Δευτέρα, Απριλίου 14, 2008

15. Η δική τους νύχτα

1. Σφραγίζοντας πλαστά διαβατήρια
2. Ο χρόνος δεν είναι φίλος κανενός
3. Η ανασφάλεια των ομαδικών παιχνιδιών
4. Περιστροφή γύρω από ένα "βιβλίο -ευαγγέλιο"
5. Η αποξένωση των διπλανών δρόμων
6. Ο νεκρός του επάνω ορόφου
7. Φτερά πεταλούδας στη γλώσσα ενός φιδιού
8. Ο φόβος είναι οικογενειακή υπόθεση
9. Μια μεγάλη βόλτα
10. Η μουσική είναι το φως μιας αδυσώπητης λάμπας
11. Με την πλάτη στον τοίχο
12. Πεθαίνοντας με κάθε τρόπο
13. Ένα σπίτι, λίγο πριν έρθουν αυτοί
14. "Το σκοινί του Αρχάγγελου και οι μαύρες αφίσσες"

Κανένας δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα –όλα τέλειωσαν ή όλα τώρα αρχίζουν; Κάτι μαζεμένες εκρήξεις, άνθρωποι έτρεχαν για λίγο, μετά σήκωναν τα χέρια και άρχιζαν να κάνουν διάφορα τρελά. Στριφογύριζαν, χοροπηδούσαν, παραπατούσαν. Στο τέλος έπεφταν αναστενάζοντας. Κανείς τους δεν ούρλιαζε. Μόνο οι ερπύστριες, μέταλλο πάνω σε λιωμένη πέτρα, μέταλλο να τρίβεται σε άλλο μέταλλο και κάποιοι ήχοι σαν αυτούς που ακούς όταν πατάς μανιτάρια. Μόνο οι ερπύστριες είχαν την ανθρωπιά να ουρλιάξουν.

Είχαν πιάσει τα παράθυρα περιμένοντας. Κρατούσαν τα σκουριασμένα Μ1 περισσότερο για να παίρνουν κουράγιο, «για να είναι μέσα στο κλίμα», όπως κορόιδευε ο Νίκος –και περίμεναν. Η Μαριάνα άλλαζε επιδέσμους στο πληγωμένο πόδι του Γιάννη χωρίς να μπορεί ν΄αλλάξει την χαμένη έκφραση του προσώπου του. Όπως όταν τον βρήκαν να τους περιμένει στο παγκάκι –«εμάς περιμένει στο παγκάκι», έτσι ακριβώς το είχε πει ο Αντώνης …

«Πως πάει;» είχε μουρμουρίσει άψυχα ο Αντώνης.
«Τα συνηθισμένα», είχε απαντήσει ο Γιάννης.
«Μας περίμενες πολύ ώρα;» είχε ξαναρωτήσει ο Αντώνης.
«Δεν έχω παράπονο …», είχε πει ο Γιάννης πριν λιποθυμήσει.
Τον έφεραν σέρνοντας στο σπίτι. Οι υπόλοιποι είχαν αφοσιωθεί σε κάτι ληγμένες κονσέρβες -τους πήραν χαμπάρι μόνο όταν πέρασαν τη σαραβαλιασμένη πόρτα.
«Στο είπα ότι θα έρθει», παινεύτηκε ο Αντώνης.
«Τέτοιος μαλάκας που είναι …», σχολίασε ο Νίκος και όλοι ήξεραν πως είχε δίκιο.

Διαγραφή
Έξω, στους δρόμους, έπαιρνε να νυχτώνει –μπορεί και να έφταιγε η σκόνη που ανακατευόταν με τα χημικά αέρια. Μια θολούρα. Πηχτή.
«Εντάξει κορίτσι μου, νομίζω ότι τώρα θα καταφέρω να το πατήσω», χαμογέλασε ο Γιάννης.
«Ναι, άκου τον που σου λέει –σίγουρα θα καταφέρει να ΤΗΝ πατήσει», πετάχτηκε ο Νίκος χωρίς να πάρει τα μάτια του από τον δρόμο.
«Δηλαδή εσύ -ΤΩΡΑ νομίζεις ότι την πατήσαμε;» αναστέναξε ο Γιάννης.
«Σωστός ο σακάτης!» γέλασε ο Νίκος.
Ένα παιδί έτρεχε στο δρόμο, το λαχάνιασμά του ακουγόταν μέχρι το σπίτι. Ο Αντώνης πετάχτηκε, είχε φτάσει μέχρι την πόρτα όταν ακούστηκε κάτι σαν σκάσιμο εξάτμισης και το παιδί έπεσε.
«Που πήγαινες; Να το βοηθήσεις;» τον ρώτησε ο Γρηγόρης.
«Έλα ντε!» απόρησε ο Αντώνης. Με τον εαυτό του κυρίως.
Ο Γιάννης στηρίχτηκε στον τοίχο για να σηκωθεί. Κανένας δεν τον κοίταξε. Ακόμα και η Μαριάνα τακτοποιούσε κάτι πλαστικά μπουκάλια με βρώμικο νερό. Ο Γιάννης έφτασε δίπλα στον Γρηγόρη και καβάλησε μια τσακισμένη καρέκλα.
«Πως τα βλέπεις; Θα μας την πέσουν οι ερυθρόδερμοι;» ρώτησε ξέπνοα.
«Εμείς είμαστε οι ερυθρόδερμοι ρε βλάκα! Το ιππικό θα μας την πέσει και θα μας λιανίσει όπου νάναι», γέλασε ο Γρηγόρης.
«Είσαι σίγουρος;» έξυσε το κεφάλι του Γιάννης.
«Πως αλλιώς; Έχεις δει ποτέ τους καουμπόιδες να χάνουν;» αναρωτήθηκε ο Γρηγόρης.
«Σωστό κι αυτό», συμφώνησε ο Αντώνης από απέναντι.
«Γιατί ήρθες;» ρώτησε ο Γρηγόρης.
«Ρωτάς λες και μπορούσα να κάνω διαφορετικά …», σκοτείνιασε ο Γιάννης.
«Ρωτάω –κουβέντα να γίνεται».
«Ο Βασίλης που είναι; Δεν τον βρήκατε;» θυμήθηκε ξαφνικά ο Γιάννης.
«Τον βρήκαμε –μια χαρά», απάντησε ο Νίκος.
«Και;»
«Τον φάγαμε λάχανο», είπε ο Νίκος.
«Ισχύει;» ρώτησε ο Γιάννης κοιτάζοντας απορημένος τριγύρω. Τα σιωπηλά βλέμματα τον διαβεβαίωσαν.
«Γιατί έτσι;» ξαναρώτησε ο Γιάννης.
«Γούσταρε να φορέσει στολή του ιππικού», είπε ο Νίκος.
«Λοχαγός ας πούμε ή παραπάνω;» έσμιξε τα φρύδια ο Γιάννης.
«Στρατηγός Καστέρ και βάλε», τον πληροφόρησε ο Νίκος.
«Με κάτι τέτοια χάνει κανείς το σκαλπ του», μουρμούρισε ο Γιάννης καθώς σηκωνόταν. «Και ο Δημήτρης;»
«Θα έρθει σίγουρα», πετάχτηκε ο Αντώνης.
«Οπωσδήποτε!» ειρωνεύτηκε ο Νίκος.
Ο Αντώνης τον αγριοκοίταξε αλλά προτίμησε να μη μιλήσει.

Λατρεύει την κλασσική μουσική –όχι τα πιάνα, κυρίως τα έγχορδα. Και την παλιά τζαζ, απεχθάνεται τους αυτοσχεδιασμούς του φρη στάιλ. Ο κύριος Αλεξίου λατρεύει την κλασσική μουσική και απεχθάνεται τους αυτοσχεδιασμούς. Δεν του αρέσει να ακούει μουσική κουδουνίζοντας παγάκια που λιώνουν σε ένα ποτήρι ουίσκι –προτιμάει μια ατέλειωτη παρτίδα σκάκι. Αυτός κι ο εαυτός του. Σπάνια καταφέρνει να μαντέψει τις κινήσεις –του παίρνει ώρες η παρτίδα, ξεχνιέται με τη μουσική και η ώρα περνάει.
«Κάτι λείπει ακόμα. Δεν έχω όλους τους κρίκους, εντάξει, αυτοί που προετοίμασαν την υπόθεση … Κι ο άλλος, δημοσιογράφος … χρήσιμος θα ήταν, αλλά τα κατάφεραν και χωρίς αυτόν –εντάξει. Όμως τι γίνεται μετά; Δεν σκέφτηκαν κάποιον τρόπο απόδρασης –ας πούμε; Τους χρειαζόταν ακόμα ένας αδρανής –να ενεργοποιηθεί μαζί με την υπόθεση … Ένας τουλάχιστον …»
Απεχθάνεται τα cd. Ακούει τη μουσική του από δίσκους κι ας χρειάζεται να σηκωθεί κάθε 20 λεπτά για να αλλάξει πλευρά. Υπήρξε τόσο ψυχρός στη ζωή του που δεν αντέχει τη μουσική ψυχρότητα. Γι΄αυτό προτιμάει τους δίσκους.
Αφήνει την παρτίδα στη μέση –πράγμα διόλου περίεργο. Και ανοίγει τον υπολογιστή, μπαίνει στα αρχεία Προσωπικού της Αστυνομίας. Προσωπικοί φάκελοι. Μειώνει το εύρος της αναζήτησης, θέτοντας ηλικιακά όρια. Ψάχνει για συγκεκριμένες πανεπιστημιακές σπουδές –οι τρεις σχολές από τις οποίες αποφοίτησαν τα αντικείμενα της έρευνάς του. Καταλήγει σε 30 άτομα. Σχετική αποτυχία λέγεται αυτό. Τυπώνει τα ονόματα. Πηγαίνει μετά στα αρχεία της Υπηρεσίας του –μήπως και σταθεί πιο τυχερός. Δίνει τον κωδικό του –απενεργοποιημένος φυσικά. Δίνει τον κωδικό του Γενικού Γραμματέα –τζίφος. Δίνει έναν από τους τυχαίους κωδικούς που διαθέτει –η ασφάλεια των αρχείων ήταν δική του δουλειά κάποτε. Μπαίνει και μετά τίποτα. Δεν υπάρχουν αρχεία. Δεν υπάρχουν αρχεία! Κάποιος τα έχει σβήσει όλα.
Ο κύριος Αλεξίου σηκώνεται για να αλλάξει πλευρά στον δίσκο. Χρειάζεται ένα δυνατό ποτό κι ένα εκκωφαντικό ουρλιαχτό. Αντί γι΄αυτά χτυπάει τη γροθιά του στον τοίχο. Ξανά και ξανά. Μέχρι να σταματήσει ο πόνος.

Μια πεσμένη πόρτα
Η νύχτα έχει καθίσει για τα καλά, μαζί με τον καπνό και τη σκόνη στα ξηλωμένα πεζοδρόμια. Τζιπ περνάνε βιαστικά, αλλά κανένας δεν ξέρει ποιοι είναι μέσα. Δικοί μας; Εχθροί; Ποιοι είναι οι δικοί μας εχθροί; Ο Νίκος σφυρίζει για να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά.
«Τζάμπα φυλάς το παράθυρο. Δεν πρόκειται να γίνει τίποτα –τουλάχιστον μέχρι να ξημερώσει», του λέει ο Αντώνης.
«Αυτοί θα έρθουν την αυγή –σωστά;» γελάει ο Νίκος.
«Βιβλιάρα!» θυμάται ο Γρηγόρης.
Η Μαριάνα σέρνει μια πεσμένη πόρτα μέχρι τη μέση του δωματίου, κανένας δεν δείχνει διάθεση να τη βοηθήσει. Κοντοστέκεται –κοιτάζει τριγύρω.
«Μήπως ξέρει κανένας που θα βρούμε τίποτα τσιμεντόλιθους;» ρωτάει.
Ο Νίκος κοιτάζει τον Αντώνη στριφογυρίζοντας το δάχτυλο δίπλα στο μέτωπό του –«τρελάθηκε;» Ο Αντώνης προτιμάει να ψάξει στο σκοτεινό δωμάτιο, καταλαβαίνει τι προσπαθεί να κάνει η Μαριάνα και τρέχει να την βοηθήσει. Ο Νίκος κοιτάζει τον Γρηγόρη, κουνάει δυο δάχτυλα δίπλα στο μέτωπό του –«τρελάθηκαν;»
«Αφήστε τα παράθυρα και ελάτε –στρώσαμε τραπέζι», φωνάζει σε λίγο η Μαριάνα.
Ο Νίκος γυρίζει, αναρωτιέται.
«Πως αυτό;»
«Καλύτερα να φάμε ότι βρούμε, να είμαστε χορτάτοι. Έτσι κι αλλιώς, θα πεθάνουμε πριν έρθει το μεσημέρι», λέει η Μαριάνα κοιτάζοντας τις ανοιχτές κονσέρβες.
«Περίμενε», φωνάζει ο Αντώνης. «Βρήκα πιάτα στο ντουλάπι –τα φέρνω».
Κοιτάζονται.

Ο Γρηγόρης κάθεται στην άκρη της πόρτας –τραπεζιού. Δίπλα του ο Νίκος και από την άλλη πλευρά ο Αντώνης με τη Μαριάνα. Απέναντί του ο Γιάννης. Θα ήθελαν να έχουν κρασί, αλλά μόνο βρώμικο νερό από πλαστικά μπουκάλια και κάτι αταίριαστα πιάτα με ξεφτισμένα χρυσά στολίδια –μόνο αυτά. Μασάνε σκεπτικοί, ψειρίζουν το φαγητό.
Ο Νίκος σηκώνεται.
«Ώρα για πρόποση», υψώνει ένα μπουκάλι παρατηρώντας το περιεχόμενό του. «Στους μεγαλύτερους μαλάκες που γνώρισα ποτέ, στα λάθη που έκαναν και στους άξιους στρατιώτες που θα μας εμποδίσουν να κάνουμε άλλα λάθη πριν τελειώσει η αυριανή μέρα», πάει να καθίσει –ξανασηκώνεται. «Και στον τελευταίο, μεγάλο, απελπισμένο έρωτα», προσθέτει κλείνοντας το μάτι στον Αντώνη. Μετά, αδειάζει το μπουκάλι στο κεφάλι του –τελετουργικά.
«Άντε γαμήσου ρε ηλίθιε», γελάει ψιλοεκνευρισμένος ο Αντώνης.
«Όπως και νάχει», υπενθυμίζει κοροϊδευτικά ο Γρηγόρης.
«Παίζει και μεγάλος έρωτας εδώ πέρα; Για ρίχτε τις λεπτομέρειες …» ζητάει ο Γιάννης.
Η Μαριάνα φτύνει κάτι υπολείμματα μπέικον στο πιάτο της πριν μιλήσει.
«Δεν ξέρω και ούτε σας ξέρω καλά. Δεν ξέρω ούτε καν αν θα ήθελα να σας γνωρίσω σε άλλες συνθήκες. Το μόνο σίγουρο είναι πως, αν ζούσα ακόμα στο σπίτι μου, θα χαιρόμουν να διαβάσω στην αυριανή εφημερίδα ότι σκοτώθηκαν οι αίτιοι όλης αυτής της σφαγής. Θα άνοιγα και κανένα παράθυρο, θα ένιωθα πιο καθαρό πλέον τον αέρα. Και μετά θα έκλαιγα. Όχι για σας. Για μένα. Για μας», σταματάει και ψάχνει κάποιο μπουκάλι με νερό.
«Δεν είμαστε όλοι ίδιοι», ψιθυρίζει ο Αντώνης.
«Σωστά», υπερθεματίζει ο Γιάννης. «Ο ένας χειρότερος από τον άλλο …» Σταματάει αμέσως –γιατί κάτι θυμάται. «Πρόλαβα να σας πω ότι όλον αυτό τον καιρό μου μίλαγε ο πεθαμένος;»
«Ποιος πεθαμένος;» ρωτάει ο Νίκος.
«Ο πεθαμένος», λέει ο Γρηγόρης.
«Αυτός!» επικροτεί ο Γιάννης.
«Και τι σου έλεγε δηλαδή;» απορεί ο Νίκος.
«Μαλακίες –κυρίως με κορόιδευε», μουρμουρίζει ο Γιάννης. «Αλλά μας περιμένει».
«Που;» συνεχίζει ο Νίκος.
«Ξέρω ‘γω; Μας περιμένει πάντως –εμένα κυρίως. Άλλωστε του το χρωστάω, εγώ τον έστειλα να πεθάνει …»
«Αυτή την ιστορία, πρώτη φορά μας τη λες», παρατηρεί κοιτάζοντάς τον ο Γρηγόρης.
«Κάνεις λάθος –δεν θα είναι η πρώτη φορά».
«Μας την είχες ξαναπεί και δεν θυμάμαι;»
«Όχι. Απλά δεν πρόκειται να σας την πω ούτε τώρα».
Ο Νίκος τινάζει τα πόδια στα πλάγια.
«Δεν νομίζεις ότι μας τη χρωστάς;»
«Τίποτα δεν χρωστάω σε κανέναν», λέει ο Γιάννης.
«Έπρεπε να σε είχαμε καθαρίσει. Τότε», μουγκρίζει ο Νίκος.
«Έπρεπε», συμφωνεί ο Γιάννης. «Εγώ στη θέση σας θα το έκανα».
«Εσύ, εσύ! Τόσο σίγουρος μονίμως για το τι πρέπει να γίνει! Τόσο αποτελεσματικός!» λέει ο Νίκος.
«Και τόσο δειλός την κρίσιμη στιγμή! Πες το -γιατί σταμάτησες;» αναρωτιέται ο Γιάννης.
«Ίσως τελικά αυτοί που συνέχισαν να ήταν οι δειλοί. Ίσως η προσκόλληση να είναι δειλία –όσο η αποδοχή του τέλους είναι πραγματικό θάρρος …», σχολιάζει ο Αντώνης.
«Μεγάλες κουβέντες –ευτυχώς, δεν θα προλάβουμε να μάθουμε τι απ΄όλα αυτά είναι αλήθεια», λέει ο Γρηγόρης.
«Ούτε εγώ θα προλάβω να μάθω για τη Μαριάνα», συνεχίζει η Μαριάνα.
«Ποια Μαριάνα;» κάνει το κορόιδο ο Νίκος.
«Κάποια Μαριάνα», απαντάει αφηρημένα ο Αντώνης.

Ένα φύλλο εφημερίδας έτρεξε δίπλα στον αέρα –άρχισε τις κωλοτούμπες, πήρε θάρρος, αλλά στο τέλος την πάτησε. Κοπάνησε σε μια κολώνα του Ηλεκτρικού και διπλώθηκε σφαδάζοντας –στην μπροστινή του όψη φάνηκαν μαύρα γράμματα «Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΔΗΛΩΣΕ ΟΤΙ Η ΤΑΞΗ ΘΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΘΕΙ ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΤΟΣ ΤΩΝ ΕΠΟΜΕΝΩΝ ΗΜΕΡΩΝ». Το φύλλο πάλεψε να ξεμπλέξει, στο τέλος τα κατάφερε –αλλά όχι χωρίς απώλειες. Άφησε την αριστερή πάνω άκρη του κολλημένη στην κολώνα και ακολούθησε τον αέρα δείχνοντας μεγαλύτερη προσοχή αυτή τη φορά. Η κολλημένη άκρη είχε μια απομίμηση σφραγίδας –«Εγκεκριμένο από το Υπουργείο Εσωτερικών», μάλλον αυτό την ανάγκασε να συρθεί ανήμπορη στο τσιμέντο.

Διευκρινήσεις
Ο Γρηγόρης πετάχτηκε απηυδισμένος –το πιάτο στριφογύρισε μπροστά μου, παρά λίγο να πέσει στο πάτωμα.
«Ας τα αφήσουμε πια αυτά –δεν οδηγούν πουθενά! Ιστορίες από τα παλιά, σαχλαμάρες, υποθέσεις, προθέσεις, σκατά! Είμαστε εδώ, έχοντας κάνει αυτό που θέλαμε –είμαστε εδώ γιατί το διαλέξαμε και βρείτε μου έναν πούστη που να μπορεί να ισχυριστεί το ίδιο εκεί έξω!»
«Εκεί έξω δεν ξέρω, αλλά για εδώ μέσα … κάποιον έχω υπόψη μου», μουρμούρισε ο Αντώνης.
«Ακόμα του κολλάτε;» γέλασε ο Γιάννης.
«Τι να πεις χρυσό μου –σεξιστικά γουρούνια!» κούνησε ψευτο-απαξιωτικά το χέρι του ο Νίκος.
«Ήθελα να ξέρω …» όλοι κοίταξαν τη Μαριάνα που μιλούσε. «Ποτέ δεν πρόκειται να αλλάξετε δυο σοβαρές κουβέντες μεταξύ σας;»
«Άστο φιλενάδα –το κάναμε μια φορά πριν 20 χρόνια και τώρα δεν προλαβαίνουν να μαζεύουν τους πεθαμένους», απάντησε ο Νίκος.
«Όπως και νάχει ..» μονολόγησε ο Αντώνης. «Μαριάνα, πάμε μια βόλτα στον κήπο;»
Η γυναίκα τον κοίταξε περίεργα. Μετά κοίταξε τους υπόλοιπους που έπαιζαν τις μούμιες.
«Ποιος θα μαζέψει το τραπέζι;» ρώτησε ξεκάρφωτα.
«Άστο, θα έρθουν το πρωί οι Φιλιπινέζοι», είπε ο Γρηγόρης.
Ο Αντώνης ήταν ήδη στην πόρτα χωρίς καμιά διάθεση να κοιτάξει πίσω του.
«Έρχομαι», του φώναξε η Μαριάνα.
«Να ρίξω τώρα τα βιολιά;» αναρωτήθηκε ο Νίκος.
Τα υπολείμματα μιας κονσέρβας τον χτύπησαν στον ώμο –τινάχτηκε ξαφνιασμένος. Ο Γρηγόρης χαμογελούσε απέναντί του.
«Δε ντρέπεσαι ρε κερατά;» του φώναξε ο Νίκος. «Με κονσερβοκούτι ρε; Τι είσαι –κανένα παλιοκουμμούνι;»
Η Μαριάνα κρατήθηκε από την ξεχαρβαλωμένη πόρτα και τραμπαλίστηκε γυρίζοντας προς το μέρος τους.
«Δεν ξέρω αν σας το είπα τώρα τελευταία –αλλά γαμιέστε!» γέλασε πριν χαθεί στον κήπο.
Οι υπόλοιποι κοιτάχτηκαν.
«Μας το είπε;» αναρωτήθηκε ο Γρηγόρης.
«Ναι μας το είπε –μην ανησυχείς», τον έπιασε από τους ώμους ο Νίκος, τραβώντας τον προς το παράθυρο.
«Για ελάτε όλοι στα μπροστινά», φώναξε ο Γρηγόρης. «Δεν έχω καμιά όρεξη να τους πυροβολήσουν την ώρα που χαμουρεύονται».
«Πιστεύεις ότι κυκλοφορούν στρατιώτες εκεί έξω;» ρώτησε ο Γιάννης παίρνοντας ένα όπλο.
«Μπα –σε καμιά περίπτωση! Απλά θέλω να πάρω μάτι τη φάση», του σφύριζε σιγανά ο Γρηγόρης.

Περπάτησαν στο αυλακωμένο χώμα του κήπου πιο ξένοι από ποτέ. Ο Αντώνης κοίταζε πέρα, μακριά –προσηλωμένος σε μια φωτεινή, ακίνητη κουκίδα.
«Τι λες να είναι αυτό;» την ρώτησε.
«Κάποιο στρατιωτικό. Μας φυλάνε μην τους φύγουμε», είπε η Μαριάνα.
«Δεν πρόκειται να πάμε πουθενά, όμως», συνέχισε εκείνος.
«Μην το λες. Κάπου θα πάμε –τουλάχιστον οι δυο μας».
Την κοίταξε ξαφνιασμένος.
«Τι σημαίνει αυτό;» ρώτησε.
«Ότι οι άνθρωποι δεν χρειάζονται πάντα τα πόδια τους για να φύγουν …»
«Υπάρχει ένας συμβολισμός που μου διαφεύγει ή πρόκειται απλά για κάποιο γνωστό κλισέ από ρομαντικά μυθιστορήματα;»
Του έπιασε το χέρι.
«Πάντα τέτοιες μαλακίες λες όταν νιώθεις αμήχανα;»
«Όχι δα! Συνήθως σκοντάφτω και πέφτω με τα μούτρα στην τούρτα».
«Αυτό να κάνεις και τώρα», του χαμογέλασε καθώς τον τραβούσε στο έδαφος.
Κάθισε δίπλα της.
«Όπου τούρτα ίσον Μαριάνα και ο υποφαινόμενος στον ρόλο του λιχούδη –σωστά;»
«Κάπως έτσι».
«Κάπως αταίριαστο επίσης».
«Τότε να φωνάξουμε τα παιδιά με τα βιολιά», σφίχτηκε πάνω του εκείνη.
«Άστο καλύτερα. Βλέπεις, η δικιά μου Μαριάνα έχει ξοφλήσει αμετάκλητα, πριν πάρει το απολυτήριο Λυκείου. Δεν θα την φέρω πίσω με τέτοια τερτίπια …»
«Μόνο αυτό είναι λοιπόν; Κι εγώ απλώς μια βολική που της μοιάζει;»
«Πως αλλιώς;»
«Έλα ντε! Τι νόμισα στο κάτω –κάτω!»
«Συγνώμη δεν ήθελα να πω αυτό. Εννοώ … είσαι μια πολύ όμορφη γυναίκα κι εγώ θα γούσταρα πολύ … αλλά, υπάρχει αυτή η …»
«Άλλη Μαριάνα;»
«Όχι –πάντα ίδια ήταν η Μαριάνα, μία και μοναδική. Εγώ την είδα πάνω σου και, αλήθεια, σκέφτηκα … Αλλά η Μαριάνα είναι απλά ένα όνειρο –κι εμείς δεν έχουμε συνηθίσει να γαμάμε τα όνειρά μας …»
«Όσο γι΄αυτό …»
«Όπως και νάχει …»
Σηκώθηκε αφήνοντας το χέρι της. Ψάχτηκε για τσιγάρο, είχε ξεχάσει το πακέτο στο σπίτι, ξεκίνησε λοιπόν προς τα κεί.
«Παίξε μπάλα καμπούρη! Έμπαινε παιχταρά μου!» άκουσε τις φωνές τους πριν ανακαλύψει ότι είχαν μεταφερθεί στα πίσω παράθυρα και τους παρακολουθούσαν ξελιγωμένοι στα γέλια.
«Άντε παρατήστε με μαλάκες!» μούγκρισε προχωρώντας.
«Καλά σου λένε ρε ανάπηρε!» γέλασε πονηρά, πίσω του η Μαριάνα.
«Ανάπηρος –πες το ψέματα!» μονολόγησε ο Αντώνης.
Και συνέχισε τον δρόμο του προς το σπίτι.

Δεν άκουσε το πρώτο κουδούνισμα γιατί ο ήχος μπλέχτηκε με τα βιολοντσέλα. Στο δεύτερο χτύπημα βρέθηκε με έναν «τρελό» στο χέρι –ξαφνιασμένος. Σηκώθηκε χωρίς να αφήσει το πιόνι.
Πίσω από την πόρτα περίμενε ένας ταγματάρχης. Κανονικός αξιωματικός –όχι «τρελός».
«Ο κύριος Αλεξίου;» ρώτησε.
Ο κύριος Αλεξίου ένευσε θετικά και του έδειξε το σαλόνι. Ο ταγματάρχης μπήκε τριζάτος σα ζευγάρι λουστρίνια και βολεύτηκε στην άκρη του καναπέ.
«Τι μπορώ να κάνω για σας ταγματάρχα …»
«Έρχομαι κατόπιν μιας συνομιλίας που είχα με τον συνταγματάρχη Σταμούλη. Με πληροφόρησε για κάποιες έρευνές σας σχετικά …»
«Λάθος σας πληροφόρησε ταγματάρχα. Δεν είχα προλάβει να ξεκινήσω καμιά έρευνα. Αφήστε που έχω ήδη ενημερώσει τον συνταγματάρχη σχετικά με την λογική υπό την οποία βλέπω τα θέματα συνεργασίας ….»
«Περιττό. Περιττό κύριε Αλεξίου. Τα ξέρω όλα αυτά. Όπως ξέρω ότι έχετε διεξάγει μεγάλο τμήμα της έρευνάς σας, κρυφά. Παρανόμως!»
Ο κύριος Αλεξίου πετάγεται πριν προλάβει να συγκρατηθεί.
«Δεν μου λες ταγματάρχη! Ήρθες εδώ για να μου κάνεις πλάκα; Από πότε είναι παράνομο να δουλεύω στο γραφείο μου;»
«Από τότε που αποκρύπτετε τα αποτελέσματα της εργασίας σας», ο ταγματάρχης καταφέρνει να μιλάει κουνώντας τους λιγότερους δυνατούς μύες. Αυτό είναι κάπως τρομακτικό.
Ο κύριος Αλεξίου κοιτάζει τον ταγματάρχη –έχει καταλάβει ήδη ότι το μοντέλο που του έστειλαν είναι εξελιγμένο. Χαίρεται –επιτέλους ένας καλός αντίπαλος στο σκάκι. Χαμογελάει.
«Έχετε αποδείξεις για όσα λέτε ταγματάρχα;»
Είναι η σειρά του στρατιωτικού να δείξει τα δόντια του.
«Νομίζετε ότι μας χρειάζονται αποδείξεις κύριε Αλεξίου;»
«Σαφώς και όχι. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, δεν βλέπω τον τρόπο με τον οποίο θα με πείσετε να συνεργαστώ μαζί σας –όσο ακολουθείτε αυτή τη μονοκόμματη τακτική …»
Ο ταγματάρχης σηκώνεται.
«Δεν τίθεται κανένα θέμα συνεργασίας. Ούτε έχω έρθει εντεταλμένος –σας διαβεβαιώνω. Απλά θέλω να μάθω κάτι, σημαντικό για μένα. Ιωάννης Καστρινός. Αντώνιος Ανδριτσάκης. Νικόλαος Μανιάτης. Γρηγόριος Σπηλιώτης. Σας λένε τίποτα αυτά τα ονόματα;»
Ο κύριος Αλεξίου ξέρει να κρύβει πολύ καλά την απορία του. «Που το έμαθαν; Από πότε το ξέρουν; Τι τρέχει εδώ πέρα;» Ο κύριος Αλεξίου κάνει ένα λάθος. Όταν ακούς άσχετα ονόματα αντιδράς άμεσα. Και αυτός έχει ήδη αργήσει. Κοιτάζει τον ταγματάρχη κι εκείνος χαμογελάει, όρθιος απέναντί του, με τα χέρια στις τσέπες του χιτωνίου του.
«Λοιπόν κύριε Αλεξίου;»
«Δεν ξέρω κανένα από αυτά τα ονόματα –δεν μου λένε τίποτα …» σωστή αντίδραση, μια εμφανώς μικρή σύγχυση –αλλά λάθος χρόνος.
Ο ταγματάρχης συνεχίζει να χαμογελάει.
«Δεν πειράζει κύριε Αλεξίου. Αντίο σας … όπως και νάχει …», βγάζει αργά το δεξί του χέρι από την τσέπη, μόνο που τραβάει μαζί κι ένα πλακέ περίστροφο. Παιδικό παιχνιδάκι.
Ο κύριος Αλεξίου σφίγγεται –«στρατιωτικός ηλίθιε, όχι αστυνομικός!» -μετράει την απόσταση, δεν προλαβαίνει. Τρώει την πρώτη σφαίρα στο στήθος, τραντάζεται πριν η δεύτερη σφαίρα τον βρει στο πρόσωπο. Ο ταγματάρχης τον παρακολουθεί όσο σωριάζεται. Δεν υπάρχει λόγος για τρίτη βολή. Στρώνει τα ξανθά μαλλιά του προς τα πίσω και φοράει το πηλίκιό του. Πηγαίνει αργά προς την πόρτα, την ανοίγει και τότε, προσέχει το πιόνι στο χέρι του κυρίου Αλεξίου. Ξαναμπαίνει μέσα, αγγίζει το χέρι με την άκρη του παπουτσιού του, ο «τρελός» κυλάει στο πάτωμα.
«Κάποια συμβολική μαλακία παίζει εδώ –αλλά χέστηκα στην τελική», σχολιάζει ο ταγματάρχης γελώντας. Πριν χαθεί στο βάθος του διαδρόμου.
Ο κύριος Αλεξίου μένει πίσω, να ατενίζει το ταβάνι με τρία μάτια.

Μονόλογοι πριν τους διαλόγους
Μέσα στο σπίτι -η Μαριάνα μπαίνει λίγο μετά τον Αντώνη. Τον βλέπει με την άκρη του ματιού της να απομακρύνεται, να πηγαίνει προς τα πίσω δωμάτια –κάπου τον χάνει εντελώς. Είναι σκοτάδι εκεί.
Η Μαριάνα κάνει νόημα στον Γρηγόρη –«κερνάς τσιγάρο;»
Εκείνος βγάζει δύο από το πακέτο του και τα ανάβει.
«Έπρεπε να τον πηδήξεις, πάντως», της επισημαίνει δίνοντας το τσιγάρο.
«Ναι ε;» πετάγεται εκείνη. «Ξέρεις κάτι αδερφούλη; Παντρεύτηκα πριν πάρω το απολυτήριο Λυκείου, ξόφλησα αμετάκλητα δίπλα σε έναν μαλάκα που τον σιχάθηκα από το πρώτο πήδημα κιόλας. Θέλω να πω … αυτά όλα ήταν ένα όνειρο και δεν έχουμε συνηθίσει να γαμάμε τα όνειρά μας. Μπήκες;»
Ο Γρηγόρης την κοιτάζει.
«Δεν είναι δικά σου όλα αυτά».
«Είναι και δικά μου μαλάκα –ακόμα να πάρεις χαμπάρι;»
Ο Γρηγόρης γελάει.
«Και δικά σου και …»
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή τους διακόπτει ένας πυροβολισμός –κι ο ήχος μοιάζει πολύ με πόρτα που κλείνει. Κοιτάζονται, κοιτάζουν τριγύρω.
«Εδώ ρε πούστη μου! Ελάτε πίσω! Πίσω!» φωνάζει ο Γιάννης.
Τον ακολουθούν χωρίς να σκεφτούν. Σκοντάφτουν σε σοβάδες στον διάδρομο, σκουντουφλάνε, φτάνουν στο πίσω δωμάτιο. Δεν έχει πόρτα. Και στον τοίχο απέναντι από το άνοιγμα, ακουμπάει καθιστός ο Αντώνης –με το κεφάλι μισοχυμένο στην ξεφτισμένη ταπετσαρία κι ένα τσιγάρο να καίει στο αριστερό χέρι. Το δεξί κρατάει ακόμα την καραμπίνα σφηνωμένη ανάμεσα στα δόντια του.
«Τι έκανες γαμώ το στανιό μου!» φωνάζει ο Γρηγόρης.
Η Μαριάνα πισωπατάει ουρλιάζοντας.
Ο Γιάννης ακουμπάει στο άνοιγμα της πόρτας και κοιτάζει αγριεμένος. Κοιτάζει μισό μέτρο πιο δίπλα από τον Αντώνη.
«Δεν ήταν ανάγκη ρε κορόιδο. Αύριο θα φεύγαμε παρέα», μουρμουρίζει.

Ο ταγματάρχης οδηγεί ένα αυτοκίνητο με συμβατικές πινακίδες –επιταγμένο. Κάνει μια μεγάλη παράκαμψη για να περάσει δίπλα από το λιμάνι, βρίσκει ένα ήρεμο μέρος, μακριά από τις αποβάθρες και πετάει το πλακέ πιστόλι. Κοιτάζει πέρα προς τη θάλασσα για μια στιγμή, πριν γυρίσει προς το αυτοκίνητό του. Σταματάει απότομα. Μια λακκούβα με λασπόνερα, το αριστερό παπούτσι του βουλιάζει εκεί μέσα. Στριφογυρίζει το κεφάλι νευριασμένος. Μετά, κάθεται ο μισός έξω από το αυτοκίνητο, βρίσκει ένα ρολό χαρτί και καθαρίζει το παπούτσι του σχολαστικά. Το σκέφτεται λίγο –βρίσκει ένα μάλλινο κομμάτι υφάσματος στη θήκη της πόρτας και γυαλίζει τη μύτη του παπουτσιού του. Σφυρίζοντας. Μετά ξεκινάει αποφεύγοντας να ασχοληθεί με τα υπολείμματα χαρτιού που άφησε πεταμένα πίσω του.
Μέχρι το κτίριο του Γενικού Επιτελείου οδηγεί βαριεστημένα –στα πρώτα μπλόκα επιταχύνει δοκιμάζοντας την ετοιμότητα των σκοπών. Πρώτο μπλόκο, τον σημαδεύουν με τα αυτόματα –δείχνει τα χαρτιά του. Δεύτερο μπλόκο, δεν ασχολούνται καν μαζί του –φρενάρει και δείχνει τα δάχτυλά του. Μοιράζει από 5 μέρες φυλακή στους σκοπούς και 10 στον δόκιμο που είναι υπεύθυνος. Παρκάρει, δέκα μέτρα απόσταση από τις σκάλες –το Επιτελείο σφύζει από ζωή απόψε. Και απόψε. Ανεβαίνει με χορευτικό βήμα. Περνάει τους διαδρόμους, αλαφιασμένοι φαντάροι τρέχουν μεταφέροντας φαξ. Ανεβαίνει τις εσωτερικές σκάλες, σταματάει έναν όροφο πριν το γραφείο του.
«Κώστα –εδώ!» φωνάζει κουνώντας το δεξί του χέρι.
Ο άλλος τον βλέπει, μοιάζει λίγο χαμένος αλλά τελικά χαμογελάει βεβιασμένα. Πλησιάζει. Ο ταγματάρχης τον χτυπάει μια ψεύτικη γροθιά στα διακριτικά της στολής.
«Τι έγινε ρε παιδί; Πως είσαι έτσι; Σα να σου φάγανε τη γκόμενα».
Ο άλλος ξύνει το κεφάλι του.
«Γάμησέ τα ρε Δημήτρη. Τι μπουρδέλο κράτος είναι αυτό που έχουμε!»
«Γιατί; Τι έγινε;»
«Της πουτάνας έγινε. Μας ήρθε εντολή να μαζέψουμε τις μονάδες από την επαρχία –μόνο εδώ στην πρωτεύουσα θα επιχειρούμε πλέον».
«Όπα!»
«Χέσε μέσα σου λέω! Οι ταξίαρχοι στον 8ο κοντέψανε να φάνε τα πηλίκιά τους. Έτοιμοι ήμασταν να ξαναπάρουμε πίσω όλη τη χώρα! Κι έρχονται τώρα να μας πουν ‘στοπ’!»
«Ποιοι;»
«Ποιοι άλλοι ρε μαλάκα; Οι πολιτικάντηδες!»
«Από πού ξεφύτρωσαν αυτοί;»
«Τους παραδώσανε τη διακυβέρνηση πάλι! Αντί να τους φορτώσουν σε μια φρεγάδα και να τους φουντάρουν στ΄ανοιχτά …»
«Κατάλαβα. Πάει το γλέντι δηλαδή».
«Πάει. Ο δικός μου έχει λυσσάξει από το μεσημέρι. Με τρέχει σα νεοσύλλεκτο ο καργιόλης!»
«Καλά –τι να πούμε τώρα; Με το άλλο που σου είπα, έκανες τίποτα;»
«Ποιο άλλο;»
«Ξύπνα ρε μαλάκα!»
«Α, συγνώμη ρε Δημήτρη. Τρέχω πανικόβλητος από το μεσημέρι … Τέλος πάντων, κάποια άκρη βρήκα».
«Για λέγε!»
«Ένας από αυτούς που μου είπες βρέθηκε σκοτωμένος».
«Ποιος;»
«Ο Βασίλης … τάδε …»
«Εντάξει –παρακάτω. Οι υπόλοιποι;»
«Δεν είναι στα σπίτια τους, έστειλα αποσπάσματα. Αλλά …»
«Ναι;»
«Κάτι πληροφορίες μιλάνε για τέσσερις περίεργους που έχουν κλειστεί σε ένα σπίτι. Έχουν και μια γυναίκα μαζί τους …»
«Τέσσερις;»
«Ναι. Δηλαδή τρεις ήταν στην αρχή και μετά μάζεψαν άλλον ένα. Τραυματία, λένε».
«Και μια γυναίκα;»
«Ναι»
«Τι γυναίκα;»
«Ξέρω ‘γω; Απ΄αυτές που έχουν τον κώλο πίσω».
«Καλά. Που είναι το σπίτι».
Ο άλλος ψάχνεται και δίνει ένα κίτρινο χαρτί στον ταγματάρχη. Το χαρτί έχει κόλα στην άκρη του και έχει μαζέψει βρωμιά από το εσωτερικό της τσέπης. Ο ταγματάρχης το κοιτάζει πριν το σκίσει.
«Ευχαριστώ αγόρι μου».
«Για μισό ρε! Τι τα ήθελες αυτά;»
Ο ταγματάρχης τον αγκαλιάζει φιλικά.
«Μυστική αποστολή λοχαγέ. Κωδικός ‘τ΄αρχίδια μας κουνιούνται’. Άκρως απόρρητον και εμπιστευτικόν», ψιθυρίζει ο ταγματάρχης.
«Κόψε ρε τις σάχλες!» γελάει ο άλλος.
Ο ταγματάρχης χτυπάει μια αστεία προσοχή και ετοιμάζεται να φύγει.
«Που πας τώρα; Έχουμε επιφυλακή!»
Ο ταγματάρχης τον κοιτάζει.
«Για κατούρημα πάω ρε Κώστα –τι νόμισες;»
Και εξαφανίζεται στις σκάλες. Κατεβαίνει, τρέχει προς την έξοδο. Θέλει να προλάβει.

Η Μαριάνα κάθεται δίπλα στο πτώμα του Αντώνη. Αποφεύγει να τον κοιτάξει κατά πρόσωπο, αγγίζει μόνο την ανοιχτή του παλάμη.
«Δεν έμαθες ποτέ –έτσι; Κανένας από εσάς δεν έμαθε ότι ήσασταν τόσο κοντά. Δυο βήματα θέλατε –λίγη υπομονή, μέχρι να ξυπνήσουμε ένα πρωί κλαίγοντας. Που ήσουν όταν θέλαμε να φύγουμε, να γλιτώσουμε; Μου ήρθες στο σχολείο, μέσα στα σπυριά και τα κόμπλεξ –τι να σε κάνω τότε; Ήθελα άντρα, όχι παιδάκι –γιατί δεν ήρθες πάλι όταν έγινες άντρας; Γιατί ρε μαλάκα; Μου σήκωσες τα μυαλά με ωραία λόγια και δανεικά όνειρα και μετά με παράτησες δίπλα σ’ ένα κτήνος. Γιατί ρε; Δε μ΄αγάπαγες; Σκέτα φούμαρα ήταν; Όποιος αγαπάει, επιμένει ρε βλάκα. Ξεκοιλιάζει τον δράκο και σώζει το κορίτσι –δεν το θυμάσαι; Που είναι το όνειρό μου ρε βλάκα; Που είναι τα όνειρα που μου ΄ταξες;»
Η Μαριάνα σκύβει το κεφάλι, δεν ξέρει αν απομένει τίποτα άλλο να ειπωθεί. Πίσω της, ακουμπισμένοι στον τοίχο την κοιτάζουν.
«Στενάχωρη εικόνα –έτσι;»
«Μάλλον. Αλλά … τέλος πάντων … Δεν ήξερα ότι με περίμενε».
«Το ήξερες, αλλά φοβήθηκες».
«Το ήξερα, αλλά φοβήθηκα –σωστά».
«Πάλι ψέματα λες!»
«Πάλι ψέματα λέω –σωστά».
«Δεν νομίζεις ότι έφτασε ο καιρός να παραδεχτείς ότι η Μαριάνα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από κάποια βολική δικαιολογία;»
«Κι αν το παραδεχτώ τι θ΄αλλάξει τώρα πια;»
«Τίποτα. Απλά δεν θα μου σπας τον πούτσο με το υφάκι ‘ιδανικός κι ανάξιος εραστής’. Και ίσως να πας στην κόλαση επειδή έπαιξες με την ψυχή μιας γυναίκας».
«Υπάρχει κόλαση τελικά;»
«Δεν ξέρεις ρε κορόιδο; Από κει έρχεσαι!»
«Σωστά. Άσε που, ακόμα κι αν υπάρχει κόλαση, θα έρθεις μαζί μου. Δε νομίζω ότι θα τη σκαπουλάρουν τα πρεζάκια».
«Δεν ξέρω –κάτι έχω ακούσει σχετικά, αλλά δεν το έψαξα. Τι λες; Δεν την κάνουμε από λίγο –λίγο ρε Αντώνη; Αύριο θα έχουμε επισκέψεις –να μην τους φανούμε πρόχειροι!»
«Θα έρθουν τελικά;»
Ένας πυροβολισμός διέκοψε την ησυχία του δωματίου. Ακολούθησαν μαζεμένες ριπές και μακρινές εκρήξεις.
Ξημέρωνε.

(συνεχίζεται και τελειώνει -έτσι νομίζω)

13 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

ell είπε...

Παλιοβλάκα
δεν το περίμενα...

ευτυχώς που δεν είναι κανείς εδω, μόνο ένας στο μέσα γραφείο

είναι πάρα πολύ ωραίο μπράβο σου κ ας στεναχωρήθηκα

πολύ πολύ καλα γραμμένο

αδιέξοδο, κ λες ότι μάλλον το επόμενο θα είναι το τέλος
δε βάζεις καλύτερα την Tomboy να γράψει το επομενο... μία γυναικεία άποψη... εσένα σ' αρέσει να τα χαλάς όλα

τελοσπάντων είναι γεμάτο συναίσθημα, πολύ ατμοσφαιρικό έτσι όπως τα περιγράφεις. Καλά είχε πει ο Αντί-λογος ότι παίζεται σαν ταινία στο κεφάλι του/μας. Αν κ τα μόνα χρώματα που βγάζει είναι άσπρο μαυρο.

καταραμένε Motorcycle Boy

ell είπε...

Σόρρυ για τα επίθετα.

Απλά δεν περίμενα κάποια πράγματα κ είναι πολύ ζωντανο!

ell είπε...

Α! κ ένα κομματάκι που δε μπορώ να σταματήσω να το ακούω εδώ κ μια βδομάδα:
Babis Stokas_Eytixismenos pou yparxeis
δεν έχω λινκ να σου το δώσω σε ένα μπλογκ το ακούω
κ μου κολλάει με το κείμενό σου
(τα οποία κειμένά σου -ειδικά κάποια- μένουν για καιρό στο μυαλό μου)

The Motorcycle boy είπε...

Ευχαριστώ για τα επίθετα ρε συ -αυτό σημαίνει οτι κάτι σου είπε το κείμενο! Όλα αυτά είναι τιμητικά για μένα -θυμάμαι μια φορά με έβριζε η Μανταλένα γιατί την είχα κάνει να κλαίει στο γραφείο με μια ιστορία.

Σκέψου το εξής: Ας πούμε οτι αυτοί οι τύποι έβγαιναν από αυτή την ιστορία ζωντανοί. Δεν έχω γράψει το τέλος -ας πούμε λοιπόν οτι το γράφεις εσύ. Τι θα γινόταν μετά; Θα πήγαιναν σπιτάκια τους σε στυλ "ουφ, γαμήσαμε τα πάντα, αλλά ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα"; Ο Γιάννης θα γύριζε στην οικογένειά του καθαρός -γιατί θα είχε εκπληρώσει το χρέος του; Η Μαριάνα θα παντρευόταν τον Νίκο κι ας ήταν αυτός ομοφυλόφιλος; Ο Γρηγόρης θα ξανάβρισκε τον έρωτα της ζωής του;
Ας πούμε οτι αυτοί θα έβγαιναν ζωντανοί -σκέφτεσαι σε τι κόλαση θα έπρεπε να ζήσουν;

Υ.Γ.: Τον Στόκα τον έχω πάρει με κακό μάτι -μου τη δίνει η φάτσα του ρε γαμώτο! Και είμαι και αντι-Πυξ Λαξ-ικός, αλλά ευχαριστώ πάντως για το κέρασμα. Δεν μετράει ποτέ το δώρο, η διάθεση μετράει.

ell είπε...

Εντάξει έχεις δίκιο κ το ξέρω.
Θα ήταν γελοίο να πάει αλλιώς κ τότε ούτε βρίσιμο δε θα έλεγε

αλλιώς θα ήταν σαπουνόπερα ή μία γελοία τετριμμένη μ....κία από τις οποίες έχουμε μπουχτίσει. το γνήσιο εκλείπει κ απορώ που μερικοί άνθρωποι δεν μαϊμουδίζουν στο ελάχιστο κ μπορούν κ γράφουν έτσι.
Εξαρχής ήταν περίεργη ιστορία κυρίως με τον τρόπο που είναι γραμμένη.

Υ.Γ. κ γω είμαι αντιπυξλαξική! Δεν ήξερα ότι ήταν σους Πυξ-Λαξ. Δεν συγκρατώ ονοματα ούτε κ από καλλιτέχνες που μου αρέσουν

με την παραπάνω εκδοχή που μου λες θα ήταν που θα ταίριαζε το τραγούδι απόλυτα

Υ.Γ. δεν το ξερα ότι η Μανταλένα είναι τόσο ευαίσθητη...

ell είπε...

Τελικά ο Αλεξίου ήταν δικός τους; αυτός που περιμένανε, ο Δημήτρης;
Αν είναι να φανούν κάποια πραγμ. στην πορεία, μη μου πεις

Κ κάτι άλλο. Το σημείο που ο Αντώνης πάει έξω με τη Μαριάννα δεν είναι κ απο τα πολύ καλά κομμάτια.

The Motorcycle boy είπε...

Ο Δημήτρης ο ξανθός ήταν αυτός που καθάρισε τον Αλεξίου. Και που ξεκίνησε να πάει να βρει τους υπόλοιπους. Ο Αλεξίου δεν ήταν δικός τους -απλά ένας καλός παίκτης σκάκι που βρισκόταν στην αντίπαλη ομάδα.

Το κομμάτι που ο Αντώνης πάει έξω με τη Μαριάνα είναι καραμπινάτη αναφορά στον "διάλογο στον κήπο" από τη "Γλυκιά Συμμορία". Βέβαια, το αυθεντικό είναι πάντα καλύτερο από την απομίμηση, αλλά η απομίμηση έχει τον σκοπό της. Δηλαδή μπήκε εκεί γιατί αρέσει σε μένα να το διαβάζω. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να αρέσει και στους άλλους -το αντίθετο μάλιστα.

Έχω δίκιο με την διαφορετική εκδοχή -το ξέρω. Είναι μερικά πράγματα που πάνε αναγκαστικά. Κι εγώ νιώθω οικεία με κάποιους χαρακτήρες που δημιουργώ -ειδικά με τον χαρακτήρα του Γιάννη, στη συγκεκριμένη ιστορία. Αλλά, δυστυχώς και για μένα, τα πράγματα πάνε μόνα τους. Μη νομίζεις δηλαδή οτι έχω κι εγώ πολλές επιλογές στη διαμόρφωση μιας ιστορίας. Είναι σα να βάζεις τον ήρωά σου μπροστά από μια μεγάλη λακκούβα με βρωμόνερα. Τι θα κάνει -τι μπορεί να κάνει; Αναγκαστικά θα πατήσει μέσα, αλλιώς ο ήρωάς σου γίνεται σούπερμαν ας πούμε, ή σούπερ μαλάκας απογευματινού σήριαλ.
Η Μανταλένα είναι, μάλλον, το πιο ευσυγκίνητο άτομο που έχω γνωρίσει. Μπορεί να βάλει τα κλαμματα ακόμα και με ένα μυρμήγκι που αγκομαχάει κουβαλώντας κάποιο βαρύ ψίχουλο!

ell είπε...

Ναι,ε; Δεν ξέρω, από την προηγούμενη φορά δε μου κολλούσε καλά το όλο σκηνικό με τον Αντώνη κ τη Μαριάννα γιατί ήταν σαν να λέμε: Αχ, βαριέμαι, κ αφού δε βρίσκω κάτι καλύτερο να κάνω ας φάω... αυτό που έχω μπροστά μου...

Για την Μανταλένα δεν το φανταζόμουν... παρόλο που όταν είχα βρει το μπλογκ της δεν ξεκολλούσα...
τελικά είναι ζο-χαδιάρικο παιδάκι

ell είπε...

Κ κάτι άλλο, αν μπορείς σε παρακαλώ να μου απαντήσεις.

Έσεις που έχετε μπλογκ μπορειτε να βλέπετε π.χ. εμένα που μπαίνω να σας διαβάσω με κάποιο τρόπο (από κωδικούς, δεν ξερω) κ έτσι να ξέρετε ότι η ell π.χ. είναι μέσα στο μπλογκ μου ή ότι αυτή έκανε αυτό το σχόλιο;

Κ αν εγώ π.χ. γράψω ως ανώνυμος ή με κάποιο άλλο nickname να ξέρετε παρόλα αυτά ότι είμαι εγώ;

The Motorcycle boy είπε...

Χμμ, δεν ήταν έτσι ακριβώς ανάμεσα στον Αντώνη και στη Μαριάνα. Ήταν περισσότερο το δίλημμα που βάζουν στο τέλος "πηδάμε τα όνειρά μας με κίνδυνο να τα γαμήσουμε κανονικά -ή την κάνουμε ανικανοποίητοι;"
Απλά, η Μαριάνα και ο Αντώνης είναι δυο πρότυπα ανθρώπων που δεν έχει τύχει να γνωρίσεις (λογικό είναι -αυτά συνέβαιναν σε παλιότερες εποχές που εσύ ήσουν μικρή). Τέλος πάντων, αυτό που έχουν μπροστά τους δεν ήταν ποτέ χειροπιαστό και έτσι, ξέρουν οτι δεν μπορούν να το φάνε. Η Μαριάνα είναι στο "ας προσπαθήσουμε" και ο Αντώνης στο "δεν ωφελεί". Γι΄αυτό και αυτοκτονεί ο Αντώνης -όταν βλέπει οτι δεν υπάρχουν τελικά όνειρα.

Υπάρχει ένα ποστ της Μανταλένας (σχετικά παλιό) που, όποιος το έχει διαβάσει και δεν τον έχουν πάρει τα ζουμιά, θα πρέπει να θεωρείται κλινικά νεκρός. Μπορεί να το βρω και να σου στείλω το λινκ.

The Motorcycle boy είπε...

Σχετικά με το αν μπορούμε να σε βλέπουμε:
1. Αυτοί που είναι σε wordpress μπορούν να βλέπουν κανονικά τις διευθύνσεις των ατόμων που τους σχολιάζουν δίπλα στα σχόλιά τους.
2. Εμείς που είμαστε στο blogspot μπορούμε να βλέπουμε τις διευθύνσεις των τελευταίων 20 κάθε φορά που μπήκαν στο μπλογκ μας (άσχετα αν σχολίασαν ή όχι). Κι εσύ μπορείς να τις δεις τις διευθύνσεις αυτές. Αν πας στο πλάι της σελίδας εκεί που έχει το σηματάκι της γης -θα δεις τους 20 τελευταίους. Αυτά είναι ανοιχτά και ελεύθερα.
Ειδικά για σένα και τη διεύθυνσή σου, θα σου απαντήσω σε μέιλ.

ell είπε...

Σ' ευχαριστώ Motorcycle Boy. Κ γενικότερα από τις άρχες που μου απαντούσες (όπως κ σε όλους) παρόλο που σε έπρηζα

Θα περιμένω για το λινκ της Μανταλένας, ελπίζω να το βρεις (κ θα προσπαθήσω να το διαβάσω όταν δε θα 'ναι κανείς εδω, πράγμα δύσκολο)

The Motorcycle boy είπε...

Μην ευχαριστείς -απλά σέβομαι όσους με διαβάζουν γιατί απαιτεί τεράστιο κόπο για να το κάνουν.

Υ.Γ.:Στα έστειλα τα σχετικά.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι