Τετάρτη, Αυγούστου 05, 2009

12. Οικογενειακό περιβάλλον

Προηγουμένως:
1.Ο Άρης είναι καθηλωμένος σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο αντιμετωπίζοντας σημαντικά κενά μνήμης. Μαζί με μια ακόμα ένοικο, την Κατερίνα, βρίσκουν έναν κρεμασμένο άντρα κοντά στο ξενοδοχείο.

2. Οι χωρικοί εμφανίζονται με απειλητικές διαθέσεις λόγω του κρεμασμένου, αλλά η κατάσταση διορθώνεται μετά την παρέμβαση του θείου Χάρη και την παράδοση των ενόχων κυνηγών.

3. Κατανομή αρμοδιοτήτων μέσα στο ξενοδοχείο, όσο τα όπλα παραμένουν στον θείο Χάρη και μια φωτογραφία εφημερίδας που ισχυρίζεται οτι ο Άρης είναι καταζητούμενος τρομοκράτης.

4. Ψάρεμα με αμφίβολα αποτελέσματα και κάποιες αψιμαχίες σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων.

5. Μια απόπειρα βιασμού έχει συνέπεια την κοινή πορεία του Άρη με τον Πάνο εκτός ξενοδοχείου.

6. Ο Άρης φτάνει στο χωριό και, με τη βοήθεια του αστυνόμου, ψάχνει να βρει την κόρη του.

7. Ο Άρης συναντάει τους δικούς του συντρόφους για να ανακαλύψει οτι δεν είναι ούτε δικός τους, ούτε σύντροφός τους.

8. Ο Άρης ανακαλύπτει διάφορα πράγματα, μεταξύ αυτών και το πτώμα του πατέρα του.


9. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο -η αντοχή των ορίων μεταξύ "δικού" και "ξένου"

10. Μετά από ένα βράδυ στο ξενοδοχείο ο Άρης ξεκινάει για το βουνό περνώντας από τον κατεστραμμένο δρόμο

11. Ο Άρης ανεβαίνει το βουνό ψάχνοντας την οικογένειά του.


Μοιάζει με εκπνοή ανακούφισης το ξύπνημα των κρυμμένων ανθρώπων. Όταν η απειλή τους κατατρέχει περισσότερο από τους πραγματικούς τους κυνηγούς δεν νιώθουν πλέον την προστασία της νύχτας. Επειδή τη νύχτα κανένας δεν σε κυνηγάει, τη νύχτα όλοι λουφάζουν περιμένοντας να ξημερώσει. Αλλά αυτό είναι κάτι που μονίμως ξεχνάνε οι κυνηγημένοι σε αντίθεση με τους κυνηγούς. Κι έτσι ο τρόμος του πρωινού δίνει τη θέση του στην ομαδική εκπνοή ανακούφισης –«τη βγάλαμε ζωντανοί κι αυτή τη νύχτα», αντί για «άντε να δούμε τι συφορά μάς ξημερώνει».

Οι κρυμμένοι άνθρωποι ξεμύτισαν από τις σπηλιές σχεδόν χαρούμενοι. Κάτι παιδιά πετάχτηκαν ανέμελα στο ξέφωτο, για δυο-τρία λεπτά μόνο, πριν οι μανάδες τους τα ξαναφέρουν μέσα στις σπηλιές ουρλιάζοντας. Ανάμεσά τους δεν ήταν η κόρη μου.

Πέντε άντρες οπλισμένοι με τσεκούρια ξεκίνησαν να απλώνονται σα βεντάλια για να επιθεωρήσουν την περιοχή, ένας απ΄αυτούς πλησίασε κοντά στο δέντρο που κρυβόμουν –ήταν γέρος, στην ηλικία του πατέρα μου περίπου. Κοίταξα τους υπόλοιπους, μια απ΄τα ίδια. Γυναικόπαιδα και γέροι –αυτό ήταν όλο. Βγήκα προσεκτικά στο ξέφωτο, ο άντρας μπροστά μου σταμάτησε σαστισμένος. Σήκωνα τα χέρια ψηλά για να τον ησυχάσω.
«Καλημέρα», είπα καθαρά σα μαθητής φροντιστηρίου ξένων γλωσσών.
«Ποιος διάολος είσαι ‘σύ;» μούγκρισε ο γέρος.
«Φίλος», απάντησα.
«Δεν έχουμε φίλους», ψιθύρισε κοιτάζοντας πίσω του για να δει αν οι υπόλοιποι μας είχαν πάρει είδηση.
«Έχετε τώρα», του εξήγησα αλλά δεν τον έπεισα.
Οι υπόλοιποι είχαν φτάσει κοντά του αλλά έκαναν τόση φασαρία που πετάχτηκε ο κόσμος από τις σπηλιές. Έμεινα στη θέση μου, ακίνητος, προσπάθησα να χαμογελάσω. Αλλά κοίταζα εκεί πίσω.
«Έχεις όπλο;» με ρώτησε ο γέρος.
«Έχω αλλά μη φοβάσαι. Είμαι φίλος», του ξανάπα.
«Βγάλτο και ρίχτο μπροστά σου», είπε εκείνος.
«Έλα ρε μπάρμπα να τελειώνουμε!» νευρίασα τελικά. «Αν ήθελα να σας ρίξω θα το είχα κάνει ήδη –τι με πέρασες, για κούτσουρο να φοβηθώ από τα τσεκούρια σας;»
«Ρίξε το όπλο που σου λέω!» επανέλαβε ο γέρος, χωρίς να δείχνει τόσο σίγουρος πλέον.
«ΜΠΑΜΠΑ!» άκουσα την ενθουσιασμένη φωνούλα της.
Κοίταξα αλλά δεν μπορούσα να τη δω –με στράβωνε ο πούστικος ήλιος.
«ΠΙΑΣΤΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ!» άκουσα μια γυναικεία κραυγή και μετά...
«ΚΑΝΤΕ ΑΚΡΗ ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΜΕ, ΚΑΝΤΕ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΓΑΜΩΤΟ!» αυτή ήταν η δική της φωνή.
Ξανακοίταξα λαίμαργα αλλά ο ήλιος με τσάκισε στα ίσα. Γονάτισα.

Μετά πνίγηκα στην αγκαλιά των μικροκαμωμένων χεριών της και άλλα χέρια, γυναικεία, με αγκάλιασαν από τη μέση για να με στηρίξουν. Σηκώθηκα ξεπλένωντας τα μάτια μου από το φως, επειδή να ξέρεις, αυτή είναι η χρησιμότητα των δακρύων. Τις κρατούσα αγκαλιά, δυο πλάσματα κρεμασμένα από τα μπράτσα μου και ήμουνα σίγουρος οτι θα τις έβγαζα απ΄αυτή την κόλαση. Είπα λοιπόν οτι η σημερινή μέρα ήταν δικιά μου και κανένας δεν θα μου τη χάλαγε. Γι΄αυτό, όταν ένας γέρος με ανοιχτό πουκάμισο στήθηκε μπροστά μου και ρώτησε, «τι θα γίνει με το όπλο», τον αγνόησα βρίζοντας –«δείξε λίγη γαμημένη διακριτικότητα ρε άνθρωπε» -και η μικρή ξεκαρδίστηκε κακαριστά αναγνωρίζοντας την βρισιά.
«Πάμε μέσα», είπε εκείνη.
Προχώρησα οδηγημένος από τη βιασύνη τους.

Η σπηλιά ήταν ξέβαθη, μια κοιλότητα στο βουνό και τίποτα περισσότερο. Η είσοδός της έχασκε απροστάτευτη. Αν υπήρχαν φίδια εδώ πάνω θα έκαναν γιορτή κάθε ξημέρωμα.
«Μπαμπά γιατί άργησες;» διαμαρτυρήθηκε η μικρή.
«Το θέμα είναι οτι ήρθα και δεν πρόκειται να σας ξαναφήσω», την καθησύχασα χαϊδεύοντας το κεφάλι της.
«Έχεις τα χάλια σου», παρατήρησε ανήσυχα η γυναίκα μου.
«Δεν έχω τίποτα που να μη διορθώνεται», την καθησύχασα με τη σειρά. Έτσι τουλάχιστον ήθελα να ελπίζω.
Καθίσαμε στο βάθος της σπηλιάς και ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται γύρω μας, προσεκτικά, σα μύγες που προσπαθούσαν να περάσουν δίπλα από ιστό αράχνης.
«Ο πατέρας σου...» μου είπε εκείνη.
«Ξέρω», την διέκοψα.
«Προσπάθησα να τους εξηγήσω...»
«Άδικος κόπος, αυτοί δεν ακούνε», της είπα.
Κοιταχτήκαμε προσπαθώντας να χορτάσουν τα μάτια μας τον άλλον –δεν ήταν και τόσο εύκολο.
«Πως περνάτε εδώ πάνω;» ρώτησα.
«Τα τρόφιμα τελειώνουν και το νερό επίσης. Υπάρχει ένα ποτάμι πιο πάνω, αλλά εδώ και μια βδομάδα κατεβάζει πετρέλαιο –μάλλον το ρίξανε τα αεροπλάνα στην πηγή του. Πρέπει να κρύβονται και αντάρτες στο βουνό εκτός από μας, γιατί βομβάρδισαν την κορυφή με ναπάλμ –γι΄αυτό μάλλον», ψιθύρισε κακόκεφα.
«Εντάξει, θα φύγουμε από δω –σύντομα», είπα.
«Να πάμε που;» βόγκηξε.
«Κάπου ασφαλέστερα –το βουνό είναι προσωρινό», είπα.
Την έβλεπα απέναντί μου να ξαναφέρνει στο μυαλό της τα στρατιωτικά περίπολα της πόλης, εκείνους τους τρομαγμένους νεαρούς που πυροβολούσαν τις σκιές και συνήθως σκοτώνονταν μεταξύ τους. Την έβλεπα να ξαναθυμάται τους τυφλωμένους από τον όχλο χωρικούς που ζητούσαν την ικανοποίηση της αρχέγονης εκδίκησης. Για κανέναν δεν είχαν σημασία οι άνθρωποι αυτή την εποχή –άλλοι πρόβαλαν τον τρόμο τους και άλλοι την πείνα τους σε όποιο πρόσωπο τύχαινε να ανταμώσουν. Οι φόνοι είχαν μετατραπεί σε απλές αντανακλαστικές αντιδράσεις. Και η γυναίκα μου φοβόταν να ξαναγυρίσει στους ανθρώπους, αυτό ήταν φανερό.

Καθίσαμε εκεί πέρα ώρα πολλή, το φως του ήλιου έγλυφε τα παπούτσια μας και είχα μια διάθεση να κοιμηθώ κοντά τους, να αφήσω τον σατινένιο ήχο των φωνών τους να με καταπιεί όσο ένα χαμόγελο θα κατσάρωνε ασυναίσθητα τα χείλη μου. Το τσιγάρο που είχα ανάψει μου έκαψε τα δάχτυλα όμως δεν ήταν αυτό που με ξύπνησε.
«Έρχεσαι λίγο να κουβεντιάσουμε;» ρώτησε ο γέρος που στεκόταν όρθιος πάνω από το κεφάλι μου.
Ένιωσα τα νεύρα στα μηνίγγια μου να τεντώνονται χτυπώντας.
«Εντάξει», είπα.

Πήγαμε κοντά στην είσοδο της σπηλιάς, εκεί που ο ήλιος εγγυούταν έναν ξεγυρισμένο πονοκέφαλο.
«Είσαι ο...» ξεκίνησε να λέει ο γέρος.
«Αυτός είμαι», τον διαβεβαίωσα.
Δεν ήταν απ΄αυτούς που είχα συναντήσει το πρωί –έμοιαζε καλοζωισμένος σαν προύχοντας.
«Ξέρεις λοιπόν για τον πατέρα σου», διαπίστωσε.
«Έχω βαρεθεί αυτό το θέμα», δυσανασχέτησα.
«Τον γνώριζα τον πατέρα σου, καλός άνθρωπος, δίκαιος...» αναπόλησε ο γέρος.
«Κι εγώ τον γνώριζα τον πατέρα μου», του υπενθύμισα.
«Γνώριζα και τους φονιάδες του –τα κατακάθια του χωριού...» πρόσθεσε μετά από λίγη σκέψη.
«Ναι κι εγώ τους γνώρισα πριν λίγες μέρες», του είπα.
«Και; Τους έδωσες συγχαρητήρια για οτι έκαναν;»
«Δεν ζήτησαν τη γνώμη μου, ούτε την άδειά μου».
«Πως αυτό; Δεν είσαι από τους αρχηγούς;» σχολίασε σκληρά ο γέρος.
«Όχι δεν είμαι από τους αρχηγούς και ούτε ξέρω ποιοι είναι οι αρχηγοί», του απάντησα.
«Αλλιώς τα μαθαίνουμε εμείς...»
«Δικό σας πρόβλημα αυτό», μουρμούρισα.
Σωπάσαμε επειδή δε μένανε πολλά να ειπωθούν σχετικά με το θέμα.
«Τι λογαριάζετε να κάνετε;» ρώτησα τελικά.
«Θα περιμένουμε εδώ πάνω, τι άλλο;»
«Ποιους θα περιμένετε;»
«Το στρατό να καθαρίσει τα χωριά μας».
«Για την ώρα ο στρατός κυρίως σας βομβαρδίζει απ΄ότι άκουσα», ειρωνεύτηκα με τη σειρά μου.
«Όχι εμάς –τους αντάρτες από δίπλα», είπε εκείνος.
«Πες το στις ναπάλμ αυτό και που ξέρεις; Μπορεί και να μη σας κάψουν», χαμογέλασα.
«Σαχλαμάρες!» μουρμούρισε αλλά δεν κατάλαβα σε τι ακριβώς αναφερόταν.
«Εγώ πάντως θα πάρω την οικογένειά μου και θα κατέβω», του είπα.
«Να πας που; Στο χωριό τα πράγματα είναι σκούρα και ποτέ δεν ξέρεις ποιος θα κάνει κουμάντο αύριο...»
«Γιατί πρέπει να κάνει κάποιος κουμάντο;» απόρησα δήθεν.
Με κοίταξε απότομα.
«Τι θες να πεις;»
«Αναρωτιέμαι γιατί πρέπει πάντα να κάνουν κάποιοι κουμάντο και οι υπόλοιποι να κουμαντάρονται. Δεν υπάρχει άλλη λύση;»
«Αν υπήρχε θα είχε βρεθεί τόσους αιώνες τώρα».
«Ίσως κάποιους να μην τους συμφέρει να βρεθεί...»
«Άρα δεν θα βρεθεί ποτέ –τζάμπα ασχολείσαι», έγειρε προς το μέρος μου. «Άκου παλικάρι μου, εσένα δε σε ξέρω αλλά θα σου πω κάτι, από σεβασμό για τον πατέρα σου. Οι άνθρωποι κάνουμε λάθη, πολλά λάθη –έτσι προχωράει ο κόσμος. Επειδή κάποια στιγμή βλέπουμε το λάθος μας και το διορθώνουμε και κάνουμε κάτι σωστότερο από αυτό που κάναμε πριν και μετά ξαναβλέπουμε το λάθος και πάει κορδόνι η ιστορία. Όσο πιο γρήγορα βλέπεις ένα λάθος λοιπόν...»
«Τόσο πιο γρήγορα κάνεις το επόμενο», γέλασα.
«Πες το κι έτσι», χαμογέλασε ο γέρος.
«Και που καταλήγουμε; Πέρα από τη φιλοσοφία εννοώ –θα έρθετε μαζί μας να κατέβουμε στο χωριό;» ρώτησα.
«Να μιλήσω αργότερα με τους υπόλοιπους...» πρότεινε ο γέρος.
«Νόμιζα οτι εσύ αποφασίζεις για όλους», του είπα.
«Ακόμα κι έτσι –πρέπει να τους ακούω», παρατήρησε ο γέρος.
«ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ!» τσίριξε μια γυναίκα πανικόβλητη.
Κοιτάξαμε προς το ξέφωτο αλλά δεν μπορούσαμε να δούμε πολλά επειδή όλοι έτρεχαν σαν αποκεφαλισμένα κοτόπουλα. Οι κυνηγημένοι τρέμουν τους επισκέπτες –πάντα.
«Ένας είναι!» έκανε λαχανιασμένα κάποιος βιαστικός γέρος.
Σηκώθηκα. Κατά πάσα πιθανότητα ήμουνα ο μοναδικός με πιστόλι εκεί πέρα, ήταν λοιπόν δική μου δουλειά.
«Που πας;» κρεμάστηκε από το μπράτσο μου εκείνη.
«Πάω να δω –μη φοβάσαι», της είπα.

Δεν χρειάστηκε να περπατήσω πολύ, το μέρος που είχαν διαλέξει να κρυφτούν ήταν για στρουθοκαμήλους –ξέβαθη σπηλιά με 50 μέτρα ξέφωτο μπροστά της και μετά δέντρα αρκετά πυκνά για να κρυφτεί ολόκληρο τάγμα.
«Δεν το βάζεις κάτω εσύ!» ψευτοθαύμασα χαιρετώντας τον.
Κατά βάθος ήξερα οτι δεν υπήρχε περίπτωση να ξεκολλήσει από πίσω μου, είχε τέτοιες εντολές και ήταν φτιαγμένος να τις εκτελεί.
«Θα μπορούσες να μου πεις οτι φεύγεις», γκρίνιαξε ο Στέφανος.
«Και γιατί να το κάνω;» γέλασα.
«Επειδή...» μπερδεύτηκε εκείνος.
«Επειδή έτσι θα διευκόλυνα την αποστολή σου», είπα σταθερά.
«Α, μάλιστα», έκανε εκείνος. «Άρχισες να θυμάσαι λοιπόν».
«Αν ποτέ μπόρεσα να ξεχάσω...» είπα εγώ, κυρίως στον εαυτό μου.
«Υπάρχει μια ομάδα λίγο ψηλότερα...» άρχισε να λέει ο Στέφανος.
«Δε μ΄ενδιαφέρει», τον έκοψα. «Θα πάρω την οικογένειά μου και θα κατέβω. Δεν είναι δική μου δουλειά πια».
«Όταν κατέβεις θα ξαναγίνει δική σου δουλειά», γέλασε ο Στέφανος. Μετά έβγαλε δυο τσιγάρα και τα άναψε –μου έδωσε το ένα. «Ο στρατός ήρθε στο χωριό, όταν έφυγα ακούγονταν ήδη τα φορτηγά τους...»
«Και λοιπόν;»
«Οι δικοί μας εκεί πέρα δεν θα αντέξουν πάνω από δυο ώρες».
«Γιατί δεν κρύβονται τότε;»
«Επειδή τους έφαγε η αναβλητικότητα και δεν τον καθαρίσανε τελικά τον αστυνόμο. Θα τους δώσει με τη μία στους στρατιώτες...»
«Θα έπρεπε ίσως να φύγουν, να την κοπανήσουν...»
«Είναι το χωριό τους Άρη! Δε θέλουν να φύγουν», είπε ο Στέφανος.
«Τότε, καλά ξεμπερδέματα», είπα εγώ.
«Θα μπορούσαμε ίσως να κάνουμε κάτι, να κατέβουμε για βοήθεια με τους δικούς μας από το βουνό... Εύκολα θα παίρναμε τις πλάτες του στρατού...» μουρμούρισε.
«Πολύ καλή ιδέα! Αυτό να κάνετε», απάντησα.
«Κόψε την ειρωνεία!» θύμωσε ο Στέφανος.
«Κι εσύ κόψε την καθοδήγηση! Σου είπα οτι δεν με ενδιαφέρουν όλα αυτά, θέλω μόνο να φύγω με την οικογένειά μου».
Γέλασε.
«Ποιον κοροϊδεύεις ρε Άρη;» είπε.
«Άντε γαμήσου. Ξεφορτώσου με!» μούγκρισα κουμπωμένος και του γύρισα την πλάτη.
«Μέχρι το βράδυ θα είμαι πίσω –μην πάτε πουθενά», φώναξε ο Στέφανος.

«Ποιος ήταν αυτός;» με ρώτησε ο γέρος.
«Ένας γνωστός μου», απάντησα.
«Και που πάει;»
«Στο διάολο –αλλά θα ξαναγυρίσει».
«Μόνος του;» ανησύχησε ο γέρος.
«Δε νομίζω», επιβεβαίωσα την ανησυχία του.
Ο γέρος έφτυσε στο χώμα.
«Μας έβαλες σε μπελάδες», βόγκηξε.
«Δεν το ήθελα», προσπάθησα να δικαιολογηθώ.
«Και τι μ΄αυτό;» παρατήρησε.
Δίκιο είχε.

Μέσα στη σπηλιά η γυναίκα μου έφτιαχνε πρωινό. Παξιμάδια με μαρμελάδα και γάλα από τσίγκινο κουτί. Η μικρή ανέβηκε πάνω μου όταν κάθισα κοντά τους.
«Μπαμπά, πρέπει να σου δείξω την κρυψώνα μου», φώναξε ενθουσιασμένη.
«Αργότερα», είπα σκεφτικός.
«Μα είναι κοντά –εδώ απέξω, στα δέντρα!» συνέχισε αμετάπειστη.
«Εντάξει, να φάμε πρώτα πρωινό», μουρμούρισα παραιτημένα.
«Τι έγινε;» με ρώτησε εκείνη.
«Πρέπει να φύγουμε πριν νυχτώσει», είπα εγώ.
«Δε θέλω!» φώναξε η μικρή.
«Ο μπαμπάς έχει δίκιο –είναι καιρός να κατέβουμε», προσπάθησε να την καθησυχάσει εκείνη.
«Μα εδώ περνάω καλά!» συνέχισε η μικρή.
Την κοίταξα. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιος κόσμος κατάλληλος για παιδιά αλλά αυτός ο κόσμος φτιάχτηκε για να σκοτώνει τα όνειρά τους κι εμείς που τα φέραμε εδώ είμαστε ένοχοι. Μασούλησα την αλειμμένη φρυγανιά ανόρεχτα.
«Τι θ΄απογίνουμε;» μουρμούρισε εκείνη όταν η μικρή δεν πρόσεχε.
Θα ήθελα να είμαι στη θέση του πατέρα μου, θα ήθελα να είμαι σε θέση να πω –«ότι οι άλλοι κι εμείς». Αλλά δεν γινόταν.
«Θα βρούμε ένα ασφαλέστερο μέρος –κάποτε θα τελειώσουν όλα αυτά...» είπα αβέβαια.
Εκείνη δε μίλησε.

Απομακρύνθηκα πριν η μικρή ξαναθυμηθεί την κρυψώνα της στα δέντρα, άφησα τη γυναίκα μου να μαζεύει τα πράγματα και πήγα προς τους συγκεντρωμένους γέρους στην άλλη άκρη της σπηλιάς. Δυο –τρία κεφάλια με κοίταξαν ανήσυχα αλλά ο γερο-προύχοντας τους έκανε νόημα να ησυχάσουν.
«Κάτσε», μου πρότεινε. «Κουβεντιάζαμε εδώ πέρα για το τι να κάνουμε».
«Και που καταλήξατε;» ρώτησα.
«Θα φύγουμε. Αν έρθουν οι αντάρτες θα έχουμε τραβήγματα. Στην καλύτερη περίπτωση θα μας κλέψουν τα τρόφιμα...»
«Ή θα μας σκοτώσουν», πετάχτηκε κάποιος άλλος γέρος.
«Κι έτσι να μη γίνει, οι αντάρτες τραβάνε το στρατό όπως τα σκατά τις μύγες. Δεν θέλουμε να φάμε καμιά ξώφαλτση», είπε ο γερο-προύχοντας.
«Λοιπόν;» έκανα περιμένοντας.
«Υπάρχει ένα μονοπάτι... κατσικόδρομος», έπιασε να μου εξηγεί ο γέρος. «Αν ξεκινήσουμε σε καμιά ώρα θα το έχουμε βρει πριν νυχτώσει...»
«Που πάει το μονοπάτι αυτό;» ρώτησα.
«Στην άλλη πλευρά του βουνού, ανηφορίζει για κάνα δυο χιλιόμετρα και μετά σε βγάζει από πίσω...»
«Τι είναι στην άλλη πλευρά του βουνού;» απόρησα.
«Κανείς μας δεν ξέρει. Ποτέ δε χρειάστηκε να πάμε».
«Και που ξέρετε οτι βγάζει κάτω από το βουνό το μονοπάτι;»
Γελάσανε κάτω από τα μουστάκια τους.
«Το μονοπάτι του Κλεφτόγιαννη...» είπε ένας γέρος.
«Τι σημαίνει αυτό;» έκανα εγώ.
«Από κει πέρναγε τα πρόβατα που έκλεβε, τα πήγαινε στην αγορά της πόλης να τα πουλήσει», συνέχισε ο ίδιος γέρος.
«Άρα υπάρχει κάποια πόλη εκεί πίσω», συμπέρανα.
«Που να ξέρουμε; Πάνε 10 χρόνια που πέθανε ο Κλεφτόγιαννης....»
«Δεν έχουμε άλλη επιλογή», είπε ο γερο-προύχοντας. «Στο χωριό αλωνίζουν οι αληταράδες, θα μας περάσουν όλους από μαχαίρι αν εμφανιστούμε...»
Τότε κατάλαβα οτι ήμουνα ο μόνος που ήξερε για τον στρατό. Θα μπορούσα να το αποκαλύψω και να τους γλιτώσω από τις ταλαιπωρίες, αλλά μετά θα έπρεπε να ψάξω μόνος μου το μονοπάτι. Κοίταξα τους γέρους και τα γυναικόπαιδα –άξιζε τον κόπο να τους βάλω στον κίνδυνο, μόνο και μόνο για να βελτιώσω τις πιθανότητες διαφυγής της δικής μου οικογένειας; Φυσικά και δεν άξιζε. Αλλά δεν γινόταν διαφορετικά.
«Εντάξει, θα έρθουμε μαζί σας», είπα κοφτά.
«Γιατί δεν πάτε πίσω στο χωριό; Θα είναι καλύτερα για σας», είπε ο γέρος.
«Δεν τους εμπιστεύομαι αυτούς στο χωριό», είπα ψέματα εγώ.
«Δίκιο έχει –είναι σκυλιά μαύρα», σιγοντάρισε κάποιος από τους γέρους. «Άσε που αν έρθει ο στρατός την έχουν άσχημα –κι αυτός και η οικογένειά του...»
Χαμογέλασα καθώς απομακρυνόμουν.

Εκείνη τακτοποιούσε με προσοχή τα ρούχα στο κάτω μέρος του σακιδίου, από πάνω έβαζε τις κονσέρβες και τις κούκλες της μικρής –καθόμουν και τη χάζευα ενώ σκεφτόμουν μια περιποιημένη αυλή κι εκείνη να σκαλίζει τα λουλούδια όσο η μικρή θα μας κουνάει το χέρι στριφογυρίζοντας με το ποδήλατό της. Δεν πάλεψα ποτέ για έναν καλύτερο κόσμο, πάλευα μόνο για να επιβιώσω, αλλά τελικά ο καλύτερος κόσμος είναι πάντα το απλούστερο σχήμα. Η ανθρώπινη ευτυχία έρχεται όταν μάθεις να ξεχωρίζεις πόσο λίγα είναι τα πάντα που θέλεις. Την πλησίασα από πίσω και τη φίλησα στο λαιμό, πετάχτηκε για μια στιγμή αλλά μετά χαλάρωσε.
«Συγνώμη για όλα αυτά», της είπα.
«Μη ζητάς συγνώμη –δεν φταις σε τίποτα», μου απάντησε.
«Μακάρι να ήταν έτσι», μουρμούρισα. «Πάντως έχεις δίκιο –οι συγνώμες είναι σκέτες κουβέντες, το θέμα είναι να ξεφύγουμε».
«Θα τα καταφέρουμε;» ρώτησε όλο αγωνία.
«Σίγουρα», είπα.
Και δεν έλεγα ψέματα, αλλά δεν έλεγα κι ολόκληρη την αλήθεια. Επειδή αυτές τις δυο θα τις γλίτωνα, θα έβρισκα ένα ασφαλές μέρος να ζήσουν ήρεμα. Ή θα τις σκότωνα την ώρα που κοιμόνταν για να μην πέσουν στα χέρια των δολοφόνων. Εγώ όμως ήμουνα από καιρό με την πλάτη στον τοίχο –δεν υπήρχε πιθανότητα να τη βγάλω καθαρή.
«Μπαμπά, πότε θα πάμε να σου δείξω την κρυψώνα μου επιτέλους!» διαμαρτυρήθηκε η κόρη μου.
«Τώρα αμέσως», είπα και την ακολούθησα χαμογελαστός.

Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.

9 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

www.mplogk.com είπε...

Ευχαριστώ για την ενημέρωση

The Motorcycle boy είπε...

Ε; Παρακαλώ -δεν κάνει τίποτα.

samson rakas είπε...

βρήκες και τους δικού σου, μυρίζομαι το τραγικό. καλό δρόμο. και να ξέρεις, σ ευχαριστούμε για την ενημέρωση.

πρτφ

The Motorcycle boy είπε...

Ε, τώρα που κλείνουν τα δημοσιοζωογραφικά μπλογκς η ενημέρωση είναι χρέος όλων μας -χαχαχα.

Εξαρτάται πάντως από το πως ορίζεις την έννοια του τραγικού, ας πούμε η δική μου αισιοδοξία προτάσσει "καλύτερα ένα φρικτό τέλος από μια φρίκη δίχως τέλος".

Ανώνυμος είπε...

ναι έτσι το οσμίζομαι και γω. σε φάση ζαλόγγου.

δυστυχώς τα πειραματόζωα ξανάνοιξαν.

πρτφ

The Motorcycle boy είπε...

Δεν λέγονται "πειραματόζωα" -"πειραγματόζωα" λέγονται ρε. Επειδή είναι πειραγμένοι από τη μανία να γίνουν Εισαγγελάτοι στη θέση των Εισαγγελάτων.

Δεν κάνω Ζάλλογα εγώ, δεν είμαι λυτρωτικός τύπος. Προτιμώ την μεγάλη εκείνη κουβέντα "έτσι κι αλλιώς στο τέλος κανείς δεν θα γλιτώσει".

άσωτος είπε...

ελα ρε γυρισες φορτσατος βλεπω. καθε μερα κι αλλο ποστ. μας εκλασες φετος το καλοκαιρι αλλα ειμαι σιγουρος οτι το εχεις μετανιώσει ήδη. δυσκολα τα πραγματα για τον αρη...

The Motorcycle boy είπε...

Αν το μετάνιωσα; Διάβασε το αμέσως προηγούμενο ποστ για δεις τι ωραία πέρασα στις διακοπές! Αν θέλεις κιόλας στο χαρίζω για να διαφημίζεις το νησί μέσω της αρνητικής διαφήμισης των άλλων περιοχών.

Εσύ πήγες πουθενά;

άσωτος είπε...

χα χα καλα να παθεις. δεν πας στα σιγουρα μου θες χαλκιδικες. και παλι καλα να λες. εγω τριημερα νοτια, μπορει και κανα πενταημερο βορεια ελλαδα με μηχανη...

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι