Παρασκευή, Μαρτίου 20, 2009

40. «Κοριός με στιλέτο στην πλάτη» (ξέρεις εσύ)

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα
2ο μέρος: 'Ποτέ ξανά' έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί νωρίτερα

3ο μέρος: Όπου οι μέρες γέλασαν κι έτρεξαν μακριά
31. Το ξημέρωμα είναι δική μας υπόθεση
32. "Είμαστε τα λουλούδια στον σκουπιδοτενεκέ"
33. Γράφοντας με το ζόρι αναμνήσεις
34. Η νύχτα που μύριζε ξινισμένο ροδόνερο
35. "Πες μου, πόση ώρα έφυγε το τρένο; Κι εκείνη, ήταν μέσα;"
36. Ένα τσιγάρο και τίποτα
37. Μια πόρτα λιγότερη
38. Νεκρή φύση
39. "Το τραγούδι του μάρτυρα"

«...ήξερα ότι θα πέθαινε και δεν της είπα ψέματα... Άλλωστε ήταν αρκετά έξυπνη για να το καταλάβει, μόνο που δεν ήταν η Λάουρα, αν κι αυτό τώρα δεν έχει καμιά σημασία. Τελικά δεν ήταν μια υπόθεση ρουτίνας όπως πίστευα τότε.. Τελικά κι ο διευθυντής και τα παιδιά με τα πόδια πάνω στα γραφεία όταν γελάγαν μαζί μου ήταν γιατί βλέπαν μακρυά. Όχι όμως τόσο μακρυά όσο εκεί που πρόκειται να πάω εγώ τώρα.... Γλυστράς μέσα σου κι είναι σα να πέφτεις μ' αλεξίπτωτο... μετά κρατάς την αναπνοή σου και πηγαίνεις χωρίς να αντιστέκεσαι... και θυμάσαι όλους αυτούς που έκαναν το ίδιο πριν από σένα. Όλους αυτούς που πέταξαν στο κενό κάτω από ένα λευκό αλεξίπτωτο. Ένα μάτσο κορόιδα και χαμένους χωρίς μέλλον, δουλειά και ηλικία που κυνηγάνε ακόμα ένα όνειρο με γυναικείο όνομα... Θα 'χω λοιπόν καλή παρέα απόψε...»
Γέρνω μπροστά, η καρέκλα με το φθαρμένο βελούδο τρίζει, μαζεύω τα πόδια μου λες κι ετοιμάζομαι να πέσω με αλεξίπτωτο. Μόνο που η άβυσσος δεν χάσκει από κάτω μου, αλλά ακριβώς απέναντι, στο πανί της οθόνης. Υπάρχουν κάποια πράγματα που πρέπει να σου εξηγήσω εδώ πέρα.

Τον γνώρισα όταν ήμουνα πρώτο εξάμηνο στη σχολή, δεν είχα ακόμα δικτυωθεί επαρκώς καθότι νεούδι. Εκείνη την εποχή, οι πληροφορίες κυκλοφορούσαν λάθρα, μέσα από κομματικά έντυπα –το δικό μου κομματικό έντυπο ήταν το Ποπ & Ροκ. Επειδή η μουσική καθόριζε τη ζωή μας –παίρναμε γραμμή κανονικά, καταλαβαίνεις; Έγραφαν λοιπόν εκεί μέσα για μια ταινία πολύ περιθώριο με πρωταγωνιστές που «προτιμούν να καούν παρά να ξεθωριάσουν», πήγα τρέχοντας να τη δω. «Γλυκιά Συμμορία». Βγαίνοντας από το σινεμά, ήμουνα σε φάση δέους –ο άνθρωπος μου είχε φυτέψει μια βόμβα ανάμεσα στα μηνίγγια, περίμενα στη στάση το λεωφορείο και την άκουγα, τικ-τακ, τικ-τακ, ανελέητο. Εκεί απ΄έξω γνώρισα αυτή την επικίνδυνη γυναίκα που μου στοίχισε μπόλικα χρόνια πραγματικής ζωής, αν υπάρχει ποτέ τέτοιο πράγμα, δεν ξέρω.

Έγινα φανατικός. Κυνήγησα τις προηγούμενες ταινίες του σε ύποπτες προβολές συνοικιακών κινηματογράφων, «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα», «Ευρυδίκη ΒΑ 2037», σιγουρεύτηκα. Το άτομο ήξερε. Είχε δει μέσα μας, πράγματα που ποτέ δεν τολμήσαμε να αγγίξουμε και είχε δει παραπέρα. Πιο μακριά από μας. Μοναχικοί κανίβαλοι, γυναίκες με προδιαγραφές θανάτου, οικογενειάρχες με τρελαμένο μάτι και μια φυλακή που δεν θες να αποχωριστείς –φόβος, στρίμωγμα, αντίσταση εκ των προτέρων καταδικασμένη, περικυκλωμένοι, μονάχα στους κολλητούς μπορείς να στηριχτείς για να μην πέσεις μόνος. Ανακοίνωση.

«Ένα –δυο, ένα –δυο... Έλα! Ένα –δύο! Αποτραβηχτείτε όλοι σας, αρχίσανε οι επιθέσεις. Έτσι κι αλλιώς ο Στάθης πέθανε, και η φιλενάδα του φοράει μαύρα και χτυπάει βίζιτες. Λοιπόν μάγκες μου, κρυφτείτε καλά. Εγώ κρύβομαι σ΄ένα σπίτι γεμάτο στερεοφωνικά και μαρμελάδες.... Και μ΄έναν πούστη κάτω από το παράθυρο να κοιτάει συνέχεια κατά δω...»

Μετά έβγαλε την «Πρωινή Περίπολο», έχει περάσει καιρός από τότε αλλά δεν θα το ξεχάσω. Λίγοι και καλοί μαζεμένοι στο ΑΠΟΛΛΩΝ, την ώρα που οι ξερόλες έκοβαν λάσπη αμήχανοι, είδαμε το μέλλον έγχρωμο σινεμασκόπ, βγήκαμε στο σχόλασμα αεράτοι, επειδή, ναι ρε πούστηδες –κάποιος δικός μας γύρισε μια από τις καλύτερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Πήγαιναν κοντά τρία χρόνια τώρα που δεν είχα νέα του. Έλεγαν οτι είναι κλεισμένος σ΄έναν πύργο στα Βόρεια Προάστεια, απομονωμένος από τον έξω κόσμο, ότι ζούσε στη χλιδή και στ΄αρχίδια του όλοι εμείς. Έλεγαν οτι μας πούλησε. Αλλά όχι μπροστά μου –επειδή αν κανένας το επιχειρούσε θα του έδινα να φάει τα δόντια του επιτόπου. Κατάλαβες τώρα; Ανεγκέφαλοι που θέλουν ν΄ακούνε συνέχεια λιβανίσματα, κολλημένοι με τα σαπουνόνερα της ρούγας, τσιτάτα του Ξανθόπουλου με μουσική επένδυση τον ύμνο της 4ης Διεθνούς. Ίσα ρε Τσε Γκουεβάρες!

Όταν έμαθα οτι έβγαλε καινούργια ταινία δεν κρατιόμουνα ούτε δεμένος. Με πήρε τηλέφωνο ο Πέτρος, την επόμενη από τη συναυλία του Αρχηγού, κανονίσαμε να πάμε να τη δούμε πρώτη προβολή –κατά Βικτόρια μεριά.
«Θα είναι κι αυτός εκεί», είχε πει ο Πέτρος παίζοντας το και καλά αδιάφορος.
«Μην ψήνεσαι –αποκλείεται», προσπάθησα να βάλω πάγο εγώ.
Δεν ήθελα να απογοητευτούμε..

Μπήκαμε στην αίθουσα όταν έσβηναν τα φώτα.

«Σίγκαπουρ Σλιγκ».

Ασπρόμαυρο. Καταιγίδα.

Ένας άντρας, ιδιωτικός ντετέκτιβ σκαστός από φιλμ νουάρ, η καμπαρτίνα του λεκιασμένη από αίμα στο ύψος του ώμου. Φτάνει εξαντλημένος στην καγκελόπορτα, μπαίνει στον κήπο, σταματάει να δέσει το κορδόνι του παπουτσιού του. Θυμάσαι το «Νταμπλ Ιντέμνιτι»; Πιάσε από εκεί το κορδόνι.

Ο άντρας ψάχνει τη «Λάουρα». Εγώ την ξέρω τη «Λάουρα», την ξέρω την ταινία, ο ντετέκτιβ ερωτεύτηκε τη Λάουρα όταν την είδε σε κάποιον πίνακα στον τοίχο, αλλά η Λάουρα ήταν, λέει, πεθαμένη κι έτσι ξεκίναγε εκείνη η ταινία. Αυτός ο άντρας εξακολουθεί να ψάχνει τη Λάουρα.

Δυο γυναίκες θάβουν έναν άντρα στον κήπο. Μάνα και κόρη, θάβουν στον κήπο τον πατέρα.

Την ξέρουν κι αυτές τη Λάουρα, είχε έρθει παλιότερα στο σπίτι να δουλέψει σα γραμματέας.

Η Λάουρα είναι και πάλι νεκρή, αυτές οι γυναίκες τη σκότωσαν. Μπορεί και όχι. Επειδή κανένας δεν κατάφερε, ποτέ, να σκοτώσει τη Λάουρα. Όσο κι αν προσπαθήσαμε.

Ο άντρας ψάχνει, το κορδόνι του πάλι λύθηκε –σκύβει εξαντλημένος να το δέσει. Οι γυναίκες τον βασανίζουν, θα τον σκοτώσουν όπως τον πατέρα κι αυτός θα γίνει ο πατέρας και θα τον σκοτώσουν μέχρι αυτός να σκοτώσει τη μητέρα και να γίνει αυτός η μητέρα επειδή πρέπει να βρει τη Λάουρα και η κόρη θα γίνει η Λάουρα αν θέλει να ζήσει, ο άντρας φεύγει εξαντλημένος, το κορδόνι του λύθηκε πάλι –σκύβει...

«... θα έχω λοιπόν καλή παρέα απόψε...»

Μας λούζουν τα φώτα, κάποιοι χειροκροτούν μαζεμένα, κάποιοι άλλοι βιάζονται να φύγουν τώρα που δεν μπορούν να κρύψουν άλλο τις αναστολές τους. Ο Νικολαϊδης έχει σκάψει μέσα τους για μια ακόμα φορά και φεύγουν ντροπιασμένοι. Αύριο θα τον ξεσκίσουν.

Από τις πρώτες σειρές σηκώνεται και μας χαμογελάει, βγάζει τα γυαλιά του, κάπως εκνευρισμένος. Ψιθυρίζει οτι η αίθουσα δεν ήταν κατάλληλη τελικά για την προβολή –κάτι τεχνικά λέει, δεν καταλαβαίνω, αμηχανία. Θέλω να του πω «ευχαριστώ για όλα», όμως κωλώνω. Γέρνω πίσω στην καρέκλα, ανάβω τσιγάρο, παρακαλάω να έρθει η ταξιθέτρια, να μου πει οτι απαγορεύεται, να γίνει κάποιος τσαμπουκάς εδώ πέρα. Να νιώσω πιο άνετα.

Ένας μουστακαλής με μαλλούρα, συγγραφέας του περιθωρίου και καλά, σηκώνεται δυο σειρές πιο πίσω του.
«Σ΄ευχαριστούμε δάσκαλε επειδή τόσα χρόνια εκφράζεις τις αγωνίες της γενιάς μας», του λέει.
Ασυναίσθητα ψάχνω γιαούρτι στον περιβάλλοντα χώρο, αλλά μετά θυμάμαι οτι μόνο ηλιόσπορους πουλάνε εδώ μέσα. Ο Πέτρος με σκουντάει κατουρημένος στα γέλια.
«Ποιας γενιάς σας; Δεν ξέρω καμία γενιά. Εγώ ... αυτά που έχω κάνει ... είναι για μένα και για κάτι φίλους μου...» απαντάει τσαντισμένος ο Νικολαϊδης.
Θέλω να σηκωθώ να χειροκροτήσω, κρατιέμαι όμως και περιορίζομαι σε ένα χαμόγελο ασορτί με αυτό του Πέτρου.
«Τάπα που έριξε ο δικός σου!» σφυρίζει ο Πέτρος.
«Ε, μα το μαλάκα! Του χρειαζόταν!» απαντάω.
Η σεμνή τελετή παίρνει τέλος. Βγαίνουμε με το μπούγιο –περήφανοι.

«Τώρα... τι ήταν αυτό εκεί μέσα;» αναρωτιέται για την ταινία ο Πέτρος.
«Η Λάουρα», του λέω.
«Η Λάουρα –εντάξει», μουρμουρίζει σκεφτικός.
«Και όχι μόνο», συνεχίζω.
«Πάντως... μου άφησε κάτι, όλο αυτό...» ψιθυρίζει.
«Κάτι;»
«Κάτι σαν εσωτερική αιμορραγία...»
«Σωστός».
«Και μια όρεξη για ακτινίδιο...»
«Καλά, τρέχα γύρευε...»
Γελάει.
«Πάμε να πιούμε τίποτα; Έχω να σου πω», λέει τελικά.
«Πήγαμε», συμφωνώ.

Βρίσκουμε ένα απόμερο τραπέζι στο ΚΛΟΟΥΝ, βολευόμαστε εκεί πέρα όσο οι παρφουμαρισμένοι μεσήλικες τραβολογάνε παρφουμαρισμένες πιτσιρίκες –εντάξει είναι, αντέχεται -αν έχεις συνάχι.
«Κολωνάκι καταντήσαμε!» βλαστημάει ο Πέτρος.
«Δε λες καλά που έμεινε κι αυτό το μπαρ; Όλα τα κλείσανε οι πούστηδες, μια με τις επιδρομές, μια με τις ανακλήσεις αδειών... Άκουσες το καινούργιο ανέκδοτο;» ρωτάω εγώ.
«Για πες».
«Στην περιοχή μπορείς να πάρεις άδεια μόνο για ένα από τα δύο. Ή για μαγαζί που παίζει μουσική ή για μαγαζί που πουλάει ποτά. Το ταυτόχρονο απαγορεύεται!»
«Καινούργιος νόμος;»
«Εξαμηνίτικος στο περίπου».
«Και η λογική αιτιολόγηση αυτού;»
«Οτι μουσική και αλκοόλ ίσον φασαρίες».
«Τουτέστιν;»
«Όλοι παράνομοι στην περιοχή για να τους έχουνε στο χέρι. Κάνε μας κουνήματα αλλιώς στο κλείνουμε –σωστοί;»
«Οι σωστότεροι!»
Παραγγέλνουμε δυο σίγκαπουρ σλιγκ στη γκαρσόνα που μας κοιτάζει απορημένη.
«Δυο –τι;»
«Σίγκαπουρ».
«Σλιγκ».
«Τι είναι αυτό;»
«Κοκτέιλ –δεν το ξέρεις;»
«Όχι».
«Εντάξει, ρώτα τον μπάρμαν τότε».
«Λες να μας τα φτιάξει;» απορεί ο Πέτρος όσο εκείνη απομακρύνεται.
«Το καλό που του θέλω –αλλιώς θα το κάνω πουτάνα το μαγαζί», γελάω.
Σοβαρολογώ.

Τελικά μας φέρνει κάτι πρασινωπά υγρά, την ευχαριστούμε πολύ και κοιταζόμαστε αμήχανα.
«Θα το πιεις;» ρωτάει ο Πέτρος.
«Νορμάλ φαίνεται», μουρμουρίζω. «Αλλά έχει βάλει αλάτι πάνω-πάνω στο ποτήρι, άρα άσχετος».
Πίνουμε –πίνονται.
«Λοιπόν η Αμερική αναβάλλεται έως και ματαιώνεται οριστικά», λέει ο Πέτρος.
Σκύβω προς το μέρος του περιμένοντας να συνεχίσει.
«Κάτσε, θα το πιάσω από την αρχή», μουρμουρίζει.
«Καθιστός είμαι», τον διαβεβαιώνω.
«Όταν φύγατε από το νησί...»
«Ναι;»
«Εγώ έμεινα».
«Σώπα!»
«Συνεχίζω και ‘μην είσαι διακόπτης’! Πέρασα την καλύτερη βδομάδα τη ζωή μου μαζί της...»
«Με τη Νίνα εννοείς;»
«Όχι –με την Τίνα Σπάθη! Με τη Νίνα φυσικά ρε ηλίθιε! Με ποια με αφήσατε;»
«Με τη Νίνα», κάνω χαζά.
«Εντάξει, πάμε παρακάτω. Είμαι κολλημένος με τη γυναίκα όσο δεν παίρνει».
«Με τη Νίνα;» ξαναρωτάω.
«Θα μου τον σπάσεις για πολύ ώρα ακόμα τον πούτσο;»
«Όχι εντάξει –συνέχισε».
«Το αποφασίσαμε όταν έφευγε. Δηλαδή, όχι στο νησί, την ξαναβρήκα στην Αθήνα... ήρθαν να πάρουν το αεροπλάνο... Τέλος πάντων, στο αεροδρόμιο είδαμε οτι δεν γίνεται διαφορετικά....»
Πάω να μιλήσω αλλά με κόβει απότομα.
«Θα κάνω μεταπτυχιακό στη Σουηδία. Θα μείνω σπίτι της».
«Στο σπίτι της Νίνας;»
«Ε, τι σου λέω τόση ώρα;»
«Μαλακίες».
«Μπαρδόν;»
«Μαλακίες μου λες. Αλλά συνέχισε».
«Τι να συνεχίσω; Δεν έχει άλλο. Έκοψα την υποτροφία από το Αμέρικα, έχω στείλει ήδη τα χαρτιά μου στη Σουηδία και περιμένω. Θα το κυνηγήσει και η Νίνα –νομίζω οτι δεν θα υπάρξει πρόβλημα».
Ανάβω δυο τσιγάρα, του δίνω το ένα.
«Να σου πω ρε Πέτρο –η Νίνα δεν έχει κάτι παιδάκια;»
«Δύο. Κορίτσια».
«Και δεν υπάρχει πρόβλημα;»
«Όχι ρε! Είναι πολύ εντάξει παιδιά!»
«Τα έχεις γνωρίσει;»
«Όχι αλλά...»
«Έτσι σου είπε η Νίνα».
«Ακριβώς κι αυτή τα ξέρει μια χαρά τα παιδιά της. Άλλωστε δεν θα είναι η πρώτη φορά για τη μεγάλη της κόρη...»
«Για σπάστο αυτό σε δίφραγκα!»
«Εννοώ ρε παιδί μου... η Νίνα είχε παντρευτεί έναν γιατρό, με τον οποίο έκαναν την πρώτη κόρη... Αλλά ο γιατρός μέγα μουνόπανο, της τα φόρεσε με μια νοσοκόμα και χωρίσανε».
«Συμβαίνουν αυτά, πάμε παρακάτω».
«Μετά η Νίνα ξαναπαντρεύτηκε και έκανε τη δεύτερη κόρη...»
«Στοπ εδώ! Δηλαδή αυτή το πάει ‘άντρας και κόρη’;»
«Γιατί –κακό είναι;»
«Δεν είπα οτι είναι κακό. Λέω όμως...»
«Τι λες;»
«Αφού με ρωτάς θα σου πω. Λέω οτι μια γυναίκα που το πάει ‘άντρας και παιδί για σουβενίρ’ μπορεί να είναι μια χαρά τρελιάρα, χίπισσα να πούμε, αλλά σίγουρα δεν είναι άτομο να στηριχτείς».
«Δε σε πιάνω...»
«Δώσε βάση. Αν αύριο της τη γυρίσει και σε σουτάρει τι θα κάνεις; Πως θα συνεχίσεις το μεταπτυχιακό; Από το προαύλιο του πανεπιστημίου ‘Φρόστυ ο χιονάνθρωπος’;»
«Δεν παίζει αυτό –είναι σοβαρό άτομο η Νίνα!»
«Αμ το βλέπω, δεν το βλέπω;»
«Κάτσε ρε φίλε –τι εννοείς δηλαδή; Πώς της τα χώνεις της γυναίκας χωρίς να την ξέρεις;»
«Εγώ της τα χώνω; Εσύ δε μου είπες οτι κρατάει αναμνηστικό ένα παιδί από κάθε άντρα; Εγώ το είπα; Εσύ δε λες τώρα οτι ρίξατε κάποια πηδήματα μέσα σε μια βδομάδα κι απ΄αυτό αποφάσισε να σε πάρει οικόσιτο; Αν όλα αυτά δε σου κάνουν για τρελιάρα γκόμενα –πες μου πως είναι οι τρελιάρες, μην τύχει και πέσω πάνω σε καμιά και δεν την αναγνωρίσω!»
«Ρε άντε γαμήσου!» σβήνει το τσιγάρο νευριασμένος.
«Ναι μπορεί και να το κάνω, αλλά ξέρεις κάτι φιλαράκο; Θα το κάνω από μόνος μου, δεν πρόκειται να αφήσω καμιά καργιόλα να πάρει τις αποφάσεις για μένα. Κατανοητό;»
«Το μόνο κατανοητό είναι η μαλακία που σε δέρνει!»
«Εντάξει –οτι πεις».
Σηκώνεται σφιγμένος.
«Πρέπει να την κάνω, έχω κάτι δουλειές πρωινές για αύριο...» λέει.
«Ναι σίγουρα –καλή τύχη», μουρμουρίζω.
«Ο Τάκης μου είπε να σου πω...»
«Τίποτα να μη μου πεις. Αν θέλει κάτι, ας μου το πει ο ίδιος», μουγκρίζω.
Και μετά ο Πέτρος φεύγει.

Μένω μόνος σ΄αυτό το μπαρ με τους παρφουμαρισμένους μεσήλικες που τραβολογάνε παρφουμαρισμένες πιτσιρίκες και δυο σίγκαπουρ μισοτελειωμένα. Το παλεύω φιλότιμα, αλλά δεν καταπίνονται εύκολα, δικέ μου!

Βγαίνω με το στομάχι κουβάρι στον έρημο δρόμο, η μηχανή σαγρέ από νυχτερινή υγρασία. Κάνω να τη σκουπίσω, το τζάκετ μου νοτίζεται, παγώνω μέχρι κερκίδα και ωλένη. Κούφιες μανιβελιές, πούστικες ανάποδες σημαδεύουν τη γάμπα μου –όλα καλά θα πάνε. Θέλω να χαιρετίσω.

Γι΄αυτό κατηφορίζω προς πλατεία –λύκος χωρίς κέρατα. Αράζω στο πεζοδρόμιο, δίπλα στο περίπτερο του Φιλόσοφου, χαζεύω τις εφημερίδες. Ετοιμάζεται πόλεμος, κάπου μακριά από δω –καθόλου δε με κόφτει το θέμα.
«Καλώς τον. Πως απ’ τα μέρη μας;» χαμογελάει ο Φιλόσοφος.
«Είπα να περάσω....» μουρμουρίζω.
«Πέρασες, πάει καλά...» σοβαρεύει ο Φιλόσοφος.
«Ερημιά διακρίνω, δεν έχεις δίκιο...» λέω εγώ κοιτάζοντας τριγύρω.
«Αυτό είναι το πρόβλημά σου, οτι τόσα χρόνια δεν έμαθες να κάνεις διακρίσεις», ψιθυρίζει ο Φιλόσοφος.
«Καθότι αδιάκριτος!» κοκορεύομαι.
«Αδιάκριτοι είναι μόνο οι μακαρίτες», μου εξηγεί.
«Το κόβεις πιθανό;» ζητάω να μάθω.
«Εξαρτάται αν θα τους προλάβεις ή θα σε προλάβουν», λέει κοιτάζοντας προς τα σκοτεινά στενά.
«Ευχαριστώ για την ενημέρωση», χαμογελάω. «Αντίο κιόλας –φεύγω, δεν ξέρω αν στο είπα».
«Φεύγεις ε;»
«Ναι».
«Έτσι νομίζεις...» κάνει σκεπτικά.
«Δεν είναι έτσι;» αναρωτιέμαι.
«Έτσι είναι αν έτσι νομίζεις», ξεκαρδίζεται.
«Αντίο, όπως και νάχει», μουρμουρίζω γυρίζοντάς του την πλάτη.

Σβήνω το φως της μηχανής και τσουλάω προς τα στενά, όσο γίνεται πιο αθόρυβα. Από τις προσόψεις των ερειπωμένων νεοκλασικών ξεκολλάνε φωσφορίζοντες ανθρώπινοι σκελετοί. Κοιτάζουν βιαστικά πριν ξαναχαθούν. Δε με ενδιαφέρουν αυτοί. Συνεχίζω πιο μέσα, βαθύτερα. Κάτι πνιγμένες φωνές, κόβονται από τον θόρυβο του κινητήρα αλλά συνεχίζουν αμέσως μετά. Ήταν δική μας αυτή η πόλη, αλλά μας την πήρανε –θυμάσαι;
«Ψιτ, μαλάκα!» σφυρίζει η φωνή αριστερά μου.
Κοιτάζω καλύτερα.
«Κοιτάει κιόλας ο άνθρωπος –έλα δω ρε!»
Πάω.

Δεν είναι πάνω από 10, μπαινοβγαίνουν στον ακάλυπτο κάποιου ερειπίου, Καβάτζας σίγουρα, Χρήστος Άγρυπνο Μάτι, κάτι μαλλιάδες γνωστοί και στο βάθος ο Νίκος το Κουμπί. Χαμογελάω σα ραντεβού με οδοντογιατρό.
«Τι κάνετε εδώ ρε; Τσιμπουκωνόσαστε μεταξύ σας;» ρωτάω.
Είναι και δυο –τρεις περίεργοι μαζί τους, ροκαμπίλια απ΄αυτούς που έχω ακούσει οτι ήρθαν από τα δυτικά.
«Χρηστάρα, σε αφήσανε;» αγκαλιάζω τον Άγρυπνο Μάτι. Τον βγάλανε έτσι σε κάποιο σπίτι από τα πολλά που ξεχειμώνιαζε πίσω στο ’84, επειδή συνήθιζε να κοιμάται με μισάνοιχτα βλέφαρα. Από το δόσιμο που μας κάνανε στη «Ρήξη» έχω να τον δω –ακούστηκε οτι την πλήρωσε για όλους μας.
«Με αφήσανε, καθάρισα» ψιθυρίζει.
Τον κοζάρω –σε τσακισμένος μου κάνει.
«Και τι γίνεται εδώ πέρα;» ρωτάω τελικά.
«Ψήνουμε φάση», κρώζει βραχνά ο Καβάτζας.
Ο Νίκος το Κουμπί με πλησιάζει επιφυλακτικά.
«Είδα τον δικό σου τις προάλλες», του χαμογελάω.
«Ποιον δικό μου;» ρωτάει.
«Το Ζαφείρη ρε! Ποιον άλλον;»
«Ο Ζαφείρης πέθανε», λέει και τραβάει πάλι προς το βάθος του ακάλυπτου.
Δεν το ΄ξερα αυτό.
«Λοιπόν, αν δε σκοπεύεις να μείνεις, κοπάνα τη τώρα. Σε λίγο θα βρέξει», μου χώνεται ο Καβάτζας.
«Κι αν δε βρέξει;» χαμογελάω.
«Αν δε βρέξει θα χιονίσει, αλλά πάρε απόφαση γρήγορα», μαγκώνει ο Χρήστος.
«Εντάξει δηλαδή, μέσα –αλλά περί τίνος πρόκειται;» ανασηκώνω τους ώμους.
«Θα γαμήσουμε κάτι σκίνια...»
«Α καλά... Πότε;» χαλαρώνω.
«Όπου νάναι...»
Τσιτώνω.
«Και δηλαδή πως...»
«Σκάσε κι ετοιμάσου...»
«Γιατί; Ραντεβού έχουμε;»
Ο Άγρυπνο Μάτι με τραβάει παράμερα, με κολλάει στο ντουβάρι. Χαμογελάει, με χτυπάει καθησυχαστικά στην πλάτη και δρασκελίζει τη διπλανή μάντρα. Κάθομαι και περιμένω λοιπόν. Δε σκέφτομαι τίποτα. Εκτός από εκείνη.

Νιώθω τότε κάτι παγωμένο να αγγίζει την παλάμη μου.
«Πάρε. Είναι μαλακία να βγεις εκεί έξω χωρίς κέρατο», μου ψιθυρίζει ο Νίκος το Κουμπί, σπρώχνοντας ένα σουγιά.
«Κράτα το για πάρτη σου αδερφέ», λέω.
«Έχω –εσύ δεν έχεις», επιμένει.
«Τι να το κάνω; Δεν τα κατέχω αυτά, άμα το μοστράρω στα σκίνια θα μου το πάρουν και θα μου το χώσουν στον κώλο», εξηγώ.
Σηκώνει τους ώμους και απομακρύνεται ανάλαφρος σα μπαλαρίνα.
«Κουμπί!» σφυρίζω.
«Τι θες;»
«Από τι πέθανε ο Ζαφείρης;»
Σηκώνει τους γιακάδες του μπουφάν του.
«Από θάνατο, τι άλλο;» μουρμουρίζει.
«Δηλαδή...»
«Μην τα ψάχνεις τώρα», και χάνεται στις σκιές.

Χαζεύω τους ροκαμπιλάδες που χτενίζονται έχοντας στήσει τα μαύρα τους γυαλιά, καθρέφτες σ΄ένα μισογκρεμισμένο τοίχο. Ρίχνουν μπουνιές ο ένας στον άλλο για να ψυχώσουν.
«Νάτοι!» σφυρίζει ο Καβάτζας.
Βγάζω μύτη στο δρόμο διστακτικά –τους βλέπω να προχωράνε μαγκωμένοι. Είναι λιγότεροι από μας, σίγουρα. Προσαρμόζω τα κλειδιά ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Τι έχει μείνει από τότε που με τσάκισαν, δυο δρόμους παρακάτω; Ψάχνω μέσα μου. Τίποτα. Ούτε θυμός, ούτε μίσος, ούτε οργή. Τίποτα. Θα τους γαμήσω μια χαρά το λοιπόν.

Εκείνη τη στιγμή καταλαβαίνω το όλο πλάνο, κάποιοι από μας έχουν φροντίσει να τους πάρουν τις πλάτες, πηδώντας μέσα από έρημες αυλές.
«Τελειώσατε μουνάκια!» ακούω τον Χρήστο να τσιρίζει, η φωνή του ένα με τις αρβύλες που κοπανάνε το πλακόστρωτο, πέφτουν πάνω στους κουρεμένους σαν καρεκλοπόδαρα.
Οι ροκαμπιλάδες πετάγονται από δίπλα μου αεράτοι –στέκονται στη μέση του δρόμου με ανοιχτά τα πόδια. Ο Καβάτζας με δυο άλλους φεύγουν σφαίρες για να συναντήσουν το μπούγιο. Και ο Νίκος το Κουμπί ξανοίγεται στα σκοτεινά, ένα με τους τοίχους των σπιτιών. Βγαίνω κι εγώ, αλλά δεν ξέρω που να σταθώ.

Τώρα, η κάθε φάρα έχει δικό της στυλ πεσίματος. Τα φρικιά πηδάνε στον αέρα, σκάνε πάνω στους καραφλούς, τους σωριάζουν και βαράνε στα γεμάτα. Οι ροκαμπιλάδες ανεμίζουν κάτι αλυσίδες, περπατάνε σα δρεπανιφόρα, σημαδεύουν κεφάλια και μετά κλωτσάνε τους πεσμένους σε ρυθμό φοξ τροτ, ένα βήμα αργό, δεύτερο αργό και στο καπάκι δυο γρήγορα. Το Κουμπί πετάγεται από τις σκιές, κάνει ένα τροχάδην δίπλα στους κουρεμένους και μετά ξαναπιάνει πλάτη–τοίχο. Σε πρώτη φάση δε φαίνεται τίποτα, μόνο ένα άστοχο πέρασμα ξυστά στο μπούγιο, σε δεύτερη φάση όμως υπάρχει κάποιος που κρατάει τα πλευρά του όσο σωριάζεται στην άσφαλτο. Οι καραφλοί, όσοι στέκονται ακόμα στα πόδια τους, προβάρουν κάτι στυλάκια καρατέκα, βγάζουν και κραυγούλες αλλά δεν έχουν τύχη. Επειδή τους την πέφτουν από παντού. Αίμα μπόλικο, βογκητά και ο θόρυβος του κρανίου που βρίσκει στην άσφαλτο. Έχω μείνει λίγο πίσω, ένας καραφλός περνάει τρέχοντας τους ροκαμπιλάδες και πάει να φύγει από το μέρος μου, κάνω στο πλάι ήσυχα αλλά τον κλωτσάω στα τακούνια όταν με περνάει –ο μαλάκας σωριάζεται σκέτο κομμάτι κρέας. Τον πλησιάζω να του ρίξω κάποια κλωτσιά στα νεφρά, το σκέφτομαι όμως λίγο παραπάνω οπότε με ντουμπλάρει το Κουμπί, σκύβει πάνω του και μετά απομακρύνεται βιαστικά. Δεν έχω καμιά όρεξη να δω τι του έκανε.
«Πάμε», ακούω τον Χρήστο να μουρμουρίζει.
Τα φρικιά ξεκολλάνε από τους παρτενέρ τους και συγκεντρώνονται χοροπηδώντας, οι ροκαμπιλάδες ρίχνουν τις τελευταίες τους κλωτσιές, ακολουθώ με τα χέρια στις τσέπες –πίσω μας το Κουμπί προχωράει αργά, από το πεζοδρόμιο, μην τύχει και μας την πέσει κανένας ετοιμόρροπος.
«ΤΣΑΦ, πατάρι –σπάστε τώρα», σφυρίζει ο Καβάτζας.

Ανοιγόμαστε βεντάλια, βρίσκω τη μηχανή μου και αποφασίζω να κάνω κύκλο. Πρώτα περνάω από το κωλάδικο, κοιμούνται ήσυχα εκεί πέρα. Μετά κατηφορίζω ένα στενό πιο κάτω από τη συμπλοκή, διακρίνω μια θολή κίνηση καθώς οι φωσφοριζέ σκελετοί σκαλίζουν τους πεσμένους –αρπακτικά κανονικά- μάλλον βουτάνε ρούχα και παπούτσια.

Όλα καλά θα πάνε, δεν βλέπω κανένα λόγο για όλα αυτά, δεν νιώθω καμιά ικανοποίηση, όλα καλά θα πάνε.

Στο πατάρι του ΤΣΑΦ, έχουν μαζευτεί σχεδόν όλοι. Δεν θυμάμαι κιόλας, δεν τους μέτρησα –τέλος πάντων.
«Τους ξεσκίσαμε!» λέει ένας ροκαμπιλάς.
«Δεν θα ξαναπεράσουν ούτε στα 5 χιλιόμετρα», σιγοντάρει ο άλλος.
«΄Νταξει, κάτι έγινε», μουρμουρίζει ο Καβάτζας. «Λοιπόν...», βγάζει από την εσωτερική τσέπη του μπουφάν του ένα λιπόσαρκο μάτσο και το απλώνει στο τραπέζι καλύπτοντάς το με τις πλάτες του. «Χιλιαρικάκι έκαστος, όσα είχαμε πει», ανακοινώνει.
Οι άλλοι ξεχωρίζουν το μερίδιό τους ήσυχα, εγώ μπλοκάρω κάπως.
«Κάτσε μισό... Τι παίζει;» απορώ.
«Εσύ πεντακοσαρικάκι, επειδή φοβήθηκες μη σπάσεις κάνα μανικιούρι», μου απαντάει ο Καβάτζας.
«Δεν σε πιάνω –από που το χρήμα;» συνεχίζω να απορώ.
«Καλώς την παρθένα Μαρία!» γελάει ο Καβάτζας.
«Τα μαγαζιά της περιοχής... οι σκινς τους έγιναν στενός κορσές -αντιλαβού;» μου ψιθυρίζει ο Χρήστος.
«Και σας πληρώσανε για να τους ξεφορτωθείτε!» λέω εγώ.
«Ωραία το είπες, θα σε πάρω για νομικό μου σύμβουλο», πετάγεται ο Καβάτζας.
«Και να σου πω ρε άτομο! Ποιος το πρότεινε το αλισβερίσι;» ξαναρωτάω.
Ο Καβάτζας με κοιτάζει απορημένος.
«Εννοώ -πώς έγινε ρε παιδί μου; Έβγαλε ανακοίνωση ο σύλλογος καταστηματαρχών Εξαρχείων, ‘ζητούνται ψωμωμένα παιδιά, κατά προτίμηση αντιεξουσιαστές, για να διώξουν τους φασίστες’;»
«Τι μαλακίες λες τώρα;» απορεί ο Καβάτζας.
«Ή πήγατε εσείς και αναλάβατε την εργολαβία –‘καλησπέρα σας, είμαστε οι βαράω και προστατεύω, τιμές προσιτές’; Πως έγινε ρε;» ανάβω εγώ.
Ο Καβάτζας γυρνάει κατά Χρήστο μεριά και καλά αγανακτισμένος.
«Κατάλαβες γιατί σου λέω οτι τους φοιτητές πρέπει να τους κρεμάσουν πρώτους απ΄όλους;» του λέει.
«Πριν τους νταβατζήδες ή μετά;» του χώνομαι κόκορας εγώ.
«Μην το χοντραίνεις», μου σφυρίζει στο αυτί ο Νίκος το Κουμπί.
«Ναι εντάξει –θα του κάνω δίαιτα από Δευτέρα. Μπας και το σουλουπώσω», μουγκρίζω ενώ σηκώνομαι.
Οι ροκαμπιλάδες χαχανίζουν δείχνοντάς με. Ο Χρήστος με πιάνει από το μπράτσο.
«Πολύ άσπρο-μαύρο τα βλέπεις», μου λέει.
«Φταίει μάλλον η ταινία», του εξηγώ.
«Η ταινία;»
«Αυτή που παίζω –φτηνοπαραγωγή», σφυρίζω καθώς τραβάω το χέρι μου από το πιάσιμό του.
«Φεύγεις;» κάνει απαξιωτικά ο Καβάτζας.
«Εδώ και καιρό», τον διαβεβαιώνω.

Και κατεβαίνω τις σκάλες κουτρουβαλώντας.

Στη μέση της πλατείας, κάτω από το άγαλμα είναι δυο πάνκισες χεσμένες στα αντιβηχικά –προσπαθούν μάλλον να καθαρίσουν ρουφώντας μια μπύρα συνεταιρική από γυάλινο μπουκάλι. Περνάω δίπλα τους κι αυτές μου σκάνε το μπουκάλι ανάμεσα στα παπούτσια. Σταματάω, τις κοιτάζω χαμογελαστός.
«Πως είσαι έτσι ρε;» κοροϊδεύει η μία.
«Άντε κουρέψου μη μας κολλήσεις ψείρες!» σιγοντάρει η άλλη.
Συνεχίζω να τις κοιτάζω, αγριεμένες, βρώμικες, ασυντόνιστες. Πάει να πει, ζωντανές.
«Τι κοιτάς ρε μαλάκα;» φορτώνει η μια.
«Θες να μας γαμήσεις; Λέγε λιγούρη!» φωνάζει η άλλη.
Τους γυρίζω την πλάτη δεν έχω καμιά δουλειά μαζί τους. Είναι ζωντανές κι εγώ κάπως πεθαμένος. Μέρες τώρα.

Όσο παιδεύομαι να ξεκινήσω τη μηχανή οι κοπέλες βρίζουν και πετάνε πέτρες. Σηκώνω τους ώμους αδιάφορα, τις χαιρετάω. Αυτές φορτώνουν, πετάγονται, πλησιάζουν.
«Ψιτ κοριτσάκια!» φωνάζω προς το μέρος τους.
«Τι είπες ρε γαμιόλη!» φορτώνουν εκείνες.
«Είπα οτι συγνώμη κιόλας –αλλά δε θα μπορέσω!» γελάω καθώς απομακρύνομαι.

Δε θα μπορέσω.

12 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

sotiris είπε...

Έλα, εντάξει τώρα, παίζεις με τον πόνο μου μοτοσυκλετιστή.

Εδώ στην ξενιτιά που λες, δεν ξέρω αν στο είπα, έχει Σουηδέζες. Πολλές όμως. Και έχει επίσης και εμένα. Ο οποίος κόλλησα με μια Σουηδέζα, την οποία την λένε...(τύμπανα βαράνε από πίσω)...Νίνα ! Εντάξει, δεν είναι η μέση Σουηδέζα, ούτε βυζάρες έχει, ούτε φοβερό κορμί, αλλά είναι psycho η τύπισσα. Γουστάρει να προκαλεί και να δέχεται πόνο πριν και μετά το σεξ. Μπορεί βέβαια να μην ζήσαμε το σεξ αυτό καθ'αυτό, αλλά το πριν και το μετά το είχαμε. Και με αυτήν την Νίνα που λες, έφαγα φρίκη, ερωτύλος γαρ και άρτι αυτοανακαλυφθέντας kinky boy. Συλλογίσου τώρα τι δαολεμένη σύμπτωση είναι να γράφεις εσύ για τον Πέτρο που αφήνεις την Αμερική για να πάει για μεταπτυχιακό στη Σουηδία ερωτευμένος με τη Νίνα !!! Πόση σύμπτωση όμως ρε φίλε ;

Στην ιστορία μας τώρα, το "Σίγκαπουρ σλιγκ" το είχα σε φεστιβαλ καλτ κινηματογράφου στα Γιάννενα ως φοιτητής. Σαλεμένη ταινία. Το ασπρόμαυρο του φιλμ και οι pervert σκηνές μάνας και κόρης, με αποκορύφωμα το δρεπάνι μου άφησαν μια πίκρα, έναν κόμπο στο λαιμό. Δεν πολυέπιασα τι ήθελε να πει ο δημιουργός, αλλά ήταν περίεργη ταινία.

Για τον ήρωα τώρα, εντάξει, είμαι σίγουρος ότι δεν την βγάζει καθαρή. Έχασε την ευκαιρία να μάθει τι θα του έλεγε ο Πέτρος για τον Τάκη, που πιστεύω ότι ήταν κάτι σχετικά με την Άλεξ, οι φίλοι του φεύγουν, αν και γενικά είχαν φύγει προ πολλού, οι ομοϊδεάτες του φαίνεται ότι άρχισαν να κάνουν εκπτώσεις μεγαλύτερες και από τον Κωτσόβολο και τα βήματα του φαίνονται πιο μετέωρα από ποτέ.
Θα πεθάνει, είμαι σίγουρος. Θα πεθάνει όμως όπως αυτός γουστάρει. Γιατί έτσι είχε ζήσει, όπως αυτός γούσταρε, ακόμα και αν καταστρεφόταν.

Περιμένω το επόμενο επεισόδιο που όπως είπες θα είναι και το τελευταίο πριν το επίμετρο, σωστά ;

The Motorcycle boy είπε...

Σωστά, χαχαχα. Αλλά μόνο για το τελευταίο που ρωτάς.

Κατά τα υπόλοιπα... λοιπόν η χώρα στην πραγματικότητα ήταν μεν Σκανδιναβική, αλλά όχι η Σουηδία και η κυρία δεν λεγόταν Νίνα. Αλλά είπα να τα αλλάξω λίγο για ευνόητους ή ανόητους λόγους.

Περί Σίγκαπουρ -έχω ένα ολόκληρο μακρυνάρι ιστορία, το "... και κανένας δεν τον είδε να φεύγει" (θα το βρεις στο πλάι) όπου προσπαθώ ασύστολα να κλέψω την κεντρική ιδέα της ταινίας. Αλλά φυσικά δεν τα καταφέρνω. Πάντως βασίζεται στη Λάουρα και στο Ντάμπλ Ιντέμνιτυ (κυρίως) -αν τα δεις ποτέ, θα δεις και το Σίγκαπουρ με άλλο μάτι.

Υ.Γ.: Δεν θα πεθάνει ο ήρωας, είπαμε να κρατήσουμε κάποια αληθοφάνεια -δεν θα πεθάνει τουλάχιστον όπως το εννοούμε συνήθως.
Αλλά το θέμα είναι "θεωρείς δηλαδή εσύ οτι στη συγκεκριμένη φάση ζει;"

Ο Καλος Λυκος είπε...

αυτό είναι το θέμα... κανένας δεν πεθαίνει, αλλά και αυτοί που ζούνε το μετανοιώνουν το "έτσι όπως". Στην πραγματικότητα πολύ λίγοι πεθαίνουν... τουλάχιστον ας μην είναι πολύ ξεφτίλα...

Ο Καλος Λυκος είπε...

ξέρεις τί; δεν 'πα να 'ναι ξεφτίλα; Η ζωή είναι γεμάτη απ' αυτήν και οι ήρωες πολύ λίγοι - γι'αυτό και είναι και ήρωες...

δεν θα σου πώ εγώπ ως να τελειώσει το παραμύθι σου - άλλωστε, αφού είναι κατά τι αληθινό, μόνο αληθινά θα τελειώσει...

xouxouxou είπε...

o kalos o lykos de 8a sou pei pws na teleiwseis to paramy8i sou...
oute omws o kakos 8a se voi8isei, oute kanenas allos.
alla gia fantasou re motosake na sou r8ei kamia alex apo-elikopterou-8ea me ena revolver kai na sou ypagoreusei dia tis vias lexi pros lexi ti synexeia kai to telos?
kai meta leei na xipniseis idrwmenos, na trexeis sto computer alla me to pou pas na valeis ta daxtyla sto pliktrologio na kovetai to reuma!!!

eides i DEH???

sikonesai tote apo ton kanape kavalas to motori kai opoion parei o xaros, nai i ou?

The Motorcycle boy είπε...

Λύκε, αφού τα ξέρεις -ούτε εσύ, ούτε κάποιος άλλος, ούτε κι εγώ μπορούμε να υπαγορεύσουμε το τέλος. Εκείνοι που τους αφορά, οι εμπλεκόμενους ας πούμε, γράφουν μόνοι τους το τέλος.

Xouxouxou, η Άλεξ μιλάει με απουσίες, μακάρι να μίλαγε με σφαίρες, θα ήταν πιο ανθρώπινο. Και αν πάω να νταραβεριστώ με τίποτα Χάρους καβάλα στο ΧΤ, θα καταλήξω να νταραβερίζομαι με τον Παπαγεωργίου και το Μπαξεβάνη περιμένοντας να τιμολογηθούν τα ανταλλακτικά μου. Και είμαστε και σε περίοδο κρίσης, το είπε κι ο πλέιστεϊσον Βούδας.

άσωτος είπε...

λοιπον εγω ειχα τινα ψιλοπουρο απο σουηδια μετραει;το σιγκαπουρ το θεωρω ανωτερο απο γλυκια συμορια κλπ πρεπει να στο χω πει...

The Motorcycle boy είπε...

Ξέρω ΄γω; Αν στο χρόνο πάνω την έπιασε εμμηνόπαυση -μετράει.

Το Σίγκαπουρ είναι σίγουρα ανώτερο από Συμμορία, γενικά η "εσωτερική πλευρά" του κινηματογράφου του Ν.Ν. (Ευριδίκη, Σίγκαπουρ, Κόλαση, Ζέρο) είναι ανώτερη από την "κοινωνική" του πλευρά (Συμμορία, Κουρέλια, Χαμένος). Και η Περίπολος είναι ανώτερη από τις περισσότερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Όπως ας πούμε και ο Βαλκάνιος είναι "λιγότερο" βιβλίο από τα Γουρούνια και το Μοντεζούμα. Αλλά φίλε, εμείς βγήκαμε στη γύρα με Συμμορία και Βαλκάνιο -αυτό έγινε. Και δεν μπορούμε να τα δούμε αντικειμενικά.

Ανώνυμος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.
The Motorcycle boy είπε...

Ψιτ, Ρέλια -σάλτα παραδίπλα να σπαμάρεις.

The Outsider είπε...

Δεν χάθηκα... Είμαι μακρυα και ελπίζω να είσαι καλά motor!
Ανέβασε καμια ιστοριούλα μπαίνω από internet cafe και έχω καταχρεωθεί...
Η ιστορία πάει πολύ καλά...
Τραγουδάκι δεν βάζω, άλλωστε εδώ που είμαι μας έχουν τελειώσει οι νότες...
Από τον Αύγουστο που θα βγουν τα λελεδόνια...
Ελπίζω να κατάλαβες.

The Motorcycle boy είπε...

Και θα είναι και παχιές οι μύγες -κατάλαβα ρε φίλε, κοίτα να ξεμπερδεύεις μονοκόμματος.

Αύριο λέω να την τελειώνω την ιστορία.
Εκεί που είσαι σας έχουν τελειώσει οι νότες ε;
Ο υπεύθυνος για τον τίτλο αυτού του κομματιού το έλεγε αυτό "εδώ μιλάμε μόνο με νοήματα". Καλή του ώρα από εκεί που μας βλέπει.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι