Τετάρτη, Νοεμβρίου 05, 2008

16. Ότι πας να κρατήσεις (γλιστράει μακριά)

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα

2ο μέρος: "Ποτέ ξανά" έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί
13. Οι αποφάσεις που μας πήραν
14. Δωμάτιο μονοθέσιο
15. "96 δάκρυα σε 96 μάτια"

Είναι αυτό το νερό που πέφτει ορμητικό, όταν συναντάει την κορυφή του κεφαλιού μου χωρίζεται στα δύο, κυλάει στους ώμους και φεύγει ανάμεσα στα πόδια μου. Καταρράκτης κανονικός, έχω κλείσει τα μάτια, χάνω τον προσανατολισμό –δεν υπάρχει μπροστά, πίσω, πάνω, κάτω. Το χρειάζομαι αυτό –αναπνέω υδρατμούς και αποσυντονίζομαι. Ώσπου να πέσει μια δροσιά τριγύρω κι ο ατμός να κατακάτσει -μετά έρχεται το κρύο, πέφτουν παγάκια στο στήθος μου. Κλείνω τη στρόφιγγα, η ντουζιέρα βουβαίνεται. Αυτή είναι η δική μου μέθοδος για να σκέφτομαι.

Επειδή τελικά έμεινα κοντά εικοσαήμερο στο σπίτι του Αργύρη. Κι ο άλλος φρίκαρε, τον άφησα με τους λογαριασμούς απλήρωτους –ούτε ξέρω που διάολο μετακόμισε. Δεν έχει σημασία, το θέμα είναι ότι πρέπει να βρω λεφτά στα γρήγορα.

Επειδή ότι φράγκα είχα πάνω μου από τη δουλειά με τις δημοσκοπήσεις έβγαλαν φτερά και πέταξαν δυτικά. Λες να μου τα άρπαξε ο ίδιος πούστης που πήρε και τη μπλούζα μου; Αυτή με τη στάμπα Κόρτο Μαλτέζε, την κολεγιακή. Δεν έχει σημασία, το θέμα είναι ότι δεν υπάρχει δραχμή πλέον.

Επειδή τίποτα δεν είναι δωρεάν και οι μαλακίες πληρώνονται. «Ποτέ δεν έχω πληρώσει για ντρόγκα!» Τι ωραίος που είμαι ο πούστης! Κάτσε τώρα πάνω στον άξονα, ταπί και ψύχραιμος.

Επειδή έψαξα την Άλεξ στον πάτο της Κόλασης κι εκείνη πέρασε από δω, από το ζεστό σπιτικό μου να απαγκιάσει. Με είχε ανάγκη –ίσως. Σίγουρα, με χρειαζόταν. Όσο εγώ κωλοβάραγα, ψάχνοντάς την. Και καλά! Όμως δεν πήγαν όλα στράφι.

Επειδή έμαθα που μένει. Στο περίπου. Μικρή είναι η Νέα Σμύρνη, μια φτυσιά τόπος –θα πάω μέχρι εκεί, θα χτυπήσω, πόσα; 100, 200, 1.000, 10.000 κουδούνια; Αλλά θα τη βρω στο τέλος. «Συγνώμη, μήπως μένει εδώ μια κοπέλα έτσι κι έτσι;» «Κι εσύ ποιος είσαι που την ψάχνεις;» «Ποιος είμαι; Ο άντρας της ζωής της, έρχομαι κατευθείαν από το Ντάλας όπου επιθεωρούσα τις πετρελαιοπηγές μου –είμαι ο σεΐχης Χαρούν Αλ Ρασίδ, όχι περίμενε, λάθος –εκείνος παντρεύτηκε τελικά τη Ρένα Βλαχοπούλου, εγώ είμαι ο Λώρενς της Αραβίας, πάλι λάθος, αυτός ήταν αδερφή –ποιος είμαι;» Κανένας δεν είμαι. Αλλά ξέρω τι πρέπει να κάνω για να ψάξω την Άλεξ και μάλιστα επί πληρωμή.

Χτυπάω το κουδούνι δίπλα στη μεταλλική πινακίδα, φρεσκοξυρισμένος και μυρωδάτος σαν κουφετάκι. Έχω καλή διάθεση, δαιμονισμένα καλή –μάλλον φταίει η απελπιστική μου κατάσταση. Ανοίγει την πόρτα μια βαμμένη τσουρόγρια.
«Τι θέλετε;»
«Είναι μέσα η Μιτσούκο;»
«Και ποιος είστε παρακαλώ;»
«Συνεργάζομαι με την εταιρεία και έλεγα μήπως…»
«Περάστε».
Περνάω πίσω από την πλάτη της. Ξέρω τον δρόμο για το γραφείο, δεν χρειάζεται να με οδηγήσει η γριέτζω κι ευτυχώς δηλαδή, επειδή δεν δείχνει καμιά τέτοια διάθεση. Χτυπάω και μπαίνω κατευθείαν.
«Σαν τα χιόνια τον Αύγουστο!» παρατηρεί εκείνη σηκώνοντας ένα κλικ το κεφάλι της από τη χαρτούρα.
«Τόσο καταστροφικός;» αναρωτιέμαι.
«Μην το παίρνεις κι επάνω σου –εντάξει;» με προειδοποιεί.
Κάθομαι.
«Λοιπόν; Τι νέα;» με ρωτάει βλέποντας ότι δεν βιάζομαι.
«Τίποτα, απολύτως τίποτα», μου ξεφεύγει.
«Δηλαδή δεν τη βρήκες».
«Περίπου».
Ξανασκύβει στη χαρτούρα της –μάλλον θέλει να μου δείξει ότι δεν έχει πολλή ώρα για χάσιμο. Αδιαφορώ γι΄αυτό.
«Το πάλεψα πάντως, κάποια άκρη έβγαλα», λέω στον αέρα.
«Μπράβο σου», μουρμουρίζει εκείνη χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της.
Αρχίζω να μπαίνω στο κλίμα –αρχίζω δηλαδή να νιώθω αμήχανα.
«Τέλος πάντων, επειδή σε κόβω για πνιγμένη στη δουλειά…»
«Δεν είμαι», λέει ήρεμα.
«Όπως και να ‘χει… Ήθελα μια χάρη».
«Φυσικά! Για τι άλλο θα ερχόσουν;»
Κάποια θλίψη διακρίνω κάτω από το φτύσιμο.
«Κοίτα –χρειάζομαι τη βοήθειά σου, είμαι σε χάλια κατάσταση. Αν δε γουστάρεις, πες το μου στα ίσα να μη χαλάμε τζάμπα το σάλιο μας».
«Και τι είμαι εγώ; Το Φιλόπτωχο ή μήπως κάποιος Σύλλογος Ανεύρεσης Μαστουρωμένων Κορασίδων;»
Γέλασα άθελά μου.
«Δεν είσαι στις καλές σου έτσι; Παίχτηκε τίποτα περίεργο;»
«Δικός μου λογαριασμός. Πες μου τι θέλεις».
«Εντάξει. Θέλω μια χάρη –να με βάλεις σε ομάδα που να δουλεύει στη Νέα Σμύρνη. Κάνω οτιδήποτε –δειγματοδιανομή, έρευνα, αιμοληψία, αναλύσεις ούρων –ότι γουστάρεις».
«Γιατί αυτό;»
«Επειδή έμαθα ότι μένει κάπου στη Νέα Σμύρνη και θέλω να ψάξω εκεί πέρα. Και επειδή έχω ξεμείνει εντελώς από φράγκα».
Πετάγεται τότε απότομα, πάει μέχρι την πόρτα, σιγουρεύεται ότι είναι κλειστή –μετά έρχεται πάνω μου.
«Να δω τα χέρια σου ρε πούστη!» κατακόκκινη.
«Μπορείς και να με ρωτήσεις –ξέρεις», απαντάω.
«Άστο, δε χρειάζεται», ξανακάθεται φουρκισμένη. «Καταφέρνω ακόμα να διακρίνω έναν μαλάκα από τη φάτσα, δεν υπάρχει λόγος να δω τα μπράτσα του».
Το αφήνω να περάσει έτσι αυτό, επειδή προβλέπεται συνέχεια.
«Έχω χάσει τον αδερφό μου. 17 χρονών, σε εκείνο το κωλομάγαζο τον Τοξότη. Δυο τετράγωνα από το σπίτι μας και δεν αξιώθηκα ποτέ να πάω, να δω… Τι έκανε ο πιτσιρίκος εκεί μέσα… Με ποιους τραβολογιόταν…» σπάει κάπως η φωνή της.
Αράζω αναπαυτικότερα στην καρέκλα.
«Από τότε που τον βρήκαμε … όπως τον βρήκαμε τέλος πάντων … από τότε έχασα και τα βήματά μου. Δεν ήμουνα ικανή να κάνω το παραμικρό, μονίμως με τη βεβαιότητα ότι κάτι είχα ξεχάσει. Κάτι είχα υπολογίσει λάθος. Εκκρεμές, αυτή ήταν η κατάντια μου, μια μπρος, μια πίσω, συνέχεια να κουνιέμαι και πουθενά να μην πηγαίνω. Το έχεις περάσει; Δε νομίζω. Τέλος πάντων –κατέληξα να ψάχνω στους γκόμενους για θαλπωρή, για μπαμπάδες που θα παίρνουν τις αποφάσεις στη θέση μου, τι σου λέει αυτό;»
Ανασήκωσα τους ώμους.
«Τι να μου πει; Ότι τα έχεις μπλέξει με παντρεμένο –τι άλλο;»
Γέλασε πικρόχολα.
«Μονίμως εξυπνάκιας έτσι;»
«Πως αλλιώς;» παραδέχτηκα.
Το ρίξαμε πάλι στη μούγκα μέχρι να βαρεθώ την ησυχία.
«Λοιπόν τι θα γίνει με την περίπτωσή μου; Θα με φτιάξεις;»
«Δεν ξέρω. Δεν είμαι σίγουρη…»
«Έλα ρε Μιτσούκο –πως το παίζεις τελικά; Έχεις τίποτα κατά Νέα Σμύρνη ή όχι; Αν έχεις βάλε με, αν όχι χέσε με –απλά είναι τα πράγματα», πετάχτηκα από την καρέκλα.
«Όχι τσαμπουκάδες σε μένα, αγόρι μου», σφύριξε γέρνοντας μπροστά την καρέκλα της.
«Ναι –ότι πεις. Στις διαταγές σου –να κάνω και δυο τούμπες τώρα; Ή θα μου ρίξεις έναν ακόμα γύρο θλιβερών ιστοριών με νεκρά αδερφάκια, γονείς περήφανους εργάτες στα καρνάγια και παραστρατημένες κόρες; Κάνε παιχνίδι κι εγώ θα κάνω ότι νοιάζομαι», ξανακάθισα, αλλά σηκώθηκα επιτόπου επειδή το μετάνιωσα. Όχι που κάθισα, αυτά που είπα μετάνιωσα.
Η Μιτσούκο έψαξε στη χαρτούρα της, κεφάλι σκυμμένο, ώμοι απασχολημένοι και σκεπτικοί λες και δεν υπήρχα.
«Αύριο 9 η ώρα να είσαι στην πλατεία Νέας Σμύρνης», ψιθύρισε στο τέλος.
«Γεγονός;» αναρωτήθηκα.
«Άντε και γαμήσου τώρα», με προέτρεψε κακόκεφα.
«Ευχαριστώ πολύ», μουρμούρισα.
«Ακόμα εδώ είσαι;» αναρωτήθηκε.
Έφυγα να μην της βρωμίζω άλλο τον αέρα που ανέπνεε. Λέμε τώρα.

Αυτή η πλατεία μου θυμίζει ξενύχτια δίπλα σε πύργους χτισμένους με μπουκάλια μπύρας, άδεια μπουκάλια και τρεχαλητό να ξεφύγουμε από τη γωνιακή πιτσαρία επειδή δεν έχουμε να πληρώσουμε το λογαριασμό. Αυτή η πλατεία της Νέας Σμύρνης είναι μαγικό μέρος τις νύχτες και μιζέρια σκέτη τα πρωινά. Σαν τώρα, καλή ώρα. Καπνίζω περιμένοντας.
Πρώτο σκάει το φορτηγάκι της εταιρείας, σηκώνομαι στις μύτες για να δω τι κουβαλάει. Ότι και να ‘ναι, σε καλό δεν θα μας βγει. Οι πίσω ρόδες έχουν καθίσει, βαρύ πράμα.
«Φάε ρε ένα μαλάκα!» ακούω πίσω μου και πριν προλάβω να εντοπίσω το φαγώσιμο έχω αρπάξει μια γερή σφαλιάρα. Δεν χρειάζεται να γυρίσω αλλά το κάνω.
Το τρομερό δίδυμο, Τάκης-Πέτρος, χαμογελάει ντούμπλεξ. Ίσως ανακουφισμένο.
«Τι έναν; Δύο βλέπω εγώ!» τους διορθώνω.
«Που χάθηκες; Παίχτηκε κάτι ΣΟΣ και εμάς μας άφησες στην απέξω; Ή μας κάνεις ακόμα μουτράκια;» γελάει ο Τάκης.
«Έψαχνα για κάποιο άχυρο και τρυπήθηκα στις βελόνες», λέω εγώ.
«Για ξηγήσου!» περιμένει ο Πέτρος.
«Αργότερα. Τώρα δε μου λέτε τι παίζει εδώ πέρα;»
«Εδώ παίζει η Χαμαλίκη στη Χώρα των Μαλακτικών», μουρμουρίζει ο Πέτρος. «Πολύ κουβάλημα, πλούσια δώρα».
Κοιτάζω το προσωπικό να ξεφορτώνει τιγκαρισμένες τσάντες. Μπλέξαμε!
Αλλά τους μαγκώνω πριν μου φύγουν.
«Μαλάκες, ακούστε –θα το πω μόνο μια φορά. Δεν είμαστε εδώ μόνο για να μοιράσουμε μαλακτικά, ούτε μόνο για να κονομήσουμε το μεροκάματο…»
«Αλλά;» κάνουν συγχρονισμένα.
«Ψάχνουμε να βρούμε ένα σπίτι».
«Γιατί; Θα ανοίξουμε μεσιτικό γραφείο;»
«Σκάστε ρε! Στην ευρύτερη περιοχή μένει η Άλεξ».
Σκάνε. Σκέφτονται.
«Λέγε παρακάτω», μουρμουρίζει ο Τάκης.
«Ψάχνουμε λοιπόν για κουδούνια με γυναικεία ονόματα. Ξέρουμε ότι η Άλεξ μένει με κάτι φίλες της –εντάξει;»
«Εντάξει».
«Ψάχνουμε επίσης για κουδούνια ζωγραφισμένα. Λουλουδάκια, μελισσούλες, παπαρουνίτσες…»
«Συριγγούλες», συμπληρώνει ο Τάκης.
«Ότι γουστάρεις», ανακεφαλαιώνω. «Και φυσικά … ψάχνουμε για το ηρωικό Τάουν Μέιτ, ξηγηθήκαμε;»
«Και τι πιθανότητες έχουμε να τη βρούμε;» ρωτάει ο Πέτρος.
«Μια στις δέκα χιλιάδες, ή λίγο λιγότερο», απαντάω.
«Δηλαδή… μιλάμε για βεβαιότητα –όχι για πιθανότητα!» συμπεραίνει ο Τάκης.
«Έτσι ακριβώς», συμφωνώ.

Σέρνω μια ξέχειλη τσάντα, μαζί με τη γαμιόλα τη μοίρα μου, σε ασανσέρ πολυκατοικιών, σκαλοπάτια ραγισμένα, επιφυλακτικά μάτια να γυαλίζουν πίσω από τους «ρουφιάνους» στις ξύλινες πόρτες –διαβάζω ονόματα σε κουδούνια. Στα γυναικεία επιμένω.

Πέφτω πάνω σε γριές που πεθαίνουν ξεχασμένες, πέφτω πάνω σε κλειστές πόρτες αλλά ρωτάω όσους μου ανοίγουν στον ίδιο όροφο –«α, μα δεν θα τη βρείτε τέτοια ώρα την κυρία τάδε, δουλεύει δασκάλα στο σχολείο, υπάλληλος στην εφορεία, πουτάνα στη Φυλής», κάπως έτσι. Αδειάζω την τσάντα, μοιράζω τα δείγματα χωρίς να βγάλω άκρη. Ακουμπάω σε μια είσοδο πολυκατοικίας, ανάβω τσιγάρο να ξαποστάσω –πως μου πέρασε από το μυαλό ότι θα την έβρισκα; Λάθος -πως μου περνάει από το μυαλό ότι υπάρχει περίπτωση να μην την ξαναβρώ; Πετάω το τσιγάρο μισό, ξεκινάω πάλι. Σήμερα θα σπάσω όλα τα ρεκόρ, σήμερα θα γίνω υπάλληλος –πρότυπο για την εταιρεία.

Στο πρώτο ραντεβού ανεφοδιασμού συναντάω κατεβασμένα κεφάλια.
«Μας έμπλεξες ρε μαλάκα».
«Μέχρι που αναγκάστηκα να δουλέψω κανονικά δηλαδή! Τέτοια ξεφτίλα!»
«Αποτέλεσμα μηδέν –έτσι;»
Μηδέν από μηδέν, μηδέν.
«Ρε η Ανθή γιατί δεν είναι μαζί σας;» αποφασίζω να αλλάξω κάπως την κουβέντα.
«Η Ανθή!» αναπολεί ο Τάκης.
«Ηφαίστειο στο κρεβάτι η Ανθή!» συμπληρώνει ο Πέτρος.
«Κόφτε τις μαλακίες!» φουρκίζομαι.
«Η Ανθούλα μάς την έκανε. Και με το δίκιο της. Δεν έλεγε να βρωμίζει τα δαχτυλάκια της με τα μελάνια… Το’ξερες ότι κάνει μανικιούρ;»
Ξύνω το κεφάλι –προτιμώ να μη μιλήσω.
«Έτσι που λες, μανικιούρ ΚΑΙ πεντικιούρ! Κυρία κανονική!»
«Έφυγε λοιπόν -προτίμησε να αρμέγει το γέρο της παρά να ξυπνάει αχάραγα και να σέρνει τον χαρτοπόλεμο».
«Καλά έκανε. Και για να΄χουμε καλό ρώτημα….» σταματάω, τους κοιτάζω.
«Τίποτα δεν έγινε ρε μαλάκα! Τι μας πέρασες!» πετάγεται ο Τάκης.
«Φίλος μας είσαι. Σεβαστήκαμε την άποψή σου!» σιγοντάρει ο Πέτρος.
Τους κοιτάζω.
«Εντάξει. Πείτε τώρα και την κανονική ιστορία γιατί έχουμε και δουλειές».
Ο Τάκης στρώνει τα μαλλιά του κατά πίσω.
«Το γεγονός λοιπόν είναι ότι η Ανθή γούσταρε Πέτρο. Τεκμηριωμένο αυτό. Άσε δηλαδή που κι εγώ είμαι κολλημένος ακόμα με Ηρώ…», λέει ο Τάκης.
«Ακόμα μ΄αυτό το σούργελο;» απορώ.
«Ναι ρε –τι γουστάρεις; Είμαι καψούρης!»
«Πάσο. Γιατί λοιπόν δεν έγινε τίποτα ανάμεσα σε Ανθή και Πέτρο;» απορώ.
«Επειδή ο μαλάκας πήγε και κόλλησε κονδυλώματα –κατάλαβες;»
Κοιτάζω τον Πέτρο, κουνάει το κεφάλι λυπημένα.
«Από πού κόλλησες ρε βλαμμένε;»
«Ξέρω ‘γω; Δεν πρόσεχα και πολύ όσο έσπαγα το προσωπικό μου ρεκόρ…»
«Κάποιος πρέπει να σου μιλήσει για τις καπότες».
«Ναι αν ποτέ θελήσω να ασχοληθώ με θερμοδυναμική μέσω τριβής ελαστικών θα τον περιμένω να μου μιλήσει».
Ανασηκώνω τους ώμους. Δίκιο έχει. Έτσι κι αλλιώς το πήδημα σπάνια αξίζει τον κόπο, αν πρόκειται να βάλουμε και λάστιχα στο ενδιάμεσο –χέστα κι άστα. Τουλάχιστον γλίτωσε η Ανθούλα, αν και δεν μπορώ να πω με σιγουριά πόσο καλό ή κακό είναι αυτό.

Είμαι τώρα με το δάχτυλο μετέωρο. Μπροστά σ΄αυτό το κουδούνι που δεν γράφει όνομα, μόνο κάτι σχεδιάκια με στένσιλ και μια επισήμανση, «ΠΙΕΣΑΤΕ ΜΟΝΟ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΥΡΚΑΓΙΑΣ». Δικά μας είναι τα άτομα που μένουν στο διαμέρισμα –σίγουρο αυτό. Αλλά υπάρχει περίπτωση να; Δεν θα το μάθω αν δεν πατήσω το κουδούνι. Το πατάω.
Και δεν γίνεται τίποτα. Κανένας ήχος, καμιά κίνηση πίσω από την πόρτα. Τίποτα. Περιμένω. Ξαναπατάω, δυνατότερα αυτή τη φορά –πάλι τίποτα. Γαμώ τη ζωή μου μέσα! Χτυπάω την πόρτα, στην αρχή διακριτικά, μετά με γροθιές. Γιατί το κάνω; Γιατί έτσι.
«Ποιος είναι;» ακούω την τραχιά φωνή –αντρική, δεν χωράει αμφιβολία.
«Κάνουμε μια δειγματοδιανομή…»
«Στ’ αρχίδια μας κι εμάς…», βρυχάται ο από μέσα.
«Κωστής Παλαμάς», συμπληρώνω απέξω.
Η πόρτα ανοίγει.
«Τι θε ρε μάγκα;» ρωτάει ένας πάνκης στην ηλικία μου, πάνω-κάτω.
Τον κόβω προσεκτικά –κάπως γνωστή φάτσα, αλλά του σωρού.
«Κοίτα, μοιράζω αυτά τα σκατολοϊδια δωρεάν…»
«ΟΚ, άσε και φύγε», κάνει δυο βήματα πίσω όσο τα λέει.
«Θέλω όμως και να ρωτήσω κάτι…»
«Πλασιέ είσαι ρε πούστη; Δεν έπρεπε ν’ ανοίξω τελικά!»
«Σταμάτα αδερφάκι μου –κόψε λίγο! Κάτσε να μιλήσω!»
«Δε θέλω να αγοράσω τίποτα», και η πόρτα παίρνει να σφαλίζει.
Την κρατάω με το πόδι.
«Ψάχνω για μια κοπέλα».
«Ψάχτη! Τι με νοιάζει εμένα;»
«Λέω μήπως την ξέρεις…»
«Δεν την ξέρω», σπρώχνει πάλι την πόρτα, έχω φορτώσει κάπως.
«Άνθρωπε, ήρθα ήσυχα να σου κάνω μια ερώτηση. Μην το γυρίσουμε τώρα στο κλωτσομπουνίδι –δε λέει! Κι έχεις και όμορφο κοκόρι, αμαρτία να στο μαδήσω!»
Σταματάει λίγο.
«Μου πουλάς μούρη;»
«Είμαι απελπισμένος», παραδέχομαι.
Κάνει δυο βήματα πίσω, μου δείχνει ένα βομβαρδισμένο καθιστικό παύλα υπνοδωμάτιο απλώνοντας το δεξί του χέρι. Μπαίνω, καθόμαστε σε κάτι μπόγους.
«Για λέγε», ενδιαφέρεται να μάθει.
«Ψηλή, μισό κεφάλι κάτω από μένα, κοντό μαύρο μαλλί, πολύ λευκό δέρμα –Άλεξ. Κυκλοφορεί με ένα Τάουν Μέιτ…»
«Όπα, όπα!» σηκώνει τα χέρια.
«Στον κώλο σου μια γόπα», συμπληρώνω αυθόρμητα.
Γελάει το ίδιο.
«Δε μου είπες το βασικότερο. Γιατί την ψάχνεις;»
Τινάζω το πακέτο από τη μέσα τσέπη, του προσφέρω τσιγάρο.
«Άστο, δεν καπνίζω», λέει.
Ανάβω όσο μου κάνει νόημα ότι δεν τον πειράζει.
«Την ψάχνω επειδή δε γίνεται αλλιώς. Σου φτάνει αυτό;» λέω στο τέλος.
«Και μου περισσεύει. Κάτι άλλο δεν ξέρεις γι΄αυτήν;»
«Ότι μένει Νέα Σμύρνη με κάτι φίλες της».
«Άλλο;»
«Τρυπιέται. Ενίοτε».
Χτενίζει τη χαίτη του κατά πίσω σκεπτικός.
«Άννα», λέει.
«Άλεξ», τον διορθώνω.
«ΑΝΝΑ!» λέει πιο δυνατά κουνώντας μου το χέρι.
«Τι θε ρε γαμώτο!» ακούω μια τσιρίδα από το εσωτερικό του σπιτιού.
«Τσακίσου μωρή φάκα!» φωνάζει πάλι αυτός. «Δυο ώρες στην τουαλέτα η μαλάκω!» μου εξηγεί σιγά.
«Γυναίκες…» επισημαίνω.
«Ναι, φτύσανε οι γυναίκες και φύτρωσε η Άννα», γελάει.

Καθόμαστε τώρα οι τρεις μας, ο πάνκης έχει απλώσει τις ποδάρες του με λυμένες αρβύλες πάνω σε κάποιο χαρτόκουτο και η Άννα μιλάει ασταμάτητα. Κοντή, νευρωτική, άσχημη, μπελάς.
«… αλλά αυτή δεν τη λένε Άλεξ, Ειρήνη τη λένε, μένει εδώ παρακάτω –υπάρχει όμως και μία που μένει πίσω από το Άλσος με κάτι άλλες, δεν ξέρω τι είναι, πρεζόνια, λεσβίες, τζιβιτζιλούδες, μουλού… Μαζί βγαίνουν, μαζί μπαίνουν, μόνες τους μιλάνε, δεν έχουν πάρε-δώσε…»
«Που είπες ότι είναι το σπίτι τους δηλαδή;»
«Πίσω από το Άλσος –κουφός είσαι;»
«Ναι εντάξει, κάτι πιο συγκεκριμένο;»
«Μα αφού σου είπα, δεν κάνουν παρέα με κανέναν! Χαζός είσαι;»
«Έλα ντε; Χαζός είμαι;» αναρωτιέμαι όσο ο τυπάκος απέναντι μου κλείνει το μάτι.
Σηκώνομαι να την κοπανήσω από εδώ μέσα –ανάθεμα κι αν ξέρω τι βγήκε από όλη την κουβέντα. Ο πάνκης με προλαβαίνει στην πόρτα.
«Είναι μπελάς κανονικός, αλλά όταν η υπόθεση έχει να κάνει με άλλες γκόμενες κόβει το μάτι της. Σκατοκουτσομπόλα –έτσι νομίζω», με ενημερώνει.
«Εσύ ξέρεις», λέω αργά.
«Κανένας μας δεν ξέρει φιλαράκο. Όταν πρόκειται για γκόμενες, κανένας μας δεν ξέρει –γράφτο αυτό».
Το γράφω και αποχαιρετώ.

«Βρήκατε τίποτα;»
«Ένα Τάουν Μέιτ, αλλά το είχε κάποιος άσχετος οπωροπώλης»
«Εγώ τίποτα. Κάτι κουδούνια με γυναικεία ονόματα, τα χτύπησα –αρχίδια».
«Εγώ έμαθα πάντως ότι μπορεί και να μένει πίσω από το Άλσος».
«Κάτι πιο ειδικό;»
«Όχι».
«Περιορίσαμε λοιπόν την περιοχή στις 100 πολυκατοικίες».
«Πάνω-κάτω».
«Πάμε για σουβλάκια; Κι αύριο μέρα είναι».
«Πάμε, ξέρω ΄γω;»

Αράξαμε με μια παρέα παιδιών από την ομάδα μας –φοιτητές οι περισσότεροι, από σχολές του κέντρου. Κάπως ξενέρωτοι. Οι περισσότεροι. Υπήρχε και μια γκομενίτσα ζόρικη, με κοτσιδάκια –πιτσιρίκα έμοιαζε, το γλειφιτζούρι της έλειπε για να ντουμπλάρει τη Λολίτα του Κιούμπρικ. Γύρισα το κεφάλι μου στο πλάι, έκανα νόημα στον Τάκη, «πρώτο πράμα!» έδειξε με τα δάχτυλά του, «σπαζαρχίδω» σχημάτισα άηχα με τα χείλη.
«Την Παρασκευή τελειώνουμε τη δουλειά –είσαστε να το γιορτάσουμε;» προτείνει ο Πέτρος.
Τον κοιτάζουμε καχύποπτα.
«Τι να κάνουμε δηλαδή;» αναρωτιέται κάποιος απέναντι.
«Μαλακτικό πάρτυ», ανακοινώνει ο Πέτρος.
«Τι;» πεταγόμαστε μαζί με τον Τάκη.
«Θα καβατζάρω το αμάξι του γέρου μου και καλά για να κουβαλήσω δείγματα μαλακτικών στη μάνα μου. Αλλά λέω την Παρασκευή να μη δώσουμε ούτε μισό δείγμα –να τα χώσουμε στο πορτ μπαγκάζ μου και να πάμε για μπάνιο σε συνδυασμό με μαλακτική ψυχεδέλεια στα Λιμανάκια», αναλύει το σχέδιο ο Πέτρος.
Κοιταζόμαστε με ύφος «πάει, του ΄στριψε» αλλά βιαζόμαστε να επικροτήσουμε.
«Μέσα! Γαμώ! Τέλεια! Σούπερ!»
Κάπως υπερβολικά υποθέτω.
«Δεν κάνει πολύ κρύο για μπάνιο;» αναρωτιέται η ντουμπλέρ της Λολίτας.
«Κάνει. Γι΄αυτό κι εμείς θα βουτήξουμε χωρίς μαγιό, γυμνοί –κατάλαβες;» της εξηγεί ο Τάκης.
Η κοπέλα δεν καταλαβαίνει αλλά κουνάει το κεφάλι καταφατικά.
«Να σε ρωτήσω…» γέρνω προς το μέρος της.
«Τι πράγμα;» απορεί.
«Σε έχω δει κάπου αλλού;»
«Ξέρω ‘γω; Στη δειγματοδιανομή;»
«Αλλού ρε παιδί μου. Μήπως φορούσες γυαλιά ηλίου σε σχήμα καρδιάς και έγλυφες ένα γλειφιτζούρι;»
Η μικρή τσιμπάει στην αρχή αλλά μετά μυρίζεται καζούρα.
«Γλειφιτζούρι γλύφεις εσύ και όλο σου το σόι!» τσιρίζει.
«Εντάξει –εμείς το γλύφουμε, εσείς το γλύφετε;» κοροϊδεύω.
«Αυτοί το γλύφουν;» συμπληρώνει ο Τάκης.
«Μου γαμήσατε την ιδέα ρε τσόλια!» φωνάζει ο Πέτρος.
«Ότι δηλαδή ήταν κάποια τρομερή ιδέα κι εμείς τη γαμήσαμε –αυτό εννοείς;» αναρωτιέται ο Τάκης.
«Μη μασάς –θα το κάνουμε το πάρτυ μαλακτικών», τον διαβεβαιώνω. «Τώρα … μαλακτικών, μαλακισμένων… κάτι θα μας κάτσει».
«Το θέμα είναι να κάτσει η Πένυ», μουρμουρίζει ο Πέτρος.
«Και όταν λέμε Πένυ;» αναρωτιέμαι.
Ο Πέτρος μου δείχνει τη «Λολίτα από τα Σούρμενα». Κουνάω το κεφάλι –ας κάνει ότι γουστάρει. Αλλά μετά θυμάμαι.
«Αφού έχεις σύφιλη ρε μαλάκα!»
«Κονδυλώματα, αλλά μην τρελαίνεσαι!»
«Θα πηδήξεις γκόμενα σ΄αυτή την κατάσταση;»
«Δεν ξέρω, θα δείξει».
«Τόσο μουνόπανο είσαι;»
«Όχι ρε εντάξει. Μια βδομάδα θεραπεία μου μένει ακόμα. Θα την περάσω ψήνοντας –μετά θα επεκταθώ».
Ανασηκώνω τους ώμους –δεν πιστεύω τίποτα πια. Και κανέναν.

Αφήνω τη μηχανή απόμερα –στην αρχή της Σουλτάνη –και ανεβαίνω επιφυλακτικά, σα νυχτερίδα. Αποφεύγω κακοφωτισμένες βιτρίνες, κουφώνω σε πόρτες πολυκατοικιών, πατάω δίπλα στα σπασμένα λούκια που τρέχουν νερό ανακατεμένο με φύλλα δέντρων. Προσεκτικά.

«Τώρα ο χρόνος είναι σαν την ουρά της γάτας στα χέρια μου:/φτιάχνω τείχους από άμμο κόντρα στην παλίρροια απελπιστικά αργά./ Οι πρόσφυγες έχουν ήδη φύγει … πήραν τα μονοπάτια τους χωριστά / ξέγραψαν το παρελθόν, φιγούρες μέσα σ΄ένα σάβανο από στάχτη./ Σούζυ, μάλλον τώρα θα κοντεύεις να γίνεις σταρ/ αλλά δεν ξέρω που βρίσκεσαι/ τη μόνη φορά που σε είδα ήταν στην τηλεόραση/ είναι τόσο εύκολο να γλιστρήσεις μακριά μου…»
Γιατί στα λέω αυτά; Επειδή ακουμπάω την ανοιχτή παλάμη μου στην αφίσα –για αύριο είναι η συναυλία. Παίρνω λοιπόν κουράγιο, γλιστράω στους τοίχους, «Χαμαιλέοντας στη σκιά της νύχτας» ένα τέτοιο πράγμα.

Η πλατεία κλαίει βουβά. Το μυρίζεσαι στα δέκα μέτρα.

Ακουμπάω στην κολώνα της ΔΕΗ, κοιτάζω την ερημιά κάτω από το άγαλμα –οι άνθρωποι αναδεύουν στα γύρω στενά σαν τουμπαρισμένες χελώνες. Δεν θέλω να πάω εκεί, περιμένω. Κάτι φρικιά περνάνε τροχάδην, πιάνω τον τελευταίο από το αμπέχονο.
«Τι γίνεται ρε δικέ μου; Που πήγαν όλοι;»
Με κοιτάζει αλαφιασμένα –μάτι θολό, δυσκολεύεται να εστιάσει. Είναι από μια παρέα Αγρινιώτες, τον θυμάμαι στις καταλήψεις, αυτός όμως ακόμα ψάχνει στο κεφάλι του.
«Εγώ είμαι ρε! Τι τρέχει;»
«Φύγε! Κρύψου!» βγάζει στο τέλος μια φωνή σπηλιάς.
Και ελευθερώνεται από το πιάσιμό μου, τρέχει τώρα κανονικά. Μένω να κοιτάζω όσο χάνονται κατά Σπύρου Τρικούπη, αποφασίζω ότι πρέπει τελικά να περπατήσω. Μαλακία να δίνω στόχο, ειδικά όσο δεν ξέρω ποιος με σημαδεύει.
Μπαίνω στο ΤΣΑΦ. Κεφάλια πετάγονται –λες κι έπιασα μια ολόκληρη καφετέρια να τραβάει μαλακία.
«Κλείσε πόρτα ρε πούστη. Ξυρίζει έξω!» ακούω από κάπου τριγύρω.
Κλείνω. Ψάχνω στα πέριξ, βρίσκω γνώριμες φάτσες αλλά με αποφεύγουν, πάω να πιάσω τις ματιές τους κι εκείνοι κοιτάζουν το τίποτα –κάποιος τους φωνάζει ξαφνικά στο τίποτα και όλοι γυρνάνε να του απαντήσουν. Τίποτα. Κάνω μεταβολή και φεύγω αφήνοντας την πόρτα ορθάνοιχτη πίσω μου. Σπαζαρχίδης.
Έχω έρθει εδώ πέρα για να συναντήσω τον ξάδερφό μου, απλά με τρύπησε ο παράξενος αέρας της πλατείας –γι΄αυτό το ψάχνω. Αναγκαστικά καταλήγω στον φιλόσοφο.
«Ένα Κάμελ άφιλτρο».
Το πιάνει χωρίς να με κοιτάζει –παίρνει τα λεφτά, δίνει τα ρέστα.
«Τι γίνεται; Πως πάει; Όλα καλά;» απεγνωσμένος.
Ο φιλόσοφος σηκώνει τα μάτια.
«Καλά, καλύτερα δε γίνεται. Πετάει ο κόσμος απόψε, ελπίζω μόνο να μην προσγειωθούν με τα δόντια».
Σαφώς. Τον ευχαριστώ και φεύγω.

Ανεβαίνω τις σκάλες του ΙΡΙΣ, δεν έχουν καλά-καλά ανοίξει ακόμα, αλλά εντάξει. Δεν έχω όρεξη να καθίσω πολύ, μόνο να δω τον μαλάκα. Η Ελπίδα με μάτια διάπλατα.
«Έλα ρε! Ζεις ακόμα;» γελάει.
«Καλά, μην το κάνεις θέμα», την προειδοποιώ.
Άδικος κόπος. Τρώω μια ξεγυρισμένη μπουνιά στην πλάτη, μετά κοπανάω στη μπάρα σπρωγμένος από τη χερούκλα του.
«Ρε μουνί, θα σε σκίσω!»
«Κι εμένα μου ΄λειψες ξάδερφε!»
«Που χάθηκες παλιοπούστη; Που εξαφανίστηκες;»
«Μεγάλη ιστορία. Με απήγαγαν οι εξωγήινοι και με βάλανε σε ένα κλουβί να πηδάω τη Μισέλ Φάιφερ όσο εκείνοι παίρνανε μάτι».
Χώνεται πίσω από τη μπάρα, βάζει ένα τζιν για πάρτη του και μια βότκα τόνικ για μένα.
«Θα πεις κι άλλες μαλακίες;» αναρωτιέται μετά.
«Όρεξη να ΄χεις», χαμογελάω.
Ανάβω τσιγάρο, εκείνος δεν καπνίζει.
«Τέλος πάντων, κάτι μου έτυχε –πάμε παρακάτω. Εσύ τι έγινες;»
Βάζει ένα σουβέρ κάτω από το ποτήρι μου.
«Μου αγοράσανε τα γερόντια μια γκαρσονιέρα, κατά Άγιο Δημήτρη μεριά…»
Σκύβω κάπως να το επεξεργαστώ. Εντάξει, είχα καταλάβει ότι έφαγα πούλημα κι έπρεπε να κρατήσω πλέον το σπίτι μόνος. Και να σου πω κάτι μεταξύ μας; Αν δεν ήταν η Άλεξ θα την κοπάναγα κι εγώ, μέρα-μεσημέρι κατά τα μεσάνυχτα. Άσε την κάργια να ψάχνει τα νοίκια της, κάπου θα βολευόμουν προσωρινά. Αλλά ήταν το θέμα με την Άλεξ, αν έφευγα που θα με έβρισκε; Γέλασα για τις μαλακίες που σκεφτόμουν.
«Τι γελάς ρε σούργελο;»
«Επειδή δεν ξέρω ποιος από τους δυο μας ήταν μεγαλύτερο μουνόπανο στην τελική».
Κοπανάει το χέρι στον πάγκο.
«Και τι ήθελες να κάνω ρε; Να σε περιμένω; Να πω στους γέρους μου ότι δεν το θέλω το τζάμπα σπίτι;»
«Όχι βέβαια!»
«Αλλά;»
«Μην το κουράζουμε ρε ξάδερφε –ο καθένας πορεύεται και βολεύεται, όχι απαραίτητα μ΄αυτή τη σειρά», κατεβάζω το υπόλοιπο ποτό μονορούφι. «Κέρνα ακόμα ένα να σε ρωτήσω κάτι που θέλω».
Δίνει το άδειο ποτήρι στον μπάρμαν και μου το ξαναφέρνει γεμάτο.
«Τι γίνεται εκεί κάτω ρε συ; Πολύ αεράτους τους βλέπω όλους. Ψεκάσανε την πλατεία με LSD;»
Γελάει.
«Πες το κι έτσι! Χαμός δικέ μου, πιο εύκολα βρίσκεις πρέζα και τριπάκια παρά τσίχλες εκεί κάτω. Άνοιξαν οι ουρανοί και βρέχει σκατά».
«Πως κι έτσι; Έφτασε επιτέλους το βαπόρι από την Περσία;»
«Κάτι ζάκια λένε ότι είναι λόγω εκλογών. Όταν ανεβαίνει η Νέα Δημοκρατία πλημμυρίζει πρέζα η πλατεία –ιστορικώς εξακριβωμένο».
«Τι παπαριές είναι αυτές τώρα;»
«Ξέρω ΄γω; Έτσι λένε».
«Εντάξει χεστήκαμε, αλλά παίζει κάτι ακόμα».
Βγάζει το σουβέρ κάτω από το ποτήρι του, το ξαναβάζει αμέσως μετά.
«Κακό θανατικό, αυτό παίζει. Κάθε μέρα βρίσκουν δυο τρεις εκεί έξω. Στους πρεζόδρομους, σε σκαλιά πολυκατοικιών, περονόσπορος. Ο κόσμος πεθαίνει κάργα. Γι΄αυτό ανησύχησα ρε πούστη».
«Ποιος πεθαίνει;» ξύνω το κεφάλι.
«Τεφτέρι να ‘χεις, να γράφεις. Ο Βασιλάκης ο Κεκές, τον θυμάσαι; Μας άφησε χρόνους, χτες τον βρήκανε πίσω από το Μουσείο, με τα δόντια καρφωμένα στο παγκάκι. Ο Νίκος ο 13, ο Κτήνος! Το ίδιο –τουμπανιασμένος έξω από πολυκατοικία στη Βαλτετσίου. Η Ρένα η Φιξ; Τέζα, μαζί με τον Τζίμη τον Ψηλό –μάλλον αυτοί ήτανε ζευγάρι τελικά. Στη Σολωμού, δυο πόρτες κάτω από το ΑΝ. Θες κι άλλους;»
Δεν θέλω άλλους, όμως υπάρχουν. Άλλοι πολλοί –φεύγουν όσο μιλάνε γι΄αυτούς κι εμείς σκαλωμένοι εδώ πέρα, αμήχανοι, δειλοί και αναβλητικοί –άλλωστε πέρασαν πλέον κοντά 9 χρόνια από εκείνο το βράδυ που ο Γιωργάκης ο αδερφός του Σόλωνα την είχε κοπανήσει από τη χοροεσπερίδα πάνω στη βέσπα του αδερφού του για να γκρεμιστεί από τον Κρεμαστό Λαγό ανοίγοντας μια καταπακτή θανάτων που δεν έλεγε να κλείσει.
Στραγγίζω το ποτό μου και φεύγω χωρίς να τον χαιρετήσω. Δε γαμιέται; Κάπου θα ξανασυναντηθούμε.

Στην πλατεία έχει πιάσει μια καχεκτική βροχή, στέκονται οι σταγόνες βαριεστημένα στους γιακάδες του τζάκετ μου, σέρνω κι εγώ τις αρβύλες χωρίς προορισμό. Βλέπω τότε κάτι μυστήριους να κινούνται συγχρονισμένα, μου κάνει εντύπωση επειδή η πλατεία πάει βάρκα-γιαλό από την πολλή μαστούρα. Κολλάω πάλι στους τοίχους, κινούμαι γρήγορα πίσω τους, υπενθυμίζω στον εαυτό μου να σκεφτώ κάποτε γιατί τα κάνω όλα αυτά. Κάποτε, κάποια άλλη στιγμή.
Οι σκιές χάνονται στην είσοδο μιας πολυκατοικίας, ακούγονται κάτι πνιχτοί ήχοι, αναστεναγμοί, βογκητά, τέτοια πράγματα –γίνομαι κανονική χαλκομανία στον τοίχο. Μετά πέφτει μια σάπια ησυχία, ανακατεμένη με απειλή, σταματάω να αναπνέω. Τίποτα δε γίνεται, μόνο που μυρίζει όξινα το αίμα, κοιτάζω καλύτερα. Και τότε φεύγω πισωπατώντας, 10, 20, 50 μέτρα –φτάνω στη Στουρνάρη, από κει παραδίνομαι στον πανικό. Τρέχω μέχρι τη μηχανή, δεν ξέρω αν είναι χίλιοι οι διαβόλοι που με κυνηγάνε, δεν ξέρω καν αν με κυνηγάνε στην τελική.

«Είναι τόσο εύκολο να γλιστρήσεις μακριά…». Χαμαιλέοντας στη σκιά της νύχτας, σε μια πόλη που δεν ξημερώνει ποτέ, εύκολα πράγματα. Στο ύψος της Σόλωνος κόβω ταχύτητα και παθαίνω μια κλειστοφοβία, έχω την αίσθηση ότι με περιμένει κάποιο λευκό χέρι, είκοσι πόντους παραδίπλα κι εγώ δεν μπορώ να το πιάσω –φυλακισμένος από την υγρασία του αέρα, υγρό μέταλλο γύρω μου, υδράργυρος που δε μ΄αφήνει ούτε ν΄αναπνεύσω.

Φεύγω προσεκτικά, ξέροντας επιτέλους που οδηγεί ο δρόμος.

16 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

Ανώνυμος είπε...

Πολύ δυνατή η ιστορία και σήμερα. Αυτή η Άλεξ...
Πάντως ρε motor σκέφτομαι ότι αυτή η εποχή (τέλη 80) ήταν πολύ δύσκολη. Φαινόταν ότι οι φάσεις χάνονται και ο κόσμος προσπαθούσε να τις κρατήσει με νύχια και με δόντια.Από την Άγρια νεολαία στην νεολαία του ΚΛΙΚ και του ΜΑΧ... Και σήμερα ακόμα χειρότερα... The outsider

The Motorcycle boy είπε...

Αυτή η Άλεξ -ναι.

Δεν ξέρω αν εκείνη η εποχή ήταν πολύ δύσκολη, ή απλώς πολύ θολή. Κάτι ήταν πάντως κι αυτό το κάτι, μόνο ευχάριστο δεν ήταν. Θα μπορούσα να στο πω κι αλλιώς, όμως δεν θέλω να χαλάσω το τέλος της ιστορίας.

Ξέρεις, το ΚΛΙΚ εκείνη την εποχή βγήκε -όταν "ο ανθός της νεολαίας" έψαχνε τα κομμάτια του σαν παζλ που το σβουρίξανε στον απέναντι τοίχο.

Για σήμερα δεν είμαι ο καταλληλότερος να πω. Δεν έχω καμιά τρελή επαφή με το τι γίνεται εκεί έξω, ας τα πουν άλλοι που τα βλέπουν καλύτερα.

Ανώνυμος είπε...

Άσε ρε motor... Ο μάγκας μας με έκανε σήμερα να πάω να ψάξω την δική μου Άλεξ.Δεν βγάζεις άκρη... Άστο... Μια ζωή κουρέλια...Δεν την βρήκα...Όπως δεν θα την βρει και ο μάγκας μας...Τα ραντεβού στην ζωή, πρέπει να είναι προκαθορισμένα:τάδε μαγαζι-τάδε δρόμος-τάδε πλατεία.Λες να γουστάρουμε το ψάξιμο;Μητροπολιτικοί "Ιεραπόστολοι" κι έτσι; Άστο καλύτερα ρε μάγκα, Μητροπολιτικοί Ινδιάνοι μας πάει πιο πολύ... The Outsider

The Motorcycle boy είπε...

Αδερφέ, δεν πήγες να ψάξεις καμιά Άλεξ, τα έχουμε ξαναπεί. Νόημα στη ζωή μας ψάχνουμε, κάτι δυνατό και όμορφο και σαχλό με ηλιοβασιλέματα και άλλα τέτοια -κι όλα αυτά τα λέμε Άλεξ. Και τυχεροί είμαστε όσο δεν την (τα) βρίσκουμε.

Οι Μητροπόλεις θα καταρρεύσουν μια μέρα και οι Ινδιάνοι που λες (οι κανονικοί, όχι αυτοί που κυκλοφορούν τώρα) θα πάρουν τα δικά μας σκαλπ για σουβενίρ.

άσωτος είπε...

κατι μου βρωναει αλλα θα τα πουμε πανω ανεβαινω την αλλη βδομαδα.

The Motorcycle boy είπε...

Άιντε ανέβα και θα έχω φροντίσει να πλύνω τα πόδια μου να μη σου βρωμάει.

RaZz είπε...

Weird. At first it seems less intense but after a more careful look you notice a subtle tension slowly building up throughout the story, leaving you wanting more -but not due to mere anticipation. An actual promise lies between the lines, a hint that the story is soon going to be complete. You see, all of the characters featured are incomplete (and probably will stay that way but hey, that's where their beauty comes from, nah?). Fuck, even the world itself is incomplete, fiction or non-fiction wise. But this story can go full circle, this is what you elegantly suggest here, and this is the moment when the morbid curiosity of the previous needle chronicles turns into an actual fulfillment expectation.

Looking forward to the next one. Don't take too long.

The Motorcycle boy είπε...

Μίλα ελληνικά ρε βλαμμένο μη σε πλακώσω στο ξύλο!
Πάντως η ιστορία στη μέση είναι και πάει μόνη της. Με απασχολεί αρκετά αν θα ολοκληρωθούν οι χαρακτήρες -αλλά δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν απασχολεί τους χαρακτήρες!

RaZz είπε...

You shouldn't. This is probably the only story of yours embedded in such an overdose of reality (I cannot even joke about Nyarlathotep jumping into action, go figure). Thus, it has its own way of evolving. As I see it now, making the characters complete (or at least trying to) would leave the story unfinished. Lingering. Nah. Focus on the tale and let the shadows form as they wish.

p.s. wait till you hear me actually speak. I'm developing a northern accent to die for :p

The Motorcycle boy είπε...

Μεγαλείο! Σε στείλαμε άθρωπο και θα μας γυρίσεις γάλα βλάχας!
Έχει πολύ πραγματικότητα μέσα η ιστορία λες; Θα πρέπει να την ξανακοιτάζω και να ρίξω τίποτα βουρ-κόλακες και μορμολύκεια, χεχε.

Μαλακίες, τίποτα δεν μπορώ να της κάνω -από μόνη της πάει ως συνήθως. Μέχρι που δεν θα υπάρχουν χαρακτήρες ούτε ιστορία και θα τελειώσει το όλο θέμα.

Balidor είπε...

Κατι για Nyarlathotep άκουσα...
αλλά είμαι κουτός, δεν καταλαβαίνω!

Balidor είπε...

Άσχετο αλλά εμείς δεν ασχολούμαστε με βουρ-κόλακες, μόνο με βουκολικόλακες ...τέτοια καραβλαχάκια ειμαστε!

xylokopos είπε...

Εντάξει, πας και μπλέκεις τον κόρτο μαλτέζε με πρεζογκόμενες, γίνεσαι αναίτια κακός στις αναφορές σου, κακός σου λέω.

Μιτσούκο δεν ήταν φίρμα σαγιονάρας;

Γουστάρω τα σκηνικά με μίζερες βροχές και χλωμούς ήλιους κλπ, αλλά δε θα έτρεχε καλύτερα η ιστορία με πιο νατουραλιστικούς διαλόγους; Μου φαίνεται ότι πας να κάνεις κάθε γραμμή ατάκα.

The Motorcycle boy είπε...

Καλώς τον Βαλίδορο! Τι έγινε αδερφέ; Πόσες σου μείνανε ακόμα; Από τη βουκολικότητα του σχολιασμού σου σε κόβω κατά πινέζα μεριά να διακοπεύεις!
Αυτά τα Νιαρλαθοτέτοια ούτε εγώ τα πιάνω -αλλά να ήταν τα μόνα! Με το λεξικό της Οξφόρδης παραμάσχαλα διάβασα το σχόλιό της!

Ξυλοκόπε, ο Κόρτο αφιερωμένος σε όσους ταξιδεύουν. Ποτέ κάποιος δεν μπορεί να γίνει κακός αναίτια -μόνο καλός αναίτια μπορείς να γίνεις.

Ναι, ήταν και φίρμα σαγιονάρας -κάποια καζούρα. Αλλά μερικά πράγματα είναι δύσκολο να αλλάξουν, εννοώ μπορεί να αλλάξει μια ιστορία αλλά όχι ένα όνομα.

Νατουραλιστικούς διαλόγους δεν διαθέτω φαντασία για να γράψω οπότε μεταφέρω απαράλλαχτα αυτά που λέγονταν τότε. Αλήθεια λέω. Πουλούσαμε ύφος ακόμα και στον καθρέφτη μας εκείνη την εποχή.

ell είπε...

Γαμάτη! Πάρα πολύ καλή!

συμφωνώ με τα σχόλια της Razz (σαν κριτικός βιβλίου :)κ προσεξε το τελευταίο που λέει
As I see it now, making the characters complete (or at least trying to) would leave the story unfinished.

όχι, οτι θεωρω ότι θα κάνεις αλλιώς...("Με απασχολεί αρκετά αν θα ολοκληρωθούν οι χαρακτήρες -αλλά δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν απασχολεί τους χαρακτήρες!")
τουλαχιστον στις προηγ. ιστορίες πάντα έτσι μας άφηνες

τώρα τα άλλα που λέτε εσεις οι γέροι :Ρ (ο Ανώνυμος κ συ) είναι σαν να είστε στο δικό σασ κουτάκι (ή έστω κήπο) κ υπάρχει ένα τηλεφ. απ αυτά που φτιάχναμε μικροί που έχει σχοινιά μονο για να χρησιμοποιείται από σας κ κανα δικό σας...
είναι ωραία σ αυτόν τον κήπο
ήσυχα κ με ασφάλεια

τώρα μου ήρθε στο μυαλό εκείνη η ταινία που είχαμε πει με τον Ρόμπιν Γουίλιαμς, (κάτι με ψαρα είχε ο τιτλος) The Fishing King ή κάτι τέτοιο, δε θυμαμαι, αλλά καταλαβαίνεις πια σου λέω ε;

The Motorcycle boy είπε...

Fisher King. Καταλαβαίνω, αλλά δεν έχω πολλές απαντήσεις σχετικά.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι