Πέμπτη, Απρίλιος 29, 2010

"Decayed"

(Με αφορμή την επανέκδοση της «Υπέρβασης» οι θρυλικοί Metro Decay αξιώθηκαν να αναρτήσουν το συγκεκριμένο κείμενο στο μπλογκ τους, οπότε εγώ βρήκα ευκαιρία να το βουτήξω και να το μεταφέρω ατόφιο):

Καταρχάς σας ενημερώνουμε πως η επανέκδοση -σε μορφή βινυλίου πάντα- από την «Ειρκτή» του LP μας «Υπέρβαση» αναβάλλεται για το φθινόπωρο του 2010 προκειμένου να γίνει εκ νέου ηχητική επεξεργασία του. Στην επανέκδοση αυτή θα συμπεριλαμβάνεται και ένας δίσκος 45 στροφών ο οποίος θα περιέχει βασική ηχογράφηση (demo) ενός τραγουδιού μας με Αγγλικό στίχο (το μοναδικό που ηχογραφήσαμε ποτέ στη γλώσσα αυτή) με τίτλο “Brand New Day”. Περισσότερα για την «Ειρκτή» εδώ.



Παγωμένοι στο χρόνο.

Κοιτάζοντας πίσω μετράμε όλες αυτές τις «ολοκαίνουργιες μέρες» που πέρασαν και πάλιωσαν και συνειδητοποιούμε (;) πως έχουν ήδη στριμωχτεί 26 ολόκληρα χρόνια ανάμεσα στο σήμερα και το 1984, χρονιά κυκλοφορίας της «Υπέρβασης» (και τίτλος του γνωστού βιβλίου του Όργουελ για τους σημειολόγους).....

Λοιπόν, τι μας οδήγησε (πέραν της καταλυτικής πειθούς των ανθρώπων της «Ειρκτή») στην απόφαση να συναινέσουμε στην δημοσιοποίηση ενός τραγουδιού μας που ηχογραφήθηκε το 1986 και είχε ξεχαστεί ακόμη και από εμάς τους ίδιους; Την απάντηση αυτή αναζητούμε και εμείς. Ίσως να αποτελεί, όπως και το κείμενο αυτό, μία προσπάθεια να επανεξετάσουμε τη ζωή μας αναπαράγοντας μερικώς τις συνθήκες της εποχής κατά την οποία δεν σπαταλούσαμε τον ελεύθερο χρόνο μας χάρη σε μια βολικά απενοχοποιημένη αναβλητικότητα. Παρατηρώντας το εμπροσθόφυλλο της «νέας» μας κυκλοφορίας το οποίο απεικονίζει έναν άνδρα ο οποίος ετοιμάζεται να κοπανήσει με ένα βαρύ σφυρί το κεφάλι ενός δύστυχου γουρουνιού, νιώθουμε ειλικρινή αισθήματα συμπάθειας και προς τους δύο πρωταγωνιστές. Είτε το δούμε από την πλευρά του ζώου είτε από την πλευρά του δήμιου (σαφώς προτιμότερο!) η νέα δική τους «ολοκαίνουργη» μέρα σημαδεύεται για το μεν τετράποδο από μη αναστρέψιμη επώδυνη εξέλιξη, στον δε γενειοφόρο από πιθανά καθημερινή, αδιάφορη, πλην όμως δυνητικά αναστρέψιμη συνήθεια. Αυτό που δεν συνειδητοποιούμε αμέσως, είναι ίσως το γεγονός πως η δραματική αυτή σκηνή παραμένει εσαεί παγωμένη. Θύτης και θύμα βρίσκονται in limbo εδώ και αιώνες καθώς το σφυρί απειλεί όμως ποτέ δεν συναντάει το κεφάλι του δύστυχου χοίρου - κατά συνέπεια ούτε κι αυτός τους ένδοξους προγόνους του στη Βαλχάλα των Ζώων. Αυτό μας αναγκάζει να επανεξετάσουμε τους χαρακτηρισμούς που τους αποδώσαμε και να τιτλοφορήσουμε την σκηνή απλά ως «Άνδρας με Μεγάλο Σφυρί και ένα Γουρούνι» ή ως «Ένας Άνδρας με Ανησυχητικά Μεγάλο Σφυρί που Μάλλον Θέλει να Ισοπεδώσει Ένα Γουρούνι». Ας μην ευτελίσουμε την αξία του δράματος ταυτίζοντας το ζωντανό με γνωστά μας πρόσωπα (ή με τα Σώματα Ασφαλείας: σας ξέρουμε τι κουμάσια είστε!)....
Η σχέση τίτλου/εξωφύλλου οπωσδήποτε μας ικανοποιεί καθώς ακολουθεί την στιχουργική (και όχι μόνο) παράδοσή μας που θέλει να λατρεύουμε την αμφισημία και να αφήνουμε την ερμηνεία των λεγομένων μας στο κοινό. Αφού δείχνετε όμως ενδιαφέρον διαβάζοντας τις γραμμές αυτές ίσως θα έπρεπε να σας εξηγήσουμε επιτέλους κάποια πράγματα σχετικά με τη συνολική στάση μας κατά το μάλλον σύντομο δημόσιο πέρασμά μας από τον χώρο της μουσικής.....

Metro Decay vs. Metro Decay.....

Ας ξεκινήσουμε με την επιλογή μας να χρησιμοποιήσουμε ελληνικό στίχο. Πρώτα απ’ όλα γιατί θεωρήσαμε αυτή την επιλογή τίμια εκτός από προφανέστατα λογική. Παρότι είχαμε την δυνατότητα να γράψουμε στα Αγγλικά (και πιστέψτε μας, με μεγαλύτερη επάρκεια στη συγκεκριμένη γλώσσα από τα περισσότερα εκ των σύγχρονών μας γκρουπ) πιστεύαμε πως σε καμία περίπτωση δεν θα είχαμε την ίδια δυνατότητα έκφρασης όπως αν χρησιμοποιούσαμε (τι άλλο διάολε;), την γλώσσα μας. Τα περί «διεθνούς καριέρας» που επικαλούντο τότε διάφοροι μας φαίνονταν (και ήταν, όπως αποδείχθηκε) κουραφέξαλα. Ίσως να ήταν αλλιώς με τα σημερινά δεδομένα (όπως για παράδειγμα η ύπαρξη του Internet), όμως ζώντας στον ελληνικό μικρόκοσμο των 80s δεν χρειάστηκε να το σκεφθούμε και πολύ. Όσον αφορά το ηχητικό αποτέλεσμα, είναι αλήθεια, ήταν ένα ζήτημα που χρειαζόταν δουλειά. Όμως η επιλογή γλώσσας πιστεύουμε πως ήταν και ένδειξη των προθέσεων της κάθε μπάντας: αυτές που δίστασαν να αποστασιοποιηθούν από τα πρότυπά τους δεν μπήκαν καν σε αυτή τη διαδικασία. Εμείς δεχθήκαμε την πρόκληση, το αν επιτύχαμε ή όχι είναι άσχετο. Στο κάτω-κάτω της γραφής το κοινό μας θα μας αποδοκίμαζε στα ελληνικά αν δεν του άρεσε το αποτέλεσμα. Τέλος, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, θα θέλαμε να ξεκαθαρίσουμε πως δεν μεμφόμαστε εκείνους που προτίμησαν να χρησιμοποιήσουν την Αγγλική, οφείλαμε όμως να καταθέσουμε την άποψή μας. ....

Πώς φτάσαμε λοιπόν στο ξενόγλωσσο “Brand New Day”; Δεν θα δώσουμε άμεση απάντηση. Η εκφραστική αυτή στροφή ταυτίζεται χρονικά με γενικότερες αλλαγές στην δομή και το ύφος του συγκροτήματος και οφείλεται εν μέρει σε κάποιες εμμονές και στις ιδιορρυθμίες ενός εξ’ ημών (αν και το έργο το ίδιο είναι καρπός συλλογικής δουλειάς). Οι φίλοι του γκρουπ θα έχουν προσέξει πως για την περίοδο που ακολουθεί την «Υπέρβαση» οι πληροφορίες για τους Metro Decay είναι ελάχιστες παρ’ ότι το συγκρότημα παρέμεινε ενεργό για μερικά χρόνια ακόμη. Λοιπόν, οι κύριοι υπαίτιοι για αυτή την έλλειψη πληροφόρησης είμαστε εμείς οι ίδιοι. Όπως το έθεσε πρόσφατα ένας φίλος (που συμμετείχε στο σχήμα μας για λίγο καιρό), η μπάντα δεν εξελίχθηκε: απλά άλλαξε. Η αλλαγή αυτή προκάλεσε τον αργό θάνατο των Metro και δικαιολογημένα η πλειοψηφία των μελών του σχήματος δεν θέλει να την θυμάται. Παρόλα αυτά, θεωρήσαμε πως θα ήταν συνεπέστερο να ελευθερώσουμε το κομμάτι αυτό από τα δεσμά του, όπως «ελευθερωθήκαμε» και εμείς από το φάντασμα που μας στοίχειωνε ανακοινώνοντας επιτέλους την διάλυση που είχε προ πολλού επέλθει.....

Η Υπέρβαση.....

Δεν είμαστε εμείς αυτοί που θα αποτιμήσουν την όποια αξία της «Υπέρβασης». Για μας είναι ούτως ή άλλως «ταμπού» καθώς την θεωρούμε σαν μια κιβωτό μέσα στην οποία φυλάσσεται η αμετάκλητα χαμένη μας αθωότητα. Σε ό,τι αφορά την δημοτικότητά της, η περιορισμένη (περιθωριακή θα λέγαμε) απήχησή της ήταν αναμενόμενη και τελικώς ευπρόσδεκτη. Δεν ευθύνονται για αυτό αποκλειστικά οι γενικότερα αντίξοες συνθήκες ή καθαρά εμπορικά ζητήματα όπως η έλλειψη προβολής και επαρκούς διανομής του δίσκου - άλλωστε τα προβλήματα αυτά ήταν κοινά για τους περισσότερους καλλιτέχνες που είχαν παρόμοιο με εμάς μουσικό ύφος. Κρίσιμες υπήρξαν οι συνέπειες των επιλογών μας. Θα μπορούσαμε γενικότερα σαν συγκρότημα να είχαμε ακολουθήσει έναν πολύ πιο εύκολο και δημοφιλή δρόμο. Την στιγμή που είχαμε την δυνατότητα να γίνουμε guitar heroes (παίζοντας garage rock ας πούμε) ή εντεχνοπόπ «τραγουδοποιοί» (όπως λέμε «επιπλοποιοί») προτιμήσαμε ένα ύφος πολύ πιο δύσκολο. Δικαιολογημένα πιστεύουμε πολλοί σύγχρονοί μας δυσκολεύτηκαν να μας αγαπήσουν. Και δεν ήταν μόνο η μουσική: ήταν και η (εκνευριστικά οικεία ίσως) εμφάνισή μας και το συνολικό στήσιμο μιας καθ’ όλα θρασύτατης και στρυφνής μπάντας – κάτι που διαπιστώνει εύκολα κανείς διαβάζοντας αυτές τις γραμμές. Όταν είσαι 20 - 25 χρονών και σου αρέσει κάποιο συγκεκριμένο είδος ή καλλιτέχνης απορρίπτεις οτιδήποτε θεωρείς πως απέχει από τα στερεότυπα που έχεις κατά νου. Κάπου εκεί λοιπόν τα χαλάγαμε ακόμη και με εκείνους που άκουγαν τον τότε νέο ήχο που σήμερα πια ονομάζουμε “post-punk”. Από την άλλη βέβαια κατά καιρούς μας έχουν πιστώσει με επιρροή από διάφορους καλλιτέχνες αυτής της ομοταξίας. Φυσικά και είχαμε επιρροές. Απλά ακόμη περιμένουμε να τις πετύχετε. ....

Παιχνίδια Στην Επιφάνεια.....

Υπήρξαν πολλές αφορμές, εκτός από την επανέκδοση των μουσικών γραφών της νιότης μας (sic), που μας οδήγησαν στην δημοσίευση αυτού του κειμένου (ωστόσο, δεν βλέπουμε τον λόγο να τις αναφέρουμε). Από την ημέρα που σχηματίστηκε το συγκρότημα και με ελαχιστότατες εξαιρέσεις προτιμήσαμε συνειδητά να αποφύγουμε τις συνεντεύξεις και γενικότερα την προβολή μας με άλλους τρόπους πλην της μουσικής μας αυτής καθεαυτής. Ταυτόχρονα κάποιες από τις φωτογραφίσεις (ακόμη και ηχογραφήσεις!) μας έγιναν και διασώθηκαν αποκλειστικά χάρη στην φροντίδα τρίτων προσώπων. Πρέπει να παραδεχθούμε πως δεν είμαστε και οι πιο οργανωμένοι άνθρωποι στον κόσμο. Αλλά τώρα, ποιός ξέρει; Ίσως σιγά σιγά να γινόμαστε σαν τους γέρους που σε κάθε ευκαιρία αναπολούν τα περασμένα και διηγούνται την αγαπημένη τους ιστορία ξεχνώντας πως σου την έχουν ήδη πει πάνω από διακόσιες φορές. Λυπούμαστε αν όντως φανήκαμε φλύαροι, όμως, όπως και να έχει το πράγμα, τόσα χρόνια σιωπής σου γίνονται βάρος βρε αδελφέ. Ακούγοντας την ατελείωτη μπουρδολογία από άσχετους με το θέμα, ή κάποιους συνεντευξιαζόμενους αδιάντροπα να αυτοανακηρύσσονται προστάτες άγιοι της “underground” σκηνής, πολλές φορές βγαίνουμε από τα ρούχα μας. «Και τι σας νοιάζει αφού δεν παίζετε; Έναν κωλοδίσκο βγάλατε όλο κι όλο και μας πρήξατε», σας ακούμε να λέτε. Δεν έχετε άδικο. Εδώ όμως μαθαίνουμε από την τηλεόραση πως στα ελληνικά 80’s μεσουρανούσαν μουσικοί πανδήμως αγνοούμενοι και κάποιοι απίθανοι έχουν χρισθεί rock and roll θρύλοι. Να που τελικά υπάρχουν παράλληλα σύμπαντα! Ίσως ο κάπρος του εξωφύλλου μας να πάρει την εκδίκησή του σε κάποιο από αυτά. Άντε βρε μάγκα: με την ευχή μας!....

Metro Decay - Απρίλιος 2010 ....


Τετάρτη, Απρίλιος 28, 2010

Άλλο πράγμα το Δημόσιο και άλλο η δημοσιότητα

Έχει αρχίσει εδώ και καιρό αυτό το καλαμπούρι -για ότι κακό συμβαίνει σ΄αυτόν τον τόπο υπεύθυνη είναι η δημόσια διοίκηση (χυδαϊστί: Δημόσιο). Και το υπογραμμίζω το «σ΄αυτόν τον τόπο» επειδή δε μιλάμε για καμιά Κούβα ξέρω ‘γω, που το 80% των πάντων είναι κρατικό –μιλάμε για την Ελλάδα. Τη χώρα στην οποία κάθε κερδοφόρα δραστηριότητα του Δημοσίου μετατρέπεται αστραπιαία σε ζημιογόνα για να πουληθεί μετά σε τιμή τζάμπα στους ημέτερους.

Εντάξει, θα μου πεις, αυτό είναι παλιό παραμύθι. Στην αρχή οι Δημόσιοι Υπάλληλοι ήταν προσκυνημένοι στους φασίστες, μετά εξελίχτηκαν σε πρασινοφρουρούς, αργότερα μετατράπηκαν σε τηλεκατευθυνόμενους θαμώνες μπλε και πράσινων καφενείων... Μπορεί και να ήταν έτσι τα πράγματα, μπορεί και όχι ακριβώς –δεν ασχολούμαι...

Πάντως το γεγονός ήταν αδιαμφισβήτητο: ο ιδιωτικός τομέας μπορούσε να κάνει πιο γρήγορα, πιο φτηνά και πιο αποτελεσματικά όσα ο δημόσιος τομέας έκανε με βραδύτερους ρυθμούς και τεράστιο κόστος ή δεν τα έκανε καθόλου. Κλασσική παπαριά της δεκαετίας του ’90! Επειδή μετά άρχισαν οι ιδιωτικοποιήσεις και αποδείχτηκε οτι ο ιδιωτικός τομέας ήταν μια από τα ίδια (και χειρότερα). Αποδείχτηκε επίσης οτι ο «υγιής ανταγωνισμός» δεν φέρνει μείωση τιμών, ολιγοπώλια και μονοπώλια φέρνει.

Αλλά το καλαμπούρι που αναφέρω στον πρόλογο έγινε πιο σκαμπρόζικο επί Νέας Δημοκρατίας του αφράτου Κωστάκη. Τότε ανέβηκε σε όλα τα δημόσια αναψυκτήρια η φαρσοκωμωδία «Ο Αγαθός Υπουργός και ο Κατηραμένος Δημόσιος Όφις». Στέλνανε οι υπουργάρες και οι γενικοί ειδικοί γραμματευτάδες τις παράνομες αποφάσεις με τα τσουβάλια στους έρημους δημόσιους υπάλληλους. Ρίχνανε αποπάνω 10 κιλά εκφοβισμό για να τις υπογράψουν όσοι από τους υπαλλήλους έφερναν αντιρρήσεις. Κι αν τύχαινε να βγει η βρωμιά στον αφρό σκίζανε τα (απομίμηση) Αρμάνι τους: «Δε φταίω εγώ! Ο ποταπός Δημόσιος Υπάλληλος μού το έφερε και το υπέγραψα καλή τη πίστει!» Τώρα, τι πρεμούρα είχε ο υπάλληλος να φτιάξει μια παράνομη σύμβαση από την οποία θα επωφελούνταν οι κολλητοί του υπουργού... αυτό δεν φάνηκε να απασχολεί τους ανακριτές όταν σχετικές υποθέσεις φτάσανε στα δικαστήρια.

Μετά την πτώση Ζαχόπουλου (στην κυριολεξία) οι Δεξιοί αλλάξανε τροπάρι –ανακάλυψαν τα εισηγητικά σημειώματα. Τι πάει να πει αυτό; Έστελνες ας πούμε στον πολιτικό προϊστάμενο να σου υπογράψει μια δαπάνη για αγορά κωλόχαρτου. Θα έπρεπε να την υποβάλλεις απαραιτήτως με ένα σημείωμα όπου θα εξηγούσες τους λόγους για τους οποίους η υπηρεσία χρησιμοποιεί κωλόχαρτο και θα ανέφερες επίσης οτι το προς υπογραφήν κωλόχαρτο ήταν το φτηνότερο και το καλύτερο της αγοράς. Αλλιώς ο πολιτικός προϊστάμενος δεν υπέγραφε! Κι όταν το θέμα αφορούσε τέτοιες δαπάνες –πάει στο διάλο! Κάτι έβρισκες να γράψεις εκεί πέρα, στο εισηγητικό. Όταν όμως το θέμα αφορούσε συνηθισμένες διαδικασίες του δημόσιου τομέα; Π.χ. όταν στέλνουμε μια μισθοδοσία υπαλλήλων στο Υπουργείο Οικονομικών –τι κέρατο να γράψουμε στο εισηγητικό; Οτι πρέπει να υπογραφεί η μισθοδοσία για να πληρωθούν οι υπάλληλοι; Οτι η μισθοδοσία είναι μισθοδοσία; Οτι οι υπάλληλοι στο δημόσιο πληρώνονται; Οτι τρεις κι εξήντα παίρνουμε και τον κόσμο δέρνουμε;

Και τέλος πάντων, καλό το εισηγητικό σημείωμα αλλά ο πολιτικός προϊστάμενος εμπιστεύεται αυτά που του γράφεις εκεί πέρα αβλεπεί; Δηλαδή –αν γράψεις «υπογράψτε την συνημμένη απόδοση αναδρομικών στον υπάλληλο Τσαμπαρδή Ελευθέριο» κι από πίσω βάλεις μια απόφαση που θα γράφει: «Από τούδε και στο εξής θα καταβάλλετε στον Τσαμπαρδή Ελευθέριο αποδοχές ίσες με τον μηνιαίο μισθό του Προέδρου της Δημοκρατίας» (εξυπακούεται οτι ο Τσαμπαρδής είσαι «εμού του ιδίου») –αν λοιπόν φτιάξεις μια τέτοια κατάσταση ο πολιτικός προϊστάμενος θα την υπογράψει χωρίς να τη διαβάσει; Κι αν την υπογράψει δεν θα φέρει καμιά ευθύνη επειδή έλεγε άλλα το εισηγητικό;

Τα αναρωτιέμαι όλα αυτά επειδή και οι καινούργιοι φαίνεται να συνεχίζουν τα χούγια των προηγούμενων –ειδικά το κορδόνι με τα εισηγητικά σημειώματα. Και μάλιστα, σα να μην ήταν αυτό αρκετά χρονοβόρο, οι καινούργιοι υπουργοί έχουν την τάση να μη μετακυλύουν τις αρμοδιότητές τους στους ιεραρχικά υφισταμένους τους. Να στο εξηγήσω κάπως: ο κάθε υπουργός έχει όλες τις αρμοδιότητες του υπουργείου του, αλλά, όταν αναλαμβάνει, μεταφέρει τις περισσότερες στους υφυπουργούς, στους γενικούς γραμματείς, στους ειδικούς, στους διευθυντές... Αυτό το κάνει για να γίνονται πιο γρήγορα οι δουλειές. Και στο τέλος μένουν μόνο οι αποφασιστικές αρμοδιότητες στον υπουργό –για να μπορεί να εφαρμόσει απρόσκοπτα την πολιτική του (τι ωραία που τα γράφω ο πούστης!) Αυτοί εδώ όμως δεν δίνουν τίποτα –μέχρι και τις υπογραφές για κωλόχαρτο που λέγαμε παραπάνω τις κρατάνε στα γραφεία τους! Δηλαδή να έχεις σφίξιμο και να περιμένεις πότε θα δεήσει ο υπουργός να υπογράψει μπας και ξαλαφρώσεις! Αν αυτό εννοούσαν με την πρόθεσή τους να σφίξουν τα λουριά στο δημόσιο –χμ.... βρώμα μου κάνει η δουλειά.

Τα σκέφτομαι όλα αυτά επειδή είδα χτες τη Διαμαντοπούλου στις ειδήσεις να συζητάει με τον γίγαντα Στυλιανίδη και να του υπενθυμίζει οτι δεν μπορούν να προχωρήσουν οι δομικές αλλαγές επειδή η Δημόσια Διοίκηση είναι βραδυκίνητη και δεν υποστηρίζει! «Ναι, ναι», συμφωνούσε ο Στυλιανίδης (το άτομο που έκανε φωτομοντάζ για να κρατηθεί χεράκι-χεράκι με τον Κωστάκη) και το θέμα έκλεισε!

Έτσι πάει.

-Για το ότι πήρε 4-5 μήνες στην κυβέρνηση να βάλει γενικούς γραμματείς επειδή ο Γιωργάκης ήθελε την ανοιχτή διαδικασία μέσω ίντερνετ και οι παλαιοκομματικοί θέλανε τους δικούς τους (στο τέλος βέβαια, πέρασε των παλαιοκομματικών) –γι΄αυτό λοιπόν φταίει η βραδυκίνητη Δημόσια Διοίκηση.

-Για το ότι γεμίσανε τα Υπουργεία με καινούργιους μαθητευόμενους μάγους, αντί να επαναδραστηριοποιήσουν τις παλιές καραβάνες των κυβερνήσεων Σημίτη (με αποτέλεσμα να μην ξέρουν ούτε τις τυπικές διαδικασίες οι νέοι) –και γι΄αυτό η βραδυκίνητη Δημόσια Διοίκηση φταίει.

-Για το ότι πέσανε οι πάλιουρες Πασόκοι αγκαζέ με τους Νεοδημοκράτες να φάνε τον Ραγκούση που πήγε να προωθήσει γρήγορες διαδικασίες επιλογής προϊσταμένων (εδώ και δυο χρόνια δεν υπάρχει ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ κανονικός προϊστάμενος στο Δημόσιο –όλοι είναι με ληγμένες θητείες) –και γι΄αυτό σίγουρα η βραδυκίνητη Δημόσια Διοίκηση θα φταίει!

Οι πολιτικοί δεν φταίγανε ποτέ για τίποτα και από τη στιγμή που ανακαλύψανε τα εισηγητικά σημειώματα δεν φταίνε ούτε καν για τις αποφάσεις που υπογράφουν. Και μη μου πεις περί πολιτικής ευθύνης την οποία αναλαμβάνουν –να πάω δηλαδή κι εγώ, να ληστέψω μια τράπεζα, να αναλάβω μετά την πολιτική ευθύνη (και επαυξημένη: όχι μόνο να μην έχω δικαίωμα να συμμετάσχω στις εκλογές, αλλά να χάσω και το δικαίωμα ψήφου) κι έτσι να καθαρίσω!

Εντάξει, θα πεις –για τίποτα δεν ευθύνεται η Δημόσια Διοίκηση; Σαφώς και ευθύνεται. Για το απαξιωμένο (εδώ και χρόνια) επίπεδο εργασιακών δεξιοτήτων των δημοσίων υπαλλήλων, για το κυρίαρχο αίσθημα ευθυνοφοβίας, για την απροθυμία ανάληψης καθηκόντων πέρα από τα τυπικά... Θα μπορούσα να συνεχίσω για ώρες και θα μπορούσα να γράψω για την καρικατούρα του χιλιοτραγουδισμένου (βλέπε Ημισκούμπρια) Δημόσιου Υπάλληλου που είναι αντικείμενο μπόλικων ανεκδότων. Και θα το έκανα αν είχες να μου αντιτάξεις κάποιους άλλους υπαλλήλους (ας πούμε του ιδιωτικού τομέα) που εκπαιδεύονται συνεχώς σε σεμινάρια πληρωμένα από τις εταιρείες τους προκειμένου να μην απαξιωθούν εργασιακά, που τρέχουν να αναλάβουν καινούργια καθήκοντα διακατεχόμενοι από τη χαρά της εργασίας κι όχι για να υποσκάψουν τη θέση του διπλανού τους, που σκίζονται να αναλάβουν τις ευθύνες που τους αναλογούν, που τσακίζονται να εξυπηρετήσουν τους πελάτες ακόμα κι αν δεν τους βλέπει ο προϊστάμενος...

Τέλος πάντων, για να μην το παιδεύουμε, η ελληνική υπαλληλία έχει κοινά (εν πολλοίς) χαρακτηριστικά γνωρίσματα τα οποία διαμορφώνονται από τον κυρίαρχο ψευδοπαραγωγικό χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας. Μικρή σημασία έχει αν είσαι υπάλληλος σε υπουργείο ή σε τουριστικό γραφείο –και στις δυο περιπτώσεις η εντολή που εκτελείς είναι «καθυστέρησε τον πελάτη μπας μας φέρουν τίποτα να του σπρώξουμε».

Τώρα λοιπόν που βαρέσαμε εκποίηση σαν χώρα (η εντολή πρωτοδικείου αναμένεται οσονούπω) καλά θα κάνουν οι πολιτικοί να κοιτάξουν πώς θα περισώσουν καμιά μεσοτοιχία από το καταρρέον σύστημα. Τουτέστιν, ας κάνουν λίγη παρεμβατική οικονομική διαχείριση, επειδή κανένας δεν ξύπνησε ο ίδιος μετά από μεγάλο σοκ. Ή ας κάνουν κάνα πόλεμο ρε παιδί μου –γνωστά τερτίπια είναι αυτά.

Γιατί με λογικές «φταίνε οι Δημόσιοι Υπάλληλοι και γι΄αυτό τους κόβουμε από μισθούς» μπορεί να τη σκαπουλάρουν λίγους μήνες, όταν όμως οι περικοπές περάσουν και στον ιδιωτικό τομέα τι θα πουν; Οτι και πάλι φταίνε οι Δημόσιοι Υπάλληλοι οι βραδυκίνητοι; Οτι κάνουν περικοπές επειδή οι Δημόσιοι έχουν πάθει κατάθλιψη και θέλουν να τους συνεφέρουν; Οτι οι Δημόσιοι έχουν κακό μάτι κι απειλούν να ματιάσουν τους ιδιωτικούς αν δεν γίνει η περικοπή;

Τι απ΄όλα;

Δευτέρα, Απρίλιος 26, 2010

7. «Η Βασίλισσα του Πόνου»

Ξυπνάς πάντα 10 λεπτά νωρίτερα από τον διπλανό σου. Δεν έχει σημασία ούτε ποιος είναι, ούτε πώς είναι. 10 λεπτά νωρίτερα. Να φτιαχτείς λίγο, να περιποιηθείς, όσο –ότι μπορείς... 10 λεπτά ανασυγκρότησης, στην προσπάθεια να ξεπεράσεις ακόμα ένα πρωινό. Και μετά το μεσημέρι. 20 με 30 λεπτά μπάνιο, περιποίηση, γυρισμένο το κλειδί στην πόρτα, 20 με 30 λεπτά –διπλωμένη στα δυο, με τα νύχια καρφιά στις χούφτες κι ένα μαχαίρι να σουλατσάρει στα σωθικά σου. Κι ούτε ένα δάκρυ...

Έχεις κοντά 20 χρόνια να κλάψεις. Αλλά σήμερα το πρωί θα το κάνεις. Χρειάζεσαι 12 λεπτά αντί για τα συνηθισμένα 10 –χρειάζεσαι λίγο περισσότερο χρόνο, πρέπει να μοιράσεις το κλάμα. 2 λεπτά το πρωί, ίσως κι ένα δεκάλεπτο το μεσημέρι.... Για τον Πέτρο.

Το κλειδί στην κλειδαριά. Το νερό χτυπάει αλύπητα στο σιφόνι.

Στο είπε η αδερφή σου όταν πήγες να της κρατήσεις τα παιδιά, η αδερφή σου και τα τρία της παιδιά –η μικρή αδερφή που στάθηκε πιο άξια από σένα, η μικρή αδερφή που δεν ήταν στείρα. Στείρα όπως εσύ, αν και «στειρότητα λέμε την ανάγκη μας για δημιουργία». Ο Πέτρος... Τόσο ήσυχος, τόσο αθόρυβος –σαν αέρας το απομεσήμερο. Βαθιά ανάσα –στιγμιαία ανακούφιση. Δε θα σκάσουμε σήμερα! Μετά, μετά από λίγο θα έχεις όλο το χρόνο να συνειδητοποιήσεις πόσο έξω έπεσες στην εκτίμησή σου. Ο Πέτρος. Μια ελπίδα, σα γόπα τσιγάρου που ακόμα καπνίζει –πόσες τζούρες έχουν μείνει δηλαδή; Τι έμεινε; Λίγα πράγματα. Καλά αλλά λίγα. Ο Πέτρος...

«Ξέρεις ποιος πέθανε;»
«Ποιος;»
«Ο Πέτρος».
«Ποιος Πέτρος;»
«Ο συμμαθητής σου ρε συ! Αυτός που σ΄έφερνε στο σπίτι...»
«Ο Πέτρος....»
«Ναι. Μην τα αφήσεις να δουν πολλή τηλεόραση. Να φάνε, να πλυθούν και να διαβάσουν –εντάξει;»
«Εντάξει».

Αφήνεις πάντα τη βρύση να τρέξει, το νερό χτυπάει αλύπητα στο σιφόνι μέχρι να ζεσταθεί κι όταν έρχεται η ώρα το καταλαβαίνεις από τους υδρατμούς. Κάθεσαι εκεί και περιμένεις, μέχρι το πρόσωπό σου στον καθρέφτη να θολώσει, μέχρι να γίνει μια απροσδιόριστη καρικατούρα –κάτι σαν κακή ανάμνηση –και το λες όλο αυτό «καινούργια μέρα». Η καινούργια μέρα ξεκινάει με σένα να εξατμίζεσαι. Κάθε μέρα και περισσότερο. Μια μέρα θα κοιτάξεις στον καθρέφτη και θα έχει εξαφανιστεί μέχρι κι η κακή σου ανάμνηση –εκείνη η μέρα θα την πεις «μέρα γιορτής».

Εσύ κάτω από το τρεχούμενο αχνιστό νερό, το κορμί σου να το στέλνει πιτσιλιστό στα πλακάκια του μπάνιου, πώς γίνεται να έχουν απομείνει μόνο τα άσχημα στο κορμί σου, δεν μπορεί, ίσως να φταίει ο τρόπος που το κοιτάζεις, ίσως να φταίει.... Δεν έχει σημασία. Όπως και να΄ναι το κορμί σου κανένας δεν το θέλει πια. Ούτε καν το γομάρι που ροχαλίζει δίπλα σου, ούτε καν αυτός –όλοι, κάποτε, βαριούνται. Κλείνεις τα μάτια, το νερό χτυπάει αλύπητα στο σιφόνι.
Κι όμως, όλα ξεκίνησαν όμορφα.

Ένα κόκκινο Ζ 1300 με αγωνιστική ρίγα στο ντεπόζιτο, ο Δημήτρης χαμογελαστός έξω από την πόρτα του Λυκείου. Το τζιν μπουφάν του ανοιχτό, γερμένος στο τιμόνι, ένα ζευγάρι γάντια σφηνωμένα κάτω από τον αριστερό καθρέφτη. Η αριστερή σου γάμπα ακόμα τσούζει από το φιλί της εξάτμισης, στα χαμηλά. Τα κουμπιά της ποδιάς σου τσιτώνουν. Το χαμόγελο ανεβαίνει σε κλείσιμο ματιού. Κοιτάζεις γύρω σου για καθηγητές, όλα καλά. Κι αυτός ο Δημήτρης –χίλιες φορές! «Μη στήνεσαι μπάστακας στην εξώπορτα βρε παιδί μου, θα βρω κάνα μπελά!»
«Άντε ρε Μελίνα –ήμουνα νιος και γέρασα....» γυρίζει το κεφάλι του να σε φιλήσει.
«Είσαι παλαβός άνθρωπέ μου;» διαμαρτύρεσαι καθώς ανεβαίνεις στη μηχανή πίσω του. Ξέρεις οτι το μισό σχολείο χαζεύει το βρακί σου γι΄αυτό τραβάς λίγο περισσότερο το ψαλίδισμα πάνω στα μαρσπιέ –πάρτε μάτι λιγούρια!
«Μωρό, είμαι παλαβός για σένα αλλά δεν το έχεις πάρει ακόμα είδηση...»
Το χαμόγελό σου εξατμίζεται αγκαζέ με τους καπνούς της εξάτμισης, η μηχανή βγαίνει στο δρόμο αφήνοντας μαλακό λάστιχο, σφίγγεσαι πάνω του, ο αέρας δυναμώνει απότομα –ποιος άφησε τη ζωή ανοιχτή να μπάζει;

Δάκρυα στα μάτια από την ταχύτητα.

Στα Λιμανάκια με τον ήλιο να πλατσουρίζει απέναντι. Βγάζει τα μαύρα του γυαλιά, τα ακουμπάει στη σέλα της μηχανής.
«Να μείνουμε μαζί, αυτό λέω...»
«Πώς δηλαδή;»
«Ξέρω ΄γω; Να παντρευτούμε στην ανάγκη...»
«Τι λες τώρα;»
«Να παντρευτούμε ρε μωρό, να μας πάρουν και κάνα κλινοσκέπασμα δώρο...»
«Μα εγώ πάω ακόμα σχολείο κι εσύ δεν έχεις σταθερή δουλειά....»
«Ε, και λοιπόν;»
«Πώς θα ζούμε;»
«Τώρα πώς ζούμε δηλαδή;»
«Ξέρω ΄γω;»
«Έτσι θα ζούμε και τότε –μη σκας»
«Θα πρέπει να βρούμε κανονικές δουλειές....»
«Μέσα είσαι»
«Θα πρέπει τότε ν΄αφήσω το σχολείο....»
«Γιατί και τώρα που πας, γίνεται τίποτα;»
«Όχι αλλά....»
«Σκοπεύεις να γίνεις επιστήμων μωρό μου;»
«Όχι αλλά....»
«Εντάξει λοιπόν –συζητήθηκε, αποφασίστηκε, ανακοινώθηκε. Θα ΄ρθω αύριο στη μάνα σου».
«Αύριο!»
«Σήμερα λέω να γλεντήσουμε τον αρραβώνα μας....»
Ο Δημήτρης. Μαύρα μαλλιά, σπαστά, κολλημένα πίσω με μπριγιαντίνη άρωμα λεμόνι, πράσινα μάτια, ηλιοκαμένος. Ο Δημήτρης που ερχόταν από το πουθενά και πήγαινε στο τίποτα –αλλά έκανε μια στάση για να είναι μαζί σου. Ο Δημήτρης. Δεν φόραγε το τζιν μπουφάν του όταν ήρθε στη μάνα σου, είχε βάλει ένα σακάκι που τον έκανε να μοιάζει με κινούμενη κρεμάστρα. Του άνοιξες στην πόρτα και ξεκαρδίστηκες.
«Τι να γίνει –ήταν μεγαλόσωμος ο μακαρίτης...» δικαιολογήθηκε αμήχανα.
Ο Δημήτρης, εσύ, αμηχανία –η μάνα σου, η αδερφή σου. Ο πατέρας σου –όχι. Όχι, όχι –ούτε τότε, ούτε ποτέ. Ο πατέρας σου είχε πεθάνει κουνώντας μια φουσκομάγουλη κούκλα μπροστά στα μάτια σου...
«Κοίτα τι σου έφερα Μελινάκι!»

Μπαμ! Χαλασμένος πυροκροτητής στο νταμάρι, η εταιρεία έστειλε συλλυπητήρια, «ένα τραγικό ανθρώπινο λάθος που στοίχισε....»

Η κούκλα μύριζε μονίμως τσιχλόφουσκα, δάγκωσες τα πόδια της για να νιώσεις τη γεύση, ήταν όλα ψέματα, σκέτο πλαστικό, καθόλου τσιχλόφουσκα, πουθενά ο πατέρας. Ο πατέρας. Όχι. Και οι γονείς του Δημήτρη επίσης. Όχι. Είχαν πεθάνει. Είχαν σκοτωθεί σε δυστύχημα. Ήταν μετανάστες στη Γερμανία. Ήταν εξωγήινοι. Κάθε φορά σου απαντούσε κάτι αλλιώτικο.
«Οι γονείς μου, λοιπόν, θα στο αποκαλύψω –μεταξύ μας όμως! Δεν είχες ποτέ την απορία πώς ο Έλβις τραβιότανε με την Πρισίλα κι ο Τζέρι Λι με τη Μάιρα την ίδια εποχή χωρίς να παίξει κανένα μπερδεγουέι μεταξύ τους; Θα πρέπει λοιπόν να το παραδεχτώ, γιατί δεν είναι καλό να υπάρχουν μυστικά μεταξύ μας - είμαι ο χαμένος γιος της Μάιρα και του Έλβις ή ίσως της Πρισίλα και του Τζέρι Λι –το θέμα βέβαια είναι οτι με πετάξανε σ΄αυτή την κωλοχώρα για να πεθάνω...»

Αλήθεια! Πέθανε σ΄αυτή την κωλοχώρα. Δεν ήσουνα μαζί του, έμαθες τα νέα την επομένη. Τον κλείσανε οι μπάτσοι μετά την τρύπα του Καραμανλή, τους ξεφτίλιζε καιρό τώρα με το Ζ, του τη φυλάγανε. Τα παιδιά είπαν οτι εκτοξεύτηκε προς τη μεριά της θάλασσας, δεν έμεινε τίποτα δικό του για να θάψουν. Έτσι είπαν. Ίσως και να ήταν τελικά εξωγήινος....

Κι εσύ γύρισες στο σχολείο μετά από ένα χρόνο απουσίας. Έναν αρραβώνα μετά. Πάει να πει, επισήμως ξεπαρθενεμένη. Πράγμα που σημαίνει: πρόθυμη. Εύκολη. Εν δυνάμει πουτάνα. Το θέμα ήταν να μην τη χάσεις. Άπαξ και έσπασε –μπάτε σκύλοι αλέστε. Τι ένας, τι δυο τι εκατόν δυο! Ωραία λογική, έτσι; Οι μαλακισμένες οι πιτσιρίκες –τους έριχνες ένα χρόνο κι ένα τσουβάλι εμπειρίες, άρα ήσουνα πουτάνα. Τα μυξιάρικα που είχες πλέον για συμμαθητές –αφού το έχει κάνει, γιατί να μην το ξανακάνει; Οι γλύτσηδες καθηγητές με τη λαδωμένη αραίωση στο κεφάλι –ήρθε μπας και τελειώσει το σχολείο, είναι πλέον ολόκληρη γυναίκα όχι κανένα παιδάκι! Είχες επιστρέψει στο Λύκειο επειδή, απλούστατα, δεν είχες που αλλού να πας. Αυτό ήταν όλο. Και η εξαήμερη της επόμενης χρονιάς –ήταν κι αυτό κάτι. Την περίμενες από την Πρώτη Γυμνασίου, 4 χρόνια, όταν σε πήρε ο Δημήτρης και τώρα που εκείνος έφυγε –γιατί όχι; Εξαήμερη. Να έχεις να λες. Στα παιδιά σου, στα εγγόνια σου... Στο κορίτσι που θα σου έφερνε μια μέρα ο γιος σου, εκείνο το ντροπαλό έξυπνο κορίτσι που θα έψαχνε άνθρωπο να ανοιχτεί και θα τον έβρισκε σε σένα, θα σε ένιωθε φίλη της... Έπρεπε να πας εξαήμερη –τέλος.

Και γι΄αυτό έπρεπε να περάσεις την τάξη, ν΄αντέξεις τις μαλακισμένες να σε στραβοκοιτάνε, τα σπυριάρικα να ξερογλείφονται... Εκείνος ο καργιόλης ο Γρηγόρης με την παρέα του, σκέτα σιχάματα. Στις γκομενίτσες τρέχανε τα ζουμιά όταν τους βλέπανε, το Γρηγόρη δηλαδή... Οι άλλοι ήταν σα γαμώ τον αντίχριστό μου μέσα –τέλος πάντων... Πουλάγανε μούρη στις μικρότερες τάξεις, στριμώχνανε τα φλωράκια τα διαβαστερά, τσαμπουκάδες για ψύλλου πήδημα. Ειδικά ο Αχιλλέας, σε ανατρίχιαζε. Κοντόχοντρος, με κάτι χέρια σαν κουτάλες, κοκκινομούρης, ιδρωμένος, με μάτια πρόστυχα. Οι άλλοι προσπαθούσαν να δουν κάτω από την ποδιά σου, εκείνος προσπαθούσε να δει μέσα από το βρακί σου. Κι ακόμα πιο μέσα... Έπρεπε με κάποιους να πας, τους μοναχικούς στο σχολείο τους τρώει η μαρμάγκα –διάλεξες λοιπόν την παρέα των φρικιών -Φάντασμα, Ζόμπι, Λούι, Γιάννης... Καλά παιδιά –κάπως τσιταρισμένα στην ανάγκη τους να δείχνουν μονίμως υπερβολικοί, αλλά εντάξει.

«Χτύπησε το κουδούνι...»
«Ποιος το χτύπησε;»
«Ένα περίεργο πράγμα ρε παιδί μου!»
«Και τώρα;»
«Κέρνα τσιγάρο να το διαλευκάνουμε!»
«Δεν θα μπούμε στην τάξη;»
«Από τώρα; Μαζί με την πλέμπα;»
«Σωστά –δεν είμαστε τίποτα τυχαίοι!»
«Δεν έχουν στεγνώσει και τα νύχια μου ακόμα!»
Νύχια βαμμένα με μαύρο μανό. Ο Ζόμπι. Μάτια βαμμένα μαύρα. Ο Λούι. Μαλλιά όρθια, στερεωμένα με οδοντόκρεμα. Το Φάντασμα. Στόμα κρυμμένο κάτω από παλαιστινιακή μαντίλα. Ο Γιάννης. Σύντομα άρχισες να τους βαριέσαι. Κόντεψες να μείνεις από απουσίες κιόλας... Αποφάσισες λοιπόν να στρώσεις –έκοψες τα πολλά μαζί τους, αλλά δεν υπάρχει σωτηρία άμα είσαι καταραμένος... Καθόσουν μόνη, προτελευταίο θρανίο, στη σειρά δίπλα στο παράθυρο... Πίσω σου ο Ζόμπι με το Φάντασμα, μπροστά ο Λούι με το Γιάννη, πιο μπροστά ο Πέτρος με το Στάθη... Όλη η σειρά χαζεύατε έξω από το παράθυρο μια άνοιξη γεμάτη γύρη από ιβίσκους, κεφάλια πετάγονταν στο μπίστιγμα της μπάλας κάτω απ΄τη μπασκέτα -φιλολογικά και η καινούργια καθηγήτρια κάπως στρίγκλα.
«Όλη η σειρά θα φύγει από το παράθυρο –θα πάει απέναντι, στον τοίχο...»
Σιγά μη... Την επόμενη μέρα τίποτα δεν είχε μετακινηθεί. Ήσουν περίεργη να δεις που θα πάει το πράγμα....
«Αν δεν αλλάξετε θέση μην κάνετε τον κόπο να μπαίνετε στην τάξη όταν έχω μάθημα εγώ. Έξω όλοι τώρα –βάλτους απουσία».
Έξω όλοι τότε.

Στο καπνιστήριο.
Ο Στάθης τόσο όμορφος κι αμίλητος, κάπνιζε ακουμπισμένος στον τοίχο, το τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλη καουμπόικα.
«Ο γυμναστής ρε μαλάκες!» μούγκρισε ο Γιάννης κρυφοκοιτάζοντας προς το προαύλιο.
«Ας έρθει να μας τα γυμνάσει λίγο γιατί κρέμονται....» παρατήρησε το Φάντασμα.
Ο Πέτρος κάτι ψιθύριζε στον Στάθη, έκρυψε το τσιγάρο στη χούφτα και κοίταξε κάπως ανήσυχα. Ο Στάθης αστραπιαία έβγαλε τη γλώσσα και μάζεψε το μισοκαπνισμένο του τσιγάρο, εξαφανίζοντάς το μέσα στο στόμα του. Μετά τους κοίταξε όλους αθώα. Εσύ χαμογέλασες με το κολπάκι. Σε είδε. Σου χαμογέλασε με σφραγισμένα χείλη. Σήκωσες τους ώμους απορημένη. Ο Στάθης έκανε μια παντομίμα, έπιασε το βλέφαρό του, το γύρισε ανάποδα, μετά έκανε οτι βγάζει τον βολβό του ματιού του, τον καθάρισε, τον ξανάβαλε στη θέση του και καλά –έδειξε εντυπωσιασμένος λες και μόλις τώρα σε έβλεπε πρώτη φορά. Έβγαλε πάλι το τσιγάρο από το στόμα, άδειασε τον καπνό, ξανάκρυψε το τσιγάρο διπλώνοντας τη γλώσσα του, χαμογέλασε με σφραγισμένα χείλη. Ξεκαρδίστηκες.
«Λήξη συναγερμού», είπε ο Γιάννης.
Ο Στάθης έβγαλε για μια ακόμα φορά το τσιγάρο, αλλά δεν το άφησε να κρεμαστεί στα χείλη του, το απογείωσε φτύνοντας στον αέρα, το περίμενε να φτάσει στο ύψος του κουτουπιέ και το σούταρε ψιλοκρεμαστά. Το τσιγάρο καρφώθηκε στριφογυρίζοντας σε μια λακκούβα με νερό –ακούστηκε ένα μικρό τσιτσίρισμα καθώς έσβηνε. Εσύ γελούσες.
«Κάπως καραγκιόζης», σου ψιθύρισε ντροπαλά ο Πέτρος.
Πετάχτηκες ξαφνιασμένη –τον είχες ξεχάσει αυτόν. Για την ακρίβεια δεν τον είχες προσέξει ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή. Δεν είχε τίποτα για να προσέξεις βέβαια –αλλά εξακολουθούσες να τον κοιτάζεις γεμάτη περιέργεια....
«Πάω να ρίξω κάνα σουτάκι», είπε ο Στάθης.
«Κι εγώ να σουτάρω θέλω, αλλά που να το΄βρω...» έκανε δήθεν μισοκακόμοιρα ο Ζόμπι.
«Ούτε για καφέ δεν μπορούμε να πάμε γαμώτο με τη μονόωρη....» γκρίνιαξε ο Λούι.
«Και γιατί δεν μπορούμε;» αναρωτήθηκε το Φάντασμα.
Κανένας δεν του απάντησε οπότε καταλήξατε στου Μπιλ του Χοντρού και χάσατε όλες τις υπόλοιπες ώρες.
Κάθε φορά που έμπαινε η φιλόλογος εσείς βγαίνατε έξω. Επιδεικτικά, χαμογελώντας. Στο τέλος χαμογελούσε και η φιλόλογος –κανένας δεν μπορεί να κρατήσει κακία στους ξεροκέφαλους. Κάθε φορά –δυο βδομάδες....

«Σήμερα εγώ θα μπω μέσα», είπε ο Πέτρος.
Ήσασταν αραχτοί στις κερκίδες, στη σειρά, οι συνεχείς μονόωρες σας είχαν κάνει συμμορία.
«Τι σου’ρθε;» απόρησε ο Γιάννης.
«Θέλω να γράψω έκθεση, θα βάλει για το χάσμα των γενεών και έχω άποψη....» μουρμούρισε ο Πέτρος.
«Μήπως είσαι φλώρος;» τον ρώτησε ο Στάθης.
«Τώρα το κατάλαβες!» τον κορόιδεψε ο Πέτρος.
«Θα μπω κι εγώ –είμαι όριο...» είπες.
«Όριο;»
«Αν κάνω 3-4 απουσίες ακόμα πάω για Σεπτέμβρη...»
«Ρε συ! Σωστή η Μελίνα –εμείς πώς είμαστε από απουσίες;» πετάχτηκε το Φάντασμα.
Σκατά ήταν από απουσίες όλοι τους –κατεβάσανε τ΄αυτιά και μπήκαν στην τάξη. Κουβάλησαν τα θρανία τους στον απέναντι τοίχο που είχε κάτι φεγγίτες ψηλούς -μόνο για να μπαίνει κίτρινο φως... Κουβάλησαν και το θρανίο σου χαμογελαστοί. Ήσουνα δικιά τους πλέον.
«Μπα; Τι βλέπω; Βάλατε μυαλό;» χαμογέλασε η φιλόλογος.
«Πού να το βάλουμε;» απόρησε το Φάντασμα.
«Ξέρω ΄γω; Το ΄βγαλε κανένας κι έπρεπε εμείς να το ξαναβάλουμε πίσω;» συνέχισε ο Ζόμπι.
Ο Γιάννης έκανε μια επιτόπια μίμηση εγχείρισης στο κρανίο του Λούι, βάζοντάς του μυαλό α λα Φρανκενστάιν κι ο Στάθης κοίταξε τον Πέτρο απορημένος.
«Μυαλό; Τι είναι το μυαλό;» τον ρώτησε.
«Αυτό που δεν μπορούν να δουν οι φιλόλογοι και πρέπει να ρωτήσουν για να μάθουν αν το έχουμε», του απάντησε ο Πέτρος.
«Θα σκάσετε ή θα σας πετάξω πάλι έξω;» φώναξε η φιλόλογος.
«Εγώ πάντως ήρθα να γράψω έκθεση –μετά κάντε ότι θέλετε», ξεκαθάρισε ο Πέτρος.
Η φιλόλογος γύρισε την πλάτη κι άρχισε να γράφει στον πίνακα.

Μένατε προς την ίδια κατεύθυνση. Περπατούσε δίπλα σου, τον έβλεπες να σε κρυφοκοιτάζει και χαμογελούσες πνιχτά, μην τον κομπλάρεις. Έλεγε πολλά αστεία, συνήθως έξυπνα αστεία –όχι κρυάδες. Σε έκανε να ξεχνάς. Ή να μη δίνεις τόση σημασία. Στη μάνα σου κι εκείνο το σαχλαμάρα που είχε αρχίσει να μπάζει σπίτι. Στην αδερφή μου που ζήλευε. Στο χαρτζιλίκι που δεν είχες. Στα ρούχα που δεν είχες. Στα αθλητικά παπούτσια. Που δεν είχες.
«Με γεια!» σου έλεγε κάθε πρωί.
«Τι ‘με γεια’; Δε φοράω τίποτα καινούργιο!» παρατηρούσες.
«Ναι ε; Εμένα πάντως καινούργια μου φαίνεσαι –ολοκαίνουργια!» απαντούσε.
Χαμογελούσες. Κοίταζε αλλού.

Όταν τα’βαλε με το Γρηγόρη και τους μαλάκες του, τον είδες διαφορετικά. Δεν ήταν μυξιάρικο με φάτσα γεμάτη σπυριά. Δεν είχε καθόλου σπυριά, δεν σε κοίταξε ποτέ λιγούρικα.... Ήταν... ίσως.... θα μπορούσε....

Δεν πήγες τελικά σινεμά μαζί του –που σε είχε καλέσει.... Φοβήθηκες.
«Δε θα΄ρθω μωρέ –με περιμένει η μάνα μου στο σπίτι....»
«Όπως νομίζεις»
«Μη στραβώνεις!»
«Όχι –εντάξει»
Σου γύρισε την πλάτη, σκέβρωσε ολοφάνερα.
«Περίμενε βρε χαζέ –θέλω να σου πω κάτι!»
«Εδώ είμαι, δεν έφυγα!»
«Λοιπόν άκου... θέλω μια μέρα να έρθεις σπίτι μου και να με ζητήσεις σε γάμο –κατάλαβες;»
Τον κοίταξες κι έγινε ξαφνικά το πρόσωπό του θολό, μάκρυνε, έμεινε μόνο ένα ζευγάρι μάτια που γύρεψαν να σε χωρέσουν με τη μία –ένιωσες να πνίγεσαι. Θα έπρεπε να μετανιώνεις για όσα είπες, αλλά το μυαλό σου δούλευε ανάποδα.
«Κατάλαβες βλάκα μου;» του είπες τρυφερά –τι στο διάολο είχες πάθει; Θα έπρεπε να του πεις οτι κάνεις πλάκα, οτι όλα αυτά ήταν ένα αστείο...
«Κατάλαβα», μουρμούρισε τραβώντας τα μάτια του από πάνω σου.
Κι εσύ τον πλησίασες και τον φίλησες στο στόμα, τον ένιωσες πέτρινο στο άγγιγμα σου και μετά, πάνω που μαλάκωνε, πάνω που πήγαινε να σε ρουφήξει μέσα του –τραβήχτηκες πίσω. Δεν τον χαιρέτησες άλλο. Έφυγες αφήνοντάς τον να χαζεύει την πλάτη σου –ήταν πλέον στο χέρι του. Κάτι έπρεπε να κάνει, αν ενδιαφερόταν....
Επειδή τα πράγματα πήγαιναν άσχημα στο σπίτι –ο σαχλαμάρας της μάνας σου είχε εμφανίσει έναν Λεωνίδα που δούλευε μαζί του... Στον προξενεύανε. Με άσχημο τρόπο –από τη μια ο Λεωνίδας καθημερινός επισκέπτης, από την άλλη η μάνα σου που ρώταγε πότε θα παρατήσεις το σχολείο, να βρεις καμιά δουλειά, δεν μπορούσε για πολύ ακόμα να σε τρέφει....

«Θα κάτσεις πολύ ακόμα εκεί μέσα; Τέλειωνε –χέζομαι!» μούγκρισε το γομάρι έξω από την πόρτα της τουαλέτας.
Πετάχτηκες –ξύπνησες απότομα.
«Τώρα βγαίνω...» μουρμούρισες. Κι έγλειψες τη σπασμένη άκρη του μπροστινού σου δοντιού, η γλώσσα σου χαράχτηκε –σε βοηθούσε αυτό να θυμάσαι τη μέρα που το γομάρι σήκωσε χέρι πάνω σου...

Τον είδες να ξύνεται.
«Θα έρθεις σήμερα να βοηθήσεις στη δουλειά;» σε ρώτησε.
«Γιατί; Ήρθα και χτες για να΄ρθω και σήμερα;» τον κάρφωσες στριμώχνοντάς τον στον τοίχο για να περάσεις. Το μπουρνούζι σου άνοιξε στην προσπάθεια, τον είδες να σε χαζεύει με το στόμα μισάνοιχτο.
«Πολύ κακόγουστο το αστείο», είπες παγωμένα.
Κι έφυγες.

Είκοσι με εικοσιπέντε λεπτά. Τόσο του χρειαζόταν για να ξεκουμπιστεί από το σπίτι –για τόσο έπρεπε να κυκλοφορήσεις φάντασμα μέσα από τις χαραμάδες, να κρύβεσαι, να μην ξαναπέσεις πάνω του. Μέχρι το βράδυ που θα επέστρεφε, θα είχες βρει τρόπο να συνεχίσεις να τον αποφεύγεις. Στο κρεβάτι είχατε χωριστά σκεπάσματα, εδώ και χρόνια....

Το πρώτο σας ραντεβού, ο Λεωνίδας αρωματισμένος και έτοιμος για επίδειξη ιπποτισμού της δεκάρας. Γεροδεμένος –του έδινες δυο χρόνια για να ξεχειλίσει η μπάκα του από τη ζώνη του παντελονιού.
«Ακούς μουσική;»
Τον κοίταξες απορημένη –αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενες να σε ρωτήσει.
«Ναι –ακούω...»
«Παίζω σ΄ένα γκρουπ, ξέρεις....»
Απίστευτο!
«Τι παίζεις;»
«Ντραμς»
«Ποιο γκρουπ;»
«Με έναν από το σχολείο σου –τον Λούι...»
«Παίζεις μαζί με τον Λούι;»
«Ναι –καλή φάση!»
Τον είδες πολύ αλλιώτικα εκείνη τη στιγμή, αλλά η έκπληξη είναι το δυνατότερο υπνωτικό. «Η έκπληξη είναι η παγίδα που μας έχουν στημένη –αν μια πόρτα γράφει ΕΚΠΛΗΞΗ θα τραβήξω τα εξάσφαιρα και θα την κάνω κόσκινο πριν την ανοίξω –6 τρύπες στη γαμημένη καρδιά της έκπληξης», σου είχε πει κάποτε ο Πέτρος. Δεν το θυμήθηκες όμως –ακριβώς όταν το χρειαζόσουν περισσότερο, έτσι γίνεται πάντα....

«Ο Λεωνίδας; Ποιος Λεωνίδας ο Σόλοικος;» ο Λούι έστρωσε τα μαλλιά του προς τα πίσω κοιτάζοντάς σε χαμογελαστά. «Σκιτζής. Για να καταλάβεις, παίζεις και τις παύσεις!»
Δεν ήταν αυτό που ήθελες να μάθεις....

Περίμενες τον Πέτρο, ντρεπόσουν να τον ξαναπλησιάσεις –είχες καταντήσει μυξοπάρθενη, για πρώτη φορά στη ζωή σου. «Αφού τον φίλησα, τι άλλο περιμένει;» Κι ο Λεωνίδας επίμονος –ερχόταν και σ΄έπαιρνε με μια μηχανή, μετά από μήνες έμαθες οτι τη δανειζόταν από κάποιον γνωστό του. Πολλές βόλτες. Είχε και γνωστές στο σχολείο, κάτι κοπέλες που στην αρχή σου φάνηκαν εντελώς μαλακισμένες, στη μέση τις συμπάθησες και στο τέλος σου γυρνούσαν τ΄άντερα κάθε φορά που διασταυρωνόσουν μαζί τους. Κι ο Πέτρος; Τον κοίταζες και χαμογελούσες προσπαθώντας να μην τρέξουν τα παρακάλια από τα χείλη σου κι εκείνος χαμογελούσε πίσω. Ο Πέτρος προφανώς φοβήθηκε επειδή κατάλαβε οτι ήθελες σοβαρή σχέση. Ο Πέτρος που τελικά ήταν μια από τα ίδια.... Να σε στριμώξει. Να σε χουφτώσει. Να ξεροχύσει. Αυτά.

Χίλιες φορές ο Λεωνίδας! Είχε τουλάχιστον αρχίδια –όχι σαν...

Ο Λεωνίδας δεν «είχε τουλάχιστον» -ήταν όλος αρχίδια. Ήταν όμως και μια λύση, δεν υπήρχε περίπτωση να ψάχνεις για δουλειά, δεν υπήρχε περίπτωση να βρεις δουλειά της προκοπής.... Το πολύ να σε πήδαγε στη ζούλα το κάθε αφεντικό –προτιμότερος ο ένας από τους πολλούς, ίσως και να συνήθιζες με τον καιρό... Κάτι τέτοιο. Στην αρχή είχε μπόλικες ορέξεις, μέχρι και που ενδιαφέρθηκε μια –δυο φορές αν σου άρεσε. Μετά όλα γίνονταν πιο βιαστικά, λες και ήσουνα καπαρωμένη με την ώρα κι έπρεπε να τελειώνει στο τσακ μπαμ, για να μην τον πιάσει η διπλή ταρίφα. Δεν κατάφερες να συνηθίσεις, σε ενοχλούσε όλο και περισσότερο –δεν περίμενες να είναι έτσι.

Μετάνιωνες που άφησες το σχολείο.

Λες και είχες άλλη προοπτική! Ηλίθια!
«Πως την έχεις δει; Εγώ θα δουλεύω κι εσύ θα ξοδεύεις;» το μούτρο του κατακόκκινο και ιδρωμένο, κολλημένο στο δικό σου.
«Γιατί; Έτσι δεν πάει; Με πληρώνεις για να με πηδάς», χαμογελάς άγρια μπροστά στα διογκωμένα του μάτια.
«Σιγά μη σε πηδάω κιόλας!»
«Εγώ εδώ είμαι –αν εσύ δεν μπορείς πλέον, είναι δικό σου πρόβλημα!»
Δεν είδες ποτέ το χέρι του να σηκώνεται γιατί τον κοίταζες ίσα στα μάτια. Γι΄αυτό πόνεσες απότομα, βύζαξες αλμυρό το αίμα από τα χείλη σου. Έπεσες πίσω, γύρεψες κάπου να πιαστείς. Έναν τοίχο...

Ακούμπησες. Σε κοίταζε μπερδεμένος, έσκυψε το κεφάλι.
«Εσύ έχεις πεθάνει για μένα. Από δω και πέρα...» του σφύριξες.
«Συγνώμη ρε Μελίνα, φάνηκα σόλοικος....» μουρμούρισε.
Έβαλες το χέρι, χωνί στο αριστερό σου αυτί.
«Δεν ακούω...» μίλησες στον εαυτό σου.
«Ρε Μελίνα δηλαδή....» συνέχισε.
Τον πλησίασες. Τίναξες το δάχτυλό σου σα στιλέτο και τον ακούμπησες στο στήθος.
«Δεν κατάλαβες τι σου είπα; Είσαι πεθαμένος! Μην κλαψουρίζεις λοιπόν –δείξε λίγη αξιοπρέπεια!»
Τράβηξες το δάχτυλο από το στήθος του κι έφτυσες ανάμεσα στα παπούτσια του, αίμα μαζί μ΄ένα κομμάτι από το μπροστινό σου δόντι.

Δεν το έφτιαξες το δόντι –ήθελες να θυμάσαι. Να θυμάσαι. Να θυμάσαι. Οι πεθαμένοι δεν μπορούν να σε βλάψουν. Και τώρα ο Πέτρος....

«Πώς πέθανε;»
«Ποιος;»
«Ο Πέτρος...»
«Και που να ξέρω εγώ; Θες τίποτ΄άλλο;»
«Όχι».
«Ρε Μελίνα χάζεψες; Με πήρες στη δουλειά να με ρωτήσεις αυτό το πράγμα;»
«Ναι –γι΄αυτό σε πήρα».
«Ε, άντε χέσου!»
Ακούς το τηλέφωνο να βροντάει –η αδερφή σου δεν έχει καθόλου υπομονή. Η αδερφή σου έχει δουλειά, παιδιά, άντρα –αλλά όχι και υπομονή. Εσύ πάλι δεν έχεις τίποτα.

«Φεύγω».
Δεν λες κουβέντα.
«Μελίνα φεύγω».
«Το άκουσα».
«Λέω μήπως θέλεις να σου φέρω τίποτα...»
«Τίποτα».
Η πόρτα χτυπάει, τον βλέπεις από το παράθυρο να πλησιάζει το αυτοκίνητό του σαν ουραγκοτάγκος, νιώθεις στιγμιαία αναγούλα. Αφήνεις την κουρτίνα να πέσει.

Το σπίτι βουίζει από ησυχία.

Παίρνεις βαθιά ανάσα. Πηγαίνεις στην κρεβατοκάμαρα –κλείνεις τις κουρτίνες. Νιώθεις κούραση, την καθημερινή κούραση. Οι μέρες είναι κούραση. Τις νύχτες αγωνίζεσαι να μη σε ακουμπήσει ούτε καν η βρώμικη αναπνοή του, σηκώνεσαι και κυκλοφορείς στο σπίτι σαν αερικό, καπνίζεις στο σκοτάδι, πίνεις από το μπουκάλι. Μετά ψευτοκοιμάσαι –έχεις το νου σου πότε θα ξημερώσει, μετράς τα λεπτά στο φωσφοριζέ καντράν του ρολογιού.... Ξυπνάς πάντα 10 λεπτά νωρίτερα από τον διπλανό σου. Δεν έχει σημασία ούτε ποιος είναι, ούτε πώς είναι. 10 λεπτά νωρίτερα. Να φτιαχτείς λίγο, να περιποιηθείς, όσο –ότι μπορείς...

Γι΄αυτό είσαι χώμα τα πρωινά –περιμένεις να φύγει από το σπίτι για να κοιμηθείς με την ησυχία σου. Ξαπλώνεις στη δική σου πλευρά, γυρίζεις προς τα έξω επειδή η μυρωδιά του υπάρχει ακόμα στο διπλανό μαξιλάρι. Κλείνεις τα μάτια –ο Πέτρος πέθανε, δεν έχει σημασία πώς και γιατί. Δεν έχει σημασία ούτε καν το οτι πέθανε, έτσι κι αλλιώς ήταν ένας ακόμα χέστης. Και το χειρότερο είναι που σε κορόιδεψε, σε έκανε να πιστέψεις οτι θα σε γλίτωνε απ΄όλα αυτά.... Σε πόνεσε περισσότερο κι από τον Δημήτρη που έφυγε χωρίς ν΄αφήσει πίσω του τίποτα. Ο Δημήτρης έφυγε, ο Πέτρος δεν ήρθε –αυτή ήταν η διαφορά.

Καρφώνεις τα νύχια στις χούφτες.
«Κακό σου ψόφο κωλόπαιδο!»
Μετά κλαις ασταμάτητα, έτσι σε παίρνει ο ύπνος.

Και είναι κρίμα που κανένας τους δε σε βλέπει έτσι όπως κοιμάσαι, το στήθος σου ν’ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά, τα μάτια να πεταρίζουν πίσω από τα κλειστά σου βλέφαρα και μισό χαμόγελο –μοιάζει σαν κάτι να ονειρεύεσαι....

Αλήθεια –ονειρεύεσαι ποτέ όσους σε ονειρεύονται Μελίνα;

Παρασκευή, Απρίλιος 23, 2010

"Το τραγούδι είναι ακόμα το ίδιο"

Τις προάλλες έπαθα ένα ατυχηματάκι που με έβαλε σε σκέψεις –κοίτα τι έγινε...
Αγόρασα έναν εξωτερικό σκληρό δίσκο για να αποθηκεύσω μπόλικα πράγματα απ΄αυτά που είχαν μαζευτεί στο λάπτοπ, κάτι άλμπουμ των καταπληκτικών Χ και των Specials που είχα κατεβάσει, ταινίες –το Liquid Sky, το Johnny Suede, το Out of the blue, The Filth and the Fury –μια συναυλία του Νικ Κέιβ από το ΡΟΔΟΝ τραβηγμένη στη ζούλα και δυο κύκλους από το εκπληκτικό How I met your mother. Α ναι! Και ολόκληρη τη σειρά επεισοδίων του The Prisoner –όποιος δεν το έχει δει, δεν ξέρει τι σημαίνει μελλοντολογικό σήριαλ. Τέλος πάντων –τα μετέφερα όλα αυτά στον φρέσκο εξωτερικό σκληρό δίσκο ο οποίος αμέσως μετά τίναξε τα πέταλα!

Πάω στο μαγαζί που τον αγόρασα, με βάζουν να πάρω καινούργιο καλώδιο σύνδεσης, παίρνω καινούργιο καλώδιο σύνδεσης, επιστρέφω στο σπίτι, ξαναδοκιμάζω, ξαναπαίρνω τ΄αρχίδια μου, ξαναγυρίζω στο μαγαζί.
«Τα’φτυσε!» μου λέει ο υπάλληλος.
«Καλά –αυτό φαινόταν από την αρχή, το καλώδιο γιατί το αγόρασα;» ρωτάω εγώ.
«....» απαντάει ο υπάλληλος.
«Και τα αρχεία που έχω μέσα;» ξαναρωτάω.
«Πάνε αυτά!» θυμοσοφεί ο υπάλληλος.
«Τι πάνε! Πώς πάνε! Δεν υπάρχει τρόπος ανάκτησης;»
«Υπάρχει –αλλά στοιχίζει....»
«Πόσα;»
«5, 6...»
«Είσαι τρελός; Κι εγώ τι φταίω δηλαδή που πλήρωσα τον δίσκο και έχασα τα δεδομένα;»
«Εντάξει, επιστρέφεις τον δίσκο και παίρνεις κάτι άλλο με τα ίδια λεφτά...»
«Ναι ρε παιδί μου –αλλά τα δεδομένα!»
«Έπρεπε να τα έχεις αποθηκεύσει και κάπου αλλού –εφεδρικά ας πούμε!»
«Μα τι μου λες! Να πάρω εξωτερικό σκληρό για να ξεφορτώσω τον σκληρό του υπολογιστή μου και να κρατήσω τα δεδομένα και στους δυο σκληρούς για ασφάλεια; Τότε τι διάολο τον ήθελα τον εξωτερικό σκληρό;»
«Ναι αλλά κι εσύ! Αγόρασες τον φτηνότερο εξωτερικό σκληρό!»
«Και δεν ήταν ασφαλής ο φτηνότερος;»
«Όχι!»
«Ε, τότε γιατί τον πουλάτε;»
«....»
Μετέφερα επακριβώς τον διάλογο επειδή υπάρχουν κάτι έξυπνοι που ξεσπαθώνουν περί παραλογισμού του δημόσιου τομέα στην Ελλάδα–όπως βλέπεις, και η σχέση του ιδιωτικού τομέα με την λογική δεν είναι η καλύτερη δυνατή.

Παρακάτω.

Δεν είχα ξαναχάσει αρχεία από τον υπολογιστή μου και το συναίσθημα με αναστάτωσε κάπως. Η μουσική μου! Που την κατέβασα κιλομπάιτ –κιλομπάιτ! Οι ταινίες μου! «Αίμα, δάκρυα κι ιδρώτας!» Μετά τα έβαλα σε μια σειρά για να υπολογίσω.

Έχω (ακόμα σε άλλους εξωτερικούς σκληρούς) περίπου μισό τεραμπάιτ μουσικής, χώρια τα βίδεα, τις φωτογραφίες, τις ταινίες κι όλα τα σχετικά... Μισό τεραμπάιτ θα πει, το λιγότερο, 120.000 τίτλοι τραγουδιών, το οποίο με τη σειρά του σημαίνει κοντά 6.000 μέρες αδιάκοπης ακρόασης! Τουτέστιν, αν αράξω τα επόμενα 16,5 χρονάκια στο σπίτι κι αφήσω ανοιχτό το πισί να παίζει, θα καταφέρω να ακούσω όλη τη μουσική που έχω αποθηκεύσει! Η ερώτηση λοιπόν είναι, σε πρώτη φάση: τι σκατά θέλω και μαζεύω όλη αυτή τη μουσική που δεν πρόκειται ποτέ να την ακούσω κι όλες αυτές τις ταινίες που δεν πρόκειται ποτέ να δω;

Η προφανής απάντηση είναι: τα μαζεύω όλα αυτά επειδή μπορώ! Αν όμως αυτό ισχύει, τότε οδηγούμαι στο συμπέρασμα οτι το «μπορώ» έχει αντικαταστήσει το «θέλω» σε μένα ή αλλιώς, η βούληση έχει αντικαταστήσει τη θέληση. Διπλανή λέξη της βούλησης είναι η βουλιμία -μην ξεχνάς!

Πάω τώρα λίγο πιο πίσω για να πιάσω την αρχή του παραμυθιού –μην ανησυχείς.... Δεν θα ξεκινήσω από τότε που οι φοιτητές ανακαλύψανε το πισί ή τότε που ο Γουγουγούς ανακάλυψε το Γουόρλντ Γουάιντ Γουέμπ... Στην εποχή που άρχισε η δωρεάν (ή «δωρεάν») κυκλοφορία μουσικών και άλλων αρχείων μέσω ίντερνετ, εκεί θα πάω. Τη θυμόμαστε οι περισσότεροι και θυμόμαστε πόσο απελευθερωτικό είχαμε θεωρήσει το γεγονός. Και τρέξαμε να προσφέρουμε (με μεγαλύτερη ή μικρότερη προθυμία) κάποιο χώρο από το πισί μας για να συμβάλλουμε στην απρόσκοπτη κυκλοφορία της δωρεάν τέχνης στο διαδίκτυο... Παπάρια –τίποτα δεν είναι δωρεάν σ΄αυτή την κωλοκοινωνία!

Γιατί το δωρεάν υλικό άρχισε να συγκεντρώνεται με παρανοϊκούς ρυθμούς στους σκληρούς μας δίσκους κι εμείς επιδοθήκαμε σε έναν ανελέητο συναγωνισμό αγοράς ψηφιακού χώρου. Τα μέγα γίνανε γίγα και τα γίγα γίνανε τέρα –μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία. Κι όλο μαζεύουμε, όλο πακτώνουμε σαν καλά μυρμήγκια!

Αλλά δεν σταματάει εκεί η ιστορία. Διότι το υλικό που μαζεύουμε, θέλουμε και να το ακούσουμε –δειγματοληπτικά έστω. Πώς κέρατο να το ακούσεις όμως από τα ηχειάκια του υπολογιστή; Πώς ν΄ακουστεί η ποιότητα από τα καφεκούτια; Πάρε λοιπόν καινούργια ηχεία, πάρε και μια καλή κάρτα ήχου! Εντάξει; Θα΄θελες!

Επειδή, εκτός από τα τραγούδια έχουμε και τις ταινίες –πώς να τις δεις στην οθονίτσα; Τσίμπα μια έξτρα πρίμα γκουντ οθόνη, άλλαξε και την κάρτα γραφικών με μια σούπερ ουάου... Τελειώσαμε; Οι συνηθισμένοι άνθρωποι μπορεί και ναι –αλλά εμείς είμαστε απαιτητικοί με την ποιότητα και λάτρεις των τεχνών! Άρα;

Αγοράζουμε ένα ντόλμπι σαράουντ σύστημα, φορτωνόμαστε και μια πλάσμα, τι εφ τι, επίπεδη, πολυεπίπεδη οθόνη τηλεόρασης –επιτέλους ρε παιδί μου! Να βλέπουμε σαν άνθρωποι και να ακούμε σαν τέτοιοι! Άνθρωποι δηλαδή.

Άπαξ και αγοράσαμε τον εξοπλισμό συν τα μέσα μεταφοράς οπτικοακουστικού υλικού από τον σκληρό δίσκο στο χομ σίνεμα, τι ανακαλύπτουμε; Οτι η ποιότητα των ταινιών και της μουσικής που φιλοξενούμε μέχρι τώρα στους σκληρούς μας δίσκους είναι για τον πούτσο. Τα τραγούδια ακούγονται σα να ηχογραφήθηκαν στη μέση μιας καταιγίδας, οι ταινίες είναι γεμάτες πίξελ και άλλα κενά διαστήματα.... Τώρα;

Τι τώρα; Θ΄αφήσουμε το χομ σίνεμα να πάει χαμένο; Αρχίζουμε να αγοράζουμε τα σιντιά επίσημα και τα ντιβιντιά επίσης. Να δούμε σαν άνθρωποι ρε παιδί μου! Ν΄ανοίξει ο μάτης μας επιτέλους!

Κάτσε λοιπόν και υπολόγισε πόσα χρήματα μας στοίχισε η δωρεάν μουσική και οι δωρεάν ταινίες από το ίντερνετ και στο τέλος θα αναφωνήσεις, σαν τον Γκρούτσο Μαρξ: «Η οικονομική μου κατάσταση είναι τόσο χάλια που δεν αντέχω να μου δώσεις κάτι ακόμα δωρεάν!»

Τι θα πουν όλα αυτά; Οτι κακώς κυκλοφορούν τα δωρεάν αρχεία στο ίντερνετ; Οτι οι εταιρείες βρήκαν τρόπο να βγάζουν χρήματα ακόμα κι από τα δωρεάν (παράνομα) αρχεία; Δεν ξέρω –μπορεί να’ναι κι έτσι... Ο καθένας βγάζει τα συμπεράσματά του κι ότι θέλει τα κάνει, δεν είναι δική μου δουλειά.

Αυτό που εμένα με απασχολεί, σε προσωπικό επίπεδο, είναι το πώς πέρασα από τη φάση όπου ήξερα απέξω ΟΛΟΥΣ τους στίχους των αγαπημένων μου δίσκων στη φάση όπου κατεβάζω δεύτερη και τρίτη φορά τη δισκογραφία των Stiff Little Fingers, επειδή δεν θυμάμαι οτι ήδη την έχω αποθηκευμένη!

Όταν ήμουνα πιτσιρικάς, στο ράδιο μόνο ο Πετρίδης έβαζε κάνα τραγούδι της ανθρωπιάς, μετά (πολύ μετά) ήρθε ο Μανίκας και μερικοί άλλοι.... Καθόμουν με το κασετοφωνάκι σε επιφυλακή –ότι μου φαινόταν ενδιαφέρον το κοπάναγα. Και μετά το άκουγα μέχρι να λειώσει η κασέτα, τα καλύτερα πήγαινα και τα αγόραζα σε δίσκους. Στις εποχές της μεγάλης μου οικονομικής άνεσης είχα τη δυνατότητα να αγοράζω ένα δίσκο το μήνα! Πάει να πει, ο δίσκος μάτωνε τ΄αυλάκια του. Και τους στίχους απ΄όλα αυτά τους θυμάμαι μέχρι σήμερα. Δεν κάνω πλάκα!

Τότε ο κινηματογράφος ήταν φτηνός –πηγαίναμε η παρέα τουλάχιστον μια φορά τη βδομάδα. Και βλέπαμε διάφορα –εντάξει, δεν θυμάμαι ατόφιους διάλογους από εκείνες τις ταινίες, αλλά την αίσθησή τους, το σφίξιμο στο στομάχι ή το χασμουρητό....

Θυμάμαι κιόλας, εκείνες τις εποχές, είχαμε ένα σοβαρό πρόβλημα απέναντι στους επαγγελματίες κριτικούς. Θεωρούσαμε δηλαδή (και είχαμε, εν πολλοίς, δίκιο) οτι όποιος ακούει δίσκους ή βλέπει ταινίες επαγγελματικά, όποιος δηλαδή είναι υποχρεωμένος να ακούσει 10 δίσκους μέσα σε μια βδομάδα ή όποιος πρέπει να δει 5 ταινίες μαζεμένες χάνει την επαφή του με το είδος, λόγω υπερβολικής τριβής. Την πρωτογενή επαφή. Σαν εκείνο το σκετσάκι από την ταινία του Βέγγου που δουλεύει στο μηχάνημα προβολής ενός τσοντοσινεμά κι από τα πολλά που βλέπει κάθε μέρα, του είναι αδύνατο να κάνει σεξ όταν γυρίζει σπίτι του. Ένα τέτοιο πράγμα.

Γι΄αυτό, μπορεί οι κριτικοί να θεωρούσαν μουσικώς αστείους τους Madness αλλά εμάς μας αρέσανε. Μπορεί να θεωρούσαν σαχλαμάρα το Breathless με τον Ρίτσαρντ Γκιρ ή το Risky Business αλλά εμείς τα γουστάραμε.

Τότε. Σήμερα;

Σήμερα περνάμε τα τραγούδια στο γρήγορο, προσπαθώντας να πάρουμε μια ιδέα από την συνολική δισκογραφία των Atomic Rooster (2,1 γιγαμπάιτς). Κατεβάζουμε τα άπαντα των Theater of Hate, έτσι για να υπάρχουν.... Βλέπουμε το Double Indemnity και το κανονικό Cape Fear στη μικρή μας οθόνη και απορούμε για ποιο λόγο θεωρήθηκαν αριστουργήματα. Έχουμε, νομίζω, καταντήσει πιο μπλαζέ από τους κριτικούς που κάποτε γιουχάραμε και περιμένουμε το καταπληκτικό, το ανεπανάληπτο, αυτό που θα μας ξυπνήσει από τη νάρκωση των αλλεπάλληλων εικόνων οι οποίες εναλλάσσονται με μουσικές φόρμες στα κουτουρού. Και τι θα είναι αυτό;

Κάποια κακή σκηνοθεσία -τόσο κακή που να σοκάρει, κάποια κακή ερμηνεία που τσιτώνει το νευρικό μας σύστημα, μια μουσική η οποία θα θυμίζει πράγματα που μας άρεσαν (μουσική σε οικολογική συσκευασία τέτραπακ).... Και για τη μεγάλη οθόνη να απομένουν μόνο οι μεγαλειώδεις υπερπαραγωγές –γέφυρες που ανατινάζονται, μπλε πιθήκια που πηδιούνται από τις ουρές τους –ε, δεν είναι έτσι!

Ένα έργο τέχνης θέλει το χρόνο του. Επειδή το μυαλό σου χρειάζεται χρόνο για να το αντικρίσει και να το αφομοιώσει. Και επειδή, σε τελική ανάλυση, τα έργα τέχνης δεν βγαίνουν από βιομηχανοποιημένες γραμμές παραγωγής.

Και οι πνευματικές μας ανησυχίες οι οποίες εφάπτονται της τέχνης είναι πεπερασμένες και αυστηρά ταξινομημένες. Δεν γίνεται να μας αγγίζουν όλα! Δεν γίνεται να λατρεύουμε ταυτόχρονα και το Χιροσίμα Αγάπη μου και τα Πράσινα Μπερέ! Παλιά δεν γινόταν αυτό δηλαδή –τώρα γίνεται και παραγίνεται και δείχνει πως κάτι δεν πάει καλά. Ή οι ταινίες σταμάτησαν να έχουν νόημα, ή οι θεατές σταμάτησαν να έχουν μυαλό. Ή και τα δυο. Ή τίποτα απ΄τα δυο –δεν ξέρω...

Αυτό που ξέρω είναι οτι κάποτε μπορούσα να απαντήσω στην κλασσική ερώτηση των λευκωμάτων: «αν επρόκειτο να βρεθείτε ναυαγός σε ένα ερημονήσι, ποια θα ήταν τα 3 βιβλία, οι 3 δίσκοι και οι 3 ταινίες που θα παίρνατε μαζί σας;» Τώρα, θα μου πεις, τι διάολο ερημονήσι θα ήταν αυτό που θα είχε πικάπ και σινεμά, αλλά τέλος πάντων! Το θέμα είναι οτι κάποτε η απάντησή μου περιλάβανε 9 τίτλους ενώ σήμερα θα ήταν κάπως έτσι: «λοιπόν, το μόνο που θα ήθελα θα ήταν ο εξωτερικός μου σκληρός –και ένα πισί φυσικά, με πλήρη υποστήριξη σε εικόνα –ήχο!»

Επειδή όμως αυτή η ερώτηση στα λευκώματα είχε σκοπό να δει η γκομενίτσα (ή ο γκομενάκος) τι άτομο είσαι και να τσιμπήσει, φαντάσου τι γκόμενα θα έβγαζα με τη σημερινή μου απάντηση! Στην καλύτερη –τον Μάρτιν, το καταθλιπτικό ανθρωποειδές, από το «Γυρίστε τον Γαλαξία με οτοσπόπ» -έτσι δεν είναι;

Τρίτη, Απρίλιος 20, 2010

"Αγάπα τον χαφιέ σου ως εαυτόν"

Είδα χτες μια, σχετικά καινούργια, ταινία που λεγόταν «50 dead men walking» και κατάλαβα οτι όλα πλέον είναι επαμφοτερίζοντα. Το άσπρο μπορούμε κάλλιστα να το αποκαλούμε μαύρο (υπάρχει μια τρέντι έκφραση: «το μαύρο είναι το νέο άσπρο!»), τη μπόχα μπορούμε εύκολα να τη θεωρήσουμε εκλεπτυσμένο άρωμα και, φυσικά, το ψέμα μπορούμε πλέον να το αποκαταστήσουμε, τοποθετώντας το στην θέση που του αξίζει: «το ψέμα είναι η νέα αλήθεια». Για να είμαστε και τρέντι.

Να σου εξηγήσω, επειδή ίσως να μην έχεις δει την ταινία, πρόκειται για την ιστορία ενός χαφιέ πληρωμένου από την Αγγλική Αστυνομία ο οποίος έχει μπει στον IRA και καρφώνει στεγνά τις ενέργειες της οργάνωσης. Εξ ου και ο τίτλος, επειδή ο συγκεκριμένος χαφιές με τις ενέργειές του έχει σώσει τη ζωή τουλάχιστον 50 Εγγλέζων αστυνομικών και στρατιωτικών (έχοντας παράλληλα καταδικάσει σε θάνατο καμιά εκατοστή Ιρλανδούς)! Αυτή λοιπόν είναι μια ιστορία που βασίζεται σε αληθινά γεγονότα και την είδα χτες στην τηλεόραση –είναι μια ιστορία που ηρωοποιεί τον συγκεκριμένο χαφιέ! Το μαύρο είναι το νέο άσπρο! Το ψέμα είναι η νέα αλήθεια! Ή μάλλον: η αλήθεια είναι καθαρά θέμα οπτικής γωνίας. Για παράδειγμα: αν βλέπεις έναν βιασμό από τα κάτω (από τη θέση του θύματος) είναι μια επώδυνη και επαίσχυντη πράξη, αν βλέπεις τον βιασμό από πάνω (από τη θέση του θύτη) είναι μια πράξη διασκέδασης –μη σου πω κι απελευθέρωσης!

Πάμε τώρα στην ποίηση της καθημερινότητας:

Γεγονός 1
Είχαμε για 6 χρόνια μια κυβέρνηση κάπως μονόπλευρη –εννοώ ασχολούνταν αποκλειστικά με το κομμάτι του τσεπώματος και όχι με το κομμάτι της είσπραξης. Αποτέλεσμα –παίρνανε τα έτοιμα, αλλά δεν ετοιμάζανε για να έχουν να παίρνουν, τουτέστιν αρπάξανε ότι είχε μέσα το ταμείο, δανειστήκανε για ν΄αρπάξουν και κάτι παραπάνω, μετά φύγανε και πήγαν να τα γλεντήσουν με την ησυχία τους. Η αντίδραση της πλειοψηφίας των πολιτών στη συγκεκριμένη πρακτική περιορίστηκε στο θυμόσοφο: «όλοι ίδιοι είναι, όλοι τα ίδια κάνουν» (πρόκειται για διασκευή του γνωστού άσματος του Ιησού του Ζαγοραίου, «Όλες, είσαστε ίδιες/ στην καρδιά στην ψυχή στις συνήθειες»).

Γεγονός 2
Με το που έφυγε η προηγούμενη κυβέρνηση και ήρθε η τωρινή –οι θυμόσοφοι πολίτες ένιωσαν ακόμα μια απογοήτευση ενθυμούμενοι τον επόμενο στίχο του Ζαγοραίου Ιησού: «Και καμιά μα καμιά σας δεν μοιάζει/ μ΄εκείνη την φανταστική!» Τουτέστιν, άρχισαν την πολιτική κριτική επιπέδου Ελβετικής κομμούνας ωρολογοποιών: «Μα είναι δυνατόν να εφαρμόζει τόσο στυγνή καταστολή μια σοσιαλιστική κυβέρνηση;» -και άλλα τινά. Εδώ παρατηρείται, κατά πρώτον, η εφαρμογή του αξιώματος, γνωστού ως «Ευρωπαϊκή βραδιά του Θρύλου» –σύμφωνα με το οποίο κάθεται ο οπαδός να δει το παιχνίδι στην τηλεόραση και βλαστημάει προκαταβολικά: «κοίτα να δεις που πάλι θα χάσουμε στο 80φεύγα και θα μου τσαταλιάσουν τα νεύρα!» Κατά δεύτερον, παρατηρείται η αχαλίνωτη τάση των πολιτών για τραμπολίνο -από τη μια απαξιώνουν τις εκλογές κι από την άλλη δηλώνουν απογοητευμένοι από τα, εκ των προτέρων απαξιωμένα, αποτελέσματά τους.

Γεγονός 3
Η καινούργια κυβέρνηση επειδή έχει όλη την καλή διάθεση να παραμείνει κυβέρνηση εφαρμόζει το πλάνο: «και έτσι και γιουβέτσι». Δηλαδή, φτάχνει ένα νομοσχέδιο για την παροχή ιθαγένειας στους μετανάστες από τη μια –μουρλαίνει στο ξύλο και στις συλλήψεις την περιοχή μείζονος Εξαρχείου από την άλλη. Γεμίζει τις γειτονιές μπάτσους όλων των ποικιλιών, χρωμάτων και σχημάτων από τη μια –αφήνει όμως να σπάνε τίποτα βιτρίνες ή μαγαζιά, για να δικαιολογείται η επέμβαση των μπάτσων, από την άλλη. Ελευθερώνει κάποιους απ΄αυτούς που έπιασαν οι προηγούμενοι και τους ονόμασαν «τρομοκράτες με τις κατσαρόλες» από τη μια –μαγκώνει κάποιους «μονίμως, και με τη βούλα, επικίνδυνους» από την άλλη. Κι επειδή πέρα από τα γεγονότα υπάρχουν και οι επείγουσες καταστάσεις (αυτές δηλαδή που προκαλούν τα γεγονότα) η κυβέρνηση δεν προλαβαίνει ούτε καν να στήσει μια παράσταση της προκοπής –πριν κάτι χρόνια θεωρούσαμε γραφικούς τους Κουφοντίνες, τους Γιωτόπουλους και τους Ξηρούς, σήμερα είμαστε αναγκασμένοι να παραδεχτούμε οτι εκείνοι ήταν σκέτοι Ρενάτο Κούρτσιο, Αντρέας Μπάαντερ και Χόλγκερ Μάινς, συγκρινόμενοι με τον Μαζιώτη και τους υπόλοιπους τωρινούς συλληφθέντες.

Γεγονός 4
Οι δημοσιογράφοι οδηγούν την έννοια του καιροσκοπισμού σε διαγαλαξιακό επίπεδο. Σήμερα ζητάνε εξεταστικές επιτροπές για τα πάντα, αύριο αποφασίζουν οτι δεν είναι ώρα για πόλωση! Σήμερα καταδικάζουν τους στυγερούς τρομοκράτες, αύριο αναρωτιούνται με τι στοιχεία τούς συνέλαβε η αστυνομία! Σήμερα καυτηριάζουν τα χάλια της ελληνικής οικονομίας, αύριο καταγγέλουν όσους υποστηρίζουν οτι η χώρα έχει πτωχεύσει!
Σήμερα και αύριο και μεθαύριο (αυτό δεν είναι δείγμα καιροσκοπισμού –είναι παράδειγμα παντοσκαιροσκοπισμού) ξεσκίζουν οποιουδήποτε τολμήσει να μιλήσει για άλλη μορφή ενέργειας, πέραν των συμβατικών, τις οποίες εμπορεύονται μονοπωλιακά στη χώρα τα αφεντικά τους. Αν δεν με πιστεύεις –κοίτα τι γίνεται στο ΑΛΤΕΡ. Από τη μια ο μπουχέσας ο Τράγκας με τη δεκάκιλη ειρωνία όποτε η κουβέντα πάει σε Αιολική ενέργεια, από την άλλη ο μπανιστιρτζής ο Ζούγκλας που ανακαλύπτει «σκάνδαλα παράνομων επιδοτήσεων αιολικών πάρκων του 1999!!!», φάμπρικα κανονική.

«Αι καταστάσεις αι οποίαι» -που έλεγε κι ένας φιλαράκος όταν μέθαγε... Ποιες είναι αυτές οι καταστάσεις οι οποίες οδηγούν σε γεγονότα σαν τα παραπάνω;

Μα, η δημοσιονομική πτώχευση της χώρας –θέλει και ρώτημα! Κι αν απορείς πως το πάθαμε αυτό, κάτσε να σου πω την εντύπωσή μου.

Λοιπόν, η κάθε χώρα έχει έσοδα, τα επονομαζόμενα και φόρους -και έξοδα, που αλλιώς ονομάζονται δαπάνες. Για το νόμιμο, το ίσο και το στρωτό μιλάω –όχι περί ρεμούλας και κομπίνας, έτσι; Όταν οι δαπάνες είναι μεγαλύτερες από τα έσοδα, η εκάστοτε κυβέρνηση, θα πρέπει να δανειστεί για να πληρώσει –όπως ακριβώς κάνουμε κι εμείς οι μαλάκες που έχουμε αγοράσει ένα σκασμό πράγματα και μας πηδάνε οι τράπεζες. Καλά μέχρι εδώ;

Ποιες είναι οι μεγάλες δαπάνες στον προϋπολογισμό της χώρας; Μισθοί, συντάξεις, ασφαλιστικά, κατασκευαστικά, εξοπλιστικά και δόσεις δανείων. Να κάνω κάποιες σχετικές παρατηρήσεις:

-Οι μισθοί είναι, στην πραγματικότητα, ανελαστική δαπάνη και κανονικά δεν πειράζονται. Επειδή όμως οι ανελαστικές δαπάνες έχουν το χαρακτηριστικό να είναι προϋπολογισμένες μέχρι σέντσι, εκτός από την περίπτωση της Ελλάδας όπου κανένας δεν είναι σε θέση να δώσει έστω κάποιον κατά προσέγγιση αριθμό αναφορικά με τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων –γι΄αυτό έσκασε περικοπή μισθών ενώ κανείς δεν ξέρει ούτε πόσα πληρώνεται ο υπάλληλος, ούτε πόσα κερδίζει το κράτος.

-Κάποτε είχε έρθει ένα παλικαράκι ίσα με 60 χρονώ –ονόματι Σπράος, είχε στήσει μια επιτροπή, είχε βγάλει ένα πόρισμα περί ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού. Έλεγε το πόρισμα της επιτροπής οτι αν δεν γίνει κάτι άμεσα, το σύστημα θα σκάσει σε μια 10ετία. Αυτά τα λέγανε το 1997 και έπεσε σύμπασας ο αγωνιζόμενος λαός να τους φάει. Η κυβέρνηση Σημίτη προτίμησε να παραμείνει κυβέρνηση παρά να διορθώσει την κατάσταση, ο Καραμανλής.... θα αστειεύεσθε βέβαια! Αποτέλεσμα –το 2007 σκάσανε τα δυνατά κανόνια σε ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό. Τώρα, το 2010, το συνταξιοδοτικό σύστημα έχει πλήρως καταρρεύσει με αποτέλεσμα να προωθούνται μέτρα του τύπου «θα δουλεύεις μέχρι να πεθάνεις, θα πληρώνεις αυξημένα ποσοστά κι αν τύχει και δεν πεθάνεις στην ώρα σου, δε θα σου δίνουμε σύνταξη –μπας κι ορθοποδήσει το σύστημα».

-Τα κατασκευαστικά έργα της χώρας είχαν ένα μπεζαχτά, τον επιλεγόμενο και Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης. Ότι ήθελε να χτίσει, να αναβαθμίσει, να ασφαλτοστρώσει κ.λ.π. η εκάστοτε κυβέρνηση –έπαιρνε τα λεφτά από εκεί και το έκανε. Έτσι δουλεύανε οι εταιρείες, έρχονταν έσοδα και στο κράτος... Αλλά η κατάσταση στράβωσε από δυο πάντες:
α) Στο θέμα των συντηρήσεων –δηλαδή, σου λέγανε οι Ευρωπαίοι «να στο φτιάξω το κτιριάκι (μουσείο, νοσοκομείο, χαμαιτυπείο), να στον ασφαλτοστρώσω τον δρόμο –αλλά φρόντισε μετά να βρεις πόρους περί συντήρησης, δεν θα στο πληρώνω μια ζωή!» Συντήρηση μπορούσε να γίνει είτε εφόσον τα συγκεκριμένα έργα έβγαζαν έσοδα (αυτοσυντηρούνταν δηλαδή), είτε εάν ο κρατικός προϋπολογισμός είχε λεφτά να τους δώσει –όμως κανένα από τα δυο δεν μας έκατσε.
β) Λόγω Ολυμπιακών Αγώνων τα έργα των οποίων δεν δέχτηκε, ούτε με σφαίρες η Ε.Ε., να πληρωθούν από τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης.
Με αυτά τα πακέτα μπήκαμε στην εποχή διακυβέρνησης της Ν.Δ. (με έτοιμα έξοδα και χρωστούμενα) είδαν τα σαϊνια οτι το ρεφάρισμα έδειχνε πιο χλωμό κι από την Κάτια Δανδουλάκη σε σήριαλ της ΕΙΡΤ -τι να κάνουν; Ανοίξανε τα συρτάρια κι αρχίσανε να μοιράζουν σε ημέτερους λεφτά που δεν υπήρχαν! Πρόκειται για εφαρμογή του αξιώματος, «ότι δεν γίνεται να καλυτερέψει, μπορεί άνετα να χειροτερέψει».

-Τα εξοπλιστικά της χώρας είναι οι κατεξοχήν ΕΛΑΣΤΙΚΕΣ δαπάνες, οι οποίες όμως προβάλλονται σαν ΑΝΕΛΑΣΤΙΚΕΣ! Κι όταν κάτι τέτοιο το κάνει ο δείνα στρατιωτικός ή ο ψι πολιτικός είναι κατανοητό –η δουλειά τους είναι, απ΄αυτή ζουν. Όταν όμως την ανελαστικότητα της συγκεκριμένης δαπάνης την υπερασπίζεται ένας διανοούμενος, ή ένας δημοσιογράφος ή κάτι τέτοιο ξέρω ΄γω –τότε προκύπτει το ερώτημα: «πληρωμένος ή ηλίθιος;»

-Οι δόσεις δανείων είναι αυτές που βάζουν τη βούλα στην πτώχευση μιας χώρας. Επειδή τελικά όλα τα παραπάνω σε δόσεις δανείων μετατρέπονται –όταν το κράτος δεν έχει να πληρώσει και δεν μπορεί να δανειστεί, χρεοκοπεί. Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση της Ελλάδας.

Θυμάσαι οτι στον πρόλογο είχα εκείνο το παράδειγμα με τον χαφιέ που έγινε ήρωας; Το χρησιμοποίησα για να δώσω έμφαση στην πρακτική αυτής της ασπρομαυροποίησης και των ψεύτικων αληθειών που τρώμε στη μάπα το τελευταίο διάστημα. Εξηγούμαι:

-Είμαστε, λέει, στόχος διεθνών κερδοσκόπων γι΄αυτό δεν μας δανείζουν με φτηνά επιτόκια! Δηλαδή, απλό παράδειγμα, πας εσύ που έχεις ρίξει εντελώς έξω την επιχείρησή σου και χρωστάς στους πάντες, πας λοιπόν να ζητήσεις δάνειο. Σου λέει η τράπεζα, «κανονικά δεν θα έπρεπε να σε δανείσω καθότι ρισκάρω τρομερά τα λεφτά μου μαζί σου –αλλά επειδή έχω μια ροπή στην τοκογλυφία, θα σου δώσω ένα επιτόκιο κυμαινόμενο, κάθε φορά που θα χτυπάει καινούργια ώρα θα ανεβαίνει μια μονάδα –για ν΄αξίζει τον κόπο το ρίσκο, εντάξει;» Σηκώνεσαι τότε και φωνάζεις, «ντροπή σας κερδοσκόποι με βρήκατε στην ανάγκη και με πατάτε, αντί να με συμπονέσετε για το χάλι μου και να με δανείσετε με μηδενικό επιτόκιο!» Σου στέκει αυτό το σκηνικό; Όχι βέβαια –αλλά εξακολουθείς να πιστεύεις οτι οι διεθνείς κερδοσκόποι μας έχουν βάλει στο μάτι!

-Δεν πρέπει, λέει, να δεχτούμε δανεισμό από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, επειδή θα μας υποχρεώσουν να πάρουμε (όχι εμείς ρε παιδί μου –η κυβέρνηση!) απεχθή μέτρα για τους πολίτες! Δηλαδή, συνεχίζω το αποπάνω παράδειγμα με τον επιχειρηματία που την έχει φουντάρει την επιχείρηση: «Μη δανειστείς από τράπεζα που θα σου ζητήσει να κάνετε τίτλους συνιδιοκτησίας, θα κουμαντάρετε μαζί και το μαγαζί και τους υπαλλήλους», του σφυρίζουν οι γύρω του. Εντάξει –να μη δανειστεί. Και τι να κάνει; Το μόνο που του μένει -να ρίξει ένα λουκέτο ξεγυρισμένο! Έτσι δεν θα μπει συνιδιοκτησία σε μαγαζί και υπαλλήλους –θα του μείνουν αμανάτι να τους τρίβει στην κασίδα του –έχω δίκιο;

-Έρχονται, λένε, οι ξένοι εμπειρογνώμονες και οι αξιωματούχοι να μας πουν τι θα κάνουμε, να μας ελέγξουν, νας μας επιβάλλουν μέτρα! Και αγανακτά ο δείνα Τσίπρας, η στρουμπουλή Αλέκα, ο λουκουμάς Καρατζαφέρης, ο Πάνος ο Προφιτερόπουλος και οι υπόλοιπες δημοκρατικές δυνάμεις. Οτι δηλαδή εμείς μια χαρά τα καταφέρνουμε και φταίνε για το χάλι μας οι έξω που μας ανάγκασαν να αγοράσουμε υποβρύχια που γέρνουν και τρύπιες καπότες –άρα δεν έχουν κανένα δικαίωμα να μας ζητάνε τα ρέστα τώρα! Σωστοί στο γενικότερο, αλλά πάσχοντες στο ειδικότερο. Επειδή οι έξω δεν μας ζητάνε τα ρέστα, τα χρωστούμενα μας ζητάνε. Κι επειδή δεν μας ζητάνε καν στην τελική ανάλυση –εμείς τους ξαναζητάμε! Κι άμα δεν μας άρεσαν τα υποβρύχια που γέρνανε, άμα δεν μας άρεσαν οι αγροτικές επιδοτήσεις, άμα δεν μας άρεσαν οι μεγάλες κατασκευαστικές που φτιάχναν μετρό, αεροδρόμια και δρόμους –ας μην τα παίρναμε! Όχι μόνο φωτογραφιούλες εγκαινίων κι όταν έρχεται η λυπητερή, «γουρούνια Γερμανοί!» Έχει και η γελοιότητα τα όριά της!

-Οι Ευρωπαίοι της Ένωσης και δη οι Γερμαναράδες, έχουν βαλθεί να μας χρεοκοπήσουν, έτσι ακούω να λένε. Παραλλαγή αυτού είναι πως θέλουν να μας βγάλουν από το ευρώ. Κι αυτά, όταν τα λένε οι φωστήρες μας στα κανάλια, δεν σηκώνονται οι μπετούγιες από τις πόρτες να τους πάρουν στο κυνήγι! Δηλαδή, αν αύριο πρωί βγει ο πρωθυπουργός και πει «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» θα κάνουν πάρτι οι Γερμανοί και οι λοιποί Κοινοτικοί που θα χάσουν τα λεφτά τους! Θα χαρούν όλως ιδιαιτέρως που θα κηρύξουμε στάση πληρωμών και δεν θα τους δώσουμε πίσω ούτε ευρώ! Κοίτα κάτι πράγματα –κοίτα τι εμπαθείς που είναι αυτοί οι Ευρωπαίοι –για να μας ρεζιλέψουν είναι ικανοί να χάσουν τα λεφτά τους!

-«Φέρτε πίσω τα κλεμένα», «το χρέος να πληρώσει η πλουτοκρατία», «όποια κι αν είναι η ερώτηση, η απάντηση είναι ο άνθρωπος», λένε στις διαδηλώσεις. Κάτσε μισό λεπτό! Να φέρουν πίσω τα κλεμένα –συμφωνώ! Ποιοι; Αυτοί που τα έκλεψαν ή το καπιταλιστικό σύστημα γενικότερα; Επειδή όταν το φωνάζεις αυτό έξω από το Μαξίμου θα βγει ο Γιωργάκης και θα σου πει: «δεν τα πήρα εγώ μανούλα μου, άντε να τα ζητήσεις από τον Καραμανλή, το Σημίτη ή τον Φούφουτο». Κι αν του πεις οτι το χρέος πρέπει να το πληρώσει η πλουτοκρατία θα σου απαντήσει οτι εδώ δεν είναι Κούβα να κάνουμε εθνικοποιήσεις –εδώ το χρέος το πληρώνει ο περνών από το ταμείο. Έχεις δει εσύ καμιά πλουτοκρατία να περνάει από το ταμείο; Κάτι τελευταίο –αν η απάντηση είναι ο άνθρωπος, η ερώτηση είναι ρητορική.

-Μας λένε οτι πρέπει να αντιδράσουμε στα μέτρα και προτείνουν διαδηλώσεις, απεργίες κ.λ.π. Δηλαδή, θα πάω εγώ έξω από το Υπουργείο Οικονομικών, θα του πω: «μη μου κόψεις το μισθό». Και θ΄απαντήσει αυτός: «δε βγαίνω μάνα μου –αν δε σου τον κόψω λίγο θα πρέπει να σου τον κόψω σε λίγο από τη ρίζα -με το συμπάθειο». Ωραία; Φυσικά κανένας από τους προτείνοντες απεργιακές διαδηλώσεις δεν προβάλει αιτήματα του τύπου: «εντάξει, δεν έχετε για μισθούς –πιάστε τουλάχιστον τις τράπεζες και πριμοδοτήστε τα επιτόκια με τα οποία έχουμε δανειστεί, σας το χρωστάνε οι τράπεζες στην τελική». Κανένας δεν ζητάει να μπει πλαφόν στα πάντα, ώστε να μη χάσουμε σε αγοραστική δύναμη λόγω της μείωσης μισθού. Προτιμούν όλοι να κάνουν μέτωπο εναντίον του κράτους, επειδή προφανώς αυτό είναι πιο συμφέρον. Το κράτος χρεοκόπησε, άρα ότι κι αν διεκδικήσεις απ΄αυτό τ΄αρχίδια σου θα πάρεις. Ενώ οι τράπεζες για παράδειγμα.... ε;

Για να μην το παιδεύουμε περισσότερο –ας καταλήξουμε οτι βρισκόμαστε σε μια από τις σπάνιες εκείνες ιστορικές συγκυρίες όπου η κατάσταση ενός κράτους απεικονίζει σχεδόν πλήρως την μέση κατάσταση των πολιτών του. Όπως εσύ έχεις τινάξει τον οικογενειακό σου προϋπολογισμό στον αέρα λόγω υπερκατανάλωσης –έτσι ακριβώς έχει πράξει και το κράτος. Κι όπως εσένα δε σε δανείζει ούτε μεθυσμένος, έτσι ακριβώς κανένας δεν είναι μεθυσμένος σε διεθνές κυβερνητικό επίπεδο.

Κι όποιος σου βαφτίζει ήρωα τον χαφιέ στο κάνει επειδή κονομάει αγορίνα μου -μη νομίζεις οτι το κάνει για να σε φωτίσει ή να σε διασκεδάσει. Αγάπα λοιπόν τον χαφιέ σου αφού "το είχε πει κι ο τύπος που δήλωνε θεός/ χωρίς αγάπη όλους ο διάλος θα μας πάρει".

Παρασκευή, Απρίλιος 16, 2010

6. «Διψασμένος σκύλος»

Τα δάχτυλα του ποδιού της ξεπρόβαλαν από την άκρη της πικέ κουβέρτας –δάχτυλα βαμμένα με γυαλιστερό κόκκινο βερνίκι, περιποιημένα δάχτυλα. Ο Στάθης κοίταζε τα δάχτυλα αγουροξυπνημένος. Κάποτε γούσταρε να φιλάει και να πιπιλίζει αυτά τα δάχτυλα, κάποτε. Πότε; Ποτέ!

Την σκούντηξε απότομα, σφηνώνοντας τον αγκώνα του στο πλευρό της.
«Ξύπνα, κοντεύει μεσημέρι», μούγκρισε.
Η ξανθιά γύρισε πλευρό φτύνοντας κάποια βρισιά σε ακατανόητη γλώσσα. Μετά συνέχισε να ροχαλίζει μαλακά, σα συναχωμένο γατί. Ο Στάθης βαρέθηκε να την κοιτάζει, κλώτσησε τα σκεπάσματα μακριά και σηκώθηκε.
«Είσαι τρελός ρε μαλάκα;» ούρλιαξε η ξανθιά νιώθοντας την ψύχρα να την αρπάζει.
Τράβηξε πάλι τα σκεπάσματα, του γύρισε τον κώλο και ξανακοιμήθηκε.
«Άμα δεν ήμουνα τρελός θα σε παντρευόμουνα παλιοκαργιόλα;» βλαστήμησε ο Στάθης φεύγοντας από το υπνοδωμάτιο.

Το υπνοδωμάτιο με τις δυο αντικριστές μπαλκονόπορτες. Το γυμνό υπνοδωμάτιο –ούτε κουρτίνες στις τζαμαρίες, ούτε έπιπλα, ένα κρεβάτι, δυο καρέκλες γεμάτες ρούχα. Αυτά ήταν όλα.

Κλείνανε δεύτερο χρόνο παντρεμένοι, δεύτερη χρονιά στο διαμέρισμα που είχαν χτίσει γι΄αυτόν οι γέροι, τρίτος όροφος -ο δεύτερος ακατοίκητος (προοριζόταν για σπίτι του μικρού αλλά εκείνος είχε εγκατασταθεί στα νησιά) –στο ισόγειο οι γονείς σαραβαλιασμένοι. Δεύτερος χρόνος παντρεμένοι κι ούτε μια κουρελού για το πάτωμα δεν είχαν αξιωθεί ν΄αγοράσουν με τη βλαμμένη, ο Στάθης κλώτσησε την πόρτα του μπάνιου και την άνοιξε διάπλατα. Στήθηκε με τα πόδια ανοιχτά πάνω από τη λεκάνη της τουαλέτας και κατούρησε αίμα για πέμπτη συνεχόμενη μέρα. Όταν τελείωσε, κάρφωσε μια πηχτή ροχάλα στο κέντρο της λιμνούλας και μετά τράβηξε το καζανάκι. Όλα εξαφανίστηκαν στο χείμαρρο –μαζί κι η ανατριχίλα που ένιωθε κάθε φορά που έβλεπε αίμα ανακατεμένο με το κάτουρό του.

Κάθισε στην πλαστική λευκή καρέκλα της κουζίνας περιμένοντας το γκαζάκι να ζεστάνει νερό για τον καφέ του, κρύωνε κάμποσο, πονούσαν τα κόκαλά του, νύσταζε. Αλλά έπρεπε να ξυπνήσει νωρίς σήμερα –και η άλλη έπρεπε να ξυπνήσει νωρίς –το είχαν συμφωνήσει. «Να το σταματήσουμε αυτό το πράγμα, να μην ξυπνάμε πια απόγευμα, κοντεύουμε να βρικολακιάσουμε». Είχαν και δουλειές να κάνουν, υποχρεώσεις.... Το συζήτησαν, το συμφώνησαν αλλά η μαλακισμένη -στο μουνί της κανονικά δηλαδή! Δε βγαίνει άκρη μαζί της, σήμερα κανονίζεις το άλφα, την επόμενη μέρα το ξεχνάει κι αν της πεις τίποτα σου σπάει τα νεύρα οτι και καλά κανονίσατε το βήτα το οποίο δε γίνεται ούτε με σφαίρες! Δηλαδή, με άλλα λόγια, «είσαι μαλάκας»! Στο δείχνει με το ανασηκωμένο μαδημένο φρύδι της, στο δείχνει με το στραβό της χαμόγελο, με τα μάτια που σε κοιτάνε σα να ‘σαι μύγα κολλημένη σε λάμπα φθορίου... Κι αν δεν το καταλάβεις στο εξηγεί κιόλας: «Μα πως σου ήρθε να κανονίσουμε κάτι τέτοιο; Μαλάκας είσαι;» Να την κοιτάς και να ‘σαι έτοιμος ν΄αρχίσεις τα μπουκέτα, «μωρή παλιολινάτσα, πρώτον κανονίσαμε κάτι άλλο κι όχι αυτό που λες τώρα και δεύτερον άμα σου φαινόταν μαλακία γιατί συμφώνησες δηλαδή;» Επειδή ήταν μεθυσμένη όταν κάνανε την κουβέντα. Κι εκείνος εξίσου μεθυσμένος –12 ώρες τη μέρα μεθυσμένοι, 10 ώρες ο ύπνος, μένουν 2 ώρες για προσωπική υγιεινή κι αυτές με το ζόρι. Οι μέρες τους. Στο μπαρ –εκείνος πίσω από τη μπάρα, εκείνη απέξω να σερβίρει. Δυο χρόνια και κάτι μήνες. Ο Στάθης δούλευε ήδη εκεί όταν εμφανίστηκε –με το στενό της παντελόνι, τη λεπτή μπλούζα, τα ξανθά της μαλλιά κομμένα α λα γκαρσόν. Καθόταν στο σκαμπό απέναντί του και τον κοίταζε όσο ετοίμαζε τα ποτά, ο Στάθης την είχε μετρήσει στα γρήγορα. «Κάτι θέλει η γκόμενα –δε φαίνεται για ξελιγωμένη».

Δυο κερασμένα σφηνάκια μετά.
«Είμαι από Σερβία, δεν έχω άδεια εργασίας –ψάχνω για καμιά δουλειά, οτιδήποτε...»
«Μπράβο, καλή τύχη...»
«Εσείς εδώ δεν χρειάζεστε;»
«Τι πράγμα;»
«Γκαρσόνα...»
«Μπορεί και να χρειαζόμαστε...»
«Λοιπόν;»
«Τι λοιπόν;»
«Δε σου κάνω εγώ;»
«Εμένα μου κάνεις αλλά δεν είμαι το αφεντικό...»
«Και ποιος είναι το αφεντικό;»
«Άστο –θα μιλήσω μαζί του...»
«Σίγουρα;»
Το βράδυ φύγανε μαζί, τον περίμενε να κλείσει το μπαρ αφού είχαν πρώτα πλακωθεί στις τουαλέτες. Το επόμενο πρωί τη βρήκε στην αγκαλιά του, κουλουριασμένη.
«Καλημέρα...»
«Είναι ακόμα μέρα;»
«Τρόπος του λέγειν...»
«Του ποιου;»
«Άστο...»
«Καλημέρα λοιπόν...»
«Α, δε στα ‘πα....»
«Τι;»
«Μίλησα με το αφεντικό –προσλαμβάνεσαι!»
«Πότε μίλησες με το αφεντικό;»
«Τώρα μόλις»
«Ναι αλλά....»
«Τι θες τη δουλειά ρε κορίτσι μου;»
«Ναι αλλά...»
«Εντάξει, σήμερα το βράδυ να είσαι στο μαγαζί στις 8».
«Τι ώρα είναι τώρα;»
«5»
«Προλαβαίνουμε...»
«Προλαβαίνουμε....»
Επειδή αυτός έκανε κουμάντο στο μαγαζί, ο Καμπόης που ήταν ο κανονικός ιδιοκτήτης τού είχε τυφλή εμπιστοσύνη. Ερχόταν δυο φορές τη βδομάδα για να εισπράξει και να κόψει κίνηση. Κατά τα λοιπά ο Στάθης ήταν ο γενικός κουμανταδόρος.

Δυο χρόνια και κάτι μήνες, στο τρίμηνο πάνω παντρεύτηκαν. Εκείνη είχε προβλήματα –έληξε η βίζα της, τους τράβηξαν και δυο φορές στο Αλλοδαπών με όλη την αφάν γκατέ της παραλιακής... Ο Στάθης την παντρεύτηκε, έτσι κι αλλιώς μαζί μένανε σχεδόν από το πρώτο βράδυ, μια ψυχή που ήταν να βγει....

Άναψε το πρώτο τσιγάρο της ημέρας όσο ο ήλιος τραμπαλιζόταν έξω από το παράθυρο της κουζίνας ψάχνοντας κατά πού να την κάνει. Ξέπλυνε το στόμα του με καφέ κι αμέσως μετά μπουκώθηκε κάτι παυσίπονα μπας και ησυχάσουν λίγο τα κόκαλά του. Πόνος -το μόνο που του είχε μείνει από τις ένδοξες μέρες... Κάγχασε με κείνο τον χαρακτηριστικό του τρόπο –σαν τις ύαινες στα καρτούν του Τεξ Άβερι. «Ναι, είμαι τώρα αραχτός και προσπαθώ ν’ αναπαραστήσω/ λίγη από τη δόξα εκείνων των ημερών, αλλά ο χρόνος γλιστράει/ και σ΄αφήνει κύριέ μου με τίποτ΄άλλο από/ βαρετές ιστορίες για τις ένδοξες μέρες». Καλά τα έλεγε ο Μπος, αλλά ποιος τον άκουγε τότε!

Πεθύμησε ξαφνικά μουσική, δίσκο στο πικάπ, τρίξιμο στα γούφερ, σπίθες σον αέρα.... Αλλά δεν είχε κουράγιο ούτε να σηκωθεί, όλη νύχτα θα του γάνωνε τ΄αυτιά ο μαλάκας στο μπαρ με τις χοροπηδηχτάδικες αηδίες του –ποιος τ΄ακούει όλα αυτά ρε πούστη; Κι όποιος τα ακούει –τι καταλαβαίνει δηλαδή; Το ίδιο κομμάτι 10 ώρες, μια μπασοκολώνα έτσι για να βρίσκεται, κάτι πλήκτρα της αναγούλας κι ένας τύπος που απαγγέλλει. Έσβησε το τσιγάρο νευριασμένος –έκανε ψύχρα, καλύτερα να ντυνόταν. Έσυρε τις πατούσες του στο διάδρομο, ξαναμπήκε στην κρεβατοκάμαρα. Εκείνη ακόμα κοιμόταν.

Άρχισε να πετάει τσαλακωμένα ρούχα μέχρι να βρει τα δικά του, ντύθηκε, κουμπώθηκε, ένιωσε πιο ζεστά.
«Πρέπει να κάνεις τόσον θόρυβο;» μούγκρισε εκείνη.
Γύρισε, την κοίταξε κουκουλωμένη κάτω από τα σκεπάσματα. Δεν είπε τίποτα.

Αποτέλειωσε τον καφέ του, βγήκε στα μουλωχτά για να μην πέσει πάνω στους γέρους του, ξεσκόνισε την KLX που χασμουριόταν στο πεζοδρόμιο, ξεκίνησε βιαστικά. Λίγος αέρας, λίγο φως –όσο ήταν ακόμα μέρα ρε παιδί μου! Να στρώσουν κάπως οι κόρες των ματιών που είχαν γίνει μεγάλες σαν της νυχτερίδας, ν΄αδειάζει η κάπνα από τα σωθικά, λίγος αέρας, λίγο φως... Πέρασε την πλατεία με την εκκλησία, άφησε πίσω του τα σχολεία, έκοψε τα οικοδομικά τετράγωνα μέσα από τα στενάκια των «εξ αδιαιρέτου», βρέθηκε στα αυθαίρετα –τελευταίο σύνορο πριν το βουνό. Από πιτσιρικάδες είχανε οργώσει αυτό το βουνό, φτάνανε μέχρι το παρατημένο νταμάρι, κυλιόντουσαν στις ζαχαρένιες πέτρες, παίζανε πόλεμο... Αμερικάνοι εναντίον Γερμανών, σπανίως Καμπόηδες εναντίον Ινδιάνων. Ότι βλέπανε -κάνανε. Στο γυρισμό σπάγανε τα μελίσσια, πετροβολώντας καλυμμένοι πίσω από καχεκτικές αγριοβελανιδιές, κουρνιαχτό οι αγριεμένες μέλισσες αλλά ποτέ δεν κατάφεραν να κονομήσουν καμιά κηρύθρα. Μόνο κυνηγητό από έναν μαλάκα μελισσοκόμο που τους παραφύλαξε ένα απόγευμα, δεν μπόρεσε να τους πιάσει αλλά τους στάμπαρε. Πήγε και τα ‘πε στους γέρους τους –κατσάδα και τιμωρία, σκυμμένα κεφάλια. Αφήσανε να περάσει μια βδομάδα πριν ανέβουν πάλι στις κηρύθρες, τις λούσανε με οινόπνευμα και τις μπουρλοτιάσανε, κόντεψε να καεί η μισή πλαγιά. Κι εκείνοι σκασμένοι στα γέλια στην πλατεία με την εκκλησία παρακολουθούσαν τις πυροσβεστικές –μέχρι και κάτι εξωγήινοι με ολόσωμες ασημένιες φόρμες και κάσκες εμφανίστηκαν καθισμένοι σε καρότσες ΡΕΟ –εκείνοι τους χάζευαν με ανοιχτά στόματα και ένιωθαν σπουδαίοι, ήταν τότε το καλοκαίρι του ’79 που φτιάξανε το Τρομερό Τρίο. Πέτρος, Στάθης, Θωμάς –σύντομα ο Θωμάς αποχώρησε λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων (τον σταματήσανε οι δικοί του από το σχολείο και τον ζέψανε σ΄ένα φαναρτζίδικο να μάθει την τέχνη) –στη θέση του ήρθε η Μαρία, πρώην κολλητή του Πέτρου από το Δημοτικό. Κάνανε κι ένα ροκ συγκρότημα μεγατόνων, τους Anathema the Time Band, αν έχεις ακουστά –χαρακτηριστικό γνώρισμα του συγκροτήματος το οτι κανείς τους δεν ήξερε να παίζει κάποιο όργανο και ούτε είχαν διάθεση να μάθουν, για την ακρίβεια δεν είχαν διάθεση να αγοράσουν καν μουσικά όργανα. Αυθεντική ροκ μπάντα, σύμφωνα με τα δικά τους κριτήρια, βέβαια. Κάνανε κι ένα πάρτι σχετικό, στην ταράτσα του Πέτρου με ανεπανάληπτη επιτυχία –δεν ήρθε κανένας απ΄όσους είχανε καλεσμένους, βρεθήκανε οι τρεις τους, το πρώην Τρομερό Τρίο και νυν Anathema the Time να μασουλάνε κάτι πανιασμένα τυροπιτάκια και να ανακατεύουν κονιάκ (αγορασμένο στη ζούλα) με κοκακόλες. Χορέψανε πολύ εκείνο το βράδυ, φωνάξανε, βρίσανε στον αέρα και ορκίστηκαν να βρουν όσο πιο γρήγορα γίνεται λεφτά, να βγάλουν εισιτήρια για Λονδίνο και να μείνουν για πάντα εκεί πέρα, εκεί που όλα συνέβαιναν επειδή όλα μπορούσαν να συμβούν.

Μετά η Μαρία άλλαξε σχολείο κι ο Πέτρος έγινε καλός μαθητής –έμεινε μόνο ο Στάθης να θυμάται –πίσω από το σχολείο όταν κάπνιζαν παρέα με τον Πέτρο του πέταγε μισόλογα, για την τάδε ή τη δείνα φοβερή συναυλία που έγινε στο Λονδίνο κι ο Πέτρος κούναγε το κεφάλι χαμογελαστός, αλλά δεν έλεγε τίποτα ο πούστης! Μέχρι που βαρέθηκε ο Στάθης κι αποφάσισε οτι τίποτα δεν θα γινόταν τελικά, κουβέντες του αέρα, εδώ θα ψόφαγαν σακουλιασμένοι σαν τους πατεράδες τους –το Τρομερό Τρίο και τ΄αρχίδια μας κουνιούνται, Anathema the Time που έμπλεξε μαζί τους.

Είχε φάει τη μισή πλαγιά όταν ένιωσε τρέμουλο στα μπράτσα, έριξε ταχύτητα ψάχνοντας να σταματήσει, η μηχανή μούγκρισε ξαναμμένη. Ο Στάθης κοίταξε τον ουρανό, σύννεφα με ολίγη από ήλιο και δυο μαυροπούλια σταυρώσανε τις μύτες τους πριν χαθούν σε διαφορετικά σημεία του ορίζοντα.
«Άντε γαμηθείτε όλοι σας!» ούρλιαξε κι άνοιξε τέρμα το γκάζι πασχίζοντας να φτάσει στην κορυφή του βουνού.

Πέτρες αδέσποτες, αγκάθια αναρριχητικά, χοντρά ιπτάμενα σκαθάρια, η μυρωδιά της πατημένης μολόχας και ιδρώτας στο μέτωπό του. Υπολόγιζε την κορυφή λιγότερο από 300 μέτρα αλλά μετά δεν θα είχε δύναμη να γυρίσει πάλι πίσω. Έστριψε τη μηχανή με κατεβασμένα τ΄αυτιά. Έφτυσε σημαδεύοντας έναν μπάμπουρα που έτριβε την κοιλιά του –τον πέτυχε ξώφαλτσα. Πήρε να επιστρέφει σκασμένος για τσιγάρο και πολύ ξεπαγιασμένος για να κάνει στάση. Οι πέτρες κατρακύλαγαν μαζί του, «πέτρα που κυλάει δεν χορταριάζει», τον πήγαν συνοδεία μέχρι τα αυθαίρετα, τα γαμημένα αυθαίρετα που αβγαταίνανε νύχτα με τη νύχτα –εδώ ήταν κάποτε η σπηλιά, η σπηλιά που έφτανε μέχρι ένας θεός ξέρει που, την είχαν εξερευνήσει όσο βαστούσαν τα κότσια τους, μέχρι να πέσουν στις νυχτερίδες... Εδώ ήταν κάποτε η σπηλιά, σήμερα είναι τριώροφο με χτιστά μπάρμπεκιου στα μπαλκόνια. Κρύωνε κι ανατρίχιαζε. Κατέβαζε ταχύτητες στα μπασίματα των στενών δρόμων, άμα σε κυνηγάει ο εαυτός σου από πουθενά δεν ξεφεύγεις.

Άφησε την KLX στο πεζοδρόμιο –KLX όπως λέμε ΚαΛά Ξεμπερδέματα, KLR όπως λέμε ΚούΛαΡε, XL όπως λέμε ΧυΛόπιττα, XT όπως λέμε ΞεφτίΛα, θα μπορούσε να το πάει μέχρι την άλλη μέρα με τα αρχικά των μοντέλων. Τα είχε σπουδάσει όλα αυτά, χρόνια στα θρανία του Μπιλ του Χοντρού και μετά στα μπαρ της παραλίας, μια σταγόνα ιδρώτα στο πάνω χείλος του, την καθάρισε με τη γλώσσα του, αναρίγησε.

Ν΄ανέβει στο σπίτι, να κάνει ένα μπάνιο...

Η γριά τον σταμάτησε στα πρώτα σκαλοπάτια.
«Είσαι καλά παιδί μου;» τον ρώτησε.
«Μια χαρά χάλια», απάντησε ο Στάθης.
«Αν θες τίποτα...»
«Δεν θέλω».
«Τα ‘μαθες;»
«Ποια;»
«Σκοτώθηκε ο Πέτρος....»
Ένα τρέμουλο από τα γόνατα, πήρε ν΄απλώνεται πούστικα, του έδεσε το στομάχι κι ακόμα ανέβαινε.
«Κακό του ψόφο», μούγκρισε και της γύρισε την πλάτη.
«Δεν είναι κουβέντες αυτές! Πριν λίγο μίλαγα με τη μάνα του, πρέπει κι εσύ να τους πάρεις ένα τηλέφωνο!»
Σταμάτησε, ακούμπησε στον τοίχο, την κοίταξε.
«Πρέπει λένε το δεξί μου αρχίδι και Δεν Πρέπει τ’ αριστερό. Ανάλογα με το ποιο από τα δυο με τρώει -αποφασίζω», της είπε.
Μετά ξεκίνησε ν΄ανεβαίνει τις σκάλες. Ξεκλείδωσε την πόρτα, το κεφάλι του βούιζε, μια θολούρα στα μάτια –μετάνιωνε τώρα που δεν είχε καθίσει να πει δυο κουβέντες με τη γριά του, να μάθει πως σκοτώθηκε ο Πέτρος. Ρε το μαλάκα τον Πέτρο!
«Που γύρναγες εσύ;» τον αιφνιδίασε εκείνη βγάζοντας το φρεσκολουσμένο κεφάλι της από την πόρτα του μπάνιου.
«Πήδαγα την αδερφή σου», είπε ο Στάθης κοφτά.
«Δεν έχω αδερφή ρε βλάκα», γέλασε εκείνη.
«Βλάκας θα ήμουνα αν είχες και την πήδαγα!» της χώθηκε ο Στάθης.
«Τέλος πάντων...» μουρμούρισε εκείνη και ξαναχώθηκε στο μπάνιο.
«Τέλειωνε να πάρει και κάνας άλλος σειρά!» φώναξε ο Στάθης.
Την ήθελε, ακόμα την ήθελε κι αυτό τον διαόλιζε.

Πέταξε τα ρούχα του δίπλα στην πόρτα του διαμερίσματος και άνοιξε την πόρτα του μπάνιου, οι υδρατμοί τον τύφλωσαν. Εκείνη χτενιζόταν μπροστά στον θολωμένο καθρέφτη.
«Τι χτενίζεσαι; Αφού δεν βλέπεις τίποτα!» απόρησε ο Στάθης.
«Κάνε δουλειά σου», τον πάγωσε η ξανθιά.
«Έλεγα μήπως κάναμε καμιά δουλειά μαζί...» σαλιάρισε ο Στάθης.
«Να σου λείπουν αυτά!» του το ξέκοψε εκείνη.
«Μου λείπουν γι΄αυτό το λέω...» μουρμούρισε ο Στάθης τραβώντας την πλαστική κουρτίνα για να χωθεί κάτω από το ντους.
Ζεστό νερό τον χτύπησε, έκλεισε τα μάτια και έμεινε ακίνητος –ο Πέτρος με το αστείο ποδήλατο, ο Πέτρος έξω από το σπίτι του με το παπί αναμμένο να κορνάρει...
«Τέλειωνε ρε μαλάκα –θα μας περιμένουν οι άλλοι!»
«Ποιοι άλλοι;»
«Όλοι οι άλλοι! Σήμερα κερνάω, μου τα΄σταξε ο γέρος επειδή πέρασα στο Πανεπιστήμιο!»
«Σου ΄δωσε λεφτά ο τσίπης;»
«Ένα κατοστάρικο –θα βάλω φέσι στον Μπιλ, αλλά θα κεράσω όπως και να’χει»
«Ποιοι άλλοι το ξέρουν δηλαδή;»
«Κανένας –μόνο εσύ. Τώρα βγήκα από το σπίτι!»
«Και πώς μας περιμένουν τότε ρε ηλίθιε;»
«Έλα ντε! Πώς μας περιμένουν! Περίεργα πράγματα μουτσάτσο!»
Κούμπωνε το πουκάμισό του βλέποντας τον Πέτρο να κοπανιέται ξεκαρδισμένος στο παπί. Αυτό ήταν λοιπόν –πέρασε Πανεπιστήμιο ο μαλάκας! Άντε πιάστον τώρα...

«Δεν ακούς;»
Η φωνή της τον τσίτωσε –πετάχτηκε, έκλεισε τη βρύση.
«Είπες κάτι;» τη ρώτησε.
«Ναι είπα. Φεύγω αύριο, θα πάω να δω τους γονείς μου».
«Πως σου ήρθε αυτό;»
«Έχω ένα χρόνο να τους δω...»
«Πας δηλαδή Βελιγράδι;»
«Ε, αφού εκεί μένουν!»
«Να πας όπου θες!» ξανάνοιξε τη βρύση, τέρμα τώρα, ο χείμαρρος κόντεψε να τον γονατίσει. Έπαιξε με τη στρόφιγγα, ξεκίνησε από καυτό και κατέληξε στα παγάκια. Τσίτωσε.
«Δε γίνεται να μην πας δηλαδή; Ή να πάμε μαζί, ξέρω ‘γω...» μουρμούρισε κλείνοντας τη βρύση. Το νερό στάλαζε ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών του όσο περίμενε απάντηση. Τράβηξε την κουρτίνα, κοίταξε έξω, εκείνη είχε φύγει από το μπάνιο. Άρπαξε μια πετσέτα κι άρχισε να τρίβεται για να στεγνώσει. Αμίλητος.

Την πέτυχε στην κρεβατοκάμαρα να στοιβάζει ρούχα σε μια βαλίτσα, απέφυγε να την κοιτάξει, έψαξε στις ντουλάπες για καθαρό εσώρουχο. Την άκουγε πίσω από την πλάτη του να συμμαζεύει όπως ποτέ δεν αξιώθηκε να κάνει σ΄αυτό το σπίτι.
«Τι ώρα φεύγεις αύριο;» τη ρώτησε.
«Πρωί», του απάντησε.
«Έχεις βγάλει εισιτήρια;»
«Όχι ακόμα. Κάτι θα βρω στο αεροδρόμιο...»
Γύρισε να την δει καλύτερα.
«Που θα βρεις;»
«Στο αεροδρόμιο...»
«Λες ψέματα μωρή παλιοπουτάνα! Έχεις βγάλει εισιτήρια, το κανόνιζες καιρό κι ούτε κουβέντα στο μαλάκα –έτσι;» φούντωσε ο Στάθης.
«Δεν υπάρχει λόγος να τσακωνόμαστε....» είπε ήσυχα εκείνη.
«Δεν υπάρχει λόγος –ότι πεις! Μ΄έβαλες να σε παντρευτώ για να πάρεις υπηκοότητα και τώρα...»
«Θα φροντίσω να πληρώσω εγώ όλα τα έξοδα διαζυγίου...»
«Έξοδα; Διαζυγίου;»
Γύρισε και τον κοίταξε –ο Στάθης πρόσεξε τις μαύρες σακούλες κάτω από τα μάτια της, δεν ήταν πια τόσο όμορφη όσο... Την ήθελε πολύ.
«Δε βλέπεις οτι δεν τραβάει άλλο;» τον ρώτησε.
«Δεν ξέρω...» μουρμούρισε εκείνος κατεβάζοντας το κεφάλι. «Με το μαγαζί τι θα γίνει;»
«Τι να γίνει;» σήκωσε τους ώμους της.
«Θα΄ρθεις σήμερα να δουλέψεις;»
«Μπα –έχω να μαζέψω...»
«Θυμάσαι τον Πέτρο;» ρώτησε στα ξαφνικά ο Στάθης.
«Λίγο... Είχε έρθει στο γάμο μας;» απόρησε εκείνη.
«Όχι –είχε περάσει κάποιες φορές από το μπαρ με τη γυναίκα του...»
«Τέλος πάντων...»
«Σκοτώθηκε...»
«Πώς;» τον κοίταξε γεμάτη ενδιαφέρον.
«Δεν ξέρω... Η μάνα μου είπε οτι σκοτώθηκε... Δεν κάθισα να ρωτήσω περισσότερα....»
«Ήταν παιδικός σου φίλος;»
«Κολλητός».
«Λυπάμαι...»
«Πάω μέσα να καπνίσω κάνα τσιγάρο», της είπε κι έφυγε βιαστικά από το δωμάτιο.

Πέρασε τις υπόλοιπες ώρες μπροστά στη τζαμένια πόρτα του άδειου σαλονιού, καθόταν σε κάτι μαξιλάρες στο πάτωμα και κοίταζε έξω. Τις κεραίες των σπιτιών. Τα αεροπλάνα που περνούσαν, αραιά και που, σαν πινέλα διορθωτικού στον ορίζοντα. Την πολυκατοικία απέναντι στα δεξιά. Εκεί έμενε μια γκομενίτσα της προκοπής, την είχε δει ν΄απλώνει ρούχα κάμποσες φορές. Την είχε πετύχει και στην αγορά, έδειξε να τον αναγνωρίζει αλλά μπορεί και να ήταν η ιδέα του. Ο ουρανός έσβησε, τα φώτα στα σπίτια άναψαν. Όχι όμως και στο δικό του σπίτι. Έμεινε καθισμένος οκλαδόν στις μαξιλάρες καπνίζοντας. Ο Πέτρος σκοτώθηκε κι εκείνη τον παράταγε. Λίγες τον είχαν παρατήσει όσο ακόμα αυτός τις ήθελε. Συνήθως έκανε μαλακίες με το σωρό για να τις ξεφορτωθεί –δοκιμασμένη μέθοδος. «Ο Στάθης έχει τις μαύρες του!» Η φράση που έκανε τον Πέτρο να γουρλώνει τα μάτια και να ψάχνει τρόπο να την κοπανήσει –επειδή όταν ξεστομιζόταν από γκόμενα του Στάθη σήμαινε παρηγορητικό σπαζαρχίδιασμα και ποιος θα επωμιζόταν αυτή τη δουλειά; «Δεν είναι που σκοτώθηκες, είναι που τόσα χρόνια ήσουνα φευγάτος ρε κωλόπαιδο!» ψιθύρισε ο Στάθης.

«Ακόμα εδώ είσαι;» του είπε εκείνη γονατίζοντας δίπλα του.
«Θα με πήρε ο ύπνος –ξεχάστηκα...» δικαιολογήθηκε ο Στάθης.
«Ήθελα να σου πω...»
Σήκωσε το κεφάλι, την κοίταξε.
«Να μη μου πεις τίποτα!» της ξέκοψε.
Μετά πετάχτηκε όρθιος μ΄ένα επιτόπιο αλματάκι τύπου «ο Φασουλής» κι άναψε το φως.

Η λάμπα της χαστούκισε το πρόσωπο έτσι όπως την έπιασε απροετοίμαστη. Ο Στάθης την κοίταξε. Είχε σπάσει πολύ από τότε που την πρωτογνώρισε –πόσων χρονών ήταν; 32; 33; Έμοιαζε μεγαλύτερη. Την ήθελε πολύ –ακόμα.
«Όταν γυρίσω από το μαγαζί να μη σε βρω εδώ», της είπε απότομα.
«Αλλά... αύριο πετάω...» διαμαρτυρήθηκε εκείνη.
«Αυτό είναι δικό σου πρόβλημα», απάντησε ο Στάθης.

Μετά κούμπωσε το μπουφάν του και κατρακύλησε τις σκάλες. Πριν βγει έξω έκανε μια στάση στο διαμέρισμα των γέρων του.
«Μάνα!»
Την είδε να εμφανίζεται από την κουζίνα.
«Πώς σκοτώθηκε ο Πέτρος;»
«Ανέβαινε στο διαμέρισμά του και κόπηκε το συρματόσχοινο του ασανσέρ...»
«Σώπα ρε! Δε γίνονται αυτά τα πράγματα!» ξεκαρδίστηκε ο Στάθης. Μέχρι που δίπλωσε από τα γέλια, αναγκάστηκε ν΄ανοίξει το μπουφάν του όσο χτυπιόταν ανεξέλεγκτα.
«Μη γελάς παιδάκι μου –σκοτώθηκε ο άνθρωπος σου λέω!» διαμαρτυρήθηκε η μάνα του.
Αλλά ο Στάθης ήταν αδύνατο να σταματήσει –δάκρυα στα μάτια, σπασμοί, διπλωμένος σα σουγιάς χαχάνιζε.

Μέχρι που βγήκε έξω, κατόρθωσε τότε να συγκρατηθεί κάπως, ανέβηκε στη μηχανή, ξεκίνησε, στα 50 μέτρα έπιασε δεξιά, ακούμπησε σ΄ένα πεζοδρόμιο και ξεκωλιάστηκε στα γέλια για μια ακόμα φορά. Με το μέτωπο ν΄ακουμπάει στην τάπα του ρεζερβουάρ, την πλάτη να κινείται σπασμωδικά... Για μια στιγμή έκανε στο πλάι το κεφάλι του, ξέρασε χολή ανακατεμένη με μαύρα ζουμιά. Έτσι συνήλθε.

Φτάνοντας στο μαγαζί πάρκαρε τη μηχανή στο συνηθισμένο σημείο, ξεκλείδωσε, άναψε τα φώτα, ανακατεύτηκε από τη μυρωδιά των χυμένων ποτών στους πάγκους και τα τραπέζια. Πριν ξεκινήσει καθαριότητα έψαξε στο πίσω δωμάτιο που το χρησιμοποιούσαν για αποθήκη, σκάλισε κάτι ράφια, βρήκε την καλογραμμένη ταμπέλα.

«Ζητείται σερβιτόρος».

Την ξεσκόνισε, βρήκε ένα βεντουζαριστό κρεμαστράκι και την έβαλε στο τζάμι δίπλα στην είσοδο –να τη βλέπουν όσοι περνάνε απέξω. Μετά άρχισε να σφουγγαρίζει, πέρασε τα τραπέζια με βρεγμένο βετέξ, άδειασε τους κάδους απορριμμάτων, κέρασε τον εαυτό του μια μπύρα και άναψε το φως της ταμπέλας.

Ο μαλάκας ο ντιτζέι με τα χοροπηδηχτάδικα θα΄ρχονταν σε καμιά ώρα –έβαλε λοιπόν ένα σιντί με μπλουζιές, άναψε τσιγάρο και κάθισε να θαυμάσει το τίποτα. Κόντευε να τελειώσει τη μπύρα του όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένας βρομιάρης αλκοόλας. Κάθισε στη μπάρα, παράγγειλε μια βότκα σκέτη, ο Στάθης του γέμισε το ποτήρι και το άφησε να τσουλάει πάνω στον πάγκο μέχρι να το σταματήσει ο βρομιάρης. Μετά τον ξέχασε.
«Κατάστημα! Δεν έχεις τίποτα καλύτερο από μουσική;» φώναξε ξαφνικά ο τύπος.
Ο Στάθης τον πλησίασε. Έσκυψε προς το μέρος του.
«Το ποτό σου είναι κερασμένο με τον όρο να βγάλεις το σκασμό και το επόμενο είναι κερασμένο επίσης, με λίγα λόγια, όσο κρατάς το στόμα σου κλειστό θα σου γεμίζω το ποτήρι. Συνεννοηθήκαμε;» του είπε.
Ο άντρας τον κοίταξε περίεργα.
«Αλλιώς σε πετάω έξω με τις κλωτσιές –τι προτιμάς;» συνέχισε ο Στάθης.
«Δε θα ξαναβγάλω τσιμουδιά», είπε ο άντρας.
Ο Στάθης τράβηξε το μπουκάλι της βότκας και του ξαναγέμισε το ποτήρι. Μετά έφερε το δικό του ποτήρι με τη μπύρα και το σήκωσε μπροστά στον βρομιάρη –εκείνος έκανε το ίδιο, τσουγκρίσανε.
«Άντε –και στα δικά μας!» ευχήθηκε ο Στάθης.
Ο τύπος πήγε να πει κάτι, αλλά ο Στάθης τον αγριοκοίταξε κι ο άλλος το βούλωσε αμέσως.

Άδειασαν ταυτόχρονα τα ποτήρια τους –άσπρο πάτο.

Τρίτη, Απρίλιος 13, 2010

"Μην υψώνεις τη γέφυρα, κατέβασε το ποτάμι"

Αυτό που ακολουθεί είναι μια συνέντευξη του Τζέρι Λιούις στον Τζέιμς Νέλσον (κακομεταφρασμένη όπως θα δεις). Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο 15ο τεύχος του ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ, τον Μάρτιο του 1985. Από εκεί την αντέγραψα επειδή σε ηλεκτρονική μορφή δεν υπάρχει. Ο Τζέρι Λιούις, αυτή η τεράστια κωμική μούρη που θα έκανε κάτι σαπάκια σαν τον Τζιμ Κάρεϊ να το γυρίσουν στην κηπουρική αν είχαν λίγη τσίπα, τελικά δεν ήταν απλώς ένας καλός ηθοποιός. Ήταν ένας φοβερός τύπος και λέει απίστευτα πράγματα! Η συνέντευξη είναι αφιερωμένη σ΄εκείνον που μου έδωσε τα τεύχη του ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ μετά από τόσα χρόνια που τα είχα χάσει, γι΄αυτό και το βιντεάκι στο τέλος που έμαθα πως ήταν το αγαπημένο του.

"Άκου, άκου πτώμα να μαθαίνεις!"



Τ.Λ.: ...Όμως όταν σηκώνομαι τώρα πια το πρωί και διαβάζω στην εφημερίδα οτι κάποιος καταξιωμένος κωμικός τίναξε τα μυαλά του στον αέρα, μου ‘ρχεται να τηλεφωνήσω στο νεκροτομείο και να πω: «Πριν σφραγίσετε την κάσα του, θάθελα να με αφήσετε, να του χώσω μια γαμημένη σφαίρα, στο γαμημένο του μυαλό». Δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις την αδιαφορία που νιώθω τώρα πια, όταν ακούω πως κάποιος αυτοκτόνησε.

Ερ.: Πλησίασες κι εσύ όμως κοντά στην αυτοκτονία. Έτσι δεν είναι;

Τ.Λ.: Αυτό πιθανόν να με έκανε να νιώθω έτσι όπως νιώθω τώρα. Πλησίασα τόσο κοντά όσο θα μπορούσες να πλησιάσεις κι εσύ. Το δάχτυλό μου ήταν έτοιμο να τραβήξει τη σκανδάλη.

Ερ.: Εκείνη την εποχή ήσουν εθισμένος στο Percordan;

Τ.Λ.: Δεκατρία την ημέρα.

Ερ.: Πως απεξαρτήθηκες απ΄αυτό;

Τ.Λ.: Ένα κομμάτι της σπονδυλικής μου στήλης βγήκε σ΄ένα πέσιμο. Θα ΄ταν καλύτερα να είχα σπάσει την πλάτη μου μια και καλή. Ο πόνος από τις 20 Μαρτίου του 1965 μέχρι σήμερα δεν έχει αλλάξει. Τον πόνο που νοιώθω μπορώ να τον περιγράψω μόνο μ΄ένα αστείο. Είναι σα να πιάνεις το πάνω χείλος σου και να το τραβάς για να το φτάσεις πάνω απ΄το κεφάλι σου. Απ΄τον πόνο έχει αληθωρίσει το αριστερό μου μάτι και τα πόδια μου τα νιώθω βαριά, όπως μετά από πολύ περπάτημα. Ο πόνος στα πόδια παραμένει δυνατός όλη μέρα κι ας μην έχω κάνει ούτε ένα βήμα. Όταν άρχισα να παίρνω Percordan, με ένα μόνο κατόρθωνα σε 20 λεπτά να χαλαρώσω. Από το 1965 μέχρι το 1972 ήμουν σε θέση να κουμαντάρω τον πόνο μου, με ένα ή δυο την ημέρα. Από το 1972 και μετά άρχισα να τ΄αγοράζω απ΄όπου έβρισκα.

Ερ.: Αληθεύει οτι κάποτε πλήρωσες 1000 δολάρια για δέκα Percordan;

Τ.Λ.: Στεναχωριέμαι που το λέω, αλλά υπήρξε βράδυ που πλήρωσα 500 δολάρια το ένα. Και να σκεφτείς οτι το προηγούμενο βράδυ είχα αγοράσει 10. Αλήθεια. Υπήρξε εποχή που τα 100 δολάρια για ένα κομμάτι μου φαίνονταν κάτι φυσικό. Ήμουν λοιπόν εκείνο το βράδυ στο εστιατόριο Green όταν με πλησίασε ο τύπος που μου πουλούσε Percordan. Πήγα μαζί του στο πίσω μέρος του μαγαζιού και ο τύπος έβγαλε ένα κομμάτι λέγοντάς μου: «Πρέπει να μου δώσεις 500 δολάρια για να το πάρεις». Παρ΄όλο που είχα από το προηγούμενο βράδυ 9, το πήρα. Όταν ο Ντε Μπάκεϊ ο καρδιοχειρούργος με γιάτρεψε αναζωογονήθηκα. Νίκησα κάτι μέσα μου. Τα σταμάτησα εντελώς. Πέταξα 7000 με 8000 Percordan....

Ερ: Στις διάφορες εξετάσεις που έκανες εκείνη την εποχή δεν φαινόταν η εξάρτησή σου από...

Τ.Λ.: Όλοι όσοι με ζούσαν από κοντά, εκείνη την εποχή, το είχαν καταλάβει. Δεν ήμουν ο εαυτός μου. Εάν αυτή η συνέντευξη είχε γίνει πριν 8 χρόνια, ακόμα θα περίμενες μια γαμημένη απάντηση στο πρώτο σου ερώτημα. Όταν με τον καιρό έφτασα να παίρνω 9 Percordan την ημέρα, τα νεύρα μου ήταν σμπαραλιασμένα. Ήμουν βέβαια πολύ ομιλητικός, πολύ κεφάτος, πολύ χάι, αλλά ταυτόχρονα ήμουν και πολύ χαμένος, ξεχνούσα τα πάντα... ‘Οταν ο Φρανκ Σινάτρα έφερε τον Ντιν Μάρτιν στο πρόγραμμα, όλοι αναρωτιόντουσαν αν ήταν έκπληξη. Εγώ δεν θυμόμουν τίποτα την επομένη, Έπρεπε να δω τη βιντεοκασέτα, για να πιστέψω αυτό που άκουγα. Πράγματι, έβλεπα τον εαυτό μου στο βίντεο να μιλάει με τον Ντιν στην τηλεόραση. Τρελάθηκα. Από τα προγράμματα του ’73, του ΄74, του ΄75, του ΄76, του ΄77, δεν έχω καμιά ανάμνηση. Δεν θυμάμαι τίποτα για κείνα τα 5 χρόνια. Εκείνα τα 5 χρόνια ήταν κενά....

Ερ.: Πως κατάφερνες να μένεις άγρυπνος με όλα αυτά τα ναρκωτικά;

Τ.Λ.: Με βοηθούσαν τα διεγερτικά και η δεξανδρίνη. Το πρωί απ΄την ώρα που ξυπνούσα μου ΄παιρνε 20 λεπτά για να σηκωθώ απ΄το κρεβάτι. Όταν έμενα στα διάφορα ξενοδοχεία έδινα 25 με 30 δολάρια κάθε μέρα στον γκρουμ, για να μου χτυπάει την πόρτα, να ανοίγει με το γενικό αντικλείδι και να μου διαλύει τρία Percordan μέσα σε ζεστό νερό, για να φτάνουν στο αίμα γρηγορότερα. Αφού τα έπινα, έμενα μέσα στα σκεπάσματα, για 20 γαμημένα λεπτά, ώσπου να μπορέσω να κινηθώ. Μετά σηκωνόμουν και χτυπούσα μια δεξαδρίνη.

Ερ.: Τι σε οδήγησε στην απόπειρα αυτοκτονίας;

Τ.Λ.: Ο πόνος. Αισθανόμουν πολύ άσχημα εκείνο τ΄απόγευμα. Ήταν ο πιο ανυπόφορος απ΄όσους είχα νιώσει μέχρι τότε. Δεν συγκρινόταν με τίποτε. Ήταν ένας μάταιος πόνος που δεν μπορούσα να τον νικήσω. Αισθανόμουν πως όλα είχαν τελειώσει. Δεν μπορούσα να τον υποφέρω ούτε για ένα λεπτό ακόμα. Διάλεξα να τελειώνουν όλα πολύ γρήγορα. Η ανακούφιση θα ήταν μεγάλη.

Ερ.: Τι ακριβώς έκανες;

Τ.Λ.: Το συρτάρι μου είχε μια κλειδαριά με συνδιασμό. Μου πήρε ένα τέταρτο να το ανοίξω. Έφταιγε η νευρικότητά μου και ο γαμημένος πόνος. Έβγαλα το 38άρι μου, το τίναξα ελαφρά ν΄ανοίξει, το έλεγξα, πήγα σ΄ένα δωμάτιο με περισσότερα έπιπλα και έβαλα την κάνη στο στόμα μου. Ένιωσα αυτό το φοβερό συναίσθημα που νιώθει κανείς όταν μασάει μια τσίχλα και μαζί ένα κομμάτι από το ασημόχαρτο. Βάλε από περιέργεια ένα 38άρι στο στόμα σου και θα νιώσεις τη γεύση που σου περιγράφω. Είχαν περάσει κιόλας 45 δευτερόλεπτα περίπου και σε 5 δευτερόλεπτα το πολύ η ενέργειά μου θα είχε ολοκληρωθεί. Ξεκίνησαν όλα αυτά μ΄εκείνο το γυαλιστερό Smith & Wesson μωρό μου, και στη συνέχεια... άκουσα τα παιδιά να τρέχουν και να γελάνε κάτω στο χωλ και σταμάτησα.

Ερ.: Από τότε ξανασκέφτηκες την αυτοκτονία;

Τ.Λ.: Όχι. Παρ΄όλα αυτά ο πόνος παραμένει το ίδιο φοβερός. Έμαθα όμως να τον κουμαντάρω χωρίς φάρμακα. Τώρα πια μπορώ να τον μετατρέψω σε ευχαρίστηση. Ότι κι αν κάνω, το κάνω για να σταθώ στα πόδια μου. Όταν τον νιώθω τόσο φοβερό, ρίχνω το κεφάλι πίσω, κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι. Σκέφτομαι: «Είμαι ζωντανός. Αυτός ο πόνος έχει κάποιο λόγο να υπάρχει, αλλά θα περάσει».

Ερ.: Όταν πρωτοεμφανίστηκες στο χώρο είχες τη φήμη του γυναικά.

Τ.Λ.: Ναι. Αυτό είναι αλήθεια. Αυτή η φήμη που προσπαθούσα να διατηρήσω με τόσο πάθος εκείνη την περίοδο της ζωής μου, το φθινόπωρο της ζωής μου, δεν ήταν διαφορετική απ΄οποιουδήποτε άλλου στο Χόλιγουντ. Ήταν μια εποχή που είχα πολύ περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Τότε θυμάμαι συνήθιζα να τις δέχομαι με αριθμούς. Το 29; Το 18 ακόμα περιμένει;

Ερ.: Υπήρχε μια σιωπηλή αποδοχή για όλα αυτά που έκανες από τη γυναίκα σου την Πάτι;

Τ.Λ.: Αν μάθαινε έστω και κάτι δεν θα κοιμόταν μαζί μου, στο ίδιο κρεβάτι.

Ερ.: Θες να πεις οτι παρ΄όλα αυτά παρέμενες διακριτικός μαζί της;

Τ.Λ.: Ήμουν διακριτικός, αυτό είναι αλήθεια. Μόνο που ορισμένες φορές ήμουν τόσο διακριτικός που έμοιαζα μ΄ένα γαμημένο ταύρο πρόθυμο να κατουρήσει στο σαλόνι σου.

Ερ.: Εκείνη την εποχή γιατί μένατε μαζί;

Τ.Λ.: Γιατί ήμουν ένας γαμημένος ηλίθιος.

Ερ.: Ναι, αλλά μείνατε μαζί 30 χρόνια.

Τ.Λ.: Ναι. Περάσαμε 30 καλά χρόνια. Μια μέρα όμως αντελήφθηκα και είπα μέσα μου, «Κάποτε ένιωθες επαρκής με όλα αυτά. Τώρα είσαι κατά τα ¾ εξαρτημένος». Πήγα στη Φλόριντα για τα γυρίσματα του Hardly Working και τότε κατάλαβα πόσο ευτυχισμένος ήμουν, έχοντας αφήσει όλες εκείνες τις ευθύνες πίσω στην Καλιφόρνια. Τελικά παράτησα την Πάτι, ξέροντας πως ούτε τα παιδιά μου θα έκανα ευτυχισμένα, ούτε κι αυτήν. Ούτε που μπορούσα τότε να υπολογίσω την συνάντησή μου με τη Σαμ. Χάλασε ένα ολόκληρο παιχνίδι για χάρη της. Επρόκειτο να συμμετάσχω σε μια μεγάλη παρτούζα. Τι στιγμή που έλεγα, «Έλα να μπούμε στο γιωτ, να γαμήσουμε τα ¾ της Βραζιλίας Φρεντ...», έφτασε η Σαμ, άγγιξε την καρδιά μου και την έσωσε....

Ερ.: Σου δώθηκε η ευκαιρία να παίξεις για τον Νίξον στον Λευκό Οίκο. Γιατί αρνήθηκες;

Τ.Λ.: Έλαβα ένα τηλεφώνημα από τον αντιπρόεδρο Άγκνιου. Μου ζήτησε αν είχα την καλοσύνη να κάνω ένα σόου μόνος μου, στον Λευκό Οίκο για τον πρόεδρο. Του απάντησα, «Κύριε αντιπρόεδρε, εκτιμώ βαθύτατα την τιμή που μου κάνετε με την πρόσκληση αυτή, αλλά δεν θα τα πήγαινα καλά με τη συνείδησή μου, αν δεχόμουν να παίξω για τον πρόεδρο Νίξον». Ο αντιπρόεδρος εντυπωσιάστηκε με την ευθύτητα της απάντησής μου. Ήθελε από τη μια να μου πει, «Είναι ωραίο να μιλάς σ΄ένα αρχίδι, έτσι για αλλαγή» από την άλλη όμως δεν μπορούσε να πει κάτι τέτοιο γιατί είχε πληρωθεί για να εξασφαλίσει ένα σόου. Εγώ πάντως στη συνέχεια του είπα, «Ελπίζω να καταλαβαίνετε την ειλικρίνεια της απάντησής μου. Δεν θα ήθελα να πω πως δεν είμαι διαθέσιμος ή ένα εντάξει και στη συνέχεια, λίγες μέρες πριν το σόου, να το παίξω άρρωστος». Η αλήθεια είναι πως είχα εντυπωσιαστεί από το τηλεφώνημα του αντιπροέδρου. Συνήθως τα τηλεφωνήματα αυτά γίνονται από την ανάλογη υπηρεσία. Ο Άγκνιου κλείνοντας το τηλέφωνο, μου έκανε την εξής ερώτηση, «Η άρνησή σας μήπως οφείλεται στη λίστα;»

Ερ.: Εννοούσε τη λίστα των πολέμιων του Νίξον;

Τ.Λ.: Όχι, αυτό που λες είναι άλλο. Μιλούσε για έναν πιο εσωτερικό κατάλογο ονομάτων. Όπως πληροφορήθηκα αργότερα από φίλους, ήταν ένας κατάλογος με καμιά διακοσαριά ονόματα. Για να σβηστεί το όνομά σου απ΄αυτόν, έπρεπε να κάνεις κάτι γι΄αυτούς. Τέλος πάντων. Μετά την άρνησή μου αυτή, εμφανίστηκε το IRS και έκανε ένα λογιστικό έλεγχο στα βιβλία μου, βγάζοντάς μου μια οφειλή 375.000 δολαρίων. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι μου αντέδρασαν. Τότε εγώ μπήκα στη μέση και είπα, «Πληρώστε αυτές τις γαμημένες 375.000 αμέσως». Ήταν γαμιόληδες!

Ερ.: Είναι συμπτωματικό που οι σχέσεις σου, με το DMA και το πρόγραμμά σου, δεν είχαν μπει σε αμφισβήτιση μέχρι το 1974;

Τ.Λ.: Όχι. Από το 1948 μέχρι το 1974 δεν υπήρξε ένα γράμμα που να λέει, «Δεν πιστεύουμε σε αυτό που κάνεις. Δεν μας αρέσει η οργάνωσή μου. Μήπως ο Τζέρι είναι πληρωμένος;» 26 χρόνια ούτε ένα αρνητικό γράμμα μέχρι που συνέβη το Γουοτεργκέιτ. Από εκείνη τη στιγμή και μετά το ταχυδρομείο μας γέμισε. Μετά τον αποχαιρετισμό, στις 6 Αυγούστου 1974, του Νίξον –τι γαμιόλης Θεέ μου! –πήραμε το πρώτο μας γράμμα, «Μήπως ο Τζέρι είναι πληρωμένος;»

Ερ.: Έχει υπονοηθεί οτι μερικά από τα ανώτερα στελέχη των επιχειρήσεων που χρηματοδοτείς για διάφορους σκοπούς, αποφεύγουν τις δημόσιες εμφανίσεις μαζί σου γιατί είσαι Εβραίος. Αληθεύει;

Τ.Λ.: Εάν κάποιος πρόκειται να μου δώσει 3 εκατομμύρια, μπορεί ελεύθερα να με αποκαλέσει και Εβραίο μαλάκα αν το θέλει. Θα βάλω μια φούστα και μέικ απ, θα χορέψω μαζί του, θα τον γλείψω αν χρειαστεί, και θα πάρω τα τρία εκατομμύρια, εάν μπορώ μ΄αυτά τα χρήματα να δω παιδιά να μην κάθονται σ΄αναπηρικά καροτσάκια πια. Δεν είναι καιρός για αξιοπρέπειες. Είναι καιρός να αποδείξεις τι σόι άνθρωπος είσαι.

Ερ.: Τώρα τελευταία συναντάς πολύ αντισημιτισμό;

Τ.Λ.: Λοιπόν. Συνάντησα ένα τύπο στο Κολόμπους της Τζόρτζια που είμαι σίγουρος οτι δεν έχει ξαναδεί Εβραίο στη ζωή του. Καθόμουν σ΄ένα ρεστοράν, όταν με πλησίασε και μου είπε, «Έι κύριε, μου είπαν πως κάνεις φιλμ στο Χόλιγουντ. Μπορώ ν΄αγγίξω με τα χέρια μου το πίσω μέρος του κεφαλιού σου, να νιώσω τα κέρατά σου;» «Κάντο αν θες να σερβίρω το γαμημένο σου κεφάλι πάνω σ΄ένα γαμημένο πιάτο», του απάντησα. Στο Παρίσι, μια άλλη φορά, σε μια συνέντευξη τύπου κάποιος μου είπε, «Οι Εβραίοι φημίζονται για τους τρόπους που χρησιμοποιούν για να κερδίζουν χρήματα». Εγώ με μιας του απάντησα, «Όχι. Οι Εβραίοι φημίζονται για τη δυνατότητα που έχουν να επιβιώνουν. Όταν σε κυνηγούν 200 άτομα μέσα σ΄ένα μικρό δρομάκι και καταφέρνεις να τους ξεφύγεις, θέλοντας και μη, αρχίζουν να σε φοβούνται»....

Ερ.: Ο γιος σου ο Γκάρι πολέμησε στο Βιετνάμ, και γύρισε πίσω πολύ αλλαγμένος. Όταν ήταν να πάει, προσπάθησες να τον εμποδίσεις;

Τ.Λ.: Μπορούσα να τηλεφωνήσω στον Μπομπ Κένεντι και να ζητήσω να απαλλάξει τον Γκάρι. Εξήγησα στον Γκάρι τι σκεφτόμουν να κάνω και μου είπε, «Τι θέλεις από μένα να κάνω;». Και ΄γω τότε του είπα, «Να κάνεις αυτό που θέλεις. Μόνο να ξεκαθαρίσεις καλά μέσα σου το τι θέλεις πραγματικά και μετά να πάρεις την απόφασή σου». Τελικά μου είπε πως ήθελε να πάει και να υπηρετήσει την πατρίδα του. Εγώ, δεν το κρύβω ένιωσα υπερήφανος.

Ερ.: Ήσουν υπέρ του πολέμου;

Τ.Λ.: Εκείνον τον καιρό τον υποστήριζα. Έτρεχα στο Χόλιγουντ φωνάζοντας, «Θέλετε ν΄ακούσετε τι είπε ο γιος μου;» Το μόνο που ήξερα τότε ήταν πως ήμασταν σε πόλεμο και επρόκειτο να επιστρατεύσουν τον γιο μου. Μετά από 6 μήνες κατάλαβα σε ποιο γαμημένο πρόβλημα είχαμε μπει. Έκανα 3 ταξίδια στην Ουάσινγκτον κι έτσι έμαθα τι ακριβώς κάναμε στο Βιετνάμ –τη βρωμιά αυτού του πολέμου, και οτι τελικά δεν είχαμε καμιά δουλειά εκεί. Τώρα έχω ένα συναίσθημα ενοχής για τη γαμημένη αφέλεια που έδειξα εκείνη την εποχή.

Ερ.: Οι περισσότεροι Αμερικάνοι ήταν λίγο ως πολύ αφελείς εκείνη την εποχή. Έτσι δεν είναι;

Τ.Λ.: Ναι. Αν ήξερα τα γεγονότα τότε που ο γιος μου μού είπε, «Θέλω να πολεμήσω για την πατρίδα μου» θα του είχα κόψει το γαμημένο του λαιμό. Όταν γύρισε και πήγα να τον πάρω δεν τον αναγνώριζα. Η ιστορία που μου διηγήθηκε ήταν αληθινή. Έτρωγε μ΄έναν από τους φίλους του όταν ο φίλος του, τού ράντισε το στήθος μ΄ένα καυστικό υγρό. Αυτή δεν ήταν μια σκηνή από το σινεμά, ήταν μια σκηνή απ΄τη ζωή του γιου μου. Για καιρό μετά, γύρναγα από το στούντιο στο σπίτι κι έβλεπα τον Γκάρι να κάθεται και ν΄ατενίζει το κενό. 8 με 9 μήνες καθόταν έτσι κι εγώ τον παρακαλούσα, «Μίλησέ μου, απλώς μίλησέ μου».

Ερ.: Όταν κουβεντιάζατε, καταλάβαινες τι σου έλεγε;

Τ.Λ.: Μου μίλαγε συνεχώς για όπλα. Τον καταλάβαινα, ήξερα κι εγώ απ΄αυτά. Αλλά τι μπορούσα να πω όταν μου έλεγε, «Πατέρα σου έτυχε ποτέ να έχεις το δάχτυλο στη σκανδάλη, να βλέπεις από τη διόπτρα έναν άνθρωπο –που ίσως κάπου να έχει μια μικρή κόρη σαν τη δική σου κόρη να τον περιμένει –να έρχεται προς το μέρος σου, και να πρέπει να πατήσεις πρώτος τη σκανδάλη, γιατί αλλιώς θα σε σκοτώσει αυτός;» Εγώ του έλεγα, «Τον σκότωσες για να ζήσεις». Κι αυτός συνέχιζε, «Ναι, αλλά η μικρούλα του τον έχασε για πάντα». Εγώ του ξαναέλεγα, «Γάμησέ τον, δεν τον ξέρω ούτε ξέρω αν είχε κάπου μια κόρη. Μπορείς να βοηθήσεις τον ίδιο σου τον εαυτό, εάν καταλάβεις πως έπρεπε να σκοτώσεις για να ζήσεις». Δεν ήξερα τι διάβολο να του πω. Επαναλάμβανε την ίδια φράση, «Πατέρα θα μπορούσες να με απαλλάξεις απ΄αυτή την έμμονη ιδέα; Πες μου». Και πρέπει να σου πω, πως ο Γκάρι ήταν πολύ καλός μάγειρας πριν πάει στο Βιετνάμ, θα μπορούσε να κάνει πολλά χρήματα απ΄αυτό. Όταν επέστρεψε ήταν ένα πραγματικό ράκος. Το μόνο πράγμα που είχε ανάγκη ήταν πολύ αγάπη, φροντίδα και κατανόηση. Κάπνιζε μαριχουάνα και έπινε Cualudes και άλλα παρόμοια. Τον πήγα για αποτοξίνωση. Τελικά κατάφερε να καπνίζει μόνο μαριχουάνα. Τη χρειαζόταν για κάθε πόνο. Η κατάστασή του καλυτέρευσε...

Ερ.: Τι έκανες όταν ήρθε η ώρα να σου πάρουν και τον δεύτερο γιο;

Τ.Λ.: Σκεφτόμουν σοβαρά να πάω στη Στοκχόλμη. Να βρω ένα μέρος κάπου στη Σουηδία να εγκατασταθούμε μόνιμα. Μ΄αυτόν τον τρόπο δεν θα μου έπαιρναν κανέναν άλλο από τους γιους μου. Για να μου πάρουν έναν θα έπρεπε να τα βάλουν πρώτα με μένα. Βέβαια θα μπορούσαν να μου πουν, «Είναι ενάντια στις ΗΠΑ η άρνησή σου...» Κι εγώ θα τους απαντούσα, «Αλήθεια; Για ακούστε (μιμείται ένα πυροβολισμό). Λοιπόν ο επόμενος ποιος θα είναι;» Αν έβλεπα Ρώσους στην ακτή του Μαλιμπού θα έβαζα ευχαρίστως ένα όπλο στο χέρι της εγγονής μου. Έχει κάποια διαφορά όμως αυτό. Δεν συμφωνείς; Αυτοί μας επιστρατεύουν για να παν να παίξουν στο Ελ Σαλβαδόρ. Ε λοιπόν να παν να γαμηθούν κι αυτοί και το Ελ Σαλβαδόρ τους. Εμένα δεν πρόκειται να μου πάρουν κανέναν από τους γιους μου. Προτιμώ να τους ευνουχίσω ή δεν ξέρω κι εγώ τι, παρά να πάνε στο στρατό.

Ερ.: Ποιες είναι οι απόψεις σου για τη νομιμοποίηση της μαριχουάνας; Έχεις καπνίσει ποτέ;

Τ.Λ.: Ναι έχω καπνίσει. Είναι απ΄τα καλύτερα παυσίπονα που γνωρίζει ο άνθρωπος. Το χρησιμοποιούν σε μια ποικιλία ιατρικών περιπτώσεων, απ΄ότι τουλάχιστον ξέρω, όπως για τους ασθενείς που πάσχουν από γλαύκωμα και για τους καρκινοπαθείς. Συνήθιζα να καπνίζω για να κοιμηθώ την εποχή που είχα χτυπήσει τη σπονδυλική μου στήλη και είχα εθιστεί στο Percordan. Ήταν το μόνο πράγμα που μου προσέφερε λίγη ανακούφιση, κι έτσι απέφευγα να σκέφτομαι την κατάστασή μου. Νομίζω πως είναι καλύτερα να την νομιμοποιήσουν γιατί είναι πολύ σημαντική η χρήση της. Επιπλέον είναι γεγονός οτι υπάρχουν πολλοί γιατροί που μένουν στην αφάνεια, γιατί προτείνουν ή συνιστούν, κάτι που θεωρείται παράνομο. Το Percordan ναι. Πρέπει να το απαγορεύσουν. Εάν σε πιάνουν να κάνεις χρήση Percordan να σε καταδικάζουν σε 20 χρόνια φυλακή. Επειδή το Percordan είναι επικίνδυνο και ανόητο. Αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο και με τη μαριχουάνα... Αν θες να δεις τη σωστή χρήση των ναρκωτικών ρίξε μια ματιά στους Εγγλέζους.

Ερ.: Έχεις ποτέ προσπαθήσεις να γράψεις ενώ έχεις καπνίσει μαριχουάνα;

Τ.Λ.: Προσπάθησα κάποτε αλλά δεν το θεωρώ πολύ έξυπνο. Μοιάζει με ένα μυθικό ον με μαγικές ικανότητες, που έρχεται μέσα στη νύχτα, τρώει το μάλινο σακάκι σου και γράφει κάτι που δεν διαφέρει από το μπαλάκι των γραφομηχανών της ΙΒΜ –Κλζνατζπσζντνα. Όταν καπνίζω μαριχουάνα γίνομαι επιπόλαιος. Τρώω οτιδήποτε και οποιονδήποτε. Έχω έναν ξάδερφο, τον Χερμπ, που έχει να φανεί ένα χρόνο τώρα. Τα δόντια της θείας μου της Τζιν είναι πολύ χαλαρά. Η αιτία είμαι εγώ. Μια μέρα τη φίλησα, ενώ είχα τραβήξει δυο τζούρες μαριχουάνα. Το αποτέλεσμα; Φιλώντας την χωρίς να το θέλω, της ρούφηξα μαζί και τα ούλα. Τώρα που το σκέφτομαι δεν θα μπορούσα ποτέ να ονειρευτώ οτι περπατάω στη σκηνή μαστουρωμένος. Θα έτρωγα το κοινό!

Ερ.: Η μαριχουάνα έχει τη φήμη του αφροδισιακού. Από τη χρήση της, είχες ποτέ τέτοιου είδους εμπειρίες;

Τ.Λ.: Γενικά με τη μαριχουάνα ή κοιμόμουν γρήγορα ή έτρωγα, αλλά συνέβη κάποτε να χύνω από τις 3 Ιανουαρίου μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου. Ήταν ο μεγαλύτερος οργασμός στην ιστορία της Αμερικής. Το δέρμα μου μάζεψε προς τα μέσα και έγινε ένα με το μεδούλι μου. Το μόνο που ήθελα ήταν να κάνω ένα πείραμα και κάπνισα ένα τσιγάρο μαριχουάνας μ΄εκείνο το κορίτσι που είχα συναντήσει στη Φλόριδα. Ένιωσα όλων των ειδών τις φαντασιώσεις αυτής της τρέλας. Κι όλα αυτά χωρίς τις γαμημένες συνέπειες....

Ερ.: Υπάρχει μια σκηνή στο The King of Comedy όπου ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο έρχεται σπίτι σου απρόσκλητος, κι εσύ ο μεγάλος τηλεοπτικός σταρ εξοργίζεσαι. Είναι αλήθεια οτι ο Ντε Νίρο άρχισε να σου λέει, πως οι Εβραίοι είναι η αιτία όλων των προβλημάτων στον κόσμο, για να εντείνει το θυμό σου;

Τ.Λ.: Ναι. Του είπα, «Γαμιόλη είσαι τυχερός που είσαι ακόμα ζωντανός. Θα σου ξεσκίσω το γαμημένο σου κεφάλι αν συνεχίσεις να λες αυτές τις μαλακίες». Είχα θυμώσει φοβερά. Δεν ήξερα οτι αυτός κι ο Μάρτιν είχαν συναντηθεί πιο πριν και είχαν κανονίσει να μου τη φέρουν. Δεν ήξερα οτι τη στιγμή που του τα έλεγα αυτά ένα ολόκληρο συνεργείο βρισκόταν κρυμμένοι εκεί και τραβούσαν. Ούτε μου πέρασε από το μυαλό! Ο Μπόμπι άρχισε λέγοντάς μου οτι οι Εβραίοι ήταν μαλάκες. Στη συνέχεια με προκάλεσε περισσότερο. Σε μια στιγμή μου είπε, «Για ένα λόγο μόνο θα ήθελα να ζήσει ο Χίτλερ. Για να εξαφανίσει όλους εσάς τους γαμιόληδες». Το ήξερε, το ήξερε καλά ο ξεκωλιάρης πως θα με άναβε μ΄αυτό. Όρμησα κατά πάνω του. Η κραυγή του Μάρτιν με σταμάτησε. Αργότερα ήρθε στο καμαρίνι μου ο Μπόμπι και μου είπε «Είσαι εντάξει;» Του είπα, «Ναι. Αλλά ποτέ δεν θέλω να ξανασυνεργαστώ μαζί σου»....

Ερ.: Γιατί έβαζες μπριγιαντίνη στα μαλλιά σου στο σόου του Τζόνι Κάρσον;

Τ.Λ.: Γιατί τα είχα αφήσει να μακρύνουν και μου άρεσαν πολύ. Αλλά δεν μπορούσα να ανεχθώ να πέφτουν μπρος στα μάτια μου. Χρησιμοποιούσα λοιπόν μπριγιαντίνη για να μου τα κρατάει μαζεμένα. Έχω μερικές φωτογραφίες από τότε. Μοιάζω σαν το μουνί του Άντονι Κουίν... Μη με ρωτήσεις πως μούρθε αυτό που είπα τώρα. Ούτε κι εγώ ξέρω.

Ερ.: Παίζεις ακόμα σε καζίνα;

Τ.Λ.: Μ΄αρέσει να παίζω. Όταν είμαι στο Βέγκας παίζω κάθε 2 ή 3 βδομάδες.

Ερ.: Πότε έπαιξες για πρώτη φορά;

Τ.Λ.: Στο ξεοδοχείο Φλαμίνγκο του Βέγκας το 1948. Απ΄ότι θυμάμαι, παρουσιάζαμε, με τον Ντιν Μάρτιν, ένα σόου και παίρναμε 1500 δολάρια τη βδομάδα. Την πρώτη βραδιά έπαιξα και έχασα 137.000 δολάρια.

Ερ.: Με συγχωρείς, τι είπες; 137.000 δολάρια;

Τ.Λ.: Ναι. Οι άνθρωποι που είχαν το καζίνο με κάλεσαν στο γραφείο τους και μου είπαν «Έχεις παίξει εδώ μάρκες αξίας 137.000 δολαρίων και παίρνεις μόνο 1500 τη βδομάδα κι αυτά μαζί με τον παρτενέρ σου». Εγώ ψύχραιμα τους απάντησα, «Χρήματα δεν έχω. Αλλά γι΄αυτό που συνέβη δεν φταίω εγώ. Εσείς μου δώσατε τις μάρκες, χωρίς να εξετάσετε αν έχω το αντίκρυσμα σε χρήματα». Κοίταξα στα μάτια τον Λούι Σέντγκουελ. Δε μιλούσε κανένας. Αυτός κοίταξε τους δικούς του και ψιθύρισε, «Γαμημένοι». Ύστερα γύρισε σε μένα και μου είπε, «Εντάξει». Τους υποσχέθηκα πως θα τους τα πλήρωνα. Βέβαια θα περνούσε πολύς καιρός, γιατί έπαιρνα μόνο 750 τη βδομάδα. Όμως θα τους τα πλήρωνα. Τελικά τους ξεπλήρωσα μέσα σε 28 μήνες!

Ερ.: Πως τα κατάφερες να χάσεις τόσα χρήματα; Στα ζάρια; Στη ρουλέτα;

Τ.Λ.: Έπαιξα απ΄όλα. Τέλος πάντων. Το πρώτο μας σόου δημιούργησε σάλο. Κερδίσαμε 137.000 στα δυο πρώτα σόου. Ζήτησα από τον Ντιν να μου δανείσει το μερίδιό του. Έτσι τους ξεχρέωσα. Η εκτίμηση στο πρόσωπό μου, άλλαξε με μιας... Ακόμα και σήμερα μπορώ να βρω, ανά πάσα στιγμή όσα μετρητά θελήσω, κάνοντας μονάχα ένα τηλεφώνημα. Μπορώ να σου εξασφαλίσω εκατομμύρια δια λόγου, αρκεί να εγγυηθώ μια ημερομηνία.

Ερ.: Χρειάστηκες ποτέ τόσα χρήματα;

Τ.Λ.: Είχα ένα πρόβλημα με μια ταινία που γύριζα στην Φλόριντα και κάποιος φίλος που περνούσε μου έφερε 4 εκατομμύρια. Τα είχε σ΄ένα χαρτοφύλακα θυμάμαι. Τα άδειασε μπροστά μου και μου είπε, «Είναι όλα τακτοποιημένα». Εγώ του απάντησα, «Γλυκιέ μου, αυτά τα χρήματα δεν μπορώ να τα αγγίξω». Ήξερα καλά πως είχαν κερδιθεί. Ήξερα τις δουλειές τους. Πουλούσαν μαύρα μωρά, ναρκωτικά και διάφορα άλλα σκατά. Τους ξέρω καλά. Σαν φίλοι είναι καταπληκτικοί άνθρωποι. Παραμένουν καλοί όταν οι σχέσεις σου μαζί τους είναι σε ισότιμη βάση. Τέλος πάντων όλα αυτά τα λέω αναφορικά.

Ερ.: Νομίζω πως δεν μπορεί κανείς να κάνει αστεία με αυτούς τους ανθρώπους.

Τ.Λ.: Δεν υπάρχει αίσθηση του χιούμορ σ΄αυτό που κάνουν. Το γραντζούνισμα γι΄αυτούς είναι μια μπουνιά στο πρόσωπο. (Λιώστου τα δάχτυλα). Και κυριολεκτούν. Το έχω δει, το έχω ζήσει, το νιώθω. (Λιώστου τα δάχτυλα). Αυτό πάντα συμβαίνει. Αν τύχει, προσπέρασε και φύγε ήσυχα από την περιοχή τους... αυτό είναι το μόνο είδος επίπληξης. Γαμιέσαι με κάποια από τις γυναίκες τους. (Λιώστου τα δάχτυλα). Αυτό είναι νόμος. Πληγώνεις τα παιδιά τους ή κάποια αγαπημένα τους πρόσωπα. (Λιώστου τα δάχτυλα). Έχουν μοιράσει μια –μια τις περιοχές τους. Ποιος θα προσπαθήσει να ασχοληθεί με την κόκα; Ποιος με τη μαριχουάνα; Ποιος με όλα αυτά τα σκατά; Ποιος δημιουργεί προβλήματα; Οι λιμενεργάτες; (Σκότωσέ τους στο ξύλο). Κι ένα μπερτάκι ξύλο γι΄αυτούς αντιστοιχεί με 17 βδομάδες στο νοσοκομείο. Αυτό κι αν είναι ξύλο! Το πιο φρικτό απ΄όλα που μπορούν να σου κάνουν είναι να σου σφίξουν τον καρπό και απότομα να στον κολλήσουν πίσω, στην πλάτη. Όταν σ΄έχουν σ΄αυτή τη θέση μπορούν μ΄ευκολία να σου κόψουν τ΄αρχίδια και να στα χώσουνε στο στόμα.

Ερ.: Πως γίνεται αυτό;

Τ.Λ.: Εάν σου σφίξουν το χέρι και στο κολλήσουν πίσω από την πλάτη και δεν συμφωνήσεις τελικά μαζί τους ο φόνος είναι εύκολη δουλειά γι΄αυτούς... Επιστημονικά αποδεδειγμένα στη θέση αυτή το κορμί μουδιάζει και ενώ καταλαβαίνεις τι σου κάνουν, δεν πεθαίνεις, τους βλέπεις να σου κόβουν και να σου βάζουν τ΄αρχίδια στο στόμα. Μια φρικτή δοκιμασία που έχει συμβεί σε πολλούς...

Ερ.: Ενώ ξέρεις το σύστημα των μεγάλων στούντιο αποδέχεσαι να κάνεις ταινίες με τους δικούς τους όρους. Γιατί;

Τ.Λ.: Αυτοί είναι οι γήινοι κανόνες. Η αγάπη μου είναι να κάνω ταινίες. Νιώθω ευτυχής όταν ξέρω πως αύριο προβάλλεται μια νέα ταινία κάπου. Και νιώθω εξίσου συγκινημένος ξέροντας πως μια άλλη παίχτηκε χτες βράδυ στην τηλεόραση ή πως στη Νέα Υόρκη ξεκινά μια αναδρομική παρουσίαση ταινιών. Αγαπώ όλες τις ταινίες, αγαπώ ότι έχω κάνει. Δεν ντρέπομαι για τίποτα. Απλώς επιθυμώ να τα είχα κάνει καλύτερα.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι