Δευτέρα, Οκτώβριος 31, 2011

Κέρατα, πολλά κέρατα...

Μπαίνει ένας κυνηγός στο τεράστιο ζωολογικό πάρκο (ας πούμε της  Κένυα). Φτάνει στην περιοχή όπου βόσκουν τα ελάφια, βλέπει την ταμπέλα «Απαγορεύεται το κυνήγι ελαφιών», κοιτάζει τριγύρω, σκέφτεται: «σιγά μη με πάρουν είδηση!» Μπαμ, πάρτο κάτω το ελάφι, το φορτώνεται στην πλάτη ο κυνηγός και ξεκινάει να φύγει. Εκείνη τη στιγμή σκάει μύτη ο φύλακας.
«Τι κάνετε κύριε;» τον ρωτάει εξοργισμένος.
«Τι κάνω;» αναρωτιέται ο αθώος κυνηγός.
«Δεν βλέπετε την ταμπέλα που απαγορεύει το κυνήγι των ελαφιών;»
«Τη βλέπω –και λοιπόν;» απορεί ο αγγελικός κυνηγός.
«Και τι είναι αυτό που έχετε στην πλάτη σας κύριε;» εξοργίζεται ο φύλακας.
«Τι έχω;» αναστατώνεται ο κυνηγός. Κάνει μια έτσι να κοιτάξει. «Ααααχ, ένα ελάφι», τσιρίζει και το πετάει παραπέρα έντρομος.

Ερώτηση: ποιο είναι το νόημα της παραπάνω παραβολής;

Κάτσε να βοηθήσω λίγο...

Τον Οκτώβρη του 2009 είχαμε εκλογές. Θα μου πεις, «μόνο τότε είχαμε;» Όχι –αλλά δεν θέλω να γενικεύσω. Στις εκλογές αυτές, χονδρικά, έλαβον: ΠΑΣΟΚ 33%,  αποχή 29%,  ΝΔ 23%, υπόλοιπα κόμματα 15% -αυτό μάς κάνει περίπου 3 εκατομμύρια ψηφοφόρους οι οποίοι προτίμησαν τη σημερινή κυβέρνηση και κοντά στα 7 εκατομμύρια που δεν την ήθελαν. Πιάνω τις τελευταίες εκλογές για δυο λόγους: α) επειδή εξασφάλισαν μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία στην κυβέρνηση και β) επειδή ενάμιση χρόνο αργότερα ξύπνησε ο κοσμάρας και άρχισε να φωνάζει περί χούντας!

Εντάξει, ο όρος «χούντα» σημαίνει συγκεκριμένα πράγματα και δεν θα ασχοληθώ περισσότερο –θα αναφέρω απλώς οτι καμιά από τις μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις δεν είναι χούντα. Είναι όμως κυβερνήσεις μειοψηφίας. Κι αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ πιο ύπουλο από τη χούντα καθότι, όταν σκάνε οι τανκσάτοι ο Έλλην πολίτης απλώς κάθεται και περιμένει να φύγουν (στο ενδιάμεσο χαφιεδίζει κάναν ενοχλητικό γείτονα, τσιμπάει και κάποιο δανειάκι με προνομιακό επιτόκιο). Όταν όμως έρχεται η «δημοκρατία»–τι να περιμένει ο πολίτης; Να ξαναβγούν τα τανκς; Να του δώσουν προνομιακό κι αγύριστο δάνειο; Η «δημοκρατία» έχει το κακό της πολυκοσμίας, εκατονπενηντατόσοι σήμερα στα πράγματα, εκατονεξηνταχέστους αύριο –διαφορετικοί. Ποιον να πρωτογλείψεις; Χάος κι αταξία –εδώ το έχει ο Έλλην πολίτης να το πει: «πού ‘σαι ρε Γιώργη λεβέντη να βάλεις μια σειρά!»

Εφόσον όμως ο Έλλην πολίτης έχει μάθει να εξεγείρεται μονάχα σε χούντες (όχι οτι το έκανε ποτέ –απλώς το δήλωσε τόσες φορές που στο τέλος το πίστεψε), εξεγέρθηκε τώρα και κατά της χούντας του ΠΑΣΟΚ. Συγνώμη –κατά της χούντας του Γιωργάκη, έχει μεγάλη διαφορά! Διότι ο Γιωργάκης είναι ένας ποταπός εξουσιαστής που λαοπλάνησε το τιμημένο ΠΑΣΟΚ και το ξεστράτισε από τον δρόμο των λαϊκών αγώνων (και των λαϊκών αγορών μη σου πω!) Αναρωτιέμαι τώρα –αυτή η αναντιστοιχία της λαϊκής βούλησης με την κυβέρνηση πού στηρίζεται;

-Στο οτι μας κυβερνάει ένα κόμμα του 30%; Μέσα κι εγώ –αλλά γιατί περιμέναμε τόσο για να το θυμηθούμε; Μήπως δεν ήταν και η προηγούμενη κυβέρνηση μειοψηφική; Γιατί δεν φώναζε κανένας για τη χούντα του Κωστάκη;

-Στο ότι «με έπιασε κορόιδο του δρόμου μια γυναίκα/ άλλα μού είπε στην αρχή κι άλλα μού είπε μέσα», που τραγουδάγανε παλιά και οι φίλοι μου η Ομάδα Κόραξ; Στο οτι δηλαδή άλλα έταξε ο Ζορζ για να βγει κι άλλα έκανε όταν βγήκε; Εντάξει –ας πούμε οτι υπήρξε ένας (αριθμητικά: 1) τόσο ηλίθιος ψηφοφόρος ο οποίος πίστεψε προεκλογική δήλωση πολιτικού –αυτό πρώτη φορά συνέβη; Δηλαδή οι προηγούμενες κυβερνήσεις εκλέγονταν παρουσιάζοντας το πρόγραμμα που επρόκειτο να εφαρμόσουν;

-Στο ότι αυτά τα 3 εκατομμύρια που ψήφισαν ΠΑΣΟΚ το μετάνιωσαν; Χμμ, ας υποθέσουμε οτι είναι όντως έτσι (ας πούμε οτι η σημερινή εκλογική δύναμη του ΠΑΣΟΚ είναι 17%, όσο λένε οι δημοσκοπήσεις). Θα πρέπει λοιπόν, λόγω δημοσκοπικών ενδείξεων να πάει σε εκλογές η κυβέρνηση; Ας πάει! Και μετά; Η επόμενη κυβέρνηση, όταν ανάλογες δημοσκοπήσεις τη δείξουν ντάουν θα κάνει κι εκείνη εκλογές; Αν είναι έτσι, γιατί να μην εναλλάσσονται οι κυβερνήσεις ανάλογα με τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων –να γλιτώσουμε και τα έξοδα;

Λοιπόν, θα μπορούσες να ισχυριστείς (κι ίσως να είχες δίκιο) οτι όλα αυτά είναι σοφιστείες. Σωστά μεν ως επιχειρήματα αλλά εκτός πραγματικότητας. Διότι την κυβέρνηση δεν τη θέλει κανένας πλέον –το βλέπουμε στις ειδήσεις, τους κυνηγάνε από τις παρελάσεις και τα ουζερί, τους βρίζει ο κόσμος όλος... Είναι έτσι; Μπορεί....

Επίσης αν ισχυριζόσουν οτι η συγκεκριμένη κυβέρνηση είναι η πιο ανίκανη των τελευταίων 35 ετών θα είχες απόλυτο δίκιο. Απορώ πώς συνεννοούνται αυτοί οι άνθρωποι με τους οικείους τους –δηλαδή υπάρχει περίπτωση να σου πει ο Βενιζέλος: «δοκιµάζεται η ικανότητά µας να συνεννοούµαστε µε ορθολογικό τρόπο γύρω από θεµελιώδη ζητήµατα εθνικής στρατηγικής» και να αντιληφθείς οτι θέλει να πάει πριν από σένα στην τουαλέτα; Πίστευα οτι η κυβέρνηση Καραμανλή (που της ζητούσαν από τις Βρυξέλλες να πάρει μόνιμα μέτρα κι έβαζε έκτακτες εισφορές) ήταν η πιο ηλίθια κυβέρνηση των τελευταίων χρόνων, αλλά ήρθαν αυτοί να με διαψεύσουν. Οι οποίοι συμφωνούν για μόνιμα μέτρα, υπογράφουν, δεν εφαρμόζουν όσα υπέγραψαν, βάζουν έκτακτες εισφορές και στη συνέχεια τις μονιμοποιούν!

Εκεί ακριβώς, στην ανικανότητα της κυβέρνησης να κάνει κάτι διαφορετικό από το να ανεβάζει τους φόρους στους μισθωτούς (μειώνοντας παράλληλα  και τους μισθούς τους) έγκειται και η μοναδική (κατά τη γνώμη μου) ένσταση επικινδυνότητας που εγείρεται. Αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να φύγουν γιατί όσο μένουν τόσο μας ξεζουμίζουν. Εμάς –τους μισθωτούς! Εντάξει;

Και η εθνική κυριαρχία; Που την παραχώρησε ο Γιωργάκης με το Μνημόνιο (ή με το Μεσοπρόθεσμο, ή με το «κούρεμα» ή με το ξύρισμα –κάποτε τέλος πάντων!) Πού την πας την εθνική κυριαρχία; Ε;
Λοιπόν, δεν ξέρω πού να την πάω –σκέφτομαι αρχικά στη Ραφήνα για ψαράκι και στη συνέχεια κατά Βάρκιζα μεριά σε κάνα φτηνό ξενοδοχείο... Λέω όμως οτι αυτός που ανακάλυψε τώρα μείωση της εθνικής κυριαρχίας ενώ:
-είμαστε τριαντατόσα χρόνια στο ΝΑΤΟ,
-εφαρμόζουμε άλλα τόσα χρόνια την Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ε.Ε., την Κοινή Δασμολογική Πολιτική, το Μάαστριχτ, το Σέγκεν, το Μέγκεν και το Γκέγκεν,
-έχουμε ενταχθεί σε ένα κοινό νόμισμα απεμπολίζοντας το δικαίωμά μας για χάραξη εθνικής νομισματικής πολιτικής,
-έχουμε αποδεχτεί ότι οι Κοινοτικοί Κανονισμοί υπερισχύουν του εθνικού μας Συντάγματος,
αυτός λοιπόν που ισχυρίζεται οτι σήμερα παραχωρείται η εθνική κυριαρχία είναι ή παντελώς ηλίθιος, ή εντελώς πονηρούλης.

Έτσι έχουν τα πράγματα –το να βρίζεις την κυβέρνηση είναι η μεγαλύτερη τρεντιά της χρονιάς και γιατί όχι, δηλαδή; Δεν συμμετέχω επειδή ανέκαθεν με ενοχλούσε το τρέντι αλλά και δε με νοιάζει –ούτε υπουργός είμαι, ούτε βουλευτής, ούτε μπάτσος. Εκείνο που με νοιάζει (και με ενοχλεί) είναι οι ιησουΐτικες μέθοδοι, το «να βαφτίζεις το κρέας ψάρι» με δυο λόγια. Όπως πρόσφατα στις παρελάσεις για την 28η Οκτωβρίου.
Όσο καλόβολος και να ήσουν αποκλειόταν να μην ακούσεις αυτά που φωνάζανε οι ντουντούκες των «αγανακτισμένων».
Όσο ΣΥΡΙΖΑ και να ήσουν αποκλειόταν να μην ακούσεις τα «προδότες, μασόνοι, εβραίοι», τα «Ελλάς –Ελλήνων –χριστιανών» και τα λοιπά «χιουμοριστικά» συνθήματα.
Όσο μαλάκας κι αν ήσουν αποκλειόταν να μη δεις οτι οι παρελάσεις συνεχίστηκαν μετά την αποχώρηση των επισήμων (σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, παρέλασαν Χρυσαυγίτες, έφεδροι απόστρατοι και άλλα τέτοια λεβεντόπαιδα).
Κατόπιν αυτών, η ερώτηση είναι: τι κοινό μπορεί να έχει ένας φυσιολογικός άνθρωπος με αυτούς που γουστάρουν να παρελαύνουν τα παιδιά μας σαν αποβλακωμένα ρομπότ για να τιμήσουν τον καιροσκοπισμό ενός δικτάτορα ο οποίος λόγω συμμαχιών επέλεξε να αιματοκυλήσει έναν λαό για να καθυστερήσει την προέλαση κάποιων ομοϊδεατών του;
Τι κοινό μπορεί να έχουν τα κόμματα της αριστεράς με σχιζοφρενείς οι οποίοι βλέπουν διαπλανητικές συνωμοσίες, υπερφυσικούς εχθρούς από τον πλανήτη Εβραϊστάν και τον Ζούπερμαν με χλαμύδα να φυλάει τον Πασιάκο στις Θερμοπύλες;

Θέλουν, λένε, να φύγει η κυβέρνηση Γιωργάκη –Τσολάκογλου και να έρθει μια κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας (Δαμασκηνού, σα να λέμε –για όποιον έχει διαβάσει κάνα βιβλίο ιστορίας). Γιατί; Για να πάρει όσα μέτρα δεν πρόλαβε (ή δεν κατάφερε) ο Γιωργάκης; Κι έτσι να προετοιμάσει τον εθνοσωτήριο Αντωνάκη Σαμαρά, ας πούμε;

Θέλουν, λένε, να επαναδιαπραγματευτούμε το χρέος μας επειδή δεν είναι δικό μας –άλλοι τα φάγανε (εμείς απλώς τα ήπιαμε και τον ήπιαμε). Εγώ να συμφωνήσω –αλλά ας μου απαντήσει κάποιος: «τι τους νοιάζει τους δανειστές ποιος τα έφαγε;» Να μπω στην πρώτη γραμμή για την παραγραφή του χρέους –γιατί όχι; Βέβαια, αν τους φάμε τα λεφτά θα σταματήσουν να μας δανείζουν –το γνωρίζουμε αυτό. Κι αν σταματήσουν να μας δανείζουν θα πρέπει να ζήσουμε με αυτά που παράγουμε –σωστά; Σωστά. Κι εγώ μαζί σας –ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο, να φύγουν όλοι, να μείνουμε εμείς. Παρακάτω;

Είδα οτι η γνωστή αποκαλυπτική ομάδα μετά το Debtocracy ετοιμάζει το Katastroika, όπου παρουσιάζει τα δεινά των ιδιωτικοποιήσεων. Θα συμφωνήσω και μ΄αυτούς. Ειδικά εφόσον είδα στο τρέιλερ οτι επισημαίνουν τα δεινά που βρήκαν την Ανατολική Γερμανία και την ΕΣΣΔ μετά την πτώση του «υπαρκτού»! Ναι σύντροφοι, επανακρατικοποίηση των πλουτοπαραγωγικών (λέμε τώρα!) πηγών, όλοι δημόσιοι υπάλληλοι και να πληρωνόμαστε με κουπόνια! Γουστάρω! Και δεν κάνω καθόλου πλάκα.

Αρκεί να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Όχι «κάτω η χούντα του Πασόκ», αλλά «θέλουμε επειγόντως μια κανονική χούντα». Όχι «δεν παραχωρείται η Ελλάδα», αλλά «θέλουμε ξανά τα Σοβιέτ». Όχι «ζήτω το πνεύμα του ΟΧΙ», αλλά «θέλουμε να παίρνουμε μάτι μίνι φούστες και τους γιους μας τους λεβεντοσπυριάρηδες». Τα πράγματα με το όνομά τους. Την τηλεόραση -«πλάσμα», το αυτοκίνητο -«τζιπ» και το σπίτι -«με πισίνα».

Επειδή έχει πλάκα ο τσαχπίνης κυνηγός που ταράζεται γιατί «κάποιος άφησε ένα ελάφι στην πλάτη του» αλλά εμείς (παίζει και να) είμαστε τα ελάφια. Και δε μας βλέπω να γελάμε για πολύ.

Τετάρτη, Οκτώβριος 26, 2011

5. «Η αντοχή είναι πιο σημαντική από την αλήθεια»


Προηγούμενα:

1. Προετοιμασία για αιφνίδιο θάνατο 
2. Τα όνειρα γερνάνε άσχημα
3. Οι γυναίκες είναι ακριβό χόμπυ 
4. Η πονεμένη ιστορία της Βίβιαν

Απόγευμα, ομίχλη, σταγόνες να περιφέρονται στην ατμόσφαιρα σε στυλ ψιλόβροχο -ο σταθμός της Κατερίνης -μυρωδιά Άσσος φίλτρο, τσίχλα Άνταμς και κάτουρο. Έφυγα αεροπλανικά (κανονικός Λωποδύτης Φάντασμα) για να μην πέσω πάνω της, οι γνωριμίες του τρένου δεν αντέχουν σε στέρεο έδαφος. Μπερδεμένα πράγματα, «προς τα πού πας;» «εκεί πάω κι εγώ –να μοιραστούμε το ταξί;» τι με νοιάζουν εμένα όλα αυτά; «Να, από κει είναι το σπίτι μου» «εδώ απέναντι είναι το κλαμπ», χέστηκα στην τελική. Δεν έχω ώρα για τρυφερότητες, προέχει να βρω ένα βρώμικο ξενοδοχείο κι ένα ακόμα πιο βρώμικο φαρμακείο, υπάρχουν προτεραιότητες. Μπήκα στο μοναδικό ταξί που περίμενε έξω από το σταθμό.
«Πού πάμε;» ρώτησε ένας γλίτσης με αρχές φαλάκρας.
«Ξέρεις κάνα φτηνό ξενοδοχείο;»
Γύρισε να με κοιτάξει.
«Τι ξενοδοχείο; Εδώ κοντά;»
«Φτηνό να ‘ναι κι όπου να ‘ναι».
Ξεκίνησε φουριόζος.
«Ξέρω ένα φτηνό και καθαρό», με πληροφόρησε.
Μαλακίες –θα με πήγαινε όπου έπαιρνε μίζα, αλλά βαριόμουν να ψάξω περπατώντας στους υγρούς δρόμους.
«Κάτι ακόμα, έχω δουλειά στο Τόξο...» έκανα αδιάφορα.
«Το Τόξο είναι μισή ώρα από δω», είπε.
«Υπάρχει κάνα ξενοδοχείο εκεί πέρα;»
Γέλασε.
«Στο Τόξο;»
«Όχι, στη Θεσσαλονίκη. Κοντά είναι –θα πετάγομαι...» σφύριξα.
«Το Τόξο είναι μιάμιση ώρα γεμάτη από τη Θεσσαλονίκη», είπε.
«Αλλά από την Κατερίνη;» ρώτησα χαμογελαστά.
«Από δω πέρα; Μισή ωρίτσα».
«Γι΄αυτό κι εγώ σκέφτηκα να μείνω στην Κατερίνη», του εξήγησα υπομονετικά. «Εκτός αν υπάρχει ξενοδοχείο στο Τόξο».
«Στο Τόξο δεν υπάρχει ούτε ταβέρνα», χαζογέλασε. «Μια εκκλησία, πέντε σπίτια κι αυτό είναι όλο».
Τεντώθηκα στο κάθισμά μου για να ξεμουδιάσω –ο ταρίφας ήταν σκέτη διάνοια.
«Τελικά, θέλεις ξενοδοχείο;» με ξαναρώτησε.
«Εκτός αν προτιμάς να με φιλοξενήσεις σπίτι σου», πρότεινα.
«Δε χωράμε –έχω γυναίκα και τρία παιδιά».
«Να σου ζήσουν», του ευχήθηκα.
Με είχε εντυπωσιάσει ο τύπος κι όσο δεν έπαιρνε χαμπάρι την καζούρα τόσο περισσότερο τον θαύμαζα.
«Ευχαριστώ», είπε. «Κι εσείς; Τι δουλειές έχετε στο Τόξο αν επιτρέπεται;»
«Είμαι γεωπόνος και συμμετέχω σ΄ένα πρότζεκτ –καταγράφουμε την πορεία του βέλιουρα στη Βόρειο Ελλάδα».
Κόντεψε να τρακάρει.
«Βέλιουρα δε θα βρεις –μουχρίτσα και δάκο μόνο», σχολίασε με βαρυσήμαντο ύφος.
«Έχουμε κάτι μαρτυρίες οτι εθεάθη», ανακοίνωσα.
«Τι εθεάθη;»
«Βέλιουρας».
«Να πας στο συνεταιρισμό, ο γραμματέας είναι ξαδερφάκι μου, θα σε εξυπηρετήσει», μου είπε.
«Δεν θα παραλείψω», τον διαβεβαίωσα.
Σταματήσαμε έξω από ένα τριώροφο με ετοιμόρροπα πατζούρια.
«Εδώ είμαστε», ανακοίνωσε.
«Το ξενοδοχείο;» ρώτησα φοβισμένα.
«Ναι. Πολύ καθαρό».
«Καθαρό –εντάξει. Αλλά θ΄ αντέξουν τα σκαλοπάτια μέχρι ν΄ ανέβω σε δωμάτιο;» αναρωτήθηκα.
«Έλα καημένε, πώς κάνεις έτσι; Μείνε στο ισόγειο άμα φοβάσαι», φώναξε ο ταξιτζής.
«Δίκιο έχεις», παραδέχτηκα και τον πλήρωσα κατεβαίνοντας.

Στο ξενοδοχείο με υποδέχτηκε μια εμπροσθοβαρής μεσόκοπη η οποία, αφού προβληματίστηκε κάμποσο για το ποιο απ΄ όλα τα άδεια δωμάτια να μου δώσει, με έστειλε στον πρώτο όροφο σχολιάζοντας:
«Είστε τυχερός που ελευθερώθηκε αυτό το δωμάτιο. Έχει καταπληκτική θέα».
Και όντως, ήταν καταπληκτική η θέα αν σου άρεσαν τα αυτοκίνητα που μπαίνανε γκαζώνοντας στον κεντρικό δρόμο της πόλης και φρακάρανε επειδή άλλα αυτοκίνητα αποφάσισαν να κινηθούν ανάποδα στη ροή, ή να παρκάρουν καταμεσής του δρόμου ή απλώς να ξεκωλιαστούν στα κορναρίσματα. Έκλεισα τις κουρτίνες με προσοχή γιατί φοβόμουν μη μου μείνουν στα χέρια –το ύφασμά τους άχρωμο και καμένο από τη σκόνη. Δοκίμασα το στρώμα του κρεβατιού το οποίο διαμαρτυρήθηκε έντονα για την καχυποψία μου, ένα σύννεφο σκόνης σηκώθηκε από την κουβέρτα. Ένιωσα σαν στο σπίτι μου. Ανέβαλα το μπάνιο για μετά τη βόλτα στην πόλη, τακτοποίησα τα ελάχιστα υπάρχοντά μου, έριξα ένα κατούρημα και κατέβηκα πρόσχαρος τα τριζάτα σκαλιά.
Πλησίασα στη ρεσεψιόν.
«Έχει εδώ κοντά κάνα φαρμακείο;» ρώτησα.
«Πρώτος δρόμος δεξιά», μουρμούρισε η γυναίκα χωρίς να σηκώσει τα μάτια της από το σταυρόλεξο που την παίδευε.
«Αφήνω το κλειδί», την ειδοποίησα.
Σήκωσε τους ώμους αδιάφορα κι έτσι βγήκα στο ψοφόκρυο, είχε σκοτεινιάσει για τα καλά, τα αυτοκίνητα κινούνταν σπασμωδικά –κανένας δεν ήθελε να μείνει για πολύ στους βρεμένους δρόμους κατά πώς φαινόταν. Στο φαρμακείο βασίλευε ερημιά παρ΄ όλο που το καμπανάκι της πόρτας ειδοποίησε για την άφιξή μου.
Χάζεψα ένα σταντ με καπότες, περιεργάστηκα κάτι ανατριχιαστικές οδοντόβουρτσες, λίγο ακόμα και θ΄ άρχιζα να τρώω τις καραμέλες για το βήχα, ευτυχώς βγήκε ένας γεράκος με πολυεστιακά γυαλιά και σκοροφαγωμένο μουστάκι.
«Συγνώμη, έκανα μια ένεση», δικαιολογήθηκε.
Μια γρια βγήκε πίσω του, έφτιαξε το μαντήλι της κι έφυγε κουτσαίνοντας.
«Δεν πειράζει», έκανα φιλικά.
«Τι θα θέλατε;»
Του ζήτησα ένα κουτί από τα χάπια μου.
«Αυτά έχουν κωδεϊνη μέσα», διαπίστωσε.
«Το ξέρω», παραδέχτηκα.
«Δεν μπορώ να τα δώσω χωρίς συνταγή...»
«Έφυγα βιαστικά από την Αθήνα και τα ξέχασα –όπως καταλαβαίνετε δεν έχω ούτε τη συνταγή μαζί μου», προσπάθησα να τον καλοπιάσω.
«Καταλαβαίνω, λυπάμαι», είπε.
«Δεν υπάρχει περίπτωση να....» πρότεινα, βγάζοντας ένα πενηντάρι.
«Τι λέτε κύριε, θα χάσω την άδειά μου», κλαψούρισε ο γεράκος.
Τον λυπήθηκα, δε μου έκανε καρδιά να επιμείνω.
«Εντάξει», είπα. «Και συγνώμη που τέλος πάντων... Αλλά αυτά τα χάπια μού είναι απαραίτητα».
«Λυπάμαι», ξανάπε εκείνος θέλοντας πλέον φανερά να με ξεφορτωθεί.
Γύρισα την πλάτη.
«Καληνύχτα», μουρμούρισα.
«Να πάτε στο καλό».
Κοντοστάθηκα.
«Υπάρχει ένα χωριό, το Τόξο...» είπα.
«Δεν έχουν φαρμακείο εκεί πέρα», με πρόλαβε.
Γύρισα πάλι προς το μέρος του.
«Δεν ήθελα να ρωτήσω αυτό», του εξήγησα. «Ήθελα να μάθω γενικά για το χωριό, έχω κάτι δουλειές εκεί πέρα...»
«Τι δουλειές;»
Σκέφτηκα να ξαναπαίξω τον γεωπόνο αλλά ο φαρμακοποιός δεν έμοιαζε τόσο ηλίθιος όσο ο ταρίφας.
«Κάνω ρεπεράζ για μια ταινία», εκμυστηρεύτηκα.
«Τι;» γούρλωσε τα μάτια ακούγοντας περί ταινίας.
«Ρεπεράζ –ψάχνω μέρη που θα γίνουν τα γυρίσματα».
«Κατάλαβα», χαμογέλασε. «Και τι ταινία είναι αυτή;»
«Κωμωδία. Ένας ελληνοαμερικάνος επιστρέφει στο χωριό του ψάχνοντας να βρει τη γυναίκα που είχε ερωτευτεί πριν ξενιτευτεί».
Ο φαρμακοποιός είχε πλέον βγει ο μισός πάνω από τον πάγκο του, κρεμόταν από το στόμα μου.
«Και τι γίνεται;» ρώτησε ανυπόμονα.
Επέστρεψα κοντά του, αυτό τον τρόμαξε κάπως αλλά η περιέργεια ακόμα τον τριβέλιζε. Κοίταξα γύρω μου συνωμοτικά.
«Κανονικά δεν πρέπει να τα λέμε αυτά –οι υποθέσεις των ταινιών είναι μυστικές», ψιθύρισα.
«Καταλαβαίνω», έκανε όλο απογοήτευση.
«Αλλά νομίζω οτι είστε εχέμυθος άνθρωπος, ίσως μπορώ να σας πω δυο πράγματα», σκέφτηκα φωναχτά.
«Εχέμυθος βεβαίως. Η εχεμύθεια είναι βασική προϋπόθεση του επαγγέλματός μας», είπε βιαστικά. «Εγώ ξέρω από τι πάσχουν οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης, φαντάζεστε τι θα γινόταν αν έβγαινα και τα έλεγα στον καθένα;»
«Δεν θέλω ούτε να το φανταστώ», τον καθησύχασα. «Λοιπόν, αυτή η γυναίκα...»
«Ποια γυναίκα;»
«Πού ψάχνει να βρει ο ελληνοαμερικάνος...»
«Α, ναι...»
«Αυτή έφυγε όταν ξενιτεύτηκε εκείνος. Πήγε στην Αθήνα, έγινε διάσημη ηθοποιός αλλά πέρασαν τα χρόνια, γύρισε πίσω στο χωριό και κρύβεται...»
«Γιατί κρύβεται;»
«Κρύβεται επειδή θέλει να αποφύγει τη δημοσιότητα....»
Τον είδα να απογοητεύεται, βλαστήμησα από μέσα μου.
«Κι επειδή είχε μια σχέση με έναν πρώην πρωθυπουργό και την κυνηγάνε οι δημοσιογράφοι», συμπλήρωσα.
Η μούρη του φωτίστηκε ξανά.
«Τι μου λέτε», θαύμασε.
«Όπως ακριβώς σας τα λέω», επιβεβαίωσα. «Όταν λοιπόν επιστρέφει εκείνος κι αρχίζει να ψάχνει στο χωριό, η γυναίκα νομίζει οτι είναι δημοσιογράφος και προσπαθεί να τον αποφύγει...»
«Καλά –και δεν βρίσκεται ένας από τους συχωριανούς να τον αναγνωρίσει και να της το πει;» έκανε συνεπαρμένος ο γέρος.
Ρε, μ΄έναν πούστη που μπλέξαμε....
«Όχι, κανένας δεν τον αναγνωρίζει γιατί έχει γεράσει πλέον –αφήστε που κι ο ίδιος δεν αποκαλύπτει την ταυτότητά του για να της κάνει έκπληξη».
«Τι ηλίθιος», κάγχασε ο φαρμακοποιός.
«Έτσι γίνονται οι κωμωδίες, μέσα από παρεξηγήσεις», είπα εγώ.
«Και στο τέλος;»
«Στο τέλος τη βρίσκει και παντρεύονται ως συνήθως», του ξεφούρνισα.
Χαμογέλασε σαν παιδάκι.
«Και θα το γυρίσετε στο Τόξο;» έκανε.
«Έτσι λέμε. Αλλά πρέπει να βρω τα μέρη, αυτή είναι η δουλειά μου... Υπάρχει κι άλλο ένα πρόβλημα...» είπα μυστηριωδώς.
«Τι πρόβλημα;» έκανε ξέπνοος.
«Δεν έχουμε καταλήξει στη γυναίκα...»
«Έτσι ε; Και πώς πρέπει να είναι αυτή;»
Του περιέγραψα την Λίζα Φωτίου όπως τη φανταζόμουν να είναι σήμερα. Έξυσε το κεφάλι του.
«Ίσως βέβαια να μη γίνει και τίποτα εδώ πέρα. Έχω να κάνω ρεπεράζ και σε άλλα μέρη», εκμυστηρεύτηκα.
«Υπάρχει αυτή η περίπτωση;» ψέλλισε σχεδόν τρομοκρατημένος
«Και βέβαια υπάρχει... Εξαρτάται πολύ από τη γυναίκα, την ηθοποιό...»  του έκοψα τα πόδια.
«Έχω ακούσει κάτι φήμες....» μουρμούρισε.
«Τι φήμες;» έκανα δήθεν αδιάφορα.
«Είναι περίεργο αλλά από την αρχή που μου είπατε την υπόθεση της ταινίας.... Ε, λοιπόν να με πάρει ο διάβολος αν δεν μοιάζει μ΄ αυτά που έχουν ακουστεί στο Τόξο...»
«Τι έχει ακουστεί;»
«Για μια παλιά ηθοποιό, πολύ διάσημη που έχει έρθει και μένει στο χωριό».
«Ηθοποιό;» έκανα με ξαφνικό ενδιαφέρον.
«Μια παλιά....»
«Όνομα δεν έχει;»
«Ε, θα έχει –γίνεται να μην έχει;»
Περίμενα λίγο αλλά δεν έδειχνε διατεθειμένος να πει ονόματα.
«Και πού μένει τέλος πάντων αυτή η ηθοποιός;»
«Στο Τόξο... έξω από το χωριό, στα χωράφια».
Ξεφύσησα δήθεν ανυπόμονα.
«Κι εγώ τι θα κάνω; Θα ψάχνω στα χωράφια για να τη βρω; Δεν πάνε έτσι αυτά τα πράγματα...»
Ο φαρμακοποιός ήταν πλέον σε απόγνωση.
«Πώς να σας βοηθήσω;» αναρωτιόταν.
«Απλά είναι τα πράγματα –δώστε μου το όνομα και το τηλέφωνο της κυρίας για να επικοινωνήσω μαζί της», πρότεινα.
«Λένε οτι είναι η Φωτίου –τη θυμάστε;»
«Κάτι θυμάμαι», έκανα στο δήθεν. «Αλλά θα πρέπει να τη δω, όπως καταλαβαίνετε...»
«Δεν έχω το τηλέφωνό της, ότι θέλει με παίρνει αυτή... Αν ρωτήσετε στο χωριό να σας δείξουν προς τα που είναι τα χωράφια... Θα το δείτε το σπίτι της, δίπατο με μπλε κάγκελα, έχει κι ένα αυτοκινητάκι, ένα Πεζό κόκκινο που το παρκάρει απέξω...»
Του χαμογέλασα ενθαρρυντικά, ο άνθρωπος φάνηκε να ηρεμεί.
«Ήσασταν πολύ συνεργάσιμος», του είπα. «Ίσως, χάρη σε σας να γυριστεί εδώ η ταινία».
«Μα, αυτό θα ήταν υπέροχο», πανηγύρισε, αλλά αμέσως κόμπιασε.«Μια στιγμή.... Για τα χάπια που μου ζητήσατε προηγουμένως...»
Περίμενα γεμάτος ελπίδα.
«Ελπίζω να κατανοείτε οτι θα παρανομούσα αν σας τα έδινα...»
Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις η πρώτη μου σκέψη είναι να πλακώσω τον άλλο στις φάπες και να πάρω οτι χρειάζομαι –ειδικά όταν πρόκειται για τόσο γελοία άτομα. Όμως είχα μια δουλειά να τελειώσω και αποφάσισα να το δω επαγγελματικά το θέμα.
«Μην ανησυχείτε», τον καθησύχασα. «Σας κατανοώ απολύτως».
Κι έφυγα.

Δυο στενά παρακάτω βρήκα αυτό που έψαχνα –μια κάβα έτοιμη να κλείσει, χώθηκα μέσα κι αγόρασα Στολίσναγια μαζί με 2-3 μπουκαλάκια τόνικ. Κρατώντας τα αγκαλιά επέστρεψα στο ξενοδοχείο ελπίζοντας οτι έτσι θα κατάφερνα να αντιμετωπίσω, όσο πιο αποτελεσματικά γινόταν, τον πόνο.

Πίσω στο τρισάθλιο δωμάτιο του ξενοδοχείου, μετά από ένα καυτό μπάνιο και με την παλαιολιθική τηλεόραση ανοιχτή, τυλιγμένος στις κουβέρτες σαν τον Καθιστό Βούβαλο, εξασκώ τις αντοχές μου. Το πρώτο νεροπότηρο βότκα τόνικ κοντεύει να τελειώσει και ψάχνω για καμιά ταινία της προκοπής –λοιπόν, πόσες είναι οι πιθανότητες; Μια στις χίλιες ή περισσότερες; Κόντρα σε κάθε πρόβλεψη πέφτω πάνω στο «Μπαρφλάι» -κοιτάζω απορημένος, κάποιος μου κάνει πλάκα.... Είμαι στη σκηνή που ο Χένρι Τσινάσκι γνωρίζει τη Γουάντα, στεναχωριέμαι λίγο που έχω χάσει τον πρώτο καυγά με τον μαλάκα τον μπάρμαν αλλά κατεβάζοντας το μισό από το δεύτερο νεροπότηρο ξεχνιέμαι. Η Γουάντα μετράει τον Χένρι με βλέμμα αράχνης.
Γουάντα: Δεν αντέχω τους ανθρώπους. Τους μισώ.
Χένρι: Ναι –ε;
Γουάντα: Εσύ δεν τους μισείς;
Χένρι. Όχι. Αλλά αισθάνομαι καλύτερα όταν δεν είναι τριγύρω.
Στήνω τα δυο μαξιλάρια πίσω μου, νιώθω μια όμορφη ζέστη σε όλο το κορμί, μισοκλείνω τα μάτια, την ξέρω σχεδόν απέξω την ταινία. Ίσως να με παίρνει και λίγο ο ύπνος, πάντως αδειάζω τα ποτήρια μηχανικά –σαν ασθενής που κάνει θεραπεία κι όντως έτσι είναι. Στην οθόνη, μια κουλτουρέ εκδότρια άρτι αφιχθείσα από το κομμωτήριο προσπαθεί να βάλει στον ίσιο δρόμο τον θρυλικό συγγραφέα Χένρι Τσινάσκι.
Τούλι: Γιατί δεν σταματάς να πίνεις; Ο καθένας μπορεί να γίνει αλκοολικός.
Χένρι: Ο καθένας μπορεί να μην γίνει αλκοολικός. Θέλει ειδικά προσόντα για να γίνεις αλκοολικός. Χρειάζεται αντοχή. Η αντοχή είναι πιο σημαντική από την αλήθεια.
Χαμογελάω, σηκώνω το ποτήρι μου και χαιρετίζω τη δήλωση αλλά ανακαλύπτω οτι το ποτήρι είναι άδειο κι η βότκα άφαντη. Αγχώνομαι, κοιτάζω μέσα στις κουβέρτες, στριφογυρίζω, κάτι με ενοχλεί στο μπούτι,  ψάχνω –το μπουκάλι της βότκας πιτσιλάει τα σεντόνια. Το αρπάζω, πλέον δεν χρειάζομαι τόνικ.
Γουάντα: Μισώ την αστυνομία –εσύ;
Χένρι: Δεν ξέρω. Αλλά αισθάνομαι καλύτερα όταν δεν είναι τριγύρω.
Οι κουβέντες τους, τα πρόσωπά τους κοντά το ένα στο άλλο στριφογυρίζουν στο κεφάλι μου μέχρι που δεν μπορώ να ξεχωρίσω τίποτα πια.

Ιδρώτας, μαρσαρίσματα αυτοκινήτων, χτυπήματα σε τοίχους και πατώματα, πονοκέφαλος –καλημέρα.

Τηλεοπτικός βομβαρδισμός, αποτρόπαιες εικόνες –γυαλιστεροί άντρες με πολύχρωμους σκελετούς γυαλιών γυναίκες με έντονα μαλλιά και φουστάνια γεμάτα πολύχρωμες κινούμενες κηλίδες –πέρασα ξυστά στην ακτινοβολία της συσκευής καταφέρνοντας να την απενεργοποιήσω λαχανιασμένος. Χρειαζόμουν επειγόντως δυο καφέδες και πέντε ασπιρίνες.

Μια ώρα αργότερα είχα κατορθώσει να ελέγξω την ταχυπαλμία μου, κάπνιζα αμέριμνος μπροστά από τη δεύτερη κούπα καφέ και χάζευα τους τοίχους ενός δήθεν φιλικού μαγαζιού τίγκα στους λυμασμένους πιτσιρικάδες. Αυτή η πόλη ήταν άσχημη, κι αν έκρινα από τα παιδιά τριγύρω μου, τα πράγματα θα χειροτέρευαν με το πέρασμα του χρόνου. Μια ακατάσχετη φασαρία καθώς κανένας δεν άφηνε τον άλλο να τελειώσει τη φράση του, ατέρμονη επίδειξη κινητών τηλεφώνων και σάλια από τα μισάνοιχτα στόματα των παιδιών που προσπαθούσαν να τσιρίξουν κρατώντας φιλτράκια στριφτών τσιγάρων ανάμεσα στα δόντια τους. Βιάστηκα να συνέλθω και να φύγω από εκεί μέσα πριν με βρουν τα χειρότερα.

Ο ταξιτζής που αναλαμβάνει να με πάει στο Τόξο έχει το αυτοκίνητό του πεντακάθαρο και μιλάει λιγότερο από κωφάλαλο. Δεν ανοίγει καν ραδιόφωνο, οδηγεί στρωτά αφήνοντας την πόλη, κοιτάζει μονάχα τα σπίτια και τα χωράφια με ύφος εξερευνητικό. Θα ορκιζόμουν οτι είναι χαφιές των μπάτσων αλλά αυτοί δε βάζουν γλώσσα μέσα τους –ο χαφιεδισμός είναι ξάδερφος της ανασφάλειας.
«Δεν πηγαίνω μέσα στο χωριό –θέλω να με αφήσεις στα χωράφια», του λέω.
«Κάπου συγκεκριμένα;» ρωτάει κοιτάζοντάς με από τον καθρέφτη.
«Στο διώροφο με τα μπλε κάγκελα...» ψελλίζω σίγουρος οτι θα πέσει κάποιο κράξιμο.
«Εντάξει», απαντάει ήρεμα ο ταξιτζής.
Δεν πιστεύω στην τύχη μου.
Όταν φτάνουμε τον ρωτάω πώς θα γίνει να τον ειδοποιήσω για να με γυρίσει πίσω στην Κατερίνη, μού δίνει αμίλητος μια κάρτα με το τηλέφωνό του κι εξαφανίζεται.

Είμαι μόνος έξω από τον πύργο του Δράκουλα –εντάξει, όχι ακριβώς... Το σπίτι μοιάζει ερειπωμένο αλλά αν κοιτάξεις πιο προσεκτικά θ΄ ανακαλύψεις οτι μονάχα μέρος του είναι παρατημένο. Από εδώ που στέκομαι διακρίνω ένα παράθυρο του πρώτου ορόφου τίγκα στις γλάστρες, ακριβώς δίπλα υπάρχει άλλο παράθυρο με σπασμένο τζάμι, πρόχειρα επισκευασμένο με μονωτική ταινία. Για να τα δω όλα αυτά χρειάζεται να χοροπηδάω προσπαθώντας να ξεπεράσω τα μπλε κάγκελα με τους κισσούς και να αδιαφορήσω για τα κωλόσκυλα (σίγουρα δύο) που ουρλιάζουν από την αυλή του σπιτιού. Το κόκκινο Πεζό δεν φαίνεται πουθενά.
Βγαίνω στην άλλη άκρη του δρόμου, κάθομαι κάτω από μια λεύκα μπας και σταματήσουν να γαβγίζουν τα σκυλιά, ανάβω τσιγάρο. Η περιοχή μυρίζει φυτοφάρμακα και κοπριά, απορώ πώς κατάφερε να συνηθίσει σ΄αυτό το περιβάλλον μια καλοζωισμένη πρώην ντίβα. Και μετά βγαίνει ο ήλιος που παραφύλαγε κρυμμένος πίσω από κάποια σύννεφα, προσπαθώ να προφυλαχτώ από τη λάμψη του, οι λεύκες δεν βοηθάνε καθόλου.

Ευτυχώς ακούγεται ο θόρυβος κινητήρα και σε λίγο εμφανίζεται το κόκκινο Πεζό πετώντας χώματα. Βιάζομαι να σηκωθώ. Το Πεζό παρκάρει άτσαλα έξω από το σπίτι, μια γυναίκα βγαίνει κουβαλώντας πλαστικές σακούλες. Έχει μακριά άσπρα απεριποίητα μαλλιά και το μπουφάν που φοράει τής είναι τουλάχιστον δυο νούμερα φαρδύτερο. Την πλησιάζω διστακτικά για να διαπιστώσω οτι είναι αρκετά πιο κοντή απ΄ότι δείχνει. Στρέφεται προς το μέρος μου, τα σκυλιά έχουν φρυάξει μέσα από την αυλή.
«Ποιος σου είπε πού μένω;» ρωτάει απότομα.
Το πρόσωπό της γεμάτο τσιτωμένα νεύρα, αυτή η γυναίκα μοιάζει με ελατήριο που ακόμα λειτουργεί.
«Τι σημασία έχει;» απορώ.
«Δεν έχει ε;» χαμογελάει. «Άντε γαμήσου τότε».
Και μου γυρίζει την πλάτη.
Εδώ ακριβώς είναι το σημείο που πρέπει να κάνω πίσω. Να τηλεφωνήσω στον Κωνσταντινίδη και μετά να πάρω το πρώτο τρένο της επιστροφής για να εισπράξω την αμοιβή μου.
«Μισό λεπτό», λέω.
Δε σταματάει.
«Πρέπει να σας εξηγήσω», επιμένω.
Γυρίζει προς το μέρος μου σηκώνοντας ένα σκελετωμένο δάχτυλο.
«Αν μπεις σ΄αυτό το σπίτι μαλάκα, θα μου είναι πολύ εύκολο να βάλω τα σκυλιά να σε ξεσκίσουν», μου λέει.
«Εντάξει», συμφωνώ. «Αρκεί να μην το κάνεις πολύ γρήγορα».
Πνίγει ένα χαμόγελο.
«Δεν υπάρχει τίποτα να αποδείξεις», με διαβεβαιώνει.
Ανασηκώνω τους ώμους όσο εκείνη ξεκλειδώνει την αυλόπορτα. Την πλησιάζω ενώ τα σκυλιά ορμάνε.
«Κάτω», λέει απαλά, σα να μιλάει στον εαυτό της.
Τα σκυλιά μαζεύονται γρυλίζοντας.
«Έχει κάνα δυο σακούλες ακόμα στο αυτοκίνητο», μου εκμυστηρεύεται.
Πηγαίνω στο Πεζό, παίρνω τις σακούλες και βιάζομαι να την προλάβω. Μου κάνει κιόλας εντύπωση γιατί, λες να ήξερε οτι θα ερχόμουν, έχει αφήσει τις πιο βαριές σακούλες –τα πλαστικά χερούλια ξεχειλώνουν επικίνδυνα σε κάθε μου βήμα. Και τα κωλόσκυλα μού τραβάνε τα μπατζάκια.
Μπαίνουμε στην κουζίνα του ισογείου.
«Άστες εδώ», λέει χωρίς να με κοιτάζει.
Κάνω έτσι ακριβώς.
«Κάτσε», μουρμουρίζει. «Θέλεις καφέ;»
Κάθομαι στο τραπέζι της κουζίνας και παραδέχομαι οτι θα ήθελα έναν καφέ. Εκείνη πηγαίνει στην καφετιέρα και μου γεμίζει μια κούπα. Με σερβίρει σε δίσκο.
«Ευχαριστώ πολύ», μουρμουρίζω όσο ετοιμάζει τον δικό της καφέ.
Κάθεται απέναντί μου, φέρνει τασάκι κι ένα πακέτο φτηνά τσιγάρα.
«Λοιπόν;» αναρωτιέται. «Ποιος πούστης σου είπε πού μένω;»
«Πού το κατάλαβες τόσο γρήγορα;» αναρωτιέμαι με τη σειρά μου.
Ξεσπάει σ΄ένα άγριο γέλιο.
«Η αδερφάρα ο Βίκτορας –ποιος άλλος...» διαπιστώνει.
«Τον απείλησα», λέω.
«Ναι; Με ποιο τρόπο; Ή σου λέει πού μένω ή δεν έχει πίπα;»
Ανάβω τσιγάρο αμίλητος.
«Ο Βίκτορας δεν ξέρει το σπίτι μου», λέει η Φωτίου.
«Σ΄ αυτό με βοήθησε ένας φαρμακοποιός από την Κατερίνη», παραδέχομαι.
«Ο σκατόγερος...» φτύνει η Φωτίου. «Πουθενά δεν μπορεί κανείς να είναι ήσυχος στις μέρες μας...»
«Ποτέ δεν μπορούσε», παρατηρώ.
«Κι εσύ τώρα τι θέλεις;» αγριεύει.
«Τίποτα ιδιαίτερο... Με πλήρωσαν να σε βρω για ένα αφιέρωμα που θα κάνουν στον Μανιάτη και θέλουν να μιλήσεις...»
Σκύβει πάνω από το τραπέζι πλησιάζοντάς με.
«Είσαι καργιόλης ή μαλάκας;» σφυρίζει.
«Ενίοτε και τα δύο», τη διαβεβαιώνω. «Αλλά δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχει με το θέμα...»
«Κανένας δεν κάνει αφιέρωμα στον Μανιάτη ρε πούστη –οι συγγενείς του το απαγορεύουν», τσιρίζει.
«Δεν το ήξερα αυτό», λέω. «Ίσως όμως να έχει γίνει κάποια συνεννόηση...»
«Είσαι απλώς ηλίθιος τελικά», διαπιστώνει γελώντας. «Ποια συνεννόηση ρε βλάκα; Ακόμα κι έτσι να ΄ταν θα υπήρχε ρητός όρος να μη μιλήσω...»
«Γιατί;»
«Ίσως επειδή χωρίσαμε κάπως βίαια; Επειδή τον έστειλα φυλακή –έστω κι αν ήταν προφυλάκιση μόνο; Πώς σου φαίνονται αυτά;»
Ανάβω καινούργιο τσιγάρο.
«Αυτά είναι παλιές ιστορίες», λέω.
«Άρα οι δικοί του δεν θα έχουν πρόβλημα να πω οτι ο Νίκος Μανιάτης ήταν ανίκανος να γαμήσει αν δεν έπαιρνε πρώτα μάτι», υπέθεσε κοιτάζοντάς με πλάγια.
«Δεν νομίζω οτι είσαι τόσο ηλίθια για να πεις κάτι τέτοιο –ποιος ο λόγος άλλωστε; Θα καταστρέψεις την εικόνα ενός ανθρώπου χωρίς αποδείξεις...»
«Κορόιδο», ξεφύσησε συνθλίβοντας το τσιγάρο της.
«Εντάξει», είπα. «Εμένα η δουλειά μου τελειώνει κάπου εδώ. Θα ενημερώσω οτι σε βρήκα –αν θέλεις μπορείς να μου δώσεις έναν αριθμό τηλεφώνου για να επικοινωνήσουν μαζί σου...»
«Ποιος ο λόγος;» γέλασε. «Η απάντηση είναι αρνητική εκ των προτέρων...»
«Η απάντηση σε τι;» απόρησα.
Σηκώθηκε φουριόζα, σάρωσε τα ντουλάπια και επέστρεψε με ένα μπουκάλι.
«Κονιάκ», μου εξήγησε.
«Μια χαρά», παραδέχτηκα.
Έριξε μπόλικο στην κούπα του καφέ μου κι άλλο τόσο στη δική της.
«Δεν ξέρεις τίποτα από την ιστορία;» ρώτησε.
«Απολύτως», τη διαβεβαίωσα.
«Εσύ τώρα –τι μέρος του λόγου είσαι;» θέλησε να μάθει.
«Λούης Πετράς».
«Παρακάτω».
«Δουλειές του ποδαριού. Αναζητήσεις, εξυπηρετήσεις, στην ανάγκη δέρνω κιόλας, αλλά μονάχα αν είμαι σίγουρος οτι δεν θα τις φάω».
Γέλασε.
«Δέρνεις –ενδιαφέρον. Αν σου λέγανε να τις φας μόνο;»
«Όλα έχουν την τιμή τους», απάντησα.
«Πώς κι έτσι;»
«Η ζωή...» φιλοσόφησα.
«Παπαριές. Δεν μπορεί να γεννήθηκες δέρνοντας...»
«Εντάξει, θα πρέπει να παραδεχτώ οτι ξεκίνησα ελπιδοφόρα», χαμογέλασα.
«Και μετά τι έγινε;»
«Ληστεία μετά φόνου –ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων...» δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να της τα λέω όλα αυτά.
Κούνησε το κεφάλι της.
«Αυτός ο κόσμος είναι γαμημένος», παρατήρησε. «Κι ότι μας φαίνεται όμορφο θα μας γαμήσει βαθύτερα στην πορεία...»
Χαμογέλασα.
«Δεν ήξερα οτι ασχολείσαι με τη φιλοσοφία», παρατήρησα.
«Άντε χάσου βλάκα», έκανε ναζιάρικα.
Άρχιζα να διακρίνω πάνω της τα σημάδια της ντίβας.
«Τόσα χρόνια...» μουρμούρισε. «Ποτέ δεν τα κατάφερα να γίνω ηθοποιός πάντως. Σ΄ αυτό ήταν αξεπέραστος ο Μανιάτης, ίσως επειδή ήταν ανίκανος να γαμήσει σαν άνθρωπος. Είχε μάθει το μουνόπανο να κρύβεται, να αλλάζει πρόσωπα... Έπαιζε σ΄όλη του τη ζωή, έναν ρόλο, δυο ρόλους ταυτόχρονα... Κάποιες στιγμές έπαιξε και περισσότερους, έτσι νομίζω. Με είδε σ΄εκείνη την ταινία –σε μια σκηνή έπαιζα την ερωτευμένη με ένα γέρο για να κάνω το γαμπρό του να ζηλέψει –κάποια υπόθεση, έτσι; Και του έλεγα «αχ, μα πιάστε εδώ που πονάει», με είδε ο Μανιάτης και κάβλωσε. Βλέπεις, την τότε γυναίκα του έπρεπε να την πηδάει κανονικά, δεν μπορούσε να τη βάλει σε παρτούζες, κόρη μεγαλολεφτά.... Απορώ, τώρα που το ξανασκέφτομαι.... Πώς την πήδαγε; Τι φανταζόταν;» σταμάτησε και με κοίταξε.
«Δεν ξέρω», παραδέχτηκα. «Δεν διαθέτω πολλή φαντασία».
Γέλασε.
«Έπαιζε», μου ξεκαθάρισε. «Ήταν τόσο μεγάλος ηθοποιός το μουνόπανο που μπορούσε μέχρι κι αυτό να το παίξει».
Θαύμασα τις υποκριτικές ικανότητες του Μανιάτη χωρίς να σχολιάσω.
«Ακόμα κι έτσι...» μουρμούρισα, έτσι για να πω κάτι.
«Την ταινία θέλουν ρε βλάκα», γέλασε κουρασμένα η Φωτίου.
«Ποια ταινία;» ρώτησα.
«Εγώ, ο συχωρεμένος ο Κουδουνάς κι ο Μανιάτης....»
«Κουδουνάς;»
«Ένας κομπάρσος με θητεία σε τσόντες».
«Λοιπόν;»
«Ε, δεν καταλαβαίνεις;»
Καταλάβαινα.
«Προσπάθησαν κι άλλες φορές να μου την πάρουν –τότε την ήθελαν για να προφυλάξουν το Μανιάτη. Αλλά η ταινία ήταν το μοναδικό χαρτί που είχα στα χέρια μου. Αν την έχανα θα με φύτευε...»
«Ποιος;»
«Ποιος άλλος;»
«Και λοιπόν;»
«Όταν ζόρισαν τα πράγματα πήγα στον Αλευρά, καλό κουμάσι κι αυτός... Ήμουνα όμως προστατευμένη... Με σβήσανε από τον χώρο, εντάξει, δεν έχασε η Βενετιά βελόνι γιατί από ηθοποιία...»
Γέλασα, ίσως και να θίχτηκε λίγο.
«Το θέμα είναι οτι με αφήσανε να φύγω, να ησυχάσω... ακόμα καλύτερα, με πληρώσανε να εξαφανιστώ...»
Άδειασε την κούπα της και την ξαναγέμισε κονιάκ.
Κοιταχτήκαμε αμίλητοι.
«Γιατί στα λέω όλα αυτά;» αναρωτήθηκε.
«Επειδή ελπίζεις οτι δεν θα σε δώσω τελικά», υπέθεσα.
«Είσαι όντως μαλάκας τελικά», ξεκαρδίστηκε.
Και μετά...
«Όντως;»
«Το σκέφτομαι», της είπα.
«Πάρε τα λεφτά αγόρι μου, αυτοί τα ξέρουν ήδη», είπε.
«Και τότε γιατί με βάλανε να σε ψάξω;»
«Βρες το μόνος σου», μου πρότεινε.
Σκέφτηκα. Μια τσόντα με το Μανιάτη και τη Φωτίου (κι ας μην υποβαθμίζουμε την πικάντικη συμμετοχή του Κουδουνά) θα έφερνε μπόλικο χρήμα σε όποιον την κυκλοφορούσε, αλλά πώς θα γινόταν αυτό;
«Με πόσα λεφτά θα πούλαγες την ταινία;» τη ρώτησα.
«Γιατί; Πόσα μου προσφέρεις;» σκλήρυνε.
«Τίποτα, δεν είναι δική μου δουλειά. Εγώ μόνο να σε βρω ανέλαβα».
«Αν δεν είναι δική σου δουλειά μην ασχολείσαι», είπε.
Τα σκυλιά ήρθαν έξω από την πόρτα της κουζίνας κι αρχίσανε να την ξύνουν με τα νύχια τους.
«Ευτυχώς που τα ‘χω κι αυτά», μουρμούρισε.
«Εδώ στην ερημιά είναι όντως επικίνδυνα», υπέθεσα.
«Όχι όσο επικίνδυνα είναι στην πόλη», απάντησε.
«Να πηγαίνω...» πρότεινα.
«Ναι», έκανε αφηρημένα. «Να σε ρωτήσω κάτι;»
Περίμενα.
«Υπάρχει καμιά ταινία μου που να σου άρεσε;» τα μάτια της φωτίστηκαν.
Σκέφτηκα, προσπάθησα να θυμηθώ, στο τέλος κατάφερα να βρω μία απ΄αυτές που παίζανε με τον Μανιάτη.
«Περνούσαμε καλά τότε», αναπόλησε. «Νόμιζα οτι θα αντέχαμε...»
«Χάρηκα που σε συνάντησα», της είπα φεύγοντας.
«Μαλακίες. Κι εγώ θα χαιρόμουν αν σε συναντούσα πριν 10 χρόνια και σου πέταγα τα μάτια έξω...» απάντησε.
«Αν με συναντούσες πριν 10 χρόνια δεν θα χαιρόσουν καθόλου», τη διαβεβαίωσα. «Ήμουν ακόμα φυλακή».
«Μη με ανάβεις μεσημεριάτικα», μούγκρισε.
Γέλασα.
Με πήγε μέχρι την αυλόπορτα κι εκεί με αγκάλιασε.
«Δε δέχομαι συχνά επισκέψεις», δικαιολογήθηκε.

Περπάτησα κάνα χιλιόμετρο πριν πάρω τηλέφωνο τον ταξιτζή –ήμουν στον κεντρικό δρόμο κάτω από μια ταμπέλα με το όνομα του χωριού.
«Έρχομαι», μου είπε κι έκλεισε.
Ο ήλιος έπαιζε κρυφτό με τον πονοκέφαλό μου, το κονιάκ με είχε γαμήσει –γλυκερή αναγούλα, πιάστηκα από την ταμπέλα προσπαθώντας να ξεράσω. Άδικός κόπος.

Βρήκα μια αξιοπρεπώς μεγάλη πέτρα και κάθισα, άναψα τσιγάρο, ζαλίστηκα λίγο –η πέτρα μετακινήθηκε αλλά δεν έπεσα. Η Λίζα Φωτίου ήταν μια άγρια γυναίκα που υποχωρούσε απεγνωσμένα, τι ακριβώς ήθελε απ΄ αυτήν ο Κωνσταντινίδης; Δεν ήταν δουλειά μου να ξέρω, οπότε το άφησα έτσι. Επέλεξα τον αριθμό του στο κινητό μου.
«Λέγε», έκανε βιαστική η φωνή του.
«Έξω από το Τόξο, σ΄ένα σπίτι με μπλε κάγκελα, στα χωράφια», είπα.
«Εντάξει –θα περάσω να σε πληρώσω», μούγκρισε πριν το κλείσει.
Εκείνη τη στιγμή πέρασε το ταξί μου, σηκώθηκα αλλά δεν σταμάτησε. Έμεινα να κοιτάζω τον δρόμο, στο πεντάλεπτο το ταξί ξαναγύρισε.
«Είχα να αφήσω έναν πελάτη εδώ πιο κάτω», είπε ο ταξιτζής καθώς έμπαινα μέσα.
Βολεύτηκα στο πίσω κάθισμα χωρίς να βγάλω άχνα.

Παρασκευή, Οκτώβριος 21, 2011

"ΠΑΜΕ -έλα!"

Δεν υπάρχει τίποτα πιο θλιβερό από ένα εμφανές συμπέρασμα που ουρλιάζει στους δρόμους όσο ο κόσμος το αρνείται. Όπως δεν υπάρχει και τίποτα πιο ενοχλητικό από την κυρίαρχη επιμονή περί βροχόπτωσης όσο η ροχάλα πάει σύννεφο. Ή αλλιώς, «δεν χρειάζεσαι μετεωρολόγο για να μάθεις προς τα που φυσάει ο αέρας», που έλεγε κι ο Μπομπ Ντύλαν.

Από αρχαιοτάτων χρόνων με διακατέχει κάποια απέχθεια για τους κάθε λογής ινστρούχτορες, ενοχλούμαι μ΄αυτούς που τα ξέρουν όλα –τους βαριέμαι πες καλύτερα. Γι΄αυτό δεν πρόκειται να διατυπώσω ούτε καν το εμφανές (αν είναι τέτοιο, όλοι το βλέπουν –αν δεν είναι, τότε εγώ κάνω λάθος). Θα αρκεστώ σε μια καταγραφή κάποιων γεγονότων, όπως τουλάχιστον τα αντιλήφθηκα –υποκειμενικά, κι ως εκ τούτου κάθε διόρθωση δεκτή. Αρκεί η διόρθωση να είναι κατανοητή, επειδή τυγχάνω κάπως μειωμένης –τα υπονοούμενα και οι γενικεύσεις με μπερδεύουν. Συνεχίζω.

Τον περασμένο Ιούνιο η καλή μας κυβέρνηση διατυμπάνισε την πλήρη ανικανότητά της να εφαρμόσει αυτά που είχε υπογράψει στο Μνημόνιο. Υποθέτω οτι αυτοί οι κύριοι (η κυβέρνηση ντε) θεώρησαν οτι μια πτωχευμένη χώρα διαθέτει ακόμα τη δυνατότητα της πολιτικής διαπραγμάτευσης (σημαίνει: «μου δίνεις λεφτά και γι΄αντάλλαγμα στηρίζω μια πολιτική σου»), υποθέτω επίσης οτι αυτοί οι κύριοι (οι υπουργοί ντε) θεώρησαν πώς αρκούσε η ψαρωτική και εθνοσωτήριος παρουσία τους για να δουλέψει αποτελεσματικά ένας ξεχαρβαλωμένος δημόσιος μηχανισμός. Σα να λέμε, μπήκαν σ΄ένα αυτοκίνητο χωρίς βενζίνη και με κολλημένο κινητήρα και πίστεψαν οτι θα κάνουν ταξίδι μονάχα με την ομορφιά τους. Δυστυχώς, δεν ήταν τόσο όμορφοι.
Γι΄αυτό παρουσίασαν το λεγόμενο «Μεσοπρόθεσμο» -ένα μείγμα σουρεαλιστικών ιδεών (αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας, πάταξη της φοροδιαφυγής) και κρετινισμού (μειώσεις μισθών, αυξήσεις φόρων). Φυσικά υπήρξε αντίδραση. Το «κίνημα των Αγανακτισμένων» είχε ήδη στρατοπεδεύσει στην πλατεία Συντάγματος, ήρθαν και οι διαδηλώσεις όσων, από τους άμεσα θιγόμενους, μπορούσαν να διαμαρτυρηθούν (οδηγοί αστικών συγκοινωνιών, υπάλληλοι ΔΕΚΟ και γενικότερα δημόσιοι υπάλληλοι απ΄ότι θυμάμαι). Στις διαδηλώσεις συμμετείχε και το ΠΑΜΕ (όπως παλιότερα σε κάθε «έντεχνο» δίσκο συμμετείχε ο Γιώργος Νταλάρας). Είχε γίνει μια προσπάθεια περικύκλωσης της Βουλής προκειμένου να μην μπορέσουν να μπουν οι βουλευτές –η προσπάθεια απέτυχε, το Μεσοπρόθεσμο ψηφίστηκε κι αυτό (έχω την εντύπωση πώς) ήταν ένα γερό πλήγμα για το «κίνημα των Αγανακτισμένων» που (μαζί με τις καλοκαιρινές διακοπές) τούς οδήγησε σε αριθμητική και «ιδεολογική» αποψίλωση.

Η κυρίαρχη αντίληψη εκείνων των ημερών ήταν προσωποκεντρική, η κυρίαρχη αναζήτηση δεν αφορούσε στη δημιουργία ενός διαφορετικού κοινωνικού συστήματος (ή εγώ δεν αντιλήφθηκα κάτι τέτοιο) αλλά στην ανακάλυψη αποδιοπομπαίων τράγων. Για τα χάλια της χώρας έφταιγε ο προδότης Παπανδρέου, για τα χάλια της οικονομίας ο προδότης Παπακωνσταντίνου και για τη διάλυση της διαδήλωσης και του «κινήματος των Αγανακτισμένων» οι «κουκουλοφόροι» (ή αλλιώς μπαχαλάκηδες). Όπου «κουκουλοφόροι» ήταν βεβαίως οι κάθε λογής προβοκάτορες αλλά ΚΥΡΙΩΣ τα άτομα του αντιεξουσιαστικού χώρου, πού, για μια ακόμα φορά «είδαν φως και μπήκαν». Εξηγούμαι: η ελιτίστικη επιλογή του συγκεκριμένου χώρου, ο οποίος επέλεξε εν πολλοίς να μην κάνει άνοιγμα προς την κοινωνία αλλά να περιχαρακωθεί σε ένα πόλεμο μεταξύ των «κατόχων της απόλυτης αλήθειας και των αστών γενικότερα», είχε σαν αποτέλεσμα την μη ενδυνάμωση του χώρου μετά τον Δεκέμβριο του 2008 –αυτό ανάγκαζε για μια ακόμα φορά τις ομάδες των αντιεξουσιαστών να «κολλάνε ξώφαλτσα» στις μεγάλες διαδηλώσεις προσπαθώντας να δημιουργήσουν συνθήκες ρήξης.

Τα αποτελέσματα εκείνου του ταραγμένου μήνα μπορούν να αποτιμηθούν με διάφορους τρόπους. Για να μην χαθούμε στα πεδία των εκτιμήσεων θα αναφέρω μονάχα την εμφανή αλλαγή στο επίπεδο των κυβερνητικών χειρισμών –αφού άλλωστε η κυβερνητική πολιτική ήταν ο στόχος των διαδηλώσεων και των διαμαρτυριών: Οι, οποίες, προσωπικές επιλογές του Παπανδρέου στη στελέχωση των υπουργείων πήγαν περίπατο και η κυβερνητική εξουσία εκχωρήθηκε στον σκληρό κομματικό μηχανισμό τού ΠΑΣΟΚ. Ήταν μια ντρίπλα απελπισίας -ενώ εμφανώς η μπάλα έβγαινε άουτ, ο πρωθυπουργός υπολόγισε στην ενδεχόμενη συμπαράσταση κάποιου, φανατικού, μέρους της κερκίδας. Ο νέος υπουργός Οικονομικών φρόντισε, με το καλημέρα, να διορθώσει μερικές φορολογικές ατέλειες του νομοσχεδίου –ενώ λοιπόν ο προκάτοχός του (προδότης, μην ξεχνιόμαστε) φορολογούσε έκτακτα το ποσό από συγκεκριμένο εισόδημα και πάνω, ο καινούργιος λαοπρόβλητος φορολόγησε μονίμως έκτακτα τα εισοδήματα από κάποιο ποσό και πάνω αλλά στο σύνολό τους.

Δεν θα κουράσω επαναλαμβάνοντας όσα έγιναν μετά τον ρομαντικό εκείνο Ιούνιο –οι περισσότεροι τα έχουμε αισθανθεί άλλωστε, σε διάφορα σημεία του σώματός μας. Γι΄αυτό θα περάσω στα γεγονότα των τελευταίων ημερών τα οποία συνέβηκαν εφόσον η κυβέρνηση για μια ακόμα φορά διατυμπάνισε την πλήρη ανικανότητά της να εφαρμόσει όσα είχε υπογράψει στο Μεσοπρόθεσμο (καταντάει προβλέψιμο –έτσι;) Το όνομα του καινούργιου καλλιτεχνήματος (το οποίο φυσικά δεν θα μπορέσει να εφαρμόσει η κυβέρνηση) είναι «Πολυνομοσχέδιο». Αυτό που μας επιβεβαιώνει δυο πράγματα: α) οτι οι κυβερνώντες εξακολουθούν να έχουν την εντύπωση πως το αυτοκίνητο τού παραπάνω παραδείγματος, από το οποίο έχουν αφαιρεθεί πλέον και οι ρόδες και στηρίζεται σε τσιμεντόλιθους θα μπορέσει να ταξιδέψει μονάχα με την ομορφιά τους, β) οτι δεν διαθέτουν το παραμικρό ίχνος γούστου στην επιλογή ονομάτων –αν αντί για «Πολυνομοσχέδιο» το έλεγαν, για παράδειγμα, «Η φιλοσοφία στο μπουντουάρ», θα εξασφάλιζαν τη συμπάθεια κάποιας, μικρής έστω, κοινωνικής μερίδας.

Φρέσκο αγγούρι, φρέσκια σαλάτα –τουτέστιν ξανά στους δρόμους όσοι θίγονται και έχουν τη δυνατότητα διαμαρτυρίας (δημόσιοι υπάλληλοι, δημοτικοί υπάλληλοι, ταξιτζήδες, κάποιοι μαγαζάτορες κ.λ.π.) Στις διαδηλώσεις συμμετέχει και το ΠΑΜΕ (όχι άλλο Νταλάρα, παρακαλώ!)

Θα κάνω εδώ ένα μικρό διάλειμμα για ενημέρωση περί των τηλεοπτικών καθότι τυγχάνω λάτρης της ίντριγκας: οι σταθμοί ALTER και ΣΚΑΪ τρώγονται από το προηγούμενο καλοκαίρι, ο ΣΚΑΪ φωνάζει για κάτι κομπινοδάνεια που έχει πάρει το ALTER όσο το κανάλι των Real δημοσιογράφων καταγγέλλει πόσο μαϊμού οικολόγος είναι ο Αλαφούζος του ΣΚΑΪ. Χώθηκε σαν την τσουτσού ο πρωθυπουργός σ΄αυτή τη διαμάχη δηλώνοντας πώς «δεν γίνεται οι τράπεζες να δανείζουν έναν τηλεοπτικό σταθμό που χρωστάει ήδη 500 εκατομμύρια και να μη δανείζουν τις επιχειρήσεις». Στήθηκα να δω την αντίδραση του ALTER και δεν απογοητεύτηκα –πρόσεξε πώς ξηγηθήκανε οι παίχτουρες:

1.Αρχίσανε να βγάζουν έναν λεβέντη του ΠΑΜΕ για προπόνηση στο προ-δελτίο του Άκη.
2.Επανέφεραν τον Τράγκα (παναγιά μου –ανοίξτε κάνα παράθυρο!)
3.Πήραν συνέντευξη από τον Alexis ο οποίος δήλωσε ευθαρσώς (και υποτελώς) οτι δεν είναι δουλειά του πρωθυπουργού να παρεμβαίνει στις διαμάχες μεταξύ των καναλιών!
4.Δήλωσε στη συνέχεια ο τσεκουράτος Χατζηνικολάου οτι «τα μεγάλα κόμματα καλά θα κάνουν να κοιτάνε τα δικά τους χρέη στις τράπεζες και να μην ασχολούνται με τα χρέη των τηλεοπτικών σταθμών»!!

Όλα αυτά έχουν τη σημασία τους –τέλος διαλείμματος.

Η πρώτη μέρα των διαδηλώσεων (19 Οκτωβρίου) ήταν «πάουερ –πακέτο» που θα ΄λεγε κι ο Φοίβος Δεληβοριάς. Πολύς κόσμος, ολίγα επεισόδια και μια σκηνή η οποία θα μου μείνει αξέχαστη: τα ΜΑΤ στα σκαλιά της μπροστινής πλευράς της Βουλής κι ο κόσμος ακριβώς από κάτω να τους έχει στριμώξει. Οι λοχίες παίρνανε τους τσολιάδες και η ερώτηση αναπόφευκτη: «μα γιατί δεν μπαίνει ο κόσμος μέσα;» Μια χόρτα θα μπορούσε να τους κάνει τους μπάτσους και τσουπ, να βρεθεί στης βουλής τα έδρανα ο επαναστάτης λαός! Γιατί δεν το έκαναν; Μια δεύτερη ματιά στην τηλεόραση αρκούσε για να λυθούν οι απορίες. Δεν έγινε ντου επειδή μπροστά στους μπάτσους είχαν στηθεί κάτι λεβέντες με ελληνικές σημαίες που ασχολούνταν με το πώς θα τις δώσουν στα ΜΑΤ (τις σημαίες!)  για να τις κουνάνε παρέα. Τέλος επανάστασης –καληνύχτα σας.

Η δεύτερη μέρα των διαδηλώσεων (20 Οκτωβρίου) ήταν σίγουρο οτι θα έχει την τύχη των σίκουελ –τουτέστιν, εμφανώς λιγότερα εισιτήρια. Αλλά το ενδιαφέρον μετατοπιζόταν πλέον στην ανακοίνωση του ΠΑΜΕ περί περικύκλωσης της Βουλής. Εντυπωσιάστηκα! Μέχρι να ξεκαθαρίσει ο κομισάριος Ζιώγας (στο φροντιστηριακό προ-δελτίο του Άκη) οτι δεν θα εμπόδιζαν τους βουλευτές να μπουν μέσα -απλώς θα περικύκλωναν τη Βουλή για να διαμαρτυρηθούν –είχα την εντύπωση οτι βρικολάκιασε ο Βελουχιώτης επειδή τον αφήσανε άνευ πολιτικό μνημόσυνο.

Όλοι γνωρίζουμε πλέον τι εννοούσε το ΠΑΜΕ. Η περικύκλωση της Βουλής ήταν όντως μια επαναστατική ενέργεια –με την έννοια οτι αποδείχτηκε περίτρανα πως τα ΚΝΑΤ είναι ακόμα ζωντανά και μπορούν να υποκαταστήσουν αποτελεσματικότητα τα ΜΑΤ. «Τι να τα κάνουμε τα ΜΑΤ, αφού έχουμε τα ΚΝΑΤ;» αναρωτιόμασταν το ’80 –η απάντηση ήρθε επιτέλους το 2011: Τα ΜΑΤ χρειάζονται για να πλαγιοκοπούν τους διαδηλωτές όσο κάνουν ντου τα ΚΝΑΤ. Κι αυτό δεν αποτελεί συμπέρασμα –με κανέναν τρόπο! Απλώς περιγράφω όσα είδα και διάβασα. Αν κάνω λάθος –εδώ είμαστε να μου το υποδείξετε.


Υπάρχει όμως μια απορία: γιατί επέλεξαν αυτή τη στιγμή στο ΠΑΜΕ για να αντιπαρατεθούν με τα άλλα (ή έστω, κάποια άλλα) τμήματα της διαδήλωσης; Τόσον καιρό μαζεύονταν «μοναχοί κι αγαπημένοι», περνάγανε τρέχοντας από τη Βουλή (μην τους πάρουν για ταραξίες) και διαλύονταν ησύχως στα Χαυτεία (που έχει φτηνό λαχματζούν).  Γιατί άλλαξαν στάση τώρα; Διατυπώνω υποθέσεις, σχολιάζοντάς τες συνοπτικά:

-Επειδή φοβήθηκαν οτι ο λαός θα καταλάβει τη Βουλή και θέλανε να προστατεύσουν το σύστημα (Σιγά τα ωά! Ακόμα κι αν υπήρχε αυτή η πιθανότητα, θα χρειαζόταν μια τριετία στο ΚΚΕ να την αντιληφθεί, να την αναλύσει και να καθορίσει τη δράση του σχετικά).

-Επειδή αποφάσισαν οτι έφτασε η ώρα να ηγηθούν του ρεύματος διαμαρτυρίας. (Έλα ρε! Πήρε τέτοια απόφαση το ΚΚΕ χωρίς να ρωτήσει το πολιτικό γραφείο του ΚΚΣΕ;)

-Επειδή αποφάσισαν οτι έφτασε η ώρα να κατασταλούν οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας του κάθε λογής οπορτούνα, όποιος θέλει να διαμαρτυρηθεί, ας γραφτεί στο ΠΑΜΕ (παράλογο το βρίσκω –εξ ου και το θεωρώ πιθανό).

Τέλος πάντων, γεγονός είναι οτι το ΠΑΜΕ προστάτευσε τη Βουλή. Επιτέθηκε στους διαδηλωτές, πλακώθηκε με τους αντιεξουσιαστές, παρέδωσε κόσμο στην αστυνομία και τελικά κατάφερε να μην υπάρχει σχεδόν κανένας έξω από τη Βουλή την ώρα που ψηφιζόταν το «Πολυεργαλείο» (μα, ακόμα και για πλάκα –καλύτερα ονόματα τού δίνω από την κυβέρνηση!) Σε σχέση με τα γεγονότα του Ιουνίου όπου η κάθε θετική ψήφος συνοδευόταν από γιουχαΐσματα, υπήρξε κάποια βελτίωση εδώ πέρα!

Ενδιαφέρον έχει το πώς παρουσιάστηκαν τα συγκεκριμένα γεγονότα στα κανάλια. Και το ενδιαφέρον βρίσκεται στο οτι η γραμμή του ΠΑΜΕ-ΚΚΕ ήταν αδιαμφισβήτητη. Η περιφρούρηση της Βουλής ονομάστηκε «περιφρούρηση της πορείας», τα ντου του ΠΑΜΕ ονομάστηκαν «επιθέσεις κουκουλοφόρων», τα ματσούκια των Παμιτών μπορεί να ήταν εμφανή σε κάθε βίντεο αλλά σύμφωνα με τους εκφωνητές «το ΠΑΜΕ ήταν άοπλο μπροστά σε κουκουλοφόρους με πλήρη οπλισμό».

Ακολούθησε η δήλωση της Αλέκας περί «αναρχοαριστερών, φασιστοειδών και ανθρώπων του Λάος». Παρόμοια θέση εξέφρασε και η ανακοίνωση του ΠΑΜΕ (έλα!) της οποίας αντιγράφω κομμάτι:

«Όμως η ταξική πάλη έχει και μια άλλη πλευρά. Δίπλα στους κρατικούς, κατασταλτικούς μηχανισμούς υπάρχει και ένας άλλος μηχανισμός, στον οποίο συνυπάρχουν φασιστοειδή, αναρχικοί, χρυσαυγίτες, άνθρωποι του Καρατζαφέρη, οι γνωστοί κουκουλοφόροι.
Όλοι αυτοί επιχείρησαν να χτυπήσουν τη συγκέντρωση μας. Χάρις στην οργάνωση, την ψυχραιμία, την αποφασιστικότητα των δυνάμεων του ΠΑΜΕ οι μηχανισμοί αυτοί αναχαιτίστηκαν και αντιμετωπίστηκαν.
Οι παραπάνω δυνάμεις εμφανίστηκαν πίσω και μέσα στο λεγόμενο κίνημα του ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ στην οδό Βασιλέως Γεωργίου. Από αυτή τη δολοφονική επίθεση είχαμε το νεκρό συνάδελφό μας, οικοδόμο, γραμματέα του παραρτήματος Οικοδόμων Βύρωνα και τραυματίες.»


Δεν θέλω να αναφερθώ στον άνθρωπο που πέθανε, ούτε στη μανία όλων να τον προσεταιριστούν. Θέλω όμως να επικεντρωθώ στο παράδειγμα του ALTER επειδή δείχνει πιο ξεδιάντροπα την μηντιακή προσπάθεια μανιπουλαρίσματος. Αφού λοιπόν το συγκεκριμένο κανάλι ξεκίνησε τον αντιΠαπανδρεϊκό ανένδοτο (για το καλό του λαού βεβαίως!) έπαιξε χτες βράδυ μια όμορφη οπερέτα:

Πρελούδιο ο λεβέντης ο οποίος παρουσιάστηκε σαν εκπρόσωπος των εργαζομένων στο νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ –και άρχισε να εκλιπαρεί το Υπουργείο ν΄ανοίξει κι άλλα νοσοκομεία για εφημερία, προκειμένου να περιθάλψουν τους τραυματίες (μιλάμε για τις 7 το απόγευμα, ενώ τα επεισόδια είχαν σχεδόν λήξει). Άκουγα κι εγώ τον άνθρωπο να ωρύεται, μετά το γύρισε στο οτι η κυβερνητική προπαγάνδα διέδωσε πως ο νεκρός διακομίστηκε από το Άλσος Ζαππείου και ντροπή τους που θέλουν να δείξουν οτι δεν πέθανε στον αγώνα ο άνθρωπος αλλά ενώ βολτάριζε στο Ζάππειο –τον πήρα γραμμή οτι ήταν του κόμματος, γιατί αυτοί θέλουν να κρυφτούν μα η χαρά δεν τους αφήνει. Άρχισε σε λίγο τα περί πλουτοκρατίας και λαϊκής πάλης και ιμπεριαλισμού –γειώθηκα. Ο Άκης βέβαια τον άκουγε ευλαβικά –αργότερα πέτυχα τον ίδιο λεβέντη στο MEGA, με λεζάντα «γιατρός Ευαγγελισμού» όπου έγινε ο εξής ξεκαρδιστικός διάλογος:
Γιατρός: «Είναι ψέματα αυτά που λένε οτι ο άνθρωπος ήταν στο Ζάππειο, εκεί τον πήγαν για να τον πάρει το ΕΚΑΒ».
Πρετεντέρης: «Καλά, αυτό λίγη σημασία έχει. Εσείς ήσασταν εκεί όταν τον έφεραν; Του παρείχατε τις πρώτες βοήθειες;»
Γιατρός: «Πού εκεί; Στο Ζάππειο;»
Πρετεντέρης: «Όχι, στον Ευαγγελισμό. Εσείς τον  αναλάβατε όταν τον έφεραν;»
Γιατρός: «Όχι –άλλοι συνάδελφοι. Εγώ απλώς παρακολουθούσα».

Ένα το κρατούμενο ο γιατρός-εκπρόσωπος. Μπούκαρε στο λιμπρέτο ο Χατζηνικολάου ο οποίος δήλωσε οτι ο διαδηλωτής πέθανε από χημικά (αλλά το μάζεψε αργότερα). Φέρανε και τον Ζιώγα (που αποφοίτησε επιτυχώς από το προ-δελτίο) στο κεντρικό να μιλήσει για την πλουτοκρατία. Τα χώσανε και στην κυβέρνηση γιατί δεν πιάνει τους «κουκουλοφόρους» να τους ξεσκίσει τα πρέκια. Τα χώσανε στους μπάτσους γιατί δεν επενέβησαν να προστατεύσουν το ΠΑΜΕ (το μάζεψαν κι αυτό στη συνέχεια,  όταν ο Ζιώγας παραδέχτηκε οτι υπήρχε συνεννόηση). Μέσα σ΄αυτό το πατροπαράδοτο κλίμα, μέσα σε αθώες μαλακίες περί εμφυλίου (μη λέτε τέτοια ρε! θα τρομάξει το τιμημένο και θα σκαρφαλώνει πάλι βουνά!) μέσα από τις δηλώσεις αποτροπιασμού τού (ΕΛΛΑΣ –ΕΛΛΑΣ) Αντώνης Σαμαράς, μάς σερβίρανε κάποια στιγμή το καινούργιο γλυκό, τουτέστιν το «Πολυνομοσχέδιο» ψηφισμένο από όλους τους Πασόκους πλην Λούκας.

Τώρα έχουμε ένα ακόμα φρέσκο αγγούρι και η ντομάτα ξύνισε –άντε να φτιάξεις σαλάτα! Περιμένουμε τη συνέχεια -«Μεσοπρόθεσμο», «Πολυνομοσχέδιο»- μάλλον το επόμενο θα ονομαστεί «Μετανομοσχέδιο», για να μη χάνεται η συνοχή.

Ακούω πολλούς να ζητάνε να φύγει η κυβέρνηση –δίκιο έχουν. Αλλά οι περισσότεροι από αυτούς που ακούω δεν μου αφήνουν την παραμικρή ελπιδοφόρα προοπτική σχετικά με το τι θα αντικαταστήσει την κυβέρνηση που θέλουν να διώξουν.

Και τελικά, αν αυτό που θέλουμε είναι κρεμάλες –γιατί δεν βάζουμε μπροστά τους μπαχαλάκηδες κι εμείς από πίσω να πατάμε τα απομεινάρια; Κρεμάλες με περιφρούρηση της Βουλής δεν γίνονται! Ούτε τα ελικόπτερα σηκώνονται με μούντζες! Θέλουμε ριζική αλλαγή ή απλώς αλλαγή προσώπων; Θέλουμε να αλλάξουμε σύστημα ή απλώς άλλη κυβέρνηση;

Ή, όπως θα αναρωτιόταν ο τρελο-Μπρίλης: «Λεμονάδα θέτε, πορτοκαλάδα θέτε, γκαζόζα θέτε; ΤΙ ΘΕΤΕ ΤΕΛΙΚΑ

Τετάρτη, Οκτώβριος 19, 2011

Για μια κοινωνία σε κρίση...


Επειδή κάποια πράγματα στη μεταφορά χάνονται, σκέφτηκα να αντιγράψω μερικά αποσπάσματα από το «Σύγχρονος καπιταλισμός και επανάσταση» του Κ. Καστοριάδη –σε μια προσπάθεια να ξεκαθαριστούν οι όροι του σημερινού κοινωνικού διαλόγου. Ή αν θέλεις, για να γίνει  κατανοητή η ρήση περί «νέων εχθρών, όπλων και μετρήματος» του Νίκου Νικολαϊδη που δεσπόζει δίπλα στα κείμενα που διαβάζεις. Οι τίτλοι των κομματιών που έχω αντιγράψει καθώς και τα έντονα γράμματα είναι δικές μου προσθέσεις για τις οποίες δεν ευθύνεται ο συγγραφέας ή το βιβλίο.

Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Σε πολιτικό πεδίο, στις πρώτες προσπάθειες του προλεταριάτου να οργανωθεί, ο καπιταλισμός απαντάει κατά κανόνα με την καταπίεση, ανοιχτή ή καμουφλαρισμένη. Νικημένος πολύ γρήγορα σ΄αυτό το πεδίο, κατέληξε, στο άκρο μιας μακριάς καμπύλης της ιστορικής εξέλιξης, να κάνει τις ίδιες τις πολιτικές εργατικές οργανώσεις βασικούς τροχούς της λειτουργίας του. Κι αυτό όμως επιφέρει ενδιαφέρουσες μεταβολές στο σύνολο του συστήματος: η καπιταλιστική «δημοκρατία» δεν μπορεί να λειτουργήσει δίχως ένα μεγάλο «ρεφορμιστικό» κόμμα, πού με τη σειρά του δεν μπορεί να είναι μια απλή και σκέτη μαριονέτα των καπιταλιστών (γιατί θα έχανε τότε τις εκλογικές του βάσεις και δε θα μπορούσε πια να εκπληρώσει τη λειτουργία του), αλλά πρέπει να είναι επίσης ένα κόμμα «κυβέρνησης» (και πολύ συχνά στην κυβέρνηση).  Αυτό το κόμμα αναγκαστικά δανείζει την απόχρωσή του και στο «συντηρητικό» κόμμα... Έτσι (και σε σχέση και με άλλους παράγοντες επίσης), ο καπιταλισμός, αφού αντιστάθηκε για μεγάλο διάστημα στην ιδέα μιας ανάμιξης του κράτους στις οικονομικές υποθέσεις (που θεωρούνταν «επαναστατική» και «σοσιαλιστική»), φτάνει τελικά να την υιοθετήσει και να στρέψει προς όφελός του την εργατική πίεση ενάντια στις συνέπειες της αυτόματης λειτουργίας της οικονομίας, για να εγκαταστήσει μέσω του κράτους έναν έλεγχο στην οικονομία και στην κοινωνία που να εξυπηρετεί στο τέλος της γραφής τα συμφέροντά του....
Γι΄αυτό η σύγχρονη κοινωνία, είτε ζει κάτω από ένα καθεστώς «δημοκρατικό» είτε «δικτατορικό», είναι στην πραγματικότητα πάντα ολοκληρωτική.  Γιατί η κυριαρχία των εκμεταλλευτών πρέπει, για να διατηρηθεί, να κατακλύσει όλους τους τομείς της δραστηριότητας και να προσπαθήσει να τους υποτάξει. Οτι ο ολοκληρωτισμός δεν παίρνει πια τις ακραίες μορφές που είχε περιβληθεί με τον Χίτλερ ή τον Στάλιν, οτι δεν χρησιμοποιεί πια ως προτιμώμενο μέσο την τρομοκρατία, δεν αλλάζει σε τίποτα το ζήτημα κατά βάθος. Η τρομοκρατία δεν είναι παρά ένα από τα μέσα που μπορεί να χρησιμοποιήσει μια εξουσία για να συντρίψει τη δραστηριότητα κάθε αντιπολίτευσης –αλλά δεν είναι πάντα εφαρμόσιμη ούτε πάντα η πιο αποδοτική. Η «ειρηνική» χειραγώγηση των μαζών, η βαθμιαία αφομοίωση των οργανωμένων αντιπολιτεύσεων μπορούν να είναι πιο αποτελεσματικές.

Η ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Μια γραφειοκρατική κοινωνία είναι μια κοινωνία που έχει κατορθώσει να μεταμορφώσει την τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού σε πληθυσμό μισθωτών, μην αφήνοντας έξω από τις σχέσεις του μισθωτού (και της συνακόλουθης ιεραρχίας) παρά στρώματα περιθωριακά (5% αγρότες, 1% καλλιτέχνες, διανοούμενους και πόρνες)...

Από μια ορισμένη στιγμή, η γραφειοκρατικοποίηση, η διεύθυνση των δραστηριοτήτων από τους ιεραρχικούς μηχανισμούς, γίνεται η ίδια η λογική αυτής της κοινωνίας, η απάντησή της σε όλα. Στο σημερινό στάδιο, η γραφειοκρατικοποίηση έχει από αρκετό καιρό ξεπεράσει τις σφαίρες της παραγωγής, της οικονομίας, του κράτους και της πολιτικής. Η κατανάλωση είναι δίχως αμφιβολία γραφειοκρατικοποιημένη, με την έννοια οτι ούτε ο όγκος της ούτε η σύνθεσή της είναι πια αφημένες στους αυτόματους μηχανισμούς της οικονομίας και της ψυχολογίας (η «ελεύθερη εκλογή» του καταναλωτή δεν έχει ποτέ υπάρξει, εννοείται, σε μια αλλοτριωμένη κοινωνία), αλλά αποτελούν το αντικείμενο μιας δραστηριότητας χειραγώγησης όλο και πιο προωθημένης αντίστοιχων ειδικευμένων μηχανισμών (υπηρεσίες πώλησης, διαφήμιση και έρευνες της αγοράς κλπ). Οι ανέσεις οι ίδιες γραφειοκρατικοποιούνται...
Η γραφειοκρατική οργάνωση επιφέρει μια άλλη συνέπεια, επίσης σημαντική –την καταστροφή της υπευθυνότητας. Από την τυπική της άποψη, η γραφειοκρατική οργάνωση σημαίνει τη διαίρεση των υπευθυνοτήτων: οι τομείς της διοίκησης και του ελέγχου πρέπει να είναι καθαρά καθορισμένοι και οριοθετημένοι και κατά συνέπεια οι υπευθυνότητες κατακερματισμένες. Αλλά ο κατακερματισμός αυτών των τομέων που προωθείται όλο και περισσότερο –έκφραση της διαδικασίας της αυξανόμενης διαίρεσης της εργασίας στους κόλπους της γραφειοκρατίας της ίδιας –οδηγεί στο τέλος σε μια καταστροφή της υπευθυνότητας.

ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ
Από έναν αιώνα, ο τεϋλορισμός, κατόπι η ψυχολογία και η «βιομηχανική» κοινωνιολογία δοκίμασαν να πραγματοποιήσουν αυτόν τον τετραγωνισμό του κύκλου: να κατορθώσουν ώστε οι εκμεταλλευόμενοι και αλλοτριωμένοι εργάτες να εργάζονται σα να μην ήταν τέτοιοι, εκείνοι στους οποίους η πρωτοβουλία είναι απαγορευμένη να παίρνουν ασυνήθη πρωτοβουλία όταν αυτή είναι «αναγκαία», δηλαδή συνέχεια, εκείνοι που είναι εντελώς αποκλεισμένοι απ΄όλα να συμμετέχουν σε κάτι. Η λύση σ΄αυτό το πρόβλημα δεν έχει προχωρήσει ούτε ένα χιλιοστό ύστερα από έναν αιώνα. Οι μάταιες προσπάθειες των βιομηχανικών κοινωνιολόγων να «μεταρυθμίσουν» τις ανθρώπινες σχέσεις μέσα στη βιομηχανία δεν κατέληξαν παρά σε μια διακόσμηση όμοια μ΄αυτή των κηπαρίων που περιστοιχίζουν τα σύγχρονα εργοστάσια.

Δεν πρόκειται εδώ για φιλοσοφία κι εμείς δε λέμε οτι ο γραφειοκρατικός καπιταλισμός είναι αντίθετος στην ανθρώπινη φύση. Δεν υπάρχει ανθρώπινη φύση, και ο καθένας θα μπορούσε ήδη να πει οτι ακριβώς γι΄αυτόν το λόγο ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο, και οτι συνεπώς ο καπιταλιστικός γραφειοκρατικός στόχος είναι ουτοπικός. Αλλά αυτός ο συλλογισμός μένει ακόμα φιλοσοφικός, συνεπώς αφηρημένος. Ακριβώς επειδή ο άνθρωπος δεν είναι αντικείμενο και παρουσιάζει μια ευπλαστότητα σχεδόν ατελεύτητη μέσα στην πρακτική, θα μπορούσε να μεταμορφωθεί σχεδόν σε αντικείμενο, και υπήρξε πράγματι στην ιστορία....
Η άποψή μας είναι κοινωνιολογική και ιστορική: Ετούτη η κοινωνία του σύγχρονου καπιταλισμού, μέσα σε μια κίνηση αυτομεταμόρφωσης, δεν μπορεί, ακόμα και για μερικά χρόνια, να μεταμορφώσει τα υποκείμενά της σχεδόν σε αντικείμενα, επί ποινή άμεσης κατάρρευσης. Ο καρκίνος που την τρώει είναι οτι ταυτόχρονα πρέπει να προσπαθεί συνέχεια να πραγματοποιεί αυτή τη μεταμόρφωση.

Μια κρίση της κοινωνίας είναι από την ίδια της την ουσία μια σύντομη μεταβατική περίοδος. Αν, κατά τη φάση της εξάρθρωσης της κατεστημένης οργάνωσης, οι μάζες δεν επέμβουν, αν δε βρουν στον ίδιο τους τον εαυτό την αναγκαία δύναμη και συνείδηση για να εγκαθιδρύσουν μια νέα κοινωνική οργάνωση, τα παλιά κυρίαρχα στρώματα (ή άλλοι σχηματισμοί) θα την επανακτήσουν και θα επιβάλουν τον προσανατολισμό τους. Η κοινωνία δεν μπορεί να ανεχτεί το κενό. Για να μπορέσει η ζωή να συνεχίσει, πρέπει να επιβληθεί μια οποιαδήποτε «τάξη». Στην απουσία της δράσης των μαζών που θα άνοιγε μια επαναστατική διέξοδο, η ζωή θα επαναληφθεί πάνω στα παλιά πρότυπα περισσότερο ή λιγότερο βελτιωμένη, κατά τις περιστάσεις και τις ανάγκες των εκμεταλλευτών.

(Το επαναστατικό κίνημα στον σύγχρονο καπιταλισμό –ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ, εκδόσεις ύψιλον, 1987).

Τρίτη, Οκτώβριος 18, 2011

4. Η πονεμένη ιστορία της Βίβιαν

Προηγούμενα:

1. Προετοιμασία για αιφνίδιο θάνατο 
2. Τα όνειρα γερνάνε άσχημα
3. Οι γυναίκες είναι ακριβό χόμπυ

Πέρασα είκοσι λεπτά στον καθρέφτη, σα να ήμουνα καμιά σιτεμένη γκόμενα που παστωνόταν πριν πάει σε ραντεβού συνοικεσίου  –τελικά οι καργιόληδες μου είχανε κάνει ζημιά. Εκτός από τα δυο-τρία σπασμένα πλευρά δηλαδή, μου είχανε φτιάξει το πρόσωπο ολίγον Μπιενάλε. Δεν ήθελα να βάλω τσιρότα –πώς θα πήγαινα έτσι στον άνθρωπο, πρώτη συνάντηση κι άνευ συστάσεων, θα το΄βαζε στα πόδια.... Ή θα με πυροβολούσε στα πόδια, αναλόγως ιδιοσυγκρασίας.
Με τα χτεσινά ντράβαλα δεν είχα προλάβει να ψάξω λίγο αυτόν τον Βίκτορα Αλεξιάδη στο ίντερνετ, να βρω τίποτα πληροφορίες, φήμες, κουτσομπολιά –μια φωτογραφία του έστω για να δω πως μοιάζει. Ήμουν αναγκασμένος να πάω, φορώντας μαύρο γυαλί για να μη φαίνεται το πρησμένο μάτι, και να στηθώ έξω από το σπίτι του περιμένοντας το άγνωστο ή να του χτυπήσω το κουδούνι διακινδυνεύοντας να καλέσει τους μπάτσους.

Κι αυτό ακριβώς έκανα –μέχρι ένα σημείο τουλάχιστον. Πήγα έξω από το σπίτι του ενώ ο ήλιος τύφλωνε ακόμα και νεροχελώνα (αυτός ήταν πάντως ένας καλός λόγος για να φοράς μαύρα γυαλιά), μέτρησα το τετράγωνο ψάχνοντας για την καλύτερη θέση, ο καιρός ήταν κρύος με γαμημένη ζέστη –πάει να πει στη σκιά πάγωνες στον ήλιο καιγόσουν –αλλά δεν πρόλαβα να διαλέξω το κατάλληλο μέρος παρακολούθησης. Επειδή έξω από μια πολυκατοικία γινόταν σκυλοκαβγάς –σαν ευαισθητοποιημένος πολίτης που ήμουν, ξέχασα για λίγο τον σκοπό της αποστολής μου κι έτρεξα να πάρω μάτι. Έπρεπε να σπρωχτώ με τους περίεργους που είχαν ήδη σχηματίσει κύκλο στο πεζοδρόμιο για να πιάσω καλή θέση –τελικά είδα οτι ένας αναμαλλιασμένος γέρος είχε αρπαχτεί από την χοντρή κοιλιά κάποιου τύπου με λευκή ποδιά, όμως το ενδιαφέρον βρισκόταν στο συμπλήρωμα των εμπλεκομένων. Επειδή ένας αστείος τυπάκος με φαλάκρα, πασούμια και ανοιχτή ρόμπα τραβούσε τον γέρο όσο μια χοντρή τραβούσε τον χοντρό.
«Έλα Νώντα,  δεν τους ξέρεις τι είναι;» τσίριζε η χοντρή.
«Πάμε να φύγουμε», εκλιπαρούσε ο φαλακρός το γέρο.
Μάταια.
Ο γέρος τράβηξε μια κουτουλιά στον χοντρό ο οποίος σταμάτησε να του τραβάει τα μαλλιά, κρέμασε τα χέρια στο πλάι και πήρε να σωριάζεται. Ο γέρος δεν ήταν ούτε τόσο δυνατός για να τον κρατήσει, ούτε τόσο προνοητικός για να τον αφήσει –έπεσαν κι οι δυο μαζί σαν παραγεμισμένα σακιά. Η χοντρή ούρλιαξε, ο φαλάκρας έχασε το ένα πασούμι καθώς παρασύρθηκε από τους σφιχταγκαλιασμένους. Δεν έδειχνε όμως να τον νοιάζει.
«Πάμε Βίκτορα, πάμε να φύγουμε», παρακάλεσε το γέρο.
Αυτομάτως ενεργοποιήθηκα. Έσπρωξα τους περίεργους όσο ο γέρος απαγκιστρωνόταν από τον χοντρό και φρόντισα να βρεθώ στο σωστό μέρος τη στιγμή ακριβώς που ο χοντρός ορμούσε άγαρμπα για να τον πιάσει από το λαιμό.
Τράβηξα ένα ξεγυρισμένο σκαμπίλι φροντίζοντας να τον πετύχω πάνω στα μάτια, ο χοντρός τσίριξε δακρύζοντας.
«Δεν είναι σωστό να ορμάς σε ανθρώπους πισώπλατα», του είπα.
«Θα σας γαμήσω όλους», κλαψούρισε ο χοντρός.
Οπότε τον κλώτσησα στο γόνατο για να ησυχάσει λίγο, σκόνταψε μπλέκοντας έτσι και τη γυναίκα του που ερχόταν να μου βγάλει τα μάτια.
«Πάμε κάπου αλλού;» πρότεινα στο ζευγαράκι.
«Ναι», είπε αφηρημένα ο γέρος.
«Πάμε, πάμε...» λαχάνιασε ο φαλακρός αδιαφορώντας για το πασούμι του.
Η είσοδος της πολυκατοικίας ήταν μπλοκαρισμένη από τον κόσμο κι έτσι ο γέρος τράβηξε για ένα καφέ εκεί δίπλα, μπήκαμε ενώ απέξω η κατάσταση βρισκόταν σε φάση ευχολογίου. Ο χοντρός έκλαιγε, ο κόσμος γέλαγε και η χοντρή καταριόταν.
«Δυο τζιν φις κι ότι πάρει ο φίλος μας», παράγγειλε στο γκαρσόνι ο γέρος.
«Μια Στολίσναγια τόνικ», παρακάλεσα.
Ο γέρος χαμογέλασε.
«Σας χρωστάω ένα ευχαριστώ κύριε...» παραδέχτηκε.
«Πετράς. Λούης Πετράς», είπα χωρίς να βγάλω τα γυαλιά μου. «Και δεν μου χρωστάτε τίποτα κύριε Αλεξιάδη –ενήργησα αρκετά υστερόβουλα οφείλω να παραδεχτώ...»
Με κοίταξε με κάτι ξεπλυμένα γαλάζια μάτια τίγκα στην περιέργεια ενώ ο φαλακρός δίπλα του ανατρίχιασε.
«Βίκτορα δε νιώθω καλά», ψιθύρισε.
«Εντάξει –πήγαινε σπίτι και θα έρθω σε λίγο», του είπε αυτός.
Ο φαλακρός τέντωσε το κεφάλι του για να δει έξω.
«Ακόμα εκεί είναι», κλαψούρισε.
«Μη σε νοιάζει, δεν θα σε πειράξουν», τον καθησύχασε ο γέρος.
Ακολούθησε μια σκηνή υστερικής μίξας κατά την οποία ο φαλακρός παραπονιόταν οτι είχε χάσει το πασούμι του, ο γέρος τον παρηγορούσε λέγοντάς του οτι «κάπου εκεί έξω θα΄ναι», το γκαρσόνι έφερε τα ποτά κι ο φαλακρός άδειασε το μισό δικό του μονορούφι μπας και πάρει κουράγιο.
Όταν επιτέλους μείναμε οι δυο μας, ο γέρος έβγαλε μια ταμπακέρα με δερμάτινη επένδυση και  επιχρυσωμένες άκρες, την άνοιξε, αμέσως με πήρε η μπόχα από τα κόκκινα αρωματικά τσιγάρα. Ο γέρος μού πρόσφερε αλλά αρνήθηκα έντρομος.
«Λοιπόν, κύριε Πετρά... νομίζω οτι θα πρέπει να μου εξηγήσετε», είπε ο γέρος.
«Ψάχνω τη Λίζα Φωτίου», έκανα κοφτά.
Ο γέρος συνέχισε να με κοιτάζει χωρίς να παίζει ούτε βλέφαρο. Αναγκάστηκα να συνεχίζω.
«Δουλεύω σε ένα περιοδικό και ψάχνουμε την κυρία Φωτίου για συνέντευξη. Μίλησα με τον Αλευρά, αυτός μου είπε για σας...»
Ο γέρος ξερόβηξε.
«Ο Αλευράς ε; Αυτό το αρχίδι...» αναπόλησε. «Σας είπε κύριε Πετρά ο Αλευράς οτι όπου τον βρω θα τον ξεκοιλιάσω;»
Παραδέχτηκα ταπεινά οτι δεν μου είχε πει κάτι τέτοιο.
«Θα το κάνω όμως, θα του βγάλω τ΄ άντερα να του τα περάσω κολιέ», είπε ο γέρος.
«Ενδιαφέρον», παρατήρησα. «Αλλά δεν με απασχολεί ιδιαίτερα η σχέση σας με τον κύριο Αλευρά».
«Νεαρέ μου είσαι ηλίθιος. Εγώ δεν είχα, ούτε και θέλω να έχω καμιά σχέση με τον Αλευρά. Αλλά κάποιος πρέπει να του πληρώσει τα όσα έκανε στη Λίζα...»
«Δηλαδή;»
«Περασμένα... ας μην το συνεχίσουμε. Συγνώμη νεαρέ, εκτιμώ τη βοήθειά σου, έστω κι αν δεν ήταν ανιδιοτελής αλλά δεν μπορώ να σου δώσω καμιά πληροφορία για τη Λίζα. Έφυγε πριν πολλά χρονιά και από τότε έχω να μάθω νέα της».
Χαμογέλασα καπνίζοντας το τσιγάρο μου.
«Κύριε Αλεξιάδη, θα μπορούσατε να πείτε οτι δεν έχετε καμιά διάθεση να με βοηθήσετε, θα ήταν προτιμότερο από ένα τόσο φτηνό ψέμα», του εξήγησα.
Έπιασε το ποτήρι του αλλά βλέποντας οτι είχε ήδη αδειάσει το ξανάφησε και πήρε το μισογεμάτο ποτήρι του φαλακρού.
«Τι σας κάνει να υποθέτετε κάτι τέτοιο;» με ρώτησε όλος περιέργεια.
«Κανένας δεν εξαφανίζεται εντελώς», είπα. «Η Φωτίου έχει αφήσει έναν αριθμό τηλεφώνου στους συγγενείς της για την περίπτωση που προκύψει καμιά κληρονομιά, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Κάθε άνθρωπος που αποσύρεται θέλει να έχει ένα μάτι στην πολυκοσμία, κάποιον για να μαθαίνει τις εξελίξεις...»
Σταμάτησα.
«Ωραία θεωρία», θαύμασε ο Αλεξιάδης. «Κρίμα μόνο που δεν ισχύει στην περίπτωσή μας».
Ήταν η σειρά μου να γελάσω.
«Επιμένετε λοιπόν», διαπίστωσα. «Όπως θέλετε –ας αλλάξουμε θέμα. Θα ήταν αδιακρισία να ρωτήσω τι συνέβη εκεί έξω;»
Ο Αλεξιάδης γέλασε.
«Νομίζω το δικαιούστε εφόσον λάβατε μέρος...» άναψε ακόμα ένα τσιγάρο σκορπίζοντας αρωματική ζαλάδα στο χώρο. «Αυτός που είδατε είναι ο χασάπης της γειτονιάς ο οποίος θεωρεί σωστό να πετάει τα σκουπίδια του μαγαζιού του στον κάδο απορριμμάτων...»
Τον κοίταζα σα χαζός γι΄αυτό συνέχισε.
«Ο κάδος απορριμμάτων είναι ακριβώς κάτω από το παράθυρο του διαμερίσματός μου», είπε.
«Τι όροφο μένετε;» απόρησα.
«Πέμπτο...»
«Και φτάνει μέχρι εκεί πάνω η μυρωδιά των σκουπιδιών;» ρώτησα.
«Κύριε Πετρά ποιος μίλησε για μυρωδιά; Φανταστείτε ν΄ ανοίγετε κάθε πρωί το παράθυρο σας και να βλέπετε από κάτω πνευμόνια, συκώτια και παχιά έντερα...»
Το φαντάστηκα και δεν μου άρεσε καθόλου το θέαμα.
«Είναι αναγκαστικό να τα δείτε; Δεν μπορείτε να κοιτάζετε αλλού;» επιχείρησα να κάνω τον δικηγόρο του χασάπη.
«Και ποιος θα μου υποδείξει πού θα κοιτάζω κύριε Πετρά; Εσείς; Ο χασάπης μήπως; Απαιτώ να μην βγάζει τα σκουπίδια του κάτω από τη μύτη μου –τόσο παράλογο είναι;»
Παραδέχτηκα σιωπηλά οτι δεν ήξερα πόσο παράλογο ήταν.
«Αυτό ήταν το θέμα της διαφωνίας μας», είπε ο Αλεξιάδης. «Και υποθέτω οτι αν δεν με βοηθούσατε θα είχα αρκετά μπλεξίματα».
«Κανένας δεν εμποδίζει τα μπλεξίματα να ξαναεμφανιστούν», παρατήρησα.
«Όχι, δε νομίζω. Ο άνθρωπος είναι θρασύδειλος. Αφού δεν κατάφερε να με χτυπήσει τώρα δεν θα το ξαναεπιχειρήσει πριν του δώσω άλλη αφορμή...»
«Αυτό ακριβώς είπα κι εγώ», του εξήγησα γελώντας.
Ήταν η σειρά του να ξεκαρδιστεί.
«Είστε συμπαθέστατος κύριε Πετρά αν και, απ΄όσο μπορώ να διακρίνω, σας αρέσει να παίρνετε μέρος σε βιαιοπραγίες... Ίσως, τώρα που το σκέφτομαι, αυτό ακριβώς να σας κάνει συμπαθέστατο».
Κατέβασα τα μάτια συνεσταλμένα –βέβαια, αυτό δεν φάνηκε λόγω γυαλιών. Έπρεπε να παραδεχτώ δυο πράγματα, πρώτο οτι ο Αλεξιάδης ήταν ωραίο άτομο και δεύτερο οτι αν δεν μου έλεγε που διάολο κρυβόταν η Φωτίου θα του έστριβα το λαρύγγι. Έσκυψα λοιπόν μπροστά σβήνοντας το τσιγάρο μου, έβγαλα και τα γυαλιά –να τον βλέπω καλύτερα.
«Σωστά παρατηρήσατε οτι μου αρέσει να μπλέκομαι σε βιαιοπραγίες, για την ακρίβεια τις τραβάω τις φασαρίες κι αυτό έχει σαν αποτέλεσμα κάποια αναισθητοποίηση. Αν, ας πούμε, σας περιμένω απέξω και αρχίσω να κοπανάω το κεφάλι σας στον τοίχο... αυτό το γεγονός θα μπορούσε να σοκάρει πολλούς ανθρώπους, αλλά εμένα, όχι. Βλέπετε, είμαι συνηθισμένος να ενεργώ βίαια σε συνθήκες απελπισίας», ξανάβαλα τα γυαλιά μου.
Κι ο Αλεξιάδης με κοίταζε λες και ήμουνα το πλασμώδιο του Λαβεράν, δεν έδειξε ιδιαίτερα τρομαγμένος, όφειλα να του το αναγνωρίσω.
«Κύριε Πετρά», είπε αφού πήρε μια βαθιά ανάσα. «Είμαι 75 χρονών, στα 14 μου ανακάλυψα οτι με ελκύουν οι άντρες. Αυτό σημαίνει οτι τα τελευταία 61 χρόνια δηλώνω αμετανόητη αδελφή –αν μάλιστα υπολογίσουμε οτι μόλις πριν λίγα χρόνια βρήκα σταθερό σύντροφο, μπορούμε να συμπεράνουμε οτι πέρασα ολόκληρη τη ζωή μου κυνηγημένος από τους στρέιτ και ταυτόχρονα απαξιωμένος από τους γκέι. Σας τα λέω όλα αυτά για να καταλήξω στο οτι τέτοιου είδους φτηνές απειλές δεν με τρομάζουν. έχω ακούσει –λάθος, έχω υποστεί πολύ χειρότερα».
Ανασήκωσα τους ώμους.
«Κάποιοι καταλήγουν στις απειλές όσο κάποιοι άλλοι ξεκινάνε από αυτές», μουρμούρισα.
«Εσείς σε ποια κατηγορία ανήκετε κύριε Πετρά;» ζήτησε να μάθει ο Αλεξιάδης.
«Εγώ δεν απειλώ ποτέ», του ξεκαθάρισα.
Έσκυψε το κεφάλι.
«Πολύ καλά. Θα μου επιτρέψετε να τελειώσω το ποτό μου πριν βγω έξω», έκανε λυπημένα.
«Την έχω ανάγκη αυτή τη δουλειά –ξέρετε», απολογήθηκα.
«Δεν υπαινίχθηκα οτι βαράτε τους ανθρώπους από χόμπι», διαμαρτυρήθηκε.
«Ας αλλάξουμε θέμα», έκανα νευρικά επειδή η κουβέντα δεν πήγαινε πουθενά πλέον.
«Η παρέα σας μου είναι πολύ ευχάριστη αλλά φοβάμαι οτι θα πρέπει να γυρίσω σπίτι, ανησυχώ κάπως για τον Λεωνίδα...» είδε την απορία μου και έκανε ένα νόημα για να μου δείξει οτι εννοούσε τον φαλακρό φίλο του. «Υπολογίζετε οτι θα φτάσω μέχρι εκεί ή θα μου συμβεί κάτι μοιραίο στη διαδρομή;» χαμογέλασε.
«Ανάθεμα κι αν μπορώ να υπολογίσω», έκανα μέσα απ΄ τα δόντια μου αποφεύγοντας να τον κοιτάξω.
Χαμογέλασε αφήνοντας ένα εικοσάρι για τα ποτά. Μετά σηκώθηκε αργά, έστρωσε τα τσαλακωμένα ρούχα του όσο εγώ αφοσιωνόμουν στην υπόλοιπη βότκα, έχοντάς τον ήδη ξεχάσει. Το μέλλον μου διαγραφόταν αβέβαιο από οικονομικής απόψεως.

Ένιωσα πρώτα τα δάχτυλά του, τανάλιες κανονικές στους ώμους μου, μετά έσκυψε υπερβολικά κοντά μου –λίγο ακόμα και θα τον χτύπαγα.
«Σε τελική ανάλυση με απειλήσατε, μπορώ λοιπόν να επικαλεστώ κάποιο φόβο... Άλλωστε θα το μαθαίνατε αν ψάχνατε λίγο πιο οργανωμένα –κανένας δεν μπορεί να κρυφτεί από τράπεζες και δημόσιες υπηρεσίες... Τόξο Πιερίας, εκεί ήταν την τελευταία φορά που ήρθαμε σε επαφή, περισσότερα δεν ξέρω να σας πω», ψιθύρισε στο αυτί μου.
Έμεινα ακίνητος. Μέχρι να σταματήσει η πόρτα του μαγαζιού να τραμπαλίζεται μετά την έξοδό του, μέχρι να βεβαιωθώ οτι το πέρασμά του από το πεζοδρόμιο δεν θα προκαλούσε καινούργιες φασαρίες, μέχρι να τελειώσω το ποτό μου δηλαδή.

Μετά σηκώθηκα ράθυμα, έπρεπε να ψάξω το θέμα αν και ήμουν σίγουρος οτι αυτό το Τόξο Πιερίας θα είχε λιγότερο κόσμο ακόμα κι από τη συνοικία του Βιτόφσκι, αυτό ήταν βολικό, όσο να πεις.

Το μεσημέρι μίλησα με τον Κωνσταντινίδη στο κινητό.
«Νομίζω οτι τη βρήκα», του είπα.
«Δηλαδή;» ρώτησε.
«Έμαθα οτι μένει στο Τόξο Πιερίας».
«Τι είναι αυτό;»
«Ένα χωριό».
«Και είσαι σίγουρος οτι είναι εκεί;»
«Έτσι μου είπαν».
«Να σιγουρευτείς τότε».
«Δηλαδή να πάω εκεί πάνω;»
«Να πας, να τη βρεις και να με ειδοποιήσεις μόνο εφόσον την έχεις δει με τα μάτια σου».
«Εντάξει».

Το απόγευμα πήγα στον ΟΣΕ κι έκλεισα ένα εισιτήριο με ανοιχτή επιστροφή για Κατερίνη, έμενε να βρω πώς διάολο θα έφτανα από εκεί στο κωλοχώρι. Αλλά δεν ανησυχούσα, κάποιος τρόπος θα υπήρχε –πιθανότατα ταξί αφού τα έξοδά μου πληρώνονταν από άλλους.

Πέρασα λίγες ώρες στο Βιτόφσκι ψάχνοντας μάταια για πληροφορίες σχετικά με το χωριό. Όταν απογοητεύτηκα, αποφάσισα να τσεκάρω τον Βίκτορα Αλεξιάδη, βρήκα οτι ήταν καταξιωμένος σκηνογράφος σε θεατρικές παραστάσεις του προηγούμενου αιώνα, είχε κάποτε εκδώσει κι ένα βιβλίο σχετικά με τις θεατρικές μάσκες –καταπληκτικό πόνημα, απ΄αυτά που όλοι εκθειάζουν αλλά κανένας δεν διαβάζει. Έψαξα λίγο για την κοσμική του ζωή –κάτι υπονοούμενα περί συμμετοχής σε όργια πασπαλισμένα με όλων των ειδών τις σκόνες (η συνηθισμένη συνταγή όταν η είδηση αφορά αδερφές, ενίοτε συνδυάζεται και  με παιδεραστία). Έκλεισα το λάπτοπ απογοητευμένος –αυτή η ιστορία έχει να κάνει με ανθρώπους που υπήρχαν πριν από τα μηχανήματα, ότι πληροφορία ψαρεύεις στο δίκτυο είναι δεύτερο χέρι και μπαγιάτικη, χρειάζεται τρέξιμο και επιτόπου ψάξιμο –αυτό κατάλαβα.

Γύρισα σπίτι σχετικά νωρίς, πονούσε το κεφάλι μου και κάποιος αόρατος μαχαιροβγάλτης με χαϊδολόγαγε κάθε φορά που ξεκίναγα να κάνω απότομη κίνηση –σκέφτηκα οτι μπορεί να διορθωνόταν με λίγο έξτρα ύπνο. Το εισιτήριό μου για Κατερίνη ήταν με το μεσημεριανό τρένο της επόμενης μέρας, έπρεπε λοιπόν να φτιάξω ένα σακίδιο με λίγα ρούχα, κάποιο βιβλίο και τα ξυριστικά –για παν ενδεχόμενο. Στον πάτο της ντουλάπας υπήρχε το σακ βουαγιάζ με τα εργαλεία, άνοιξα μέχρι τη μέση το φερμουάρ του όσο σκεφτόμουν αν υπήρχε περίπτωση να χρειαστώ κάτι από εκεί μέσα -πασπαρτού, ψυκτικό, κηροζίνη, πεταλούδα, Μπερέτα... Ξανάκλεισα το φερμουάρ –τίποτα απ΄ όλα αυτά δε μου φαινόταν απαραίτητο για το ταξίδι μου. Κι αυτή ήταν η πιο λανθασμένη σωστή εκτίμηση της ζωής μου.

Την επόμενη μέρα, βρέθηκα στον σταθμό μισή ώρα νωρίτερα από την αναχώρηση του τρένου. Δεν είχα κοιμηθεί σχεδόν καθόλου, όλο το βράδυ στριφογύριζα προσπαθώντας να επιλέξω αν προτιμούσα να πιέζω κάποιο σπασμένο πλευρό ή να παθαίνω συνεχόμενες κράμπες. Υπολόγιζα λοιπόν, καπνίζοντας στο καφενείο του σταθμού, οτι μέσα στο τρένο θα ξεραινόμουν στον ύπνο –γι΄αυτό και δίσταζα να πιω τον δεύτερο καφέ της ημέρας.

Κοίταξα τριγύρω –τσαλακωμένοι άνθρωποι με μπαγκάζια έτοιμα να σκιστούν σπρώχνονταν μπροστά από μια πανάκριβη τυρόπιτα. Μετά κλωτσιόνταν για μια θέση σε τραπεζάκι, έξω είχε κρύο του θανατά και κανένας δεν ήταν πρόθυμος να το αντιμετωπίσει αμαχητί. Έστησα αυτί προσπαθώντας ν΄ακούσω τις κουβέντες τους αλλά αυτοί οι άνθρωποι μιλούσαν γλώσσες άγνωστες σε μένα –έπιανα κάποιες λέξεις βέβαια, άλλα οι προτάσεις που σχηματίζονταν δεν έβγαζαν κανένα νόημα. Ένα γυφτάκι πούλαγε ανεμιστήρες στο καταχείμωνο και γυαλιά αστιγματισμού, μια γυναίκα τσούλαγε το παιδί της και τράβαγε τη βαλίτσα, έξω από το τζάμι ένας γέρος λαγοκοιμόταν τυλιγμένος με τρύπιο κασκόλ, παρέες πιτσιρικάδων εμφανίζονταν από το πουθενά γελώντας άγρια όμως απότομα σώπαιναν τρομαγμένοι από τη δυστυχία του ταξιδιού, φαντάροι πέτρωναν περιμένοντας το τρένο, ζωντάνευαν για λίγο, κάθε που νεοφερμένοι φαντάροι τούς χαιρετούσαν, «σειρούλα» κι «ασημάκι», για να μαρμαρώσουν όλοι μαζί στη συνέχεια, ανεπανόρθωτα στριμωγμένοι στους πάγκους του σταθμού, με τα κεφάλια σκυφτά –λες και στο πάτωμα προβάλλονταν σκηνές απ΄ όσα τους περίμεναν στο στρατόπεδο.

Το τρένο σφύριξε μπαίνοντας στο σταθμό κι ο κόσμος πετάχτηκε βιαστικός, περίμενα να στριμωχτούν στην αποβάθρα, να σπρωχτούν στις στενές εισόδους των βαγονιών και να τσακωθούν τακτοποιώντας τα μπαγκάζια τους. Ανέβηκα στο βαγόνι μου πέντε λεπτά πριν φύγει το τρένο.
Βολεύτηκα στη θέση μου, βόλεψα και το σακίδιο ανάμεσα στα πόδια μου, κοίταξα το σταθμό που ετοιμαζόταν να την κοπανήσει από το παράθυρό μου κι έβγαλα το βιβλίο. Απλώθηκα προσεκτικά στον στενό χώρο που μου αναλογούσε, πρόσεξα να μην πιέζω τα σπασμένα πλευρά μου αλλά και να μην στριμώξω τα πόδια μου, ξεφύλλισα αργά τις κιτρινισμένες σελίδες μέχρι να φτάσω στο σημείο όπου ο Φιλιμάριο Ντυμπλέ θα συναντούσε, για πρώτη φορά από την αρχή της περιπέτειάς του, την κακομαθημένη Κλοτίλδη Τρολ. Το είχα διαβάσει πάνω από 10 φορές το βιβλίο, με βοηθούσε να μετακινούμαι πιο γρήγορα όταν χρειαζόταν να ταξιδέψω. Το τρένο ξεκίνησε σφυρίζοντας, έβαλα το εισιτήριο ανάμεσα στις σελίδες για να το ‘χω πρόχειρο κι αφοσιώθηκα.

Ένας χείμαρρος λέξεων με κατάβρεξε, ξαφνιάστηκα, ήταν μια γλώσσα άγνωστη -γεμάτη φωνήεντα. Σήκωσα το κεφάλι, στη θέση αριστερά μου μετά τον διάδρομο καθόταν μια αγριεμένη μαύρη που φώναζε στο κινητό της, χειρονομούσε και στριφογύριζε  -το στήθος της τσίτωνε επικίνδυνα ένα κολλητό πράσινο μπλουζάκι, τα μακριά μαλλιά της μαστίγωναν το μπροστινό κάθισμα –υπερθέαμα κανονικό. Έμεινα να τη χαζεύω μέχρι που έκλεισε νευριασμένα το τηλέφωνο και κόντεψε να ξηλώσει το κουρτινάκι στο παράθυρο για να γλιτώσει από την αντηλιά. Έπεσε μια απότομη ησυχία, οι υπόλοιποι επιβάτες του βαγονιού δεν τολμούσαν να συναγωνιστούν τη μαύρη σε θόρυβο. Αφοσιώθηκα στο βιβλίο μου, έδωσα μηχανικά το εισιτήριο στον ελεγκτή, το πειρατικό της Καίτης σαλπάριζε μεταφέροντας τον Φιλιμάριο, τον Πιο Πις και τον κωλόφαρδο Σετέμπρε –τότε ακριβώς ακούστηκε η δεύτερη έκρηξη της μαύρης, έναν τόνο πιο δυνατή από την προηγούμενη, γύρισα περιμένοντας να δω τη συσκευή της να διαλύεται. Αυτό που είδα όμως ήταν οτι οι υπόλοιποι επιβάτες άρχιζαν να δυσανασχετούν –είχαν κάποιο δίκιο, δεν ήταν πράγμα αυτό, να προσπαθείς να γλαρώσεις και η μαύρη να σε τινάζει στο ταβάνι με τις φωνές της. Την κοίταξα επίμονα προσπαθώντας να την προειδοποιήσω, με πήρε χαμπάρι, χαμογέλασε και συνέχισε να φωνάζει. Ίσως δυνατότερα από πριν. Έκλεισα το βιβλίο –δεν υπήρχε περίπτωση να διαβάσω.

Έκλεισα τα μάτια κι απολάμβανα τις σπασμωδικές στιγμές ησυχίας που έκαναν εντυπωσιακότερα τα ξεσπάσματα της μαύρης. Είχα πιάσει και το ρυθμό για να με νανουρίζει –ξεκίναγε με ένα προειδοποιητικό «αλό» σε στυλ γαυγίσματος, μετά η ένταση έπεφτε και στη συνέχεια –απροειδοποίητα για τους μη μυημένους –ένα κροτάλισμα λέξεων σε ρυθμό οπλοπολυβόλου που μετατρεπόταν σε νεκρική σιγή 10 δευτερολέπτων πριν ακουστεί το σύρσιμο της κουρτίνας στο παράθυρο και το νευρικό τρίξιμο της συνθετικής μπλούζας της. Ένιωθα σαν επιβάτης ψαρόβαρκας που έπεσε σε μπουνάτσα, σύντομα με πήρε ένας ελαφρύς ύπνος.
Ήμουν έτοιμος να δω ένα ξεθωριασμένο, από τον ήλιο που έκαιγε τα βλέφαρά μου, όνειρο –πράσινο γρασίδι κι ένα ζευγάρι μαύρες γυναικείες πατούσες που απομακρύνονταν από το οπτικό μου πεδίο, θόρυβος από χρυσόμυγες....
«Μα δεν αντέχεσαι πια...»
«Βγάλε το σκασμό επιτέλους».
«Ησυχία».
«Έχουμε όρεξη να σ΄ ακούμε νομίζεις;»
Τινάχτηκα, τα πλευρά μου πόνεσαν. Έβγαλα το κεφάλι από τη θέση μου και κοίταξα τριγύρω στο βαγόνι, οι επιβάτες είχαν σηκωθεί και χειρονομούσαν προς τη μεριά της μαύρης η οποία συνέχιζε να ουρλιάζει στο κινητό της με φανερή αγωνία πλέον. Το κεφάλι μου κόντευε να εκραγεί. Θύμωσα.
«Μωρή μαλακισμένη δεν ακούς; Θέλεις να ΄ρθω εκεί πέρα –τι καταλαβαίνεις;» ούρλιαξε ένας σαλιάρης γέρος.
«Ξέρω εγώ τι της χρειάζεται της παλιοπουτάνας», σιγοντάρισε μια κυρία με λαχανί μαλλί.
Βγήκα στο διάδρομο, κοίταξα προς τη γαλαρία που έβραζε.
«Μήπως να βγάζατε το σκασμό μπας και κοιμηθούμε λιγάκι;» ζήτησα.
Ο γέρος γύρισε στους διπλανούς του απορώντας.
«Τι λέει ο άνθρωπος; Ποιος μπορεί να κοιμηθεί με τόση φασαρία;» απόρησε.
Τον πλησίασα.
«Εγώ», του είπα. «Εγώ κοιμόμουν κι εσύ με ξύπνησες. Λέω λοιπόν οτι αν δε βγάλεις το σκασμό θα σε πετάξω κάτω από το τρένο –κατάλαβες;»
Ο γέρος κοίταξε γύρω του για συμπαράσταση αλλά τους ήξερα καλά όλους αυτούς –όχλος που αλυχτάει μέχρι να ξεχωρίσεις ένα από τα ψοφόσκυλά του, τότε νιώθουν οτι η μάζα δεν τους προφυλάσσει και βάζουν τις ουρές στα σκέλια.
«Μα δηλαδή, θέλετε να πείτε οτι η μαύρη δεν κάνει φασαρία;» απηύδησε μια κυρία με ταγιέρ, εμφανώς η αυτοδιόριστη δικηγόρος του όχλου.
«Κάνει –πώς δεν κάνει», της ξεκαθάρισα. «Αλλά είναι τρόπος αυτός να της το πείτε;»
Η δικηγόρος κοίταξε προς το παράθυρο περιμένοντας τη συνδρομή των μαρτύρων.
«Της το είπαμε κι ευγενικά αλλά μάς έγραψε», πετάχτηκε η λαχανί κυρία.
«Πώς της το είπατε;» ρώτησα.
«Ελληνικά –πώς αλλιώς;» απόρησε η κυρία.
«Είστε σίγουρη οτι ξέρει ελληνικά;» ξαναρώτησα.
«Να πάει να μάθει –στη χώρα μας είναι», πετάχτηκε ο γέρος που άρχισε να ξαναβρίσκει τα κουράγια του.
«Τι είπες;» τον κάρφωσα.
«Είναι στη χώρα μας... πώς περιμένει να συνεννοηθεί;» μουρμούρισε.
Κοίταξα το ρολόι μου.
«Έχουμε ακόμα τέσσερις ώρες ταξίδι», του είπα. «Αν σε ξανακούσω να μιλάς θα σου χώσω το κεφάλι στη χέστρα –κατάλαβες;»
Τον κοίταξα κατάματα, τράβηξε το βλέμμα του αλλού.
«Χάρηκα που τα είπαμε», διαπίστωσα χτυπώντας τον φιλικά στους ώμους, έχασε την ισορροπία του, πιάστηκε από μια θέση για να μη σωριαστεί.
Ξαναγύρισα στη θέση μου, η μαύρη με κοίταζε χαμογελαστή αλλά φρόντισα να αποφύγω το βλέμμα της. Ξαναχώθηκα στο βιβλίο μπουρινιασμένος –ο ύπνος μου είχε πάει περίπατο. Πέρασε κοντά μια ώρα, τα γράμματα πήραν να χοροπηδάνε μπροστά στα μάτια μου, διάβαζα τις λέξεις με δυσκολία πλέον, γιατί κάθε τι άρχιζε να εκφυλίζεται σε εικόνες...
«Ευαρίστω πολύ», ακούστηκε από δίπλα μου.
Στράφηκα.
Η μαύρη είχε κρεμαστεί από την θέση της στον διάδρομο για να πλησιάσει τη δική μου θέση.
«Δεν κάνει τίποτα», απάντησα προσπαθώντας να κρύψω την τσαντίλα μου.
Σ΄ αυτό το τρένο είχαν πρόβλημα με τους ανθρώπους που θέλανε να κοιμηθούν –ήταν πλέον ολοφάνερο.
«Βίβιαν», είπε απλώνοντας ένα βαρυφορτωμένο από δαχτυλίδια χέρι.
Κοίταξα τα μακριά της νύχια και προτίμησα να αποφύγω τη χειραψία.
«Χάρηκα», ψιθύρισα κι επιχείρησα να αλλάξω πλευρό.
«Εσένα πως λένε;» επέμεινε η μαύρη Βίβιαν.
«Λούη», είπα ενώ από μέσα μου καταριόμουν τη Μαυριτανία της και τους μαλάκες τους Ευρωπαίους που την ανακάλυψαν.
«Λούη –ωραίο», θαύμασε.
«Αν δε σε πειράζει, θέλω να κοιμηθώ λιγάκι», της ζήτησα.
«ΟΚ, συνώμη», έκανε ντροπιασμένη.
Τη λυπήθηκα.
«Άκου», της είπα. «Είμαι πολύ κουρασμένος, μου χρειάζεται μια ωρίτσα ύπνου. Αμέσως μετά όμως, στο υπόσχομαι, θα πάμε να σε κεράσω καφέ στο μπαρ».
«Νο, εγώ κεράσω», μου ξέκοψε.
«Ότι πεις», γέλασα και έκλεισα τα μάτια μπας και αποφύγω την ενόχληση του κόσμου αυτού. Μη με παρεξηγήσεις Βίβιαν, έχω κάθε καλή πρόθεση να κλειστώ μαζί σου σ΄ένα δωμάτιο και να καταπιούμε το κλειδί –μπορεί μάλιστα απ΄ όλο αυτό το σκηνικό ελληνορωμαϊκής να προκύψουν μερικές αξιομνημόνευτες στιγμές, αλλά τώρα πρέπει να μαζέψω το κεφάλι μου, για την ακρίβεια πρέπει να εξηγήσω στους τύπους που κόβουν δέντρα εκεί μέσα οτι αυτή δεν είναι η κατάλληλη εποχή για υλοτομία. Πόνεσα παρατεταμένα, έβαλα το χέρι στη μέσα τσέπη του μπουφάν μπας και βρω τα χάπια κωδεϊνης κι αμέσως με έκοψε κρύος ιδρώτας –είχα ξεχάσει να τα πάρω μαζί μου. Ηρέμησε, ηρέμησε μαλάκα –έχεις αντέξει και χειρότερα. Ένα μαχαίρι ξεκίνησε να χωρίζει τα κόκαλά μου στη μέση.
«Πονάς;»
Δυο πράγματα μαζί –η φωνή της και η αναπνοή της ζεστή στο μάγουλό μου, τινάχτηκα. Η Βίβιαν είχε φύγει από τη θέση της για να έρθει δίπλα μου –με το ζόρι κρατήθηκα να μη τη χτυπήσω. Με ενοχλούσαν κάτι τέτοια.
«Μια χαρά είμαι», μούγκρισα.
«Αφού πονάς...» επέμεινε.
Το στανιό της μέσα, ανάσανα βαριά κρατώντας τα λόγια μου.
«Δεν είναι τίποτα», είπα.
«Εμένα άνρας μου πόναγε όταν γύρισε από πόλεμο...» αναπόλησε η Βίβιαν.
Έκλεισα τα μάτια γιατί ψυλλιαζόμουν μια ακόμα πονεμένη ιστορία χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
«Εγώ ξέρω πώς διώξω πόνο...» συνέχισε.
Ναι εντάξει, πάρε μας μια πίπα –σκέφτηκα.
Αλλά εκείνη έπιασε τις άκρες από τα δάχτυλα του αριστερού μου χεριού, κάτι πήρε να μαλάζει, ηλεκτρίστηκα –τραβήχτηκα μακριά.
«Τελικά εκείνος ο καφές δεν είναι κακή ιδέα», είπα μέσα στην απελπισία μου.
«Πάμε», χαμογέλασε όσο σηκωνόταν.
Την ακολούθησα στο διάδρομο μέχρι την πόρτα του βαγονιού κι από κει στο επόμενο βαγόνι, μέχρι το μπαρ –η κοπέλα διέθετε θρυλικό κώλο.
Κάθισα στο βαγόνι –εστιατόριο και την περίμενα όσο κουβάλαγε καφέδες, κρουασάν, ζαχαρίνες, γάλατα και πλαστικά αναδευτήρια.
«Σκέτο για μένα», την πρόλαβα ενώ άνοιγε τις πλαστικές συσκευασίες.
Προσπαθούσα να πιω καμιά γουλιά από τον καυτό καφέ και την παρακολουθούσα να ξεσκίζει τα κρουασάν με θηριώδη όρεξη, να απολαμβάνει το παχύρρευστο, τίγκα στη ζάχαρη και το γάλα, ρόφημά της. Σκεφτόμουν οτι αυτή η γυναίκα θα ήταν πολύ δυνατή στο κρεβάτι –αλλά ποιος είχε το κουράγιο να σταθεί μπροστά σε ανεμοθύελλα; Ανατρίχιασα νιώθοντας τον πόνο στα κόκαλά μου.
«Εσύ, πας για δουλειές;» με ρώτησε.
Ένευσα καταφατικά.
«Πού;»
«Έξω από την Κατερίνη».
«Κατερίνη», ούρλιαξε στην κυριολεξία. «Εκεί μένω, δουλεύω σε μαγαζί...»
«Τι μαγαζί;» ρώτησα απλώς για να πω κάτι.
«Απόγευμα καφετέρια, βράδυ κλαμπ».
Κατάλαβα.
«Εσύ; Αρέσουν τα κλαμπ;»
«Οπωσδήποτε», έκανα ειρωνικά.
«Δηλαδή αρέσουν;» με ξαναρώτησε μπερδεμένη.
«Κοίτα Βίβιαν –πολλά πράγματα μού αρέσουν αλλά μέσα σ΄ αυτά δεν περιλαμβάνεται η πληρωμένη παρέα, βλέπεις, δεν ανήκω στους ευτυχισμένους εκείνους ανθρώπους που έχουν χρήματα για να την αγοράσουν και ικανότητα να πιστέψουν οτι τους προσφέρεται τιμής ένεκεν», της εξήγησα.
«Ένεκεν;» αναρωτήθηκε.
«Άστο –μάρκα μπύρας είναι, μην ασχολείσαι», την καθησύχασα.
«Εγώ Λούης...» ξεκίνησε κοιτάζοντάς με ίσα, είχε ένα ζευγάρι τεράστια μάτια –σαν προβολείς φορτηγού, «ο άνρας μου πέθανε, πόλεμος... εμείς Κογκό, πόλεμος –ήρθαν στρατιώτες, τον πήραν μαζί τους, η Ανελίζ οτώ μηνών, γύρισε πίσω μετά ένα κρόνο, τέλειωσε, μού είπε –όι άλλο πόλεμο. Μετά ήθαν οι άλλοι, τον πιάσανε –εσύ στατιώτης, μπαμ, μπαμ σε μπακ γιάρντ, η Ανελίζ έκλαιγε και έκλαιγε, ένα κρόνο είναι. Πήραν εμένα μαζί, δυο μήνες, μετά άφηκαν δίπλα σε ποτάμι, γύρισα πίσω περπάτημα. Αδεφή μου έκει Ανελίζ μα πρέπει ζήσει –δουλεύω εδώ για να στέλνω πίσω...»
Είχα ήδη τελειώσει τον καφέ μου, τα προβολικά μάτια της Βίβιαν έτρεχαν σα χειμωνιάτικη καταιγίδα, ρούφηξε τη μύτη της, άφησε ανέγγιχτο το τελευταίο κρουασάν κι άνοιξε την τσάντα της ψάχνοντας μαντήλι. Ήθελα να καπνίσω αλλά απαγορευόταν.
«Πάμε στο ενδιάμεσο να καπνίσουμε κάνα τσιγάρο;» της είπα.
Με ακολούθησε αυτή τη φορά –κρίμα μόνο που δεν ήμουνα τόσο καλή θέα όσο ήταν εκείνη.
Της πρόσφερα τσιγάρο αλλά είχε τα δικά της –κάτι μακρόστενα γυναικεία με λευκό φίλτρο και χρυσό επιστόμιο.
«Σου δείξω φωτογραφίες», είπε.
«Δε χρειάζεται», έκανα κάπως πιο απότομα απ΄όσο θα ήθελα.
Και μετά...
«Άκου Βίβιαν, πολλοί άνθρωποι γουστάρουν να φτιάχνουν μια κόλαση για τους άλλους –κάποιοι πέφτουν οι ίδιοι μέσα, κάποιοι παρασέρνουν και τους διπλανούς τους. Το θέμα είναι οτι πρέπει να περπατήσουμε, όχι για να φτάσουμε, αλλά για να μη γίνουμε εύκολοι στόχοι. Προχώρα λοιπόν όσο μπορείς κι άσε αυτά που έζησες πίσω. Ο καλύτερος τρόπος να γλιτώσεις από τους εφιάλτες σου είναι να γίνεις ο εφιάλτης των άλλων. Κατάλαβες;»
Κούνησε το κεφάλι.
«Εφιάλτες –μπαντ ντριμς;» ρώτησε.
«Δε λες τίποτα», της επιβεβαίωσα.
«Δεν θέλω γίνω εφιάλτης», κλαψούρισε.
«Τότε θα σε πηδάνε όπου σε βρίσκουν και θα σε ψάχνουν να σε βρουν για να σε πηδήξουν», της είπα.
«Εγώ θέλω μόνο ήσυχη ζωή», είπε.
«Η ήσυχη ζωή δεν είναι για μας», της απάντησα.
Δε πολυκατάλαβε κι έτσι προτίμησα να την αρπάξω (είχαμε μόλις σβήσει τα τσιγάρα μας) και να τη φιλήσω, κάπως άγαρμπα, το παραδέχομαι, λόγω του ότι το τρένο κούναγε.
Όταν την άφησα έκανε μισό βήμα πίσω και βάλθηκε να χαζεύει το δρόμο που πέρναγε έξω από το τρένο.
«Καφετέρια Ελίτ και κλαμπ Σεμίραμις», είπε.
Μου πήρε λίγο να καταλάβω.
«Εντάξει», έκανα στο τέλος.
«Να σου δώσω τηλέφωνό μου, δώσεις δικό σου...»
«Δε χρειάζεται –θα έρθω να σε βρω».
«Υπόσκεσαι;»
Την κοίταξα και της είπα χαμογελαστά ψέματα.
«Σίγουρα. Θα τελειώσω τις δουλειές μου και θα έρθω να σε βρω».
«ΟΚ. Πάμε καθίσουμε;»
«Πήγαινε –θα έρθω σε λίγο».
Την παρακολούθησα να μπαίνει στο βαγόνι μας κι αμέσως μετά έφυγα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κρύφτηκα σε κάποιο βαγόνι γεμάτο φαντάρους κι άφησα τη φασαρία να με νανουρίσει. Με ξύπνησε η ανακοίνωση όταν φτάσαμε στον σταθμό της Κατερίνης.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι