τρέμεις –όλα δούλευαν ρολόι! «Να φύγεις από την ΚΝΕ. Να διαγραφείς και να μπεις στις συσπειρώσεις» πρότεινε ο παγερός τύπος. Δεν πρότεινε δηλαδή –απαίτησε. Γιατί; Μια χαρά ήταν στην ΚΝΕ κι ανέβαινες στην ιεραρχία. Αλλά οι μπάτσοι δεν ήταν πλέον, τόσο πολύ μαλάκες. Τι να τους κάνουν τους χαφιέδες στα νόμιμα κόμματα; Τους εξωκοινοβουλετικούς –αυτούς είχαν βάλει στο μάτι.
Είπες «χαφιές»; Λάθος, εσύ δεν ήσουν χαφιές. Δεν είχες καμιά σχέση με τα κακομοίρικα ανθρωπάκια που έβλεπες στις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες. Εσύ ήσουν μόνος σου –λύκος από τότε –και πάλευες να τη βγάλεις καθαρή. Μπάτσοι, αριστεριστές και κομματικοί –σκαλοπάτια να πατήσεις για να προχωρήσεις. Χαφιές είναι ο κακομοίρης που γλύφει το κόκαλο, εσύ σκόπευες να φας το χέρι από το μπράτσο. Σου κακοφάνηκε ν΄αφήσεις τη βολή σου στο Κόμμα, αλλά ο κρύος είχε δίκιο. Τι άλλο μπορούσες να κάνεις; Θα βάλτωνες εκεί μέσα, δεν άξιζε τον κόπο. Δεν υπήρχε προοπτική, άντε να γινόσουν πολιτευτής, να φιλάς ξεδοντιάρηδες γέρους και ιδρωμένους εργάτες για ένα έδρανο. Δέχτηκες την πρόταση παζαρεύοντας την αμοιβή σου.
Οι Συσπειρώσεις ήταν γεμάτες αγριανθρώπους. Αχτένιστους, αγενείς και υπερφίαλους. Με χαρά θα τους έδινες στους μπάτσους, φορτώνοντάς τους ακόμα και τη Μικρασιατική καταστροφή. Κι έτσι έκανες δηλαδή -μεθοδικά, ήσυχα. Έλα όμως που τα κωλόπαιδα δεν εμπιστεύονταν ούτε τη σκιά τους! Με τα νερά τους πήγες, υπερθεμάτισες σε κάθε επιθετική τους ενέργεια –μέχρι που, στο τέλος τίναξες στον αέρα κάποιο κωλάμαξο. Εντάξει, όχι μόνος σου. Δεν ήσουνα κανένας ηλίθιος να σακατευτείς για μαλακίες –ένας πυροτεχνουργός μπασκίνας έκανε τη δουλειά, εσύ απλά βρισκόσουν δίπλα. Κάποια παπαριά είχαν κάνει, ως συνήθως, οι Αμερικάνοι –κάποια εισβολή σε ξένη χώρα, μια γενοκτονία –τίναξες στον αέρα το διπλωματικό Audi, εξακόσια μέτρα από την πρεσβεία. Μετά πήγες στη συνάντηση με τους συντρόφους, φορώντας ακόμα τη μυρωδιά της πυρίτιδας στα γένια. Τζίφος!
Οι σύντροφοι σου έβαλαν χοντρό χέρι –«με κανέναν δεν συνεννοήθηκες, αυτές είναι καιροσκοπικές πράξεις και άντε πλύσου γιατί βρωμάς θειάφι». Κινήθηκε διαδικασία διαγραφής σου –με συνοπτικές διαδικασίες σε πέταξαν σαν τη μύγα από το γαλακτομπούρεκο. Πέρασες από την Ασφάλεια να ενημερώσεις, αλλά κάποιου το μάτι σε πήρε να μπαίνεις. «Δεν σου έχουν ακόμα εμπιστοσύνη», είπε ένας λιγδιάρης μπάτσος –«αυτός είναι καρφωμένος μέχρι τα μπούνια», βγήκε η βρώμα στους κύκλους των αριστεριστών. Σε βλέπανε στο δρόμο κι αλλάζαν πεζοδρόμιο, τους χαιρετούσες και κάνανε τους βιαστικούς. Τζάμπα η δουλειά που έκανες για να μπεις, τζάμπα και το Audi –δεν σου το χαρίζανε καλύτερα; Που κυκλοφορούσες με λεωφορείο και σ’ έτρωγε το στρίμωγμα!
Αδρανοποιήθηκες. Καλύτερα να σε στέλνανε ζητιάνο στο λιμάνι παρά αυτό –οι ασφαλίτες συμπλήρωναν επείγουσες αναφορές όταν περνούσες να τους μιλήσεις, «εξετάζουμε την περίπτωσή σου, θα σε ειδοποιήσουμε σύντομα για ότι καινούργιο προκύψει». Δεν τους πίστευες –άδειο περιτύλιγμα που το κλωτσάνε οι περαστικοί, μέχρι κάποιος να φιλοτιμηθεί και να σε ρίξει στον σκουπιδοτενεκέ.
Από μικρό παιδί, μαθητής ήσουνα στην ΚΝΕ. Άλλοι παίζανε τη μουσική κι εσύ προσπαθούσες να χορέψεις στο ρυθμό τους. Άλλοι παίζανε τη μουσική κι εσύ ανακάλυψες τον δικό σου χορό. Και λέγανε «δικός μας είναι» οι μπάτσοι και οι σύντροφοι, αλλά κανενός δεν ήσουνα. Μέχρι που ξαφνικά σταμάτησε η μουσική, βρέθηκες με το πόδι στον αέρα –αμήχανος.
Φίλους, σοβαρούς, ποτέ δεν έκανες και οι γυναίκες ήθελαν μονάχα να σκεπαστούν, κάτω από τη δύναμή σου. Έτσι έμεινες ρέστος και μόνος. Είχες τελειώσει τα ΤΕΙ με την κομματική σου ταυτότητα –στρώθηκες να διαβάζεις, δεν υπήρχε και τίποτα καλύτερο να κάνεις. Αναγκάστηκες να δουλεύεις παράλληλα –μεροκάματα στη Λαχαναγορά, ξοδεμένα σε ερειπωμένες πουτάνες -δεν ήταν αυτά για σένα. Πέρασες στην Πάντειο με κατατακτήριες κι έστησες τη δουλειά από μόνος σου. Περισσότερο σαν χόμπυ –και από ανάγκη να είσαι μέσα στα πράγματα. Βρήκες μια καινούργια Κίνηση -χώθηκες μέχρι τα μπούνια. Ή τουλάχιστον το πάλεψες. Γιατί ήταν εκείνοι οι ελιτίστες μαλάκες με το απρόσιτο υφάκι. Και δεν έπρεπε να είναι έτσι –ειδικά εκείνες τις ώρες, που χρειαζόσουν κάπου να πατήσεις.
Πνίγεσαι που τους θυμήθηκες, ξεσφίγγεις τον κόμπο από τη γραβάτα –οι γαμημένοι! Πρέπει να φύγεις από εδώ μέσα γιατί οι τοίχοι βγάλανε στόματα και σου γελάνε –«δείξε μας πόσο μάγκας είσαι! έλα ρε να σε δούμε –τι περιμένεις;» Τρεις εναντίον ενός, τα μουνόπανα, αλλά τώρα είναι ο καθένας μόνος του. Αυτό ήθελες.
Η γραμματέας πετάγεται στο απότομο άνοιγμα της πόρτας σου …
«Ελίνα φεύγω, κανόνισε τα ραντεβού μου».
Τι να κανονίσει η κοπέλα; Αφού δεν ξέρει τίποτα για τις δουλειές σου, ακόμα και αυτοί που θα συναντήσεις είναι γραμμένοι με κωδικούς. Εκπρ. Δ.Ε., Δ.Σ. Τ/Ε, τέτοια πράγματα –μεσάνυχτα στην ατζέντα του γραφείου της.
«Δηλαδή … να τα ακυρώσω; Επειδή δεν έχω τηλέφωνα …»
Γέρνεις προς το μέρος της, σχεδόν ακουμπάει το στόμα σου στο μάγουλό της …
«Θα τα καταφέρεις εσύ –μην ανησυχείς. Και κανόνισε, σύντομα, να πιούμε εκείνο το ποτάκι που λέγαμε, για να μιλήσουμε λίγο πιο άνετα οι δυο μας. Σχετικά με την εταιρεία –ναι;»
Δεν λέγατε για κανένα ποτάκι –τώρα της το ξεφούρνισες. Και την αφήνεις να ψήνεται στον ανθρωποστεγή φούρνο σου. Φτάνει αυτό για να σου φτιάξει τη διάθεση –θα τραγούδαγες κιόλας, κατεβαίνοντας με το ασανσέρ –αλλά είσαι φάλτσος και το ξέρεις. Άσε που απεχθάνεσαι οποιαδήποτε άλλη μουσική εκτός από τη δική σου –πλέον. Κι αυτή δεν θα σταματήσει ποτέ –το έχεις φροντίσει άλλωστε -γιατί σε πλακώνει η σιωπή. Κατεβαίνοντας ειδοποιείς τα παιδιά να ετοιμαστούν.
Παίρνεις το τζιπ από το υπόγειο πάρκινγκ και κοιτάς αλλού για να μη χαιρετήσεις αυτή την κατσαρίδα που έχουν βάλει να φυλάει τα αυτοκίνητα. Σου αρέσει να σκουπίζεις τα παπούτσια σου στις δουλικές τους φάτσες, αλλά σιχαίνεσαι να τις βλέπεις.
Στο δρόμο, τα παιδιά είναι ήδη έτοιμα. Έχουν αφήσει μισούς τους φραπέδες στην καφετέρια, το βόδι στο δεξί κάθισμα μασουλάει μια τυρόπιττα. Η προστασία σου. Να σε έχουν από κοντά και να φαίνονται όσο πρέπει. Τους ξεχνάς αμέσως.
Ένα χέρι στο τιμόνι, το άλλο θα είχε τσιγάρο, αλλά ας όψεται ο καργιόλης ο γιατρός –χαζεύεις τους ψωραλέους φοίνικες στην παραλιακή. Κατευθύνεσαι προς το κέντρο, γιατί θέλεις να ακούσεις τα νέα από το στόμα της. Αν δεν δεις, δεν μπορείς να σιγουρευτείς και είσαι καλός στο να ψαρεύεις τους ανθρώπους. Πιάνεις τις συσπάσεις στα χείλια τους, το νευρικό παίξιμο των δαχτύλων, τα μάτια που ψάχνουν να ξεφύγουν από το βλέμμα σου. Μυρίζεσαι περισσότερο -παρά ακούς. Γιατί ο φόβος μυρίζει ερεθιστικό ιδρώτα και η ανασφάλεια αναπνεύει στις παύσεις σου.
Χτυπάει το κινητό –σιχαίνεσαι να σου τηλεφωνούν όταν δεν το περιμένεις. Κοιτάζεις στο καντράν –απόκρυψη αριθμού, απορρίπτεις την κλήση νευρικά. Τι σκατά, δεν πρόκειται να μιλήσεις σε κανέναν γαμημένο που τολμάει να σε παίρνει από απόκρυψη! Για την ακρίβεια, σπάνια μιλάς ακόμα και σε άτομα που δεν είναι καταχωρημένα στον τηλεφωνικό σου κατάλογο –δεν μπορείς στο άγνωστο, απροετοίμαστος. Το τηλέφωνο ξαναχτυπάει –απόκρυψη. Τραβάς μια γροθιά στο καντράν βλαστημώντας, «ποιος πούστης μου κάνει πλάκα;» Έχεις φτάσει κοντά στο κέντρο, όταν ξαναχτυπάει για τρίτη φορά το κινητό. Κι έχεις φτάσει στα όριά σου –θα το σηκώσεις και τότε -ας ψάξει να κρυφτεί ο αλήτης …
«Ποιος;»
«Γεια σου Σπύρο»
Κρύος ιδρώτας και μάτια διάπλατα ανοιχτά. Φρενάρεις για να μην κολλήσεις στον μπροστινό σου.
«Ποιος είναι;»
«Θα πεθάνεις»
«Ποιος είσαι;»
«Θα πεθάνεις Σπύρο. Στο χέρι σου είναι να διαλέξεις τον τρόπο.»
«Δε σε καταλαβαίνω…»
«Αν διανοηθείς να ακουμπήσεις κάποιον από τους δικούς μας θα πεθάνεις παρακαλώντας Σπύρο»
«Άκου να …»
«Θα τα ξαναπούμε σύντομα Σπύρο».
Κοιτάζεις το βουβό κινητό λες και περιμένεις να εξαφανιστεί. Έτσι δεν γίνεται στα όνειρά σου; Σε στριμώχνουν και, όταν πάνε να απλώσουν χέρι πάνω σου –ξυπνάς. Ιδρωμένος, όπως τώρα, ξυπνάς. Αλλά το κινητό είναι εκεί, στην παλάμη σου. Κοιτάζεις στον μπροστινό καθρέφτη –τα παιδιά είναι κολλημένα πίσω σου –και ηρεμείς. «Έλα ρε κερατά αν σου βαστάει!» Γκαζώνεις νευρικά και κολλάς στο τιμόνι από το ακαριαίο φρενάρισμα. Κορνάρεις, «κουνήσου ρε ζώο!» Που να πάει; Ο δρόμος είναι μποτιλιαρισμένος κι εσύ παγιδευμένος ανάμεσά τους. Μια μοτοσικλέτα γλύφει τον δεξί σου καθρέφτη, σκύβεις φοβισμένα –αυτός είναι! Η μοτοσικλέτα περνάει ανάμεσα στα αυτοκίνητα, τη βλέπεις να χάνεται στο βάθος. Αυτός –δεν είναι.
Δεν θα σε πλησιάσουν, δεν θα σε φτάσουν πριν εσύ τους επιτρέψεις. Αλλά η Αθήνα είναι μπουρδέλο, από χίλιες μεριές μπορείς να βρεθείς ακάλυπτος. Τι θα κάνεις; Σκέψου!
Χάνεις την πολυκατοικία και αναγκάζεσαι να κάνεις κύκλους, τα παιδιά κουνάνε απορημένα κεφάλια στους καθρέφτες σου –πρέπει να τους κόψεις κι άλλο τον αέρα. Στον δεύτερο κύκλο εντοπίζεις το κτίριο αλλά δεν υπάρχει χώρος για παρκάρισμα. Παρατάς το τζιπ στη μέση του δρόμου, βγαίνεις έξω –κάνεις νόημα στα παιδιά …
«Βολέψτε το κάπου και περιμένετε –μη χέσω!»
Κολλάς το δάχτυλο στο κουδούνι της και σε πιάνει ένα ξεγυρισμένο σφίξιμο στο στήθος. Λαχανιάζεις, κιτρινίζεις –δεν είσαι καλά. Για λίγο –μετά νιώθεις εντάξει. Σχεδόν εντάξει.
«Ποιος είναι;»
«Εγώ, άνοιξε».
«Εεεε … δεν είμαι μόνη».
«Διώξτον κι άνοιξε. Αμέσως».
Περιμένεις στην πόρτα κουνώντας το πόδι σου. Τα παιδιά πάρκαραν στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Τους κάνεις νόημα –όλα καλά –χαμογελούν, ανάβουν τσιγάρο. Η πόρτα ανοίγει, περιμένεις το ασανσέρ –από μέσα του πετάγεται ένας αλαφιασμένος φαλακρός. Τον κοιτάζεις έντονα για να πάρεις δύναμη. Αποφεύγει το βλέμμα σου και σκοντάφτει στα σκαλιά της εισόδου. Γελάς.
Σε περιμένει στην πόρτα, φορώντας πιτζάμες.
«Τι σ’ έπιασε και ήρθες έτσι; Μου διώχνεις τους πελάτες», τινάζει τα μαλλιά της νευρικά και ψάχνει για τσιγάρο.
«Κάποτε οι πουτάνες φοράγανε κομπινεζόν. Τώρα είναι της μόδα οι πιτζάμες ή ο φαλάκρας ήταν βιτσιόζος;» χαζεύεις το δέρμα της, ανάμεσα στα κουμπιά.
Κάθεται κοιτάζοντας το ρολόι του τοίχου. Κάθεσαι απέναντί της.
«Τι θέλεις;»
«Να μου πεις τι έγινε».
Ξεφυσάει και αφήνει το τσιγάρο στο τασάκι. Σκέφτεται.
«Είναι αλλιώτικος. Απρόβλεπτος.»
«Άσε τα συμπεράσματα σε μένα. Πες μου μόνο τα γεγονότα».
Σου λέει. Για τη συνάντηση, τη βόλτα, το καμένο τζιπ. Σου λέει ότι φοβήθηκε γιατί δεν μπορούσε να υπολογίσει τις αντιδράσεις του. Την τρομάζουν οι σαλεμένοι κι αυτός δεν είναι καθόλου καλά. Μοιάζει απελπισμένος και επικίνδυνος.
«Άσε τα συμπεράσματα στο ξανάπα. Τι άλλο έγινε;»
Τίποτα. Τον παράτησε τρομαγμένη, έξαλλη. Δεν πήρε τα λεφτά του, το ‘βαλε στα πόδια γιατί δεν άντεχε άλλο μαζί του. Ξεχνάει το τσιγάρο στο τασάκι –ανάβει άλλο.
«Πολύ καπνίζεις»
Γελάει σπαστικά.
«Θα ξαναπάς»
«Με τίποτα! Ο άνθρωπος είναι ψυχοπαθής!»
«Θα ξαναπάς»
Κοιτάζεστε. Την ξέρεις 10 χρόνια τη Μελίνα, από τότε που άρχισες να μαζεύεις τα κομμάτια του παρελθόντος τους. Ειδικά τις γυναίκες –αυτές έπρεπε, με κάθε τρόπο, να τις πηδήξεις. Η Μελίνα ήταν εύκολη δουλειά, ήδη έκανε βίζιτες. Σε βόλευε και σου άρεσε. Όλες εκείνες που μάζεψες πίσω τους –σου άρεσαν. Γαμούσες το παρελθόν τους για να φτάσεις κοντά τους, στο παρόν. Άνθρωποι γνώρισαν τη δυστυχία γιατί απλά τους είχαν αγγίξει, κάποτε, αυτοί. Απολύσεις, καρφωμένες δουλειές που τέλειωναν άσχημα αν κι έμοιαζαν με ξελάσπωμα στην αρχή, βιτρινάνθρωποι που θρυμματίζονταν την κατάλληλη στιγμή. Όλα δικά σου, τηλεκατευθυνόμενα.
Και μετά, έριξες από δίπλα τα σφουγγάρια. Ο Αποστόλης, ο Χρηστάρας, η Μελίνα –δικοί σου άνθρωποι που τους πέτυχες στην ανάγκη. Κανένας δεν τους ήξερε, εσύ τους προσέλαβες και μ’ εσένα μόνο μιλούσαν. Απευθείας. Δικοί σου, όσο δεν έπαιρνε άλλο. Δικοί σου με καλοπληρωμένο κίνητρο γιατί εσύ κρατούσες το μέλλον τους στα χέρια σου. Ο Αποστόλης θα έβγαζε μια έδρα στο Πανεπιστήμιο Θράκης, ο Χρηστάρας θα παντρευόταν την καλή του –μια εθιστική Ισπανίδα που είχες φέρει από κάποιο ταξίδι σου και η Μελίνα … Αυτή θα άλλαζε υπόσταση, θα ξαναγεννιόταν όταν αποφάσιζε να φύγει από το επάγγελμα. Αλλά όχι ακόμα –κανείς τους δεν είχε στα χέρια του τίποτα περισσότερο από στιβαρές επιβεβαιώσεις. Έβλεπαν το φαγητό, πίσω από τα τζάμια του εστιατορίου –έτρεχαν τα σάλια τους κι έτρεχαν για σένα.
«Γιατί το κάνεις αυτό; Στο ξενοδοχείο είναι –απομονωμένος. Γιατί δεν πας εκεί με τους δικούς σου να τον ξεμπερδεύετε;» ήταν η λογική απορία της.
«Γιατί δεν είμαι μαλάκας, γι΄ αυτό. Άσε που δε γουστάρω τις ερωτήσεις».
Δεν μαζεύτηκε. Η Μελίνα είχε μάθει να ελέγχει τον φόβο της, ακόμα και μπροστά σου. Γι΄ αυτό σε έφτιαχνε ακόμα και τώρα. Να σπας τις αντιστάσεις της, να τη λυγίζεις –αυτό δεν χορταίνεται.
Να ξεμπερδέψεις; Ηλίθια που είναι –έχεις ήδη ξεμπερδέψει! Από τη στιγμή που έβαλες τον τροχό σε κίνηση, είσαι αραγμένος δίπλα και χαζεύεις. Πρώτα την κατάρρευσή τους και τώρα την εξαφάνισή τους. Αλλά όχι εύκολα. Η πιάτσα έχει βρωμίσει από πεινάλες που σκοτώνουν για ένα ζευγάρι παπούτσια, αλλά όχι έτσι εύκολα. Θέλεις να δεις το τέλος και πρέπει να νιώσουν αυτά που εσύ πέρασες. Φρίκη, εξευτελισμός, παραίτηση. Και κάτι ακόμα. Πρέπει να μετανιώσουν για ότι σου έκαναν. Να σου ζητήσουν συγνώμη να παρακαλέσουν τον οίκτο σου. Και ο οίκτος σου θα είναι το δικό τους τέλος.
«Θα πας σ’ αυτόν τρομαγμένη. Πανικόβλητη και απροστάτευτη. Θα κολλήσεις δίπλα του μέχρι να σου δώσω σήμα. Θα ζεις γι’ αυτόν και από αυτόν. Θα τον αγαπάς και θα του αρπάζεις όλη την προσοχή. Κατάλαβες;»
Η Μελίνα σκύβει το κεφάλι και υπολογίζει. Ξέρεις ότι κατά βάθος τον γουστάρει. Γι΄ αυτό άλλωστε την πλησίασες. Ξέρεις πως το πούλημά της θα τους διαλύσει και τους δύο. Γι΄αυτό το κάνεις άλλωστε. Όταν τελειώσουν οι τρεις μαλάκες θα κατασταφούν και τα πιόνια σου. Είναι η μοίρα όσων αυτοί άγγιξαν –θυμάσαι;
Σηκώνεσαι κι αυτή δεν μιλάει. Υπολογίζει, σχεδιάζει.
«Θα έχεις καψίματα».
«Τι;» η Μελίνα μπερδεύεται.
«Καψίματα. Από τσιγάρο. Θα τα κάνεις μόνη σου ή να φωνάξω τα παιδιά;»
«Ε, όχι δα …»
«Προτιμάς τίποτα χαρακιές στη φάτσα;»
Η Μελίνα κατεβάζει το κεφάλι. Άλλη ζωή, άλλη ταυτότητα, ένα σπίτι σε νησί κι ο τραπεζικός λογαριασμός κλειστός –να ζει από τους τόκους. Ανάβει τσιγάρο.
Ο αέρας μυρίζει καμένο δέρμα, της έρχεται αναγούλα αλλά δεν μιλάει. Δεν υπάρχει και λόγος -είναι σημάδια που δεν μένουν αυτά –ή μάλλον, είναι σημάδια που δεν επηρεάζουν. Σε κοιτάζει μετά από κάθε άγγιγμα της κάφτρας –τρεις είναι αρκετές. Μια για τον καθένα τους –κάνεις νόημα –φτάνει.
«Ήμουν μπροστά όταν έγινε αυτό –συνεννοηθήκαμε; Θα τον πορώσεις -κοίτα να εκμεταλλευτείς τον πόνο σου. Σε απείλησα και σε φόβισα –τα υπόλοιπα βρες τα μόνη σου. Έχω εμπιστοσύνη».
Την φιλάς στο μάγουλο –καίει και βιάζεται να βάλει κρέμα στις πληγές.
«Μην βιαστείς».
Έχει ήδη γυρίσει την πλάτη -κλείνεις την πόρτα πίσω σου. Ελπίζεις να τα καταφέρει. Γιατί, πρώτον εκείνον περιμένεις και πρέπει εκείνος να φέρει τους υπόλοιπους κοντά σου. Συγκοινωνούντα δοχεία. Ένας –ένας θα αδειάζουν μέχρι να μην υπάρχουν πια.
Ανεβαίνεις στο τζιπ κι επιταχύνεις χωρίς να ασχοληθείς με τα παιδιά, πίσω σου. Πήρε να σκοτεινιάζει –τέτοια ώρα συνήθως πας για φαγητό, κάπου ήρεμα, πριν βγεις για διασκέδαση. Αλλά όχι σήμερα. Είσαι κουρασμένος, εξαντλημένος κι αυτό είναι περίεργο γιατί ήταν μια συνηθισμένη μέρα. Σχεδόν δηλαδή. Γιατί δεν σου λένε κάθε μέρα ότι θα πεθάνεις. «Σιγά, με τρομάξατε ρε!», «θα πεθάνεις Σπύρο», στρίβεις απότομα το τιμόνι και σταματάς έξω από μια κάβα. Εξαντλημένος αλλά διψασμένος –θέλεις να λιώσεις στον ύπνο, να χαθείς για πολλές ώρες.
Ένα μπουκάλι μαλτ, ότι πρέπει για να μουλιάσεις κάτι μικροσκοπικούς φόβους που χοροπηδάνε στα νεφρά σου. Ξαφνικά βιάζεσαι πολύ να κλειστείς στο σπίτι σου. Ασφαλής. Οδηγείς γρήγορα –σοβαρέψου, δεν σε κυνηγάει κανείς!
Στην είσοδο της πολυκατοικίας σου πέφτεις επάνω στον τραπεζικό του δευτέρου ορόφου.
«Καλησπέρα Αντρέα μου. Πως και τόσο νωρίς σήμερα;»
«Έπηξα στη δουλειά Μιχάλη μου. Νομίζω πως χρειάζομαι πάνω από 12 ώρες ύπνο».
«Τι τραβάτε κι εσείς ρε παιδί μου!» κάνει να φύγει αλλά κάτι θυμάται, «ήθελα να σου πω για τον κήπο. Χάλια έχει γίνει, πρέπει να φέρνουμε πιο συχνά κηπουρό».
«Σαφέστατα Μιχάλη μου. Κανονίστε το και εγώ μαζί σας. Δε λέει να μη βλέπουμε ούτε ένα λουλούδι από τα μπαλκόνια μας. Αρκετή ξεραΐλα τρώμε στην Αθήνα», αρπάζεις το ασανσέρ γιατί είσαι στα όρια να του κοπανήσεις σφαλιάρα. Χέστηκες για τον κήπο –θέλεις να πας σπίτι σου!
Τα παιδιά ανεβαίνουν ήδη από τις σκάλες, προλαβαίνεις να πιάσεις το βλέμμα καχυποψίας του τραπεζικού. Αταίριαστοι είναι στην πολυκατοικία, το ξέρεις, αλλά δεν πειράζει. Από πουθενά δεν συνδέονται μαζί σου. Έχουν το διπλανό διαμέρισμα, το δυάρι, γιατί πρέπει να ελέγχεις όλο τον όροφο και μετακινούν το διαχωριστικό στο μπαλκόνι πριν πεις «τσακιστείτε». Είναι θέμα ασφάλειας.
Ξεκλειδώνουν την πόρτα τους …
«Θα μας χρειαστείτε άλλο κύριε Αντρέα;»
«Όχι, δεν θα βγω. Αλλά να μείνετε μέσα, μην την κοπανήσετε και σας ψάχνω».
«Βέβαια κύριε Αντρέα, βέβαια».
Το σπίτι σου, μυρίζει σκοτάδι. Η μαλακισμένη η καθαρίστρια προφανώς έκλεισε τα φώτα κι ας της έχεις πει να τ’ αφήνει, στο σαλόνι, ανοιχτά. Ηλίθια από το κοπάδι ηλιθίων που σε γυροφέρνει. Πρέπει να τους πλακώσεις στις κλωτσιές για να καταλάβουν ακόμα και τα πιο απλά πράγματα. Ζώα που έμαθαν να περπατάνε με τα δύο.
Βγάζεις τα χάπια από τη μέσα τσέπη του σακακιού σου και τα ακουμπάς δίπλα στο κρεβάτι. Γδύνεσαι, δεν έχεις όρεξη ούτε μπάνιο να κάνεις. Αύριο το πρωί, αύριο το μεσημέρι –όποτε ξυπνήσεις γενικά. Τώρα θέλεις να χαθείς σε λήθαργο, το έχεις ανάγκη γιατί λειτουργείς ανεξέλεγκτα. Κάθεσαι στο κρεβάτι κι ανοίγεις το κούμπωμα του πλαστικού, αριστερού ποδιού σου. Μην ξεχάσεις να φορτίσεις τη μπαταρία, δεν θέλει και πολύ να μείνει –νεκρό κομμάτι στην προέκταση του γονάτου σου, χαλασμένο εργαλείο να το σέρνεις. Βγάζεις την κάλτσα από το μηχανικό πόδι και μένεις να κοιτάζεις –«το θυμάστε μαλάκες;»
Στο κρεβάτι, πίνεις με κλειστά μάτια. Στην αρχή από το ποτήρι, καταπίνεις χάπια με μεγάλες γουλιές, μετά από το μπουκάλι, καυτό στο λαιμό –συσπάσεις πριν χαλαρώσεις. Από τη μεσοτοιχία ακούς τα παιδιά να γελάνε μπροστά στην τηλεόραση –δεν έχεις όρεξη ν΄ ανοίξεις τη δικιά σου, θέλεις να σβήνουν οι ήχοι κι εσύ ν΄ απομακρύνεσαι. Γέρνεις το κεφάλι, πονάς, θέλεις τσιγάρο. Καργιόλη γιατρέ!
Παλιά δεν μπορούσες να πίνεις μόνος –το ποτό σε αηδίαζε και χρειαζόσουν παρέα για να το παραβλέψεις. Θυμάσαι εκείνον το χοντρό μαλάκα που έκλεβε μπουκάλια από το σπίτι των γονιών του; Πιτσιρικάδες ήσασταν, Γυμνάσιο, κι έφερνε το μπουκάλι χωμένο στην τσάντα. Έκανες μπροστά του εμετό, αλλά δεν σε κορόιδεψε γιατί είχε τα δικά του προβλήματα. Είχαν φανεί κάποιοι μάγκες και καλόβλεπαν το μπουκάλι –«τι έχεις εκεί χοντρέ; δώστο σε μας να μην πάει χαμένο». Του τράβηξαν δυο σφαλιάρες και το άρπαξαν ενώ εσύ στεκόσουν μπροστά από τους εμετούς –εκείνοι οι συμμαθητές δεν έπρεπε να σε πάρουν χαμπάρι. Όμως ο χοντρός νευρίασε κι έπεσε πάνω τους –να ξαναπάρει το μπουκάλι. Ξαφνιάστηκαν ο άλλοι, έσπρωξαν, αλλά ο χοντρός ήταν επίμονος. Δεν έλεγε να ξεκολλήσει, κάποιος τον τράβαγε από πίσω, κάποιος τον κλώτσαγε, αλλά ο χοντρός με δάχτυλα-τανάλιες, γαντζωμένος στο λάφυρό του. «Τι κοιτάς ρε βλάκα; δεν έρχεσαι να βοηθήσεις μήπως και ξεκολλήσει ο βεντούζας;» σου είχε φωνάξει ένας από τους μάγκες. Πλεύρισες τον χοντρό, μουλωχτά και τον χαστούκισες πάνω στα μάτια. Εκείνος τσίριξε πριν σωριαστεί στο έδαφος γεμάτος δάκρυα. «Σωστοοοοός!» μούγκρισαν οι άλλοι και τράβηξαν κάτι ξεγυρισμένες κλωτσιές στον πεσμένο χοντρό. Εσένα σε πήραν μαζί τους να μοιραστείτε το ποτό –«τι βρωμάει; ποιος ξέρασε;», ρώταγαν φεύγοντας. «Ο μαλάκας ο κωλόχοντρος», του είπες και δε γύρισες στιγμή να κοιτάξεις το πεσμένο παιδί. Ο χοντρός ήταν φίλος σου και είχε κάνει το καθήκον του. Σε βοήθησε να γνωρίσεις καινούργιες παρέες.
Το μπουκάλι γλιστράει και δεν έχεις δύναμη να το μαζέψεις. Το σπρώχνεις απλά, να χυθεί στο πάτωμα, δεν θέλεις να ξυπνήσεις μέσα στο οινόπνευμα. Ο μαλάκας ο χοντρός -που τον θυμήθηκες; Φάτσες περνάνε στη ζαλάδα σου, μαλλιά, μύτες, στόματα αλλά όχι μάτια. Δεν θυμάσαι μάτια –ποτέ δεν άφηνε κάποιος το βλέμμα του πάνω σου. Φοβισμένα ζώα που έψαχναν να γλιτώσουν, δίπλα σου κοίταζαν κι όταν διέκριναν το αδιέξοδο, κατεβασμένα βλέφαρα –χρώμα οφθαλμών … απροσδιόριστο.
Η τηλεόραση των παιδιών, από δίπλα, σε εμποδίζει να διαλυθείς –θυμήσου …αύριο …πιο χαμηλά ρε κερατάδες! Γλιστράς -στον δρόμο του μπουκαλιού το κεφάλι σου, μέχρι να βρεις το μαξιλάρι και μετά –τίποτα. Κοιμάσαι με ανάσα βαριά –στόμα μισάνοιχτο. Ανήσυχος στριφογυρίζεις από εφιάλτες που θα ξεχάσεις το πρωί. Κοιμήσου Σπύρο Κατσούλα γιατί σε λίγες μέρες θα πεθάνεις.

(συνεχίζεται -μην ελπίζετε)

21 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

The Motorcycle boy είπε...

Ζητάω συγνώμη από όσους δεν δουν τα σχόλια που άφησαν χτες αλλά έκανα republish λόγω spam.

sorry_girl είπε...

2ο σχόλιο αλλά μετράει σαν πρώτο.Δεν το διάβασα ακόμα.Τώρα θα το διαβάσω και θα σε πω.
(όχι τίποτα άλλο μην γκρινιάζεις δεν σ' αντέχω!
:P)

sorry_girl είπε...

Οκ το διάβασα. Μου άρεσε πολύ. Το ύφος σου συνεχίζει να αλλάζει δεν ξέρω αν το καταλαβαίνεις, αλλά βγαίνει πολύ πιο σκοτεινό και αφαιρετικό.Οπότε μ' αρέσει!

Cherryfairy είπε...

δεν ξέρω γιατί,αλλά τον συμπάθησα.
Ναι,είναι απ'τα καλύτερα αυτό το κομμάτι.

DamneD είπε...

Εγραψες φοβερά χρησιμοποιώντας 2ο πρόσωπο μιας και σκίτσαρες εκπληκτικά τον αντίθετο πόλο. Η πειστική περιγραφή του καθάρματος μου θύμισε κόμικ της marvel. Και αντίθετα από τη νεραιδοκερασούλα από πάνω, εγώ βάζω τώρα ΑΥΤΟΝ τον εκπληκτικό δίσκο ν ακούσω πρωινιάτικά στέλνοντάς σου ένα μήνυμα NO REMORSE!

numb_jg είπε...

καλημέρα! Φτιάχνω καφέ για να το διαβάσω. Φτάνει ένας;

Mantalena Parianos είπε...

Kαλημέρα κι από μας.
Κάνατε φασίνα, ε?



C U 2nite

The Motorcycle boy είπε...

sorry sorry αλλά πήρε, φαίνεται η μπάλα το προηγούμενο σχόλιό σου. Εκατονεικοσικάτι είχαν φτάσει -τα πέταξα να ξεμπλοκάρει λίγο ο χώρος γιατί περιμένω κάτι καινούργια επίπλα. Εντάξει, στο προηγούμενο θυμάμαι οτι δεν σχολιάσες πρώτη -αλλά εδώ ΟΚ, επανήλθες (το δικό μου σχόλιο δεν πιάνεται).
Για το ύφος που αλλάζει, προφανώς και δεν το καταλαβαίνω -απλά το παλεύω λίγο να βγαίνει ανάλογα του χαρακτήρα.
cherry γι' αυτό σε πάω γιατί ψυλλιάζεσαι το κόλπο πριν καν το στήσω. Ευχαριστώ -θα έρθεις σήμερα ρε;
Αδερφέ Damned (τι συγκροτηματάρα!) με τη marvel comics group μεγάλωσα (αγαπημένος ο Captain Marvel) κάτι θα μου έμενε από τα τόσα. Για το δεύτερο πρόσωπο, θα σου πω μια ιστορία κοινοτυπίας: Το είχα δοκιμάσει παλιότερα σε ένα προσχέδιο με παρόμοιο θέμα, που βόσκει κάπου στον υπολογιστή μου. Κι εκεί ο κακός ήταν δεύτερο πρόσωπο. Φυσικά, το παράτησα και φέτος διάβασα το βιβλίο του Τάιμπο "Με τέσσερα χέρια", όπου χρησιμοποιεί δεύτερο πρόσωπο για έναν χαρακτήρα και κόβει κώλους (30 κλάσεις πάνω από το δικό μου -έτσι;). Τι μας διδάσκει η σύμπτωση; Οτι δεν μένει τίποτα να ειπωθεί πλέον. No remorse -kill them all! Ακόμα περιμένω μέιλ σου να δώσεις κανένα σημάδι -μπας και τα πούμε από κοντά. Χάθηκες κι όλας και νόμισα οτι σε φουντάρανε πουθενά. Άντε μπράβο!
numb άστο ρε παιδάκι μου -σήμερα σου ήρθε; Έχεις και λεωφορείο να προλάβεις! Θα τα πούμε, το συντομότερο.
Μανταλένα ναι, έβαλα την ηλεκτρική σκούπα γιατί δεν έλεγε να καθαρίζω με ξεσκονόπανο. Σαφέστατα και τουνάιτ, βεβαίως βεβαίως. Επιβάλλεται.

roidis είπε...

έχεις αμεσότητα στην έκφραση. προσπάθησε να μην τη χάσεις γιατί...θα χάσεις!

τώρα μπόρεσα να διαβάσω και τα προηγούμενα...

Ξέρεις δεν μου είναι πάντα εύκολο και μπαίνω ελάχιστα στα "Καπέλα". δλδ όποτε μπορώ και έχω τη διάθεση. Εδώ πρέπει να γράφουμε, να σχολιάζουμε νιώθωντας ελεύθερα και χαλαρά. αυτό προσπαθώ να κάνω και ελπίζω να μην παρεξηγηθώ (όχι από σένα βρέ)από άλλα μέλη εδώ. Κυρίως "βλέπω" αυτούς που έκαναν τον κόπο να βάλουν το μπλογκ τους στο Μόνιτορ, για τους υπόλοιπους δυστυχώς, δεν μου είναι, όπως εξήγησα, εύκολο.

The Motorcycle boy είπε...

Ροϊδη, εσύ ειδικά, για να παρεξηγηθείς θα πρέπει να σε δούμε αγκαλιά με τον Χριστόδουλο, να καίτε αντιχριστιανικά βιβλία και πάλι θα λέμε: "κοίτα τον μπαγάσα τι καλά που το παίζει!".
Κρίμα που δεν σου είναι εύκολο να διαβάζεις όλα τα παιδιά των Καπέλων, γιατί, οι περισσότεροι, είναι πολύ καλύτεροι από εμένα και δεν είναι παλιοί (οπότε δεν τους ξέρεις).
Για το Μόνιτορ -είναι αρκετοί που έχουν σοβαρές και σεβαστές αντιρρήσεις σχετικά με τη συμμετοχή τους.
Τέλος πάντων, καταλαβαίνω (δεν μπορείς να φανταστείς πόσο) την θέση σου σχετικά με την διάθεση -κάποτε θα σου εξηγήσω πιο αναλυτικά.
Α και ευχαριστώ που άντεξες τόσα σεντόνια ρε!

The Motorcycle boy είπε...

Και επανέρχομαι -sorry, sorry που είμαι εντελώς ηλίθιος. Τώρα κατάλαβα τι εννοούσες με το δεύτερο σχόλιο (μετά από 2 ωρίτσες -καλά είναι!)

N.Ago είπε...

Μετά τη ψηφοφορία (12/12/2006) από την πλειοψηφία στη Βουλή της Αλβανίας, η χώρα δεν έχει πλέον την Ακαδημία των Επιστημόνων! Αργά τη νύχτα, ψηφίστηκε το νομοσχέδιο της κυβέρνησης(;) «Για την Ακαδημία των Επιστημόνων» με 75 ψήφους υπέρ(!) 2 κατά και 3 παρών! Σύσσωμη η αντιπολίτευση, απείχε της διαδικασίας, διαμαρτυρόμενη για το πρωτοφανές αυτό γεγονός. Η επιστημονική, ακαδημαϊκή και εκπαιδευτική κοινότητα, εκλιπαρούσανε, θεωρώντας την πράξη αυτή ως έγκλημα κατά της επιστήμης, η κυβέρνηση ωστόσο επέμενε και κατάφερε τελικά, να κλειδώσει τις πόρτες τον Ερευνητικών Ινστιτούτων που ήταν υπό την Ακαδημία!
Οι βουλευτές του PBDNJ(Κόμμα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα) Spiro Peçi και Leonard Solis ήταν αυτοί που ψήφισαν κατά του νομοσχεδίου και οι Leonard Demi(PD), Ymer Tola(PDK, Niko Nerenxi(PAA) δήλωσαν παρών!
Παρακαλώ πολύ, αν το γεγονός αυτό σε αγγίζει κι εσένα, είτε κάνε μια αναφορά είτε ανέβασε την είδηση στο δικό σου μπλογκ! Έτσι, η φωνή της διαμαρτυρίας, θα δυναμώσει και θα κάνει τους παχύδερμους και αυταρχικούς κυβερνώντες στην Αλβανία, να σκεφτούνε καλά, πριν οριστικοποιήσουν την ειδεχθή τους πράξη!
Φιλικά Ν.Ago

marquee de mud είπε...

κατι εκανες και πανω που τον μισουσα αρχισα να τον λυπαμαι

The Motorcycle boy είπε...

Κάτσε ρε συ -θα μου χαλάσεις το σασπένς!

Bitch Girl είπε...

διάβασα το 11 κ το 12 σήμερα σιγά σιγά συμπληρώνεται το παζλ, αλλά δεν το βλέπω να ολοκληρώνεται πριν το '07 χεχε ωχ τώρα είδα το Word Verification κ σεις τέκνο Βρούτε; αφού πρώτος γκρινιάζατε ότι είμαστε γέροι άνθρωποι...

The Motorcycle boy είπε...

Ναι, αλλά μέσα στο '07 θα ολοκληρωθεί -κάτι είναι κι αυτό! Τώρα, Γενάρης θάναι, Μάρτης θάναι, Σεπτέμβρης θάναι ... θα δείξει.
Ρε φιλενάδα έβαλα verification γιατί ήρθε ο άλλος ο μαλάκας και μου άφησε 127 σχόλια μέσα σε μια νύχτα. Spam βριδίσι. Κάτσε να του περάσει η κρίση και βλέπουμε.

Ανώνυμος είπε...

Έκατσα όλο το απόγευμα για να διαβάσω όλο το στόρυ. το 5 δε μου βγαίνει. Για κοίτα λίγο το λινκ. Κατά τα άλλα, άξιζε, μέχρι στιγμής. Κι ας περιμένει η παρέα, άργησα, αλλά άξιζε. Τα μελέ καρντάσι.

The Motorcycle boy είπε...

Exiled ευχαριστώ για την ειδοποίηση -διόρθωσα το λινκ (τουλάχιστον στα τελευταία). Μη στήνεις κόσμο για τέτοια πράγματα ρε -ας περιμένουν οι ιστοριούλες καλύτερα.
Υ.Γ.: Τα λέμε και να τα ξαναπούμε.

bytycci είπε...

Rëndomtë!

The Motorcycle boy είπε...

Den katalava Xristo bytycci.

Ανώνυμος είπε...

Αφού είσαι αντίχριστος ρε μαλάκα τι να καταλάβεις.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι