Δευτέρα, Ιούνιος 20, 2011

"Δεν είμαι από 'δω, είμαι απ΄τα Λιόσσα"

Την προηγούμενη Τετάρτη (15 Ιουνίου ή αλλιώς 1η του πρώτου έτους της Επανάστασης -ημέρα εφόδου για την κατάληψη της Βουλής) δεν πήγα στη δουλειά μου. Έπαιρνε το ενδεικτικό της η κόρη μου κι έτσι βρεθήκαμε νωρίς στο σπίτι, εκείνη να παίζει κι εγώ να παρακολουθώ τις εξελίξεις από τα έκτακτα δελτία ειδήσεων. Όχι ιδιαίτερα επαναστατική στάση –το αναγνωρίζω –αλλά έτσι μου προέκυψε, φέρτε μου μια κεντρική επιτροπή να κάνω την αυτοκριτική μου επιτόπου, σύντροφοι.

Επειδή λοιπόν έβλεπα τηλεόραση, είχα ταυτόχρονη «ενημέρωση» από το νταβαντούρι στο Σύνταγμα κι από τα σουμουτού του Παπανδρέου με τον Σαμαρά περί σχηματισμού κυβέρνησης μπεν μιξ. Κι αυτά είναι όσα κατάλαβα:

-Η κυβέρνηση ξύπνησε ψιλοχεσμένη λόγω της επαπειλούμενης λαϊκής εξέγερσης και, γι΄αυτό, έτοιμη να προτείνει συμβιβαστικές λύσεις εκτόνωσης.
-Οι «Αγανακτισμένοι» δεν κατάφεραν τελικά να αποκλείσουν τη Βουλή, όπως είχαν προαναγγείλει –θες επειδή οι μπάτσοι είχαν πιάσει νωρίς τα πόστα, θες επειδή δεν μαζεύτηκαν πολλοί στα μπλόκα; Πάντως οι πολιτικοί μπαινόβγαιναν με σχετική άνεση.
-Οι «αντιεξουσιαστές» ξέχασαν (ή δεν έμαθαν ποτέ) οτι η βίαιη αντίδραση έπεται της πολιτικής ζύμωσης κι έτσι διώχτηκαν καροτσάκι από την πλατεία Συντάγματος.
-Το «κίνημα των Αγανακτισμένων» ανακάλυψε οτι στις πορείες γίνονται και μπάχαλα και βιάστηκε να τα φορτώσει σε προβοκάτορες (αλάνθαστη συνταγή ΚΚΕ).
-Τα κοινοβουλευτικά κόμματα της «Αριστεράς» αναλώθηκαν στις προετοιμασίες της επανάστασης και ξέχασαν να την αναγγείλουν.
-Το Λάος περίμενε σύσσωμο πάνω απ΄τα τηλέφωνα μπας και του ζητηθεί η συνεργασία.
-Τα αποκόμματα (Κουβέλης, Ντόρα) αγχώθηκαν για να αποδείξουν οτι διαφέρουν από τα κόμματα που αποσχίστηκαν.
-Η Ν.Δ. την είδε πολύφερνος γαμπρός και χάλασε το συνοικέσιο ζητώντας παραπάνω προίκα.

Έτσι κάπως είδα την όλη φιέστα από την τηλεόραση –δεν διεκδικώ κάποια εγκυρότητα, απλώς παραθέτω εντυπώσεις. Και πρόσεξε τώρα πώς φτιάχνεται μια σαπουνόπερα....

Κάποιος είπε στους ειδησάδες οτι ο Παπανδρέου ψάχνει για πρόσωπα ιντελεκτουέλ προκειμένου να κάνει κυβέρνηση εθνικής αποδοχής. Αρχίσανε να περνάνε κρόουλ, ανάποδο και πεταλούδα τα ονόματα διαπρεπών φελλών τύπου Λάμπρος Παπαδήμας (ο τραπεζίτης που έκανε ΟΝΕ), σερ Βασίλειος Μαρκεζίνης (κάτι ανάμεσα σε σερ Μπιθί και σερ Λάνσελοτ) και άλλοι που δεν θυμάμαι γιατί δεν με εντυπωσίασαν. Στην πορεία έσκασε η πρώτη απαίτηση του «Ελλάς, Ελλάς, Αντώνης Σαμαράς» –προκειμένου να συμμετάσχει στη συγκυβέρνηση: άμεση απόσυρση του νόμου περί παροχής υπηκοότητας σε μετανάστες που ψηφίστηκε πριν κάτι μήνες από το Πασόκ!!! Δηλαδή, δώσε βάση στην πενιά, θα έβγαινε η μεικτή κυβέρνηση η οποία θα αποσκοπούσε «στη σωτηρία της χώρας από τη χρεοκοπία» και πρώτη της απόφαση θα ήταν: «δε θα γίνεις Έλληνας ποτέ.......» (στις τελίτσες βάζεις όποια εθνικότητα γουστάρεις).

Ακολούθησε η πρόταση του Σαμαρά περί του νέου πρωθυπουργού κι αυτός ήταν κάποιος υπερκομματικός φυσικά, κάποιο πρόσωπο κοινής αποδοχής μακριά από κομματικές ταμπέλες –ποιος; Ο σερ Σταύρος Δήμας, ο αντιπρόεδρος της ΝΔ!!!

Και μετά έσκασε η τρίτη πρόταση Σαμαρά –να κάνουν αυτή τη συγκυβέρνηση μονάχα για να επαναδιαπραγματευτούν το Μνημόνιο και να πάνε σε εκλογές!!! Δηλαδή, να βάλουν τον Χ φούφουτο μπροστά, να τον στείλουν στις Βρυξέλλες, να προτείνει όσα έχει προτείνει κι ο Αντωνάκης και τα έχουν απορρίψει οι Ευρωπαίοι μετά πολλών επαίνων, να τα απορρίψουν πάλι και καπάκι να γίνουν εκλογές όπου «εμείς ως ΝΔ προσπαθήσαμε αλλά το Πασόκ τα είχε τόσο σκατώσει που δε σωζόταν με τίποτα η παρτίδα (διαβάζεται και πατρίδα)».

Όσο λοιπόν η ΝΔ ασχολιόταν με το μοίρασμα υπουργείων και πρωθυπουργείων στην επόμενη κυβέρνηση, είδαν οι Πασόκοι οτι στο Σύνταγμα η αντίδραση είχε εκφυλιστεί σε λιμαδούρα και ξεφοβήθηκαν. «Ίσα μωρή λινάτσα που θα κάνουμε συγκυβέρνηση», σκέφτηκαν και βγήκε ο Γιωργάκης να ανακοινώσει οτι αυτός βεβαίως και οπωσδήποτε και η πατρίς υπεράνω όλων, το εθνικό συμφέρον προέχει, «είμαι και ποδηλάτης δεν έχω ανάγκη τις καρέκλες –καρεκλάς είναι ο Σαμαράς που άκουγε Μπόνεϊ Εμ στα νιάτα του» -τέλος πάντων, αυτά....
Έλα όμως που είχε γίνει το τζέρτζελο στις ειδήσεις!! Τόσοι δημοσιογράφοι, τόσοι αναλυτές (τι να γίνεται άραγε αυτή η γοητευτική γλωσσοκοπάνα η Κάκια Αναλυτή;) τόσες απευθείας συνδέσεις... Για να μη δυσαρεστηθεί το φιλοθεάμον κοινό (εγώ δηλαδή, που κόντευα να κλείσω δωδεκάωρο βλέποντας ειδήσεις) αποφάσισε ο ευεργετικός Γιωργάκης να κάνει τουλάχιστον έναν ανασχηματισμό.
Επειδή όμως τα σαΐνια των καναλιών είχαν ετοιμάσει ήδη ρεπορτάζ για Παπαδήμες και σερ Πολ Μακάρντεϊ αποφάσισαν οτι στον ανασχηματισμό ο Γιωργάκης κάποιον απ΄αυτούς θα βάλει καλά και σώνει! Η συγκεκριμένη τακτική ονομάζεται «ροτέισον μεταγραφικής βόμβας» και χρησιμοποιείται στις αθλητικές εφημερίδες κάθε καλοκαίρι –δηλαδή κάποιος χάρβαλος αποφασίζει ένα πρωί οτι ο Ολυμπιακός έχει κάνει επαφές για να φέρει τον Μέσι. Αφού παιχτεί μέχρις εξαντλήσεως η είδηση και βγει στον αφρό η μούργα –αλλάζει το τροπάρι, γίνεται δηλαδή ανακύκλωση, και τώρα για τον Μέσι ενδιαφέρεται ο Παναθηναϊκός ο οποίος δίνει διπλάσια χρήματα –όχι επειδή τον χρειάζεται, αλλά έτσι για να τη σπάσει στους γάβρους. Έτσι λοιπόν πέρασε η επόμενη μέρα, με τον Γιωργάκη να παρακαλάει τον Μέσι να έρθει για Υπουργός Οικονομικών. Και τη μεθεπόμενη βγήκε η σύνθεση της ανασχηματισμένης κυβέρνησης η οποία ήταν «μια απ΄τα γίδια», τουτέστιν κώλωσε ο Γιωργάκης με κάτι αποχωρήσεις βουλευτών του και λοιπές αντιδράσεις στελεχαραίων κι έφτιαξε ένα σχήμα κάργα Πασοκικό –μόνο ζιβάγκο δε φοράγανε, λόγω θέρους. Πώς να δικαιολογήσουν οι δημοσιογράφοι πού ξεκίνησαν με Παπαδήμο και κατέληξαν σε Βενιζέλο; Όπως δικαιολογούν οι φυλλάδες τη βόμβα Μέσι η οποία καταλήγει σε κροτίδα Μπασινά: «δεν ήθελε η μάνα του, δεν τον άφηνε η γυναίκα του, κλώτσησε ο αδερφός του για να μη χάσει τη συνδρομή στο Βαρκελώνη Τένις Κλαμπ». Έτσι ακριβώς και οι δημοσιογράφοι επιστράτεψαν μανάδες κι αδερφούς του Γιωργάκη για να δικαιολογηθεί η ματαίωση της συγκυβέρνησης, ρίξανε και ολίγη απόρριψη από Παπαδήμο μεριά –έδεσε το βύσσινο.

Βγάζεις κάποιο συμπέρασμα από όλη αυτή την ιστορία; Εγώ πάντως απ΄ότι κατάλαβα –χέστηκε η Φατμέ στο Γενί Τζαμί.

Δηλαδή δεν ξέρω τι θα γίνει αύριο και πώς θα εξελιχτεί το θέμα αλλά τα παραπάνω δείχνουν οτι ο Γιωργάκης περισσότερο (μην πω –αποκλειστικά) νοιάστηκε για τις αντιδράσεις των κομματικών του παρά για τις αντιδράσεις των «Αγανακτισμένων στο Σύνταγμα». Απέδωσε τον όλο εσωκομματικό του τζερτζελέ σε βυζαντινισμούς του Βενιζέλου –τον έκανε γενικό γαμάουα κι ησύχασε.

Επίσης κατάλαβα οτι κάτι υπουργοί που την είχαν δει ολίγον χίπικα (βλέπε Μπιρμπίλη) έφαγαν σουτ για να βγάλει ο Γιωργάκης από πάνω του τη ρετσινιά οτι έχει τους κολλητούς του στην κυβέρνηση. Με αποτέλεσμα, ένας νόμος περί νομιμοποίησης των αυθαιρέτων που τον κόλλαγε η προαναφερθείσα να ξεκολλήσει τσακ μπαμ από τον «πιο πρακτικό και προσγειωμένο» (διάβαζε αμοραλιστή) Παπακωνσταντίνου. Αλήθεια –απ΄ότι άκουγα χτες –υπάρχουν 1.000.000 (ολογράφως ένα εκατομμύριο) αυθαίρετα που περιμένουν νομιμοποίηση και γύρω στα 40.000 χτίζονται κάθε χρόνο. Αναρωτιέμαι –τι λένε περί αυτού οι «Αγανακτισμένοι»; Κανένας τους δεν έχει σχετική εμπειρία; Ή μόνο η ΔΕΗ τούς καίει να μην ξεπουληθεί κι όταν το θέμα αφορά δημόσια γη η οποία παραχωρείται σε ιδιώτες με χαμηλό αντίτιμο (αυτό είναι η νομιμοποίηση των αυθαιρέτων) δεν τρέχει κάστανο;
Κάτι ακόμα –έβλεπα στο κανάλι της Βουλής τη συζήτηση για το νομοσχέδιο περί υποχρεωτικής δωρεάς οργάνων και οι ομιλητές αγόρευαν περί Μεσοπρόθεσμου κ.λ.π. Μπορεί κάποιος να με πληροφορήσει τι έγινε τελικά με τη δωρεά οργάνων; Πέρασε ή την έφαγε κι αυτήν η επανάσταση;

Το άλλο που πληροφορήθηκα είναι οτι θα ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης ο Παπανδρέου για την καινούργια του κυβέρνηση και οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί θα καταψηφίσουν επειδή θέλουν εκλογές. Να το δούμε αυτό κάπως πιο αναλυτικά:
-Οι «Αγανακτισμένοι» τι λένε περί εκλογών; Επιμένουν να φύγουν όλοι ή θα τους ικανοποιούσε απλώς να φύγει το Πασόκ από την κυβέρνηση και ν΄ανέβει η Ν.Δ.;
-Αν γίνονταν εκλογές σήμερα θα υπήρχε η πιθανότητα να μη βγει αυτοδύναμη κυβέρνηση και να χρειαστεί συνασπισμός κομμάτων. Ο μοναδικός συνασπισμός που μου προκύπτει είναι Ν.Δ.-Λάος. Σε ποιον αρέσει αυτό το ενδεχόμενο;
-Η κυβέρνηση που ζητάει ψήφο εμπιστοσύνης έχει μία και μόνη διαφορά από το προηγούμενο σχήμα: στη θέση του Γιώργου «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» Παπακωνσταντίνου πήγε ο Ευάγγελος «πολιτικός και ουχί τεχνοκράτης» Βενιζέλος. Άρα, εκεί που μέχρι τώρα πηγαίνανε πίνακες με αριθμούς στην Ε.Ε. τώρα θα πηγαίνουν ευχολόγια, θα ξαναζήσουμε τις ευτυχισμένες μέρες της Ν.Δ. που τους ζητάγανε μόνιμα μέτρα κι εκείνοι έστελναν έκτακτες εισφορές -έτσι μου φαίνεται!

Άκουσα επίσης οτι ο Γιωργάκης θα κάνει δημοψήφισμα τον Σεπτέμβρη (όταν θα κλείνουν τα θερινά σινεμά) με σκοπό την αναθεώρηση του Συντάγματος. Θα καταργηθούν, λέει, οι διατάξεις περί μειωμένης ευθύνης υπουργών –γιατί βρε μανούλα μου να μάς τρέχεις στις κάλπες περί αυτού; Γιατί δεν το πας στη Βουλή να το ψηφίσουν μέχρι και οι μαρμαροκολώνες; Δε λέτε οτι όλοι συμφωνείτε στο συγκεκριμένο ζήτημα; Κι αν κάποιος δεν τον ψηφίσει να τον πάρεις από το αυτί να τόνε δώσεις να τον δαγκάσουν οι «Αγανακτισμένοι».

Σε αντίστιξη με το παραπάνω, οι «Αγανακτισμένοι του Συντάγματος» οργάνωσαν «Μέρα Άμεσης Δημοκρατίας» -υπέροχα! Κάλεσαν τους ειδικούς να ομιλήσουν –ποιοι είναι αυτοί οι ειδικοί; Ένας επίκουρος καθηγητής Αρχιτεκτονικής (!!!) ο οποίος κλήθηκε να αναλύσει την περίπτωση των Ζαπατίστας –απορώ, με τι εφόδια; Την εμπειρία του από κάποιες επισκέψεις στην Τσιάπας και, ίσως, κάποιο κτίσμα το οποίο σχεδίασε και υλοποίησε εκεί; Εντάξει –δεν απαιτώ να φέρουν κάποιον από το κίνημα των Ζαπατίστας (αν και μια ομιλία του Τζων Χολογουέι θα ήταν ευεργετική για όποιον ενδιαφερόταν να ακούσει τι πραγματικά σημαίνει άμεση δημοκρατία). Αλλά γιατί βρε παιδί μου δεν τυπώνανε να διαβάσουν τουλάχιστον τις Διακηρύξεις της Σέλβα Λακαντόνα όπου περιγράφεται με σαφήνεια η λειτουργία της άμεσης δημοκρατίας των Ζαπατίστας; Φέρανε τον Γλέζο ο οποίος είχε κάνει το εγχείρημα της άμεσης δημοκρατίας στην Απείρανθο –σώπα ρε μεγάλε! Η Απείρανθος είχε 50 κατοίκους, ο Γλέζος βγήκε με τις κλασσικές δημοτικές (αστικές) εκλογές –για ποιο εγχείρημα μιλάμε; Οτι καθόταν στο καφενείο και συζήταγε με όλο το χωριό όσο ήταν κοινοτάρχης; Αν είναι έτσι ας έφερναν όποιον κοινοτάρχη ήθελαν –όλοι τους αμεσοδημοκρατικοί είναι. Φέρανε και κάποιον καθηγητή Φιλοσοφίας ο οποίος αρθογραφεί για το «Τέλος της Αριστεράς» και η ιδέα του περί άμεσης δημοκρατίας στηρίζεται αποκλειστικά στο αθηναϊκό μοντέλο του 5 π.Χ. αιώνα (το οποίο ο ίδιος λέει οτι είναι ανεφάρμοστο)!!! Τόση πληροφόρηση –απορώ πώς την άντεξαν οι πλάκες της πλατείας και δε σηκώθηκαν να φύγουν από μόνες τους! Και τελικά πότε θα αποφασίσουν στην αμεσοδημοκρατική τους συνέλευση οτι η άμεση δημοκρατία είναι ΑΜΕΣΑ συνυφασμένη με τον κολεκτιβισμό, τον αναρχισμό και τον κομμουνισμό; Αφού θέλησαν να μιλήσουν για το ζήτημα, χάθηκε να φέρουν έναν ιδεολόγο αναρχικό, ας πούμε; Έναν κοινοβιακό χίπη, κάποιον από τις καταλήψεις, κάποιον σχετικό με το θέμα τέλος πάντων! Τι διάβολο κόμπλεξ έχουν με την ιδεολογία γενικότερα; Θέλουν να κινηθούν προς την κατεύθυνση της διαμόρφωσης ενός διαφορετικού κοινωνικού μοντέλου συμβίωσης ή απλώς να κανιβαλίσουν 5-10 βουλευτές, να κουνήσουν σημαιούλες και μετά να πάνε για ύπνο ήσυχοι; Και τελικά, δεν βαρέθηκαν τούς κάθε λογής Καζάκηδες που ψάχνουν να φτιάξουν καινούργιο κόμμα στην πλάτη τους;

Τέλος πάντων, αυτά είδα κι αυτά κατάλαβα τις μέρες που η τηλεόραση πανηγύριζε το τέλος της μεταπολίτευσης. Και μπερδεύτηκα πολύ. Γιατί το μοναδικό κοινωνικό ρεύμα που μπορώ να υποθέσω οτι προσπαθεί να κινήσει τις εξελίξεις αποτελείται από αγγέλους! Κανένας δεν λέει κακή κουβέντα γι΄αυτούς κι άμα τολμήσεις, σου μουντάρουν πανταχόθεν. Επίσης είδα οτι τα θέματα που απασχολούν τους κοινωνικά αξιοπρόσεκτους πολίτες και τα κόμματα είναι να μην πουληθεί η κρατική περιουσία και να μην μπουν φόροι στους εμπόρους. Έχω ακούσει τις τελευταίες μέρες περισσότερη γκρίνια γιατί ανεβαίνει ο ΦΠΑ στις καφετέριες και τις ταβέρνες παρά για τους μισθούς που κόβονται. Άρα, λέω, εγώ δεν είμαι από δω, δεν έχω σχέση με τα κυρίαρχα προβλήματα που ταλανίζουν αυτή την κοινωνία, εγώ είμαι ιδεολογικός μετανάστης σε μια χώρα που απεχθάνεται τους ξένους και τις ιδέες.
Μήπως ν΄άρχιζα να κρύβομαι;

Παρασκευή, Ιούνιος 17, 2011

8. Ψόφιες τουλίπες και τουμπαρισμένοι χρυσοκάνθαροι

Προηγούμενα:
1. Μπάσκετ με τα φαντάσματα

2. Οι εφιάλτες ξεκινάνε ονειρικά
3. Μαλιμπού Μπιτς
4. Τυφλοπόντικες στον παράδεισο των ερπετών
5. "Χασάν ι Σαμπά"
6. Φλάουερ Στούντιος
7. Κριστίν

«Άκου πώς έγιναν τα πράγματα», της είπα.

Όταν ξεκινήσαμε το συγκρότημα, πιτσιρικάδες του Λυκείου όλοι μας, δεν πέρναγε μέρα χωρίς πρόβα –ακόμα και τη μέρα της συναυλίας ήμασταν ικανοί να προβάρουμε. «Μέρα άνευ πρόβας, συγκρότημα άνευ λόγου ύπαρξης», έλεγε το Μέταλλο. Ήμασταν παρέα, κάθε διάλειμμα μαζί, στο σχόλασμα μαζί, τα απογεύματα μαζί –αντί να τρώμε όλο τον ελεύθερο χρόνο μας στου Μπιλ του Χοντρού, το μοιράζαμε. Τρεις ώρες πρόβα και τις υπόλοιπες στου Χοντρού. Κάποια εποχή το φτάσαμε: μια ώρα στου Χοντρού κι όλες τις υπόλοιπες πρόβα –έτσι είναι τα συγκροτήματα ή έτσι το βλέπαμε εμείς τότε.
Το καλοκαίρι που πήρε ο Γιωργάκης τη μάνα του κι εξαφανίστηκαν είχαμε το πρώτο κενό στις πρόβες, ασορτί με το κενό στην παρέα. Κι όταν ο Γιωργάκης ξαναγύρισε, το όλο θέμα ήταν ελεγχόμενα παγωμένο, επαγγελματικό αν θες πέστο. Κι εμείς δεν ήμασταν η σχολική παρέα που έκανε την κάβλα της στην αποθηκούλα –στούντιο δίπλα στο σπίτι του Γιωργάκη. Αλλά δεν είχαμε καταφέρει και να γίνουμε κανονικοί επαγγελματίες, «παρακαλώ αγαπητέ συνάδελφε δώκετέ μου ένα λα», «τι να το κάμνετε αγαπητέ –σας ενεχειρίζω ένα μι καντήλι αντ΄αυτού» -δεν ήμασταν έτσι. Κάποιοι καργιόληδες με ανοιχτούς λογαριασμούς και ματωμένα μάτια, αυτό ήμασταν. Πάντως οι πρόβες –πρόβες.
Όχι κάθε μέρα κι όχι 5 με 6 ώρες τη μέρα πλέον –είχαμε και δουλειές. Εγώ σ΄ένα δισκάδικο πληρωνόμουνα με το κεφάλι, ο Πίβοτ ντιτζεϊλίκια συν ελαφρύ πουσάρισμα στα βεσέ του μαγαζιού, το Μέταλλο σε εκδοτικό οίκο, πρώτα παπάκι στη συνέχεια ημιφορτηγό... Μετά τον δίσκο γίναμε ελαφρώς διάσημοι, κλείναμε δυο φορές το μήνα μαγαζί, παίζαμε σε ότι εκδήλωση γινόταν -για αποποινικοποίηση, για αποφυλάκιση, για τη Λέρο, για το Ρήγα, για τον πούτσο μας τον ξενύχτη –όπου γάμος και χαρά η Βασίλω πρώτη. Ο δίσκος πήγαινε καλά (ή έτσι μας έλεγε ο Χοντρός) αλλά ακόμα δεν είχε βγάλει τα έξοδα κυκλοφορίας του (ή έτσι μας έλεγε ο Κοντός).
Κι εμείς πρόβες, συναυλίες και μεροκάματο. Αλλά πρόβες σημαίνει (από κάποια φάση και πέρα) υλικό. Καινούργιο υλικό, φρέσκο πράμα –σπαρταράει.
Ο Γιωργάκης δε μπορούσε ν΄ανοίξει τα μάτια του χωρίς χάπια κι άμα τον πετύχαινες σε ντάγκλα ασπρουδερή πήγαινε η πρόβα για βρούβες.
Ο Πίβοτ το κοντρολάριζε αλλά κι αυτός χωμένος πάνω απ΄τη μύτη στη χημεία, ζύγιζε 80 κιλά με την παλτουδιά η οποία φιλοξενούσε το προσωπικό του φαρμακείο κι 60 κιλά όταν την απόθετε στην διπλανή του, πάντα, καρέκλα –φροντίζοντας να μη τη χάσει από το οπτικό του πεδίο.
Το Μέταλλο παρέμενε οπαδός της φυσικής ζωής, ντουμάνιαζε το σύμπαν όπου στεκόταν με κάτι μπουριά σόμπας που βρωμάγανε καλαματιανή ποδαρίλα ή ινδικό λιβάνι (ή και όλα μαζί).
Εγώ, ότι έβρισκα, όπου το έβρισκα κι αν δεν υπήρχε μεγάλη ζήτηση –περηφανευόμουν που δεν είχε χρειαστεί όλα αυτά τα χρόνια να πληρώσω για ντρόγκα. Τι να πληρώσω δηλαδή; Μήπως και είχα;
Οι πρόβες μας γκελάρανε μεταξύ περφεξιονισμού και ανασφάλειας –ήμασταν πλέον έμπειροι, παίζαμε στρωτά, βγάζαμε υλικό με το τσουβάλι αλλά δεν είχαμε τίποτα καινούργιο να πούμε.
Το Μέταλλο είχε γίνει ειδήμονας στη φρι τζαζ, ξημεροβραδιαζόταν στου Μπαράκου, χάλαγε τα λεφτά του στο Ποπ Ιλέβεν –στο διαμέρισμά του τίγκα η δισκοθήκη από περίεργους δίσκους που κυκλοφόρησαν σε μέρη άγνωστα και ακούγονται από άτομα σκαλωμένα σε κάποιο σύμπαν εξωτικό. Ερχόταν λοιπόν σε κάθε πρόβα, άναβε τη μπουρού του και όταν πηγαίναμε να ξεκινήσουμε το γνωστό υλικό προθέρμανσης στράβωνε το χειλάκι του.
«Να το γεμίζαμε λίγο το κομμάτι;»
«Τι είναι ρε Μέταλλο το κομμάτι για να το γεμίσουμε; Μπουρεκάκι;»
«Λέω... άστο ν’ανασάνει ρε παιδί μου. Να λουπάρω εγώ λίγο τζανγκλ όσο ο Τρανζίστορ θα κλιμακώνει, να έρθει ο Πίβοτ από πάνω...»
«Τι θα κάνει ο Τρανζίστορ;»
«Κλίμακες».
«Κλάιμαξ, που λέμε...»
«Οργασμός δηλαδή».
«Χύσε Κώστα να κάνουμε κομπόστα».
«Έτσι πες μου...»
«Έτσι σου λέω».
«Καταλαβαίνετε ρε χαϊβάνια πώς λέω να το παίξουμε;»
«Γιατί –εσύ θυμάσαι τι μας είπες;»
«Θυμάμαι».
«Ξαναπέστα τότε».
«Άει γαμήσου».
«Πάρτη και κοιμήσου».
«Ξαναπέστα ντε –τι περιμένεις;»
«Δεν έχω όρεξη πλέον».
«Παραδέξου οτι ξέχασες τι είπες ρε φυτό. Με τόσο που καπνίζεις απορώ πώς θυμάσαι ακόμα τ΄όνομά σου».
«Γιατί –πώς με λένε;»
«Άει γαμήσου».
Μετά κάποιος πήγαινε και χωνόταν στη χέστρα, να σουτάρει με την ησυχία του –άλλος πάθαινε κρίση βήχα, υπνηλία, δίψα, ξηροστομίαση, σκουλαπεντόρια –γινόταν Μπιενάλε η πρόβα. Και καλύτερα δηλαδή.

Επειδή όταν κατορθώνανε να παίξουμε δεν παιζόμασταν.

Δώστου τα αφρικάνικα το Μέταλλο, πλακωνόταν στα σόλα ο Πίβοτ σε μια βλάχικη μίμηση του Άντριαν Μπίλιου (μπουκώνοντας το κομμάτι χειρότερα κι από τον γάλο του μπάρμπα-Μπίλιου), εγώ είχα φάει ένα φλας τύπου κοφτό μπάσο-καρδιογράφημα α λα Φορ Έι Ντι... γινόμασταν ηχητικό μπουρδέλο. Κι ο Γιωργάκης κάτι πάλευε να στρώσει σ΄όλη αυτή την ταραχή –στίχους για ψόφιες τουλίπες και τουμπαρισμένους χρυσοκάνθαρους –τι σήμαιναν όλα αυτά;

Ότι έπρεπε να το διαλύσουμε –τι άλλο; Ποιος όμως να το πάρει απόφαση –ο Γιωργάκης που ήμασταν η μόνη του οικογένεια, αρχίδια οικογένεια δηλαδή, «σου γαμώ τη μάνα και σε λέω αυνάνα», αλλά μήπως είχε και καμιά καλύτερη; Κι αν πεις για το Μέταλλο, αυτός ήταν ικανός να μας στήνει να παίζουμε ακόμα κι αν ήμασταν 10 μέρες πεθαμένοι στο στάδιο του κοκαλώματος, προκειμένου να πειραματιστεί με τους φρεσκοανακαλυφθέντες καινούργιους παλιούς ρυθμούς. Μέναμε εγώ κι ο Πίβοτ, αλλά εγώ δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου έξω από το συγκρότημα κι ο Πίβοτ έβλεπε μπροστά του λεωφόρους ονείρων όπου το χρήμα χάιδευε τα δάχτυλα των μουσικών όσο εκείνοι χάιδευαν τα πεταχτά κωλαράκια των γκρούπις. Κάποιο όνειρο θα πεις, αλλά μήπως αυτά δεν κλωτσάνε τον κόσμο για να γυρίζει;

Ήταν απόγευμα αλλά δεν έλεγε να βραδιάσει, ο Πίβοτ μπαινόβγαινε στο στούντιο αραδιάζοντας δικαιολογίες περί επειγόντων τηλεφωνημάτων, το Μέταλλο είχε περάσει και καλύτερες μέρες, ο Γιωργάκης αρπαγμένος κι εγώ λιγάκι βιαστικός επειδή το βράδυ θα έβγαινα με κάποια ελαφρώς μαριναρισμένη γκόμενα. Παίζαμε κοντά μια ώρα κολλημένοι σε περάσματα, τέτοιο πράγμα ούτε ο Κολοκοτρώνης όσο παραφύλαγε τον Ιμπραήμ, γέφυρες ανάμεσα σε ανύπαρκτα ρεφρέν και κουπλέ, κάλυψη –απόκρυψη, όπως έλεγε κι ο φιλαράκος μας ο Πουλής που τον είχανε πάρει με το ζόρι φαντάρο.
«Θ΄αργήσεις;» ρώτησε το Μέταλλο.
«Μισό λεπτό –τελευταίο τηλεφώνημα», υποσχέθηκε ο Πίβοτ.
«Θα τον κουτουλήσω», είπε ο Γιωργάκης ενώ ο άλλος δρασκέλιζε την πόρτα.
«Εσύ έχεις τίποτα;» τον ρώτησε το Μέταλλο.
«Δε φτάνει ούτε για μένα...» κλαψούρισε ο Γιωργάκης.
«Τίποτα καινούργιους στίχους εννοώ, γαμώ τη μαλακία που σε δέρνει», βλαστήμησε το Μέταλλο.
«Άντε γαμήσου ρε χίπη», ευχήθηκε ο Γιωργάκης.
«Να έρθω εκεί να σου πω...»
«Και δεν έρχεσαι;»
Κοιτάχτηκαν σαν τραγιά, έλυσα τη ζώνη του μπάσου, ετοιμάστηκα να τους χωρίσω.
«Κόψτε τις μαλακίες», παρακάλεσα.
«Κοίτα τη δουλειά σου», είπε το Μέταλλο.
«Αυτή είναι η δουλειά μου ρε ηλίθιε», του θύμισα.
Γύρισε προς το μέρος μου, γέλασε, ο Γιωργάκης άναψε τσιγάρο.
«Θα το πει κανένας ή περιμένετε να το κάνω κι αυτό εγώ;» ρώτησε.
«Φάε έναν παπάρα», θαύμασε το Μέταλλο.
Εκείνη τη στιγμή ξαναμπήκε ο Πίβοτ.
«Θα μιλήσουμε ή θα παίξουμε;» ρώτησε.
Ξεχάσαμε όλοι τον μικροκαβγά μας και ενωθήκαμε σιωπηλά εναντίον του. Όταν η κατάσταση γαμιέται, οι γαμιόληδες κάνουν κατάσταση –περιμέναμε λοιπόν μια κουβέντα απ΄αυτόν για να του μουντάρουμε.
«Η εταιρεία ζήτησε να βγάλουμε και δεύτερο δίσκο», είπε τελικά ο Πίβοτ.
«Ποια εταιρεία;» ρώτησα.
«Οοοοο....» έκανε ο Πίβοτ φέρνοντας την παλάμη του ενάμιση μέτρο από το πάτωμα.
«Αααα...» έκανα εγώ.
«Κι από ποιον το ζήτησε;» ρώτησε ο Γιωργάκης.
«Από μας», είπε ο Πίβοτ.
«Εμένα δεν μου είπαν τίποτα πάντως», διαπίστωσε ο Γιωργάκης.
«Ρε παιδί μου, το είπαν σε μένα να σας το πω», απηύδησε ο Πίβοτ.
«Ώστε έτσι....» έκανε σκεφτικά το Μέταλλο.
«Τώρα δηλαδή –αυτό είναι το θέμα ή ο δίσκος;» απόρησε ο Πίβοτ.
«Κι αυτό...» είπε το Μέταλλο.
«Και το οτι δεν έχω καμιά όρεξη να βγάλουμε καινούργιο δίσκο», σιγοντάρισε ο Γιωργάκης.
«Γιατί;» απόρησε ο Πίβοτ.
«Γιατί κλάνει το γατί», είπε ο Γιωργάκης.
Εγώ καθόμουν με τη ζώνη του μπάσου λυμένη –μετέωρος μεταξύ του να τους πλακώσω ή να τους χωρίσω αν πλακώνονταν πρώτοι.
«Δηλαδή», είπα, «νομίζω οτι δεν έχουμε και τίποτα καινούργιο να πούμε».
«Τι λες ρε μαλάκα; Τόσα κομμάτια έχουμε φτιάξει», φώναξε ο Πίβοτ.
«Και με λίγες διορθώσεις...» συμπλήρωσε το Μέταλλο.
«Στίχους;» ρώτησα.
«Δεν έχει ο Γιωργάκης;» απόρησε ο Πίβοτ.
Κοιτάξαμε τον Γιωργάκη.
«Μπορεί και να έχω αλλά να μη θέλω ή μπορεί και να θέλω αλλά να μην έχω...» ψιθύρισε αυτός.
«Άκου κάτι πουστριλίκια», θαύμασε ο Πίβοτ.
«Είπες κάτι;» σηκώθηκε ο Γιωργάκης.
«Ναι –έλα πιο κοντά να στο εξηγήσω», του ζήτησε ο Πίβοτ.
«Άμα πας πιο κοντά θα σας κοπανήσω τα κεφάλια», προειδοποίησε το Μέταλλο όσο σηκωνόταν.
«Τι θες κι εσύ ρε γύφτο; Όλα δηλώσεις κι από τηγανίτα τίποτα», τον κάρφωσε ο Πίβοτ.
Ενστικτωδώς άρπαξα το μπάσο να το κρύψω πίσω από έναν μεσόκοπο καναπέ στην άκρη του δωματίου κι έτσι γλίτωσα το ιπτάμενο πιατίνι που έφυγε από το σετ του Μέταλλου, έσκισε τον καπνισμένο αέρα σαν φονικό φρίσμπι και καρφώθηκε στον τοίχο δίπλα από το κεφάλι του Πίβοτ ξηλώνοντας το προστατευτικό αφρολέξ.
«Σε σκίζω ρε μουνί», φίδιασε ο Πίβοτ και εμφάνισε ένα σουγιά από το πουθενά –πάτησε το κουμπί, άκουσα το φύσημα του ελατηρίου καθώς απελευθέρωνε τη λάμα.
«Κλάσε μωρή φλωρούμπα», γέλασε το Μέταλλο καθώς σηκωνόταν, να τον αντιμετωπίσει.
Εκείνη τη στιγμή αποφάσισε να ξεκινήσει ο Γιωργάκης ξεκούμπωσε ένα μικρόφωνο από τη βάση του και το στριφογύρισε σε στυλ «το τρομερό μαστίγιο του Ζορό», ο Πίβοτ μισάνοιξε τα πόδια και δίπλωσε τα γόνατα, τύπου «΄σσου πετάξω τα πρέκια», το Μέταλλο συνέχισε να κινείται επιφυλακτικά αλλά πρόλαβε ο Γιωργάκης απ΄τα πλάγια, έφτασε σε απόσταση βολής και τίναξε το καλώδιο –μαστίγιο, βρήκε το χέρι του Πίβοτ, κάποιο βογκητό, όμως τίποτα περισσότερο.. Μόνο τινάχτηκε ο Πίβοτ, μάζεψε το χέρι του, κοίταξε τριγύρω με μάτια που στάζανε, τα χείλη του στράβωσαν.
«Έχει για όλους μουνάκια –ελάτε», προκάλεσε.
Μπήκα ανάμεσα και παραλίγο να τη φάω στο άσχετο.
«Μάζεψέ το αυτό ρε πούστη», του ζήτησα.
«Κάνε στην άκρη», μου είπε.
«Δε γίνονται αυτά...» έριξα ένα μιξ κλάμα-γέλιο.
Στο μεταξύ το Μέταλλο είχε πλησιάσει σε απόσταση αρπάγματος κι αυτό ακριβώς συνέβη, έπιασε τον Πίβοτ από το αριστερό χέρι και ξεκίνησε να τον σβουρίζει, ο Γιωργάκης όρμησε από μπροστά, ο σουγιάς έκοψε αέρα και παρά λίγο μπλούζα, γίνανε κουβάρι και κατρακύλησαν παρασύροντας ενισχυτές και ηχεία.
Έκανα δυο βήματα πίσω.
«Δεν γίνονται αυτά...» ξανάπα.
Άναψα τσιγάρο.
Το Μέταλλο τινάχτηκε σα σούστα, έφερε τα χέρια μπροστά και περίμενε, το σύμπλεγμα στο πάτωμα ήταν πλέον, Πίβοτ από πάνω Γιωργάκης από κάτω.
«Τι περιμένεις ρε αρχίδι; Μόνο για φιγούρα τον έχεις το σουγιά;» μούγκρισε ο Γιωργάκης.
Ο Πίβοτ τον κοίταζε.
«Άντε μωρή κουδουνίστρα –ξηγήσου στα ίσα για μια φορά στη ζωή σου», συνέχισε ο Γιωργάκης.
Και μετά, επειδή ο Πίβοτ είχε μαρμαρώσει από πάνω του...
«Άντε ρε φίλε, τόσα έχεις κάνει, στα συγχωρώ αν με βοηθήσεις...»
Ο Πίβοτ σηκώθηκε, πισωπάτησε, έκλεισε το σουγιά. Το Μέταλλο έβγαλε κάτι Καμήλες, άναψε δύο και τον κέρασε.
«Δεν....» ψέλλισε ο Πίβοτ.
«Τέλος πάντων», είπε το Μέταλλο.
Ο Γιωργάκης παρέμενε στο πάτωμα, για την ακρίβεια είχε περάσει τα χέρια πίσω απ΄το σβέρκο κι αγνάντευε το απέραντο ταβάνι.
«Αν παζαρέψουμε ώρες στούντιο μπορούμε να φτιάξουμε αγγέλους, δεν μπορούμε;» ρώτησε ο Πίβοτ το Μέταλλο.
Το Μέταλλο με μάτια γυάλινα ήταν έτοιμο να συμφωνήσει αλλά κρατήθηκε.
«Και οι στίχοι του Γιωργάκη κόβουν κώλους...» συνέχισε ο Πίβοτ.
«Δεν θα πεις τίποτα για το καταπληκτικό μου μπάσο;» γέλασα.
Αλλά ο Πίβοτ δεν το ΄πιασε, έτσι θολωμένος που ήταν.
«Ο Τρανζίστορ είναι εγγύηση –μπάσο και μιξάζ από άλλο πλανήτη», είπε σοβαρά.
«Σάλτα παραδίπλα ρε λούστρο», γέλασα.
«Δηλαδή θέλετε τους στίχους μου...» υπολόγισε ο ρεμβάζων Γιωργάκης.
«Ε, γίνεται αλλιώς;» απόρησε ο Πίβοτ.
«Μόνο τους στίχους ή και να τους τραγουδάω;» ξαναρώτησε ο Γιωργάκης.
«Αν όχι εσύ -τότε ποιος;» έκανε ο Πίβοτ.
«Δηλαδή αν σου πω ποιος -καθαρίζω», πρότεινε ο Γιωργάκης.
«Τι εννοείς δηλαδή;» απόρησε ο Πίβοτ.
«Δεν κόβετε τις μαλακίες;» έκανα.
«Εννοώ οτι αυτό που σε κόφτει είναι να βγει ο δίσκος, αν έχεις τους στίχους μου –μια χαρά, αν τα τραγουδήσω κιόλας –ακόμα καλύτερα...» είπε ο Γιωργάκης.
«Ε, ναι...»
«Αν όμως δεν...»
«Ε, τι;»
«Τότε μπορεί να τα πει και κάνας άλλος...»
«Άμα έτσι γουστάρεις....»
«Κι αν ο άλλος θέλει να τα γράψει κιόλας;»
«Ε, ξέρω ‘γω;»
Ο Πίβοτ πάλεψε να κρύψει την απορία του με ένα τσιγάρο που άναψε κολλητά στο προηγούμενο. Ο Γιωργάκης τον περίμενε χαμογελαστός. Είχα καταλάβει –ο Πίβοτ θολωμένος ακόμα έπεσε στη φάκα σαν λιμασμένο ποντίκι, εγώ όμως ήμουν πιο ψύχραιμος και παρακαλούσα να μην έχουν γίνει όλα αυτά, να μην υπάρχουν –όνειρο κακό, ή άσχημο ταξίδι από λάθος ανακατεμένα χάπια...
Ο Γιωργάκης σηκώθηκε –με το πάσο του. Μετά πήγε στη γωνιά του, μάζεψε ένα σάκο ξεφτισμένο, φόρεσε το μπουφάν του, τίναξε κάποια ανύπαρκτη σκόνη για να το στρώσει.
«Λοιπόν, χάρηκα για τη γνωριμία και τα σέβη μου στο θείο», γέλασε ξερά.
Ανατρίχιασα.
«Πού θα πας ρε ηλίθιε;» μουρμούρισε το Μέταλλο.
«Δεν τελειώσαμε», κούμπωσε τσαντισμένος ο Πίβοτ.
«Έχουμε τελειώσει εδώ και καιρό», είπε ο Γιωργάκης.
Κι άνοιξε την πόρτα του στούντιο, βγήκε χωρίς να κοιτάξει πίσω του –ένα ξερό γέλιο έμεινε στο διάδρομο να μας τον θυμίζει για κάνα τέταρτο. Όσο εμείς, παγωμένοι, αποφεύγαμε τα μάτια των διπλανών μας.
«Λοιπόν, αυτό ήταν», διαπίστωσα.
«Μια στιγμή...» ζήτησε ο Πίβοτ.
«Ναι, εντάξει....» χασκογέλασε το Μέταλλο κι άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του.
Έφυγε χωρίς να μας χαιρετήσει κι όταν μείναμε μόνοι –εγώ και ο Πίβοτ –δεν γινόταν να το αποφύγουμε, κοιταχτήκαμε έτοιμοι να διαλύσουμε.
«Μη μασάς ρε Τρανζίστορ. Μόνοι μας και όλοι τους», είπε ο Πίβοτ.
«Μόνοι μας –ναι», συμφώνησα.
«Κι όλοι τους», επανέλαβε ο Πίβοτ.
«Και όλοι σας», τον διόρθωσα.
Μάζεψα βαριεστημένα το μπάσο, έκλεισα τη θήκη.
«Έχω ραντεβού με μια γκομενίτσα», είπα.
«Καλή;» με ρώτησε.
«Θα δείξει...»
«Κι εγώ...»
«Εσύ –τι;»
«Τίποτα».
Έκλεισα την πόρτα πίσω μου αφήνοντάς τον μόνο.
Μια βδομάδα αργότερα τίποτα δεν είχε γίνει. Η γκόμενα αποδείχτηκε ψοφίμι με διαπλανητικές τάσεις –βγήκαμε δυο φορές και αναλύσαμε το αντάρτικο πόλεων, την κρίση υπερπαραγωγής, το στραγγάλισμα της μαμάς Αφρικής, το λοξοδρόμισμα της Κίνας –μόνο για τα χάλια της θρυλάρας δεν προλάβαμε να αναλύσουμε αλλά δεν την έκοβα και πολύ ενημερωμένη. Μείναμε λοιπόν στο «θα σε πάρω τηλέφωνο», «όχι αν σε πάρω εγώ πρώτος» και τραβήξαμε δύση-ανατολή ελπίζοντας να μην ξαναπέσουμε ο ένας πάνω στην άλλη πριν αλλάξει ο αιώνας.
Η δουλειά στο δισκάδικο πήγαινε βάρκα –γιαλό, βυθίστηκα λοιπόν σε κάτι καινούργιες κυκλοφορίες εισαγωγής, Ρεντσκίνς, Θρι Τζωνς, Κάρτερ δε Ανστόπαμπλ Σεξ Μασίν άμα λάχει –η ροκ είχε πεθάνει, τα κωλόπαιδα κουράστηκαν να «μαστιγώνουν το νεκρό άλογο», επιδίδονταν πλέον στο κανιβάλισμα του πτώματος. Ενδιαφέρουσα η όλη φάση, άκουγα δίσκους κι έβλεπα μπροστά μου το μέλλον λαμπρό ανάμεσα στα ερείπια του πυρηνικού ολέθρου –αν τύχαινε να με διακόψει κάνας πελάτης το διαολόστελνα απαξιωτικά, «τι το πέρασες εδώ μέσα –για τη Τζάκι Ο και μου ζητάς Γιαζού;» «τι είναι αυτό το Ντουράν Ντουράν; κάτι Ντούρεξ καπότες ήξερα –συμβιβάζεσαι;» Ευτυχώς δεν ερχόταν συχνά το αφεντικό και η κοπελίτσα στο ταμείο με κάλυπτε, αλλιώς θα κατέληγα ακορντεόν στην Ομόνοια με τις μαλακίες που έκανα.
Με τους υπόλοιπους απέφευγα να τρακαριστώ, από του Μπιλ δεν πέρναγα ούτε στο τετράγωνο, άκουγα πολλή μουσική, κοιμόμουν λίγο και γαμούσα καθόλου. Μια φορά πέρασε από το δισκάδικο εκείνο το άγιο παιδί, ο Σπύρος ο Φάρος....
«Τι γίνατε; Χαθήκατε».
«Κάποιο μπέρδεμα, άστα μην τα ρωτάς».
«Αφήστε ρε τη μουσική να σας πάει, αυτή όλα τα ξεμπερδεύει».
«Την αφήσαμε και μας πήγε καρφί στα βράχια. Εσείς πώς τα πάτε;»
«Όπως τα ΄ξερες...»
«Ο Φιλ;»
«Μια χαρά, όπως τα θυμάσαι».
Τι άλλο να πούμε; Είδε το παιδί οτι χτύπαγε νεύρο η κουβέντα σαν τροχός οδοντογιατρού, έψαξε λίγο τις καινούργιες κυκλοφορίες και με χαιρέτησε. Απόμεινα άδειος στο παγωμένο μαγαζί να κοιτάζω τα άσπαρτα χωράφια, μέχρι που βαρέθηκα κι έβγαλα τους Μπιγκ Κάντρι από το πικάπ, έριξα ένα Νιου Μόντελ Άρμι μπας και στανιάρω –πούτσες. Εκείνο το απόγευμα άργησα να κλείσω το μαγαζί, έφυγε το κοριτσάκι η ταμίας κι εγώ εκεί, άλλαζα δίσκους και χάζευα έξω από τη λερωμένη βιτρίνα, κάτι περίμενα. Κατά τις ενιάμιση το αποφάσισα οτι εφόσον δεν περιμένεις τίποτα δεν πρόκειται να΄ρθει ποτέ κι έτσι κατέβασα τα ρολά, πήρα μετά την ανηφόρα από τα στενά της Νεάπολης για το ρημαδόσπιτό μου. Στο δρόμο σταμάτησα σε μια Έβγα, αγόρασα ένα ηλιοκαμένο δωδεκάρι γιατί το΄νιωθα οτι και πάλι δε θα΄χα ύπνο.

Στα σκαλιά της πολυκατοικίας μου το Μέταλλο καθισμένο να καπνίζει. Πλησιάζοντας διέκρινα ένα σμάρι γόπες, σκέτο Λιβυκό πέλαγος είχε κάνει το πεζοδρόμιό μου ο μπαγάσας.
«Περίμενες πολύ;» τον ρώτησα απολογητικά –μήπως είχαμε κάνα ραντεβού και το ξέχασα;
«Πολύ», απάντησε.
«Θα έρθεις μέσα;» έκανα αμήχανα επειδή δεν τον έβλεπα να δείχνει διάθεση.
«Σπίτι σου;»
«Ε, μιας και είμαστε απέξω...»
«Εντάξει».
Ξεκλείδωσα, μπήκα, με ακολούθησε.
«Βολέψου», του πρότεινα.
Αλλά αυτός ο μαλάκας καθόταν σα να’χε καταπιεί ομπρέλα και φοβόταν μην ανοίξει. Πήγα λοιπόν στην κουζίνα, σε στυλ ρομπ ντε σαμπρ και πολύ χαλαρό, ψάρεψα παγάκια, τίγκαρα δυο ποτήρια και μετά ξαναμπήκα στο καθιστικό παύλα σαλόνι παύλα κουζίνα του διαμερίσματός μου.
«Σου βάζω, έτσι;» του έκανα δείχνοντας το δωδεκάρι.
«Ναι», είπε αφηρημένα.
Καθίσαμε λοιπόν σαν αδερφάκια, ο ένας απέναντι στον άλλο, με κέρασε Καμήλα άφιλτρη...
«Τι νέα;» ρώτησα.
«Τα ίδια», είπε. «Εσύ;»
«Όπως τα’ξερες...»
Κατεβάσαμε δυο μεγάλες γουλιές ουίσκι, απλωθήκαμε ο ένας στον καναπέ ο άλλος στην πολυθρόνα –τι ωραίος καιρός, τι όμορφος κήπος -τέτοια κατάσταση.
«Ξέρεις κάτι;» μου λέει τότε στο ξεκάρφωτο το Μέταλλο.
«Όχι, αλλά θα μου το πεις...»
«Θα σου το πω –ναι...»
«Περί τίνος πρόκειται, για να’χουμε καλό ρώτημα;»
«Πήγα από το σπίτι του Γιωργάκη...»
Σταμάτησε και με κοίταξε, εγώ περίμενα.
«Ήθελα να δούμε τι θα γίνει, μπας και άλλαξε γνώμη –κρίμα να διαλυθεί έτσι το συγκρότημα...»
Τον κοίταζα αμίλητος.
«Πήγα λοιπόν σπίτι του...»
Έσκυψε, πήρε το πακέτο, πέταξε έξω μια ακόμα Καμήλα, μετά ανάδευσε το ουίσκι στο ποτήρι του.
«Άλλα παγάκια έχει;» με ρώτησε.
«Έχει», απάντησα.
«Πού;»
Κοπάνησα το δικό μου ποτήρι στο τραπέζι.
«Θες να μου πεις κάτι ή απλώς καθόμαστε και ρεμβάζουμε το πέλαγος;» ρώτησα θυμωμένα.
«Χτύπαγα και δε μου άνοιγε...» μουρμούρισε το Μέταλλο.
Χρειάστηκε να σκύψω –σε μένα μίλαγε;
«Κοπάναγα την πόρτα, μωρή κουφάλα Γιωργάκη, μας το παίζεις ντίβα και τέτοια... Καμιά απάντηση, έκανα να φύγω αλλά θυμήθηκα οτι έχω χάσει μια ταμπακέρα μεταλλική ...»
«Λες για εκείνη με το ανάγλυφο κρανίο;»
«Ναι...»
«Στην είχε κάνει δώρο η Αργυρώ –καλά δε θυμάμαι;»
«Μια χαρά θυμάσαι –να συνεχίσω τώρα;»
«Εντελώς πέτσα εκείνη η ταμπακέρα, θυμάσαι που την εμφάνιζες μονάχα στα ραντεβού με την Αργυρώ;»
«Το θυμάμαι –αφού δε γούσταρα ταμπακέρες, πώς να φυσήξεις ταμπακέρα για να πεταχτεί η Καμήλα; Είναι θέμα στυλ...»
«Λοιπόν νομίζω οτι τελευταία φορά που είδα την ταμπακέρα ήταν στο σπίτι του Πίβοτ, έχει κάνει μια προθήκη με σκατολοϊδια πολύ κομ ιλ φο ας πούμε...»
«Εντάξει, στ΄αρχίδια μου η ταμπακέρα. Να συνεχίσω;»
Τον ενθάρρυνα κουνώντας το κεφάλι.
«Τέλος πάντων, μου ήρθε η ιδέα μήπως είχα παρατήσει την ταμπακέρα στην αποθηκούλα που είχαμε για στούντιο και πήγα να την ψάξω...»
«Πώς σου ήρθε τέτοια ιδέα; Και γιατί να την ψάξεις; Ξανατραβιέσαι με την Αργυρώ ρε μαλάκα;»
Το Μέταλλο με κοίταξε, έβγαλε καπνούς από τα ρουθούνια.
«Σκάσε, μη σηκωθώ και σε γαμήσω –εντάξει;»
Εντάξει.
«Πήγα λοιπόν στην αποθηκούλα, το κλειδί ακόμα κάτω από την αριστερή γλάστρα, μπήκα, έψαξα... Το μόνο που βρήκα ήταν το ντοσιέ με τους στίχους του Γιωργάκη –ήξερες οτι είχε πάνω από 50 τραγούδια σχεδόν έτοιμα;»
Πήγα να μιλήσω, μου έκανε νόημα.
«Αν πεις κουβέντα σε σκότωσα».
Πήγα πάσο λοιπόν, άναψα καινούργιο τσιγάρο και περίμενα.
«Τέλος πάντων, δε βρήκα την ταμπακέρα....»
«Μα, αφού είναι στο σπίτι του Πίβοτ δεν στο΄πα;»
«Κάνω οτι δεν σε άκουσα και συνεχίζω. Βγαίνω, που λες, από την αποθηκούλα, κλειδώνω και κοιτάζω ασυναίσθητα το παράθυρο στο υπνοδωμάτιο της μάνας του Γιωργάκη...»
«Το ένστικτο του ματάκια», σχολίασα.
«Και βλέπω τον Γιωργάκη...»
Έσκυψα μπροστά, παραλίγο να ρίξω το ποτήρι μου.
«Μοιάζει να κοιτάζει από ψηλά το κρεβάτι της μάνας του, κάτι κάνει, σα να μιλάει ας πούμε, επειδή το κεφάλι του κουνιέται που και που... Αλλά υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα, επειδή ο Γιωργάκης είναι περίπου 1.80 –σωστά;»
«Τι σημασία έχει; Ταυτότητα θα του βγάλουμε;»
«Έχει σημασία –επειδή ο Γιωργάκης που βλέπω είναι κοντά στα δυο μέτρα, το κεφάλι του δηλαδή απέχει...»
Σβήνω το τσιγάρο.
«Μπήκα από την πόρτα της κουζίνας, δυο κλωτσιές υπόθεση –το σπίτι βρώμαγε σαν το μουνί της λάσπης... Λοιπόν αυτό που είχε κάνει ο δικός μας ήταν να ξαγκιστρώσει το ντουί του φωτιστικού και να περάσει στο τσιγκέλι ένα λεπτό πλαστικοποιημένο σκοινί μπουγάδας. Για την ακρίβεια, είχε δέσει την άλλη άκρη του σκοινιού στο πόδι της ξύλινης ντουλάπας, από φόβο μήπως δεν τον κράταγε το τσιγκέλι....»
«Κι έπεφτε με τα μούτρα όταν πήγαινε να κρεμαστεί –ε;»
«Ακριβώς, μη σπάσει και κάνα δόντι ο άνθρωπος...»
«Σωστός ο Γιωργάκης».
«Σωστός και η κατασκευή σκέτη πατέντα αλλά ο ίδιος σε άθλια κατάσταση, με τη γλώσσα να του κρέμεται, τα μάτια εξόφθαλμη βρογχοκήλη...»
Άναψα καινούργιο τσιγάρο.
«Είχε κατουρηθεί ή κάτι τέτοιο –το παντελόνι του λεκιασμένο μπροστά...» συνέχισε αμείλικτο το Μέταλλο.
«Παρακάτω», είπα προσπαθώντας να συγκρατήσω κάποια αναγούλα.
«Δεν έχει παρακάτω...» μουρμούρισε το Μέταλλο. «Έφυγα από εκεί μέσα και ήρθα εδώ...»
«Και τον άφησες κρεμασμένο;»
«Ε, τι να’κανα δηλαδή;»
«Έστω να του κλείσεις τα μάτια;»
«Δεν το σκέφτηκα...»
Υπολόγισα –στις πόσες ώρες κοκαλώνει ο πεθαμένος; Δεν ήμουν σίγουρος.
«Και τώρα τι γίνεται;» τον ρώτησα.
«Ξέρω ‘γω; Να πάρουμε τους μπάτσους»
«Ανώνυμο τηλεφώνημα κι έτσι;»
«Ε, πώς αλλιώς;»
Ξεχυθήκαμε στη λεωφόρο δυο τετράγωνα πέρα από το διαμέρισμά μου, τρέχαμε σαν τα καργιόλια, μέχρι που η ανάσα μας κόπηκε, σταματήσαμε τότε, ξελαχανιάσαμε –το Μέταλλο δεν μπορούσε κι έτσι τηλεφώνησα εγώ στους μπάτσους.
«Θέλω να δηλώσω ένα πτώμα στη διεύθυνση τάδε...»
«Δώστε μου τα στοιχεία σας κύριε».
«Ρε παρ΄τ΄αρχίδια μου και τραβήξου να ξεκρεμάσεις το πτώμα, μαλάκα».
Μετά κοπάνησα το τηλέφωνο και βγήκα από τον τηλεφωνικό θάλαμο.
«Λες να σκουπίσουμε τ΄αποτυπώματά μας;» ρώτησε το Μέταλλο.
«Ναι, επειδή μόνο εμείς το πιάσαμε το τηλέφωνο», κορόιδεψα.
«Αλλά αν το ψάξουν;»
Τράβηξα μια κλωτσιά καρατέκα στο κρεμασμένο ακουστικό, το άκουσα να κάνει κρακ και ν΄ανοίγει κάτω από τον πάτο της αρβύλας μου.
«Ευχαριστημένος τώρα;» τον ρώτησα.
«Κι όταν θα πάνε, θα δουν τη σπασμένη πόρτα», μουρμούρισε εκείνος κι άρχισε να τρέμει.
«Τι φοβάσαι ρε μαλάκα; Εσύ τον σκότωσες;»
«Όχι αλλά...»
«Ξεκόλλα λοιπόν...»
«Είναι που δε θέλω καθόλου πάρε δώσε με τους μπάτσους...»
«Και ποιος θέλει;»
«Εγώ μια παραπάνω...»
Κατηφορίζαμε άνευ προορισμού, ο δρόμος μάς έβγαλε στο Σύνταγμα, χωθήκαμε στα στενάκια της Πλάκας...
«Θυμάσαι τη 16;»
«Ξεχνιέται η 16;»
Μπήκαμε σ΄ένα κωλάδικο, ψάξαμε τις τσέπες μας κι αποφασίσαμε οτι μας παίρνει να γίνουμε χάλια.
«Στο Γιωργάκη», είπε το Μέταλλο κατεβάζοντας με κλειστή μύτη το πρώτο ποτήρι.
«Σε κάποιο Γιωργάκη τέλος πάντων...» συμπλήρωσα.
«Γιατί λες να το΄κανε;» με ρώτησε.
«Ε, ξέρεις τώρα –παιδιακίσια καμώματα... Θα είχε καμιά απογοήτευση στις πανελλήνιες, μπορεί να τον έφτυσε καμιά συμμαθήτριά του στο νηπιαγωγείο...»
«Σωστά... Άσχημος τρόπος όμως να πεθάνεις...»
«Γιατί –υπάρχουν και όμορφοι τρόποι;»
«Ξέρω ‘γω; Να πεθάνεις από το πολύ γαμήσι ας πούμε...»
«Α, υπέροχο. Να σε βρουν δηλαδή με τα μάτια βολβούς, τη γλώσσα γραβάτα και το τσουτσούνι εκκρεμές...»
«Δίκιο έχεις...»
«Πρέπει να ειδοποιήσουμε και τον Πίβοτ...»
«Γιατί;»
«Ε, δεν πρέπει;»
«Άστο γι΄αργότερα...»
Πήραμε ακόμα μια γύρα και μετά ακόμα μία. Οι σκιές όλο και ξεθώριαζαν, δε χρειαζόταν πλέον να μισοκλείσουμε τα μάτια μας, έτσι κι αλλιώς δε βλέπαμε τίποτα.
«Πρέπει να φύγω, με περιμένουν», είπε σε κάποια στιγμή το Μέταλλο.
Κι έψαξε τη μεσόκοπη γκαρσόνα, του πήρε λίγο να την εντοπίσει –όταν το κατάφερε παράγγειλε ακόμα μία από τα ίδια.
Τα ίδια και τα ίδια.

Τον Πίβοτ τον συναντήσαμε στην κηδεία του Γιωργάκη –κάτι θείτσες που τουρτουρίζανε στο ψιλόβροχο του νεκροταφείου, δεν ξέρω αν στο έχω πει, αλλά το νεκροταφείο ήταν ακριβώς απέναντι από το Λύκειο που πηγαίναμε.
«Μπερθ, σκουλ, γουόρκ, ντεθ», παρατήρησε το Μέταλλο.
«Ο Γιωργάκης νομίζω γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη», είπα εγώ.
«Δεν έχει σημασία», με διαβεβαίωσε.
«Πώς πάει;» μας πλεύρισε ο Πίβοτ.
«Μια χαρά –εσύ;»
«Εντάξει».
«Τι άλλα;»
«Όχι εδώ...»
«Τι θα πει αυτό;»
«Πρέπει να πούμε δυο πράγματα αλλά όχι εδώ και όχι τώρα».
«Αλλού και άλλοτε λοιπόν...»
«Όχι ακριβώς. Αύριο στου Μπιλ».
«Δε μπορώ».
«Να μπορέσεις. Θα μαζευτούμε οι παλιοί να πιούμε ένα ποτό για τον Γιωργάκη».
«Τιμής ένεκεν...»
«Και δυο αυγά Τουρκίας –λοιπόν, έκλεισε –έτσι;»
Κούνησα τους ώμους, το Μέταλλο δε μίλαγε.
Ο παπάς αρνήθηκε να τον ψάλλει επειδή κρεμάστηκε –έτσι οι νεκροθάφτες τον κατέβασαν άκλαυτο, οι θείτσες σταυροκοπιόντουσαν κι ένας βρωμερός πάνκης πήδηξε τη μάντρα πάνω στο κρίσιμο και φώναξε...
«Εμείς είμαστε το Φάντασμα στη Μηχανή εσείς ποιοι μαλάκες είστε;»
Κοίταζα το χώμα, κάτι σκουλήκια κωλοτρίφτηκαν όταν μέριασα μια πέτρα, αηδίασα. Μετά σκέφτηκα οτι ο Γιωργάκης θα πέθαινε στα γέλια με το σκηνικό και προσπάθησα να κάνω το ίδιο αλλά δε μου βγήκε.


Την επόμενη μέρα έφτασα στου Μπιλ χώμα. «26 ρεντς εντ α μποτλ οφ γουάιν», που έλεγε κι ο Τζιμ Κάρολ, αλλού πατούσα κι αλλού βρισκόμουν –δεν ήταν εύκολο τελικά να κουμαντάρω τόσο θάνατο. Μέσα ήταν μαζεμένη όλη η συμμορία των ελπιδοφόρων διαψεύσεων –παιδιά που είχανε όλα τα φόντα να ξεχωρίσουν, μπασκετμπολίστες με μυθικά ποσοστά ευστοχίας που φρόντισαν να τα εξατμίσουν στον καπνό των παραισθήσεων, φιλοσοφημένα παιδιά που τάπωναν στη συζήτηση μέχρι και κομματικούς ινστρούχτορες και γι΄αυτό το λόγο δεν καταδέχτηκαν να μπουν σε πανεπιστήμιο, μουσικαράδες με επίπεδα δεξιοτεχνίας τόσο ψηλά που δεν τολμούσαν να βγουν μπροστά σε κοινό λόγω υφέρποντος πριγκηπισμού –μπήκα και χαιρέτησα τους συνεπείς αποτυχημένους, όλους όσους προτίμησαν να σαπίσουν παρά να κινηθούν συμβιβαστικά. Στη μέση ο Πίβοτ και το Μέταλλο, οι αποτυχημένοι τους κοίταζαν με λίγη ζήλια και κάμποση απαξίωση, έτσι όπως κοίταζαν όσους τα κατάφερναν να ξεκολλήσουν από το κενοτάφιο του Μπιλ του Χοντρού.
«Καλώς τ΄αρχίδια μας τα δυο», με υποδέχτηκε ο Μπιλ. «Χάθηκες κι ανησυχήσαμε μην ξανάρθεις...»
Χαμογέλασα, πήρα ένα εύκαιρο ποτήρι μπύρα και χώθηκα στο τεράστιο τραπέζι.
«Μεγάλε –χρόνια και ζαμάνια...»
«Παιχταρά μου»
Κι άλλα τέτοια επί της υποδοχής.
Το Μέταλλο μου έκανε νόημα, ο Πίβοτ ούτε να με χέσει. Αγόρευε σε κρεμασμένα σαγόνια περί του χτυπήματος που δέχτηκε η ανεξάρτητη μουσική σκηνή με τον θάνατο του Γιωργάκη, έτσι όπως το πήγαινε δεν το είχε σε τίποτα να κατηγορήσει τη διεθνή δισκογραφική μασονία οτι τον αυτοκτόνησαν σαν τον Χέντριξ να πούμε.
«Σ΄έχω δει στο δισκάδικο στο κέντρο», μου σφύριξε ένα παιδί που καθόταν δίπλα μου, η φάτσα του κάτι μου θύμιζε.
«Ναι, εκεί δουλεύω», παραδέχτηκα.
«Συγκρότημα, συναυλίες, δίσκοι και δουλειά σε δισκάδικο –όνειρο Μεγάλε. Κι εμείς ξεκινάνε ένα γκρουπάκι, μακάρι να τα καταφέρουμε σαν εσάς», είπε το παιδί.
«Πού σε ξέρω ρε μικρέ;» τον ρώτησα.
«Ε, όχι και μικρός –17 χρονών...» διαμαρτυρήθηκε το παιδί. «Ο αδερφός του Τάραμα είμαι...»
«Του Τζων;»
«Ναι αυτού».
«Τι κάνει ο φοβερός Τζων Τάραμας;»
«Κάνει το αγροτικό του».
«Πώς κι έτσι; Πέρασε στην ιατρική;»
«Όχι –αγροτικές φυλακές Ναυπλίου... Τον πιάσανε με κάτι στερεοφωνικά...»
«Έλα ρε...»
«Ναι. Και για να μη μένει η κιθάρα του και σκεβρώσει....»
«Είπες να κάνεις συγκρότημα».
«Έτσι».
«Και τι παίζετε;»
«Μέταλ».
«Εντάξει –είναι και οικογενειακή παράδοση».
«Έχεις τίποτα άκρες να μας κλείσεις καμιά συναυλία;»
«Μίλα με το Μέταλλο ρε μικρέ –αυτός είναι πιο σχετικός».
«Μπα, παπάρια. Το Μέταλλο έχει φλωρέψει, ακούει τζαζ πλέον...»
Χαμογέλασα.
«Κοίτα να δεις μικρέ, υπάρχουν δυο δρόμοι...»
«Της αρετής και της κακίας».
«Κάπως έτσι. Του περφεξιονισμού και της ηρωικής αναπόλησης. Δηλαδή ή καταλήγεις μάστορας του σεξ και του καράτε να παίζεις παπάδες ή περιμένεις να΄ρθει Κυριακή, να μαζευτείτε με την παρέα ν΄αναπολήσετε τα περασμένα μεγαλεία».
«Ναι ε;»
«Κι εσείς ποιο δρόμο ακολουθείτε δηλαδή;»
«Εμείς χαθήκαμε στο σταυροδρόμι –δεν τα΄μαθες;»
«Άρα λοιπόν παπάρια συμβουλές –ακουστά τα΄χεις κι εσύ».
Γέλασα.
«Πες το κι έτσι».
«Έτσι το λέω και τζάμπα έχασα την ώρα μου».
Ο πιτσιρικάς σηκώθηκε, έσβησε το τσιγάρο του, σήκωσε τον γιακά του τζιν μπουφάν.
«Δεν θα τους περάσει πάντως. Ο Γιωργάκης μπορεί να μην είναι πια εδώ, το υλικό του όμως υπάρχει...» αγόρευσε ο Πίβοτ.
Δαγκώθηκα.
«Αντίο μαλάκα», είπε ο πιτσιρικάς.
«Καλή τύχη», του ευχήθηκα.
«Έτοιμοι ήμασταν να κυκλοφορήσουμε, τώρα έχουμε ένα λόγο παραπάνω να το κάνουμε», κατέληξε ο Πίβοτ.
Τα παιδιά επικρότησαν. Το Μέταλλο έψαχνε κάτι να βρει στον πάτο του ποτηριού, έδειχνε ιδιαίτερα απασχολημένος για να συμμετάσχει στην κουβέντα.
Κοίταξα τον Πίβοτ ο οποίος αξιώθηκε να μου ρίξει ένα βλέμμα.
«Αύριο έχουμε ραντεβού στο στούντιο», μου είπε.
«Καλώς –θα τα πούμε αύριο», απάντησα.
Σηκώθηκα.
«Πού πας;» ρώτησαν τα παιδιά.
«Εδώ γύρω θα είμαι», είπα.
Βγήκα από του Μπιλ σα να με κυνηγάγανε χίλιοι διαβόλοι, πήγα παραδίπλα στο σουπερμάρκετ με τα κατεβασμένα ρολά και βάλθηκα να κλωτσάω τα καφάσια. Μια, δυο, τρεις –τα ξύλα σπάγανε –στο τέλος ένιωσα οτι δε μου αρκούσε αυτό, πλάκωσα λοιπόν στο κλωτσίδι μια υδρορροή κι ετοιμαζόμουν να πιάσω τοίχο όταν είδα το Ντεσεβώ να με παρακολουθεί. Σταμάτησα. Το παράθυρο του Ντεσεβώ άνοιξε κι ένα γυναικείο χέρι που κράταγε τσιγάρο με χρυσό επιστόμιο μού έκανε νόημα. Πλησίασα.
«Μπες μέσα», μου είπε μια τύπισσα με κορακίσιο μαλλί κομμωτηρίου.
Έκανα το γύρο του αμαξιού και μπήκα στη θέση του συνοδηγού. Η κυρία φορούσε μαύρα, δαντέλα στις άκρες, φορεματάκι με αβυσσαλέο άνοιγμα στο μπούστο και ένα σωρό βραχιόλια –σαραντάρα την έκοβα αλλά ο χρόνος δεν την είχε ενοχλήσει, εμφανισιακά τουλάχιστον. Το Ντεσεβώ μύριζε Όπιουμ.
«Ποια είσαι εσύ;» απόρησα.
«Δεν έχει σημασία», είπε και άναψε τον κινητήρα.
Μου πρόσφερε τσιγάρο, αρνήθηκα κι άναψα μια Καμήλα –άνοιξα τέρμα το παράθυρό μου να μη ντουμανιάσουμε.
«Ήρθα για τον Γιωργάκη», είπε.
«Άργησες», διαπίστωσα.
«Νομίζεις;»
Την κοίταξα.
«Αν θέλεις κάτι πες το γρήγορα, έχουμε και δουλειές», γκρίνιαξα.
«Σιγά μη χάσεις την πρόβα», γέλασε η γυναίκα.
«Με ξέρεις;» ρώτησα.
«Όλους σάς ξέρω», απάντησε.
«Για κάνε παιχνίδι...» είπα.
«Με τι φύλλο ρε κορόιδο;» γέλασε.
«Εντάξει τότε –άσε με εδώ δεξιά κι άντε γαμήσου», θύμωσα.
«Τι έγινε με τον Γιωργάκη;» ρώτησε.
«Πες μου εσύ που τα ξέρεις όλα», φίδιασα.
«Εγώ ξέρω οτι ο Γιωργάκης μάς χρωστάει κάτι και ξαφνικά εξαφανίζεται, στην αρχή μυστηριωδώς, αργότερα αμετακλήτως....»
«Εντάξει –άμα σάς χρωστάει, άντε να τον βρείτε να εισπράξετε. Και ποιοι είσαστε εσείς για να’χουμε καλό ρώτημα;»
Η κυρία με κοίταξε ναζιάρικα.
«Μπερδέψαμε κάπως τα μπούτια μας μου φαίνεται... Εγώ κάνω τις ερωτήσεις».
«Κοίτα –δε χαλιέμαι με τα μπερδεμένα μπούτια κι αν μάλιστα το γυρίσουμε από συμβολικό σε πραγματικό ακόμα καλύτερα. Όσο όμως έχεις αυτό το στυλάκι θα επιμένω να με αφήσεις στο κοντινότερο πεζοδρόμιο».
Η κυρία μού γέλασε κατάμουτρα.
«Δε σε παίρνει», μου εξήγησε.
«Ποιος το λέει αυτό;» ενδιαφέρθηκα να μάθω.
«Κι άλλη ερώτηση;» κορόιδεψε.
Άνοιξα την πόρτα στην κίνηση και κύλησα έξω, το αμάξι δεν πήγαινε πάνω από 20 αλλά η άσφαλτος με γάμησε –κόντεψε να πάρει φωτιά το μπουφάν μου κι ένιωθα το δέρμα από κάτω να ξεφλουδίζει σαν ώριμο σύκο. Πόνεσα αλλά το είχα ανάγκη, στήθηκα στα πόδια μου νιώθοντας πολύ ζωντανός. Το Ντεσεβώ συνέχισε την πορεία του χωρίς ν΄αλλάξει ταχύτητα
Τα τσιγάρα μου είχαν γίνει μαντάρα, βρήκα ένα αξιοπρεπές και το άναψα. Έπιασε τότε και μια ψιλοβροχή, δροσίστηκε η φάτσα μου, όλα πήγαιναν για χοντρό πούλημα όμως ένιωθα πολύ εντάξει –σα θανατοποινίτης μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, το μόνο που με απασχολούσε ήταν να μη χάσω το στυλ μου.

«Κατάλαβες;» τη ρώτησα.
«Κι αυτό ήταν λόγος να τον σκοτώσεις;» απόρησε.
«Αυτό ήταν ο λόγος που αυτοκτόνησε ο Γιωργάκης –πώς μπορείς να είσαι τόσο ηλίθια;» φώναξα.
Μαζεύτηκε. Ήταν το καλύτερο που θα μπορούσε να κάνει.

Παρασκευή, Ιούνιος 10, 2011

"Η καινούργια επανάσταση" -Κουμπότρυπες Α.Ε.

Κάθομαι, που λες, και παρακολουθώ με προσοχή το ξεκίνημα αυτής της φρέσκιας επανάστασης. Ξεκοκαλίζω τις πηγές στο διαδίκτυο, βλέπω και ολίγες ειδήσεις μπας και τρουπώσει κάνας πούρος επαναστάτης κι ακουστεί από τα κανάλια... Τι πράγμα; Όχι δεν πάω –δεν κατεβαίνω στο Σύνταγμα, προτιμώ να τα παρακολουθώ όλα αυτά από μακριά. Ο λόγος είναι οτι βαρβάμαι κυρίως και δευτερευόντως φοβιέμαι.

Αν λοιπόν γράψω κάτι άσχετο, δεν πρόκειται περί κακίας, εντεταλμένης υπηρεσίας ή άλλο παρόμοιο –πρόκειται περί λανθασμένης πληροφόρησης και με χαρά να με διορθώσεις.

Έχοντας εξηγηθεί ακριβώς από πάνω λέω να προχωρήσω σε μια συνοπτική παρουσίαση όσων εντόπισα μέχρι σήμερα. Είναι λοιπόν δύο οι πρωταγωνιστικές οντότητες της υπόθεσης, οι εξής τρεις:

1.Η τρόικα
Τουτέστιν κάποιοι εκπρόσωποι χρηματοπιστωτικών ομίλων οι οποίοι (όμιλοι) ενδιαφέρονται να πάρουν πίσω τα χρήματα που δάνεισαν, συν τους τόκους, συν ότι άλλο περιλαμβάνει η συμφωνία δανεισμού. Σε αυτό το πλαίσιο έρχονται μερικοί υπάλληλοι εδώ πέρα, καθαρά σαν εμπειρογνώμονες, να βοηθήσουν τη συγκέντρωση χρημάτων (αυτοί έχει επικρατήσει να ονομάζονται τρόικα) όσο τα αφεντικά τους περιμένουν τις εκθέσεις τους για να δουν αν θα υπογράψουν τις επόμενες εκταμιεύσεις δανειακών δόσεων (όσο περιμένουν, πηδάνε και καμιά καμαριέρα –άνθρωποι είναι κι αυτοί, ορμές έχουν –πώς να γίνει;)

2.Η κυβέρνηση
Δηλαδή η ζωντανή απόδειξη οτι ο Αλέφαντος δεν ήταν άνθρωπος, ήταν στάση ζωής! Ανέλαβαν τη δουλειά ξέροντας οτι το μαγαζί είχε χρεοκοπήσει (κι αν δεν το ήξεραν μαλακία τους –έπρεπε να με πάρουν ένα τηλέφωνο, ή να διαβάζουν το μπλογκ μου που το έγραφα από το 2008). Ανέλαβαν λοιπόν (υποθέτω λόγω καούρας να κυβερνήσουν κι αυτοί ένα τέρμινο) αλλά ακόμα δεν έχουν αποφασίσει πώς θέλουν να το κάνουν. Θέλουν να παίξουν ντόνταλ φούντμπολ α λα Ρίνους Μίχελς; Άρα πλακώνονται στις αποκρατικοποιήσεις, εκποιήσεις, ανασκολοπισμούς των ΔΕΚΟ, κατατεμαχισμούς πλεοναζόντων δημοσίων υπαλλήλων και άλλα τέτοια ρομαντικά. Θέλουν να το παίξουν ομάδα του λαού –προσφυγομάνα ΑΕΚ; Χώνουν τα λεφτά των δανεικών στους αναξιοπαθούντες ψηφοφόρους τους και ψάχνουν το μπαγιόκο στα κερατιλίκια –μαύρο χρήμα, αγοροπωλησία ναρκωτικών κ.λ.π. –όσο μας παραμυθιάζουν με περασμένα μεγαλεία. Αυτοί εδώ όμως παίζουν σύστημα Αλέφαντου –τερατολογύδρια στα αποδυτήρια, καραγκιοζιλίκια στον πάγκο -κι όταν βγαίνει η ομάδα στο χόρτο δεν προλαβαίνει να κουβαλήσει τη μπάλα από το πλεκτό στη σέντρα –πρώτος σκόρερ της αναμέτρησης ο τερματοφύλακας με απανωτά αυτογκόλ:
-Θέλουν να μειώσουν τις δαπάνες του Δημόσιου τομέα (λογικό –αφού εκεί πάει το δανεικό χρήμα) και κόβουν τους μισθούς των Δημοσίων υπαλλήλων την ώρα που οι ΔΕΚΟ καταπίνουν τα πενταπλάσια από όσα εξοικονομούνται με την περικοπή και οι «αμυντικές» δαπάνες παραμένουν στον θεό.
-Πάνε να κλείσουν τις ΔΕΚΟ (λογικό –αφού αυτές καταπίνουν), τους πλακώνουν οι βουλευτές και η κομματική βάση η οποία απαρτίζεται από συνδικαλιστές και υπαλλήλους των ΔΕΚΟ στην πλειονότητά της. Πάνε να περιορίσουν λίγο τις «αμυντικές», τους την πέφτουν οι πατριωταράδες εντός κι εκτός Πασόκ οτι είναι πράχτορες των μασόνων και των ναϊτών ιπποτών της μακρουλής τραπέζης.
-Ανεβάζουν ΦΠΑ και λοιπούς φόρους (παράλογο –αφού έχουν κόψει μισθούς, αλλά σιγουράκι για να έρθει χρήμα στα ταμεία), μουλαρώνουν οι εφοριακοί που τους έχουν κόψει τους μισθούς και κάνουν λευκή απεργία διαρκείας –παπάρια τα έσοδα.
-Ψυλλιάζονται οτι οι εισπράκτορες φόρων δεν εισπράττουν (το λογικό θα ήταν να τους κόψουν τον κώλο) κι αποφασίζουν να κάνουν τους πολίτες εισπράκτορες τάζοντας φοροαπαλλαγές. Μαζεύουν οι πολίτες αποδείξεις, παράλληλα πέφτουν έξω τα έσοδα λόγω κάμψης της αγοραστικής δύναμης –έχουν και να πληρώνουν στους πολίτες τις επιστροφές φόρων, πάει το πακετάκι που τσιμπάγανε τα προηγούμενα χρόνια.
-Βλέπουν οτι το μαλακίσανε με τις αποδείξεις των πολιτών, βγάζουν τώρα μια έκτακτη ετήσια εισφορά για τους πολίτες -πάλι τ΄αρχίδια τους θα πάρουν (καθότι 300, ας πούμε, θα μου χρωστάνε από τη φορολογική δήλωση του 2010, άντε να μου βγάλουν φιρμάνι να δώσω 300 εισφορά –πατσίσαμε και τους ασπασμούς μου στη θεία).
-Αποφασίζουν να πουλήσουν ακίνητη περιουσία του κράτους ή χρήσεις γης για 100 έτη –πράγμα που κάνει ακριβώς το ίδιο –και σωστά ξηγιούνται εφόσον ρημάζουν τα ακίνητα γραπωμένα από τον κάθε δημαρχάκο ο οποίος τα αφήνει να γίνουν σκουπιδότοποι αλλά αν κάνεις να τα πειράξεις, σου διοργανώνει και μια συναυλία με αίτημα «Κάτω τα χέρια από το πάρκο του λαού» (πάρκο ονομάζει τη χωματερή με το συρματόπλεγμα στην οποία έχει πρόσβαση μόνο ότι πετάει κι ότι έρπει). Ξυπνάει η επαναστατικοοικολογική συνείδηση κάποιων Πασόκων, παγώνουν τις σχετικές διαδικασίες –νιξ κοκό από τις πωλήσεις των ακινήτων.
Θα μπορούσα να συνεχίζω για σελίδες ολόκληρες αλλά νομίζω οτι έγινε εμφανής η εμπνευσμένη διακυβέρνηση της παρούσας κυβέρνησης –αν έχεις απορίες ρώτα με να σου λέω.

3.Οι αγανακτισμένοι πολίτες
Εγώ ήμουνα νέος τη δεκαετία του ’80 (είχα αυτή την ατυχία) και τότε «αγανακτισμένους πολίτες» λέγανε κάτι χοντρούς Πασόκους που μαζεύονταν όποτε γινόταν εκδήλωση με θέμα διαφορετικό από την επίσημη γραμμή των κοινοβουλευτικών κομμάτων και ρίχνανε ξύλο , την εκδήλωση. Ή κάνανε περιφρούρηση στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ για να μην τα σπάσει ο κόσμος μετά την δολοφονία Καλτεζά και την αθώωση Μελίστα για παράδειγμα. Είμαι λοιπόν (και το δηλώνω εξ αρχής) αρνητικά φορτισμένος με τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό.
Παρακάτω -βλέπω αυτούς τους ανθρώπους να μαζεύονται μισό μήνα τώρα στο Σύνταγμα. Μαζεύονται, λέει, όντας αλληλέγγυοι με τους Ισπανούς (που τους είπαν οτι κοιμούνται) και με τους Αιγύπτιους, τους Λίβυους κ.λ.π. Μόνο που οι Ισπανοί απλώς καταπόντισαν τους σοσιαλιστές κι ανέβασαν τους δεξιούς, ενώ στην Αίγυπτο διώξανε τον Μουμπάρακ και φέρανε τον στρατό να κάνει ελέγχους παρθενίας -δε με γεμίζουν ελπίδες οι εξελίξεις των αλληλέγγυων! Μαζεύονται, κουνάνε ελληνικές σημαίες (κάποιοι, ελπίζω, λίγοι), έχουν στήσει ένα πανό που λέει να φύγει η κυβέρνηση και η τρόικα, κάνουν και λαϊκή συνέλευση καθημερινά διακηρύσσοντας την άμεση δημοκρατία. Εμένα μου αρέσει η άμεση δημοκρατία, μου αρέσουν οι λαϊκές συνελεύσεις -θεωρώ οτι είναι η μοναδική προοπτική ορθής διαχείρισης των ζητημάτων που απασχολούν μια κοινωνία. Νομίζω οτι η κοινωνική συμβίωση απανθρωποποιήθηκε την εποχή που περάσαμε άνευ όρων από την Κοινότητα στην Κοινωνία –εκεί κάπου χάθηκε η άμεση εκπροσώπηση και υποκαταστάθηκε από την a priori εξουσιοδότηση κάποιων να μιλούν στο όνομα όλων. Όμως:
-Η λαϊκή συνέλευση της πλατείας είναι ένα όργανο το οποίο, μέχρι σήμερα, δεν έχω διαβάσει να έχει βγάλει κάποια απόφαση απτή, κανονική και εφαρμόσιμη. Εντάξει, το όλο κίνημα έχει καθορίσει κάποιες συνισταμένες αυτοοργάνωσης, αλλά η οργάνωση δημιουργείται με προοπτική την επίτευξη κάποιων στόχων. Οργάνωση για την οργάνωση είναι σα μαλακία χωρίς φαντασίωση.
-Η άμεση δημοκρατία, από οτι έχω καταλάβει, εξαντλείται στην απαγόρευση συμμετοχής και γενικότερης παρουσίας στον χώρο πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων καθώς και στην κλήρωση των ομιλητών της συνέλευσης. Εδώ έχω (τουλάχιστον) δύο προβλήματα.
Κατά πρώτον, οποιαδήποτε απαγόρευση ισχύει σε γενικό επίπεδο δεν συμβιβάζεται με συμμετοχικές κοινωνικές διαδικασίες. Ακόμα και η απαγόρευση της κατάλυσης της ίδιας της συμμετοχικής διαδικασίας από τους συμμετέχοντες, ακόμα και αυτή η απαγόρευση δεν στέκει –επειδή δεν υπάρχει λόγος να τεθεί μεταξύ έλλογων όντων. Τι απαγορεύεται; Μονάχα η προσπάθεια περιορισμού της ελευθερίας την οποία διαθέτει η συλλογικότητα –αν δηλαδή βγει κάποιος και πει «δεν θέλω να συμμετέχουν μίνι φούστες» ή «δεν θέλω να συμμετέχουν μελαμψοί, ομοφυλόφιλοι, ολυμπιακοί», αυτό απαγορεύεται. Επειδή τότε κάποιος προσπαθεί να περιορίσει τα δικαιώματα όλων, καθότι δικαίωμα όλων είναι να κάθονται δίπλα σε μίνι φούστες και μελαμψούς, όπως και δικαίωμα των μελαμψών είναι να κάθονται δίπλα σε ασπρουλιάρηδες. Σε αυτά τα πλαίσια δεν μου προκύπτει ως θεμιτή η απαγόρευση κομμάτων ή/και οργανώσεων. Γιατί εγώ που είμαι ενταγμένος σε ένα κόμμα και περήφανος για την επιλογή μου (απαγορεύεται αυτό;) να πρέπει να κυκλοφορώ κρύβοντάς το σαν Εβραίος σε δεξίωση Ναζί; Φοβάται η συνέλευση να μην καπελωθεί; Μα, για να γίνει αυτό θα πρέπει η Χ ομάδα (κόμμα, οργάνωση) να αποκτήσει τη συντριπτική πλειοψηφία –αν συμβεί κάτι τέτοιο ας καπελωθεί η συνέλευση! Ή, να το πούμε κι αλλιώς, αν αύριο το τάδε κόμμα μαζέψει όλα τα μέλη του απ΄όλη την Ελλάδα και τα σπείρει στην πλατεία Συντάγματος, η απαγόρευση κομματικών εμβλημάτων θα αποτρέψει το καπέλωμα;
Κατά δεύτερον, διαδικασίες του τύπου «sweepstake -σήμερα κληρώνει» για την επιλογή ομιλητών δεν έχουν καμιά σχέση με άμεση δημοκρατία. Άμεση δημοκρατία σημαίνει να τίθεται ένα θέμα ανάλογα με το γενικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει (δηλαδή πρώτα η συζήτηση για την κατάληψη ενός κτιρίου π.χ. και μετά η συζήτηση περί των λόγων που με παράτησε η Αννούλα), να αποφασίζεται η δράση που θα αναληφθεί και να εκλέγονται οι τυχόν εκπρόσωποι που χρειάζονται προκειμένου να μεταφέρουν (ή να υλοποιήσουν) τις αποφάσεις της συνέλευσης για το συγκεκριμένο ζήτημα. Αδυνατώ να αντιληφθώ τι είδους κουβέντα μπορεί να γίνει όταν βγαίνει ένας και θέτει θέμα επέκτασης της κινητοποίησης και στο καπάκι ανεβαίνει ο άλλος και θέτει θέμα επαναφοράς της τρύπας στις δεκάρες!
Κατά τρίτο και χειρότερο, αν έχω αντιληφθεί σωστά, έχουν οριστεί κάποιες ομάδες εργασίας μεταξύ των οποίων και μια ομάδα περιφρούρησης. Αναρωτιέμαι –περιφρούρησης τίνος και από ποιους; Περιφρούρησης της αγνότητας της συνέλευσης από τα μολυσματικά κόμματα; Περιφρούρησης της ασφάλειας των συγκεντρωμένων από τους πορτοφολάδες; Περιφρούρησης της εκδήλωσης από επιθέσεις αντιπάλων; Τα δύο πρώτα τα θεωρώ κακόγουστα αστεία και το τρίτο θα μπορούσα να το συζητήσω αν είχε εμφανιστεί μέχρι σήμερα έστω και ένας αντίπαλος της εκδήλωσης! Ούτε Χρυσαυγίτες την έχουν πέσει, ούτε μπαχαλάκηδες –εδώ μέχρι και τα ΜΑΤ της πλατείας στο πίτσι πίτσι με τους μπροστινούς είναι! Δηλαδή το κίνημα της πλατείας, το πρώτο πράγμα που επέλεξε να συγκροτήσει ήταν οι κινηματικοί του μπάτσοι; Κι αυτό θα το δεχόμουν αν ερχόταν κάποιος να μου έλεγε ποιο ήταν το δεύτερο πράγμα που υλοποιήθηκε. Ή το τρίτο. (Και φυσικά δεν αναφέρομαι στις υπόλοιπες ομάδες εργασίας που είναι από χρήσιμες μέχρι αστείες –αναφέρομαι στις κινηματικές ενέργειες).

Κάποιοι φίλοι μού λένε οτι είμαι απλώς γερογκρινιάρης κι οτι αυτό το πράγμα, που επιτέλους ο κόσμος σηκώθηκε από τους καναπέδες και βγήκε στο δρόμο, είναι καλό. Διαφωνώ. Ο κόσμος είχε σηκωθεί από τους καναπέδες κι όταν πήραμε το Γιούρο κι όταν κέρδιζε η Παπαρίζου τη Γιουροβίζιον. Ο κόσμος είχε βγει στους δρόμους και μετά τις φωτιές στην Πελοπόννησο. Κι ο κόσμος είχε βγει στους δρόμους μετά τη δολοφονία Γρηγορόπουλου. Δεν είναι ίδια όλα αυτά. Διαφέρουν τόσο στο τι φώναζε ο κόσμος όταν βγήκε στους δρόμους όσο και στο ποιοι ήταν αυτοί που βγήκαν στους δρόμους. Άλλο το να είσαι χουλιγκάνι που φωνάζεις «Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ», άλλο το να είσαι μπλόγκερ με τα μαύρα που παίρνεις φωτογραφίες από τη συγκέντρωση για να σηκώσεις στο μπλογκ σου κι άλλο το να είσαι αγριεμένος πιτσιρίκος που σε σκοτώνουν κάθε μέρα και τώρα σε πυροβολούν κιόλας! Έχω άδικο; Αν όχι –ας μου πουν ποιοι είναι αυτοί που έχουν βγει στο Σύνταγμα και τι φωνάζουν.

Αναφορικά με το ποιοι είναι, έχω την εντύπωση οτι πρόκειται για τα μικροαστικά κοινωνικά στρώματα, που εμπλέκονται στην χαμηλόμισθη (συν –πλην) διαδικασία «παραγωγής» -αυτούς που προσδιορίζουμε με τον συναισθηματικά φορτισμένο χαρακτηρισμό «κοινωνικός ιστός». Δεν έχω αντιληφθεί ούτε λούμπεν προλετάριους, ούτε μεγαλοαστούς Βορείων Προαστίων, ούτε τίποτα «κοινωνικά ακραίο» τέλος πάντων. Αν κάνω λάθος διορθώστε με.

Σχετικά με το τι φωνάζουν:
-«Να φύγει η κυβέρνηση και η τρόικα». Υπέροχα. Και ποιος να έρθει; Ο Σαμαράς; Κι αν ναι ποιος από τους δύο; Ο Αντώνης ή ο Τρύφωνας;
-«Να φύγουν όλοι όσοι μας έφεραν σ΄αυτά τα χάλια» (αυτό πάει πακετάκι με τις παραλλαγές: «να πάνε φυλακή», «να κρεμαστούν», «να δημευτεί η περιουσία τους», «να τους καεί το βίντεο»). Ποιοι είναι οι «όλοι όσοι»; Οι 300 της Βουλής; Όσοι ασχολήθηκαν με τα κοινά και ζουν ακόμα; Τα δύο μεγάλα κόμματα; Και στη θέση τους να έρθουν κάποιοι άλλοι; Δηλαδή είναι θέμα προσώπων; Ο Βουλγαράκης με τον Βενιζέλο και τον Πρωτούλη είναι παλιάνθρωποι σήμερα ενώ ο Βενιζελάκης με τον Βούλγαρη και τον Πρωτούλη αύριο θα είναι άγγελοι; Κι αυτοί που ζητείται να μπουν φυλακή με ποιο τρόπο θα επιλεγούν; Θα περάσουν από δίκη; Κι αν (τι «αν» -σίγουρα πες καλύτερα) τα αδικήματά τους έχουν παραγραφεί ή δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να καταδικαστούν; Τότε ο λαός, ο υπέρτατος κριτής (που λένε κι ο Καρατζαφέρης με τον Ψωμιάδη) θα τους κρεμάσει; Όλα κι όλα θείο –εμένα οι κρεμάλες δεν μου αρέσουν. Ακόμα κι αν πρόκειται για τον Κόμη Δράκουλα –όλο αυτό το θέαμα με το κορμί που συσπάται, κατουριέται και χέζεται όσο πεθαίνει εμένα μου κάνει σε κτηνωδία. Γούστο μου –έτσι; Άμα εσύ γουστάρεις αλλιώτικα –τραβήξου μόνος σου. Άσε που δεν έχω καταλάβει πώς προσδιορίζεται η κλοπή του δημόσιου χρήματος. Δηλαδή, θα κρεμαστεί μονάχα ο Τσοχατζόπουλος ή και ο δείνα δημόσιος υπάλληλος που έκανε κομπίνα και σούφρωσε 1 μύριο από το ΙΚΑ, ας πούμε; Και μαζί με τον δημόσιο υπάλληλο θα κρεμαστεί κι ο ιδιώτης συνεργός του; Ναι; Όχι; Γιατί;
-«Να γίνει δημοψήφισμα». Εντάξει –με τι θέμα; Μέσα ή έξω από το Μνημόνιο; Κι ας πούμε οτι αποφασίζεται «έξω» -μετά τι; Θα συνεχίσουμε να συμμετέχουμε στο συγκεκριμένο κοινωνικό (ευρωπαϊκό –παγκόσμιο) σύστημα αλλά θα τους πούμε «σόρι γκάις, δεν έχουμε να σας ξεχρεώσουμε» κι εκείνοι απλώς θα μας χτυπήσουν στην πλάτη απαντώντας «νέβερ μάιντ, γιού Γκρικς μπρόουτ δε λάιτς οφ σιβιλιαϊζέσιον –γουατέβερ γιου γοντ –γουέιτ ε μίνιτ του γουός άορ άσχολς του φακ ας κλιν» ή κάτι παρόμοιο; Δε θα ασχοληθώ με αυτά τα περί Επιτροπών Ελέγχου του Χρέους –έχω γράψει παλιότερα, μη γίνομαι και επαναλαμβανόμενος!
-«Να λαμβάνεται υπόψη η γνώμη του λαού». Μέγκλα και το στηρίζω αυτό. Αλλά ποια γνώμη; Εκεί στο Σύνταγμα δεν έχω ακούσει καμιά γνώμη –μόνο αφορισμούς! Από τέτοια έχουμε και στη βουλή –τι διαφορετικό ζητάνε οι συγκεντρωμένοι απ΄αυτά που λέει ο Τσίπρας ή ο Καρατζαφέρης;
-«Να κατοχυρωθεί η άμεση δημοκρατία στο Σύνταγμα της χώρας» (αυτό το διάβασα χτες και το έβαλα σαν ανέκδοτο). Δηλαδή ζητάνε να αυτοκαταλυθεί, από μόνο του ας πούμε, το Σύνταγμα! Γιατί δεν το κάνετε εσείς ρε παιδιά; Τι είναι το Σύνταγμα της Ελλάδας; Λέμινγκ –να αυτοκτονήσει αφ΄εαυτού του;

Μη σε κουράζω άλλο...

Η γιορτή στο Σύνταγμα είναι υπέροχη για όσους θέλουν να εξοικονομήσουν τα λεφτά της ψυχανάλυσης. Μαζεύονται υπέροχα, γνωρίζονται υπέροχα, βαβουριάζουν υπέροχα, τρώνε και κάνα σουβλάκι –όλα υπέροχα. Βγάζουν τη συλλογική τους ενοχή και την ακουμπάνε στους αποδιοπομπαίους τράγους της Βουλής και φεύγουν ξαλαφρωμένοι. Αύριο ίσως λιθοβολήσουν και κάνα τραγί για να εξαγνιστούν τα κρίματά τους, δοκιμασμένες μέθοδοι...

Όσο όμως η κουβέντα θα αφορά πρόσωπα, τόσο θα πρόκειται για μια ακόμα πρόταση εφαρμογής του νόμου του Λυντς –φασιστιλίκι κι έτσι δηλαδή. Αν δεν γίνει εμφανές οτι το πρόβλημα έγκειται στο κοινωνικό σύστημα, αν δεν καταλάβουμε οτι η παθογένεια που ονομάζεται «ελεύθερη αγορά», ο κρετινισμός που καλείται «επίτευξη κέρδους» -όλες αυτές οι κτηνωδίες οδήγησαν στην εξαθλίωσή μας, τότε καλύτερα ας ξαναγυρίσουμε στους καναπέδες. Να μην πάθουμε και καμιά ηλίαση τζάμπα και βερεσέ!

Όσο η κουβέντα θα σχετίζεται με την αντίδραση στο «ξεπούλημα της πατρίδας μας» θα δικαιούμαι να υποστηρίζω οτι το όλο θέμα δε με αφορά (αφού ποτέ δεν ήταν δική μου αυτή η πατρίδα –άσε που η λέξη από μόνη της με κάνει να βγάζω μπιμπίκια) κι οτι τελικά όσοι αντιτίθεται στο «ξεπούλημα» είναι εχθροί μου όσο ακριβώς και η κυβερνητική πολιτική. Επειδή αυτό ακριβώς ΔΕΝ κάνει μέχρι σήμερα η κυβέρνηση, δεν πουλά, δεν «ξεπουλά» με αποτέλεσμα να μου κόβει το μισθό και να ανεβάζει τους φόρους για να βγάλει τα κερατιάτικά της. Το ξεκαθαρίζω –ανάμεσα σε μια μείωση του μισθού μου κατά ένα ευρώ και στην πώληση της Ακρόπολης σε πολυεθνικό όμιλο σουπερμάρκετ προτιμώ σαφώς το δεύτερο. Γιατί δουλεύω για βιοποριστικούς λόγους και την Ακρόπολη την έχουμε γραμμένη στ΄αρχίδια μας πανελληνίως και διαχρονικώς –κάνω λάθος;

Αν δεν συνειδητοποιήσουμε οτι η άμεση δημοκρατία είναι η (αργή, σπαστική, κουραστική, εκνευριστική, βραδυκίνητη) επεξεργασία όλων των απόψεων μέχρι τη στιγμή που το εμφανές θα γίνει φανερό και η κουβέντα θα αφορά πλέον μονάχα διαδικαστικά ζητήματα –αν δεν απαλλαγούμε λοιπόν από τα κοινωνικά μας κόμπλεξ –καλύτερα να μην τον εξευτελίζουμε τον όρο. Ας το πούμε «πικ νικ», ας το πούμε όπως διάολο θέλουμε αλλά όχι «άμεση δημοκρατία».

Και τελικά, αν δεν αποφασίσουμε οτι έχουμε κάτι να πούμε, αν δεν έχουμε τίποτα να πούμε –ας μην απαιτούμε να μας ακούσουν. Γιατί μπορεί στο τέλος να το κάνουν και τότε ΓΑΜΗΣΕ ΤΑ παλικάρι μου!

Τετάρτη, Ιούνιος 08, 2011

7. Κριστίν

Προηγούμενα:
1. Μπάσκετ με τα φαντάσματα

2. Οι εφιάλτες ξεκινάνε ονειρικά
3. Μαλιμπού Μπιτς
4. Τυφλοπόντικες στον παράδεισο των ερπετών
5. "Χασάν ι Σαμπά"
6. Φλάουερ Στούντιος

Το τηλέφωνο χτυπάει σαν από πάντα. Εννοώ –δεν άκουσα πότε ξεκίνησε, μόνο κάποια στιγμή με ενόχλησε κι έτσι κατάλαβα οτι κουδούνιζε ώρα πολλή.
«Δεν θα το σηκώσεις;» αναρωτιέται περισσότερο απ΄ότι με ρωτάει.
«Σήκωσέ το εσύ», λέω.
Κοιτάζω έξω από το παράθυρο, οι μπασκίνες πληθαίνουν αλλά φροντίζουν να παραμένουν κρυμμένοι. Εγώ τους διακρίνω πάντως.
«Γιατί να το σηκώσω;» απορεί.
«Επειδή είναι οι μπάτσοι και θέλω να τους πεις τι γίνεται εδώ μέσα».
«Τι γίνεται;»
«Σε κρατάω όμηρο μέχρι να τελειώσω την ιστορία μου, δεν είναι ευγενικό να φύγεις πριν τελειώσω. Σωστά;»
Με κοιτάζει.
«Σωστά;» επαναλαμβάνω εκνευρισμένος.
Όχι μαζί της. Με το τηλέφωνο.
«Εμπρός;» μουρμουρίζει κρατώντας το ακουστικό μακριά από το αυτί της λες και φοβάται μην κολλήσει τίποτα.
«Εδώ είναι», συνεχίζει. «Ναι. Είναι οπλισμένος ή έτσι νομίζω... Υπάρχει ένας νεκρός... Θέλει λίγο χρόνο και θα παραδωθεί μόνος του... Αυτό μου είπε... μισό λεπτό», μου δίνει το ακουστικό. «Θέλουν να μιλήσουν μαζί σου», λέει.
Παίρνω το ακουστικό και το ακουμπάω προσεκτικά στη θέση του.
«Όχι ακόμα», της εξηγώ. «Μη μας περάσουν και για λιγούρια...»
Ξανακάθεται. Ξανακάθομαι.
«Πού είχαμε μείνει;» τη ρωτάω.
«Δεν θυμάμαι», παραδέχεται.
Το τηλέφωνο ξαναχτυπάει.
«Δε με προσέχεις», της λέω.
Το είπα για πλάκα αλλά δείχνει να τρομάζει. Να μην το ξανακάνω.
Σηκώνω το τηλέφωνο εκνευρισμένος.
«Τι θες;» ρωτάω.
«Είσαι ο...»
«Ναι, αυτός είμαι».
«Αστυνόμος Καραγιάννης».
«Στ΄αρχίδια μου».
Πέφτει κάποια σιωπή.
«Δεν αρχίσαμε καλά», μου λέει.
«Δεν φταίω εγώ», απολογούμαι. «Προσπαθώ να δώσω μια συνέντευξη εδώ πέρα και συνεχώς με διακόπτετε».
«Θέλουμε απλώς να μπούμε μέσα για να δούμε τι συμβαίνει. Αν μας αφήσεις θα έχεις όλο το χρόνο για συνεντεύξεις», εξηγεί ο αστυνόμος.
«Να σε πιστέψω;» τον ρωτάω διστακτικά.
«Βεβαίως, σου δίνω το λόγο μου», σπεύδει να με διαβεβαιώσει.
«Αστυνόμε δεν διαθέτεις ίχνος χιούμορ», διαπιστώνω.
«Τι θα πει αυτό;» ζητάει να μάθει.
«Θα πει οτι με περνάς για ηλίθιο κι έτσι μου στερείς τη δυνατότητα να το παίξω ηλίθιος», του εξηγώ υπομονετικά.
«Δεν καταλαβαίνω...» λέει.
«Άκου», ξεκαθαρίζω. «Εδώ μέσα υπάρχει ένας νεκρός και μια δημοσιογράφος υποψήφια. Αν μπουκάρετε θα τη σκοτώσω κι άντε να ξεμπλέξεις με τα κανάλια. Αν μας αφήσετε να τελειώσουμε τη συνέντευξη θα βγούμε αγκαζέ με τα χεράκια ψηλά».
«Δεν γίνεται και αγκαζέ και τα χέρια ψηλά», μου λέει ο αστυνόμος.
Ξεκαρδίζομαι.
«Τελικά σε είχα παρεξηγήσει», του λέω. «Κοίτα τώρα να κρατήσεις τους δικούς σου ήσυχους για κάνα μισάωρο αν δεν θέλεις να έχουμε δράματα».
Κλείνω το τηλέφωνο. Κοιτάζω επιφυλακτικά από το παράθυρο, οι μπάτσοι έχουν ξεθαρρέψει. Αλλά εκεί που σούρνονται σκουλικοειδώς για να περάσουν την αυλόπορτα τούς βλέπω να σταματάνε –μπράβο Αστυνόμε Καραγιάννη.
Το τηλέφωνο ξαναχτυπάει, βλαστημάω μέσα από τα δόντια μου κοιτάζοντάς την που μαζεύεται –είναι να μην τους δώσεις θάρρος στους καργιόληδες.
«Τι θες;» τον ρωτάω.
«Δεν μου είπες ποιος είσαι», ζητάει να μάθει.
Κοιτάζω το ακουστικό με περιέργεια. Τι σημαίνει αυτό; Ποιος είμαι δηλαδή;

Έχουμε δανειστεί την Κριστίν των Στρες επειδή θέλουμε να κάνουμε εντύπωση, το Μέταλλο οδηγεί μάγκικα με το τσιγάρο ξεχασμένο στα χείλη και το χέρι κρεμασμένο έξω από τ΄αμάξι, δίπλα του ο Πίβοτ γελάει σαν ηλίθιος και κάθε λίγο γυρίζει πίσω για να με δείξει.
«Ο Τρανζίστορ κυρίες και κύριοι –χειροκροτήστε τον Τρανζίστορ».
Κοιτάζω έξω, τα πεζοδρόμια γεμάτα κόσμο που επιστρέφει από τα απογευματινά ψώνια, όπου να’ναι θ΄αρχίσουν να σέρνουν τα πόδια τους οι κουρασμένοι υπάλληλοι με τις σπασμένες μέσες από τ’ ανεβοκατεβάσματα των ρολών. Όσο εμείς ρολάροντας με την Κριστίν πάμε για το κλαμπ που θα γίνει η παρουσίαση του δίσκου μας, ναι, του δίσκου μας –μιλάμε για κανονικό λονγκ πλέι, όχι σαχλαμάρες. 11 τραγούδια –6 μπροστά, 5 πίσω. ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ. Ο τίτλος. Και η κατάστασή μας εκείνη την περίοδο –στριμωγμένοι, αγχωμένοι, χωρίς περιθώρια. Ο Γιωργάκης είχε προτείνει να το πούμε «Με την πλάτη στο στίχο», αλλά το απορρίψαμε –ήταν πολύ έξυπνο το λογοπαίγνιο για τίτλος δίσκου. Δεν ήμασταν έξυπνοι, δεν ήμασταν πνευματώδεις –εμείς.

Είχε περάσει κοντά ένας χρόνος από τότε που κυκλοφόρησε το σινγκλάκι μας και πολλά πράγματα συνέβησαν. Κατά πρώτον, χωρίσαμε (όχι και πολύ φιλικά) με τον Δάκη, τον επιλεγόμενο και Μαγκάρετ. Ο τύπος μάς έγραψε στ΄αρχίδια του, κυκλοφόρησε εκείνο το αισχρό σινγκλ, το οποίο ξεπούλησε (πόσα αντίτυπα ποτέ δε μάθαμε) μέσα σε τρεις μήνες. Φυσικά εμείς δεν πήραμε φράγκο –ψέματα, βγήκαμε μια φορά μαζί του μπας και τα βρούμε, μας κέρασε το φαγητό, μπορούσαμε λοιπόν να υπερηφανευτούμε οτι κερδίσαμε το φαΐ μας από την καλλιτεχνία, συγκεκριμένα το σινγκλάκι μάς απέφερε μία κοκκινιστό, μία λεμονάτο, δυο γιουβέτσια, μια χωριάτικη και (εδώ οι απόψεις διίστανται) 12 ή 15 μπύρες. Άμστελ.
Πάντως η ιλιγγιώδης επιτυχία του σινγκλ (παπάρια επιτυχία –όποιο κανονικό γκρουπάκι έβγαζε δίσκο εκείνη την εποχή ξεπούλαγε) μάς εξασφάλισε κάμποσα λάιβ και λίγα (πολύ λίγα) χρήματα. Αυτά τα λάιβ μάς εξασφάλισαν την επαφή με την ανεξάρτητη που προθυμοποιήθηκε να κυκλοφορήσει το καινούργιο μας υλικό αν είχαμε (πώς δεν είχαμε; έτοιμο, πριν ακόμα κυκλοφορήσει το σινγκλ, ήταν το υλικό). Ανεξάρτητη εταιρεία ήταν κι ο Δάκης ο Μαγκάρετ βέβαια, όμως αυτοί τουλάχιστον είχαν κάποιο χώρο σε διαμέρισμα για να κλείνουν τις συμφωνίες με τα συγκροτήματα, ήταν και δυο άτομα, ο Χοντρός κι ο Κοντός –σκέτη πολυεθνική σα να λέμε. Στο στούντιο μπήκαμε προετοιμασμένοι για πόλεμο κι έτσι θα γινόταν αν δεν τραβούσε χέρι ο ηχολήπτης, ένας άγιος άνθρωπος, που δέχτηκε να κάνουμε τη μίξη μαζί –εγώ κι αυτός. Το αποτέλεσμα ήταν πάλι σκατά, αλλά αυτή τη φορά ήταν τα δικά μας σκατά. Τελειώσαμε την ηχογράφηση με το παράπονο οτι αν είχαμε 8-10 ώρες ακόμα το αποτέλεσμα θα έβγαινε τέλειο, μόνο το Μέταλλο μάς κορόιδευε υποστηρίζοντας ότι αν είχαμε 8-10 ώρες ακόμα θα τα καταστρέφαμε εντελώς τα κομμάτια.
Τέλος πάντων, η εταιρεία είχε κλείσει ένα κλαμπ για παρουσίαση του δίσκου, θα παίζαμε και 2-3 τραγούδια σε στυλ γκαλά, συν κάποιο πουλ μουρ έτσι όπως θα εμφανιζόμασταν με την Κριστίν των Στρες.

Παρουσίαση δίσκου. Με την πλάτη στον τοίχο. Πάνε κοντά τρεις μήνες από τότε που η Έλλη μπήκε στην κλινική της Ελβετίας και η μάνα του Γιωργάκη έχει οχτώ μήνες πεθαμένη.
«Τεράστιε Τρανζίστορ, κορυφαίε ηχολήπτη», πανηγύρισε ο Πίβοτ.
Το πρωί είχαμε ακούσει την φρεσκοκομμένη κόπια κι ήταν ακόμα ενθουσιασμένος.
Εγώ πάλι όχι.

Ο Γιωργάκης δίπλα μου κουλουριασμένος στο δάπεδο του αυτοκινήτου ψάχνει για πεσμένα χάπια, προηγουμένως φρέναρε απότομα το Μέταλλο ενώ ετοιμαζόταν να μπουκωθεί και του πέσανε –πανικός κι ομίχλη. Εγώ καπνίζω και δεν μπορώ να ξεκολλήσω το βλέμμα από τα πεζοδρόμια, θέλω να είμαι εκεί –καταλαβαίνεις; Να έχω μια δουλειά που θα μου γαμάει το κεφάλι για να μη χωράνε οι σκέψεις και στο τέλος της μέρας να επιστρέψω σπίτι, άδεια ρούχα χωρίς άνθρωπο μέσα τους. Να ξέρω οτι κάποια στιγμή θα γυρίσω σπίτι και θα εξαϋλωθώ –αυτό θα μου ήταν αρκετό. Δεν ζηλεύω γιατί δεν φτάνω μέχρι εκεί, οι δυνατότητές μου περιορισμένες.
«Εδώ είναι;» ρωτάει το Μέταλλο.
Μπροστά μας ένα κλαμπάκι εντελώς ανακαινισμένο κι αρκετά δήθεν, στην πόρτα ένας χοντρός με μαλλούρα.
«Ταμπέλα δεν έχει;» αναρωτιέται ο Πίβοτ.
«Κάψε τις ταμπέλες αν θες να μάθεις τι δείχνουν στ΄αλήθεια», ψευδίζει δίπλα μου ο Γιωργάκης.
Τον κοιτάζω. Τον λυπάμαι.
«Δε θα τα καταφέρει», λέω στον Πίβοτ.
«Άντε γαμήσου», μου απαντάει ο Γιωργάκης.
Παρκάρουμε μπροστά στην είσοδο του κλαμπ.
«Μην παρκάρετε εδώ», λέει ο μαλλιάς.
«Γιατί;»
«Είναι πιασμένο, έχουμε εκδήλωση».
«Εμείς είμαστε η εκδήλωση».
«Γεγονός;»
Μας κοιτάζει σα λιωμένες μύγες, μας κάνει νόημα να περιμένουμε και μπαίνει στο μαγαζί. Παρκάρουμε και τον ακολουθούμε. Πάνω που μας παίρνει χαμπάρι κι ετοιμάζεται να μας λιανίσει σκάει μύτη ο Κοντός.
«Καλώς τα παιδιά –αργήσατε», λέει.
Ο Πίβοτ ρεύεται με θόρυβο.
«Αυτοί είναι;» τον ρωτάει ο μαλλιάς.
«Ψιτ, φιλαράκι –φέρε μας τίποτα μπύρες και πάρε κι αυτό να πας σε κάνα κουρείο της προκοπής», του χώνεται ο Πίβοτ ανεμίζοντας ένα κατοστάρικο.
Ο μαλλιάς τον κοιτάζει, χαμογελάει.
«Πάμε μέσα παιδιά», λέει ο Κοντός.
Τον ακολουθούμε, όμως αντιλαμβάνομαι οτι χάσαμε τον Πίβοτ, γυρίζω πίσω, τον πετυχαίνω κολλημένο στον τοίχο κι ο μαλλιάς να προσπαθεί να τον μπουκώσει με το κατοστάρικο.
«Έλα ρε φίλε, άστον, είναι λιώμα», λέω.
Ο μαλλιάς με κοιτάζει, κοιτάζει τον Πίβοτ, αφήνει το κατοστάρικο να πέσει στο πάτωμα.
«Πάμε μέσα», του ζητάω.
Ο Πίβοτ κρεμιέται στο μπράτσο μου κι εγώ τον σέρνω.
«Κοίτα μη σε πετύχω όταν θα είμαι πιωμένος γιατί με τέτοιο μαλλί άνετα σε γαμάω», φωνάζει προς τα πίσω καθώς μπαίνουμε στην αίθουσα.
Δεν έχω χρόνο ν΄ανησυχήσω για τον μαλλιά επειδή η αίθουσα είναι τίγκα, βρωμάει ιδρώτα ανακατεμένο με πατσουλί και κάμποσοι άνθρωποι με χτυπάνε στην πλάτη. Ζαλίζομαι, ψάχνω τοίχο ν΄ακουμπίσω, ο Πίβοτ μου αφήνει το χέρι και περπατάει αεράτα, αγκαλιάζει κάποιους από το σωρό, γελάει βροντερά, πού είναι οι άλλοι;

Διακρίνω το Μέταλλο να σηκώνει κάποιο μπουκάλι μπύρας πριν το φέρει στο στόμα του και το αδειάσει μονορούφι. Δεν βλέπω πουθενά τον Γιωργάκη. Κολυμπάω προς το Μέταλλο.
«Μπράβο παιδιά».
«Καιρός ήταν να βγει ο δίσκος».
«Από το συγκρότημα δεν είσαι;»
«Ποιος είσαι;»
Φτάνω στο Μέταλλο, αρπάζομαι από το μπουφάν του σα ναυαγός.
«Πού είναι ο Γιωργάκης;» τον ρωτάω.
«Στα πιτς», απαντάει.
Φεύγω σφαίρα για τις τουαλέτες. Κάτι παιδιά κοροϊδεύονται απέξω, κάποιος ξερνάει στους νιπτήρες, μετράω κλειστές πόρτες, ευτυχώς η πόρτα του είναι κλεισμένη αλλά όχι κλειδωμένη. Σπρώχνω απαλά.
«Άλλος», μουγκρίζει από μέσα.
«Ίδιος», υποστηρίζω.
Η πόρτα ελευθερώνεται αμυδρά. Μπαίνω και τον πετυχαίνω γονατισμένο.
«Πουδράρεις τη μύτη σου;» τον ρωτάω.
«Δεν βγαίνει αλλιώς», ψελλίζει.
«Σε χρειαζόμαστε έξω», του υπενθυμίζω.
«Δώσμου δυο λεπτά», παρακαλεί.
«Αν είναι για δύο μόνο...» μουρμουρίζω καθώς βγαίνω.
Φροντίζω να αποφύγω τους εμετούς, κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Είμαι γέρος, χαρακωμένος και ανήμπορος –κι είμαι μόνο 20 χρονών γαμώ το θεό μου. Στρώνω τα μαλλιά μου κατά πίσω, επιθεωρώ για τυχόν αραίωση –όχι ακόμα, μη γίνεσαι υστέρω, έχεις χρόνια μπροστά σου, χρόνια για να σε καταντήσουν απαράλλαχτο με τον γέρο σου.
«Ευτυχώς που δε θα ζήσω να τα δω», μουρμουρίζω χαμογελώντας.
Νιώθω λίγο όμορφος τώρα.
«Τι κοιτάζεσαι μωρή Λουκρητία;» ξεκαρδίζεται πίσω μου ο Γιωργάκης.
«Άντε, πάμε», του λέω.
«Μισό λεπτό», έρχεται δίπλα μου.
Επιθεωρεί προσεκτικά τα ρουθούνια του, τσιτώνει το δέρμα στα ζυγωματικά του λες και ψάχνει για φακίδες. Μου παίρνει κάμποσο να καταλάβω οτι δεν κοιτάζει εκεί που πιάνει, τα μάτια του ψάχνει.
«Εντάξει, δε φαίνεσαι», τον καθησυχάζω. «Στο μισοσκόταδο τουλάχιστον...»
Με χτυπάει φιλικά στην πλάτη.
«Πότε θα τελειώσει όλο αυτό ρε φίλε;» παραπονείται.
«Ε, σε κάνα δυο ώρες...» υποθέτω.
«Αααα, λες γι΄αυτό εκεί έξω...» συμπεραίνει.
«Τι άλλο;» απορώ.
«Τίποτα άλλο. Πάμε να κάνουμε τις μαϊμούδες», μου χαμογελάει ξεκινώντας.
Βγαίνω μαζί του.
«Ελάτε ρε παιδιά να ξεκινήσουμε. Θα μας φάνε ζωντανούς», διαμαρτύρεται ο Χοντρός.
«Αν αρχίσουν από σένα μπορεί και να τη γλιτώσουμε οι υπόλοιποι», ψιθυρίζει ο Γιωργάκης.
Τον ακούω, γελάω –γελάει κι εκείνος. Για μια στιγμή νομίζω οτι όλα είναι ωραία, αντικρίζοντας τα στημένα όργανα, 20 μέτρα μακριά μας, ελπίζω οτι το ροκ εν ρολ θα σώσει τις ψυχές μας. Αλλά μετά θυμάμαι οτι δεν είμαι μεταλάς, ούτε καν χαρντ, ή κλασσικός. Είμαι στη μέση της κατολίσθησης με την πλάτη στον τοίχο.

Ο Πίβοτ προσπαθεί μάταια να κουρδίσει, το Μέταλλο φέρνει γύρες στο σκαμνί του, ο κόσμος φωνάζει από κάτω και μάς καταβρέχει με μπύρες (ελπίζω τουλάχιστον να είναι μπύρες). Φοράω το μπάσο, δοκιμάζω να παίξω, ο ήχος ακούγεται σαν ηλεκτρικός ανασκολοπισμός, βιάζομαι να χαμηλώσω. Εδώ μέσα θα μας φάνε ζωντανούς, εδώ μέσα θα πεθάνουμε.
«Καλησπέρα, είμαστε το Φάντασμα στη Μηχανή –εσείς ποιοι μαλάκες είστε;» φωνάζει ο Γιωργάκης στο μικρόφωνο.
Ο κόσμος από κάτω χαχανίζει –είναι μαλάκες τελικά.
«Πάμε», λέει ο Πίβοτ.
Δεν χρειάζεται να μάς πει το κομμάτι, έχουμε πλέον αυτοματισμούς, είμαστε επαγγελματίες. Ο Γιωργάκης τραβάει ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά από την τσέπη τού μπουφάν του και τα φοράει, ο κόσμος από κάτω επικροτεί. Και παίζουμε. Ένα, δύο, τρία κομμάτια –είμαστε νευρικοί και νευριασμένοι, είμαστε έμπειροι αλλά αδιάφοροι. Ο Γιωργάκης ρίχνει μια ερμηνεία δυο τόνους πάνω από την συνηθισμένη του υπερβολή, κάπου στη μέση του δεύτερου κομματιού κυλιέται μπροστά από το πάλκο, ο κόσμος κάνει πίσω για να μην τον πατήσει.
«Να τον μαζέψω;» ρωτάω τον Πίβοτ.
«Άστον να φάει καμιά μπας και συνέλθει», μου απαντάει.
Γυρίζω πίσω να κοιτάξω το Μέταλλο που κάτι ψάχνει μεταξύ τομ και κάσας –τι ωραίοι που είμαστε όλοι μας.
Ο Κοντός έρχεται δίπλα μας όταν τελειώνουμε το τρίτο τραγούδι, παίρνει το μικρόφωνο από τον Γιωργάκη (με κάποια δυσκολία) και αναγγέλλει οτι δίσκοι μας πωλούνται δίπλα στην είσοδο κι ότι θα ακολουθήσει μουσική από τα πλατό. Αφήνουμε τα όργανα και κατεβαίνουμε, είμαστε πια σταρ, δεν χρειάζεται ν΄ανησυχούμε μη μας τα κλέψουν.
«Αυτά τι να τα κάνω;» ρωτάει ένας ιδρωμένος πίσω μας.
«Βάλτα στην κάβα πίσω –θα τα πάρουμε φεύγοντας», του απαντάει ο Κοντός.
Διασχίζουμε τον κόσμο, φτάνουμε στο μπαρ, παραγγέλνουμε –θέλω να πάρω το ακριβότερο κοκτέιλ αφού τα ποτά είναι τζάμπα, αλλά φοβάμαι οτι αν το πάω έτσι θα πλακωθώ στους εμετούς πριν τελειώσει η νύχτα.
«Βότκα τόνικ», παραγγέλνω.
«Εσύ κι ο Σιντ Βίσιους», με κοροϊδεύει ο Πίβοτ.
«Ίσα ρε βλάχο με τα μπουρμπόν», του χώνομαι.
Κοιταζόμαστε, ψάχνουμε να βρούμε αν αστειευόμαστε ή είμαστε έτοιμοι για καυγά –δε βγαίνει άκρη κι έτσι το παρατάμε.
«Το τραπέζι εκεί είναι κρατημένο για σας», λέει ο Χοντρός αγκαλιάζοντάς μας.
Φτάνουμε, καθόμαστε –γαμήλιο τραπέζι με μας στο ρόλο των νεόνυμφων –κάθονται ήδη κάτι τσουτσέκια, για δημοσιογράφους τους κόβουμε. Ο Χοντρός παίρνει παραγγελίες σα γκαρσονάκι, έχουν φέρει κάτι μπολ με παγάκια τα οποία περιεργάζεται ο Γιωργάκης, ξέρω οτι πριν περάσει μισό λεπτό θ΄αρχίσει να μας τα πετάει στα κεφάλια.
«Λοιπόν; Ευχαριστημένοι;» ρωτάει ο Χοντρός.
Ποιους ρωτάει; Εμάς ή τους άλλους;
«Πότε θα ΄ρθετε από τα γραφεία του περιοδικού να σας κάνουμε μια συνέντευξη;» ακούω κάποιον να ρωτάει τον Πίβοτ.
«Ποιου περιοδικού;» ζητάει να μάθει ο Πίβοτ.
Ο άλλος του λέει κι ο Πίβοτ σχολιάζει οτι το περιοδικό αυτό πουλάει 10 τεύχη το μήνα –μόνο στους συγγενείς των συντακτών. Κάποια παγωμάρα.
«Λογίκεψέ τον εσύ –τόσα λεφτά μου στοίχισε να σας αγοράσω εξώφυλλο», μου ψιθυρίζει ο Χοντρός.
«Εξώφυλλο;» αναρωτιέμαι.
«Γιατί –σας χαλάει;»
Σκύβω στον τύπο του περιοδικού.
«Γράψε μου το τηλέφωνό σου κι αύριο θα σε πάρω να κλείσουμε ραντεβού», τον καθησυχάζω.
Η βραδιά κυλάει υπέροχα. Πίνουμε ότι μας φέρνουν στο τραπέζι, κάτι γκόμενες πλησιάζουν διστακτικά, τις βουτάμε, τις χουφτώνουμε αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι ουσιαστικότερο. Ο Γιωργάκης αλλάζει συνέχεια συνδυασμούς χαπιών προκειμένου να διατηρείται, ο Πίβοτ φεύγει κάθε τόσο και επιστρέφει με διαφορετική γκόμενα –τις πηδάει ή τις μαστουρώνει, δεν έχω καταλάβει... Το Μέταλλο έχει πιάσει κουβέντα με κάτι σπυριάρηδες, πάω στοίχημα οτι μιλάνε για μουσική. Κι εγώ νιώθω σα να με έχουν περάσει από χλοοκοπτικό. Πριν λίγο μάς πλησίασε ένα κοριτσάκι, ζήτησε από τον Γιωργάκη να της υπογράψει στον δίσκο μας κι εκείνος τον πήρε και τον έσπασε.
«Άντε ν΄αγοράσεις καινούργιον τώρα, να μας κάνεις και κατανάλωση», της είπε.
Το κοριτσάκι έφυγε κλαίγοντας.
«Είμαστε σ΄αυτό για το χρήμα», μου είπε όταν κατάλαβε οτι τον κοίταζα.
«Ποιο χρήμα ρε μαλάκα...» σχολίασα.
«Σήμερα εδώ, αύριο σε πολυεθνική», σιγοντάρισε ο Πίβοτ.
«Ναι –κάτι άκουσα οτι η Έπικ έδιωξε τους Κλας και μας περιμένει», σχολίασε το Μέταλλο.
«Η Έπικ ούτε να μάς Κλας...» παρατήρησα αφηρημένα.
Ο σπυριάρης κάτι σχολίασε και γέλασε μόνος του, μετά σημείωσε σ΄ένα ταλαιπωρημένο σημειωματάριο.
«Δώσε στην κοπελίτσα έναν καινούργιο δίσκο», ψιθύρισα στον Χοντρό.
«Τα έχετε πάρει τα 20 αντίτυπά σας», διαμαρτυρήθηκε.
«Δώσε ρε πούστη ένα από τα δικά μου κι ας πάρω 19», μούγκρισα.
«Καλά», συμφώνησε αλλά δεν κουνήθηκε από τη θέση του.
Η βραδιά δε λέει να πάρει τέλος. Εμείς αντιθέτως...

Ξύπνησα σ΄ένα βρώμικο δωμάτιο, κουβαριασμένος μαζί με τα χρησιμοποιημένα κλινοσκεπάσματα, πονούσε το φως στα μάτια μου, θα σηκωνόμουν να το αποφύγω αν κάποιος κακός άνθρωπος δεν είχε γεμίσει με κοτρόνες το στομάχι μου, βόγκηξα απεγνωσμένα. Το δωμάτιο παρέμεινε ήσυχο. Μύρισα ανθρώπινη παρουσία εκεί μέσα κι αυτό μη νομίζεις οτι ήταν εύκολο –βύνη στη φάση της δεύτερης ζύμωσης, ούρα, ιδρώτας, σάλιο –όλα αυτά υπήρχαν μέσα στο δωμάτιο, όλα αυτά συναγωνίζονταν ποιο θα επικρατήσει στην ατμόσφαιρα.
«Είσαι εδώ;» κλαψούρισε μια κοριτσίστικη φωνή.
Υπολογίζοντας την απόσταση που μας χώριζε κατάλαβα οτι δεν απευθυνόταν σε μένα. Στριφογύρισα όμως.
«Ποιος είναι;» ρώτησε τώρα η κοριτσίστικη φωνή.
Και τότε οι φιγούρες ξεκόλλησαν από τα πατώματα, αλιγάτορες που παραφύλαγαν θαμμένοι σε λάσπη από κουβέρτες, ξεκόρμιζαν αναζητώντας πρόσβαση στο κρεβάτι στη μέση του δωματίου, ανακλαδίστηκα συμμετέχοντας κι εγώ σ΄αυτό το Ξύπνημα των Νεκρών Ζωντανών.
Το κορίτσι που ρωτούσε πριν από λίγο αποφάσισε να το ρίξει σ΄ένα βουβό κλάμα με μπόλικο αναφιλητό, οι αλιγάτορες έβγαζαν ήχους πιο βρώμικους απ΄τις ανάσες τους όσο κυριαρχούσαν στο δωμάτιο.
«Εδώ είσαι κι εσύ ρε Τρανζίστορ;» άκουσα από το πουθενά, έψαξα να τον βρω.
Φυσικά ο θρυλικός Πίβοτ ήταν στο κρεβάτι –πού αλλού;
«Οι υπόλοιποι;» τον ρώτησα.
«Το Μέταλλο δίπλα...» είπε.
«Πού δίπλα;»
«Δίπλα... σε κάποιο παράλληλο σύμπαν...»
Πάει να πει οτι το Μέταλλο την είχε πέσει με τους χασίκλες κι εμείς (απ΄όσο μπορούσα να ξεχωρίσω) με τους χαπάκηδες και τα πρεζόνια.
«Ο Γιωργάκης;»
«Ότι ξέρεις –ξέρω».
Θυμόμουν τη στιγμή που μπήκαμε στο σπίτι, εκείνα τα ατέλειωτα σκαλιά μέχρι την εξώπορτα, τη μυρωδιά κλεισούρας που με χτύπησε, τη στιγμιαία αηδία που ένιωσα για τη γκόμενα κάτω από τη μασχάλη μου...
«Η Κριστίν;» τσίριξα.
«Μαλάκα τη γαμήσαμε...» τινάχτηκε ο Πίβοτ εντελώς ξύπνιος.
«Ρούχα», φωνάξαμε ταυτόχρονα.
Πεταχτήκαμε στο πεζοδρόμιο παλεύοντας να ντυθούμε, λίγο ακόμα και θα φορούσαμε τις κάλτσες πάνω απ΄τα παπούτσια. Κοιτάξαμε δεξιά –αριστερά, κάναμε τροχάδην το τετράγωνο, πουθενά η Κριστίν.
«Αν τη χάσαμε προτιμώ να φύγω μετανάστης παρά να το πω στον Κώστα», κλαψούρισε ο Πίβοτ.
Δεν είχε άδικο –είχα δει τον Κώστα να ρίχνει ξύλο και δεν ήθελα να το ξαναδώ, πόσο μάλλον να το φάω εγώ ο ίδιος.
«Μήπως να το λέγαμε στον Λούη;» ρώτησα.
Ο Πίβοτ με κοίταξε σα να’χα τρία μάτια και πόδια φυτρωμένα στις μασχάλες.
Πάλι δίκιο είχε.
«Πάμε πίσω στο κλαμπ –εκεί δεν την αφήσαμε;» αναρωτήθηκε.
Να πηγαίναμε πίσω, μια κουβέντα ήταν –πώς να πας πίσω όταν δεν ξέρεις που βρίσκεσαι; Κι αν δεν είσαι μπροστά δηλαδή; Αν βρίσκεσαι ακόμα πιο πίσω; Θα πεις –πηγαίνοντας πίσω φτάνεις παντού έστω κι αν χρειαστεί να κάνεις τον γύρο της γης.... Ζαλίστηκα, το στομάχι μου τραντάχτηκε –διπλώθηκα στα δύο κι έβγαλα μαύρη χολή στο πεζοδρόμιο.
«Καθάρισε πρώτα και μετά να ψάξουμε για ταξί», είπε ο Πίβοτ.
Δίκιο ξανά –τρία στα τρία.

Τριγύρω μας η συνοικία έμπαινε σιγά-σιγά σε λειτουργία, μάλλον βρισκόμασταν κοντά στο κέντρο, σ΄αυτές τις περιοχές που έχουν τιγκάρει τις πολυκατοικίες μετατρέποντας τα διαμερίσματα σε γραφεία, πας να πούμε στον οδοντογιατρό και πέφτεις πάνω σε κουζίνα, με νεροχύτες, ντουλάπια και τα ρέστα. Είχε πρωινό φως μισοκρυμμένο από τη συννεφιά, από την κίνηση έκοβα οτι πρέπει να ήταν ανάμεσα σε 7 και 9 η ώρα.
«Πάμε να βρούμε κανέναν κεντρικό;» πρότεινε ο Πίβοτ.
«Για ταξί ε;» έκανα σα χαζός.
Με κοίταξε αλλά δε μίλησε.
Έβγαλα τσιγάρο τον κέρασα καθώς περπατούσαμε, το πήρε και ξέχασε να το ανάψει.
«Τι έγινε εκεί μέσα;» τον ρώτησα.
«Πού να ξέρω;» απόρησε.
«Δεν θυμάμαι πώς ήρθαμε;»
«Κενό. Θυμάμαι οτι ήμουνα με μια ψόφια στις τουαλέτες και υπολόγιζα αν άξιζε να χαραμίσω μισό φιξάκι για να την πηδήξω. Και μετά ήρθε το Μέταλλο να μου πει οτι φεύγουμε. Στη συνέχεια....»
Βρεθήκαμε σ΄ένα σταυροδρόμι, αφουγκραστήκαμε, αποφασίσαμε να πάμε αριστερά.
«Στη συνέχεια βρέθηκα έξω απ΄αυτή την πόρτα να περιμένω τη γκόμενα με το κλειδί...»
«Και μετά στο δωμάτιο –έτσι;»
«Στο δωμάτιο με την ψόφια που προσπαθούσα να ξεφορτωθώ...»
«Και τελικά;»
«Την ξεφορτώθηκα».
«Δεν ρωτάω αυτό....»
«Αααα».
Το είδαμε να βγαίνει από το στενό σαν ιπποπόταμος με κακοφορμισμένη παρανυχίδα.
«Ταξί», φωνάξαμε ταυτόχρονα.
Σταμάτησε, μπήκαμε, δώσαμε το όνομα του κλαμπ –ο ταρίφας βλαστήμησε.
Εμείς περιμέναμε.
«Γιατί δεν ξεκινάει;» ρώτησε ο Πίβοτ.
Σήκωσα τους ώμους απορημένος.
«Φίλε το ξέρεις το μαγαζί που σου είπαμε;» ρώτησε ο Πίβοτ σκύβοντας μπροστά.
«Το ξέρω –εσύ το ξέρεις;» τσίριξε ο ταρίφας.
«Εεε, ναι...» είπε ο Πίβοτ.
«Κι άμα το ξέρεις ρε κωλόπαιδο τι με ταλαιπωρείς; Δυο στενά παρακάτω είναι, θες και ταξί;» τσαντίστηκε ο ταρίφας.
Κατεβήκαμε με τα μούτρα κιμά.
«Έφυγε ρε μαλάκα πριν τον ρωτήσουμε προς τα που είναι το μαγαζί», παρατήρησα.
«Ναι –γιατί αν δεν έφευγε θα τον ρώταγες», γέλασε ο Πίβοτ.
4-0 στα δίκια.

Περιπλανηθήκαμε μέχρι ο ήλιος να καβαλήσει τις κορυφές των κεφαλιών μας και τότε μόνο, αφυδατωμένοι, με τα μάτια ξερά και τις γλώσσες τουμπανιασμένες καταφέραμε να βρούμε το κλαμπ – δεν ήταν εύκολο πράγμα να το αναγνωρίσεις στο καταμεσήμερο... Εμείς το αναγνωρίσαμε πάντως από την Κριστίν που μας περίμενε απέξω, κάπως χολωμένη επειδή αφήσαμε τα βρωμοπούλια να την κουτσουλίσουν.
«Ευτυχώς», είπε ο Πίβοτ.
«Μ’ ένα πλύσιμο θα γίνει σένια», είπα εγώ.
«Εντάξει –οδήγα εσύ», ψιθύρισε ο Πίβοτ.
Και τότε, σταματώντας στη μέση της διαδρομής για τη μπροστινή δεξιά πόρτα της Κριστίν, ανακάλυψε αυτό που είχα μόλις συνειδητοποιήσει.
«Τα κλειδιά τα έχει το Μέταλλο –έτσι;»
Έτσι.
Βρήκαμε την πλευρά της Κριστίν που δεν τη βάραγε ο ήλιος και σωριαστήκαμε –δυο ταλαιπωρημένα σακιά με σάπιο το περιεχόμενο.
«Τουλάχιστον είμαστε μεγάλοι ροκ σταρς», σχολίασε ο Πίβοτ.
«Ναι –δεν ψάχνεσαι για τίποτα μαύρα γυαλιά μπας και σώσουμε τα μάτια μας;» πρότεινα.
«Διψάω», είπε.
Δεν του έδωσα σημασία. Έκλεισα τα μάτια κι αποφάσισα να μείνω έτσι μέχρι να περάσουν όλα.
«Τρανζίστορ», άκουσα να με φωνάζει ξέπνοα.
«Τι θες;» ρώτησα με τα μάτια ακόμα κλειστά.
«Δεν είμαι μουνόπανο ρε φίλε –απλά όλα πήγαν στραβά», είπε.
«Στραβά για όλους τους υπόλοιπους εκτός από σένα», παρατήρησα.
«Γιατί γίνεσαι τέτοιος;» παραπονέθηκε.
Δεν είχα όρεξη ν’ανοίξω τα μάτια.
«Τι θες τώρα –να βγεις κι από πάνω;» ψιθύρισα.
«Είμαστε συγκρότημα ρε μαλάκα κι αυτό μετράει πάνω απ΄όλα», απάντησε.
«Δε σε είδα να το μετράς όταν κανόνιζες την κυρία Κατερίνα», παρατήρησα.
«Ενώ εσύ... πάσα την Έλλη λόγω αφοσίωσης στην παρέα –έτσι;» γέλασε ο Πίβοτ.
Μετά δεν γέλαγε επειδή ήμουν ήδη όρθιος και τον κλώτσησα στο στόμα –από τα νεύρα μου αστόχησα –το τακούνι της αρβύλας έγλυψε το μάγουλό του πριν κοπανήσει την πόρτα της Κριστίν. Έμεινα να χαζεύω το βαθούλωμα ενώ ο καργιόλης είχε κατουρηθεί στα γέλια.
Σε τέτοια κατάσταση μας πέτυχε το Μέταλλο –για την ακρίβεια πέρασε δίπλα μας (μπορεί και να κλώτσησε απαλά τον ώμο του Πίβοτ για να περάσει) –χώθηκε πίσω απ΄το τιμόνι και άναψε τη μηχανή. Βιαστήκαμε να μπούμε μέσα, εγώ στην πίσω θέση, ο Πίβοτ αναγκαστικά μπροστά.
«Πώς πάει;» ρώτησε το Μέταλλο.
«Προσεχώς καλύτερα», είπε ο Πίβοτ.
Εγώ ψάχτηκα για τσιγάρα, ο Πίβοτ το κατάλαβε και μου έδωσε το δικό του αναμμένο.
«Να σ΄αφήσω κέντρο;» ρώτησε το Μέταλλο.
Εγώ και ο Πίβοτ είχαμε νοικιάσει κάτι ανήλιαγα κλουβιά σε πολυκατοικίες της Νεάπολης –το Μέταλλο είχε νοικιάσει με κάτι φίλους πίσω από το Καλλιμάρμαρο κι ο Γιωργάκης έμενε στο, άδειο πλέον, σπίτι της μητέρας του.
«Έχω να περάσω από το μαγαζί», είπε ο Πίβοτ.
«Κι εσύ;» με ρώτησε το Μέταλλο.
«Όπου βρεις, δεν έχει σημασία», μουρμούρισα.
«Αύριο απόγευμα πρόβα», ανακοίνωσε το Μέταλλο.
«Δεν μπορώ», είπε ο Πίβοτ.
«Να μπορέσεις», του απάντησε.
«Ο Γιωργάκης;» αναρωτήθηκα.
«Θα έρθει», είπε το Μέταλλο.
«Πού το ξέρεις;» ρώτησα.
«Πάντα έρχεται», είπε ο Πίβοτ.
5-0.

Με κατέβασαν κάπου στα Χαυτεία με τον ήλιο κόντρα και τους ανθρώπους εχθρικούς. Τα πόδια μου γλιστρούσαν μέσα στις βρώμικες κάλτσες, η ανάσα μου σκότωνε αρουραίο στα 10 μέτρα, το κεφάλι μου απορούσα πώς δεν είχε ακόμα κατρακυλήσει σε κάνα λούκι, να χαθεί στους υπονόμους να τελειώνουμε. Κάποιος με σκούντηξε από τα πλάγια, ανέβηκα βιαστικά στο πεζοδρόμιο και κόντεψα να γκρεμίσω έναν παρκαρισμένο λαχειοπώλη.
Έβρισα –μ΄έβρισαν.
Η Έλλη, το βράδυ πριν φύγει για Ελβετία, μου είχε πει οτι θα γινόταν σύντομα καλά, θα γύριζε πίσω και θα’βαζε τους φίλους της να με μαχαιρώσουν. Ήταν κι αυτό κάποια ελπίδα. Πέρασα τρέχοντας στο απέναντι πεζοδρόμιο, παραλίγο να με πατήσει ένα τρόλεϊ, σκόνταψα σε ανύπαρκτα εμπόδια και κατάφερα, με τα χίλια ζόρια, να χωθώ σ΄ένα καφενείο. Βρώμαγε βλάχους, σκόρδο και φτηνά τσιγάρα εκεί μέσα κι από ησυχία γάμησέ τα, σκέτος σταθμός τρένου... αλλά δεν είχα τουλάχιστον τον ήλιο ν΄αντιμετωπίσω -αυτό ήταν κάτι.
Ένας σκατόγερος παράτησε την πρέφα και με έδειξε στην υπόλοιπη παρέα του, έκανα πώς δεν κατάλαβα.
«Μια μπύρα», είπα στον λιγδιάρη που περνιόταν για γκαρσόνι.
Έβγαλα ένα στραπατσαρισμένο πακέτο, τράβηξα την πιο πρόθυμη από τις πέντε τσαλακωμένες Καμήλες και παιδεύτηκα με τον ξεθυμασμένο αναπτήρα μου. Όλα άσπρα –ζαλίστηκα, κρατήθηκα από το φορμάικα τραπέζι για να μη σωριαστώ. Η μπύρα ήρθε επιτέλους.
«Παιδί», άκουσα από κάπου μακριά μου, σαν από τούνελ.
Δεν έδωσα σημασία.
«Νεαρέ».
Σήκωσα το κεφάλι, κατέβα δυο γερές γουλιές μπύρας, κοίταξα τον γέρο στο τραπέζι της πρέφας.
«Συμβαίνει κάτι;» ρώτησα.
«Αυτό θα σε ρωτάγαμε κι εμείς. Έχεις κάτι; Να φωνάξουμε γιατρό;» έκανε με δήθεν ενδιαφέρον ο σκατόγερος.
Έψαξα το τσιγάρο μου, το βρήκα στο τασάκι κι άρχισα να το περιεργάζομαι. Ήπια ακόμα λίγη μπύρα, κοίταξα έξω από τη μυγοχεσμένη τζαμαρία, ο ήλιος έκαιγε την άσφαλτο.
«Σου μιλάω –κουφός είσαι;» επέμεινε ο γέρος.
«Ρε σάλτα και γαμήσου», του ευχήθηκα.
Έσβησα το τσιγάρο, ήπια λίγη ακόμα μπύρα.
«Τον άκουσες το μπούστη;» ρώτησε ο γέρος γενικώς την παρέα του.
«Θα μας καβαλήσουν τα κωλόπαιδα, να το δεις», σιγοντάρισε ο διπλανός του.
«Αυτά συμβαίνουν όταν δεν υπάρχει κράτος», συμπέρανε ένας άλλος.
Γέλασα.
«Γελάει το αρχίδι», παρατήρησε ο τρίτος της πρέφας.
«Άμα σηκωθώ πάνω, θα του το κόψω εγώ το γέλιο μια και καλή», είπε ο σκατόγερος.
Αναστέναξα –αυτό μας έλειπε τώρα.
«Τι θες ρε κωλόπαιδο;»
«Σήκω φύγε από ΄δω μέσα μη σε γαμήσω».
«Σήκω φύγε ρε».
Εξακολουθούσα να χαμογελάω με απορία –τι άλλο να΄κανα;
Το γκαρσόνι ήρθε και στάθηκε πάνω απ΄το κεφάλι μου.
«Πλήρωσε και φύγε», μου είπε.
«Γιατί;»
«Ενοχλείς τους πελάτες».
«Εγώ;»
«Όχι –τ’αυγό. Πλήρωσε τώρα κι άντε στην ευχή...»
Οι γέροι εξακολουθούσαν να με αγριοκοιτάζουν. Ψάχτηκα, βρήκα κάτι κέρματα σε μια τσέπη, τα μέτρησα με το πάσο μου και τ΄άφησα να κυλήσουν στο τραπέζι. Το γκαρσόνι πήγε να πάρει το μπουκάλι, τον σταμάτησα.
«Την πλήρωσα –να μην την πιω;» διαμαρτυρήθηκα.
Τράβηξα μια ξεγυρισμένη γουλιά με τον άλλο μπάστακα πάνω απ΄το κεφάλι μου, σηκώθηκα. Περνώντας από την παρέα των πρεφαδόρων, ακούστηκαν κάτι «ίσα μωρή λουλού», «καλέ σύκα» και τέτοια γραφικά –δεν τους κοίταξα. Ανοίγοντας την πόρτα κοντοστάθηκα, σ΄ένα τραπέζι εκεί δίπλα κάποιοι είχαν πιει φραπέδες και το γκαρσόνι τα είχε αφήσει αμάζευτα όταν οι κάποιοι έφυγαν, άρπαξα λοιπόν ένα ποτήρι και το έστειλα συστημένο στη μάπα του σκατόγερου –τον πέτυχα στα γερά, βόγγηξε, μάτωσε –όσο οι άλλοι ασχολούνταν με το σακατιλίκι του βρήκα την ευκαιρία να πετάξω και μια καρέκλα στη τζαμαρία.
«Πάρτε τ΄αρχίδια μου λιγούρια», φώναξα και δρασκέλισα την έξοδο.
Φωνές πίσω μου όσο γινόμουν μπουχός, κεφάλι βουλιαγμένο ανάμεσα στους ώμους, χέρια σφιγμένα σε γροθιές να πηγαινοέρχονται σε στυλ έμβολο, τετρακοσάρης μετ’ εμποδίων –Βίκτορ Μαρκίν κι έτσι ας πούμε. Πήδηξα έναν ανάπηρο με επιτυχία, απέφυγα κάτι σακούλες σκουπιδιών, φωνές ακούγονταν πίσω μου, δεν άντεχα να κοιτάξω αν είχαν μπλεχτεί και μπάτσοι στην υπόθεση. Βγήκα στην Ομόνοια κι από κει 3ης Σεπτεμβρίου, έκοψα ταχύτητα με την καρδιά έτοιμη να μου πεταχτεί από το στόμα, κοίταξα τα θλιβερά μαγαζιά, έψαξα τρύπα να κρυφτώ. Κανένας δεν φαινόταν να μ΄ακολουθεί αλλά δεν ήμουνα και σίγουρος. Κάτι κοφίνια με χτυπήσανε στο δεξί νεφρό καθώς ο τύπος που τα κουβάλαγε προσπαθούσε να περάσει ανάμεσα σε μένα και στον τοίχο (ούτε 20 πόντοι απόσταση), ένα λεωφορείο γύρισε την εξάτμιση στα μούτρα μου κι άρχισε να με πυροβολεί ανελέητα, ρούφηξα φτηνή μαστούρα άκαυτης βενζίνας.
Και θέλησα να κλάψω, να γονατίσω στη μέση της ασφάλτου, να μπλοκάρω την κυκλοφορία και να κλάψω σαν πιτσιρίκι που χάθηκε μέσα στο φλεγόμενο ΜΙΝΙΟΝ. Αντί γι΄αυτό όμως έβαλα τα χέρια στις τσέπες, έσκυψα το κεφάλι και συνέχισα το δρόμο μου για το πουθενά –αν δεν είχα κατά νου να ελέγχω κάθε λίγο για τίποτα βρομιάρηδες που μπορεί να με ψάχνανε ακόμα, θα σφύριζα σε στυλ εντελώς περιπατητικό.

Στη Μάρνης χώθηκα σ΄ένα τυροπιτάδικο, έφαγα μια παγωμένη αηδία τίγκα στο λάδι και τη μύγα, ήπια και μια ΗΒΗ –όλα αυτά τα έβγαλα με σπασμούς με το που πέρασα την Πατησίων στο ύψος της Στουρνάρη. Κάτι φοιτητομαλάκες με κοιτάζανε όλο αηδία καθώς ξεμπουκάρανε από το Πολυτεχνείο, μια γύφτισσα με έβρισε με λέξεις που δεν καταλάβαινα επειδή της βρώμισα το πεζοδρόμιο δίπλα στον ταβλά με τα κουλούρια.

Δεν ένιωθα καθόλου καλά κι ήξερα οτι όλα θα χειροτέρευαν σύντομα. Ο Πίβοτ με το Μέταλλο υπολόγιζα οτι κάπου τώρα θα μάζευαν γαμωσταυρίδια και ίσως μερικές κλωτσιές για το βαθούλωμα που είχα κάνει στην Κριστίν, ο Γιωργάκης ήξερα που θα ήταν αλλά φοβόμουν να περάσω –οι γυναίκες που αγαπήσαμε, νεκρές ή στα ψυχιατρεία...

Δεν ένιωθα καλά κι έρχονταν τα χειρότερα.

Νιώθω τον αέρα από την ξαφνική κίνησή της να με γαργαλάει, αφήνω το ακουστικό στη συσκευή και κοιτάζω έξω από το παράθυρο σκεφτικός.
«Μην κάνεις τον κόπο, είναι κλειδωμένα», της υπενθυμίζω.
«Θα μας σκοτώσουν, θα έρθουν για σένα και θα σκοτώσουν κι εμένα...» κλαψουρίζει.
Έχει δει τους μπάτσους να ακροβολίζονται, γι΄αυτό.
«Μην πηγαίνεις κοντά στο παράθυρο και τίποτα δε θα γίνει», της λέω.
Δεν με πιστεύει –κάθεται δίπλα στην πόρτα τρέμοντας.
«Φύγε από εκεί», της ζητάω.
Δεν κουνιέται.
«Φύγε από εκεί», επαναλαμβάνω.
Καμιά ανταπόκριση.
Δρασκελίζω την απόσταση που μας χωρίζει, δεν αντιστέκεται όταν την αρπάζω από το μπράτσο και τη σέρνω μέχρι τον καναπέ, όταν πάω όμως να την καθίσω στα μαξιλάρια, κάποια μυστήρια μύγα την τσιμπάει και τινάζεται –προσπαθεί να χώσει τα νύχια της στη μούρη μου κι έτσι της ρίχνω δυο χαστούκια να ηρεμήσει.
Κάθεται επιτέλους, περιμένω μήπως την πάρουν τα ζουμιά αλλά δεν γίνεται κάτι τέτοιο.
Αρπάζω το κασετοφωνάκι και της το πετάω στον καναπέ.
«Άνοιξέ το», της ζητάω. «Θα σου πω τώρα για το πώς πέθανε ο Γιωργάκης».
Με κοιτάζει αβέβαια αλλά η δημοσιογραφική της αγυρτεία υπερισχύει κι έτσι πατάει το κουμπί της εγγραφής.

Ανάβω δυο τσιγάρα, της δίνω το ένα, μετά θυμάμαι οτι δεν καπνίζει.
«Δεν πειράζει, πάρτο», λέω.

Απλώνει το χέρι της και το παίρνει τρέμοντας.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι